ISSN 1977-0669

doi:10.3000/19770669.L_2012.289.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 289

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

55ό έτος
19 Οκτωβρίου 2012


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

2012/636/ΕΕ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 25ης Ιανουαρίου 2012, σχετικά με την ενίσχυση C 36/07 (πρώην NN 25/07) που χορήγησε η Γερμανία υπέρ της Deutsche Post AG [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2012) 184]  ( 1 )

1

 

 

2012/637/ΕΕ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 2012, σχετικά με τις Κρατικές ενισχύσεις SA.29864 (C 6/10) (πρώην NN 1/10) που χορήγησε η Τσεχική Δημοκρατία στην České aerolinie, a. s. (ČSA — Czech Airlines a.s. — ενδεχόμενες συνέπειες Κρατικής ενίσχυσης δανείου χορηγηθέντος από την Osinek a.s.) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2012) 1664]  ( 1 )

56

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

19.10.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 289/1


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 25ης Ιανουαρίου 2012

σχετικά με την ενίσχυση C 36/07 (πρώην NN 25/07) που χορήγησε η Γερμανία υπέρ της Deutsche Post AG

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2012) 184]

(Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2012/636/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ:

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1), και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα (2), και με βάση τις παρατηρήσεις αυτές,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

I.1.   Διαδικασίες για τις κρατικές ενισχύσεις

I.1.1.   Η απόφαση του 1999 περί κινήσεως της διαδικασίας και η αρνητική απόφαση του 2002

(1)

Το 1994 η εταιρεία United Parcel Service (στο εξής: «UPS») υπέβαλε καταγγελία στην οποία ισχυριζόταν ότι στην Deutsche Bundespost POSTDIENST (στο εξής: «POSTDIENST») είχαν χορηγηθεί ενισχύσεις παρανόμως.

(2)

Κατόπιν κινήσεως της επίσημης διαδικασίας στις 23 Οκτωβρίου 1999 (στο εξής: «απόφαση του 1999 περί κινήσεως της διαδικασίας»), η Γερμανία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις 16 Σεπτεμβρίου 1999. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του 1999 περί κινήσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από 14 μετέχοντες, τις οποίες κοινοποίησε με το από 15 Δεκεμβρίου 1999 έγγραφό της στη Γερμανική κυβέρνηση προκειμένου να της δώσει την ευκαιρία να τοποθετηθεί επ’ αυτών. Η Γερμανία απάντησε με έγγραφο της 1ης Φεβρουαρίου 2000, το οποίο καταχωρίστηκε κατά την παραλαβή του στις 2 Φεβρουαρίου 2000.

(3)

Την 19η Ιουνίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε αρνητική απόφαση (3) (στο εξής: «αρνητική απόφαση του 2002») με την οποία διαπίστωσε ότι οι τιμές της POSTDIENST και της διαδόχου της Deutsche Post AG (στο εξής: «DPAG», ενώ οι POSTDIENST και DPAG θα αναφέρονται στο εξής από κοινού ως «Deutsche Post») για υπηρεσίες μεταφοράς δεμάτων από πόρτα σε πόρτα ήταν χαμηλότερες από το πρόσθετο ειδικό κόστος και ότι η εν λόγω επιθετική πολιτική τιμών δεν αποτελούσε μέρος της εντολής που είχε ανατεθεί στην Deutsche Post για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Με τον τρόπο αυτό προκλήθηκαν ζημίες ύψους 572 εκατ. ευρώ οι οποίες, κατά παράβαση των άρθρων 106 και 107 της της ΣΛΕΕ, χρηματοδοτήθηκαν τελικά από κρατικούς πόρους οι οποίοι χορηγήθηκαν στην Deutsche Post με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα υπό τη μορφή χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων από τη συγγενή εταιρεία Deutsche Bundespost TELEKOM (στο εξής: «TELEKOM»), κρατικών εγγυήσεων και κρατικής ενισχύσεως για τη χρηματοδότηση των συντάξεων των ταχυδρομικών υπαλλήλων (στο εξής: «επιδότηση συντάξεων»).

(4)

Ανταποκρινόμενη στην απόφαση της Επιτροπής, η Γερμανία ζήτησε από την DPAG την επιστροφή της ασυμβίβαστης προς την εσωτερική αγορά κρατικής ενισχύσεως ύψους 572 εκατ. ευρώ. Η Deutsche Post προσέφυγε κατά της αποφάσεως ενώπιον των δικαστηρίων της ΕΕ.

(5)

Σε απόφασή του που εξέδωσε το 2008 (4), το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: «Γενικό Δικαστήριο») ακύρωσε την αρνητική απόφαση του 2002 για τον λόγο ότι η Επιτροπή δεν είχε αναλύσει πλήρως όλα τα κόστη και κέρδη που προέκυψαν από την παροχή καθολικής υπηρεσίας προκειμένου να διαπιστώσει αν η Deutsche Post είχε λάβει υπερβάλλουσα ή ελλιπή αντιστάθμιση.

(6)

Ακολούθως, η Γερμανία κατέβαλε στην Deutsche Post το ποσό των 572 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούσε στην προηγουμένως επιστραφείσα κρατική ενίσχυση, πλέον τόκων.

(7)

Στις 2 Σεπτεμβρίου 2010 το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που είχε ασκήσει η Επιτροπή κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (5).

I.1.2.   Άλλες καταγγελίες που υποβλήθηκαν μετά την έκδοση της αρνητικής απόφασης του 2002

(8)

Στις 13 Μαΐου 2004, η UPS υπέβαλε νέα καταγγελία ισχυριζόμενη ότι η Deutsche Post είχε λάβει παράνομες ενισχύσεις μετά την έκδοση της αρνητικής απόφασης του 2002. Όπως υποστήριξε η UPS, στην αρνητική απόφαση του 2002 δεν είχαν εξετασθεί όλα τα μέτρα που είχε καταγγείλει το 1994, τα δε οικονομικά οφέλη που είχαν χορηγηθεί στην Deutsche Post υπερέβαιναν σαφώς την ασυμβίβαστη προς τις περί κρατικών ενισχύσεων διατάξεις ενίσχυση των 572 εκατ. ευρώ. Κατά τη UPS, η Deutsche Post είχε χρησιμοποιήσει τους κρατικούς πόρους για να επεκτείνει τη δραστηριότητά της στον τομέα της μεταφοράς δεμάτων εξαγοράζοντας, για παράδειγμα, άλλες επιχειρήσεις, καθώς και για να πωλεί στις θυγατρικές της εταιρείες Postbank AG και Deutsche Post Euro Express GmbH & Co OHG (στο εξής: «DPEED»), εκ των οποίων η πρώτη δραστηριοποιείτο στον τομέα των τραπεζικών εργασιών και η δεύτερη στην παροχή υπηρεσιών μεταφοράς δεμάτων σε εταιρικούς πελάτες υπό το σήμα DHL, υπηρεσίες σε τιμές υπερβολικά χαμηλές.

(9)

Την 9η Νοεμβρίου 2004 και την 1η Απριλίου 2005 η Επιτροπή απέστειλε έγγραφα με τα οποία ζητούσε πληροφορίες. Η Γερμανία απάντησε στις 2 Δεκεμβρίου 2004 και 3 Ιουνίου 2005 αντίστοιχα.

(10)

Στις 16 Ιουλίου 2004 υποβλήθηκε καταγγελία από την εταιρεία TNT Post AG & Co KG (στο εξής: «TNT») η οποία επίσης υποστήριζε ότι η Deutsche Post είχε πωλήσει υπηρεσίες προς την Postbank AG σε υπερβολικά χαμηλές τιμές. Κατά την TNT, η Postbank AG είχε πληρώσει μόνο το μεταβλητό κόστος των υπηρεσιών που της παρασχέθηκαν, ενώ τα κοινά πάγια έξοδα για το δίκτυο πωλήσεων είχαν χρηματοδοτηθεί από έσοδα από το μονοπώλιο στον τομέα των αντικειμένων αλληλογραφίας.

(11)

Στις 11 Νοεμβρίου 2004 και στις 25 Απριλίου 2005 η Επιτροπή απέστειλε έγγραφα με τα οποία ζητούσε πληροφορίες. Η Γερμανία απάντησε στις 17 Δεκεμβρίου 2004 και 23 Ιουνίου 2005 αντίστοιχα.

I.1.3.   Απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας

(12)

Ύστερα από την υποβολή και άλλων καταγγελιών στην Επιτροπή, αυτή γνωστοποίησε στην Γερμανία με έγγραφο της 12ης Σεπτεμβρίου 2007 (6) (στο εξής: «απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας του 2007») ότι θα επέκτεινε το πεδίο της διαδικασίας που είχε κινηθεί το 1999. Με την απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας επιδιώχθηκε η ένταξη στη διαδικασία όλων των νέων στοιχείων που είχαν προκύψει και ο ενδελεχής έλεγχος όλων των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού οι οποίες πιθανώς οφείλονταν στα κρατικά μέτρα που είχαν ληφθεί υπέρ της Deutsche Post (σχετικά με τις κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις, της κρατικές εγγυήσεις, την επιδότηση συντάξεων και την αποκλειστική άδεια παροχής υπηρεσιών στον τομέα των επιστολών βλέπε αναλυτικότερα το κεφάλαιο I.1.14.

(13)

Κατά την άποψη της Επιτροπής ήταν απαραίτητο να γίνει ακριβής αναπαράσταση των λογιστικών εγγραφών της Deutsche Post για τα έτη από το 1990 έως και το 2007 προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι επιπτώσεις των κρατικών μέτρων στα έσοδα και τα κόστη των διαφόρων υπηρεσιών που είχαν παρασχεθεί από την Deutsche Post.

I.1.4.   Παρατηρήσεις της Γερμανίας επί της αποφάσεως του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας

(14)

Η Γερμανία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της αποφάσεως του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας στις 14 Δεκεμβρίου 2007, η δε Deutsche Post προσέβαλε την απόφαση με αίτηση αναιρέσεως (βλέπε επίσης κεφάλαιο I.3.1).

I.1.5.   Παρατηρήσεις των μετεχόντων επί της αποφάσεως του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις της Γερμανίας επί των παρατηρήσεων αυτών

(15)

Οι UPS και TNT υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους στις 16 Νοεμβρίου 2007.

(16)

Με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 2007 η Γερμανία ζήτησε παράταση της ταχθείσας προθεσμίας και στις 12 Μαρτίου 2008 η γερμανική κυβέρνηση υπέβαλε υπόμνημα επί των παρατηρήσεων της TNT και UPS.

I.1.6.   Επιλογή εξωτερικού πραγματογνώμονα

(17)

Στις 23 Ιανουαρίου 2008, η Επιτροπή δημοσίευσε προκήρυξη διαγωνισμού για την κατάρτιση πραγματογνωμοσύνης η οποία θα τη διευκόλυνε ώστε να διαπιστώσει αν η Deutsche Post είχε λάβει κατά την περίοδο 1990-2007 υπεραντιστάθμιση για την υποχρέωσή της προς παροχή καθολικής υπηρεσίας (7).

(18)

Την 18η Ιουνίου 2008, η Επιτροπή συμβλήθηκε με την WIK Consult GmbH, η οποία ειδικεύεται στη λογιστική στον ταχυδρομικό τομέα.

I.1.7.   Παρατηρήσεις της Γερμανίας σχετικά με τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου

(19)

Με έγγραφα της 10ης Ιουνίου 2008 και 18 Ιουνίου 2008 η Γερμανία αντιτάχθηκε στην περίοδο εξετάσεως που επέλεξε η Επιτροπή (1990-2007) υποστηρίζοντας ότι θα αρκούσε ο περιορισμός της εξέτασης στην περίοδο 1990 έως 1994, κατά την οποία είχαν χορηγηθεί οι χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις από το κράτος. Επικαλέστηκε εξάλλου το γεγονός ότι την περίοδο αυτή οι ζημίες ήταν υψηλότερες από ό,τι οι κρατικές αντισταθμίσεις και συνεπώς η Deutsche Post δεν είχε λάβει υπεραντιστάθμιση. Με βάση το κοινοτικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή χρηματοοικονομικής αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας (8) (στο εξής: «κοινοτικό πλαίσιο του 2005») η διάθεση λογιστικών στοιχείων για την περίοδο μετά το 1994 είναι δυσανάλογη, καθόσον η περίοδος για τον υπολογισμό των υπεραντισταθμίσεων περιορίζεται στα τέσσερα έτη.

(20)

Στις 27 Ιουνίου 2008 η Γερμανία απέστειλε νομική γνωμάτευση σχετικά με την υποχρέωση της Επιτροπής προς έλεγχο των κρατικών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων, εγγυήσεων και επιδοτήσεων συντάξεων κατά περίπτωση (9). Επίσης, η Γερμανία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι για την αξιολόγηση των κρατικών εγγυήσεων και της επιδότησης συντάξεων δεν απαιτείται έλεγχος των λογιστικών στοιχείων.

(21)

Την ίδια θέση εξέφρασε η Γερμανία απέναντι στις υπηρεσίες της Επιτροπής κατά τις συναντήσεις που έγιναν στις 29 Μαΐου 2008 και στις 15 Ιουλίου 2008.

I.1.8.   Αίτημα παροχής πληροφοριών της 17ης Ιουλίου 2008

(22)

Στις 17 Ιουλίου 2008 η Επιτροπή απηύθυνε προς την Γερμανία αίτημα παροχής πληροφοριών, το οποίο είχε ως αντικείμενο όλα τα προς εξέταση κρατικά μέτρα και συμπεριλάμβανε ερωτηματολόγιο σχετικά με τα έσοδα και τις δαπάνες της Deutsche Post κατά το διάστημα 1990-2007. Το αίτημα παροχής πληροφοριών είχε συνταχθεί σε συνεργασία με την WIK Consult. Η Γερμανία ζήτησε στις 5 Αυγούστου 2008 την παράταση της προθεσμίας για αόριστο χρόνο διότι, όπως επικαλέστηκε, έπρεπε πρώτα να ελέγξει τη διαθεσιμότητα ορισμένων στοιχείων.

I.1.9.   Υπόμνηση στις 12 και στις 22 Αυγούστου 2008

(23)

Στις 12 Αυγούστου 2008 η Επιτροπή εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ήταν απαραίτητος ο έλεγχος των εσόδων και δαπανών της Deutsche Post της περιόδου 1990-2007 εμμένοντας στην απαίτησή της για διαβίβαση των στοιχείων που είχε ζητήσει.

(24)

Με δήλωση της 14ης Αυγούστου 2008 η Γερμανία ισχυρίστηκε εκ νέου ότι δεν συνέτρεχε λόγος για έλεγχο των κερδών και ζημιών της Deutsche Post που αφορούσαν την περίοδο μετά το 1994. Στις 22 Αυγούστου 2008, η Επιτροπή δήλωσε ότι σε περίπτωση που η Γερμανία δεν διαβίβαζε τα στοιχεία επιφυλασσόταν να διατάξει την παροχή των πληροφοριών κατά το άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (10).

(25)

Με δήλωση της 29ης Σεπτεμβρίου 2008 η Γερμανία διαβίβασε τα συμπεράσματα νέας νομικής γνωμοδοτήσεως (την οποία κοινοποίησε τελικά στις 2 Οκτωβρίου 2008), προκειμένου να ενισχύσει την άποψή της ότι δεν ήταν αναγκαία η ανάλυση των λογιστικών στοιχείων για το διάστημα μετά το 1994 και ότι η περίοδος 1990-1994 αποτελούσε εύλογη περίοδο εξετάσεως (11).

(26)

Στις 28 Οκτωβρίου 2008 η Γερμανία διαβίβασε πληροφορίες σχετικά με τις κρατικές εγγυήσεις και την επιδότηση συντάξεων.

I.1.10.   Η διαταγή παροχής πληροφοριών της 30ής Οκτωβρίου 2008

(27)

Η Επιτροπή απέρριψε τα επιχειρήματα της Γερμανίας και ενέμεινε στην άποψή της ότι για την πλήρη εκτίμηση των επιπτώσεων των χορηγηθεισών ενισχύσεων στον ανταγωνισμό ήταν αναγκαία η ανάλυση των στοιχείων της περιόδου έως το 2007. Σε συνέχεια των δύο εγγράφων υπομνήσεων της 12ης Αυγούστου 2008 και της 22ας Αυγούστου 2008, η Επιτροπή εξέδωσε στις 30 Οκτωβρίου 2008 διαταγή παροχής πληροφοριών με την οποία διατασσόταν πλέον και τυπικώς η Γερμανία να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα λογιστικά στοιχεία για το σύνολο της περιόδου 1990-2007.

(28)

Η Γερμανία και η Deutsche Post αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της διαταγής παροχής πληροφοριών (βλέπε κεφάλαιο I.3.2).

(29)

Στις 27 Νοεμβρίου 2008 η Γερμανία διαβίβασε τα ζητηθέντα λογιστικά στοιχεία για την περίοδο 1990-1994, ενώ στις 5 και στις 16 Δεκεμβρίου 2008 επικαιροποίησε τα λογιστικά στοιχεία που είχε διαβιβάσει στις 27 Νοεμβρίου 2008.

I.1.11.   Διαβίβαση λογιστικών στοιχείων για την περίοδο 1990-2007

(30)

Κατόπιν συναντήσεως που έλαβε χώρα στις 6 Φεβρουαρίου 2009 μεταξύ του γερμανού υφυπουργού κ. Pfaffenbach, του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της DPAG κ. Appel και του αρμόδιου για θέματα ανταγωνισμού Επιτρόπου, η Γερμανία και η Deutsche Post δήλωσαν ότι συμφωνούν να παραδώσουν λογιστικά στοιχεία για την περίοδο μετά το 1994.

(31)

Στις 3 Μαρτίου 2009 η Γερμανία διαβίβασε ένα μέρος των λογιστικών στοιχείων για το σύνολο της υπό εξέταση περιόδου 1990-2007.

(32)

Συναντήσεις μεταξύ της Deutsche Post και των υπηρεσιών της Επιτροπής έλαβαν χώρα στις 3 Μαρτίου 2009 στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια στις 12 Μαρτίου 2009, στις 2 Απριλίου 2009, στις 28 Μαΐου 2009, στις 23 Ιουνίου 2009 και στις 28 Σεπτεμβρίου 2009 στην Βόννη. Η Γερμανία διαβίβασε τις σχετικές παρατηρήσεις της Deutsche Post στις 26 Μαρτίου 2009, στις 7 Μαΐου 2009 και στις 22 Ιουνίου 2009.

(33)

Σε συνέχεια των ως άνω συναντήσεων και μιας σειράς ερωτημάτων που απηύθυναν οι υπηρεσίες της Επιτροπής προς την Deutsche Post στις 4 Ιουνίου 2009 και στις 30 Ιουλίου 2009, η Γερμανία διαβίβασε στις 9 Ιουλίου 2009, στις 31 Ιουλίου 2009, στις 17 Αυγούστου 2009, στις 8 Σεπτεμβρίου 2009, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009 και στις 15 Οκτωβρίου 2009 επικαιροποιημένα λογιστικά στοιχεία και περαιτέρω διευκρινίσεις.

(34)

Την 16η και την 24η Σεπτεμβρίου 2009 οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαβίβασαν πρόσθετα ερωτήματα τα οποία απαντήθηκαν από την Γερμανία στις 14 Οκτωβρίου 2009.

I.1.12.   Παράδοση της γνωμοδότησης της WIK

(35)

Λόγω των καθυστερήσεων στην παράδοση των λογιστικών στοιχείων κατέστη αναγκαία η επανειλημμένη ανανέωση της συμβάσεως με την WIK Consult. Στις 9 Νοεμβρίου 2009 η WIK Consult παρέδωσε τελικά τη γνωμοδότησή της (στο εξής: «γνωμοδότηση WIK»).

(36)

Στις 14 και στις 21 Ιανουαρίου 2010 η Γερμανία διαβίβασε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τη γνωμοδότηση WIK. Στις 11 Φεβρουαρίου 2010 η Γερμανία προσκόμισε γνωμοδότηση της KPMG (στο εξής: «γνωμοδότηση KPMG») σχετικά με τη νομική φύση των επιστροφών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων (12), τις οποίες η Deutsche Post όφειλε να καταβάλει έως το 1995 στο κράτος, καθώς και μία γνωμοδότηση της Deloitte (13) (στο εξής: «γνωμοδότηση Deloitte-I») σχετικά με τον δείκτη αναφοράς που χρησιμοποιήθηκε στη γνωμοδότηση WIK όσον αφορά το «εύλογο» κέρδος.

(37)

Στις 23 Απριλίου 2010 η Γερμανία προσκόμισε νέα μελέτη της Deloitte (στο εξής: «γνωμοδότηση Deloitte-II») σχετικά με το ύψος του εύλογου κέρδους για την παροχή καθολικής υπηρεσίας εκ μέρους της Deutsche Post.

(38)

Στις 9 Αυγούστου 2010 η Γερμανία διαβίβασε και άλλες παρατηρήσεις σχετικά με τον υπολογισμό της υπεραντισταθμίσεως και την εφαρμογή της αρχής του ιδιώτη επενδυτή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των κρατικών αντισταθμίσεων.

I.1.13.   Τοποθετήσεις σε συνέχεια της ακυρώσεως της αρνητικής αποφάσεως του 2002

(39)

Στις 5 Νοεμβρίου 2010 η Γερμανία απέστειλε νέα νομική γνωμοδότηση σχετικά με τη σημασία της αποφάσεως στην υπόθεση C-399/08, Επιτροπή κατά Deutsche Post (βλέπε κεφάλαιο I.3.5) για την τρέχουσα διαδικασία ελέγχου της ενισχύσεως (14).

I.1.14.   Απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου

(40)

Με έγγραφο της 10ης Μαΐου 2011 η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Γερμανία την απόφασή της να επεκτείνει δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, την κινηθείσα το 1999 και ήδη επεκταθείσα το 2007 διαδικασία προκειμένου να ελέγξει διεξοδικά την επιδότηση συντάξεων που χορηγήθηκε στην Deutsche Post από το 1995 και μετά (στο εξής: «απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου»).

(41)

Η Γερμανία, αφού ζήτησε στις 21 Μαΐου 2011 την παράταση της προθεσμίας, διαβίβασε στις 29 Ιουλίου 2011 τις παρατηρήσεις της καθώς και νέες γνωμοδοτήσεις σχετικά με την αναγκαιότητα υπεραντισταθμίσεως προς απόδειξη υποτιθέμενων εγκάρσιων επιδοτήσεων (15), τη σύγκριση των πραγματικών κοινωνικών δαπανών που βάρυναν την Deutsche Post σε σχέση με τις συνήθεις στην αγορά κοινωνικές δαπάνες (16), καθώς και το πέραν του συνήθους στην αγορά ύψος των κοινωνικών δαπανών που βάρυναν τη Deutsche Post (17).

(42)

Στις 4 Οκτωβρίου 2011 εστάλησαν οι παρατηρήσεις της UPS, ενώ η Free and Fair Postal Postal Initiative (στο εξής: «FFPI») και ο γερμανικός σύνδεσμος επιχειρήσεων διεθνών ταχυμεταφορών (Bundesverband Internationaler Express und Kurierdienste, στο εξής: «BIEK») απέστειλαν τις παρατηρήσεις τους στις 5 Οκτωβρίου 2011 και στις 7 Οκτωβρίου 2011 αντίστοιχα. Η διαβίβαση των παρατηρήσεων των μετεχόντων εκ μέρους της Επιτροπής έλαβε χώρα στις 13 Οκτωβρίου 2011.

(43)

Στις 14 Νοεμβρίου 2011 η Γερμανία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των παρατηρήσεων των μετεχόντων.

(44)

Στις 18 Νοεμβρίου 2011 η Επιτροπή διαβίβασε νέο αίτημα παροχής πληροφοριών, το οποίο αφορούσε σε συγκεκριμένες πτυχές της χρηματοδότησης των συντάξεων μετά το 2007. Η Γερμανία απάντησε εγγράφως στις 2 και στις 19 Ιανουαρίου 2012. Στις 16 Δεκεμβρίου 2011 η Επιτροπή διαβίβασε στη Γερμανία γνωμοδότηση της Charles River Associates για το ζήτημα της συγκριτικής αξιολόγησης του κέρδους (18) (στο εξής: «γνωμοδότηση CRA»), επί της οποίας η Γερμανία υπέβαλε παρατηρήσεις στις 16 Ιανουαρίου 2012.

I.2.   Διαδικασία κατ’ άρθρο 102 της ΣΛΕΕ

(45)

Κατόπιν προσφυγής που είχε ασκήσει η UPS το έτος 1994 η Επιτροπή διαπίστωσε ότι με την επιθετική τιμολογιακή πολιτική της για υπηρεσίες μεταφοράς δεμάτων στον τομέα business-to-consumer η Deutsche Post είχε παραβιάσει κατά την περίοδο 1990-1995 το άρθρο 102 της ΣΛΕΕ. Στην Deutsche Post είχε επιβληθεί πρόστιμο ύψους 24 εκατ. EUR (19).

(46)

Στις 22 Απριλίου 2004 η UPS κατέθεσε άλλη μία προσφυγή βάσει του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, η οποία αφορούσε στην κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της Deutsche Post. Η UPS υποστήριξε ότι η Deutsche Post είχε χρεώσει υπερβολικά υψηλές τιμές για τις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες αλληλογραφίας που παρείχε.

(47)

Διαρκούντος του ελέγχου, η Επιτροπή έλαβε στις 5 Νοεμβρίου 2004 στοιχεία τα οποία αφορούσαν την απόφαση της γερμανικής κανονιστικής αρχής στον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών (Deutsche Postregulierungsbehörde, στο εξής: «Postregulierungsbehörde») σχετικά με τον καθορισμό των ανωτάτων τιμών για τις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες αλληλογραφίας της Deutsche Post για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2003 και εφεξής (στο εξής: «απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2002»). Με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 2007 η Γερμανία δήλωσε ότι συναινεί στη χρήση των εν λόγω στοιχείων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.

(48)

Στις 25 Μαρτίου 2008 η Επιτροπή αποφάσισε την περάτωση της διαδικασίας έρευνας συμπράξεων διότι κατά την άποψή της ήταν απίθανο να αποδειχθεί τέτοιου είδους παράβαση του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ (20).

I.3.   Διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου

I.3.1.   Υπόθεση T-421/07, Deutsche Post AG κατά Επιτροπής

(49)

Η Deutsche Post προσέφυγε κατά της αποφάσεως του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας ισχυριζόμενη ότι λόγω της έκδοσης της αρνητικής αποφάσεως του 2002 υπήρχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ότι η Επιτροπή δεν θα επανεκκινούσε την έρευνά της.

(50)

Στις 8 Δεκεμβρίου 2011 το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω προσφυγή ως απαράδεκτη (21).

I.3.2.   Υπόθεση T-570/08, Deutsche Post AG κατά Επιτροπής, και υπόθεση T-571/08, Γερμανία κατά Επιτροπής

(51)

Η Γερμανία και η Deutsche Post προσέφυγαν κατά της διαταγής παροχής πληροφοριών της 30ής Οκτωβρίου 2008 διότι κατά την άποψή τους η εν λόγω διαταγή αφορούσε στοιχεία άσχετα με την έρευνα, ενώ η συμμόρφωση προς τη διαταγή συνεπαγόταν για την Deutsche Post δυσανάλογα μεγάλο κόστος.

(52)

Στις 16 Ιουλίου 2010 το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε αμφότερες τις προσφυγές με την αιτιολογία ότι διά της εκδόσεως της διαταγής παροχής πληροφοριών δεν είχαν παραβιασθεί τα δικονομικά δικαιώματα της Deutsche Post, μήτε εκείνα της Γερμανίας.

I.3.3.   Υπόθεση C-463/10 P, Deutsche Post AG κατά Επιτροπής, και υπόθεση C-475/10 P, Γερμανία κατά Επιτροπής

(53)

Κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου η Deutsche Post και η Γερμανία άσκησαν στις 27 Σεπτεμβρίου 2010 προσφυγή εμμένουσες στην άποψή τους ότι με τη διαταγή παροχής πληροφοριών παραβιάζονταν τα δικαιώματά τους. Στις 13 Οκτωβρίου 2011 το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (22) και ανέπεμψε την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, όπου εκκρεμεί.

I.3.4.   Υπόθεση T-344/10, UPS κατά Επιτροπής

(54)

Στις 20 Αυγούστου 2010 η UPS άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή για το λόγο ότι η Επιτροπή είχε προβεί σε παράνομη παράλειψη σε σχέση με την έρευνα των κρατικών ενισχύσεων της περιόδου 2007. Όπως ισχυρίστηκε, το διάστημα των τριών ετών που είχε παρέλθει από την έκδοση της απόφασης του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας ήταν αρκετό για να ελέγξει η Επιτροπή τα εν λόγω μέτρα και να αξιολογήσει τα πραγματικά και τα νομικά δεδομένα προκειμένου να εκδώσει τελική απόφαση και να περατώσει τη διαδικασία έρευνας. Η διαδικασία εκκρεμεί.

I.3.5.   Υπόθεση T-388/11 Deutsche Post AG κατά Επιτροπής

(55)

Στις 22 Ιουλίου 2011 η Deutsche Post προσέφυγε κατά της απόφασης του 2011 περί επέκτασης του ελέγχου ισχυριζόμενη ότι η Επιτροπή έσφαλε προδήλως στην προσωρινή εκτίμησή της κατά την οποία χαρακτήρισε την επιδότηση συντάξεων ως κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, και ως νέα ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 108 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Η διαδικασία εκκρεμεί.

II.   ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

(56)

Από το 1989 και εξής η Deutsche Post έχει λάβει κρατικές ενισχύσεις σε διάφορες μορφές:

Κρατική χρηματοδότηση συντάξεων βάσει του

νόμου περί προσωπικού του 1994 (Personalrechtsgesetz 1994 (23), στο εξής: «PostPersRG 1994»)

Κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις και εγγυήσεις βάσει

του νόμου περί καθεστώτος των ταχυδρομείων του 1989 (Postverfassungsgesetz 1989 (24), στο εξής: «PostVerfG 1989») και

του νόμου περί μετατροπής των ταχυδρομείων του 1994 (Postumwandlungsgesetz 1994 (25), στο εξής: «PostUmwG 1994»)

Αποκλειστική άδεια και κανονιστική ρύθμιση των τιμών βάσει

του νόμου περί ταχυδρομικών υπηρεσιών του 1989 (Gesetz über das Postwesen 1989 (26), στο εξής: «PostG 1989») και

του νόμου περί ταχυδρομείων του 1997 (Postgesetz 1997, στο εξής: «PostG 1997»).

II.1.   Η επιδότηση συντάξεων στο πλαίσιο των κοινωνικών παροχών και των ρυθμίσεων περί κοινωνικών εισφορών που ισχύουν για δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους

(57)

Η επιδότηση συντάξεων καλύπτει από το 1995 και εφεξής ένα μεγάλο μέρος των καταβολών για συντάξεις υπαλλήλων της Deutsche Post. Προκειμένου να συνεκτιμηθούν πλήρως όλες οι επιπτώσεις της επιδότησης συντάξεων, στα επόμενα κεφάλαια θα ακολουθήσει αναλυτική περιγραφή των κοινωνικών παροχών και των κοινωνικών εισφορών που ισχύουν για τους δημόσιους υπαλλήλους και θα γίνει σύγκριση με τα ισχύοντα για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα (στο εξής: «ιδιωτικοί υπάλληλοι»).

II.1.1.   Κοινωνικές παροχές προς δημόσιους υπαλλήλους

(58)

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δικαιούνται συντάξεως γήρατος και παροχών σε περίπτωση ασθένειας ή αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Οι παροχές προς τους υπαλλήλους της Deutsche Post είναι αντίστοιχες με αυτές που χορηγούνται και στους υπόλοιπους δημόσιους υπαλλήλους:

Το ύψος της συντάξεως καθορίζεται κατά το άρθρο 14 BeamtVG (27) εκ των προτέρων ως εκατοστιαίο ποσοστό επί των τελευταίων αποδοχών του υπαλλήλου. Έτσι για παράδειγμα, οι υπάλληλοι που συνταξιοδοτήθηκαν το έτος 2010 και είχαν τον απαιτούμενο αριθμό ετών εργασίας λαμβάνουν σύνταξη ίση με το 71,75 % των τελευταίων αποδοχών τους.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δικαιούνται να λαμβάνουν το 50 % έως 70 % των δαπανών υγείας και των δαπανών περιθάλψεως σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, ενώ το υπόλοιπο μέρος των δαπανών αυτών βαρύνει τους ίδιους. Η ακριβής κατανομή των δαπανών υγείας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα από τον αριθμό των τέκνων. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δύνανται είτε να συνάψουν προαιρετική πρόσθετη ασφάλιση είτε να καταβάλουν εξ ιδίων πόρων το τμήμα των δαπανών υγείας που τους αναλογεί.

II.1.2.   Χρηματοδότηση των κοινωνικών παροχών για υπαλλήλους της POSTDIENST-κατά την περίοδο 1989-1994

(59)

Μετά την πρώτη μεταρρύθμιση του καθεστώτος των ταχυδρομείων, η οποία έλαβε χώρα το έτος 1989, η POSTDIENST, η TELEKOM και η POSTBANK υποχρεώθηκαν κατά το άρθρο 54 παράγραφος 2 PostVerfG 1989, να χρηματοδοτήσουν οι ίδιες το κόστος των συντάξεων και παροχών υγείας για τους συνταξιούχους υπαλλήλους οι οποίοι κατανεμήθηκαν σε κάθε μία από αυτές ανάλογα με την προηγούμενη δραστηριότητά τους. Κατά τη διάταξη αυτή, οι δημόσιοι υπάλληλοι διατηρούν την αξίωσή τους έναντι του κράτους, το οποίο όμως δύναται να απαιτήσει το σύνολο του ποσού από τις POSTDIENST, TELEKOM ή POSTBANK κατά περίπτωση.

II.1.3.   Χρηματοδότηση των κοινωνικών παροχών προς υπαλλήλους της DPAG από το 1995 και εφεξής

(60)

Στο πλαίσιο της δεύτερης μεταρρύθμισης του καθεστώτος των ταχυδρομείων, η οποία έλαβε χώρα το 1994, οι δημόσιοι υπάλληλοι που είχαν εργασθεί στην POSTDIENST μεταφέρθηκαν με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 PostPersRG 1994, στην DPAG, διατηρώντας κατά την πρόβλεψη του άρθρου 2 παράγραφος 3 PostPersRG 1994, το νομικό τους καθεστώς. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 PostPersRG 1994, η DPAG ανέλαβε από το κράτος όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ανήκουν στον εργοδότη. Επίσης αναδέχθηκε κατά το άρθρο 2 παράγραφος 3 PostPersRG 1994, όλες τις περιουσιακής φύσεως αξιώσεις των υπαλλήλων.

(61)

Την καταβολή των συντάξεων και των παροχών υγείας προς τους συνταξιούχους υπαλλήλους ανέλαβε κατά το άρθρο 15 PostPersRG 1994 ένα νεοσυσταθέν ταμείο συντάξεων των υπαλλήλων της Deutsche Post. Από τη συγχώνευση των ταμείων συντάξεων της Deutsche Post, της Deutsche Telekom AG και της Postbank AG την 1η Ιουλίου 2001 προέκυψε το ταμείο Postbeamtenversorgungskasse (για το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2005 και μετά θα αναφέρονται από κοινού ως «ταμείο συντάξεων»).

(62)

Κατά το άρθρο 16 παράγραφος 1 PostPersRG 1994, η Deutsche Post όφειλε να καταβάλει στο ταμείο συντάξεων για την περίοδο 1995-1999 ποσό 2,045 δισεκατ. EUR ετησίως είτε, συνολικά, 10,225 δισεκατ. EUR. Από το 2000 και εφεξής η Deutsche Post υποχρεούται να συνεισφέρει στο ταμείο συντάξεων βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 2 PostPersRG 1994, ετησίως ποσό ίσο με το 33 % των αποδοχών των υπαλλήλων (ήτοι ποσό κυμαινόμενο από 735 εκατ. EUR το έτος 2000 έως 540 εκατ. EUR το έτος 2010).

(63)

Η επιδότηση συντάξεων καλύπτει κατά το άρθρο 16 παράγραφος 2 PostPersRG 1994 την υπολειπόμενη διαφορά (ήτοι τη διαφορά μεταξύ του ύψους των συντάξεων που καταβάλλονται προς τους συνταξιούχους υπαλλήλους και του ύψους της συνεισφοράς της Deutsche Post στο ταμείο συντάξεων). Η επιδότηση συντάξεων αυξήθηκε από 151 εκατ. EUR (1995) σε 3,203 δισεκατ. EUR (2010), ανήλθε δε κατά την περίοδο 1995-2010 σε συνολικά 37,121 δισεκατ. EUR.

Σχήμα

Χρηματοδότηση του ταμείου συντάξεων (σε εκατ. EUR)

Image 1

Χρηματοδότηση ταμείου συντάξεων (εκπεφρ. σε εκατ. ευρώ)

Εισφορά DEUTSCHE POST Επιδότηση συντάξεων

II.1.4.   Η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση των ιδιωτικών υπαλλήλων και η πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση των ιδιωτικών υπαλλήλων της Deutsche Post

(64)

Οι ιδιωτικοί υπάλληλοι υπόκεινται σε υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση έχοντας υποχρέωση να συνάψουν συνταξιοδοτική ασφάλιση, ασφάλιση ανεργίας, ασφάλιση ασθενείας και ασφάλιση για την περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης (28). Τα συστήματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης των ιδιωτικών υπαλλήλων προβλέπουν στους τομείς της συνταξιοδοτικής ασφάλισης και της ασφάλισης ασθενείας διαφορετική προστασία σε σχέση με αυτή που προβλέπει το αντίστοιχο σύστημα που ισχύει για τους δημόσιους υπαλλήλους:

Το ύψος της σύνταξης δεν υπολογίζεται ως ποσοστό επί των τελευταίων μηνιαίων αποδοχών, αλλά ως ποσοστό επί του μέσου όρου των αποδοχών που έχει λάβει ο εκάστοτε υπάλληλος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Οι δαπάνες ασφάλισης ασθενείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης καλύπτονται πλήρως.

(65)

Σημαντικές διαφορές σε σχέση με το σύστημα που ισχύει για τους δημόσιους υπαλλήλους υφίστανται και όσον αφορά τη χρηματοδότηση των κοινωνικών παροχών. Η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση των ιδιωτικών υπαλλήλων χρηματοδοτείται από εισφορές που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου των υπαλλήλων τόσο από τον ίδιο τον μισθωτό όσο και από τον εργοδότη (στο εξής: "εισφορές υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης"). Το συνολικό ποσοστό εισφορών επιμερίζεται τύποις κατά ίσα περίπου μέρη μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη. Εντούτοις, τυπικά υπόχρεος για την απόδοση ολόκληρου του ποσοστού που αντιστοιχεί στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης είναι ο εργοδότης.

Σχήμα 2

Ύψος εισφορών στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση εκφραζόμενο ως ποσοστό επί των μεικτών αποδοχών των ιδιωτικών υπαλλήλων (βλέπε και παράρτημα)

Image 2

95

96

97

98

99

00

01

02

03

04

05

06

07

08

09

10

■ Ασφάλιση συντάξεων

18,60 %

19,20 %

20,30 %

20,30 %

19,70 %

19,30 %

19,10 %

19,10 %

19,50 %

19,50 %

19,50 %

19,50 %

19,90 %

19,90 %

19,90 %

19,90 %

■ Ασφάλιση ανεργίας

6,50 %

6,50 %

6,50 %

6,50 %

6,50 %

6,50 %

6,50 %

6,50 %

6,50 %

6,50 %

6,50 %

6,50 %

4,20 %

3,30 %

2,80 %

2,80 %

■ Ασφάλιση περίθαλψης

0,50 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,70 %

1,83 %

1,95 %

1,95 %

■ Ασφάλιση ασθενείας

13,15 %

13,48 %

13,58 %

13,62 %

13,60 %

13,54 %

13,58 %

13,98 %

14,31 %

14,22 %

13,73 %

13,31 %

13,90 %

13,90 %

14,60 %

14,90 %

Ύψος εισφορών στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση

45,00 %

40,00 %

35,00 %

30,00 %

25,00 %

20,00 %

15,00 %

10,00 %

5,00 %

0,00 %

Εκφραζόμενο ωςποσοστό επί των μικτών αποδοχών των ιδιωτικών υπαλλήλων

(66)

Όπως εμφαίνεται στο σχήμα 2, τα ποσοστά εισφορών στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση ανήλθαν από το 1995 και μετά σε 38 % έως 42 % επί των μεικτών αποδοχών (= καθαρές αποδοχές + εργοδοτική εισφορά). Οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που αναλογούν στον εργοδότη και τον εργαζόμενο ανήλθαν σε ποσοστό 19 % έως 21 % των μεικτών αποδοχών (αναλυτική χρονοσειρά βλέπε στο παράρτημα).

(67)

Οι ιδιωτικοί υπάλληλοι της Deutsche Post δεν είχαν μόνο υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, αλλά τους παρεχόταν και πρόσθετη ασφάλιση. Ειδικότερα, σε όσους ιδιωτικούς υπαλλήλους είχαν προσληφθεί πριν από το 1997 παρεχόταν πρόσθετη ασφάλιση σύνταξης, η οποία τους εξασφάλιζε σύνταξη ανάλογη με εκείνη των δημοσίων υπαλλήλων. Η πρόσθετη ασφάλιση σύνταξης κάλυπτε συνεπώς τη διαφορά μεταξύ της σύνταξης από την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, η οποία αντιστοιχεί σε ορισμένο ποσοστό επί των αποδοχών που είχε λάβει ο μισθωτός καθ’ όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου του, και της σύνταξης των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία αντιστοιχεί σε ορισμένο ποσοστό επί των τελευταίων αποδοχών. Οι αναλυτικές ρυθμίσεις περιέχονται στο καταστατικό του συνταξιοδοτικού ταμείου της Deutsche Bundespost (Versorgungsanstalt der Deutschen Bundespost, στο εξής: «VAP») (29).

(68)

Έως το 1997, η Deutsche Post χρηματοδότησε την πρόσθετη σύνταξη των συνταξιοδοτηθέντων ιδιωτικών υπαλλήλων μέσω εισφοράς που ανερχόταν κατά προσέγγιση σε ποσοστό [5 % έως 10 %] (*1) των μεικτών αποδοχών των εν ενεργεία ιδιωτικών υπαλλήλων. Από το 1997 και μετά, η Deutsche Post σχημάτισε προβλέψεις για τις υπολειπόμενες υποχρεώσεις του VAP (βλέπε επίσης την ανάλυση της επιβάρυνσης # 4 στο κεφάλαιο II.3.1.3).

(69)

Από το 1997 και μετά στους νεοπροσλαμβανόμενους ιδιωτικούς υπαλλήλους προσφερόταν σαφώς μειωμένη πρόσθετη ασφάλιση για την οποία η Deutsche Post κατέβαλλε κατά την περίοδο 1997-2007 εισφορά ίση με το [0 % και 5 %] των μεικτών τους αποδοχών.

II.2.   Οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις και οι κρατικές εγγυήσεις στο πλαίσιο της αποκλειστικής άδειας και της υποχρέωσης καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας της Deutsche Post

II.2.1.   Αποκλειστική άδεια έως το 2007

(70)

Πριν από το 1998, δικαίωμα ιδρύσεως και διαχειρίσεως επιχειρήσεων για την έναντι αμοιβής προώθηση αλληλογραφίας είχε κατά το άρθρο 2 PostG 1989 μόνο η Deutsche Post. Η παροχή άλλων υπηρεσιών όπως η προώθηση δεμάτων, εφημερίδων και περιοδικών δεν αποτελούσε μονοπώλιο της Deutsche Post και υπόκειτο στον ανταγωνισμό. Κατά το άρθρο 37 PostVerfG 1989, τα κέρδη από τις εν λόγω κατ’ αποκλειστικότητα παρεχόμενες υπηρεσίες έπρεπε να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των ζημιών από την παροχή καθολικής υπηρεσίας στο πλαίσιο ανταγωνιστικής δραστηριότητας. Κατά το άρθρο 4 PTRegG 1994 (30), αρμόδιος για την έγκριση των τιμών για τις κατ’ αποκλειστικότητα παρεχόμενες υπηρεσίες ήταν ο υπουργός ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών (Bundesminister für Post und Telekommunikation).

(71)

Μετά το 1998, έτος κατά το οποίο τέθηκε σε ισχύ ο PostG 1997, ξεκίνησε η σταδιακή μείωση του εύρους των υπηρεσιών που παρείχε αποκλειστικά η Deutsche Post. Κατά το άρθρο 51 PostG 1997, η αποκλειστική άδεια της Deutsche Post εκτεινόταν το 1997 στην προώθηση επιστολικού ταχυδρομείου και καταλόγων με συγκεκριμένο παραλήπτη, υπό την προϋπόθεση ότι το βάρος τους δεν υπερέβαινε τα 200 γραμμάρια. Στη συνέχεια, το ανώτατο αυτό βάρος μειώθηκε σταδιακά και το 2006 ορίστηκε στα 50 γραμμάρια. Η αποκλειστική άδεια έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2007.

II.2.2.   Υποχρέωση καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας έως το 2007

(72)

Η υποχρέωση καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας ανατέθηκε επισήμως στην Deutsche Post δυνάμει δύο νομικών πράξεων:

Δυνάμει του κανονισμού περί παροχής υποχρεωτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών (Postdienst-Pflichtleistungsverordnung (31), στο εξής: «PPflLV») η Deutsche Post ορίστηκε πάροχος καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας προώθησης αλληλογραφίας και δεμάτων βάρους έως 20 κιλών και επιφορτίστηκε με την παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών σε ολόκληρη την Γερμανία σε ενιαίες τιμές.

Δυνάμει του PostG 1997 και του επ’ αυτού εκτελεστικού κανονισμού του έτους 1999 (32) (στο εξής: «Universaldienstleistungsverordnung 1999») ανανεώθηκε η ανάθεση στην DPAG της παροχής καθολικής υπηρεσίας.

(73)

Κατά το άρθρο 11 PostG 1997 ο όρος «παροχή καθολικής υπηρεσίας» σημαίνει την παροχή στοιχειώδους δέσμης ταχυδρομικών υπηρεσιών σε προσιτές τιμές σε ολόκληρη την επικράτεια. Οι εν λόγω υπηρεσίες περιλάμβαναν την προώθηση αντικειμένων αλληλογραφίας, δεμάτων με συγκεκριμένο παραλήπτη που ζύγιζαν έως 20 κιλά, καθώς και βιβλίων, καταλόγων, εφημερίδων και περιοδικών (στο εξής: «παροχή καθολικής υπηρεσίας»).

(74)

Η Universaldienstleistungsverordnung 1999 όριζε τις ελάχιστες απαιτήσεις ως προς την ποιότητα της καθολικής υπηρεσίας:

Σε ολόκληρη την Γερμανία έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστο 12 000 εγκατεστημένα ταχυδρομικά γραφεία.

Ετησίως θα έπρεπε να παραδίδεται κατά μέσο όρο το 80 % των αντικειμένων αλληλογραφίας και των δεμάτων εντός ορισμένου χρόνου (ανερχόμενου σε μία εργάσιμη ημέρα για τα αντικείμενα αλληλογραφίας και σε δύο εργάσιμες ημέρες για τα δέματα), ενώ η διανομή θα έπρεπε να γίνεται τουλάχιστο μία φορά την ημέρα.

Πέραν της γενικής απαίτησης να είναι οι τιμές για την παροχή καθολικής υπηρεσίας προσιτές, η DPAG υποχρεώθηκε να καθορίσει ενιαίες τιμές για τις υπηρεσίες προώθησης αντικειμένων αλληλογραφίας που παρείχε στο πλαίσιο της λήξασας το 2007 αποκλειστικής άδειας. Ωστόσο, όσον αφορά τις αποκλειστικά παρεχόμενες υπηρεσίες η DPAG διέθετε έναν βαθμό ευελιξίας στον καθορισμό των τιμών, καθόσον μπορούσε να συμφωνήσει ειδικές τιμές με πελάτες οι οποίοι καταθέτουν προς αποστολή τουλάχιστο 50 τεμάχια κάθε φορά.

(75)

Με το άρθρο 52 PostG 1997 παρατάθηκε η ανάθεση της παροχής καθολικής υπηρεσίας στην DPAG έως την 31η Δεκεμβρίου 2007, δηλαδή έως τη λήξη της αποκλειστικής άδειας παροχής υπηρεσιών αλληλογραφίας. Μετά τη λήξη της αποκλειστικής άδειας δεν επιφορτίστηκε κανένας ταχυδρομικός φορέας με την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας στην Γερμανία και ως εκ τούτου καθολική υπηρεσία όφειλαν να προσφέρουν όλοι οι πάροχοι ταχυδρομικών υπηρεσιών (στο εξής: «δυνάμεις της αγοράς»). Για την περίπτωση που ήθελε διαπιστωθεί ή θεωρηθεί ότι ορισμένη καθολική υπηρεσία δεν παρέχεται πλήρως ή ουσιαστικώς, ο PostG 1997 παρείχε νομικά εργαλεία που διασφάλιζαν την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.

(76)

Όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση WIK (βλέπε σχήμα 3), κατά την περίοδο από το 1990 έως το 2007 το 88 % περίπου των συνολικών εσόδων προερχόταν από την παροχή καθολικής υπηρεσίας. Το μεγαλύτερο μέρος της καθολικής επιστολικής υπηρεσίας υπόκειτο λόγω της δεσπόζουσας θέσης της Deutsche Post σε ρύθμιση τιμών (βλέπε κεφάλαιο II.2.1). Εκτός από τις εν λόγω ρυθμιζόμενες υπηρεσίες, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο 62 % περίπου των συνολικών εσόδων, η Deutsche Post παρείχε, ανταγωνιζόμενη άλλες επιχειρήσεις, καθολική υπηρεσία δεμάτων (περίπου 15 % των συνολικών εσόδων) καθώς και άλλες μη υποκείμενες σε ρύθμιση τιμών καθολικές υπηρεσίες αλληλογραφίας (περίπου 11 % των συνολικών εσόδων).

(77)

Επιπλέον η Deutsche Post παρείχε και εμπορικές υπηρεσίες (για παράδειγμα υπηρεσίες λιανικής τραπεζικής για την Postbank, υπηρεσίες πωλήσεων για την Telekom και διανομή ταχυδρομείου χωρίς διεύθυνση παραλήπτη). Από τις εμπορικές υπηρεσίες προήλθε κατά την περίοδο 1990-2007 το 12 % περίπου των συνολικών εσόδων της Deutsche Post.

II.2.3.   Κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις

(78)

Από την ίδρυσή της το έτος 1950 η Deutsche Bundespost αποτελούσε ειδικό περιουσιακό στοιχείο του κράτους. Κατά το γερμανικό διοικητικό δίκαιο, το ειδικό περιουσιακό στοιχείο δεν έχει νομική προσωπικότητα ανεξάρτητη από το κράτος, διαθέτει όμως ίδιο προϋπολογισμό και δεν ευθύνεται για τις εν γένει κρατικές οφειλές.

(79)

Η πρώτη ταχυδρομική μεταρρύθμιση, η οποία έλαβε χώρα το 1989, προέβλεπε τη διαίρεση του ειδικού περιουσιακού στοιχείου σε τρεις επιμέρους τομείς —την POSTDIENST, την POSTBANK και την TELEKOM—, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν «δημόσιες επιχειρήσεις» χωρίς εντούτοις να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα ανεξάρτητη από το κράτος.

(80)

Κατά το άρθρο 37 παράγραφοι 2 και 3 PostVerfG 1989, οι τρεις επιχειρήσεις όφειλαν να καλύπτουν καταρχήν από τα έσοδά τους το πλήρες κόστος των επιμέρους υπηρεσιών, ενώ επιτρεπόταν η μεταξύ τους εγκάρσια χρηματοδότηση στον βαθμό που γινόταν για την κάλυψη ζημιών από υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Στη βάση αυτή, η POSTDIENST έλαβε από την TELEKOM κατά την περίοδο 1990-1993 συνολικά 2,844 δισεκατ. EUR προς κάλυψη των ζημιών της.

(81)

Στο πλαίσιο της δεύτερης ταχυδρομικής μεταρρύθμισης, οι τρεις επιμέρους κλάδοι του ειδικού περιουσιακού στοιχείου μετατράπηκαν από 1ης Ιανουαρίου 1995 σε ανώνυμες εταιρείες. Από την POSTDIENST προέκυψε η DPAG, από την POSTBANK η Postbank AG και από την TELEKOM η Telekom AG. Κατά το άρθρο 2 παράγραφος 2 PostUmwG 1994, η Telekom AG ανέλαβε όλες τις δανειακές υποχρεώσεις που αφορούσαν στο ειδικό περιουσιακό στοιχείο ως σύνολο, έχοντας ωστόσο αναγωγική αξίωση έναντι της DPAG και της Postbank AG στον βαθμό που οι δανειακές υποχρεώσεις αφορούσαν τις επιχειρήσεις που αυτές είχαν διαδεχθεί.

(82)

Ωστόσο, κατά το άρθρο 7 PostUmwG 1994 οι (απορρέουσες από το άρθρο 2 παράγραφος 2 PostUmwG 1994) αναγωγικές αξιώσεις της Telekom AG εναντίον της DPAG εκμηδενίζονταν μέχρι του ύψους των συσσωρευμένων ζημιών της POSTDIENST στις 31 Δεκεμβρίου 1994. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά ενεργητικού ύψους 2,822 δισεκατ. EUR από την Telekom AG στην DPAG. Κατά τους ισχυρισμούς της Γερμανίας, η εν λόγω μεταφορά από την Telekom AG —όπως και οι προηγουμένως καταβληθείσες αντισταθμίσεις βάσει του άρθρου 37 παράγραφος 3 PostVerfG 1989— ήταν απαραίτητη προκειμένου η DPAG να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας.

(83)

Κατά την περίοδο 1990-1995 η POSTDIENST έλαβε συνολικά 5,666 δισεκατ. EUR ως χρηματοοικονομική αντιστάθμιση για την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας.

II.2.4.   Κρατική εγγύηση για τους χρεωστικούς τίτλους που είχαν εκδοθεί πριν από το 1995

(84)

Από το 1953, οι χρεωστικοί τίτλοι της Deutsche Bundespost εξομοιώνονταν δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 4 PostVwG 1953 (33) με χρεωστικούς τίτλους του δημοσίου. Μετά την κατάργηση του PostVwG 1953 από τον PostVerfG 1989 η εν λόγω διάταξη περιλήφθηκε στο άρθρο 40 PostVerfG 1989.

(85)

Μετά την ίδρυση των τριών επιμέρους κλάδων το έτος 1989, η POSTDIENST δεν εξέδιδε τους χρεωστικούς τίτλους αυτοτελώς, αλλά η διαχείριση των αντίστοιχων συναλλαγών γινόταν από την POSTBANK αυτοτελώς για όλες τις επιχειρήσεις της Deutsche Bundespost. Στη συνέχεια οι χρεωστικοί τίτλοι κατανέμονταν μεταξύ των POSTDIENST, TELEKOM και POSTBANK ανάλογα με τις χρηματοοικονομικές τους ανάγκες.

(86)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 4 PostUmwG 1994, η Γερμανία εξακολούθησε και μετά 1995 να είναι εγγυήτρια για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η Deutsche Bundespost πριν από το 1995 και ακολούθως είχαν κατανεμηθεί μεταξύ των POSTDIENST, TELEKOM και POSTBANK, ενώ δεν εγγυόταν για χρεωστικούς τίτλους οι οποίοι είχαν εκδοθεί από την DPAG σε μεταγενέστερο χρόνο.

II.3.   Τα έσοδα από ρυθμιζόμενες υπηρεσίες ως πρόσθετη αντιστάθμιση για τις συνταξιοδοτικές δαπάνες και το καθαρό κόστος των καθολικών υπηρεσιών

(87)

Η εποπτεία επί των αποκλειστικών και απελευθερωμένων ταχυδρομικών αγορών ανατέθηκε με τον PostG 1997 στην Bundesnetzagentur (στο εξής: «Postregulierungsbehörde»). Κατά το άρθρο 19 του PostG 1997, η Postregulierungsbehörde οριζόταν αρμόδια για τη ρύθμιση των τιμών που θα επέβαλλε η Deutsche Post στις ταχυδρομικές αγορές στις οποίες κατείχε δεσπόζουσα θέση. Η Deutsche Post δεν κατείχε δεσπόζουσα θέση μόνο στον τομέα των αποκλειστικών υπηρεσιών (κατά το άρθρο 51 του PostG 1997), αλλά και σε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες ταχυδρομικές υπηρεσίες που είχαν ήδη ανοίξει στον ανταγωνισμό. Ρύθμιση τιμών μπορούσε να γίνει είτε ex ante, διά του καθορισμού συγκριτικού μεγέθους, είτε ex post στο πλαίσιο ελέγχων τιμών.

(88)

Όπως προκύπτει από τις έρευνες αγοράς που διενήργησε η Postregulierungsbehörde, το μερίδιο αγοράς που κατείχε η Deutsche Post στις αγορές ρυθμιζόμενων υπηρεσιών αλληλογραφίας ανερχόταν σε 90 % έως 97 %. Στην τελευταία έκθεσή της, η Postregulierungsbehörde αναφέρει ότι η σταδιακή απελευθέρωση των αγορών από το 1997 και μετά δεν συνέβαλε στη δημιουργία συνθηκών εύρυθμου ανταγωνισμού στη γερμανική επιστολική αγορά (34).

(89)

Το μεγαλύτερο μέρος των συνολικών εσόδων της Deutsche Post (περίπου 62 % των συνολικών εσόδων της περιόδου 1990-2007 [βλέπε σχήμα 3] και το 56 % των συνολικών εσόδων της περιόδου 2008-2010) προέρχεται από την παροχή ρυθμιζόμενων επιστολικών υπηρεσιών.

(90)

Οι λοιπές καθολικές και εμπορικές υπηρεσίες που δεν υπάγονται στη ρύθμιση των περί ρύθμισης των τιμών άρθρων 19-27 PostG 1997 (35) θα αναφέρονται εφεξής ως «μη διατιμημένες υπηρεσίες».

(91)

Για τις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες αλληλογραφίας το άρθρο 20 του PostG 1997 όριζε στις παραγράφους 1 και 2 ότι οι τιμές πρέπει να προσδιορίζονται με βάση το κόστος που απαιτεί η αποτελεσματική παροχή της υπηρεσίας. Εφόσον δικαιολογείται από τις αντικειμενικές περιστάσεις, η Postregulierungsbehörde οφείλει να λαμβάνει δεόντως υπόψη της, μεταξύ άλλων,

το κόστος για την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών σε ολόκληρη την επικράτεια και

το κόστος για τη χορήγηση παροχών συνταξιοδοτικής ασφάλισης και ασφάλισης ασθενείας προς τους υπαλλήλους που αναλήφθηκαν από την POSTDIENST.

(92)

Δυνάμει του άρθρου 57 του PostG 1997 και της Γενικής Εγκυκλίου του Υπουργού Οικονομίας και Τεχνολογίας της 27ης Μαρτίου 2000 οι ρυθμιζόμενες τιμές πάγωσαν έως την 31η Δεκεμβρίου 2002 στα επίπεδα του 1997.

II.3.1.   Απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2002

(93)

Η πρώτη απόφαση της Postregulierungsbehörde σχετικά με τα ανώτατα όρια των ρυθμιζόμενων τιμών για επιστολικές υπηρεσίες εκδόθηκε μόλις το 2002 και αφορούσε την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2003 έως 31 Δεκεμβρίου 2007 (στο εξής: «απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2002»). Κατά το λεγόμενο «σύστημα ανώτατων τιμών» ρυθμίζονται οι τιμές μιας δέσμης υπηρεσιών με μία μέθοδο βάσει της οποίας, αντί να ελέγχονται οι επιμέρους τιμές κάθε υπηρεσίας, ορίζεται ως ανώτατο όριο ο σταθμισμένος μέσος όρος όλων των τιμών της συγκεκριμένης δέσμης. Κατά το άρθρο 19 PostG 1997 ο ex-ante καθορισμός μεγεθών αφορούσε όλες τις ταχυδρομικές υπηρεσίες στις οποίες η Deutsche Post κατείχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά.

(94)

Για τους σκοπούς της απόφασης περί μεγεθών αναφοράς του 2002, η Deutsche Post διαβίβασε στην Postregulierungsbehörde για πρώτη φορά έναν λογαριασμό ρυθμιζόμενων εσόδων — εξόδων (στο εξής: «ΛΕΕ 2002») ο οποίος κάλυπτε την περίοδο 1998-2006. Ο ΛΕΕ βασιζόταν στα αποτελέσματα έως το 2001 και σε προβλέψεις για τα επόμενα έτη.

(95)

Το 2002 η Deutsche Post επικαλέστηκε την ύπαρξη των λεγόμενων «βαρών» από την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας και την απασχόληση δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων τους οποίους είχε αναλάβει από την POSTDIENST. Τα εν λόγω βάρη συνίσταντο στο κόστος το οποίο η Deutsche Post, κατά την άποψή της, θα απέφευγε να αναλάβει αν δεν έφερε υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας και αν δεν είχε αναλάβει τους εργαζόμενους και την υποδομή της POSTDIENST (βλέπε αναλυτική κατάσταση στον πίνακα 1).

Πίνακας 1

Βάρη που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο της απόφασης περί μεγεθών αναφοράς του 2002 (σε εκατ. EUR, ονομαστικές τιμές)

#

Βάρη από την απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2002

Μέση επιβάρυνση (1998-2006) σε εκατ. EUR

%

1

Μη ανταγωνιστικό μισθολογικό κόστος

[…]

[…]

2

Μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες

[…]

[…]

3

Βάρος από υποδομές (υποκαταστήματα)

[…]

[…]

4

Πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση υπαλλήλων (VAP)

[…]

[…]

5

Βάρος από υποδομές (μεταφορά)

[…]

[…]

6

Κοινωνικές δαπάνες και δαπάνες υγείας (BAnstPT)

[…]

[…]

7

Αναδιάρθρωση προσωπικού

[…]

[…]

8

Κάλυψη ελλείμματος ταμείου ασφάλισης ασθενείας των δημοσίων υπαλλήλων

[…]

[…]

 

Συνολική μέση επιβάρυνση

[…]

100  %

(96)

Τελικά η Postregulierungsbehörde έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της Deutsche Post ότι τα εν λόγω βάρη δεν θα είχαν δημιουργηθεί αν δεν υφίσταντο η υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας (βάρη # 3 και 5, κόστος παροχής καθολικής υπηρεσίας) και η υποχρέωση ανάληψης των δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων της POSTDIENST (βάρη # 1, 2, 4, 6, 7 και 8). Ακολούθως η Postregulierungsbehörde ενέκρινε υψηλότερες ρυθμιζόμενες τιμές επιστολικού ταχυδρομείου προκειμένου να καταστεί δυνατή η χρηματοδότηση, με έσοδα από τις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες επιστολικού ταχυδρομείου, των μέσων ετήσιων επιβαρύνσεων της περιόδου 2002-2006 ύψους […] δισεκατ. EUR. Σύμφωνα με την απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2002 το 100 % των βαρών καταλογίζεται στις τιμές οι οποίες καθορίζονται βάσει του ex ante συστήματος προσδιορισμού.

II.3.1.1.   Μη ανταγωνιστικοί βασικοί μισθοί (βάρος # 1)

(97)

Το βάρος # 1 αντιστοιχεί στο μέρος των βασικών μισθών των ταχυδρομικών υπαλλήλων το οποίο φέρεται να υπερβαίνει τον αντίστοιχο μέσο όρο του κλάδου. Ως κριτήριο αναφοράς όσον αφορά τους «ανταγωνιστικούς» μισθούς ορίστηκαν οι μισθοί που είχαν συμφωνηθεί από τα εργατικά σωματεία στο πλαίσιο συλλογικής σύμβασης αποδοχών (στο εξής: «ΣΣΑ») για τους υπαλλήλους που είχαν προσληφθεί μετά το 2002. Εντούτοις, για τον υπολογισμό του βάρους # 1 το εν λόγω κριτήριο αναφοράς χρησιμοποιείται για όλους τους υπαλλήλους. Επίσης λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο των διαβιβασθέντων στοιχείων αναλυτικής λογιστικής αναδρομικά έως το 1998.

II.3.1.2.   Μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες (βάρος # 2)

(98)

Η Postregulierungsbehörde έκανε επίσης δεκτό το επιχείρημα της Deutsche Post ότι η τελευταία επιβαρύνθηκε με εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για τους δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους της, οι οποίες ήταν υψηλότερες από εκείνες με τις οποίες επιβαρύνονται συνήθως οι ανταγωνιστές του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους που απασχολούν.

(99)

Στο πλαίσιο των υπολογισμών της η Deutsche Post λαμβάνει ως βάση ένα ποσοστό εισφοράς στην κοινωνική ασφάλιση το οποίο θεωρεί «ανταγωνιστικό» τόσο όσον αφορά τους δημόσιους υπαλλήλους όσο και όσον αφορά τους ιδιωτικούς υπαλλήλους (στο εξής: «ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ»). Το εν λόγω ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ ορίζεται ως το άθροισμα

του καταβαλλόμενου από τον εργοδότη ποσοστού ασφαλιστικών εισφορών για ιδιωτικούς υπαλλήλους (περίπου 19 % έως 21 %, ήτοι, όπως εμφαίνεται στο Σχήμα το ήμισυ περίπου του συνολικού ποσοστού ασφαλιστικών υπηρεσιών) και

της εισφοράς στο ταμείο ασφάλισης ατυχημάτων [(0 % έως 5 %) στην Deutsche Post η εν λόγω εισφορά περιλαμβάνεται από το 2001 στο ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ], και

της εισφοράς στην πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση [(0 % έως 5 %) στην Deutsche Post η εν λόγω εισφορά περιλαμβάνεται από το 1997 στο ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ, καθόσον αυτού του ύψους η εισφορά στην πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση θεωρείται «ανταγωνιστική». Το συγκεκριμένο ποσοστό βασίζεται στην πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση την οποία η Deutsche Post παρέχει από το 1997 στους νεοπροσλαμβανόμενους ιδιωτικούς υπαλλήλους της].

(100)

Από τα ρυθμιζόμενα έσοδα χρηματοδοτούνται οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης στο μέτρο που υπερβαίνουν το ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ (στο εξής: «μη ανταγωνιστικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης»). Όπως εμφαίνεται από το παράδειγμα υπολογισμού των μη ανταγωνιστικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για το έτος 2001 στον πίνακα 2, οι πραγματικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για τους δημόσιους υπαλλήλους ήταν σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που υπολογίζονται βάσει του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ και θεωρούνται «ανταγωνιστικές».

Πίνακας 2

Υπολογισμός των μη ανταγωνιστικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για δημόσιους υπαλλήλους κατά το έτος 2001 με βάση τον ΛΕΕ του 2002 (σε εκατ. EUR)

 

 

 

 

 

% επί των καταβλητέων αποδοχών

(1)

 

Ποσοστό εισφοράς στο ταμείο συντάξεων

33  %

 

 

(2)

 

Σύνολο αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων

[…]

 

 

(3)

=(1)*(2)

Εισφορά στο ταμείο συντάξεων

[…]

 

 

(4)

 

Δαπάνες υγείας

[…]

 

 

(5)

=(3)+(4)

Πραγματοποιηθείσες κοινωνικές δαπάνες

 

[…]

[40 % έως 45 %]

(6)

 

Συμμετοχή εργοδότη Εισφορές κοινωνικής ασφάλισης

20,43  %

 

 

(7)

 

Ασφάλιση ατυχημάτων

[…]

 

 

(8)

 

Πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση

[…]

 

 

(9)

=(6)+(7)+(8)

Ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ

[…]

 

 

(10)

=(2)*(9)

Κοινωνικές δαπάνες με βάση το κριτήριο αναφοράς ΛΕΕ

 

[…]

[20 % έως 25 %]

(11)

=(5)-(10)

Μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες

 

[…]

[15 % έως 20 %]

(101)

Οι πραγματοποιηθείσες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης περιλαμβάνουν το αποδιδόμενο από την Deutsche Post ποσοστό 33 % επί των καταβλητέων αποδοχών των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων (που για την περίοδο 1995-1999 αντιστοιχεί σε ποσό 2,045 δισεκατ. EUR) ως εισφορά στο ταμείο συντάξεων καθώς και τις εισφορές στις δαπάνες υγείας των δημοσίων υπαλλήλων. Το 2001 οι καταβλητέες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ανήλθαν σε συνολικά [40 % έως 45 %] των καταβλητέων αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων.

(102)

Παρότι το ύψος της εισφοράς κοινωνικής ασφάλισης ορίζεται ως ποσοστό επί του μεικτού μισθού των ιδιωτικών υπαλλήλων (καθαρός μισθός + συμμετοχή του εργαζόμενου στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης), η Deutsche Post προσδιορίζει το κριτήριο αναφοράς ΛΕΕ πολλαπλασιάζοντας το ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ [20 % έως 25 %] με τον καταβλητέο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων.

II.3.1.3.   Πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση ιδιωτικών υπαλλήλων (βάρος # 4)

(103)

Σκοπός του βάρους # 4 είναι να λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα στον σχηματισμό προβλέψεων για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από το 1997 από την πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση VAP των ιδιωτικών υπαλλήλων της Deutsche Post.

(104)

Όπως προαναφέρθηκε στο κεφάλαιο II.1.4, στους ιδιωτικούς υπαλλήλους της Deutsche Post που είχαν προσληφθεί πριν από το 1997 προσφέρθηκε μία πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση προκειμένου να εξασφαλίσουν σύνταξη ανάλογη με αυτή των δημοσίων υπαλλήλων. Εντούτοις η POSTDIENST δεν είχε σχηματίσει αντίστοιχες προβλέψεις για τις μελλοντικές καταβολές συντάξεων. Μόνο μετά την ίδρυση της DPAG σχηματίστηκαν στον ισολογισμό προβλέψεις ύψους 8,153 δισεκατ. EUR.

II.3.1.4.   Λοιπές μη ανταγωνιστικές δαπάνες (βάρη # 6, 7 και 8)

(105)

Το βάρος # 6 περιλαμβάνει την εισφορά της Deutsche Post στον ομοσπονδιακό οργανισμό ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών (Bundesanstalt für Post und Telekommunikation, στο εξής: "BanstPT"), ο οποίος χορηγεί ορισμένες κοινωνικές παροχές (π.χ. εργατικές κατοικίες) προς δημοσίους υπαλλήλους και ιδιωτικούς υπαλλήλους που έχουν μεταταχθεί στην POSTDIENST. Το βάρος # 7 αφορά τη συνεισφορά της Deutsche Post στην κάλυψη του ελλείμματος του ταμείου ασφάλισης ασθενείας των δημοσίων υπαλλήλων. Το βάρος # 8 (αναδιάρθρωση προσωπικού) αφορά τόσο τους δημόσιους όσο και τους ιδιωτικούς υπαλλήλους.

II.3.1.5.   Βάρη από την παροχή καθολικής υπηρεσίας (# 3 και 5)

(106)

Τα εν λόγω βάρη αντικατοπτρίζουν την εξοικονόμηση δαπανών που θα μπορούσε να πετύχει η Deutsche Post εάν ανέπτυσσε το δίκτυο των υποκαταστημάτων της και των υπηρεσιών δεμάτων με βάση εμπορικά κριτήρια. Η εν λόγω εξοικονόμηση δαπανών υπολογίζεται για παράδειγμα βάσει του αριθμού των υποκαταστημάτων που η Deutsche Post θα λειτουργούσε στην περίπτωση που δεν θα ήταν υποχρεωμένη να παρέχει καθολική υπηρεσία.

II.3.2.   Αποφάσεις περί μεγεθών αναφοράς του 2007 και του 2011

(107)

Στις 7 Νοεμβρίου 2007 η Postregulierungsbehörde ενέκρινε το μέγεθος αναφοράς για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2011 (στο εξής: «απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2007»). Στις 14 Νοεμβρίου 2011 ενέκρινε το μέγεθος αναφοράς για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2012 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2013 (στο εξής: «απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2011»).

(108)

Από της εκδόσεως της αποφάσεως περί μεγεθών αναφοράς του 2007 οι τιμές για την αποστολή περισσότερων από 50 επιστολών δεν ελέγχονται πλέον ex ante αλλά αποτελούν αντικείμενο εκ των υστέρων ελέγχου κατά το άρθρο 25 του PostG 1997 (36). Οι τιμές για όλες τις υπόλοιπες ταχυδρομικές υπηρεσίες στις οποίες η Deutsche Post κατέχει δεσπόζουσα θέση, εξακολουθούν να υπόκεινται σε ex ante έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 19 του PostG 1997.

(109)

Στο πλαίσιο της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή χαρακτηρίζει τις υπηρεσίες στις οποίες η Deutsche Post κατέχει δεσπόζουσα θέση και οι τιμές των οποίων υπόκεινται είτε σε ex ante έλεγχο κατά το άρθρο 19 του PostG 1997 είτε σε ex post έλεγχο κατά το άρθρο 25 του PostG 1997 ως «διατιμημένες υπηρεσίες». Όλες οι υπόλοιπες υπηρεσίες, στις οποίες η Deutsche Post δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση και οι οποίες δεν υπόκεινται σε έλεγχο τιμών, χαρακτηρίζονται ως «μη διατιμημένες υπηρεσίες».

(110)

Η Deutsche Post εξακολούθησε να επικαλείται τα βάρη που συνεπάγονταν γι αυτήν οι μη ανταγωνιστικές μισθολογικές και κοινωνικές δαπάνες λόγω της ανάληψης των εργαζομένων της POSTDIENST (για παράδειγμα, ποσό ανερχόμενο κατά ετήσιο μέσο όρο σε […] εκατ. EUR από το 2008 για το βάρος # 2 — μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες) καθώς και βάρη λόγω της υποχρέωσής της για παροχή καθολικής υπηρεσίας. Όπως είχε ήδη πράξει και με την απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2002, η Postregulierungsbehörde ενέκρινε εκ νέου την κάλυψη των εν λόγω βαρών από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες, καθορίζοντας αντίστοιχα υψηλότερο μέγεθος αναφοράς. Κατά συνέπεια, η αναγνώριση των εν λόγω βαρών εκ μέρους της Postregulierungsbehörde στο πλαίσιο των αποφάσεων περί μεγεθών αναφοράς των ετών 2002, 2007 και 2009 παραμένει αμετάβλητη όσον αφορά τις μη διατιμημένες υπηρεσίες.

II.4.   Χρηματοοικονομικά αποτελέσματα της DPAG

(111)

Τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα της DPAG για τα έτη 1995-2006 παρατίθενται στο σχήμα 2 της απόφασης του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας. Ενώ κατά την περίοδο 1995-1999 τα αποτελέσματα ήταν μεικτά (ορισμένες χρήσεις ήταν ζημιογόνες, ενώ ορισμένες ήταν κερδοφόρες), η DPAG κατάφερε κατά την περίοδο 2000-2006 να σημειώσει κέρδη ύψους 1 έως 2 δισεκατ. EUR προ φόρων.

(112)

Κατά τα έτη 2007-2010 η DPAG είχε τα ακόλουθα καθαρά κέρδη: 1,8 δισεκατ. EUR (2007), -2,0 δισεκατ. EUR (2008), 0,7 δισεκατ. EUR (2009) και 2,6 δισεκατ. EUR (2010).

(113)

Οι δημοσιευμένοι ισολογισμοί της DPAG δεν επιτρέπουν την αντιστοίχιση των κερδών με επιμέρους υπηρεσίες. Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί βάσει των δημοσιευμένων ισολογισμών αν οι διατιμημένες καθολικές υπηρεσίες ήταν στο σύνολό τους ζημιογόνες ή κερδοφόρες.

III.   ΛΟΓΟΙ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

(114)

Όπως επιβεβαίωσε το Γενικό Δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση T-421/07 (37), από την απόφαση του 1999 περί κινήσεως της διαδικασίας και εφεξής όλα τα εξεταζόμενα μέτρα αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας που συνεχίστηκε με την έκδοση της αποφάσεως του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας.

III.1.   Επιδότηση συντάξεων

(115)

Με την απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου διαπιστώθηκε ότι η επιδότηση συντάξεων αποτελεί νέα ενίσχυση, καθόσον πριν από τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του 1995 η Deutsche Post χρηματοδοτούσε τις συνταξιοδοτικές δαπάνες εξ ολοκλήρου από δικούς της πόρους. Με την ίδια απόφαση αποκρούστηκε ο στηριζόμενος στην απόφαση Combus (38) ισχυρισμός της Γερμανίας ότι η επιδότηση συντάξεων δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση.

(116)

Προκειμένου να διαπιστωθεί αν η επιδότηση συντάξεων ως αντιστάθμιση για συνταξιοδοτικά βάρη του παρελθόντος συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά (για παράδειγμα, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής για τη γαλλική La Poste (39) (στο εξής: «απόφαση La Poste»), στην απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου συνεκτιμήθηκε το γεγονός ότι οι επικαλούμενες μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες δεν αντισταθμίστηκαν μόνο διά της επιδοτήσεως συντάξεων, αλλά και από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες (π.χ. βάρος # 2 –μη ανταγωνιστικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης).

(117)

Πράγματι, όπως προέκυψε από τους υπολογισμούς που έγιναν στο πλαίσιο της απόφασης του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου, κατά τους οποίους λήφθηκαν υπόψη αμφότεροι οι αντισταθμιστικοί παράγοντες, η Deutsche Post είχε τη δυνατότητα να εφαρμόζει συντελεστές εισφορών κοινωνικής ασφάλισης οι οποίοι υπολείπονταν έναντι των υποχρεωτικών συνολικών συντελεστών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης (συμμετοχή εργοδότη + συμμετοχή εργαζόμενου) των ιδιωτών ανταγωνιστών της κατά 10 έως 14 ποσοστιαίες μονάδες.

(118)

Κατά συνέπεια, στην απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου εκφράσθηκαν αμφιβολίες σχετικά με το αν η επιδότηση συντάξεων ως αντιστάθμιση για συνταξιοδοτικά βάρη του παρελθόντος συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ.

III.2.   Χρηματοοικονομική αντιστάθμιση για την παροχή καθολικής υπηρεσίας

(119)

Η Γερμανία επικαλείται το άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να στοιχειοθετήσει το συμβιβάσιμο των χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων και της εγγυήσεως που παρασχέθηκαν από το κράτος ως αντιστάθμιση για την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας:

(120)

Στηριζόμενη στην απόφαση Altmark (40) η Επιτροπή υποστήριξε στην απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας του 2007 την άποψη ότι οι χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις και η κρατική εγγύηση αποτελούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ.

(121)

Στην απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με το αν οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις και εγγυήσεις ήταν αναγκαίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας και ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Κατά την άποψη της Επιτροπής έπρεπε ιδίως να ελεγχθεί με βάση τις γενικές αρχές που κατοχυρώνονται με το κοινοτικό πλαίσιο του 2005 ο επιμερισμός του κόστους ανάμεσα στην καθολική υπηρεσία και στις εμπορικές υπηρεσίες. Επίσης εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με τον υπολογισμό εύλογου κέρδους για τον οποίο είχαν ληφθεί υπόψη η μέση κερδοφορία του κλάδου και οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι της Deutsche Post.

IV.   ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ WIK

(122)

Η γνωμοδότηση WIK παραγγέλθηκε προς υποστήριξη της Επιτροπής στο πλαίσιο του λογιστικού ελέγχου της Deutsche Post για τα έτη 1990-2007, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η Deutsche Post είχε λάβει υπέρμετρη αντιστάθμιση για την υποχρέωση προς παροχή καθολικής υπηρεσίας. Στην WIK Consult GmbH ανατέθηκαν ιδίως τα ακόλουθα:

Προσδιορισμός του κριτηρίου αναφοράς για το εύλογο κέρδος

έλεγχος της εσωτερικής κατανομής του κόστους και των συμφωνιών χρέωσης και

υπολογισμός της υπεραντιστάθμισης για το καθαρό κόστος της παροχής καθολικής υπηρεσίας.

IV.1.   Ανάλυση του λογαριασμού ρυθμιζόμενων εσόδων — εξόδων έτους 2009

(123)

Τελικά το 2009, μετά την έκδοση στις 30 Οκτωβρίου 2008 της διαταγής παροχής πληροφοριών από την Επιτροπή, η Γερμανία διαβίβασε πλήρη σειρά στοιχείων ΛΕΕ για την περίοδο 1990-2007 (στο εξής: «ΛΕΕ 2009»).

IV.1.1.   Έσοδα

(124)

Τα έσοδα της Deutsche Post μπορούν να κατανεμηθούν στις ακόλουθες τρεις ευρείες κατηγορίες:

Ρυθμιζόμενη καθολική επιστολική υπηρεσία (62 % των συνολικών εσόδων κατά την περίοδο 1990-2007)

Στις διατιμημένες υπηρεσίες αλληλογραφίας περιλαμβάνεται κάθε παροχή καθολικής υπηρεσίας στις αγορές που η Deutsche Post κατείχε δεσπόζουσα θέση, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών από τις οποίες επωφελείτο επειδή διέθετε αποκλειστική άδεια παροχής τους. Από τις εν λόγω υπηρεσίες η Deutsche Post αποκόμισε κατά την περίοδο 1990-2007 το 62 % των συνολικών εσόδων της (41).

Μη ρυθμιζόμενη καθολική υπηρεσία (26 % των συνολικών εσόδων κατά την περίοδο 1990-2007)

Η καθολική υπηρεσία δεμάτων παρασχέθηκε σε αγορές ανοιχτές στον ανταγωνισμό, στις οποίες η Deutsche Post κατείχε μερίδιο αγοράς 30 % κατά μέσο όρο. Την περίοδο 1990-2007, τα έσοδα της Deutsche Post από την καθολική υπηρεσία δεμάτων αναλογούσαν σε 15 % επί του συνόλου των εσόδων της.

Από την παροχή μη διατιμημένων καθολικών υπηρεσιών (π.χ. κατάλογοι, διεθνές ταχυδρομείο) η Deutsche Post αποκόμισε περίπου το 11 % των συνολικών εσόδων της.

Μη ρυθμιζόμενες εμπορικές υπηρεσίες (12 % των συνολικών εσόδων κατά την περίοδο 1990-2007)

Η Deutsche Post χρησιμοποίησε το δίκτυο των καταστημάτων της όχι μόνο για την πώληση ταχυδρομικών υπηρεσιών αλλά και για την πώληση προϊόντων και υπηρεσιών της Postbank AG και —σε ελάχιστο βαθμό— της Deutschen Telekom. Από τις εν λόγω εμπορικές υπηρεσίες πωλήσεων προήλθε περίπου το 6 % των συνολικών εσόδων της Deutsche Post.

Οι εμπορικές υπηρεσίες δεμάτων και επιστολών (π.χ. διαφημιστικές επιστολές με συγκεκριμένο παραλήπτη) αντιστοιχούν στο 4 % περίπου των συνολικών εσόδων της Deutsche Post.

Επίσης η Deutsche Post παρείχε ποικίλες επιμέρους υπηρεσίες, π.χ. υπό την ιδιότητά της ως εταιρεία συμμετοχών για διεθνείς θυγατρικές εταιρείες δραστηριοποιούμενες σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς (π.χ. DANZAS, DHL). Από τις εν λόγω λοιπές εμπορικές υπηρεσίες πωλήσεων προήλθε το 2 % περίπου των συνολικών εσόδων της Deutsche Post.

Σχήμα 3

Μέσο ποσοστό επί των εσόδων κατά την περίοδο 1990-2007 (με βάση τις ονομαστικές αξίες)

Image 3

Έσοδα της Deutsche Post 1990-2007 (συνολικά 256 δισεκ. ευρώ)

εμπορικές υπηρεσίες πωλήσεων 6 %

λοιπές εμπορικές υπηρεσίες 2 %

ρυθμισμένες καθολικές υπηρεσίες αλληλογραφίας 62 %

εμπορικές υπηρεσίες δεμάτων 1 %

εμπορικές υπηρεσίες αλληλογραφίας 3%

καθολικές υπηρεσίες δεμάτων 15 %

μη ρυθμισμένες καθολικές υπηρεσίες αλληλογραφίας 11 %

(125)

Η γνωμοδότηση WIK έχει ως αντικείμενο τις εμπορικές μόνο υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από το νομικό πρόσωπο της DPAG και την προκάτοχο POSTDIENST σε συνδυασμό με την καθολική υπηρεσία. Δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της γνωμοδοτήσεως οι εμπορικές υπηρεσίες (π.χ. οι παγκόσμιες ταχυμεταφορές της DHL), οι οποίες παρασχέθηκαν από άλλα νομικά πρόσωπα στο πλαίσιο της Deutsche Post World Net (στο εξής: «DPWN»).

IV.1.2.   Ο υπολογισμός των βαρών στον ΛΕΕ 2009

(126)

Σε αντίθεση με τους ΛΕΕ που υπέβαλε η Deutsche Post στη ρυθμιστική αρχή για τις αποφάσεις περί μεγεθών αναφοράς των ετών 2002, 2007 και 2011, ο ΛΕΕ του έτους 2009, ο οποίος ουδέποτε διαβιβάστηκε στην Postregulierungsbehörde, περιέχει σημαντικά αυξημένο ποσό βαρών το οποίο η Deutsche Post καταλογίζει στις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες.

(127)

Βάσει του ΛΕΕ 2009 η Deutsche Post επικαλείται για την περίοδο 1990-2006 βάρος ανερχόμενο κατά μέσο όρο σε […] δισεκατ. EUR. Στον ΛΕΕ 2002 το αντίστοιχο ποσό ήταν […] δισεκατ. EUR.

Σχήμα 4

Σύγκριση μεταξύ των βαρών από την καθολική υπηρεσία με βάση τον ΛΕΕ 2009 και των βαρών που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο της απόφασης περί μεγεθών αναφοράς του 2002 (ετήσιος μέσος όρος, ονομαστική αξία σε εκατ. EUR)

[…]

(128)

Ενώ σε ό,τι αφορά το βάρος # 2 (μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες) και το βάρος # 4 (πρόσθετη κοινωνική ασφάλιση) δεν υφίστανται ουσιαστικές διαφορές μεταξύ του ΛΕΕ 2002 και του ΛΕΕ 2009, το βάρος # 1 (μη ανταγωνιστικοί βασικοί μισθοί) έχει σχεδόν […]. Σε αντίθεση προς ό,τι έπραξε στον ΛΕΕ 2002, η Deutsche Post δεν χρησιμοποίησε πλέον ως κριτήριο αναφοράς για τους «ανταγωνιστικούς» μισθούς τους μισθούς της ΣΣΑ αλλά τον κατώτατο μισθό που ισχύει για τον ταχυδρομικό κλάδο βάσει αποφάσεως του Ομοσπονδιακού Bundesministerium für Arbeit (Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εργασίας) του έτους 2007 (στο εξής: «κατώτατος μισθός 2007»). Ωστόσο, η εν λόγω απόφαση είχε κριθεί από το Bundesverwaltungsgericht (ανώτατο ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) ως παράνομη και για τον λόγο αυτό δεν κατέστη ουδέποτε νομικά ισχυρή.

(129)

Επίσης η Deutsche Post επικαλέστηκε στον ΛΕΕ 2009 ως νέο βάρος την «υποδομή όσον αφορά τις επιστολές», η οποία περιλαμβάνει το πρόσθετο κόστος που συνδέεται με την έκτη ημέρα παράδοσης (κατά μέσο όρο […] εκατ. EUR ετησίως). Ο υπολογισμός στηρίζεται στην a contrario παραδοχή ότι η Deutsche Post, αν δεν είχε υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας, θα παρέδιδε ταχυδρομείο μόνο επί πέντε αντί επί έξι ημέρες εβδομαδιαίως.

(130)

Το βάρος # 3 —βάρος υποδομής υποκαταστημάτων— υπολογίζεται με τρόπο διαφορετικό από ό,τι στον ΛΕΕ 2002. Καλύπτει πλέον την εικαζόμενη εξοικονόμηση κόστους που θα επιτυγχανόταν αν όλα τα ταχυδρομεία λειτουργούσαν από το 1990 και μετά ως πρακτορεία. Το βάρος # 3 υπολογίζεται με βάση τις αμοιβές που καταβλήθηκαν από την Deutsche Post το έτος 2007 σε τρίτους για την παροχή υπηρεσιών πωλήσεων.

IV.1.3.   Τα περιθώρια κέρδους στον ΛΕΕ 2009

(131)

Ο καταλογισμός των βαρών στις διατιμημένες επιστολικές καθολικές υπηρεσίες απαλλάσσει τις μη ρυθμιζόμενες υπηρεσίες σε σημαντικό βαθμό από κόστη που αφορούν, για παράδειγμα, σε μισθούς και κοινωνικές δαπάνες. Η εν λόγω ανακατανομή οδηγεί σε σαφώς θετικά περιθώρια κέρδους ύψους [15 % έως 25 %] στις εμπορικές υπηρεσίες και σε ζημίες ύψους σχεδόν [0 % έως 10 %] στις διατιμημένες επιστολικές υπηρεσίες.

(132)

Η Deutsche Post εμφανίζει στα ετήσια αποτελέσματά της ιδιαίτερα υψηλά κέρδη στον τομέα του επιστολικού ταχυδρομείου (βλέπε επίσης κεφάλαιο V.3), τα οποία ωστόσο υπερκεράζονται λόγω της μεταφοράς των βαρών από τις μη διατιμημένες υπηρεσίες στις διατιμημένες υπηρεσίες.

Σχήμα 5

Μέσος όρος κερδών από πωλήσεις βάσει του ΛΕΕ 2009

[…]

IV.2.   Συγκριτική αξιολόγηση για τον προσδιορισμό του εύλογου κέρδους

IV.2.1.   Αξιακή αλυσίδα της Deutsche Post: Δραστηριότητα χαμηλής τεχνολογίας και ελάχιστου κινδύνου

(133)

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας της συγκριτικής αξιολόγησης για τον προσδιορισμό του «εύλογου κέρδους» και την αξιολόγηση της κατανομής του κόστους είναι απαραίτητη η ανάλυση της αξιακής αλυσίδας και των αναληφθέντων επιχειρηματικών κινδύνων. Για να εξευρεθεί μία ομάδα «συγκρίσιμων» επιχειρήσεων αναφοράς και να προσδιορισθεί ένα κριτήριο αναφοράς για το εύλογο κέρδος που έχει επιφυλαχθεί στην Deutsche Post απαιτείται γνώση των λειτουργικών χαρακτηριστικών και των χαρακτηριστικών κινδύνου.

IV.2.1.1.   Αξιακή αλυσίδα επιχειρηματικού τομέα χαμηλής τεχνολογίας

(134)

Η αξιακή αλυσίδα μπορεί να υποδιαιρεθεί σε δύο βασικές λειτουργίες:

δίκτυο διανομής αντικειμένων αλληλογραφίας και δεμάτων στο σύνολο της γερμανικής επικράτειας,

δίκτυο ταχυδρομικών καταστημάτων στο σύνολο της γερμανικής επικράτειας.

(135)

Η διαχειριστική υποστήριξη ενός δικτύου διανομής αλληλογραφίας και δεμάτων αποτελεί επιχειρηματικό τομέα χαμηλής τεχνολογίας, ο οποίος δεν απαιτεί σημαντικές δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, όλες οι υπόλοιπες επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κλάδου εργάζονται με παρόμοιο τυποποιημένο τρόπο. Οι εργασίες αυτού του είδους χαρακτηρίζονται συχνά ως «λειτουργίες ρουτίνας». Ο χαρακτήρας των εν λόγω εργασιών προκύπτει εξάλλου και από το γεγονός ότι η Deutsche Post τις έχει αναθέσει σε μεγάλο βαθμό σε τρίτους. Το ίδιο συμβαίνει και με τις παρασχεθείσες μέσω του καλύπτοντος το σύνολο της επικράτειας δικτύου καταστημάτων υπηρεσίες διανομής, οι οποίες επίσης ανατέθηκαν σταδιακά σε τρίτους.

(136)

Εκτός από τις ανωτέρω λειτουργίες ρουτίνας, σημαντικότερες άυλες αξίες της Deutsche Post είναι το πελατολόγιο, το σήμα και η ισχυρή θέση στην (επιστολική ιδίως) αγορά. Σύμφωνα όμως με τη γνωμοδότηση WIK, οι εν λόγω άυλες αξίες δεν οφείλονται ουσιαστικά στις προσπάθειες ή τις επενδύσεις της Deutsche Post, αλλά μάλλον στην αποκλειστική άδεια που διέθετε στο παρελθόν. Έτσι, η Deutsche Post δεν χρειάσθηκε να πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις μάρκετινγκ, αλλά έως το 2007 μπορούσε να στηρίζεται στην εγγυημένη από τον νόμο θέση της στην αγορά. Για τον λόγο αυτό η Deutsche Post δεν θα έπρεπε να δικαιούται κανένα αντάλλαγμα για τις συγκεκριμένες άυλες αξίες.

IV.2.1.2.   Ελάχιστος κίνδυνος λόγω κρατικών μέτρων

(137)

Για πολλούς λόγους, τόσο στον τομέα των μη ρυθμιζόμενων υπηρεσιών όσο και στον τομέα των ρυθμιζόμενων υπηρεσιών η Deutsche Post ήταν λιγότερο εκτεθειμένη σε κινδύνους από ό,τι οι ανταγωνιστές της:

(138)

Πρώτον, η Deutsche Post προστατευόταν έως το 2007 από το νομοθετικά κατοχυρωμένο μονοπώλιο που κατείχε στον τομέα του επιστολικού ταχυδρομείου. Επίσης η Deutsche Post κατείχε σε όλες τις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες επιστολικού ταχυδρομείου μερίδιο αγοράς 90 %, ενώ ο ανταγωνισμός ήταν ελάχιστος ή και ανύπαρκτος. Η Deutsche Post αντλούσε περίπου τα δύο τρίτα των εσόδων της από την παροχή διατιμημένων υπηρεσιών.

(139)

Δεύτερον, η Postregulierungsbehörde ενέκρινε ανώτατα όρια τιμών για ρυθμιζόμενες επιστολικές υπηρεσίες. Το εν λόγω ανώτατο όριο οριζόταν πάνω από το κόστος μιας αποδοτικής επιχείρησης με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, της αντισταθμίσεως των δήθεν μη ανταγωνιστικών δαπανών στον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών. Κανένας από τους ανταγωνιστές της DPAG δεν διέθετε αποκλειστική άδεια ή δεσπόζουσα θέση στην αγορά η οποία να του επέτρεπε την εγκάρσια χρηματοδότηση κοινωνικών δαπανών. Για τον λόγο αυτόν, η αποκλειστική άδεια ή/και η δεσπόζουσα θέση στην αγορά συνέβαλε στη σημαντική μείωση των επιχειρηματικών κινδύνων όχι μόνο στον τομέα των ρυθμιζόμενων, αλλά και σε εκείνον των μη διατιμημένων καθολικών και εμπορικών υπηρεσιών.

(140)

Τρίτον, στη σημαντική απομείωση του κινδύνου συνέβαλαν και άλλα κρατικά μέτρα που λήφθηκαν τόσο στον τομέα των καθολικών υπηρεσιών όσο και στον τομέα των εμπορικών υπηρεσιών. Ενδεικτικά, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 οι ζημίες αναχαιτίστηκαν από τις χορηγηθείσες από το κράτος χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις, ενώ η παροχή κρατικής εγγύησης επέτρεψε στην Deutsche Post να δανειστεί κεφάλαια με το ίδιο επιτόκιο που δανειζόταν το κράτος παρά τη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία βρέθηκε η Deutsche Post από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 έως το έτος 1995.

(141)

Εν κατακλείδι, η Deutsche Post είχε να αντιμετωπίσει σημαντικά λιγότερους κινδύνους αγοράς και κόστους σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, καθόσον δεν ήταν αναγκασμένη να δημιουργήσει η ίδια το πελατολόγιό της και είχε τη δυνατότητα να μετακυλίει τυχόν αυξήσεις κόστους μέσω της αυξήσεως των ρυθμιζόμενων τιμών. Με βάση τα επιχειρήματα αυτά, η γνωμοδότηση WIK καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ως συγκρίσιμοι ανταγωνιστές ενδείκνυνται οι ταχυδρομικές εταιρείες που ασκούν μόνο λειτουργίες ρουτίνας (π.χ. δεν επενδύουν σημαντικά σε μάρκετινγκ και εμπορικό σήμα) και δεν είναι εκτεθειμένες σε υψηλό επιχειρηματικό κίνδυνο (π.χ. διαθέτουν μακροχρόνιες συμβάσεις.

IV.2.2.   Ποσοτικοποίηση κριτηρίων αναφοράς για το εύλογο κέρδος

(142)

Βάσει των συμπερασμάτων της λειτουργικής ανάλυσης και της ανάλυσης των κινδύνων αναζητήθηκαν στο πλαίσιο της γνωμοδότησης WIK συγκρίσιμες ταχυδρομικές επιχειρήσεις στις υφιστάμενες τράπεζες χρηματοοικονομικών πληροφοριών (για παράδειγμα στην τράπεζα πληροφοριών ORBIS, η οποία περιλαμβάνει περί τα 10 εκατ. επιχειρήσεις από όλο τον κόσμο). Με την εφαρμογή ελεγχόμενων μέτρων ποσοτικής και ποιοτικής επιλογής βρέθηκαν επιχειρήσεις αναφοράς οι οποίες προσφέρουν ταχυδρομικές υπηρεσίες σε ανταγωνιστικές αγορές.

(143)

Για τους σκοπούς της γνωμοδότησης WIK επιλέχθηκε μία ομάδα από 26 επιχειρήσεις αναφοράς οι οποίες δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στον τομέα της παροχής υπηρεσιών δεμάτων και εκτελούν τις τυπικές εργασίες ρουτίνας στον τομέα αυτόν. Όλες οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις αναφοράς ανήκαν στον κλάδο "ταχυδρομικές υπηρεσίες και ταχυμεταφορές" (NACE-Code (42) 641).

(144)

Εν προκειμένω πρέπει να διευκρινισθεί ότι ο αριθμός των ανταγωνιστών που δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρήσεις αναφοράς είναι περιορισμένος, καθόσον, μέχρι τούδε, λόγω της αποκλειστικής άδειας του παραδοσιακού φορέα εκμετάλλευσης, η οποία ίσχυε για ένα σημαντικό μέρος των επιστολικών υπηρεσιών, δεν υπήρχαν ιδιωτικές επιχειρήσεις που να παρέχουν επιστολικές υπηρεσίες σε αξιόλογη έκταση. Επίσης στη γνωμοδότηση WIK δεν περιλήφθηκαν ως επιχειρήσεις αναφοράς παραδοσιακοί φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών από άλλες χώρες, καθώς αυτοί προστατεύονταν, όπως και η Deutsche Post, από αποκλειστικές άδειες και δεν δραστηριοποιούνταν κατά πρώτο λόγο σε ανταγωνιστικές αγορές.

(145)

Για τον προσδιορισμό του «εύλογου» κέρδους χρησιμοποιείται στη γνωμοδότηση WIK η απόδοση επί των πωλήσεων (return-on-sales, στο εξής: "ROS"), η οποία ισούται με το πηλίκο των λειτουργικών κερδών (κέρδη προ φόρων και τόκων (EBIT)) διά των πωλήσεων. Επίσης στη γνωμοδότηση WIK γίνεται υπολογισμός της απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (return-on-asset, στο εξής: "δείκτης ROA"), π.χ. EBIT ως ποσοστό επί του συνολικού κεφαλαίου, προκειμένου να παρέχεται για τον προσδιορισμό του εύλογου κέρδους ένα κριτήριο αναφοράς βασιζόμενο στο κεφάλαιο.

Πίνακας 3

Κριτήρια αναφοράς ROS και ROA βάσει της γνωμοδότησης WIK

 

Απόδοση επί των πωλήσεων

(ROS)

Απόδοση ιδίων κεφαλαίων

(ROA)

Διάμεσος

3,48  %

7,33  %

Ανώτατο όριο (75ο εκατοστημόριο)

6,77  %

13,41  %

(146)

Από τον δειγματοληπτικό έλεγχο προέκυψε ότι στο ανταγωνιστικό τμήμα του ταχυδρομικού κλάδου η διάμεσος ROS ανέρχονταν κατά την περίοδο 1998-2007 σε 3,48 %. Ωστόσο η γνωμοδότηση WIK δεν περιέχει μόνο τη διάμεσο αποδόσεων αλλά και ένα ανώτατο όριο για το εύλογο κέρδος, και συγκεκριμένα το τρίτο τεταρτημόριο του κέρδους των συγκρίσιμων ανταγωνιστών, το οποίο ανέρχεται σε ROS 6,77 %. Αυτό σημαίνει με άλλα λόγια, ότι τα κέρδη του 75 % των συγκρίσιμων ανταγωνιστών υπολείπονται ενός ROS 6,77 % (43).

(147)

Όσον αφορά την απόδοση επί των πωλήσεων, στη γνωμοδότηση WIK η διάμεσος ROA προσδιορίζεται σε 7,33 % και το ανώτατο όριο σε 13,41 %.

(148)

Καθόσον η Deutsche Post είναι εκτεθειμένη σε σημαντικά χαμηλότερους κινδύνους σε σχέση με τις επιχειρήσεις αναφοράς που δραστηριοποιούνται σε αγορές με έντονο ανταγωνισμό (όπως είναι η αγορά της ταχυμεταφοράς δεμάτων), στη γνωμοδότηση WIK εκφράζεται η άποψη ότι το 3,48 % (διάμεσος ROS) συνιστά προσεκτικά και συντηρητικά καταρτισμένο κριτήριο αναφοράς για το εύλογο κέρδος της Deutsche Post και ότι δεν ενδείκνυται η χρησιμοποίηση υψηλότερης τιμής εντός του πεδίου μέχρι του τρίτου τεταρτημόριου ROS, το οποίο έχει τιμή 6,77 %. Επισημαίνεται μάλιστα ότι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ένα χαμηλότερο κριτήριο αναφοράς, καθόσον η διάμεσος ROS 3,48 % συνεπάγεται ROA 7,33 %, τιμή σαφώς υψηλότερη από το επιτόκιο άνευ κινδύνου.

IV.3.   Εξέταση της κατανομής του κόστους

(149)

Στη γνωμοδότηση WIK επικρίνεται ο τρόπος κατανομής των βαρών στον ΛΕΕ 2009, καθόσον στις εμπορικές υπηρεσίες ένα περιθώριο λειτουργικού κέρδους ύψους [15 % έως 25 %] είναι σαφώς μεγαλύτερο από τον μέσο όρο του κλάδου (44). Δεδομένου ότι παρά τα πολύ μικρότερα περιθώρια κέρδους των ιδιωτών ανταγωνιστών η δραστηριότητα τους είναι κερδοφόρα, η γνωμοδότηση WIK συμπεραίνει ότι στις εμπορικές υπηρεσίες της Deutsche Post θα έπρεπε να αναλογεί μεγαλύτερο ποσοστό κόστους και ως εκ τούτου τα βάρη που αναλογούν στις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες είναι αντίστοιχα χαμηλότερα.

(150)

Κατά συνέπεια η γνωμοδότηση WIK καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά το κόστος που επιβαρύνονται, όλες οι εμπορικές υπηρεσίες εξακολουθούν να αποφέρουν κέρδη ίσα με τη διάμεσο ROS των ανταγωνιστών, ήτοι 3,48 %. Ως εκ τούτου η γνωμοδότηση δέχεται ότι το μέσο ετήσιο βάρος που αντιστοιχούσε στις ρυθμιζόμενες υπηρεσίες κατά την περίοδο 1990-2007 ήταν χαμηλότερο κατά […] εκατ. EUR.

(151)

Επειδή ένα μεγάλο μέρος των υπηρεσιών εμπορικής διανομής παρασχέθηκε στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις Postbank και Telekom, η γνωμοδότηση WIK εξετάζει και το ερώτημα αν οι τελικές τιμές που χρεώθηκαν στις δύο αυτές επιχειρήσεις ήταν αγοραίες και συνεπώς μπορούν να χρησιμεύσουν ως κατάλληλο κριτήριο αναφοράς όσον αφορά τα κόστη τα οποία έπρεπε να επιβαρύνουν τις υπηρεσίες εμπορικής διανομής. Με βάση τα διατιθέμενα στοιχεία στη γνωμοδότηση WIK αναφέρεται ότι οι συμβάσεις μεταξύ της Deutsche Post και των δύο συνδεδεμένων επιχειρήσεων περιέχουν όρους οι οποίοι θα γίνονταν δεκτοί και από τρίτους. Καθόσον στις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι POSTBANK και TELEKOM δεν είχαν ουσιαστικά τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν δίκτυα διανομής τρίτων, συμφώνησαν να μοιράζονται το σχετικό κόστος. Όταν όμως, μετά την πάροδο ορισμένων ετών, η Postbank και η Telekom ήταν πιο εύκολο να βρουν άλλα δίκτυα και μειώθηκε το κόστος του δικτύου καθολικής υπηρεσίας, η σύμβαση τροποποιήθηκε και συμφωνήθηκε ένα είδος προμήθειας συναρτώμενης με τα κέρδη, η οποία προσομοίαζε περισσότερο προς αυτές που συμφωνούνται στις τυπικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών εμπορικής διανομής (45).

IV.4.   Αναπροσαρμογή του ΛΕΕ 2009

(152)

Οι συντάκτες της γνωμοδότησης WIK προέβησαν σε μια σειρά αναπροσαρμογών του ΛΕΕ 2009 ακλουθώντας την ακόλουθη μέθοδο:

Πίνακας 4

Μέθοδος υπολογισμού της γνωμοδότησης WIK όσον αφορά τα ετήσια υπέρμετρα κέρδη βάσει του ΛΕΕ 2009

 

Έσοδα από την παροχή καθολικής υπηρεσίας

Κόστος παροχής καθολικής υπηρεσίας

Εύλογο κέρδος

+

Κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις

 

Υπέρμετρα κέρδη

IV.4.1.   Αναπροσαρμογή των εσόδων από την παροχή καθολικής υπηρεσίας

(153)

Η Deutsche Post πώλησε ένα μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας της (π.χ. ακίνητα τα οποία δεν χρειαζόταν πλέον λόγω της λειτουργικής αναδιάρθρωσης του ταχυδρομείου). Τα έσοδα από τις εν λόγω πωλήσεις επρόκειτο να διατεθούν στην καθολική υπηρεσία, καθώς αυτή ήταν ο βασικός χρήστης των συγκεκριμένων ακινήτων, τα οποία είχε εκμισθώσει στις εμπορικές υπηρεσίες.

(154)

Λόγω της αναπροσαρμογής αυτής, καθ’ όλη την περίοδο 1990-2007 τα έσοδα από την καθολική υπηρεσία ήταν αυξημένα κατά […] εκατ. EUR ετησίως κατά μέσο όρο.

IV.4.2.   Αναπροσαρμογή του κόστους για την παροχή καθολικής υπηρεσίας

IV.4.2.1.   Ανάλυση του λογαριασμού δαπανών

(155)

Ο ΛΕΕ 2009 δεν περιέχει ορθή ανάλυση των εσωτερικών τιμολογήσεων υπηρεσιών: Στην καθολική υπηρεσία δεν αναφέρεται το συνολικό πραγματοποιηθέν κέρδος, καθόσον τα κέρδη από τις επιμέρους λειτουργίες (π.χ. υποκαταστήματα) δεν αναλύονται ανάλογα με το εάν αφορούν την παροχή καθολικής υπηρεσίας ή τις εμπορικές υπηρεσίες (π.χ. κόστος των επιμέρους υπηρεσιών) αλλά εμφανίζονται συγκεντρωτικά ως εμπορικά κέρδη. Για τον λόγο αυτόν η Deutsche Post δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει χωριστούς λογαριασμούς όπως προβλέπεται από την οδηγία 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2006, για τη διαφάνεια των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων (46).

(156)

Ενώ για την περίοδο έως το 1997 η Deutsche Post προσκόμισε προσεγγιστική ανάλυση της εσωτερικής κοστολόγησης, στο πλαίσιο της γνωμοδότησης WIK απαιτήθηκε διόρθωση των αντίστοιχων κοστολογήσεων της περιόδου μετά το 1997. Κατά τη διόρθωση αυτή, ορισμένα κόστη που είχαν καταλογισθεί εσφαλμένα στην καθολική υπηρεσία μεταφέρθηκαν στις εμπορικές υπηρεσίες.

(157)

Με τη σχετική διόρθωση το μέσο ετήσιο κόστος για την παροχή καθολικής υπηρεσίας κατά την περίοδο 1998-2007 μειώνεται κατά […] εκατ. EUR.

IV.4.2.2.   Αναπροσαρμογή της κατανομής των βαρών μεταξύ διατιμημένων και μη διατιμημένων υπηρεσιών

(158)

Όπως προαναφέρθηκε, στη γνωμοδότηση WIK δεν γίνεται διόρθωση κάθε βάρους χωριστά. Αντ’ αυτού, κατά τον εκ νέου υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη οι τελικές τιμές των εμπορικών υπηρεσιών, οι οποίες θεωρήθηκαν ως ικανοποιητικά κριτήρια αναφοράς για το μέσο κόστος του κλάδου. Κατά συνέπεια όλα τα υπέρμετρα κέρδη από εμπορικές υπηρεσίες (47) θα χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση των αρχικώς επικληθέντων βαρών. Για το σύνολο της περιόδου 1990-2007 τα βάρη μειώνονται κατά […] εκατ. EUR ετησίως κατά μέσο όρο.

IV.4.2.3.   Κόστη που αφορούν την πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση (βάρος # 4) και δεν αποτυπώνονται στα ετήσια αποτελέσματα

(159)

Με το βάρος # 4 (πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση) η Deutsche Post ανέλαβε κόστη τα οποία δεν αποτυπώνονται στα ετήσια αποτελέσματά της. Λόγω του ότι το κριτήριο αναφοράς ROS προσδιορίζεται βάσει των ΛΕΕ των «συγκρίσιμων ανταγωνιστών», στο πλαίσιο της αναλυτικής λογιστικής της Deutsche Post μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο τα κόστη τα οποία αναγνωρίζονται και με βάση τα εθνικά λογιστικά πρότυπα ή τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (IAS). Κατά συνέπεια, τα πρόσθετα κόστη που κανονικά δεν συμπεριλαμβάνονται σε λογαριασμούς συντασσόμενους με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά ως έξοδα και πρέπει να χρηματοδοτηθούν από το καθορισθέν περιθώριο κέρδους (κριτήριο αναφοράς).

(160)

Με τη σχετική διόρθωση το μέσο ετήσιο κόστος για το βάρος # 4 καθ’ όλη την περίοδο 1990-2007 μειώνεται κατά […] εκατ. EUR.

IV.4.3.   Διόρθωση του κόστους κεφαλαίου σε εύλογο κέρδος

(161)

Η Deutsche Post συμπεριέλαβε στον ΛΕΕ 2009 ορισμένα κόστη τα οποία αρχικά δεν συμπεριλαμβάνονταν στον ΛΕΕ, όπως ενδεικτικά δαπάνες […] και […]. Στη γνωμοδότηση WIK διαγράφονται τόσο οι δαπάνες […] όσο και οι δαπάνες […] και αντικαθίστανται από το κριτήριο αναφοράς για το εύλογο κέρδος.

IV.4.3.1.   Περίοδος 1996 - 2007

(162)

Το εύλογο κέρδος προσδιορίζεται βάσει των αναθεωρημένων εσόδων από την καθολική υπηρεσία και του κριτηρίου αναφοράς ROS με τιμή 3,48 %. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει μέσο ετήσιο εύλογο κέρδος ύψους […] εκατ. EUR. Το μέσο ετήσιο κόστος κεφαλαίου ύψους […] εκατ. EUR (έξοδα για τόκους […] εκατ. EUR και υψηλότερες κανονιστικές αποσβέσεις ύψους […] εκατ. EUR) διαγράφεται από τον ΛΕΕ 2009.

(163)

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι το εύλογο κέρδος που υπολογίζεται βάσει κριτηρίου αναφοράς ROS 3,48 % είναι σε σχέση με τον ΛΕΕ 2009 σε απόλυτα μεγέθη υψηλότερο από το κόστος κεφαλαίου που επικαλείται η Deutsche Post (π.χ. έξοδα για τόκους τα οποία υπολογίστηκαν βάσει εσωτερικής ROS ανερχόμενης σε περίπου […] των απασχολούμενων ιδίων κεφαλαίων, καθώς και υψηλότερο κόστος αποσβέσεων βασιζόμενο στην αγοραία αξία).

IV.4.3.2.   Περίοδος 1990-1995

(164)

Κατά το άρθρο 63 παράγραφος 1 PostVerfG, η Deutsche Post όφειλε έως το 1995 να καταβάλει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση τις λεγόμενες επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων (48), οι οποίες ανέρχονταν σε περίπου 5,838 δισεκατ. EUR ή άλλως σε 8 % των πωλήσεων. Σε αντάλλαγμα η Deutsche Post απαλλάχθηκε από την προβλεπόμενη στο άρθρο 63 παράγραφος 4 PostVerfG υποχρέωση προς διανομή μερισμάτων πέραν των επιστροφών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων.

(165)

Για τον λόγο αυτό, στη γνωμοδότηση WIK δηλώνεται ρητώς ότι δεν θα ληφθεί υπόψη «εύλογο κέρδος» για την περίοδο έως το 1995 διότι κατά την περίοδο αυτή οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων κάλυπταν πλήρως το κόστος ιδίων κεφαλαίων της Deutsche Post. Ως εκ τούτου, το μέσο ετήσιο κόστος κεφαλαίου της Deutsche Post ύψους […] εκατ. EUR (έξοδα τόκων […] εκατ. EUR και ρυθμιζόμενες πρόσθετες αποσβέσεις […] εκατ. EUR) διαγράφηκε από τον ΛΕΕ 2009 και το κόστος καθολικής υπηρεσίας μειώθηκε αντίστοιχα.

IV.4.4.   Συμπεράσματα

(166)

Όπως καταδεικνύουν ο ΛΕΕ 2009 και η γνωμοδότηση WIK, κατά την περίοδο μέχρι το 1996 τα έσοδα από την καθολική υπηρεσία δεν επαρκούσαν για την κάλυψη του κόστους της. Παρότι σύμφωνα με τον ΛΕΕ 2009 η Deutsche Post εμφάνιζε για ολόκληρο το διάστημα έως το 2007 σωρευμένες ζημίες ακόμη και με τον συνυπολογισμό των κρατικών αντισταθμίσεων, εντούτοις η γνωμοδότηση WIK καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κρατικές ενισχύσεις ήταν τόσο υψηλές ώστε η Deutsche Post μπορούσε ήδη από το 1997 να είναι κερδοφόρος.

(167)

Σύμφωνα με τον ΛΕΕ 2009, έως το 1999 η αποδοτικότητα της καθολικής υπηρεσίας σημείωσε μηδαμινή αύξηση και μόνο από το έτος 2000 και εφεξής διαπιστώνεται ότι τα έσοδα από την καθολική υπηρεσία καλύπτουν κατά μέσο όρο το κόστος. Αντιθέτως, από τη γνωμοδότηση WIK προκύπτει ότι από το έτος 2000 και εφεξής η καθολική υπηρεσία απέφερε σημαντικά κέρδη, τα οποία υπερβαίνουν σαφώς τη διάμεσο ROS 3,48 %, παρότι στην καθολική υπηρεσία δεμάτων η αποδοτικότητα από τις πωλήσεις υπολειπόταν του μέσου όρου ανερχόμενη σε […] (βλέπε σχήμα 6).

Σχήμα 6

Σύγκριση των ετησίων υπέρμετρων κερδών από την παροχή καθολικής υπηρεσίας κατά την περίοδο 1990-2007 (σε εκατ. EUR, ονομαστικές αξίες)

Image 4

Υπέρμετρα κέρδη - Σύγκριση γνωμοδότησης WIK και ΛΕΕ 2009 […]

WIK-Gutachten REK 2009

V.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΝΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(168)

Οι μετέχοντες στη διαδικασία διαβίβασαν τις παρατηρήσεις τους επί της απόφασης του 1999 περί κινήσεως της διαδικασίας, της απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας και της απόφασης του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου. Στο παρόν κεφάλαιο παρατίθενται συνοπτικά οι σημαντικότερες από τις παρατηρήσεις αυτές.

V.1.   Αποκλειστική άδεια για τη χρησιμοποίηση γραμματοσήμων εκδιδόμενων από το Bundesministerium der Finanzen

(169)

Η TNT αμφισβητεί ότι η Deutsche Post κατέβαλε αντάλλαγμα για την αποκλειστική άδεια χρησιμοποίησης των εκδιδόμενων από το Bundesministerium der Finanzen γραμματοσήμων. Όπως υποστηρίζει, κατά το άρθρο 43 του PostG 1997 το αποκλειστικό δικαίωμα έκδοσης γραμματοσήμων με την ένδειξη «Γερμανία» ανήκει αποκλειστικά στο Bundesministerium der Finanzen. Ένας πάροχος ταχυδρομικών υπηρεσιών που αιτείται τη χρησιμοποίηση τέτοιων γραμματοσήμων οφείλει να καταβάλει αντάλλαγμα και να αναλάβει τα έξοδα. Κατά το άρθρο 54 του PostG 1997 η Deutsche Post AG διέθετε έως την 31η Δεκεμβρίου 2007 αποκλειστική άδεια για τη χρησιμοποίηση των εκδιδόμενων από το Bundesministerium der Finanzen γραμματοσήμων.

(170)

Αν πράγματι η Deutsche Post χρησιμοποιούσε τα εκδιδόμενα από το Bundesministerium der Finanzen γραμματόσημα δίχως να καταβάλλει αντάλλαγμα, το γεγονός αυτό σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της TNT συνιστά παράνομη κρατική ενίσχυση.

(171)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι στην απόφαση του 1999 περί κινήσεως της διαδικασίας, την απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας και την απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου δεν έχει γίνει αναφορά στο εν λόγω μέτρο. Ως εκ τούτου, το μέτρο αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης.

V.2.   Επιδότηση συντάξεων

(172)

Κατά την άποψη της UPS η Deutsche Post επωφελήθηκε από το γεγονός ότι απαλλάχθηκε εν μέρει από τις υποχρεώσεις πληρωμής που υφίσταντο προ του 1995. Καθόσον μια κανονική επιχείρηση βαρύνεται η ίδια με τις δαπάνες που αφορούν τις συντάξεις, η Deutsche Post περιήλθε σε ευνοϊκότερη θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές της. Περαιτέρω η UPS συμφωνεί με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η υπό κρίση ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υφιστάμενη ενίσχυση, δεδομένου ότι η θέση της Deutsche Post άλλαξε ριζικά και θεσπίστηκαν νέες νομοθετικές διατάξεις με βάση τις οποίες η Deutsche Post απαλλάσσεται μερικώς από την υποχρέωσή της να αναλάβει τις δαπάνες για τις συντάξεις των υπαλλήλων της. Κατά την άποψη της UPS, τέτοιου είδους καίριες αλλαγές ενός συστήματος δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν ως απλές αλλαγές αποκλειστικά τυπικού ή τεχνικού χαρακτήρα.

(173)

Η UPS επικροτεί το προσωρινό συμπέρασμα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο κατά το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, η επιδότηση συντάξεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά. Παρατηρεί ότι ενόψει της διαρκούς κερδοφορίας και της αποκλειστικής άδειας της Deutsche Post ανακύπτει εύλογα το ερώτημα αν η απαλλαγή από τα επικαλούμενα βάρη του παρελθόντος είναι όντως αναγκαία. Επίσης παρατηρεί ότι η στήριξη που χορηγήθηκε δεν βρίσκεται σε αναλογία με τον σκοπό του κοινού συμφέροντος τον οποίο επικαλείται η Γερμανία, καθόσον μάλιστα τα βάρη του παρελθόντος αντισταθμίζονται τόσο από την αύξηση των ταχυδρομικών τελών όσο και από την επιδότηση συντάξεων. Η UPS τονίζει ότι το βάρος της απόδειξης της αναλογικότητας του μέτρου το φέρει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και ότι εισέτι η Γερμανία δεν έχει προσδιορίσει τον αναλογικό χαρακτήρα των πλεονεκτημάτων που γεννώνται από το εν λόγω μέτρο υπέρ της Deutsche Post.

(174)

Κατά την UPS η Deutsche Post κατάφερε χάρη στην ενίσχυση να βελτιώσει τη θέση της όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές στις οποίες ανταγωνίζεται άλλους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών όπως είναι η UPS. Επειδή η Deutsche Post μπόρεσε με τη βοήθεια της επιδότησης συντάξεων να ενισχύσει τη θέση της στον τομέα των εμπορικών υπηρεσιών εις βάρος άλλων φορέων, η στρέβλωση του ανταγωνισμού απέβη εις βάρος των ανταγωνιστών της.

(175)

Η UPS ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα όλων των παροχών που χορηγήθηκαν για τη χρηματοδότηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και αναφέρονται στην απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως της επίσημης διαδικασίας ελέγχου για την περίοδο 2007-2011, όπως επίσης να εξετάσει αν η Deutsche Post εξακολουθεί ακόμη και τώρα να λαμβάνει κρατικές ενισχύσεις οι οποίες απαγορεύονται κατά το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(176)

Τέλος η UPS καλεί την Επιτροπή παράσχει αναλυτικότερες εξηγήσεις για το σκεπτικό που την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οι χορηγηθείσες στην Deutsche Post ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά. Ιδίως ζητεί να της διαβιβασθεί αντίγραφο της γνωμοδότησης WΙΚ προκειμένου να μορφώσει άποψη για το κατά πόσο τα πορίσματα της γνωμοδότησης WIK χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς της εκτίμησης της επιδότησης συντάξεων στο πλαίσιο της απόφασης του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου.

V.3.   Αντιστάθμιση για την παροχή καθολικής υπηρεσίας

(177)

Η UPS τάσσεται σαφώς υπέρ της εξέτασης από την Επιτροπή και συμφωνεί πλήρως με την εκτίμηση που περιέχεται στην απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας σχετικά με την αντιστάθμιση για την παροχή καθολικής υπηρεσίας. Επίσης η UPS διαβίβασε μία επικαιροποιημένη έκδοση (49) της έκθεσης εμπειρογνωμόνων της εταιρείας NERA του Οκτωβρίου 2006 (50), στην οποία η Επιτροπή παραπέμπει στο σημείο 58 της απόφασης του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας.

(178)

Ενώ στην έκθεση NERA του 2006 η μέση απόδοση κεφαλαίου στον κλάδο του επιστολικού ταχυδρομείου της DPWN είχε εκτιμηθεί για την περίοδο μετά το 1999 σε περισσότερο από 20 % (51), στην αναθεωρημένη έκδοση της έκθεσης αναφέρεται ότι η απόδοση αυτή ξεπέρασε κατά την περίοδο 2000-2005 το 50 %. Μάλιστα για τα έτη 2003, 2004 και 2005 εκτιμάται ότι η απόδοση κεφαλαίου ξεπέρασε το 100 %. Η UPS καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα κέρδη από τον εξαιρετικά αποδοτικό κλάδο του ρυθμιζόμενου επιστολικού ταχυδρομείου μπορούσαν να υπερκαλύψουν τις ζημίες από την παροχή καθολικής υπηρεσίας.

(179)

Περαιτέρω η UPS ισχυρίζεται ότι η κοστολόγηση της Deutsche Post δεν αποτελεί κατάλληλη βάση για την ανάλυση και την εκτίμηση της αποδοτικότητας και των βαρών του τομέα αποκλειστικών υπηρεσιών. Κατά την άποψή της θα πρέπει να γίνει κατανομή του κόστους μεταξύ των ρυθμιζόμενων υπηρεσιών, της καθολικής υπηρεσίας και των εμπορικών υπηρεσιών. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της ενίσχυσης και του ύψους της υπεραντιστάθμισης πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πλεονεκτήματα που χορηγήθηκαν στην Deutsche Post προς κάλυψη των βαρών του παρελθόντος, όπως για παράδειγμα τα κεφάλαια που εισέφερε το γερμανικό κράτος στην Deutsche Post το 1995 και η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων υπό μορφή ακινήτων και υποδομής.

(180)

Όσον αφορά τις συμβάσεις που συνήφθησαν με συνδεδεμένες επιχειρήσεις σχετικά με τις ενδοομιλικές τιμολογήσεις, κατά την UPS θα πρέπει με βάση την απόφαση Chronopost (52) να ισχύει γι’ αυτές η αρχή του πλήρους ανταγωνισμού (arm’s length principle). Ως εκ τούτου η Επιτροπή πρέπει να ελέγξει τη σύμβαση μεταξύ της Deutsche Post και της DPEED εστιάζοντας ιδίως στις περιεχόμενες σε αυτή συμφωνίες για τις τιμές.

V.4.   Υπερβολικά τέλη επιστολικού ταχυδρομείου

(181)

Η απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου έτυχε της πλήρους υποστηρίξεως της FFPI: Κατά την FFPI, οι νομοθετικές και διοικητικές αλλαγές που συνεπάγονται υψηλότερες δαπάνες για συντάξεις αποτελούν συνήθη επιχειρηματικό κίνδυνο ο οποίος ενδέχεται να επηρεάσει την αποδοτικότητα μιας επιχείρησης. Εφόσον οι επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό συνήθεις όρους αγοράς είναι υποχρεωμένες να χρηματοδοτούν τέτοιου είδους πρόσθετες δαπάνες από δικούς τους πόρους, δεν έπρεπε ούτε η Deutsche Post να λάβει επιδότηση συντάξεων από το γερμανικό κράτος.

(182)

Επίσης η FFPI τονίζει ότι στην έκθεση διαχείρισης για τη χρήση 2000 η Deutsche Post είχε τονίσει τη σημασία της μεταρρύθμισης του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων της και στο πλαίσιο αυτό είχε δηλώσει ότι η αύξηση του EBITA (κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων) κατά 98,6 % στις υπηρεσίες διανομής ταχυδρομείου εταιρικών πελατών οφείλονταν κατά πρώτο λόγο στο μειωμένο εύρος εισφορών προς το κεφάλαιο συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δευτερεύουσας σημασίας ή κυρίως τεχνικής φύσεως.

(183)

Από μελέτη που εκπονήθηκε από την FFPI κατά την περίοδο 2001-2008 προκύπτει ότι το 2009 στην Γερμανία το ταχυδρομικό τέλος για μια κανονική επιστολή βάρους έως 20 γραμμαρίων ήταν εξαιρετικά υψηλό. Αντιθέτως, το τέλος για την αποστολή δέματος βάρους έως 500 γραμμαρίων ήταν σχετικά χαμηλό, γεγονός που αποτελεί ένδειξη εγκάρσιας επιδότησης.

(184)

Η FFPI είναι βέβαιη ότι η ενίσχυση της Deutsche Post δεν έγινε με σκοπό την προώθηση της ανάπτυξης της γερμανικής ταχυδρομικής αγοράς ή/και ορισμένων ταχυδρομικών υπηρεσιών. Κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου η Deutsche Post ήταν μια κερδοφόρος επιχείρηση η οποία κατάφερε να ενισχύσει τόσο την ηγεμονική θέση της στη γερμανική αγορά όσο και την αποδοτικότητα και τις δραστηριότητές της. Κατά συνέπεια η επιδότηση συντάξεων δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ.

V.5.   Περιθώρια κέρδους

(185)

Όπως παρατηρεί ο BIEK, η πρακτική της Deutsche Post να εκμεταλλεύεται τη δεσπόζουσα θέση της σε συγκεκριμένες επιστολικές αγορές για την εγκάρσια χρηματοδότηση του κόστους των επιστολικών υπηρεσιών και υπηρεσιών δεμάτων που παρέχονται σε αγορές με εντονότερο ανταγωνισμό απέβη εις βάρος άλλων φορέων ταχυδρομικών υπηρεσιών. Καθόσον η Deutsche Post δύναται να αυξάνει τις τιμές της στις αγορές στις οποίες κατέχει μερίδιο μεγαλύτερο του 90 %, είναι σε θέση να προβαίνει σε εγκάρσια χρηματοδότηση των δαπανών που ανακύπτουν σε αγορές στις οποίες επικρατεί μεγαλύτερος ανταγωνισμός.

(186)

Επίσης ο BIEK επισημαίνει ότι η Deutsche Post, παρά τα βάρη του παρελθόντος που επικαλείται, σημείωσε σημαντικά υψηλότερα κέρδη από ό,τι επιχειρήσεις αναφοράς άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Εν προκειμένω είναι χαρακτηριστικό ότι, μεταξύ άλλων, στην εγχώρια διανομή τα περιθώρια ROS ανήλθαν σε 10 % έως 20 %. Μάλιστα τα συγκεκριμένα περιθώρια δεν αποκλείεται να είναι υψηλότερα, καθόσον η εγχώρια διανομή περιλαμβάνει και υπηρεσίες δεμάτων στις οποίες το περιθώριο κέρδους είναι κατά μέσο όρο χαμηλότερο από ό,τι στις επιστολικές υπηρεσίες.

(187)

Όσον αφορά τις υψηλότερες μισθολογικές δαπάνες που επικαλείται η Deutsche Post, ο BIEK παρατηρεί ότι η Deutsche Post χρησιμοποίησε ως κριτήριο αναφοράς για τον υπολογισμό των καταβαλλόμενων από αυτή μισθών σε σύγκριση με τους μισθούς που καταβάλλουν οι ανταγωνιστές της τους μέσους μισθούς που ισχύουν στον κλάδο των μεταφορών. Ο BIEK ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, παρότι χρησιμοποίησε τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία ως κριτήρια αναφοράς για τους υπολογισμούς της στην απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου, πρέπει να λάβει υπόψη της ότι οι ανταγωνιστές της Deutsche Post πληρώνουν μισθούς οι οποίοι είναι κατά τουλάχιστο 15 % υψηλότεροι σε σχέση με τους μέσους μισθούς. Κατά συνέπεια, οι πρόσθετες μισθολογικές δαπάνες που επικαλείται η Deutsche Post είναι πολύ χαμηλότερες από ό,τι διατείνεται. Κατά τον BIEK, η υπόλοιπη διαφορά στο μισθολογικό κόστος δεν οφείλεται στα βάρη του παρελθόντος αλλά μάλλον στο μέγεθος της Deutsche Post και στη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά.

(188)

Εξάλλου, κατά τον BIEK, τα βάρη του παρελθόντος που επωμίστηκε η Deutsche Post, περιλαμβανομένων των δαπανών για συντάξεις, υπεραντισταθμίστηκαν από την αύξηση των τελών στις διατιμημένες επιστολικές υπηρεσίες. Τα κρατικά μέτρα ενίσχυσης που καλείται να αξιολογήσει η Επιτροπή είχαν ως συνέπεια, στον μεν τομέα της παροχής επιστολικών υπηρεσιών να μην υπάρχει έως σήμερα πραγματικός ανταγωνισμός, στον δε τομέα των υπηρεσιών δεμάτων ο ανταγωνισμός να εξαιρετικά στρεβλωμένος.

VI.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

VI.1.   Παρατηρήσεις σχετικά με την επιδότηση συντάξεων

VI.1.1.   Μη ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος από τη χορηγηθείσα χρηματοοικονομική αντιστάθμιση για μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες

(189)

Επικαλούμενη την απόφαση Combus (53) η Γερμανία υποστηρίζει ότι τα ποσά που καταβάλλονται από το κράτος στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης ενός πρώην κρατικού φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας ως αντιστάθμισμα για συνταξιοδοτικές δαπάνες υπερβαίνουσες εκείνες που συνήθως βαρύνουν τους ιδιώτες ανταγωνιστές δεν αποτελούν κρατική ενίσχυση.

(190)

Η Γερμανία συντάσσεται με την άποψη της Επιτροπής ότι οι κοινωνικές δαπάνες θα πρέπει να συγκριθούν με εκείνες των ανταγωνιστών. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η σύγκριση αυτή έπρεπε ήδη να γίνει βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, και όχι στο μεταγενέστερο στάδιο της εξέτασης της συμβατότητας με βάση το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ.

VI.1.2.   Μη ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος σε σχέση με την κατάσταση προ του 1995

(191)

Κατά την άποψη της Γερμανίας, η Deutsche Post δεν απηλλάγη εξαιτίας της επιδότησης συντάξεων από δαπάνες τις οποίες διαφορετικά θα έπρεπε να επιβαρυνθεί η ίδια. Κατά συνέπεια δεν παρασχέθηκε στην Deutsche Post κάποιο πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Κατά τη Γερμανία, η Deutsche Post δεν ήταν νομικά υποχρεωμένη αλλά και ούτε και είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων πριν και μετά το 1995.

(192)

Η Γερμανία ισχυρίζεται, αφενός, ότι κατά το άρθρο 46 του PostVerfG 1989 οι δημόσιοι υπάλληλοι τους οποίους ανέλαβε η Deutsche Post το 1989 εξακολουθούν να βρίσκονται στην υπηρεσία του κράτους. Μάλιστα και μετά τη δεύτερη ταχυδρομική μεταρρύθμιση του 1995, οι εν λόγω υπάλληλοι της Deutsche Post εξακολουθούν να βρίσκονται στην υπηρεσία του κράτους δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 3 PostPersRG 1994 και του νέου άρθρου 143b του Grundgesetz.

(193)

Καθόσον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ήταν πάντα η αποκλειστική οφειλέτρια των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, η Deutsche Post ουδέποτε είχε νομική υποχρέωση να χρησιμοποιήσει δικούς της πόρους για την καταβολή τους.

(194)

Μολονότι η Deutsche Post είχε κατά το άρθρο 54 παράγραφος 2 PostVerfG 1989 την υποχρέωση να χρηματοδοτεί τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων της, η Γερμανία εμμένει στην άποψή της ότι η εν λόγω συνταξιοδοτική διάταξη (όπως και η προβλεπόμενη από το άρθρο 63 του PostVerfG 1989 υποχρέωση προς επιστροφή χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων) ρύθμιζε τη μεταξύ τους «εσωτερική σχέση» και είχε ως σκοπό την εξασφάλιση εισοδηματικών πόρων εντασσόμενων στον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτό κατά την Γερμανία δεν θεμελιώνει υποχρέωση της Deutsche Post απέναντι στους δημοσίους υπαλλήλους.

(195)

Κατά τα άρθρα 2 παράγραφος 3 PostPersRG 1994 και 14 έως 16 PostPersRG 1994 το κράτος παρέμεινε και μετά τη δεύτερη ταχυδρομική μεταρρύθμιση αποκλειστικός οφειλέτης των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων προς τους δημοσίους υπαλλήλους. Όπως διατείνεται η Γερμανία, η προβλεπόμενη στο άρθρο 16 παράγραφος 1 PostPersRG υποχρέωση της Deutsche Post προς καταβολή εισφορών υπέρ του Postbeamtenversorgungskasse, όπως και η υποχρέωση κατ’ άρθρο 54 παράγραφος 2 PostVerfG 1989, απλώς ελάφρυναν τον κρατικό υπολογισμό χωρίς να μεταβάλουν την αποκλειστική ευθύνη του κράτους για την παροχή των συντάξεων.

(196)

Από απόψεως αστικού δικαίου η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν είχε εξάλλου τη δυνατότητα να μεταβιβάσει την υποχρέωσή της προς χρηματοδότηση των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων στη νεοϊδρυθείσα το έτος 1995 DPAG. Κατά τη μεταβίβαση υφιστάμενων συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων σε νομικά ανεξάρτητη θυγατρική εταιρεία, η μητρική εταιρεία εξακολουθεί με βάση τις βασικές αρχές του αστικού δικαίου να ευθύνεται για την καταβολή απαιτήσεων που απορρέουν από περιουσιακά δικαιώματα τρίτων.

(197)

Επίσης η Γερμανία προβάλλει το επιχείρημα ότι η Deutsche Post ουδέποτε διέθετε επαρκείς δικούς της πόρους για να χρηματοδοτήσει τα συνταξιοδοτικά βάρη. Ειδικότερα, η POSTDIENST εμφάνιζε πριν από το 1995 συνεχώς ζημίες τις οποίες το κράτος ήταν αναγκασμένο να αντισταθμίσει μεταφέροντας κεφάλαια ύψους 5,6 δισεκατ. EUR, ενώ και μετά τη μετατροπή της POSTDIENST το 1995, από την οποία προέκυψε η DPAG, οι σωρευμένες συνταξιοδοτικές οφειλές ανέρχονταν σε περίπου […] δισεκατ. EUR. Έχοντας τέτοιου ύψους υποχρεώσεις στο παθητικό της, η DPAG ήταν αδύνατο να ιδρυθεί ως επιχείρηση διεπόμενη από το ιδιωτικό δίκαιο, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν διέθεσε σε αυτή τα κεφάλαια τα οποία θα μπορούσαν να καταστήσουν την DPAG οικονομικά βιώσιμη.

VI.1.3.   Η επιδότηση συντάξεων αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση κατά το άρθρο 108 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ

(198)

Για την περίπτωση που κριθεί ότι η επιδότηση συντάξεων αποτελεί κρατική ενίσχυση, θα πρέπει κατά την άποψη της Γερμανίας η ενίσχυση αυτή να θεωρηθεί ως «υφιστάμενη» κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο β) σημείο i), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, καθόσον το κράτος είναι αποκλειστικός οφειλέτης και υπόχρεος προς χρηματοδότηση των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων ήδη από το έτος 1953, όταν άρχισαν να ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του γερμανικού Grundgesetz. Η Γερμανία εμμένει στη θέση της ότι το καθεστώς των εν λόγω υποχρεώσεων του κράτους δεν μεταβλήθηκε ούτε κατά την πρώτη ταχυδρομική μεταρρύθμιση του 1989 ούτε κατά τη δεύτερη ταχυδρομική μεταρρύθμιση του 1995 και ότι η Deutsche Post, τόσο προ του 1995 όσο και μεταγενέστερα, ουδέποτε έφερε τη νομική υποχρέωση ούτε διέθετε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων.

(199)

Περαιτέρω η Γερμανία επικαλείται μία δήλωση που είχε υποβάλει η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου επί της υπόθεσης T-266/02. Όπως ισχυρίζεται, από τη σκέψη 54 της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση αυτή προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή «είχε θεωρήσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι μόνον τα ποσά που η DB-Telekom μετέφερε στην προσφεύγουσα είχαν παράσχει πλεονέκτημα στη δεύτερη» (54).

(200)

Η Γερμανία συνάγει από την εν λόγω δήλωση ότι κατά την Επιτροπή δεν υφίσταται οικονομικό πλεονέκτημα ούτε όταν πρόκειται για την επιδότηση συντάξεων. Ως εκ τούτου η Γερμανία φρονεί ότι η Επιτροπή έλαβε «απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Επίσης υποστηρίζει ότι κατά το άρθρο 1 στοιχείο β) σημείο ii) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, μία τέτοια θετική απόφαση θα σήμαινε ότι η επιδότηση συντάξεων αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση.

VI.1.4.   Η επιδότηση συντάξεων αποτελεί κατά το άρθρο 107 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά αντιστάθμιση για βάρη του παρελθόντος

(201)

Αναφερόμενη στο σκεπτικό της Επιτροπής στην απόφαση La Poste, η Γερμανία εκφράζει την άποψη ότι η επιδότηση συντάξεων αποτελεί μέτρο συμβιβάσιμο με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, την άποψη δε αυτή στηρίζει ως εξής:

Η Deutsche Post κατέβαλλε εισφορές κοινωνικής ασφάλισης το ύψος των οποίων πάντως υπερέβαινε τη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές ασφάλισης συντάξεων, ασθενείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης.

Ο περί συγκριτικού πλεονεκτήματος ισχυρισμός της Επιτροπής δεν ευσταθεί στον βαθμό που ο υποκείμενος υπολογισμός στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι διατιμημένες υπηρεσίες καλύπτουν το επικαλούμενο βάρος # 2 (μη ανταγωνιστικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Η La Poste – όπως και άλλες κατεστημένες ταχυδρομικές επιχειρήσεις – αναχρηματοδότησαν τις κοινωνικές τους δαπάνες μέσω της αυξήσεως των επιστολικών τελών, γεγονός που η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη στην απόφαση La Poste.

Μολονότι η Γερμανία συμφωνεί καταρχήν με την άποψη ότι τα έσοδα από τις διατιμημένες υπηρεσίες θα έπρεπε να καλύπτουν τα επικαλούμενα βάρη, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η ρυθμιστική αρχή έκανε δεκτό το αίτημα της Deutsche Post για τη χρηματοδότηση των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες ούτε ότι τα έσοδα αυτά επαρκούσαν πράγματι για τη χρηματοδότηση των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών υπηρεσιών.

(202)

Περαιτέρω η Γερμανία υπενθυμίζει ότι στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας που αφορούσε την Royal Mail (55) η Επιτροπή είχε τονίσει τη σημασία της βάσει συνεκτικών κριτηρίων αξιολόγησης των συνταξιοδοτικών δαπανών πρώην κρατικών επιχειρήσεων ώστε να διασφαλισθεί η συνοχή άλλων αποφάσεων που θα εκδοθούν μελλοντικά. Κατά συνέπεια η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη της τόσο την απόφαση La Poste όσο και την προσωρινή εκτίμησή της στην περίπτωση της Royal Mail. Στην τελευταία, η Επιτροπή δεν διατύπωσε αντιρρήσεις κατά της αντιστάθμισης ελλειμμάτων συνταξιοδοτικών ταμείων, παρότι από την έκθεση Hooper του 2008 συνάγεται ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες της Royal Mail είχαν καλυφθεί εν μέρει μέσω της αύξησης των τιμών για διατιμημένες επιστολικές υπηρεσίες.

VI.1.4.1.   Το κριτήριο αναφοράς θα έπρεπε να βασίζεται στις ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες

(203)

Επικαλούμενη τη γνωμάτευση του καθηγητή Ehlermann της 19ης Ιουλίου 2011 (56), η Γερμανία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε κατά τον προσδιορισμό του κριτηρίου αναφοράς για τις κοινωνικές δαπάνες της Deutsche Post σε δύο λάθη.

(204)

Κατά την άποψη της Γερμανίας, η συμμετοχή του μισθωτού στις εισφορές δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο προσδιορισμού του κριτηρίου αναφοράς, καθόσον στην ιδιωτική οικονομία ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να αναλάβει το ποσοστό εισφορών που αναλογεί στον μισθωτό. Οι εργοδότες μπορεί να αναλαμβάνουν την καταβολή ολόκληρου του ποσού της εισφοράς στην κοινωνική ασφάλιση για τεχνικούς λόγους, δεν έχουν όμως αντίστοιχη νομική υποχρέωση. Η χρησιμοποίηση του στοιχείου της συμμετοχής του εργαζομένου στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης είναι εξάλλου αντίθετο και προς την έως σήμερα ακολουθούμενη πρακτική (βλέπε απόφαση La Poste).

(205)

Ως βάση για τον υπολογισμό του κριτηρίου αναφοράς για τις κοινωνικές δαπάνες θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι ανταγωνιστικοί μισθοί (57), καθόσον οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων ήταν σημαντικά υψηλότεροι σε σχέση με τον μέσο όρο της αγοράς.

VI.1.4.2.   Τα έσοδα από ρυθμιζόμενες υπηρεσίες δεν επαρκούν για την κάλυψη των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών

(206)

Η Γερμανία τονίζει κατά πρώτο λόγο ότι η παραδοχή σύμφωνα με την οποία το βάρος# 2 καλύπτεται πλήρως από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες αποτελεί απλή εικασία, καθόσον δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν οι ρυθμιζόμενες τιμές αυξήθηκαν πράγματι προκειμένου να αντισταθμιστούν οι μη ανταγωνιστικές δαπάνες. Αφενός δεν προκύπτει από την απόφαση περί τιμών αναφοράς του 2002 αν και σε ποιο βαθμό η Postregulierungsbehörde έλαβε υπόψη τα επικαλούμενα βάρη από μη ανταγωνιστικές δαπάνες. Αφετέρου, οι τιμές είχαν διατηρηθεί έως το 2002 στα επίπεδα του 1997. Είναι λοιπόν αδύνατο να διαπιστωθεί αν οι τιμές αυτές περιείχαν αντιστάθμιση για τις μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες των μη ρυθμιζόμενων υπηρεσιών.

(207)

Κατά τους ισχυρισμούς της Γερμανίας δεν αρκεί να αναφέρεται απλώς ότι για τον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών ίσχυαν χαμηλότερα ποσοστά εισφορών κοινωνικής ασφάλισης σε σχέση με τα ποσοστά που ίσχυαν για τους ανταγωνιστές. Πρέπει να εξεταστεί και αν ο τομέας των διατιμημένων υπηρεσιών ήταν πράγματι σε θέση να χρηματοδοτήσει τις μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες από τα έσοδά του.

(208)

Η Deutsche Post θα είχε αποκομίσει οικονομικό πλεονέκτημα λόγω της αντιστάθμισης που έλαβε για τις μη ανταγωνιστικές κοινωνικές της δαπάνες μόνον εφόσον οι χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις που της χορηγήθηκαν ήταν υψηλότερες σε σχέση με τις κοινωνικές δαπάνες που η ίδια κατέβαλλε συνολικά για τους δημόσιους υπαλλήλους που απασχολούσε.

(209)

Η Γερμανία θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι δεν παρατίθεται ένας αναλυτικός υπολογισμός από τον οποίο να προκύπτει αν η αντιστάθμιση που έλαβε η Deutsche Post για τις μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες των δημοσίων υπαλλήλων ήταν εν συνόλω υπέρμετρη ή ελλιπής. Τονίζει ότι η ανάλυση αυτή είναι απαραίτητη για να διαπιστωθεί αν υφίσταται οικονομικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

α)   Κατά την άποψη εμπειρογνωμόνων πρόκειται για υπο-αντιστάθμιση των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών

(210)

Για να διορθώσει το σφάλμα αυτό, η Γερμανία διαβίβασε γνωμοδότηση του καθηγητή Weber (58) προκειμένου να αποδείξει ότι οι κοινωνικές δαπάνες που συνδέονταν με την απασχόληση δημοσίων υπαλλήλων περιήγαγαν την Deutsche Post σε οικονομικά μειονεκτική θέση. Στην εν λόγω γνωμοδότηση προσδιορίζεται αρχικά το ύψος κατά το οποίο οι βαρύνουσες την Deutsche Post κοινωνικές δαπάνες για δημοσίους υπαλλήλους υπερβαίνουν πράγματι τις κοινωνικές δαπάνες που επιβαρύνονται οι ιδιώτες ανταγωνιστές της για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους τους (στη γνωμοδότηση η διαφορά αυτή αναφέρεται ως «κοινωνικές δαπάνες της DPAG που υπερβαίνουν τα συνήθη στην αγορά επίπεδα» ή «διαρθρωτικό μειονέκτημα»). Στη γνωμοδότηση Weber οι εν λόγω υπερβαίνουσες τα συνήθη στην αγορά επίπεδα δαπάνες αντιστοιχούνται με την αντιστάθμιση για το βάρος# 2.

(211)

Όπως προκύπτει από τον πίνακα 5, ο συντάκτης της γνωμοδότησης συμπεριέλαβε στις κοινωνικές δαπάνες που συνδέονται με την απασχόληση των δημοσίων υπαλλήλων και τα ποσά που καταβλήθηκαν από την Deutsche Post στο ταμείο συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και άλλες κοινωνικές δαπάνες όπως είναι η συνεισφορά στις δαπάνες ασθενείας καθώς και οι εισφορές στην ασφάλιση ατυχημάτων και σε άλλες ασφαλίσεις.

(212)

Μεταξύ των κοινωνικών δαπανών που συνδέονται με την απασχόληση ιδιωτικών υπαλλήλων περιλαμβάνεται στη γνωμάτευση η συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης προς τα ταμεία υποχρεωτικής ασφάλισης συντάξεων, ανεργίας, ασθενείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, πολλαπλασιαζόμενη επί των «ανταγωνιστικών» μισθών (π.χ. του κατώτατου μισθού που ίσχυε για την πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων το 2007).

(213)

Ως μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες ορίζονται οι κοινωνικές δαπάνες τις οποίες επιβαρύνεται η Deutsche Post για τους δημόσιους υπαλλήλους που απασχολεί και οι οποίες υπερβαίνουν το κριτήριο αναφοράς για τις κοινωνικές δαπάνες, όπως αυτό ορίζεται με βάση τη συμμετοχή των εργοδοτών στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.

Πίνακας 5

Υπολογισμός του καθαρού αποτελέσματος με βάση τη γερμανική γνωμοδότηση

Καταβολές προς το ταμείο συντάξεων

Λοιπές κοινωνικές δαπάνες

+

«ανταγωνιστικές» κοινωνικές δαπάνες ως κριτήριο αναφοράς (βάσει του ποσοστού συμμετοχής του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης προς τα ταμεία υποχρεωτικής ασφάλισης και των «ανταγωνιστικών» μισθών (π.χ. κατώτατος μισθός που ίσχυε το 2007)

 

Μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες

+

Αντιστάθμιση από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες (βάρος # 2 – μη ανταγωνιστικές κοινωνικές επιβαρύνσεις)

 

Καθαρό αποτέλεσμα (υπεραντιστάθμιση ή υπο-αντιστάθμιση)

(214)

Όπως προκύπτει από τον υπολογισμό, την περίοδο 1995-2007 το βάρος # 2 δεν επαρκούσε για την κάλυψη των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών. Στη γνωμοδότηση μάλιστα επισημαίνεται ότι η αντιστάθμιση που έλαβε η Deutsche Post υπολείπονταν κατά […] δισεκατ. EUR. Ο συντάκτης της γνωμοδότησης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ακόμη και στην περίπτωση που στα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες συμπεριλαμβανόταν το βάρος # 2, η Deutsche Post και πάλι δεν θα είχε λάβει επαρκή αντιστάθμιση για τις μη ανταγωνιστικές δαπάνες τις οποίες επιβαρύνθηκε.

β)   Κατά τον ΛΕΕ 2009 τα έσοδα από τον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών

(215)

Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι καθόσον από τις διατιμημένες υπηρεσίες δημιουργούνται ζημίες οι οποίες υπερβαίνουν τις μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες, δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί ότι τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες αντισταθμίζουν πράγματι τις δαπάνες αυτές. Για τον λόγο αυτόν η Γερμανία διαβίβασε ένα γνωμοδοτικό σημείωμα στηριζόμενο στον ΛΕΕ 2009 (59) για να αποδείξει ότι οι ζημίες από τις διατιμημένες υπηρεσίες ήταν σαφώς υψηλότερες από τις μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες.

(216)

Οι υπολογισμοί στηρίζονται στον ΛΕΕ 2009 και στην παραδοχή (με αναφορά στη γνωμοδότηση Deloitte-II, για την οποία θα γίνει αναλυτικότερα λόγος στο κεφάλαιο VI.3.2) ότι το ROS του εύλογου κέρδους από τις διατιμημένες υπηρεσίες ανέρχεται σε 7 %. Μετά την αφαίρεση του εύλογου κέρδους προκύπτει για τις διατιμημένες υπηρεσίες ζημία ύψους […] δισεκατ. EUR, ήτοι ποσό που υπερβαίνει το ύψος των επικαλούμενων μη ανταγωνιστικών δαπανών για την περίοδο 1995-2007. Κατά συνέπεια, τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των εν λόγω μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών.

VI.2.   Παρατηρήσεις επί της αντιστάθμισης για την παροχή καθολικής υπηρεσίας

VI.2.1.   Κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις

(217)

Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις δεν προσδίδουν οικονομικό πλεονέκτημα στην Deutsche Post, καθόσον οι σχετικές καταβολές ύψους 5 666 δισεκατ. EUR αποτελούν αποκλειστικά αντιστάθμιση για επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ύψους 5,838 δισεκατ. EUR τις οποίες η Deutsche Post είχε υποχρεωθεί να πραγματοποιήσει έως το 1995.

(218)

Όπως αναφέρεται στην απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, οι εν λόγω επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων είχαν τη γενεσιουργό αιτία τους στην πρώην ταχυδρομική διοίκηση, η οποία όφειλε να αποδίδει περίπου το 10 % των ετήσιων λειτουργικών εισόδων της στο κράτος. Οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων καταργήθηκαν σταδιακά κατά το διάστημα 1989-1995 με βάση το άρθρο 63 παράγραφος 1 PostVerfG. Έως το 1993, η Deutsche Post ήταν υποχρεωμένη να αποδίδει το 10 % των λειτουργικών της εισόδων. Από το 1993 και εφεξής, οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων μειώθηκαν σταδιακά ανερχόμενες ενδεικτικά το έτος 1993 σε 10 % των λειτουργικών εσόδων μείον 153 εκατ. EUR, το 1994 σε 70 % του εύρους του 1993 και το 1995 σε 50 % του ποσού που είχε αποδοθεί το 1993. Εν συνόλω η Deutsche Post πραγματοποίησε από το 1990 μέχρι το 1995 επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ύψους 5,838 δισεκατ. EUR.

(219)

Κατά το άρθρο 63 παράγραφος 4 PostVerfG, από τις επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων αφαιρούνταν τα καταβαλλόμενα ποσά για μερίσματα. Ενόψει της διατάξεως αυτής και της απαλλαγής από άμεσους και έμμεσους φόρους, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας αντιμετώπιζε τις επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ως υποκατάστατο για την απαλλαγή από τους άμεσους και έμμεσους φόρους καθώς και ως αντάλλαγμα για τη χρηματοδότηση που παρείχε το κράτος ως μέτοχος.

(220)

Αντιδρώντας στη διαπίστωση αυτή η Γερμανία διαβίβασε τη γνωμοδότηση της KPMG, κατά την οποία οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων δεν μπορούσαν για διάφορους λόγους να θεωρηθούν ως υποκατάστατο φόρων ή μερισμάτων.

(221)

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη γνωμάτευση της KPMG, στον χαρακτηρισμό των επιστροφών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ως φόρου αντιτίθεται το γεγονός ότι οι επιστροφές υπολογίζονται από το 1931 με βάση το ύψος των λειτουργικών εσόδων. Για τον λόγο αυτόν καταβάλλονταν ακόμη και όταν η Deutsche Post εμφάνιζε ζημίες. Αντιθέτως, το ύψος του φόρου εισοδήματος εξαρτάται από το πραγματικό πλεόνασμα. Ο χαρακτηρισμός των επιστροφών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ως φόρου θα ήταν συνεπώς αντίθετος προς τη συνταγματική επιταγή σύμφωνα με την οποία ο φόρος υπολογίζεται ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα του φορολογούμενου.

(222)

Επίσης, κατά τη γνωμοδότηση, σκόπιμη δεν είναι ούτε η σύγκριση των επιστροφών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων με τον φόρο κύκλου εργασιών. Στον φόρο κύκλου εργασιών η φορολογική υποχρέωση συνυπάρχει με την έκπτωση φόρου για την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αυτό δεν συμβαίνει στις επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων, με συνέπεια ο τρόπος υπολογισμού των επιστροφών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων να παρεκκλίνει σημαντικά από τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται ο πραγματικά οφειλόμενος από μία επιχείρηση φόρος κύκλου εργασιών.

(223)

Περαιτέρω κατά τους ισχυρισμούς της Γερμανίας οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε ως μέρισμα. Η διανομή μερίσματος αφορά το αποτέλεσμα του προηγούμενου διαχειριστικού έτους ή των προηγούμενων ετών. Εντούτοις η Deutsche Post, παρότι κατά την περίοδο από το 1990 έως το 1995 δεν σημείωσε κέρδη, προέβη σε επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων. Κατά συνέπεια, οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων δεν αποτελούν μερίσματα.

(224)

Η γνωμοδότηση της KPMG καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως φόρος ή ως μέρισμα, αλλά αποτελούν φορολογική επιβάρυνση «sui generis», την οποία υποχρεούται να καταβάλλουν μόνο η Deutsche Bundespost και οι επιχειρήσεις που τη διαδέχτηκαν.

(225)

Στηριζόμενη στη γνωμοδότηση της KPMG η Γερμανία απορρίπτει ως αβάσιμη την παραδοχή της Επιτροπής ότι οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως υποκατάστατο της φορολόγησης των κερδών και της καταβολής μερίσματος. Η Γερμανία εμμένει στην άποψή της ότι οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων αποτελούσαν μία επιβάρυνση της Deutsche Post η οποία δεν δικαιολογείτο ούτε από αντικειμενικούς ούτε από οικονομικούς λόγους. Καθόσον οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις απάλλαξαν την Deutsche Post μόνο από τις επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων, η τελευταία δεν αποκόμισε κάποιο οικονομικό πλεονέκτημα και συνεπώς τα εν λόγω ποσά δεν αποτελούν κρατική ενίσχυση.

(226)

Η Γερμανία παραθέτει επικουρικά δύο ακόμη λόγους για τους οποίους οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις δεν μπορεί να αποτελούν ενίσχυση. Ο πρώτος λόγος είναι ότι, ενόψει των σημαντικών αποδόσεων επένδυσης (δείκτης ROI) και των υψηλών κερδών που η Deutsche Post αποκόμισε από την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο, οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις συνάδουν με την αρχή του ιδιώτη επενδυτή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι, όπως προκύπτει τόσο από ΛΕΕ 2009 όσο και από τη γνωμοδότηση WIK, κατά την περίοδο από το 1990 έως το 1994 οι συσσωρευμένες ζημίες από την παροχή καθολικής υπηρεσίας ήταν υψηλότερες από τις κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις. Κατά συνέπεια, η Deutsche Post δεν έλαβε επαρκή αντιστάθμιση για την παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της υποχρέωσής της προς παροχή καθολικής υπηρεσίας.

VI.2.2.   Κρατική εγγύηση

(227)

Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι η κατά το άρθρο 2 παράγραφος 4 PostUmwG 1994, χορήγηση εγγύησης από το κράτος για τους χρεωστικούς τίτλους που είχαν εκδοθεί προ του 1995 δεν προσέδωσε στην Deutsche Post κάποιο επιλεκτικό πλεονέκτημα μετά το 1995. Τον ισχυρισμό της αυτόν η Γερμανία τον στηρίζει σε μια σειρά από λόγους.

(228)

Οι επιχειρήσεις της ιδιωτικής οικονομίας εξακολουθούν να ευθύνονται για τις υποχρεώσεις μιας θυγατρικής τους ακόμη και μετά την απόσπαση αυτής. Μάλιστα, η ευθύνη τους διατηρείται και μετά την πώληση των εν λόγω υποχρεώσεων σε τρίτους. Όπως εκθέτει η Γερμανία, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η κρατική εγγύηση για τους χρεωστικούς τίτλους ήταν απαραίτητη μόνον επειδή η POSTDIENST δεν διέθετε αυτοτελή νομική προσωπικότητα. Το άρθρο 40 του PostVerfG 1989, κατά το οποίο οι χρεωστικοί τίτλοι της Deutsche Bundespost εξομοιώνονται με τους χρεωστικούς τίτλους του κράτους, έχει δηλωτικό μόνο χαρακτήρα.

(229)

Κατά δεύτερο λόγο, η DPAG δεν αποκόμισε πλεονέκτημα από την ανάληψη των χρεωστικών τίτλων της POSTDIENST, καθόσον η DPAG μπορούσε το 1995 να λάβει αναχρηματοδότηση με ευνοϊκότερο επιτόκιο. Οι χρεωστικοί τίτλοι της POSTDIENST ενσωμάτωναν κατά την 1η Ιανουαρίου 1995 συνολική αξία 931 εκατ. EUR με μέσο επιτόκιο 7,17 % και με υπολειπόμενη διάρκεια 8,8 ετών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια ανέρχονταν κατά την 1η Ιανουαρίου 1995 σε 5 % έως 5,5 %, το επιπλέον κόστος που επιβαρύνθηκε η DPAG ανήλθε σε 1,7 %, το οποίο αντιστοιχούσε σε 15,3 εκατ. EUR επιπλέον δαπάνες για τόκους ετησίως.

(230)

Ο τρίτος λόγος που προβάλλει η Γερμανία είναι ότι, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των μέσων επιτοκίων που ίσχυαν στην αγορά των χρεωστικών τίτλων ιδιωτικών εταιρειών, αφενός, και των επιτοκίων των χρεωστικών τίτλων της POSTDIENST, αφετέρου, κατά την ημέρα της αρχικής έκδοσης των τελευταίων, η POSTDIENST άντλησε κεφάλαια με επιτόκιο το οποίο ήταν κατά μέσο όρο υψηλότερο από το μέσο επιτόκιο της αγοράς. Η Γερμανία δεν προέβη στην κατάρτιση λεπτομερούς μελέτης αλλά μόνο σε απλή σύγκριση των επιτοκίων ορισμένων χρεωστικών τίτλων της POSTDIENST με το συνολικό μέσο όρο της αγοράς.

(231)

Επικουρικά η Γερμανία προβάλλει το επιχείρημα ότι οι κρατικές ενισχύσεις συνιστούν υφιστάμενη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου. Καθόσον η Deutsche Bundespost αποτελούσε έως τα τέλη του 1994 τμήμα της δημόσιας διοίκησης, οι χρεωστικοί τίτλοι που εξέδωσε από την ίδρυσή της το 1950 αποτελούν χρέη του δημοσίου. Αν η Deutsche Post είχε αποκομίσει από την κρατική εγγύηση πλεονεκτήματα σχετικά με τα επιτόκια, αυτά θα έπρεπε να θεωρηθούν ως υφιστάμενη ενίσχυση. Η Γερμανία παραπέμπει εν προκειμένω και στην απόφαση που έλαβε η Επιτροπή στην περίπτωση της EDF (60), στην οποία μία παρόμοια εγγύηση είχε κριθεί ότι αποτελούσε υφιστάμενη ενίσχυση.

VI.2.3.   Αποκλειστική άδεια

(232)

Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι με βάση την απόφαση PreussenElektra (61) τα έσοδα από τις διατιμημένες επιστολικές υπηρεσίες δεν αποτελούν κρατικές ενισχύσεις.

(233)

Δεδομένου ότι τα έσοδα από διατιμημένες επιστολικές υπηρεσίες δεν αποτελούν κρατικούς πόρους, τα υποτιθέμενα υπέρμετρα επιστολικά τέλη μπορούν να εξετασθούν μόνο στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ.

VI.3.   Παρατηρήσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης επί της γνωμοδότησης WIK

VI.3.1.   Η γνωμοδότηση WIK επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα των κρατικών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων προς αντιστάθμιση του καθαρού κόστους της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας έως το 1995

(234)

Πέραν τυχόν αντιρρήσεων όσον αφορά τη μεθοδολογία, η Γερμανία υποστηρίζει ότι η γνωμοδότηση WIK επιβεβαιώνει την άποψη της Γερμανίας, κατά την οποία οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις ήταν αναγκαίες για την αντιστάθμιση των ζημιών που σημείωσε η Deutsche Post κατά την περίοδο 1990-1995 εξαιτίας της παροχής καθολικής υπηρεσίας.

(235)

Τα υπέρμετρα κέρδη που πραγματοποιήθηκαν μετά το 1995 δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, καθόσον οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις αναλώθηκαν για την κάλυψη των καθαρών δαπανών που επιβαρύνθηκε η Deutsche Post λόγω της υποχρέωσής της προς παροχή καθολικής υπηρεσίας έως το 1995. Εξάλλου, και η ακύρωση της αρνητικής απόφασης 2002 εκ μέρους του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αποδεικνύει ότι κάτι το οποίο «αναλώθηκε» δεν μπορεί να αναλωθεί και δεύτερη φορά. Εφόσον οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις είχαν ήδη αναλωθεί λόγω των συσσωρευμένων έως το έτος 1995 ζημιών, οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιήθηκαν μεταγενέστερα για τη χρηματοδότηση υπέρμετρων κερδών.

VI.3.2.   Εσφαλμένος προσδιορισμός του εύλογου κέρδους

(236)

Παραπέμποντας στις γνωμοδοτήσεις της Deloitte, η Γερμανία προβάλλει ιδίως την αντίρρηση ότι στη γνωμοδότηση WIK η συγκριτική αξιολόγηση γίνεται σε σχέση με πολλές μικρές επιχειρήσεις. Η σύγκριση θα έπρεπε να γίνει ιδίως με μεγάλες επιχειρήσεις μεταφοράς δεμάτων και επιχειρήσεις εφοδιαστικής υποστήριξης των οποίων τα δίκτυα είναι αντίστοιχα με το δίκτυο της Deutsche Post ως προς το μέγεθος και την πολυπλοκότητά τους (62).

(237)

Η γνωμοδότηση Deloitte-II βασίζεται στην παραδοχή ότι εύλογα συγκρίσιμες με την Deutsche Post είναι οι επιχειρήσεις στον τομέα διανομής δεμάτων και ταχυδρομικών υπηρεσιών οι οποίες διαθέτουν πολύπλοκα και μεγάλα δίκτυα παραλαβής και παράδοσης. Εξαιτίας της σημασίας των χαρακτηριστικών για τα ταχυδρομικά δίκτυα πλεονεκτημάτων λόγω ποσοτήτων, μεγεθών και βαθμού συγκέντρωσης, οι μεγάλες επιχειρήσεις ενδείκνυνται περισσότερο για τους σκοπούς της σύγκρισης από ό,τι οι μικρές. Επίσης συγκρίσιμες είναι μέχρι ενός βαθμού οι εταιρείες μεταφορών και εφοδιαστικής υποστήριξης, καθώς χρησιμοποιούν συγκρίσιμα πάγια στοιχεία ενεργητικού.

(238)

Η γνωμοδότηση Deloitte-II χρησιμοποιεί ως επιχειρήσεις αναφοράς μόνο ταχυδρομικές επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών μεγαλύτερο των 100 εκατ. εκατ. EUR. Έτσι σχηματίζεται μία μικρή ομάδα έξι επιχειρήσεων αναφοράς μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις ταχυμεταφοράς δεμάτων (UPS, FedEx και TNT Express) και άλλοι πάροχοι ταχυδρομικών υπηρεσιών (ιδίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο).

(239)

Για την εν λόγω ομάδα αναφοράς προκύπτει για την περίοδο 1998-2007 διάμεσος ROS 7,4 % και τρίτο τεταρτημόριο ROS 12 % ως ανώτατο όριο εύλογου κέρδους. Για μία μεγαλύτερη ομάδα αναφοράς, αποτελούμενη από 18 επιχειρήσεις μεταφορών και 19 επιχειρήσεις εφοδιαστικής υποστήριξης, προκύπτει διάμεσος ROS μεταξύ 4,6 % και 5,7 %. Ωστόσο στη γνωμοδότηση Deloitte-II εκφράζονται επιφυλάξεις ως προς τη συγκρισιμότητα των εν λόγω επιχειρήσεων με την Deutsche Post.

(240)

Βάσει των στοιχείων για τις δύο ομάδες αναφοράς, η γνωμοδότηση Deloitte-II προτείνει ως κριτήριο αναφοράς για το εύλογο κέρδος ένα περιθώριο ROS μεταξύ 6,1 % και 11,7 %.

(241)

Σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό του εύλογου περιθωρίου κέρδους με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν από την ομάδα αναφοράς, η γνωμοδότηση Deloitte-II επισημαίνει ότι αν το εύλογο κέρδος υπολογισθεί λαμβάνοντας ως κριτήριο αναφοράς τον απλό πολυετή ROS για το εύλογο κέρδος, η τιμή που θα προκύψει θα είναι πολύ χαμηλή καθόσον δεν αποκλείεται, αφενός, να υπάρχουν σημαντικές και συστηματικής φύσεως διαφορές μεταξύ δύο συνεχόμενων ετών και, αφετέρου, να υπάρχουν μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου σημαντικές διαφορές όσον αφορά την αποδοτικότητά τους. Η χρησιμοποίηση υπερβολικά χαμηλού κριτηρίου αναφοράς για το εύλογο κέρδος εγκυμονεί τον κίνδυνο να μην πραγματοποιηθούν αποτελεσματικά επενδυτικά σχέδια.

(242)

Όπως είχε επισημανθεί και στη γνωμοδότηση Deloitte-I, στην περιλαμβανόμενη στη γνωμοδότηση WIK συγκριτική αξιολόγηση ως προς το εύλογο κέρδος, η οποία βασίστηκε στη διάμεσο των επιχειρήσεων αναφοράς, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη η βελτίωση της αποδοτικότητας της Deutsche Post, η οποία επιτεύχθηκε ως επί το πλείστον μετά το 1990. Εντούτοις, σύμφωνα με τα σημεία 14 και 18 του κοινοτικού πλαισίου του 2005, κατά τον προσδιορισμό του εύλογου κέρδους πρέπει να χρησιμοποιούνται και κριτήρια τα οποία συναρτώνται «με την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας και με τα οφέλη όσον αφορά την παραγωγική αποτελεσματικότητα».

(243)

Κατ’ αντιστοιχία θα πρέπει και το κριτήριο αναφοράς για το εύλογο κέρδος να βασίζεται σε ένα ετήσιο περιθώριο. Όταν τα κέρδη κυμαίνονται στα ανώτερα όρια ή και υπερβαίνουν τα όρια αυτά, το γεγονός αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η μέση επιχείρηση παρουσίασε επιδόσεις ανώτερες του κριτηρίου αναφοράς διότι είχε καλύτερη επιχειρησιακή και εμπορική απόδοση. Οι ρυθμιστικές αρχές θα έπρεπε να επιτρέπουν τη συνεκτίμηση τέτοιου είδους κερδών προκειμένου να εξακολουθήσουν να παρέχουν κίνητρα για τη βελτίωση της αποδοτικότητας.

(244)

Επίσης η Γερμανία υπενθυμίζει ότι το ύψος του εύλογου κέρδους πρέπει να συνάδει με προηγούμενες αποφάσεις, με τις οποίες έγινε αποδεκτός για επιχειρήσεις σιδηροδρόμων και λεωφορείων ένας δείκτης ROS μεταξύ 7 % και 8 % (63).

VI.3.3.   Εσφαλμένη κατανομή του κόστους και αξιολόγηση των δαπανών

(245)

Η Γερμανία επαναλαμβάνει ότι οποιαδήποτε μεταφορά επιβαρύνσεων που αφορούν την παροχή καθολικής υπηρεσίας προς τις εμπορικές υπηρεσίες είναι κατ’ ουσία αλλά και νομικά εσφαλμένη. Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών (64) πρέπει το πρόσθετο καθαρό κόστος που συνεπάγεται η παροχή καθολικής υπηρεσίας να χρηματοδοτείται από έσοδα που προέρχονται από το μονοπώλιο των παραδοσιακών ταχυδρομικών υπηρεσιών και όχι από εμπορικές υπηρεσίες.

(246)

Επίσης η Γερμανία υποστηρίζει ότι η στη γνωμοδότηση WIK ορισμένα κόστη της Deutsche Post έχουν ορισθεί σε υπερβολικά χαμηλά επίπεδα:

Οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων τις οποίες είχε την υποχρέωση να καταβάλλει η Deutsche Post έως το 1995, έπρεπε να αφαιρεθούν ως έξοδα και όχι να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατο μέγεθος για το κόστος κεφαλαίου ή/και το εύλογο κέρδος. Παραπέμποντας στη γνωμοδότηση της KPMG, η Γερμανία απορρίπτει τη διαπίστωση της γνωμοδότησης WIK σχετικά με τη δυνατότητα χρησιμοποίησης των επιστροφών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ως υποκατάστατου της καταβολής φόρου επί των κερδών και φόρου μερίσματος. Η Γερμανία εμμένει στην άποψή της ότι οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων αποτελούσαν για την Deutsche Post ένα βάρος που δεν δικαιολογείτο ούτε από αντικειμενικής ούτε από οικονομικής απόψεως. Για τον λόγο αυτόν υποστηρίζει ότι στις δαπάνες για την παροχή καθολικής υπηρεσίας θα έπρεπε να περιληφθούν, εκτός από το κατά προσέγγιση εύλογο κέρδος ως αντάλλαγμα για το δεσμευμένο κεφάλαιο, και οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων.

Σε ό,τι αφορά τις αποσβέσεις, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι εμφανιζόμενες στον επίσημο φορολογικό ισολογισμό πραγματικές αξίες των παγίων στοιχείων ενεργητικού και όχι οι χαμηλότερες λογιστικές αξίες που εμφανίζονταν στους ετήσιους λογαριασμούς.

Θα έπρεπε να περιληφθεί το συνολικό κόστος των πρόσθετων συντάξεων προς τους ιδιωτικούς υπαλλήλους.

VI.4.   Απάντηση σε παρατηρήσεις τρίτων

VI.4.1.   Επιδότηση συντάξεων

(247)

Η Γερμανία υπενθυμίζει ότι η Deutsche Post το 1995 δεν υποχρεούτο νομικά, αλλά ούτε ήταν οικονομικά σε θέση να αναλάβει τις υποχρεώσεις σχετικά με τις συντάξεις. Ως εκ τούτου, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες αποτελούσαν χρέος του κράτους κατά την έννοια της αποφάσεως της Επιτροπής στην υπόθεση Poste Italiane (65). Από την επιδότηση συντάξεων η Deutsche Post δεν άντλησε οικονομικά πλεονεκτήματα.

(248)

Απαντώντας στον ισχυρισμό της UPS ότι κάθε κοινός επιχειρηματίας υποχρεούται να φέρει ο ίδιος τις συνταξιοδοτικές του δαπάνες, η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες για τους δημοσίους υπαλλήλους δεν αποτελούν ανταγωνιστικές δαπάνες που θα μπορούσαν να συγκριθούν με τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης τις οποίες καταβάλλουν οι ανταγωνιστές της Deutsche Post για τους υπαλλήλους τους. Τονίζει ότι οι ανταγωνιστές της Deutsche Post καταβάλλουν στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης μόνο το ποσό που αναλογεί στη συμμετοχή του εργοδότη, χωρίς να φέρουν βάρη του παρελθόντος από υφιστάμενα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

(249)

Η Γερμανία υπογραμμίζει ότι πρέπει να γίνει υπολογισμός της υπεραντιστάθμισης, καθόσον οι UPS και FFPI θεωρούν στις παρατηρήσεις τους ως δεδομένο ότι η Επιτροπή θα προβεί στον εν λόγω υπολογισμό προκειμένου να αποδείξει ότι η Deutsche Post έλαβε υπεραντιστάθμιση.

VI.4.2.   Αντιστάθμιση για την παροχή καθολικής υπηρεσίας

(250)

Αναφερόμενη στην έκθεση της NERA του 2006, η Γερμανία τονίζει ότι η ίδια η Επιτροπή είχε καταλήξει σε σχέση με την υπόθεση COMP/37.821 ότι η απόδοση κεφαλαίου, όπως είχε εκτιμηθεί στην έκθεση NERA για τον τομέα επιστολικών υπηρεσιών της DPWN, δεν αρκούσε για να αποδειχθεί για τους σκοπούς του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ ότι εισπράχθηκαν υπέρμετρα υψηλά επιστολικά τέλη.

(251)

Γενικότερα, η Γερμανία θεωρεί ότι η απόδοση κεφαλαίου δεν ενδείκνυται να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο για την κατάδειξη της ύπαρξης υπέρμετρων κερδών. Μία χαμηλότερη ένταση κεφαλαίου μπορεί να συνοδεύεται από υψηλή απόδοση κεφαλαίου με χαμηλή απόδοση των πωλήσεων. Καθόσον οι περισσότεροι κίνδυνοι απορρέουν από τα έσοδα και τις δαπάνες, η απόδοση των πωλήσεων αποτελεί ιδίως στις επιχειρήσεις με χαμηλή ένταση κεφαλαίου το κατάλληλο κριτήριο για τη διαπίστωση υπέρμετρων κερδών. Αν, όπως συμβαίνει στις εκθέσεις της NERA, χρησιμοποιηθεί η απόδοση των πωλήσεων ως επικουρικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του κέρδους, αποδεικνύεται ότι η απόδοση των πωλήσεων της Deutsche Post ήταν υψηλότερη σε σχέση με εκείνη της Royal Mail αλλά πολύ χαμηλότερη από την απόδοση των πωλήσεων της TNT. Κατά συνέπεια, οι εκτιμώμενες στις εκθέσεις NERA αποδόσεις των πωλήσεων επιστολικών υπηρεσιών της DPWN ήταν πολύ χαμηλότερες σε σχέση με το κριτήριο αναφοράς για το υπέρμετρο κέρδος.

(252)

Ως εκ τούτου η Γερμανία φρονεί ότι ουδεμία συνάφεια υφίσταται μεταξύ αφενός της έκθεσης NERA του 2006 και της επικαιροποιημένης έκδοσής της και, αφετέρου, των ελέγχων που διενεργούνται με βάση το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων, καθόσον τα ανωτέρω κείμενα δεν παρέχουν επαρκείς αποδείξεις την ύπαρξη υπέρμετρων κερδών.

(253)

Επί του ισχυρισμού της UPS ότι η λογιστική καταγραφή του κόστους της Deutsche Post δεν αποτελεί κατάλληλη βάση για την ανάλυση των εσόδων και των επιβαρύνσεων της καθολικής υπηρεσίας, η Γερμανία απαντά ότι η λογιστική καταγραφή του κόστους έχει ελεγχθεί και εγκριθεί τόσο από οικονομικούς ελεγκτές όσο και από την Postregulierungsbehörde, ενώ είναι επιπλέον σύμφωνη με τις διατάξεις της οδηγίας 97/67/ΕΚ.

(254)

Σε ό,τι αφορά τις συμφωνίες για τις χρεώσεις μεταξύ της Deutsche Post και της DPEED, η Γερμανία τονίζει ότι πληρούν τους όρους που τέθηκαν με τη σχετική με τις συμπράξεις απόφαση του έτους 2001. Η Deutsche Post υποβάλλει στην Επιτροπή σε τακτά χρονικά διαστήματα έκθεση σχετικά με την τήρηση των όρων αυτών. Μέχρι τούδε δεν υπήρξαν αντιρρήσεις εκ μέρους της Επιτροπής.

(255)

Επίσης η Γερμανία προβάλλει αντιρρήσεις ως προς τη συνεκτίμηση, στο πλαίσιο του υπολογισμού της υπεραντιστάθμισης, των μεταβιβάσεων περιουσιακών στοιχείων (π.χ. υπό τη μορφή ακινήτων και υποδομής) από τη Γερμανία προς την Deutsche Post το 1995. Υποστηρίζει ότι τις σχετικές πληροφορίες τις διαβίβασε ήδη με τις παρατηρήσεις της επί της απόφασης του 1999 περί κινήσεως της διαδικασίας. Καθόσον το εν λόγω μέτρο δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή στο πλαίσιο της αρνητικής απόφασης του 2002, αλλά ούτε μνημονεύθηκε στο πλαίσιο της απόφασης της Επιτροπής περί κινήσεως της διαδικασίας του 2007, οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων δεν δύνανται κατά την άποψη της Γερμανίας να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας εξέτασης.

VI.4.3.   Επίπεδα μισθών

(256)

Η Γερμανία συμφωνεί ότι ως κριτήριο αναφοράς για τον υπολογισμό των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που καταβλήθηκαν από τους ανταγωνιστές της Deutsche Post θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι ανταγωνιστικοί μισθοί. Εντούτοις παρατηρεί ότι ένα τέτοιο κριτήριο αναφοράς δεν συνάδει με την απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου, καθόσον η Επιτροπή χρησιμοποιεί για τον υπολογισμό των καταβληθεισών από τους ανταγωνιστές εισφορών κοινωνικής ασφάλισης τους αναθεωρημένους ακαθάριστους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και όχι τους ανταγωνιστικούς μισθούς που καταβάλλονται στην ελεύθερη αγορά. Όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση του καθηγητή Weber, το ύψος του ανταγωνιστικού μισθού αντιστοιχεί στο […] % περίπου του ακαθάριστου μισθού ενός υπαλλήλου. Ως εκ τούτου θεωρεί ότι δεν είναι εύλογο να χρησιμοποιούνται οι αναθεωρημένοι ακαθάριστοι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων ως κριτήριο αναφοράς για τον υπολογισμό των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

(257)

Κατά την άποψη της Γερμανίας, ο ισχυρισμός του BIEK, ότι η Deutsche Post χρησιμοποίησε τους συμφωνημένους μισθούς ως κριτήριο αναφοράς για τον υπολογισμό των μισθών που βαρύνουν την ίδια σε σχέση με εκείνους που βαρύνουν τους ανταγωνιστές της, δεν ευσταθεί. Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι από τη γνωμοδότηση του καθηγητή Weber προκύπτει ότι η Deutsche Post προσδιόρισε τους ανταγωνιστικούς μισθούς με βάση τους πραγματικούς μισθούς που καταβάλλουν οι ανταγωνιστές της.

VII.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΗΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

VII.1.   Κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ

(258)

Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ «Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές». Ως εκ τούτου, για να κρίνει εάν ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει αν πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια: Το μέτρο πρέπει να χορηγείται από το κράτος και να χρησιμοποιούνται κρατικοί πόροι, να οδηγεί σε ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή κλάδων νοθεύοντας τον ανταγωνισμό και να επηρεάζει τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές.

(259)

Η επιδότηση συντάξεων ερείδεται στο άρθρο 16 του PostPersG 1994 και χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, συνεπώς χορηγείται από το κράτος και με κρατικούς πόρους κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Καθόσον η επιδότηση συντάξεων χορηγήθηκε μόνο στο ταμείο συντάξεων προκειμένου να απαλλαγεί η Deutsche Post από δαπάνες για τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων, και ως εκ τούτου τελικά αποβαίνει προς όφελος της Deutsche Post, είναι επιλεκτική.

VII.1.1.   Οικονομικό πλεονέκτημα λόγω της ταχυδρομικής μεταρρύθμισης του 1995

(260)

Επικαλούμενη την απόφαση Combus η Γερμανία ισχυρίζεται ότι η επιδότηση συντάξεων δεν συνεπάγεται ορισμένο οικονομικό πλεονέκτημα, καθόσον η επιδότηση αυτή απάλλαξε την Deutsche Post από το βάρος της καταβολής μη ανταγωνιστικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

(261)

Για να διαπιστωθεί αν διαμέσου της επιδότησης συντάξεων παρασχέθηκε επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα, πρέπει να εξεταστεί αν η επιδότηση αυτή επέτρεψε στην Deutsche Post να μην επωμιστεί δαπάνες που κανονικά έπρεπε να πραγματοποιηθούν από τους οικονομικούς πόρους της επιχείρησης και κατ’ αυτόν τον τρόπο εμποδίστηκαν οι συνήθεις συνέπειες των δυνάμεων της αγοράς (66).

(262)

Η Επιτροπή δεν δέχεται όσα ισχυρίζεται η Γερμανία επικαλούμενη την απόφαση Combus. Επισημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποδεχτεί την εν λόγω απόφαση, καθώς και το γεγονός ότι σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου εκφράζουν την αντίθεσή τους προς τη θεωρία κατά την οποία δεν αποτελούν κρατική ενίσχυση τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται προς αντιστάθμιση διαρθρωτικών μειονεκτημάτων. Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το εν λόγω ζήτημα, η ύπαρξη ή μη κρατικής ενίσχυσης εκτιμάται με βάση τα αποτελέσματα των κρατικών μέτρων και όχι με βάση τους λόγους ή τους σκοπούς για τους οποίους έχουν ληφθεί (67). Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της ενίσχυσης περιλαμβάνει και τις παρεμβάσεις οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, μειώνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης (68). Επίσης, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι δαπάνες που συνδέονται με την αμοιβή των εργαζομένων σε μια επιχείρηση επιβαρύνουν, ως εκ της φύσεώς τους, τον προϋπολογισμό της επιχείρησης, ανεξάρτητα από το αν οι δαπάνες αυτές απορρέουν ή όχι από νομικές υποχρεώσεις ή από συλλογικές συμβάσεις (69). Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι ακόμη και αν σκοπός του κρατικού μέτρου είναι η αντιστάθμιση πρόσθετων δαπανών, αυτό δεν αρκεί για να αποκλεισθεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να πρόκειται για κρατική ενίσχυση (70).

(263)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι υποχρεώσεις που έχει μία επιχείρηση βάσει της εργατικής νομοθεσίας ή των συλλογικών συμβάσεων με τα εργατικά σωματεία, όπως είναι οι υποχρεώσεις που αφορούν τις συντάξεις, αποτελούν μέρος των συνήθων εξόδων μιας επιχείρησης τα οποία πρέπει να καταβάλλονται από ίδιους πόρους (71). Κατά συνέπεια, κάθε κρατική συμμετοχή στα εν λόγω έξοδα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ενίσχυση, ανεξάρτητα από το εάν οι πληρωμές πραγματοποιούνται άμεσα στην επιχείρηση ή εάν χορηγούνται μέσω δημοσίου φορέα στους εργαζόμενους (72). Εν προκειμένω δεν ενδιαφέρει αν η επιχείρηση φέρει τις δαπάνες για τις συντάξεις υπό την έννοια της άμεσης χρηματοδότησης των συντάξεων των πρώην εργαζομένων της (όπως η Deutsche Post για τους απασχολούμενους από αυτή δημόσιους υπαλλήλους) ή υπό τη μορφή της συνεισφοράς στο ταμείο ασφάλισης των ιδιωτικών υπαλλήλων, το οποίο με τη σειρά του χρησιμοποιεί τις καταβληθείσες εισφορές για τον σκοπό της χρηματοδότησης των συντάξεων όλων των ιδιωτικών υπαλλήλων. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο, η επιχείρηση βαρύνεται με το σύνολο των συνταξιοδοτικών δαπανών.

(264)

Περαιτέρω η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Deutsche Bundespost έχει περιβληθεί από της ιδρύσεώς της τον νομικό τύπο του ειδικού περιουσιακού στοιχείου. Τα ειδικά περιουσιακά στοιχεία δεν έχουν μεν αυτοτελή νομική προσωπικότητα, διαθέτουν όμως δικό τους προϋπολογισμό και δικά τους βιβλία (άρθρα 3 PostVwG 1953 και § 48 HGrG (73)). Με βάση τις διοικητικές διατάξεις που ισχύουν για τις δημόσιες υπηρεσίες, ο προϋπολογισμός τους πρέπει να περιλαμβάνει τις δαπάνες προσωπικού, στις οποίες ανήκουν και τα έξοδα για συντάξεις για τους πρώην υπαλλήλους τους που έχουν συνταξιοδοτηθεί (§ 10 HGrG). Ως εκ τούτου, η Deutsche Post ήδη από το 1950 κατέβαλλε τα έξοδα αυτά από δικούς της πόρους. Κατά το άρθρο 15 του PostVwG 1953 απαγορεύεται ρητά η επιχορήγηση της Deutsche Bundespost από το δημόσιο ταμείο. Την εν λόγω διάταξη διαδέχθηκε το άρθρο 37 παράγραφος 1 PostVerfG 1989.

(265)

Το PostVerfG 1989 επιβεβαιώνει την υποχρέωση αυτή στο κεφάλαιο σχετικά με το καθεστώς προσωπικού και κοινωνικής ασφάλισης. Κατά το άρθρο 54 παράγραφος 2 PostVerfG 1989, η Deutsche Post έφερε την υποχρέωση να χρηματοδοτεί όλες τις δαπάνες της, περιλαμβανομένων των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων της, από δικούς της πόρους.

(266)

Μετά τη δεύτερη ταχυδρομική μεταρρύθμιση, η οποία έλαβε χώρα το 1995, η Deutsche Post παρέμεινε κατά το άρθρο 2 παράγραφος 3 PostPersRG 1994 υπόχρεα για την ικανοποίηση περιουσιακών αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων, το κόστος των οποίων και εξακολούθησε να επιβαρύνεται, αν και απαλλάχθηκε μερικώς από την υποχρέωση καταβολής του κόστους για τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 PostPersRG 1994 η Deutsche Post κατέβαλε για τα έτη 1995 έως 1999 ετήσιο κατ’ αποκοπή ποσό ύψους 2,045 δισεκατ. EUR προς το ταμείο συντάξεων. Από το 2000 και εφεξής το ετήσιο κατ’ αποκοπή ποσό αντικαταστάθηκε δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 2 PostPersRG 1994 από ποσό ίσο με ποσοστό 33 % του συνολικού ύψους της μισθοδοσίας των υπαλλήλων. Επίσης το άρθρο 16 παράγραφος 2 Post PersRG 1994 όριζε ότι από το 1995 και εφεξής οι υπολειπόμενες συνταξιοδοτικές δαπάνες θα αναλαμβάνονταν από το κράτος. Το σχήμα 1 απεικονίζει τις ετήσιες πληρωμές με αφετηρία το 1995, οπότε είχαν καταβληθεί 151 εκατ. EUR.

(267)

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η Γερμανία για να αποδείξει ότι η DPAG βαρυνόταν με υψηλότερες δαπάνες για συντάξεις από ό,τι οι ιδιώτες ανταγωνιστές της, παρότι δεν συνδέονται με το ζήτημα του χαρακτηρισμού της επιδότησης συντάξεων ως ενίσχυσης, πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον έλεγχο της συμβατότητας.

(268)

Ένα από τα επιχειρήματα της Γερμανίας είναι ότι προκειμένου να διαπιστωθεί αν η Deutsche Post αποκόμισε οικονομικό πλεονέκτημα από την επιδότηση συντάξεων, οι εισφορές που κατέβαλε η Deutsche Post στο ταμείο συντάξεων θα πρέπει να συγκριθούν με την αναλογία της συμμετοχής των ιδιωτών εργοδοτών στις εισφορές για την καταβολή συντάξεων, χωρίς να συνυπολογίζεται η συμμετοχή των εργαζομένων. Το επιχείρημα αυτό αφορά τη συμβατότητα του μέτρου με την εσωτερική αγορά, θα πρέπει όμως για λόγους πληρότητας να παρατηρηθεί εν προκειμένω ότι ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στο ταμείο κοινωνικής ασφάλισης το ποσό της εισφοράς που αναλογεί στη συμμετοχή του μισθωτού επί της συνολικής καταβλητέας εισφοράς παρακρατώντας το από τον ακαθάριστο μισθό. Εξάλλου, πρέπει ιδιαιτέρως να επισημανθεί ότι όταν ένα κράτος μέλος ελαφρύνει τους εργαζόμενους μιας συγκεκριμένης επιχείρησης από κάποιο βάρος που άλλως θα τους επιβάρυνε, τότε δημιουργείται πλεονέκτημα για τον συγκεκριμένο εργοδότη, καθόσον με το μέτρο αυτό μειώνεται η διαφορά μεταξύ ακαθάριστου και καθαρού μισθού. Αυτό επιτρέπει στον εργοδότη να προσλαμβάνει ή/και να απασχολεί εργαζόμενους με χαμηλότερο ακαθάριστο μισθό. Κατά συνέπεια, τυχόν πλεονέκτημα σε σχέση με τη συμμετοχή του εργαζόμενου στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης συνεπάγεται πλεονέκτημα και για τον εργοδότη.

(269)

Ένα άλλο επιχείρημα που πρόβαλε η Γερμανία είναι ότι για να έχει αποκομίσει η Deutsche Post οικονομικό πλεονέκτημα από την αντιστάθμιση των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών της, θα έπρεπε οι αντισταθμιστικές παροχές που έλαβε η ίδια να ήταν υψηλότερες σε σχέση με τις συνολικές μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες τις οποίες επιβαρυνόταν για τους δημοσίους υπαλλήλους που απασχολούσε στους τομείς των διατιμημένων και των μη διατιμημένων υπηρεσιών. Παραπέμποντας στην ανωτέρω αιτιολογική σκέψη 260, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το γεγονός ότι ένα μέτρο αποτελεί αντιστάθμιση δεν αποκλείει καταρχήν το ενδεχόμενο να συνιστά κρατική ενίσχυση.

(270)

Επίσης η Γερμανία εμμένει στην άποψή της ότι υπόχρεο για τη χρηματοδότηση των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων ήταν στην πραγματικότητα ανέκαθεν το κράτος. Καθόσον η ταχυδρομική μεταρρύθμιση του 1995 δεν επέφερε οποιαδήποτε αλλαγή σε σχέση με την ευθύνη του κράτους απέναντι στους δημόσιους υπαλλήλους, η Deutsche Post δεν αποκτά οικονομικό πλεονέκτημα λόγω της επιδότησης συντάξεων.

(271)

Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, μολονότι κατά τα άρθρα 3 PostVwG 1953 και § 2 PostVerfG 1989 η ευθύνη για τις υποχρεώσεις του ειδικού περιουσιακού στοιχείου βαρύνει σαφώς το ίδιο, και όχι το δημόσιο, υπόχρεο για τη διασφάλιση της χρηματοδότησης των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων ήταν τελικά το κράτος. Ωστόσο, σύμφωνα με τους νόμους περί ταχυδρομικών υπηρεσιών αλλά και τις γενικές διατάξεις, οι συνταξιοδοτικές εισφορές εγγράφονταν έως το 1995 στον προϋπολογισμό του ειδικού περιουσιακού στοιχείου «Deutsche Bundespost». Οι εν λόγω εισφορές έπρεπε να καταβάλλονται εξ ολοκλήρου από τα έσοδα που πραγματοποιούσε το ειδικό περιουσιακό στοιχείο. Κατά την εκτίμηση με βάση τις διατάξεις για τις κρατικές ενισχύσεις, το καθοριστικής σημασίας ζήτημα δεν είναι το ποιος τελικά εγγυάται τη χρηματοδότηση των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά το ποιος υποχρεούται κανονικά, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, να προβεί στη χρηματοδότησή τους. Κατά τις διατάξεις των PostVwG 1953, HGrG και PostVerfG 1989 είναι σαφές ότι η υποχρέωση αυτή βαρύνει εξ ολοκλήρου την Deutsche Post.

(272)

Εξάλλου, οι δαπάνες σχετικά με τις συντάξεις αποτελούν στο σύνολό τους κανονικές δαπάνες εκμετάλλευσης, ανεξάρτητα από το αν η υπόχρεα επιχείρηση είναι δημόσια ή ιδιωτική και από το αν έχει ή όχι νομική προσωπικότητα. Μεταξύ κρατών μελών, αλλά και στο εσωτερικό ορισμένων κρατών μελών, έχει αναπτυχθεί ένα μεγάλο φάσμα συστημάτων χρηματοδότησης συντάξεων. Συχνά συμβαίνει να εφαρμόζονται διάφορα συστήματα ανάλογα με τον χρόνο πρόσληψης. Κατά συνέπεια, όπως κάθε επιχείρηση έτσι και η Deutsche Post οφείλει να φέρει τις συνταξιοδοτικές δαπάνες για όλους τους εργαζομένους της, περιλαμβανομένων των δημοσίων υπαλλήλων. Το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος τρόπος χρηματοδότησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων διαφέρει από τον τρόπο χρηματοδότησης των συντάξεων των ιδιωτικών υπαλλήλων δεν επηρεάζει την υποχρέωση της Deutsche Post να εντάσσει τις συνταξιοδοτικές της δαπάνες στα τακτικά έξοδα λειτουργίας της. Η αποδοχή του ισχυρισμού της Γερμανίας θα σήμαινε ότι το κράτος θα μπορούσε να απαλλάξει μια δημόσια επιχείρηση από ένα σημαντικό παράγοντα κόστους ο οποίος συνδέεται με την τακτική της λειτουργία.

(273)

Τέλος, ο ισχυρισμός της Γερμανίας ότι η Deutsche Post δεν διέθετε ποτέ επαρκείς ίδιους πόρους για τη χρηματοδότηση των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολεί, παραβλέπει το γεγονός ότι η εκτίμηση σχετικά με την ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος δεν συναρτάται με την οικονομική απόδοση μιας επιχείρησης.

(274)

Καθόσον με την ταχυδρομική μεταρρύθμιση του 1995 η Deutsche Post απαλλάχτηκε μερικώς από την υποχρέωση χρηματοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολεί, αποκόμισε από την επιδότηση συντάξεων οικονομικό πλεονέκτημα.

VII.1.2.   Νόθευση του ανταγωνισμού και επηρεασμός των συναλλαγών

(275)

Οικονομική ενίσχυση χορηγούμενη από το δημόσιο η οποία ενισχύει τη θέση μιας επιχείρησης σε σχέση με εκείνη άλλων ανταγωνιστικών στα πλαίσια των συναλλαγών εντός της Ένωσης επιχειρήσεων, πρέπει να θεωρείται ότι επηρεάζει τις συναλλαγές εντός της Ένωσης. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία (74) [51], για να στρεβλώνει ένα μέτρο τον ανταγωνισμό και να επηρεάζονται οι συναλλαγές αρκεί ο αποδέκτης της ενίσχυσης να ανταγωνίζεται άλλες επιχειρήσεις σε αγορές που είναι ανοικτές στον ανταγωνισμό.

(276)

Στη Γερμανία οι αγορές διανομής δεμάτων, εφημερίδων και περιοδικών ήταν ανέκαθεν ανοικτές στον ανταγωνισμό. Στις αγορές αυτές η POSTDIENST πάντα ανταγωνιζόταν άλλες επιχειρήσεις, ορισμένες εκ των οποίων προέρχονταν από άλλα κράτη μέλη (όπως για παράδειγμα οι UPS, FedEx, TNT Express, GLS και DPD). Κατά την περίοδο από το 1998 έως το 2007 η DPAG απώλεσε σταδιακά την αποκλειστική άδεια που κατείχε στον τομέα των επιστολικών υπηρεσιών. Με την απελευθέρωση της αγοράς εισήλθαν σε αυτήν νέες επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, η ενίσχυση επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και είναι πιθανό να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό.

(277)

Επίσης η Επιτροπή παρατηρεί συναφώς ότι η Deutsche Post και η θυγατρική της εταιρεία συμμετοχών DPWN δραστηριοποιήθηκαν από το 1997 και εφεξής στην παροχή υπηρεσιών δεμάτων σε ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές. Ήδη το 1999 η DPWN κατείχε ηγετική θέση στην ευρωπαϊκή αγορά δεμάτων και ταχυμεταφορών πραγματοποιώντας έσοδα ύψους 4,6 δισεκατ. EUR περίπου ετησίως. Μετά την εξαγορά της DHL το 1998, η DPWN επέκτεινε τη δραστηριότητά της σε χώρες της Ασίας και της Βορείου Αμερικής. Αφού εξαγόρασε και μια σειρά επιχειρήσεων εφοδιαστικής υποστήριξης (όπως την Danzas, την Nedlloyd, την ASG και την Air Express International) η DPWN κατέστη μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις αεροπορικής και θαλάσσιας μεταφοράς φορτίων και υπηρεσιών εφοδιαστικής υποστήριξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Εξάλλου η DPWN δραστηριοποιείται και σε ταχυδρομικές αγορές εκτός Γερμανίας (για παράδειγμα έχει εξαγοράσει την Unipost στην Ισπανία και την Williams Lee στο Ηνωμένο Βασίλειο). Μεταξύ του 1998 και του 2007 η DPWN εξαγόρασε επιχειρήσεις συνολικής αξίας 21 δισεκατ. EUR περίπου (75).

(278)

Με βάση τα παραπάνω η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιδότηση συντάξεων αποτελεί κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

VII.2.   Αξιολόγηση με βάση τους κανόνες για τις υφιστάμενες ενισχύσεις κατά το άρθρο 108 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ

(279)

Σύμφωνα με την άποψη της Γερμανίας, η επιδότηση συντάξεων, αν ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελεί κρατική ενίσχυση, σε κάθε περίπτωση αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι από το 1953, έτος κατά το οποίο τέθηκαν σε ισχύ οι σχετικές διατάξεις του γερμανικού Grundgesetz, τελικός οφειλέτης και υπόχρεος προς χρηματοδότηση των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων είναι το κράτος. Εμμένει επίσης στην άποψή της ότι η σύσταση του ταμείου συντάξεων δεν επέφερε αλλαγές στο καθεστώς αυτό.

(280)

Κατά το άρθρο 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, ως υφιστάμενη ενίσχυση νοούνται όλες οι ενισχύσεις οι οποίες υφίσταντο πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης στο οικείο κράτος μέλος, δηλαδή καθεστώτα ενισχύσεων και ατομικές ενισχύσεις που είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν, και εφαρμόζονται ακόμη έπειτα, από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης.

(281)

Μέχρι το 1995 οι καταβολές για συντάξεις περιλαμβάνονταν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τα ταχυδρομεία και τις γενικές νομοθετικές διατάξεις στον προϋπολογισμό του ειδικού περιουσιακού στοιχείου «Deutsche Bundespost» και έπρεπε να καλύπτονται εξ ολοκλήρου από έσοδα που πραγματοποιούσε το ειδικό περιουσιακό στοιχείο (αναλυτική αναφορά στις εν λόγω διατάξεις έγινε ανωτέρω στις αιτιολογικές σκέψεις 262 και 263). Ως εκ τούτου, πριν από τη δεύτερη ταχυδρομική μεταρρύθμιση, η οποία έλαβε χώρα το 1995, η Deutsche Post ήταν υποχρεωμένη να χρηματοδοτεί τις δαπάνες που αφορούσαν τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων από δικούς της πόρους, ενώ δεν λάμβανε ενισχύσεις οι οποίες προορίζονταν να την ελαφρύνουν από τις δαπάνες αυτές.

(282)

Η ίδρυση της DPAG και η σύσταση του Postpensionsfonds οδήγησαν το 1995 σε μία ριζική αναμόρφωση της χρηματοδότησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων. Μετά τη δεύτερη ταχυδρομική μεταρρύθμιση, η οποία έλαβε χώρα το 1995, η Deutsche Post παρέμεινε κατά το άρθρο 2 παράγραφος 3 PostPersRG 1994 υπόχρεα για την καταβολή περιουσιακών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων, το κόστος των οποίων εξακολούθησε να επιβαρύνεται. Ωστόσο απαλλάχθηκε μερικώς από την υποχρέωση καταβολής του κόστους για τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων. Κατά το άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2 PostPersRG 1994 η Deutsche Post δεν ήταν πλέον υποχρεωμένη να χρηματοδοτήσει το κόστος συντάξεων παρά μόνο μέχρι του ύψους ενός καθορισμένου κατ’ αποκοπή ποσού (για την περίοδο 1995 — 1999) ή καθορισμένων εισφορών (για την περίοδο μετά το έτος 2000). Η υπολειπόμενη διαφορά καλυπτόταν έκτοτε από την επιδότηση συντάξεων.

(283)

Ως εκ τούτου, η επιδότηση συντάξεων αποτελεί νέα ενίσχυση καθόσον θεσπίστηκε το 1995.

(284)

Σε σχέση με την αναφορά της Γερμανίας στη δήλωση της Επιτροπής στην υπόθεση T-266/02, η Επιτροπή διευκρινίζει καταρχάς, ότι στην αιτιολογική σκέψη 54 το Γενικό Δικαστήριο αναφέρεται στη θέση της Γερμανίας (και όχι στη θέση της Επιτροπής, όπως διατείνεται η Γερμανία). Από την αιτιολογική σκέψη 54 της απόφασης προκύπτει ότι, ακόμη και κατά την εκτίμηση της Γερμανίας, η αρνητική απόφαση του 2002 δεν είχε κρίνει την επιδότηση συντάξεων. Η θέση της Επιτροπής αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 61 της αποφάσεως ως ακολούθως:

«Κατά πρώτο λόγο, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι, στο μέτρο που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι μόνον τα ποσά που η DB-Telekom μετέφερε στην προσφεύγουσα ήταν κρίσιμα, είναι αδιανόητο το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι οι λοιποί κρατικοί πόροι, τους οποίους αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν της είχαν παράσχει κανένα πλεονέκτημα.»

(285)

Κατά συνέπεια, η απόφαση δεν στηρίζει την άποψη της Γερμανίας ότι με τη δήλωσή τους οι εκπρόσωποι της Επιτροπής έκαναν δήθεν εμμέσως αποδεκτή την επιδότηση συντάξεων. Σε κάθε περίπτωση είναι προφανές ότι μία τέτοια δήλωση δεν μπορεί να έχει τέτοιο αποτέλεσμα.

(286)

Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έχει διαπιστώσει στην υπόθεση T-421/07 (76) ότι η απόφαση του 1999 περί κινήσεως της διαδικασίας είχε ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, και την επιδότηση συντάξεων και ότι η επίσημη διαδικασία ελέγχου του μέτρου αυτού δεν είχε περατωθεί με την αρνητική απόφαση 2002.

(287)

Καθόσον η Επιτροπή ουδέποτε εξέδωσε απόφαση σύμφωνα με την οποία η επιδότηση συντάξεων δεν συνιστά ενίσχυση ή/και ενίσχυση συμβιβάσιμη με εσωτερική αγορά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιδότηση συντάξεων συνιστά νέα κρατική ενίσχυση.

VII.3.   Αξιολόγηση της συμβατότητας της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά με βάση το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ

(288)

Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 107 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ και 107 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) της ΣΛΕΕ είναι προφανές ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν.

(289)

Στην απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας η Επιτροπή δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, η επιδότηση συντάξεων που πραγματοποιείται ως αντιστάθμιση για την παροχή δημοσίων υπηρεσιών να συμβιβάζεται, έστω εν μέρει, με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Στην απάντησή της επί της αποφάσεως του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας η Γερμανία τόνισε ότι η επιδότηση συντάξεων, αν ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελεί κρατική ενίσχυση, θα έπρεπε να εξετασθεί με βάση το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ και όχι με βάση το άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Στην απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου η Επιτροπή περιέγραψε επίσης μία μέθοδο για την εξέταση της συμβατότητα της επιδότησης συντάξεων βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ. Η Γερμανία είχε υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της μεθόδου αυτής.

(290)

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (77) το κράτος μέλος οφείλει να αναφέρει όλους τους λόγους που συνηγορούν υπέρ της συμβατότητας με την εσωτερική αγορά και να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτεί η συμβατότητα αυτή. Η εν λόγω απόφαση καθιστά συνεπώς ακόμη πιο σαφές ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη στην παρούσα περίπτωση να εξετάσει τη συμβατότητα της επιδότησης συντάξεων με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, αν το κράτος μέλος και ο δικαιούχος της επιδότησης αρνούνται ρητώς την εξέταση της συμβατότητας βάσει της διάταξης αυτής.

(291)

Για τον λόγο αυτόν η Επιτροπή θα ελέγξει αν η επιδότηση συντάξεων αποτελεί ενίσχυση που συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή δύναται να θεωρηθεί ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.

(292)

Σύμφωνα με τη νομολογία, η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά οι κρατικές ενισχύσεις που συμβάλλουν στην υλοποίηση στόχων κοινού συμφέροντος, (78), είναι αναγκαίες για την υλοποίηση τέτοιων στόχων (79) και δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον (αρχή της αναλογικότητας).

VII.3.1.   Το άνοιγμα της αγοράς στον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών ως στόχος κοινού συμφέροντος

(293)

Οι ταχυδρομικές υπηρεσίες συμβάλλουν στην κοινωνική, οικονομική και εδαφική συνοχή της Ένωσης. Το άνοιγμα της αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών στον ανταγωνισμό, το οποίο σε επίπεδο ΕΕ ξεκίνησε το 1998, οδήγησε σε άνοδο της ποιότητας, αύξηση της αποτελεσματικότητας και καλύτερη ανταπόκριση στις ανάγκες των χρηστών (80). Καθιστώντας δυνατή τη δημιουργία εσωτερικής αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών, το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών συμβάλλει στην υλοποίηση της εγκαθίδρυσης της εσωτερικής αγοράς που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ.

(294)

Μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία, το 1995, η Deutsche Post δεν προσέλαβε άλλους δημοσίους υπαλλήλους. Ως εκ τούτου, οι υποχρεώσεις της στον τομέα των κοινωνικών παροχών προς δημοσίους υπαλλήλους ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του ανοίγματος της ταχυδρομικής αγοράς στον ανταγωνισμό. Είναι αντίστοιχες με το «λανθάνον κόστος» το οποίο απορρέει από υποχρεώσεις που η κατεστημένη επιχείρηση είχε αναλάβει προ του ανοίγματος της αγοράς και δεν μπορεί να εκπληρώσει υπό τους ίδιους όρους σε περιβάλλον ανταγωνισμού, καθόσον πλέον δεν είναι σε θέση να μετακυλίσει το αντίστοιχο κόστος στους χρήστες των υπηρεσιών. Αν η Deutsche Post δεν είχε απαλλαγεί έστω από μέρος αυτών των «βαρών του παρελθόντος» θα ήταν αναγκασμένη να εγκαταλείψει την αγορά.

(295)

Η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει τη βασιμότητα της άποψης ότι η προοδευτική μετάβαση από μια κατάσταση ιδιαίτερα περιορισμένου ανταγωνισμού σε συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού σε επίπεδο ΕΕ πρέπει να γίνει με όρους αποδεκτούς από οικονομική άποψη (81). Για τον λόγο αυτόν ενέκρινε, με σειρά αποφάσεών της, τη χορήγηση από ορισμένα κράτη μέλη ενισχύσεων που απέβλεπαν στην απαλλαγή των κατεστημένων επιχειρήσεων από ένα μέρος των βαρών του παρελθόντος που αφορούσαν σε συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις (82).

VII.3.2.   Αναγκαιότητα και αναλογικότητα της επιδότησης συντάξεων

(296)

Η Επιτροπή υποστήριξε στις αποφάσεις της ότι η ελάφρυνση στον τομέα των δαπανών για συντάξεις δεν πρέπει να υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την εξίσωση των εισφορών που καταβάλλονται από την κατεστημένη επιχείρηση με αυτές που καταβάλλονται από τους ανταγωνιστές της (83).

(297)

Στην προκείμενη περίπτωση η Επιτροπή αποδέχεται ότι χωρίς την κρατική παρέμβαση η οποία την απάλλαξε από ένα μέρος των συνταξιοδοτικών της βαρών, η Deutsche Post δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τη θέση της απέναντι στον ανταγωνισμό Λόγω των προερχόμενων από το παρελθόν κοινωνικών επιβαρύνσεων, τις οποίες δεν επωμίζονται οι ανταγωνιστές της, η Deutsche Post θα είχε εκτοπιστεί από τους ανταγωνιστικούς τομείς της αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών.

(298)

Στην απόφαση La Poste η Επιτροπή προέβη για πρώτη φορά σε αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας ενός μέτρου ενίσχυσης με το οποίο μειώθηκαν οι συνταξιοδοτικές δαπάνες για δημοσίους υπαλλήλους που είχαν προσληφθεί πριν από την απελευθέρωση της αγοράς. Στην εν λόγω απόφαση η Επιτροπή εξέτασε αν η επιδότηση συντάξεων επιτρέπει την εξισορρόπηση των επιπέδων των υποχρεωτικών κοινωνικών επιβαρύνσεων μεταξύ της κατεστημένης επιχείρησης και των άλλων επιχειρήσεων του κλάδου των υπηρεσιών αλληλογραφίας και αποστολής δεμάτων (84).

(299)

Την ίδια προσέγγιση θα επιχειρήσει να εφαρμόσει η Επιτροπή και στην παρούσα υπόθεση. Η εξέταση θα πραγματοποιηθεί σε τρεις φάσεις:

1.

Αρχικά η Επιτροπή θα προσδιορίσει το ύψος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που καταβάλλουν άλλες επιχειρήσεις του κλάδου των υπηρεσιών αλληλογραφίας και αποστολής δεμάτων.

2.

Ακολούθως πρέπει να διαπιστώσει το ύψος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που επιβαρύνεται η Deutsche Post για τους υπαγόμενους σε αυτή δημοσίους υπαλλήλους.

3.

Τέλος πρέπει να εξετάσει αν το ύψος των εισφορών είναι σε αμφότερες τις περιπτώσεις το ίδιο.

VII.3.2.1.   Το ύψος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης άλλων επιχειρήσεων του κλάδου των υπηρεσιών αλληλογραφίας και αποστολής δεμάτων

(300)

Το ύψος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης καθορίζεται από δύο παράγοντες: τον συντελεστή εισφοράς και τη μισθολογική βάση επί της οποίας αυτός υπολογίζεται.

α)   Προσδιορισμός του συντελεστή που αποτελεί το κριτήριο αναφοράς

(301)

Οι ιδιώτες ανταγωνιστές υποχρεούνται να χρηματοδοτούν από τα έσοδά τους τόσο το ποσοστό της εισφοράς που αναλογεί στον εργοδότη όσο και εκείνο που αναλογεί στον εργαζόμενο. Όπως φαίνεται στο σχήμα 2, κατά την περίοδο από το 1995 και εφεξής ο συντελεστής εισφοράς ανήλθε σε 38 % έως 42 % του ακαθάριστου μισθού του ιδιωτικού υπαλλήλου (ακαθάριστος μισθός = καθαρός μισθός + εισφορά εργοδότη). Η συμμετοχή του εργοδότη και του εργαζόμενου στον συντελεστή εισφοράς κοινωνικής ασφάλισης ανήλθε σε ποσοστά από 19 % έως 21 % του ακαθάριστου μισθού για τον καθένα (βλέπε αναλυτικές χρονοσειρές στο παράρτημα).

(302)

Σε αντίθεση με το ποσοστό συμμετοχής των ιδιωτικών υπαλλήλων στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, το ποσοστό συμμετοχής των δημοσίων υπαλλήλων ανέρχεται σε μόλις 30 % έως 50 % των δαπανών υγείας, δεν περιλαμβάνει όμως περαιτέρω εισφορές στις δαπάνες συντάξεων, υγείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Ως εκ τούτου, η εισφορά της Deutsche Post υπερβαίνει την αντίστοιχη εισφορά των ιδιωτών εργοδοτών καλύπτοντας το σύνολο των συνταξιοδοτικών δαπανών καθώς και τις υπολειπόμενες δαπάνες υγείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης.

(303)

Συνεπώς, κατά τον προσδιορισμό του σχετικού κριτηρίου αναφοράς για την Deutsche Post θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η συμμετοχή των δημοσίων υπαλλήλων στις εισφορές είναι χαμηλότερη από εκείνη των ιδιωτικών υπαλλήλων.

(304)

Το ποσοστό συμμετοχής των δημοσίων υπαλλήλων στις δαπάνες υγείας και περίθαλψής τους σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, το οποίο ανέρχεται σε 30 % έως 50 %, μπορεί να θεωρηθεί ότι από άποψη οικονομικού αποτελέσματος αντιστοιχεί κατ’ ουσία στη συμμετοχή των ιδιωτικών υπαλλήλων στις εισφορές της υποχρεωτικής τους ασφάλισης υγείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης (η οποία συμμετοχή ανήλθε για παράδειγμα το 2006 σε 8,50 % του ακαθάριστου μισθού των ιδιωτικών υπαλλήλων).

(305)

Καθόσον οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν καταβάλλουν εισφορές στην ασφάλιση συντάξεων και ανεργίας, η Deutsche Post υποχρεούται να αναλάβει ένα αντίστοιχο ποσό προκειμένου να επιβαρύνεται εισφορές κοινωνικής ασφάλισης σε ύψος ανάλογο με αυτό των εισφορών υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης που οι ιδιωτικές επιχειρήσεις καταβάλλουν από τα έσοδά τους.

(306)

Κατά συνέπεια, όπως φαίνεται στον πίνακα, ο συντελεστής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης της Deutsche Post που θα αποτελεί κριτήριο αναφοράς (στο εξής: «συντελεστής αναφοράς») θα πρέπει να περιλαμβάνει το συνολικό ποσοστό εισφοράς (= συμμετοχή εργοδότη- + συμμετοχή εργαζομένου) στην ασφάλιση συντάξεων και ανεργίας καθώς και τη συμμετοχή του εργοδότη στην ασφάλιση ασθενείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης.

Σχήμα 7

Προσδιορισμός του συντελεστή αναφοράς για τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης της Deutsche Post

Image 5

Εισφορές υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης των ιδιωτών ανταγωνιστών

Προσδιορισμός συντελεστών αναφοράς για τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης της Deutsche Post

Εργοδότης

Εργαζόμενος

Συμμετοχή εργοδότη στη συνταξιοδοτική ασφάλιση

Συμμετοχή εργοδότη στην ασφάλιση ανεργίας

Συμμετοχή εργοδότη στην ασφάλιση ασθενείας

Συμμετοχή εργοδότη στην ασφάλιση περίθαλψης

Συμμετοχή εργαζομένου στην συνταξιοδοτική ασφάλιση

Συμμετοχή εργαζομένου στην ασφάλιση ανεργίας

Συμμετοχή εργαζομένου στην ασφάλιση ασθενείας

Συμμετοχή εργαζομένου στην ασφάλιση περίθαλψης

Συμμετοχή εργοδότη στη συνταξιοδοτική ασφάλιση

Συμμετοχή εργοδότη στην ασφάλιση ανεργίας

Συμμετοχή εργοδότη στην ασφάλιση ασθενείας

Συμμετοχή εργοδότη στην ασφάλιση περίθαλψης

Συμμετοχή εργαζομένου στην συνταξιοδοτική ασφάλιση

Συμμετοχή εργαζομένου στην ασφάλιση ανεργίας

Οι δημόσιοι υπάλληλοι βαρύνονται με ένα μέρος των δαπανών για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (ορίζεται στο 50 %)

Deutsche Post

Δημόσιοι υπάλληλοι

(307)

Όπως προκύπτει από το σχήμα 8, κατά την περίοδο 2003-2010 ο συντελεστής αναφοράς κυμάνθηκε σε ποσοστά μεταξύ 30 % και 34,1 % του ακαθάριστου μισθού των ιδιωτικών υπαλλήλων (85).

(308)

Η Γερμανία αντιτείνει ότι σε περίπτωση χρησιμοποίησης κριτηρίου αναφοράς υψηλότερου από τη συμμετοχή του εργοδότη στον συντελεστή εισφοράς κοινωνικής ασφάλισης, η Deutsche Post θα βρισκόταν σε δυσχερέστερη θέση σε σχέση με ανταγωνιστές οι οποίοι οφείλουν να καταβάλλουν μόνο το ποσοστό που αναλογεί στον εργοδότη. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το παρακάτω απλοποιημένο παράδειγμα (το οποίο βασίζεται στους συντελεστές εισφορών του 2006), αν ο συντελεστής αναφοράς ήταν ίσος μόνο με τη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, η Deutsche Post θα βρισκόταν σε σαφώς πλεονεκτική θέση έναντι των ιδιωτών ανταγωνιστών της:

1)

Η Deutsche Post και ένας ιδιώτης ανταγωνιστής καταβάλλουν σε έναν δημόσιο υπάλληλο και σε έναν ιδιωτικό υπάλληλο, αντίστοιχα, το ίδιο καθαρό ημερομίσθιο ύψους 79,5 EUR.

2)

Το ποσοστό της συμμετοχής εργοδότη και εργαζόμενου στον συντελεστή εισφοράς κοινωνικής ασφάλισης ανέρχεται για έκαστο σε 20,5 % του ακαθάριστου μισθού του ιδιωτικού υπαλλήλου. Αθροίζοντας το καθαρό ημερομίσθιο των 79,5 EUR με τη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές, η οποία ανέρχεται σε 20,5 EUR, προκύπτει ακαθάριστο ημερομίσθιο 100 EUR. Το σύνολο των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης ανέρχεται συνεπώς σε 41 EUR (= 41 % του ακαθάριστου μισθού του ιδιωτικού υπαλλήλου).

3)

Η Γερμανία υποστηρίζει ότι η Deutsche Post θα έπρεπε να επιβαρυνθεί μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στη συμμετοχή του εργαζομένου επί των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο προστίθεται στη συμμετοχή του δημοσίου υπαλλήλου στις δαπάνες υγείας (οι οποίες προσδιορίζονται στο ύψος της εισφοράς του ιδιωτικού υπαλλήλου στην ασφάλιση ασθενείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, ήτοι σε 7,5 EUR).

4)

Η Γερμανία υπολογίζει τη συμμετοχή του εργοδότη βάσει του καταβλητέου μισθού του δημοσίου υπαλλήλου ύψους 87 EUR (που αποτελεί το άθροισμα του καθαρού μισθού ύψους 79,5 EUR και της συμμετοχής του δημοσίου υπαλλήλου στις δαπάνες υγείας ύψους 7,5 EUR). Οι κοινωνικές δαπάνες συνίστανται κατά συνέπεια στο άθροισμα των 17,8 EUR (συμμετοχή του εργοδότη ίση με 20,5 % του καταβλητέου μισθού του δημοσίου υπαλλήλου, ύψους 87 EUR) και της συμμετοχής του δημοσίου υπαλλήλου στις δαπάνες υγείας, ύψους 7,5 EUR.

5)

Βάσει των υπολογισμών της Γερμανίας, οι κοινωνικές δαπάνες για τον δημόσιο υπάλληλο θα ανέρχονταν σε μόλις 25,3 EUR ενώ οι κοινωνικές δαπάνες για τον ιδιωτικό υπάλληλο θα ανέρχονταν σε 41 EUR.

(309)

Μολονότι η Deutsche Post και ο ιδιώτης ανταγωνιστής καταβάλλουν τον ίδιο ακαθάριστο μισθό, οι κοινωνικές δαπάνες που θα επιβαρυνόταν η Deutsche Post θα ανέρχονταν σε μόλις 62 % περίπου των εισφορών υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης ενός ιδιωτικού υπαλλήλου εφόσον η συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης περιλαμβάνεται στο κριτήριο αναφοράς.

(310)

Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι το ποσοστό του εργοδότη επί του συντελεστή εισφοράς κοινωνικής ασφάλισης (ο οποίος από το 1995 και εφεξής κυμαίνεται μεταξύ 19 % και 21 %) ήταν σαφώς χαμηλότερο σε σχέση με τον συντελεστή εισφοράς που προβλέπεται στο Pensionsgesetz του 1995 ως κριτήριο αναφοράς για τη συνεισφορά της Deutsche Post στο ταμείο συντάξεων και ορίζεται στο 33 % των καταβλητέων αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων. Κατά συνέπεια, η βούληση του γερμανού νομοθέτη δεν ήταν να χρηματοδοτεί η Deutsche Post μόνο το ποσοστό που αναλογεί στον εργοδότη, αλλά να βαρύνεται η Deutsche Post με μία σημαντικά υψηλότερη συνεισφορά επί των συνταξιοδοτικών δαπανών των δημοσίων υπαλλήλων καθώς επίσης και όλες τις υπολειπόμενες κοινωνικές δαπάνες (όπως τη συνεισφορά στις δαπάνες υγείας των δημοσίων υπαλλήλων).

(311)

Εν κατακλείδι, η Επιτροπή δεν κάνει δεκτή τη χρησιμοποίηση του ποσοστού συμμετοχής του εργοδότη επί του συντελεστή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης καθόσον οι δημόσιοι υπάλληλοι —σε αντίθεση με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους— δεν καταβάλλουν υποχρεωτικές εισφορές στα ταμεία ασφάλισης συντάξεων και ανεργίας. Οι εν λόγω εισφορές θα πρέπει, συνεπώς, να περιληφθούν σε κάθε περίπτωση στον συντελεστή αναφοράς, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι άμεσες ή/και έμμεσες εισφορές που βαρύνουν την Deutsche Post έχουν το ίδιο ύψος με εκείνες που βαρύνουν τους ιδιώτες ανταγωνιστές.

β)   Υπολογισμός της μισθολογικής βάσης

(312)

Καθόσον το ύψος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που επιβαρύνεται η Deutsche Post για τους δημοσίους υπαλλήλους της θα έπρεπε να εξισωθεί με το ύψος των εισφορών υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης που επιβαρύνονται οι ιδιώτες ανταγωνιστές της, είναι σημαντικό η Deutsche Post όχι μόνο να υπόκειται σε συντελεστή εισφοράς ίδιου ύψους, αλλά ο συντελεστής αυτός να εφαρμόζεται επί αντίστοιχης μισθολογικής βάσης. Όπως φαίνεται από το ανωτέρω παράδειγμα, ο υπολογισμός της συμμετοχής του εργοδότη, η οποία ορίζεται σε ποσοστό 20,5 %, αν εφαρμοσθεί στη βάση των καταβληθησόμενων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, σημαίνει εισφορά ύψους 17,8 EUR, ενώ ο ιδιώτης ανταγωνιστής βαρύνεται με 20,5 EUR (20,5 % επί ακαθάριστου μισθού ύψους 100 EUR).

(313)

Κατά συνέπεια είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων ο οποίος να παρέχει μισθολογική βάση ανάλογη με τον ακαθάριστο μισθό των ιδιωτικών υπαλλήλων. Η εισφορά των δημοσίων υπαλλήλων στις δαπάνες υγείας θεωρείται ότι είναι ίση με την εισφορά των ιδιωτικών υπαλλήλων στο ταμείο ασθενείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Ως εκ τούτου, η υπολειπόμενη διαφορά μεταξύ του ακαθάριστου μισθού και του καταβλητέου μισθού αποτελεί τη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές συντάξεων και ανεργίας. Με τον ακόλουθο τύπο, ο καταβληθείς μισθός μετατρέπεται σε ακαθάριστο μισθό αντίστοιχο προς τον ακαθάριστο μισθό των ιδιωτικών υπαλλήλων:

Πίνακας 6

Υπολογισμός του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων (βάσει των συντελεστών εισφοράς του 2006)

Ακαθάριστος μισθός των δημοσίων υπαλλήλων =

Formula

Formula

(314)

Για παράδειγμα, εξετάζοντας τους συντελεστές εισφοράς του 2006 διαπιστώνεται ότι ο ακαθάριστος μισθός των δημοσίων υπαλλήλων είναι κατά 15 % υψηλότερος από τον καταβλητέο μισθό. Το εν λόγω ποσοστό ποσοτικοποιεί κατά συνέπεια το σφάλμα που θα προέκυπτε αν ως βάση για τον υπολογισμό των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης της Deutsche Post σε σχέση με τις εισφορές υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης των ιδιωτών ανταγωνιστών λαμβάνονταν ο καταβλητέος μισθός αντί του ακαθάριστου μισθού. Αυτό καθίσταται σαφές από το παράδειγμα που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 308, καθόσον σε αυτό η συμμετοχή του εργοδότη ύψους 20,5 EUR, η οποία ορθώς βασίζεται στον ακαθάριστο μισθό, είναι κατά 15 % υψηλότερη σε σχέση με τη συμμετοχή του εργοδότη ύψους 17,8 EUR, η οποία θα προέκυπτε από την εσφαλμένη χρησιμοποίηση του καταβλητέου μισθού ως μισθολογικής βάσης.

(315)

Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή τάσσεται υπέρ της άποψης ότι ο συντελεστής αναφοράς για τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης της Deutsche Post πρέπει να βασίζεται στη συμμετοχή εργοδότη και εργαζόμενου στις εισφορές για την ασφάλιση συντάξεων και ανεργίας και στη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές για την ασφάλιση ασθενείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Ο συντελεστής αναφοράς πρέπει να εφαρμοσθεί επί του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων (όπως ορίζεται στον πίνακα 6).

VII.3.2.2.   Εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν την Deutsche Post για τους δημοσίους υπαλλήλους της

(316)

Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 PostPersRG 1994 η Deutsche Post όφειλε να καταβάλει στο κεφάλαιο συντάξεων κατά την περίοδο 1995-1999 ποσό 2,045 δισεκατ. EUR ετησίως ή συνολικά 10,225 δισεκατ. EUR. Κατά το άρθρο 16 παράγραφος 2 PostPersRG 1994 η Deutsche Post καταβάλλει από το έτος 2000 ποσοστό 33 %. Το ποσοστό αυτό εφαρμόζεται επί του καταβλητέου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων.

(317)

Ο έλεγχος της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας δεν πρέπει όμως να παραβλέπει ότι, από οικονομική άποψη, η Deutsche Post δεν βαρύνεται με τις συνολικές εισφορές των 2,045 δισεκατ., οι οποίες αντιστοιχούν στο 33 % των καταβλητέων μισθών. Εν προκειμένω θα πρέπει κατά την άποψη της Επιτροπής να γίνει διάκριση μεταξύ της περιόδου από το 1995 έως το 2002 και της περιόδου από το 2003 μέχρι σήμερα.

α)   Η συνεισφορά της Deutsche Post κατά την περίοδο1995-2002

(318)

Η Γερμανία υποστηρίζει ότι η Deutsche Post, λόγω ιδίως των ετήσιων κατ’ αποκοπή καταβολών συνολικού ύψους 2,045 δισεκατ. EUR που πραγματοποίησε προς το ταμείο συντάξεων κατά την περίοδο 1995-1999, έχει καταβάλει εισφορές κοινωνικής ασφάλισης υψηλότερες από τις εισφορές υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης που βάρυναν τους ανταγωνιστές της. Ως εκ τούτου, η Deutsche Post κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα έως το 1999, αλλά και καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, εισφορές τουλάχιστο ίσες, αν όχι υψηλότερες, σε σχέση με εκείνες των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η Deutsche Post περιήλθε λόγω της επιδότησης συντάξεων σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των ανταγωνιστών της. Η Επιτροπή οφείλει να απορρίψει το εν λόγω επιχείρημα καθόσον δεν συνάδει με τις σχετικές κανονιστικές διατάξεις των γερμανικών αρχών σε ό,τι αφορά την κάλυψη του κόστους των μη διατιμημένων υπηρεσιών.

(319)

Η Επιτροπή διαπιστώνει στην παρούσα απόφαση ότι η Deutsche Post περιήλθε σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των ανταγωνιστών της στις αγορές των μη διατιμημένων υπηρεσιών καθόσον μέρος των καταβλητέων κοινωνικών δαπανών για τους δημοσίους υπαλλήλους που απασχολούνταν στις υπηρεσίες αυτές δεν καταβλήθηκε από πόρους των εν λόγω υπηρεσιών. Αντιθέτως, το μέρος αυτό των καταβλητέων δαπανών κοινωνικής ασφάλισης καταλογίστηκε στις διατιμημένες υπηρεσίες, των οποίων τα έσοδα διατηρήθηκαν σε επίπεδο αρκούντως υψηλό ώστε να χρηματοδοτούνται από τις υπηρεσίες αυτές και άλλες δαπάνες πέραν εκείνων που προέκυπταν από την παροχή διατιμημένων υπηρεσιών.

(320)

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις εσωτερικές λογιστικές εγγραφές της Deutsche Post για το διάστημα από το 1995 και εφεξής, η Deutsche Post καταλόγισε στις μη διατιμημένες υπηρεσίες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που δεν υπερέβαιναν το ύψος που προκύπτει βάσει του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ. Ο ΛΕΕ 2002 και οι αμέσως επόμενοι ΛΕΕ επιβεβαιώνουν την πρακτική αυτή. Ως εκ τούτου υπήρχε οικονομικό πλεονέκτημα για τις μη διατιμημένες υπηρεσίες τόσο πριν όσο και μετά το 1999, καθόσον είναι σαφές ότι οι εν λόγω υπηρεσίες ήταν απαλλαγμένες από μέρος των αναλογουσών σε αυτές δαπανών.

(321)

Ο ισχυρισμός της Γερμανίας ότι εις βάρος της Deutsche Post προέκυψε συγκριτικό μειονέκτημα διότι λόγω της καταβολής των κατ’ αποκοπή ποσών κατά το διάστημα από το 1995 έως το 1999 αναγκάστηκε να χρηματοδοτήσει υψηλότερες κοινωνικές δαπάνες δεν ευσταθεί για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η Deutsche Post εξακολούθησε να παρέχει κατ’ αποκλειστικότητα τις περισσότερες από τις διατιμημένες υπηρεσίες. Ο δεύτερος και κυριότερος λόγος είναι ότι οι τιμές των υπηρεσιών που παρέχονταν κατ’ αποκλειστικότητα ήταν αρκετά υψηλές ώστε να μετακυλισθεί το κόστος στους χρήστες.

(322)

Όσον αφορά το χρονικό διάστημα έως το 1995, οι τιμές ρυθμίζονταν βάσει του Postdienstverordnung (νόμου περί ταχυδρομικών υπηρεσιών) (86) της 24ης Ιουνίου 1991, σύμφωνα με τον οποίο οι τιμές των υπηρεσιών που υπάγονταν στο μονοπώλιο έπρεπε να είναι εξισορροπημένες. Στη διοικητική πρακτική η σχετική ρύθμιση συμπεριλάμβανε και τις συνταξιοδοτικές δαπάνες. Κατά την περίοδο 1995-1997 ο καθορισμός των τιμών διεπόταν από τον Gesetz über die Regulierung der Telekommunikation und des Postwesens (νόμο περί ρύθμισης των τηλεπικοινωνιών και των ταχυδρομείων) της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 (BGBl. I σ. 2325, 2371). Κατά το άρθρο 4 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 7 του εν λόγω νόμου επιτρεπόταν να χρηματοδοτηθούν με έσοδα προερχόμενα από την παροχή διατιμημένων υπηρεσιών όχι μόνο οι δαπάνες που αναλογούσαν στην παροχή διατιμημένων υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των εισφορών στο ταμείο συντάξεων, αλλά και οι δαπάνες των μη διατιμημένων υπηρεσιών.

(323)

Όπως προκύπτει από τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Deutsche Post, οι τιμές για διατιμημένες υπηρεσίες παρέμειναν κατά τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση στο ίδιο ύψος με εκείνο που είχαν προηγουμένως, όταν η Deutsche Post βαρυνόταν ακόμη με το σύνολο των συνταξιοδοτικών δαπανών. Μολονότι αργότερα οι συνταξιοδοτικές δαπάνες είτε περιορίστηκαν στο ύψος του κατ’ αποκοπή ποσού (για την περίοδο 1995 — 1999) είτε ορίστηκαν σε ποσοστό 33 % των μισθολογικών δαπανών (από το 2000 και ύστερα), οι οποίες κάθε έτος μειώνονταν, δεν μειώθηκαν οι ρυθμιζόμενες τιμές ώστε πλέον να καλύπτουν μόνο εισφορές κοινωνικής ασφάλισης αντίστοιχες με τις εισφορές υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης που κατέβαλλαν οι ανταγωνιστές. Καθόσον οι καθορισθείσες εισφορές στο ταμείο συντάξεων παρέμειναν μέχρι το 1999 περίπου στα επίπεδα των συνταξιοδοτικών δαπανών του έτους 1994 (2,045 δισεκατ. EUR ετησίως), η οικονομική κατάσταση της Deutsche Post σε σχέση με την κάλυψη των συνταξιοδοτικών δαπανών που προέκυπταν από τον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών παρέμεινε αμετάβλητη. Τόσο το ύψος των εσόδων της Deutsche Post όσο και οι εισφορές της στο κεφάλαιο συντάξεων διατήρησαν την ισορροπίες τους.

(324)

Στον PostG 1997 προβλέπεται ρητώς ότι οι τιμές για διατιμημένες υπηρεσίες δεν πρέπει να καλύπτουν μόνο τις δαπάνες που απαιτεί η «αποδοτική» προσφορά υπηρεσιών, αλλά και επιβαρύνσεις που αφορούν, για παράδειγμα, τις κοινωνικές δαπάνες για τους δημόσιους υπαλλήλους. Για τον λόγο αυτό στον PostG 1997 αναγνωρίζεται ρητώς ότι τα έσοδα από τον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών έπρεπε να καθορίζονται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η κάλυψη των κατ’ αποκοπή πληρωμών στο σύνολό τους. Καθόσον ο γερμανός νομοθέτης φαίνεται ότι θεωρούσε ότι το τότε ύψος των ρυθμιζόμενων τιμών πληρούσε τις προϋποθέσεις του PostG 1997, αποφάσισε ότι οι τιμές έπρεπε να παραμείνουν στα επίπεδα του 1997 έως το 1999. Στη συνέχεια, στις 17 Μαρτίου 2000 ο τότε υπουργός οικονομίας και τεχνολογίας αποφάσισε ότι οι τιμές που είχαν εγκριθεί την 1η Σεπτεμβρίου 1997 έπρεπε να παραμείνουν σε ισχύ έως την 31η Δεκεμβρίου 2002.

(325)

Ως εκ τούτου, οι ρυθμιζόμενες τιμές δεν μειώθηκαν κατά τρόπο ώστε η Deutsche Post να υποστεί συγκριτικό μειονέκτημα, αλλά διατηρήθηκαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

(326)

Από το 2000 και εφεξής η Post βρέθηκε σε ακόμη ευνοϊκότερη θέση έναντι των ανταγωνιστών της, καθόσον οι καθορισθείσες εισφορές στο ταμείο συντάξεων μειώθηκαν στο 33 % των καταβλητέων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. Σε απόλυτα μεγέθη, το ύψος αυτό σημαίνει μείωση των δαπανών από 2,045 δισεκατ. EUR σε 735 εκατ. EUR (και σε ακόμη χαμηλότερο ποσό κατά τα επόμενα έτη, καθώς ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων μειώθηκε και η εξέλιξη αυτή δεν αντισταθμίστηκε παρά μόνο μερικώς από την αύξηση των μισθών). Καθόσον οι ρυθμιζόμενες τιμές διατηρήθηκαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, η Deutsche Post κατάφερε από το έτος 2000 και εφεξής να αποκομίσει σημαντικά κέρδη από την παροχή διατιμημένων υπηρεσιών.

(327)

Κατά την εξέταση της αποδοτικότητας της Deutsche Post στον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών κατά την περίοδο 1995-2002, η γνωμοδότηση WIK καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Deutsche Post δεν υπέστη ζημίες από την παροχή διατιμημένων υπηρεσιών παρά, για παράδειγμα, την καταβολή κατ’ αποκοπή ποσών έως το 1999. Για την περίοδο από το 2000 και εφεξής η γνωμοδότηση WIK καταδεικνύει μάλιστα ότι αποκομίσθηκαν σημαντικά κέρδη.

(328)

Κατά συνέπεια η Επιτροπή δεν μπορεί να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό της Γερμανίας ότι η Deutsche Post ήταν σε μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της σε σχέση με την κάλυψη των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης στον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών και ότι η επιδότηση συντάξεων κατά την περίοδο πριν από το 2002 ήταν αναγκαία και αναλογική.

(329)

Πέραν όσων εκτίθενται ανωτέρω, η Επιτροπή οφείλει να παραδεχθεί ότι στην παρούσα περίπτωση δεν διαθέτει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να προσδιορίσει το ακριβές ύψος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που καταβλήθηκαν από την Deutsche Post κατά την περίοδο 1995 — 2002. Κατά την άποψη της Επιτροπής, μία τέτοια ποσοτικοποίηση δεν μπορεί κανονικά να βασισθεί στην εκ των υστέρων διαπίστωση ότι ένα συγκεκριμένο μέρος των κοινωνικών δαπανών του τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών μεταφέρθηκε κατά τρόπο ώστε να χρηματοδοτηθεί από έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες, καθώς και ότι η Deutsche Post δεν βρέθηκε τελικά σε μειονεκτική θέση στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για το ταμείο συντάξεων, καθόσον τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες είχαν καθορισθεί εκ των πραγμάτων σε ύψος που κάλυπτε τις εισφορές στο ταμείο συντάξεων, περιλαμβανομένων των μεταφερθέντων βαρών. Εξίσου αδύνατη είναι η εξεύρεση μιας μεθόδου βάσει της οποίας θα μπορούσε το κράτος μέλος να υπολογίσει το ύψος των εισφορών για τη συγκεκριμένη περίοδο. Κατόπιν εξέτασης της νομικής βάσης που ίσχυσε για τις ρυθμιζόμενες τιμές των ετών 1995-2002, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι από τις νομοθετικές διατάξεις δεν προκύπτει με σαφήνεια ο τρόπος με τον οποίο οι αρμόδιες αρχές καθόρισαν εκ των προτέρων τη σύνθεση των ρυθμιζόμενων τιμών. Ιδίως δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να αποδειχθεί με ασφάλεια ότι κατά τον χρόνο καθορισμού των ρυθμιζόμενων τιμών σε ύψος το οποίο τελικά κάλυπτε εν τοις πράγμασι το μεταφερθέν βάρος, οι αρμόδιες αρχές εμφάνιζαν στις αποφάσεις τους ένα ορισμένο ποσοστό των ρυθμιζόμενων τιμών ως προοριζόμενο σαφώς για την κάλυψη του ποσού των επικαλούμενων βαρών από μη διατιμημένες υπηρεσίες.

(330)

Σε αντίθεση προς ό,τι συνέβη με τις αποφάσεις περί μεγεθών αναφοράς των ετών 2002, 2007 και 2011, στις οποίες τα αν λόγω βάρη επιβεβαιώθηκαν και εγκρίθηκαν ρητώς από την Postregulierungsbehörde, αυτή η προηγηθείσα κάλυψη εν τοις πράγμασι θα μπορούσε να είχε στηριχθεί σε συλλογισμούς των αρμόδιων για τον καθορισμό των τιμών αρχών σχετικά με την εξέλιξη άλλων στοιχείων του κόστους ή άλλων μεταβλητών στοιχείων της επιχείρησης. Ως εκ τούτου, αυτή η προηγούμενη κάλυψη εν τοις πράγμασι δεν αρκεί εν προκειμένω για να προσδιορισθεί με βεβαιότητα το κατά πόσο οι αρμόδιες αρχές αύξησαν τις ρυθμιζόμενες τιμές με σκοπό να ανταποκριθούν στα επικαλούμενα βάρη που αφορούν τις μη διατιμημένες υπηρεσίες.

(331)

Αντιθέτως, όσον αφορά το χρονικό διάστημα μετά την 1η Ιανουαρίου 2003, από τις αποφάσεις περί μεγεθών αναφοράς των ετών 2002, 2007 και 2011 προκύπτει σαφώς ο τρόπος με τον οποίο η Postregulierungsbehörde προσδιόρισε τη σύνθεση των ρυθμιζόμενων τιμών. Οι ρυθμιζόμενες τιμές ορίστηκαν προδήλως σε υψηλότερα επίπεδα προκειμένου να καλυφθούν τα βάρη των μη διατιμημένων υπηρεσιών από έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες.

β)   Η συνεισφορά της Deutsche Post την περίοδο μετά το 2003

(332)

Σύμφωνα με τον PostG 1997, η Deutsche Post δύναται να απαιτήσει από τη ρυθμιστική αρχή να λάβει υπόψη της κατά τον καθορισμό του επιτρεπόμενου ύψους των εσόδων από την αποκλειστική άδεια και τις διατιμημένες υπηρεσίες ότι στις δαπάνες που μετακυλίονται στους χρήστες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι «μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες» καθώς και το κόστος για την αποτελεσματική παροχή της καθολικής υπηρεσίας. Η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε από την Postregulierungsbehörde για πρώτη φορά στο πλαίσιο της απόφασης περί μεγεθών αναφοράς του έτους 2002. Η Postregulierungsbehörde ενέκρινε τα απορρέοντα από τις μη ανταγωνιστικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης βάρη και με τις αποφάσεις περί μεγεθών αναφοράς των ετών 2007 και 2011. Το γεγονός ότι σε ex ante έλεγχο τιμών υπόκειται πλέον μέρος μόνο των διατιμημένων υπηρεσιών δεν μεταβάλλει την εκτίμηση της Επιτροπής. Η Deutsche Post εξακολουθούσε να έχει τη δυνατότητα μετακύλισης του συνόλου της επιβάρυνσης εκμεταλλευόμενη τη δεσπόζουσα θέση της. Από την άποψη αυτή δεν έχει διαφορά αν η ρυθμιστική αρχή ασκήσει τον έλεγχό της ex ante ή ex post.

(333)

Η Postregulierungsbehörde ενέκρινε σε όλες τις περιπτώσεις το αίτημα της Deutsche Post για αναχρηματοδότηση του βάρους # 2 (πραγματοποιηθείσες κοινωνικές δαπάνες πέραν του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ) με έσοδα από τον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών. Έτσι, κατά τον προσδιορισμό των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών (βάρος # 2) του έτους 2001 οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που όφειλε να καταβάλλει η Deutsche Post για τους δημοσίους υπαλλήλους της, ύψους [40 % έως 45 %] των καταβληθέντων μισθών (87), έτυχαν σύγκρισης με βάση το κριτήριο αναφοράς ΛΕΕ. Το εν λόγω κριτήριο αναφοράς αποτελείται από τη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ασφάλισης ατυχημάτων και πρόσθετης συνταξιοδοτικής ασφάλισης, οι οποίες ανέρχονται από κοινού σε ποσοστό [20 % έως 25 %] των καταβαλλόμενων μισθών.

(334)

Η εν λόγω διαφορά μεταξύ των δύο ποσοστών [15 % έως 20 %] του καταβαλλόμενου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων περιλήφθηκε στο βάρος # 2 και καλύφθηκε από έσοδα προερχόμενα από τον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών (βλέπε πίνακα 2).

(335)

Κατά συνέπεια, η Deutsche Post δεν επιβαρύνεται από οικονομική σκοπιά με εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ποσοστού 33 % των καταβαλλόμενων μισθών, αλλά ποσοστού [20 % έως 25 %]. Από το 2003 και εφεξής, η υπολειπόμενη διαφορά βαρύνει τους καταναλωτές, οι οποίοι αναγκάζονται να πληρώνουν τιμές καλύπτουσες τις κοινωνικές δαπάνες της Deutsche Post για τις υπηρεσίες για τις οποίες η Deutsche Post κατείχε έως το 2007 αποκλειστική άδεια, καθώς και για τις καθολικές υπηρεσίες στις οποίες η Deutsche Post κατέχει δεσπόζουσα θέση.

(336)

Για να συγκριθεί ο συντελεστής εισφοράς που εφαρμόζεται επί των καταβαλλόμενων μισθών με το ύψος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν κάποιον ανταγωνιστή, ο καταβαλλόμενος μισθός πρέπει να μετατραπεί σε ακαθάριστο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων.

(337)

Ο καταβαλλόμενος μισθός ανέρχεται σε ποσοστό μεταξύ [85 % και 90 %] του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων (88). Βάσει αυτού, ένα ποσοστό [20 % έως 25 %] των καταβαλλόμενων μισθών αντιστοιχεί σε ποσοστό [17,5 % έως 22,5 %] του ακαθάριστου μισθού.

(338)

Συνεπεία του περιορισμού της εισφοράς της Deutsche Post στο κεφάλαιο συντάξεων σε ποσοστό 33 % και της έγκρισης του βάρους # 2 από την Postregulierungsbehörde, η Deutsche Post καταβάλλει για εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ποσοστό [17,5 % έως 22,5 %] του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων.

VII.3.2.3.   Σύγκριση

α)   Περίοδος 1995-2002

(339)

Κατά το διάστημα 1995-2002 τα έσοδα της Deutsche Post από τα τιμολόγια που εφάρμοσε στον τομέα των αποκλειστικών υπηρεσιών προκάλεσαν σημαντική μείωση της πραγματικής οικονομικής επιβάρυνσής της που οφειλόταν στη συνεισφορά της στην κάλυψη των κοινωνικών δαπανών. Εντούτοις, λόγω της μη προσκόμισης ιδίων στοιχείων περί των εν λόγω τιμολογίων, η Επιτροπή δύναται μόνο να διαπιστώσει ότι το ποσοστό της εισφοράς της Deutsche Post ήταν χαμηλότερο από τον συντελεστή αναφοράς. Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να υπολογίσει την ακριβή διαφορά μεταξύ των δύο μεγεθών ούτε δύναται να προτείνει ορισμένη μέθοδο η οποία θα επέτρεπε στο κράτος μέλος να προβεί στον υπολογισμό αυτό.

β)   Περίοδος από το 2003 και εφεξής

(340)

Όσον αφορά τη σύγκριση του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ με τον συντελεστή αναφοράς, επισημαίνεται ότι το ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ βασίζεται στους καταβλητέους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων οι οποίοι αποτελούν υπερβολικά χαμηλή μισθολογική βάση σε σχέση με τους ακαθάριστους μισθούς των ιδιωτικών υπαλλήλων. Κατά συνέπεια, το ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ πρέπει να υπολογισθεί εκ νέου ως ποσοστό επί των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων.

(341)

Όπως προκύπτει από τη σύγκριση για το 2006, οι μη διατιμημένες υπηρεσίες επιβαρύνθηκαν πράγματι με εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ίσες με [17,5 έως 22,5] % των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων (ή/και [20 έως 25]% των καταβαλλόμενων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων) — ενώ ο συντελεστής αναφοράς ήταν το 33,5 %. Όσον αφορά τους συντελεστές εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, το 2006 η Deutsche Post απέκτησε εξ αυτού συγκριτικό πλεονέκτημα ύψους [10 έως 15]% των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων.

Πίνακας 7

Σύγκριση του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ με τον συντελεστή αναφοράς που ισχύει για τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης της Deutsche Post για το έτος 2006

 

Συντελεστής εισφοράς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης

Ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ

Συντελεστής αναφοράς για τις δαπάνες για εισφορές κοινωνικής ασφάλισης της Deutsche Post

Ως ποσοστό επί τοις εκατό

Ακαθάριστος μισθός ιδιωτικών υπαλλήλων

Ακαθάριστος μισθός δημοσίων υπαλλήλων

Ακαθάριστος μισθός δημοσίων υπαλλήλων

Συμμετοχή εργοδότη

20,50  %

17,84  %

20,50  %

Ασφάλιση ασθενείας

6,65  %

5,79  %

6,65  %

Ασφάλιση περίθαλψης

0,85  %

0,74  %

0,85  %

Ασφάλιση ανεργίας

3,25  %

2,83  %

3,25  %

Ασφάλιση συντάξεων

9,75  %

8,48  %

9,75  %

Συμμετοχή εργαζόμενου

20,50  %

 

 

Ασφάλιση ασθενείας

6,65  %

 

 

Ασφάλιση περίθαλψης

0,85  %

 

 

Ασφάλιση ανεργίας

3,25  %

 

3,25  %

Ασφάλιση συντάξεων

9,75  %

 

9,75  %

Πρόσθετη ασφάλιση συντάξεων

 

[0 % έως 5 %]

 

Ασφάλιση ατυχήματος

 

[0 % έως 5 %]

 

Ποσοστό εισφοράς

 

[17,5 % έως 22,5 %]

33,50  %

(342)

Σύμφωνα με τον πίνακα 7, ο συντελεστής αναφοράς για την Deutsche Post ανέρχεται σε 33,5 % του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων και είναι κατά [10 έως 15] εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερος σε σχέση με το πραγματικό ποσό που επιβαρύνθηκε η Deutsche Post.

(343)

Η διαφορά των [10 έως 15] εκατοστιαίων μονάδων για το 2006 είναι υψηλότερη από την ανερχόμενη σε [8 έως 13]% ονομαστική διαφορά ανάμεσα στον συντελεστή αναφοράς, που ανέρχεται σε 33,5 %, και του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ που ανέρχεται σε [20 έως 25]%. Η διαφορά περιλαμβάνει μία πρόσθετη καταβολή [2 έως 3] εκατοστιαίων μονάδων, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι το ονομαστικό ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ [20 έως 25]% βασίζεται αδικαιολόγητα στον καταβαλλόμενο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων και όχι στον ακαθάριστο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων ο οποίος αντιστοιχεί στον ακαθάριστο μισθό των ιδιωτικών υπαλλήλων.

VII.3.2.4.   Προσωρινό συμπέρασμα επί της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας του μέτρου

(344)

Η επιδότηση συντάξεων, με την οποία καλύπτονται οι ανάγκες χρηματοδότησης του ταμείου συντάξεων κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσοστό εισφοράς κοινωνικής ασφάλισης ύψους 33 % επί των καταβαλλόμενων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων της Deutsche Post, αντίκειται στις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας για τους ακόλουθους λόγους:

1)

Μεταξύ του 1995 και του 2002 η Deutsche Post επιβαρύνθηκε με πραγματικές δαπάνες οι οποίες υπολείπονταν του κριτηρίου αναφοράς. Η ακριβής διαφορά δεν δύναται να προσδιορισθεί.

2)

Από το έτος 2003 και εφεξής, η Deutsche Post επιβαρύνθηκε κατά μέσο όρο με δαπάνες περίπου [17,5 έως 22,5]% του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων της, ενώ το μέσο κριτήριο αναφοράς ανερχόταν σε ποσοστό 32 % του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων. Το υπόλοιπο κόστος το έφεραν οι χρήστες, καθόσον τα έσοδα που είχαν εγκριθεί στο πλαίσιο του συστήματος καθορισμού ανώτατων τιμών περιελάμβαναν την επιβάρυνση από μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες, οι οποίες κάλυπταν το υπολειπόμενο [10 έως 15]% του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων.

(345)

Για την ύπαρξη διαφορετικών συντελεστών από το 2003 και εφεξής προτείνονται δύο εξηγήσεις:

1)

Οι εισφορές υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης που καταβάλλονται από τις επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στους τομείς των επιστολικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών διανομής δεμάτων ανέρχονται σε ποσοστό 41 % επί των ακαθάριστων μισθών. Για τη σύγκριση με τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που καταβάλλει η Deutsche Post για τους δημοσίους υπαλλήλους της απαιτείται να γίνει μία διόρθωση ώστε να ληφθεί υπόψη ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι βαρύνονται οι ίδιοι με ποσοστό 30 % έως 50 % των πραγματοποιούμενων για αυτούς δαπανών υγείας και περίθαλψης. Το εν λόγω ποσοστό, το οποίο βαρύνει τους δημοσίους υπαλλήλους, πρέπει να εξισωθεί με τη συμμετοχή των εργαζόμενων στις εισφορές ασφάλισης ασθενείας και περίθαλψης, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 7,5 % των ακαθάριστων μισθών.

2)

Η εισφορά της Deutsche Post υπολογίζεται βάσει του καταβαλλόμενου και όχι του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων. Για τον λόγο αυτόν, το κριτήριο αναφοράς για τους υπαλλήλους της Deutsche Post είναι 33,5 % του ακαθάριστου μισθού. Η πέραν αυτού ελάφρυνση δεν είναι καταρχήν ούτε αναγκαία ούτε ανάλογη.

(346)

Για την περίοδο 1995-2002 δεν είναι δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός της ελάφρυνσης πέραν του βαθμού που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως αναγκαία και μη δυσανάλογη. Από το 2003 και εφεξής, η ελάφρυνση αυτή ανέρχεται σε ποσοστό [10 έως 15]% του ακαθάριστου μισθού.

VII.3.2.5.   Οι επιπτώσεις του ειδικού ανταγωνιστικού και ρυθμιστικού περιβάλλοντος στα κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας

(347)

Εντούτοις, κατά την εκτίμηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της επιδότησης συντάξεων πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για ένα ειδικό ανταγωνιστικό και ρυθμιστικό περιβάλλον.

(348)

Όπως εξηγήθηκε στο κεφάλαιο II.2.1, η Deutsche Post διέθετε έως την 31η Δεκεμβρίου 2007 αποκλειστική άδεια για τη διανομή ορισμένων αντικειμένων αλληλογραφίας. Σύμφωνα με το άρθρο 52 PostG 1997, έως την ημερομηνία αυτή της είχε ανατεθεί η υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσία κατά την έννοια του κεφαλαίου 2 της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (89) και του άρθρου 11 PostG 1997. Από την 1η Ιανουαρίου 2008 και μετά, η Deutsche Post παρέχει καθολική υπηρεσία σε προαιρετική βάση.

(349)

Για όσο χρόνο η Deutsche Post κατείχε αποκλειστική άδεια για την παροχή ορισμένων επιστολικών υπηρεσιών, οι ανταγωνιστές της δεν είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν τις υπηρεσίες που αυτή προσέφερε στον συγκεκριμένο τομέα της ταχυδρομικής αγοράς. Το γεγονός ότι η Postregulierungsbehörde επέτρεψε στην Deutsche Post να αναχρηματοδοτεί, πλήρως και πέραν του ύψους των κοινωνικών δαπανών που επιβαρύνονταν οι ανταγωνιστές της, το μέρος των κοινωνικών δαπανών για τους δημόσιους υπαλλήλους της το οποίο συνδεόταν με την παροχή των αποκλειστικών υπηρεσιών, μέσω της χρέωσης υψηλότερων τιμών για διατιμημένες υπηρεσίες, προφανώς δεν αλλοίωσε τους όρους συναλλαγών σε βαθμό που να αντιστρατεύεται το κοινό συμφέρον.

(350)

Η υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας στηρίζεται στην εκτίμηση ότι υπό όρους ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών δεν προσφέρουν ορισμένες υπηρεσίες σε απομακρυσμένες ή αγροτικές περιοχές ή, αν τις προσφέρουν, το πράττουν έναντι υπερβολικά υψηλού τιμήματος. Για τον λόγο αυτόν, τα κράτη μέλη οφείλουν κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 97/67/ΕΚ να μεριμνούν ώστε οι χρήστες να απολαύουν του δικαιώματος καθολικής υπηρεσίας, που αντιστοιχεί στην προσφορά ταχυδρομικών υπηρεσιών συγκεκριμένης ποιότητας σε μόνιμη βάση και σε όλα τα σημεία της επικράτειας, σε τιμές προσιτές για όλους τους χρήστες.

(351)

Συναφώς ο γερμανός νομοθέτης επιβάλλει σε όλους τους κατέχοντες δεσπόζουσα θέση σε αγορά για την οποία υπάρχει υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας ταχυδρομικούς φορείς εκμετάλλευσης ένα ιδιαίτερο καθήκον. Κατά το άρθρο 2 PDLV (90) οι φορείς αυτοί οφείλουν να παρέχουν τις υπηρεσίες σε όλους τους χρήστες υπό τους ίδιους όρους. Μέχρι στιγμής, τέτοια δεσπόζουσα θέση στην αγορά κατείχε μόνο η Deutsche Post, η οποία ως εκ τούτου έφερε την εν λόγω υποχρέωση.

(352)

Από την ιδιωτικοποίησή της και μετά, η Deutsche Post δεν έχει λάβει κρατικές ενισχύσεις ως αντιστάθμισμα για την παροχή καθολικής υπηρεσίας. Λαμβάνει όμως από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες, στην αγορά των οποίων κατέχει δεσπόζουσα θέση, ένα αντιστάθμισμα για τις δαπάνες που συνεπάγεται η εξασφάλιση καθολικής υπηρεσίας. Το δεδομένο αυτό πρέπει κατά την άποψη της Επιτροπής να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εκτίμησης της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της επιδότησης συντάξεων.

(353)

Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην περίπτωση των κοινωνικών δαπανών για δημοσίους ταχυδρομικούς υπαλλήλους, οι οποίες προήλθαν από την παροχή υπαγόμενων στην υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας διατιμημένων υπηρεσιών, στην αγορά των οποίων η Deutsche Post κατέχει δεσπόζουσα θέση, το γεγονός ότι η Postregulierungsbehörde ενέκρινε τη χρηματοδότηση των συγκεκριμένων κοινωνικών δαπανών, οι οποίες απορρέουν από την παροχή διατιμημένων υπηρεσιών, εξ ολοκλήρου από τη χρέωση υψηλότερων τιμών, ακόμη και αν οι εν λόγω δαπάνες υπερβαίνουν εκείνες που κατά κανόνα επιβαρύνονται οι ανταγωνιστές, δεν αλλοιώνει τους όρους συναλλαγών σε βαθμό που να αντιστρατεύεται το κοινό συμφέρον. Το συμπέρασμα αυτό δικαιολογείται από το ιδιαίτερο ανταγωνιστικό και ρυθμιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο παρέχονται οι εν λόγω υπηρεσίες. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να ισχύσει για άλλους τομείς.

VII.3.3.   Συμπέρασμα

(354)

Μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι μετά το 2003, οι κοινωνικές εισφορές που κατέβαλλε η Deutsche Post για τους δημοσίους υπαλλήλους της οι οποίοι απασχολούνταν σε τομείς μη διατιμημένων υπηρεσιών, ήταν κατά 11 έως 14 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερες από εκείνες των ανταγωνιστών της.

Σχήμα 8

Συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τον συντελεστή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης έναντι των μη διατιμημένων υπηρεσιών (συντελεστές εισφορών ως εκατοστιαία ποσοστά επί των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων)

[…]

(355)

Οι χαμηλές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης δεν είναι ούτε αναγκαίες ούτε ανάλογες για την επίτευξη του στόχου της σταδιακής απελευθέρωσης της ταχυδρομικής αγοράς. Στις σχετικές αγορές η Deutsche Post βρίσκεται σε έντονο ανταγωνισμό με άλλες επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι οι χαμηλές δαπάνες για εισφορές κοινωνικής ασφάλισης αλλοιώνουν τους όρους συναλλαγών σε βαθμό που αντιστρατεύεται το κοινό συμφέρον και κατά συνέπεια δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά.

(356)

Το μη συμβατό με την εσωτερική αγορά μέρος της επιδότησης συντάξεων υπολογίζεται για το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2003 με βάση τον ακόλουθο τύπο: Είναι ίσο με τη διαφορά μεταξύ του συντελεστή αναφοράς και του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ πολλαπλασιαζόμενη επί το σύνολο των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούνται στον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών.

Πίνακας 8

Τύπος για τον υπολογισμό της μη συμβατής με την εσωτερική αγορά ενίσχυσης κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2003

 

Ενίσχυση μη συμβατή με την εσωτερική αγορά =

 

 

=

(συντελεστής αναφοράς – ρυθμιζόμενο ποσοστό εισφοράς)

×

Σύνολο των ακαθάριστων μισθών των απασχολούμενων στον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών δημοσίων υπαλλήλων

(357)

Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα προκύπτει για την περίοδο 2003-2010 εν συνόλω ένα συγκριτικό πλεονέκτημα της τάξης των [500 έως 1 000] εκατ. EUR (βλέπε παράρτημα). Κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, το ετήσιο ποσό της μη συμβατής με την εσωτερική αγορά ενίσχυσης μειώθηκε λόγω της μείωσης του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων από τα […] εκατ. EUR (2003) στα […] εκατ. EUR (2010).

VII.3.4.   Αντίκρουση των επιχειρημάτων της Γερμανίας

(358)

Στην απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου η Επιτροπή είχε εκφράσει αμφιβολίες σχετικά με την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της επιδότησης συντάξεων, καθόσον για τον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών είχαν καταβληθεί εισφορές κοινωνικής ασφάλισης οι οποίες ήταν κατά 11 έως 14 % χαμηλότερες από εκείνες που κατέβαλλαν οι ιδιώτες ανταγωνιστές. Το πλεονέκτημα που συνεπαγόταν το γεγονός αυτό είχε εκτιμηθεί στην απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου σε 100 εκατ. EUR έως 200 εκατ. EUR ετησίως.

(359)

Στις παρατηρήσεις της επί της απόφασης του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου η Γερμανία προέβαλε δύο βασικές αντιρρήσεις:

1)

Η Γερμανία εμμένει στην άποψη ότι ο συντελεστής αναφοράς δεν θα μπορούσε να στηριχθεί παρά μόνο στη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, καθόσον οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται από τον νόμο να καταβάλλουν τη συμμετοχή του εργαζόμενου. Επίσης θα πρέπει κατά τον προσδιορισμό του κριτηρίου αναφοράς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το επίπεδο των μισθών της Deutsche Post ήταν πάντοτε υψηλότερο από το «ανταγωνιστικό» επίπεδο μισθών.

2)

Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα έσοδα από την παροχή διατιμημένης καθολικής υπηρεσίας επαρκούσαν για την κάλυψη των επικαλούμενων βαρών που οφείλονται στις μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες.

VII.3.4.1.   Ορθώς η Επιτροπή συμπεριέλαβε στον συντελεστή αναφοράς τις εισφορές των εργαζομένων και δεν προέβη σε διόρθωση του επίπεδου του μισθού ώστε να αντιστοιχεί σε «ανταγωνιστικό μισθό»

(360)

Η Γερμανία προβάλλει το επιχείρημα ότι ο προσδιορισμός του κριτηρίου αναφοράς σε ύψος μεγαλύτερο από το ύψος της συμμετοχής του εργοδότη στον συντελεστή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης φέρει την Deutsche Post σε μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της, οι οποίοι καταβάλλουν μόνο το ποσοστό που αναλογεί στον εργοδότη.

(361)

Ως προς το πρώτο αυτό επιχείρημα, η Επιτροπή τονίζει ότι, σε αντίθεση με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές στα ταμεία ασφάλισης συντάξεων και ανεργίας. Ως εκ τούτου οι εισφορές αυτές θα πρέπει να περιληφθούν στον συντελεστή αναφοράς προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η Deutsche Post και οι ιδιώτες ανταγωνιστές φέρουν άμεσα ή έμμεσα το ίδιο κόστος εισφορών.

(362)

Περαιτέρω η Γερμανία εμμένει στον ισχυρισμό ότι ο συντελεστής αναφοράς δεν εφαρμόζεται ούτε επί του ακαθάριστου μισθού ούτε επί του καταβαλλόμενου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά επί του «ανταγωνιστικού» μισθού. Όπως προκύπτει από τους ΛΕΕ 2002, 2007 και 2011, κατά την άποψη της Deutsche Post ο «ανταγωνιστικός μισθός» θα έπρεπε να προσδιορίζεται είτε με βάση τον μισθό που ορίζεται στις ΣΣΑ είτε με βάση τις ισχύουσες για τους εργαζόμενους στον τομέα των ταχυδρομείων συλλογικές συμβάσεις του έτους 2003.

(363)

Στον ΛΕΕ 2009 ορίζεται ως «ανταγωνιστικός» μισθός ο κατώτατος μισθός που ίσχυε το 2007, ο οποίος είναι χαμηλότερος από τον προβλεπόμενο στην ΣΣΑ.

(364)

Όπως διατείνεται η Γερμανία, η στήριξη του υπολογισμού σε τέτοιου είδους «ανταγωνιστικούς» μισθούς είναι αναγκαία προκειμένου οι κοινωνικές δαπάνες της Deutsche Post να είναι στο ίδιο επίπεδο με εκείνες των ανταγωνιστών της.

(365)

Η Επιτροπή δεν συμμερίζεται το εν λόγω επιχείρημα καθόσον η ενίσχυση πρέπει να περιορίζεται στο κατώτερο όριο που απαιτείται προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η σταδιακή μετάβαση από ένα έντονα περιορισμένο καθεστώς ανταγωνισμού σε ένα καθεστώς γνήσιου ανταγωνισμού σε επίπεδο Ενώσεως θα γίνει υπό εύλογους οικονομικούς όρους.

(366)

Κατά συνέπεια θα ήταν δυσανάλογο η ενίσχυση να αυξανόταν σε βαθμό ώστε η Deutsche Post να όφειλε από το 1995 και μετά να χρηματοδοτεί μόνο κοινωνικές δαπάνες υπολογιζόμενες βάσει «ανταγωνιστικών» μισθών οι οποίοι δεν θα ανταποκρίνονταν στις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τα προηγούμενα έτη. Στην οικονομία δεν είναι ασυνήθιστο να υπάρχουν διαφορές στους μισθούς εργαζομένων οι οποίοι προσλήφθηκαν από τις ήδη λειτουργούσες επιχειρήσεις ή τους νέους φορείς της αγοράς σε διαφορετικούς χρόνους.

(367)

Στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης France Telecom (91) η Επιτροπή είχε απορρίψει το αντίστοιχο επιχείρημα της Γαλλίας ότι όσον αφορά τους συντελεστές εισφορών κοινωνικής ασφάλισης θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι λάμβαναν υψηλότερους μισθούς σε σχέση με τους εργαζόμενους στον ανταγωνισμό. Η Επιτροπή είχε τονίσει συναφώς ότι, χάρη στους δημόσιους υπαλλήλους που απασχολούσε, ο παραδοσιακός φορέας εκμετάλλευσης διέθετε κατά τον χρόνο του ανοίγματος της αγοράς ικανούς και αξιόπιστους συνεργάτες χωρίς τους οποίους δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τη θέση του στην αγορά. Ούτως ή άλλως είναι τελείως ανυπόστατο το επιχείρημα που προβάλλει μεμονωμένα μειονεκτήματα ενώ ταυτόχρονα αποσιωπεί σημαντικά πλεονεκτήματα που έχει ο παραδοσιακός φορέας εκμετάλλευσης, όπως για παράδειγμα σε σχέση με το μερίδιο αγοράς, την αναγνωρισιμότητα και το πελατολόγιο.

(368)

Εξάλλου δεν μπορεί να υποστηριχθεί πειστικά ότι η Deutsche Post θα μπορούσε πράγματι να είχε εξοικονομήσει μισθολογικές δαπάνες αν δεν είχε υποχρέωση να απασχολεί δημοσίους υπαλλήλους. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι όντως μετέβαιναν το 1995 σε εργασιακό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου, και πάλι δεν είναι γνωστό πόσοι δημόσιοι υπάλληλοι θα αντικαθιστούνταν το 1995 από ιδιωτικούς υπαλλήλους και σε ποιο μισθολογικό κλιμάκιο θα συνέβαινε αυτό. Και μόνο λόγω του μεγάλου αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούσε η Deutsche Post το 1995 (92), φαίνεται απίθανο να μπορούσε να υπάρξει μετά το 1995 νομική και οικονομική δυνατότητα για την αντικατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων από εξίσου παραγωγικούς ιδιωτικούς υπαλλήλους με χαμηλότερους μισθούς.

(369)

Για τους λόγους αυτούς η Επιτροπή απορρίπτει τις αντιρρήσεις που προέβαλε η Γερμανία σε σχέση με τον συντελεστή αναφοράς και τους μισθούς.

VII.3.4.2.   Επί του ισχυρισμού της Γερμανίας ότι τα έσοδα από τις διατιμημένες υπηρεσίες δεν επαρκούσαν για τη χρηματοδότηση των επικαλούμενων βαρών

(370)

Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή αξιολογεί μόνο το ύψος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για τον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών χωρίς να εξετάζει αν τα κέρδη από τις διατιμημένες καθολικές υπηρεσίες επαρκούσαν για τη χρηματοδότηση των επικαλούμενων βαρών.

(371)

Τα επιχειρήματα της Γερμανίας κινούνται προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η γερμανική ρυθμιστική αρχή ενέκρινε πράγματι τα επικαλούμενα από την Deutsche Post βάρη. Δεύτερον, ότι ακόμη και αν η ρυθμιστική αρχή είχε εγκρίνει τα βάρη αυτά, τα κέρδη από τις διατιμημένες καθολικές υπηρεσίες δεν επαρκούσαν για τη χρηματοδότηση των βαρών. Η Γερμανία διαβίβασε δύο γνωμοδοτήσεις, του καθηγητή Weber και της CTcon, προκειμένου να αποδείξει ότι τα έσοδα από τις διατιμημένες υπηρεσίες δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τα επικαλούμενα βάρη που οφείλονταν σε μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες. Για τους λόγους αυτούς η Γερμανία ισχυρίζεται ότι η Deutsche Post είχε λάβει υπό-αντιστάθμιση για τις δαπάνες αυτές.

α)   Οι αποφάσεις περί μεγεθών αναφοράς των ετών 2002, 2007 και 2011 βασίζονται στους ΛΕΕ που υποβλήθηκαν από την Deutsche Post και ενέκριναν όλα τα επικαλούμενα βάρη

(372)

Από τα σχετικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι από την έκδοση της απόφασης περί μεγεθών αναφοράς του 2002 και εφεξής, η Postregulierungsbehörde ενέκρινε τα βάρη της Deutsche Post καθορίζοντας τις ρυθμιζόμενες τιμές κατά τρόπο ώστε να τα καλύπτει. Οι αποφάσεις περί μεγεθών αναφοράς του 2007 και του 2011 επιβεβαιώνουν εξάλλου ότι η Postregulierungsbehörde είχε κάνει δεκτό το αίτημα της Deutsche Post και είχε εγκρίνει τη χρηματοδότηση των επικαλούμενων μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες.

β)   Από τη γνωμοδότηση του καθηγητή Weber δεν προκύπτει ότι τα έσοδα από την παροχή διατιμημένων καθολικών υπηρεσιών δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των επικαλούμενων από την Deutsche Post βαρών

(373)

Στη γνωμοδότηση του καθηγητή Weber, η οποία αφορά την περίοδο 1995-2010, διαπιστώνεται ότι η Deutsche Post όχι μόνο έλαβε επιδότηση συντάξεων, αλλά και κάλυπτε το βάρος # 2 εξ ολοκλήρου από έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες [αναλυτική περιγραφή της γνωμοδότησης γίνεται ανωτέρω στο κεφάλαιο 6.1.4.2 α)].

(374)

Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της γνωμοδότησης θα πρέπει καταρχήν να υπομνησθούν τα μεγέθη αναφοράς της απόφασης για την έγκριση των τιμών κατά το άρθρο 20 παράγραφος 2 PostG 1997. Με βάση τη διάταξη αυτή, το μέγεθος αναφοράς πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις δαπάνες που απαιτούνται για την αποτελεσματική παροχή των υπηρεσιών καθώς και τα βάρη που προκύπτουν από το κόστος παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών σε ολόκληρη την επικράτεια και το κόστος για τη χορήγηση παροχών συνταξιοδοτικής ασφάλισης προς τους υπαλλήλους που απορρέει από την ανάληψη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Deutsche Bundespost.

Πίνακας 9

Καθορισμός τιμών κατά το άρθρο 20 παράγραφος 2 PostG 1997

 

Μέγεθος αναφοράς για τις διατιμημένες υπηρεσίες =

=

Κόστος αποτελεσματικής παροχής ρυθμιζόμενων υπηρεσιών + βαρών

=

Συνολικό κόστος ρυθμιζόμενων υπηρεσιών + βάρη από μη ρυθμιζόμενες υπηρεσίες

(375)

Η Postregulierungsbehörde οφείλει να προσδιορίσει τις ρυθμιζόμενες τιμές κατά τρόπο ώστε να καλύπτεται το κόστος για την «αποτελεσματική παροχή» των διατιμημένων υπηρεσιών και τα εγκεκριμένα βάρη. Με άλλα λόγια, οι ρυθμιζόμενες τιμές δεν αρκεί να καλύπτουν το συνολικό κόστος της παροχής των διατιμημένων υπηρεσιών, και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν αυτό εμφανίζεται ως «κόστος αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών» ή ως «βάρη», αλλά και ένα μέρος των επιβαρύνσεων που προέρχονται από τις μη διατιμημένες υπηρεσίες. Το άρθρο 20 παράγραφος 2 PostG 1997 διασφαλίζει ότι τα εγκεκριμένα βάρη καλύπτονται πλήρως από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της Γερμανίας, υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη που διασφαλίζει ότι η ανάληψη των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών για τους εργαζόμενους στον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών δεν θα οδηγήσει σε υπο-αντιστάθμιση στον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών.

(376)

Στη γνωμοδότηση οι μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες για τους δημοσίους υπαλλήλους ορίζονται ως η διαφορά μεταξύ του συνόλου των κοινωνικών δαπανών της Deutsche Post για τους δημοσίους υπαλλήλους της (καταβολές στο ταμείο συντάξεων καθώς και δαπάνες υγείας, ασφάλισης ατυχημάτων και λοιπές ασφαλιστικές παροχές) και των αναλογουσών στον εργοδότη εισφορών στα ταμεία συντάξεων, ασθενείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης με βάση τον κατώτατο μισθό που ίσχυε το 2007. Σε δεύτερο στάδιο η εν λόγω διαφορά συγκρίνεται με το βάρος # 2.

(377)

Η γνωμοδότηση του καθηγητή Weber πάσχει από δύο απόψεις. Πρώτον, οι μη ανταγωνιστικές δαπάνες προσδιορίζονται σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα. Δεύτερον, δεν λαμβάνεται υπόψη ότι εξαιτίας του γεγονότος αυτού οι μη ανταγωνιστικές δαπάνες περιέχουν και δαπάνες για τις οποίες η Deutsche Post έχει λάβει χρηματοοικονομική αντιστάθμιση και οι οποίες δεν εμφανίζονται ως μέρος του βάρους # 2, αλλά σε άλλες θέσεις. Ειδικότερα επιβάλλεται να επισημανθούν τα ακόλουθα προβληματικά σημεία:

(378)

Πρώτον, στη γνωμοδότηση οι μη ανταγωνιστικές δαπάνες προσδιορίζονται με βάση τη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ενώ το βάρος# 2 προσδιορίζεται με βάση το ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ. Επειδή το ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ είναι υψηλότερο από τη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, οι μη ανταγωνιστικές δαπάνες υπολογίζονται στη γνωμοδότηση υψηλότερες από το βάρος # 2. Κατά συνέπεια, η γνωμοδότηση λαμβάνει υπόψη μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες τις οποίες η Postregulierungsbehörde θεωρεί ως δαπάνες για την «αποτελεσματική παροχή» των υπηρεσιών.

(379)

Δεύτερον, στη γνωμοδότηση δεν λαμβάνεται υπόψη ότι στο βάρος # 1 (ανταγωνιστικές μισθολογικές δαπάνες) περιέχεται και ένα μέρος μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών (π.χ. λόγω των διαφορών μεταξύ των καταβαλλόμενων μισθών και του κριτηρίου αναφοράς για το «ανταγωνιστικό» επίπεδο μισθών), οι οποίες κατά συνέπεια χρηματοδοτούνται από το βάρος # 1. Επίσης και άλλες κοινωνικές δαπάνες που περιλαμβάνονται στη γνωμοδότηση καλύπτονται από άλλα βάρη (π.χ. οι καταβολές προς το BAnstPT υπάγονται στο βάρος # 6) και συνεπώς αντισταθμίζονται. Ενώ όμως αναφέρεται το σύνολο των κοινωνικών δαπανών που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους, δεν αναφέρεται ότι οι μη ανταγωνιστικές δαπάνες καλύπτονται και από άλλα βάρη πέραν του βάρους # 2.

(380)

Τρίτον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στο βάρος # 2 περιλαμβάνονται οι μη ανταγωνιστικές δαπάνες τόσο για τους δημόσιους όσο και για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους. Πριν από το 2003, οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους ήταν υψηλότερες από το κριτήριο αναφοράς ΛΕΕ, καθόσον στις εν λόγω δαπάνες συμπεριλαμβάνονται και έξοδα τόκων ύψους […] εκατ. EUR περίπου, τα οποία αφορούσαν την πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση των ιδιωτικών υπαλλήλων. Την περίοδο από το 2003 και μετά, για την οποία τα εν λόγω έξοδα τόκων καταλογίζονται στις χρηματοοικονομικές δαπάνες, οι κοινωνικές δαπάνες για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους ήταν χαμηλότερες σε σχέση με το κριτήριο αναφοράς ΛΕΕ.

(381)

Επειδή στη γνωμοδότηση το βάρος # 2 λαμβάνεται στο σύνολό του ως αντιστάθμισμα για τις μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες, φαίνεται ότι η ελάφρυνση για τις κοινωνικές δαπάνες των δημοσίων υπαλλήλων κατά την περίοδο προ του 2003 ήταν υπέρμετρη, ενώ κατά την περίοδο από το 2003 και μετά ήταν ανεπαρκής. Για να προσδιορισθεί το ύψος του εύλογου αντισταθμίσματος από το βάρος # 2 για τις μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους, θα πρέπει στο βάρος # 2 να γίνει διάκριση μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων.

(382)

Κατά συνέπεια, η υπο-αντιστάθμιση στην οποία καταλήγει η γνωμοδότηση είναι παραπλανητική, καθόσον δεν λαμβάνεται υπόψη ότι οι επικαλούμενες μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες δεν καλύπτονται από το βάρος # 2 και ότι η Postregulierungsbehörde θεώρησε μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών ως κόστος για την «αποτελεσματική παροχή» των υπηρεσιών. Μετά την προσήκουσα διόρθωση των σφαλμάτων που περιέχει η γνωμοδότηση σε σχέση με την αντιστάθμιση, τα βάρη αντιστοιχούν ακριβώς στις μη ανταγωνιστικές δαπάνες όπως απαιτεί το άρθρο 20 παράγραφος 2 PostG 1997.

(383)

Ο ισχυρισμός της Γερμανίας ότι στην απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου η Επιτροπή υπέπεσε στο σφάλμα να προσδιορίσει μόνο το συγκριτικό πλεονέκτημα στον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών είναι απορριπτέος, καθόσον κατά το άρθρο 20 παράγραφος 2 PostG 1997 η Postregulierungsbehörde όφειλε να καθορίζει τα μεγέθη αναφοράς κατά τρόπο ώστε τα έσοδα από τις διατιμημένες υπηρεσίες να καλύπτουν το κόστος για την αποτελεσματική παροχή διατιμημένων υπηρεσιών καθώς και τα εγκεκριμένα βάρη.

γ)   Δεν αποδεικνύεται η υπο-αντιστάθμιση των μη ανταγωνιστικών δαπανών βάσει της γνωμοδότησης WIK

(384)

Επικαλούμενη τον ΛΕΕ 2009 η Γερμανία εμμένει στον ισχυρισμό ότι η Deutsche Post εμφάνιζε από το 1990 σημαντικές ζημίες στον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών, καθόσον τα έσοδα από τον τομέα αυτόν αναλώνονταν από το κόστος παροχής διατιμημένων υπηρεσιών και το καθαρό κόστος για την εκπλήρωση της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας (93). Και εξαιτίας του λόγου αυτού λοιπόν η Γερμανία απορρίπτει τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι τα κέρδη από τις διατιμημένες υπηρεσίες επαρκούσαν δήθεν για τη χρηματοδότηση των μη ανταγωνιστικών κοινωνικών δαπανών για τις μη διατιμημένες υπηρεσίες.

(385)

Συναφώς η Επιτροπή διαπιστώνει ότι από τις εκδοθείσες από το 2003και μετά αποφάσεις της Postregulierungsbehörde προκύπτει σαφώς ότι χαρακτήριζε ένα μέρος των εσόδων από διατιμημένες υπηρεσίες ως αντιστάθμισμα για το βάρος # 2. Κατά συνέπεια, η προέλευση της εν λόγω συνεισφοράς από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες προκύπτει σαφώς από τις αποφάσεις Postregulierungsbehörde.

(386)

Επίσης η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, σε αντίθεση με τον ΛΕΕ 2009, η γνωμοδότηση WIK καταδεικνύει ότι από το έτος 2000 οι διατιμημένες υπηρεσίες εμφάνιζαν σημαντικά περιθώρια κέρδους που υπερέβαιναν το [6,5 έως 8,5]% του κύκλου εργασιών.

Σχήμα 9

Υπολογισμός του δείκτη ROS για τις διατιμημένες υπηρεσίες βάσει της γνωμοδότησης WIK

[…]

Επισήμανση:

Οι υπολογισμοί βασίζονται στις αναθεωρήσεις του ΛΕΕ 2009 οι οποίες διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της γνωμοδότησης WIK. Περαιτέρω λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οι διατιμημένες υπηρεσίες καλύπτουν όλες τις ζημίες από την παροχή μη διατιμημένων καθολικών υπηρεσιών. Η πτώση των κερδών κατά το έτος 2007 οφείλεται ιδίως σε ασυνήθιστα υψηλές αποσβέσεις στο χαρτοφυλάκιο ακινήτων.

(387)

Η άνοδος των κερδών από το 2000 και μετά συνδέεται άμεσα με τη μείωση των εισφορών συνταξιοδοτικής ασφάλισης με βάση τον Pensionsgesetz 1995: Ενώ το 1999 η Deutsche Post κατέβαλλε ετήσιο κατ’ αποκοπή ποσό ύψους 2,045 δισεκατ. EUR, το 2000 το αντίστοιχο ποσό ανήλθε σε μόλις 735 εκατ. EUR (33 % των καταβαλλόμενων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων). Καθόσον η Postregulierungsbehörde το 2000 δεν αναθεώρησε τις ρυθμιζόμενες τιμές προς τα κάτω, ώστε να συνάδουν με τις μειωμένες συνταξιοδοτικές εισφορές, τα κέρδη της Deutsche Post αυξήθηκαν σημαντικά. Τα πραγματοποιηθέντα κέρδη παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα ακόμη και μετά την απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2002, καθόσον οι ρυθμιζόμενες τιμές δεν μειώθηκαν αρκετά ώστε να αντιστοιχούν στο κόστος των διατιμημένων υπηρεσιών.

(388)

Σε ό,τι αφορά την κριτική που ασκεί η Γερμανία στη γνωμοδότηση WIK, η Επιτροπή φρονεί ότι η γνωμοδότηση προσφέρει μία ορθότερη εικόνα της οικονομικής κατάστασης της Γερμανίας εν γένει και ειδικότερα των κερδών από τις διατιμημένες υπηρεσίες σε σχέση με τον ΛΕΕ 2009. Η εκτίμηση αυτή εξηγείται από τους κατωτέρω λόγους.

i)   Ορθότερη κατανομή των δαπανών στις εμπορικές υπηρεσίες

(389)

Με βάση την απόφαση Chronopost, οι εμπορικές υπηρεσίες πρέπει να φέρουν οι ίδιες το άμεσο κόστος τους και να συμβάλλουν εύλογα στις κοινές δαπάνες. Η προσήκουσα κατανομή των δαπανών στις διάφορες υπηρεσίες μπορεί να γίνει είτε βάσει ενός εξωτερικού κριτηρίου αναφοράς (π.χ. τιμές αγοράς) είτε βάσει εσωτερικών στοιχείων κόστους (94).

(390)

Ο ΛΕΕ 2009 βασίζεται στη γενική αρχή του άρθρου 20 παράγραφος 2 PostG 1997, κατά την οποία στις μη διατιμημένες υπηρεσίες μπορούν να καταλογισθούν μόνο τα έξοδα για την αποτελεσματική παροχή των υπηρεσιών, ενώ όλα τα βάρη (όπως για παράδειγμα οι πρόσθετες δαπάνες από την ανάληψη των βαρών σχετικά με τις συντάξεις των εργαζόμενων στην POSTDIENST και το καθαρό κόστος της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας) πρέπει να καταβάλλονται από έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες. Ωστόσο, η γνωμοδότηση WIK διαπιστώνει, μετά την εξέταση του ΛΕΕ 2009 σε σχέση με την αποδοτικότητα ορισμένων ιδιωτών ανταγωνιστών, ότι η Deutsche Post καταλογίζει στις διατιμημένες υπηρεσίες ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος των βαρών, ενώ στις εμπορικές υπηρεσίες δεν καταλογίζει αρκετές δαπάνες.

(391)

Η εξέταση των «ανταγωνιστικών» κριτηρίων αναφοράς που χρησιμοποίησε η Deutsche Post για να υπολογίσει τα επιμέρους βάρη επιβεβαιώνει την ορθότητα των συμπερασμάτων της γνωμοδότησης WIK: όπως εξηγήθηκε προηγουμένως, το ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ αποτελεί υπερβολικά χαμηλό κριτήριο αναφοράς για τον υπολογισμό του βάρους #2 (μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες) σε σχέση με τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που οφείλουν να καταβάλλουν οι ιδιώτες ανταγωνιστές. Επίσης, ορισμένα κριτήρια αναφοράς όπως, για παράδειγμα, το βάρος από υποδομές για υποκαταστήματα έχουν καθαρά υποθετικό χαρακτήρα, καθόσον δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι η Deutsche Post δεν θα διατηρούσε από το 1990 και μετά ταχυδρομικά υποκαταστήματα αν δεν είχε υποχρέωση να παρέχει καθολική υπηρεσία. Εξίσου αδύνατο να αποδειχθεί είναι το επιχείρημα ότι η Deutsche Post από το 1990 θα μπορούσε να απασχολεί αποκλειστικά εργαζόμενους στους οποίους θα κατέβαλλε μισθό ίσο με τον κατώτατο μισθό που ίσχυε το 2007.

(392)

Για τους ανωτέρω λόγους η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η γνωμοδότηση WIK αποτελεί καταλληλότερη βάση για τον προσδιορισμό των δαπανών που θα πρέπει να καταλογισθούν στις εμπορικές υπηρεσίες.

(393)

Εξάλλου, σύμφωνα με τις οδηγίες 97/67/ΕΚ και 2006/111/ΕΚ, η αξιολόγηση των δαπανών πρέπει να γίνεται με βάση τα γενικά λογιστικά πρότυπα. Ούτε το αυξημένο κόστος αποσβέσεων ούτε οι προσδιοριζόμενες σε υψηλότερα επίπεδα πρόσθετες συνταξιοδοτικές δαπάνες περιλαμβάνονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Deutsche Post. Αυτού του είδους οι δαπάνες – ο κανόνας αυτός ισχύει τόσο για την Deutsche Post όσο και για τους ανταγωνιστές της – χρηματοδοτούνται κανονικά από τα κέρδη ισολογισμού μιας επιχείρησης. Κατά συνέπεια, μία επαναξιολόγηση προς τα άνω θα προσέδιδε στην Deutsche Post πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της.

ii)   Συγκριτική αξιολόγηση για τον προσδιορισμό του εύλογου κέρδους υπό το πρίσμα των επιχειρηματικών κινδύνων της Deutsche Post

(394)

Τα κέρδη που πραγματοποίησε η Deutsche Post από το 2000 και μετά ήταν σαφώς υψηλότερα από τη διάμεσο ROS ύψους 3,48 % της γνωμοδότησης WIK και την κατώτερη ROS ύψους 6,1 % της γνωμοδότησης Deloitte-II. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της Γερμανίας ότι η Deutsche Post είχε υποστεί τόσο υψηλές ζημίες ώστε να μην είναι σε θέση να καλύψει τα βάρη με έσοδα από τις διατιμημένες υπηρεσίες, δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

(395)

Εξάλλου, η γνωμοδότηση Deloitte-II, η οποία στηρίζεται σε μία μικρή ομάδα αναφοράς αποτελούμενη κατά κύριο λόγο από πολυεθνικές εταιρείες ταχυμεταφοράς δεμάτων (μεταξύ των οποίων οι UPS, FedEx, TNT Express), πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιφυλάξεις. Η σύσταση που περιέχεται στη γνωμοδότηση Deloitte-II σχετικά με τον προσδιορισμό του εύλογου περιθωρίου κέρδους σε ROS κάτω από 6,1 % και της διαμέσου ROS σε 7,4 %, δεν λαμβάνει υπόψη ότι η δραστηριότητα της Deutsche Post χαρακτηρίζεται όχι μόνο από πολύ μικρότερη ένταση κεφαλαίου αλλά και από χαμηλότερο κίνδυνο:

1)

Οι διεθνείς υπηρεσίες ταχυμεταφοράς δεμάτων δεν παρέχονται από την ίδια την Deutsche Post, αλλά από τις θυγατρικές της υπό το σήμα DHL.

2)

Για τις επιστολικές υπηρεσίες, με τις οποίες η Deutsche Post πραγματοποιεί το 75 % των εσόδων της, απαιτείται η επένδυση σαφώς λιγότερων κεφαλαίων σε σχέση με αυτά που απαιτούνται για τις πολυεθνικές εταιρείες μεταφοράς δεμάτων, καθόσον το μεγαλύτερο κονδύλι δαπανών αποτελούν οι μισθοί των ταχυδρόμων. Για τις υπηρεσίες ταχυμεταφοράς δεμάτων απαιτούνται σαφώς υψηλότερες επενδύσεις σε εξοπλισμό έντασης κεφαλαίου (95).

3)

Η δεσπόζουσα θέση της Deutsche Post στην αγορά των επιστολικών υπηρεσιών αναπτύχθηκε και παγιώθηκε χάρη στην αποκλειστική άδεια η οποία εξασφάλισε στην Deutsche Post ένα σίγουρο πελατολόγιο χωρίς να είναι αναγκασμένη να επενδύσει μεγάλα ποσά σε μάρκετινγκ και σήματα. Αντιθέτως, οι πολυεθνικές εταιρείες μεταφοράς δεμάτων χρειάστηκε να οικοδομήσουν τη θέση τους σε κάθε εθνική αγορά από την αρχή, δημιούργησαν δε μερικά από τα πλέον γνωστά σήματα (96) με δικό τους κίνδυνο και κόστος.

4)

Οι κίνδυνοι αγοράς και κόστους της Deutsche Post καλύφθηκαν με κρατικά μέτρα (97). Ιδίως η ρύθμιση των τιμών συνέβαλε στην κάλυψη των βαρών από μη διατιμημένες υπηρεσίες (98).

(396)

Ως εκ τούτου ορθώς η γνωμοδότηση WIK χρησιμοποιεί, όσον αφορά το κέρδος, ένα κριτήριο αναφοράς το οποίο υπολείπεται του περιθωρίου της γνωμοδότησης Deloitte-II, ώστε να ανταποκρίνεται στη χαμηλότερη, σε σχέση με τις πολυεθνικές εταιρείες ταχυμεταφορών, ένταση κεφαλαίου και τους μικρότερους επιχειρηματικούς κινδύνους που βάρυναν την Deutsche Post. Εντούτοις δεν είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί το ακριβές επίπεδο του κριτηρίου αναφοράς για το κέρδος, καθόσον τα μέσα περιθώρια ROS, που ανέρχονται σε 8,3 %, είναι ήδη υψηλότερα από την εκτιμώμενη με βάση τη γνωμοδότηση Deloitte-II χαμηλή ROS 6,1 %. Ακόμη και με βάση τη γνωμοδότηση που προσκόμισε η ίδια η Γερμανία, δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί αν η Deutsche Post έλαβε υπο-αντιστάθμιση από το έτος 2000 και εφεξής.

(397)

Σε κάθε περίπτωση, οι επιφυλάξεις της Γερμανίας ως προς τη γνωμοδότηση WIK είναι μάλλον αδικαιολόγητες, καθόσον η διάμεσος ROS, ύψους 3,48 %, δεν είναι ανώτερη από το επίπεδο κερδών που κρίνεται ως εύλογο τόσο από την Postregulierungsbehörde όσο και από την ίδια την Deutsche Post. Αφενός, από το κριτήριο αναφοράς ROS 3,48 % προκύπτει σε απόλυτα μεγέθη υψηλότερο κέρδος σε σχέση με το κόστος κεφαλαίου που επικαλέστηκε η Deutsche Post στους ΛΕΕ και ενέκρινε η ρυθμιστική αρχή (π.χ. δαπάνες για […] και […]) (βλέπε κεφάλαιο IV.4.3). Αφετέρου, η διάμεσος ROA 7,66 %, που αναφέρει η γνωμοδότηση WIK, κινείται σε παρόμοια επίπεδα με την απόδοση κεφαλαίου, την οποία η Deutsche Post […].

(398)

Τα επικαλούμενα από την Deutsche Post εύλογα περιθώρια κέρδους στους τομείς των σιδηροδρομικών και λεωφορειακών συγκοινωνιών (απόδοση πωλήσεων της τάξης του 7 % - 8 %) δεν επηρεάζουν τα συμπεράσματα από τη συγκριτική αξιολόγηση όσον αφορά τον προσδιορισμό του εύλογου κέρδους. Οι εν λόγω οικονομικοί κλάδοι απαιτούν μεγαλύτερη ένταση κεφαλαίου και ως εκ τούτου υψηλότερη απόδοση πωλήσεων προς κάλυψη του κόστους κεφαλαίου. Αντιθέτως οι αριθμοί αυτοί καθιστούν σαφές ότι το χρησιμοποιούμενο στη γνωμοδότηση Deloitte-II κριτήριο αναφοράς για το εύλογο κέρδος αντιστοιχεί μάλλον στη μέση ROS ενός κλάδου έντασης κεφαλαίου παρά ενός κλάδου έντασης απασχόλησης.

δ)   Συμπεράσματα

(399)

Η Επιτροπή απορρίπτει τον ισχυρισμό της Γερμανίας κατά τον οποίο τα έσοδα από την παροχή διατιμημένων υπηρεσιών δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των επικαλούμενων βαρών για μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες. Ο ισχυρισμός αυτός δεν επαληθεύεται ούτε από τη γνωμοδότηση που προσκόμισε η Γερμανία ούτε από τον ΛΕΕ 2009.

(400)

Αντιθέτως, από τις αποφάσεις περί μεγεθών αναφοράς των ετών 2002, 2007 και 2011 προκύπτει σαφώς ότι η Postregulierungsbehörde ενέκρινε σε όλες τις περιπτώσεις την αντιστάθμιση των επικαλούμενων βαρών από έσοδα των διατιμημένων υπηρεσιών.

VII.3.5.   Κατάργηση των μη συμβατών με την εσωτερική αγορά κρατικών ενισχύσεων από 1ης Ιανουαρίου 2003

(401)

Κατά πάγια νομολογία η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα, όταν διαπιστώσει το ασυμβίβαστο μιας ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά, να αποφασίσει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος πρέπει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει (99). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, η εν λόγω υποχρέωση έχει ως σκοπό την αποκατάσταση της προτέρας κατάστασης (100). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται αν ο λαβών επιστρέψει την ενίσχυση και με τον τρόπο αυτό χάσει το πλεονέκτημα που απολάμβανε στην αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, τα δε πράγματα επανέλθουν στην προ της καταβολής της ενίσχυσης κατάσταση.

(402)

Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω νομολογία το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 ορίζει τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο […]. Η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενίσχυσης εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου».

(403)

Περαιτέρω, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η απόφαση του 2007 για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας και η απόφαση του 2011 περί επεκτάσεως του ελέγχου αφορούν την περίοδο 1990-2007. Ωστόσο, η επιδότηση συντάξεων συνιστά διαρκή ενίσχυση, η οποία αφορά και την περίοδο μετά το έτος 2007. Έτσι για παράδειγμα, το 2007 δεν καταργήθηκε ούτε η αντιστάθμιση των βαρών από τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες. Αντίστοιχα η ανακοίνωση της Γερμανίας της 2ας Ιανουαρίου 2012 περιείχε στοιχεία για την επιδότηση συντάξεων και τα έσοδα από διατιμημένες υπηρεσίες για την περίοδο έως και το 2010. Για τον λόγο αυτόν η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανάκτηση της επιδότησης συντάξεων κατά το μέρος που δεν είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά δεν θα πρέπει να αφορά μόνο την περίοδο έως το 2007 αλλά να καταλαμβάνει και το διάστημα έως την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης.

(404)

Όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού της κρατικής ενίσχυσης, ο οποίος έχει τεθεί υπόψη της Deutsche Post, θα πρέπει να τονισθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, καμία διάταξη του δικαίου της Ενώσεως δεν απαιτεί από την Επιτροπή, όταν διατάσσει την ανάκτηση ενίσχυσης κηρυχθείσας ασύμβατης προς την κοινή αγορά, να καθορίζει το ακριβές ύψος της ενίσχυσης που πρέπει να ανακτηθεί. Συγκεκριμένα, αρκεί η απόφαση της Επιτροπής να περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων ο αποδέκτης της να μπορεί να καθορίσει ο ίδιος, χωρίς υπερβολικές δυσχέρειες, το ύψος αυτό (101).

(405)

Οι μη συμβατές με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις πρέπει να υπολογιστούν με βάση τον τύπο που παρατίθεται ανωτέρω στον πίνακα 8, ήτοι βάσει του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ και του συντελεστή αναφοράς (βλέπε τον ορισμό στο παράρτημα και στον πίνακα 6). Η επιστροφή των ετησίως χορηγηθεισών παράνομων ενισχύσεων πρέπει να είναι έντοκη έως και την ημερομηνία ανάκτησης. Ο τόκος υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (102).

(406)

Οι παρατιθέμενοι στο παράρτημα υπολογισμοί του ύψους των παράνομων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά την περίοδο από το 2003 έως το 2010 (χωρίς τους τόκους) στηρίζονται στην παραδοχή ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι κατανέμονται ισομερώς μεταξύ του τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών και του τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δίνουν πληροφορίες για τον ακριβή αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων οι οποίοι εργάζονταν στον τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών και στον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών αντίστοιχα. Ως εκ τούτου θεωρείται ότι τα ποσοστά των εσόδων από τις διατιμημένες και τις μη διατιμημένες υπηρεσίες αποτελούν αξιόπιστα μεγέθη για μία πρώτη προσέγγιση της κατανομής των μισθολογικών δαπανών.

(407)

Η ύπαρξη ακριβέστερων στοιχείων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακριβέστερους υπολογισμούς και κατά συνέπεια σε άλλα αποτελέσματα. Η Γερμανία προσκόμισε πρόσφατα νέα στοιχεία σχετικά με το σύνολο των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων στον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών κατά την περίοδο μεταξύ 1995 και 2007. Από τα εν λόγω στοιχεία προκύπτει ότι το σύνολο των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων θα πρέπει να εκτιμηθεί μέσω κατανομής η οποία θα βασισθεί στις δαπάνες προσωπικού που αναφέρονται στους ΛΕΕ. Μία τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα σύνολο των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων χαμηλότερο από εκείνο που προκύπτει από την κατανομή ανάλογα με τα έσοδα. Στις 2 και στις 19 Ιανουαρίου η Γερμανία διαβίβασε παρατηρήσεις από τις οποίες προκύπτει ότι η σχετική κατανομή των βαρών εντός του τομέα των διατιμημένων υπηρεσιών και μεταξύ των τομέων των διατιμημένων και των μη διατιμημένων υπηρεσιών είχε μεταβληθεί, τουλάχιστο όσον αφορά την απόφαση περί μεγεθών αναφοράς του 2011. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, από το 2008 και μετά ένα μέρος των βαρών φέρεται να καταλογίζεται στις μη διατιμημένες υπηρεσίες. Ο υπολογισμός του ακριβούς ποσού των παράνομων ενισχύσεων, για τον οποίο θα ληφθούν υπόψη οι ανωτέρω συλλογισμοί, θα γίνει από κοινού με τη Γερμανία κατά την εκτέλεση της παρούσας απόφασης.

(408)

Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, η Επιτροπή δεν κατάφερε να προσδιορίσει αξιόπιστα μεγέθη όσον αφορά τις παράνομες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μεταξύ του 1995 και του 2002. Επίσης δεν φαίνεται να είναι δυνατό να δοθούν με την παρούσα απόφαση συγκεκριμένες παράμετροι υπολογισμού οι οποίες να είναι τόσο ακριβείς ώστε το κράτος μέλος να μπορεί να προβεί στους τελικούς υπολογισμούς κατά την εφαρμογή της απόφασης (είτε μόνο του είτε σε συνεργασία με την Επιτροπή). Υπό τις συνθήκες αυτές, η ανάκτηση αντίκειται στα δικαιώματα άμυνας του κράτους μέλους και στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, καθόσον σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη "η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενίσχυσης εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου".

(409)

Κατά συνέπεια, η ανάκτηση πρέπει να αφορά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2003 έως την ημέρα κατά την οποία θα πάψει να υφίσταται το συγκριτικό πλεονέκτημα για τις μη διατιμημένες υπηρεσίες.

(410)

Για το χρονικό διάστημα από την ημέρα της κοινοποίησης της παρούσας απόφασης και μετά θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι το επίπεδο των συναρτώμενων με τον μισθό εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που καταβάλλει η Deutsche Post για τους δημόσιους υπαλλήλους της δεν θα είναι χαμηλότερο από το επίπεδο εισφορών για ιδιωτικούς υπαλλήλου που ισχύει για τους ανταγωνιστές της. Κατά τη σύγκριση των δύο επιπέδων πρέπει να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε αντιστάθμιση λαμβάνει η Deutsche Post διαμέσου της ρύθμισης των τιμών κατά το άρθρο 20 PostG.

VIII.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΕΩΝ

VIII.1.   Κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ

(411)

Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ «Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές». Ως εκ τούτου, για να κρίνει εάν ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει αν πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια: Το μέτρο πρέπει να χορηγείται από το κράτος και να χρησιμοποιούνται κρατικοί πόροι, να οδηγεί σε ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή κλάδων νοθεύοντας τον ανταγωνισμό και να επηρεάζει τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές.

(412)

Οι κρατικές χρηματοδοτικές αντισταθμίσεις αποτελούν κρατικούς πόρους, καθόσον χορηγήθηκαν με βάση τα άρθρα 37 και 40 PostVerfG 1989 και το άρθρο 2 PostUmwG 1994 και χρηματοδοτήθηκαν από τη δημόσια επιχείρηση TELEKOM.

VIII.1.1.   Οικονομικό πλεονέκτημα απορρέον από τις κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις

VIII.1.1.1.   Ισχυρισμός της Γερμανίας ότι οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων πρέπει να θεωρηθούν ως ειδικό βάρος

(413)

Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις δεν ήταν παρά το αντιστάθμισμα για τις επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων, οι οποίες αποτελούσαν δαπάνες που συνήθως δεν βαρύνουν τους ιδιώτες ανταγωνιστές. Κατά την άποψη της Γερμανίας, οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων έχουν τον χαρακτήρα sui generis επιβάρυνσης, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε φόρος ούτε μέρισμα.

(414)

Η Deutsche Post υποχρεώθηκε να προβεί σε επιστροφή χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ύψους 6,6 % έως 10 % του κύκλου εργασιών κατά την περίοδο από το 1924 έως το 1995. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της KPMG, το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht) χαρακτήρισε με βάση την απόφασή του της 22ας Μαρτίου 1984 τις επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ως «εισόδημα του ομοσπονδιακού κράτους», παραλείποντας ωστόσο να αποφανθεί οριστικά επί της νομικής τους φύσης. Οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων χαρακτηρίστηκαν επίσης ως «δαπάνες παροχής» τις οποίες η Deutsche Post έπρεπε να καταβάλει για την παροχή των υπηρεσιών της.

(415)

Μολονότι το Bundesverfassungsgericht δεν προσδιόρισε με σαφήνεια το κατά πόσο οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων πρέπει να θεωρούνται υποκατάστατο φόρων ή μερίσματος, είναι προφανές ότι οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων συνιστούσαν τελικά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού.

(416)

Αφενός, στο παρελθόν πολλά κράτη μέλη χρησιμοποίησαν τα έσοδα από το ταχυδρομικό και το τηλεπικοινωνιακό μονοπώλιο ως πηγή εσόδων για τον κρατικό προϋπολογισμό. Καθόσον έως το 1995 η BUNDESPOST και οι παλαιότερες αυτής δημόσιες επιχειρήσεις δεν υπόκειντο σε φορολόγηση, είχε θεσπισθεί μία sui generis επιβάρυνση προκειμένου το κράτος να εισπράξει έσοδα και από τους τομείς αυτούς. Εξάλλου, αυτού του είδους επιβάρυνση των μονοπωλιακών φορέων ήταν εύλογη και από οικονομική άποψη. Καθώς οι χρήστες ήταν διατεθειμένοι να αποδεχτούν υψηλότερες τιμές χωρίς να περιορίσουν ιδιαίτερα τη χρήση των υπηρεσιών, τα έσοδα για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό ήταν σημαντικά.

(417)

Αφετέρου, σε αντίθεση με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, η Deutsche Post δεν ήταν άμεσα ή έμμεσα υποκείμενη σε φόρο, ούτε όφειλε να καταβάλλει μέρισμα για τα ίδια κεφάλαια που της είχαν παρασχεθεί. Ως εκ τούτου, οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων αποτελούσαν για το κράτος τον μόνο τρόπο προκειμένου, είτε ως φορολογική αρχή είτε ως μέτοχος, να έχει έσοδα από την Deutsche Post. Το αν οι εν λόγω επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων πληρούν ή όχι τους ορισμούς κάποιου φορολογικού συστήματος ή συστήματος διανομής μερισμάτων δεν έχει εν προκειμένω καμία σημασία. Σε κάθε περίπτωση, οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων αποτελούσαν καταβολές τις οποίες η Deutsche Post πραγματοποιούσε από το 1924 και οι οποίες συνεπάγονταν έσοδα για το κράτος.

(418)

Τέλος μπορεί να διαπιστωθεί ότι η υποχρέωση για την καταβολή επιστροφών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ανταποκρινόταν στον δημόσιο σκοπό της άντλησης κρατικών εσόδων από ένα κρατικό μονοπώλιο, ανεξάρτητα από το αν αυτά είχαν τη μορφή φόρου ή μερίσματος. Κατά συνέπεια, οι επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων αποτελούν κανονικές δαπάνες τις οποίες η Deutsche Post όφειλε να χρηματοδοτήσει με δικούς της πόρους.

VIII.1.1.2.   Ο ισχυρισμός της Γερμανίας ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις συμβιβάζονται με τη συμπεριφορά του ιδιώτη επενδυτή

(419)

Η Γερμανία υποστηρίζει ότι κατά τη χορήγηση των κρατικών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων ενεργούσε εν μέρει ως ιδιώτης επενδυτής, καθόσον με αυτές χρηματοδοτούνταν κερδοφόρες επενδύσεις στο δίκτυο της Deutsche Post.

(420)

Καθόσον οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις δεν βασίζονταν σε επενδυτικά σχέδια, αλλά σε σωρευμένες ζημίες, είναι προφανές ότι κανένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα ακολουθούσε μία τέτοια επενδυτική στρατηγική.

(421)

Κατά συνέπεια η Deutsche Post απέκτησε οικονομικό πλεονέκτημα από τη χορήγηση των κρατικών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων.

VIII.1.1.3.   Ο ισχυρισμός της Γερμανίας ότι πρόκειται για αντιστάθμιση του καθαρού κόστους της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας

(422)

Η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις δεν συνιστούσαν κρατική ενίσχυση καθόσον χορηγούνταν προς αντιστάθμιση του καθαρού κόστους της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας.

(423)

Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Altmark (103), για να μη χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ μια αντιστάθμιση που παρέχεται ως αντιπαροχή για την εκπλήρωση υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις: Πρώτον, η δικαιούχος επιχείρηση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, η δε υποχρέωση αυτή πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη. Δεύτερον, οι βασικές παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση πρέπει να έχουν προσδιοριστεί εκ των προτέρων με αντικειμενικότητα και διαφάνεια. Τρίτον, η αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός ευλόγου κέρδους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Τέταρτον, όταν η επιλογή της επιχειρήσεως στην οποία πρόκειται να ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, παρέχουσας τη δυνατότητα επιλογής του υποψηφίου που είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες με το μικρότερο για το κοινωνικό σύνολο κόστος, το επίπεδο της απαραίτητης αντισταθμίσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε μια μέση επιχείρηση εφαρμόζοντας χρηστή διαχείριση όντας κατάλληλα εξοπλισμένη με μεταφορικά μέσα.

(424)

Καθόσον η Deutsche Post δεν επελέγη στο πλαίσιο διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης και η Γερμανία δεν απέδειξε ότι η Deutsche Post είναι μία επιχείρηση με χρηστή διαχείριση, δεν πληρούται η τέταρτη προϋπόθεση σύμφωνα με την απόφαση Altmark.

VIII.1.2.   Συμπεράσματα σχετικά με την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης

(425)

Οι κρατικές χρηματοοικονομικές ενισχύσεις χορηγήθηκαν από κρατικούς πόρους και ελάφρυναν την Deutsche Post από δαπάνες τις οποίες κανονικά φέρουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η Γερμανία δεν απέδειξε ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις πληρούν τα κριτήρια που θέτει η απόφαση Altmark και κατά συνέπεια ότι δεν πρέπει να χαρακτηρισθούν ως κρατική ενίσχυση.

(426)

Για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά στο κεφάλαιο VII.1.2, οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις είναι ικανές να αλλοιώσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν τις συναλλαγές.

(427)

Ως εκ τούτου η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις έχουν τον χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

VIII.2.   Αξιολόγηση υφιστάμενων ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ

(428)

Οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις θεσπίστηκαν με το άρθρο 37 παράγραφοι 2 και 3 PostVerfG 1989 και ως εκ τούτου αποτελούν νέο μέτρο ενίσχυσης.

VIII.3.   Αξιολόγηση της συμβατότητας με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ

(429)

Κατά το άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες των Συνθηκών και ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού. Ωστόσο η Συνθήκη επιτρέπει εξαίρεση από τους κανόνες που περιέχονται σε αυτή, εφόσον πληρούνται ορισμένα κριτήρια. Πρώτον, πρέπει να υπάρχει πράξη ανάθεσης, με την οποία το κράτος αναθέτει σε μια επιχείρηση την αρμοδιότητα της εκτέλεσης συγκεκριμένης αποστολής. Δεύτερον, η ανάθεση πρέπει να αφορά υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος. Τρίτον, η εξαίρεση πρέπει να είναι αναγκαία για την εκτέλεση της ανατεθείσας αποστολής και ανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τέλος, η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο στο συμφέρον της Ένωσης.

(430)

Στις ανακοινώσεις της Επιτροπής του 1996 ή/και του 2001 (104)(105) καθώς και στο κοινοτικό πλαίσιο του 2005, η Επιτροπή διευκρίνισε τον τρόπο με τον οποίο τα κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας εφαρμόζονται κατά την εκτίμηση μιας εξαίρεσης κατά το άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Οι διατάξεις σχετικά με τη σημασία και την έκταση των κριτηρίων αυτών, οι οποίες εφαρμόσθηκαν με συνέπεια από το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο και την Επιτροπή στο παρελθόν, κωδικοποιήθηκαν για τελευταία φορά στο κεφάλαιο 2.4 του κοινοτικού πλαισίου του 2005.

(431)

Σύμφωνα με το κεφάλαιο 2.4 του κοινοτικού πλαισίου του 2005, κατά την εκτίμηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της χορηγηθείσας αντιστάθμισης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες βασικές αρχές:

1.

Το ύψος της αντιστάθμισης δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό που απαιτείται για να καλυφθούν οι δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων καθώς και ευλόγου κέρδους για την εκτέλεση των εν λόγω υποχρεώσεων.

2.

Το ύψος της αντιστάθμισης περιλαμβάνει όλα τα πλεονεκτήματα που παρέχονται από το κράτος ή από κρατικούς πόρους υπό οιαδήποτε μορφή, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους για τους σκοπούς του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

3.

Η αντιστάθμιση πρέπει να χρησιμοποιηθεί πράγματι για την παροχή της σχετικής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος. Η αντιστάθμιση για παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγείται για την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται σε δραστηριότητες σε άλλες αγορές, δεν δικαιολογείται και κατά συνέπεια συνιστά μη συμβιβάσιμη κρατική ενίσχυση.

(432)

Η Επιτροπή έχει κάνει δεκτό ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις για δαπάνες παροχής καθολικής υπηρεσίας μπορεί να είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά (ή/και να μην αποτελούν κρατικές ενισχύσεις) εφόσον το ύψος τους είναι χαμηλότερο από το καθαρό κόστος που συνδέεται με την παροχή καθολικής υπηρεσίας (106).

VIII.3.1.   Ανάθεση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος

(433)

Κατά τις διαδοχικές οδηγίες για τα ταχυδρομεία, καθώς και κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (107), η παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών σε ολόκληρη την επικράτεια θεωρείται υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος.

(434)

Στην Deutsche Post είχε ανατεθεί δυνάμει των διαδοχικών νόμων για τα ταχυδρομεία η παροχή καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας έως την 31η Δεκεμβρίου 2007.

VIII.3.2.   Αναγκαιότητα και αναλογικότητα των κρατικών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων

(435)

Η Γερμανία εμμένει στην άποψη ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις αποτελούν εύλογη αντιστάθμιση καθόσον με βάση τον ΛΕΕ 2009 κατά την περίοδο 1990-1995 ήταν σαφώς χαμηλότερες από το καθαρό κόστος που συνδεόταν με την παροχή καθολικής υπηρεσίας. Όπως η ίδια διατείνεται, ο ΛΕΕ 2009 αποδεικνύει ότι, παρά τις κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις που της χορηγήθηκαν, η Deutsche Post είχε λάβει το 1995 υπο-αντιστάθμιση κατά […] δισεκατ. EUR (εκτοκισμένη αξία 1995) για το συνολικό καθαρό κόστος παροχής της καθολικής υπηρεσίας κατά την περίοδο 1990 — 1995.

(436)

Μετά από διορθώσεις στην κατανομή και την αξιολόγηση του κόστους στον ΛΕΕ 2009, η γνωμοδότηση WIK καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις αντιστάθμισαν το συνολικό καθαρό κόστος παροχής της καθολικής υπηρεσίας κατά το διάστημα 1990 — 1995.

(437)

Οι υπολογισμοί που παρατίθενται στη γνωμοδότηση WIK αποδεικνύουν ότι η αντιστάθμιση ήταν κατά [0 έως 20] εκατ. EUR υψηλότερη σε σχέση με το συνολικό καθαρό κόστος του 1995. Ωστόσο η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι τα στοιχεία της λογιστικής καταγραφής του κόστους των ετών αυτών είναι πλημμελή. Επίσης φρονεί ότι η γνωμοδότηση WIK αναγνώρισε ως κόστος κεφαλαίου μόνο τις επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων, χωρίς να υπολογίσει ένα επιπλέον εύλογο κέρδος.

(438)

Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η γνωμοδότηση WIK δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για την απόρριψη του ισχυρισμού της Γερμανίας ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις αποτελούσαν εύλογο αντιστάθμισμα του κόστους που επιβαρύνθηκε η Deutsche Post σε σχέση με την παροχή καθολικής υπηρεσίας.

Πίνακας 10

Υπολογισμός του συνολικού καθαρού κόστους της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας και των κρατικών χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων (εκτοκισμένες αξίες 1995)

 

ΛΕΕ 2009

γνωμοδότηση WIK

Συνολικό καθαρό κόστος

– […] δισεκατ. EUR

– […] δισεκατ. EUR

Κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις

+6,707 δισεκατ. EUR

+6,707 δισεκατ. EUR

Υπεραντιστάθμιση (υπο-αντιστάθμιση)

– […] δισεκατ. EUR

+ [0 έως 20] εκατ. EUR

(439)

Κατά συνέπεια, οι κρατικές χρηματοοικονομικές αντισταθμίσεις αποτελούν ενισχύσεις συμβατές με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, καθόσον δεν υπερβαίνουν το καθαρό κόστος που επωμίστηκε η Deutsche Post λόγω της υποχρέωσής της για παροχή καθολικής υπηρεσίας.

IX.   Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ 1995 ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 108 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3 ΤΗΣ ΣΛΕΕ

(440)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι διατάξεις σχετικά με την κρατική εγγύηση για τους χρεωστικούς τίτλους του 1953 είχαν θεσπισθεί δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 4 PostVwG 1953. Κατά την κατάργηση του PostVwG 1953 με τον νόμο PostVerfG 1989 οι εν λόγω διατάξεις περιλήφθηκαν στο άρθρο 40 PostVerfG 1989 ως είχαν.

(441)

Καθόσον η κρατική εγγύηση για τους χρεωστικούς τίτλους είχε θεσπιστεί το έτος 1953, ήτοι πριν από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης ΕΟΚ, αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου.

(442)

Με το άρθρο 2 (4) PostUmwG 1995 η εν λόγω υφιστάμενη ενίσχυση καταργήθηκε. Το γεγονός ότι το ομοσπονδιακό κράτος συνέχισε να εγγυάται τους χρεωστικούς τίτλους οι οποίοι είχαν εκδοθεί πριν από την ιδιωτικοποίηση της Deutsche Post δεν συνιστά νέα ενίσχυση, καθόσον το πλεονέκτημα είχε χορηγηθεί στην Deutsche Post κατά τον χρόνο έκδοσης των χρεωστικών τίτλων.

X.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(443)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η επιδότηση συντάξεων και οι κρατικές χρηματοοικονομικές ενισχύσεις αποτελούν κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, καθόσον ελάφρυναν την Deutsche Post από δαπάνες τις οποίες κανονικά φέρουν οι επιχειρήσεις.

(444)

Η Επιτροπή διαπιστώνει επίσης ότι η Γερμανία χορήγησε παράνομη επιδότηση συντάξεων και κρατικές χρηματοοικονομικές ενισχύσεις παραβιάζοντας το άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Η παροχή κρατικής εγγύησης για χρεωστικούς τίτλους, οι οποίοι είχαν εκδοθεί από την Deutsche Post πριν από την ιδιωτικοποίησή της, αποτελούσε υφιστάμενη ενίσχυση η οποία καταργήθηκε το 1995.

(445)

Η επιδότηση συντάξεων δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ καθόσον λόγω της εγκριθείσας από την Postregulierungsbehörde χρηματοδότηση των βαρών από έσοδα προερχόμενα από διατιμημένες υπηρεσίες είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συγκριτικού πλεονεκτήματος για τις μη διατιμημένες υπηρεσίες. Η Γερμανία ελάφρυνε την Deutsche Post AG σε δυσανάλογο βαθμό από εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, καθόσον στο πλαίσιο των μέτρων για την ελάφρυνση από συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις δεν χορηγήθηκε μόνο επιδότηση συντάξεων αλλά επιπλέον επιτράπηκε στην Deutsche Post AG να μετακυλίει στους χρήστες των διατιμημένων υπηρεσιών μέρος των κοινωνικών δαπανών που συνδέονται με την παροχή μη διατιμημένων υπηρεσιών, τις οποίες η Deutsche Post AG όφειλε όπως κάθε άλλος ιδιώτης ανταγωνιστής να επιβαρυνθεί η ίδια.

(446)

Εν κατακλείδι, η Deutsche Post AG βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση απέναντι στους ιδιώτες ανταγωνιστές της, καθόσον τα βάρη από κοινωνικές εισφορές, τα οποία η Deutsche Post AG όφειλε να επιβαρυνθεί σε σχέση με τις μη διατιμημένες υπηρεσίες της, ήταν χαμηλότερα σε σχέση με το κόστος που αναγκαστικά φέρουν οι ιδιώτες ανταγωνιστές της.

(447)

Αντίστοιχα θα πρέπει το ύψος της μη συμβατής με την εσωτερική αγορά ενίσχυσης να ορισθεί ως η διαφορά μεταξύ του συντελεστή αναφοράς, με τη χρήση του οποίου γίνεται η εξίσωση των κοινωνικών εισφορών της Deutsche Post AG για μη διατιμημένες υπηρεσίες με τις εισφορές των ανταγωνιστών, και του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ, το οποίο η Deutsche Post AG επιβαρύνθηκε πράγματι σε σχέση με τις μη διατιμημένες υπηρεσίες της, πολλαπλασιαζόμενη με το σύνολο των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούνται στον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών. Ιδίως η μη συμβατή με την εσωτερική αγορά ενίσχυση θα πρέπει να υπολογισθεί με εφαρμογή του τύπου που παρατίθεται στον πίνακα 8 βάσει των ορισμών που δίδονται για το ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ και το κριτήριο αναφοράς ΛΕΕ, όπως προκύπτει από τον πίνακα 7 και το παράρτημα, καθώς και τον ακαθάριστο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων όπως αυτός προσδιορίζεται στον πίνακα 6.

(448)

Η ενίσχυση που χορηγήθηκε στην Deutsche Post από 1ης Ιανουαρίου 2003 και δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά θα πρέπει να ανακτηθεί αναδρομικά από την ανωτέρω ημερομηνία και μέχρις ότου πάψει να υφίσταται συγκριτικό πλεονέκτημα. Επίσης η Γερμανία πρέπει να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για την αλλαγή του καθεστώτος απαλλαγής από συνταξιοδοτικές δαπάνες, το οποίο στηρίζεται στην επιδότηση συντάξεων και στη ρύθμιση των τιμών, ώστε να πάψει να υφίσταται συγκριτικό αποτέλεσμα.

(449)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι κρατικές χρηματοοικονομικές ενισχύσεις συνιστούν κατά το άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ κρατική ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά, καθόσον με αυτές αντισταθμίστηκε το συνολικό καθαρό κόστος το οποίο επωμίστηκε η Deutsche Post λόγω της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

1.   Η χορηγηθείσα στην Deutsche Post AG επιδότηση συντάξεων αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ και χορηγήθηκε παρανόμως από την Γερμανία κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ.

2.   Η επιδότηση συντάξεων δεν είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά καθόσον η Γερμανία συνέβαλε σε δυσανάλογο βαθμό στη χρηματοδότηση των συντάξεων των συνταξιούχων υπαλλήλων της Deutsche Post AG.

Άρθρο 2

Οι κρατικές χρηματοοικονομικές ενισχύσεις, οι οποίες συνιστούν ενίσχυση υπέρ της Deutsche Post AG κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ και χορηγήθηκαν παρανόμως από τη Γερμανία κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά.

Άρθρο 3

Η κρατική εγγύηση αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση υπέρ της Deutsche Post AG κατά την έννοια των άρθρων 107 παράγραφος 1 και 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ.

Άρθρο 4

1.   Η Γερμανία ανακτά από την Deutsche Post AG την ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1, η οποία χορηγήθηκε ή θα χορηγηθεί στην Deutsche Post AG από 1ης Ιανουαρίου 2003 και έως τον χρόνο κατά τον οποίο θα εξαλειφθεί το συγκριτικό πλεονέκτημα.

2.   Το κατά την παράγραφο 1 ανακτώμενο ποσό βαρύνεται με τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε στη διάθεση του δικαιούχου έως την ημερομηνία της πραγματικής του ανάκτησης.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 271/2008 της Επιτροπής (108) ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 794/2004.

4.   Από την ημέρα της κοινοποίησης της παρούσας απόφασης η Γερμανία εξασφαλίζει ότι η Deutsche Post AG, λαμβανομένης υπόψη της εγκριθείσας από την Postregulierungsbehörde χρηματοδότησης των βαρών από τις διατιμημένες υπηρεσίες, δεν θα αποκτά πλέον συγκριτικό πλεονέκτημα στον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών.

Άρθρο 5

1.   Η ανάκτηση της ενίσχυσης που ορίζεται στο άρθρο 4 είναι άμεση και αποτελεσματική.

2.   Η Γερμανία εξασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησής της.

Άρθρο 6

1.   Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Γερμανία υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή:

α)

το συνολικό ποσό (αρχικό κεφάλαιο και τόκοι) που πρέπει να ανακτηθεί από την Deutsche Post AG·

β)

ακριβή περιγραφή των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν για τη συμμόρφωση προς την παρούσα απόφαση·

γ)

έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν ότι ζητήθηκε από την Deutsche Post AG η επιστροφή της ασύμβατης με την εσωτερική αγορά ενίσχυσης.

2.   Η Γερμανία τηρεί την Επιτροπή ενήμερη σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης έως την ανάκτηση της ασύμβατης με την εσωτερική αγορά ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1. Εφόσον ζητηθεί εκ μέρους της Επιτροπής, η Γερμανία παρέχει αμελλητί όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει ή πρόκειται να λάβει για να συμμορφωθεί προς την παρούσα απόφαση. Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά της ενίσχυσης και των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί από την Deutsche Post AG.

Άρθρο 7

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Βρυξέλλες, 25 Ιανουαρίου 2012.

Για την Επιτροπή

Joaquín ALMUNIA

Αντιπρόεδρος


(1)  Από 1ης Δεκεμβρίου 2009, τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ έχουν καταστεί, αντιστοίχως, τα άρθρα 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ και τα άρθρα 107 και 108 της ΣΛΕΕ είναι ουσιαστικά ταυτόσημα. Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι αναφορές στα άρθρα 107 και 108 της ΣΛΕΕ νοούνται κατά περίπτωση ως αναφορές στα άρθρα 87 και 88, αντιστοίχως, της Συνθήκης ΕΚ, και οι αναφορές στο Δικαστήριο ως αναφορές στο Πρωτοδικείο.

(2)  Πρόσκληση της 17ης Αυγούστου 1999 για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ, σχετικά με την ενίσχυση C 61/99 (πρώην ΝΝ 153/96) — κρατική ενίσχυση στα γερμανικά ταχυδρομεία Deutsche Post AG (ΕΕ C 306 της 23.10.1999, σ. 25), πρόσκληση της 19ης Οκτωβρίου 2007 για την υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ, σχετικά με την ενίσχυση C 36/07 (πρώην NN 25/07) — κρατική ενίσχυση υπέρ της Deutsche Post AG (ΕΕ C 245 της 19.10.2007, σ. 21) και πρόσκληση της 11ης Μαΐου 2011 για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ, σχετικά με την ενίσχυση C 36/07 — κρατική ενίσχυση υπέρ της Deutsche Post AG (ΕΕ C 263 της 7.9.2011, σ. 4).

(3)  Απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 2002, για την κρατική ενίσχυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στα γερμανικά ταχυδρομεία Deutsche Post AG (ΕΕ L 247 της 14.9.2002, σ. 27).

(4)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2008, Deutsche Post AG κατά Επιτροπής, T-266/02, Συλλογή 2008, σ. II-1233.

(5)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, C-399/08 P, Επιτροπή κατά Deutsche Post AG, Συλλογή 2010, σ. I-0000.

(6)  Πρόσκληση της 19ης Οκτωβρίου 2007 για την υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ, σχετικά με την ενίσχυση C 36/07 (πρώην NN 25/07) — κρατική ενίσχυση υπέρ της Deutsche Post AG (ΕΕ C 245 της 19.10.2007, σ. 21).

(7)  Προκήρυξη διαγωνισμού 2008/S 15-018228 της 23ης Ιανουαρίου 2008 (ΕΕ S 15 της 23.1.2008).

(8)  Κοινοτικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας (ΕΕ C 297 της 29.11.2005, σ. 4).

(9)  Γνωμοδότηση του καθηγητή Ehlermann, WilmerHale (16 Ιουνίου 2008), «Die Verpflichtung der Europäischen Kommission zur Einzelprüfung angeblicher Beihilfen an die Deutsche Post AG».

(10)   ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(11)  Γνωμοδότηση του καθηγητή Ehlermann, WilmerHale (10 Οκτωβρίου 2008), «Die Periodizität der Überkompensationsrechnung gemäß Art. 86 Abs. 2 EG».

(12)  Αναλυτική αναφορά στις επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων γίνεται στο κεφάλαιο VI.2.1.

(13)  Γνωμοδότηση της KPMG (11 Φεβρουαρίου 2010), «Deutsche Post AG — Rechtliche Qualifikation der Ablieferungen nach § 63 PverfG»· Γνωμοδότηση της Deloitte (9 Φεβρουαρίου 2010), «Assessment of the WIK Consult report for the European Commission — A report for Deutsche Post AG».

(14)  Γνωμοδότηση του καθηγητή Ehlermann, WilmerHale (5. Νοεμβρίου 2010), «Bedeutung des Urteils des Gerichtshofes in der Rs. C-399/08 P Kommission/Deutsche Post AG für das laufende Beihilfeprüfverfahren im Fall C 36/2007 (Deutsche Post AG)».

(15)  Γνωμοδότηση του καθηγητή Ehlermann, WilmerHale (19 Ιουλίου 2011), «Die Verpflichtung der Europäischen Kommission zum Nachweis einer Überkompensation bei der beihilferechtlichen Beanstandung angeblicher Quersubventionierungen».

(16)  Γνωμοδότηση του καθηγητή Ehlermann, WilmerHale (19 Ιουλίου 2011), «Der Vergleich der effektiv getragenen Sozialkosten mit den marktüblichen Sozialkosten im laufenden Beihilfeprüfverfahren im Fall C 36/07 (Deutsche Post AG)».

(17)  Γνωμοδότηση του καθηγητή Weber, WHU — Otto Beisheim School of Management Vallendar (Ιούλιος 2011), «Gutachten zur Ermittlung der Höhe der über das Marktniveau hinausgehenden Sozialkosten der DPAG». Επικαιροποιημένη έκδοση της γνωμοδότησης διαβιβάστηκε στις 2 Ιανουαρίου 2012.

(18)  Γνωμοδότηση της Charles River Associates (Μάρτιος 2011), «Estimating a reasonable profit margin for provision of letter services». Η συγκεκριμένη γνωμοδότηση προσκομίστηκε από το Βέλγιο στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης SA.14588 — Κρατική ενίσχυση υπέρ της bpost.

(19)  Απόφαση 2001/354/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Μαρτίου 2001, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ — Deutsche Post AG (ΕΕ L 125 της 5.5.2001, σ. 27).

(20)  Απόφαση της Επιτροπής της 25ης Μαρτίου 2008 στην υπόθεση COMP/37.821 — UPS και DVPT κατά DPAG, αιτιολογικές σκέψεις 6, 63, 66 και 70 έως 72.

(21)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Δεκεμβρίου 2011, T-421/07, Deutsche Post AG κατά Επιτροπής, 2011, σ. II-0000.

(22)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Οκτωβρίου 2011, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-463/10 P und C-475/10 P, Deutsche Post AG κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. I-0000.

(23)  Gesetz zum Personalrecht der Beschäftigten der früheren Deutschen Bundespost (νόμος περί του προσωπικού της πρώην Deutsche Bundespost) της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 (BGBl. I σ. 2325).

(24)  Gesetz über die Unternehmensverfassung der Deutschen Bundespost (νόμος περί του οργανισμού της Deutsche Bundespost) της 8ης Ιουνίου 1989 (BGBl. I σ. 1026).

(25)  Gesetz zur Umwandlung von Unternehmen der Deutschen Bundespost in die Rechtsform der Aktiengesellschaft (νόμος περί μετατροπής της Deutsche Bundespost σε ανώνυμη εταιρεία) της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 (BGBl. I σ. 2325).

(26)  Gesetz über das Postwesen (νόμος περί ταχυδρομείων) της 3ης Ιουλίου 1989 (BGBl. I σ. 1450).

(27)  Gesetz über die Versorgung der Beamten und Richter des Bundes (νόμος περί των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων και των δικαστών) της 24ης Αυγούστου 1976 (BGBl. I σ. 322).

(28)  Το έκτο βιβλίο του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB VI) διέπει την ασφάλιση των συντάξεων, το τρίτο βιβλίο (SGB III) την ασφάλιση ανεργίας και το πέμπτο βιβλίο (SGB V) την ασφάλιση ασθενείας. Ο Pflegeversicherungsgesetz (νόμος περί ασφάλισης περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης — PflegeVG) και το ενδέκατο βιβλίο του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB XI) διέπουν την ασφάλιση περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης.

(29)  Καταστατικό του οργανισμού συντάξεων της Deutsche Bundespost (1969).

(*1)  Επιχειρηματικό απόρρητο.

(30)  Gesetz über die Regulierung der Telekommunikation und des Postwesens της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 (BGBl. I σ. 1509).

(31)  Verordnung zur Regelung der Pflichtleistungen der Deutschen Bundespost POSTDIENST (κανονισμός για τη ρύθμιση των υποχρεωτικών υπηρεσιών της Deutschen Bundespost POSTDIENST) της 12ης Ιανουαρίου 1994 (BGBI. I σ. 86).

(32)  Post-Universaldienstleistungsverordnung (κανονισμός για την παροχή ταχυδρομικής καθολικής υπηρεσίας)της 15ηςΔεκεμβρίου 1999 (BGBl. I σ. 2418).

(33)  Gesetz über die Verwaltung der Deutschen Bundespost (νόμος για τη διοίκηση της Deutsche Bundespost) (Postverwaltungsgesetz), BGBl. I σ. 676.

(34)  Bundesnetzagentur, Zwölfte Marktuntersuchung, Σεπτέμβριος 2009.

(35)  Σε αυτές αντιστοιχούσε κατά την περίοδο 1990-2007 το 38 % περίπου των συνολικών εσόδων της Deutsche Post και κατά την περίοδο 2008-2010 περίπου το 44 % των συνολικών της εσόδων.

(36)  Το άρθρο 53 PostG 1997 προβλέπει ότι μετά τη λήξη της αποκλειστικής άδειας η αποστολή τουλάχιστο 50 επιστολών δεν θα υπόκειται πλέον σε ex ante αλλά σε ex post έλεγχο τιμής.

(37)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Δεκεμβρίου 2011, T-421/07, 2011, Deutsche Post AG κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 74 επ.

(38)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Μαρτίου 2004, T-157/01, Danske Busvognmænd κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-917, σκέψη 57.

(39)  Απόφαση 2008/204/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2007, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται από τη Γαλλία για τη μεταρρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων που υπάγονται στα Ταχυδρομεία (ΕΕ L 63 της 7.3.2008, σ. 16).

(40)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003, C-280/00, Altmark Trans GmbH, Συλλογή 2003, σ. I-7747.

(41)  Ο ΛΕΕ 2009 εμφανίζει τα έσοδα που αποκομίσθηκαν από την παροχή επιστολικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του χρόνου για κάθε επιμέρους πεδίο δραστηριότητας. Ο ορισμός περιλαμβάνει για κάθε έτος το σύνολο όλων των ρυθμιζόμενων εσόδων, και δη ανεξάρτητα από το πεδίο δραστηριότητας στο οποίο πραγματοποιήθηκαν.

(42)  Οι κωδικοί NACE (Nomenclature statistique des activités économiques dans la Communauté européenne) συνιστούν τη στατιστική συστηματική των οικονομικών κλάδων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(43)  Για την τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων που οφείλονται στον πολύ μικρό αριθμό συγκρίσιμων ανταγωνιστών, η γνωμοδότηση WIK επιλέγει επιπλέον μία μεγαλύτερη ομάδα αναφοράς αποτελούμενη από περίπου 1 160 επιχειρήσεις του τομέα της οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων (NACE-Code 60), καθόσον η οδική μεταφορά εμπορευμάτων αποτελεί κλάδο με έντονο ανταγωνισμό, στο πλαίσιο του οποίου οι υπηρεσίες παρέχονται συχνά από επιχειρήσεις που ασκούν μεταφορικές δραστηριότητες παρόμοιες με αυτές που ασκούν οι ταχυδρομικοί φορείς εκμετάλλευσης. Βάσει της δεύτερης ομάδας αναφοράς προκύπτει διάμεσος ROS 2,59 % ή/και τρίτο τεταρτημόριο ROS 5,57 %, γεγονός που επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα του πιο περιορισμένου δειγματοληπτικού ελέγχου.

(44)  Η διάμεσος ROS είναι 3,48 % και το ανώτατο όριο ROS είναι 6,77 %.

(45)  Η Deutsche Post προσκόμισε την έκθεση της Ctcon με τίτλο «Rentabilität der Schalterleistungen der Postfilialen für die Postbank 2002 έως 2004» η οποία είχε συνταχθεί το 2005 και στην οποία οι άμεσες δαπάνες και τα κοινά κόστη του δικτύου καταστημάτων κατανέμονταν μεταξύ των εμπορικών υπηρεσιών και των καθολικών υπηρεσιών με βάση την κοστολόγηση ανά δραστηριότητα. Η αμοιβή που καταβαλλόταν από την Postbank κάλυπτε προφανώς ένα εύλογο μέρος των συνολικών δαπανών που συνδέονταν με το δίκτυο ταχυδρομικών γραφείων (π.χ. συμπεριελάμβανε εύλογο μέρος του βάρους από υποδομές # 3 για το ταχυδρομικό δίκτυο).

(46)   ΕΕ L 318 της 17.11.2006, σ. 17.

(47)  Μέρος των περιθωρίων κέρδους που εμφαίνονται στο σχήμα 5, το οποίο υπερβαίνει το ποσοστό 3,48 % το οποίο θεωρείται ως εύλογο κέρδος.

(48)  Αναλυτική αναφορά στις επιστροφές χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων γίνεται στο κεφάλαιο VI.2.1.

(49)  National Economic Research Associates (NERA), «The Profitability of the Mail Segment of Deutsche Post — An Update», (Νοέμβριος 2007).

(50)  National Economic Research Associates (NERA), «The Profitability of the Mail Division of Deutsche Post — A Final Report», (Οκτώβριος 2006).

(51)  Ο επιστολικός κλάδος της DPWN είναι ευρύτερος από τις δραστηριότητες της DPAG στην Γερμανία και περιλαμβάνει όλες τις ταχυδρομικές υπηρεσίες που παρέχονται ανά την υφήλιο. Εντούτοις, οι εγχώριες δραστηριότητες αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του επιστολικού τομέα της DPWN.

(52)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 2003, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-83/01 P, C-93/01 P και C-94/01 P, Chronopost SA, La Poste και Γαλλική Δημοκρατία κατά Union française de l’express (Ufex), DHL International, Federal express international (France) SNC και CRIE SA, Συλλογή 2003, σ. I-6993.

(53)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Μαρτίου 2004, T-157/01, Danske Busvognmænd κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-917, σκέψη 57.

(54)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2008, T-266/02, Deutsche Post AG κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II-1233, σκέψη 54.

(55)  Απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης C 265/02 της 29ης Ιουλίου 2011 σχετικά με την κρατική ενίσχυση υπέρ της Royal Mail (ΕΕ C 265 της 9.9.2011, σ. 2).

(56)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 41.

(57)  Ο κατώτατος μισθός του 2007 χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο του ΛΕΕ 2009 για τον προσδιορισμό του βάρους # 1 – μη ανταγωνιστικοί βασικοί μισθοί.

(58)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 41.

(59)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 41

(60)  Απόφαση 2005/145/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2003, για τις κρατικές ενισχύσεις που χορήγησε η Γαλλία στην EDF και στον τομέα των επιχειρήσεων ηλεκτρισμού και αερίου (ΕΕ L 49 της 22.2.2005, σ. 9).

(61)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra AG/Schleswag AG, Συλλογή 2001, σ. I-2099.

(62)  Κατά την άποψη της Γερμανίας τα συμπεράσματα της γνωμοδότησης της Deloitte επιβεβαιώνονται από τη γνωμοδότηση της CRA την οποία είχε προσκομίσει το Βέλγιο στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης SA 14588 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 44).

(63)  Απόφαση 2008/C 35/10 της Επιτροπής — Σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας μεταξύ της Deutsche Bahn Regio και των Länder (ομόσπονδων κρατών) του Βερολίνου και του Βρανδεμβούργου (ΕΕ C 35 της 8.2.2008, σ. 13)· απόφαση 2009/325/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 3/08 (πρώην NN 102/05) — Τσεχική Δημοκρατία — σχετικά με τις αντισταθμίσεις για παροχή δημόσιας υπηρεσίας σε εταιρείες λεωφορείων της Νότιας Μοραβίας (ΕΕ L 97 της 16.4.2009, σ. 14).

(64)   ΕΕ L 15 της 21.1.1998, σ. 14.

(65)  Απόφαση 2002/782/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 2002, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις τις οποίες έθεσε σε εφαρμογή η Ιταλία υπέρ της Poste Italiane SpA (πρώην Ente Poste Italiane) (ΕΕ L 282 της 19.10.2002, σ. 29).

(66)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 2002, C-301/87, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-00307, σκέψη 41.

(67)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1974, 173-73, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1974, 709, σκέψη 13· απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 310/85, Deufil GmbH & Co. KG κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, 901, σκέψη 8· απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-4551, σκέψη 20.

(68)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1994, C-387/92, Banco Exterior, Συλλογή 1994, σ. I-877, σκέψη 13 προπαρατεθείσα απόφαση στην υπόθεση C-241/94, σκέψη 34.

(69)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Βασίλειο C-5/01, του Βελγίου κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-1191, σκέψη 39.

(70)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανώτατης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, Συλλογή 1961, 3, σκέψεις 29 και 30· προπαρατεθείσα απόφαση στην υπόθεση C-173/73, σκέψεις 12 και 13· προπαρατεθείσα απόφαση στην υπόθεση C-241/94, σκέψεις 29 και 35· απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 2002, C-251/97, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-6639, σκέψεις 40, 46 και 47 και απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουνίου 2011, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/09 P, C-73/09 P και C-76/09 P, Comitato Venezia vuole vivere κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. I-0000, σκέψεις 90-96.

(71)  Απόφαση La Poste, σκέψη 141, και Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2), σκέψη 63.

(72)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, T-20/02, Kahla κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II-2305, σκέψεις 194 έως 197.

(73)  Haushaltsgrundsätzegesetz (νόμος περί των βασικών αρχών του προϋπολογισμού) της 19ης Αυγούστου 1969 (BGBl. I σ. 1273), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του νόμου της 27ης Μαΐου 2010 (BGBl. I σ. 671).

(74)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1998, T-214/95, Het Vlaamse Gewest κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-717.

(75)  Βλέπε και γνωμοδότηση WIK, κεφάλαιο 2.

(76)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Δεκεμβρίου 2011, T-421/07, Deutsche Post κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευτεί στη Συλλογή, σκέψεις 52 και 75.

(77)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1993, C-364/90, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-02097, σκέψη 20.

(78)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Ιανουαρίου, T-162/06, Kronoply κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II-1, ιδίως σκέψεις 65, 66, 74 και 75.

(79)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2001, T-187/99, Agrana Zucker und Stärke κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-1587, σκέψη 74· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Μαΐου 2002, T-126/99, Graphischer Maschinenbau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-2427, σκέψεις 41 έως 43· απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 2008, C-390/06, Nuova Agricast/Ministero delle Attività Produttive, Συλλογή 2008, σ. I-2577, σκέψεις 68 και 69.

(80)  Βλέπε οδηγία 2008/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για την τροποποίηση της οδηγίας 97/67/ΕΚ σχετικά με την πλήρη υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών, αιτιολογική σκέψη 9 και επόμενες (ΕΕ L 52 της 27.2.2008, σ. 3).

(81)  Βλέπε την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μέθοδο για την ανάλυση κρατικών ενισχύσεων σε συνδυασμό με το έγγραφο της Επιτροπής SG (2001) D/290869 της 6.8.2001.

(82)  Απόφαση 2005/145/ΕΚ για τις κρατικές ενισχύσεις που χορήγησε η Γαλλία στην EDF και στον τομέα των επιχειρήσεων ηλεκτρισμού και αερίου· απόφαση 2008/204/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται από τη Γαλλία για τη μεταρρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων που υπάγονται στα Ταχυδρομεία (ΕΕ L 65 της 8.3.2008, σ. 11)· απόφαση 2009/945/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με τη μεταρρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της RATP [κρατική ενίσχυση C 42/07 (πρώην N 428/06) (ΕΕ L 327 της 12.12.2009, σ. 6)] που η Γαλλία προτίθεται να χορηγήσει υπέρ της RATP [κρατική ενίσχυση C 42/07 (πρώην N 428/06)]· απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2011, στην υπόθεση C 25/2008 σχετικά με τη μεταρρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων που έχουν υπαχθεί στη France Télécom (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί).

(83)  Απόφαση της Επιτροπής 2008/204/ΕΚ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται από τη Γαλλία για τη μεταρρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων που υπάγονται στα Ταχυδρομεία· απόφαση της Επιτροπής 2009/945/ΕΚ σχετικά με τη μεταρρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της RATP [κρατική ενίσχυση C 42/07 (πρώην N 428/06)]· απόφαση της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 2011 στην υπόθεση C 25/2008 σχετικά με τη μεταρρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων που έχουν υπαχθεί στη France Télécom (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί).

(84)  Απόφαση La Poste, αιτιολογική σκέψη 166.

(85)  Αναλυτική παρουσίαση στο παράρτημα.

(86)  Bundesgesetzblatt 1994, μέρος I, σ. 336.

(87)  Το άθροισμα της εισφοράς στο ταμείο συντάξεων (33 %) και στις δαπάνες υγείας και περίθαλψης [7 έως 12 %] σε ποσοστό τοις εκατό επί του καταβαλλόμενου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων.

(88)  Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε το παράρτημα.

(89)   ΕΕ L 15 της 21.1.1998, σ. 14.

(90)  Postdienstleistungsverordnung της 21ης Αυγούστου 2001 (BGBl. I σ. 2178).

(91)  Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2011, στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης C 25/2008, αιτιολογικές σκέψεις 110 και 111· δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.

(92)  Περίπου 140 000 δημόσιοι υπάλληλοι το έτος 1995.

(93)  Π.χ.: διατήρηση της λειτουργίας του δικτύου καταστημάτων και έκτη ημέρα διανομής.

(94)  Απόφαση Chronopost, σκέψη 38 προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano στην υπόθεση Chronopost, σκέψη 54· απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με την κρατική ενίσχυση Ν 531/05, La Banque Postale, αιτιολογικές σκέψεις 75 και επόμενες.

(95)  Για παράδειγμα, στις παγκόσμιες αερομεταφορές και το ολοκληρωμένο δίκτυο διανομής.

(96)  Για παράδειγμα, οι UPS και TNT.

(97)  Για παράδειγμα, μέσω αύξησης των ρυθμιζόμενων τιμών, κρατικών χρηματοοικονομικών ενισχύσεων, κρατικών εγγυήσεων και επιδότησης συντάξεων.

(98)  Για παράδειγμα, μη ανταγωνιστικές κοινωνικές δαπάνες οι οποίες ήταν υψηλότερες από το «ανταγωνιστικό» κριτήριο αναφοράς.

(99)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1973, 70/72, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή 1973, 813, σκέψη 13.

(100)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-278/92, C-279/92 και C-280/92, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I-4103, σκέψη 75.

(101)  Βλέπε ιδίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-480/98, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-8717, σκέψη 25, και την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Μαΐου 2005, C-415/03, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, Συλλογή 2005, σ. I-3875, σκέψη 39.

(102)   ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1.

(103)  Υπόθεση C-280/00, Altmark Trans GmbH, Συλλογή 2003, σ. I-07747, σκέψεις 89 και επόμενες.

(104)  Οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη (ΕΕ C 281 της 26.9.1996, σ. 3).

(105)  Οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη (ΕΕ C 17 της 19.1.2001, σ. 4).

(106)  Απόφαση της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 2002, στην υπόθεση N 50/01 — Irland — Equity injection to An Post for the purpose of restructuring the counter network [C(2002) 941 final]· απόφαση 2002/782/ΕΚ σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Ιταλία υπέρ της Poste Italiane SpA.

(107)  Υπόθεση C-320/91, Corbeau, Συλλογή 1993, σ. I-2533, σκέψεις 15 και 19.

(108)   ΕΕ L 85 της 25.3.2008, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Μέθοδος υπολογισμού της μη συμβατής με την εσωτερική αγορά ενίσχυσης (σε εκατ. EUR) — Προσωρινός υπολογισμός για την περίοδο 2003 – 2010  (*1) βάσει των στοιχείων που υπήρχαν την 31η Δεκεμβρίου 2011

 

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

2010

Ποσοστά εισφορών κοινωνικής ασφάλισης

(1)

Ποσοστά εισφορών κοινωνικής ασφάλισης συνολικά

 

42,20  %

42,00  %

41,54  %

41,00  %

39,70  %

38,93  %

39,25  %

39,55  %

(2)

Ασφάλιση ασθενείας

 

14,50  %

14,30  %

13,84  %

13,30  %

13,90  %

13,90  %

14,60  %

14,90  %

(3)

Ασφάλιση περίθαλψης

 

1,70  %

1,70  %

1,70  %

1,70  %

1,70  %

1,83  %

1,95  %

1,95  %

(4)

Ασφάλιση ανεργίας

 

6,50  %

6,50  %

6,50  %

6,50  %

4,20  %

3,30  %

2,80  %

2,80  %

(5)

Ασφάλιση συντάξεων

 

19,50  %

19,50  %

19,50  %

19,50  %

19,90  %

19,90  %

19,90  %

19,90  %

(6)

Εισφορά εργοδότη

 

21,10  %

21,00  %

20,77  %

20,50  %

19,85  %

19,46  %

19,48  %

19,33  %

(7)

Ασφάλιση ασθενείας

 

7,25  %

7,15  %

6,92  %

6,65  %

6,95  %

6,95  %

7,15  %

7,00  %

(8)

Ασφάλιση περίθαλψης

 

0,85  %

0,85  %

0,85  %

0,85  %

0,85  %

0,91  %

0,98  %

0,98  %

(9)

Ασφάλιση ανεργίας

 

3,25  %

3,25  %

3,25  %

3,25  %

2,10  %

1,65  %

1,40  %

1,40  %

(10)

Ασφάλιση συντάξεων

 

9,75  %

9,75  %

9,75  %

9,75  %

9,95  %

9,95  %

9,95  %

9,95  %

(11)

Εισφορά εργαζόμενου

 

21,10  %

21,00  %

20,77  %

20,50  %

19,85  %

19,47  %

19,77  %

20,22  %

(12)

Ασφάλιση ασθενείας

 

7,25  %

7,15  %

6,92  %

6,65  %

6,95  %

6,95  %

7,45  %

7,90  %

(13)

Ασφάλιση περίθαλψης

 

0,85  %

0,85  %

0,85  %

0,85  %

0,85  %

0,92  %

0,97  %

0,97  %

(14)

Ασφάλιση ανεργίας

 

3,25  %

3,25  %

3,25  %

3,25  %

2,10  %

1,65  %

1,40  %

1,40  %

(15)

Ασφάλιση συντάξεων

 

9,75  %

9,75  %

9,75  %

9,75  %

9,95  %

9,95  %

9,95  %

9,95  %

(16)

Πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση

 

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

(17)

Ασφάλιση ατυχημάτων

 

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

Μικτές αποδοχές υπαλλήλων

(18)

Μικτές αποδοχές

 

100  %

100  %

100  %

100  %

100  %

100  %

100  %

100  %

(19)

Ασφάλιση ανεργίας (εργαζόμενος)

 

3,25  %

3,25  %

3,25  %

3,25  %

2,10  %

1,65  %

1,40  %

1,40  %

(20)

Ασφάλιση συντάξεων (Εργαζόμενος)

 

9,75  %

9,75  %

9,75  %

9,75  %

9,95  %

9,95  %

9,95  %

9,95  %

(21)

Μισθός υπαλλήλων εκπεφρασμένος σε ποσοστό επί τοις εκατό

= (18) - (19) - (20)

87,00  %

87,00  %

87,00  %

87,00  %

87,95  %

88,40  %

88,65  %

88,65  %

(22)

Σύνολο αποδοχών υπαλλήλων

 

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

(23)

Σύνολο μικτών αποδοχών υπαλλήλων

= (22)/(21)

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

Συντελεστής εισφοράς ΛΕΕ (υπολογισμένος εκ νέου επί τη βάσει των μικτών αποδοχών των υπαλλήλων)

(24)

Εισφορά εργοδότη

= (6)*(21)

18,36  %

18,27  %

18,07  %

17,84  %

17,46  %

17,20  %

17,27  %

17,14  %

(25)

Πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση

= (16)*(21)

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

(26)

Ασφάλιση ατυχημάτων

= (17)*(21)

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

(27)

Συντελεστής ΛΕΕ

 

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

Κριτήριο αναφοράς κοινωνικής ασφάλισης

(28)

Εισφορά εργοδότη

 

21,10  %

21,00  %

20,77  %

20,50  %

19,85  %

19,46  %

19,48  %

19,33  %

(29)

Ασφάλιση ανεργίας (εργαζόμενος)

 

3,25  %

3,25  %

3,25  %

3,25  %

2,10  %

1,65  %

1,40  %

1,40  %

(30)

Ασφάλιση συντάξεων (Εργαζόμενος)

 

9,75  %

9,75  %

9,75  %

9,75  %

9,95  %

9,95  %

9,95  %

9,95  %

(31)

Κριτήριο αναφοράς κοινωνικής ασφάλισης

 

34,10  %

34,00  %

33,77  %

33,50  %

31,90  %

31,06  %

30,83  %

30,68  %

Εισφορά εσόδων για υπηρεσίες που δεν υπόκεινται σε ρύθμιση τιμών

(32)

Συνολικά έσοδα

 

14 683,21

14 726,82

14 479,35

13 773,79

13 479,96

13 392,81

12 846,17

12 656,75

(33)

Έσοδα από υπηρεσίες που δεν υπόκεινται σε ρύθμιση τιμών

 

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

(34)

Εισφορά για υπηρεσίες που δεν υπόκεινται σε ρύθμιση τιμών

= (33)/(32)

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

Ενίσχυση μη συμβατή με την εσωτερική αγορά

(35)

Διαφορά συντελεστή εισφορών

= (31) - (27)

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

(36)

Ενίσχυση μη συμβατή με την εσωτερική αγορά

= (23)*(34)*(35)

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

[…]

(37)

Σύνολο από το 2003 έως το 2010

 

 

 

 

 

 

 

 

[…]

Επεξηγήσεις

Σειρές 1 έως 17: Στοιχεία σχετικά με τους συντελεστές εισφοράς κοινωνικής ασφάλισης

Αναφέρονται οι συντελεστές εισφοράς κοινωνικής ασφάλισης που οφείλουν να καταβάλλουν στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης οι εργοδότες της ιδιωτικής οικονομίας (γίνεται ανάλυση σε αναλογία εργοδότη και αναλογία εργαζόμενου). Οι δύο τελευταίες σειρές περιλαμβάνουν τους συντελεστές εισφοράς στην πρόσθετη ασφάλιση συντάξεων και στην ασφάλιση ατυχημάτων που εμπεριέχονται στον συντελεστή ΛΕΕ της Deutsche Post.

Σειρές 18 έως 23: Υπολογισμός του ακαθάριστου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων

Για να υπάρξει ένας κοινός παρονομαστής για τους συντελεστές αναφοράς πρέπει εξαρχής να παρατηρηθεί ότι ο ακαθάριστος μισθός των ιδιωτικών υπαλλήλων αποτελείται κατά κανόνα από τον καθαρό μισθό πλέον τη συμμετοχή του εργαζόμενου στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Καθόσον οι δημόσιοι υπάλληλοι επιβαρύνονται οι ίδιοι το 30 έως 50 % των δαπανών υγείας τους, από την άλλη όμως δεν καταβάλλουν εισφορές υποχρεωτικής ασφάλισης συντάξεων και ανεργίας, ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων αντιστοιχεί στον ακαθάριστο μισθό των ιδιωτικών υπαλλήλων (100 %) μείον τη συμμετοχή του εργαζόμενου στις εισφορές ασφάλισης συντάξεων και ανεργίας. Εν προκειμένω τεκμαίρεται ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι καταβάλλουν οι ίδιοι το 50 % των εισφορών στο ταμείο ασφάλισης ασθενείας.

Στη σειρά 21 εμφανίζεται ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων εκπεφρασμένος σε ποσοστό επί τοις εκατό του μεικτού μισθού των ιδιωτικών υπαλλήλων. Για τον υπολογισμό του συνόλου των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων γίνεται επαύξηση του μισθού τους κατά 100/(100 – συμμετοχή των εργαζομένων στις εισφορές ασφάλισης ανεργίας και συντάξεων) (βλέπε σειρά 23).

Σειρές 24 έως 27: Ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ

Το ποσοστό εισφοράς ΛΕΕ περιλαμβάνει το ποσοστό συμμετοχής του εργοδότη στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πλέον των ποσοστών εισφοράς στην πρόσθετη συνταξιοδοτική ασφάλιση και στην ασφάλιση ατυχημάτων. Για τον σκοπό της δημιουργίας κοινής βάσης για τη σύγκριση του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ με το κριτήριο αναφοράς για την κοινωνική ασφάλιση, οι συντελεστές ΛΕΕ εκφράζονται σε ποσοστό επί τοις εκατό των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. Λόγω της τροποποιημένης βάσης οι αναθεωρημένοι συντελεστές ΛΕΕ είναι χαμηλότεροι σε σχέση με τους εκάστοτε συντελεστές υποχρεωτικής εισφοράς.

Σειρές 28 έως 31: Κριτήριο αναφοράς για την κοινωνική ασφάλιση

Θεωρώντας ως δεδομένο ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι φέρουν οι ίδιοι το 50 % των εισφορών στην ασφάλιση ασθενείας τους, το κριτήριο αναφοράς για την κοινωνική ασφάλιση περιλαμβάνει μεν τη συνολική εισφορά στα ταμεία ασφάλισης συντάξεων και ανεργίας, όμως μόνο τη συμμετοχή του εργοδότη στις εισφορές ασφάλισης ασθενείας και περίθαλψης σε περίπτωση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης.

Σειρές 32 έως 34: Υπολογισμός του συνόλου των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων για τον τομέα των μη διατιμημένων υπηρεσιών

Η τιμή που αναφέρεται ως το σύνολο των ακαθάριστων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούνται στις μη διατιμημένες υπηρεσίες έχει υπολογισθεί κατά προσέγγιση βάσει του ποσοστού των πωλήσεων που αναλογεί σε μη διατιμημένες υπηρεσίες, καθόσον ο ακριβής αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων που δεν εργάζονταν στις μη διατιμημένες υπηρεσίες δεν προκύπτει από τη λογιστική καταγραφή του κόστους της Deutsche Post.

Σειρές 35 έως 37: Υπολογισμός του ύψους της μη συμβατής με την εσωτερική αγορά ενίσχυσης

Το συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τον συντελεστή εισφοράς ορίζεται ως η διαφορά μεταξύ του κριτηρίου αναφοράς για τον συντελεστή εισφοράς και του ποσοστού εισφοράς ΛΕΕ. Το ύψος της μη συμβατής με την εσωτερική αγορά ενίσχυσης υπολογίζεται βάσει του συνόλου των ακαθάριστων μισθών των απασχολούμενων στις μη διατιμημένες υπηρεσίες δημοσίων υπαλλήλων.


(*1)  Ο παραπάνω πίνακας βασίζεται στην υπόθεση ότι το βάρος # 2 καταλογίστηκε από τη ρυθμιστική αρχή κατά 100 % στις διατιμημένες υπηρεσίες. Η υπόθεση αυτή θα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί στην περίπτωση που κατά τη φάση της ανάκτησης η Γερμανία αποδείξει ότι η Postregulierungsbehörde καταλόγισε ένα συγκεκριμένο ποσοστό του βάρους # 2 στις μη διατιμημένες υπηρεσίες.


19.10.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 289/56


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 21ης Μαρτίου 2012

σχετικά με τις Κρατικές ενισχύσεις SA.29864 (C 6/10) (πρώην NN 1/10) που χορήγησε η Τσεχική Δημοκρατία στην České aerolinie, a. s. (ČSA — Czech Airlines a.s. — ενδεχόμενες συνέπειες Κρατικής ενίσχυσης δανείου χορηγηθέντος από την Osinek a.s.)

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2012) 1664]

(Το κείμενο στην τσεχική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2012/637/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και συγκεκριμένα το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Έχοντας υπόψη την απόφαση της Επιτροπής για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1) αναφορικά με την ενίσχυση SA.29864 (C 6/10, πρώην NN 1/10, CP 371/2009) (2),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα, και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Τον Μάιο του 2009, βάσει δημόσια διαθέσιμων πληροφοριών, η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι μια κρατική εταιρεία σε εκκαθάριση με την επωνυμία Osinek a.s. («Osinek») συμφώνησε να χορηγήσει δάνειο ύψους 2,5 δισεκατ. CZK (περίπου 100 εκατ. ευρώ) στην ČSA — Czech airlines, a.s. («ČSA»). Η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες από την Τσεχική Δημοκρατία με επιστολές της στις 14 Μαΐου 2009 και 24 Σεπτεμβρίου 2009. Η Τσεχική Δημοκρατία υπέβαλε στην Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες με επιστολές της στις 10 Σεπτεμβρίου 2009 και στις 25 Νοεμβρίου 2009.

(2)

Με επιστολή της στις 24 Φεβρουαρίου 2010 η Επιτροπή ενημέρωσε την Τσεχική Δημοκρατία για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ όσον αφορά το μέτρο («απόφαση κίνησης της διαδικασίας»). Η Τσεχική Δημοκρατία υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την απόφαση αυτή με επιστολή της στις 26 Απριλίου 2010. Η Επιτροπή ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες με επιστολή της στις 6 Ιουλίου 2010, στην οποία η Τσεχική Δημοκρατία απάντησε στις 15 Σεπτεμβρίου 2010.

(3)

Η Επιτροπή δημοσίευσε την απόφαση κίνησης της διαδικασίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του μέτρου.

(4)

Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τέσσερα ενδιαφερόμενα μέρη: Τον όμιλο Travel Service and Icelandair στις 10 Μαρτίου 2011, την Czech Connect Airlines a.s. στις 11 Μαρτίου 2011, την JOB AIR Technic a.s. στις 10 Μαρτίου 2011 και την ČSA στις 14 Μαρτίου 2011. Η Επιτροπή διαβίβασε τις εν λόγω παρατηρήσεις στην Τσεχική Δημοκρατία, στην οποία δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει· η Επιτροπή έλαβε την απάντηση με επιστολή της 12ης Μαΐου 2011.

2.   ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

2.1.   Το δάνειο Osinek

(5)

Το υπό έρευνα μέτρο είναι ένα δάνειο που χορηγήθηκε στις 30 Απριλίου 2009 από την Osinek στον εθνικό αερομεταφορέα της Τσεχικής Δημοκρατίας, ČSA. Το δάνειο εκταμιεύθηκε σε τρεις δόσεις ως εξής:

α)

η πρώτη δόση, 800 εκατ. τσεχικές κορόνες («CZK»), χορηγήθηκε στις 11 Μαΐου 2009·

β)

η δεύτερη δόση, 900 εκατ. CZK, χορηγήθηκε στις 30 Ιουλίου 2009 και

γ)

η τρίτη δόση, 800 εκατ. CZK, χορηγήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.

(6)

Η προβλεπόμενη ημερομηνία αποπληρωμής ήταν η 30ή Νοεμβρίου 2010, με δυνατότητα παράτασης. Το επιτόκιο του δανείου ήταν το προσφερόμενο στην Πράγα διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού τριών μηνών (PRIBOR) συν 300 μονάδες βάσης ως ασφάλιστρο κινδύνου, δηλαδή 5,51 % την ημερομηνία κατά την οποία υπεγράφη η σύμβαση δανείου. Οι τόκοι έπρεπε να καταβάλλονται σε τριμηνιαία βάση την τελευταία εργάσιμη ενός ημερολογιακού τριμήνου (περίοδος επιτοκίου). Ο τόκος υπολογιζόταν καθημερινά από την ημέρα που προηγείτο της αποπληρωμής του δανείου Osinek.

(7)

Σύμφωνα με τις τσεχικές αρχές, το περιθώριο κινδύνου 300 μονάδων βάσης αντανακλά ορθά το κατάλληλο περιθώριο κινδύνου για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, η οποία είχε αξιολογηθεί με βαθμολογία Β από τη Standard & Poor’s (ευάλωτη οικονομική κατάσταση), και το επίπεδο εξασφάλισης του δανείου, το οποίο ανήλθε στο 110 % του ποσού του δανείου.

(8)

Οι εξασφαλίσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την ασφάλιση του δανείου αφορούσαν κτίρια που βρίσκονται στο αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας, γη, αποθέματα και ανταλλακτικά. Η αγοραία αξία των περισσότερων εξασφαλίσεων καθορίστηκε από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Προστέθηκαν τέσσερις προσθήκες στη σύμβαση δανείου, επεκτείνοντας και τροποποιώντας τα στοιχεία ενεργητικού που χρησιμοποιήθηκαν ως εγγυήσεις (3). Οι τσεχικές αρχές υποστηρίζουν ότι όλες αυτές οι αλλαγές πληρούσαν την προϋπόθεση που περιλαμβάνεται στη σύμβαση δανείου Osinek, σύμφωνα με την οποία το πραγματικό ποσό του δανείου δεν πρέπει να υπερβαίνει το 90 % της αξίας της εξασφάλισης οποιαδήποτε χρονική στιγμή ή το συμφωνηθέν μέγιστο ποσό του δανείου.

(9)

Το δάνειο Osinek δεν εξοφλήθηκε όπως αρχικά είχε προβλεφθεί, αντ’ αυτού κατέστη μη εξασφαλισμένο και το χρέος κεφαλαιοποιήθηκε στις 30 Ιουνίου 2010 (μετατροπή χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο).

Πίνακας 1

Επισκόπηση των στοιχείων ενεργητικού για την εξασφάλιση του δανείου Osinek

Εξασφάλιση

Αξία σε (εκατ. CZK)

Αξία καθορισμένη από:

Περίοδος χρήσης

Επιχειρησιακό κτίριο — Υπόστεγο F (συμπεριλαμβανομένης της γης κάτω από το κτίριο)

[925 - 990] (*1)

YBN Consult - Znalecký ústav s.r.o., Πραγματογνωμοσύνη της 1ης Ιουνίου 2009

από τις 11 Μαΐου 2009 (1η δόση)

Επιχειρησιακό κτίριο «APC» (συμπεριλαμβανομένης της γης κάτω από το κτίριο)

[735 - 770]

YBN Consult - Znalecký ústav s.r.o., Πραγματογνωμοσύνη της 5ης Ιουλίου 2009

από τις 30 Ιουλίου 2009 (2η δόση) έως τις 9 Δεκεμβρίου 2009 (ακυρώθηκε από την 3η προσθήκη)

Ανταλλακτικά (περιστρεφόμενα ανταλλακτικά ή/και κινητήρες αντικατάστασης)

[150 - 165]

Αποτίμηση βάσει της καθαρής λογιστικής αξίας στις 30 Σεπτεμβρίου 2009

από τις 24 Σεπτεμβρίου 2009 (3η δόση)

Ανταλλακτικά (περιστρεφόμενα, τύπου A310 (όλα) και Boeing

[520 - 575]

Αποτίμηση βάσει της καθαρής λογιστικής αξίας στις 30 Σεπτεμβρίου 2009

από τις 24 Σεπτεμβρίου 2009 (3η δόση) έως τις 25 Ιανουαρίου 2010 (4η προσθήκη)

Γη γύρω από το επιχειρησιακό κτίριο της «APC»

[60 - 65]

YBN Consult - Znalecký ústav s.r.o., Πραγματογνωμοσύνη της 5ης Ιουλίου 2009

από τις 23 Ιουλίου 2009 (1η προσθήκη) έως τις 25 Ιανουαρίου 2010

Γη γύρω από ή δίπλα στο Υπόστεγο F

[105 - 115]

YBN Consult - Znalecký ústav s.r.o., Πραγματογνωμοσύνη της 5ης Ιουλίου 2009

από τις 23 Ιουλίου 2009 (1η προσθήκη)

Ανταλλακτικά, τύπος: A319/320

[265 - 290]

Βάσει καθαρής λογιστικής αξίας

από τις 23 Ιουλίου 2009 (1η προσθήκη)

Ανταλλακτικά, τύπος: A310, ATR και Boeing

[440 - 485]

Βάσει καθαρής λογιστικής αξίας

από τις 22 Σεπτεμβρίου 2009 (2η προσθήκη)

Προσομοιωτής πτήσης

[155 - 170]

YBN Consult - Znalecký ústav s.r.o., Πραγματογνωμοσύνη της 10ης Σεπτεμβρίου 2009

από τις 22 Σεπτεμβρίου 2009 (2η προσθήκη)

1 Boeing 737-55s, εμπορικό σήμα: OK CGK

[140 - 155]

YBN Consult - Znalecký ústav s.r.o., Πραγματογνωμοσύνη της 7ης Δεκεμβρίου 2009

από τις 9 Δεκεμβρίου 2009 (3η προσθήκη)

2 Boeing 737-55s, εμπορικά σήματα: OK CGH, OK CGJ

[300 - 330]

YBN Consult - Znalecký ústav s.r.o., Πραγματογνωμοσύνη της 7ης Δεκεμβρίου 2010

από τις 9 Δεκεμβρίου 2009 (3η προσθήκη) έως τις 25 Ιανουαρίου 2010 (4η προσθήκη)

IT

[80 - 85]

PROSCON - s.r.o., Πραγματογνωμοσύνη της 30ής Νοεμβρίου 2009

από τις 9 Δεκεμβρίου 2009 (3η προσθήκη)

Εμπορικό σήμα «ČSA CZECH AIRLINES»

[140 - 155]

Vladimir Cmejla, Πραγματογνωμοσύνη της 30ής Νοεμβρίου 2009

από τις 9 Δεκεμβρίου 2009 (3η προσθήκη)

Μερίδιο της ČSA στη ČSA Support, s.r.o.

[790 - 865]

PROSCON - s.r.o., Πραγματογνωμοσύνη της 20ής Ιανουαρίου 2010

από τις 25 Ιανουαρίου 2010 (4η προσθήκη)

2.2.   Πεδίο εφαρμογής της απόφασης

(10)

Η απόφαση κίνησης της διαδικασίας της 24ης Φεβρουαρίου 2010 αναφέρεται στο δάνειο Osinek 2,5 δισεκατ. CZK βάσει της σύμβασης δανείου που συνήφθη στις 30 Απριλίου 2009 και υποθέτει ότι η άρση της εξασφάλισης του δανείου βάσει του ψηφίσματος αριθ. 1343 της τσεχικής κυβέρνησης, της 26ης Οκτωβρίου 2009, είχε ήδη πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, η μη εξασφάλιση του δανείου και η κεφαλαιοποίησή του (μετατροπή χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο) κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 12 Μαΐου 2010 (SA.30908 ČSA — Τσεχικές αερογραμμές — Σχέδιο αναδιάρθρωσης) και εφαρμόστηκε στον Ιούνιο του 2010. Ως εκ τούτου η απόφαση αυτή εξετάζει μόνο το δάνειο Osinek των 2,5 δισεκατ. CZK βάσει της σύμβασης δανείου που συνήφθη στις 30 Απριλίου του 2009. Η αξιολόγηση της μη εξασφάλισης και της παρεπόμενης μετατροπής χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο του δανείου Osinek θα αποτελέσει το αντικείμενο της τελικής απόφασης στην υπόθεση SA.30908.

2.3.   Osinek

(11)

Η Osinek ήταν μια χρηματοδοτική εταιρεία ειδικού σκοπού η οποία ιδρύθηκε με σκοπό την εποπτεία του κλεισίματος των ανθρακωρυχείων στην Τσεχική Δημοκρατία και την αναζωογόνησή τους. Κατά το χρόνο χορήγησης του δανείου, ανήκε κατά 100 % στις τσεχικές αρχές υπό την εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών. Στις 5 Νοεμβρίου 2008 η Osinek τέθηκε υπό εκκαθάριση. Πριν την εκκαθάρισή της, η Osinek εξακολουθούσε να διαθέτει κεφάλαια και, σύμφωνα με πληροφορίες, αναζητούσε διαφορετικές επενδυτικές δυνατότητες. Η σύμβαση του δανείου Osinek συνήφθη και υπεγράφη στις 30 Απριλίου 2009 για λογαριασμό της Osinek από τον εκκαθαριστή της. Προκειμένου να εντοπιστούν ενδεχόμενοι κίνδυνοι που συνδέονταν με το δάνειο, η Osinek ανέθεσε μια οικονομική ανάλυση της ČSA σε έναν ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, την European Business Consulting spol. s.r.o. («EBC»), καθώς και μια νομική ανάλυση στο δικηγορικό γραφείο JUDr. Jiří Rybář & JUDr. Pavel Štrbík.

(12)

Στις 29 Σεπτεμβρίου 2009 η Osinek και το Υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου της Τσεχικής Δημοκρατίας υπέγραψαν μια συμφωνία βάσει της οποίας οι εισπρακτέοι λογαριασμοί της Osinek από τη ČSA, οι οποίοι απορρέουν από τη σύμβαση του δανείου της Osinek, είχαν ανατεθεί στο Υπουργείο, ως αποτέλεσμα της διαδικασίας εκκαθάρισης της Osinek. Η ČSA έλαβε ειδοποίηση αυτής της ανάθεσης την ίδια ημέρα. Στις 8 Μαρτίου 2010 η διαδικασία εκκαθάρισης της Osinek είχε ολοκληρωθεί.

(13)

Στις 3 Μαΐου 2010 η τσεχική κυβέρνηση ενέκρινε το ψήφισμα αριθ. 333 σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης της ČSA στο πλαίσιο του οποίου η τσεχική κυβέρνηση ανέθεσε στο Υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου την εφαρμογή της άρσης των δεσμεύσεων όσον αφορά ορισμένες εγγυήσεις πριν από την αύξηση του εγγεγραμμένου κεφαλαίου της ČSA. Η κεφαλαιοποίηση του δανείου (μετατροπή χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο) βασίστηκε νομικά σε αυτό το ψήφισμα και εφαρμόστηκε στις 30 Ιουνίου 2010.

2.4.   Η δικαιούχος, ČSA

(14)

Η ČSA υπήρξε ο εθνικός αερομεταφορέας της Τσεχικής Δημοκρατίας από το 1923. Η έδρα της βρίσκεται στην Πράγα και ασκεί τις δραστηριότητές της στο αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας. Η ČSA είναι η μεγαλύτερη αεροπορική εταιρεία με έδρα στο αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας, εξυπηρετώντας το 37 % των επιβατών των οποίων το αεροδρόμιο αναχώρησης ή προορισμού είναι της Πράγας. Η ČSA είναι μέλος της Sky Team alliance. Πριν την αναδιάρθρωση, ο στόλος της ČSA αποτελείτο από 51 αεροσκάφη. Η ČSA προσφέρει προγραμματισμένες υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών (σε 104 προορισμούς σε 44 χώρες). Η ČSA προσφέρει επίσης ναυλωμένες πτήσεις, εμπορευματικές μεταφορές, υπηρεσίες εδάφους (διαχειρίζεται σχεδόν το 60 % όλων των επιβατών του αεροδρομίου Ruzyně της Πράγας), υπηρεσίες συντήρησης αεροσκαφών, υπηρεσίες εκπαίδευσης πληρωμάτων, υπηρεσίες τροφοδοσίας, ενώ λειτουργεί καταστήματα αφορολογήτων ειδών στο αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας και πραγματοποιεί πωλήσεις αφορολογήτων ειδών επί των αεροσκαφών.

2.4.1.   Δομή ιδιοκτησίας

(15)

Η ČSA είναι μια κρατική εταιρεία της οποίας το 95,69 % των μετοχών ανήκει στην Τσεχική Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Οικονομικών. Οι μέτοχοι μειοψηφίας είναι οι Česká pojišťovna, a.s. (2,26 %), η πόλη της Πράγας (1,53 %) και η πόλη της Μπρατισλάβα (0,51 %).

(16)

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης, το κράτος αποσκοπεί στην εύρεση στρατηγικού εταίρου για την ČSA. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την προγραμματισμένη ιδιωτικοποίηση, η τσεχική κυβέρνηση αποφάσισε να δημιουργήσει μια νέα εταιρική δομή υπό την αιγίδα της Český Aeroholding, a.s. («ČAH»).

(17)

Στις 25 Οκτωβρίου 2011, η αρχή ανταγωνισμού της Τσεχικής Δημοκρατίας ενέκρινε τη δημιουργία της ČAH που θα περιλαμβάνει την ČSA, το αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας και τις θυγατρικές της ČSA, δηλαδή την Czech Airlines Handling, τη Holidays Czech Airlines, την Technics και την ČSA Services s.r.o. Η διαχείριση και η διάρθρωση της ČAH θα περιλαμβάνει στοιχεία εταιρείας χρηματοδοτικών συμμετοχών, έχοντας ως στόχο την αναδιάρθρωση των εταιρειών που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο της εκμετάλλευσης για τη διευκόλυνση της πρόσβασής τους στην εμπορική χρηματοδότηση και την προετοιμασία τους για την επερχόμενη ιδιωτικοποίηση.

2.4.2.   Οικονομική κατάσταση της εταιρείας

(18)

Η ČSA αντιμετώπισε δυσκολίες οι οποίες επιδεινώθηκαν σημαντικά το 2009 κατά την κορύφωση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Παρόλο που η εταιρεία δεν πληρούσε ποτέ τις προϋποθέσεις για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας βάσει της τσεχικής εθνικής νομοθεσίας, αντιμετώπισε μια σαφώς αρνητική τάση κατά την εξέλιξη των βασικών οικονομικών δεικτών της.

Πίνακας 2

Μετοχικό και εγγεγραμμένο κεφάλαιο της ČSA, 2006-2009 (σε χιλιάδες CZK)

 

2006

2007

2008

2009

Μετοχικό κεφάλαιο

938 646

1 238 093

101 686

–2 352 045

Εγγεγραμμένο κεφάλαιο

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510

Πηγή: Ετήσιες οικονομικές εκθέσεις της ČSA.


Πίνακας 3

Αλλαγές στα οικονομικά της ČSA (σε χιλιάδες CZK)

(χιλιάδες CZK)

31.12.2006

31.12.2007

31.3.2008

30.6.2008

31.12.2008

31.3.2009

30.6.2009

30.9.2009

31.12.2009

Κέρδος/Ζημία

– 396 951

206 600

[– 880 000 - – 800 000 ]

[– 180 000 - – 165 000 ]

470 057

[– 1 320 000 - – 1 190 000 ]

[– 1 840 000 - – 1 660 000 ]

[– 2 625 000 - – 2 365 000 ]

–3 756 125

Κύκλος εργασιών (4)

23 375 950

23 399 853

[4 625 000 - 5 080 000 ]

[10 175 000 - 11 250 000 ]

22 581 692

[4 385 000 - 4 820 000 ]

[9 265 000 - 10 235 000 ]

[14 300 000 - 15 830 000 ]

19 789 620

Καθαρές ταμειακές ροές από επιχειρηματικές εργασίες

– 533 192

– 275 234

[– 1 110 000 - – 1 000 000 ]

[– 640 000 - – 580 000 ]

–1 762 376

[– 1 230 000 - – 1 115 000 ]

[– 1 320 000 - – 1 195 000 ]

–3 066 694

Χρέος

6 476 911

4 391 070

[4 410 000 - 4 890 000 ]

[3 665 000 - 4 065 000 ]

6 494 752

[5 685 000 - 6 285 000 ]

[5 550 000 - 6 065 000 ]

[6 290 000 - 6 960 000 ]

6 581 325

Καθαρή αξία ενεργητικού

11 679 439

10 161 647

[8 945 000 - 9 855 000 ]

[9 535 000 - 10 065 000 ]

10 418 871

[8 340 000 - 9 255 000 ]

[8 990 000 - 9 920 000 ]

[8 470 000 - 9 390 000 ]

7 948 571

Πηγή: Οι οικονομικές καταστάσεις παρεχόμενες από την ČSA.

(19)

Η εταιρεία σημείωσε κέρδη το 2007 και το 2008. Ωστόσο, τα αποτελέσματά της επιδεινώθηκαν σημαντικά το 2009. Ο κύκλος εργασιών της είχε μειωθεί ελαφρά κατά τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια, αλλά οι ταμειακές ροές μειώνονταν σημαντικά. Το επίπεδο του χρέους ήταν περίπου σταθερό. Η εταιρεία αντιστάθμιζε τις ζημίες μέσω της πώλησης στοιχείων ενεργητικού, ιδιαίτερα κατά το οικονομικό έτος 2009.

(20)

Η κατάσταση της εταιρείας επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια του 2009, ιδίως μετά το καλοκαίρι, το οποίο αποτελεί παραδοσιακά κερδοφόρα περίοδο για την ČSA.

2.5.   Η απόφαση κίνησης της διαδικασίας

(21)

Στις 24 Φεβρουαρίου 2010, η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας. Στην απόφασή της η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά το κατά πόσον η ČSA αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα κατά την έννοια των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (στο εξής «κατευθυντήριες γραμμές Δ&Α») (5) κατά το χρόνο λήψης του δανείου.

(22)

Επιπλέον η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά το κατά πόσον οι όροι του δανείου που παρείχε η Osinek στην ČSA, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής της κατάστασης, της παρείχε οικονομικό πλεονέκτημα το οποίο η δικαιούχος επιχείρηση δεν θα είχε αποκομίσει υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς. Επιπλέον, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσον, αν το δάνειο συνιστούσε κρατική ενίσχυση, η ενίσχυση αυτή θα μπορούσε να κριθεί συμβατή βάσει των ισχυόντων κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, ιδίως της ανακοίνωσης της Επιτροπής Προσωρινό κοινοτικό πλαίσιο για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να στηριχθεί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης (το «προσωρινό πλαίσιο») (6). Αν είχε διαπιστωθεί ότι το δάνειο της Osinek συνιστούσε κρατική ενίσχυση, το μέτρο θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, δηλαδή στις εταιρείες που πραγματοποιούν δρομολόγια από το αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας ή είναι ανταγωνιστές της ČSA και των θυγατρικών της σε άλλες αγορές.

3.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

(23)

Σε απάντηση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, η Τσεχική Δημοκρατία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της, όπου υποστήριξε ότι το δάνειο της Osinek πληρούσε την «αρχή του ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς», γιατί δεν παρείχε στην ČSA αδικαιολόγητα οικονομικά οφέλη.

(24)

Ειδικότερα, η Τσεχική Δημοκρατία είναι της γνώμης ότι κατά την ημερομηνία της υπογραφής της σύμβασης δανείου της Osinek, η ČSA δεν ήταν προβληματική επιχείρηση και κατέστη προβληματική επιχείρηση μόλις τον Αύγουστο του 2009. Η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι παρά τα αυξανόμενα προβλήματά της, η ČSA ήταν πάντα σε θέση να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητά της. Ωστόσο, η κατάσταση άλλαξε στα τέλη του 2008 και στις αρχές του 2009 και εξακολούθησε να επιδεινώνεται κατά τη διάρκεια του έτους, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η οποία είχε σοβαρές επιπτώσεις στις παγκόσμιες αγορές μεταφορών (7). Αυτό, σε συνδυασμό με την αποσταθεροποίηση των αγορών πετρελαίου και τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις, συνέβαλε στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της ČSA.

(25)

Κατά τη διάρκεια του 2009 η ČSA στηρίχτηκε στις προβλέψεις με βάση τα αποτελέσματα προηγούμενων ετών και ανέμενε σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα την καλοκαιρινή περίοδο. Ωστόσο, τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2009 που αναφέρθηκαν στη διοίκηση στα μέσα Αυγούστου, έδειξαν σημαντική μείωση στο μέσο όρο εσόδων της ČSA για τον Ιούνιο. Τον Αύγουστο του 2009 κατέστη σαφές στη διοίκηση ότι η εταιρεία δεν ήταν πλέον σε θέση να ασκεί τις δραστηριότητές της χωρίς τη λήψη άμεσων μέτρων μείωσης του κόστους και χρηματοδοτική ενίσχυση από εξωτερικές πηγές.

(26)

Σε σχέση με το πιθανό στοιχείο της κρατικής ενίσχυσης στο δάνειο της Osinek, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το επιτόκιο πληροί τις απαιτήσεις της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της μεθόδου καθορισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξόφλησης («ανακοίνωση περί επιτοκίων αναφοράς») (8). Ειδικότερα, η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι ήταν σκόπιμη η χρήση του επιτοκίου PRIBOR τριών μηνών ως το βασικό επιτόκιο για τον καθορισμό του επιτοκίου του εν λόγω δανείου λαμβανομένης υπόψη της αστάθειας των χρηματοπιστωτικών αγορών τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης του δανείου της Osinek.

(27)

Η ČSA δεν έχει αξιολογηθεί σύμφωνα με τα συστήματα διαβάθμισης, επομένως η Τσεχική Δημοκρατία δεν είναι σε θέση να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία για την υπόθεσή της ότι η ČSA πληρούσε τις προϋποθέσεις για βαθμολογία Β τη στιγμή υπογραφής της σύμβασης δανείου Osinek. Ωστόσο, η Τσεχική Δημοκρατία παραπέμπει σε έκθεση της 27ης Απριλίου 2009 της EBC, σύμφωνα με την οποία η ČSA ήταν φερέγγυα και πιστοληπτικά αξιόπιστη.

(28)

Η Τσεχική Δημοκρατία επαναλαμβάνει ότι για τους σκοπούς της εξασφάλισης του δανείου, η ČSA ήταν υποχρεωμένη να παράσχει εγγύηση ύψους τουλάχιστον 110 % του δανείου για όλη τη διάρκειά του. Επομένως, το ποσό του δανείου που χορηγήθηκε στην ČSA δεν επρόκειτο σε καμία στιγμή να υπερβεί το 90 % της αξίας όλων των εγγυήσεων. Η Τσεχική Δημοκρατία επιβεβαίωσε ότι η εν λόγω απαίτηση τηρήθηκε σε όλες τις περιπτώσεις και υπέβαλε εκθέσεις αξιολόγησης των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν ως εγγύηση για το δάνειο.

(29)

Επιπλέον, η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι ο εκκαθαριστής της Osinek, ενόψει του γεγονότος ότι η Osinek είχε ένα σημαντικό ποσό διαθέσιμων οικονομικών πόρων, αναζήτησε επενδυτικές ευκαιρίες οι οποίες θα του απέφεραν κέρδη. Πριν από τη σύναψη της σύμβασης του δανείου Osinek, ο εκκαθαριστής εξουσιοδότησε την ανεξάρτητη εταιρεία συμβούλων, την EBC και το δικηγορικό γραφείο JUDr. Jiří Rybář & JUDr. Pavel Štrbík να καταρτίσουν μια οικονομική και νομική ανάλυση της προσφοράς του δανείου. Η ανάλυση της EBC επιβεβαίωσε ότι η ČSA θα μπορούσε να θεωρηθεί φερέγγυα και ότι ο κίνδυνος να προκαλέσει απώλεια ή βλάβη στην Osinek ο δανεισμός στην ČSA ήταν αμελητέος. Με βάση την εν λόγω ανάλυση, ο εκκαθαριστής αποφάσισε ότι ο δανεισμός στην ČSA θα μπορούσε να αποτελεί ένα συμφέρον μέσο κατάθεσης των διαθέσιμων οικονομικών πόρων της Osinek.

(30)

Επιπλέον, η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν η Επιτροπή διαπίστωνε ότι οι όροι του δανείου της Osinek ήταν πιο ευνοϊκοί από εκείνους που προσφέρονται στην αγορά, το δάνειο θα ήταν συμβατό με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο προσωρινό πλαίσιο.

4.   ΣΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

(31)

Κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τρία ενδιαφερόμενα μέρη και από τον δικαιούχο του υπό εξέταση μέτρου, την ČSA (βλέπε παράγραφο 4).

(32)

Οι παρατηρήσεις της ČSA αντικατοπτρίζουν ουσιαστικά τις παρατηρήσεις της Τσεχικής Δημοκρατίας όσον αφορά την απόφαση κίνησης της διαδικασίας που ορίζεται ανωτέρω. Η ČSA επαναλαμβάνει ότι το δάνειο Osinek χορηγήθηκε με βάση τους όρους της αγοράς, δεδομένου ότι η Osinek είναι επιχείρηση ενεργούσα κατά τρόπο ορθολογιστικό σε μια οικονομία της αγοράς που στηρίζεται σε εμπορικούς και όχι στόχους οικονομικής ή κοινωνικής πολιτικής. Επιπλέον, η ČSA διατυπώνει παρατηρήσεις όσον φορά την ποσοτικοποίηση του πιθανού στοιχείου ενίσχυσης, αν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το δάνειο της Osinek χορηγήθηκε με πλεονεκτικό επιτόκιο, δηλαδή υποθέτοντας ότι η βαθμολογία της ČSA ήταν χαμηλότερη από «Β» ή/και οι εγγυήσεις δεν χαρακτηρίστηκαν ως «υψηλές».

(33)

Όλα τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη είναι ανταγωνιστές της ČSA και εκπροσωπούνται από το ίδιο δικηγορικό γραφείο, επομένως η συλλογιστική τους είναι ίδια ως ένα βαθμό. Τα ενδιαφερόμενα μέρη υποστηρίζουν ότι το δάνειο της Osinek παρείχε στην ČSA κρατική ενίσχυση, η οποία επέτρεψε στην εταιρεία να ασκήσει αθέμιτο ανταγωνισμό, χρεώνοντας τιμές τις οποίες οι άλλοι ανταγωνιστές που δεν έλαβαν κρατικές επιδοτήσεις δεν μπορούν να προσφέρουν χωρίς να απολέσουν τη δυνατότητα να καλύπτουν τις δαπάνες τους και να έχουν εύλογο κέρδος (9).

(34)

Τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη υποστηρίζουν ότι η ČSA αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες ήδη πριν από την 1η Ιουλίου 2008. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι το δάνειο της Osinek χορηγήθηκε σε σημαντικά χαμηλότερο επιτόκιο από αυτό που θα απαιτούσε μια τράπεζα υπό παρόμοιες συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση της ČSA, τη διάρκεια αποπληρωμής, την ποιότητα των εγγυήσεων και τη χαμηλή πιθανότητα πραγματικής αποπληρωμής. Υπό τέτοιες συνθήκες, το δάνειο Osinek θα αποτελούσε παράνομη κρατική ενίσχυση η οποία δεν συνάδει με τους κανόνες της ΕΕ. Ένας ανταγωνιστής ο οποίος υπέβαλε παρατηρήσεις ισχυρίζεται ότι ČSA πληρούσε την προϋπόθεση ότι περισσότερο από το μισό του εγγεγραμμένου της κεφαλαίου είχε απολεσθεί το 2007, το 2008 και το 2009. Επιπλέον, τα έτη 2008 και 2009, περισσότερο από το ένα τέταρτο του εγγεγραμμένου κεφαλαίου της ČSA είχε απολεσθεί κατά τη διάρκεια των 12 τελευταίων μηνών. Ο ίδιος ανταγωνιστής εξηγεί ότι μπορεί να υποτεθεί από τη μείωση του εγγεγραμμένου κεφαλαίου της ČSA το 2008, ότι ήδη από την 1η Ιουλίου 2008 η εταιρεία πληρούσε και τις δύο προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί ως προβληματική επιχείρηση κατά την έννοια του σημείου 10 στοιχείο α) των κατευθυντήριων γραμμών Δ&Α.

(35)

Τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη ισχυρίζονται επιπλέον ότι, λόγω των αρνητικών λειτουργικών ταμειακών ροών, της πολλαπλότητας των πιστωτών και της ύπαρξης οικονομικών υποχρεώσεων που είναι πληρωτέες εντός 30 ημερών, μπορεί να υποτεθεί ότι η εταιρεία απειλήθηκε με επικείμενη πτώχευση από τα τέλη του 2007 και θα έπρεπε, επομένως, να χαρακτηριστεί ως προβληματική επιχείρηση από το 2007 [σύμφωνα με το σημείο 10 στοιχείο γ) των κατευθυντήριων γραμμών Δ&Α].

5.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΣΕΧΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

(36)

Η Τσεχική Δημοκρατία διαφώνησε με τις παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων τρίτων μερών και συμφώνησε με τις παρατηρήσεις της ČSA. Η Τσεχική Δημοκρατία εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι το δάνειο Osinek χορηγήθηκε σύμφωνα με τους όρους της αγοράς και σύμφωνα με την ανακοίνωση σχετικά με το επιτόκιο αναφοράς. Επιπλέον, οι τσεχικές αρχές υποστηρίζουν ότι η ČSA ήταν σε θέση να ασκεί τις δραστηριότητές της χωρίς κρατικές ενισχύσεις έως το δεύτερο εξάμηνο του 2009. Η κατάσταση των στοιχείων ενεργητικού της ČSA δεν περιορίστηκε σημαντικά ακόμα και κατά το πρώτο εξάμηνο του 2009 και η αξία τους στην πραγματικότητα αυξήθηκε από [8 340-9 255] εκατ. CZK κατά το πρώτο τρίμηνο του 2009 σε [8 990-9 920] εκατ. CZK κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2009.

(37)

Η Τσεχική Δημοκρατία επισημαίνει ότι, παρόλο που η ČSA δημοσιεύει τα αποτελέσματα των εργασιών της τα οποία καταρτίζονται σύμφωνα με τα Τσεχικά Λογιστικά Πρότυπα («ΤΛΠ») και τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης («ΔΠΧΠ»), τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη έχουν βασίσει τις παρατηρήσεις τους αποκλειστικά στα αποτελέσματα που καταρτίζονται σύμφωνα με τα ΤΛΠ, η μεθοδολογία των οποίων δεν παρέχει την πραγματική εικόνα των δραστηριοτήτων της εταιρείας. Οι λογαριασμοί που καταρτίζονται σύμφωνα με τα ΔΠΧΠ παρέχουν καλύτερες πληροφορίες για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας και είναι επομένως πιο κατάλληλοι. Η ČSA χρησιμοποιεί τα ΤΛΠ λόγω της υποχρέωσής της βάσει της τσεχικής φορολογικής νομοθεσίας. Ωστόσο, οι δραστηριότητες της ČSA δεν περιορίζονται στην Τσεχική Δημοκρατία αλλά επεκτείνονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ČSA χρησιμοποιεί και τα ΔΠΧΠ. Η Τσεχική Δημοκρατία επισημαίνει ότι τα ΔΠΧΠ εφαρμόζονται από τράπεζες κατά τις αποφάσεις δανειοδότησης γιατί θεωρούνται πιο ακριβή από τα ΤΛΠ.

(38)

Τέλος, η Τσεχική Δημοκρατία προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία τη στιγμή χορήγησης του δανείου από την Osinek, η ČSA, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αφερεγγυότητας βάσει του τσεχικού νόμου περί αφερεγγυότητας (10).

6.   ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(39)

Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(40)

Τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ είναι σωρευτικά. Ως εκ τούτου, προκειμένου να καθοριστεί αν τα κοινοποιημένα μέτρα αποτελούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, πρέπει να πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις. Η οικονομική στήριξη θα πρέπει:

να χορηγείται από το κράτος ή μέσω κρατικών πόρων,

να παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα στο δικαιούχο,

να ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων αγαθών,

να στρεβλώνει ή να απειλεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό και

να επηρεάζει τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές.

6.1.   Κρατικοί πόροι και δυνατότητα καταλογισμού

(41)

Η έννοια της κρατικής ενίσχυσης αφορά κάθε πλεονέκτημα το οποίο χορηγείται άμεσα ή έμμεσα, χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους, χορηγείται από το ίδιο το κράτος ή από ενδιάμεσο φορέα που ενεργεί βάσει των εξουσιών που του έχουν εκχωρηθεί.

(42)

Ως εκ τούτου, πρέπει να διαπιστωθεί σε πρώτη φάση αν το δάνειο της Osinek πρέπει να θεωρηθεί ως κρατικός πόρος. Όπως προαναφέρθηκε, τη στιγμή χορήγησης του δανείου η Osinek ανήκε κατά 100 % στο Υπουργείο Οικονομικών της Τσεχικής Δημοκρατίας και για αυτόν το λόγο, ανεξαρτήτως του εταιρικού ή οποιουδήποτε άλλου νομικού καθεστώτος της, είναι δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2006, για τη διαφάνεια των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων (11). Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το δάνειο της Osinek χρηματοδοτήθηκε από κρατικούς πόρους.

(43)

Ωστόσο, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι, ακόμη και αν το κράτος είναι σε θέση να ελέγχει μια δημόσια επιχείρηση και να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή επί των δραστηριοτήτων της, η άσκηση του εν λόγω ελέγχου σε μια συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί αυτομάτως να υποτεθεί. Μια δημόσια επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί με περισσότερη ή λιγότερη ανεξαρτησία, σύμφωνα με το βαθμό αυτονομίας που της έχει εκχωρηθεί από το κράτος. Ως εκ τούτου, το γεγονός και μόνο ότι μια δημόσια επιχείρηση τελεί υπό κρατικό έλεγχο δεν επαρκεί ώστε μέτρα που λαμβάνονται από αυτήν την επιχείρηση, όπως η εν λόγω σύμβαση δανείου, να θεωρούνται ότι καταλογίζονται στο κράτος. Είναι επίσης αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσο οι δημόσιες αρχές θα πρέπει να θεωρείται πως έχουν εμπλακεί, κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην εφαρμογή του εν λόγω μέτρου. Όσον αφορά αυτό το θέμα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο καταλογισμός στο κράτος ενός μέτρου που λαμβάνεται από δημόσια επιχείρηση μπορεί να συναχθεί από ένα σύνολο δεικτών που προκύπτουν από τις συνθήκες της υπόθεσης και το πλαίσιο εντός του οποίου ελήφθη το μέτρο (12).

(44)

Τέτοιοι δείκτες μπορεί να είναι η ένταξη της επιχείρησης στις δομές της δημόσιας διοίκησης, η φύση των δραστηριοτήτων της και η άσκησή τους στην αγορά υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού με ιδιωτικές επιχειρήσεις, το νομικό καθεστώς της επιχείρησης (με την έννοια του να υπόκειται στο δημόσιο δίκαιο ή το κοινό εταιρικό δίκαιο), η ένταση της εποπτείας που ασκείται από τις δημόσιες αρχές στη διαχείριση της επιχείρησης, ή κάθε άλλος δείκτης ο οποίος αποδεικνύει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τη συμμετοχή των δημόσιων αρχών στην έγκριση του μέτρου ή τον αποκλεισμό κάθε πιθανότητας να μην έχουν συμμετάσχει, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το πεδίο εφαρμογής του μέτρου, το περιεχόμενό του ή τους όρους που περιέχει.

(45)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η πλειοψηφία των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου της Osinek εκπροσωπούν δημόσιες αρχές (όπως το Υπουργείο Οικονομικών).

(46)

Η Osinek τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 5 Νοεμβρίου του 2008 δυνάμει της απόφασης του μοναδικού μετόχου της την ίδια ημερομηνία. Παρά το γεγονός ότι, με βάση την τσεχική νομοθεσία, ο εκκαθαριστής οφείλει να ενεργεί μόνος(-η) και χωρίς υποδείξεις από τα όργανα της εταιρείας κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης, η Επιτροπή επισημαίνει περαιτέρω ότι ο εκκαθαριστής διορίστηκε από το Υπουργείο Οικονομικών της Τσεχικής Δημοκρατίας, ενεργώντας ως ο μοναδικός μέτοχος της Osinek.

(47)

Επιπλέον, οι τσεχικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων από το δικηγορικό γραφείο JUDr. Jiří Rybář & JUDr. Pavel Štrbík το οποίο συνέστησε, πριν τη λήψη απόφασης για τη χορήγηση δανείου στην ČSA, ο εκκαθαριστής της Osinek να διενεργήσει διαβουλεύσεις με τον μέτοχο της Osinek, δηλαδή την Τσεχική Δημοκρατία.

(48)

Όσον αφορά την εποπτεία των δραστηριοτήτων της Osinek από το κράτος, η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι η τσεχική κυβέρνηση ακολούθως έλαβε επίσης την απόφαση να αρθεί η παροχή ασφάλειας για το δάνειο της Osinek και να μετοχοποιήσει το χρέος της CSA με την απόφαση αριθ. 333.

(49)

Επομένως, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση για τη χορήγηση του δανείου της Osinek μπορεί να καταλογιστεί στο τσεχικό κράτος. Το δάνειο της Osinek μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί πως χρηματοδοτήθηκε από κρατικούς πόρους.

6.2.   Οικονομικό πλεονέκτημα

(50)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές της νομοθεσίας της ΕΕ, αν διατίθενται πρόσθετα κεφάλαια από το κράτος σε μια επιχείρηση με ευνοϊκότερους όρους από τους συνήθεις όρους της αγοράς, αυτό θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, καθώς θα είχε ως αποτέλεσμα να ευνοηθεί η συγκεκριμένη επιχείρηση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Προκειμένου να καθοριστεί αν σε μια επιχείρηση έχει παρασχεθεί οικονομικό πλεονέκτημα από το κράτος το οποίο δεν θα είχε αποκομίσει υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς, η Επιτροπή εφαρμόζει την «αρχή του ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς» («ΑΕΟΑ») (13).

(51)

Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, δεν θα υπήρχε κρατική ενίσχυση στις περιπτώσεις όπου, υπό παρόμοιες συνθήκες, ένας ιδιώτης επενδυτής συγκρίσιμου μεγέθους με εκείνο των οργανισμών του ιδιωτικού τομέα θα μπορούσε, ενώ δραστηριοποιείται υπό κανονικές συνθήκες μιας οικονομίας της αγοράς, να έχει συμβάλει στην εν λόγω εισφορά κεφαλαίου. Η Επιτροπή οφείλει επομένως να αξιολογήσει αν ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε συνάψει την εν λόγω συναλλαγή με τους ίδιους όρους. Η προβλεπόμενη συμπεριφορά του υποθετικού ιδιώτη επενδυτή είναι εκείνη ενός συνετού επενδυτή του οποίου ο στόχος της μεγιστοποίησης κέρδους μετριάζεται από την προσοχή όσον αφορά το επίπεδο κινδύνου που είναι αποδεκτό για ένα συγκεκριμένο δείκτη απόδοσης. Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, τα κεφάλαια που τίθενται στη διάθεση μιας εταιρείας από το κράτος, άμεσα ή έμμεσα, υπό συνθήκες που ανταποκρίνονται στις κανονικές συνθήκες της αγοράς, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως κρατική ενίσχυση (14).

(52)

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η ΑΕΟΑ ισχύει για δάνεια. Όταν εφαρμόζεται για τη χορήγηση ενός δανείου, η εν λόγω αρχή θέτει το ερώτημα κατά πόσον ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε χορηγήσει το δάνειο στον δικαιούχο σύμφωνα με τους όρους με τους οποίους τελικά χορηγήθηκε (15). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον το δάνειο χορηγείται με τους συνήθεις εμπορικούς όρους και κατά πόσον παρόμοια δάνεια θα ήταν διαθέσιμα από μια εμπορική τράπεζα. Όσον αφορά τους όρους παρόμοιων δανείων, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ιδίως το επιτόκιο και την ασφάλεια για την κάλυψη του δανείου. Η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον η εγγύηση που παρέχεται, αρκεί για την πλήρη αποπληρωμή του δανείου σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων, καθώς και την οικονομική θέση της εταιρείας τη στιγμή της σύναψης του δανείου (16).

(53)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι η ČSA είναι νομικό πρόσωπο που ασκεί οικονομική δραστηριότητα και επομένως θεωρείται επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ. Προκειμένου να καθοριστεί αν το δάνειο της Osinek χορηγήθηκε με ευνοϊκούς όρους ή σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς, η Επιτροπή επαλήθευσε τη συμμόρφωση του επιτοκίου για το εν λόγω δάνειο με το επιτόκιο αναφοράς της Επιτροπής, όπως προβλέπεται στην ανακοίνωση σχετικά με το επιτόκιο αναφοράς, το οποίο εφαρμόζεται ως αντιπροσωπευτικό των επιτοκίων της αγοράς.

(54)

Όσον αφορά τη σχετική ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τη σύγκριση του επιτοκίου του εν λόγω δανείου με το επιτόκιο αναφοράς, η Επιτροπή εξέφρασε ήδη τη γνώμη της στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, ότι θα πρέπει να είναι η ημερομηνία της νομικά δεσμευτικής πράξης, σύμφωνα στην οποία χορηγήθηκε το δάνειο, δηλαδή η 30ή Απριλίου 2009 (ημερομηνία σύναψης της σύμβασης δανείου μεταξύ της Osinek και της ČSA).

(55)

Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, εκείνη την εποχή, η ČSA εξακολουθούσε να έχει πρόσβαση σε εξωτερική χρηματοδότηση από ιδιωτικές τράπεζες και κατέστη προβληματική επιχείρηση μόλις τον Αύγουστο του 2009. Στις αρχές του 2009 η πιστοληπτική ικανότητα της ČSA αντιστοιχούσε στην κατηγορία αξιολόγησης Β.

(56)

Προκειμένου να επαληθευτούν οι ισχυρισμοί της Τσεχικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες από πολλές ιδιωτικές τράπεζες που έχουν επιχειρηματικές σχέσεις με την ČSA όσον αφορά την εσωτερική τους αξιολόγηση για την ČSA κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2009, τις αλλαγές της εσωτερικής αξιολόγησης για την ČSA από τον Ιούλιο του 2008 έως τον Ιούλιο του 2009, τους όρους των δανείων που χορηγήθηκαν στην ČSA τους πρώτους έξι μήνες του 2009, καθώς και άλλες παρατηρήσεις σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα της ČSA τους πρώτους έξι μήνες του 2009. Τρεις ιδιωτικές τράπεζες παρείχαν πληροφορίες με την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες θα παρέμεναν εμπιστευτικές, θα χρησιμοποιούνταν μόνο για την εσωτερική αξιολόγηση της Επιτροπής και δεν θα διαβιβάζονταν σε τρίτους, συμπεριλαμβανομένης της ČSA και των τσεχικών αρχών.

(57)

Παρά το γεγονός ότι όλες αυτές οι τράπεζες αναγνώρισαν την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της ČSA στις αρχές του 2009, χορηγήθηκαν δάνεια για κεφάλαια κίνησης και πιστωτικές διευκολύνσεις στην ČSA κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2009. Η εσωτερική αξιολόγηση για την ČSA των τριών ιδιωτικών τραπεζών αντιστοιχεί περίπου σε κατηγορία αξιολόγησης Β.

(58)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι οι απαντήσεις των τραπεζών είναι σαφείς και συνεπείς. Παρά το γεγονός ότι η εσωτερική αξιολόγηση της εταιρείας επιδεινώθηκε, η υποβάθμιση δεν φαίνεται αρκετά σημαντική ώστε να δικαιολογήσει υψηλότερο περιθώριο κινδύνου.

(59)

Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί στην πρόταση κίνησης και βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από την Τσεχική Δημοκρατία, η UniCreditBank παρέσχε μεσοπρόθεσμο κεφάλαιο κίνησης (4 έτη) 200 εκατ. CZK στην ČSA τον Σεπτέμβριο του 2008, το οποίο ασφαλίστηκε με έναν προσομοιωτή πτήσης. Στις 25 Ιουνίου 2009, λόγω της απόκλισης από τους οικονομικούς δείκτες που συμφωνήθηκαν στη σύμβαση δανείου, η UniCreditBank αύξησε το περιθώριο κινδύνου για το δάνειο της ČSA από 160 μονάδες βάσης (που είχε συμφωνηθεί τον Σεπτέμβριο του 2008) σε 325 μονάδες βάσης πάνω από το μηνιαίο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού PRIBOR (δηλαδή επιτόκιο 5,10 % ετησίως στις 25 Ιουνίου 2009). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο επιτόκιο, το οποίο αντικατόπτριζε την πρόσφατη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της ČSA, είναι χαμηλότερο από το επιτόκιο του δανείου της Osinek (5,51 % ετησίως) και αντιστοιχεί περίπου σε ένα επιτόκιο αναφοράς για μια εταιρεία με κατηγορία αξιολόγησης Β (με υψηλό επίπεδο εξασφάλισης).

(60)

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, καταρχήν, η ČSA είχε πρόσβαση σε εξωτερική χρηματοδότηση τη στιγμή της χορήγησης του δανείου από την Osinek και ότι η πιστοληπτική ικανότητα της ČSA κατά το πρώτο εξάμηνο του 2009 αντιστοιχούσε στην κατηγορία αξιολόγησης Β.

(61)

Οι εξασφαλίσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την ασφάλιση του δανείου αφορούσαν κτίρια που βρίσκονται στο αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας, γη, αποθέματα και ανταλλακτικά. Η αγοραία αξία των εξασφαλίσεων ορίστηκε από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες της Τσεχικής Δημοκρατίας, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι είτε στο Μητρώο του Ινστιτούτου Εμπειρογνωμόνων είτε στο Κεντρικό Μητρώο Εξουσιοδοτημένων Εμπειρογνωμόνων που τηρείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Τσεχικής Δημοκρατίας και έχουν εμπειρία στον τομέα της αξιολόγησης στοιχείων ενεργητικού (17).

(62)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ημερομηνία της έκθεσης αξιολόγησης για το Υπόστεγο F που χρησιμοποιήθηκε ως εγγύηση (βλέπε Πίνακα 1) είναι η 1η Ιουνίου 2009, ενώ η πρώτη δόση του δανείου της Osinek καταβλήθηκε στις 11 Μαΐου 2009. Οι τσεχικές αρχές υπέβαλαν δήλωση της YBN Consult, με ημερομηνία 6 Μαΐου 2009, η οποία επιβεβαιώνει την αξία των χρησιμοποιούμενων εγγυήσεων. Μια τέτοια δήλωση είναι σύμφωνη με την παράγραφο 5.9.11 της σύμβασης δανείου της Osinek με την προϋπόθεση ότι η πλήρης έκθεση αξιολόγησης υποβάλλεται εντός ενός μήνα από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης. Η Επιτροπή σημειώνει ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται.

(63)

Επιπλέον, η Επιτροπή αξιολόγησε με κριτικό τρόπο τις εκθέσεις αξιολόγησης που υποβλήθηκαν. Οι αξιολογήσεις δεν αποτελούν λόγο ανησυχίας καθώς δεν έχουν εντοπιστεί πρόδηλα σφάλματα, εφαρμόζονται αποδεκτές μεθοδολογίες και οι αξιολογήσεις βασίζονται σε αξιόπιστες παραδοχές. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα αποτελέσματα των παρουσών εκθέσεων αξιολόγησης αποτελούν την κατάλληλη προσέγγιση για τις ρεαλιστικές τιμές αγοράς των στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται ως εγγύηση για το δάνειο της Osinek. Για έναν τύπο εγγύησης (τα ανταλλακτικά), η αξία βασίστηκε στην καθαρή λογιστική τους αξία. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η μέθοδος αποτίμησης είναι η κατάλληλη για αυτόν τον τύπο στοιχείου ενεργητικού, δεδομένου ότι τα ανταλλακτικά μπορούν εύκολα να πωληθούν και η αξία τους θα πρέπει επομένως να αντιστοιχεί στο αρχικό κόστος απόκτησής τους μείον τη σωρευμένη απόσβεση.

(64)

Η σύμβαση δανείου προβλέπει ότι το πραγματικό ποσό του δανείου δεν πρέπει να υπερβαίνει το 90 % της αξίας της εγγύησης, δηλαδή η αξία της εγγύησης πρέπει να ισούται τουλάχιστον με το 110 % του ποσού του δανείου. Με βάση τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν, τη στιγμή που καταβλήθηκε η πρώτη δόση τον Μάιο του 2009, η αξία της αρχικής εγγύησης όπως συμφωνήθηκε στη σύμβαση του δανείου της 30ής Απριλίου 2009 ήταν τουλάχιστον [110-117] %· τη στιγμή που καταβλήθηκε η δεύτερη δόση τον Ιούλιο του 2009, τουλάχιστον [120-132] %· και τη στιγμή της καταβολής της τρίτης δόσης τον Σεπτέμβριο του 2009, τουλάχιστον [128-141] %. Επιπλέον, μέσω πολλών προσθηκών στη σύμβαση δανείου της Osinek (βλέπε αιτιολογική σκέψη 8), προστέθηκαν συμπληρωματικά στοιχεία ενεργητικού ως εγγυήσεις και ορισμένα άλλα στοιχεία ενεργητικού αφαιρέθηκαν.

Πίνακας 4

Επισκόπηση παροχής εξασφαλίσεων σε διαφορετικές χρονικές περιόδους για το δάνειο της Osinek

Ημερομηνία αλλαγής

Αναληφθέν ποσό

(σε εκατ. CZK)

Ποσό των ασφαλειών (σε εκατ. CZK)

% επίπεδο των ασφαλειών

11 Μαΐου 2009

800

[880-935]

[110-117] %

23 Ιουλίου 2009

800

[1 350 - 1 485 ]

[169-186] %

30 Ιουλίου 2009

1 700

[2 040 – 2 240 ]

[120-132] %

22 Σεπτεμβρίου 2009

1 700

[2 485 - 2 760 ]

[146-162] %

24 Σεπτεμβρίου 2009

2 500

[3 190 - 3 535 ]

[128-141] %

9 Δεκεμβρίου 2009

2 500

[3 275 - 3 615 ]

[131-145] %

25 Ιανουαρίου 2010

2 500

[3 310 - 3 640 ]

[132-146] %

(65)

Η ανακοίνωση για το επιτόκιο αναφοράς υποθέτει ότι οι «υψηλές» ασφάλειες συνεπάγονται ζημία σε περίπτωση αθέτησης, κατώτερη ή ίση με 30 %, ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί σε αξία ασφάλειας τουλάχιστον 70 % του ποσού του δανείου. Η Επιτροπή σημειώνει ότι η παροχή ασφάλειας για το δάνειο είναι αισθητά υψηλότερη, γεγονός που δημιουργεί ένα σημαντικό περιθώριο ασφαλείας όσον αφορά τυχόν αποκλίσεις στις εκτιμήσεις της αξίας των ασφαλειών.

(66)

Το κατάλληλο επιτόκιο μετά την ανακοίνωση για το επιτόκιο αναφοράς εκείνη τη στιγμή θα ήταν 5,16 % ετησίως (βασικό επιτόκιο 2,96 % + 220 μονάδες βάσης = 5,16 % ετησίως). Το περιθώριο των 220 μονάδων βάσης αντανακλά την κατηγορία αξιολόγησης Β όπως επιβεβαιώθηκε από τις ιδιωτικές τράπεζες και την υψηλή παροχή ασφαλειών που αναφέρθηκε ανωτέρω.

(67)

Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από το ισχύον επιτόκιο για το δάνειο της Osinek (διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού τριών μηνών PRIBOR (18) + 300 μονάδες βάσης, το οποίο ανήλθε σε 5,51 % ετησίως στις 30 Απριλίου 2009.

(68)

Η ανάλυση του ισχύοντος επιτοκίου (διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού τριών μηνών PRIBOR + 300 μονάδες βάσης) και το επιτόκιο αναφοράς συν ένα περιθώριο 220 μονάδων βάσης δείχνει πως τα επιτόκια αυτά είναι συγκρίσιμα όσον αφορά τη μεθοδολογία της βάσης καθώς και το συνολικό επίπεδο των ισχυόντων επιτοκίων, συμπεριλαμβανομένου του σχετικού περιθωρίου κινδύνου.

(69)

Το PRIBOR αποτελεί την τιμή αναφοράς των επιτοκίων στην αγορά των διατραπεζικών καταθέσεων, η οποία υπολογίζεται (σταθερή) από τις τιμές των τραπεζών αναφοράς για την πώληση των καταθέσεων (δηλαδή προσφορές) από τον παράγοντα υπολογισμού της Εθνικής Τράπεζας της Τσεχικής Δημοκρατίας και από το Forex Club της Τσεχικής Δημοκρατίας (Ένωση χρηματοπιστωτικών αγορών της Τσεχικής Δημοκρατίας — A.C.I.) (19).

(70)

Το επιτόκιο για το δάνειο της Osinek βασίζεται στο PRIBOR το οποίο υπολογίζεται για όλη τη διάρκεια των 3 μηνών. Το επιτόκιο αναφοράς βασίζεται σε επιτόκια αγοράς χρήματος ενός έτους. Ωστόσο, η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να χρησιμοποιεί βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο δανεισμό προσαρμοσμένο σε ορισμένες περιπτώσεις.

(71)

Μια ανάλυση της ανάπτυξης των δύο επιτοκίων κατά τη διάρκεια του δανείου της Osinek (Απρίλιος 2009 — Ιούνιος 2010) δείχνει πως τα δύο επιτόκια είναι όντως συγκρίσιμα. Τα μέσα επιτόκια (20) για την περίοδο από τον Απρίλιο του 2009 έως τον Ιούνιο του 2010 είναι σχεδόν τα ίδια (4,77 % για το διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού PRIBOR + 300 μονάδες βάσης· 4,79 % για το επιτόκιο αναφοράς συμπεριλαμβανομένου του περιθωρίου κινδύνου των 220 μονάδων βάσης). Η μικρή διαφορά μεταξύ δύο μονάδων βάσης οφείλεται στη διαφορετική μέθοδο προσαρμογής. Το PRIBOR προσαρμόζεται σε καθημερινή βάση·ενώ το επιτόκιο αναφοράς προσαρμόζεται μόλις κάθε λίγους μήνες.

(72)

Στο πλαίσιο αυτό, το ισχύον επιτόκιο μπορεί να γίνει δεκτό ως αντιπροσωπευτικό των επιτοκίων της αγοράς. Βάσει της ανακοίνωσης του επιτοκίου αναφοράς, το μέτρο συνάδει με την αγορά και δεν περιλαμβάνει επομένως οικονομικό πλεονέκτημα για την ČSA.

(73)

Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η καταβολή τόκων από την ČSA στον πιστωτή εκτελέστηκαν σε πλήρη συμμόρφωση με τους όρους της σύμβασης δανείου της Osinek (21).

6.3.   Επιλεκτικότητα

(74)

Το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι ένα μέτρο, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση, πρέπει να συνεπάγεται την ευνοϊκή μεταχείριση «ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής». Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το δάνειο της Osinek χορηγήθηκε μόνο στην ČSA. Επομένως, είναι επιλεκτικό κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

6.4.   Στρέβλωση του ανταγωνισμού και επιπτώσεις στις συναλλαγές

(75)

Όσον αφορά τα σωρευτικά κριτήρια των κρατικών ενισχύσεων, στην προκειμένη περίπτωση οι επιπτώσεις στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και η στρέβλωση του ανταγωνισμού του προσβαλλόμενου μέτρου είναι αναμφισβήτητα και δεν αμφισβητήθηκαν καν από τις τσεχικές αρχές. Η ČSA ανταγωνίζεται άλλες αεροπορικές εταιρείες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως μετά την έναρξη ισχύος του τρίτου σταδίου απελευθέρωσης των αεροπορικών μεταφορών («τρίτο πακέτο») την 1η Ιανουαρίου 1993. Τα εν λόγω μέτρα επέτρεψαν στην ČSA να συνεχίσει να λειτουργεί ώστε να μην πρέπει να αντιμετωπίσει, όπως συνέβη με άλλους ανταγωνιστές, τις συνέπειες που συνήθως προκύπτουν από τα άσχημα οικονομικά της αποτελέσματα.

6.5.   Συμπέρασμα

(76)

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι το μέτρο δεν συνεπάγεται κρατική ενίσχυση για την ČSA καθώς το δάνειο της Osinek χορηγήθηκε υπό όρους που θα απαιτούσε ένας ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς. Ειδικότερα, το επιτόκιο με το οποίο χορηγήθηκε το δάνειο της Osinek σύμφωνα με το επιτόκιο αναφοράς που καθορίστηκε βάσει της ανακοίνωσης για το επιτόκιο αναφοράς λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ČSA ανήκε στην κατηγορία αξιολόγησης Β κατά το χρόνο χορήγησης του δανείου, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε και από ιδιωτικές τράπεζες και το δάνειο ήταν ασφαλισμένο συνεχώς με παροχή ασφαλίσεων σημαντικά υψηλότερη από το 70 % του ποσού του δανείου που ορίζεται στην ανακοίνωση για το επιτόκιο αναφοράς.

7.   ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

(77)

Η Επιτροπή ανέλυσε ωστόσο κατά πόσον, αν το δάνειο είχε θεωρηθεί πως αποτελεί κρατική ενίσχυση, το μέτρο θα μπορούσε να είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β), βάσει του προσωρινού πλαισίου.

(78)

Το δάνειο της Osinek χορηγήθηκε το 2009. Το μέτρο αποσκοπεί επομένως στη διευκόλυνση της πρόσβασης μιας επιχείρησης σε εξωτερική χρηματοδότηση σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία η φυσιολογική λειτουργία των πιστωτικών αγορών διαταράσσεται σοβαρά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και όταν η οικονομική κρίση (χρηματοπιστωτική κρίση) επηρεάζει την ευρύτερη οικονομία και οδηγεί σε σοβαρές διαταραχές της οικονομίας των κρατών μελών.

(79)

Στις 17 Οκτωβρίου 2008 η Επιτροπή αντιμετώπισε την κρίση αυτή με την εφαρμογή του προσωρινού πλαισίου. Μέσα σε αυτό, η Επιτροπή αναγνώριζε τη «σοβαρότητα της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης, καθώς και τις επιπτώσεις της στη συνολική οικονομία των κρατών μελών». Η Επιτροπή έκρινε επιπλέον ότι «η χορήγηση ορισμένων κατηγοριών κρατικών ενισχύσεων, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, είναι δικαιολογημένη για την αντιμετώπιση των δυσχερειών αυτών και ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενισχύσεις αυτές συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

7.1.   Συμμόρφωση με το τμήμα 4.4.2 του προσωρινού πλαισίου

(80)

Το μέτρο πρέπει να αξιολογηθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του τμήματος 4.4.2 του προσωρινού πλαισίου («Ενίσχυση με τη μορφή επιδοτούμενου επιτοκίου»).

Συμμόρφωση με το ισχύον επιτόκιο

(81)

Σύμφωνα με το προσωρινό πλαίσιο, το ισχύον επιτόκιο πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με το επιτόκιο μιας ημέρας της κεντρικής τράπεζας συν ένα ασφάλιστρο ίσο με τη διαφορά μεταξύ του μέσου διατραπεζικού επιτοκίου ενός έτους και του μέσου όρου επιτοκίου μιας ημέρας της κεντρικής τράπεζας κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως την 30ή Ιουνίου 2008, συν το ασφάλιστρο πιστωτικού κινδύνου που αντιστοιχεί στο προφίλ κινδύνου του δικαιούχου, όπως ορίζεται στην ανακοίνωση για το επιτόκιο αναφοράς.

(82)

Το επιτόκιο μιας ημέρας για την Τσεχική Δημοκρατία στις 30 Απριλίου 2009 ήταν 1,45 % (22). Η διαφορά μεταξύ του μέσου διατραπεζικού επιτοκίου ενός έτους και του μέσου επιτοκίου μιας ημέρας της κεντρικής τράπεζας κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως τις 30 Ιουνίου 2008 ήταν 68 μονάδες βάσης.

(83)

Το ασφάλιστρο πιστωτικού κινδύνου που αντιστοιχεί στο προφίλ κινδύνου του αποδέκτη ανήλθε σε 220 μονάδες βάσης Το ασφάλιστρο αυτό βασίζεται σε αξιολόγηση κατηγορίας Β (βλέπε αιτιολογική σκέψη 57) και υψηλό επίπεδο ασφαλίσεων λαμβανομένης υπόψη της ασφάλειας που παρέχεται (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 64 και 65).

(84)

Βάσει του προσωρινού πλαισίου το ελάχιστο επιτόκιο θα ήταν επομένως 4,33 % (1,45 % + 0,68 % + 2,20 %). Το πραγματικό επιτόκιο για το δάνειο της Osinek ήταν 5,51 %. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το δάνειο της Osinek να χορηγηθεί με υψηλότερο επιτόκιο από το ελάχιστο επιτρεπόμενο βάσει του προσωρινού πλαισίου.

(85)

Επιπλέον, το τμήμα 4.4. του προσωρινού πλαισίου απαιτεί να πληρούνται δύο συμπληρωματικές προϋποθέσεις για να θεωρείται ένα δάνειο ως συμβατή ενίσχυση:

Η σύμβαση να έχει συναφθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2010

(86)

Πρώτον, η σύμβαση πρέπει να έχει συναφθεί το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2010. Τα μειωμένα επιτόκια μπορούν να εφαρμοστούν για καταβολές επιτοκίων πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2012.

(87)

Η σύμβαση δανείου της Osinek συνήφθη στις 30 Απριλίου 2009. Το δάνειο έπρεπε να αποπληρωθεί σε μια εφάπαξ καταβολή στις 30 Νοεμβρίου 2010. Η σύμβαση δανείου πληροί επομένως την πρώτη προϋπόθεση.

Η επιχείρηση να μην θεωρείται προβληματική την 1η Ιουλίου 2008

(88)

Δεύτερον, ο δικαιούχος δεν πρέπει να θεωρείται προβληματική επιχείρηση την 1η Ιουλίου 2008.

(89)

Το σημείο 9 των κατευθυντήριων γραμμών Δ&Α ορίζει ότι δεν υπάρχει ορισμός της ΕΕ για το τι συνιστά προβληματική επιχείρηση και προσθέτει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι μία επιχείρηση είναι προβληματική εφόσον δεν είναι ικανή, με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με τους πόρους που μπορεί να λάβει από τους ιδιοκτήτες/μετόχους της ή τους πιστωτές της, να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της, η οποία, ελλείψει εξωτερικής κρατικής παρέμβασης είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα την καταδικάσει βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα σε οικονομική εξαφάνιση.

(90)

Στη συνέχεια, στο σημείο 10 στοιχείο β) των κατευθυντήριων γραμμών Δ&Α διασαφηνίζεται ότι μια επιχείρηση θεωρείται προβληματική, στην περίπτωση μιας εταιρείας όπου τουλάχιστον ορισμένα μέλη έχουν απεριόριστη ευθύνη για το χρέος της εταιρείας, όπου περισσότερο από το ήμισυ του εγγεγραμμένου της κεφαλαίου έχει απολεσθεί και περισσότερο από το ένα τέταρτο του κεφαλαίου αυτού έχει απολεσθεί κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών.

(91)

Το 2008 το εγγεγραμμένο κεφάλαιο της ČSA ανήλθε σε 2 735 εκατ. CZK. Βάσει των προτύπων ΤΛΠ, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας μειώθηκε σε 101 εκατ. CZK το ίδιο έτος.

Πίνακας 5

Μετοχικό και εγγεγραμμένο κεφάλαιο το 2007 και το 2008 (σε χιλιάδες CZK)

Πηγή: Οι οικονομικές καταστάσεις παρεχόμενες από την ČSA.

2007

6/07

7/07

8/07

9/07

10/07

11/07

12/07

Μετοχικό κεφάλαιο

[1 035 000 - 1 140 000 ]

[1 415 000 - 1 555 000 ]

[1 450 000 - 1 595 000 ]

[1 410 000 - 1 565 000 ]

[1 950 000 - 2 145 000 ]

[1 260 000 - 1 390 000 ]

1 238 093

Εγγεγραμμένο κεφάλαιο

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510


2008

1/08

2/08

3/08

4/08

5/08

6/08

Μετοχικό κεφάλαιο

[585 000 - 645 000 ]

[385 000 - 420 000 ]

[110 000 - 120 000 ]

[690 000 - 755 000 ]

[860 000 - 950 000 ]

[965 000 - 1 065 000 ]

Εγγεγραμμένο κεφάλαιο

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510


 

7/08

8/08

9/08

10/08

11/08

12/08

Μετοχικό κεφάλαιο

[945 000 - 1 030 000 ]

[1 220 000 - 1 340 000 ]

[1 270 000 - 1 410 000 ]

[1 295 000 - 1 430 000 ]

[610 000 - 670 000 ]

101 686

Εγγεγραμμένο κεφάλαιο

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510

2 735 510

(92)

Παρά το γεγονός ότι περισσότερο από το μισό του εγγεγραμμένου κεφαλαίου της εταιρείας είχε ήδη απολεσθεί την 1η Ιουλίου 2008, η δεύτερη προϋπόθεση του σημείου 10 στοιχείο α) των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α —ότι περισσότερο από το ένα τέταρτο του εγγεγραμμένου κεφαλαίου πρέπει να έχει απολεσθεί κατά τους τελευταίους 12 μήνες— δεν πληρούται. Το μετοχικό κεφάλαιο που έχει απολεσθεί από τον Ιούνιο του 2007 έως τον Ιούλιο του 2008 ([31 570 000-34 875 000] CZK) αντιστοιχεί μόλις στο [0,8-1,5]% του εγγεγραμμένου κεφαλαίου.

(93)

Επιπλέον, το σημείο 10 στοιχείο γ) των κατευθυντηρίων γραμμών Δ&Α θεωρεί πως μια εταιρεία είναι προβληματική όταν πληροί τα κριτήρια βάσει της εγχώριας νομοθεσίας ώστε να μπορεί να υπαχθεί σε συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας. Οι τσεχικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι η ČSA δεν ήταν επιλέξιμη για τη διαδικασία αφερεγγυότητας βάσει της παραγράφου 3 του τσεχικού νόμου περί αφερεγγυότητας.

(94)

Σύμφωνα με το σημείο 11 των κατευθυντήριων γραμμών Δ&Α, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υφίσταται καμία από τις περιστάσεις της παραγράφου 10, μια εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να θεωρείται προβληματική, ιδίως όταν υπάρχουν οι συνήθεις ενδείξεις προβληματικής επιχείρησης όπως για παράδειγμα αύξηση των ζημιών, μείωση του κύκλου εργασιών, διόγκωση των αποθεμάτων, πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, μείωση της ταμειακής ροής, αυξανόμενη δανειοληψία, αύξηση των οικονομικών επιβαρύνσεων καθώς και εξασθένιση ή εξαφάνιση της αξίας του καθαρού ενεργητικού.

(95)

Οι αλλαγές στα οικονομικά αποτελέσματα της ČSA κατά τη διάρκεια της σχετικής χρονικής περιόδου δεν έδειξαν σαφή αρνητική τάση (βλέπε πίνακα 3). Η εταιρεία είχε απώλειες στα τέλη του 2006 αλλά ανέκαμψε και παρουσίασε θετικά αποτελέσματα για το 2007. Στη συνέχεια καταγράφηκε απώλεια [800-880] εκατ. CZK στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2008. Ωστόσο, η κατάσταση βελτιώθηκε έως το τέλος του δεύτερου τριμήνου, δηλαδή έως τις 30 Ιουνίου 2008. Παρόμοια τάση παρατηρείται στην κατάσταση ταμειακών ροών. Ο κύκλος εργασιών της ČSA μειώθηκε αργά σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Ωστόσο, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κύκλος εργασιών μειώθηκε σημαντικά πριν τις 30 Ιουνίου 2008.

(96)

Το χρέος της εταιρείας μειώθηκε από τον Μάρτιο του 2008 έως τον Ιούνιο του 2008 και στη συνέχεια αυξήθηκε κατά τους έξι επόμενους μήνες. Τέλος, η αξία των στοιχείων ενεργητικού παρουσίασε διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου χωρίς κάποια σαφή τάση.

(97)

Συμπερασματικά, η τάση στα οικονομικά κριτήρια, όπως ορίζεται στο σημείο 11 των κατευθυντήριων γραμμών Δ&Α δεν παραπέμπει με σαφήνεια σε όλες τις συνήθεις ενδείξεις μιας εταιρείας που χαρακτηρίζεται προβληματική πριν τις 30 Ιουνίου 2008. Επιπλέον, η ČSA εξακολουθούσε να έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση εκείνη την περίοδο, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ήταν σε θέση να λάβει δάνειο από μια ιδιωτική τράπεζα τον Σεπτέμβριο του 2008 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 59).

(98)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ενίσχυση που είναι συμβατή σύμφωνα με το τμήμα 4.4 του προσωρινού πλαισίου μπορεί να χορηγείται σε επιχειρήσεις οι οποίες δεν κατέστησαν προβληματικές την 1η Ιουλίου 2008 αλλά από εκείνη την ημερομηνία και μετά λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Επομένως, το γεγονός ότι η ČSA κατέστη προβληματική σε μεταγενέστερη ημερομηνία δεν θίγει τη συμβατότητα βάσει του προσωρινού πλαισίου.

(99)

Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ČSA δεν ήταν προβληματική επιχείρηση την 1η Ιουλίου 2008 και ότι, επομένως, ήταν επιλέξιμη για την εφαρμογή του προσωρινού πλαισίου.

7.2.   Συμπέρασμα

(100)

Με βάση τα ανωτέρω, το δάνειο της Osinek πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο τμήμα 4.4 του προσωρινού πλαισίου. Επομένως, ακόμη και αν το δάνειο της Osinek είχε κριθεί ότι συνιστά κρατική ενίσχυση, το μέτρο θα εξακολουθούσε να είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

8.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(101)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το δάνειο της Osinek δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Επιπλέον, ακόμη και αν το δάνειο της Osinek είχε κριθεί ότι συνιστά κρατική ενίσχυση, το μέτρο θα εξακολουθούσε να είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(102)

Η παρούσα απόφαση δεν καλύπτει την άρση της ασφάλισης του δανείου και την κεφαλαιοποίηση του δανείου της Osinek της 30ής Ιουνίου 2010. Η αξιολόγηση αυτού του μέτρου θα αποτελέσει αντικείμενο της τελικής απόφασης στην υπόθεση SA.30908,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το μέτρο το οποίο εφάρμοσε η Τσεχική Δημοκρατία για την České aerolinie, a.s. με τη μορφή δανείου που ανέρχεται συνολικά σε 2,5 δισεκατ. CZK και χορηγήθηκε από την Osinek a.s. βάσει της σύμβασης δανείου της 30ής Απριλίου 2009, δεν αποτελεί ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ακόμη και αν ίσχυε κάτι τέτοιο, είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της εν λόγω Συνθήκης.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Τσεχική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 21 Μαρτίου 2012.

Για την Επιτροπή

Joaquín ALMUNIA

Αντιπρόεδρος


(1)  Από την 1η Δεκεμβρίου 2009, τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ φέρουν πλέον τον αριθμό 107 και 108, αντιστοίχως, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). Οι δύο νέες σειρές διατάξεων είναι κατ’ ουσία ταυτόσημες. Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης οι παραπομπές στα άρθρα 107 και 108 της ΣΛΕΕ νοούνται αντιστοίχως ως παραπομπές στα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ, κατά περίπτωση. Η ΣΛΕΕ εισήγαγε επίσης ορισμένες αλλαγές στην ορολογία, όπως αντικατάσταση του όρου «Κοινότητα» από τον όρο «Ένωση» και «κοινή αγορά» από «εσωτερική αγορά». Η παρούσα απόφαση ακολουθεί την ορολογία της ΣΛΕΕ.

(2)  Απόφαση C(2010) 987 final της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2010 (ΕΕ C 43 της 11.2.2011, σ. 6).

(3)  Η πρώτη προσθήκη ολοκληρώθηκε στις 23 Ιουλίου 2009, η δεύτερη στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, η τρίτη στις 9 Δεκεμβρίου 2009 και η τέταρτη στις 25 Ιανουαρίου 2010.

(*1)  Επαγγελματικό απόρρητο.

(4)  Τα στοιχεία του κύκλου εργασιών εντός ενός οικονομικού έτους είναι σωρευτικά.

(5)   ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.

(6)   ΕΕ C 83 της 7.4.2009, σ. 1.

(7)  Το 2009, η τσεχική αγορά σημείωσε πτώση 6 % της επιβατικής κίνησης στο αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας.

(8)   ΕΕ C 14 της 19.1.2008, σ. 6.

(9)  Πρόσθετες παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν από τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη σχετικά με: i) την κεφαλαιοποίηση του δανείου της Osinek μέσω της μετατροπής χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο, ii) την εικαζόμενη καταβολή της αμοιβής του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και του Προέδρου της ČSA από το κρατικό αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας, και iii) μεταφορές της περιουσίας της ČSA στο κρατικό αεροδρόμιο Ruzyně της Πράγας με την παρεπόμενη επαναμίσθωση στην CSA, δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση και θα αναλυθούν στην τελική απόφαση της υπόθεσης SA.30908 ČSA — Τσεχικές αερογραμμές — Σχέδιο αναδιάρθρωσης.

(10)  Νόμος αριθ. 182/2006.

(11)   ΕΕ L 318 της 17.11.2006, σ. 17.

(12)  Υπόθεση C-482/99 Γαλλία κατά Επιτροπής («Stardust Marine») Συλλογή 2002 σ. I-4397, σκέψεις 52 και 57.

(13)  Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-228/99 και T-233/99 Westdeutsche Landesbank GZ κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-435, σκέψη 251.

(14)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη — Εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 5 της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής επί των δημοσίων επιχειρήσεων στον κλάδο της μεταποίησης, ΕΕ C 307 της 13.11.1993, σ. 3, σημείο 11. Η ανακοίνωση αφορά τον κλάδο της μεταποίησης, αλλά εφαρμόζεται και σε άλλους οικονομικούς τομείς. Βλέπε υπόθεση T-16/96 Cityflyer, Συλλογή 1998, σ. II-757, σκέψη 51.

(15)  Βλέπε υπόθεση T-16/96 Cityflyer Express Ltd κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-757, σκέψεις 45 και 46.

(16)  Βλέπε ανακοίνωση για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των αερομεταφορών (ΕΕ C 350 της 10.12.1994, σ. 5).

(17)  Το YBN Consult — Znalecký ústav, s.r.o. είναι ένα ινστιτούτο εμπειρογνωμόνων, το οποίο είναι αρμόδιο για την παροχή συμβουλών όσον αφορά τα οικονομικά και την κατασκευαστική βιομηχανία. Το PROSCON — s.r.o. είναι ένα ινστιτούτο εμπειρογνωμόνων το οποίο είναι αρμόδιο για την παροχή συμβουλών εμπειρογνωμόνων όσον αφορά τα οικονομικά. Ο κ. Vladimír Čmejla είναι εμπειρογνώμονας σχετικός με τα οικονομικά, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τις εφευρέσεις.

(18)  Για τις καθημερινές τιμές PRIBOR βλέπε http://www.cnb.cz/en/financial_markets/money_market/pribor/daily.jsp.

(19)  Για τη μεθοδολογία του PRIBOR, βλέπε http://www.cnb.cz/docs/ARADY/MET_LIST/prib_en.pdf.

(20)  Ο μέσος όρος επιτοκίων που προκύπτει από τον αριθμητικό μέσο όρο των μηνιαίων επιτοκίων δανεισμού τριών μηνών PRIBOR συν 300 μονάδες βάσης σύμφωνα με την Εθνική Τράπεζα της Τσεχικής Δημοκρατίας και τα σχετικά επιτόκια αναφοράς συν 220 μονάδες βάσης από τον Απρίλιο του 2009 έως τον Ιούνιο του 2010 (για σχετικά στοιχεία βλέπε πίνακες στη διεύθυνση http://www.cnb.cz/en/financial_markets/money_market/pribor/averages_form.jsp και http://ec.europa.eu/competition/state_aid/legislation/reference_rates.html).

(21)  Το επιτόκιο καταβλήθηκε δεόντως για πέντε συναπτά ημερολογιακά τρίμηνα και σε μία περίπτωση επιβλήθηκε συμβατική κύρωση λόγω καθυστέρησης δύο ημερών της πληρωμής.

(22)  Ο δείκτης CZEONIA (Τσεχικός μέσος δείκτης επιτοκίου μιας ημέρας) ορίζεται ως ο σταθμισμένος μέσος όρος των επιτοκίων όλων των μη ασφαλισμένων καταθέσεων μιας ημέρας από τράπεζες αναφοράς στη διατραπεζική αγορά. Υπολογίζεται και δημοσιεύεται από την Εθνική Τράπεζα της Τσεχικής Δημοκρατίας (http://www.cnb.cz/en/financial_markets/money_market/czeonia/daily.jsp).