ISSN 1977-0669

doi:10.3000/19770669.L_2012.153.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 153

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

55ό έτος
14 Ιουνίου 2012


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

 

 

2012/305/ΕΕ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 2012, για τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας, σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί των ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 29ης Μαΐου 2000, και του προσαρτώμενου σε αυτήν πρωτοκόλλου του 2001

1

 

 

2012/306/ΕΕ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2012, για τη σύναψη πρωτοκόλλου σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων και της χρηματικής αντιπαροχής που προβλέπονται στη συμφωνία αλιευτικής σύμπραξης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Μοζαμβίκης

3

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 501/2012 της Επιτροπής, της 13ης Ιουνίου 2012, για την καταχώριση ονομασίας στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [镇江香醋 (Zhenjiang Xiang Cu) (ΠΓΕ)]

4

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 502/2012 της Επιτροπής, της 13ης Ιουνίου 2012, για την έναρξη έρευνας σχετικά με την πιθανή καταστρατήγηση των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2/2012 του Συμβουλίου στις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, από εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα που αποστέλλονται από τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, ανεξάρτητα από το αν δηλώνονται ως καταγωγής Μαλαισίας, Ταϊλάνδης και Φιλιππινών ή όχι, και για την υποβολή των εν λόγω εισαγωγών σε καταγραφή

8

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 503/2012 της Επιτροπής, της 13ης Ιουνίου 2012, περί απαγόρευσης των αλιευτικών δραστηριοτήτων από σκάφη γρι-γρι που φέρουν σημαία Ελλάδας ή Ιταλίας, ή είναι νηολογημένα στην Ελλάδα ή στην Ιταλία, τα οποία αλιεύουν ερυθρό τόνο στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45° Δ, και στη Μεσόγειο Θάλασσα

12

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 504/2012 της Επιτροπής, της 13ης Ιουνίου 2012, για καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

14

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

2012/307/ΕΕ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων υπό μορφή ρύθμισης οφειλών τα οποία η Ελλάδα έθεσε σε εφαρμογή στους νομούς Καστοριάς, Εύβοιας, Φλώρινας, Κιλκίς, Ροδόπης, Έβρου, Ξάνθης και Δωδεκανήσων, καθώς και στις νήσους Λέσβο, Σάμο και Χίο [αριθ. C 23/04 (πρώην NN 153/03), C 20/05 (πρώην NN 70/04) και C 50/05 (πρώην NN 20/05)] [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2011) 7252]  ( 1 )

16

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

14.6.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 153/1


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 7ης Ιουνίου 2012

για τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας, σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί των ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 29ης Μαΐου 2000, και του προσαρτώμενου σε αυτήν πρωτοκόλλου του 2001

(2012/305/ΕΕ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 82 παράγραφος 1 στοιχείο δ), σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 6 στοιχείο α),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 19 Δεκεμβρίου 2002, το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την προεδρία του Συμβουλίου, επικουρούμενη από την Επιτροπή, να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Ισλανδία και τη Νορβηγία με σκοπό την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί των ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Μαΐου 2000 και του προσαρτώμενου σε αυτήν πρωτοκόλλου του 2001 («η σύμβαση»).

(2)

Κατ’ εφαρμογή της απόφασης 2004/79/ΕΚ του Συμβουλίου (1), η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της σύμβασης («η συμφωνία») υπεγράφη στις 19 Δεκεμβρίου 2003, υπό την επιφύλαξη της σύναψής της.

(3)

Η συμφωνία δεν έχει συναφθεί ακόμη. Λόγω της θέσης σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας την 1η Δεκεμβρίου 2009, οι διαδικασίες που ακολουθούνται προς τον σκοπό αυτό από την Ένωση διέπονται από το άρθρο 218 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(4)

Η συμφωνία θα πρέπει να εγκριθεί.

(5)

Δυνάμει του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη αυτά γνωστοποίησαν την επιθυμία τους να συμμετάσχουν στην έκδοση και εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

(6)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της σύμβασης, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί των ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του προσαρτώμενου σε αυτήν πρωτοκόλλου του 2001 (2) («η συμφωνία») εγκρίνεται εξ ονόματος της Ένωσης.

Άρθρο 2

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου καλείται να ορίσει το ή τα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται να προβούν, εξ ονόματος της Ένωσης, στην κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της συμφωνίας, δεσμεύοντας την Ένωση (3).

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της έκδοσής της.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Λουξεμβούργο, 7 Ιουνίου 2012.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. BØDSKOV


(1)   ΕΕ L 26 της 29.1.2004, σ. 1.

(2)   ΕΕ L 26 της 29.1.2004, σ. 3.

(3)  Η ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου.


14.6.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 153/3


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 12ης Ιουνίου 2012

για τη σύναψη πρωτοκόλλου σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων και της χρηματικής αντιπαροχής που προβλέπονται στη συμφωνία αλιευτικής σύμπραξης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Μοζαμβίκης

(2012/306/ΕΕ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 6 στοιχείο α,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 22 Νοεμβρίου 2007 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1446/2007 σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας αλιευτικής σύμπραξης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Μοζαμβίκης (1) («η συμφωνία»). Επισυνήφθη εκεί ένα πρωτόκολλο για τις αλιευτικές δυνατότητες και την οικονομική αντιπαροχή που προβλέπει η συμφωνία (2). Το πρωτόκολλο έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2011.

(2)

Η Ένωση διαπραγματεύθηκε με τη Δημοκρατία της Μοζαμβίκης νέο πρωτόκολλο για τις αλιευτικές δυνατότητες και την οικονομική αντιπαροχή που προβλέπει η συμφωνία αλιευτικής σύμπραξης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Μοζαμβίκης («το πρωτόκολλο»), το οποίο παρέχει στα σκάφη της Ένωσης αλιευτικές δυνατότητες στα ύδατα στα οποία η Μοζαμβίκη ασκεί κυριαρχία ή δικαιοδοσία σε θέματα αλιείας,

(3)

Αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων αυτών ήταν η μονογράφηση πρωτοκόλλου στις 2 Ιουνίου 2011.

(4)

Βάσει της απόφασης 2012/91/ΕΕ του Συμβουλίου (3), το πρωτόκολλο έχει υπογραφεί και εφαρμόζεται προσωρινά.

(5)

Το πρωτόκολλο θα πρέπει να εγκριθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Εγκρίνεται εξ ονόματος της Ένωσης το πρωτόκολλο για τις αλιευτικές δυνατότητες και την οικονομική αντιπαροχή που προβλέπει η συμφωνία αλιευτικής σύμπραξης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Μοζαμβίκης (4).

Άρθρο 2

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου ορίζει το πρόσωπο (ή τα πρόσωπα) που είναι αρμόδιο(-α) να προβεί(-ούν), εξ ονόματος της Ένωσης, στην κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 16 του πρωτοκόλλου, προκειμένου να εκφραστεί η συναίνεση της Ένωσης να δεσμευθεί από το πρωτόκολλο (5).

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της έκδοσής της.

Λουξεμβούργο, 12 Ιουνίου 2012.

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

M. GJERSKOV


(1)   ΕΕ L 331 της 17.12.2007, σ. 1.

(2)   ΕΕ L 331 της 17.12.2007, σ. 39.

(3)   ΕΕ L 46 της 17.2.2012, σ. 3.

(4)  Το κείμενο του πρωτοκόλλου δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L 46 της 17.2.2012, σ. 4, μαζί με την απόφαση για την υπογραφή του.

(5)  Η ημερομηνία έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου.


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

14.6.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 153/4


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 501/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Ιουνίου 2012

για την καταχώριση ονομασίας στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [

Image 1
(Zhenjiang Xiang Cu) (ΠΓΕ)]

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (1), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006, η αίτηση της Κίνας της 16ης Ιουλίου 2007 για την καταχώριση της ονομασίας

Image 2

(Zhenjiang Xiang Cu) ως προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (ΠΓΕ) δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2).

(2)

Η Γερμανία υπέβαλε ένσταση κατά της καταχώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006. Η ένσταση κρίθηκε παραδεκτή βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού.

(3)

Με επιστολή της 2ας Αυγούστου 2011, η Επιτροπή ζήτησε από τα εμπλεκόμενα μέρη να επιδιώξουν την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ τους.

(4)

Δεδομένου ότι δεν επήλθε επίσημη συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Κίνας βάσει των προβλεπόμενων προθεσμιών και μορφών, η Επιτροπή οφείλει να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006.

(5)

Στη δήλωση ένστασης προβαλλόταν ο ισχυρισμός ότι η καταχώριση του προϊόντος

Image 3

(Zhenjiang Xiang Cu) θα έθιγε την ύπαρξη ονομασιών, εμπορικών σημάτων ή προϊόντων που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006, λόγω του γεγονότος ότι η ελάχιστη ολική περιεκτικότητα σε οξύ του εν λόγω ξυδιού (4,5 gr) είναι μικρότερη από την προβλεπόμενη (5,0 gr) στη γερμανική νομοθεσία καθώς και στο ευρωπαϊκό πρότυπο EN 13188. Θεωρώντας την περιεκτικότητα σε οξικό οξύ ως αποφασιστικό κριτήριο ποιότητας για το ξύδι, ο ενιστάμενος θεωρεί ότι η εμπορία του εν λόγω ξυδιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα οδηγούσε σε παραπλάνηση των καταναλωτών καθώς και σε στρέβλωση του ανταγωνισμού.

(6)

Δεδομένου ότι δεν υφίσταται ειδική νομοθεσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ξύδι με χαμηλότερη οξύτητα μπορεί να παραχθεί και να διατεθεί στο εμπόριο εντός της ΕΕ με θεμιτό τρόπο καθώς και να εισαχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπροσθέτως, το

Image 4

(Zhenjiang Xiang Cu) είναι ξύδι από ρύζι με διακριτά χαρακτηριστικά και συνδέεται με την κινεζική μαγειρική. Επομένως, δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης για τους καταναλωτές ούτε στοιχειοθετείται προσβολή στις θεμιτές και παραδοσιακές χρήσεις λόγω του γεγονότος ότι το προϊόν

Image 5

(Zhenjiang Xiang Cu) διατίθεται εμπορικά στην ΕΕ με ελάχιστη ολική περιεκτικότητα σε οξέα 4,5 gr/100 ml.

(7)

Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι η Κίνα θα αποδεχόταν ελάχιστο ποσοστό οξύτητας του

Image 6

(Zhenjiang Xiang Cu) όχι μικρότερο των 5,0 gr ανά 100 ml, το οποίο συνεπώς θα ικανοποιούσε το αίτημα των γερμανικών αρχών και το προαναφερόμενο ευρωπαϊκό πρότυπο EN 13188. Η Γερμανία επιβεβαίωσε ότι με τον τρόπο αυτό θα ικανοποιούνταν οι ανησυχίες της.

(8)

Προκειμένου να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση, η ελάχιστη ολική περιεκτικότητα σε οξέα του

Image 7

(Zhenjiang Xiang Cu) θα πρέπει να καθοριστεί στα 5,00 gr/100 ml.

(9)

Βάσει των ανωτέρω, η ονομασία

Image 8

(Zhenjiang Xiang Cu) πρέπει να καταχωριστεί στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων.

(10)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων και ονομασιών προέλευσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Καταχωρίζεται η ονομασία που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Το ενημερωμένο ενιαίο έγγραφο εμφαίνεται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Ιουνίου 2012.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)   ΕΕ L 93 της 31.3.2006, σ. 12.

(2)   ΕΕ C 254 της 22.9.2010, σ. 10.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Γεωργικά προϊόντα προοριζόμενα για ανθρώπινη κατανάλωση που απαριθμούνται στο παράρτημα I της Συνθήκης:

Κλάση 1.8:   Λοιπά προϊόντα του παραρτήματος I της Συνθήκης (μπαχαρικά κ.λπ.)

ΚΙΝΑ

Image 9
(Zhenjiang Xiang Cu) (ΠΓΕ)


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΕΝΙΑΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 510/2006 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

«

Image 10
» (ZHENJIANG XIANG CU)

Αριθ. ΕΚ: CN-PGI-0005-0630-16.07.2007

ΠΓΕ ( X ) ΠΟΠ ( )

1.   Ονομασία

«

Image 11
» (Zhenjiang Xiang Cu)

2.   Κράτος μέλος ή τρίτη χώρα

Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

3.   Περιγραφή του γεωργικού προϊόντος ή του τροφίμου

3.1.   Τύπος προϊόντος

Κλάση 1.8:

Λοιπά προϊόντα του παραρτήματος I της Συνθήκης (μπαχαρικά κ.λπ.)

3.2.   Περιγραφή του προϊόντος για το οποίο ισχύει η ονομασία υπό 1

Το Zhenjiang Xiang Cu είναι ένας τύπος ξυδιού από ζυμωμένο ρύζι το οποίο παρασκευάζεται με κολλώδες ρύζι ως την κυριότερη πρώτη ύλη. Έχει διακριτικό άρωμα και λεπτή γεύση. Το χρώμα είναι καφεκόκκινο στιλπνό και έντονο με ανταύγειες στο χρώμα του κεχριμπαριού. Έχει έντονο άρωμα τηγανισμένου ρυζιού και προϊόντων ζύμωσης. Η γεύση του είναι έντονη και απαλή, λεπτή και δροσερή, ξινή αλλά όχι στυφή, ευχάριστη και ελαφρώς γλυκιά. Αναλόγως των προδιαγραφών, η ολική οξύτητα (βασιζόμενη στο οξικό οξύ) ανέρχεται σε 5,00 g — 6,00 g ανά 100 ml (όχι περισσότερο από 15,50 g), η περιεκτικότητα σε σταθερό οξύ (βασιζόμενη στο γαλακτικό οξύ) ανέρχεται σε 1,20 g — 1,60 g ανά 100 ml, η περιεκτικότητα σε άζωτο αμινοξέων (βασιζόμενη στο άζωτο) ανέρχεται σε 0,12 g — 0,18 g ανά 100 ml και η περιεκτικότητα σε αναγωγικά σάκχαρα (βασιζόμενη στη δεξτρόζη) είναι μεγαλύτερη από 2,20 g ανά 100 ml.

Αναλόγως της διάρκειας αποθήκευσης, το Zhenjiang Xiang Cu διακρίνεται σε δύο κατηγορίες: το «Αρωματικό ξύδι» που είναι ο κανονικός τύπος και έχει διάρκεια αποθήκευσης μεγαλύτερη των 180 ημερών και το «Παλαιωμένο ξύδι» που αφορά το αρωματικό ξύδι του Zhenjiang με διάρκεια αποθήκευσης μεγαλύτερη των 365 ημερών.

3.3.   Πρώτες ύλες

1.   Κολλώδες ρύζι: προέρχεται από την περιοχή του Zhenjiang. Παρουσιάζει σταθερή καλή ποιότητα, έντονο κολλώδες και καλή περιεκτικότητα σε ακατέργαστες πρωτεΐνες. Η περιεκτικότητα σε αμυλοπηκτίνη μπορεί να φθάσει σε 100.

2.   Πίτυρο σίτου: προέρχεται από μεταποιημένο τοπικό σίτο πρώτης ποιότητας, είναι πλούσιο στα διατροφικά στοιχεία που απαιτούνται για τη ζύμωση των βακτηρίων οξικού οξέος.

3.   Φλοιός ρυζιού: προέρχεται από μεταποιημένο τοπικό ρύζι, λειτουργεί σαν μεταφορέας και δημιουργεί το ειδικό αέριο περιβάλλον για την ανάπτυξη των οξοβακτηριδίων κατά την οξοποίηση.

4.   Daqu: ενεργοποιητής ανάπτυξης των στελεχών σακχαροποίησης που ζυμώνονται με παραδοσιακές τεχνικές από τοπικά υλικά πρώτης ποιότητας όπως σίτος, κριθή και μπιζέλια.

5.   Τηγανισμένο ρύζι: προέρχεται από κολλώδες μαλακό αποφλοιωμένο ρύζι που λαμβάνεται από τοπικό ρύζι πρώτης ποιότητας· αυτό είναι το κύριο συστατικό στο οποίο οφείλεται το χαρακτηριστικό άρωμα και χρώμα του αρωματικού ξυδιού του Zhenjiang.

6.   Νερό: καθαρό νερό που έχει συσσωρευτεί στις ιδιαίτερες γεωλογικές δομές της περιοχής του Zhenjiang, πλούσιο σε διάφορες ανόργανες ουσίες. Έχει ελαφρώς γλυκιά γεύση, σκληρότητα και τιμή pH κατάλληλα για την οξοποίηση.

3.4.   Ζωοτροφές (μόνο για προϊόντα ζωικής προέλευσης)

3.5.   Συγκεκριμένα στάδια της παραγωγής που πρέπει να εκτελούνται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής

Η παραγωγή του «Zhenjiang Xiang Cu», στην οποία συμπεριλαμβάνονται η παραγωγή του Daqu και του κρασιού από ρύζι, η ζύμωση του γλεύκους, η εξαγωγή του ξυδιού, η επεξεργασία με ατμό και η αποθήκευση/ωρίμαση του ανεπεξέργαστου ξυδιού, πρέπει να εκτελείται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής.

3.6.   Ειδικοί κανόνες για τον τεμαχισμό, το τρίψιμο, τη συσκευασία κ.λπ.

Γυάλινες φιάλες που πληρούν τις απαιτήσεις υγιεινής των τροφίμων. Η εξωτερική συσκευασία μπορεί να αποτελείται από χαρτοκιβώτια.

3.7.   Ειδικοί κανόνες για την επισήμανση

Η ετικέτα του «Zhenjiang Xiang Cu» τυπώνεται και επικολλάται στη φιάλη. Στην ετικέτα αναγράφονται οι κυριότερες πληροφορίες για το προϊόν όπως: ονομασία (Zhenjiang Xiang Cu), τεχνική παραγωγής (στερεά ζύμωση), κατηγορία (ξύδι ζύμωσης), κυριότερα συστατικά, καθαρό βάρος, όνομα και διεύθυνση παραγωγού, ημερομηνία παραγωγής και τυποποιημένος κωδικός προϊόντος.

4.   Συνοπτική οριοθέτηση της γεωγραφικής περιοχής

Η περιοχή του Zhenjiang βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Κίνας και στη νότια όχθη του ποταμού Γιανγκτσέ. Βρίσκεται μεταξύ γεωγραφικού πλάτους 31°37′-32°19′ Β και γεωγραφικού μήκους 118°58′-119°58′ Α. Η περιοχή περιλαμβάνει τις πόλεις Jurong, Danyang, Yangzhong, τα διοικητικά διαμερίσματα Dantu, Jingkou, Runzhou και τη ζώνη ανάπτυξης του Zhenjiang.

5.   Δεσμός με τη γεωγραφική περιοχή

5.1.   Ιδιαιτερότητα της γεωγραφικής περιοχής

Το Zhenjiang βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Κίνας, στη συμβολή του ποταμού Γιανγκτσέ και του Μεγάλου Καναλιού. Έχει υγρό μουσωνικό κλίμα με μετάβαση από τη θερμή εύκρατη ζώνη σε υποτροπική ζώνη. Η μέση ετήσια διάρκεια ηλιοφάνειας είναι 2 050,7 ώρες, το ποσοστό ηλιοφάνειας είναι 46,8 %, η ετήσια μέση θερμοκρασία είναι 15,4 °C, η μέση υγρασία είναι 77 % και το ετήσιο μέσο ύψος βροχοπτώσεων υπερβαίνει τα 1 000 mm. Η περιοχή του Zhenjiang αποτελείται από εκτεταμένους λόφους μικρού υψομέτρου, γόνιμα εδάφη, σύνθετο ποτάμιο δίκτυο και πολυάριθμες νησίδες και λιμένες κατά μήκος του ποταμού· η περιοχή είναι καταπράσινη με ευχάριστο, φωτεινό και υγρό κλίμα.

5.2.   Ιδιοτυπία του προϊόντος

Το χρώμα του «Zhenjiang Xiang Cu» είναι καφεκόκκινο στιλπνό και έντονο με ανταύγειες στο χρώμα του κεχριμπαριού. Το ξύδι έχει έντονο άρωμα τηγανισμένου ρυζιού και προϊόντων ζύμωσης. Η γεύση είναι έντονη και απαλή, με ελαφριά οξύτητα οφειλόμενη στο οξικό οξύ, το γαλακτικό οξύ, το μηλικό οξύ, το ηλεκτρικό οξύ, το κιτρικό οξύ και το γλυκονικό οξύ αλλά δεν είναι ιδιαιτέρως στυφή. Είναι λεπτή και δροσερή, ευχάριστη και ελαφρώς γλυκιά.

5.3.   Αιτιώδης σχέση που συνδέει τη γεωγραφική περιοχή με συγκεκριμένη ποιότητα, τη φήμη ή άλλα χαρακτηριστικά του προϊόντος

Το Zhenjiang βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Κίνας και έχει τυπικό υγρό μουσωνικό κλίμα, με μετάβαση από τη θερμή εύκρατη ζώνη σε υποτροπική ζώνη. Βρίσκεται στη συμβολή του ποταμού Γιανγκτσέ και του Μεγάλου Καναλιού, σε ύπαιθρο αποτελούμενη από λόφους μικρού υψομέτρου, γόνιμα εδάφη, σύνθετο ποτάμιο δίκτυο και πολυάριθμες νησίδες και λιμένες κατά μήκος του ποταμού. Στην περιοχή αφθονούν οι γεωργικές καλλιέργειες όπως ρύζι, σιτάρι, κριθάρι και μπιζέλια, με πλούσια υποπροϊόντα όπως πίτυρο σίτου και φλοιός ρυζιού. Το γεγονός ότι η περιοχή του Zhenjiang είναι υγρή και κατάφυτη μπορεί να ευνοεί την εμφάνιση και αναπαραγωγή των οξοβακτηριδίων. Το νερό από τους λόφους και τις πηγές συγκεντρώνεται σε ποταμούς, λίμνες και υγροτόπους αφού διασχίσει πετρώδεις και βραχώδεις σχηματισμούς, με αποτέλεσμα να έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε ανόργανα υλικά και να δημιουργεί έντονη και ελαφρώς γλυκιά γεύση, η οποία είναι κατάλληλη για την οξοποίηση.

Η πόλη Zhenjiang είναι από παλιά γνωστή ως η «Πόλη στο ορεινό δάσος και πατρίδα του ξυδιού». Η παραγωγή ξυδιού στο Zhenjiang ξεκίνησε πριν από 1 400 χρόνια. Η χρήση του «Zhenjiang Xiang Cu» εδραιώθηκε κατά τη δυναστεία των Λιάνγκ. Στα πρώτα έργα της Κινεζικής κλασσικής ιατρικής παρουσιαζόταν ως το καλύτερο ξύδι ρυζιού και διακρίθηκε με χρυσό μετάλλιο σε διεθνή διαγωνισμό κατά τη δυναστεία των Κινγκ. Το «Zhenjiang Xiang Cu» έχει μετατραπεί στο επισκεπτήριο της πόλης. Υπάρχουν σχεδόν 100 εργοστάσια παραγωγής στην πόλη, όπου στον αέρα πλανιέται ένα άρωμα ξυδιού ενώ οι συνήθειες και η κουλτούρα όσον αφορά τη χρησιμοποίηση ξυδιού στη μαγειρική είναι πανταχού παρούσες.

Παραπομπή στη δημοσίευση των προδιαγραφών

(Άρθρο 5 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006)


14.6.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 153/8


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 502/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Ιουνίου 2012

για την έναρξη έρευνας σχετικά με την πιθανή καταστρατήγηση των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2/2012 του Συμβουλίου στις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, από εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα που αποστέλλονται από τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, ανεξάρτητα από το αν δηλώνονται ως καταγωγής Μαλαισίας, Ταϊλάνδης και Φιλιππινών ή όχι, και για την υποβολή των εν λόγω εισαγωγών σε καταγραφή

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) («ο βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 13 παράγραφος 3 και το άρθρο 14 παράγραφος 5,

Κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 και το άρθρο 14 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή («η Επιτροπή») αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 και το άρθρο 14 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, να διερευνήσει με δική της πρωτοβουλία την πιθανή καταστρατήγηση των μέτρων αντιντάμπινγκ που έχουν επιβληθεί στις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, και να επιβάλει την υποβολή σε καταγραφή των εισαγωγών ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα που αποστέλλονται από τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, ανεξάρτητα από το αν δηλώνονται ως καταγωγής Μαλαισίας, Ταϊλάνδης και Φιλιππινών ή όχι.

Α.   ΠΡΟΪΟΝ

(2)

Το υπό εξέταση προϊόν που επηρεάζεται από την πιθανή καταστρατήγηση είναι ορισμένοι συνδετήρες και μέρη αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, που υπάγονται σήμερα στους κωδικούς ΣΟ 7318 12 10 , 7318 14 10 , 7318 15 30 , 7318 15 51 , 7318 15 61 και 7318 15 70 («υπό εξέταση προϊόν»).

(3)

Το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας είναι το ίδιο με το προϊόν που αναφέρεται στην προηγούμενη αιτιολογική σκέψη, αλλά αποστέλλεται από τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, είτε δηλώνεται ως καταγωγής Μαλαισίας, Ταϊλάνδης και Φιλιππινών είτε όχι, και υπάγεται σήμερα στους ίδιους κωδικούς ΣΟ με το σχετικό προϊόν («προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας»).

Β.   ΙΣΧΥΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ

(4)

Τα μέτρα που ισχύουν σήμερα και που αποτελούν πιθανώς αντικείμενο καταστρατήγησης συνίστανται σε μέτρα αντιντάμπινγκ που έχουν επιβληθεί με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2/2012 του Συμβουλίου (2) έπειτα από επανεξέταση των μέτρων που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1890/2005 του Συμβουλίου (3) λόγω της λήξης της ισχύος τους.

Γ.   ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

(5)

Η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της επαρκείς εκ πρώτης όψεως αποδείξεις ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ για τις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας καταστρατηγούνται με μεταφόρτωση μέσω της Μαλαισίας, της Ταϊλάνδης και των Φιλιππινών.

(6)

Τα αποδεικτικά εκ πρώτης όψεως στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή έχουν ως εξής:

(7)

Μετά την επιβολή μέτρων στο υπό εξέταση προϊόν, παρατηρήθηκε σημαντική μεταβολή του τρόπου διεξαγωγής των εμπορικών συναλλαγών που αφορούν τις εξαγωγές από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες στην Ένωση, μεταβολή για την οποία δεν υπάρχει επαρκής λόγος ή αιτιολόγηση πλην της επιβολής του δασμού.

(8)

Αυτή η μεταβολή του τρόπου διεξαγωγής των εμπορικών συναλλαγών φαίνεται να οφείλεται στη μεταφόρτωση ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας μέσω Μαλαισίας, Ταϊλάνδης και Φιλιππινών.

(9)

Επιπλέον, τα αποδεικτικά στοιχεία δείχνουν ότι οι επανορθωτικές συνέπειες των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ για το υπό εξέταση προϊόν υπονομεύονται τόσο ως προς τις ποσότητες όσο και ως προς τις τιμές. Σημαντικής ποσότητας εισαγωγές του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας φαίνεται να έχουν αντικαταστήσει τις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος. Επιπροσθέτως, υπάρχουν επαρκή στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι εισαγωγές του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας πραγματοποιούνται σε τιμές πολύ χαμηλότερες της μη ζημιογόνου τιμής που καθορίστηκε στην έρευνα η οποία οδήγησε στα ισχύοντα μέτρα, τιμής που προσαρμόστηκε για να ληφθεί υπόψη η αύξηση του κόστους των πρώτων υλών.

(10)

Τέλος, η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της επαρκή εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι τιμές του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ σε σχέση με την κανονική τιμή που είχε καθοριστεί προηγουμένως για το υπό εξέταση προϊόν, τιμής που προσαρμόστηκε για να ληφθεί υπόψη η αύξηση του κόστους των πρώτων υλών.

(11)

Αν, κατά τη διάρκεια της έρευνας, διαπιστωθούν πρακτικές καταστρατήγησης μέσω της Μαλαισίας, της Ταϊλάνδης και των Φιλιππινών που προβλέπονται στο άρθρο 13 του βασικού κανονισμού, εκτός από τη μεταφόρτωση, η έρευνα μπορεί να καλύψει και αυτές τις πρακτικές.

Δ.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(12)

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έναρξη έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού, και την υποβολή σε καταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, των εισαγωγών του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας, είτε δηλώνονται ως καταγωγής Μαλαισίας, Ταϊλάνδης και Φιλιππινών είτε όχι.

α)   Ερωτηματολόγια

(13)

Προκειμένου να λάβει τις πληροφορίες που κρίνει απαραίτητες για την έρευνά της, η Επιτροπή θα αποστείλει ερωτηματολόγια στους γνωστούς εξαγωγείς/παραγωγούς και στις γνωστές ενώσεις εξαγωγέων/παραγωγών στη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και στις Φιλιππίνες, στους γνωστούς εξαγωγείς/παραγωγούς και στις γνωστές ενώσεις εξαγωγέων/παραγωγών στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, στους γνωστούς εισαγωγείς και στις γνωστές ενώσεις εισαγωγέων στην Ένωση και στις αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, της Μαλαισίας, της Ταϊλάνδης και των Φιλιππινών. Ενδεχομένως, κατά περίπτωση, μπορούν να ζητηθούν πληροφορίες και από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(14)

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη οφείλουν να επικοινωνήσουν με την Επιτροπή το συντομότερο δυνατό, και το αργότερο εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού, και να ζητήσουν ερωτηματολόγιο εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, δεδομένου ότι η προθεσμία που καθορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού ισχύει για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

(15)

Οι αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, της Μαλαισίας, της Ταϊλάνδης και των Φιλιππινών θα ενημερωθούν για την έναρξη της έρευνας.

β)   Συλλογή πληροφοριών και ακροάσεις

(16)

Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη καλούνται διά του παρόντος να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους γραπτώς και να υποβάλουν αποδεικτικά στοιχεία. Επιπλέον, η Επιτροπή μπορεί να δεχτεί σε ακρόαση τα ενδιαφερόμενα μέρη, εφόσον υποβάλουν αίτηση γραπτώς και αποδείξουν ότι υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να γίνουν δεκτά σε ακρόαση.

γ)   Απαλλαγή από την υποχρέωση καταγραφής εισαγωγών ή από τα μέτρα

(17)

Σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, οι εισαγωγές του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση καταγραφής ή από τα μέτρα, αν η εισαγωγή δεν συνιστά καταστρατήγηση.

(18)

Δεδομένου ότι η πιθανή καταστρατήγηση λαμβάνει χώρα εκτός της Ένωσης, μπορούν να χορηγηθούν απαλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, σε παραγωγούς ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα στη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν συνδέονται (4) με οποιονδήποτε παραγωγό που υπόκειται στα μέτρα (5) και διαπιστώνεται ότι δεν εμπλέκονται σε πρακτικές καταστρατήγησης όπως ορίζεται στο άρθρο 13 παράγραφοι 1 και 2 του βασικού κανονισμού. Οι παραγωγοί που επιθυμούν να απαλλαγούν θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση συνοδευόμενη από τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

Ε.   ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

(19)

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, οι εισαγωγές του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας θα πρέπει να υποβάλλονται σε καταγραφή, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί η καταστρατήγηση, θα είναι δυνατή η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ κατάλληλου ύψους, με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία καταγραφής των εν λόγω εισαγωγών που αποστέλλονται από τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες.

ΣΤ.   ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

(20)

Για λόγους χρηστής διοίκησης, θα πρέπει να ορίζονται οι προθεσμίες εντός των οποίων:

τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να αναγγελθούν στην Επιτροπή, να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να υποβάλουν απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο ή τυχόν άλλα στοιχεία, προκειμένου να ληφθούν υπόψη κατά την έρευνα,

οι παραγωγοί από τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες μπορούν να ζητήσουν απαλλαγή από την καταγραφή των εισαγωγών ή από τα μέτρα,

τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν γραπτή αίτηση για να γίνουν δεκτά σε ακρόαση από την Επιτροπή.

(21)

Εφιστάται η προσοχή στο γεγονός ότι η άσκηση των περισσότερων διαδικαστικών δικαιωμάτων που ορίζονται στον βασικό κανονισμό εξαρτάται από το αν το ενδιαφερόμενο μέρος θα αναγγελθεί εντός των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού.

Ζ.   ΑΡΝΗΣΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

(22)

Όταν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αρνείται την πρόσβαση στις απαραίτητες πληροφορίες ή δεν τις παρέχει εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών ή παρεμποδίζει σημαντικά την έρευνα, επιτρέπεται να συνάγονται συμπεράσματα, είτε θετικά είτε αρνητικά, με βάση τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 18 του βασικού κανονισμού.

(23)

Όταν διαπιστώνεται ότι ένα ενδιαφερόμενο μέρος έχει προσκομίσει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, τα εν λόγω στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη και είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία.

(24)

Αν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αρνείται να συνεργαστεί ή συνεργάζεται μεν αλλά μόνο εν μέρει, οπότε τα συμπεράσματα βασίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού, το αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι λιγότερο ευνοϊκό για το εν λόγω μέρος απ’ ό,τι θα ήταν αν είχε συνεργαστεί.

Η.   ΧΡΟΝΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

(25)

Η έρευνα θα ολοκληρωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θ.   ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

(26)

Σημειώνεται ότι όσα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συγκεντρωθούν κατά την παρούσα έρευνα θα αντιμετωπιστούν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (6).

Ι.   ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΑΚΡΟΑΣΕΩΝ

(27)

Σημειώνεται επίσης ότι, αν τα ενδιαφερόμενα μέρη θεωρούν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά την άσκηση του δικαιώματός τους υπεράσπισης, μπορούν να ζητήσουν την παρέμβαση του συμβούλου ακροάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Εμπορίου. Ο σύμβουλος ακροάσεων ενεργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών και των υπηρεσιών της Επιτροπής παρέχοντας, εφόσον είναι απαραίτητο, συμβουλές για διαδικαστικά θέματα που αφορούν την προστασία των συμφερόντων τους στην εν λόγω έρευνα, ιδίως όσον αφορά θέματα σχετικά με την πρόσβαση στον φάκελο, την εμπιστευτικότητα, την παράταση των προθεσμιών και την επεξεργασία των παρατηρήσεων που υποβάλλονται γραπτώς και/ή προφορικώς. Για περισσότερες πληροφορίες και στοιχεία επικοινωνίας, τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να ανατρέξουν στις ιστοσελίδες του συμβούλου ακροάσεων στον δικτυακό τόπο της Γενικής Διεύθυνσης Εμπορίου. (http://ec.europa.eu/trade/tackling-unfair-trade/hearing-officer/index_en.htm),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Κινείται έρευνα δυνάμει του άρθρου 13 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009, με σκοπό να διαπιστωθεί αν οι εισαγωγές στην Ένωση ορισμένων συνδετήρων και μερών αυτών από ανοξείδωτο χάλυβα, που αποστέλλονται από τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, είτε δηλώνονται ως καταγωγής Μαλαισίας, Ταϊλάνδης και Φιλιππινών είτε όχι, που επί του παρόντος υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ ex 7318 12 10 , ex 7318 14 10 , ex 7318 15 30 , ex 7318 15 51 , ex 7318 15 61 και ex 7318 15 70 (κωδικοί TARIC 7318 12 10 11, 7318 12 10 91, 7318 14 10 11, 7318 14 10 91, 7318 15 30 11, 7318 15 30 61, 7318 15 30 81, 7318 15 51 11, 7318 15 51 61, 7318 15 51 81, 7318 15 61 11, 7318 15 61 61, 7318 15 61 81, 7318 15 70 11, 7318 15 70 61 και 7318 15 70 81), καταστρατηγούν τα μέτρα που επιβάλλει ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2/2012.

Άρθρο 2

Οι τελωνειακές αρχές καλούνται, δυνάμει του άρθρου 13 παράγραφος 3 και του άρθρου 14 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009, να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την καταγραφή των εισαγωγών στην Ένωση που ορίζονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού.

Η καταγραφή λήγει εννέα μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει, με κανονισμό, από τις τελωνειακές αρχές να παύσουν την καταγραφή όσον αφορά τις εισαγωγές στην Ένωση προϊόντων που κατασκευάζονται από παραγωγούς οι οποίοι ζήτησαν απαλλαγή από την καταγραφή και για τους οποίους δεν διαπιστώθηκε καταστρατήγηση των δασμών αντιντάμπινγκ.

Άρθρο 3

1.   Τα ενδιαφερόμενα μέρη οφείλουν να ζητήσουν ερωτηματολόγιο από την Επιτροπή εντός 15 ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Τα ενδιαφερόμενα μέρη, για να μπορέσουν να ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις τους κατά την έρευνα, πρέπει να αναγγελθούν ερχόμενα σε επαφή με την Επιτροπή, να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να υποβάλουν απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο ή οποιαδήποτε άλλα στοιχεία εντός 37 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

3.   Οι παραγωγοί από τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες που ζητούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση καταγραφής των εισαγωγών ή από τα μέτρα οφείλουν να υποβάλουν αίτηση συνοδευόμενη από τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία εντός της ίδιας προθεσμίας των 37 ημερών.

4.   Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν επίσης να ζητήσουν, εντός της ίδιας προθεσμίας των 37 ημερών, να γίνουν δεκτά σε ακρόαση από την Επιτροπή.

5.   Τα ενδιαφερόμενα μέρη καλούνται να υποβάλουν όλες τις παρατηρήσεις και τα αιτήματά τους σε ηλεκτρονική μορφή (τις παρατηρήσεις μη εμπιστευτικού χαρακτήρα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τις παρατηρήσεις εμπιστευτικού χαρακτήρα σε CD-R/DVD), και να αναφέρουν την επωνυμία, την ταχυδρομική διεύθυνση, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και τους αριθμούς τηλεφώνου και φαξ τους. Ωστόσο, οποιεσδήποτε εξουσιοδοτήσεις, υπογεγραμμένα πιστοποιητικά και τυχόν επικαιροποιήσεις τους που συνοδεύουν απαντήσεις σε ερωτηματολόγια πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς, δηλαδή με το ταχυδρομείο ή με επίδοση στη διεύθυνση που ακολουθεί. Βάσει του άρθρου 18 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, αν ένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις και τις αιτήσεις του σε ηλεκτρονική μορφή, πρέπει να ενημερώσει αμέσως την Επιτροπή. Για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την αλληλογραφία με την Επιτροπή, τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να συμβουλεύονται την κατάλληλη σελίδα στον δικτυακό τόπο της Γενικής Διεύθυνσης Εμπορίου: http://ec.europa.eu/trade/tackling-unfair-trade/trade-defence. Όλα τα γραπτώς υποβαλλόμενα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό, οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο και η αλληλογραφία που παρέχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη εμπιστευτικώς φέρουν την ένδειξη «Limited» (Περιορισμένης διανομής) (7) και, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, συνοδεύονται από μη εμπιστευτικού χαρακτήρα περίληψη, η οποία φέρει την ένδειξη «For inspection by interested parties» (Για επιθεώρηση από τα ενδιαφερόμενα μέρη).

Διεύθυνση αλληλογραφίας της Επιτροπής:

European Commission

Directorate-General for Trade

Directorate H

Office: N105 4/92

1049 Bruxelles/Brussel

BELGIQUE/BELGIË

Αρμόδιος επικοινωνίας:

Διεύθυνση ηλ. ταχυδρομείου για τη συγκεκριμένη υπόθεση: TRADE-STEEL-FAST-13-A@ec.europa.eu

Φαξ +32 2 29 84139

Άρθρο 4

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Βρυξέλλες, 13 Ιουνίου 2012.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)   ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 51.

(2)   ΕΕ L 5 της 7.1.2012, σ. 1.

(3)   ΕΕ L 302 της 19.11.2005, σ. 1.

(4)  Σύμφωνα με το άρθρο 143 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής για την εφαρμογή του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πρόσωπα θεωρούνται ως συνδεόμενα μεταξύ τους μόνο αν: α) το ένα μετέχει στη διεύθυνση ή στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης του άλλου και αντιστρόφως· β) έχουν από νομική άποψη την ιδιότητα των εταίρων· γ) το ένα είναι εργοδότης του άλλου· δ) ένα οποιοδήποτε πρόσωπο έχει στην κυριότητά του, ελέγχει ή κατέχει άμεσα ή έμμεσα 5 % ή περισσότερο των μετοχών ή μεριδίων με δικαίωμα ψήφου, του ενός και του άλλου· ε) το ένα από αυτά ελέγχει το άλλο άμεσα ή έμμεσα· στ) και τα δύο ελέγχονται, άμεσα ή έμμεσα, από τρίτο πρόσωπο· ζ) και τα δύο μαζί ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα ένα τρίτο πρόσωπο· ή η) είναι μέλη της ίδιας οικογένειας. Πρόσωπα θεωρούνται ως μέλη της ίδιας οικογένειας μόνο αν συνδέονται μεταξύ τους με μία από τις σχέσεις που αναφέρονται στη συνέχεια: i) σύζυγοι, ii) πρώτου βαθμού ανιόντες και κατιόντες, σε ευθεία γραμμή, iii) αδελφοί ή αδελφές (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), iv) δευτέρου βαθμού ανιόντες και κατιόντες, σε ευθεία γραμμή, v) θείος ή θεία και ανιψιός ή ανιψιά, vi) γονείς του ετέρου των συζύγων και γαμπρός ή νύφη, vii) αδελφοί ή αδελφές του ή της συζύγου. (ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1). Σ’ αυτό το πλαίσιο, ως «πρόσωπο» νοείται οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

(5)  Ωστόσο, ακόμη και αν οι παραγωγοί συνδέονται, υπό την προεκτεθείσα έννοια, με επιχειρήσεις που υπόκεινται στα μέτρα που ισχύουν για τις εισαγωγές καταγωγής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (τα αρχικά μέτρα αντιντάμπινγκ), μπορεί και πάλι να χορηγηθεί απαλλαγή αν δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η σχέση με τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στα αρχικά μέτρα έγινε ή χρησιμοποιήθηκε για την καταστρατήγηση των αρχικών μέτρων.

(6)   ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(7)  Ένα έγγραφο που φέρει την ένδειξη «Limited» (περιορισμένης διανομής) είναι απόρρητο σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 και το άρθρο 6 της συμφωνίας του ΠΟΕ σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου VI της ΓΣΔΕ 1994 (συμφωνία αντιντάμπινγκ). Το έγγραφο αυτό προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).


14.6.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 153/12


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 503/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Ιουνίου 2012

περί απαγόρευσης των αλιευτικών δραστηριοτήτων από σκάφη γρι-γρι που φέρουν σημαία Ελλάδας ή Ιταλίας, ή είναι νηολογημένα στην Ελλάδα ή στην Ιταλία, τα οποία αλιεύουν ερυθρό τόνο στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45° Δ, και στη Μεσόγειο Θάλασσα

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 36 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 44/2012 του Συμβουλίου, της 17ης Ιανουαρίου 2012, για τον καθορισμό, για το 2012, των αλιευτικών δυνατοτήτων που διατίθενται στα ύδατα ΕΕ, και σε σκάφη ΕΕ, σε ορισμένα ύδατα που δεν ανήκουν στην ΕΕ, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που αποτελούν αντικείμενο διεθνών διαπραγματεύσεων ή συμφωνιών (2) καθορίζει την ποσότητα ερυθρού τόνου που μπορεί να αλιευθεί το 2012 στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45° Δ, και στη Μεσόγειο από αλιευτικά σκάφη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 302/2009 του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου αποκατάστασης του τόνου στον Ανατολικό Ατλαντικό και στη Μεσόγειο, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 43/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1559/2007 (3), απαιτεί από τα κράτη μέλη να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις ατομικές ποσοστώσεις που κατανέμουν στα αλιευτικά τους σκάφη άνω των 24 μέτρων.

(3)

Η κοινή αλιευτική πολιτική έχει καταρτιστεί έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του αλιευτικού κλάδου, μέσω της βιώσιμης εκμετάλλευσης των έμβιων υδρόβιων πόρων με βάση την προληπτική προσέγγιση.

(4)

Σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009, όταν η Επιτροπή διαπιστώσει, με βάση τις πληροφορίες που υπέβαλαν τα κράτη μέλη και με βάση πληροφορίες που έχει στην κατοχή της, ότι οι αλιευτικές δυνατότητες τις οποίες διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών θεωρείται ότι έχουν εξαντληθεί, όσον αφορά ένα ή περισσότερα εργαλεία ή στόλους, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και απαγορεύει τις αλιευτικές δραστηριότητες στις αντίστοιχες περιοχές, για τα αντίστοιχα εργαλεία, για τα αποθέματα, την ομάδα αποθεμάτων ή για τους στόλους που συμμετέχουν στις συγκεκριμένες αλιευτικές δραστηριότητες.

(5)

Οι πληροφορίες που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή δείχνουν ότι, για τον ερυθρό τόνο στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45° Δ, και στη Μεσόγειο, οι αλιευτικές δυνατότητες οι οποίες έχουν διατεθεί σε σκάφη γρι-γρι που φέρουν σημαία Ελλάδας ή Ιταλίας ή είναι νηολογημένα στην Ελλάδα ή στην Ιταλία θεωρούνται εξαντλημένες στις 7 Ιουνίου 2012.

(6)

Στις 8 Ιουνίου η Ελλάδα ενημέρωσε την Επιτροπή ότι επέβαλε απαγόρευση των αλιευτικών δραστηριοτήτων, αρχής γενομένης από τις 8 Ιουνίου 2012 και ώρα 8.00 π.μ., στο σκάφος γρι-γρι της χώρας που δραστηριοποιούνταν αλιευτικά το 2012 στο πλαίσιο της αλιείας ερυθρού τόνου.

(7)

Στις 3, 5 και 8 Ιουνίου 2012 η Ιταλία ενημέρωσε την Επιτροπή ότι επέβαλε απαγόρευση των αλιευτικών δραστηριοτήτων στα 12 σκάφη γρι-γρι της χώρας που δραστηριοποιούνταν αλιευτικά το 2012 στο πλαίσιο της αλιείας ερυθρού τόνου, με ισχύ από τις 3 Ιουνίου όσον αφορά 4 από τα εν λόγω σκάφη, από τις 5 Ιουνίου όσον αφορά 4 σκάφη και από τις 8 Ιουνίου όσον αφορά τα υπόλοιπα 4 σκάφη, με αποτέλεσμα την απαγόρευση όλων των δραστηριοτήτων από τις 8 Ιουνίου 2012 στις 11.30 π.μ.

(8)

Με την επιφύλαξη των προαναφερόμενων μέτρων που έλαβαν η Ελλάδα και η Ιταλία, είναι απαραίτητο να επιβεβαιώσει η Επιτροπή την απαγόρευση της αλιείας ερυθρού τόνου στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45° Δ, και στη Μεσόγειο, από τις 8 Ιουνίου 2012 από σκάφη γρι-γρι που φέρουν σημαία Ελλάδας ή Ιταλίας, ή είναι νηολογημένα στην Ελλάδα ή στην Ιταλία,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Η αλιεία ερυθρού τόνου στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο Θάλασσα από σκάφη γρι-γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ελλάδας ή είναι νηολογημένα στη χώρα αυτή απαγορεύεται από τις 8 Ιουνίου 2012 στις 8.00 π.μ.

Απαγορεύεται επίσης η διατήρηση επί του σκάφους, η τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 2

Η αλιεία ερυθρού τόνου στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο Θάλασσα από σκάφη γρι-γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ιταλίας ή είναι νηολογημένα στη χώρα αυτή απαγορεύεται από τις 8 Ιουνίου 2012 στις 11.30 π.μ. το αργότερο.

Απαγορεύεται επίσης η διατήρηση επί του σκάφους, η τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Ιουνίου 2012.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Μαρία ΔΑΜΑΝΑΚΗ

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 1.

(2)   ΕΕ L 25 της 27.1.2012, σ. 55.

(3)   ΕΕ L 96 της 15.4.2009, σ. 1.


14.6.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 153/14


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 504/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Ιουνίου 2012

για καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

Έχοντας υπόψη τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 543/2011 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2011, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 136 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 543/2011 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XVI μέρος A του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η κατ’ αποκοπή τιμή εισαγωγής υπολογίζεται κάθε εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011, λαμβανομένων υπόψη των ημερήσιων μεταβλητών στοιχείων. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές εισαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 136 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Ιουνίου 2012.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

José Manuel SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)   ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)   ΕΕ L 157 της 15.6.2011, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Οι κατ’ αποκοπή τιμές εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(ευρώ/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτων χωρών (1)

Κατ’ αποκοπή τιμή εισαγωγής

0702 00 00

AL

55,3

MK

45,6

TR

57,2

ZZ

52,7

0707 00 05

MK

26,2

TR

119,6

ZZ

72,9

0709 93 10

TR

97,9

ZZ

97,9

0805 50 10

AR

72,8

BO

105,1

TR

107,0

ZA

101,4

ZZ

96,6

0808 10 80

AR

111,6

BR

83,7

CH

68,9

CL

100,9

CN

136,2

NZ

141,5

US

156,6

UY

61,9

ZA

111,6

ZZ

108,1

0809 10 00

TR

186,0

ZZ

186,0

0809 29 00

TR

444,0

ZZ

444,0

0809 40 05

ZA

300,5

ZZ

300,5


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός « ZZ » αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

14.6.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 153/16


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 19ης Οκτωβρίου 2011

σχετικά με τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων υπό μορφή ρύθμισης οφειλών τα οποία η Ελλάδα έθεσε σε εφαρμογή στους νομούς Καστοριάς, Εύβοιας, Φλώρινας, Κιλκίς, Ροδόπης, Έβρου, Ξάνθης και Δωδεκανήσων, καθώς και στις νήσους Λέσβο, Σάμο και Χίο

[αριθ. C 23/04 (πρώην NN 153/03), C 20/05 (πρώην NN 70/04) και C 50/05 (πρώην NN 20/05)]

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2011) 7252]

(Το κείμενο στην ελληνική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2012/307/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της Συνθήκης (1) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Ενισχύσεις που αφορούν τους νομούς Καστοριάς και Εύβοιας  (2) C 23/04

(1)

H Επιτροπή, έχοντας λάβει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες είχαν χορηγηθεί, το 1993 αλλά και στη διάρκεια των επομένων ετών, ενισχύσεις σε επιχειρήσεις των νομών Καστοριάς και Εύβοιας, στο πλαίσιο σχεδίου ρύθμισης (αναδιαπραγμάτευσης) οφειλών, ζήτησε από τις ελληνικές αρχές, με επιστολή της 27ης Μαΐου 2003, να της κοινοποιηθεί εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων το κείμενο της νομικής βάσης του σχεδίου αυτού, όπως και κάθε πληροφορία αναγκαία για την εξέτασή του με βάση τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ (3).

(2)

Με επιστολή της 10ης Ιουλίου 2003, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 17 Ιουλίου 2003, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαβίβασε στην Επιτροπή επιστολή με την οποία οι ελληνικές αρχές ζητούσαν παράταση της προθεσμίας που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 1 κατά ένα μήνα.

(3)

Με επιστολή της 4ης Αυγούστου 2003, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 6 Αυγούστου 2003, η Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαβίβασε στην Επιτροπή τις πληροφορίες που ζητήθηκαν με την επιστολή της 27ης Μαΐου 2003.

(4)

Από την εξέταση των πληροφοριών αυτών προέκυψε ότι είχαν καταβληθεί ενισχύσεις χωρίς την έγκριση της Επιτροπής. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε να ανοίξει φάκελο μη κοινοποιηθείσας ενίσχυσης, υπ’ αριθ. NN 153/03.

(5)

Με επιστολή της 21ης Ιουνίου 2004 (4), η Επιτροπή ενημέρωσε την Ελλάδα σχετικά με την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ (C 23/04) (εφεξής, «η πρώτη κίνηση διαδικασίας»).

(6)

Η απόφαση της Επιτροπής για την κίνηση της διαδικασίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (5). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις συγκεκριμένες ενισχύσεις.

(7)

Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από τρίτα ενδιαφερόμενα μέρη.

(8)

Με επιστολή της 13ης Ιουλίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 19 Ιουλίου 2004, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από την Επιτροπή παράταση κατά ένα μήνα της προθεσμίας που δόθηκε στις ελληνικές αρχές για να κοινοποιήσουν την απάντησή τους σχετικά με την πρώτη κίνηση της διαδικασίας.

(9)

Η Επιτροπή χορήγησε, με φαξ της 6ης Αυγούστου 2004, την παράταση προθεσμίας που ζητήθηκε.

(10)

Με επιστολή της 9ης Αυγούστου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 10 Αυγούστου 2004, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε στην Επιτροπή την απάντηση των ελληνικών αρχών στην πρώτη κίνηση διαδικασίας.

Ενισχύσεις που αφορούν τους νομούς Φλώρινας και Κιλκίς  (6) C 20/05

(11)

Κατά την εξέταση των πληροφοριών που κοινοποίησαν οι ελληνικές αρχές με την επιστολή τους της 4ης Αυγούστου 2003, προέκυψε ότι οι εν λόγω ενισχύσεις δεν αφορούσαν μόνον τους νομούς Καστοριάς και Εύβοιας, αλλά επίσης τους νομούς Φλώρινας και Κιλκίς. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές, με φαξ της 22ας Απριλίου 2004, συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τις τελευταίες αυτές ενισχύσεις.

(12)

Με επιστολή της 26ης Μαΐου 2004, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από την Επιτροπή παράταση κατά ένα μήνα της προθεσμίας που δόθηκε στις ελληνικές αρχές για να κοινοποιήσουν τις ως άνω συμπληρωματικές πληροφορίες.

(13)

Η Επιτροπή χορήγησε, με φαξ της 7ης Ιουνίου 2004, την παράταση προθεσμίας που ζητήθηκε.

(14)

Με επιστολή της 1ης Ιουλίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε την ίδια ημέρα, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε στην Επιτροπή τις πληροφορίες που ζητήθηκαν με φαξ της 22ας Απριλίου 2004.

(15)

Από την εξέταση των πληροφοριών αυτών προέκυψε ότι είχαν καταβληθεί ενισχύσεις χωρίς την έγκριση της Επιτροπής. Συνεπώς, οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποφάσισαν να ανοίξουν φάκελο μη κοινοποιηθείσας ενίσχυσης, υπ’ αριθ. NN 70/04.

(16)

Με επιστολή της 9ης Ιουνίου 2005 (7), η Επιτροπή ενημέρωσε την Ελλάδα σχετικά με την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στους νομούς Φλώρινας και Κιλκίς (C 20/05) (εφεξής, «η δεύτερη κίνηση διαδικασίας»).

(17)

Η απόφαση να κινηθεί η διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (8). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις συγκεκριμένες ενισχύσεις.

(18)

Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από τρίτα ενδιαφερόμενα μέρη.

(19)

Με επιστολή της 24ης Ιουνίου 2005, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 28 Ιουνίου 2005, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από την Επιτροπή δίμηνη παράταση της προθεσμίας που δόθηκε στις ελληνικές αρχές για να κοινοποιήσουν την απάντησή τους σχετικά με τη δεύτερη κίνηση της διαδικασίας.

(20)

Η Επιτροπή χορήγησε, με φαξ της 13ης Ιουλίου 2005, την παράταση προθεσμίας που ζητήθηκε.

(21)

Με επιστολή της 18ης Αυγούστου 2005, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 24 Αυγούστου 2005, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε στην Επιτροπή την απάντηση των ελληνικών αρχών στη δεύτερη κίνηση διαδικασίας.

Ενισχύσεις που αφορούν τους νομούς Ροδόπης, Έβρου, Ξάνθης και Δωδεκανήσου, καθώς και των νήσων Λέσβου, Σάμου και Χίου  (9) C 50/05

(22)

Κατά την εξέταση των πληροφοριών που κοινοποίησαν οι ελληνικές αρχές με την επιστολή τους της 1ης Ιουλίου 2004, προέκυψε ότι είχαν επίσης χορηγηθεί ενισχύσεις και σε άλλους νομούς πέραν αυτών που αφορούσαν οι δύο πρώτες κινήσεις διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές, με φαξ της 12ης Νοεμβρίου 2004, συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τις ενισχύσεις αυτές.

(23)

Με επιστολή της 13ης Δεκεμβρίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2004, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από την Επιτροπή παράταση κατά ένα μήνα της προθεσμίας που δόθηκε στις ελληνικές αρχές για να κοινοποιήσουν τις ως άνω συμπληρωματικές πληροφορίες.

(24)

Η Επιτροπή χορήγησε, με φαξ της 6ης Ιανουαρίου 2005, την παράταση προθεσμίας που ζητήθηκε.

(25)

Με επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 2005, η οποία πρωτοκολλήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 2005, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε στην Επιτροπή τις συμπληρωματικές πληροφορίες που ζητήθηκαν με φαξ της 12ης Νοεμβρίου 2004.

(26)

Από την εξέταση των πληροφοριών αυτών προέκυψε ότι είχαν καταβληθεί ενισχύσεις χωρίς την έγκριση της Επιτροπής. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε να ανοίξουν φάκελο μη κοινοποιηθείσας ενίσχυσης, υπ’ αριθ. NN 20/05.

(27)

Με επιστολή της 22ας Δεκεμβρίου 2005 (10), η Επιτροπή ενημέρωσε την Ελλάδα σχετικά με την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ κατά των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στους νομούς Ροδόπης, Έβρου, Ξάνθης και Δωδεκανήσων, και των νήσων Λέσβου, Σάμου και Χίου (C 50/05) (εφεξής, «η τρίτη κίνηση διαδικασίας»).

(28)

Η απόφαση να κινηθεί η διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (11). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις συγκεκριμένες ενισχύσεις.

(29)

Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από τρίτα ενδιαφερόμενα μέρη.

(30)

Με επιστολή της 23ης Ιανουαρίου 2006, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2006, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από την Επιτροπή παράταση κατά τρεις μήνες της προθεσμίας που δόθηκε στις ελληνικές αρχές για να κοινοποιήσουν την απάντησή τους σχετικά με την τρίτη κίνηση της διαδικασίας.

(31)

Η Επιτροπής χορήγησε, με φαξ της 3ης Φεβρουαρίου 2006, την παράταση προθεσμίας που ζητήθηκε.

(32)

Με επιστολή της 10ης Μαΐου 2006, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 11 Μαΐου 2006, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε στην Επιτροπή την απάντηση των ελληνικών αρχών στην τρίτη κίνηση διαδικασίας.

(33)

Μετά από επανεξέταση όλων των νομικών βάσεων που κοινοποιήθηκαν, η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές, με φαξ της 12ης Ιανουαρίου 2011, να της δοθούν διευκρινίσεις σχετικά με τις επίμαχες ενισχύσεις εντός προθεσμίας ενός μηνός.

(34)

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Φεβρουαρίου 2011, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από την Επιτροπή παράταση της προαναφερόμενης προθεσμίας κατά 40 εργάσιμες ημέρες.

(35)

Με φαξ της 17ης Φεβρουαρίου 2011, η Επιτροπή χορήγησε παράταση της προθεσμίας κατά είκοσι εργάσιμες ημέρες.

(36)

Με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από 15 Μαρτίου 2011 και 29 Μαρτίου 2011, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε στην Επιτροπή τις προαναφερόμενες διευκρινίσεις.

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Ενισχύσεις που αφορούν τους νομούς Καστοριάς και Εύβοιας

(37)

Η υπουργική απόφαση αριθ. 69836/B1461 της 30ής Σεπτεμβρίου 1993 προβλέπει τη μετατροπή του συνόλου των υφισταμένων μέχρι 30 Ιουνίου 1993 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από πάσης φύσεως δάνεια (κεφάλαια κινήσεως και πάγιες εγκαταστάσεις) σε δραχμές ή συνάλλαγμα και από καταπτώσεις εγγυητικών επιστολών σε δραχμές ή συνάλλαγμα των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους νομούς Καστοριάς και Εύβοιας, σε ένα νέο δάνειο που θα εξοφληθεί σε δέκα έτη με ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ή με ίσες εξαμηνιαίες χρεωλυτικές δόσεις (απλό χρεωλύσιο) και υπολογισμό των τόκων ανά εξάμηνο με το εκάστοτε εφαρμοζόμενο για τη ρύθμιση επιτόκιο (το επιτόκιο του νέου δανείου είναι το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων Δημοσίου δωδεκάμηνης διάρκειας της εκάστοτε τελευταίας έκδοσης που χρονικά προηγείται της έναρξης κάθε περιόδου εκτοκισμού των δανείων, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες, επιδοτούμενο με 10 εκατοστιαίες μονάδες από τον λογαριασμό του Νόμου 128/75, κατά τα πέντε πρώτα έτη (12).

(38)

Εναλλακτικώς, οι ανωτέρω επιχειρήσεις δύνανται να τύχουν της επιδοτήσεως του επιτοκίου των 10 εκατοστιαίων μονάδων επί πέντε έτη για τις υφιστάμενες οφειλές την 30ή Ιουνίου 1993 για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε δραχμές και σε συνάλλαγμα.

(39)

Οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι βιώσιμες μετά τη ρύθμιση (πράγμα που σημαίνει ότι η κατάστασή τους είναι σε κάποιο βαθμό προβληματική), το δε κριτήριο αυτό επαληθεύεται από τις τράπεζες.

(40)

Οι υπουργικές αποφάσεις αριθ. 2035824/5887 της 1ης Ιουνίου 1994, 2045909/7431/0025 της 26ης Αυγούστου 1994, 2071670/11297 της 9ης Νοεμβρίου 1994 και 72742/B1723 της 8ης Δεκεμβρίου 1994 διαμορφώνουν τις συναφείς με τα νέα δάνεια περιόδους χάριτος και επιδοτήσεις επιτοκίου και καλύπτουν τα τελευταία με την εγγύηση του Δημοσίου.

Ενισχύσεις στις επιχειρήσεις των νομών Φλώρινας και Κιλκίς

(41)

Η υπουργική απόφαση αριθ. 66336/B.1398, της 14ης Σεπτεμβρίου 1993, προβλέπει τα ίδια μέτρα και προϋποθέσεις με τις περιγραφόμενες στην αιτιολογική σκέψη 37. Προβλέπει επίσης τη χορήγηση εγγύησης του Δημοσίου στο κεφάλαιο και τους τόκους των ρυθμιζόμενων οφειλών των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων των νομών Φλώρινας και Κιλκίς, καθώς και την κάλυψη από το Δημόσιο των τόκων υπερημερίας μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992 για δάνεια πάγιων εγκαταστάσεων και κεφαλαίων κίνησης αυτών των επιχειρήσεων, εντός των ορίων του προϋπολογισμού του νόμου αριθ. 128/75.

(42)

Η απόφαση αριθ. 66336/B.1398 της 14ης Σεπτεμβρίου 1993 τροποποιήθηκε από την απόφαση αριθ. 30755/B.1199 της 21ης Ιουλίου 1994, την απόφαση αριθ. 60029/B.1541 της 23ης Σεπτεμβρίου 1994, την απόφαση αριθ. 72742/B.1723 της 8ης Δεκεμβρίου 1994, την απόφαση αριθ. 236/B.22 της 4ης Ιανουαρίου 1995, την απόφαση αριθ. 8014/B.285 της 28ης Φεβρουαρίου 1995, την απόφαση αριθ. 44678/B.1145 της 3ης Ιουλίου 1995, την απόφαση αριθ. 44446/B.1613 της 24ης Δεκεμβρίου 1996, την απόφαση αριθ. 40410/B.1678 της 9ης Δεκεμβρίου 1997, την απόφαση αριθ. 10995/B.546 της 24ης Μαρτίου 1999, την απόφαση αριθ. 12169/B.736 της 22ας Μαρτίου 2000 και την απόφαση αριθ. 35913/B.2043 της 24ης Οκτωβρίου 2000. Οι διάφορες αυτές αποφάσεις διαμορφώνουν τη χρονική διάρκεια αποπληρωμής των δανείων, τις περιόδους χάριτος και τις επιδοτήσεις επιτοκίου που συνδέονται με τα νέα δάνεια, και παρατείνουν επίσης τη διάρκεια των περιόδων πέραν των οποίων οι ανεξόφλητες δόσεις καθίστανται απαιτητές.

(43)

Οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι βιώσιμες μετά τη ρύθμιση (πράγμα που σημαίνει ότι η κατάστασή τους είναι σε κάποιο βαθμό προβληματική), το δε κριτήριο αυτό επαληθεύεται από τις τράπεζες.

Ενισχύσεις που αφορούν τους νομούς Ροδόπης, Έβρου, Ξάνθης και Δωδεκανήσου, καθώς και των νήσων Λέσβου, Σάμου και Χίου

(44)

Η υπουργική απόφαση αριθ. 1648/B.22/13.1.1994 προβλέπει τα εξής:

α)

για τα νέα κεφάλαια κίνησης που χορηγούνται από την 1η Απριλίου 1993 και μετά σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου, ξενοδοχειακές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου, παρέχεται επιδότηση δέκα (10) εκατοστιαίων μονάδων με χρέωση του λογαριασμού του Ν. 128/75, για ποσό μέχρι ποσοστού του 20 % του κύκλου εργασιών του προηγούμενου έτους ή μέχρι του 50 % επί των παραγγελιών του τρέχοντος έτους της επιχείρησης, για τους τόκους που χρεώθηκαν από την 1η Απριλίου 1993 μέχρι την 31η Μαρτίου 1996, με την εγγύηση του Δημοσίου μέχρι συνολικού ποσού 100 000 000 δραχμών (293 470 ευρώ)·

β)

το σύνολο των υφιστάμενων μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης των βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών καθώς και των κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιομηχανικού τύπου, των ξενοδοχειακών και ναυτιλιακών επιχειρήσεων της περιφέρειας Θράκης, θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο που θα εξοφληθεί σε δέκα χρόνια με ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, από τον λογαριασμό του Ν. 128/75, με την εγγύηση του Δημοσίου·

γ)

στη ρύθμιση συμπεριλαμβάνονται οι τόκοι υπερημερίας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου1992 για δάνεια παγίων εγκαταστάσεων και κεφαλαίων κίνησης.

(45)

Οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι βιώσιμες μετά τη ρύθμιση (πράγμα που σημαίνει ότι η κατάστασή τους είναι σε κάποιο βαθμό προβληματική), το δε κριτήριο αυτό επαληθεύεται από τις τράπεζες.

(46)

Η υπουργική απόφαση αριθ. 1648/B.22/13.1.1994 αποτέλεσε το αντικείμενο σειράς τροποποιήσεων που επέφεραν οι υπουργικές αποφάσεις υπ’ αριθ. 14237/B.664/6.4.1994, 235/B.21/4.1.1995, 44678/B.1145/3.7.1995, 14946/B.566/30.4.1996, 44446/B.1613/24.12.1996, 32576/B.1282/9.10.1997 (13), 11362/B.472/7.4.1997, 40412/B.1677/9.12.1997 (14), 42998/B.2026/15.12.1998, 19954/B.957/7.6.1999, 10123/B.507/17.3.1999, 6244/B.270/18.2.2000 και 35913/B.2043/24.10.2000 (15). Με όλα τα κείμενα αυτά ρυθμίζονται τεχνικής φύσεως παράμετροι, όπως οι επιδοτήσεις επιτοκίων, οι περίοδοι χάριτος, η χρονική διάρκεια αποπληρωμής των δανείων και η διάρκεια των περιόδων πέραν των οποίων οι ανεξόφλητες δόσεις καθίστανται απαιτητές.

(47)

Η υπουργική απόφαση αριθ. 2003341/683/0025/17.2.94 παρέχει την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη των χορηγούμενων από την 1η Απριλίου 1993 και μετά δανείων για κεφάλαιο κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου, ξενοδοχειακές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου και μέχρι συνολικού ποσού 100 000 000 δραχμών (293 470 ευρώ) κατά επιχείρηση, καθώς και για την κάλυψη των οφειλών (κατά κεφάλαιο και τόκους) που προκύπτουν από τη ρύθμιση των υφιστάμενων κατά την 31η Δεκεμβρίου 1993 οφειλών από παλαιότερα δάνεια σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της κοινής απόφασης αριθ. 1648/Γ.Γ.54/B.22/13.1.94.

(48)

Η υπουργική απόφαση αριθ. 2003341/683/0025/17.2.94 αποτέλεσε το αντικείμενο σειράς τροποποιήσεων που επέφεραν οι αποφάσεις υπ’ αριθ. 2022973/3968/0025/18.5.94, 2043231/6673/0025/11.7.95, 2030175/4446/0025/10.6.1996, 2087184/49/0025/11.7.97, 2016123/2133/0025/6.3.1998, 2090373/11216/0025/1.6.98 (16), 2/21857/0025/7.10.1999, 2/14774/0025/31.5.2000, 2/82257/0025/18.12.2000, 2/7555/0025/25.5.2001, 2/61352/0025/31.1.2002 και 2/64046/0025/2003/28.1.2004. Με όλα τα κείμενα αυτά χορηγείται η εγγύηση του Δημοσίου κατά την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται από τις διάφορες αποφάσεις που τροποποιούν την υπουργική απόφαση αριθ. 1648/B.22/13.1.1994 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 46).

(49)

Στον ανωτέρω κατάλογο αποφάσεων, η υπουργική απόφαση αριθ. 2/82257/0025/18.12.2000 διευκρινίζει απολύτως ότι, για να μπορούν να υπαχθούν στις εν λόγω διατάξεις, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι βιώσιμες (και όχι βιώσιμες μετά τη ρύθμιση των οφειλών, όπως στην περίπτωση των άλλων υπουργικών αποφάσεων που μνημονεύονται στην παρούσα απόφαση), πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι σε προβληματική κατάσταση.

(50)

Με την υπουργική απόφαση αριθ. 2041901/16.5.1989 εγκρίνεται, με χρέωση του κοινού λογαριασμού του Ν. 128/75, η καταβολή διαφοράς τόκων τριών εκατοστιαίων μονάδων (3 %) επί των υπολοίπων χορηγήσεων των δανείων που χορηγούνται από την 1η Απριλίου 1989 και μετά, για κεφάλαιο κίνησης των εμπορικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στους νομούς Έβρου, Λέσβου, Σάμου, Χίου και Δωδεκανήσου.

(51)

Με την υπουργική απόφαση αριθ. 2078809/10.10.1989 εγκρίνεται, με χρέωση του κοινού λογαριασμού του Ν. 128/75, η καταβολή διαφοράς τόκων τριών εκατοστιαίων μονάδων (3 %) επί των υπολοίπων χορηγήσεων των δανείων που χορηγούνται από την 1η Απριλίου 1989 και μετά, για κεφάλαιο κίνησης των εμπορικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στους νομούς Ροδόπης, Ξάνθης και Σάμου.

(52)

Οι υπουργικές αποφάσεις αριθ. 9034/B.289/10.2.2003 και 37497/B.1232/2.6.2003 συμπληρώνουν τις αποφάσεις που μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 50 και 51 εξειδικεύοντας το πεδίο εφαρμογής και ορισμένες τεχνικής φύσεως παραμέτρους των προβλεπομένων επιδοτήσεων επιτοκίου.

III.   ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ

(53)

Στα εν λόγω τρία καθεστώτα ενισχύσεων, η Επιτροπή έτρεφε αμφιβολίες όχι μόνο σχετικά με την απουσία κρατικών ενισχύσεων, αλλά επίσης σχετικά με το συμβιβάσιμο με την εσωτερική αγορά των ενισχύσεων, τις οποίες η ίδια θεωρούσε ως υφιστάμενες.

α)    Δικαιολόγηση της πρώτης κίνησης διαδικασίας

(54)

Η κίνηση της πρώτης διαδικασίας έγινε για τους ακόλουθους σωρευτικούς λόγους:

α)

όταν ζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές να δώσουν εξηγήσεις για τις επίμαχες ενισχύσεις, αυτές είχαν αναφέρει ότι δεν είχαν κοινοποιήσει τις υπουργικές αποφάσεις οι οποίες χρησίμευαν ως νομική βάση για τις ενισχύσεις, επειδή εκτιμούσαν ότι οι ενισχύσεις τις οποίες θέσπιζαν δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ εξάλλου, είχαν προσθέσει ότι, παρόλο που δεν γνώριζαν τον ακριβή αριθμό δικαιούχων, για τα ποσά των εν λόγω ενισχύσεων κατά πάσα πιθανότητα ίσχυε ο κανόνας de minimis·

β)

δεδομένου ότι την εποχή που χορηγήθηκαν οι ενισχύσεις, ο κανόνας de minimis δεν ίσχυε για τον γεωργικό κλάδο και ότι οι αποφάσεις οι οποίες συνιστούσαν τη νομική βάση των επίμαχων ενισχύσεων απευθύνονταν σε επιχειρήσεις οι οποίες αντιμετώπιζαν προβλήματα ρευστότητας, η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι οι ενισχύσεις θα έπρεπε να αναλυθούν υπό το πρίσμα των διάφορων κανόνων που ίσχυαν για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων από την έναρξη ισχύος της πρώτης από τις εν λόγω αποφάσεις· όμως, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι κανόνες αυτοί·

γ)

στον γεωργικό πάντοτε κλάδο, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον η κρατική εγγύηση είχε χορηγηθεί σύμφωνα με τους διάφορους κανόνες που ίσχυαν για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή εγγυήσεων, από την έναρξη ισχύος της πρώτης από τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις·

δ)

για τον βιομηχανικό και τον βιοτεχνικό κλάδο ίσχυε βεβαίως ο κανόνας de minimis, αλλά, καθώς οι ελληνικές αρχές δεν γνώριζαν τον αριθμό των δικαιούχων των μέτρων που προβλέπονταν από τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις, και καθώς τα ανώτατα όρια των ενισχύσεων de minimis υπολογίζονται για χρονικό διάστημα τριετίας και όχι για συγκεκριμένη ενέργεια, ήταν αδύνατος ο προσδιορισμός του κατά πόσον οι ενισχύσεις που προβλέπονταν από τις προαναφερόμενες αποφάσεις μπορούσαν πράγματι να εμπίπτουν στον κανόνα de minimis· σε αυτό το πλαίσιο, οι ενισχύσεις θα έπρεπε επίσης να αναλυθούν με βάση τους διάφορους κανόνες για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων που ίσχυαν από την έναρξη ισχύος της πρώτης από τις προαναφερόμενες αποφάσεις· όμως, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι κανόνες αυτοί·

ε)

στους ίδιους αυτούς κλάδους, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον η κρατική εγγύηση είχε χορηγηθεί με τήρηση των διάφορων κανόνων που ίσχυαν για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή εγγυήσεων από και εφαρμόζονταν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της πρώτης από τις προαναφερόμενες αποφάσεις.

β)    Δικαιολόγηση της δεύτερης κίνησης διαδικασίας

(55)

Η κίνηση της δεύτερης διαδικασίας έγινε για τους ακόλουθους σωρευτικούς λόγους:

α)

όταν ζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές να δώσουν εξηγήσεις για τις επίμαχες ενισχύσεις, αυτές είχαν αναφέρει ότι, παρόλο που δεν γνώριζαν τον ακριβή αριθμό των δικαιούχων, για τα ποσά των εν λόγω ενισχύσεων κατά πάσα πιθανότητα θα ίσχυε ο κανόνας de minimis· εκτός του ότι, έως την 1η Ιανουαρίου 2005, ο κανόνας de minimis δεν ίσχυε για τον γεωργικό κλάδο, επιπλέον η Επιτροπή δεν διέθετε κανένα στοιχείο που να της επέτρεπε να προσδιορίσει τον βαθμό στον οποίο, τα ποσά που είχαν διατεθεί σε γεωργικές επιχειρήσεις κατ’ εφαρμογή της υπουργικής απόφασης αριθ. 66336/B.1398 και των τροποποιήσεών της, θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 της Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 2004 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στους τομείς της γεωργίας (17), με τον οποία θεσπίστηκε ο κανόνας de minimis στον γεωργικό τομέα·

β)

δεδομένου ότι οι προαναφερόμενες αποφάσεις απευθύνονταν σε προβληματικές επιχειρήσεις, οι ενισχύσεις θα έπρεπε να αναλυθούν υπό το πρίσμα των διάφορων κανόνων που ίσχυαν για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων από την έναρξη ισχύος της πρώτης από τις εν λόγω αποφάσεις, δηλαδή από την 21η Σεπτεμβρίου 1993· όμως, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι κανόνες αυτοί·

γ)

στον γεωργικό πάντοτε κλάδο, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον η κρατική εγγύηση είχε χορηγηθεί σύμφωνα με τους διάφορους κανόνες που ίσχυαν για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή εγγυήσεων από την 21η Σεπτεμβρίου 1993·

δ)

για τον βιομηχανικό και τον βιοτεχνικό κλάδο ίσχυε βεβαίως ο κανόνας de minimis, αλλά, καθώς οι ελληνικές αρχές δεν γνώριζαν τον αριθμό των δικαιούχων των μέτρων που προβλέπονταν από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, και καθώς τα ανώτατα όρια των ενισχύσεων υπολογίζονται για χρονικό διάστημα τριετίας και όχι για συγκεκριμένη ενέργεια, ήταν αδύνατος ο προσδιορισμός του κατά πόσον οι ενισχύσεις που προβλέπονταν από τις προαναφερόμενες αποφάσεις μπορούσαν πράγματι να εμπίπτουν στον κανόνα de minimis· σε αυτό το πλαίσιο, οι ενισχύσεις θα έπρεπε επίσης να αναλυθούν με βάση τους διάφορους κανόνες για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων που ίσχυαν από την 21η Σεπτεμβρίου 1993· όμως, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι κανόνες αυτοί·

ε)

στους ίδιους αυτούς κλάδους, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον η κρατική εγγύηση είχε χορηγηθεί με τήρηση των διαφόρων κανόνων που ίσχυαν για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή εγγυήσεων από την 21η Σεπτεμβρίου 1993.

γ)    Δικαιολόγηση της τρίτης κίνησης διαδικασίας

(56)

Η κίνηση της τρίτης διαδικασίας έγινε για τους ακόλουθους σωρευτικούς λόγους:

α)

μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες υπέβαλαν, οι ελληνικές αρχές, όπως και στην περίπτωση των πρώτων δύο κινήσεων διαδικασίας, ανέφεραν ότι για τα ποσά των εν λόγω ενισχύσεων κατά πάσα πιθανότητα θα ίσχυε ο κανόνας de minimis· εκτός του γεγονότος ότι, έως την 1η Ιανουαρίου 2005, ο κανόνας de minimis δεν ίσχυε για τον γεωργικό κλάδο, επιπλέον η Επιτροπή δεν διέθετε κανένα στοιχείο που να της επέτρεπε να προσδιορίσει τον βαθμό στον οποίο, τα ποσά που είχαν διατεθεί σε γεωργικές επιχειρήσεις δυνάμει των αποφάσεων οι οποίες αποτελούσαν τη νομική βάση του εξεταζόμενου καθεστώτος ενισχύσεων, θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004·

β)

δεδομένου ότι οι εξεταζόμενες υπουργικές αποφάσεις απευθύνονταν σε προβληματικές επιχειρήσεις, οι ενισχύσεις θα έπρεπε να αναλυθούν υπό το πρίσμα των διάφορων κανόνων που ίσχυαν για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων από την έναρξη ισχύος της πρώτης από τις εν λόγω αποφάσεις· όμως, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι κανόνες αυτοί·

γ)

για τον βιομηχανικό, τον ξενοδοχειακό και τον βιοτεχνικό κλάδο ίσχυε βεβαίως ο κανόνας de minimis, αλλά, καθώς οι ελληνικές αρχές δεν είχαν υποβάλει στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των δικαιούχων των ενισχύσεων, και καθώς τα ανώτατα όρια των ενισχύσεων de minimis υπολογίζονται για χρονικό διάστημα τριετίας και όχι για συγκεκριμένη ενέργεια, ήταν αδύνατος ο προσδιορισμός του κατά πόσον οι ενισχύσεις που προβλέπονταν από τις προαναφερόμενες αποφάσεις μπορούσαν πράγματι να εμπίπτουν στον κανόνα de minimis· σε αυτό το πλαίσιο, οι ενισχύσεις θα έπρεπε επίσης να αναλυθούν με βάση τους διάφορους κανόνες για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων που ίσχυαν από την έναρξη ισχύος της πρώτης από τις προαναφερόμενες αποφάσεις· όμως, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι κανόνες αυτοί·

δ)

στους τομείς του άνθρακα και της ναυτιλίας, ο κανόνας de minimis ήταν εφαρμοστέος μόνο μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (18)· εντούτοις, για τους λόγους που αναφέρονται στο στοιχείο γ), οι ενισχύσεις θα έπρεπε επίσης να αναλυθούν με βάση τους διάφορους κανόνες για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων που ίσχυαν από την έναρξη ισχύος της πρώτης από τις προαναφερόμενες αποφάσεις· όμως, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι κανόνες αυτοί·

ε)

στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών, δεν είχε εφαρμογή ο κανόνας de minimis· η ανάλυση των ενισχύσεων θα έπρεπε να γίνει επίσης με βάση τους διάφορους κανόνες που αφορούν τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, οι οποίοι εφαρμόζονταν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της πρώτης από τις προαναφερόμενες αποφάσεις· οι διαθέσιμες όμως πληροφορίες δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι κανόνες αυτοί·

στ)

σε κανέναν από τους προαναφερόμενους τομείς τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επέτρεπαν να καθοριστεί κατά πόσον η εγγύηση του Δημοσίου είχε χορηγηθεί σύμφωνα με τους διάφορους κανόνες που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή εγγυήσεων, οι οποίοι εφαρμόζονταν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της πρώτης από τις προαναφερόμενες αποφάσεις·

ζ)

η απόφαση αριθ. 2041901/16.5.1989 και αυτές που μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 51 και 52, προβλέπουν ενισχύσεις για άλλους νομούς, εκτός των νομών Ροδόπης, Έβρου και Ξάνθης και δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί κατά πόσον το σύστημα παρέμβασης που προβλέπουν αποτελούσε επέκταση του καθεστώτος που εφαρμόζεται στους τρεις προαναφερθέντες νομούς ή ένα ανεξάρτητο καθεστώς· οποιαδήποτε και αν ήταν η πρόβλεψη, δεν ήταν πάντως δυνατόν να προσδιοριστεί, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ότι είχαν όντως τηρηθεί οι κανόνες που ισχύουν για τις κρατικές ενισχύσεις (κανόνες που εφαρμόζονται στις ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα ή κανόνας de minimis

η)

στην καθ’ υπόθεση περίπτωση που οι υπό το στοιχείο ζ) υπουργικές αποφάσεις είχαν αποτελέσει επέκταση του συστήματος παρέμβασης που εφαρμοζόταν στους νομούς Ροδόπης, Έβρου και Ξάνθης, δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί εάν οι σχεδιαζόμενες ενισχύσεις μπορούσαν να υπάγονται στον κανόνα de minimis ή να θεωρούνται συμβιβάσιμες με τις διατάξεις οι οποίες διέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων·

θ)

στην καθ’ υπόθεση περίπτωση που οι υπό το στοιχείο ζ) υπουργικές αποφάσεις είχαν αποτελέσει ένα ανεξάρτητο σύστημα παρέμβασης, έπρεπε, ελλείψει σχετικών διευκρινίσεων στις διατάξεις των εν λόγω αποφάσεων, να εξετασθεί το συμβατό της εφαρμογής του στις υγιείς και στις προβληματικές επιχειρήσεις, ανάλυση, συνάγοντας τα εξής συμπεράσματα:

i)

για τις προβληματικές επιχειρήσεις, δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί κατά πόσον οι σχεδιασθείσες ενισχύσεις μπορούσαν να υπαχθούν στον κανόνα de minimis ή να θεωρηθούν συμβατές με τις διατάξεις οι οποίες διέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων·

ii)

για τις υγιείς επιχειρήσεις, ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί κατά πόσον το κεφάλαιο κινήσεως που είχε συσταθεί χάρη σε ένα δάνειο με τη χορηγηθείσα επιδότηση επιτοκίων είχε χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση των επιλέξιμων επενδύσεων κατά την έννοια των σχετικών ρυθμίσεων της Ένωσης σε θέματα περιφερειακών ενισχύσεων.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

α)    Παρατηρήσεις των ελληνικών αρχών επί της πρώτης κίνησης διαδικασίας

(57)

Στην επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν τα ακόλουθα:

α)

η ομαδοποίηση των δανείων είναι ένα διοικητικό μέσο που δεν συνεπάγεται υψηλό δημοσιονομικό κόστος·

β)

ο υπολογισμός των τόκων «ανά εξάμηνο» έχει ήδη ενισχυθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Χώρας, το οποίο έχει κρίνει παράνομο και καταχρηστικό τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό, υπεύθυνο για την υπερβολική επιβάρυνση των οφειλετών·

γ)

η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιχορήγηση διότι η εγγύηση αυτή συνοδεύεται από ιδιαίτερα επαχθή μέτρα για τον πρωτοφειλέτη·

δ)

κατά την περίοδο αναφοράς, τα επιτόκια που είχαν διαμορφωθεί στην Ελλάδα, τα οποία ήταν δραματικά υψηλότερα από τον αντίστοιχο μέσο όρο των επιτοκίων της Ένωσης, παρέμειναν σαφώς υψηλότερα, παρά τις επιδοτήσεις· συνεπώς δεν υπήρξε στρέβλωση του ανταγωνισμού, πόσω μάλλον που οι δικαιούχοι επιχειρήσεις όφειλαν να είναι βιώσιμες· επιπλέον, οι επιδοτήσεις επιτοκίου χρεώθηκαν σε ειδικό λογαριασμό εκτός κρατικού προϋπολογισμού·

ε)

η χορήγηση περιόδων χάριτος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική ενίσχυση, δεδομένου ότι η υποχρέωση παρέμενε και δη έντοκη: απλώς μετατίθετο ο χρόνος καταβολής της, λόγω οικονομικής συγκυρίας·

στ)

η υπουργική απόφαση αριθ. 72742/B1723 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 42) δεν δημιούργησε πρόσθετο κόστος σε σχέση με εκείνο που υπήρχε κατά την έκδοση της αρχικής απόφασης η οποία αποτέλεσε τη βάση του καθεστώτος ενισχύσεων·

ζ)

η αποδέσμευση ασφαλειών με την υπουργική απόφαση αριθ. 2071670/11297 δεν μπορεί να εκληφθεί ως ενίσχυση στην επιχείρηση διότι οι ασφάλειες προσαρμόστηκαν στο αντίστοιχο ύψος των διαμορφωθέντων δανείων· εξάλλου, η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δεν καλύπτει τα πάσης φύσεως έξοδα που χρεώνουν οι τράπεζες στους δανειολήπτες·

η)

η υπουργική απόφαση αριθ. 69836/B1451 και οι τροποποιήσεις της αφορούσαν γενικά τις μεταποιητικές επιχειρήσεις και δεν αναφέρονταν ειδικά στις μεταποιητικές επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα, οι οποίες καλύπτονταν από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 866/90 του Συμβουλίου, της 29ης Μαρτίου 1990, για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων (19), (ΕΚ) αριθ. 951/97 του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων (20) και (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) (21) η εφαρμογή των κανονισμών αυτών έγινε με την υλοποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων του δεύτερου και του τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης· οι επιχειρήσεις που είχαν πραγματοποιήσει επενδύσεις και είχαν προς τούτο λάβει ενίσχυση από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν μπόρεσαν να υπαχθούν στη ρύθμιση οφειλών, καθώς αυτό δεν προβλεπόταν· ούτε έγινε εφαρμογή του κανόνα de minimis δεδομένου ότι οι φορείς, για να λάβουν επιδότηση, έπρεπε να είχαν υλοποιήσει έργο και να είχαν εξοφλήσει τις αντίστοιχες δαπάνες·

θ)

η αναφορά στον κανόνα de minimis έγινε αποκλειστικά για να δοθεί μια εικόνα ως προς το ύψος των ενισχύσεων οι οποίες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν χαμηλότερο από το ανώτατο όριο του de minimis, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά στον γεωργικό τομέα·

ι)

το κριτήριο της «βιωσιμότητας μετά τη ρύθμιση» δεν επηρέαζε στην πράξη τη συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας της επιχείρησης από το πιστωτικό ίδρυμα, δεδομένου ότι η απόφαση για ένταξη ή μη στη ρύθμιση λαμβανόταν αμέσως μετά τη μελέτη βιωσιμότητας·

ια)

η εν λόγω ρύθμιση αφορούσε παλαιότερα δάνεια και δεν συνιστούσε χρηματοδότηση για νέες επενδύσεις·

ιβ)

όσον αφορά το σωρευτικό ισοδύναμο επιδότησης, η συντριπτική πλειοψηφία των επιμέρους επιδοτήσεων ήταν χαμηλού ύψους, και οι περιοχές εγκατάστασης (Καστοριά και Εύβοια) ήταν όλες προβληματικές περιοχές κατά την έννοια της οδηγίας 75/268/ΕΟΚ τού Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1975, περί της ορεινής γεωργίας και της γεωργίας σε ορισμένες περιοχές (22) το δε σύνολο της χώρας εμπίπτει στον στόχο 1·

ιγ)

το ύψος του επιτοκίου για τα νέα δάνεια ήταν αυτό της τελευταίας έκδοσης Εντόκων Γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου και η επιδότηση επιτοκίου δεν αφορούσε όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, αλλά μόνο τα πρώτα κρίσιμα χρόνια, η δε διαφορά των αντιστοίχων επιτοκίων δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική (1 με 2 μονάδες)·

ιδ)

το σύστημα επιδότησης επιτοκίου διήρκεσε από τις 30 Ιουνίου 1993 έως τις 30 Ιουνίου 2003.

β)    Παρατηρήσεις των ελληνικών αρχών επί της δεύτερης κίνησης διαδικασίας

(58)

Με την επιστολή τους της 18ης Αυγούστου 2005, οι ελληνικές αρχές πρόβαλαν τα παρακάτω επιχειρήματα, τα περισσότερα από τα οποία είχαν διατυπώσει με την απάντησή τους στην πρώτη κίνηση διαδικασίας (πρβλ. προηγούμενη αιτιολογική σκέψη):

α)

η «ομαδοποίηση» των δανείων είναι ένα διοικητικό εργαλείο που δεν συνεπάγεται υψηλό δημοσιονομικό κόστος (προσθέτουν σχετικά ότι η διευθέτηση αυτή δεν είχε ως στόχο την επιλεκτική παροχή ενισχύσεων)·

β)

ο υπολογισμός των τόκων ανά εξάμηνο έχει ήδη τύχει υποστήριξης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Χώρας, που έχει κηρύξει παράνομο και καταχρηστικό τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την υπερβολική επιβάρυνση των οφειλετών·

γ)

κατά την περίοδο αναφοράς, τα επιτόκια που είχαν διαμορφωθεί στην Ελλάδα ήταν και παρέμειναν υψηλότερα από τα αντίστοιχα επιτόκια στην υπόλοιπη Κοινότητα, παρά τις επιδοτήσεις επιτοκίων·

δ)

η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιχορήγηση διότι ακόμα και αν καταπέσει κάποια εγγύηση, αυτή εισπράττεται με αναγκαστικά μέτρα ιδιαιτέρως επαχθή για τον πρωτοφειλέτη·

ε)

οι τόκοι υπερημερίας και οι επιδοτήσεις επιτοκίου χρεώθηκαν σε ειδικό λογαριασμό (λογαριασμός του ν. 128/75), εκτός κρατικού προϋπολογισμού·

στ)

η χορήγηση περιόδων χάριτος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική ενίσχυση, δεδομένου ότι η υποχρέωση παρέμενε και δη έντοκη: απλώς μετατίθετο ο χρόνος καταβολής της, λόγω οικονομικής συγκυρίας·

ζ)

οι ρυθμίσεις της υπουργικής απόφασης 66336/B.1398/1993 όπως είχε τροποποιηθεί, προέβλεπαν τη δυνατότητα υπαγωγής σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στους νομούς Φλώρινας και Κιλκίς, χωρίς υψηλό δημοσιονομικό κόστος και υπό την προϋπόθεση ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα κρίνονταν βιώσιμες· συνεπώς δεν καταστρατηγούσαν τους όρους ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 87 της Συνθήκης ΕΚ· επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε ότι οι νομοί Φλώρινας και Κιλκίς συνορεύουν με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και ότι, κατά την περίοδο αναφοράς (δεκαετία του 90), επλήγησαν σοβαρά από την αστάθεια και τις εμπόλεμες συνθήκες που επικρατούσαν στην ανωτέρω περιοχή·

η)

τέλος, η προαναφερόμενη απόφαση κάνει αναφορά στις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις· σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, οι διατάξεις της απόφασης αυτής δεν αφορούσαν καμία γεωργική επιχείρηση.

γ)    Παρατηρήσεις των ελληνικών αρχών επί της τρίτης κίνησης διαδικασίας

(59)

Με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, οι ελληνικές αρχές πρόβαλαν τα παρακάτω επιχειρήματα:

α)

στους νομούς που αφορούσαν οι επίμαχες αποφάσεις επικρατούσε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία, χαρακτηριζόμενη από σοβαρή υποαπασχόληση και υψηλότερο ποσοστό ανεργίας σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα· το πλαίσιο αυτό επηρεαζόταν δυσμενώς από την εμπόλεμη κατάσταση γειτονικών χωρών (παραδείγματος χάρη, στο Κόσσοβο)· συνεπώς, δεν μπορούσε να νοθεύεται ο ανταγωνισμός και οι οικονομικές παροχές με τη μορφή ρύθμισης οφειλών ή επιδότησης επιτοκίου μπορούσαν να τύχουν της παρέκκλισης που προβλέπεται από το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της Συνθήκης ΕΚ·

β)

άξονα των ενισχύσεων αποτελούσε η επίλυση προβλημάτων όπως η έλλειψη δυναμισμού των τοπικών αγορών, η κάμψη στην αγορά εργασίας και η μείωση της ζήτησης, και παράλληλα η επίτευξη μακροπρόθεσμων στόχων οικονομικής ανάπτυξης·

γ)

όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο ήταν δυνατό να νοθεύονται οι όροι των κοινοτικών συναλλαγών δεδομένου του έντονου ανταγωνισμού στο γεωργικό τομέα, μόνο η υπ’ αριθ. 1648/B22/13.1.1994 υπουργική απόφαση, μεταξύ όλων των εξεταζομένων, αναφέρεται σε κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου· εξάλλου, κατά την περίοδο 1995-2004, η παραγωγή κρέατος στους νομούς Έβρου, Ξάνθης και Ροδόπης δεν αποτελούσε παρά μικρό μόνο μέρος του παραγόμενου γεωργικού προϊόντος στους εν λόγω νομούς, και, στη διάρκεια της περιόδου αυτής, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) (απόλυτα αλλά και κατά κεφαλή) στους νομούς αυτούς, παρότι παρουσιάζει αύξηση, παρέμεινε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο·

δ)

στις αριθ. 2041901/16.5.1989 και 2078809/1989 υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες προβλέπουν επιδοτήσεις επιτοκίου για δάνεια κεφαλαίου κίνησης σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στους νομούς Λέσβου, Σάμου, Χίου και Δωδεκανήσου, προβλέπεται επίσης ότι οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να είναι βιώσιμες τόσο πριν όσο και μετά τη ρύθμιση των οφειλών τους·

ε)

ζητήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ελλάδας να συλλέξουν στοιχεία αναφορικά με τους δικαιούχους και τα ποσά των ενισχύσεων που έχουν δοθεί, αλλά αυτές ανέφεραν αδυναμία συγκέντρωσης των στοιχείων αυτών·

στ)

η επιδότηση τόκων δανείων γίνεται από τον λογαριασμό του ν. 128/75 που δεν αποτελεί κρατικό πόρο, δεδομένου ότι πρόκειται για λογαριασμό κατεξοχήν αναδιανεμητικό.

δ)    Επιστολές των ελληνικών αρχών από 15 και 29 Μαρτίου 2011

(60)

Με τις επιστολές τους από 15 και 29 Μαρτίου 2011, οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν εν πρώτοις τις ημερομηνίες λήξης της ισχύος των αρχικών υπουργικών αποφάσεων που διέπουν τα σχετικά καθεστώτα ενισχύσεων. Οι ημερομηνίες αυτές είναι οι εξής:

α)

η 30ή Ιουνίου 2003, όσον αφορά την απόφαση αριθ. 69836/B1461 (νομοί Καστοριάς και Εύβοιας)·

β)

η 30ή Ιουνίου 2000, όσον αφορά την απόφαση αριθ. 66336/B/398/14-9-1993 (νομοί Φλώρινας και Κιλκίς)·

γ)

η 31η Δεκεμβρίου 2005, όσον αφορά την απόφαση αριθ. 1648/B.22/13.1.94 (νομοί Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου)·

δ)

η 31η Δεκεμβρίου 2004, όσον αφορά την απόφαση αριθ. 2041901/16-5-1989 (νομοί Ροδόπης, Έβρου, Ξάνθης και Δωδεκανήσου· νομοί των νήσων Λέσβου, Σάμου και Χίου).

(61)

Στη συνέχεια, οι ελληνικές αρχές διευκρινίζουν ότι το κριτήριο της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων μετά τη ρύθμιση των οφειλών δεν είχε την έννοια να λαμβάνεται υπόψη μόνο η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων μετά τη ρύθμιση των οφειλών, αλλά προσδιόριζε μάλλον τη συνολική προ και μετά ρύθμισης αξιολόγηση της βιωσιμότητας.

(62)

Οι εν λόγω δύο επιστολές περιέχουν επίσης πίνακες με στοιχεία του ισοδύναμου επιδότησης των επίμαχων ενισχύσεων που εισέπραξε καθεμιά από τις δικαιούχους επιχειρήσεις, με στόχο να φανεί το ποσοστό τοις εκατό των επιχειρήσεων οι ενισχύσεις των οποίων θα μπορούσαν εμπίπτουν σε κάποιο από τα καθεστώτα ενισχύσεων ήσσονος σημασίας (de minimis). Οι ελληνικές αρχές αναφέρουν ωστόσο ότι, όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν δυνάμει των υπουργικών αποφάσεων αριθ. 2041901/16-5-1989 (νομοί Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Σάμου, Λέσβου, Χίου και Δωδεκανήσου) και αριθ. 1648/B.22/13.1.94 (νομοί Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου), τα διαθέσιμα στοιχεία καλύπτουν μόνο το διάστημα 2004-2007. Τα στοιχεία που υποβλήθηκαν για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν δυνάμει της υπουργικής απόφασης αριθ. 69836/B1461 (νομοί Καστοριάς και Εύβοιας) καλύπτουν την περίοδο 1993-1998 και αυτά για τις ενισχύσεις δυνάμει της υπουργικής απόφασης αριθ. 66336/B/398/14-9-1993 (νομοί Φλώρινας και Κιλκίς), την περίοδο 1993-2001. Τα στοιχεία αυτά ζητήθηκαν από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά δεν ανταποκρίθηκαν όλες οι Τράπεζες. Οι ελληνικές αρχές εκτιμούν πάντως ότι τα αριθμητικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν προσεγγίζουν το συνολικό ύψος των επιδοτήσεων που χορηγήθηκαν δεδομένου ότι οι Τράπεζες που τα απέστειλαν εξυπηρετούν το μεγαλύτερο μέρος των δανειοδοτούμενων στους συγκεκριμένους νομούς. Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, από την επεξεργασία των στοιχείων προκύπτει ότι οι ενισχύσεις εμπίπτουν εντός των ανωτάτων ορίων του κανόνα de minimis σε ποσοστό από 73,55 % έως 99,46 % των περιπτώσεων, ανάλογα με την υπό εξέταση περίοδο τριετίας και την υπουργική απόφαση.

(63)

Τέλος, οι ελληνικές αρχές διευκρινίζουν ότι οι επιχειρήσεις παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων δεν ήταν επιλέξιμες προς ένταξη στις ρυθμίσεις και ότι η έκφραση «μεταλλευτικές επιχειρήσεις» στην πράξη αφορούσε επιχειρήσεις επεξεργασίας μαρμάρου και λίθου.

V.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

V.I.   ΥΠΑΡΞΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(64)

Δυνάμει του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Με απόλυτους όρους, οι επίμαχες ενισχύσεις αντιστοιχούν προς τον ορισμό αυτόν, κατά την έννοια ότι χορηγούνται από το κράτος ή με κρατικούς πόρους, στοχεύουν σε ορισμένες επιχειρήσεις (τις επιχειρήσεις των τομέων γεωργίας, βιοτεχνίας, βιομηχανίας, ξενοδοχείων, εξορύξεων –βλέπε αιτιολογική σκέψη 63– και ναυπήγησης, στους κατονομαζόμενους νομούς) τις οποίες ευνοούν με μέτρα όπως αναδιάταξη των δανείων τους, ελάφρυνση των δόσεων λόγω επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής τους, επιδοτήσεις επιτοκίου ή ακόμη και χορήγηση εγγυήσεων, και δύνανται να επηρεάσουν τις συναλλαγές (23) και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό (24).

(65)

Βεβαίως, οι ελληνικές αρχές δοκίμασαν να αποδείξουν ότι οι επίμαχες ενισχύσεις μπορούσαν να ενταχθούν στο πλαίσιο ενός καθεστώτος de minimis και συνεπώς δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Όμως, πέραν του γεγονότος ότι ο κανόνας de minimis δεν είχε πάντοτε εφαρμογή σε όλους τους σχετικούς τομείς κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος των υπουργικών αποφάσεων που συνιστούν τη νομική βάση των επίμαχων καθεστώτων (αυτός είναι άλλωστε και ένας από τους λόγους για τους οποίους έγινε η κίνηση των διαδικασιών), τα στοιχεία αυτά είναι ελλιπή, ακόμη και καθ’ ομολογία των εν λόγω αρχών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 62). Επιπλέον, τα ποσά των ενισχύσεων de minimis ποικίλλουν ανάλογα με τον τομέα (δεν είναι τα ίδια στο βιομηχανικό και στο γεωργικό τομέα) και οι πίνακες που υποβλήθηκαν μας οδηγούν στη σκέψη ότι οι ελληνικές αρχές δεν έχουν αρκούντως αντιληφθεί τη διαφορά αυτή. Τέλος, η Επιτροπή σημειώνει ότι, παρά τις επισημάνσεις των ελληνικών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες οι επιχειρήσεις παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων δεν ήταν επιλέξιμες προς υπαγωγή στα επίμαχα καθεστώτα ενισχύσεων, οι προαναφερόμενοι πίνακες αποδεικνύουν με σαφήνεια ότι ορισμένες επιχειρήσεις των εν λόγω κλάδων δραστηριότητας όντως ήταν αποδέκτες ενισχύσεων και ότι οι τελευταίες αυτές θεωρούνται ότι εμπίπτουν στο πλαίσιο κάποιου από τα καθεστώτα de minimis τη στιγμή που πρόδηλα υπερβαίνουν το ανώτατο αποδεκτό όριό του.

(66)

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι κάθε μεμονωμένη ενίσχυση που χορηγείται δυνάμει καθεστώτος ενισχύσεων και πληροί, κατά το χρόνο της χορήγησής της, τις προϋποθέσεις τις οποίες διαλαμβάνει ένας ισχύων κανονισμός de minimis θεωρείται ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

(67)

Στον γεωργικό τομέα, όταν οι ελληνικές αρχές άρχισαν να χορηγούν τις εν λόγω ενισχύσεις, δεν υφίσταντο ακόμη διατάξεις της Ένωσης οι οποίες να διέπουν τις ενισχύσεις de minimis.

(68)

Οι πρώτες διατάξεις που εκδόθηκαν για το θέμα αυτό ήταν οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 (25).

(69)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1860/2004, ο οποίος καλύπτει τόσο την πρωτογενή γεωργική παραγωγή όσο και τη μεταποίηση και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, οι ενισχύσεις οι οποίες δεν υπερβαίνουν το ποσό των 3 000 ευρώ ανά δικαιούχο σε περίοδο τριών ετών, δεν επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, δεν νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και, κατά συνέπεια δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

(70)

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 το αυτό ισχύει και για τις ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον πληρούν τους όρους που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 3 του κανονισμού αυτού.

(71)

Την 1η Ιανουαρίου 2008, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1535/2007 της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 2007, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis) στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων (26), με τον οποίο αυξάνεται το ποσό της ενίσχυσης de minimis σε 7 500 ευρώ ανά δικαιούχο για περίοδο τριών οικονομικών ετών, ανεξάρτητα από τη μορφή και το στόχο των ενισχύσεων, εντός των ορίων του μέγιστου ανά κράτος μέλος ποσού που αντιστοιχεί στο 0,75 % της αξίας της ετήσιας παραγωγής.

(72)

Το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1535/2007 ορίζει ότι «ο […] κανονισμός εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2008 στις επιχειρήσεις του τομέα γεωργικών προϊόντων, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν όλους τους όρους των άρθρων 1 έως 4, με εξαίρεση την απαίτηση της ρητής παραπομπής στον παρόντα κανονισμό, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο». Ωστόσο, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται μόνο στην πρωτογενή γεωργική παραγωγή.

(73)

Στον τομέα της μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, θεσπίζεται κανόνας de minimis, ο οποίος εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2007, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1998/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (27).

(74)

Στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1998/2006 καθορίζεται σε 200 000 ευρώ ανά δικαιούχο σε περίοδο τριών οικονομικών ετών το ποσό μέχρι το οποίο οι ενισχύσεις δεν επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, δεν νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

(75)

Το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1998/2006 ορίζει ότι «ο […] κανονισμός εφαρμόζεται σε ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του σε επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα των μεταφορών και σε επιχειρήσεις που ασχολούνται με τη μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων, εφόσον η εκάστοτε ενίσχυση πληροί όλους τους όρους που καθορίζονται στα άρθρα 1 και 2. …».

(76)

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δεν θα θεωρήσει ως κρατικές ενισχύσεις τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν δυνάμει των υπουργικών αποφάσεων που εξετάστηκαν και οι οποίες δεν υπερβαίνουν, ανά δικαιούχο:

α)

στην περίπτωση της πρωτογενούς γεωργικής παραγωγής: 3 000 ευρώ ανά περίοδο τριών ετών εφόσον, τη στιγμή της χορήγησής τους, ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004, ή 7 500 ευρώ ανά περίοδο τριών δημοσιονομικών ετών εφόσον, τη στιγμή της χορήγησής τους, ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1535/2007,

β)

στην περίπτωση της μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων: 3 000 ευρώ ανά περίοδο τριών ετών, εφόσον, τη στιγμή της χορήγησής τους, ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004, ή 200 000 ευρώ ανά περίοδο τριών δημοσιονομικών ετών εφόσον, τη στιγμή της χορήγησής τους, ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1998/2006.

(77)

Η Επιτροπή τονίζει, ωστόσο, ότι οι προβληματικές επιχειρήσεις δεν δύνανται να υπαχθούν στις διατάξεις των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1998/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1535/2007.

(78)

Στους άλλους τομείς πλην της γεωργίας [με άλλα λόγια, στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι διάφοροι τομείς που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, εκτός από τον ναυπηγικό τομέα που εξετάζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 80 και 81 (28)], ο κανόνας de minimis που διατυπώνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 1992 - Κοινοτικοί κανόνες για τις ενισχύσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (29) (εφεξής «κανόνες του 1992») είχε εφαρμογή κατά το χρόνο χορήγησης των επίμαχων ενισχύσεων. Ο εν λόγω κανόνας όριζε ότι «[…]οι εφάπαξ χορηγήσεις ενισχύσεων για ποσά ύψους μέχρι 50 000 Ecu, που αφορούν κάποια κατηγορία δαπάνης και συστήματα ενισχύσεων βάσει των οποίων το ύψος της ενίσχυσης που μπορεί να λάβει μία συγκεκριμένη εταιρεία για μία ορισμένη κατηγορία δαπάνης σε διάστημα τριών ετών περιορίζεται στο ποσό αυτό, ενώ δεν θα θεωρείται πλέον ότι πρέπει να κοινοποιούνται βάσει του άρθρου 93 παράγραφος 3 [της Συνθήκης ΕΚ] (30), εφόσον κατά τη χορήγηση της ενίσχυσης ή κατά την εφαρμογή του συστήματος ενισχύσεων υπάρχει ρητός όρος ότι οποιαδήποτε περαιτέρω ενίσχυση υπέρ της ίδιας εταιρείας για την ίδια κατηγορία δαπανών από άλλες πηγές χρηματοδότησης ή από άλλα συστήματα ενισχύσεων δεν θα μπορεί να υπερβαίνει σωρευτικά το προαναφερθέν ποσό των 50 000 Ecu. …». Ο κανόνας αυτός στη συνέχεια επαναπροσδιορίστηκε, στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις de minimis του 1996 (31) (εφεξής «κανόνες του 1996»), ο οποίος καθόρισε το ποσό της ενίσχυσης de minimis σε 100 000 Ecu για την ίδια περίοδο, και μετά στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 69/2001, ο οποίος καθόρισε το ίδιο αυτό ποσό σε 100 000 ευρώ για την ίδια περίοδο.

(79)

Λαμβανομένων υπόψη των ημερομηνιών λήξης της ισχύος των εξεταζόμενων καθεστώτων (η τελευταία των οποίων είναι η 31η Δεκεμβρίου 2005) όπως και της απουσίας αναδρομικότητας κατά την εφαρμογή των νομοθετικών ρυθμίσεων όσον αφορά τους τομείς στους οποίους αναφέρεται η αιτιολογική σκέψη 78, η Επιτροπή δεν θα λάβει υπόψη της ως κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν δυνάμει των υπουργικών αποφάσεων που εξετάστηκαν, οι οποίες δεν υπερβαίνουν, ανά δικαιούχο:

α)

50 000 Εcu ανά περίοδο τριών ετών στη διάρκεια της περιόδου από 19 Αυγούστου 1992 έως 5 Μαρτίου 1996, εφόσον, τη στιγμή της χορήγησής τους, ήταν σύμφωνες με τους σχετικούς κανόνες του 1992·

β)

100 000 Εcu/ευρώ ανά περίοδο τριών ετών στη διάρκεια της περιόδου από 6 Μαρτίου 1996 έως την 1η Φεβρουαρίου 2001, εφόσον, τη στιγμή της χορήγησής τους, ήταν σύμφωνες με τους σχετικούς κανόνες του 1996·

γ)

100 000 ευρώ ανά περίοδο τριών ετών στη διάρκεια της περιόδου από 2 Φεβρουαρίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2005 εφόσον, τη στιγμή της χορήγησής τους, ήταν σύμφωνες με τις οικείες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 69/2001.

(80)

Τέλος, στον τομέα της ναυπηγικής βιομηχανίας, ο κανόνας de minimis εφαρμόζεται μόνο μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 69/2001.

(81)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν θα θεωρήσει ως κρατικές ενισχύσεις τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν δυνάμει των υπουργικών αποφάσεων που εξετάστηκαν και οι οποίες δεν υπερβαίνουν τις 100 000 ευρώ ανά δικαιούχο και ανά περίοδο τριών ετών στη διάρκεια της περιόδου από 2 Φεβρουαρίου 2001 έως 30 Ιουνίου 2007, εφόσον, τη στιγμή της χορήγησής τους, ήταν σύμφωνες με τις οικείες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 69/2001.

(82)

Τα άλλα επιχειρήματα που πρόβαλαν οι ελληνικές αρχές για να δικαιολογήσουν την απουσία στοιχείων κρατικής ενίσχυσης δεν μπορούν να γίνουν δεκτά από την Επιτροπή για τους ακόλουθους λόγους, οι οποίοι ισχύουν για κάθε περίπτωση στην οποία προβλήθηκαν τα επιχειρήματα αυτά:

α)

οι ελληνικές αρχές, υποστηρίζοντας ότι η ομαδοποίηση των δανείων δεν συνεπάγεται υψηλό δημοσιονομικό κόστος [βλέπε ιδίως αιτιολογική σκέψη 57 στοιχείο α) και αιτιολογική σκέψη 58 στοιχείο α)], αναγνωρίζουν το γεγονός ότι η εν λόγω πράξη προκαλεί κάποιο κόστος για το Δημόσιο, με άλλα λόγια χρησιμοποιεί πόρους του Δημοσίου·

β)

μέχρι την έναρξη εφαρμογής της ανακοίνωσης για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (32) (εφεξής «η ανακοίνωση του 2000») όλες οι εγγυήσεις θεωρούνταν ότι περιέχουν κάποιο στοιχείο κρατικής ενίσχυσης [βλέπε αιτιολογική σκέψη 105 στοιχείο α)]. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του 2000 μια εγγύηση μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν περιέχει κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης εάν οι ευεργετούμενοι δεν είναι δανειζόμενοι οι οποίοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες και οι οποίοι θα ήταν καταρχήν σε θέση να λάβουν δάνειο από τις κεφαλαιαγορές χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση του κράτους, εάν οι εγγυήσεις συνδέονται με συγκεκριμένη οικονομική πράξη, αφορούν καθορισμένο ανώτατο ποσό, δεν καλύπτουν ποσοστό υψηλότερο από το 80 % κάθε οφειλόμενου δανείου ή άλλης οικονομικής υποχρέωσης (εκτός εάν πρόκειται για ομολογιακούς τίτλους ή άλλα συναφή χρεόγραφα) και δεν είναι ανοικτού τύπου, οι όροι του καθεστώτος στηρίζονται σε ρεαλιστική εκτίμηση του κινδύνου, έτσι ώστε τα ασφάλιστρα που καταβάλλουν οι δικαιούχοι να επιτρέπουν, κατά πάσα πιθανότητα, την αυτοχρηματοδότησή του, εάν το καθεστώς καθορίζει τους όρους με τους οποίους παρέχονται οι μελλοντικές εγγυήσεις και προβλέπει την επανεξέταση της συνολικής χρηματοδότησης του καθεστώτος τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, εάν τα ασφάλιστρα καλύπτουν τόσο τους συνήθεις κινδύνους που συνδέονται με την παροχή της εγγύησης όσο και τις διοικητικές δαπάνες του καθεστώτος, καθώς και μία κανονική απόδοση του κεφαλαίου στις περιπτώσεις που το κράτος παρέχει το αρχικό κεφάλαιο για την έναρξη λειτουργίας του καθεστώτος· εντούτοις, οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν κανένα στοιχείο που να πιστοποιεί τη συνδρομή των προαναφερθεισών προϋποθέσεων·

γ)

κρινόμενη με όρους ανταγωνισμού, η χορήγηση περιόδων χάριτος [βλέπε αιτιολογική σκέψη 57 στοιχείο ε) και αιτιολογική σκέψη 58 στοιχείο στ)] δεν αποτελεί απλώς μετάθεση του χρόνου καταβολής της ενίσχυσης, επειδή ελαφρύνει το κόστος αποπληρωμής σε συγκεκριμένη στιγμή και έτσι προσωρινά ανακουφίζει οικονομικά τον ενισχυόμενο οφειλέτη·

δ)

ο λογαριασμός του νόμου 128/75 που χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση των επιδοτήσεων τόκων δανείων [βλέπε αιτιολογική σκέψη 57 στοιχείο δ), αιτιολογική σκέψη 58 στοιχείο ε) και αιτιολογική σκέψη 59 στοιχείο στ)], ακόμη και αν δεν ενσωματώθηκε στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό όπως αναφέρουν οι ίδιες οι ελληνικές αρχές, παραμένει κρατικός πόρος (33)·

ε)

η χορήγηση επιδότησης επιτοκίου σε δάνεια παρέχει πλεονέκτημα στις υπαγόμενες στο μέτρο αυτό επιχειρήσεις, ακόμη και αν τα επιτόκια είναι υψηλά στη χώρα·

στ)

η αποδέσμευση των ασφαλειών που χορηγήθηκαν για τη λήψη των εγγυήσεων [βλέπε αιτιολογική σκέψη 57 στοιχείο ζ)], ακόμη και αν, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση αριθ. 2071670/11297, δεν συνεπάγεται κανένα άμεσο κόστος για το Ελληνικό Δημόσιο, περιλαμβάνει ορισμένο στοιχείο ενίσχυσης επειδή, προβλέποντας τη δυνατότητα αυτή, το Δημόσιο όχι μόνον προσφέρει στις δικαιούχους επιχειρήσεις τη δυνατότητα να προσπορίζονται κεφάλαια αλλά, επιπλέον, εξαλείφει μια αντιπαροχή η οποία απαιτείται για τη λήψη της εγγύησής του·

ζ)

το γεγονός ότι τα επιτόκια στην Ελλάδα ήταν υψηλά [βλέπε αιτιολογική σκέψη 57 στοιχείο δ)] δεν συνεπάγεται την απουσία ενισχύσεων, με την έννοια ότι, ανεξάρτητα από το όποιο οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου έλαβαν χώρα οι ρυθμίσεις με πριμοδοτήσεις, το απλό γεγονός της χορήγησής τους ισοδυναμεί με ελάφρυνση των αποδεκτών από επιβάρυνση την οποία θα όφειλαν κανονικά να υποστούν κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους.

(83)

Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, η Επιτροπή οφείλει να συμπεράνει ότι οι ενισχύσεις που δεν τοποθετούνται εντός των ορίων και των όρων χορήγησης ενισχύσεων de minimis που καθορίζονται στις αιτιολογικές σκέψεις 68 έως 81, όντως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

V.II.   ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(84)

Εντούτοις, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 107 παράγραφοι 2 και 3 Συνθήκης, ορισμένες ενισχύσεις δύνανται, κατά παρέκκλιση, να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

(85)

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σκόπιμο να εξεταστεί, στο πλαίσιο καθεμιάς από τις κινηθείσες διαδικασίες, ποια από τις παρεκκλίσεις θα μπορούσε να εφαρμοστεί ανάλογα με τον οικείο τομέα (κάνοντας διάκριση μεταξύ του γεωργικού τομέα και των λοιπών τομέων).

V.II.1   ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΒΟΙΑΣ, ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΚΙΝΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

α)    Γεωργικός τομέας

(86)

Λαμβανομένης υπόψη της φύσης των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν, η μόνη παρέκκλιση της οποίας θα μπορούσε να γίνει επίκληση ώστε να δικαιολογηθεί το συμβιβάσιμό τους με την εσωτερική αγορά είναι η παρέκκλιση του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης, σύμφωνα με την οποία δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.

(87)

Δεδομένου ότι οι εν λόγω ενισχύσεις είναι μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις, πρέπει, για να εφαρμοστεί η παρέκκλιση αυτή, να συνάδουν προς τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων που ίσχυαν τη στιγμή της χορήγησής τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές, η εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων διήρκεσε από τις 30 Ιουνίου 1993 έως τις 30 Ιουνίου 2003. Συνεπώς, η ανάλυση του συμβιβάσιμου του καθεστώτος αυτού με την εσωτερική αγορά θα γίνει υπό το πρίσμα των νομοθετικών ρυθμίσεων σε θέματα κρατικών ενισχύσεων που ίσχυαν στη διάρκεια της περιόδου αυτής.

(88)

Ένας από τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης είναι ότι οι ενισχύσεις αυτές φαινόταν ότι είχαν προβλεφθεί για προβληματικές επιχειρήσεις. Σχετικά με αυτό, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν, στην επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004, ότι το κριτήριο της «βιωσιμότητας μετά τη ρύθμιση» δεν επηρέαζε καθόλου τη συνολική εκτίμηση της βιωσιμότητας της επιχείρησης από το πιστωτικό ίδρυμα, δεδομένου ότι η υπαγωγή στη ρύθμιση αποφασιζόταν αμέσως μετά τη μελέτη βιωσιμότητας. Το επιχείρημα αυτό επαναλήφθηκε με τις επιστολές από 15 και 29 Μαρτίου 2011 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 61).

(89)

Η Επιτροπή εκτιμά ότι η εξήγηση αυτή δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν χορηγήθηκαν ενισχύσεις σε προβληματικές επιχειρήσεις επειδή, ακόμη και αν, όπως βεβαιώνουν οι ελληνικές αρχές, η δυνατότητα υπαγωγής στη ρύθμιση αποφασιζόταν αμέσως μετά τη μελέτη βιωσιμότητας, αυτή καθαυτή η μελέτη είχε ως άξονα τις προοπτικές βιωσιμότητας των δικαιούχων αφού είχε διενεργηθεί η ρύθμιση, πράγμα που σημαίνει ότι οι υποψήφιοι δικαιούχοι μπορούσαν να είναι προβληματικές επιχειρήσεις κατά το χρόνο διενέργειας της μελέτης και πάντως να υπαχθούν στο καθεστώς ενισχύσεων, επειδή ο οργανισμός που διενεργούσε τη μελέτη διέβλεπε δυνατότητες επιστροφής τους σε κατάσταση βιωσιμότητας μετά τη ρύθμιση των οφειλών (η Επιτροπή είχε εξάλλου τονίσει το στοιχείο αυτό στο σημείο 23 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης, δεδομένου ότι στο προοίμιο της υπουργικής απόφασης αριθ. 2045909/7931/0025 αναφερόταν η ανάγκη υποβοήθησης των επιχειρήσεων των νομών Καστοριάς και Εύβοιας που αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας).

i)   Νομοθετική ρύθμιση σχετικά με τις ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου

I.   Μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 1993 και 31ης Δεκεμβρίου 1997

(90)

Οι ενισχύσεις στις προβληματικές επιχειρήσεις διέπονται από ορισμένους κανόνες. Κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της υπουργικής απόφασης αριθ. 69836/B1461, η Επιτροπή ακολουθούσε την πολιτική να θεωρεί ότι, όσον αφορά τον γεωργικό τομέα, οι ενισχύσεις αυτές συνιστούσαν ενισχύσεις στη λειτουργία οι οποίες δεν μπορούσαν να κηρυχθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά, παρά μόνον εάν πληρούσαν τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

οι εν λόγω ενισχύσεις θα έπρεπε να αφορούν χρηματοοικονομικά βάρη δανείων συναφθέντων για τη χρηματοδότηση ήδη πραγματοποιηθεισών επενδύσεων·

β)

το σωρευτικό ισοδύναμο επιδότησης των ενισχύσεων που ενδεχομένως είχαν χορηγηθεί κατά τη σύναψη των δανείων και των εν λόγω ενισχύσεων δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει τους γενικώς παραδεκτούς συντελεστές, ήτοι:

i)

για τις επενδύσεις στο επίπεδο της πρωτογενούς γεωργικής παραγωγής: 35 % ή 75 % στις μειονεκτικές περιοχές κατά την έννοια της οδηγίας 75/268/ΕΟΚ·

ii)

για τις επενδύσεις στο επίπεδο της μεταποίησης ή της εμπορίας γεωργικών προϊόντων: 55 % ή 75 % στις περιοχές στόχου 1, για τα σχέδια που είναι σύμφωνα με τα τομεακά προγράμματα ή με κάποιον από τους στόχους του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 866/90 (34), και 35 % (ή 50 % στις περιοχές στόχου 1) για τα λοιπά σχέδια, στο μέτρο που δεν αποκλείονται βάσει των κριτηρίων επιλογής που αναφέρονται στο σημείο 2 του παραρτήματος της απόφασης 90/342/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τη θέσπιση των κριτηρίων επιλογής που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τις επενδύσεις που αφορούν τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των αγροτικών προϊόντων και προϊόντων δασοκομίας (35) [ή της απόφασης 94/173/ΕΚ της Επιτροπής (36) η οποία την αντικατέστησε].

γ)

οι εν λόγω ενισχύσεις θα έπρεπε να ήταν μεταγενέστερες αναπροσαρμογών των επιτοκίων των νέων δανείων που πραγματοποιούνται ώστε να λαμβάνεται υπόψη η διακύμανση των επιτοκίων (το δε ποσό των ενισχύσεων θα έπρεπε να είναι κατώτερο από ή ίσο προς τη διαφορά των επιτοκίων των νέων δανείων) ή θα έπρεπε να αφορούν γεωργικές εκμεταλλεύσεις που να παρέχουν εγγυήσεις βιωσιμότητας, ιδίως στην περίπτωση που τα χρηματοοικονομικά βάρη των υφιστάμενων δανείων είναι τέτοια που να κινδυνεύει η βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων ή και να κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν.

(91)

Στην επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι η απόφαση αριθ. 69836/B1451 και οι τροποποιήσεις της αφορούσαν γενικά τις μεταποιητικές επιχειρήσεις και δεν αναφέρονταν ειδικά στις μεταποιητικές επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα, οι οποίες καλύπτονταν από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 866/90, (ΕΚ) αριθ. 951/97 και (ΕΚ) αριθ. 1257/1999, ότι ολόκληρη η χώρα ενέπιπτε στον στόχο 1 και ότι δεν έγινε ρύθμιση των χρεών των επιχειρήσεων που υλοποίησαν επενδύσεις και που έτυχαν επιδότησης από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, διότι κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν. Πρόσθεσαν επίσης ότι, όσον αφορά το σωρευτικό ισοδύναμο επιδότησης, η συντριπτική πλειοψηφία των επιμέρους επιδοτήσεων ήταν χαμηλού ύψους και ότι η ρύθμιση αφορά παλαιά δάνεια και, άρα, ήδη πραγματοποιηθείσες επενδύσεις.

(92)

Πριν από ο,τιδήποτε άλλο, οι διευκρινίσεις των ελληνικών αρχών δεν επιτρέπουν στην Επιτροπή να αποκλείσει ότι ορισμένες μεταποιητικές επιχειρήσεις του γεωργικού τομέα μπόρεσαν να τύχουν ενισχύσεων δυνάμει της υπουργικής απόφασης αριθ. 69836/B1451 των τροποποιήσεών της, καθώς το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική αναφορά στις επιχειρήσεις αυτές, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι δεν ανήκουν στη γενική κατηγορία των μεταποιητικών επιχειρήσεων (βιομηχανικές επιχειρήσεις), η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης.

(93)

Σε σχέση με την τήρηση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 90, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η απόφαση αριθ. 69836/B1451 όπως τροποποιήθηκε, κάλυπτε τη ρύθμιση δανείων που μπορούσαν να αφορούν είτε επενδύσεις είτε κεφάλαια κίνησης.

(94)

Όσον αφορά τη ρύθμιση των δανείων που συνδέονται με επενδύσεις, οι διευκρινίσεις τις οποίες υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές επιτρέπουν στην Επιτροπή να διαπιστώσει ότι πληρούται η προϋπόθεση της αιτιολογικής σκέψης 90 στοιχείο α), επειδή τα δάνεια αυτά αφορούσαν ήδη πραγματοποιηθείσες επενδύσεις.

(95)

Η Επιτροπή μπορεί επίσης να θεωρήσει ότι πληρούται η δεύτερη εναλλακτική περίπτωση της προϋπόθεσης που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 90 στοιχείο γ), καθώς οι δικαιούχες επιχειρήσεις πρέπει να είναι βιώσιμες μετά τη ρύθμιση, με βάση την αξιολόγηση που γίνεται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

(96)

Αντίθετα, η Επιτροπή δεν μπορεί να συμπεράνει, με βάση τις πληροφορίες τις οποίες διαθέτει, ότι τηρήθηκε αναμφίβολα η προϋπόθεση που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 90 στοιχείο β) επειδή οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν, στην επιστολή της 9ης Αυγούστου 2004, ότι οι επιχειρήσεις μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων καλύπτονταν, μεταξύ άλλων, από τις διατάξεις των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 866/90 και (ΕΚ) αριθ. 951/97, και ότι η εφαρμογή των κανονισμών αυτών έγινε με τήρηση των διατάξεών τους, πράγμα που συνεπάγεται ότι είναι δυνατόν να έχουν ήδη χορηγηθεί ενισχύσεις μέχρι του μέγιστου ορίου εντάσεως που προβλέπεται από τους εν λόγω κανονισμούς (75 % για τις περιοχές του στόχου 1, στον οποίο εντασσόταν η Ελλάδα) και ότι η εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος ήταν δυνατόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση και λόγω της σώρευσης των ενισχύσεων, να συνεπιφέρει υπέρβαση της εντάσεως αυτής.

(97)

Όσον αφορά τη ρύθμιση των δανείων που συνδέονται με τη σύσταση κεφαλαίου κίνησης, η εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος δεν ήταν επίσης δυνατόν να γίνει με τήρηση όλων των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 90, δεδομένου ότι η πρώτη από τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις [στοιχείο α)] προβλέπει ρητά ότι τα δάνεια πρέπει να συνδέονται με επενδύσεις.

II.   Μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1998 και 30ής Ιουνίου 2000

(98)

Το 1997, οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 90 αντικαταστάθηκαν από τους κανόνες που περιέχονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής - Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (εφεξής, «οι κατευθυντήριες γραμμές του 1997») (37). Η ενότητα 4.4 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών ορίζει ότι «όσον αφορά τον γεωργικό τομέα, [οι κατευθυντήριες γραμμές] θα αρχίσουν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 1998 για τις νέες κρατικές ενισχύσεις και για τις υφιστάμενες κρατικές ενισχύσεις ισχύει η ίδια ημερομηνία, σε περίπτωση δε που η Επιτροπή έχει κινήσει στο πλαίσιο αυτό τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της Συνθήκης [ΕΚ] κατά ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, αφότου η Επιτροπή εκδώσει την οριστική απόφαση έναντι του(των) συγκεκριμένου(ων) κράτους(κρατών) μέλους(μελών) βάσει του άρθρου 93 παράγραφος 2 της Συνθήκης [ΕΚ]».

(99)

Οι κατευθυντήριες γραμμές του 1997, εντελώς νέες για τον γεωργικό τομέα, προέβλεπαν μεταξύ άλλων:

α)

για τις ενισχύσεις στη διάσωση: χορήγηση ενισχύσεων ρευστότητας που να δικαιολογούνται βάσει σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, να έχουν τη μορφή εγγυήσεων δανείου ή δανείων με τα συνήθη εμπορικά επιτόκια, να περιορίζονται στο αυστηρά απαιτούμενο ποσό για τη διατήρηση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης (π.χ., να καλύπτουν τα μισθολογικά έξοδα και τις κανονικές προμήθειες) και να είναι επίσης περιορισμένης διάρκειας, αυστηρά και μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τον προσδιορισμό των απαραίτητων και πιθανών μέτρων εξυγίανσης, χωρίς να υφίσταται κίνδυνος αποσταθεροποίησης της κατάστασης του βιομηχανικού ή του γεωργικού τομέα στα άλλα κράτη μέλη·

β)

για τις ενισχύσεις στην αναδιάρθρωση: χορήγηση ενισχύσεων συνδεομένων με την υλοποίηση σχεδίου αναδιάρθρωσης το οποίο να προβλέπει μείωση ή διακοπή κατά τρόπο αμετάκλητο της λειτουργίας παραγωγικού δυναμικού σε περίπτωση διαρθρωτικού πλεονάσματος δυναμικού στον σχετικό τομέα (η μείωση αυτή θα πρέπει να είναι επιπρόσθετη κάθε άλλης μείωσης που εφαρμόζεται ελλείψει ενίσχυσης στην αναδιάρθρωση), με μόνη δυνατότητα παρέκκλισης, τις περιπτώσεις στις οποίες οι αποφάσεις που ελήφθησαν υπέρ όλων των δικαιούχων σε διάστημα 12 συνεχόμενων μηνών να μην αφορούν, συνολικά, ποσότητα προϊόντος το οποίο να υπερβαίνει ορισμένο ποσοστό τοις εκατό της συνολικής ετήσιας παραγωγής του προϊόντος αυτού στη χώρα (3 % για τα μέτρα που στοχεύουν σε συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων ή φορέων και 1,5 % για τα μέτρα εκτός συγκεκριμένου στόχου).

(100)

Τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιλέξουν την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων που αφορούν τον γεωργικό τομέα αντί αυτών που προβλέπονται για τους λοιπούς πέραν του γεωργικού τομείς, οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών του 1997 [στους λοιπούς αυτούς τομείς, εφαρμόζονταν κριτήρια εξαιρετικά αυστηρά, ιδίως σε θέματα σχεδίου αναδιάρθρωσης και συμβολής του δικαιούχου στην αναδιάρθρωση – βλέπε ενότητα β) «μη γεωργικός τομέας» αιτιολογικές σκέψεις 109 έως 121].

(101)

Στην επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004, οι ελληνικές αρχές δεν περιέλαβαν καμία πληροφορία που να επιτρέπει στην Επιτροπή να διαπιστώσει ότι είχε γίνει η προσαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεων προς τη ρύθμιση αυτή και ότι, κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, χορηγήθηκαν με τήρηση των εφαρμοστέων όρων των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997, με άλλα λόγια, είτε των όρων που διατυπώνονται στην αιτιολογική σκέψη 99 στοιχείο β), είτε των όρων που προβλέπονται για τους άλλους τομείς πέραν του γεωργικού (υποβολή σχεδίου αναδιάρθρωσης με προοπτικές επανόδου σε κατάσταση βιωσιμότητας στη βάση ρεαλιστικών υποθέσεων και εντός ευλόγου προθεσμίας, με μετριασμό των συνεπειών των ενισχύσεων πάνω στους ανταγωνιστές, με τήρηση της αρχής της άπαξ επιτελούμενης ενίσχυσης, με μείωση του παραγωγικού δυναμικού σε περίπτωση διαρθρωτικού πλεονάσματος στον σχετικό τομέα, εξασφαλίζοντας αναλογικότητα ανάμεσα στην ενίσχυση και στις δαπάνες και τα οφέλη της αναδιάρθρωσης και με κάλυψη των κοινωνικών δαπανών της αναδιάρθρωσης).

III.   Μεταξύ 1ης Ιουλίου 2000 και 30ής Ιουνίου 2003

(102)

Οι κατευθυντήριες γραμμές του 1997 αντικαταστάθηκαν στις 9 Οκτωβρίου 1999 από τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (38) (εφεξής, «οι κατευθυντήριες γραμμές του 1999»). Στην ενότητα 6.3 των κατευθυντηρίων γραμμών του 1999, αναφέρεται ότι «τα κράτη μέλη πρέπει να προσαρμόσουν τα καθεστώτα ενισχύσεων διάσωσης και αναδιάρθρωσης που εφαρμόζουν και που παραμένουν σε ισχύ μετά τις 30 Ιουνίου 2000 και να τα ευθυγραμμίσουν με τις … κατευθυντήριες γραμμές … μετά την ημερομηνία αυτή». Επίσης, «για να μπορέσει η Επιτροπή να ελέγξει την προσαρμογή αυτή, τα κράτη μέλη [πρέπει να της διαβιβάσουν] πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1999, κατάσταση με όλα αυτά τα καθεστώτα. Εν συνεχεία, και εν πάση περιπτώσει, πριν από τις 30 Ιουνίου 2000, πρέπει να της διαβιβάσουν επαρκή στοιχεία που θα της επιτρέψουν να διαπιστώσει κατά πόσον τα καθεστώτα αυτά τροποποιήθηκαν σύμφωνα με τις … κατευθυντήριες γραμμές».

(103)

Οι κατευθυντήριες γραμμές του 1999 περιλάμβαναν επίσης ένα κεφάλαιο ειδικό για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων του γεωργικού τομέα. Σε σχέση με το αντίστοιχο κεφάλαιο των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997, το κεφάλαιο αυτό έδινε τον ορισμό του διαρθρωτικού πλεονάσματος του παραγωγικού δυναμικού του τομέα, περιόριζε την παρέκκλιση που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 99 στοιχείο β) στις επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα (πράγμα που σημαίνει ότι ο επιμέρους τομέας της μεταποίησης και της εμπορίας των γεωργικών προϊόντων υποβαλλόταν αυτομάτως στην απαίτηση μείωσης του παραγωγικού δυναμικού) και καθιστούσε εφαρμοστέα την αρχή της εφάπαξ ενίσχυσης, σύμφωνα με την οποία οι ενισχύσεις στην αναδιάρθρωση μπορούν να χορηγηθούν μία μόνον φορά.

(104)

Στην επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004, οι ελληνικές αρχές δεν περιέλαβαν καμία πληροφορία που να επιτρέπει στην Επιτροπή να διαπιστώσει ότι είχε γίνει η προσαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεων προς τη ρύθμιση αυτή και ότι, κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, χορηγήθηκαν με τήρηση των εφαρμοστέων όρων των κατευθυντηρίων γραμμών του 1999, με άλλα λόγια, μετά από υποβολή σχεδίου αναδιάρθρωσης το οποίο να προβλέπει ιδίως μείωση του παραγωγικού δυναμικού σε περίπτωση διαρθρωτικού πλεονάσματος και, ενδεχομένως, την περιορισμένη παρέκκλιση που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 103, καθώς και βάσει της αρχής της άπαξ χορηγούμενης ενίσχυσης.

ii)   Το ζήτημα των εγγυήσεων

(105)

Ένα άλλο θέμα για το οποίο η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης είναι το ζήτημα του συμβιβάσιμου των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν υπό τη μορφή εγγυήσεων. Οι ελληνικές αρχές διατύπωσαν σχετικά ορισμένες παρατηρήσεις στην επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004 [βλέπε αιτιολογική σκέψη 57 στοιχεία γ) και ζ)]. Η Επιτροπή εκτιμά ωστόσο ότι οι παρατηρήσεις αυτές χρήζουν των παρακάτω σχολίων:

α)

όσον αφορά το στοιχείο γ), το γεγονός ότι η παροχή εγγύησης συνοδεύεται από επαχθείς όρους δεν συνεπάγεται, αφεαυτού, την απουσία κρατικής ενίσχυσης: αντιθέτως, οι κανόνες που εφαρμόζονταν στη διάρκεια ισχύος του εν λόγω καθεστώτος, οι οποίοι διατυπώθηκαν στις επιστολές προς τα κράτη μέλη SG(89) D/4328 της 5ης Απριλίου 1989 και SG(89) D/12772 της 12ης Οκτωβρίου 1989, καθώς και στην ενότητα 38 της ανακοίνωσης της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 5 της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής επί των δημοσίων επιχειρήσεων στον κλάδο της μεταποίησης (39), αναφέρουν σαφώς ότι «[…] όλες οι εγγυήσεις που χορηγούνται από το κράτος, είτε απευθείας είτε μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων εντεταλμένων από το κράτος υπάγονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ», και επιβάλλουν την εφαρμογή όρων που φθάνουν μέχρι και τη θέση της επιχείρησης υπό εκκαθάριση. Βεβαίως, οι προαναφερόμενες επιστολές αντικαταστάθηκαν το 2000 από την ανακοίνωση για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων η οποία προέβλεπε μια σειρά προϋποθέσεων η πλήρωση των οποίων διασφαλίζει την απουσία κρατικής ενίσχυσης, αλλά οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν, με την επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004, κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι οι χορηγηθείσες εγγυήσεις αποτελούσαν μέρος ενός τέτοιου σεναρίου·

β)

ακόμη και αν οι ελληνικές αρχές είχαν υποβάλει στοιχεία από τα οποία να μπορεί να καταδειχθεί ότι οι χορηγηθείσες ενισχύσεις εντάσσονταν στην υποθετική περίπτωση απουσίας ενίσχυσης, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να το επικυρώσει, επειδή, για να αναφέρουμε ένα και μόνο παράδειγμα, το σενάριο αυτό εφαρμόζεται μόνον αν οι δικαιούχοι επιχειρήσεις δεν βρίσκονται σε κατάσταση χρηματοοικονομικής δυσχέρειας·

γ)

όσον αφορά το στοιχείο ζ), το γεγονός ότι η εγγύηση δεν καλύπτει ορισμένα έξοδα δεν συνιστά κατά κανένα τρόπο απόδειξη της τήρησης του συνόλου των προϋποθέσεων που επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η σύμφυτη με τη χορήγηση της εγγύησης ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά· επιπλέον, είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι καμία από τις πληροφορίες που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές με την επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004 δεν πιστοποιεί την τήρηση των προϋποθέσεων αυτών.

(106)

Δεδομένων των διευκρινίσεων αυτών, η Επιτροπή θεωρεί μάλλον ότι οι εγγυήσεις αποτελούσαν, στη διάρκεια ισχύος του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων, ένα από τα στοιχεία ενός συνόλου μέτρων χορήγησης ενισχύσεων σε προβληματικές επιχειρήσεις και ότι, συνεπώς, το συμβιβάσιμό τους συνδέεται με το συμβιβάσιμο ολόκληρης της διαδικασίας αναδιάρθρωσης, για την οποία, όπως καταδεικνύεται επαρκώς στην ανάλυση που διατυπώνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 94 έως 104, οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν πληροφορίες που να επιτρέπουν στην Επιτροπή να άρει τις αμφιβολίες τις οποίες είχε διατυπώσει όταν προέβη στην κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης (η εν λόγω ανάλυση για τις εγγυήσεις ισχύει και για τις τρεις διαδικασίες που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση και για όλους τους εξεταζόμενους τομείς, εκτός από την περίπτωση των εγγυήσεων οι οποίες προβλέπονται από την υπουργική απόφαση 2/82257/0025/18.12.2000, οι οποίες, λαμβανομένου υπόψη του χρησιμοποιούμενου κριτηρίου βιωσιμότητας –βιωσιμότητα πριν από τη ρύθμιση των οφειλών– θα αποτελέσουν το αντικείμενο χωριστής εξέτασης).

(107)

Τα άλλα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι ελληνικές αρχές στην επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004 (εφαρμοζόμενο επιτόκιο, θέμα υπάρξεως ή μη πρόσθετου κόστους ως αποτέλεσμα υπουργικών αποφάσεων οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της νομικής βάσης του καθεστώτος, περιοδικότητα του υπολογισμού των τόκων) δεν προσθέτουν κανένα στοιχείο ικανό να τροποποιήσει τη θέση της Επιτροπής όπως αναπτύχθηκε πιο πάνω.

(108)

Δεδομένου ότι οι πληροφορίες τις οποίες υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές δεν επιτρέπουν την άρση των αμφιβολιών που διατυπώθηκαν με την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης, η Επιτροπή οφείλει να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.

β)    Τομείς εκτός του γεωργικού

(109)

Η Επιτροπή οφείλει, όπως έκανε και με τον γεωργικό τομέα, να αναλύσει τις επίμαχες ενισχύσεις υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων κανόνων στις ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων.

(110)

Τη στιγμή έναρξης ισχύος της υπουργικής απόφασης αριθ. 69836/B1461, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου 1993, οι εν λόγω κανόνες περιλαμβάνονταν στην όγδοη έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού, και ειδικότερα στα σημεία 177, 227 και 228 της έκθεσης αυτής.

(111)

Το σημείο 177 της έκθεσης αναφέρει ότι, ακόμη και αν ορισμένα μέτρα διάσωσης μπορούν να αποδειχθούν αναγκαία ώστε να δοθεί περιθώριο χρόνου εντός του οποίου να τεθούν σε εφαρμογή οι μακροπρόθεσμες λύσεις των προβλημάτων μιας επιχείρησης, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν προς παρεμπόδιση των απαραίτητων μειώσεων παραγωγικού δυναμικού και, κατά συνέπεια, να μη χρησιμοποιηθούν, παρά μόνο στις περιπτώσεις που τα μέτρα αυτά είναι επιβεβλημένα για την επίλυση οξέων κοινωνικών προβλημάτων.

(112)

Το σημείο 227 της έκθεσης διευκρινίζει ότι οι ενισχύσεις για τη διάσωση μπορούν να δικαιολογούνται σε σχέση με τη Συνθήκη όταν συνδέονται με αναδιάρθρωση η οποία αποσκοπεί στη διαρκή εξυγίανση της κατάστασης των προβληματικών επιχειρήσεων και/ή των σχετικών περιφερειών και εφόσον τα εν λόγω μέτρα έχουν επαρκή περιφερειακό ή τομεακό χαρακτήρα ο οποίος να επιτρέπει την εκτίμηση των αποτελεσμάτων τους.

(113)

Το σημείο 228 της έκθεσης διευκρινίζει περαιτέρω τη θέση της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις για τη διάσωση και προσδιορίζει το περιεχόμενο των «συνοδευτικών ενισχύσεων».

(114)

Οι ενισχύσεις για τη διάσωση πρέπει:

α)

να αποτελούν βοήθεια ρευστότητας υπό τη μορφή εγγυήσεων δανείων ή να συνίστανται σε δάνεια επιστρεπτέα με επιτόκιο ισοδύναμο προς αυτό της αγοράς·

β)

να περιορίζονται, ως προς το ποσό τους, στο αναγκαίο μέτρο για τη συνέχιση της εκμετάλλευσης, για την κάλυψη των μισθολογικών εξόδων και για τις τρέχουσες προμήθειες·

γ)

να καταβάλλονται μόνο για το διάστημα που απαιτείται (κατά κανόνα έξι μηνών) ώστε να προσδιοριστούν τα αναγκαία και δυνατά μέτρα ανάκαμψης·

δ)

να δικαιολογούνται από οξέα κοινωνικά προβλήματα και η μέσω αυτών διατήρηση της επιχείρησης να μην έχει ως αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση της βιομηχανικής κατάστασης σε άλλα κράτη μέλη.

(115)

Οι συνοδευτικές ενισχύσεις πρέπει να εξαρτώνται αυστηρά από την εφαρμογή ολοκληρωμένου προγράμματος αναδιάρθρωσης ή/και μετατροπής, ικανού να αποκαταστήσει κατά τρόπο αποτελεσματικό τη βιωσιμότητα της σχετικής παραγωγής, να είναι εντάσεως και ποσού αυστηρά περιορισμένου στο απολύτως απαραίτητο για την εξασφάλιση της ισορροπίας της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της αναπόφευκτης μεταβατικής περιόδου πριν το σχετικό πρόγραμμα αποφέρει τα αποτελέσματά του, πράγμα που συνεπάγεται αυστηρά περιορισμένη διάρκεια και επαρκή σταδιακή μείωση του προγράμματος.

(116)

Οι προϋποθέσεις αυτές αντικαταστάθηκαν από τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων του 1994, οι οποίες άρχισαν να ισχύουν στις 23 Δεκεμβρίου 1994 (40) (εφεξής «οι κατευθυντήριες γραμμές του 1994»), στη συνέχεια από τις κατευθυντήριες γραμμές του 1997, οι οποίες άρχισαν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 1998, και από τις κατευθυντήριες γραμμές του 1999, οι οποίες εφαρμόζονται από την 1η Ιουλίου 2000 λαμβανομένης υπόψη της περιόδου προσαρμογής των καθεστώτων ενισχύσεων που έχει χορηγηθεί στα κράτη μέλη (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 98 και 102).

(117)

Οι κατευθυντήριες γραμμές του 1994 αποτελούν επιβεβαίωση της πολιτικής που ακολουθούσε η Επιτροπή σε θέματα ενισχύσεων για τη διάσωση (βλέπε αιτιολογική σκέψη 114) και προσδιορίζουν ακριβέστερα το περιεχόμενο και τις συνέπειες των προς υποβολή σχεδίων αναδιάρθρωσης (προοπτικές επανόδου σε κατάσταση βιωσιμότητας με βάση υποθέσεις ρεαλιστικές και εντός ευλόγου προθεσμίας, μετριασμός των συνεπειών των ενισχύσεων πάνω στους ανταγωνιστές, αρχή της άπαξ επιτελούμενης ενίσχυσης, μείωση του παραγωγικού δυναμικού σε περίπτωση διαρθρωτικού πλεονάσματος στον σχετικό τομέα, αναλογικότητα ανάμεσα στην ενίσχυση και στις δαπάνες και τα οφέλη της αναδιάρθρωσης, κάλυψη των κοινωνικών δαπανών της αναδιάρθρωσης).

(118)

Στους άλλους πλην του γεωργικού τομείς, οι κατευθυντήριες γραμμές του 1997, οι οποίες διαμορφώνονται με τακτική επανεξέταση της πολιτικής της Επιτροπής σε θέματα διάσωσης και αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων, επιβεβαιώνουν τις κατευθυντήριες γραμμές του 1994.

(119)

Με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1999 γίνονται αυστηρότερες οι προϋποθέσεις χορήγησης ενισχύσεων για τη διάσωση, καθιερώνοντας συγκεκριμένη προθεσμία υποβολής ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης. Σε θέματα αναδιάρθρωσης, οι γραμμές αυτές εμφανίζονται αυστηρότερες ιδίως όσον αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και προβλέπουν τη δυνατότητα να απαιτείται μείωση του παραγωγικού δυναμικού ακόμη και όταν δεν υφίσταται διαρθρωτικό πλεόνασμα στον σχετικό τομέα.

(120)

Δεδομένου ότι οι εξηγήσεις που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές με την επιστολή τους της 9ης Αυγούστου 2004 ισχύουν τόσο για τον γεωργικό τομέα όσο και για τους άλλους τομείς πλην του γεωργικού, η Επιτροπή δεν μπορεί να παρά να διαπιστώσει, όπως διαπίστωσε ήδη σχετικά με το γεωργικό τομέα, ότι καμία από τις πληροφορίες που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί ότι έχουν τηρηθεί οι διάφορες προϋποθέσεις οι οποίες έχουν καθοριστεί με τις κατευθυντήριες γραμμές των ετών 1994, 1997 και 1999 (για να αναφέρουμε απλώς ένα παράδειγμα, από πουθενά δεν διαφαίνεται ότι οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγήθηκαν ενισχύσεις υπέβαλαν σχέδιο αναδιάρθρωσης το οποίο να περιλαμβάνει τις αναγκαίες αντιπαροχές). Η διαπίστωση αυτή ισχύει επίσης όσον αφορά την τήρηση των όσων περιγράφονται στην όγδοη έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού.

(121)

Η Επιτροπή, λόγω ελλείψεως στοιχείων τα οποία να πιστοποιούν την τήρηση των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει ότι οι ενισχύσεις χορηγήθηκαν κατόπιν υποβολής σχεδίου αναδιάρθρωσης το οποίο παρουσίαζε όλα τα χαρακτηριστικά που καθορίζονται στις διάφορες προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις (ιδίως, προοπτικές επανόδου σε κατάσταση βιωσιμότητας στη βάση ρεαλιστικών υποθέσεων και εντός ευλόγου προθεσμίας, μετριασμός των συνεπειών των ενισχύσεων πάνω στους ανταγωνιστές, τήρηση της αρχής της άπαξ επιτελούμενης ενίσχυσης, μείωση του παραγωγικού δυναμικού, αναλογικότητα ανάμεσα στην ενίσχυση και στις δαπάνες και τα οφέλη της αναδιάρθρωσης και κάλυψη των κοινωνικών δαπανών της αναδιάρθρωσης). Δεν είναι συνεπώς σε θέση να άρει τις αμφιβολίες τις οποίες είχε διατυπώσει κατά την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης, και άρα οφείλει να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.

V.II.2   ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΦΛΩΡΙΝΑΣ ΚΑΙ ΚΙΛΚΙΣ, ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΙΝΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

α)    Γεωργικός τομέας

(122)

Στην επιστολή τους της 18ης Αυγούστου του 2005, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι η βασική απόφαση που διέπει τη χορήγηση των ενισχύσεων (υπουργική απόφαση αριθ. 66336/B.1398/1993) έκανε αναφορά στις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις και ότι οι διατάξεις της απόφασης αυτής δεν αφορούσαν καμία γεωργική επιχείρηση.

(123)

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις διευκρινίσεις αυτές και, κατά συνέπεια, θεωρεί ότι δεν οφείλει να προβεί σε ανάλυση του εν λόγω καθεστώτος υπό το πρίσμα των κανόνων κρατικών ενισχύσεων που εφαρμόζονταν στον γεωργικό τομέα κατά το χρόνο χορήγησης των ενισχύσεων αυτών.

β)    Τομείς εκτός του γεωργικού

(124)

Η Επιτροπή, η οποία κατά την κίνηση της διαδικασίας είχε εκτιμήσει ότι το καθεστώς ενισχύσεων είχε προβλεφθεί για προβληματικές επιχειρήσεις επειδή η υπουργική απόφαση αριθ. 66336/B.1398/1993 όριζε ότι οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να είναι βιώσιμες μετά την αναδιάρθρωση (πράγμα που δεν απέκλειε ότι ήταν προβληματικές κατά τον χρόνο υπαγωγής τους στη ρύθμιση), οφείλει να εξετάσει το συμβιβάσιμο των εν λόγω ενισχύσεων με βάση τους κανόνες που ίσχυαν για τις ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων την ημερομηνία της χορήγησής τους.

(125)

Οι κανόνες που ίσχυαν για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων κατά τον χρόνο χορήγησης των εν λόγω ενισχύσεων ήταν, σε χρονική σειρά, τα σημεία 177, 227 και 228 της όγδοης έκθεσης επί της πολιτικής ανταγωνισμού, οι κατευθυντήριες γραμμές του 1994, και οι κατευθυντήριες γραμμές του 1997.

(126)

Όσον αφορά την τήρηση των σημείων 177, 227 και 228 της όγδοης έκθεσης επί της πολιτικής ανταγωνισμού, των κατευθυντηρίων γραμμών του 1994, των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997 και των κατευθυντηρίων γραμμών του 1999, οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν, με την επιστολή τους της 18ης Αυγούστου 2005, εξηγήσεις ταυτόσημες με αυτές τις οποίες υπέβαλαν για να δικαιολογήσουν τη χορήγηση ενισχύσεων στους νομούς Καστοριάς και Εύβοιας [τα επιχειρήματα των ελληνικών αρχών που εκτίθενται στην αιτιολογική σκέψη 57 στοιχεία α) έως στ) αναγράφονται ήδη στην αιτιολογική σκέψη 56 στοιχεία α) έως ε)]. Συνεπώς, ισχύει και εδώ η ανάλυση της Επιτροπής που εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 110 έως 121, πράγμα που σημαίνει ότι Επιτροπή δεν είναι σε θέση να άρει τις αμφιβολίες τις οποίες είχε διατυπώσει κατά την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης και ότι οφείλει να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.

(127)

Στην επιστολή τους της 18ης Αυγούστου 2005, οι ελληνικές αρχές δοκίμασαν επίσης να δικαιολογήσουν τις εν λόγω ενισχύσεις προβάλλοντας το γεγονός ότι οι νομοί Φλώρινας και Κιλκίς συνορεύουν με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και ότι οι τοπικές επιχειρήσεις επλήγησαν σοβαρά από την αστάθεια και τις εμπόλεμες συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή.

(128)

Η αναφορά αυτή σε έκτακτα γεγονότα θα μπορούσε να καταστήσει εφαρμοστέο το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης, δυνάμει του οποίου οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά. Εντούτοις, οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν κανένα στοιχείο ανάλυσης το οποίο να αποδεικνύει την ύπαρξη των προβλημάτων που οι επιχειρήσεις των δύο νομών φέρονται να αντιμετώπιζαν όπως και τη σχέση αιτίου αιτιατού με την αστάθεια που επικρατούσε στην περιοχή λόγω των γεγονότων στη Γιουγκοσλαβία. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν διαθέτει πληροφορίες βάσει των οποίων να πιστοποιείται ότι τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται οι ελληνικές αρχές ήταν σε θέση να παράξουν αποτελέσματα καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος του καθεστώτος. Τέλος, η Επιτροπή διερωτάται για ποιο λόγο το καθεστώς αυτό αφορούσε ορισμένους μόνον τομείς της οικονομίας των δύο νομών τη στιγμή που τα προβαλλόμενα γεγονότα λογικά θα έπρεπε να επηρέαζαν το σύνολο των τοπικών επιχειρήσεων σε όλους τους τομείς δραστηριότητας.

(129)

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται με ποιόν τρόπο το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων θα μπορούσε να υπαχθεί στο άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης. Οφείλει λοιπόν και πάλι να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.

V.II.3   ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΡΟΔΟΠΗΣ, ΕΒΡΟΥ, ΞΑΝΘΗΣ, ΛΕΣΒΟΥ, ΣΑΜΟΥ, ΧΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Η ΤΡΙΤΗ ΚΙΝΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

(130)

Δεδομένου ότι, στην απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία, η Επιτροπή είχε επισημάνει ότι, με βάση τις πληροφορίες τις οποίες διέθετε, δεν μπορούσε να προσδιορίσει κατά πόσον οι δύο υπουργικές αποφάσεις του 1989 και αυτές που τις ακολούθησαν, οι οποίες αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 50 έως 52, συνιστούσαν ανεξάρτητο καθεστώς ενισχύσεων ή αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του συνολικού συστήματος που εξετάστηκε στις διάφορες κινηθείσες διαδικασίες, και δεδομένου ότι, με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, οι ελληνικές αρχές δεν προέβησαν σε καμία σχετική διευκρίνιση, το συμβιβάσιμο με την εσωτερική αγορά των ενισχύσεων που προβλέπονται από τις εν λόγω υπουργικές αποφάσεις θα εξεταστεί χωριστά. Οι εγγυήσεις που προβλέπονται από την υπουργική απόφαση αριθ. 2/82257/0025/18.12.2000 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 49) θα αποτελέσουν, και αυτές, το αντικείμενο χωριστής εξέτασης επειδή η τελευταία αυτή προβλέπει ότι οι ωφελούμενες επιχειρήσεις πρέπει υποχρεωτικά να είναι βιώσιμες, και όχι βιώσιμες μετά την υπαγωγή τους στη ρύθμιση, όπως στις άλλες περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί σχετικά.

(131)

Όσον αφορά τις υπουργικές αποφάσεις μνεία των οποίων γίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 44 έως 52, η ανάλυσή τους θα περιλαμβάνει δύο κύριες πτυχές, δηλαδή τη γεωργική και τη μη γεωργική πτυχή, όπως και στην περίπτωση των καθεστώτων στα οποία αναφέρονται οι δύο πρώτες κινήσεις διαδικασίας, αλλά η μη γεωργική πτυχή θα χωριστεί σε περισσότερα μέρη: βιομηχανικός, ξενοδοχειακός και βιοτεχνικός τομέας, αφενός, και τομέας της ναυτιλίας αφετέρου. Ο τομέας του άνθρακα, τον οποίο αφορούσε επίσης η κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης, δεν θα αποτελέσει πλέον το αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα, επειδή, στις επιστολές τους από 15 και 29 Μαρτίου 2011, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι οι σχετικές εξορυκτικές δραστηριότητες ήταν αυτές των επιχειρήσεων μαρμάρου και λίθου, γεγονός που εντάσσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις στην ανάλυση που αφορά τις ενισχύσεις στον βιομηχανικό τομέα.

α)    Γεωργικός τομέας

(132)

Η Επιτροπή οφείλει να προβεί σε ανάλυση του επίμαχου καθεστώτος με γνώμονα τους κανόνες που εφαρμόζονται στις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων κατά το χρόνο χορήγησης των ενισχύσεων.

(133)

Στον γεωργικό τομέα, οι εν λόγω κανόνες έχουν ήδη εκτεθεί στις αιτιολογικές σκέψεις 90 και 98 έως 103. Δεδομένου ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ισχύς του καθεστώτος έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2005, είναι σκόπιμο να προστεθούν, στον κατάλογο των εφαρμοστέων ρυθμίσεων, οι Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων του 2004 (41), (εφεξής «οι κατευθυντήριες γραμμές του 2004»), οι οποίες άρχισαν να εφαρμόζονται στις 10 Οκτωβρίου 2004 και καθιστούν αυστηρότερες τις προϋποθέσεις των κατευθυντηρίων γραμμών του 1999 (ιδίως επανεπιβεβαιώνοντας ότι η συμβολή του αποδέκτη της ενίσχυσης στο σχέδιο αναδιάρθρωση πρέπει να είναι πραγματική και απαλλαγμένη ενίσχυσης). Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη η φύση των δικαιούχων (κτηνοτροφικές επιχειρήσεις του βιομηχανικού τομέα και γαλακτοκομικές εκμεταλλεύσεις), θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το εν λόγω καθεστώς μπορούσε να καλύπτει επιχειρήσεις τόσο πρωτογενούς παραγωγής (με καθαρά κτηνοτροφικές δραστηριότητες) όσο και μεταποίησης/εμπορίας (π.χ., κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις που διαθέτουν επιτόπου κάποια σειρά μεταποίησης).

(134)

Όσον αφορά την τήρηση των κανόνων καθεαυτή, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η υπουργική απόφαση αριθ. 1648/B22/13.1.1994 και οι τροποποιήσεις της, κάλυπτε τη ρύθμιση δανείων τα οποία μπορούσαν να αφορούν είτε επενδύσεις είτε κεφάλαια κίνησης.

(135)

Όσον αφορά τη ρύθμιση δανείων που συνδέονταν με επενδύσεις, οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν, με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, καμία πληροφορία βάσει της οποίας η Επιτροπή να μπορεί να διαπιστώσει ότι τα δάνεια που αποτέλεσαν το αντικείμενο ρύθμισης συνδέονταν όντως με ήδη πραγματοποιηθείσες επενδύσεις. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να συμπεράνει ότι πληρούται η προϋπόθεση που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 90 στοιχείο α).

(136)

Η Επιτροπή επίσης δεν είναι σε θέση, με βάση τις πληροφορίες τις οποίες διαθέτει, να καταλήξει σε αναμφίβολο συμπέρασμα σχετικά με την τήρηση της προϋπόθεσης της αιτιολογικής σκέψης 90 στοιχείο β), επειδή οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν καμία σχετική διευκρίνιση με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006.

(137)

Όσον αφορά την προϋπόθεση που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 90 στοιχείο γ), η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει ότι πληρούται η δεύτερη εναλλακτική περίπτωση, καθώς οι ωφελούμενες επιχειρήσεις πρέπει να είναι βιώσιμες μετά τη ρύθμιση, βάσει εκτίμησης που γίνεται από τις τράπεζες.

(138)

Όσον αφορά τη ρύθμιση δανείων που συνδέονται με τη σύσταση κεφαλαίων κίνησης, η εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος δεν ήταν επίσης δυνατόν να γίνει με τήρηση όλων των προϋποθέσεων που διατυπώνονται στην αιτιολογική σκέψη 90, δεδομένου ότι η πρώτη προϋπόθεση που διατυπώνεται στο στοιχείο α) προβλέπει ρητά ότι τα δάνεια πρέπει να συνδέονται με επενδύσεις.

(139)

Για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 1998 και έπειτα, μέχρι την ημερομηνία εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών του 2004, η ανάλυση που παρατίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 98 έως 104 ισχύει επίσης και ως προς την ουσία της συγκεκριμένης περίπτωσης επειδή οι ελληνικές αρχές, με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, δεν υπέβαλαν καμία πληροφορία βάσει της οποίας να μπορεί η Επιτροπή να διαπιστώσει ότι για τη λήψη των εν λόγω ενισχύσεων είχε υποβληθεί κάποιο σχέδιο αναδιάρθρωσης συνοδευόμενο από τις απαιτούμενες αντιπαροχές.

(140)

Τέλος, όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την ημερομηνία εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών του 2004 και έπειτα, η Επιτροπή οφείλει να διαπιστώσει ότι οι ελληνικές αρχές, με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, δεν υπέβαλαν καμία πληροφορία βάσει της οποίας να μπορεί η Επιτροπή να διαπιστώσει ότι για τη λήψη των εν λόγω ενισχύσεων είχε υποβληθεί κάποιο σχέδιο αναδιάρθρωσης συνοδευόμενο από τις απαραίτητες αντιπαροχές. Δεν είναι συνεπώς σε θέση να άρει τις αμφιβολίες τις οποίες είχε διατυπώσει κατά την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης και οφείλει να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά.

(141)

Οι ελληνικές αρχές, με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τις εν λόγω ενισχύσεις βάσει της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατούσε στις γειτονικές περιοχές. Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, το πλαίσιο αυτό καθιστούσε τις ενισχύσεις επιλέξιμες για την παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της Συνθήκης [βλέπε αιτιολογική σκέψη 59 στοιχείο α)].

(142)

Η Επιτροπή δεν μπορεί να κάνει δεκτό το επιχείρημα αυτό για διάφορους λόγους:

α)

στο κανονιστικό επίπεδο, η ύπαρξη σύγκρουσης αποτελεί έκτακτο γεγονός το οποίο μπορεί να εμπίπτει μόνον στο άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης, δυνάμει του οποίου οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά·

β)

στον γεωργικό τομέα, το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων εκτιμάται υπό το πρίσμα της παρέκκλισης που προβλέπεται από το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει ότι δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις για την προώθηση ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον, και όχι υπό το πρίσμα τα παρέκκλισης που προβλέπεται στο στοιχείο α) της ίδιας παραγράφου 3, η οποία προβλέπει ότι δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και την ανάπτυξη των περιοχών που αναφέρονται στο άρθρο 349 (42), λαμβανομένης υπόψη της διαρθρωτικής οικονομικής και κοινωνικής κατάστασής τους·

γ)

για να μπορεί να εφαρμοστεί η το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) θα έπρεπε οι ενισχύσεις να είχαν χορηγηθεί με τήρηση των κανόνων που διέπουν τις ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων· όπως όμως αποδείχθηκε ανωτέρω, δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο.

(143)

Η Επιτροπή επίσης δεν μπορεί να συμπεράνει ότι μπορεί να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το άρθρο 107 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης, για τους ακόλουθους λόγους:

α)

βεβαίως οι ελληνικές αρχές τόνισαν, με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, ότι τόσο το συνολικό όσο και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των σχετικών νομών παρέμενε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με άλλες περιοχές της χώρας στη διάρκεια της περιόδου ισχύος του καθεστώτος, αλλά διευκρίνισαν επίσης ότι είχε παρουσιάσει κάποια αύξηση στη διάρκεια της ίδιας περιόδου, πράγμα που αποδεικνύει ότι ο πόλεμος στις όμορες περιοχές δεν είχε καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία των ζωνών που εξετάζονται εδώ·

β)

όπως αποδεικνύεται από την περιγραφή της νομικής βάσης του επίμαχου καθεστώτος, ορισμένες τροποποιήσεις επήλθαν στο καθεστώς αυτό δέκα σχεδόν χρόνια μετά το τέλος των εχθροπραξιών στις γειτονικές περιοχές· δεν μπορούμε συνεπώς να θεωρήσουμε ότι η οι ελληνικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να παρέμβουν εξαιτίας κάποιας εμπόλεμης κατάστασης σε όμορες περιοχές και ότι υφίσταται κατά συνέπεια σχέση αιτίου αιτιατού μεταξύ της κατάστασης αυτής και των δυσχερειών των επιχειρήσεων (ένα και μόνο παράδειγμα αρκεί προς υποστήριξη αυτού: η υπουργική απόφαση αριθ. 2/64046/0025/2003/28.1.2004 που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 48, καλύπτει δάνεια τα οποία θα μπορούσαν να είχαν συνάψει βιομηχανικές επιχειρήσεις –δηλαδή δυνητικά και οι κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου– μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2004).

(144)

Όσον αφορά τις άλλες παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι ελληνικές αρχές με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, η Επιτροπή τονίζει τα ακόλουθα (οι παρατηρήσεις αυτές, με εξαίρεση τις παρατηρήσεις του στοιχείου β), ισχύουν επίσης για όλους τους τομείς που καλύπτονται από την κίνηση της διαδικασίας):

α)

προβλήματα όπως η έλλειψη δυναμισμού των τοπικών αγορών ή η μείωση της ζήτησης δεν μπορούν διόλου να επιλυθούν με τη χορήγηση ενισχύσεων σε προβληματικές επιχειρήσεις χωρίς αναδιάρθρωσή τους.. Τα διαρθρωτικά μέτρα αποτελούν ένα προσφορότερο μέτρο παρέμβασης·

β)

το μερίδιο της παραγωγής κρέατος των υπό εξέταση νομών στη συνολική παραγωγή κρέατος της Ελλάδας σε τίποτε δεν μεταβάλλει τον κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισμού τον οποίο συνεπάγεται η χορήγηση ενισχύσεων εκτός του θεσπισμένου κανονιστικού πλαισίου (στη συγκεκριμένη περίπτωση, η χορήγηση ενισχύσεων σε προβληματικές επιχειρήσεις χωρίς σχέδιο αναδιάρθρωσης)· σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν μία κρατική ενίσχυση οικονομικού χαρακτήρα ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις που την ανταγωνίζονται (πράγμα που ισχύει στην παρούσα περίπτωση), η ενίσχυση αυτή μπορεί να προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις που δεν επωφελούνται της παρεμβάσεως αυτής (43)·

γ)

το ζήτημα της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, όπως αυτή ορίζεται στις δύο υπουργικές αποφάσεις του 1989, θα εξεταστεί πιο κάτω στην παρούσα απόφαση·

δ)

το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο ο λογαριασμός του νόμου αριθ. 128/75 δεν περιέχει κρατικούς πόρους έχει ήδη απαντηθεί στην αιτιολογική σκέψη 82 στοιχείο δ).

(145)

Η Επιτροπή, λαμβανομένων υπόψη όλων των σκέψεων αυτών, οφείλει να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά.

β)    Βιομηχανικός, βιοτεχνικός και ξενοδοχειακός τομέας

(146)

Η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει το καθεστώς αυτό υπό το πρίσμα των κανόνων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων.

(147)

Όπως και στην περίπτωση των ενισχύσεων που αναφέρονται στις δύο πρώτες κινήσεις διαδικασίας, οι κανόνες που ίσχυαν για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων κατά τον χρόνο χορήγησης των εν λόγω ενισχύσεων ήταν καταρχάς, σε χρονική σειρά, τα σημεία 177, 227 και 228 της όγδοης έκθεσης επί της πολιτικής ανταγωνισμού, οι κατευθυντήριες γραμμές του 1994, οι κατευθυντήριες γραμμές του 1997 και οι κατευθυντήριες γραμμές του 1999. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς η ισχύς του καθεστώτος έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2005 σε ορισμένους νομούς, είναι σκόπιμο να προστεθούν στον κατάλογο αυτό οι κατευθυντήριες γραμμές του 2004.

(148)

Οι πληροφορίες τις οποίες υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, οι οποίες παρατίθενται αυτούσιες στην αιτιολογική σκέψη 59, δεν περιλαμβάνουν κανένα στοιχείο σχετικό με την τήρηση των κανόνων που διέπουν τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει κατά πόσον έχουν τηρηθεί τα σημεία 177, 227 και 228 της όγδοης έκθεσης επί της πολιτικής ανταγωνισμού, καθώς και οι κατευθυντήριες γραμμές του 1994, 1997, 1999 και του 2004.

(149)

Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να άρει τις αμφιβολίες τις οποίες είχε διατυπώσει κατά την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης και οφείλει να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά.

γ)    Ναυτιλιακός τομέας

(150)

Το συμβιβάσιμο του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά πρέπει να εξεταστεί υπό δύο οπτικές γωνίες, ανάλογα με το νόημα της έκφρασης «ναυτιλιακός τομέας», η οποία παραπέμπει είτε στον ναυπηγικό τομέα είτε στις μεταφορές με πλοίο.

(151)

Η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει το καθεστώς αυτό υπό το πρίσμα των κανόνων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων.

(152)

Όσον αφορά τη ναυπηγική βιομηχανία, οι κανόνες που εφαρμόζονται όσον αφορά τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων μετά την έναρξη της ισχύος της υπουργικής απόφασης αριθ. 1648/B.22/13.1.94 ήταν και είναι οι ακόλουθοι:

α)

μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998: η οδηγία 90/684/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (44)·

β)

από την 1η Ιανουαρίου 1999 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2003: ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1540/98 του Συμβουλίου, της 29 Ιουνίου 1998, περί των νέων κανόνων ενισχύσεως της ναυπηγικής βιομηχανίας (45)·

γ)

από την 1η Ιανουαρίου 2004: το πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις στη ναυπηγική βιομηχανία (46).

(153)

Οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν, με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, καμία πληροφορία βάσει της οποίας θα μπορούσε η Επιτροπή να συμπεράνει ότι το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων εφαρμόστηκε με τήρηση των κανόνων που εφαρμόζονταν για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων του τομέα. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να άρει τις αμφιβολίες τις οποίες είχε διατυπώσει κατά την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης και οφείλει να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά.

(154)

Στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών, επίσης, η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει το καθεστώς αυτό ενισχύσεων υπό το πρίσμα των κανόνων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων.

(155)

Από την έναρξη ισχύος της υπουργικής απόφασης αριθ. 1648/B.22/13.1.94, οι κανόνες που εφαρμόζονται για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων στον ναυτιλιακό τομέα περιέχονται στα ακόλουθα κείμενα:

α)

«Οικονομικά και φορολογικά μέτρα που αφορούν την εκμετάλλευση πλοίων που έχουν νηολογηθεί στην Κοινότητα» (47)·

β)

Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών (48) του 1997·

γ)

Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών του 2004 (49).

(156)

Και πάλι, οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν, με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, καμία πληροφορία βάσει της οποίας να μπορεί η Επιτροπή να συμπεράνει ότι το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων εφαρμόστηκε με τήρηση των κανόνων που εφαρμόζονταν για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων του τομέα. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να άρει τις αμφιβολίες τις οποίες είχε διατυπώσει κατά την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης και οφείλει να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά.

δ)    Η περίπτωση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στους νομούς Λέσβου, Σάμου, Χίου και Δωδεκανήσου, στις οποίες επίσης αναφέρεται η τρίτη κίνηση διαδικασίας

(157)

Στο πλαίσιο κίνησης της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης, η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν διέθετε επαρκείς πληροφορίες, είχε λάβει υπόψη της δύο υποθετικές περιπτώσεις:

α)

αυτήν σύμφωνα με την οποία οι ενισχύσεις οι προβλεπόμενες από τις υπουργικές αποφάσεις αριθ. 2041901/16.5.1989 και αριθ. 2078809/10.10.89, και τις τροποποιήσεις τους, εγγράφονταν στο ίδιο πλαίσιο με εκείνο των αποφάσεων που περιγράφονται στις αιτιολογικές σκέψεις 44 έως 48·

β)

αυτήν σύμφωνα με την οποία οι ίδιες αυτές ενισχύσεις εντάσσονταν σε ένα σύστημα χρηματοδότησης που δεν στηρίζεται στις ίδιες βάσεις.

(158)

Στην επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι οι δύο υπουργικές αποφάσεις του 1989 προέβλεπαν ότι οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να είναι βιώσιμες πριν και μετά τη ρύθμιση των οφειλών τους. Η διευκρίνιση αυτή δεν μπορεί να είναι ικανοποιητική για την Επιτροπή επειδή, μετά από επανεξέταση, αποδεικνύεται ότι καμία από τις εν λόγω αποφάσεις δεν περιέχει μνεία του ότι οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να είναι βιώσιμες πριν και μετά τη ρύθμιση των οφειλών τους. Οφείλει, κατά συνέπεια, να προβεί σε ανάλυση του συμβιβάσιμου των ενισχύσεων που σχεδιάστηκαν με τις δύο αποφάσεις και τις τροποποιήσεις τους, βασιζόμενη όχι μόνον στις δύο υποθετικές περιπτώσεις της αιτιολογικής σκέψης 157, αλλά και χωρίς να αποκλείει, στη δεύτερη υποθετική περίπτωση, ότι είχαν ενδεχομένως χορηγηθεί ενισχύσεις και σε προβληματικές επιχειρήσεις.

(159)

Όσον αφορά την πρώτη υποθετική περίπτωση που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 157, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να διαπιστώσει ότι, εάν οι δύο υπουργικές αποφάσεις του 1989 και οι τροποποιήσεις τους εγγράφονται στο ίδιο πλαίσιο με αυτό που όρισαν οι υπουργικές αποφάσεις που μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 44 έως 48, η ανάλυση που έγινε στις αιτιολογικές σκέψεις 146 έως 149 εξακολουθεί να ισχύει και ότι οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τις ελληνικές αρχές με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006 δεν επιτρέπουν την άρση των αμφιβολιών που διατυπώθηκαν κατά την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης, όπως και ότι οφείλει να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά.

(160)

Όσον αφορά τη δεύτερη υποθετική περίπτωση, πρέπει να εξεταστούν δύο υποθέσεις: αυτό της χορήγησης ενισχύσεων σε προβληματικές επιχειρήσεις και αυτό της χορήγησης ενισχύσεων σε βιώσιμες επιχειρήσεις.

(161)

Στην περίπτωση της πρώτης υπόθεσης, η ανάλυση που έγινε στις αιτιολογικές σκέψεις 146 έως 149 παραμένει ισχυρή και οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τις ελληνικές αρχές με την επιστολή τους της 10ης Μαΐου 2006 δεν επιτρέπουν την άρση των αμφιβολιών που διατυπώθηκαν κατά την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης, κατά τρόπο που η Επιτροπή να είναι υποχρεωμένη να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά.

(162)

Στην περίπτωση της δεύτερης υπόθεσης, η Επιτροπή διαπιστώνει επίσης ότι οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τις ελληνικές αρχές με τις επιστολές τους της 10ης Μαΐου 2006, της 15ης Μαρτίου 2011 και της 29ης Μαρτίου 2011, δεν επιτρέπουν να προσδιοριστεί κατά πόσον τα κεφάλαια κίνησης που συστάθηκαν βάσει των επιδοτηθέντων δανείων χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση επιλέξιμων επενδύσεων κατά την έννοια της νομοθεσίας της Ένωσης σε θέματα ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα (από την έναρξη ισχύος της υπουργικής απόφασης αριθ. 2041901/16.5.1989, οι συναφείς εφαρμοστέοι κανόνες ήταν αντίστοιχα η Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) στις περιφερειακές ενισχύσεις (50), μετά οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα του 1998 (51). Η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά.

(163)

Στην περίπτωση που τα εν λόγω κεφάλαια κίνησης δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση επιλέξιμων επενδύσεων κατά την έννοια της νομοθεσίας της Ένωσης σε θέματα κρατικών ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα, η Επιτροπή οφείλει τέλος να εξακριβώσει κατά πόσον οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν για τη σύσταση των κεφαλαίων αυτών, οι οποίες έτσι αποκτούν την ιδιότητα ενισχύσεων στη λειτουργία, μπορούν να κηρυχθούν συμβιβάσιμες, με βάση τις διατάξεις οι οποίες τις διέπουν στο πλαίσιο της νομοθεσίας της Ένωσης σε θέματα κρατικών ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θέλει να τονίσει ότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος, προκειμένου να ανταποκριθεί στο καθήκον συνεργασίας το οποίο υπέχει έναντι της Επιτροπής, να παράσχει όλα τα στοιχεία που θα της δώσουν τη δυνατότητα ελέγξει το συμβιβάσιμο των επίμαχων ενισχύσεων (52). Δεδομένου ότι τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές με τις διάφορες επιστολές τους δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί η τήρηση των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας σε θέματα κρατικών ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να συμπεράνει ότι το επίμαχο καθεστώς είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά.

Η περίπτωση των ενισχύσεων υπό μορφή εγγυήσεων που χορηγήθηκαν δυνάμει της απόφασης αριθ. 2/82257/0025/18.12.2000 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 49)

(164)

Η εγγύηση που χορηγήθηκε δυνάμει της απόφασης αριθ. 2/82257/0025/18.12.2000 δεν πρέπει να θεωρείται ως μέσο το οποίο χρησιμοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων, όπως η εγγύηση που προβλέπεται στις άλλες αποφάσεις που μνημονεύονται στην παρούσα απόφαση, επειδή η υπουργική απόφαση προβλέπει απολύτως ότι η εγγύηση μπορεί να χορηγηθεί μόνο σε επιχειρήσεις βιώσιμες και όχι σε επιχειρήσεις βιώσιμες μετά τη ρύθμιση των οφειλών. Είναι συνεπώς σκόπιμο να εξεταστεί η εγγύηση αυτή υπό το πρίσμα των κανόνων των κρατικών ενισχύσεων που έχουν εφαρμογή σ’ αυτήν.

(165)

Από την έναρξη ισχύος της απόφασης αριθ. 2/82257/0025/18.12.2000 και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005 (καταληκτική ημερομηνία ισχύος του καθεστώτος), οι εγγυήσεις διέπονταν από την ανακοίνωση του 2000.

(166)

Η εν λόγω ανακοίνωση του 2000 διευκρινίζει ότι η Επιτροπή οφείλει να εκτιμά το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης που συνδέεται με τη χορήγηση εγγύησης, σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται σε άλλες μορφές ενίσχυσης και οι οποίοι ορίζονται στα διάφορα πλαίσια και κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν στο πλαίσιο των οικείων τομέων δραστηριότητας. Επιπλέον, η εγγύηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή παρά μόνον εάν η κατάπτωσή της συνδέεται συμβατικά με ειδικούς όρους οι οποίοι μπορούν να φθάνουν μέχρι την υποχρεωτική κήρυξη πτώχευσης της δικαιούχου επιχείρησης ή άλλη παρόμοια διαδικασία.

(167)

Οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν, εν προκειμένω, καμία πληροφορία σχετική με το στοιχείο ενίσχυσης των εγγυήσεων που χορηγήθηκαν. Η Επιτροπή δεν είναι συνεπώς σε θέση να αξιολογήσει, σε συνάφεια με τις διάφορες εφαρμοστέες ρυθμίσεις ανάλογα με τους τομείς, και να προσδιορίσει κατά πόσον, το εν λόγω στοιχείο ενίσχυσης μπορούσε να συνεπιφέρει υπέρβαση των μέγιστων εντάσεων ενίσχυσης που εφαρμόζονται, ανάλογα με τις περιπτώσεις, στις επιχειρήσεις οι οποίες δεν είναι προβληματικές (εξάλλου, οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν στοιχεία σχετικά με την τήρηση των εν λόγω διαφόρων ρυθμίσεων, στο πλαίσιο της απάντησής τους στην τρίτη κίνηση διαδικασίας).

(168)

Η Επιτροπή, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με τη μορφή εγγυήσεων, δυνάμει της υπουργικής απόφασης αριθ. 2/82257/0025/18.12.2000.

VI.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(169)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η Ελλάδα έθεσε παράνομα σε εφαρμογή τις εν λόγω ενισχύσεις, κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης. Από την ανάλυση που έγινε ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω ενισχύσεις δεν μπορούν να κηρυχθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά, δεδομένου ότι οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν πληροφορίες με τις οποίες να αποδεικνύεται η τήρηση των διαφόρων κανονιστικών ρυθμίσεων που διαλαμβάνονται στην παρούσα απόφαση, και αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή δεν είναι, συνεπώς, σε θέση να άρει τις αμφιβολίες τις οποίες είχε διατυπώσει στο πλαίσιο κίνησης των διαφόρων διαδικασιών. Ως προς τούτο, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος, προκειμένου να ανταποκριθεί στο καθήκον συνεργασίας το οποίο υπέχει έναντι της Επιτροπής, να παράσχει όλα τα στοιχεία που θα της δώσουν τη δυνατότητα ελέγξει το συμβιβάσιμο των επίμαχων ενισχύσεων.

(170)

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (53), σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον αποδέκτη (στην προκειμένη περίπτωση, από όλους όσοι ευεργετήθηκαν από τις διατάξεις των υπουργικών αποφάσεων που αναλύθηκαν). Η Ελλάδα οφείλει συνεπώς να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση από τους αποδέκτες της χορηγηθείσας μη συμβιβάσιμης ενίσχυσης. Σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 42 της ανακοίνωσης της Επιτροπής «Για μια αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες τα κράτη μέλη διατάσσονται να ανακτήσουν παράνομες και ασυμβίβαστες κρατικές ενισχύσεις» (54), η Ελλάδα διαθέτει προθεσμία τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης για να προβεί σε εκτέλεσή της. Τα προς ανάκτηση ποσά της ενίσχυσης προσαυξάνονται με τους τόκους που θα υπολογιστούν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (55).

(171)

Η παρούσα απόφαση πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα, ιδίως σε ό,τι αφορά την ανάκτηση όλων των μεμονωμένων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος ενίσχυσης, με εξαίρεση εκείνες που χορηγήθηκαν για συγκεκριμένα σχέδια τα οποία, κατά τη χρονική στιγμή της χορήγησης των ενισχύσεων, πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ή του κανονισμού απαλλαγής δυνάμει των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (56), ή καθεστώτος ενισχύσεων που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή.

(172)

Το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 προβλέπει ωστόσο ότι οι εξουσίες της Επιτροπής για ανάκτηση της ενίσχυσης υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής. Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγείται στον δικαιούχο είτε ως ατομική ενίσχυση είτε ως ενίσχυση στο πλαίσιο ενός καθεστώτος ενισχύσεων. Ωστόσο, κάθε ενέργεια της Επιτροπής ή κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση, διακόπτει την περίοδο παραγραφής, μετά δε από κάθε διακοπή, η προθεσμία αρχίζει να προσμετράται από την αρχή.

(173)

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι ημερομηνίες στις οποίες η Επιτροπή δύναται να ανατρέξει για τους σκοπούς της ανάκτησης είναι οι ακόλουθες:

α)

για τις ενισχύσεις που αναφέρονται στην πρώτη κίνηση διαδικασίας: η 1η Οκτωβρίου 1993, δεδομένου ότι η πρώτη ενέργεια της Επιτροπής χρονολογείται από τις 27 Μαΐου 2003, αλλά και ότι η υπουργική απόφαση αριθ. 69836/B1461, που εκδόθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1993, δημοσιεύθηκε στην Ελληνική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 1η Οκτωβρίου 1993 και άρχισε να ισχύει από την ημερομηνία αυτή,

β)

για τις ενισχύσεις που αναφέρονται στη δεύτερη κίνηση διαδικασίας: η 22α Απριλίου 1994, δεδομένου ότι η πρώτη ενέργεια της Επιτροπής χρονολογείται από τις 22 Απριλίου 2004,

γ)

για τις ενισχύσεις που αναφέρονται στην τρίτη κίνηση διαδικασίας: η 12η Νοεμβρίου 1994, δεδομένου ότι η πρώτη ενέργεια της Επιτροπής χρονολογείται από τις 12 Νοεμβρίου 2004,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Τα καθεστώτα ενισχύσεων υπό μορφή ρύθμισης οφειλών, τα οποία η Ελλάδα έθεσε παράνομα σε εφαρμογή, κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους νομούς Καστοριάς, Εύβοιας, Φλώρινας, Κιλκίς, Ροδόπης, Έβρου, Ξάνθης και Δωδεκανήσου, καθώς και στους νομούς των νήσων Λέσβου, Σάμου και Χίου δεν συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά.

Άρθρο 2

Μεμονωμένη ενίσχυση η οποία χορηγήθηκε βάσει ενός των καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν συνιστά ενίσχυση εφόσον, τη στιγμή της χορήγησής της, πληρούσε τις προϋποθέσεις που καθόριζε ένας από τους κανονισμούς οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98, ο οποίος είχε εφαρμογή τη στιγμή χορήγησης της ενίσχυσης.

Άρθρο 3

1.   Η Ελλάδα οφείλει να ανακτήσει από τους δικαιούχους τη μη συμβατή ενίσχυση, η οποία χορηγήθηκε βάσει των καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2.   Τα ανακτώμενα ποσά περιλαμβάνουν τόκους παραγόμενους από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι τον χρόνο της πραγματικής τους ανάκτησης.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004.

4.   Η Ελλάδα ακυρώνει κάθε εκκρεμούσα πληρωμή ενίσχυσης που χορηγήθηκε δυνάμει των καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 1, με ισχύ από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 4

Η ανάκτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει των καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 είναι άμεση και πραγματική.

Η Ελλάδα μεριμνά για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 5

1.   Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Ελλάδα υποβάλλει στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τον κατάλογο των δικαιούχων που έλαβαν ενισχύσεις δυνάμει των καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 και το συνολικό ποσό που εισέπραξε καθένας από αυτούς βάσει του καθεστώτος στο οποίο υπήχθη·

β)

το συνολικό ποσό (από κεφάλαιο και τόκους) που θα πρέπει να ανακτηθεί από κάθε δικαιούχο, οι ενισχύσεις του οποίου δεν μπορούν να καλυφθούν από τον κανόνα de minimis·

γ)

λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχει ήδη λάβει ή σχεδιάζει να λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση·

δ)

έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί εντολή στους δικαιούχους να επιστρέψουν την ενίσχυση.

2.   Η Ελλάδα τηρεί ενήμερη την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης μέχρι να ολοκληρωθεί η ανάκτηση της ενίσχυσης που χορηγήθηκε δυνάμει του καθεστώτος ενισχύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 1. Υποβάλλει αμέσως, μετά από απλή αίτηση της Επιτροπής, κάθε πληροφορία σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει ή σχεδιάζει να λάβει προς συμμόρφωσή της με την παρούσα απόφαση. Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά των ενισχύσεων και των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί από τους δικαιούχους.

Άρθρο 6

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ελληνική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 19 Οκτωβρίου 2011.

Για την Επιτροπή

Dacian CIOLOȘ

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ C 52 της 2.3.2005, σ. 9 για τον φάκελο C 23/04· ΕΕ C 176 της 16.7.2005, σ. 13 για τον φάκελο C 20/05· ΕΕ C 63 της 16.3.2006, σ. 2 για τον φάκελο C 50/05.

(2)  Υπουργική απόφαση αριθ. 69836/B1461, όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις αριθ. 2035824/5887, 2045909/7431/0025, 2071670/11297 και 72742/B1723.

(3)  Από 1ης Δεκεμβρίου 2009 τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα αντίστοιχα άρθρα 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αναφορά στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα από αναφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(4)  Επιστολή SG-Greffe (2004) D/202445.

(5)   ΕΕ C 52 της 2.3.2005, σ. 9.

(6)  Υπουργική απόφαση αριθ. 66336/B.1398 της 14ης Σεπτεμβρίου 1993 και τροποποιήσεις της.

(7)  Επιστολή SG-Greffe (2005) D/202557.

(8)   ΕΕ C 176 της 16.7.2005, σ. 13.

(9)  Κοινή απόφαση αριθ. 1648/B.22/13.1.94, απόφαση αριθ. 2003341/683/0025/17.2.94, κοινή απόφαση αριθ. 14237/B.664/6.4.1994, απόφαση αριθ. 2022973/3968/0025/18.5.94, κοινή απόφαση αριθ. 235/B.21/4.1.1995, κοινή απόφαση αριθ. 44678/B.1145/3.7.1995, απόφαση αριθ. 2043231/6673/0025/11.7.95, κοινή απόφαση αριθ. 14946/B.566/30.4.1996, απόφαση αριθ. 2030175/4446/0025/10.6.1996, κοινή απόφαση αριθ. 44446/B.1613/24.12.1996, απόφαση αριθ. 2087184/49/0025/11.7.1997, απόφαση αριθ. 11362/B.472/7.1997, απόφαση αριθ. 32576/B.1282/9.10.1997, απόφαση αριθ. 2016123/2133/0025/6.3.1998, απόφαση αριθ. 40412/B.1677/9.12.1997, απόφαση αριθ. 2090373/11216/0025/1.6.98, απόφαση αριθ. 42998/B.2026/15.12.1998, απόφαση αριθ. 44247/B.2108/23.12.1998, απόφαση αριθ. 19954/B.957/7.6.1999, απόφαση αριθ. 2/42929/0025/7.10.1999, απόφαση αριθ. 10123/B.507/17.3.1999, απόφαση αριθ. 2/21857/0025/7.10.1999, απόφαση αριθ. 6244/B.270/18.2.2000, απόφαση αριθ. 2/14774/0025/31.5.2000, απόφαση αριθ. 35913/B.2043/24.10.2000, απόφαση αριθ. 2/82257/0025/18.12.2000, απόφαση αριθ. 43407/B.2428/19.12.2000, απόφαση αριθ. 2/7555/0025/25.5.2001, απόφαση αριθ. 33951/B.1498/10.10.2001, απόφαση αριθ. 2/61352/0025/2001/31.1.2002, απόφαση αριθ. 42567/B.1770/4.12.2001, απόφαση αριθ. 75113/B.2455/11.11.2003, απόφαση αριθ. 2/64046/0025/2003/28.1.2004, απόφαση αριθ. 2041901/16.5.1989, απόφαση αριθ. 2078809/10.10.1989, απόφαση αριθ. 9034/B.289/10.2.2003, απόφαση αριθ. 80295/B.2631/28.11.2003, απόφαση αριθ. 37497/Β.1232/2.6.2003.

(10)  Επιστολή SG-Greffe (2005) D/207656.

(11)   ΕΕ C 63 της 16.3.2006, σ. 2.

(12)  Ο λογαριασμός αυτός, που ανοίχθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδας, τροφοδοτείται από την παρακράτηση επί των χορηγήσεων των εμπορικών τραπεζών. Κάθε ακάλυπτο ποσό του λογαριασμού αυτού βαραίνει το κράτος (σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτει η Επιτροπή, ο λογαριασμός παρέμεινε επί μακρόν ελλειμματικός και, κατά συνέπεια, τροφοδοτείτο από το κράτος). Στην απόφασή του της 7ης Ιουνίου 1978, στην υπόθεση C 57/86 Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2855), το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (νυν Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) διαπίστωσε ότι η δραστηριότητα της Τράπεζας της Ελλάδας σε θέματα διαχείρισης και πληρωμών υπέκειτο σε άμεσο κρατικό έλεγχο.

(13)  Τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 43407/B.2428/19.12.2000, η οποία τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 33951/B.1498/10.10.2001, η οποία με τη σειρά της τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 75113/B.2455/11.11.2003.

(14)  Τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 44247/B.2108/23.12.1998.

(15)  Τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 42567/B.1770/4.12.2001.

(16)  Η οποία τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 2/42929/0025/7.10.1999.

(17)   ΕΕ L 325 της 28.10.2004, σ. 4. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2008 με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1535/2007 της Επιτροπής.

(18)   ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 30.

(19)   ΕΕ L 91 της 6.4.1990, σ. 1.

(20)   ΕΕ L 142 της 2.6.1997, σ. 22.

(21)   ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 80.

(22)   ΕΕ L 128 της 19.5.1975, σ. 1.

(23)  Κάθε μέτρο ενίσχυσης το οποίο παρέχει πλεονέκτημα σε επιχείρηση σε τομέα ανοικτό στις συναλλαγές (όπως ο γεωργικός και ο βιομηχανικός τομέας) ή το οποίο είναι δυνατόν να προσελκύει τους καταναλωτές άλλων κρατών μελών (όπως ο ξενοδοχειακός τομέας) έχει επίπτωση στις εμπορικές ροές. Στον γεωργικό τομέα το μερίδιο της Ελλάδας στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές ανήλθε σε 13,684 δισεκατομμύρια ευρώ σε εισαγωγές και σε 19,31 δισεκατομμύρια ευρώ σε εξαγωγές.

(24)  Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γεγονός και μόνον ότι βελτιώνεται η ανταγωνιστική θέση της επιχείρησης παρέχοντάς της πλεονέκτημα το οποίο δεν θα μπορούσε να επιτύχει υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς, και το οποίο δεν παρέχεται στις άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις, αρκεί προς απόδειξη μιας στρέβλωσης του ανταγωνισμού (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 στην υπόθεση 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής, Συλλογή (1980) σ. 2671, ελληνική ειδική έκδοση 1980/ΙΙΙ, σ. 13.).

(25)  Βλέπε υποσημείωση 17.

(26)   ΕΕ L 337 της 21.12.2007, σ. 35.

(27)   ΕΕ L 379 της 28.12.2006, σ. 5.

(28)  Ο τομέας των θαλάσσιων μεταφορών δεν μπορεί εν προκειμένω να καλυφθεί από τον κανόνα de minimis επειδή αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής όλων των κειμένων που διέπουν τις ενισχύσεις de minimis, με εξαίρεση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1998/2006, ο οποίος όμως δεν έχει εφαρμογή στις προβληματικές επιχειρήσεις.

(29)   ΕΕ C 213 της 19.8.1992, σ. 2.

(30)  Μετέπειτα άρθρο ΕΚ άρθρο 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης.

(31)   ΕΕ C 68 της 6.3.1996, σ. 9.

(32)   ΕΕ C 71 της 11.3.2000, σ. 14.

(33)  Βλέπε υποσημείωση 11.

(34)   ΕΕ L 91 της 6.4.1990, σ. 1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 866/90 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 951/97 του Συμβουλίου (ΕΕ L 142 της 2.6.1997, σ. 22).

(35)   ΕΕ L 163 της 29.6.1990, σ. 71.

(36)   ΕΕ L 79 της 23.3.1994, σ. 29.

(37)   ΕΕ C 283 της 19.9.1997, σ. 2.

(38)   ΕΕ C 288 της 9.10.1999, σ. 2.

(39)   ΕΕ C 307 της 13.11.1993, σ. 3.

(40)   ΕΕ C 368 της 23.12.1994, σ. 12.

(41)   ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.

(42)  Νησιωτικές περιοχές.

(43)  Πρβλ., υποσημείωση 24, υπόθεση C-730/79, σκέψεις 11 και 12.

(44)   ΕΕ L 380 της 31.12.1990, σ. 27.

(45)   ΕΕ L 202 της 18.7.1998, σ. 1.

(46)   ΕΕ C 317 της 30.12.2003, σ. 11. Η ισχύς του πλαισίου αυτού παρατάθηκε για πρώτη φορά το 2006 (ΕΕ C 260 της 28.10.2006, σ. 7) και για δεύτερη φορά το 2008 (ΕΕ C 173 της 8.7.2008, σ. 3).

(47)  Έγγραφο SEC(1989) 921 τελικό, της 3ης Αυγούστου 1989.

(48)   ΕΕ C 205 της 5.7.1997, σ. 5.

(49)   ΕΕ C 13 της 17.1.2004, σ. 3.

(50)   ΕΕ C 212 της 12.8.1988, σ. 2.

(51)   ΕΕ C 74 της 10.3.1998, σ. 4.

(52)  Απόφαση του Πρωτοδικείου (νυν Γενικό Δικαστήριο) της 15ης Ιουνίου 2005, υπόθεση T-171/02, Regione autonoma della Sardegna κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005 σ. II-2123, σκέψη 129.

(53)   ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(54)   ΕΕ C 272 της 15.11.2007, σ. 4.

(55)   ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1.

(56)   ΕΕ L 142 της 14.5.1998, σ. 1.