ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 68

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

50ό έτος
8 Μαρτίου 2007


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 241/2007 της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 2007, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

 

II   Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

Συμβούλιο

 

 

2007/154/ΕΚ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 30ής Ιανουαρίου 2007, για την κατάργηση της απόφασης 2003/487/ΕΚ σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στη Γαλλία

3

 

 

2007/155/ΕΚ

 

*

Απόφαση του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2007, για την τροποποίηση της απόφασης 2000/265/ΕΚ περί θεσπίσεως δημοσιονομικού κανονισμού για τα δημοσιονομικά θέματα της διαχείρισης, από τον αναπληρωτή γενικό γραμματέα του Συμβουλίου, των συμβάσεων τις οποίες συνάπτει ως αντιπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών όσον αφορά την εγκατάσταση και τη λειτουργία του δικτύου επικοινωνιών SISNET για το περιβάλλον Σένγκεν

5

 

 

Επιτροπή

 

 

2007/156/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 2007, για την τροποποίηση της απόφασης 2005/51/ΕΚ όσον αφορά στην περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να εισαχθεί στην Κοινότητα χώμα μολυσμένο από παρασιτοκτόνα ή από ανθεκτικούς οργανικούς ρύπους προς απομόλυνση [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 663]

7

 

 

2007/157/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 2007, για την κατάργηση της απόφασης 2005/317/ΕΚ σχετικά με τη λήψη έκτακτων μέτρων για το μη εγκεκριμένο γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό Bt10 στα προϊόντα αραβοσίτου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 674]  ( 1 )

8

 

 

2007/158/ΕΚ

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 2007, για την τροποποίηση των αποφάσεων 2003/804/ΕΚ και 2003/858/ΕΚ, όσον αφορά την εισαγωγή ζώντων ιχθύων και μαλακίων που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, από τρίτες χώρες που απαριθμούνται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2076/2005 [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 682]  ( 1 )

10

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 168/2007 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2007, για την ίδρυση Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( ΕΕ L 53 της 22.2.2007 )

12

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

8.3.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 68/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 241/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 7ης Μαρτίου 2007

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/94, σε εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, προβλέπει τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημά του.

(2)

Σε εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή πρέπει να καθοριστούν, όπως αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3223/94 καθορίζονται όπως αναγράφονται στον πίνακα που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός ισμός αρχίζει να ισχύει στις 8 Μαρτίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 7 Μαρτίου 2007.

Για την Επιτροπή

Jean-Luc DEMARTY

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)   ΕΕ L 337 της 24.12.1994, σ. 66. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 386/2005 (ΕΕ L 62 της 9.3.2005, σ. 3).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 2007, για τον καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτης χώρας (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

IL

121,1

MA

52,8

TN

148,3

TR

148,9

ZZ

117,8

0707 00 05

JO

163,6

MA

67,2

TR

129,8

ZZ

120,2

0709 90 70

MA

70,9

TR

69,3

ZZ

70,1

0709 90 80

IL

140,6

ZZ

140,6

0805 10 20

CU

36,7

EG

54,9

IL

58,0

MA

42,7

TN

46,5

TR

67,5

ZZ

51,1

0805 50 10

EG

58,8

IL

64,3

TR

43,3

ZZ

55,5

0808 10 80

AR

85,6

BR

81,3

CA

99,2

CL

102,7

CN

92,7

US

116,5

UY

63,9

ZA

101,9

ZZ

93,0

0808 20 50

AR

75,8

CL

68,9

CN

75,5

US

110,6

ZA

76,9

ZZ

81,5


(1)  Ονοματολογία των χωρών που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός « ZZ » αντιπροσωπεύει «άλλες καταγωγές».


II Πράξεις εγκριθείσες δυνάμει των συνθηκών ΕΚ/Ευρατόμ των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Συμβούλιο

8.3.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 68/3


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 30ής Ιανουαρίου 2007

για την κατάργηση της απόφασης 2003/487/ΕΚ σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στη Γαλλία

(2007/154/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 104 παράγραφος 12,

τη σύσταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με την απόφαση 2003/487/ΕΚ του Συμβουλίου (1), ύστερα από σύσταση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 6 της συνθήκης, αποφασίστηκε η ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στη Γαλλία. Το Συμβούλιο σημείωσε ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ήταν 3,1 % του ΑΕΠ το 2002, πάνω από το όριο αναφοράς 3 % του ΑΕΠ που ορίζει η συνθήκη, και προβλεπόταν τόσο από τις γαλλικές αρχές όσο και από τις υπηρεσίες της Επιτροπής να είναι πάνω από το 3 % το 2003, ενώ το ακαθάριστο δημόσιο χρέος ήταν 58,2 % του ΑΕΠ, και ήταν πιθανό να υπερβεί την τιμή αναφοράς 60 % της συνθήκης το 2003.

(2)

Στις 3 Ιουνίου 2003, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 της συνθήκης και το άρθρο 3 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (2) (ΔΥΕ), το Συμβούλιο απηύθυνε σύσταση στη Γαλλία, ύστερα από σύσταση της Επιτροπής, προκειμένου να τερματιστεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος έως το 2004 το αργότερο. Η σύσταση δημοσιοποιήθηκε.

(3)

Τον Οκτώβριο του 2003, η Επιτροπή θεώρησε ότι τα μέτρα που έλαβε η Γαλλία ήταν ανεπαρκή και δεν της επέτρεπαν να συμμορφωθεί με τη σύσταση της 3ης Ιουνίου 2003, και συνέστησε τη συνέχιση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Ωστόσο, στις 25 Νοεμβρίου 2003, το Συμβούλιο ενέκρινε συμπεράσματα απευθύνοντας συστάσεις στη Γαλλία για τη διόρθωση του ελλείμματος ως το 2005, που ακυρώθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις 13 Ιουλίου 2004 (3). Στις 14 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή ενέκρινε ανακοίνωση προς το Συμβούλιο αναφέροντας ότι κατάλληλη προθεσμία για τη διόρθωση του ελλείμματος έπρεπε να θεωρηθεί το έτος 2005. Συμπέρανε επίσης ότι οι ενέργειες που είχε αναλάβει η Γαλλία έως τη στιγμή εκείνη ευθυγραμμίζονταν γενικά με τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος ως το 2005, βάσει προσαρμογής ύψους περίπου 1 % κατά τα έτη 2004 και 2005 σε κυκλικά προσαρμοσμένους όρους. Στις 18 Ιανουαρίου 2005, το Συμβούλιο συμφώνησε με την άποψη αυτή.

(4)

Βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 12 της συνθήκης, απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος καταργείται όταν, κατά την άποψη του Συμβουλίου, το εν λόγω υπερβολικό έλλειμμα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος έχει διορθωθεί.

(5)

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που προσαρτάται στη συνθήκη, η Επιτροπή παρέχει τα στατιστικά στοιχεία για την εφαρμογή της ΔΥΕ. Στο πλαίσιο της εφαρμογής του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιούν τα στοιχεία για τα δημόσια ελλείμματα και το δημόσιο χρέος και άλλες συναφείς μεταβλητές δύο φορές το χρόνο, δηλαδή πριν από την 1η Απριλίου και πριν από την 1η Οκτωβρίου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1993, σχετικά με την εφαρμογή του πρωτοκόλλου για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (4).

(6)

Με βάση τα στοιχεία που έδωσε η Επιτροπή (Eurostat) σύμφωνα με το άρθρο 8ζ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3605/93, σε συνέχεια της κοινοποίησης στην οποία προέβη η Γαλλία πριν από την 1η Οκτωβρίου 2006, και τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής το 2006, προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης αφού αυξήθηκε από 3,2 % του ΑΕΠ το 2002 σε 4,2 % του ΑΕΠ το 2003, μειώθηκε σε 3,7 % του ΑΕΠ το 2004 και περαιτέρω σε 2,9 % του ΑΕΠ το 2005, τιμή κάτω από το όριο αναφοράς 3 % του ΑΕΠ,

κατά την περίοδο 2004-2005, η διαρθρωτική προσαρμογή (δηλαδή η βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου αποτελέσματος μη υπολογιζομένων των έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων έφθασε την 1 εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ: 0,4 % το 2004 και 0,6 % το 2005. Πράγματι, μολονότι η μείωση του ονομαστικού ελλείμματος κάτω από την τιμή αναφοράς 3 % του ΑΕΠ το 2005 οφείλεται σε ουσιώδη έκτακτα έσοδα και υψηλότερα φορολογικά έσοδα σε σχέση με τις προβλέψεις, η μείωση οφείλεται επίσης και στον καλύτερο έλεγχο των δαπανών του κράτους στον τομέα της υγείας. Ειδικότερα, η ετήσια αύξηση των δαπανών στον τομέα της υγείας επιβραδύνθηκε σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα έτη χάρη στα αποτελέσματα των μέτρων που εγγράφονται στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του τομέα της υγείας του 2004,

για το 2006, οι φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής 2006 εκτιμούν ότι το έλλειμμα θα μειωθεί περαιτέρω στο 2,7 % του ΑΕΠ, τιμή καλύτερη από το στόχο που έθετε το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας του Ιανουαρίου 2006 (2,9 %). Η μείωση του ελλείμματος αναμένεται να βασίζεται σε περαιτέρω μείωση του ετήσιου ρυθμού αύξησης των δαπανών στον τομέα της υγείας και στη συνέχιση του ελέγχου των δαπανών στο επίπεδο του κράτους που αναμένεται να επιτύχει το στόχο της μηδενικής αύξησης των δαπανών ως προς τον όγκο. Η προσφυγή σε έκτακτα μέτρα θα περιοριστεί σε 0,25 % του ΑΕΠ. Οι φθινοπωρινές προβλέψεις για το 2007 αναφέρουν περαιτέρω μείωση του ελλείμματος στο 2,6 % του ΑΕΠ (με προσφυγή σε έκτακτα μέτρα που περιορίζεται σε 0,05 % του ΑΕΠ) και 2,2 % του ΑΕΠ το 2008 (με αμετάβλητες πολιτικές και χωρίς έκτακτα μέτρα). Συνεπώς, συνάγεται ότι ο δείκτης του ελλείμματος προς το ΑΕΠ έχει μειωθεί κάτω από το όριο 3 % του ΑΕΠ κατά τρόπο αξιόπιστο και διατηρήσιμο. Η βελτίωση του διαρθρωτικού υπολοίπου (κυκλικά προσαρμοσμένο υπόλοιπο μη υπολογιζομένων των έκτακτων μέτρων) εκτιμάται σε 0,5 %, 0,3 % και 0,6 % του ΑΕΠ το 2006, το 2007 και το 2008, αντίστοιχα. Η τάση αυτή θα πρέπει επίσης να εξεταστεί στο πλαίσιο της προόδου που πρέπει να πραγματοποιηθεί ενόψει του μεσοπρόθεσμου στόχου που καθόρισαν οι γαλλικές αρχές, δηλαδή ισοσκελισμένη διαρθρωτική θέση,

αφού αυξήθηκε από 58,2 % του ΑΕΠ το 2002 σε 66,6 % του ΑΕΠ το 2005, υπερβαίνοντας το όριο αναφοράς της συνθήκης 60 % του ΑΕΠ το 2003, ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε σε 65,4 % του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2006. Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής 2006, το ακαθάριστο δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω σε 64,7 % του ΑΕΠ το 2006 και γύρω στο 63 % του ΑΕΠ ως το 2008 (με αμετάβλητες πολιτικές).

(7)

Κατά την άποψη του Συμβουλίου, το υπερβολικό έλλειμμα στη Γαλλία έχει διορθωθεί και η απόφαση 2003/487/ΕΚ θα πρέπει να καταργηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Από μια συνολική εκτίμηση συνάγεται ότι η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στη Γαλλία έχει διορθωθεί.

Άρθρο 2

Η απόφαση 2003/487/ΕΚ καταργείται.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 30 Ιανουαρίου 2007.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

F.-W. STEINMEIER


(1)   ΕΕ L 165 της 3.7.2003, σ. 29.

(2)   ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1056/2005 (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 5).

(3)  Υπόθεση C-27/04, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, [2004] ECR I-6649.

(4)   ΕΕ L 332 της 31.12.1993, σ. 7. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2103/2005 (ΕΕ L 337 της 22.12.2005, σ. 1).


8.3.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 68/5


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 5ης Μαρτίου 2007

για την τροποποίηση της απόφασης 2000/265/ΕΚ περί θεσπίσεως δημοσιονομικού κανονισμού για τα δημοσιονομικά θέματα της διαχείρισης, από τον αναπληρωτή γενικό γραμματέα του Συμβουλίου, των συμβάσεων τις οποίες συνάπτει ως αντιπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών όσον αφορά την εγκατάσταση και τη λειτουργία του δικτύου επικοινωνιών «SISNET» για το περιβάλλον Σένγκεν

(2007/155/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη το πρωτόκολλο για την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο πρώτη πρόταση του πρωτοκόλλου,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του Συμβουλίου έχει εξουσιοδοτηθεί, με την απόφαση 1999/870/ΕΚ (1) και την απόφαση 2007/149/ΕΚ (2) να ενεργεί, στη συνάρτηση της ενσωμάτωσης του κεκτημένου Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών για τη σύναψη συμβάσεων που αφορούν την εγκατάσταση και τη λειτουργία της επικοινωνιακής υποδομής για το περιβάλλον Σένγκεν, («SISNET») και να διαχειρίζεται τις εν λόγω συμβάσεις, εν αναμονή της μετάβασης σε επικοινωνιακή υποδομή εις βάρος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(2)

Οι δημοσιονομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις αυτές καλύπτονται από ειδικό προϋπολογισμό (στο εξής «προϋπολογισμός SISNET») από τον οποίο χρηματοδοτείται η προαναφερόμενη στις εν λόγω αποφάσεις του Συμβουλίου επικοινωνιακή υποδομή.

(3)

Τα νέα κράτη μέλη, κατά την έννοια της πράξης προσχώρησης του 2003, εξαιρουμένης της Κύπρου, θα συνδεθούν με το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν πρώτης γενιάς (SIS 1+) σε ημερομηνία που θα ορισθεί από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης έως του 2003 (στο εξής «σχέδιο SISone4ALL»).

(4)

Από την ημερομηνία εκείνη, τα εν λόγω κράτη μέλη θα πρέπει να συμμετέχουν στον προϋπολογισμό.

(5)

Δύο κράτη μέλη, ήτοι η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό SISNET χωρίς όμως να είναι συνδεδεμένα με το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν, θα πρέπει να μην υποχρεούνται να συνεισφέρουν στις πρόσθετες δαπάνες που απαιτούνται για το σχέδιο SISone4ALL,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Η απόφαση 2000/265/ΕΚ (3) τροποποιείται ως ακολούθως:

1)

Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος δημοσιονομικού κανονισμού, ο “προϋπολογισμός” είναι η πράξη που προβλέπει και προεγκρίνει, για κάθε οικονομικό έτος, τα έσοδα και τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμβάσεις που αναφέρονται στις αποφάσεις 1999/870/ΕΚ και 2007/149/ΕΚ (*1).

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος δημοσιονομικού κανονισμού, ως “SISNET” νοείται η επικοινωνιακή υποδομή για το περιβάλλον Σένγκεν κατά τα αναφερόμενα στις αποφάσεις 1999/870/ΕΚ και 2007/149/ΕΚ.

(*1)   ΕΕ L 66 της 6.3.2007, σ. 19.»."

2)

Στο άρθρο 25, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα έσοδα του προϋπολογισμού αποτελούνται από τις χρηματικές συνεισφορές των εξής κρατών μελών: Αυστρίας, Βελγίου, Τσεχικής Δημοκρατίας, Δανίας, Εσθονίας, Φιλανδίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ελλάδας, Ουγγαρίας, Ιρλανδίας, Ιταλίας, Λεττονίας, Λιθουανίας, Λουξεμβούργου, Μάλτας, Κάτω Χωρών, Πολωνίας, Πορτογαλίας, Σλοβακίας, Σλοβενίας, Ισπανίας, Σουηδίας, Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς επίσης και της Νορβηγίας και Ισλανδίας.».

3)

Στο άρθρο 26, προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συνεισφέρουν στις πρόσθετες δαπάνες που συνεπάγεται η επέκταση της επικοινωνιακής υποδομής στην Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβακία και τη Σλοβενία.».

4)

Στο άρθρο 28, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 49, η Τσεχική Δημοκρατία, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Λεττονία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Σλοβενία, υποχρεούνται να καταβάλλουν τις αρχικές συνεισφορές τους σύμφωνα με χρονοδιάγραμμα το οποίο θα ορίσουν τα κράτη μέλη του άρθρου 25.».

5)

Το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)

Οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Όλες οι προαναφερθείσες συμβάσεις η εκτιμώμενη αξία των οποίων είναι ίση ή μεγαλύτερη από τα κατώτατα όρια που ορίζονται στην οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (*2) συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας (στο εξής “οδηγία για τις δημόσιες συμβάσεις”).

3.   Οι συμβάσεις η εκτιμώμενη αξία των οποίων δεν υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που ορίζονται στην οδηγία για τις δημόσιες συμβάσεις, μπορούν να συνάπτονται με απευθείας ανάθεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ωστόσο, τα κράτη μέλη του άρθρου 25 δεσμεύονται, στο μέτρο του δυνατού και διά παντός καταλλήλου μέτρου, να παρέχουν στους προμηθευτές που είναι σε θέση να προμηθεύσουν τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες τη δυνατότητα να διαγωνίζονται.

(*2)   ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107).»."

β)

Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Οι διαδικασίες υποβολής προσφορών και τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης καθορίζονται και διέπονται από τις διατάξεις της οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις, όπως συμπληρώνονται από τις διατάξεις του παρόντος δημοσιονομικού κανονισμού.».

6)

Στο άρθρο 37, το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η συμβουλευτική επιτροπή επιδιώκει να εκδίδει τις γνώμες της με συναίνεση. Εάν η συναίνεση δεν είναι δυνατή, η συμβουλευτική επιτροπή εκδίδει τη γνώμη της με απλή πλειοψηφία των αντιπροσώπων της. Απαιτείται απαρτία 19 αντιπροσώπων για να είναι έγκυρες οι εργασίες της. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.».

7)

Στο άρθρο 39, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

Όλες οι προτεινόμενες συμβάσεις για προμήθειες ή υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των μελετών, η εκτιμώμενη αξία των οποίων είναι ίση ή μεγαλύτερη από τα κατώτατα όρια που ορίζονται από την οδηγία για τις δημόσιες συμβάσεις·».

8)

Στο άρθρο 43, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η παροχή της εγγύησης αυτής είναι υποχρεωτική στην περίπτωση που η αξία της σύμβασης είναι ίση ή μεγαλύτερη από τα κατώτατα όρια που ορίζονται στην οδηγία για τις δημόσιες συμβάσεις.».

9)

Στο άρθρο 49, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

αναπροσαρμογή των συνεισφορών των κρατών του άρθρου 25, ώστε να ορισθεί η καταλογιστέα στο άλλο κράτος αναλογία των μέχρι τότε δαπανών του άλλου κράτους για την εγκατάσταση του SISNET. Το εν λόγω ποσοστό υπολογίζεται βάσει του μεριδίου πόρων ΦΠΑ που κατέβαλε το άλλο κράτος επί του συνόλου των πόρων ΦΠΑ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τα προηγούμενα οικονομικά έτη κατά τα οποία πραγματοποιήθηκαν οι αναγκαίες δαπάνες για την εγκατάσταση του SISNET. Αν δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τους πόρους ΦΠΑ, η αναπροσαρμογή των συνεισφορών υπολογίζεται βάσει του μεριδίου κάθε ενδιαφερομένου κράτους μέλους στο σύνολο του ΑΕΠ όλων των κρατών μελών του άρθρου 25. Βάσει της ποσοστιαίας συνεισφοράς, εκδίδεται “πιστωτικό σημείωμα” υπέρ των κρατών του άρθρου 25 κατ’ αναλογία του αντίστοιχου μεριδίου τους, όπως υπολογίζεται βάσει του άρθρου 26. Τα λοιπά κράτη μπορούν να επιλέξουν είτε να συμψηφίσουν το ποσό αυτό με το οικείο μερίδιο του προϋπολογισμού είτε να ζητήσουν να τους επιστραφεί.».

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση παράγει αποτελέσματα από την ημέρα της έκδοσής της.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 5 Μαρτίου 2007.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

F.-W. STEINMEIER


(1)   ΕΕ L 337 της 30.12.1999, σ. 41.

(2)   ΕΕ L 66 της 6.3.2007, σ. 19.

(3)   ΕΕ L 85 της 6.4.2000, σ. 12. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 2003/171/ΕΚ (ΕΕ L 69 της 13.3.2003, σ. 25).


Επιτροπή

8.3.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 68/7


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 7ης Μαρτίου 2007

για την τροποποίηση της απόφασης 2005/51/ΕΚ όσον αφορά στην περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να εισαχθεί στην Κοινότητα χώμα μολυσμένο από παρασιτοκτόνα ή από ανθεκτικούς οργανικούς ρύπους προς απομόλυνση

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 663]

(2007/156/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, περί μέτρων κατά της εισαγωγής στην Κοινότητα οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα και κατά της εξάπλωσής τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (1), και ιδίως το άρθρο 15 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Κατά παρέκκλιση από την οδηγία 2000/29/EK, η απόφαση 2005/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Ιανουαρίου 2005, που εξουσιοδοτεί προσωρινά τα κράτη μέλη να προβλέψουν παρεκκλίσεις από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την εισαγωγή χώματος μολυσμένου από παρασιτοκτόνα ή από ανθεκτικούς οργανικούς ρύπους προς απομόλυνση (2), δίνει το δικαίωμα, για μια περιορισμένη περίοδο, στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της Οργάνωσης των Ηνωμένων Εθνών για τη Διατροφή και τη Γεωργία (FAO) σχετικά με την πρόληψη και διάθεση παλαιών και άχρηστων παρασιτοκτόνων να επιτρέπουν την εισαγωγή χώματος μολυσμένου από τέτοια παρασιτοκτόνα στην Κοινότητα για να υποβληθεί σε επεξεργασία σε ειδικούς αποτεφρωτήρες επικίνδυνων αποβλήτων.

(2)

Δεδομένου ότι η εφαρμογή του εν λόγω προγράμματος έχει καθυστερήσει, η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να εισαχθεί μολυσμένο χώμα βάσει της άδειας που χορηγείται με την απόφαση 2005/51/ΕΚ πρέπει να επεκταθεί.

(3)

Ως εκ τούτου, η απόφαση 2005/51/ΕΚ πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης φυτοϋγειονομικής επιτροπής,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 της απόφασης 2005/51/ΕΚ οι λέξεις «28 Φεβρουαρίου 2007» αντικαθίστανται από τις λέξεις «28 Φεβρουαρίου 2009».

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 7 Μαρτίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 169 της 10.7.2000, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/35/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 88 της 25.3.2006, σ. 9).

(2)   ΕΕ L 21 της 25.1.2005, σ. 21.


8.3.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 68/8


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 7ης Μαρτίου 2007

για την κατάργηση της απόφασης 2005/317/ΕΚ σχετικά με τη λήψη έκτακτων μέτρων για το μη εγκεκριμένο γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό «Bt10» στα προϊόντα αραβοσίτου

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 674]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/157/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (1), και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 προβλέπει τη δυνατότητα θέσπισης κατάλληλων κοινοτικών μέτρων έκτακτης ανάγκης για τρόφιμα και ζωοτροφές που εισάγονται από τρίτη χώρα προκειμένου να προστατευθεί η ανθρώπινη υγεία, η υγεία των ζώων ή το περιβάλλον, όταν ο κίνδυνος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά με τα μέτρα που έχουν λάβει τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

(2)

Η Επιτροπή, αφού ενημερώθηκε από τις αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ότι τα προϊόντα αραβοσίτου που έχουν μολυνθεί από το μη εγκεκριμένο γενετικά τροποποιημένο αραβόσιτο Bt10 ενδέχεται να έχουν εξαχθεί στην Κοινότητα και δεδομένης της δήλωσης της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, σύμφωνα με την οποία λόγω ανεπαρκών στοιχείων είναι αδύνατη η διεξαγωγή πλήρους αξιολόγησης του κινδύνου του αραβοσίτου Bt10 κατά τα πρότυπα που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), εξέδωσε, στις 18 Απριλίου 2005, την απόφαση 2005/317/ΕΚ σχετικά με τη λήψη έκτακτων μέτρων για το μη εγκεκριμένο γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό «Bt10» στα προϊόντα αραβοσίτου (3).

(3)

Όπως απαιτεί η απόφαση 2005/317/ΕΚ, τα φορτία προϊόντων αραβοσίτου καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών, τα οποία ενδέχεται να είναι μολυσμένα (ιδίως η κτηνοτροφική γλουτένη αραβοσίτου και οι σπόροι ζυθοποιίας για χρήση στις ζωοτροφές) πρέπει να διατίθενται στην αγορά μόνον εάν παρέχεται αναλυτική έκθεση με την οποία να καταδεικνύεται ότι τα προϊόντα δεν είναι μολυσμένα με το γενετικά τροποποιημένο αραβόσιτο Bt10.

(4)

Για να εξασφαλιστεί η αναλογικότητα και να αποφευχθεί κάθε τυχόν περιορισμός του εμπορίου που υπερβαίνει τα όσα απαιτούνται για την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου και των ζώων, η απόφαση 2005/317/ΕΚ περιλαμβάνει ρήτρα αναθεώρησης, έτσι ώστε να αξιολογείται εάν τα έκτακτα μέτρα εξακολουθούν να είναι αναγκαία.

(5)

Τα μέτρα επανεξετάστηκαν δύο φορές, τον Οκτώβριο του 2005 και τον Μάρτιο του 2006 και ύστερα από διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να διατηρηθούν έως ότου υπάρξουν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις εξαγωγές προϊόντων αραβοσίτου που ενδέχεται να είναι μολυσμένα με τον αραβόσιτο Bt10.

(6)

Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία που παρείχε η Syngenta, η εταιρεία που ανέπτυξε το γενετικά τροποποιημένο αραβόσιτο Bt10, οι δοκιμασίες, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, διεξήχθησαν σύμφωνα με δοκιμαστική μέθοδο επικυρωμένη από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επαληθεύθηκαν από το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ, δείχνουν ότι κανένα δείγμα δεν βρέθηκε να περιέχει τον αραβόσιτο Bt10 από τις αρχές Νοεμβρίου του 2005. Η καταλληλότητα της μεθόδου ανίχνευσης αναλύθηκε περαιτέρω και πρόσφατα επιβεβαιώθηκε από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

(7)

Βάσει των πληροφοριών που παρείχαν πρόσφατα στην Επιτροπή οι αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών, η Syngenta προέβη σε σειρά ενεργειών, με τη συμμετοχή του Υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ, για να εξασφαλίσει ότι ο αραβόσιτος Bt10 δεν θα μεταδοθεί στο φυτόπλασμα της εταιρείας ή/και θα διανεμηθεί στα στάδια εμπορικής παραγωγής.

(8)

Από την έναρξη ισχύος της απόφασης 2005/317/ΕΚ, καταγράφηκε μόνο μία περίπτωση εισαγωγής του αραβοσίτου Bt10 στην κοινοτική επικράτεια, στις 24 Μαΐου 2005. Μια αποστολή προϊόντων αραβοσίτου μολυσμένου με Bt10 αναχώρησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες πριν να είναι διαθέσιμα τα αναλυτικά αποτελέσματα των δοκιμασιών και κοινοποιήθηκε από τον εισαγωγέα πριν από την άφιξη του πλοίου στην Ιρλανδία. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύχθηκε η διάθεση στην αγορά των μολυσμένων προϊόντων.

(9)

Εκτός από αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχει αναφερθεί άλλη περίπτωση παρουσίας του Bt10 από τα κράτη μέλη, βάσει των ελέγχων που διεξάγουν οι εθνικές αρμόδιες αρχές.

(10)

Με βάση αυτές τις πληροφορίες, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι δεν είναι πλέον αναγκαία η διατήρηση της απαίτησης για υποχρεωτική πιστοποίηση. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να καταργηθεί η απόφαση 2005/317/ΕΚ.

(11)

Ωστόσο, είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να εξακολουθήσουν να ελέγχουν, για επιπλέον περίοδο έξι μηνών και βάσει των κατάλληλων δειγματοληπτικών δοκιμασιών, την παρουσία στην αγορά προϊόντων αραβοσίτου μολυσμένων με τον αραβόσιτο Bt10. Τα θετικά (μη αποδεκτά) αποτελέσματα θα κοινοποιούνται ταχέως μέσω του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, ώστε να είναι σε θέση η Επιτροπή να αποφασίσει για την αναγκαιότητα λήψης περαιτέρω μέτρων.

(12)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η απόφαση 2005/317/ΕΚ καταργείται.

Άρθρο 2

Για επιπλέον περίοδο έξι μηνών, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν το κατάλληλο επίπεδο δειγματοληπτικών δοκιμασιών για να εξακριβώνουν την απουσία του γενετικά τροποποιημένου αραβοσίτου Bt10 στα ακόλουθα προϊόντα που μολύνθηκαν από Bt10 καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής:

ζωοτροφές από γλουτένη καλαμποκιού που περιέχουν ή παράγονται από γενετικά τροποποιημένο αραβόσιτο του κωδικού ΣΟ 2309 90 20 ,

σπόρους ζυθοποιίας που περιέχουν ή παράγονται από γενετικά τροποποιημένο αραβόσιτο του κωδικού ΣΟ 2303 30 00 .

Τα θετικά (μη αποδεκτά) αποτελέσματα κοινοποιούνται ταχέως μέσω του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 7 Μαρτίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 575/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 100 της 8.4.2006, σ. 3).

(2)   ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1981/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 368 της 23.12.2006, σ. 99).

(3)   ΕΕ L 101 της 21.4.2005, σ. 14.


8.3.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 68/10


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 7ης Μαρτίου 2007

για την τροποποίηση των αποφάσεων 2003/804/ΕΚ και 2003/858/ΕΚ, όσον αφορά την εισαγωγή ζώντων ιχθύων και μαλακίων που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, από τρίτες χώρες που απαριθμούνται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2076/2005

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 682]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/158/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 91/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τη διάθεση στην αγορά ζώων και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας (1), και ιδίως το άρθρο 19 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η απόφαση 2003/804/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Νοεμβρίου 2003, για τον καθορισμό των όρων υγειονομικού ελέγχου και των απαιτήσεων πιστοποίησης για τις εισαγωγές μαλακίων, αυγών και γαμετών τους, με σκοπό την περαιτέρω ανάπτυξη, αύξηση, μετεγκατάσταση ή κατανάλωσή τους από τον άνθρωπο (2), και η απόφαση 2003/858/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με τον καθορισμό των όρων υγειονομικού ελέγχου και των απαιτήσεων πιστοποίησης για τις εισαγωγές ζώντων ψαριών, των αυγών και των γαμετών τους που προορίζονται για καλλιέργεια και ζώντων ψαριών υδατοκαλλιέργειας και των προϊόντων τους που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση (3), αναφέρονται στις τρίτες χώρες που απαριθμούνται στον κατάλογο που περιέχεται στην απόφαση 2006/766/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 2006, για την κατάρτιση του καταλόγου τρίτων χωρών και εδαφών από τα οποία επιτρέπονται οι εισαγωγές δίθυρων μαλακίων, εχινοδέρμων, χιτωνόζωων, θαλάσσιων γαστερόποδων και αλιευτικών προϊόντων (4) όσον αφορά στην έγκριση για την εισαγωγή στην Κοινότητα των ζωντανών μαλακίων και των προϊόντων ψαριών προοριζόμενων για ανθρώπινη κατανάλωση.

(2)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2076/2005 της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 2005, για τη θέσπιση μεταβατικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 853/2004, (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 853/2004 και (ΕΚ) αριθ. 854/2004 (5), τα κράτη μέλη μπορούν για μια μεταβατική περίοδο που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2009, υπό ορισμένους όρους, να εγκρίνουν από άποψη δημόσιας υγείας την εισαγωγή δίθυρων μαλακίων και προϊόντων αλιείας από τις χώρες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι και το παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, αντίστοιχα. Τα εν λόγω εισαγόμενα από εκείνες τις χώρες προϊόντα μπορούν να διατίθενται μόνο στην εγχώρια αγορά του εισάγοντος κράτους μέλους ή των κρατών μελών που επιτρέπουν την ίδια εισαγωγή.

(3)

Οι αποφάσεις 2003/804/ΕΚ και 2003/858/ΕΚ πρέπει επίσης να επιτρέπουν την εισαγωγή από χώρες που απαριθμούνται στους καταλόγους που περιέχονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2076/2005.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της απόφασης 2003/804/ΕΚ

Στην απόφαση 2003/804//EK, το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

η τρίτη χώρα αποστολής εμφαίνεται είτε στον κατάλογο που καθιερώνεται με την απόφαση 2006/766/ΕΚ της Επιτροπής (*1) ή, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου για την οποία γίνεται λόγος στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2076/2005 της Επιτροπής (*2), στον κατάλογο που καθιερώνεται με τον εν λόγω κανονισμό.

(*1)   ΕΕ L 320 της 18.11.2006, σ. 53."

(*2)   ΕΕ L 338 της 22.12.2005, σ. 83.»."

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις της απόφασης 2003/858/ΕΚ

Στην απόφαση 2003/858/EK, το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

η τρίτη χώρα αποστολής εμφαίνεται είτε στον κατάλογο που καθιερώνεται με την απόφαση 2006/766/ΕΚ της Επιτροπής (*3) ή, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου για την οποία γίνεται λόγος στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2076/2005 της Επιτροπής (*4), στον κατάλογο που καθιερώνεται από τον εν λόγω κανονισμό.

(*3)   ΕΕ L 320 της 18.11.2006, σ. 53."

(*4)   ΕΕ L 338 της 22.12.2005, σ. 83.»."

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 7 Μαρτίου 2007.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 46 της 19.2.1991, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 806/2003 (ΕΕ L 122 της 16.5.2003, σ. 1).

(2)   ΕΕ L 302 της 20.11.2003, σ. 22. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 2006/767/ΕΚ (ΕΕ L 320 της 18.11.2006, σ. 58).

(3)   ΕΕ L 324 της 11.12.2003, σ. 37. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1792/2006 (ΕΕ L 362 της 20.12.2006, σ. 1).

(4)   ΕΕ L 320 της 18.11.2006, σ. 53.

(5)   ΕΕ L 338 της 22.12.2005, σ. 83. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1666/2006 (ΕΕ L 320 της 18.11.2006, σ. 47).


Διορθωτικά

8.3.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 68/12


Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 168/2007 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2007, για την ίδρυση Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 53 της 22ας Φεβρουαρίου 2007 )

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 168/2007 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 168/2007 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 15ης Φεβρουαρίου 2007

για την ίδρυση Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 308,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη.

(2)

Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2), λαμβανομένου υπόψη του καθεστώτος του Χάρτη και του πεδίου εφαρμογής του, καθώς και οι συνοδευτικές επεξηγήσεις, αντικατοπτρίζουν τα δικαιώματα που απορρέουν ιδίως από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις και διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών, τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις κοινοτικές συνθήκες, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τους Κοινωνικούς Χάρτες που έχουν υιοθετηθεί από την Κοινότητα και το Συμβούλιο της Ευρώπης, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

(3)

Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της πρέπει να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα όταν εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο.

(4)

Η μεγαλύτερη γνώση και η ευρύτερη ευαισθητοποίηση όσον αφορά τα ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ένωση θα οδηγήσουν στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η ίδρυση ενός κοινοτικού οργανισμού, που θα έχει ως καθήκον την παροχή πληροφοριών και δεδομένων σε ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων, θα συνέβαλε στον προαναφερθέντα στόχο. Επιπλέον, η ανάπτυξη αποτελεσματικών θεσμικών οργάνων για την προστασία και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί κοινή αξία της διεθνούς και της ευρωπαϊκής κοινωνίας, όπως εκφράσθηκε στη σύσταση αριθ. R (97) 14 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 30 Σεπτεμβρίου 1997.

(5)

Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών που συνεδρίασαν στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 13 Δεκεμβρίου 2003, συμφώνησαν να βασισθούν στο υφιστάμενο Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1035/97 (3) και να επεκτείνουν την εντολή του ώστε να μετατραπεί σε Οργανισμό Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αποφάσισαν επίσης, κατά τη συνεδρίαση αυτή, ότι η έδρα του οργανισμού θα πρέπει να παραμείνει στη Βιέννη.

(6)

Η Επιτροπή συμφώνησε και επισήμανε την πρόθεσή της να υποβάλει πρόταση για την σχετική τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1035/97. Ακολούθως, η Επιτροπή εξέδωσε στις 25 Οκτωβρίου 2004 την ανακοίνωση για τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, βάσει της οποίας πραγματοποιήθηκε μια ευρεία δημόσια διαβούλευση.

(7)

Επομένως, θα πρέπει να ιδρυθεί ένας Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βάση το υφιστάμενο Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας, που θα επεκταθεί ώστε να παρέχει στα συναφή θεσμικά όργανα και αρχές της Κοινότητας και των κρατών μελών της, όταν εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο, πληροφορίες, συνδρομή και εμπειρογνωμοσύνη σχετικά με τα Θεμελιώδη Δικαιώματα ώστε να τα βοηθήσει να σέβονται πλήρως τα δικαιώματα αυτά όταν λαμβάνουν μέτρα ή καθορίζουν δράσεις στους αντίστοιχους τομείς αρμοδιότητάς τους.

(8)

Αναγνωρίζεται ότι ο οργανισμός θα πρέπει να δρα μόνον εντός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.

(9)

Ο οργανισμός κατά την άσκηση των καθηκόντων του θα πρέπει να αναφέρεται στα θεμελιώδη δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες, και όπως αντικατοπτρίζονται ιδίως στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, λαμβανομένου υπόψη του καθεστώτος του, καθώς και των επεξηγήσεων που τον συνοδεύουν. Η στενή σχέση με το Χάρτη θα πρέπει να αντανακλάται στο όνομα του οργανισμού.

(10)

Δεδομένου ότι ο οργανισμός θα βασίζεται στο υφιστάμενο Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας, το οποίο θα επεκτείνει, οι εργασίες του πρέπει να εξακολουθήσουν να καλύπτουν τα φαινόμενα ρατσισμού, ξενοφοβίας και αντισημιτισμού, την προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες καθώς και την ισότητα των φύλων, ως ουσιαστικά στοιχεία για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

(11)

Οι θεματικοί τομείς δραστηριότητας του οργανισμού θα πρέπει να καθορίζονται στο πολυετές πλαίσιο, που προσδιορίζει με αυτόν τον τρόπο τα όρια των εργασιών του οργανισμού. Λόγω της πολιτικής σημασίας του πολυετούς πλαισίου, είναι σημαντικό να το υιοθετεί το ίδιο το Συμβούλιο το πρόγραμμά του, κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βάσει πρότασης της Επιτροπής.

(12)

Ο οργανισμός θα πρέπει να συλλέγει αντικειμενικές, αξιόπιστες και συγκρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη της κατάστασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, να αναλύει τις πληροφορίες αυτές όσον αφορά τις αιτίες, τις συνέπειες και τα αποτελέσματα των παραβιάσεων των δικαιωμάτων αυτών και να εξετάζει τα παραδείγματα καλής πρακτικής όσον αφορά αυτά τα θέματα.

(13)

Ο οργανισμός θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να διατυπώνει γνώμες προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, χωρίς να παρεμβαίνει στις νομοθετικές και δικαστικές διαδικασίες που προβλέπει η συνθήκη. Ωστόσο, τα όργανα θα πρέπει να μπορούν να ζητούν γνώμες σχετικά με τις νομοθετικές τους προτάσεις ή τις θέσεις που λαμβάνουν κατά τις νομοθετικές διαδικασίες, σε ό,τι αφορά τη συμβατότητά τους με τα θεμελιώδη δικαιώματα.

(14)

Ο οργανισμός θα πρέπει να υποβάλει ετήσια έκθεση για ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στους τομείς δραστηριότητάς του, επισημαίνοντας και παραδείγματα καλής πρακτικής. Επίσης, ο οργανισμός θα πρέπει να συντάσσει θεματικές εκθέσεις για ζητήματα ιδιαίτερης σημασίας για τις πολιτικές της Ένωσης.

(15)

Ο οργανισμός θα πρέπει να λαμβάνει μέτρα για την προαγωγή της ευαισθητοποίησης του ευρύτερου κοινού όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματά του, καθώς και τις δυνατότητες και γενικά τους διάφορους μηχανισμούς για την εφαρμογή τους, χωρίς ωστόσο να επιλαμβάνεται ο ίδιος ατομικών καταγγελιών.

(16)

Ο οργανισμός θα συνεργάζεται όσο το δυνατόν στενότερα με όλα τα συναφή θεσμικά όργανα της Ένωσης, καθώς και με τους οργανισμούς, τις υπηρεσίες και τους φορείς της Κοινότητας και της Ένωσης, προκειμένου να αποφευχθούν οι άσκοπες επικαλύψεις, ιδίως όσον αφορά το μελλοντικό Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων.

(17)

Δεδομένου ότι η συνεργασία με τα κράτη μέλη αποτελεί βασικό στοιχείο για την επιτυχή εκτέλεση του έργου του, ο οργανισμός θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με τα κράτη μέλη μέσω των διαφόρων οργάνων του. Για το σκοπό αυτό τα κράτη μέλη θα πρέπει να διορίσουν εθνικούς αξιωματικούς συνδέσμους, ως κύρια σημεία επαφής του οργανισμού στα κράτη μέλη. Ο οργανισμός, θα πρέπει, συγκεκριμένα, να επικοινωνεί με τους εθνικούς αξιωματικούς συνδέσμους, όσον αφορά ιδίως εκθέσεις και άλλα έγγραφα που θα συντάσσει ο οργανισμός.

(18)

Ο οργανισμός θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με το Συμβούλιο της Ευρώπης. Αυτή η συνεργασία πρέπει να εξασφαλίζει την αποφυγή των επικαλύψεων μεταξύ των δραστηριοτήτων του οργανισμού και των δραστηριοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, ιδίως με την δημιουργία μηχανισμών που θα διασφαλίζουν συμπληρωματικότητα και προστιθέμενη αξία, όπως η σύναψη διμερούς συμφωνίας συνεργασίας και η συμμετοχή ανεξάρτητου προσώπου που διορίζεται από το Συμβούλιο της Ευρώπης στα διοικητικά όργανα του οργανισμού με τα δεόντως καθορισμένα δικαιώματα ψήφου.

(19)

Αναγνωρίζοντας το σημαντικό ρόλο της κοινωνίας των πολιτών στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο οργανισμός θα προωθεί το διάλογο με την κοινωνία των πολιτών και θα συνεργάζεται στενά με μη κυβερνητικές οργανώσειςς και με φορείς της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Θα πρέπει να ιδρύσει ένα δίκτυο συνεργασίας, καλούμενο «Πλατφόρμα θεμελιωδών δικαιωμάτων» με στόχο τη δημιουργία διαρθρωμένου και καρποφόρου διαλόγου και στενής συνεργασίας με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς.

(20)

Δεδομένου του ειδικού έργου του οργανισμού, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να διορίζει έναν ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα στο Διοικητικό Συμβούλιο. Λαμβανομένων υπόψη των αρχών που αφορούν το καθεστώς και τη λειτουργία των εθνικών οργανισμών για την προστασία και την προαγωγή των ανθρώπινων δικαιωμάτων (των αποκαλούμενων «αρχών των Παρισίων»), η σύνθεση αυτού του Συμβουλίου θα πρέπει να διασφαλίζει την ανεξαρτησία του οργανισμού, τόσο από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα όσο και από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, και να συγκεντρώνει την ευρύτερη δυνατή εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

(21)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η υψηλή επιστημονική ποιότητα των εργασιών του οργανισμού, ο οργανισμός θα πρέπει να συστήσει Επιστημονική Επιτροπή που θα καθοδηγεί τις εργασίες του με επιστημονική αντικειμενικότητα.

(22)

Οι αρχές που θα διορίζουν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, της Εκτελεστικής Επιτροπής και της Επιστημονικής Επιτροπής θα πρέπει να στοχεύουν στην επίτευξη ισόρροπης συμμετοχής μεταξύ γυναικών και ανδρών στα όργανα αυτά. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει επίσης να δοθεί στην ισόρροπη εκπροσώπηση των γυναικών και ανδρών στα πλαίσια του προσωπικού του οργανισμού.

(23)

Λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού ρόλου του στην υπεράσπιση, την ενσωμάτωση στις πολιτικές και την προαγωγή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να συμμετέχει στις δραστηριότητες του οργανισμού, συμεριλαμβανομένης της υιοθέτησης του πολυετούς πλαισίου του οργανισμού και, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα και έργου του οργανισμού, στην επιλογή των υποψηφίων που προτείνονται για τη θέση του διευθυντή του οργανισμού χωρίς αυτό να δημιουργεί προηγούμενο για άλλους οργανισμούς.

(24)

Ο οργανισμός θα πρέπει να εφαρμόσει την κοινοτική νομοθεσία για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (4), για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (5), και για τις γλώσσες, όπως ορίζεται στον κανονισμό αριθ. 1, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (6), και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2965/94 του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 1994, για τη δημιουργία Μεταφραστικού Κέντρου των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (7).

(25)

Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (8), θα πρέπει να εφαρμόζεται στον οργανισμό, καθώς και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (9).

(26)

Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι κανόνες που θεσπίσθηκαν με κοινή συμφωνία των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του εν λόγω καθεστώτος θα πρέπει να εφαρμόζονται στο προσωπικό και στο διευθυντή του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σχετικά με την παύση του διευθυντή.

(27)

Ο οργανισμός θα πρέπει να έχει νομική προσωπικότητα και θα διαδεχθεί το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας όσον αφορά όλες τις νομικές υποχρεώσεις, τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις ή οφειλές που βαρύνουν το παρατηρητήριο ή τις συμφωνίες που συνάφθηκαν από το παρατηρητήριο καθώς και τις συμβάσεις απασχόλησης με το προσωπικό του παρατηρητηρίου.

(28)

Στον οργανισμό θα μπορούν να συμμετέχουν οι υποψήφιες χώρες. Επιπλέον, στις χώρες με τις οποίες έχει συναφθεί συμφωνία σταθεροποίησης και σύνδεσης θα πρέπει να επιτραπεί να συμμετέχουν στον οργανισμό, δεδομένου ότι η συμμετοχή αυτή θα δώσει τη δυνατότητα στην Ένωση να υποστηρίξει τις προσπάθειές τους προς την ευρωπαϊκή ένταξη, διευκολύνοντας τη σταδιακή ευθυγράμμιση της νομοθεσίας τους προς την κοινοτική νομοθεσία, καθώς και στη μεταφορά τεχνογνωσίας και καλών πρακτικών, ιδιαίτερα στους τομείς εκείνους του κεκτημένου που θα χρησιμεύσουν ως κεντρικό σημείο αναφοράς για τη διαδικασία μεταρρύθμισης στα Δυτικά Βαλκάνια.

(29)

Ο οργανισμός θα πρέπει να αρχίσει τις αναγκαίες αξιολογήσεις των δραστηριοτήτων του σε εύθετο χρόνο, με βάση τις οποίες θα μπορούσαν να επανεξετασθούν το πεδίο αρμοδιότητας του οργανισμού, οι δράσεις και οι μέθοδοι εργασίας του.

(30)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ιδίως η χορήγηση συγκρίσιμων και αξιόπιστων πληροφοριών και δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την παροχή συνδρομής στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και των κρατών μελών για το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω της έκτασης και των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να υιοθετήσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που θεσπίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

(31)

Η συμβολή του οργανισμού στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου μπορεί να βοηθήσει να επιτευχθούν οι στόχοι της Κοινότητας. Όσον αφορά την έκδοση του παρόντος κανονισμού, η συνθήκη δεν προβλέπει άλλες εξουσίες από τις αναφερόμενες στο άρθρο 308.

(32)

Τίποτε στον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να ερμηνευτεί κατά τρόπον ώστε να θίγεται το θέμα του κατά πόσον οι αρμοδιότητες του οργανισμού μπορεί να επεκταθούν ώστε να καλύπτουν τομείς της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.

(33)

Δεδομένου ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1035/97 θα έπρεπε να τροποποιηθεί σε μεγάλο βαθμό για την ίδρυση του οργανισμού, θα πρέπει να καταργηθεί για λόγους σαφήνειας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΣΚΟΠΟΣ, ΠΕΔΙΟ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ, ΔΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Δυνάμει του παρόντος κανονισμού ιδρύεται Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «οργανισμός»).

Άρθρο 2

Σκοπός

Ο οργανισμός έχει ως σκοπό να παρέχει στα συναφή θεσμικά όργανα, φορείς, υπηρεσίες και οργανισμούς της Κοινότητας και των κρατών μελών της, όταν εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο, συνδρομή και εμπειρογνωμοσύνη σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ώστε να τα βοηθήσει να σέβονται πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα κατά τη λήψη μέτρων ή τον καθορισμό δράσεων στους αντίστοιχους τομείς αρμοδιότητάς τους.

Άρθρο 3

Πεδίο αρμοδιότητας

1.   Ο οργανισμός ασκεί τη δράση του για την επίτευξη του σκοπού που καθορίζεται στο άρθρο 2 εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας όπως θεσπίζονται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

2.   Ο οργανισμός αναφέρεται κατά την άσκηση της δράσης του στα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

3.   Ο οργανισμός ασχολείται με ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα κράτη μέλη της όταν εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο.

Άρθρο 4

Δράσεις

1.   Για την επίτευξη των στόχων που τίθενται στο άρθρο 2 και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του άρθρου 3, ο οργανισμός:

α)

συλλέγει, καταγράφει, αναλύει και διαδίδει συναφείς, αντικειμενικές, αξιόπιστες και συγκρίσιμες πληροφορίες και δεδομένα συμπεριλαμβανομένων αποτελεσμάτων από έρευνες και ελέγχους εφαρμογής που του γνωστοποιούνται από κράτη μέλη, θεσμικά όργανα της Ένωσης καθώς και φορείς, υπηρεσίες και οργανισμούς της Κοινότητας και της Ένωσης, ερευνητικά κέντρα, εθνικούς φορείς, μη κυβερνητικές οργανώσεις, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς και ιδίως από αρμόδια όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης·

β)

αναπτύσσει μεθόδους και πρότυπα για τη βελτίωση της δυνατότητας σύγκρισης, της αντικειμενικότητας και της αξιοπιστίας των δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε συνεργασία με την Επιτροπή και τα κράτη μέλη·

γ)

πραγματοποιεί, συνεργάζεται ή ενθαρρύνει επιστημονικές έρευνες και μελέτες, προπαρασκευαστικές μελέτες καθώς και μελέτες σκοπιμότητας, όπου παρίσταται ανάγκη και, εάν αυτό συνάδει με τις προτεραιότητες και το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας του, ή συνεργάζεται για την πραγματοποίησή τους, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής·

δ)

διατυπώνει και δημοσιεύει συμπεράσματα και γνώμες επί ειδικών θεμάτων που απευθύνονται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής·

ε)

δημοσιεύει ετήσια έκθεση για ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων που καλύπτονται από τους τομείς δραστηριότητας του οργανισμού, υπογραμμίζοντας και παραδείγματα καλής πρακτικής·

στ)

δημοσιεύει θεματικές εκθέσεις που βασίζονται στις αναλύσεις του, στην έρευνα και στις μελέτες·

ζ)

δημοσιεύει ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητές του, και

η)

αναπτύσσει στρατηγική επικοινωνίας και προωθεί διάλογο με την κοινωνία των πολιτών προκειμένου να προαγάγει την ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα και να το ενημερώσει ευρέως για την εργασία του.

2.   Τα συμπεράσματα, οι γνώμες και οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να αφορούν προτάσεις από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 250 της συνθήκης, ή θέσεις που έλαβαν τα θεσμικά όργανα κατά τη διάρκεια νομοθετικών διαδικασιών μόνο εάν έχει υπάρξει αίτημα από το αντίστοιχο θεσμικό όργανο σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο δ). Δεν θα αφορούν τη νομιμότητα των πράξεων κατά την έννοια του άρθρου 230 της συνθήκης ή με το ζήτημα εάν ένα κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του από τη συνθήκη υπό την έννοια του άρθρου 226 της συνθήκης.

Άρθρο 5

Τομείς δραστηριότητας

1.   Το Συμβούλιο, με βάση πρόταση της Επιτροπής και έπειτα από διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υιοθετεί πολυετές πλαίσιο για τον οργανισμό. Κατά την προετοιμασία της πρότασης, η Επιτροπή πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με το Διοικητικό Συμβούλιο.

2.   Το πλαίσιο εργασίας:

α)

καλύπτει περίοδο πέντε ετών·

β)

καθορίζει τους θεματικούς τομείς δραστηριότητας του οργανισμού, οι οποίοι πρέπει να περιλαμβάνουν την καταπολέμηση του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και συναφών μορφών μισαλλοδοξίας·

γ)

συνάδει με τις προτεραιότητες της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τους προσανατολισμούς που προκύπτουν από τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

δ)

λαμβάνει υπόψη του δεόντως τους δημοσιονομικούς και ανθρώπινους πόρους του οργανισμού, και

ε)

περιλαμβάνει διατάξεις για τη διασφάλιση της συμπληρωματικότητας με τις αρμοδιότητες άλλων φορέων, υπηρεσιών και οργανισμών της ΕΚ και της ΕΕ, καθώς και του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων διεθνών οργανισμών που δρουν στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

3.   Ο οργανισμός ασκεί τις δράσεις του εντός των θεματικών τομέων που καθορίζονται από το πολυετές πλαίσιο εργασίας. Αυτό ισχύει, με την επιφύλαξη των απαντήσεων του οργανισμού σε αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) εκτός αυτών των θεματικών τομέων, εάν το επιτρέπουν οι δημοσιονομικοί και ανθρώπινοι πόροι του.

4.   Ο οργανισμός ασκεί τις δράσεις του υπό το πρίσμα του ετήσιου προγράμματος εργασίας του και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη του τους διαθέσιμους δημοσιονομικούς και ανθρώπινους πόρους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 6

Μέθοδοι εργασίας

1.   Για να διασφαλίσει την παροχή αντικειμενικών, αξιόπιστων και συγκρίσιμων πληροφοριών, ο οργανισμός, βασιζόμενος στην εμπειρογνωμοσύνη διαφόρων οργανώσεων και φορέων σε κάθε κράτος μέλος και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη συμμετοχής των εθνικών αρχών στη συλλογή των δεδομένων:

α)

δημιουργεί και συντονίζει τα απαραίτητα δίκτυα πληροφόρησης και χρησιμοποιεί τα υπάρχοντα δίκτυα·

β)

διοργανώνει συναντήσεις εξωτερικών εμπειρογνωμόνων, και

γ)

συστήνει, όταν χρειασθεί, ad hoc ομάδες εργασίας.

2.   Ο οργανισμός, για την άσκηση των δραστηριοτήτων του και προκειμένου να επιτύχει συμπληρωματικότητα και να διασφαλίσει την καλύτερη δυνατή χρήση των πόρων, λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που έχουν συλλεγεί και δραστηριότητες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, ιδίως από:

α)

τα θεσμικά όργανα της Ένωσης καθώς και φορείς, υπηρεσίες και οργανισμούς της Κοινότητας και της Ένωσης και από φορείς, υπηρεσίες και οργανισμούς των κρατών μελών·

β)

το Συμβούλιο της Ευρώπης, αναφερόμενο στα πορίσματα και τις δραστηριότητες των μηχανισμών παρακολούθησης και ελέγχου καθώς και του Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, και

γ)

τον οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), τα Ηνωμένα Έθνη και άλλους διεθνείς οργανισμούς.

3.   Ο οργανισμός μπορεί να συνάπτει συμβατικές σχέσεις, ιδίως συμφωνίες υπεργολαβίας, με άλλους οργανισμούς, με σκοπό τη διεκπεραίωση των καθηκόντων που είναι δυνατόν να τους αναθέσει. Επίσης, ο οργανισμός μπορεί να χορηγεί επιδοτήσεις για την προώθηση της κατάλληλης συνεργασίας και των κοινοπραξιών, ιδίως στους εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 8 και 9.

Άρθρο 7

Σχέσεις με συναφείς φορείς, υπηρεσίες και οργανισμούς της Κοινότητας

Ο οργανισμός εξασφαλίζει το δέοντα συντονισμό με όλους τους συναφείς φορείς, οργανισμούς και υπηρεσίες της Κοινότητας. Οι όροι της συνεργασίας θεσπίζονται σε μνημόνιο συνεργασίας, όπου κρίνεται σκόπιμο.

Άρθρο 8

Συνεργασία με οργανισμούς σε επίπεδο κρατών μελών και σε διεθνές επίπεδο

1.   Προκειμένου να διασφαλισθεί στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, κάθε κράτος μέλος διορίζει δημόσιο υπάλληλο ως εθνικό αξιωματικό σύνδεσμο, που αποτελεί το κύριο σημείο επαφής για τον οργανισμό στα κράτη μέλη. Οι εθνικοί αξιωματικοί σύνδεσμοι μπορούν, μεταξύ άλλων, να διατυπώνουν προς τον διευθυντή γνώμες όσον αφορά το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας πριν από την υποβολή του στο Διοικητικό Συμβούλιο. Ο οργανισμός κοινοποιεί στους εθνικούς αξιωματικούς συνδέσμους όλα τα έγγραφα που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ), δ), ε), στ), ζ) και η).

2.   Για την διεξαγωγή των δράσεών του, ο οργανισμός συνεργάζεται με:

α)

κυβερνητικούς οργανισμούς και δημόσιους φορείς που έχουν αρμοδιότητα στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων συμπεριλαμβανομένων των εθνικών φορέων προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, και

β)

τον οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), ιδίως δε το Γραφείο των Δημοκρατικών Θεσμών και των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ODIHR), τα Ηνωμένα Έθνη και άλλους διεθνείς οργανισμούς.

3.   Οι διοικητικές λεπτομέρειες αυτής της συνεργασίας βάσει της παραγράφου 2 θα συνάδουν με το κοινοτικό δίκαιο και θα εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο βάσει του σχεδίου που υποβάλλεται από τον διευθυντή μετά την έκδοση γνώμης από την Επιτροπή. Όταν η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τις λεπτομέρειες αυτές, το Διοικητικό Συμβούλιο θα τις εξετάζει εκ νέου και θα τις εγκρίνει, με τροπολογίες όπου παρίσταται ανάγκη, με πλειοψηφία των δύο τρίτων όλων των μελών του.

Άρθρο 9

Συνεργασία με το Συμβούλιο της Ευρώπης

Ο οργανισμός, προκειμένου να αποφευχθούν οι επικαλύψεις και να διασφαλισθεί η συμπληρωματικότητα και προστιθέμενη αξία, συντονίζει τις δραστηριότητές του με τις δραστηριότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης, ιδίως όσον αφορά το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας του βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 6 στοιχείο α) και τη συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών σύμφωνα με το άρθρο 10. Προς το σκοπό αυτό, η Κοινότητα, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 300 της συνθήκης, συνάπτει συμφωνία με το Συμβούλιο της Ευρώπης για να καθιερωθεί στενή συνεργασία Συμβουλίου της Ευρώπης και οργανισμού. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει τον ορισμό ανεξάρτητου προσώπου από το Συμβούλιο της Ευρώπης ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου και του Εκτελεστικού Γραφείου του οργανισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13.

Άρθρο 10

Συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών· Πλατφόρμα θεμελιωδών δικαιωμάτων

1.   Ο οργανισμός συνεργάζεται στενά με μη κυβερνητικές οργανώσεις και με φορείς της κοινωνίας των πολιτών, που δρουν στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της καταπολέμησης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας σε εθνικό, ευρωπαϊκό ή διεθνές επίπεδο. Προς το σκοπό αυτό, ο οργανισμός ιδρύει δίκτυο συνεργασίας («Πλατφόρμα θεμελιωδών δικαιωμάτων»), που περιλαμβάνει μη κυβερνητικές οργανώσεις οι οποίες ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις, συναφείς κοινωνικές και επαγγελματικές οργανώσεις, εκκλησίες, θρησκευτικές, φιλοσοφικές και μη θρησκευτικές οργανώσεις, πανεπιστήμια και άλλους εξειδικευμένους εμπειρογνώμονες ευρωπαϊκών και διεθνών φορέων και οργανισμών.

2.   Η Πλατφόρμα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αποτελεί μηχανισμό για την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συγκέντρωση γνώσεων. Διασφαλίζει τη στενή συνεργασία μεταξύ του οργανισμού και των συναφών ενδιαφερομένων.

3.   Η Πλατφόρμα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων είναι ανοικτή σε όλους τους φορείς που ενδιαφέρονται και έχουν τις απαιτούμενες ιδιότητες σύμφωνα με την παράγραφο 1. Ο οργανισμός μπορεί να απευθύνεται στα μέλη της Πλατφόρμας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες σε τομείς τους οποίους αφορούν κατά προτεραιότητα οι εργασίες του.

4.   Ο οργανισμός ζητεί ιδίως από την Πλατφόρμα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων:

α)

να υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο προτάσεις σχετικά με το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας που υιοθετείται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 6 στοιχείο α)·

β)

να υποβάλλει σχόλια και να προτείνει επακόλουθα μέτρα παρακολούθησης στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με την ετήσια έκθεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε), και

γ)

να κοινοποιεί προς τον διευθυντή και την Επιστημονική Επιτροπή πορίσματα και συστάσεις συνεδρίων, σεμιναρίων και συναντήσεων που αφορούν το έργο του οργανισμού.

5.   Η Πλατφόρμα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων συντονίζεται υπό την εποπτεία του διευθυντή ο οποίος επικουρείται από την Επιστημονική Επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Άρθρο 11

Όργανα του οργανισμού

Ο οργανισμός περιλαμβάνει:

α)

Διοικητικό Συμβούλιο·

β)

Εκτελεστικό Γραφείο·

γ)

Επιστημονική Επιτροπή, και

δ)

Διευθυντή.

Άρθρο 12

Διοικητικό Συμβούλιο

1.   Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από πρόσωπα που έχουν κατάλληλη πείρα στη διοίκηση οργανισμών του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα και, επιπλέον, γνώσεις στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ως εξής:

α)

ένα ανεξάρτητο πρόσωπο που διορίζεται από κάθε κράτος μέλος που έχει ευθύνη υψηλού επιπέδου σε ανεξάρτητο εθνικό φορέα προστασίας ανθρώπινων δικαιωμάτων ή άλλον οργανισμό του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα·

β)

ένα ανεξάρτητο πρόσωπο που διορίζεται από το Συμβούλιο της Ευρώπης, και

γ)

δύο εκπροσώπους της Επιτροπής.

2.   Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να εκπροσωπείται από αναπληρωματικό μέλος που πληροί τις προαναφερόμενες απαιτήσεις και διορίζεται με την ίδια διαδικασία. Ο κατάλογος των μελών και των αναπληρωματικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δημοσιεύεται και ενημερώνεται από τον οργανισμό στο δικτυακό του τόπο.

3.   Η θητεία των μελών και αναπληρωματικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι πενταετής. Δεν μπορεί να ανανεωθεί.

4.   Πέρα από την κανονική αντικατάσταση ή την περίπτωση θανάτου, η θητεία του μέλους ή του αναπληρωματικού μέλους λήγει μόνο λόγω παραίτησης. Ωστόσο, όταν ένα μέλος ή αναπληρωματικό μέλος δεν πληροί πλέον τα κριτήρια ανεξαρτησίας, ενημερώνει πάραυτα την Επιτροπή και τον διευθυντή του οργανισμού. Το οικείο όργανο ή κράτος μέλος διορίζει νέο μέλος ή νέο αναπληρωματικό μέλος για το υπόλοιπο της θητείας. Το οικείο όργανο ή κράτος μέλος ορίζει επίσης νέο μέλος ή νέο αναπληρωματικό μέλος για το υπόλοιπο της θητείας εάν το Διοικητικό Συμβούλιο έχει διαπιστώσει, κατόπιν προτάσεως του ενός τρίτου των μελών του ή της Επιτροπής, ότι το εν λόγω μέλος ή αναπληρωματικό μέλος δεν πληροί πλέον τα κριτήρια ανεξαρτησίας. Σε περίπτωση που το υπόλοιπο της θητείας είναι λιγότερο από δύο χρόνια, η θητεία του νέου μέλους ή του αναπληρωματικού μέλους μπορεί να επεκταθεί για μία πλήρη θητεία πέντε ετών.

5.   Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρό του και τα άλλα δύο μέλη του Εκτελεστικού Γραφείου που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 μεταξύ των μελών του που έχουν ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) για θητεία δυόμισι ετών, που μπορεί να ανανεωθεί μία φορά.

6.   Το Διοικητικό Συμβούλιο διασφαλίζει ότι ο οργανισμός διεξάγει τις δράσεις που του ανατέθηκαν. Αποτελεί το όργανο σχεδιασμού και παρακολούθησης του οργανισμού. Ειδικότερα:

α)

υιοθετεί το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας του οργανισμού σύμφωνα με το πολυετές πλαίσιο, βάσει του σχεδίου που υποβάλλεται από τον διευθυντή του οργανισμού έπειτα από γνωμοδότηση της Επιτροπής και της Επιστημονικής Επιτροπής· το πρόγραμμα αυτό συνάδει προς τους διαθέσιμους δημοσιονομικούς και ανθρώπινους πόρους και λαμβάνει υπόψη τις ερευνητικές και στατιστικές εργασίες που διεξάγονται στην Κοινότητα. Το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή·

β)

υιοθετεί τις ετήσιες εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και ζ), συγκρίνοντας, όσον αφορά τη δεύτερη, ιδίως τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί με τους στόχους του ετήσιου προγράμματος εργασίας· με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παράγραφος 5, ζητείται η γνώμη της Επιστημονικής Επιτροπής πριν από την έγκριση της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε)· οι εκθέσεις διαβιβάζονται το αργότερο έως τις 15 Ιουνίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών·

γ)

διορίζει και, εάν παρίσταται ανάγκη, απολύει τον διευθυντή του οργανισμού·

δ)

υιοθετεί το σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού και τον τελικό ετήσιο προϋπολογισμό του οργανισμού·

ε)

ασκεί τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 24 παράγραφος 2 έναντι του διευθυντή καθώς και πειθαρχική εξουσία επί του διευθυντή·

στ)

συντάσσει την ετήσια κατάσταση των προβλεπόμενων δαπανών και εσόδων του οργανισμού και την αποστέλλει στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 5·

ζ)

υιοθετεί τον εσωτερικό κανονισμό του οργανισμού με βάση το σχέδιο που υποβάλλεται από τον διευθυντή έπειτα από γνωμοδότηση της Επιτροπής, της Επιστημονικής Επιτροπής και του προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β)·

η)

υιοθετεί τις δημοσιονομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στον οργανισμό με βάση το σχέδιο που υποβάλλεται από τον διευθυντή έπειτα από γνωμοδότηση της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 11·

θ)

υιοθετεί τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 3·

ι)

υιοθετεί τις ρυθμίσεις για τη διαφάνεια και την πρόσβαση στα έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2·

ια)

διορίζει και ανακαλεί τα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφοι 1 και 3, και

ιβ)

διαπιστώνει ότι ένα τακτικό ή ένα αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου δεν πληροί πλέον τα κριτήρια ανεξαρτησίας, σύμφωνα με την παράγραφο 4.

7.   Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές του στο Εκτελεστικό Γραφείο, εκτός από τα θέματα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β), γ), δ), ε), ζ), η), ια) και ιβ) της παραγράφου 6.

8.   Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων, εκτός όταν πρόκειται για τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 καθώς και στα στοιχεία α), β), γ), δ), ε), ζ), ια) και ιβ) της παραγράφου 6, όπου απαιτείται πλειοψηφία των δύο τρίτων όλων των μελών, καθώς και όσον αφορά τις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2, οπότε το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα. Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή, σε περίπτωση απουσίας του, ο αναπληρωτής του διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Το πρόσωπο που διορίσθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης μπορεί να ψηφίζει μόνο στις αποφάσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β), και ια) της παραγράφου 6.

9.   Ο πρόεδρος συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο δύο φορές κατ’ έτος, με την επιφύλαξη έκτακτων συνεδριάσεων. Ο πρόεδρος συγκαλεί έκτακτες συνεδριάσεις με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

10.   Ο πρόεδρος ή ο αντιπρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής και ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την ισότητα των φύλων μπορούν να παρίστανται στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ως παρατηρητές. Οι διευθυντές άλλων συναφών κοινοτικών οργανισμών και φορέων της Ένωσης καθώς και των άλλων διεθνών φορέων που αναφέρονται στα άρθρα 8 και 9 μπορούν να παρίστανται επίσης ως παρατηρητές κατόπιν προσκλήσεως του Εκτελεστικού Γραφείου.

Άρθρο 13

Εκτελεστικό Γραφείο

1.   Το Διοικητικό Συμβούλιο επικουρείται από το Εκτελεστικό Γραφείο. Το Εκτελεστικό Γραφείο αποτελείται από τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, δύο άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που έχουν εκλεγεί από το Διοικητικό Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 5 και έναν από τους αντιπροσώπους της Επιτροπής στο Διοικητικό Συμβούλιο. Το πρόσωπο που διορίζεται από το Συμβούλιο της Ευρώπης στο Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Εκτελεστικού Γραφείου.

2.   Το Εκτελεστικό Γραφείο συγκαλείται από τον πρόεδρο όταν παρίσταται ανάγκη για την προετοιμασία των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και την παροχή συνδρομής και συμβουλών στον διευθυντή. Λαμβάνει τις αποφάσεις του με απλή πλειοψηφία.

3.   Ο διευθυντής λαμβάνει μέρος στις συνεδριάσεις του Εκτελεστικού Γραφείου χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Άρθρο 14

Επιστημονική Επιτροπή

1.   Η Επιστημονική Επιτροπή απαρτίζεται από έντεκα ανεξάρτητες προσωπικότητες με υψηλού επιπέδου προσόντα στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει τα μέλη της έπειτα από διαφανή διαδικασία πρόσκλησης για την υποβολή υποψηφιοτήτων και επιλογής, αφού ζητήσει τη γνώμη της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο διασφαλίζει την ίση γεωγραφική εκπροσώπηση. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν συμμετέχουν στην Επιστημονική Επιτροπή. Ο εσωτερικός κανονισμός που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 6 στοιχείο ζ) διευκρινίζει τους όρους του διορισμού των μελών της Επιστημονικής Επιτροπής.

2.   Η θητεία των μελών της Επιστημονικής Επιτροπής είναι πενταετής. Δεν είναι ανανεώσιμη.

3.   Τα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής είναι ανεξάρτητα. Μπορούν να αντικαθίστανται μόνον κατ’ αίτησή τους ή σε περίπτωση μόνιμης αδυναμίας εκπλήρωσης των καθηκόντων τους. Ωστόσο, όταν ένα μέλος δεν πληροί τα κριτήρια ανεξαρτησίας, ενημερώνει, την Επιτροπή και τον Διευθυντή του Οργανισμού. Εξάλλου, το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να διαπιστώνει, βάσει προτάσεως του ενός τρίτου των μελών του ή της Επιτροπής, την έλλειψη ανεξαρτησίας συγκεκριμένου προσώπου και να ανακαλεί το διορισμό του. Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει νέο μέλος για το υπόλοιπο της θητείας σύμφωνα με τη διαδικασία διορισμού των τακτικών μελών. Εάν το υπόλοιπο της θητείας είναι μικρότερο των δύο ετών, η θητεία του νέου μέλους είναι δυνατόν να παρατείνεται για πλήρη θητεία πέντε ετών. Ο κατάλογος των μελών της Επιστημονικής Επιτροπής δημοσιεύεται και ενημερώνεται από τον οργανισμό στην ιστοσελίδα του.

4.   Η Επιστημονική Επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρό της για ετήσια θητεία.

5.   Η Επιστημονική Επιτροπή αποτελεί εγγυητή της επιστημονικής ποιότητας των εργασιών του οργανισμού, προσφέροντας σχετική καθοδήγηση. Προς το σκοπό αυτό, ο διευθυντής μεριμνά ώστε η Επιστημονική Επιτροπή να συμμετέχει, όσο νωρίτερα είναι αναγκαίο, στην προετοιμασία όλων των εγγράφων που καταρτίζει σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ), δ), ε), στ) και η).

6.   Η Επιστημονική Επιτροπή αποφασίζει με πλειοψηφία των δύο τρίτων. Συγκαλείται από τον πρόεδρό της τέσσερις φορές το χρόνο. Εν ανάγκη, ο πρόεδρος αρχίζει γραπτή διαδικασία ή συγκαλεί έκτακτες συνεδριάσεις με δική του πρωτοβουλία ή εάν το ζητήσουν τέσσερα τουλάχιστον μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής.

Άρθρο 15

Διευθυντής

1.   Ο οργανισμός διοικείται από διευθυντή ο οποίος διορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, σύμφωνα με διαδικασία συνεργασίας («συνεννόηση») η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 2.

Ο διορισμός του διευθυντή γίνεται βάσει των προσόντων του, της πείρας του στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και των διοικητικών και διαχειριστικών του ικανοτήτων.

2.   Αυτή η διαδικασία συνεργασίας θα έχει ως εξής:

α)

βάσει καταλόγου υποψηφίων που προτείνονται από την Επιτροπή και έπειτα από πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων και διαφανή διαδικασία επιλογής, οι υποψήφιοι θα καλούνται προτού γίνει ο διορισμός να προβούν σε δηλώσεις ενώπιον του Συμβουλίου και της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσουν σε ερωτήσεις·

β)

κατόπιν, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης γνωμοδοτούν και δηλώνουν τη σειρά προτίμησής τους·

γ)

το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει τον διευθυντή λαμβάνοντας υπόψη τις γνώμες αυτές.

3.   Η θητεία του διευθυντή είναι πενταετής.

Κατά τη διάρκεια των εννέα μηνών πριν από το τέλος της περιόδου αυτής, η Επιτροπή προβαίνει σε αξιολόγηση. Στην αξιολόγηση, η Επιτροπή εκτιμά ειδικότερα:

α)

την εκ μέρους του διευθυντή εκτέλεση των καθηκόντων του, και

β)

τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις του οργανισμού τα ερχόμενα χρόνια.

Το Διοικητικό Συμβούλιο, ενεργώντας βάσει πρότασης της Επιτροπής και λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση αξιολόγησης, και μόνο στην περίπτωση που αυτό δικαιολογείται από τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις του οργανισμού, μπορεί να παρατείνει τη θητεία του διευθυντή για τρία το πολύ χρόνια.

Το Διοικητικό Συμβούλιο ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την πρόθεσή του να παρατείνει τη θητεία του διευθυντή. Εντός ενός μηνός προτού το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίσει τυπικά την παράταση αυτής της θητείας, ενδέχεται να ζητηθεί από τον διευθυντή να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών του.

Εάν η θητεία δεν παραταθεί, ο διευθυντής παραμένει εν ενεργεία έως ότου διορισθεί ο διάδοχός του.

4.   Ο διευθυντής είναι αρμόδιος για τα εξής:

α)

εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 4· ιδίως κατάρτιση και δημοσίευση των εγγράφων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ), δ), ε), στ), ζ) και η) σε συνεργασία με την Επιστημονική Επιτροπή·

β)

κατάρτιση και υλοποίηση του ετήσιου προγράμματος εργασίας του οργανισμού·

γ)

όλα τα θέματα που αφορούν το προσωπικό και, ιδίως, άσκηση έναντι του προσωπικού των εξουσιών που καθορίζονται στο άρθρο 24 παράγραφος 2·

δ)

θέματα που αφορούν την τρέχουσα διαχείριση·

ε)

εκτέλεση του προϋπολογισμού του οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 21·

στ)

εφαρμογή αποτελεσματικών διαδικασιών παρακολούθησης και αξιολόγησης σχετικά με την εκτέλεση του έργου του οργανισμού σε σχέση με τους στόχους του, σύμφωνα με επαγγελματικώς αναγνωρισμένα πρότυπα· ο διευθυντής υποβάλλει ετησίως εκθέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα του συστήματος παρακολούθησης·

ζ)

συνεργασία με τους εθνικούς αξιωματικούς συνδέσμους, και

η)

συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών, περιλαμβανομένου του συντονισμού της Πλατφόρμας θεμελιωδών δικαιωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 10.

5.   Ο διευθυντής ασκεί τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία. Είναι υπόλογος για τις δραστηριότητές του απέναντι στο Διοικητικό Συμβούλιο και συμμετέχει στις συνεδριάσεις του χωρίς δικαίωμα ψήφου.

6.   Ο διευθυντής μπορεί να κληθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή το Συμβούλιο ανά πάσα στιγμή για ακρόαση όσον αφορά τις δραστηριότητες του οργανισμού.

7.   Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απολύσει το διευθυντή πριν από τη λήξη της θητείας του, βάσει προτάσεως του ενός τρίτου των μελών του ή της Επιτροπής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Άρθρο 16

Ανεξαρτησία και δημόσιο συμφέρον

1.   Ο οργανισμός πληροί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία.

2.   Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής και ο διευθυντής δεσμεύονται να ενεργούν υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Προς τούτο, υποβάλλουν δήλωση συμφερόντων στην οποία αναφέρουν είτε την απουσία οποιωνδήποτε συμφερόντων τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι επηρεάζουν την ανεξαρτησία τους είτε την ύπαρξη οποιωνδήποτε άμεσων ή έμμεσων συμφερόντων τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι επηρεάζουν την ανεξαρτησία τους. Η δήλωση υποβάλλεται εγγράφως κατά την ανάληψη των καθηκόντων και αναθεωρείται εάν τυχόν επέλθουν αλλαγές όσον αφορά τα συμφέροντα. Δημοσιεύεται από τον οργανισμό στην ιστοσελίδα του.

Άρθρο 17

Διαφάνεια και πρόσβαση στα έγγραφα

1.   Ο οργανισμός αναπτύσσει καλές διοικητικές πρακτικές προκειμένου να διασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή διαφάνεια όσον αφορά τις δραστηριότητές του.

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 εφαρμόζεται για τα έγγραφα που τηρεί ο οργανισμός.

2.   Το Διοικητικό Συμβούλιο υιοθετεί, εντός έξι μηνών από την έναρξη λειτουργίας του οργανισμού ειδικούς κανόνες για την πρακτική εφαρμογή της παραγράφου 1. Σε αυτούς περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων κανόνες:

α)

για τον ανοικτό χαρακτήρα των συνεδριάσεων·

β)

για τη δημοσίευση των εργασιών του οργανισμού, καθώς και των εργασιών της Επιστημονικής Επιτροπής, και

γ)

μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

3.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τον οργανισμό δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή ή στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπό τους όρους των άρθρων 195 και 230 της συνθήκης αντίστοιχα.

Άρθρο 18

Προστασία δεδομένων

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 εφαρμόζεται στον οργανισμό.

Άρθρο 19

Επανεξέταση από τον Διαμεσολαβητή

Οι δραστηριότητες του οργανισμού υπόκεινται στην εποπτεία του Διαμεσολαβητή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 195 της συνθήκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 20

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.   Προβλέψεις για όλα τα έσοδα και τις δαπάνες του οργανισμού για κάθε οικονομικό έτος, που συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, θα διατυπώνονται και θα εγγράφονται στον προϋπολογισμό του οργανισμού.

2.   Ο προϋπολογισμός του οργανισμού θα είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

3.   Τα έσοδα του οργανισμού περιλαμβάνουν, με την επιφύλαξη άλλων πόρων, επιδότηση από την Κοινότητα, που εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα Επιτροπή).

Τα έσοδα αυτά μπορούν να συμπληρώνονται από:

α)

εισπράξεις έναντι παρεχομένων υπηρεσιών στο πλαίσιο της εκτέλεσης των δράσεων που περιγράφονται στο άρθρο 4, και

β)

τις οικονομικές συνεισφορές των οργανισμών ή χωρών που αναφέρονται στα άρθρα 8, 9 και 28.

4.   Οι δαπάνες του οργανισμού περιλαμβάνουν τις αποδοχές του προσωπικού, τις διοικητικές δαπάνες και τις δαπάνες υποδομής καθώς και τα έξοδα λειτουργίας.

5.   Κάθε έτος το Διοικητικό Συμβούλιο, βάσει σχεδίου που καταρτίζεται από τον διευθυντή, συντάσσει κατάσταση των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών του οργανισμού για το επόμενο οικονομικό έτος. Η εν λόγω κατάσταση προβλέψεων, που περιλαμβάνει σχέδιο του πίνακα προσωπικού, θα διαβιβάζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο στην Επιτροπή έως τις 31 Μαρτίου το αργότερο.

6.   Η κατάσταση προβλέψεων διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο (εφεξής «αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή») μαζί με το προσχέδιο του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

7.   Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες όσον αφορά τον πίνακα προσωπικού και το ύψος της επιδότησης από το γενικό προϋπολογισμό, το οποίο και καταθέτει στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το άρθρο 272 της συνθήκης.

8.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις στο πλαίσιο της επιδότησης που προορίζεται για τον οργανισμό. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού του οργανισμού.

9.   Ο προϋπολογισμός του οργανισμού εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Καθίσταται οριστικός μετά την έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, προσαρμόζεται αναλόγως.

10.   Το Διοικητικό Συμβούλιο κοινοποιεί, το συντομότερο δυνατόν, στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να υλοποιήσει κάθε σχέδιο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του οργανισμού, ιδίως τα σχέδια που αφορούν περιουσία, όπως η μίσθωση ή η αγορά κτιρίων. Το Διοικητικό Συμβούλιο ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Σε περίπτωση που ένα σκέλος της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής κοινοποιεί την πρόθεσή του για διατύπωση γνώμης, διαβιβάζει τη γνώμη αυτή στο Διοικητικό Συμβούλιο εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχεδίου.

Άρθρο 21

Εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.   Ο διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό του οργανισμού.

2.   Ο υπόλογος του οργανισμού κοινοποιεί στον υπόλογο της Επιτροπής το αργότερο την 1η Μαρτίου ύστερα από κάθε οικονομικό έτος, τους προσωρινούς λογαριασμούς συνοδευόμενους από την έκθεση για τη δημοσιονομική και την οικονομική διαχείριση του αντίστοιχου οικονομικού έτους. Ο υπόλογος της Επιτροπής ενοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς των θεσμικών οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών, σύμφωνα με το άρθρο 128 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (10) («δημοσιονομικού κανονισμού»).

3.   Το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου ύστερα από κάθε οικονομικό έτος, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς του οργανισμού στο Ελεγκτικό Συνέδριο, συνοδευόμενους από την έκθεση για τη δημοσιονομική και την οικονομική διαχείριση του αντίστοιχου οικονομικού έτους. Η έκθεση για τη δημοσιονομική και την οικονομική διαχείριση του αντίστοιχου οικονομικού έτους διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

4.   Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς του οργανισμού, βάσει του άρθρου 129 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο διευθυντής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς του οργανισμού με δική του ευθύνη και τους διαβιβάζει στο Διοικητικό Συμβούλιο προς διατύπωση γνώμης.

5.   Το Διοικητικό Συμβούλιο διατυπώνει γνώμη για τους οριστικούς λογαριασμούς του οργανισμού.

6.   Ο διευθυντής διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου, το αργότερο την 1η Ιουλίου ύστερα από κάθε οικονομικό έτος.

7.   Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.

8.   Ο διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου. Αποστέλλει επίσης την απάντηση αυτή στο Διοικητικό Συμβούλιο.

9.   Ο διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 146 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε πληροφορία που απαιτείται για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος.

10.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, προβαίνει έως τις 30 Απριλίου του έτους N + 2 στην απαλλαγή του διευθυντή από την ευθύνη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν.

11.   Οι δημοσιονομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στον οργανισμό υιοθετούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι διατάξεις αυτές δεν δύνανται να αποκλίνουν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002, παρά μόνο εάν το απαιτούν οι ειδικές ανάγκες λειτουργίας του οργανισμού και με προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

Άρθρο 22

Καταπολέμηση της απάτης

1.   Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων, εφαρμόζονται στον οργανισμό χωρίς περιορισμούς οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999.

2.   Ο οργανισμός προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (11) και εκδίδει, χωρίς καθυστέρηση, τις κατάλληλες διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλο το προσωπικό του.

3.   Οι αποφάσεις που αφορούν τη χρηματοδότηση και οι εκτελεστικές συμφωνίες και τα μέσα που απορρέουν από αυτές ορίζουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF δύνανται να διενεργήσουν, εάν παρίσταται ανάγκη, επιτόπιους ελέγχους στους αποδέκτες της χρηματοδότησης του οργανισμού και στο προσωπικό που είναι υπεύθυνο για τη χορήγησή της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 23

Νομικό καθεστώς και έδρα

1.   Ο οργανισμός έχει νομική προσωπικότητα.

2.   Σε κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός απολαύει της ευρύτερης δυνατής ικανότητας δικαίου που αναγνωρίζεται στα νομικά πρόσωπα από την εθνική του νομοθεσία. Μπορεί, ιδίως να αποκτά και να εκποιεί κινητή ή ακίνητη περιουσία και να είναι διάδικος ενώπιον των δικαστηρίων.

3.   Ο διευθυντής εκπροσωπεί τον οργανισμό.

4.   Ο οργανισμός διαδέχεται νόμιμα το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας. Αναλαμβάνει όλα τα νομικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις ή τις οφειλές του κέντρου. Οι συμβάσεις απασχόλησης που συνάφθηκαν από το κέντρο πριν από την έκδοση του παρόντος κανονισμού εξακολουθούν να ισχύουν.

5.   Η έδρα του οργανισμού βρίσκεται στη Βιέννη.

Άρθρο 24

Προσωπικό

1.   Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι ρυθμίσεις που θεσπίσθηκαν με κοινή συμφωνία των θεσμικών οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με στόχο την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του εν λόγω καθεστώτος εφαρμόζονται στο προσωπικό και τον διευθυντή του οργανισμού.

2.   Ο οργανισμός ασκεί επί του προσωπικού του τις εξουσίες που ανατίθενται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στην αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων αρχή από το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

3.   Το Διοικητικό Συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, εγκρίνει τα απαραίτητα μέτρα εφαρμογής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

4.   Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να εγκρίνει διατάξεις που να επιτρέπουν σε εθνικούς εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη να απασχολούνται με απόσπαση στον οργανισμό.

Άρθρο 25

Λεπτομέρειες σχετικά με τις γλώσσες

1.   Οι διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1 της 15ης Απριλίου 1958 εφαρμόζονται στον οργανισμό.

2.   Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με τις εσωτερικές γλωσσικές ρυθμίσεις του οργανισμού.

3.   Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία του οργανισμού παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 26

Προνόμια και ασυλίες

Το πρωτόκολλο για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζεται στον οργανισμό.

Άρθρο 27

Αρμοδιότητες του Δικαστηρίου

1.   Η συμβατική ευθύνη του οργανισμού διέπεται από το εφαρμοστέο στην οικεία σύμβαση δίκαιο.

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει αρμοδιότητα δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση που συνάπτει ο οργανισμός.

2.   Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, ο οργανισμός υποκαθιστά, σύμφωνα με τις κοινές γενικές αρχές του δικαίου των κρατών μελών, τη ζημία που προκαλεί ο ίδιος ή οι υπάλληλοί του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για διαφορές σχετικές με αποζημίωση σε περίπτωση οποιασδήποτε ζημίας.

3.   Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των προσφυγών που ασκούνται κατά του οργανισμού, υπό τους όρους των άρθρων 230 και 232 της συνθήκης.

Άρθρο 28

Συμμετοχή και πεδίο αρμοδιότητας όσον αφορά υποψήφιες χώρες και χώρες με τις οποίες έχει συναφθεί συμφωνία σταθεροποίησης και σύνδεσης

1.   Ο οργανισμός είναι ανοικτός στη συμμετοχή υποψήφιων χωρών ως παρατηρητών.

2.   Η συμμετοχή και οι σχετικές λεπτομέρειες καθορίζονται με απόφαση του αρμόδιου Συμβουλίου Σύνδεσης, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου καθεστώτος κάθε χώρας. Η απόφαση αναφέρει ιδίως τη φύση, την έκταση και τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες αυτές συμμετέχουν στο έργο του οργανισμού, εντός του πλαισίου που καθορίζεται στα άρθρα 4 και 5, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με τη συμμετοχή στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει ο οργανισμός, τις χρηματοδοτικές συνεισφορές και το προσωπικό. Η απόφαση πρέπει να συνάδει προς τον παρόντα κανονισμό και προς τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η απόφαση θα προβλέπει ότι η συμμετέχουσα χώρα μπορεί να διορίσει ένα ανεξάρτητο πρόσωπο το οποίο πληροί τα προσόντα για τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) ως παρατηρητή στο Διοικητικό Συμβούλιο χωρίς δικαίωμα ψήφου. Με απόφαση του Συμβουλίου Σύνδεσης, ο οργανισμός μπορεί να ασχοληθεί με ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων στη συγκεκριμένη χώρα στο πεδίο του άρθρου 3 παράγραφος 1, στο βαθμό που απαιτείται για τη βαθμιαία ευθυγράμμισή της προς την κοινοτική νομοθεσία.

3.   Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα ύστερα από πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει να καλέσει χώρα με την οποία έχει συναφθεί από την Κοινότητα συμφωνία σταθεροποίησης και σύνδεσης, να συμμετάσχει στον οργανισμό ως παρατηρητής. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 29

Μεταβατικές ρυθμίσεις

1.   Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας («του κέντρου») λήγει στις 28 Φεβρουαρίου 2007.

2.   Όσον αφορά το διορισμό του Διοικητικού Συμβουλίου:

α)

Η Επιτροπή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού για να διασφαλίσει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 αρχίζει τις εργασίες του εν ευθέτω χρόνω.

β)

Εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα των προσώπων που όρισαν ως μέλη και αναπληρωματικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2. Μετά τη λήξη αυτής της περιόδου η Επιτροπή συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διοριστεί τουλάχιστον δέκα επτά μέλη. Στην περίπτωση αυτή και κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12 παράγραφος 8 οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία δύο τρίτων των ψήφων των διορισμένων μελών. Εφόσον έχουν οριστεί είκοσι τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εφαρμόζεται το άρθρο 12 παράγραφος 8.

γ)

Κατά την πρώτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, αφού ολοκληρωθούν όλοι οι διορισμοί, η Επιτροπή επιλέγει με κλήρο 15 μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, η θητεία των οποίων θα λήξει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12 παράγραφος 4, μετά το πέρας των τριών πρώτων ετών της θητείας τους.

3.   Οι ενδιαφερόμενοι αρχίζουν τη διαδικασία διορισμού διευθυντή του οργανισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, το συντομότερο δυνατόν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

4.   Ενώ εκκρεμεί η συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β) και το άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2, η Επιτροπή συγκαλεί προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο αποτελούμενο από τα πρόσωπα που είναι διορισμένα επί του παρόντος από τα κράτη μέλη, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Επιτροπής στο Διοικητικό Συμβούλιο του κέντρου βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1035/97. Έργο του προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου θα είναι:

α)

η έκδοση γνώμης επί προτάσεως της Επιτροπής σχετικά με το κείμενο της προκήρυξης προς υποβολή υποψηφιοτήτων για τη θέση του διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 προκειμένου να αρχίσει η διαδικασία επιλογής·

β)

ο διορισμός, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, προσωρινού διευθυντή ή η παράταση της τρέχουσας θητείας του διευθυντή του κέντρου για τη συντομότερη δυνατή περίοδο, εκκρεμούσης της περάτωσης της διαδικασίας διορισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 3·

γ)

η έγκριση του προϋπολογισμού του οργανισμού για το 2007 σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 9 και ενός σχεδίου προϋπολογισμού για το 2008 σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 5, και

δ)

η έγκριση της ετήσιας έκθεσης των δραστηριοτήτων του ίδιου του κέντρου για το 2006 σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 6 στοιχείο β).

5.   Έως ότου εγκριθεί το πρώτο πολυετές πλαίσιο για τον οργανισμό σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1, ο οργανισμός θα εκτελεί τα καθήκοντά του στους θεματικούς τομείς της καταπολέμησης του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και συναφών μορφών μισαλλοδοξίας σύμφωνα που προβλέπονται από το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β), με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 5 παράγραφος 3.

Άρθρο 30

Αξιολογήσεις

1.   Ο οργανισμός διενεργεί τακτικά εκ των προτέρων και εκ των υστέρων αξιολογήσεις των δραστηριοτήτων του όταν αυτές απαιτούν σημαντικές δαπάνες. Ο διευθυντής κοινοποιεί στο Διοικητικό Συμβούλιο τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων αυτών.

2.   Ο οργανισμός διαβιβάζει ετησίως στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή κάθε πληροφορία σχετικά με το αποτέλεσμα των διαδικασιών αξιολόγησης.

3.   Το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 2011, ο οργανισμός ζητεί τη διενέργεια ανεξάρτητης εξωτερικής αξιολόγησης των επιτευγμάτων του κατά τη διάρκεια των πρώτων πέντε ετών λειτουργίας του βάσει συγγραφής υποχρεώσεων που εκδίδεται από το Διοικητικό Συμβούλιο σε συμφωνία με την Επιτροπή. Η αξιολόγηση:

α)

λαμβάνει υπόψη τις δράσεις του οργανισμού, τις μεθόδους εργασίας και την επίδραση του οργανισμού στην προστασία και προώθηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

β)

εξετάζει την πιθανή ανάγκη τροποποίησης των δράσεων του οργανισμού, του πεδίου εφαρμογής, των τομέων δραστηριότητας ή της δομής του·

γ)

περιλαμβάνει ανάλυση των αποτελεσμάτων των συνεργειών και των δημοσιονομικών επιπτώσεων κάθε ενδεχόμενης τροποποίησης των καθηκόντων, και

δ)

λαμβάνει υπόψη τις απόψεις των ενδιαφερομένων, τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

4.   Το Διοικητικό Συμβούλιο, με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής καθορίζει τη χρονική στιγμή και το πεδίο των μεταγενέστερων εξωτερικών αξιολογήσεων, που θα διενεργούνται σε περιοδική βάση.

Άρθρο 31

Επανεξέταση

1.   Το Διοικητικό Συμβούλιο εξετάζει τα συμπεράσματα της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφοι 3 και 4 και υποβάλλει στην Επιτροπή τις συστάσεις που κρίνει απαραίτητες για τις μεταβολές στον οργανισμό, στις πρακτικές των εργασιών του και στο πεδίο της αποστολής του. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης και τις συστάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, και τις δημοσιεύει.

2.   Μετά την εξέταση της έκθεσης αξιολόγησης και των συστάσεων, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει τυχόν προτάσεις τροποποίησης του παρόντος κανονισμού, εάν το κρίνει σκόπιμο.

Άρθρο 32

Έναρξη της λειτουργίας του οργανισμού

Ο οργανισμός αρχίζει να λειτουργεί από την 1η Μαρτίου 2007.

Άρθρο 33

Κατάργηση

1.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1035/97 καταργείται από την 1η Μαρτίου 2007.

2.   Οι αναφορές στον καταργηθέντα κανονισμό θεωρούνται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 34

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Μαρτίου 2007.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 15 Φεβρουαρίου 2007.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

W. SCHÄUBLE


(1)   ΕΕ C 88 της 11.4.2006, σ. 37.

(2)   ΕΕ C 364 της 18.12.2000, σ. 1.

(3)   ΕΕ L 151 της 10.6.1997, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1652/2003 (ΕΕ L 245 της 29.9.2003, σ. 33).

(4)   ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

(5)   ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(6)   ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385/58. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 1).

(7)   ΕΕ L 314 της 7.12.1994, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1645/2003 (ΕΕ L 245 της 29.9.2003, σ. 13).

(8)   ΕΕ L 357 της 21.12.2002, σ. 72, με διορθωτικό στην ΕΕ L 2 της 7.1.2003, σ. 39.

(9)   ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.

(10)   ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1995/2006 (ΕΕ L 380 της 30.12.2006, σ. 1).

(11)   ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.