|
ISSN 1725-2547 |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366 |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Νομοθεσία |
49ό έτος |
|
|
|
|
|
(1) Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ |
|
EL |
Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος. Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο. |
II Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση
Επιτροπή
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/1 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 5ης Ιουλίου 2005
σχετικά με την κρατική ενίσχυση αριθ. C 20/04 (πρώην NN 25/04) υπέρ της Huta Częstochowa SA
[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 1962]
(Το κείμενο στην πολωνική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(Κείμενο που έχει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2006/937/ΕΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδιαίτερα το άρθρο 88, παράγραφος 2 εδάφιο 1.
το πρωτόκολλο αριθ. 8 της συνθήκης προσχώρησης για την αναδιάρθρωσης της πολωνικής χαλυβουργίας (1) (στο εξής «Πρωτόκολλο αριθ. 8»).
αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις (2) και λαμβάνοντας υπόψη τα σχόλια αυτά,
Έχοντας υπόψη τα ακόλουθα:
I. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
(1) |
Με επιστολή της 4ης Αυγούστου 2003, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων στην Πολωνία, περιλαμβανομένης και ενδεχόμενης ενίσχυσης αναδιάρθρωσης στη δικαιούχο εταιρεία. Στη συνέχεια, η υπόθεση συζητήθηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής και τις πολωνικές αρχές κατά τη διάρκεια διαφόρων τεχνικών συναντήσεων και αποτέλεσε αντικείμενο εντατικής αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής και της Πολωνίας. |
|
(2) |
Στις 23 Ιανουαρίου 2004, ο αρμόδιος σύμβουλος για την ανεξάρτητη αξιολόγηση του προγράμματος αναδιάρθρωσης στην Πολωνία, σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 8, υπέβαλε στην Επιτροπή τη γνώμη του για το θέμα. |
|
(3) |
Σε επιστολή της 19ης Μαΐου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε την Πολωνία ότι αποφάσισε, σε σχέση με την ενίσχυση, να κινήσει τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, και της ζήτησε να υποβάλει συγκεκριμένες πληροφορίες. |
|
(4) |
Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τα σχόλια τους σχετικά με την ενίσχυση. |
|
(5) |
Με επιστολή της 26ης Ιουνίου 2004, η Πολωνία απαντούσε στα ερωτήματα που είχαν τεθεί. Η Πολωνία ζήτησε επίσης από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 10 του πρωτοκόλλου αριθ. 8, την τροποποίηση του προγράμματος αναδιάρθρωσης της πολωνικής χαλυβουργίας και έλαβε τη σύμφωνη γνώμη της. |
|
(6) |
Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις των ενδιαφερομένων μερών και τις διαβίβασε στην Πολωνία με επιστολή της 27ης Σεπτεμβρίου 2004. |
|
(7) |
Με επιστολή της 22ας Νοεμβρίου 2004, η Πολωνία απάντησε στις παρατηρήσεις των ενδιαφερομένων μερών. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής συναντήθηκαν στη συνέχεια επανειλημμένα με τις πολωνικές αρχές. Τελικά, οι συμπληρωματικές πληροφορίες υποβλήθηκαν με επιστολή της 8ης Ιουνίου 2005. |
II. ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
1. Εισαγωγή
|
(8) |
Η δικαιούχος, η χαλυβουργική εταιρεία Huta Częstochowa S.A (στο εξής «HCz» ; βλέπε σημείο 2 α) είναι μια προβληματική επιχείρηση. Τον Οκτώβριο του 2002 η HCz ενοικίασε τις παραγωγικές της εγκαταστάσεις σε μια νέα οικονομική οντότητα: τη Huta Stali Częstochowa Sp z o.o. (στο εξής «HSCz» ; βλέπε σημείο 2 β). |
|
(9) |
Η υπόθεση αφορά δύο είδη ενισχύσεων: τη χρηματοδοτική αναδιάρθρωση της HCz (βλέπε σημείο 3) καθώς και ορισμένα άλλα μέσα άμεσης ενίσχυσης (βλέπε σημείο 4). |
|
(10) |
Η «αναδιάρθρωση» εκτυλισσόταν σε τρία στάδια, αλλά από την άποψη του ελέγχου της κρατικής ενίσχυσης, λαμβάνεται υπόψη μόνο το τρίτο στάδιο. Η πρώτη προσπάθεια αναδιάρθρωσης που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2001, στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής συμφιλίωσης, απέτυχε παταγωδώς. Για το λόγο αυτό, η HCz υποχρεώθηκε να καταθέσει τον Οκτώβριο του 2002, αίτηση κίνησης διαδικασίας πτώχευσης. Τον Φεβρουάριο του 2003, σύμφωνα με το νέο νόμο, η HCz έλαβε άδεια αναδιάρθρωσης, κάτι που διέκοψε τη διαδικασία πτώχευσης. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης προβλέπει τον καταμερισμό των περιουσιακών στοιχείων μεταξύ διαφόρων οντοτήτων, καθώς και την πώληση των επιχειρήσεων ή των περιουσιακών στοιχείων. Μια από τις οντότητες αυτές θα λάβει τα χαλυβουργικά περιουσιακά στοιχεία για να αποπληρώσει πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου (τράπεζες και δημόσιους παρόχους υπηρεσιών) και οι άλλες οντότητες, κυρίως τα γήπεδα, ώστε να αποπληρώσουν τους δημόσιους πιστωτές (χρέη απέναντι σε δημόσιους οργανισμούς, όπως φόροι). Εξάλλου, οι άλλες θυγατρικές της HCz θα πωληθούν για να εξυπηρετηθούν οι μη αναδιαρθρώσιμες πιστώσεις δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου. |
2. Δικαιούχος επιχείρηση
α) Huta Częstochowa
|
(11) |
Η HCz είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός χάλυβα της Πολωνίας. Παράγει κυρίως λαμαρίνας quarto (3), ένα είδος χάλυβα έτοιμου προς χρήση, που αντιπροσωπεύει πάνω από το 60 % των πωλήσεων της. Το προϊόν αυτό χρησιμοποιείται στη ναυπηγική και τις κατασκευές. |
|
(12) |
Η πρώτη εγκατάσταση της HCz δημιουργήθηκε τα έτη 1896 και 1902. Σήμερα η HCz αποτελείται από μια σχετικά σύγχρονη μονάδα παραγωγής λαμαρινών, με ηλεκτρική κάμινο, μια εγκατάσταση συνεχούς χύτευσης και μια εγκατάσταση έλασης για τελικά προϊόντα. Η ονομαστική παραγωγική ικανότητα της χαλυβουργίας (που παράγει ημικατεργασμένα προϊόντα, δηλαδή slabs) ανέρχεται σε 700 000 τόνους, και αυτή της εγκατάστασης έλασης (που μετατρέπει ημιτελή σε τελικά προϊόντα), σε περίπου 780 000 τόνους. |
|
(13) |
Η HCz είναι ιδιοκτήτρια 14 θυγατρικών εταιρειών, που της παρέχουν συμπληρωματικές υπηρεσίες. Περιλαμβάνονται: η παραγωγός σωλήνων Rurexpol Sp. z o.o, (4) το εργοστάσιο παραγωγής Koksownia Sp. z o.o. καθώς και μια εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας η Elsen Sp. z o.o. Το 2002 η HCz και οι θυγατρικές της απασχολούσαν περίπου 5 000 άτομα. |
|
(14) |
Η HCz κατέχεται κατά 100 % από το πολωνικό Υπουργείο Οικονομικών. το κεφάλαιο της εταιρείας ανέρχεται σε 370 εκατ. PLN (περίπου 70 εκατ. ευρώ) (5). Η λογιστική αξία των περιουσιακών της στοιχείων ανερχόταν στις 31 Δεκεμβρίου του 2003 σε 768,5 εκατ. PLN (περίπου 160 εκατ. ευρώ). |
|
(15) |
Από το καλοκαίρι του 2001 η HCz αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Δεδομένου ότι δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τα χρέη της· (που στα τέλη του 2003 ανέρχονταν σε περίπου 2,4 δισεκατ. PLN (περίπου 310 εκατ. ευρώ), υποθηκεύτηκαν τα περισσότερα από τα περιουσιακά της στοιχεία, μεταξύ των οποίων το σύνολο των χαλυβουργικών περιουσιακών στοιχείων, υπέρ των κυριοτέρων πιστωτών. |
|
(16) |
Στις 11 Νοεμβρίου 2001, η HCz κατέθεσε αίτηση δικαστικού διακανονισμού, αναστέλλοντας την πληρωμή των χρεών της. Η διαδικασία δικαστικού διακανονισμού αποβλέπει στην αναδιάρθρωση της εταιρείας με τη μερική αναβολή πληρωμής των χρεών από τους πιστωτές. Τον Οκτώβριο του 2002, το δικαστήριο ακύρωσε τη διαδικασία δικαστικού διακανονισμού δεδομένου ότι οι πιστωτές δεν δέχθηκαν το «πακέτο» της αναδιάρθρωσης. Σύμφωνα με τις πολωνικές αρχές, η διαδικασία δικαστικού διακανονισμού δεν κατέληξε, γιατί οι πιστωτές ζητούσαν από την HCz την αποπληρωμή του συνόλου του χρέους μέσω της κρατικής ενίσχυσης που χορήγησε το κράτος. |
|
(17) |
Στις 28 Οκτωβρίου του 2002, η HCz κατέθεσε αίτηση πτώχευσης. Σύμφωνα με την πολωνική νομοθεσία, στο τέλος της διαδικασίας δικαστικού διακανονισμού, η HCz είχε την υποχρέωση να καταθέσει αίτηση πτώχευσης, γιατί δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τα χρέη που ήταν απαιτητά τη στιγμή της διακοπής της διαδικασίας δικαστικού διακανονισμού. Από τη στιγμή εκείνη, η HCz ενοικίασε τις παραγωγικές της εγκαταστάσεις, σταμάτησε την παραγωγή χάλυβα και δεν δραστηριοποιείται παρά σαν εταιρεία χαρτοφυλακίου για τις θυγατρικές της. Σήμερα αποτελείται μόνο από ένα διευθυντικό όργανο περίπου 40 ατόμων. |
β) Huta Stali Częstochowa
|
(18) |
Μετά τη διαδικασία πτώχευσης που κινήθηκε για την HCz, και ενόψει της διατήρησης της συνέχειας της παραγωγής χωρίς να υπάρχει κίνδυνος αναστολής της δραστηριότητας, δημιουργήθηκε μια νέα οικονομική οντότητα η HSCz, από την Towarzystwo Finansowe Silesia Sp. z o.o. (στο εξής «TFS» , μια ανώνυμη εταιρεία, που ασκεί τη δραστηριότητά της στον τομέα των χαλυβουργικών προϊόντων, και την οποία κατέχει κατά πλειοψηφία το πολωνικό Υπουργείο Οικονομικών). |
|
(19) |
Στις 28 Οκτωβρίου του 2002, η HSCz μίσθωσε στην HCz τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για την παραγωγή χάλυβα (περιλαμβανομένων ενός χαλυβουργείου, μιας εγκατάστασης έλασης, μιας εγκατάστασης παραγωγής κοκ και ορισμένων βασικών υπηρεσιών). Η σύμβαση μίσθωσης καθορίζει ότι η HSCz πρέπει να καταβάλει [...] (*1) εκατ. PLN το μήνα για τη μίσθωση και να απασχολήσει 2 057 εργαζόμενους της HCz (μετά 1 950). |
|
(20) |
Η σύμβαση μίσθωσης προέβλεπε αναβολή της πληρωμής των μηνιαίων μισθωμάτων για 14 μήνες. Μολονότι η σύμβαση δεν καθορίζει σαφώς την καταβολή τόκων για την αναβολή πληρωμής των μισθωμάτων στις 30 Νοεμβρίου 2004, υπολογίστηκαν οι νόμιμοι τόκοι καθυστέρησης ύψους [...]PLN τους οποίους και κατέβαλε η HSCz στην HCz. |
|
(21) |
Η TFS δεν μετέφερε στην HSCz παρά το ελάχιστο απαιτούμενο κεφάλαιο 50 000 PLN. Για να μπορέσει να λειτουργήσει στην αγορά χωρίς κεφάλαιο κίνησης, η HSCz μείωσε την περίοδο πληρωμής απαιτήσεων της σε περίπου 15 ημέρες και επιμήκυνε την περίοδο πληρωμής των υποχρεώσεων της σε πάνω από 50 ημέρες. Αυτό κατέστη δυνατόν χάρη στο γεγονός ότι όλοι οι κυριότεροι προμηθευτές (εκτός από ένα) δέχθηκαν μια τέτοια περίοδο πληρωμής ώστε να κρατήσουν την HSCz ως βασικό πελάτη. Στην πράξη πολλοί προμηθευτές συνήψαν με την HSC συμφωνίες ανταλλαγής (barter), σύμφωνα με τις οποίες, οι πρώτες ύλες, ειδικότερα τα παλιοσίδερα, πληρώνονταν με τελικά προϊόντα, όπως λαμαρίνες για μεταπώληση σε συγκεκριμένους αγοραστές. Οι επιχειρήσεις αυτές παρακολουθούσαν προσεκτικά την παραγωγή και τη λογιστική της HSCz, και σε αντιστάθμιση του κινδύνου που αναλάμβαναν, ζήτησαν ουσιώδη κέρδη επί των εν λόγω πράξεων. |
|
(22) |
Συμπληρωματική εγγύηση απαιτήθηκε μόνο για τις υποχρεώσεις από την προμήθεια ενέργειας από την Polskie Sieci Energetyczne S.A. (στο εξής «PSE» ) με τη μορφή υπογραφής από την TFS τριών εγγυητικών συμβάσεων ύψους [...] εκατ. PLN η καθεμιά. Περιελάμβαναν αφενός τρεις εγγυητικές επιστολές ύψους [...] εκατ. PLN η κάθε μια, και αφετέρου, τρεις δηλώσεις, που περιελάμβαναν την αποδοχή υπαγωγής σε άμεση εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 777 του πολωνικού κώδικα πολικής δικονομίας. Με τον ίδιο τρόπο η PSE έλαβε εγγύηση για ποσό [...] εκατ. PLN. Στις 28 Νοεμβρίου του 2002 εκδόθηκαν δύο συναλλαγματικές/εγγυήσεις, καθεμιά ύψους [...] εκατ. PLN που ίσχυαν ως τις 30 Ιουνίου του 2003, και η επόμενη εγγύηση για ποσό [...] εκατ. PLN, που ίσχυε ως τις 31 Μαρτίου του 2005, εκδόθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 2002. Η HSCz πλήρωσε για τις εν λόγω συναλλαγματικές και εγγυήσεις σταθερή προμήθεια [...] PLN, και για την εγγύηση ύψους [...] εκατ. PLN, ποσοστό περίπου 0,8 %.της αξίας της εγγύησης. Ωστόσο, τα απλήρωτα ενεργειακά τιμολόγια δεν ξεπέρασαν ποτέ το ποσό των [...] εκατ. PLN, δεδομένου ότι οι μηχανισμοί που περιλαμβάνονταν στη σύμβαση εγγύησης υποχρέωναν την HSCz να πληρώνει τα σχετικά ποσά εντός πέντε εβδομάδων. |
3. Αναδιάρθρωση της Huta Częstochowa
α) Αναδιάρθρωση του πολωνικού χαλυβουργικού τομέα
|
(23) |
Τον Ιούνιο του 1998, το πολωνικό Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε το πρώτο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της πολωνικής χαλυβουργίας. Το πρόγραμμα αυτό ενημερώθηκε το 2001 με την προσθήκη του νόμου της 24ης Αυγούστου του 2001 για την αναδιάρθρωσης της χαλυβουργίας (6) που αποτέλεσε τη νομική βάση για την αναδιάρθρωσης της πολωνικής χαλυβουργίας. |
|
(24) |
Στις 5 Νοεμβρίου 2002, το πολωνικό Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε την τροποποίηση του πρώτου προγράμματος αναδιάρθρωσης, που τελικά ονομάστηκε πρόγραμμα αναδιάρθρωσης και ανάπτυξης της χαλυβουργίας στην Πολωνία το 2006 (στο εξής «Εθνικό Πρόγραμμα Αναδιάρθρωσης»«ΕΠΑ»). Το παρόν πρόγραμμα επιτρέπει κυρίως τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων στην πολωνική χαλυβουργία, για την αναδιάρθρωσή της κατά την περίοδο από το 1997 ως το 2006, για ανώτατο ποσό 3,387 δισεκατ. PLN (713 εκατ. ευρώ). |
|
(25) |
Στο ΕΠΑ αναφέρεται ότι υπάρχουν στην Πολωνία 17 χαλυβουργεία, που χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Η πρώτη από τις ομάδες αυτές αποτελείται από οκτώ επιχειρήσεις, που στο πλαίσιο του ΕΠΑ λαμβάνουν κρατική ενίσχυση. Η ενίσχυση αυτή προορίζεται κυρίως για την εξυγίανση των τεσσάρων σημαντικότερων χαλυβουργείων της Πολωνίας, μέσω των οποίων δημιουργήθηκε ο μεγαλύτερος παραγωγός χάλυβας στην Πολωνία: Polskie Huty Stali S.A (στο εξής «PHS»), και που σήμερα φέρει το όνομα Mittal Steel Poland (στο εξής «MSP»), μετά την πώλησή της στην εταιρεία χαρτοφυλακίου LNM (7), που τελευταία μετατράπηκε σε Mittal Steel (8). Έξι επιχειρήσεις που συνθέτουν τη δεύτερη ομάδα δεν συμμετέχουν στο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, είτε γιατί η παραγωγή χάλυβα δεν αποτελεί την κύρια δραστηριότητά τους, είτε γιατί δεν έλαβαν ενίσχυση. Τρεις επιχειρήσεις που έλαβαν ενίσχυση, αλλά που έκτοτε κήρυξαν πτώχευση, αποτελούν την τρίτη ομάδα. |
|
(26) |
Η HCz ανήκε στην τρίτη ομάδα. Δεδομένου ότι η HCz είχε καταθέσει αίτηση προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία πτώχευσης, στο ΕΠΑ γράφτηκε σχετικά: «η αναδιάρθρωση της χαλυβουργίας θα περάσει από τη διαδικασία πτώχευσης» (κεφάλαια 3.1.2 και 5.1). Στην πραγματικότητα στο κεφάλαιο 3.1.3.3 η HCz αναφέρεται μεταξύ των εγκαταστάσεων «έναντι των οποίων εφαρμόστηκαν οι διαδικασίες πτώχευσης» και διαπιστώνεται ότι το εργοστάσιο διοικείται σήμερα από ένα «διοικητικό συμβούλιο πτώχευσης». Στο κεφάλαιο 5.4.2 του ΕΠΑ εξηγείται ότι «είναι απαραίτητη η κρατική ενίσχυση ύψους περίπου 1 δισεκατ. PLN για την αναδιάρθρωση της HCz. Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν θα είναι ικανοποιητικά. Έτσι καθορίζεται ότι η HCz θα αναδιαρθρωθεί μέσω της διαδικασίας πτώχευσης και τα παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία αυτής της χαλυβουργίας θα εξαγοραστούν από τη νεοϊδρυθείσα HSCz. Η νέα οικονομική οντότητα θα συνεχίσει την παραγωγική δραστηριότητα της HCz χωρίς κρατική ενίσχυση αναδιάρθρωσης. Τα περιουσιακά στοιχεία της HCz δεν θα εξαγοραστούν από καμία επιχείρηση που να έχει λάβει κρατική ενίσχυση (κεφάλαιο 3.1.3.1.)». |
|
(27) |
Το ΕΠΑ παρουσιάστηκε στην ΕΕ στις 25 Μαρτίου 2003 και εγκρίθηκε τελικά μετά από εντατικό διάλογο με την Επιτροπή. Η Επιτροπή, αφού το αξιολόγησε, υπέβαλε σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για την παράταση της περιόδου χάριτος σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον πολωνικό χαλυβουργικό τομέα, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συμφωνίας (που αρχικά ίσχυε μόνο ως το 1997) μέχρι τα τέλη του 2003, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τον στόχο να είναι βιώσιμος ως το 2006, κάτι που ενέκρινε το Συμβούλιο τον Ιούλιο του 2003 (9). |
|
(28) |
Έτσι, η ΕΕ επέτρεψε στην Πολωνία, κατ' εξαίρεση των κανονισμών της, να χορηγήσει στη χαλυβουργία ενίσχυση αναδιάρθρωσης (10). Οι κυριότερες διευκρινίσεις του ΕΠΑ περιλήφθηκαν στο πρωτόκολλο της συνθήκης προσχώρησης, το πρωτόκολλο αριθμός 8 για την αναδιάρθρωσης της πολωνικής χαλυβουργίας. Το πρωτόκολλο αριθμός 8 δεχόταν τη χορήγηση ενίσχυσης σε 8 επιχειρήσεις που αναφέρονταν (δεν περιλαμβανόταν η HCz) για μέγιστο ποσό 3,387 δισεκατ. PLN. Εξάλλου, υπογραμμιζόταν ότι η χορήγηση οποιασδήποτε άλλης ενίσχυσης αναδιάρθρωσης στην πολωνική χαλυβουργία δεν επιτρεπόταν. |
β) Νόμος της 30ής Οκτωβρίου 2002
|
(29) |
Στις 30 Οκτωβρίου 2002, μόλις η HCZ κατέθεσε αίτηση πτώχευσης, εγκρίθηκε νόμος για τις κρατικές ενισχύσεις υπέρ επιχειρήσεων που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αγορά εργασίας (τροποποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2003) (11) και που ονομάζεται στο εξής «Νόμος της 30.10.2002 ») (12). Ο νόμος αυτός επιτρέπει στις επιχειρήσεις την αναδιάρθρωσή τους ώστε να αποφεύγεται η εκκαθάριση. Με το σκοπό αυτό, ο νόμος εισήγαγε μια νέα προσέγγιση της αναδιάρθρωσης, προβλέποντας παράλληλα αναδιάρθρωση (δηλαδή μερική ακύρωση) του χρέους προς το δημόσιο. Πριν, επιτρεπόταν μόνο η ανακλιμάκωση αυτού του χρέους. |
|
(30) |
Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1 του νόμου της 30.10.2002, η υπό αναδιάρθρωση επιχείρηση προστατεύεται από την πτώχευση από την ημέρα κίνησης της διαδικασίας αναδιάρθρωσης μέχρι την ολοκλήρωση ή την παύση της. Η διάρκεια της διαδικασίας αναδιάρθρωσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 24 μήνες από την ημέρα λήψης της απόφασης αναδιάρθρωσης (άρθρο 19, παράγραφος 2 του νόμου της 30.10.2002). |
|
(31) |
Ο νόμος της 30.10.2002 καθορίζει τη χρηματοδοτική αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων ιδιωτικού δικαίου που δημιουργήθηκαν πριν τον Ιούλιο του 2002 και των υποχρεώσεων δημοσίου δικαίου που δημιουργήθηκαν πριν τον Ιούνιο του 2002 (άρθρο 3 του νόμου της 30.10.2002, και, επιπλέον, η δεύτερη αυτή περίοδος παρατάθηκε κατά ένα έτος). Αντίθετα με την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων ιδιωτικού δικαίου, που βασίζεται σε μια πράξη αναδιάρθρωσης, που πρέπει να γίνει αποδεκτή από τουλάχιστον 50 % των πιστωτών (σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 του νόμου της 30.10.2002), οι υποχρεώσεις δημοσίου δικαίου μπορούν να ακυρωθούν εν μέρει με απόφαση του προέδρου της Agencja Rozwoju Przemysłu S.A., (Οργανισμός Ανάπτυξης Βιομηχανίας), στο εξής «ARP» ), αρμόδιου οργάνου για την παρακολούθηση της αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων, σύμφωνα με το κεφάλαιο 5 του νόμου της 30.10.2002. |
|
(32) |
Εξάλλου, κατά την προετοιμασία της τροποποίησης του νόμου της 30.10.2002, που τέθηκε σε ισχύ στις 14 Νοεμβρίου 2003, ο νομοθέτης εισήγαγε στο κεφάλαιο 5 α του νόμου, τη δυνατότητα ανάκτησης ορισμένου ποσού των διεκδικήσεων δημοσίου δικαίου, βάσει ενός σχεδίου με αναδιάρθρωση που υπόκειται σε συγκεκριμένους κανόνες, στο πλαίσιο της οποίας ο δικαιούχος μεταφέρει σε μια εταιρεία που ανήκει στον ARP (στο εξής «Operator») ένα μέρος των περιουσιακών του στοιχείων χωρίς εγγυήσεις, και των οποίων η αξία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον 25 % του συνολικού χρέους. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία πωλούνται στη συνέχεια για να αποπληρωθούν οι δημόσιοι πιστωτές (άρθρο 32 στοιχείο δ) του νόμου της 30.10.2002). Ωστόσο, οι δημόσιοι πιστωτές πρέπει να εκφράσουν τη σύμφωνη γνώμη τους για την αναδιάρθρωση βάσει ιδιαίτερων κανόνων (άρθρο 32 στοιχείο h) του νόμου της 30ης Οκτωβρίου 2002). |
|
(33) |
Το κεφάλαιο 5 α και η αναδιάρθρωση βάσει συγκεκριμένων κανόνων διευρύνουν, τόσο οικονομικά όσο και χρονικά, το εύρος των αναδιαρθρώσιμων πιστώσεων. Οι πιστώσεις παραμένουν αναδιαρθρώσιμες για ένα χρόνο (ως τις 30 Ιουνίου 2003) και σύμφωνα με το άρθρο 32 στοιχείο α) παράγράφος 1 του νόμου της 30.10.2002, είναι πλέον αναδιαρθρώσιμα και άλλα είδη πιστώσεων δημόσιου δικαίου (13). |
γ) Διαδικασία αναδιάρθρωσης της Huta Częstochowa
|
(34) |
Στις 21 Ιανουαρίου του 2003, η HCz κατέθεσε στον ARP αίτηση αναδιάρθρωσης στο πλαίσιο του νόμου της 30.10.2002. Στις 21 Φεβρουαρίου 2003, ο Πρόεδρος του ARP δέχθηκε την αίτηση και ζήτησε να κινηθεί διαδικασία αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 10 του νόμου της 30.10.2002, συνέπεια του οποίου η HCz προστατεύεται από την πτώχευση. |
|
(35) |
Στις 18 Απριλίου 2003 η HCz υπέβαλε στον ARP το σχέδιο αναδιάρθρωσης. Ο καταμερισμός των περιουσιακών στοιχείων της HCz σε παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία και λοιπά περιουσιακά στοιχεία, καθώς και η πώληση των παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο της μεταφοράς του κονσόρτσιουμ σε ιδιώτη επενδυτή βάσει της αρχής της συνέχειας της δραστηριότητας, αποτέλεσε τη κεντρική ιδέα του σχεδίου. Στις 2 Ιουλίου 2003, ο ARP ενέκρινε το σχέδιο αναδιάρθρωσης. Στη συνέχεια, το σχέδιο κατατέθηκε στο Ochrony Konkurencji i Konsumentów (Γραφείο Προστασίας του Ανταγωνισμού για τον Καταναλωτή) (στο εξής «UOKiK» ), που στις 25 Ιουλίου 2003 ενέκρινε το σχέδιο υπό τον όρο ότι δεν θα χορηγηθεί κρατική ενίσχυση (14). |
|
(36) |
Στις 7 Αυγούστου 2003, ο Πρόεδρος του ARP σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 4 του νόμου της 30.10.2002 έλαβε την απόφαση αναδιάρθρωσης. Τον Οκτώβριο του 2003, το σχέδιο αναδιάρθρωσης τροποποιήθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις του UOKiK. Την 1η Δεκεμβρίου 2003 ενεκρίθη από τον ARP, που τροποποίησε την αρχική απόφαση αναδιάρθρωσης. |
|
(37) |
Στις 30 Απριλίου 2004, ο Πρόεδρος του ARP εξέδωσε απόφαση με την οποία τροποποιείται η απόφαση αναδιάρθρωσης. Βασιζόταν στο ενημερωμένο σχέδιο επιχείρησης της 26ης Απριλίου 2004 (ήταν απαραίτητη η τροποποίηση του σχεδίου, λαμβανομένων υπόψη των τροποποιήσεων του νόμου της 30.10.2002) και περιέγραφε περισσότερο λεπτομερώς τον καταμερισμό των περιουσιακών στοιχείων (15). |
δ) Πιστωτές της Huta Częstochowa
|
(38) |
Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, ανάλογα με το νομικό χαρακτήρα των υποχρεώσεων, καθορίστηκαν διάφορες ομάδες πιστωτών: |
|
(39) |
Στην πρώτη ομάδα, περιλαμβάνονται υποχρεώσεις δημοσίου δικαίου (ποσά στις 30 Ιουνίου 2003): εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, υπέρ της Zakład Ubezpieczeń Społecznych (στο εξής « ZUS» )) ύψους περίπου [...] εκατ. PLN ([...] εκατ. PLN αναδιαρθρώσιμα και [...] εκατ. PLN μη αναδιαρθρώσιμα)·
Έτσι, «οι δημόσιοι πιστωτές με πιστώσεις δημοσίου δικαίου» είναι: η ZUS, η FGSP και η PFRON, οργανισμοί που υπάγονται στο Υπουργείο Οικονομικών και Εργασίας, ο δήμος της Częstochowa, η υπηρεσία της πόλης της Częstochowa και η województwa της Σιλεσίας. Εξάλλου το θέμα αφορά και άλλες κοινότητες, όπως την κοινότητα του Poraj, αλλά για λιγότερο σημαντικά ποσά. |
|
(40) |
Στη δεύτερη ομάδα, περιλαμβάνονται υποχρεώσεις ιδιωτικού δικαίου (ποσά στις 30 Σεπτεμβρίου του 2003) στις οποίες διακρίνονται υποχρεώσεις προς δημόσιους και ιδιώτες πιστωτές. Στην πρώτη, των «δημόσιων πιστωτών που κατέχουν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου» ανήκουν:
|
|
(41) |
Στη δεύτερη ομάδα και ταυτόχρονα στην τρίτη ομάδα, ανήκουν οι ακόλουθοι ιδιώτες πιστωτές (ποσά στις 30 Σεπτεμβρίου 2003):
|
ε) Ρυθμίσεις σχετικά με τη χρηματοδοτική αναδιάρθρωση
|
(42) |
το σχέδιο αναδιάρθρωσης καθορίζει τη χρηματοδοτική αναδιάρθρωση των προαναφερθεισών πιστώσεων και τον καταμερισμό των περιουσιακών στοιχείων μεταξύ τριών εταιρειών.
|
(1)
|
(43) |
Το σχέδιο αναδιάρθρωσης καθορίζει ότι οι πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου μπορούν να αποκτήσουν τα χαλυβουργικά περιουσιακά στοιχεία σε αντιστάθμιση αυτών των πιστώσεων. Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μέσω της μετατροπής των πιστώσεων σε τίτλους ιδιοκτησίας της νεοϊδρυθείσας θυγατρικής MH. Η ΜΗ θα είναι ιδιοκτήτρια όλων των εγκαταστάσεων παραγωγής χάλυβα, δηλαδή του πλήρους εξοπλισμού της χαλυβουργίας, των εγκαταστάσεων έλασης καθώς και του διοικητικού κτιρίου. |
|
(44) |
Η αξία των περιουσιακών στοιχείων καθορίστηκε σύμφωνα με την πολωνική νομοθεσία για τις κρατικές επιχειρήσεις, που απαιτεί την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων πριν την πώλησή τους. Για τον λόγο αυτό, τον Αύγουστο του 2003, η εταιρεία ATEST εκτίμησε την υψικάμινο (του χυτηρίου) (16), καθορίζοντας την αξία του σε [...] εκατ. PLN. Εξάλλου, η εταιρεία PROFCEN στην Częstochowa καθόρισε την αξία των εγκαταστάσεων έλασης σε [...] εκατ. PLN. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου αμφισβήτησαν τις εκτιμήσεις αυτές, βεβαιώνοντας ότι βάσει των μεθόδων που εφαρμόστηκαν, ήταν υπερβολικά αισιόδοξες, τον Δεκέμβριο του 2003 η εταιρεία ATEST προέβη σε νέα εκτίμηση, βασιζόμενη στις διαθέσιμες αναλογιστικές ταμειακές ροές των εγκαταστάσεων έλασης και του χυτηρίου, καταλήγοντας στο ποσό των [...] εκατ. PLN. Έγινε επίσης εκτίμηση με την ελβετική μέθοδο (δύο τρίτα των διαθέσιμων αναλογιστικών ταμειακών ροών, ένα τρίτο από την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων) με αποτέλεσμα [...] εκατ. PLN. Η αξία αυτή επιβεβαιώθηκε από την προσφορά της LNM τον Δεκέμβριο του 2003, στην οποία τα περιουσιακά στοιχεία εκτιμήθηκαν σε [...] εκατ. PLN, και γύρω στα τέλη του 2003, διορθώθηκαν σε [...] εκατ. PLN (ωστόσο τον Μάρτιο του 2005 η αξία αυτή σχεδόν διπλασιάστηκε και έφθασε το ποσό των […(μεταξύ 600 και 650)] εκατ. PLN), λόγω της σημαντικής αύξησης των τιμών του χάλυβα. |
|
(45) |
Στις 13 Οκτωβρίου 2003, οι πιστωτές που κατείχαν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου υπέγραψαν συμφωνία αναδιάρθρωσης του χρέους για την περίοδο πριν από τον Ιούνιο 2002 (στο εξής «συμφωνία αναδιάρθρωσης») που τέθηκε σε ισχύ στις 9 Δεκεμβρίου του 2003. Βάσει της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης MH, δηλαδή 320 εκατ. PLN, καθορίστηκε πρώτον, ότι οι πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου τις οποίες κατείχαν οι εν λόγω πιστωτές στις 30 Ιουνίου του 2002, θα αποπληρώνονταν με τη μερική μετατροπή του 80,44 % των μετοχών της επιχείρησης MH. Το 72,47 % των εν λόγω μετοχών πληρώθηκε σε πιστωτές που κατείχαν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου και το 7,97 % δόθηκε για τις υφιστάμενες εγγυήσεις των πιστωτών. Έτσι, ακυρώθηκε το 60 % περίπου του χρέους το 2003, και το 30 % το 2005. |
|
(46) |
Δεύτερον, η συμφωνία αναδιάρθρωσης καθόριζε ότι η RFG θα χρησιμοποιούσε το υπόλοιπο 19,56 % του μετοχικού κεφαλαίου της ΜΗ για να αποπληρώσει, αφενός τους τόκους για τις υποχρεώσεις πριν από τον Ιούνιο του 2002, ως την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας, δηλαδή της 9ης Δεκεμβρίου 2003 (μετά την περίοδο αυτή ενεργοποιήθηκε η συμφωνία αναδιάρθρωσης), και αφετέρου, τις υποχρεώσεις μετά τον Ιούνιο του 2002 και τους σχετικούς τόκους. |
|
(47) |
Στη συνέχεια, η συμφωνία αναδιάρθρωσης τροποποιήθηκε επανειλημμένα προκειμένου να αλλάξει η τελική προθεσμία παραλαβής του μετοχικού κεφαλαίου της ΜΗ από τους δικαιούχους πιστωτές και το χρονοδιάγραμμα σχετικά με τις προσφορές των στρατηγικών επενδυτών για την ΜΗ. |
|
(48) |
Η συμφωνία αναδιάρθρωσης συνάφθηκε αρχικά από πιστωτές που αντιπροσώπευαν 54 % του χρέους, δηλαδή τους δημόσιους πιστωτές που κατείχαν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου: την PSE, τη Zakład Energetyczny, τον ARP, την PKP, την PGNiG και τους ιδιώτες πιστωτές: τη BPH Bank και τη BPK Logo. Η Kredyt Bank, η ING BSK, η Citibank Handlowy, η Bank Millenium, καθώς και η CZW Węglozbyt και η Kompania Węglowa δεν συμφωνούσαν αρχικά. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 2 του νόμου της 30.10.2002, η συμφωνία δεσμεύει όλους του πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου. |
|
(49) |
Τον Μάρτιο του 2004, η Bank Millenium, η CZW Węglozbyt και η Kompania Węglowa προσχώρησαν στη συμφωνία αναδιάρθρωσης. Επίσης, και η Kredyt Bank, ING και η Citibank Handlowy αποδέχθηκαν, στο μεταξύ, την οικονομική λογική του προγράμματος αναδιάρθρωσης. |
|
(50) |
Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι η MH θα πωληθεί με υποθήκη των λοιπών περιουσιακών της στοιχείων, δεδομένου ότι το προϊόν της πώλησης θα χρησιμοποιηθεί για τον διακανονισμό των υπόλοιπων πιστώσεων ιδιωτικού δικαίου και των μη αναδιαρθρώσιμων πιστώσεων δημοσίου δικαίου, κάτι που θα οδηγήσει στην άρση των υποθηκών. |
(2)
|
(51) |
Το σχέδιο αναδιάρθρωσης που ενέκρινε η απόφαση αναδιάρθρωσης καθορίζει ότι η Operator είναι υπεύθυνη για όλες τις αναδιαρθρώσιμες πιστώσεις δημοσίου δικαίου που δημιουργήθηκαν πριν από τις 30 Ιουνίου του 2003. |
|
(52) |
Σε αντιστάθμιση, η HCz, σύμφωνα με το άρθρο 32, στοιχείο δ) του νόμου της 30.10.2002, θα μεταφέρει στην Operator, ένα τμήμα των περιουσιακών της στοιχείων χωρίς εγγύηση, που θα αποτελεί τουλάχιστον το 25 % των πιστώσεων που μεταφέρονται στην Operator. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία αποτελούνται από: γήπεδο, ένα μέρος του οποίου θα αποτελέσει το βιομηχανικό πάρκο, εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Elsen, και 10 εκατ. PLN σε πιστώσεις, που θα περιγράφονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Η Operator θα επιχειρήσει να πωλήσει στην καλύτερη τιμή τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Η πώληση των περισσότερων από τα στοιχεία αυτά δεν προβλέπεται πριν από τον Δεκέμβριο του 2005. |
|
(53) |
Ένας ανεξάρτητος σύμβουλος εκτίμησε την αξία του γηπέδου που λαμβάνει η Operator, σε 120,6 PLN. Με τις μετοχές της επιχείρησης Elsen, που εκτιμώνται σε 25,4 εκατ. PLN και τις πιστώσεις αξίας 10 εκατ. PLN, το ενεργητικό της Operator ανέρχεται σε 156 εκατ. PLN (17). Η εκτίμηση αυτή πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της ARP από τη BRE Corporate Finance, επενδυτική τράπεζα της Commerzbank στην Πολωνία (18). |
|
(54) |
Η μεταβίβαση των πιστώσεων στην Operator θα ελευθερώσει αυτομάτως τις εγγυήσεις για τις σχετικές υποχρεώσεις. Ωστόσο, δεδομένης της ύπαρξης μη αναδιαρθρώσιμων πιστώσεων, ορισμένοι δημόσιοι πιστωτές θα κρατήσουν τις εγγυήσεις που δεν ακυρώνονται πριν η HCz/RFG να είναι σε θέση να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της μετά την πώληση της MH. |
|
(55) |
Η ZUS, η κοινότητα της Częstochowa, η PFRON και η województwo της Σιλεσίας έδωσαν τη σύμφωνη γνώμη τους για την αναδιάρθρωση βάσει ειδικών κανόνων. Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τις πολωνικές αρχές, η εφορία της Częstochowa. η FGŚP και η κοινότητα του Poraj απέρριψαν στις αρχές Ιουνίου του 2005 αυτή την αναδιάρθρωση, γιατί συμπέραναν ότι η πτώχευση θα απέδιδε καλύτερα αποτελέσματα. Για το λόγο αυτό, οι πιστώσεις τους θεωρήθηκαν μη αναδιαρθρώσιμες και η HCz/RFG θα υποχρεωνόταν να τις πληρώσει. Οι πολωνικές αρχές διαβεβαίωσαν ότι τα εν λόγω χρέη πληρώθηκαν όντως. |
(3)
|
(56) |
Η HCz μετονομάστηκε σε RFG. Η RFG θα γίνει ιδιοκτήτρια των εναπομεινάντων περιουσιακών στοιχείων, ιδιαίτερα των περισσότερων θυγατρικών της HCz, όπως η Rurexpol και η εγκατάσταση παραγωγής κοκ, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων θα πωληθεί στο στρατηγικό επενδυτή. Εξάλλου, ορισμένα στοιχεία του ενεργητικού που η HSCz ενοικίαζε, θα μεταβιβαστούν σε μια άλλη θυγατρική της HCz με την επωνυμία Majątek Hutniczy Plus (στο εξής «MH Plus» ) ενόψει της μεταπώλησής τους στο στρατηγικό επενδυτή προς όφελος της RFG. |
|
(57) |
Τα περιουσιακά στοιχεία της RFG εκτιμήθηκαν για πρώτη φορά προς τα τέλη του 2003 από τους συμβούλους της εταιρείας PROFCEN στην Częstochowa. Η εν λόγω εκτίμηση επισυνάφθηκε στις μεταγενέστερες εκτιμήσεις ανεξάρτητων εταιρειών που πραγματοποιήθηκαν από την ATEST. Η αξία της MH και της MH Plus τεκμηριώθηκε στη συνέχεια από τις προσφορές των στρατηγικών επενδυτών. Στις αρχές του 2005, μετά την προσφορά και την αγορά των μετοχών των διάφορων θυγατρικών (βλέπε σημείο 62), που αντικατόπτριζε την αισθητή άνοδο των τιμών στην αγορά χάλυβα, πραγματοποιήθηκε δεύτερη εκτίμηση της αξίας των επιχειρήσεων. Ο παρακάτω πίνακας αναφέρει την αξία των θυγατρικών: Πίνακας 1 Εκτίμηση των προς πώληση θυγατρικών της RFG
|
|||||||||||||||||||||
|
(58) |
Η RFG θα υποχρεωθεί να ικανοποιήσει όλες τις μη αναδιαρθρώσιμες υποχρεώσεις δημόσιου δικαίου (περίπου [...] εκατ. PLN) (19). Εξάλλου, για την περίοδο από την 1η Ιουλίου 2002 ως τις 9 Δεκεμβρίου 2003, θα πρέπει να πληρώσει τόκους για τις πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου που αναδιαρθρώνονται με την μετατροπή τους σε μετοχές της MH, ύψους [...] εκατ. PLN καθώς και όλες τις νέες πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου με τους σχετικούς τόκους μετά τον Ιούνιο του 2002 (υπολογίζονται σε [...] εκατ. PLN) (20). Συνολικά, η RFG θα λάβει για την πώληση των θυγατρικών [...] εκατ. PLN, εκ των οποίων [...] εκατ. PLN θα διατεθούν για την αποπληρωμή των μη διακανονισθέντων χρεών, [...] εκατ. PLN για την κάλυψη των δαπανών αναδιάρθρωσης, και περίπου [...] εκατ. PLN θα παραμείνουν στα ταμεία της RFG. |
(4)
|
(59) |
Η HCz και η TFS με τους πιστωτές της HCz και υπό την εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών, επιθυμούν να πωλήσουν σε στρατηγικό επενδυτή τις μετοχές της MH, της MH Plus, της εγκατάστασης παραγωγής κοκ, της Rurexpol και ορισμένων άλλων θυγατρικών στις οποίες κατέχει συμμετοχές η HSCz. Οι πράξεις αυτές θα γίνουν υπό την παρακολούθηση της επιτροπής διαπραγματεύσεων, που αποτελείται από εκπροσώπους της HCz, της TFS και εννέα πιστωτών της HCz (BPH, Citibank Bank Handlowy, Bank Millennium, Kredyt Bank, ING BSK, PSE, PKP, PGNiG και ARP). |
|
(60) |
Μετά την πρώτη πρόσκληση υποβολής προσφορών, επελέγησαν η εταιρεία χαρτοφυλακίου LNM N.V (υπό την επωνυμία Mittal Steel αλλά που συνεχίζει να αποκαλείται «LNM» ) και η βιομηχανική ένωση του Donbass (στο εξής «Donbass» ) από την TFS και την HCz με τις οποίες και συνεχίζονται αποκλειστικά οι διαπραγματεύσεις. Η προκαταρκτική σύμβαση μονογραφήθηκε στις 31 Μαρτίου του 2004 και στη συνέχεια ακυρώθηκε. Το φθινόπωρο του 2004 ξαναπροκηρύχθηκε πρόσκληση υποβολής προσφορών με τη συμμετοχή των δυο επιλεγεισών εταιρειών. |
|
(61) |
Τον Φεβρουάριο του 2005, με βάση την τιμή της προσφοράς, ο διαγωνισμός κατακυρώθηκε στην LNM. Λαμβανομένης υπόψη της αύξησης των τιμών στην αγορά κοκ και χάλυβα, η τιμή αυξήθηκε σημαντικά. Στις 15 Απριλίου του 2005 μονογραφήθηκε η σύμβαση με την LNM. Ωστόσο, στις 16 Μαΐου του 2005, μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων της LNM με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις με την Donbass. Σύμφωνα με τις πολωνικές αρχές, η Donbass ήταν πλέον έτοιμη να καταβάλει την τιμή που είχε προτείνει η LNM, και έτσι στις 16 Ιουνίου 2005, μονογραφήθηκε συμφωνία που αποτελούσε τη βάση της τελικής σύμβασης πώλησης των επιχειρήσεων στην Donbass. |
|
(62) |
Στο πλαίσιο του πακέτου θα καταβληθούν για την ΜΗ […(μεταξύ 600 και 650)] εκατ. PLN), για την MH Plus (περίπου [...] εκατ. PLN), την Koksownia (περίπου [...] εκατ. PLN), τη Rurexpol και 8 ακόμη θυγατρικές της HCz (συνολικά περίπου [...] εκατ. PLN), καθώς και για την HSCz (περίπου [...] εκατ. PLN: το ποσό αυτό θα λάβει η TFS) θα καταβληθεί τιμή περίπου [...] εκατ. PLN. Οι πωλητές ανέφεραν τις ελάχιστες τιμές, αλλά δεδομένης της τιμής για το σύνολο της πράξης, τα ποσά αυτά αυξήθηκαν αναλογικά (γιατί σε αντίθετη περίπτωση, θα υπήρχε ο κίνδυνος να γίνουν καλύτερες προσφορές για τα διάφορα μεμονωμένα στοιχεία) |
|
(63) |
Τον Οκτώβριο του 2004, η TFS παρουσίασε ενημερωμένο επιχειρηματικό σχέδιο για την HSCz (στο εξής «ΕΣ») για τα έτη 2004 — 2006 με την παραδοχή ότι η δραστηριότητα και τα περιουσιακά στοιχεία της HSCz θα παραμείνουν συγκεντρωμένα στο πλαίσιο μιας επιχείρησης (στην οποία θα συμμετέχουν η MH, η MH Plus και η HSCz). Το ΕΣ προβλέπει για τις υπάρχουσες εγκαταστάσεις επενδύσεις ύψους 252,6 εκατ. PLN. Εξάλλου, εξετάζονται και ορισμένα άλλα μέσα αναδιάρθρωσης, όπως η μείωση του κόστους και το πρόγραμμα προστασίας του περιβάλλοντος. Στο πλαίσιο του ΕΣ, με βάση αυτά τα μέσα δράσης, προβλέπεται ότι για τα έτη 2004 — 2006 απόδοση των επενδύσεων πάνω από 10 % για το 2004 ως το 2006 και απόδοση των κεφαλαίων πάνω από 5 %. |
|
(64) |
Στο πλαίσιο της διαδικασίας πώλησης, επιβλήθηκε υποχρέωση υλοποίησης του επενδυτικού προγράμματος σε 24 μήνες από την εξαγορά της HSCz, της MH και της MH Plus. Εξάλλου, η σύμβαση πώλησης υποχρεώνει τον επενδυτή να μην αυξήσει την παραγωγική ικανότητα των τελικών προϊόντων ως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, ημερομηνία κατά την οποία θα δημιουργηθεί μια νέα γραμμή παραγωγής λαμαρινών θερμής έλασης. |
στ) Επισκόπηση των πιστώσεων και της μεταβίβασής τους
|
(65) |
Για να αξιολογηθούν οι συνέπειες της αναδιάρθρωσης, η εταιρεία PriceWaterhouseCoopers έκανε για λογαριασμό της Πολωνίας λεπτομερή οικονομική ανάλυση (στο εξής «ανάλυση PWC» ), στην οποία συγκρίθηκε ο βαθμός ικανοποίηση των πιστωτών στην περίπτωση διαδικασίας αναδιάρθρωσης και στην περίπτωση της πτώχευσης. Τα συμπεράσματα σχετικά με την αναδιάρθρωση προέρχονται από τη συμφωνία αναδιάρθρωσης του Οκτωβρίου του 2003 και από την απόφαση αναδιάρθρωσης του Αυγούστου/Δεκεμβρίου του 2003. Τα συμπεράσματα στην περίπτωση της πτώχευσης, προέρχονται από την υποθετική εφαρμογή του πτωχευτικού δικαίου (21) και στηρίζονται στο καλύτερο σενάριο για τους δημόσιους πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις δημοσίου δικαίου. |
|
(66) |
Στην ανάλυση, έγινε δεκτό ότι η πτώχευση και η αναδιάρθρωση θα πραγματοποιούνταν, σε μια πρώτη περίπτωση στις 31 Δεκεμβρίου 2003 (βλέπε πίνακα 2) και σε μια δεύτερη περίπτωση στις 31 Μαρτίου 2005 (βλέπε πίνακα 3). Το ύψος των πιστώσεων και η αξία των περιουσιακών στοιχείων υπολογίζονται βάσει της αναλογιστικής αξίας τη συγκεκριμένη ημερομηνία (για παράδειγμα η αξία της ΜΗ το 2003 ανέρχεται σε […(μεταξύ 325 και 375)] εκατ. PLN και το 2005; ήδη […(μεταξύ 600 και 650)] εκατ. PLN). Η επιλογή δύο διαφορετικών περιόδων για την ανάλυση οφείλεται στο γεγονός ότι οι πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου συμφώνησαν καταρχάς για την αναδιάρθρωση βασιζόμενοι στα στοιχεία του πίνακα 2, ενώ οι πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις δημοσίου δικαίου δεν συμφώνησαν το 2003, αλλά μόνο αργότερα επιλέγοντας το σενάριο του 2005. Ωστόσο, στο μεταξύ, τα στοιχεία μεταβλήθηκαν σημαντικά, γιατί αφενός, αυξήθηκαν οι απαιτήσεις των πιστωτών, δεδομένων των οφειλόμενων συμπληρωματικών τόκων και αφετέρου αυξήθηκαν τα έσοδα και στα δύο σενάρια (πτώχευση και αναδιάρθρωση), λόγω της αύξησης της τιμής των περιουσιακών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη. Πίνακας 2 Σύγκριση των εισπράξεων τον Δεκέμβριο του 2003
Πίνακας 3 Σύγκριση των εισπράξεων το Μάρτιο του 2005
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
3. Επιχορηγήσεις και άλλα μέσα ενίσχυσης
α) Επιχορηγήσεις υπέρ της Huta Częstochowa
|
(67) |
Από το 1997 ως τον Μάιο του 2002, η HCz έλαβε κρατική χρηματοδοτική ενίσχυση ύψους 25 161 072,08 PLN (5,3 εκατ. ευρώ). |
|
(68) |
Στο πλαίσιο λειτουργικών ενισχύσεων και ενισχύσεων για την απασχόληση χορηγήθηκαν 19 699 452 PLN (4,15 εκατ. ευρώ):
|
|
(69) |
Επιπλέον, η Komitet Badań Naukowych (Επιτροπή Επιστημονικών Ερευνών, στο εξής «KBN» χορήγησε στην HCz ποσό 5 461 620 PLN (1,15 εκατ. ευρώ). Οι επιχορηγήσεις αυτές χορηγήθηκαν, βάσει της σύμβασης μεταξύ της HCz. της KBN του Instytutem Metalurgii (Χαλυβουργικό Ινστιτούτο) του Gliwicach για την υλοποίηση προγραμμάτων μελετών και ανάπτυξης (στο εξής «προγράμματα μελετών και ανάπτυξης). Χορηγήθηκαν οι ακόλουθες επιχορηγήσεις:
|
β) Ενισχύσεις υπέρ της Huta Stali Częstochowa
|
(70) |
Κατά την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2002 ως τον Ιανουάριο του 2004, η HSCz επωφελήθηκε από διάφορα χρηματοδοτικά μέτρα. |
|
(71) |
Η HCz ετεροχρόνισε τις υποχρεώσεις προς την ZUS και την FGSP, οι οποίες ωστόσο, στο μεταξύ, διακανονίστηκαν. Το συνολικό ποσό όλων των καθυστερημένων πληρωμών (τίθενται σε καθυστέρηση δύο εβδομάδες μετά την ημερομηνία απαίτησής τους) ανέρχεται σε 18 155 302 PLN. Στην περίπτωση καθυστερημένων πληρωμών, όπου γενικά δεν έχει ξεπεραστεί το όριο των έξι μηνών, η HCSz πλήρωσε τους νόμιμους τόκους καθυστέρησης, δηλαδή, ποσό 560 383 PLN. |
|
(72) |
Η εφορία της Częstochowa συμφώνησε για την αναβολή της πληρωμής φόρων ύψους περίπου 7 εκατ. PLN, έναντι της πληρωμής ενός μέρους των νόμιμων τόκων, που καταβλήθηκαν. Η εφορία διέγραψε ωστόσο ένα μέρος των οφειλομένων τόκων καθυστέρησης. Η διαφορά μεταξύ των τόκων που πληρώθηκαν και του συνόλου των τόκων ανέρχεται σε 31 145 PLN. |
|
(73) |
Ο Πρόεδρος της PFRON διέγραψε υποχρεώσεις της HSCz για τόκους ύψους 22 821 of PLN και συμφώνησε για την πληρωμή των υποχρεώσεων σε τόκους σε δόσεις περίπου 350 000 of PLN, που ισοδυναμεί με ενίσχυση 8 150 PLN. Περιλαμβανομένων των κερδών ως προς τις φορολογικές υποχρεώσεις (31.145 PLN) η HSCz έλαβε απαλλαγές ύψους 62 116 PLN (περίπου 13 077 ευρώ). |
|
(74) |
Τέλος, στις 27 Νοεμβρίου 2002 και στις 20 Νοεμβρίου 2003, η KBN χορήγησε επιχορήγηση ύψους 1 100 000 PLN και 280 000 PLN αντίστοιχα, δηλαδή 1 380 000 PLN συνολικά και 30,4 % του συνολικού κόστους 4 370 000 PLN, για βιομηχανική έρευνα και προανταγωνιστική ανάπτυξη στο πλαίσιο σχεδίου, για την ανάλυση μέσων εκσυγχρονισμού της τεχνολογικής μεθόδου του χυτηρίου μέσω της ανακατανομής των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή χάλυβα, ενόψει της βελτίωσης της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας (43). |
III. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
|
(75) |
Στην απόφασή της να κινήσει διαδικασία έρευνας, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες για το αν τα μέσα που χρησιμοποίησε η Πολωνία αποτελούσαν ενίσχυση, για τρεις κυρίως λόγους:
|
|
(76) |
Εξάλλου, η Επιτροπή εξέφρασε την ανησυχία της ως προς το εάν, σύμφωνα με το σημείο 4 στοιχείο α) του πρωτοκόλλου αριθ. 8 η LNM είχε το δικαίωμα να αποκτήσει τις μετοχές της HCz, δεδομένου ότι η LNM ήταν ήδη ιδιοκτήτρια της MSP, που σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 8 είναι αποδέκτης κρατικής ενίσχυσης. |
IV. ΣΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ
|
(77) |
Η UK Steel σε επιστολή της της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, στο όνομα των βρετανών ανταγωνιστών της HCz βεβαιώνει, ότι κατά την άποψή της η διαγραφή των χρεών και η αναστολή των πληρωμών μέχρι την πλήρη αποπληρωμή τους, αποτελούν κρατική ενίσχυση. Συμμερίζεται την ανησυχία της Επιτροπής σχετικά με το γεγονός ότι τα χαλυβουργικά περιουσιακά στοιχεία της HCz, σε κανονικές συνθήκες της αγοράς, θα είχαν εκκαθαριστεί και δεν θα είχαν μισθωθεί στην HSCz. Εξάλλου, η UK Steel καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει το σημείο 4, στοιχείο β) του πρωτοκόλλου αριθ. 8, που κατά την άποψή της, απαγόρευε στην LNM την εξαγορά περιουσιακών στοιχείων της HCz. |
|
(78) |
Η Τσεχική Δημοκρατία, ως ιδιοκτήτης της χαλυβουργίας που παράγει λαμαρίνες, της Vítkovice, σε επιστολή της της 10ης Σεπτεμβρίου 2004, εξέφρασε το ενδιαφέρον της για το διάβημα της Επιτροπής. |
|
(79) |
Η LNM σε επιστολή της 10ης Σεπτεμβρίου 2004, συμμετείχε στο διάβημα της Επιτροπής, ως υποψήφιος αγοραστής. Η LNM διαπιστώνει ότι ο στόχος της συνίσταται στο να συμβάλλει ώστε να αποδειχθεί ότι η ιδιωτικοποίηση των χαλυβουργικών εταιρειών HCz και η σύνδεση μεταξύ των άλλων επιχειρήσεων του ομίλου LNM τηρούν τις διατάξεις της συνθήκης προσχώρησης και τους κανόνες των κρατικών ενισχύσεων. Η LNM επιβεβαιώνει ειδικότερα ότι η MSP, εταιρεία που εξαρτάται από την LNM δεν θα προβεί στην εξαγορά των εταιρειών HCz και επαναλαμβάνει ότι αν εξαγοράσει τις εταιρείες HCz, θα τις αντιμετωπίσει ως ανεξάρτητες οντότητες, χωρίς να τις συνδέσει με την MSP και θα διασφαλίσει ότι μεταξύ τους και της MSP δεν θα υπάρχει καμία μεταβίβαση κρατικής ενίσχυσης ή παραγωγικής ικανότητας. Η μοναδική σχέση μεταξύ των εταιρειών αυτών είναι οι εμπορικές σχέσεις που επιτρέπουν στην MSP να παρέχει στην HCz slabs κάτι που θα οργανωθεί με τρόπο διαφανή και σύμφωνα με τις τιμές της αγοράς που δεν διαφέρουν από τις τιμές των ανταγωνιστών. |
|
(80) |
Η Donbass στην επιστολή της της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 συμμετέχει στο διάβημα της Επιτροπής ως πιθανός αγοραστής. Σύμφωνα με την Donbass, η αναδιάρθρωση πραγματοποιείται με τις συνθήκες αγοράς. Εξάλλου, διερωτάται, εάν στην περίπτωση πτώχευσης, δεδομένων των δυσκολιών και της διάρκειας της διαδικασίας, θα την ενδιέφερε η εξαγορά των περιουσιακών στοιχείων της HCz. |
V. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ
|
(81) |
Οι πολωνικές αρχές υπέβαλαν συμπληρωματικές πληροφορίες. Προσπάθησαν να εξηγήσουν ότι, ούτε στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης, ούτε στο πλαίσιο της δραστηριότητας της HSCz δεν χορηγήθηκε ενίσχυση. Ομολόγησαν μόνο ότι πριν το τέλος τους 2002 χορηγήθηκε πράγματι στην HCz κάποια ενίσχυση. Τελικά, η Πολωνία εξήγησε γιατί έπρεπε η Επιτροπή να συμφωνήσει για την τροποποίηση του ΕΠΑ. |
1. Αναδιάρθρωση της Huta Częstochowa
|
(82) |
Η Πολωνία παρέχει καταρχάς νέα επιχειρήματα υπέρ του γεγονότος, ότι στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης, δεν χορηγήθηκε κρατική ενίσχυση. Για το σκοπό αυτό αναφέρει την προαναφερθείσα ανάλυση του σεναρίου της πτώχευσης που πραγματοποίησε η PWC. Θέλει να αποδείξει ότι στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης, ότι οι πιστώσεις όλων των δημόσιων πιστωτών ικανοποιούνται καλύτερα απ' ό, τι στην περίπτωση της πτώχευσης. |
|
(83) |
Η ανάλυση στηρίζεται σε κατάλληλη ανάλυση της αξίας των εγγυήσεων, που δεν είχε πραγματοποιηθεί μέχρι τότε. Στην πραγματικότητα, η ανάλυση της PWC υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι πιστώσεις που κατέχουν οι δημόσιοι πιστωτές διασφαλίζονται κυρίως από μη παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία και μόνο ένα μικρό μέρος τους, από παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία, ενώ οι πιστώσεις των ιδιωτών πιστωτών, στην πλειονότητά τους, διασφαλίζονται από παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία (που έχουν μεγαλύτερη αξία). Επιπλέον, ακόμη και όταν οι πιστώσεις που κατέχουν οι δημόσιοι πιστωτές διασφαλίζονται από παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία της HCz, έπονται των πιστώσεων που κατέχουν οι ιδιώτες πιστωτές. Σύμφωνα με την πολωνική νομοθεσία για τις πτωχεύσεις, οι εν λόγω πιστωτές ικανοποιούνται μόνο αφού ικανοποιηθούν οι πιστώσεις που έχουν εγγραφεί νωρίτερα (δηλαδή οι πιστώσεις των ιδιωτών πιστωτών). |
|
(84) |
Η Πολωνία, βάσει της προαναφερθείσας ανάλυσης, αποδεικνύει ότι η αναδιάρθρωση πληροί τις απαιτήσεις του τεστ του ιδιώτη επενδυτή. Μόνο ορισμένοι δημόσιοι πιστωτές θα εισέπρατταν λιγότερα στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης σε σχέση με την πτώχευση (εκείνοι, δίπλα από τους οποίους, στην τελευταία στήλη των πινάκων 2 και 3 υπάρχει η ένδειξη μείον). Άλλα πάντως περισσότερα απ' ό, τι στην περίπτωση ενός ρεαλιστικού σεναρίου πτώχευσης. |
|
(85) |
Η Πολωνία υποστηρίζει ότι η ανάλυση της PWC για το 2003 είναι ένα υπερβολικά αισιόδοξο σενάριο για τους δημόσιους πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις δημοσίου δικαίου. Στην πραγματικότητα, η συνεχής μείωση των εσόδων λόγω της διαδικασίας πτώχευση είναι κυρίως αποτέλεσμα του ιδιαίτερου χαρακτήρα της διαδικασίας πτώχευσης στην Πολωνία υπό δικαστική παρακολούθηση στο πλαίσιο της οποίας τα έξοδα της διοίκησης αντιστοιχούν συνήθως στο 5 % των εσόδων από πωλήσεις, και στην περίπτωση της HCz, πιθανόν ακόμη και σε 10 %. Εξάλλου, η διαδικασία πτώχευσης είναι μακράς διάρκειας, κάτι που μπορεί να συμβάλει περαιτέρω στη μείωση της αξίας. |
|
(86) |
Η Πολωνία βεβαιώνει επίσης ότι σε περίπτωση πτώχευσης, τα περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να πωληθούν με μια ενιαία διαδικασία, δεδομένου ότι ορισμένοι πιστωτές κατέχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας που μεταβιβάζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία και μπορούν να τα πωλήσουν χωριστά. Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, οι επενδυτές δεν είναι βέβαιο ότι μπορούν να αγοράσουν μια πλήρη γραμμή παραγωγής, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της τιμής. Η Πολωνία παρουσίασε ορισμένα παραδείγματα πωλήσεων στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης, όπως της Huty Andrzej, στην οποία ο καταμερισμός των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας των παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων κατέστησες την πώληση πολύ πιο δύσκολη και μείωσε τις τιμές. Έτσι, η πώληση στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική μείωση των τιμών σε σχέση με πώληση που οργανώνεται στο πλαίσιο διαδικασίας αναδιάρθρωσης. |
|
(87) |
Εξάλλου, η Πολωνία βεβαιώνει ότι η «ελλειμματικοί» δημόσιοι πιστωτές είναι σε καλύτερη θέση από τους ιδιώτες πιστωτές, γιατί σε κάθε περίπτωση είναι υπέρ της αναδιάρθρωσης (για λεπτομέρειες βλέπε πίνακες 2 και 3) (44). |
|
(88) |
Οι πολωνικές αρχές εξηγούν ότι οι πιστωτές δεν είναι διατεθειμένοι να υπογράψουν συμφωνία αναδιάρθρωσης επειδή δεν έχουν εμπιστοσύνη στα θετικά αποτελέσματα του προγράμματος αναδιάρθρωσης και τις σχετικές προσδοκίες. Εξάλλου, η Πολωνία αναφέρει ότι οι ιδιώτες πιστωτές είναι συνήθως επιφυλακτικοί, γιατί οι τράπεζες δεν είναι πρόθυμες να ανταλλάξουν τις εγγυήσεις και τις υποθήκες επί των περιουσιακών στοιχείων έναντι συμμετοχών, δεδομένου ότι οι ελεγκτές της Inspektorat Nadzoru Bankowego (επιθεώρηση τραπεζικής εποπτείας) μειώνουν την αξία των πιστώσεών τους καλώντας τους να εγγράψουν ζημίες στα λογιστικά τους βιβλία. Αντίθετα, η διατήρηση της τρέχουσας κατάστασης τους επιτρέπει να εγγράψουν στα λογιστικά τους βιβλία ανώτερη αξία, ακόμη και αν δεν είναι ρεαλιστική. |
|
(89) |
Ωστόσο, όταν η αναδιάρθρωση φαίνεται εφικτή και ο απαραίτητος χρόνος για να πραγματοποιηθούν τα σχετικά αποτελέσματα δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος και, υπάρχει δυνατότητα άντλησης χρηματοδοτικών μέσων έναντι των πιστώσεων, εμφανίζεται η τάση αποδοχής τέτοιων λύσεων. Πράγματι, η Πολωνία παρουσίασε επιστολές της Kredyt Bank και της ING BSK, που αποδεικνύουν ότι ακόμη και οι τράπεζες αυτές που χάνουν περισσότερα στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης, θεωρούν το σχέδιο αναδιάρθρωσης ως καλύτερη λύση από την πτώχευση. Ωστόσο, οι ιδιώτες πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου διαπίστωσαν ότι ήταν έτοιμοι να δεχθούν και νέα μείωση της αποπληρωμής των τόκων, ώστε να διασφαλιστεί ότι η HCz διαθέτει επαρκή μέσα για να αντιμετωπίσει όλες τις μη αναδιαρθρώσιμες υποχρεώσεις της και τα σχετικά έξοδα. |
|
(90) |
Επίσης, η Πολωνία αναφέρει ότι οι δημόσιοι πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις δημοσίου δικαίου, οι οποίοι σύμφωνα με την ανάλυση της PWC εισέπρατταν λιγότερα με την αναδιάρθρωση σε σχέση με την πτώχευση, δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να εμποδίσουν τη συγκεκριμένη πράξη στο πλαίσιο της πολωνικής νομοθεσίας. Έτσι, οι ανικανοποίητοι πιστωτές που αποτελούν μειονότητα δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν την αναγκαστική εκκαθάριση. |
|
(91) |
Όσο για τους δημόσιους πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις δημοσίου δικαίου, η Πολωνία αναφέρει ότι η άρση των υποθηκών που κατέχουν οι δημόσιοι πιστωτές και η μεταβίβαση των πιστώσεων υπέρ της νέας οντότητας, Operator, δεν γίνονται αυτόματα. Απαιτείται η αποκλειστική και ατομική συμφωνία οποιουδήποτε δημόσιου πιστωτή κατέχει πίστωση δημοσίου δικαίου, κάτι που, σύμφωνα με τις πολωνικές αρχές, αποτελεί μη υποχρεωτική ρύθμιση. Το καλύτερο παράδειγμα παρέχουν τρεις πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις δημόσιου δικαίου (η εφορία της Częstochowa, η FGSP και η κοινότητα του Poraj) που απέρριψαν την αναδιάρθρωση βάσει ειδικών κανόνων, θεωρώντας ότι η πτώχευση απέδιδε καλύτερα αποτελέσματα. |
2. Δραστηριότητα της Huta Stali Częstochowa
|
(92) |
Η Πολωνία παρέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα της HSCz. Υποστηρίζει ότι η μίσθωση από την HCz των χαλυβουργικών περιουσιακών στοιχείων στην HSCz αποτελεί μια πράξη που θα είχε δεχθεί οποιοσδήποτε ιδιώτης επενδυτής. Δεδομένου ότι οι μακροχρόνιες πράξεις της προσωρινής διοίκησης θα οδηγούσαν στην παύση της παραγωγής, η μίσθωση των περιουσιακών στοιχείων πριν την πτώχευση σε μια εταιρεία που δεν θα έλεγχε η προσωρινή διοίκηση, ήταν ένα μέσο για να διαφυλαχθεί η αξία των περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με την αρχή της συνέχισης της εκμετάλλευσης. Προς το σκοπό αυτό, ο ιδιώτης πιστωτής στο πλαίσιο μιας σύμβασης μίσθωσης, θα δεχόταν επίσης την αναστολή των πληρωμών. |
|
(93) |
Εξάλλου, οι πολωνικές αρχές δεν θεωρούν ότι υπάρχουν κρατικές ενισχύσεις στις πράξεις αυτές γιατί η χρηματοδότηση προερχόταν από δάνεια που είχαν χορηγήσει οι προμηθευτές σύμφωνα με τους εμπορικούς κανόνες και προκαταβολές των πελατών της χαλυβουργίας, που δεν ήθελαν να χάσουν την HCz/HSCz από πελάτη. |
|
(94) |
Προκειμένου για την πληρωμή των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας της PSE, η Πολωνία υποστηρίζει ότι οι εγγυήσεις δεν αποτελούσαν κρατική ενίσχυση, γιατί η HSCz πλήρωνε για τις εγγυήσεις την TFS την τιμή της αγοράς που ισούται με το 2 % της πραγματικής τους αξίας. Η αξία αυτή υπολογιζόταν λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το διασφαλιζόμενο ποσό δεν έπρεπε να ξεπερνάει τα 6 εκατ. PLN. Βάσει των παραπάνω, η προμήθεια 120 000 ύψους PLN ισούται πράγματι με 2 %. Η Πολωνία αναφέρει το παράδειγμα της Krajowego Funduszu Poręczeń Kredytowych (Εθνικό Ταμείο Εγγύησης Πιστώσεων) που προσφέρει “εγγυήσεις πιστώσεων” σε πελάτες άνω των 25 εμπορικών τραπεζών με επιτόκιο που ανέρχεται σήμερα σε 1 % το χρόνο, 1,2 % για 2 χρόνια και 1,4 % για 3. Η Πολωνία υποστηρίζει συνεπώς ότι το κόστος των εγγυήσεων και το ύψος τους αντιστοιχούν με τις συνθήκες της αγοράς την εποχή εκείνη. |
3. Επιχορηγήσεις και άλλα μέσα ενίσχυσης
|
(95) |
Πρώτον, η Πολωνία δέχεται ότι η ενίσχυση για την HCz ύψους 19 699 452 PLN (4 147 332 ευρώ) που χορηγήθηκε μεταξύ του 1997 και του Μαΐου 2002 ήταν ενίσχυση αναδιάρθρωσης. |
|
(96) |
Δεύτερον, ως προς την ενίσχυση της KBN, η Πολωνία βεβαιώνει ότι οι επιχορηγήσεις πληρούν τα κριτήρια του κοινοτικού πλαισίου των κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη (στο εξής “πλαίσιο για την Ε&Α”) (45) και ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν με την ιδιότητα αυτή. |
|
(97) |
Η Πολωνία διαπιστώνει ότι οι εν λόγω επιχορηγήσεις βασίζονται εν μέρει στον κανονισμό του Προέδρου της KBN στις 30 Νοεμβρίου 2001, για τα κριτήρια και τον τρόπο χορήγησης και διακανονισμού των χρηματοδοτικών μέσων που προβλέπονται στον κρατικό προϋπολογισμό για τις επιστήμες, κάτι που στη συνθήκη προσχώρησης περιελήφθη στην καταγραφή των υφισταμένων ενισχύσεων. Αυτό αφορά, τουλάχιστον, την επιδότηση 1,380,000 PLN για την HSCz, που χορηγήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού. |
|
(98) |
Στη συνέχεια, η Πολωνία διαπιστώνει επίσης ότι οι επιδοτήσεις της KBN προς την HCz ύψους 5 461 620 PLN, μολονότι δεν χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος, πρέπει να θεωρηθούν δικαιολογημένες, δεδομένου ότι είναι σύμφωνες με όρους παρόμοιους με αυτούς που απορρέουν από το κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη. Μολονότι χορηγήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του προγράμματος, η ενίσχυση αξιολογήθηκε με τα ίδια κριτήρια του προγράμματος και έτσι, σύμφωνα με το κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην Ε&Α. Η Πολωνία δηλώνει ότι δεν διαθέτει λεπτομερείς πληροφορίες για την ενίσχυση αυτή, σύμφωνα με το δεύτερο μέρος, γιατί έκτοτε η KBN έχει διαλυθεί. |
|
(99) |
Τρίτον, η Πολωνία υποστηρίζει ότι έκτοτε, οι διάφορες χρηματοδοτήσεις που χορηγήθηκαν στην HSCz έχουν αποπληρωθεί. Οι πληρωμές που ανεστάλησαν στο πλαίσιο της μίσθωσης υπέρ της HCz, καθώς και σε ό, τι αφορά τους τόκους που οφείλονται στην ZUS και την FGSP διακανονίστηκαν με νόμιμη προσαύξηση 16 % μεταξύ Ιουλίου 2002 και 21ης Ιανουαρίου 2003, 13 % στις 24 Σεπτεμβρίου 2003 και 12,25 % ως τις 25 Νοεμβρίου 2004. |
|
(100) |
Τέλος, η ενίσχυση με τη μορφή φορολογικής απαλλαγής που χορηγήθηκε από την PFRON και την εφορία ύψους 62 116 PLN (περίπου 13 077 ευρώ) δεν αποπληρώθηκε, λόγω του γεγονότος ότι οι φορολογικές υπηρεσίες δεν δέχονταν επιστροφή αν δεν υπήρχε σχετική απόφαση ανάκτησης. Η Πολωνία υποστηρίζει ωστόσο ότι η ενίσχυση αυτή είναι σύμφωνη με τον κανόνα de minimis. |
4. Έγκριση των τροποποιήσεων του ΕΠΑ
|
(101) |
Σύμφωνα με το σημείο 10 του πρωτοκόλλου αριθ. 8, η Πολωνία ζητεί από την Επιτροπή να εγκρίνει τις τροποποιήσεις του ΕΠΑ. Η Πολωνία διαβεβαιώνει την Επιτροπή ότι η HCz θα συνεχίσει τη δραστηριότητά της χωρίς ενισχύσεις και δεν θα εκκαθαριστεί. Σε αντιστάθμιση, η Πολωνία διασφαλίζει ότι, καθόλη τη διάρκεια της περιόδου 1997 . 2006 η HCz δεν θα λάβει καμία συμπληρωματική κρατική ενίσχυση και δεν θα αυξήσει την προαναφερθείσα παραγωγική ικανότητα πριν τα τέλη του 2006, δηλαδή πριν τα τέλη της περιόδου αναδιάρθρωσης, που καθορίζεται στο πρωτόκολλο αριθ. 8. |
|
(102) |
Οι πολωνικές αρχές εξηγούν ότι όταν εκπονούσαν το φθινόπωρο του 2002 το ΕΠΑ, η αναδιάρθρωση της HCz χωρίς κρατική ενίσχυση εθεωρείτο αδύνατη. Όσο υπήρχε η δυνατότητα πλήρους αποπληρωμής των χρεών με κρατική ενίσχυση, κανένας πιστωτής δεν ήταν διατεθειμένος να διαγράψει ένα ποσοστό χρέους. Μόνο όταν το ΕΠΑ απέρριψε τη δυνατότητα χορήγησης ενίσχυσης στην HCz, αποφάσισαν οι πιστωτές να διαγράψουν μέρος των πιστώσεων τους. Επιπλέον, η έναρξη ισχύος του νόμου της 30ης Οκτωβρίου 2002 αποτέλεσε ένα αποτελεσματικό όργανο στο πλαίσιο του πολωνικού δικαίου, που επιτρέπει τη διαγραφή των υποχρεώσεων και την αποπληρωμή των πιστωτών κατά τη διάρκεια διαδικασίας που πραγματοποιείται υπό τον έλεγχο τους. |
5. Διασφαλίσεις σχετικά με το διαχωρισμό των δραστηριοτήτων της LNM, της MSP και της HCz
|
(103) |
Οι πολωνικές αρχές διαβεβαιώνουν την Επιτροπή ότι η σύμβαση πώλησης της MH, HSCZ και των άλλων επιχειρήσεων στον στρατηγικό επενδυτή θα καταργήσει τη δυνατότητα χορήγησης κρατικής ενίσχυσης στην HCz από έναν από τους αποδέκτες, στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 8. Για τον σκοπό αυτό, η σύμβαση πώλησης θα προβλέπει ειδική διάταξη για την απαραίτητη σχετική παρακολούθηση. |
VI. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
1. Ισχύουσα νομοθεσία
|
(104) |
Το πρωτόκολλο αριθ. 8, σημείο 1 προβλέπει ότι «παρά τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ, οι κρατικές ενισχύσεις που χορηγεί η Πολωνία για αναδιάρθρωση συγκεκριμένων μερών της πολωνικής χαλυβουργίας θεωρούνται συμβατές προς την κοινή αγορά (…)», αν, μεταξύ άλλων, τηρηθούν οι προϋποθέσεις του παρόντος πρωτοκόλλου. |
|
(105) |
Σύμφωνα με το σημείο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 μόνο οι εταιρείες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι είναι επιλέξιμες για κρατική ενίσχυση. Η Πολωνία επέλεξε 8 επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στον κατάλογο. Δεν περιλαμβάνονται ούτε η HCz, ούτε η HSCz ούτε καμία άλλη θυγατρική της HCz. |
|
(106) |
Το σημείο 6 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 απαγορεύει τη χορήγηση οποιασδήποτε άλλης συμπληρωματικής κρατικής ενίσχυσης για την αναδιάρθρωση της πολωνικής χαλυβουργίας, Έτσι, το σημείο 18 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 επιτρέπει στην Επιτροπή να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα, απαιτώντας από την αφορώμενη εταιρεία να επιστρέψει τυχόν ενίσχυση που της έχει χορηγηθεί» εφόσον από την παρακολούθηση προκύψει ότι «χορήγησε πρόσθετη χρηματική ενίσχυση στη χαλυβουργία». |
|
(107) |
Το Συμβούλιο παρέτεινε την περίοδο που προτείνεται για τη χορήγηση ενισχύσεων στην πολωνική χαλυβουργία, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συμφωνίας, ως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 8 της πράξης προσχώρησης. Για τον σκοπό αυτό, το πρωτόκολλο αριθ. 8 περιλαμβάνει το χρονικό πλαίσιο πριν και μετά την προσχώρηση της Πολωνίας στην ΕΕ. Ακριβέστερα, επιτρέπει περιορισμένη ενίσχυση αναδιάρθρωσης κατά την περίοδο 1997.2003 και απαγορεύει τη συνέχιση των κρατικών ενισχύσεων αναδιάρθρωσης προς την πολωνική χαλυβουργία κατά την περίοδο 1997-2006. Έτσι, διαφέρει από άλλες διατάξεις της συνθήκης προσχώρησης όπως ο προσωρινός μηχανισμός, που καθορίζεται στο παράρτημα IV («υφιστάμενη διαδικασία ενισχύσεων») που δεν αφορά παρά τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν την προσχώρηση μόνο εφόσον «συνεχίζουν να εφαρμόζονται» μετά την ημερομηνία προσχώρησης. Συνεπώς, το πρωτόκολλο αριθ. 8 μπορεί να θεωρηθεί lex specialis, που για τα θέματα τα οποία αντιμετωπίζει, αντικαθιστά άλλες διατάξεις της πράξης προσχώρησης (46). |
|
(108) |
Δεδομένου ότι τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεν αφορούν, εξ ορισμού, τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν την προσχώρηση, οι διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 8 διευρύνουν τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ, σε οποιαδήποτε ενίσχυση αναδιάρθρωσης χορηγήθηκε στην πολωνική χαλυβουργία τα έτη 1997-2006. |
|
(109) |
Μετά την προσχώρηση της Πολωνίας μπορεί να ληφθεί απόφαση βάσει του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ επειδή, ελλείψει ειδικών διατάξεων στο πρωτόκολλο αριθ. 8, ισχύουν οι συνήθεις κανόνες και αρχές. Συνεπώς, ισχύει επίσης ο κανονισμός αριθ. 659/1999 ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (47) (στο εξής «διαδικαστικός κανονισμός» ). |
2. Ύπαρξη ενίσχυσης
|
(110) |
Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, οι κρατικές ενισχύσεις, δηλαδή οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων, είναι ασυμβίβαστε με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Το άρθρο 86 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, διευκρινίζει ότι το άρθρο 87 της συνθήκης ΕΚ αφορά και τις δημόσιες επιχειρήσεις, δηλαδή τις επιχειρήσεις που ελέγχονται από το κράτος. |
α) Ενίσχυση αναδιάρθρωσης υπέρ της Huta Częstochowa και εφαρμογή του τεστ του ιδιώτη επενδυτή
|
(111) |
Η διαγραφή χρεών από το δημόσιο δίνει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, γιατί επιτρέπει την παραίτηση από έξοδα και αποτελεί ενίσχυση με κρατικούς πόρους. Ωστόσο, σύμφωνα με την παραδοσιακή νομολογία, οι κρατικοί πόροι αποτελούν κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ, μόνο όταν δίνουν στην επιχείρηση ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, που η επιχείρηση δεν θα διέθετε υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς. Στην πραγματικότητα, φάνηκε ότι ο επενδυτής, υπό τις συνθήκες οικονομίας της αγοράς, μπορούσε να πραγματοποιήσει τη διαρθρωτική πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται μακροπρόθεσμη διαχείριση του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Ωστόσο, όπως συνάγεται από την υπάρχουσα νομολογία, ο ιδιώτης επενδυτής θα προσπαθούσε να πετύχει από τον οφειλέτη που αντιμετωπίζει δύσκολη οικονομική κατάσταση, την καταβολή των οφειλόμενων ποσών, εντός λογικής προθεσμίας (48). |
|
(112) |
Για το λόγο αυτό, κατά την άποψη του Πρωτοδικείου, όταν ένας οφειλέτης που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες προτείνει την ανακλιμάκωση των χρεών του για να αποφύγει την εκκαθάριση, κάθε πιστωτής θα πρέπει να συγκρίνει προσεκτικά τουλάχιστον τα πλεονεκτήματα που θα είχε αν εισέπραττε το ποσό που του προσφέρεται σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης και το ποσό που θα μπορούσε να λάβει στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης διαδικασίας εκκαθάρισης (η αξιολόγηση αυτή ονομάζεται εφεξής «τεστ του ιδιώτη πιστωτή») (49). Το Πρωτοδικείο καθόρισε ότι το τεστ του ιδιώτη πιστωτή επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως το είδος των απαιτήσεων (ενυπόθηκες, προνομιούχες ή εγχειρόγραφες απαιτήσεις), έκταση της εγγύησης, η αξιολόγηση των δυνατοτήτων της επιχείρησης να ξαναγίνει βιώσιμη και το ποσό που ανακτούσε σε περίπτωση εκκαθάρισης. |
Η ύπαρξη ενίσχυσης σε σχέση με τη διαγραφή των χρεών της Huta Częstochowa
|
(113) |
Προκειμένου για την αναδιάρθρωση της HCz, η Επιτροπή προέβη σε αξιολόγηση των εγγράφων και πληροφοριών που υπέβαλε η Πολωνία και συμπέρανε ότι εξέλιπαν οι αμφιβολίες που είχε εκφράσει κατά την κίνηση της διαδικασίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αναδιάρθρωση ικανοποιεί το τεστ του ιδιώτη πιστωτή. |
|
(114) |
Βασιζόμενη στην ανάλυση της PWC, η Επιτροπή δεν θεωρεί πλέον ότι λόγω των εγγυήσεων που κατέχουν οι δημόσιοι πιστωτές, η εκκαθάριση θα παρήγαγε καλύτερα αποτελέσματα από την αναδιάρθρωση. Βάσει των εξηγήσεων που περιλαμβάνει η ανάλυση PWC, η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι οι δημόσιοι πιστωτές κατείχαν εγγυήσεις παρόμοιες με αυτές των ιδιωτών πιστωτών, εγγυήσεις στα ίδια παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία, που έπονταν όμως των εγγυήσεων που κατείχαν οι ιδιώτες πιστωτές. Για το λόγο αυτό, η ικανοποίηση των πιστώσεων των ιδιωτών πιστωτών θα έχει προτεραιότητα γεγονός που θα επηρεάσει την ικανοποίηση των δημόσιων πιστωτών. |
|
(115) |
Εξάλλου, η Επιτροπή δέχεται πλέον ότι η σημερινή πρόταση αναδιάρθρωσης της HCz επιτρέπει σε κάθε δημόσιο πιστωτή να αντλήσει πλεονεκτήματα. Έτσι, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αξιολόγηση των πιστωτών που κατέχουν πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου πρέπει να πραγματοποιηθεί σε σχέση με το πλαίσιο του Δεκεμβρίου του 2003. Βέβαια, η συμφωνία αναδιάρθρωση τροποποιήθηκε στη συνέχεια, αλλά τα θεμελιώδη της στοιχεία συνεχίζουν να ισχύουν. Αντίθετα, η κατάλληλη ημερομηνία αξιολόγησης για τους πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις δημοσίου δικαίου παραμένει ο Ιούνιος τους 2005, δεδομένου ότι οι εν λόγω πιστωτές δεν έχουν ακόμη εκφράσει την ανεπιφύλακτή τους συμφωνία με τους όρους της απόφασης αναδιάρθρωσης. |
|
(116) |
Η ανάλυση, που συμπεραίνει ότι η αναδιάρθρωση θα είναι επωφελέστερη για τους πιστωτές σε σχέση με την εκκαθάριση, επιβεβαιώνεται ακόμη και στο πλαίσιο του καλύτερου πιθανού σεναρίου εκκαθάρισης για τους δημόσιους πιστωτές. Με την υπόθεση ενός τέτοιου σεναρίου μόνο τρεις δημόσιοι πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις δημοσίου δικαίου το 2005 και ένας δημόσιος πιστωτής που κατέχει πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου το 2003 (50) θα μπορούσαν πράγματι, στην περίπτωση αναδιάρθρωσης, να εισπράξουν λιγότερα απ' ό, τι στην περίπτωση εκκαθάρισης. Ωστόσο, οι εν λόγω τρεις πιστωτές που κατέχουν πιστώσεις δημοσίου δικαίου ετάχθησαν κατά της αναδιάρθρωσης, και οι πολωνικές αρχές διασφάλισαν την πλήρη αποπληρωμή των πιστώσεών τους χρησιμοποιώντας τα έσοδα από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της RFG. Δεδομένου ότι οι εν λόγω δημόσιοι πιστωτές δεν προσέφεραν στον δανειζόμενο ούτε οφέλη, ούτε χρησιμοποίησαν κρατικούς πόρους, η συμπεριφορά τους δεν μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση (51). |
|
(117) |
Όσο για τον δημόσιο πιστωτή που κατέχει πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου, της Zakład Energetyczny (Ενεργειακές εγκαταστάσεις), που αποτελεί τον τοπικό προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή της Częstochowa, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, πρώτον, η διαφορά μεταξύ του επιπέδου ικανοποίησης των πιστώσεών του στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης και της εκκαθάρισης παραμένει ασήμαντη, και δεύτερον, η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι ο ιδιώτης επενδυτής που παρέχει υπηρεσίες στην HCz, στις περισσότερες περιπτώσεις θα ταχθεί κατά της πτώχευσης, γιατί σε περίπτωση διακοπής από την HCz της παραγωγής για μεγάλο χρονικό διάστημα ή οριστικής παύσης των δραστηριοτήτων της, θα έχανε ένα σημαντικό πελάτη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Zakład Energetyczny, για την οποία θα σήμαινε την απώλεια του μεγαλύτερου πελάτη της. Έτσι, ο πιστωτής ενεργούσε σύμφωνα με το εμπορικό του συμφέρον και δεν προσέφερε στην HCz συμπληρωματικό πλεονέκτημα. |
|
(118) |
Εξάλλου, η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι, σε ό, τι αφορά την προαναφερθείσα νομολογία (52) σύμφωνα με την οποία «το κέρδος που θα απεκόμιζε σε περίπτωση εκκαθαρίσεως» πρέπει να συγκριθεί με «την αξιολόγηση των πιθανοτήτων εξυγιάνσεως της επιχειρήσεως», το τεστ του ιδιώτη πιστωτή απαιτεί μια ρεαλιστική αξιολόγηση της εκκαθάρισης σε σχέση με την αναδιάρθρωση. |
|
(119) |
Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει η δυνατότητα να ξανακαταστεί η εταιρεία βιώσιμη. Οι πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου θα εκχωρηθούν σε στρατηγικό επενδυτή και υπάρχουν αποδείξεις ότι υποβλήθηκαν σοβαρές προσφορές (το 2003) και ότι ισχύουν ακόμη (το 2005). Εξάλλου, η μεταφορά των υποχρεώσεων στην operator φαίνεται επίσης να είναι λογική από οικονομικής άποψης. Η αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε από αξιόπιστη εταιρεία επιβεβαίωσε την αξία των περιουσιακών στοιχείων. |
|
(120) |
Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται επίσης ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης είναι αδύνατον να διασφαλιστεί το ποσό που δίνεται για παράδειγμα στην ανάλυση PWC. Η ανάλυση εκπονήθηκε βάσει του καλύτερου δυνατού σεναρίου για τους δημόσιους πιστωτές και στηριζόταν στις ίδιες προσδοκίες με αυτές που αναφέρονται στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης, για την πώληση των περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η πώληση από το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο θα γίνει στο πλαίσιο μιας μοναδικής διαδικασίας. Αντ' αυτού, ορισμένοι πιστωτές μπορεί να ανακτήσουν τα ενυπόθηκα περιουσιακά στοιχεία, κάτι που θα μειώσει πιθανότητα την τιμή τους σε σχέση με τη διαδικασία αναδιάρθρωσης. Για να στηρίξει την υπόθεση αυτή, η Πολωνία παρουσίασε εμπειρικά παραδείγματα. |
|
(121) |
Η συμπεριφορά των ιδιωτών πιστωτών δείχνει καθαρά ότι η προσέγγισή τους θα βασίζεται στις συνθήκες της αγοράς. Στην πραγματικότητα, οι ιδιώτες πιστωτές τάχθηκαν υπέρ της αναδιάρθρωσης, παρά τα αποτελέσματα των πινάκων 2 και 3, που είναι ευνοϊκότερα, στην περίπτωση τους, στην περίπτωση εκκαθάρισής. Για παράδειγμα, η τράπεζα BPH που ελέγχεται από ιδιωτικές εταιρείες, στην περίπτωση της εκκαθάρισης θα έχανε το 2003 επί συνόλου πιστώσεων 75 εκατ. PLN, το 19 % (14 εκατ. PLN) ενώ στην περίπτωση αναδιάρθρωσης θα έχανε το 49 % (37 εκατ. PLN). Η αναδιάρθρωση, σε σχέση με το καλύτερο σενάριο εκκαθάρισης δεν επέτρεπε την ανάκτηση παρά 62 %. Παρόλα αυτά, η BPH τάχθηκε υπέρ της συμφωνίας αναδιάρθρωσης. |
|
(122) |
Αν εφαρμοστεί το ίδιο μέτρο για όλους τους δημόσιους πιστωτές, σχεδόν όλοι έπρεπε να ταχθούν υπέρ της αναδιάρθρωσης, δηλαδή, όλοι οι δημόσιοι πιστωτές με πιστώσεις ιδιωτικού δικαίου και οι περισσότεροι από τους δημόσιους πιστωτές με πιστώσεις δημοσίου δικαίου. |
Ύπαρξη ενίσχυση στο πλαίσιο της δραστηριότητας της Huta Stali Częstochowa
|
(123) |
Η Επιτροπή δεν έχει επίσης πλέον αμφιβολίες ως προς το αν η μεταβίβαση της παραγωγής από την HCz στην HSCz ισοδυναμούσε με χορήγηση ενίσχυσης. Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται τη λογική βάση της μίσθωσης των χαλυβουργικών περιουσιακών στοιχείων πριν από την κήρυξη πτώχευσης σε μεμονωμένη οικονομική οντότητα εκτός του ελέγχου του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου, σαν μέσο προστασίας της αξίας των περιουσιακών στοιχείων βάσει της αρχής της συνέχισης της δραστηριότητας. |
|
(124) |
Η Επιτροπή αναγνώρισε εξάλλου ότι η HSCz έλαβε το κυκλοφορούν κεφάλαιο και την εγγύηση της TFS σύμφωνα με εμπορικούς κανόνες που ικανοποιούν το τεστ του ιδιώτη πιστωτή. Αντιλαμβάνεται ότι η HSCz χρηματοδοτήθηκε με προκαταβολές των προμηθευτών, σύμφωνα με τους εμπορικούς κανόνες και προκαταβολές των πελατών της χαλυβουργίας, που ενδιαφέρονταν για τη συνέχιση της παραγωγής χάλυβα από την Huta Częstochowa. |
|
(125) |
Όσο για την εγγύηση που χορήγησε η TFS, η Επιτροπή, στηριζόμενη στην πρακτική που αφορά την αξιολόγηση των μεμονωμένων εγγυήσεων, αναγνωρίζει ότι η παρούσα εγγύηση δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση (53). |
|
(126) |
Η HSCz δεν αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες με την έννοια των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (54). Επιπλέον, πρόκειται για νέα μη χρεωμένη επιχείρηση που διαθέτει ήδη ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο παραγγελιών. Εξάλλου, η εταιρεία έλαβε ήδη δάνεια στην κεφαλαιαγορά χωρίς κρατική παρέμβαση και η σχετική εγγύηση αφορά συγκεκριμένο, ανώτατο ύψος και δεν είναι ανοικτή. |
|
(127) |
Όσο για την τιμή της εγγύησης, η Επιτροπή δεν έχει στοιχεία που να δείχνουν ότι η προμήθεια που πληρώθηκε δεν αντιστοιχεί στις τιμές της αγοράς. Αυτό φαίνεται αν εξετάσουμε το πολωνικό επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο το εγγυημένο ποσό, βάσει των συμβατικών υποχρεώσεων, δεν ξεπέρασε τα 6 εκατ. PLN και συνεπώς η προμήθεια ανέρχεται σε 2 %. Ακόμη και στην περίπτωση προμήθειας 0,8 %, υπάρχουν παραδείγματα παρόμοιων εγγυήσεων με προμήθεια 1 %, φαίνεται ότι πρόκειται για την προμήθεια που αντιστοιχεί στις τιμές της αγοράς, ιδίως αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι η TFS διέθετε πλήρεις πληροφορίες για την HSCz και συνεπώς ήταν σε θέση να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό του εγγυημένου ποσού. Η Επιτροπή υπενθυμίζει εξάλλου ότι και σε άλλες χαλυβουργικές υποθέσεις, ενέκρινε τις προμήθειες που είχαν πληρωθεί, ακόμη και αν ήταν χαμηλότερες απ' ό, τι στην παρούσα υπόθεση (55). |
β) Επιδοτήσεις και άλλα μέσα ενίσχυσης
Ύπαρξη ενίσχυσης για την Huta Częstochowa με τη μορφή επιδοτήσεων
|
(128) |
Οι χρηματοδοτήσεις που έλαβε η HCz μεταξύ Ιουνίου 1997 και Μαΐου 2002 ύψους 25 161 072,08 PLN (περίπου 5,3 εκατ. ευρώ) χορηγήθηκαν στην εταιρεία από κρατικούς πόρους. Δεδομένου ότι υπάρχει σημαντικό εμπόριο χαλυβουργικών προϊόντων σε ολόκληρη την Ευρώπη, η ενίσχυση που χορηγήθηκε από την Πολωνία θα μπορούσε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό ευνοώντας την HCz και επηρεάζοντας το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. συνεπώς, τα μέτρα αυτά αποτελούν κρατική ενίσχυση βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. |
Ύπαρξη ενίσχυσης σε σχέση με άλλα μέτρα υπέρ της Huta Stali Częstochowa
|
(129) |
Οι επιδοτήσεις της KBN ύψους 1 328 000 PLN προσέδωσαν και στην HSCz οικονομικό πλεονέκτημα και αποτελούν κρατική ενίσχυση, όπως και αυτές που χορηγήθηκαν στην HCz, αφού επηρέασαν τις εμπορικές ανταλλαγές και εισήγαγαν τον κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισμού. |
|
(130) |
Ωστόσο, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι προέκυψε αποτέλεσμα από την καθυστερημένη πληρωμή των πιστώσεων δημοσίου δικαίου από την HCz. Δεδομένου ότι η HSCz δεν ήταν προβληματική επιχείρηση η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι ο ιδιώτης πιστωτής, αντί των δημοσίων οργανισμών, θα είχε επιλέξει την αποπληρωμή των πιστώσεων του σε συντομότερο διάστημα (56). |
|
(131) |
Επιπλέον, η HSCz πλήρωσε τους νόμιμους τόκους για καθυστερημένες οφειλές σύμφωνα με την πολωνική νομοθεσία. Το επιτόκιο είναι υψηλότερο από το επιτόκιο αναφοράς της Επιτροπής. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 15 του διαδικαστικού κανονισμού, σκοπός της διαδικασίας για τις παράνομες ενισχύσεις είναι να εξακριβωθεί το ποσό που πρέπει να επιστραφεί ώστε να επανέλθει η κατάσταση σαν να μην είχε χορηγηθεί ποτέ η ενίσχυση. Ωστόσο, αν ο δικαιούχος έχει ήδη επιστρέψει ολόκληρη την ενίσχυση, ή μεγαλύτερο ποσό, περιλαμβανομένων των τόκων από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγήθηκε η ενίσχυση ως την επιστροφή της, σύμφωνα με την πρακτική της Επιτροπής, το μέτρο δεν αποτελεί πλέον κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. |
|
(132) |
Εξάλλου, τα επιτόκια καθυστέρησης, των οποίων το ύψος τα έτη 2002-2004 κυμάνθηκε μεταξύ 16 και 12,25 % (βλέπε σημείο 99) υπερβαίνουν τα επιτόκια αναφοράς που εφαρμόζει η Επιτροπή για την επιστροφή της ενίσχυσης. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού αριθ. 794/2004 (ΕΚ) της Επιτροπής της 21ης Απριλίου 2004 σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (στο εξής «εκτελεστικός κανονισμός») (57) το επιτόκιο υπολογίζεται βάσει του μέσου όρου των πενταετών διατραπεζικών επιτοκίων swap για τους τρεις τελευταίους μήνες του προηγούμενου έτους, προσαυξημένο κατά 75 βασικές μονάδες. Για την Πολωνία, από την 1η Μαΐου 2004, το εν λόγω επιτόκιο αναφοράς ανερχόταν σε 7,62 % (58) Πριν το 2004 δεν υπήρχε πενταετές διατραπεζικό swap στην Πολωνία. Σε κάθε περίπτωση, και άλλοι δείκτες, όπως η μέση απόδοση των εντόκων γραμματίων του δημοσίου ενός έτους, ήταν αισθητά χαμηλότεροι (8,24 % το 2002, 5,34 % το 2003 και 6,63 % το 2004). |
|
(133) |
Μόνο η αναστολή των πληρωμών στην εφορία της Częstochowa και στην PFRON, συνολικού ύψους 62 116,09 PLN, που δεν καταβλήθηκαν, μπορεί να αποτελέσει κρατική ενίσχυση. |
3. Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης με την κοινή αγορά
Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης στην Huta Częstochowa με την κοινή αγορά
|
(134) |
Η ενίσχυση που έλαβε η HCz κατά την περίοδο μεταξύ του Ιουνίου του 1997 και του Μαΐου 2002 η οποία ανερχόταν σε 25 161 072,08 PLN, χορηγήθηκε δεδομένου ότι, σύμφωνα με το ΕΠΑ και το πρωτόκολλο αριθ. 8, θα εθεωρείτο μεν κρατική ενίσχυση, αλλά τελικά, με την προοπτική της πτώχευσης της HCz δεν ελήφθη υπόψη. Ωστόσο, δεδομένου ότι σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 8 μια τέτοια ενίσχυση παραμένει παράνομη, αποτελεί απαγορευμένη ενίσχυση αναδιάρθρωσης, εκτός αν επιτρέπεται βάσει άλλων κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. |
|
(135) |
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι κανόνες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον χαλυβουργικό τομέα περιλαμβάνονταν ως τις 23 Ιουλίου 2002 στην απόφαση αριθ. 2496/96/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (59) (στο εξής «κώδικας ενισχύσεων στη Χαλυβουργία» ) (60). |
|
(136) |
Το άρθρο 2 του κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία επιτρέπει ενισχύσεις σύμφωνα με το πλαίσιο Ε&Α. Η Επιτροπή, για πέντε ενισχύσεις συνολικού ύψους 5 461 620 PLN που χορήγησε η KBN, θεωρεί ότι δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του πλαισίου Ε&Α, με την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2 του παραρτήματος IV της πράξης προσχώρησης (61). |
|
(137) |
Πρώτον, μολονότι οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν στην HCz από την ΚΒΝ δεν διέπονται από τον κανονισμό του Προέδρου της KBN της 30ης Νοεμβρίου 2001 για κριτήρια και τον τρόπο χορήγησης και διακανονισμού των χρηματοδοτικών μέσων που διατίθενται στον κρατικό προϋπολογισμό για τις επιστήμες (που η Επιτροπή ενέκρινε ως υφιστάμενη ενίσχυση στο πλαίσιο του μέσου ενίσχυσης PL αριθ. 6 του παραρτήματος IV της συνθήκης προσχώρησης), φαίνεται ότι η Πολωνία δεν αξιολόγησε διαφορετικά την ενίσχυσή της πριν την έγκριση του προγράμματος. Στην πραγματικότητα, η Πολωνία ήδη στο ΕΠΑ καθόρισε τα «μέσα KBN» ως «μέσα επιτρεπόμενα κρατικής ενίσχυσης με τη μορφή επιδοτήσεων στην επιστημονική Ε&Α» (62). Έτσι, η Επιτροπή προέβη στην αξιολόγηση του ΕΠΑ και το ενέκρινε με απόφαση του Συμβουλίου του Ιουλίου 2003 (βλέπε σημείο 25). |
|
(138) |
Δεύτερον, τα μέσα ενίσχυσης είναι σύμφωνα με το πλαίσιο Ε&Α. Είναι προφανές ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε για Ε&Α και, η ενίσχυση αυτή είναι χαμηλότερη από το ανώτατο όριο βάσει των κανόνων της ελεύθερης αγοράς, που καθορίζει το πλαίσιο για τις εργασίες Ε&Α, λαμβάνοντας υπόψη έκπτωση 10 % δεδομένου ότι ο δικαιούχος βρισκόταν σε περιοχή επιλέξιμη βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο α) (63). Πρόκειται είτε για ενίσχυση βιομηχανικής έρευνας που διατηρείται κάτω από το ανώτατο όριο του 60 % (σημείο 69, στοιχεία 1, 2 και 4) ή για ενίσχυση βιομηχανικής έρευνας ή προανταγωνιστικής ανάπτυξης που διατηρείται κάτω από το αντίστοιχο ανώτατο όριο 35 % (σημείο 69 στοιχεία 3, 4 και 5). Εξάλλου, η ενίσχυση αποτέλεσε κίνητρο, δεδομένου ότι οι πολωνικές αρχές υποστήριξαν ότι χωρίς τη συγκεκριμένη ενίσχυση, η HCz δεν θα είχε υλοποιήσει τα προγράμματα Ε&Α. |
|
(139) |
Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, η Επιτροπή δεν σκοπεύει να αμφισβητήσει την ενίσχυση που χορηγήθηκε από την KBN τα έτη 1997-2001, σύμφωνα με το παράρτημα IV της συνθήκης προσχώρησης και τη θεωρεί επιτρεπόμενη ενίσχυση στο πλαίσιο των προγραμμάτων Ε&Α και όχι ενίσχυση αναδιάρθρωσης με την έννοια του πρωτοκόλλου αριθ. 8. |
|
(140) |
Ωστόσο, στην περίπτωση της εναπομένουσας λειτουργικής ενίσχυσης και ενίσχυσης απασχόλησης ύψους 19 699 452 PLN, η Επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται βάσει ποίων διατάξεων του κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία, θα μπορούσε να επιτραπεί μια τέτοια ενίσχυση. Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται ούτε για ενίσχυση Ε&Α ούτε για ενίσχυση για το κλείσιμο μονάδων (άρθρο 4). Εξάλλου, η ενίσχυση αυτή δεν αποτελεί ούτε επιτρεπόμενη λειτουργική ενίσχυση με την έννοια του κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος (64). Σε κάθε περίπτωση, οι πολωνικές αρχές δεν επικαλέσθηκαν καμία εξαίρεση, ούτε στο πλαίσιο του κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία, ούτε στο πλαίσιο των κανόνων της ΕΕ. |
|
(141) |
Δεδομένου ότι τα εν λόγω μέσα δεν υπάγονται σε άλλη εξαίρεση στο πλαίσιο του κώδικα ενισχύσεων στην χαλυβουργία ΕΚΑΧ, η Επιτροπή θεωρεί ότι πρόκειται για ενισχύσεις αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία, που με την έννοια του πρωτοκόλλου αριθ. 8 δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. |
Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης στη Huta Stali Częstochowa με την κοινή αγορά
|
(142) |
Το 2002 και το 2003, η KBN χορήγησε στην HSCz 1 380 000 PLN. Η ενίσχυση αυτή μπορεί να θεωρηθεί υφιστάμενη ενίσχυση στο πλαίσιο των μέσων ενίσχυσης PL αριθ. 6 του παραρτήματος IV της πράξης προσχώρησης. Η Πολωνία επιβεβαίωσε ότι η ενίσχυση αυτή χορηγήθηκε στο πλαίσιο του εγκεκριμένου σχεδίου για τα μέσα ενίσχυσης PL αριθ. 6. Συνεπώς, δεν υπάρχει σοβαρή αμφιβολία για το αν τα μέσα αυτά είναι σύμφωνα με το πλαίσιο που αφορούν τις εργασίες Ε&Α, με την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 του παραρτήματος IV της πράξης προσχώρησης. |
|
(143) |
Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η ενίσχυση που χορηγήθηκε από την KBN στην HCz επιτρέπεται, δυνητικά παράνομη ενίσχυση που έλαβε η HSCz ανέρχεται σε 62 116,09 PLN (περίπου 13 077). Ωστόσο, δεδομένου ότι το ποσό αυτό πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού ΕΚ αριθ. 69/2001 της Επιτροπής της 12ης Ιανουαρίου 2001 για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (65) η Επιτροπή μπορεί να δεχθεί ότι το εν λόγω μέσο δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. |
4. Συμπεράσματα
|
(144) |
Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, η Επιτροπή δέχεται ότι τα μέσα, που χρησιμοποίησε η Πολωνία για την αναδιάρθρωση της HCz στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης της 7ης Αυγούστου 2003, όπως τροποποιήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2003 και στις 20 Απριλίου 2004, δεν αποτελούν ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Εξάλλου, τα μέσα που χρησιμοποίησε η Πολωνία σε σχέση με τη δραστηριότητα της HSCz δεν αποτελούν ούτε αυτά κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΚ. Επιπλέον, οι επιδοτήσεις που χορήγησε η KBN στην HCz και την HCSz για Ε&Α συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. |
|
(145) |
Ωστόσο, η ενίσχυση αναδιάρθρωσης που έλαβε η HCz τα έτη 1997-2002 ύψους 19 699 452 PLN (4,1 εκατ. ευρώ) δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και πρέπει να επιστραφεί, σύμφωνα με το σημείο 18 του πρωτοκόλλου αριθ. 8. |
|
(146) |
Η αίτηση επιστροφής απευθύνθηκε στην επιχείρηση που ήταν δικαιούχος της ενίσχυσης. Η οικονομική οντότητα που έλαβε την ενίσχυση, όταν χορηγήθηκε αποτελούσε τμήμα της νομικής οντότητας HCz. Δεδομένου ότι το ενεργητικό και το παθητικό της HCz κατανεμήθηκε μεταξύ τριών εταιρειών που τη διαδέχθηκαν; της RFG, της MH και της Operator, η νομική οντότητα που έλαβε την ενίσχυση δεν περιορίζεται πλέον στην HCz, αλλά περιλαμβάνει και τις οντότητες αυτές που παρέλαβαν το ενεργητικό και το παθητικό της HCz. Έτσι, η επιστροφή της ενίσχυσης θα ζητηθεί από την HCz, τη RFG, τη MH και την Operator, που πρέπει να ανταποκριθούν αλληλέγγυα. |
|
(147) |
Τα ποσά που θα επιστραφούν θα προσαυξηθούν με τους τόκους που θα υπολογιστούν σύμφωνα με τις διατάξεις του εκτελεστικού κανονισμού. Ειδικότερα, το άρθρο 9, παράγραφος 4 του εκτελεστικού κανονισμού καθορίζει ότι στην περίπτωση που δεν υπάρχει το πενταετές διατραπεζικό επιτόκιο swap, η Επιτροπή μπορεί, σε στενή συνεργασία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, να καθορίσει το ισχύον επιτόκιο για την επιστροφή της κρατικής ενίσχυσης βάσει μιας μεθόδου, βασιζόμενης στις διαθέσιμες πληροφορίες. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει πενταετές διατραπεζικό επιτόκιο swap για την Πολωνία τη συγκεκριμένη περίοδο κατά την οποία έγινε η χορήγηση της ενίσχυση που δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, το επιτόκιο που θα ισχύσει για τον υπολογισμό της επιστροφής της ενίσχυσης θα βασιστεί σε ένα επιτόκιο που θα θεωρηθεί κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίοδο. |
VII. ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΠΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ 10 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΑΡΙΘ. 8
|
(148) |
Η Πολωνία ανακοίνωσε την τροποποίηση του ΕΠΑ ώστε να αναφέρει ότι η HCz δεν θα εκκαθαριστεί αλλά μπορεί να αναδιαρθρωθεί χωρίς κρατική ενίσχυση. Η Επιτροπή, σύμφωνα με το σημείο 10 του πρωτοκόλλου αριθ. 8, δεν είναι αντίθετη στην τροποποίηση αυτή. |
|
(149) |
Με την έννοια του άρθρου 10 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 «οποιεσδήποτε συνακόλουθες μεταβολές του γενικού προγράμματος αναδιάρθρωσης και των ατομικών προγραμμάτων πρέπει να εγκρίνονται από την Επιτροπή και, οσάκις ενδείκνυται, από το Συμβούλιο». Λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση της Επιτροπής αφορά κρατική ενίσχυση, πρέπει να αναφερθεί στις διαδικαστικές διατάξεις του άρθρου 88 της συνθήκης προσχώρησης και στον κανονισμό ΕΚ αριθ. 659/99. Στο πλαίσιο αυτό, τις σχετικές αποφάσεις λαμβάνει η Επιτροπή, εκτός από την περίπτωση όπου η απόφαση χορήγησης συμβιβάσιμης ενίσχυσης με την κοινή αγορά δικαιολογείται από έκτακτες συνθήκες με την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2 εδάφιο 3. |
|
(150) |
Έτσι, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να εγκρίνει την προτεινόμενη τροποποίηση, δεδομένου ότι τα κυριότερα μεγέθη που περιλαμβάνονται στο πρωτόκολλο για τις κρατικές ενισχύσεις, όπως: παραγωγική ικανότητα, χρονοδιάγραμμα και αναλογικότητα της κρατικής ενίσχυσης παραμένουν αμετάβλητα (66). Η παρούσα τροποποίηση του ΕΠΑ δεν επηρεάζει το ίδιο το πρωτόκολλο αριθ. 8. Η HCz δεν θα καταστεί στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 8 δικαιούχος επιχείρηση η και καθαρή μείωση της παραγωγικής ικανότητας της πολωνικής χαλυβουργίας, που καθορίζεται στο σημείο 7, δεν θα μεταβληθεί. |
|
(151) |
Εξάλλου, η Πολωνία παρουσίασε επαρκή αιτιολόγηση για την τροποποίηση αυτή. Η αναδιάρθρωση της HCz φαίνεται να αποτελεί πράγματι μια εναλλακτική λύση που βασίζεται στους κανόνες της αγοράς, δεδομένου ότι η αξιολόγηση που παρουσιάστηκε δείχνει ότι η HCz μπορεί, αντίθετα με τη θέση του 2003, να αναδιαρθρωθεί χωρίς κρατική ενίσχυση. |
|
(152) |
Ωστόσο, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι δεν είναι σε θέση να επιτρέψει την ενίσχυση που χορηγήθηκε στην HCz τα έτη1997 — 2002, γιατί η έγκρισή της θα σήμαινε ότι η HCz βρισκόταν στον κατάλογο των δικαιούχων και θα συνέβαλε στην αύξηση της επιτρεπόμενης κρατικής ενίσχυσης στην πολωνική χαλυβουργία μεταβάλλοντας έτσι την ισορροπία μεταξύ των δεσμεύσεων ως προς τις κρατικές ενισχύσεις και τη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να εγκρίνει μια τέτοια τροποποίηση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου. |
VIII. ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ 4 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΑΡΙΘ. 8
|
(153) |
Η Επιτροπή δεν διαπίστωσε ότι η πώληση των θυγατρικών εταιρειών της HCz και της HCSz αποτελούσε παράβαση του σημείου 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 8. |
|
(154) |
Το σημείο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 καθορίζει ότι ': «μια δικαιούχος εταιρεία δεν μπορεί:
Στο ΕΠΑ (βλ. σημείο 26) επαναλήφθηκε ότι η διάταξη αυτή θα εμπόδιζε την αγορά περιουσιακών στοιχείων και μετοχών από δικαιούχους που υπάγονται στο πρωτόκολλο αριθ. 8. |
|
(155) |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σημείο 4, στοιχείο α) και όχι το σημείο 4 στοιχείο β), δεδομένου ότι δεν πρόκειται για πώληση περιουσιακών στοιχείων αλλά για πώληση μετοχών, κάτι που θεωρείται συγχώνευση (67). Ο στρατηγικός επενδυτής, πράγματι, θα λάβει μόνο μετοχές των εταιρειών και όχι μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία. Επιπλέον, η εφαρμογή του σημείου 4, στοιχείο β) είναι επαρκής για την πτώχευση της HCz, η οποία δεν κηρύχθηκε τελικά. |
|
(156) |
Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι έγινε παράβαση του σημείου 4 στοιχείου α) του πρωτοκόλλου αριθ. 8, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή απευθύνεται αποκλειστικά στους δικαιούχους του εν λόγω πρωτοκόλλου στους οποίους δεν περιλαμβάνονται ούτε η Donbass ούτε η LNM. |
|
(157) |
Αληθεύει ότι η LNM αγόρασε τη δικαιούχο εταιρεία MSP. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έχει αποδείξεις ότι η LNM ενεργεί για λογαριασμό της MSP ή ως εκπρόσωπος της. Αντίθετα, η LNM και η MSP διευθύνονται ως χωριστές και αυτόνομες επιχειρήσεις. Ακόμη και αν η Επιτροπή ερμήνευε τις εν λόγω διατάξεις έτσι ώστε να απαγορεύσει τη σταυρωτή επιδότηση μεταξύ των δικαιούχων (ενδεχομένως της MSP) και μη δικαιούχων επιχειρήσεων (στην παρούσα περίπτωση της HCz), διαθέτει επαρκείς ενδείξεις ότι κανένας αγοραστής δεν θα προσέφευγε σε σταυρωτή επιδότηση της HCz χρησιμοποιώντας την ενίσχυση που χορηγήθηκε στο πλαίσιο του ΕΠΑ. Τόσο η Πολωνία όσο και η LNM ανέλαβαν τις κατάλληλες δεσμεύσεις προς την κατεύθυνση αυτή (βλέπε σημεία 77 και 104). |
ΕΞΕΔΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ
Άρθρο 1
1. Τα μέτρα που εφάρμοσε η Πολωνία για την αναδιάρθρωση της Huta Częstochowa S.A. σύμφωνα με την απόφαση αναδιάρθρωσης της 7ης Αυγούστου 2003, όπως τροποποιήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2003 και στις 30 Απριλίου 2004, δεν αποτελούν κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΚ.
2. Τα μέσα που χρησιμοποίησε η Πολωνία για τη δραστηριότητα της Huta Stali Częstochowa, δεν αποτελούν κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.
Άρθρο 2
Η κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Πολωνία για Ε&Α, ύψους 5 461 620 PLN υπέρ της Huta Częstochowa S.A. και ύψους 1 328 000 PLN υπέρ της Huta Stali Częstochowa Sp z o.o. είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά
Άρθρο 3
1. Η κρατική ενίσχυση ύψους 19 699 452 PLN που χορήγησε η Πολωνία στην Huta Częstochowa S.A. κατά την περίοδο από το 1997 ως τον Μάιο του 2002, με τη μορφή λειτουργικής ενίσχυσης και ενίσχυσης αναδιάρθρωσης της απασχόλησης, δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
2. Η Πολωνία θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να ανακτήσει από την Huta Częstochowa S.A., την Regionalny Fundusz Gospodarczy, την Majątek Hutniczy Sp. z o.o. και την Operator Sp. z o.o. την ενίσχυση της παραγράφου 1, που χορηγήθηκε παράνομα στην Huta Częstochowa S.A. Όλες οι επιχειρήσεις αυτές παραμένουν αλληλέγγυα υπεύθυνες για την επιστροφή της ενίσχυσης.
Η επιστροφή θα γίνει χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εγχώρια νομοθεσία, υπό τον όρο ότι επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της παρούσας απόφασης. Στην επιστροφή περιλαμβάνονται και οι τόκοι από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγήθηκε η ενίσχυση στην Huta Częstochowa S.A., έως και την επιστροφή της. Οι τόκοι θα υπολογιστούν σύμφωνα με τις διατάξεις που καθορίζονται στο κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004.
3. Η Πολωνία, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, θα αναφέρει στην Επιτροπή ποια μέτρα έλαβε και ποια μέτρα προβλέπονται ώστε να υλοποιηθεί η παρούσα απόφαση. Τα στοιχεία αυτά θα υποβληθούν βάσει του ερωτηματολογίου που επισυνάπτεται στο παράρτημα Ι της παρούσας απόφασης. Η Πολωνία θα υποβάλει ειδικότερα στην Επιτροπή, εντός της ίδιας προθεσμίας, όλα τα έγγραφα με τα οποία θα αποδεικνύεται ότι ελήφθησαν ορισμένα μέτρα έναντι των υπεύθυνων εταιρειών για την επιστροφή της παράνομα χορηγηθείσας ενίσχυσης.
Άρθρο 4
Η Επιτροπή εγκρίνει την προτεινόμενη τροποποίηση του εθνικού προγράμματος αναδιάρθρωσης της Πολωνίας, σύμφωνα με το σημείο 10 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 της συνθήκης προσχώρησης στο βαθμό που επιτρέπει την αναδιάρθρωση της Huta Częstochowa S.A. χωρίς κρατική ενίσχυση και χωρίς αύξηση της παραγωγικής της ικανότητας.
Άρθρο 5
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Πολωνία.
Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2005.
Για την Επιτροπή
Neelie KROES
Μέλος της Επιτροπής
(1) ΕΕ L 236, 23.9.2003, σ. 948.
(2) ΕΕ C 204, 12.8.2004, σ. 6.
(3) Για λεπτομέρεις βλέπε: υπόθεση COMΣ/ECSC 1351 Usinor/Arbed/Aceralia, απόφαση της Επιτροπής της 21.11.2001, παράγραφος 88.
(4) Η Rurexσol ειδικεύεται στην παραγωγή σωλήνων χωρίς ραφή; προϊόντα για γεωτρήσεις και καυστήρες. Η παραγωγική της ικανότητα ανέρχεται σε 60 000 τόνους. Οι πωλήσεις της τα έτη 2003 — 2004 ξεπέρασαν τα 200 εκατ. PLN το χρόνο.
(5) Ισοτιμία του πολωνικού σλοτ σε σχέση με το ευρώ: περίπου 4,75. Πρόκειται για το μέσο όρο του Μαΐου του 2004, όταν προσχώρησε η Πολωνία στην ΕΕ και κινήθηκε η διαδικασία εξέτασης.
(*1) Ορισμένα τμήματα του κειμένου έχουν σβηστεί ώστε να μη διαρρεύσουν εμπιστευτικές πληροφορίες. Τα τμήματα αυτά αναφέρονται με [...].
(6) ΕΕ αριθ. 111, θέση 1196.
(7) Συμπληρωματικές πληροφορίες για τις εταιρείες χαρτοφυλακίου LNM παρέχονται στην απόφαση της Επιτροπής PHS/LNM της 5ης Φεβρουαρίου 2004, υπόθεση COMP/M 3326, που εξηγεί την εξαγορά της πολωνικής χαλυβουργίας στο πλαίσιο του κανονισμού για τις συγχωνεύσεις.
(8) Άλλες δικαιούχες επιχειρήσεις είναι οι επτά εταιρείες που παράγουν χάλυβα: η Huta Bankowa, η Huta Buczek, η Huta Lucchini-Warszawa, η Huta Labędy, η Huta Pokόj, η Huta Andrzej και η Huta Batory. Στο μεταξύ, οι δυο τελευταίες εταιρείες κήρυξαν πτώχευση.
(9) Στην πραγματικότητα το Συμβούλιο έλαβε δυο αποφάσεις. Μια τον Ιούλιο του 2002 με την οποία παρέτεινε την περίοδο χάριτος στο πλαίσιο των όρων ενός αξιόπιστου προγράμματος αναδιάρθρωσης και μεμονωμένων σχεδίων επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου 2 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, και ένα άλλο, τον Ιούνιο του 2003 με το οποίο ενέκρινε τα σχέδια που κατατέθηκαν τον Απρίλιο του 2003, βάσει της οποίας η περίοδος για τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων παρατάθηκαν ως τα τέλη του 2003.
(10) Κανονικά η ΕΕ δεν επιτρέπει τις ενισχύσεις στον σιδηρουργικό τομέα. Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής: ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης και ενισχύσεις για το κλείσιμο επιχειρήσεων στον χαλυβουργικό τομέα (ΕΕ C 70 της 19ης Μαρτίου 2002, σ. 21). Απαγορεύεται επίσης η ενίσχυση περιφερειακών επενδύσεων, βλέπε το σημείο 27 της ανακοίνωση της Επιτροπής: Πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια (ΕΕ C 70 της 19ης Μαρτίου 2002, σ. 8).
(11) Νόμος της 30ής Οκτωβρίου 2002, ΕΕ αριθ. 213, θέση 1800, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο της 14ης Νοεμβρίου 2003, ΕΕ αριθ. 229, θέση 2271.
(12) Ο νόμος αυτός αποτελεί τη νομική βάση πολλών περιπτώσεων αναδιάρθρωσης στην Πολωνία. Λεπτομερής περιγραφή του νόμου περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Επιτροπής της 1ης Ιουνίου 2005, υποθέσεις C(2005) 17 και 18, σχετικά με τη διαδικασία που προβλέπεται στο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ για τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης των ναυπηγείων του Gdynia και του Gdansk, ΕΕ C 220 της 8.9.2005, σ. 7. Αν, κατά περίπτωση, εμφανίζονται ορισμένες διαφορές στην εφαρμογή της διάταξης αυτού του νόμου, αυτό οφείλεται στην περιγραφή των πολωνικών αρχών, γιατί είναι θέμα εγχώριας νομοθεσίας.
(13) Δεν είναι αναδιαρθρώσιμες ειδικότερα οι συνταξιοδοτικές εισφορές, καθώς και το τμήμα των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που, δεδομένου ότι οι εισφορές των εργαζομένων, συνδέονται με την πληρωμή των μισθών (οι εισφορές χωρίζονται σε δύο κύρια μέρη, καθένα εκ των οποίων ανέρχεται σε περίπου 50 %). Αυτό συμβαίνει γιατί το ποσοστό των εισφορών που πρέπει να καταβάλλει ο εργαζόμενος αποτελεί υποχρέωση του εργαζόμενου (όχι του εργοδότη) ακόμη και αν πρέπει να το πληρώσει ο εργοδότης στην ZUS. Για το λόγο αυτό η επιχείρηση είναι υπεύθυνη για την αποπληρωμή των εισφορών των εργαζομένων. Εξάλλου, όταν πρόκειται για καθυστερημένες πληρωμές, πρέπει να υπολογιστούν οι νόμιμοι τόκοι καθυστέρησης. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα αναβολής πληρωμής αυτών των τόκων, επί των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης από τον ασφαλισμένο και των συνταξιοδοτικών εισφορών για περίοδο 24 μηνών (άρθρο 32 στοιχείο β) του νόμου της 30.10.2002).
(14) Στις 31 Μαρτίου 2004 το UOKiK υπέβαλε στην Επιτροπή τους λόγους για του οποίους, κατά την άποψή του, η αναδιάρθρωση πληροί τις προϋποθέσεις του τέστ του ιδιώτη επενδυτή.
(15) Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις που εισήγαγε η τροποποίηση του νόμου της 30.10.2002, γιατί δεν περιλάμβανε την λεπτομερή παρουσίαση των αναδιαρθρώσιμων πιστώσεων δημοσίου δικαίου κατ' εφαρμογή ειδικών κανόνων, και δεν εξηγούσε γιατί τα περιουσιακά στοιχεία θα μεταφέρονταν στον Operator (πάντως η εν λόγω πληροφορία περιλαμβάνεται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης). Η Πολωνία ενημέρωσε ότι οι τροποποιήσεις για τα θέματα αυτά και που λαμβάνουν υπόψη της αποφάσεις των πιστωτών δημοσίου δικαίου είχαν προγραμματιστεί για το τέλος Ιουνίου του 2005.
(16) Η εταιρεία ATEST (εταιρεία τεχνικών υπηρεσιών και συμβουλών) που δραστηριοποιείται στησν πολωνική αγορά από το 1992 ειδικεύεται στις εκτιμήσεις επιχειρήσεων, εμπορικών καταστημάτων και παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων. Η εταιρεία προέβη στην εκτίμηση πολλών επιχειρήσεων, τόσο στο ….. αναζήτησης χρηματοδότησης μέσω τραπεζικών δανείων, όσο και στο ……. αναδιάρθρωσης, και πράξεων συγχώνευσης ή εξαγοράς.
(17) Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, καθορίστηκε αρχικά ότι η λογιστική αξία των περιουσιακών στοιχείων που έλαβε η Oσerator ανερχόταν σε περίπου 203,3 εκατ. PLN. Στην πραγματικότητα, πραγματοποιήθηκε λεπτομερής αναδιαπραγμάτευση της σύνθεσης των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται στην Oσerator, δεδομένου ότι εκπρόσωποι της συγκεντρώθηκαν μόνο σε περιουσιακά στοιχεία των οποίων είναι εύκολη η πώληση.
(18) Η BRE Corσorate Finance S.A. είναι ανεξάρτητη εταιρεία, που ανήκει κατά 100 % στην BRE Bank S.A., μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες στην Πολωνία, εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Βαρσοβίας. Η Commerzbank AG, γερμανική τράπεζα που κατέχει πάνω από το 72 % του μετοχικού κεφαλαίου της ΒRE bank, είναι υπεύθυνη για το διαχειριστικό έλεγχο της τράπεζας. Η BRE Corσorate Finance είναι επενδυτική τράπεζα κύρια δραστηριότητα της οποίας είναι οι συγχωνεύσεις, οι εξαγορές και η αναδιάρθρωση εταιρειών, καθώς και η χρηματοδότησή τους. Η Πολωνία επιβεβαιώνει ότι η τράπεζα συμμετείχε σε αρκετές μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις, καθώς και σε συγχνεύσεις και εξαγορές στην Πολωνία εκπροσωπώντας είτε ιδιώτες, είτε το Υπουργείο Οικονομικών. Στο πλαίσιο τέτοιων προγραμμάτων η αξιολόγηση των συγκεκριμένων επιχειρήσεων γινόταν με διαφορετικές μεθόδους.
(*2) Το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνει τρεις εταιρείες που δεν πωλούνται στον στρατηγικό επενδυτή. Η αξία τους εκτιμάται μεταξύ 0 και 15 εκατ. PLN.
(19) Ποσά κατ' εκτίμηση, λαμβάνοντας υπόψη τα έσοδα τον Μάρτιο του 2005 ύψους [...] εκατ. PLN (βλέπε πίνακα 3 παρακάτω) με περίπου [...] εκατ. PLN τόκων το μήνα ως τον Οκτώβριο του 2005 και με την καταβολή [...] εκατ. PLN για τις πιστώσεις που κατέχουν δημόσιοι πιστωτές οι οποίοι απέρριψαν την αναδιάρθρωση.
(20) Εκτίμηση στο τέλος Ιουνίου 2005
(21) Η ανάλυση PWC πραγματοποιήθηκε με προσομοίωση στο πλαίσιο του νόμου της 28ης Φεβρουαρίου του 2003: νόμος για τις πτωχεύσεις και τις αναδιαρθρώσεις.
(22) Σύμφωνα με το νόμο της 31ης Ιανουαρίου 1980 για την προστασία του περιβάλλοντος, ΕΕ αριθ. 1994/49, θέση 196.
(23) Με την απόφαση αριθ. FEO/72752/E/97/TT στο πλαίσιο των άρθρων 8 παράγαφος 1 και 4 παράγραφος 1 του νόμου της 9ης Μαΐου 1991 για την απασχόληση και την επαγγελματική αποκατάσταση αναπήρων (ΕΕ αριθ. 46, θέση 201 με μεταγενέστερες τροποποιήσεις).
(24) Με την έννοια του νόμου της 31ης Ιανουαρίου 1980 για την προστασία του περιβάλλοντος (ΕΕ 1994/49, θέση 196).
(25) Με απόφαση της περιφέρειας αριθ. GKN.IV.7224/653/98 σύμφωνα με το άρθρο 219, παράγραφος 1 του νόμου της 21ης Αυγούστου 1997, για τη διαχείριση ακινήτων (ΕΕ αριθ. 115, θέση 741).
(26) Με την απόφαση της FGSP αριθ. 205/99 σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1 του νόμου της 29ης Δεκεμβρίου 1993 για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ 1994 αριθ. 1, θέση 1).
(27) Με απόφαση του διευθυντή της εφορίας (αριθ. DUS-E-924/424/99) σύμφωνα με το άρθρο 64 του νόμου της 17ης Ιουνίου 1966 σχετικά με την εκτελεστική διαδικασία στη δημόσια διοίκηση (ΕΕ 1991 αριθ. 46, θέση 161).
(28) Με απόφαση του διευθυντή της εφορίας (αριθ. DUS-PP-733/12/99) σύμφωνα με το άρθρο 657 του νόμου της 29ης Αυγούστου 1997 (φορολογικός νόμος ΕΕ αριθ. 137, θέση 926 με μεταγενέστερεες τροποποιήσεις).
(29) Σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1 του νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για το 1999 της 17ης Φεβρουαρίου 1999. (ΕΕ 1999 αριθ. 17, θέση 154 και ΕΕ 1999 αριθ. 47, θέση 466).
(30) Βάσει της συμφωνίας αναδιάρθρωσης του χρέους της HCz, μετά τη μη πληρωμή του φόρου ακίνητης περιουσίας.
(31) Σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 του νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για το 1999 της 17ης Φεβρουαρίου 1999 (ΕΕ 1999 αριθ. 17, θέση 154)
(32) Με την απόφαση αριθ. 2/2000, σύμφωνα με το άρθρο 67 του νόμου της 29ης Αυγούστου 1997 (φορολογικός νόμος, ΕΕ αριθ. 137, θέση 929 με μεταγενέστερες τροποποιήσεις).
(33) Σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 του νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για το 2000 της 21ης Ιανουαρίου (ΕΕ αριθ. 7 θέση 85).
(34) Σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 του νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για το 2000 της 21ης Ιανουαρίου (ΕΕ αριθ. 7 θέση 85).
(35) Με απόφαση του Κοινοτάρχη αριθ. II — 3130/4/01 σύμφωνα με το άρθρο 67 του νόμου της 29ης Αυγούστου 1997 (φορολογικός νόμος, ΕΕ αριθ. 137, θέση 926 με μεταγενέστερες τροποποιήσεις).
(36) Σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1 του νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για το 2001 της 1ης Μαρτίου 2001 (ΕΕ αριθ. 21, θέση 246).
(37) Σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1 του νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για το 2002 της 14ης Μαρτίου 2002 (ΕΕ αριθ. 30, θέση 275) και του νόμου της 24ης Αυγούστου 2001 για την αναδιάρθρωση της χαλυβουργίας (ΕΕ αριθ. 111, θέση 1196).
(38) Ποσό 606 800 PLN προοριζόταν για βιομηχανική έρευνα και το υπόλοιπο για προανταγωνιστική ανάπτυξη. Τα δικαιώματα των προγραμμάτων έρευνας και ανάπτυξης ανήκουν στην Πολωνική Ακαδημία Επιστημών.
(39) Κρατικό Επιστημονικό Ινστιτούτο που αποτελεί τον κυριότερο συμβουλευτικό οργανισμό στον τομέα των επιστημών και χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από το κράτος
(40) Το ποσό των 3 870 000 PLN προοριζόταν για βιομηχανική έρευνα και το ποσό των 4 050 000 PLN για προανταγωνιστική ανάπτυξη. Όλες οι πληρωμές της KBN προορίζονταν για το χαλυβουργικό ινστιτούτο
(41) Η Πολωνική Ακαδημία Επιστημών διαβίβασε τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών σε άλλα βιομηχανικά συγκροτήματα που αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της ψύξης του νερού από πηγές που περιείχαν σημαντικές ποσότητες οργανικών ουσιών που προκαλούσαν ζημιές στους ανταλλάκτες θερμότητας.
(42) Το σχέδιο αυτό απέβλεπε στην εκπόνηση της τεχνολογίας χύτευσης και έλασης των λαμαρινών με ομοιογενή δομή του κράματος σε όλο το πάχος της λαμαρίνας. Οι λαμαρίνες αυτές ήταν απαραίτητες στη ναυπηγική βιομηχανία και δεν είχαν κατασκευαστεί προηγουμένως στην Πολωνία. Τα αποτελέσματα των ερευνών διατέθηκαν επίσης και σε άλλες επιχειρήσεις και πολλούς πελάτες.
(43) Η ενίσχυση αυτή δόθηκε κυρίως στο χαλυβουργικό ινστιτούτο.
(44) Εξάλλου, η Πολωνία διαπιστώνει ότι το 2003 το ποσοστό των αποπληρωθεισών πιστώσεων που κατείχαν δημόσιοι πιστωτές μετά την αναδιάρθρωση τοποθετείται μεταξύ 46 και 72 % (61 % κατά μέσο όρο), ενώ η μείωση στην περίπτωση των ιδιωτών πιστωτών ήταν μεταξύ 46 και 58 % (54 % κατά μέσο όρο).
(45) Κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην Ε&α, ΕΕ C 45 της 17ης Φεβρουαρίου 1996, σ. 5.
(46) Βλέπε την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, ενίσχυση αναδιάρθρωσης υπέρ της τσεχικής χαλυβουργίας Třinecké Železárny a.s, ΕΕ C 22 της 27ης Ιανουαρίου 2005, σ. 2 σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 2 της πράξης προσχώρησης για την αναδιάρθρωση της τσεχικής χαλυβουργίας.
(47) ΕΕ L 83 της 27ης Μαρτίου 1999, σ 1.
(48) Υπόθεση C-342/96 Βασίλειο της Ισπανίας κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παράγραφος 46· υπόθεση C-256/97 DMT, παράγραφος 24 και συμπεράσματα του γενικού Εισαγγελέα για την υπόθεση αυτή, παράγραφος 38· υπόθεση T-152/99, Hamsa, παράγραφος 167.
(49) Υπόθεση T-152/99 Hamsa, παράγραφος 168: «Όταν μια επιχείρηση που αντιμετωπίζει σημαντική επιδείνωση της χρηματοοικονομικής καταστάσεως της προτείνει στους δανειστές της μια συμφωνία ή μια σειρά συμφωνιών για τη ρύθμιση του χρέους της, ώστε να βελτιωθεί η κατάστασή της και να αποφευχθεί η θέση της υπό εκκαθάριση, κάθε δανειστής πρέπει να προβεί σε επιλογή μεταξύ, αφενός, του ποσού που του προσφέρεται στο πλαίσιο της προτεινόμενης συμφωνίας και, αφετέρου, του ποσού που εκτιμάται ότι μπορεί να ανακτήσει κατά το πέρας της ενδεχόμενης θέσεως της επιχείρησης υπό εκκαθάριση. Η επιλογή του επηρεάζεται από σειρά παραγόντων, όπως η ιδιότητά του ως συνυπόθηκου, προνομιούχου ή εγχειρόγραφου δανειστή, η φύση και η έκταση των ενδεχόμενων ασφαλειών που κατέχει, η αξιολόγηση των πιθανοτήτων εξυγιάνσεως της επιχειρήσεως καθώς και το κέρδος που θα απεκόμιζε σε περίπτωση εκκαθαρίσεως. Αν αποδεικνυόταν, παραδείγματος χάρη, ότι, στην περίπτωση εκκαθαρίσεως μιας επιχειρήσεως, η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της επιτρέπει την ικανοποίηση μόνο των ενυπόθηκων και προνομιούχων απαιτήσεων, οι εγχειρόγραφες απαιτήσεις ουδεμία αξία θα είχαν. Σε τέτοια κατάσταση, το γεγονός ότι ένας εγχειρόγραφος δανειστής δέχεται να παραιτηθεί από την ικανοποίηση σημαντικού μέρους της απαιτήσεως του δεν συνιστά πραγματική θυσία».
(50) Στην πραγματικότητα είναι τέσσερις το 2005, ωστόσο αυτό δεν έχει καμία σημασία στην περίπτωση αυτή, αφού συμφώνησαν για την αναδιάρθρωση ήδη από το 2003.
(51) Η Επιτροπή δεν λαμβάνει μόνο υπόψη το γεγονός ότι και οι άλλοι πιστωτές θα μπορούσαν να είχαν απορρίψει την αναδιάρθρωση, δεδομένου ότι οι άλλοι πιστωτές επωφελήθηκαν αναμφισβήτητα από την αναδιάρθρωση και δεν ήθελαν να παρεμποδίσουν τη διαδικασία.
(52) Υπόθεση T-152/99 Hamsa, παράγραφος 168 (author's emphasis).
(53) Ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (ΕΕ C 71, 11.3.2000, σ. 14).
(54) ΕΕ C 244, 1.10.2004, σ. 2.
(55) Βλέπε απόφαση της Επιτροπής Anon της 26ης Ιουλίου 2004, C(2004)1813, σημείο 47, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, όπου η Επιτροπή εγκρίνει προμήθεια 0,6 %.
(56) Γνώμη του Εισαγγελέα στην υπόθεση C-276/02 Ισπανία κατά Επιτροπής, παράγραφος 40.
(57) ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1
(58) Επιτόκιο αναφοράς και ανάκτησης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, ΕΕ C 48 της 24.2.2005, σ. 2.
(59) ΕΕ L 338, 28.12.1996, σ. 42.
(60) Σύμφωνα με το σημείο 44 της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με ορισμένα θέματα που αφορούν τη διευθέτηση υποθέσεων ανταγωνισμού συνεπεία της λήξης ισχύος της συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ C 152, 26.6.2002, σ. 5) «κατά την έκδοση αποφάσεων μετά της 23 ης Ιουλίου 2002 για κρατικές ενισχύσεις οι οποίες έχουν χορηγηθεί χωρίς προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής το αργότερο μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία, η Επιτροπή θα ενεργεί με βάση την ανακοίνωσή της σχετικά με τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου για την αξιολόγηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων». Η ανακοίνωση αυτή (βλέπε ΕΕ C 119, 22.5.2002, σ. 22), καθορίζει ότι οποιαδήποτε ενίσχυση έχει χορηγηθεί παράνομα θα αξιολογείται με βάση τα κείμενα που ίσχυαν κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης.
(61) Το πρωτόκολλο αριθ. 8 αφορά μόνο τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης προς τη χαλυβουργία, δηλαδή οποιαδήποτε ενίσχυση δεν υπάγεται στους άλλους κοινοτικούς κανόνες και τις κρατικές ενισχύσεις.
(62) Σελ. 38.
(63) Βλέπε επιστολή της Επιτροπής στην Πολωνία της 13.8.2004, στην οποία δεν εκφράζεται καμία επιφύλαξη για τα μέσα που δηλώθηκαν, περιλαμβανομένου και του πολωνικού χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων (C(2004)3230/5).
(64) ΕΕ C 72, 10.3.1994, σ. 3, σύμφωνα με το άρθρο 3 του «κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία» (αντικαταστάθηκε και έκτοτε, ΕΕ C 37 της 3.2.2001, σ. 3). Ειδικότερα δεν πρόκειται ούτε για ενίσχυση διαχείρισης αποβλήτων ούτε για ενίσχυση εξοικονόμησης ενέργειας.
(65) ΕΕ L 10, 13.1.2001, σ. 30.
(66) Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C(2005) 424 — σχετικά με την αλλαγή της προβλεπόμενης προθεσμίας για τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας VPFM.
(67) Βλέπε άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β) του κανονισμού ΕΚ αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2004 για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσειων, , ΕΕ L 24, 29.1.2004, σ. 1.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής 2006/937/EK
1. Υπολογισμός των ποσών προς ανάκτηση
|
1.1 |
Να δώσετε τις ακόλουθες λεπτομέρειες ως προς το ύψος των κρατικών ενισχύσεων που ετέθησαν παράνομα στη διάθεση του δικαιούχου:
Παρατηρήσεις: |
|
1.2 |
Να εξηγήσετε λεπτομερώς πως θα υπολογιστούν οι τόκοι που σκοπεύουν να εφαρμόσουν οι αρμόδιες αρχές για την ανάκτηση της παράνομα χορηγηθείσας ενίσχυσης, που πρέπει να είναι με το κατάλληλο για την Πολωνία επιτόκιο την περίοδο από το 1997 ως τον Μάιο του 2004. |
|
1.3 |
Να εξηγήσετε λεπτομερώς πως θα υπολογισθούν οι τόκοι των προς ανάκτηση ενισχύσεων. |
2. Μέτρα που προβλέπονται ή έχουν ήδη ληφθεί για την ανάκτηση των ενισχύσεων
|
2.1 |
Να περιγράψετε τα μέτρα που προβλέπονται ή έχουν ήδη ληφθεί για την άμεση και έμπρακτη ανάκτηση των ενισχύσεων. Να αναφέρετε και τα εναλλακτικά μέτρα που προβλέπονται από τις εθνικές κανονιστικές διατάξεις για την ανάκτηση αυτή. Ακόμη, να αναφέρετε, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τη νομική βάση των προβλεπόμενων ή ήδη ληφθέντων μέτρων. |
|
2.2 |
Μέχρι πότε θα έχει ολοκληρωθεί ως ανάκτηση; |
3. Ήδη πραγματοποιηθείσα ανάκτηση
|
3.1 |
Να δώσετε τις ακόλουθες λεπτομέρειες για τις ενισχύσεις που έχουν ήδη επιστραφεί από τον δικαιούχο:
|
|
3.2 |
Να επισυνάψετε τα παραστατικά της ανάκτησης των ενισχύσεων στις οποίες αναφέρεται το σημείο 3.1. |
|
(°) |
Ημερομηνία κατά την οποία ενισχύσεις ή μερίδιά τους ετέθησαν στη διάθεση του δικαιούχου (αν το μέτρο αποτελείται από πλείονα μερίδια ή αποπληρωμές, να χρησιμοποιήσετε διαφορετικές γραμμές) |
(*1) Ύψος της ενίσχυσης που ετέθη στη διάθεση του δικαιούχου (σε ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης)
|
(°) |
Ημερομηνία ανάκτησης ενίσχυσης |
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/32 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 4ης Ιουλίου 2006
σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία προτίθεται να χορηγήσει το Βέλγιο στη Ford Genk [C 40/2005 (πρώην N 331/2005)]
[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 2931]
(Μόνο το γαλλικό και το ολλανδικό κείμενο είναι αυθεντικά)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2006/938/ΕΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και, ιδίως, το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,
τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),
αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα (1),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
(1) |
Με την επιστολή της 22ας Ιουνίου 2005, η οποία καταχωρήθηκε στις 27 Ιουνίου 2005, το Βέλγιο κοινοποίησε στην Επιτροπή το πρόγραμμα ενίσχυσης στη Ford, στη Genk. Η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες με την επιστολή της 27ης Ιουλίου 2005, στην οποία απάντησαν οι βελγικές αρχές με την επιστολή της 15ης Σεπτεμβρίου 2005 η οποία καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα. |
|
(2) |
Με την επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε το Βέλγιο σχετικά με την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την εν λόγω ενίσχυση. Στη συνέχεια, στις 25 Νοεμβρίου 2005, πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση με τις βελγικές αρχές. |
|
(3) |
Οι βελγικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους με την επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 2006 η οποία καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα. |
|
(4) |
Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 25 Φεβρουαρίου 2006 (2). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το εν λόγω μέτρο αλλά δεν έλαβε εκ μέρους τους καμία παρατήρηση. |
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
Ο δικαιούχος
|
(5) |
Ο δικαιούχος της ενίσχυσης είναι η Ford-Werke GmbH, Fabrieken te Genk (στο εξής καλούμενος «Ford Genk»). Η Ford-Werke GmbH αποτελεί μέρος της Ford Motor Company. Το εργοστάσιο άνοιξε το 1964. Στα τέλη 2003, στο πλαίσιο μιας γενικής αναδιάρθρωσης της Ford Europe, υπέστη σημαντική μείωση του προσωπικού του, η οποία αφορούσε περίπου 3 000 εργαζομένους. Συγχρόνως, η εταιρεία ανήγγειλε ένα πρόγραμμα επενδύσεων περίπου 700 εκατ. ευρώ, οι οποίες προορίζονταν κυρίως για ένα νέο σύστημα ευέλικτης παραγωγής. Το πρόγραμμα αυτό προέβλεπε ότι η υπό εξέλιξη παραγωγή μοντέλου Mondeo θα ολοκληρωνόταν με την παραγωγή της νέας γενιάς του Galaxy και ενός τρίτου οχήματος. Το εργοστάσιο απασχολεί σήμερα περίπου 5 000 άτομα. Το 2004, παρήχθησαν στο εργοστάσιο 207 163 οχήματα. Στο Βέλγιο, ο όμιλος Ford είναι παρών και στη Γάνδη με ένα εργοστάσιο Volvo. |
Το πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης
|
(6) |
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από το Βέλγιο, το συνολικό αποδεκτό κόστος του προγράμματος επαγγελματικής εκπαίδευσης ανέρχεται σε 33,84 εκατ. ευρώ. Στο συνολικό αυτό ποσό περιλαμβάνονται στοιχεία ειδικής εκπαίδευσης ύψους 25,34 εκατ. ευρώ και μέτρα γενικής εκπαίδευσης ύψους 8,5 εκατ. ευρώ. |
|
(7) |
Οι αποδεκτές δαπάνες καθώς και τα αντίστοιχα ποσά που ελήφθησαν υπόψη στο πρόγραμμα είναι:
|
|
(8) |
Οι συνολικές επιλέξιμες δαπάνες κατανέμονται με τον ακόλουθο τρόπο, ανάλογα με το είδος των δαπανών:
|
Η ενίσχυση
|
(9) |
Η προτεινόμενη ενίσχυση συνίσταται σε άμεση επιδότηση υπέρ της Ford Genk για ποσό 12 279 423 ευρώ, για την περίοδο 2004-2006. Στο ποσό αυτό, 4 677 408 ευρώ (38 %) αντιστοιχούν στην ενίσχυση για τη γενική επαγγελματική εκπαίδευση και 7 602 015 ευρώ (61 %) στην ενίσχυση για την ειδική εκπαίδευση. Η ενίσχυση πρέπει να χορηγείται υπό μορφή ad hoc ενίσχυσης από τη φλαμανδική κοινότητα (Vlaamse Gemeenschap). Το Βέλγιο διαβεβαίωσε ότι η ενίσχυση στην εκπαίδευση δεν θα σωρευτεί με άλλες ενισχύσεις για την κάλυψη των ίδιων δαπανών. |
|
(10) |
Το ποσό των προαναφερόμενων ενισχύσεων συνεπάγεται ένταση ενίσχυσης 55 % για τη γενική κατάρτιση και 30 % για την ειδική κατάρτιση. |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΑ ΚΙΝΗΘΕΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 88 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ
|
(11) |
Στην απόφαση να κινήσει επίσημη διαδικασία εξέτασης, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς 1) την ερμηνεία που δίδεται από τις βελγικές αρχές όσον αφορά την έκταση των επιλέξιμων δαπανών και 2) την προτεινόμενη κατηγοριοποίηση ορισμένων στοιχείων ως ειδική ή γενική επαγγελματική εκπαίδευση. |
|
(12) |
Όσον αφορά τις επιλέξιμες δαπάνες, η Επιτροπή έχει αμφιβολία ως προς τη συμβατότητα με το άρθρο 4 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 της Επιτροπής της 12ης Ιανουαρίου 2001 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ τις ενισχύσεις για την επαγγελματική εκπαίδευση (3), ορισμένου αριθμού δαπανών που προβλέπονται από το Βέλγιο, ιδίως:
|
|
(13) |
Όσον αφορά την κατανομή μεταξύ «γενικής» και «ειδικής» εκπαίδευσης, η Επιτροπή έχει υπόνοιες ότι οι βελγικές αρχές εφάρμοσαν σε ορισμένες δαπάνες του προγράμματος τον υπερβολικά ευρύ ορισμό της γενικής εκπαίδευσης. Οι αμφιβολίες της Επιτροπής αφορούν ιδίως τα στοιχεία «έξοδα των υπηρεσιών παροχής συμβουλών» και «έξοδα προσωπικού εκτός αλυσίδας». Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, η υπηρεσία επαγγελματικής εκπαίδευσης της Ford Genk εκτιμά ότι το 70 % περίπου αυτών των δαπανών αφορούν τη γενική εκπαίδευση. Ωστόσο, δεν παρασχέθηκε καμία απόδειξη προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού. |
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΒΕΛΓΙΟ
|
(14) |
Στην απάντησή τους στην κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξέτασης, οι βελγικές αρχές προέβησαν στα ακόλουθα σχόλια:
|
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
Ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης
|
(15) |
Το μέτρο που κοινοποιήθηκε από το Βέλγιο υπέρ της Ford Genk αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. Πράγματι, χορηγήθηκε υπό τη μορφή επιδότησης η οποία θα χρηματοδοτηθεί από το κράτος ή από κρατικούς πόρους. Το μέτρο είναι επιλεκτικό, εφόσον αφορά μόνο τη Ford Genk και μπορεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της Κοινότητας, παρέχοντας πλεονέκτημα σε αυτή την επιχείρηση σε σχέση με άλλους ανταγωνιστές οι οποίοι δεν επωφελούνται από την ενίσχυση. Τέλος, στην αγορά του αυτοκινήτου πραγματοποιούνται ευρείας κλίμακας εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και, επομένως, η ενίσχυση θα μπορούσε να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. |
Νομική βάση της αξιολόγησης
|
(16) |
Το Βέλγιο ζητά να εγκριθεί η ενίσχυση βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001. Η ενίσχυση συνδέεται πράγματι με ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα. |
|
(17) |
Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001, αν το ποσό της ενίσχυσης που χορηγείται στην ίδια επιχείρηση για ένα μεμονωμένο πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης υπερβαίνει το 1 εκατ. ευρώ, η ενίσχυση δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προβλεπόμενη ενίσχυση ανέρχεται σε 12 279 423 ευρώ, ότι πρέπει να χορηγηθεί σε μία και μόνη επιχείρηση και ότι το πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης είναι μεμονωμένο πρόγραμμα. Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι η υποχρέωση κοινοποίησης εφαρμόζεται στην προτεινόμενη ενίσχυση και ότι τηρήθηκε από το Βέλγιο. |
|
(18) |
Η 16η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 εξηγεί το λόγο για τον οποίο αυτό το είδος ενίσχυσης δεν δύναται να απαλλαγεί από την υποχρέωση κοινοποίησης: «είναι σκόπιμο να εξακολουθήσει η Επιτροπή να αξιολογεί μεμονωμένα τα μεγάλα ποσά ενισχύσεων προτού χορηγηθούν». |
|
(19) |
Όταν αξιολογεί μία μεμονωμένη ενίσχυση για την επαγγελματική εκπαίδευση η οποία, λόγω του ποσού της, δεν τυγχάνει της εξαίρεσης που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 68/2001 και η οποία, συνεπώς, πρέπει να αξιολογηθεί βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης, η Επιτροπή προσφεύγει στις ίδιες κατευθυντήριες αρχές με αυτές που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 68/2001. Λαμβανομένης υπόψη της 4ης αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή θα εξετάζει τις κοινοποιήσεις κυρίως με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, η Επιτροπή εξακριβώνει, εξάλλου, κατά πόσο οι επιλέξιμες δαπάνες μπορούν να εγκριθούν, κάνοντας και πάλι χρήση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης. Παρόμοια μέτρα πρέπει να αξιολογούνται κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η συνοχή της πρακτικής λήψης αποφάσεων και η ίση μεταχείριση (4). |
Συμβατότητα με την κοινή αγορά
|
(20) |
Η αξιολόγηση εκ μέρους της Επιτροπής της συμβατότητας του εν λόγω μέτρου με την κοινή αγορά πρέπει, συνεπώς, να εξακριβώνει εάν το σύνολο των σημείων για τα οποία η Επιτροπή είχε διατυπώσει αμφιβολίες κατά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξέτασης είναι σύμφωνο με την κοινή αγορά από την άποψη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 και το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης. Ειδικότερα: |
I) Όσον αφορά τις επιλέξιμες δαπάνες
|
(21) |
Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι το άρθρο 4 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 προβλέπει ότι οι επιλέξιμες δαπάνες ενός σχεδίου ενίσχυσης για επαγγελματική εκπαίδευση είναι οι ακόλουθες:
|
|
(22) |
Το Βέλγιο παρέσχε μια επισκόπηση των εξόδων επαγγελματικής εκπαίδευσης η οποία επιτρέπει να προσδιορίσει η Επιτροπή τις προτεινόμενες επιλέξιμες δαπάνες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από το Βέλγιο, τα έξοδα προσωπικού των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης δεν υπερβαίνουν το σύνολο των λοιπών επιλέξιμων δαπανών.
|
|
(23) |
Το άρθρο 4 παράγραφος 7 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 προβλέπει ότι είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή ως δαπάνες δυνάμει επιλέξιμες η απόσβεση των εργαλείων και του εξοπλισμού στο βαθμό που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για το συγκεκριμένο πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Μεταξύ των δυνάμει επιλέξιμων δαπανών δεν γίνεται καμία αναφορά σε κτίρια. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι «χώροι επαγγελματικής εκπαίδευσης» συνίστανται σε διαφόρους εξοπλισμούς, οι οποίοι βρίσκονται σε αίθουσες που οριοθετούνται από γυάλινα τοιχώματα. Οι αίθουσες αυτές χρησιμοποιούνται για δραστηριότητες επαγγελματικής εκπαίδευσης. Δεδομένου ότι βρίσκονται στους διαδρόμους του εργοστασίου, δεν αποτελούν κτίρια και μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάγονται στην κατηγορία «εργαλεία και εξοπλισμοί» που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 68/2001. |
|
(24) |
Υπό τους όρους αυτούς, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι χώροι αυτοί αποτελούν επιλέξιμες δαπάνες.
|
|
(25) |
Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν καταρχήν περισσότερες ευκαιρίες να διαθέτουν τη δική τους υπηρεσία επαγγελματικής εκπαίδευσης και, επομένως, ότι έχουν λιγότερο την τάση να προσφεύγουν στη βοήθεια εξωτερικών υπηρεσιών παροχής συμβουλών. Για να είναι συμβατό με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, το μέτρο ενίσχυσης πρέπει επίσης να είναι ανάλογο προς το στόχο και να μην νοθεύει τον ανταγωνισμό σε βαθμό που να αντιβαίνει στο κοινό συμφέρον. Υπό τους όρους αυτούς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η άρνηση να εφαρμοστεί το άρθρο 4 παράγραφος 7 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 στις δαπάνες που συνδέονται με τις υπηρεσίες εσωτερικής επαγγελματικής εκπαίδευσης θα εισήγαγε διακρίσεις για την κατηγορία των μεγάλων επιχειρήσεων. Επομένως, η Επιτροπή δέχεται να κατατάξει αυτές τις δαπάνες στις επιλέξιμες δαπάνες. |
|
(26) |
Η Επιτροπή θα εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια με αυτά της παρούσας απόφασης σε κάθε ανάλογη περίπτωση που θα της κοινοποιηθεί. |
|
(27) |
Ωστόσο, η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα των βελγικών αρχών, σύμφωνα με το οποίο το σύνολο των εν λόγω δαπανών πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην κατηγορία της γενικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Πράγματι, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι υπηρεσίες παροχής συμβουλών έχουν την ίδια εμβέλεια (γενική/ειδική) με τις δράσεις επαγγελματικής εκπαίδευσης στις οποίες αναφέρονται. Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε υπεραντιστάθμιση του κόστους των υπηρεσιών παροχής συμβουλών, οι δαπάνες της υπηρεσίας επαγγελματικής εκπαίδευσης για την εκπαίδευση που κατατάσσεται ως «γενική» ή «ειδική» πρέπει να υπόκεινται στην ίδια μέγιστη ένταση ενίσχυσης με την αντίστοιχη δράση εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος επαγγελματικής εκπαίδευσης, οι δαπάνες της υπηρεσίας επαγγελματικής εκπαίδευσης θα κατανεμηθούν, επομένως, ως «γενικές» και «ειδικές» δαπάνες, ανάλογα με τις δράσεις «γενικής» και «ειδικής» εκπαίδευσης που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τις δράσεις εκπαίδευσης για τις οποίες η Επιτροπή επιτρέπει τη χορήγηση ενίσχυσης, προκύπτει ποσοστό 57,8 % για τη γενική επαγγελματική εκπαίδευση και 42,2 % για την ειδική εκπαίδευση. |
|
(28) |
Υψηλότερες εντάσεις ενίσχυσης θα συνεπάγονταν δυσανάλογη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή εκτιμά, ιδίως, ότι η υποχρέωση για τις επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν ένα εύλογο μέρος των δαπανών συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα και στη σκοπιμότητα του μέτρου. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι υψηλότερη ένταση ενίσχυσης θα αλλοίωνε τους όρους των συναλλαγών σε βαθμό που θα αντίκειτο προς το κοινό συμφέρον. Συνεπώς, αυτό το σκέλος του μέτρου δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατό με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης.
|
|
(29) |
Όταν μία επιχείρηση αποφασίζει να λάβει μέτρα αναδιάρθρωσης συγκρίνει τη σημερινή αξία της αναμενόμενης μείωσης των δαπανών στο μέλλον με τις δαπάνες της αναδιάρθρωσης. Οι δαπάνες εκπαίδευσης των εργαζομένων που θα αναλάβουν νέα καθήκοντα μετά από την αναδιάρθρωση είναι ένα μέρος των συνήθων και απαραίτητων δαπανών της αναδιάρθρωσης. Πράγματι, μόλις η επιχείρηση αποφάσισε να απολύσει σημαντικό μέρος του προσωπικού της, η προσωρινή εκπαίδευση των προαναφερόμενων εργαζομένων είναι απαραίτητη για να διασφαλίσει τη συνέχεια της παραγωγής και της ποιότητας. Η επιχείρηση δεν έχει άλλη επιλογή από το να αναλάβει αυτά τα έξοδα εκπαίδευσης υπέρ του εργατικού δυναμικού που παραμένει για να αντικαταστήσει την τεχνογνωσία του απολυθέντος προσωπικού. Συνεπώς, η εν λόγω ενίσχυση θα είχε απλώς ως αποτέλεσμα να επιδοτήσει τις συνήθεις και αναγκαίες για την αναδιάρθρωση της εταιρείας δαπάνες, τις οποίες θα έπρεπε ούτως ή άλλως να αναλάβει, ακόμη και αν δεν υπήρχε ενίσχυση. Η εν λόγω ενίσχυση δεν φαίνεται λοιπόν αναγκαία και, ούτως ή άλλως, δεν θα καταλήξει σε συμπληρωματική επαγγελματική εκπαίδευση. |
|
(30) |
Επιπλέον, η 10η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 εξηγεί τη λογική των κρατικών ενισχύσεων για την επαγγελματική εκπαίδευση: η επαγγελματική εκπαίδευση έχει πολύ θετικά εξωτερικά αποτελέσματα για την κοινωνία στο σύνολό της, δεδομένου ότι αυξάνει το ειδικευμένο εργατικό δυναμικό από το οποίο άλλες επιχειρήσεις δύνανται να αντλήσουν προσωπικό και βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα της κοινοτικής βιομηχανίας. Εντούτοις, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εν λόγω αναδιάρθρωση θα καταλήξει σε μείωση του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού· φαίνεται, λοιπόν, ότι αντίκειται στο στόχο που διατυπώνεται ρητά στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 68/2001. |
|
(31) |
Για να είναι συμβατό με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, το μέτρο ενίσχυσης πρέπει να είναι επίσης ανάλογο προς τον στόχο και να μην στρεβλώνει τον ανταγωνισμό σε βαθμό που να αντιβαίνει προς το κοινό συμφέρον. Εφόσον, όμως, η Ford Europe είναι ένας από τους κύριους παράγοντες της κοινοτικής αγοράς στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, προκύπτει ότι οι δυνάμεις της αγοράς θα έπρεπε από μόνες τους να επαρκούν να διασφαλίσουν την επαγγελματική εκπαίδευση που προκύπτει από την εν λόγω αναδιάρθρωση. Κάθε κρατική ενίσχυση γι’αυτή την επαγγελματική εκπαίδευση θα υπερέβαινε, συνεπώς, σύμφωνα με τους όρους της 11ης αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001, το ελάχιστο απαραίτητο μέτρο για την επίτευξη του κοινοτικού στόχου, πράγμα το οποίο θα ήταν ανέφικτο αν βασιζόταν αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς και θα κατέληγε, κατά συνέπεια, σε αθέμιτη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Σχετικά με αυτό, η Επιτροπή παρατηρεί ιδιαιτέρως ότι, παρά τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν στην απόφαση κίνησης διαδικασίας, το Βέλγιο δεν εξήγησε το λόγο για τον οποίο η επιχείρηση δεν θα αναλάμβανε τις δραστηριότητες επαγγελματικής εκπαίδευσης χωρίς ενίσχυση. |
|
(32) |
Η Επιτροπή θεωρεί, λοιπόν, ότι αυτές οι δαπάνες αναδιάρθρωσης δεν δύνανται να τύχουν ενίσχυσης για την επαγγελματική εκπαίδευση.
|
|
(33) |
Εδώ και ένα έτος, η Επιτροπή συγκέντρωσε αποδείξεις ότι ορισμένοι κατασκευαστές αυτοκινήτων θέτουν μεταξύ τους σε ανταγωνισμό τα εργοστάσιά παραγωγής τους που βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη για την παραγωγή των νέων μοντέλων τους. Συγκρίνουν πολλούς τόπους με προοπτική την παραγωγή ενός νέου προϊόντος και, έπειτα, αποφασίζουν για τον τόπο παραγωγής βασιζόμενοι στο σύνολο των εξόδων παραγωγής, δηλ. σε όλα τα είδη των δαπανών αλλά και στις κυβερνητικές ενισχύσεις οποιουδήποτε είδους, ιδίως στις ενισχύσεις για την επαγγελματική εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτής της οικονομικής κατάστασης πραγμάτων και λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο ότι ορισμένες ενισχύσεις για την επαγγελματική εκπαίδευση δεν συμβάλλουν στο στόχο του κοινού συμφέροντος που καθορίζεται στη 10η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001, αλλά αποτελούν απλώς ενίσχυση στη λειτουργία η οποία στρεβλώνει τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει με μεγαλύτερη προσοχή τον αναγκαίο χαρακτήρα της ενίσχυσης «προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι κρατικές ενισχύσεις περιορίζονται στο ελάχιστο απαραίτητο μέτρο για την επίτευξη του κοινοτικού στόχου, πράγμα το οποίο θα ήταν ανέφικτο αν βασιζόταν αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς» (11η αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού) (5). Η εκτίμηση αυτή δικαιολογείται ακόμη περισσότερο σήμερα που ο τομέας της αυτοκινητοβιομηχανίας χαρακτηρίζεται από σημαντικές πλεονάζουσες ικανότητες. |
|
(34) |
Σε προηγούμενες υποθέσεις, η Επιτροπή δεν ανέλυσε λεπτομερώς την αναγκαιότητα μιας ειδικής ενίσχυσης για την επαγγελματική εκπαίδευση για τις δαπάνες έναρξης παραγωγής νέων μοντέλων (6). Ωστόσο, μπορεί να προβεί σε τέτοια ανάλυση εφόσον διαπιστώσει ότι οι οικονομικές συνθήκες εξελίχθηκαν στις εν λόγω αγορές. Στο σημείο 52 της απόφασης της 30ής Σεπτεμβρίου 2003 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-57/00 P και C-61/00 P (7), το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ανέφερε ότι «ανεξαρτήτως της ερμηνείας του άρθρου 92 παράγραφος 2 στοιχείο γ) [που έγινε άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο γ)], της Συνθήκης που εδόθη από την Επιτροπή κατά το παρελθόν, η εν λόγω ερμηνεία δεν επηρεάζει το βάσιμο της ερμηνείας της Επιτροπής της ίδιας διάταξης στην επίδικη απόφαση και, επομένως, την εγκυρότητά της» Κατά τον ίδιο τρόπο, το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ανέφερε στο σημείο 177 της απόφασής του της 15ης Ιουνίου 2005 στην υπόθεση T-171/02 (8): «μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) ΕΚ πρέπει να εκτιμηθεί η νομιμότητα μιας αποφάσεως της Επιτροπής από την οποία διαπιστώνεται ότι μία νέα ενίσχυση δεν πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρεκκλίσεως αυτής και όχι βάσει μιας προγενέστερης πρακτικής της Επιτροπής για τη λήψη αποφάσεων, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπάρχει». |
|
(35) |
Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, η παραγωγή ενός νέου μοντέλου είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας. Η έναρξη παραγωγής ενός νέου μοντέλου είναι, λοιπόν, μία συνήθης και τακτικά επανερχόμενη συνιστώσα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Για να παράγουν νέα μοντέλα, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων πρέπει να εκπαιδεύουν το εργατικό δυναμικό τους ως προς τις νέες τεχνικές που πρέπει να υιοθετηθούν. Τα συνδεόμενα και αναγκαία για την έναρξη παραγωγής ενός μοντέλου έξοδα εκπαίδευσης αναλαμβάνονται, λοιπόν, κατά κανόνα, από τους κατασκευαστές αυτοκινήτων στη βάση και μόνο του εμπορικού κινήτρου. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω δραστηριότητες επαγγελματικής εκπαίδευσης θα είχαν ούτως ή άλλως διοργανωθεί από την επιχείρηση και, ιδίως, ακόμη και αν δεν υπήρχε ενίσχυση. Η ενίσχυση για την επαγγελματική εκπαίδευση δεν είναι, λοιπόν, αναγκαία σε αυτό το πλαίσιο. Δεν ενθαρρύνει την επιχείρηση να αναλάβει πρόσθετες δραστηριότητες επαγγελματικής εκπαίδευσης εκτός από εκείνες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί βάσει αποκλειστικά των δυνάμεων της αγοράς. Θα κάλυπτε λειτουργικές δαπάνες οι οποίες συνήθως αναλαμβάνονται από την επιχείρηση και θα αποτελούσε, ως εκ τούτου, ενίσχυση στη λειτουργία η οποία νοθεύει τον ανταγωνισμό. |
|
(36) |
Επιπλέον, η εγκατάσταση μιας μοναδικής πλατφόρμας στο εργοστάσιο της Γάνδης θα επιτρέψει, αναμφισβήτητα, να καταστεί αποτελεσματικότερη η παραγωγή των νέων μοντέλων. Η επιχείρηση θα αντλήσει λοιπόν όφελος με άμεσο τρόπο από την εγκατάσταση της ενιαίας πλατφόρμας. Επομένως, οι δυνάμεις της αγοράς επαρκούν από μόνες τους να παροτρύνουν την επιχείρηση να αναλάβει αυτόν τον εξορθολογισμό της διαδικασίας κατασκευής καθώς και τα αντίστοιχα έξοδα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Υπό αυτούς τους όρους, η ενίσχυση δεν είναι αναγκαία, εφόσον θα κάλυπτε τα συνήθη έξοδα αναδιοργάνωσης μιας επιχείρησης. |
|
(37) |
Επιπλέον, τα ίδια επιχειρήματα με αυτά που παρουσιάζονται στην 31η αιτιολογική σκέψη σχετικά με τον αναλογικό χαρακτήρα της ενίσχυσης και την απαγόρευση της αθέμιτης στρέβλωσης του ανταγωνισμού, ως όροι για να διασφαλιστεί η συμβατότητα με τις διατάξεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης εφαρμόζονται και στην επαγγελματική εκπαίδευση που συνδέεται με την έναρξη παραγωγής νέων μοντέλων. Οποιαδήποτε κρατική ενίσχυση γι' αυτή την επαγγελματική εκπαίδευση θα υπερέβαινε, συνεπώς, το ελάχιστο απαραίτητο μέτρο για την επίτευξη του κοινοτικού στόχου, πράγμα το οποίο θα ήταν ανέφικτο αν βασιζόταν αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς και θα είχε ως αποτέλεσμα να νοθεύσει τον ανταγωνισμό σε βαθμό που θα αντίκειτο στο κοινοτικό συμφέρον. Σχετικά με αυτό το θέμα, η Επιτροπή παρατηρεί, ιδίως, ότι, παρά τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, το Βέλγιο δεν εξήγησε το λόγο για τον οποίο η επιχείρηση δεν ανέλαβε τις δραστηριότητες επαγγελματικής εκπαίδευσης χωρίς ενίσχυση. |
|
(38) |
Οι δαπάνες έναρξης παραγωγής νέων μοντέλων δεν μπορούν, επομένως, να τύχουν ενίσχυσης για την επαγγελματική εκπαίδευση.
|
|
(39) |
Στην απάντησή τους στην απόφαση κίνησης της επίσημης διαδικασίας εξέτασης, οι βελγικές αρχές έδωσαν βάσιμές και λεπτομερείς εγγυήσεις ότι η επίσημη αίτηση ενίσχυσης είχε προηγηθεί της έναρξης του προγράμματος επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εγγυήσεις αυτές είναι επαρκείς για να άρει τις αμφιβολίες που είχε εκφράσει στην απόφασή της για κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξέτασης. |
|
(40) |
Υπό το φως των προηγουμένων επιχειρημάτων, πρέπει να προσαρμοστούν προς τα κάτω οι επιλέξιμες δαπάνες του προγράμματος, μέχρι του ποσού των 20,31 εκατ. ευρώ. Στο ποσό αυτό, τα 13,29 εκατ. ευρώ, ήτοι το 65 % του συνόλου, αντιστοιχούν στα έξοδα προσωπικού των συμμετεχόντων στο σχέδιο επαγγελματικής εκπαίδευσης. |
|
(41) |
Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι, δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 7 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001, οι δαπάνες αυτές είναι επιλέξιμες μέχρι το ύψος του συνόλου των άλλων επιλέξιμων δαπανών (9). Σε αυτή τη βάση, είναι αναγκαία μια συμπληρωματική προσαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να επαναφέρει αυτές τις δαπάνες σε επίπεδο ισοδύναμο προς το ποσό των άλλων δαπανών. Η προσαρμογή αυτή κατέληξε σε ποσό 14,04 εκατ. ευρώ για τις συνολικές επιλέξιμες δαπάνες. |
II) Σχετικά με τη φύση της επαγγελματικής εκπαίδευσης
|
(42) |
Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 ορίζει μία διάκριση μεταξύ του σχεδίου ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και του σχεδίου γενικής εκπαίδευσης. |
|
(43) |
Το άρθρο 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 καθορίζει ως ειδική επαγγελματική εκπαίδευση την εκπαίδευση που περιλαμβάνει διδασκαλία που αφορά άμεσα και κατά κύριο λόγο την τρέχουσα ή μελλοντική θέση του εργαζομένου στην ενισχυόμενη επιχείρηση και παρέχει δεξιότητες οι οποίες δεν είναι μεταβιβάσιμες σε άλλες επιχειρήσεις και σε άλλους τομείς απασχόλησης είτε είναι μεταβιβάσιμες σε περιορισμένο μόνο βαθμό. |
|
(44) |
Το άρθρο 2 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 ορίζει ως γενική επαγγελματική εκπαίδευση την εκπαίδευση που περιλαμβάνει διδασκαλία η οποία δεν αφορά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την τρέχουσα ή μελλοντική θέση του εργαζομένου στην ενισχυόμενη επιχείρηση αλλά του παρέχει δεξιότητες οι οποίες είναι μεταβιβάσιμες σε άλλες επιχειρήσεις ή σε άλλους τομείς απασχόλησης βελτιώνοντας σημαντικά με τον τρόπο αυτό τις δυνατότητες απασχόλησής του. Η εκπαίδευση θεωρείται γενική αν, για παράδειγμα, οργανώνεται από κοινού από διάφορες ανεξάρτητες επιχειρήσεις ή όταν απευθύνεται σε εργαζομένους διαφορετικών επιχειρήσεων. |
|
(45) |
Για να συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, η ενίσχυση στην επαγγελματική εκπαίδευση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις μέγιστες επιλέξιμες εντάσεις ενίσχυσης σε σχέση με τις επιλέξιμες δαπάνες που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001. Τα μέγιστα αυτά κατώτατα όρια εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από το μέγεθος της ενισχυόμενης επιχείρησης, από την περιοχή στην οποία είναι εγκατεστημένη και από την κατηγορία των εργαζομένων τους οποίους αφορά. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι η Ford Genk είναι μία μεγάλη επιχείρηση, ότι το πρόγραμμα βρίσκεται σε μία περιοχή (στην επαρχία του Λιμβούργου) που μπορεί να τύχει ενίσχυσης δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και ότι, μεταξύ των συμμετεχόντων στην επαγγελματική εκπαίδευση, δεν υπάρχει καμία από τις κατηγορίες εργαζομένων σε μειονεκτική θέση που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001. Οι επιτρεπόμενες μέγιστες εντάσεις ενίσχυσης ανέρχονται, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, σε 30 % για την ειδική επαγγελματική εκπαίδευση και σε 55 % για τη γενική επαγγελματική εκπαίδευση. |
|
(46) |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι στην απάντησή τους στην απόφασή κίνησης της επίσημης διαδικασίας εξέτασης, το Βέλγιο της παρουσίασε επαρκείς πληροφορίες και εγγυήσεις ως προς το είδος της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Το Βέλγιο κοινοποίησε, ιδίως, στην Επιτροπή τα ονόματα των εξωτερικών επιχειρήσεων που είναι επιφορτισμένες με τη γενική επαγγελματική εκπαίδευση. Επίσης, το Βέλγιο ανέλαβε την υποχρέωση να διορθώσει, ex-post, κάθε απόκλιση ως προς την αναλογία της προτεινόμενης γενικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Αυτό το είδος διόρθωσης θα ακολουθήσει τα συμπεράσματα του λογιστικού ελέγχου που θα διενεργήσουν οι οικονομικές υπηρεσίες της περιοχής της Φλάνδρας (βάσει του οποίου θα καθοριστεί τελικά το ακριβές ποσοστό της γενικής επαγγελματικής εκπαίδευσης). |
Τελικές παρατηρήσεις
|
(47) |
Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, στην εν λόγω περίπτωση του μέτρου ενίσχυσης, δεν εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 2 της Συνθήκης, διότι το μέτρο ενίσχυσης δεν επιδιώκει κανένα από τους στόχους που διευκρινίζουν οι εν λόγω παρεκκλίσεις· εξάλλου, το Βέλγιο δεν πρόβαλε κανένα επιχείρημα σχετικά με αυτό. Η κοινοποιηθείσα ενίσχυση δεν προορίζεται για την προώθηση της υλοποίησης ενός σημαντικού σχεδίου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους ούτε για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή εκτιμά ότι η ενίσχυση που προορίζεται για την κάλυψη των δαπανών που αναφέρονται στην 7η αιτιολογική σκέψη δεν δύναται να τύχει, δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο β) ή δ) της Συνθήκης, παρέκκλισης από το θεμελιώδες μη συμβιβάσιμο των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά. Επίσης δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης, διότι τα μέτρα προορίζονται για την προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης σε μια περιοχή που δεν καλύπτεται από αυτή τη διάταξη της συνθήκης. Τέλος, εφαρμόζεται το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης στο μέτρο που η ενίσχυση αφορά την προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και της περιφερειακής ανάπτυξης, στοιχείο που ελήφθη ήδη υπόψη στο σύνολο της εξέτασης που προηγείται. |
Συμπέρασμα
|
(48) |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα μέρος των μέτρων που κοινοποιήθηκαν από το Βέλγιο, όπως αυτά που περιγράφονται στις σκέψεις 21 έως 41, αφορούν δαπάνες που δεν είναι επιλέξιμες ή ενισχύσεις που δεν είναι αναγκαίες για να αναληφθούν οι εν λόγω δράσεις επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η ενίσχυση αυτή δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά δυνάμει οποιασδήποτε παρέκκλισης που προβλέπεται από τη συνθήκη και, κατά συνέπεια, πρέπει να απαγορευτεί. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, η ενίσχυση δεν έχει ακόμη χορηγηθεί· δεν υπάρχει, λοιπόν, λόγος ανάκτησής της. |
|
(49) |
Τα άλλα μέτρα της πρότασης, τα οποία αντιπροσωπεύουν 14,04 εκατ. ευρώ των επιλέξιμων δαπανών, πράγμα το οποίο αντιστοιχεί σε ενισχύσεις ποσού 6 240 555 ευρώ, πληρούν τα κριτήρια του συμβιβάσιμου με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης. |
ΕΞΔΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Η κρατική ενίσχυση που προβλέπει να χορηγήσει το Βέλγιο για ένα πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ford-Werke GmbH, Fabrieken te Genk δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά μέχρι του ύψους των 6 038 868 ευρώ.
Για το λόγο αυτό, δεν δύναται να εκτελεστεί αυτό το μέρος της ενίσχυσης.
Το υπόλοιπο της κρατικής ενίσχυσης, μέχρι ύψους 6 240 555 ευρώ, συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
Το Βέλγιο ενημερώνει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, για τα μέτρα που έλαβε ώστε να συμμορφωθεί με την απόφαση.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο του Βελγίου.
Βρυξέλλες, 4 Ιουλίου 2006.
Για την Επιτροπή
Neelie KROES
Μέλος της Επιτροπής
(1) ΕΕ C 47 της 25.2.2006, σ. 14.
(2) Βλ. υποσημείωση σελ. 1.
(3) ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 20. Κανονισμός που τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 363/2004 (ΕΕ L 63 της 28.2.2004, σ. 20).
(4) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαΐου 1993, στην υπόθεση C-313/90, συλλ. σ. Ι-1125, σημείο 44, και άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού ΕΚ αριθ. 994/98 του Συμβουλίου (ΕΕ L της 14.5.1998, σ. 1).
(5) Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στις υποθέσεις General Motors Antwerpen (υπόθεση αριθ. N 624/2005, επίσημη διαδικασία που κινήθηκε στις 26.4.2006, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην ΕΕ), Auto Europa (υπόθεση αριθ. N 3/2006, επίσημη διαδικασία που κινήθηκε στις 16.5.2006, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην ΕΕ) και WEBASTO Portugal (υπόθεση αριθ. 653/2005, που εγκρίθηκε στις 16.5.2006, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην ΕΕ). Στην τελευταία αυτή υπόθεση, η Επιτροπή θεώρησε ότι η ενίσχυση είναι αναγκαία και ότι τα θετικά αποτελέσματα για το κοινό συμφέρον υπερβαίνουν τις ενδεχόμενες στρεβλώσεις των όρων των συναλλαγών, χάρη στο συνδυασμό πολλών στοιχείων: ιδίως, το πρόγραμμα εκπαίδευσης υπερβαίνει τις θεμελιώδεις ανάγκες του δικαιούχου, πράγμα το οποίο αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η μεγάλη πλειονότητα των εκπαιδευτικών μαθημάτων αφορά την απόκτηση ικανοτήτων (επικρατεί η γενική εκπαίδευση). Η Επιτροπή διαπίστωσε, εξάλλου, ότι η εκπαίδευση αποσκοπεί, σε μια ενισχυόμενη περιοχή όπου οι ικανότητες του εργατικού δυναμικού είναι περιορισμένες, στην προετοιμασία των εργαζομένων που έχουν προσληφθεί πρόσφατα να αρχίσουν νέες δραστηριότητες σε ένα νέο εργοστάσιο που χρησιμοποιεί τεχνολογία η οποία δεν είναι ακόμη διαθέσιμη στο σχετικό κράτος μέλος.
(6) Βλ., για παράδειγμα, τις υποθέσεις C 77/2002. Volvo Cars NV, απόφαση 2003/665/EΚ της Επιτροπής της 13ης Μαΐου 2003 (ΕΕ L 235 της 23.9.2003, σ. 24) και C 78/2002, απόφαση 2003/592/ΕΚ της Επιτροπής της 13ης Μαΐου 2003, Opel Belgium NV (ΕΕ L 201 της 8.8.2003, σ. 21).
(7) Απόφαση του Δικαστηρίου της 30ης Σεπτεμβρίου 2003 στις υποθέσεις C-57/00 P και C-61/00 P, Freistaat Sachsen, Volkswagen AG και Volkswagen Sachsen GmbH, συλλ. 2003, σ. I-9975.
(8) Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 2005, στην υπόθεση T-171/02, Regione autonoma della Sardegna/(δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλ.).
(9) Μειώνοντας το ποσό των εξόδων προσωπικού των συμμετεχόντων στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, οι οποίοι μπορούν να γίνουν δεκτοί, η Επιτροπή μείωσε τα έξοδα προσωπικού των συμμετεχόντων στην ειδική εκπαίδευση.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/40 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 19ης Ιουλίου 2006
Σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που κοινοποίησαν οι Κάτω Χώρες υπέρ της KG Holding NV
[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 2954]
(Το κείμενο στην ολλανδική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2006/939/ΕΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,
τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),
Έχοντας καλέσει τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα (1) και με βάση τις παρατηρήσεις αυτές,
Εκτιμώντας τα εξής:
1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
(1) |
Με επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 2004, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2004, οι ολλανδικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή την πρόθεσή τους να χορηγήσουν στην KG Holding NV (στο εξής «Kliq Holding» ή «KH») ενίσχυση αναδιάρθρωσης δυνάμει των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις υπέρ της διάσωσης και της αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων (στο εξής «κατευθυντήριες γραμμές» (2). Μετά την κοινοποίηση αυτή, η Επιτροπή απηύθυνε στις Κάτω Χώρες αίτημα για την παροχή πληροφοριών, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο, τον Αύγουστο και τον Νοέμβριο 2004. Τον Δεκέμβριο 2004, οι ολλανδικές αρχές ζήτησαν παράταση της προθεσμίας για απάντηση, διευκρινίζοντας ότι οι επιδόσεις της επιχείρησης δεν ήσαν ακόμα ικανοποιητικές και ότι κάποια άλλη επιχείρηση ενδιαφερόταν ενδεχομένως για την εξαγορά της. |
|
(2) |
Με επιστολή της 5ης Αυγούστου 2005, η Επιτροπή πληροφόρησε τις Κάτω Χώρες σχετικά με την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης σχετικά με την κοινοποιηθείσα ενίσχυση. |
|
(3) |
Η απόφαση της Επιτροπής για την έναρξη της διαδικασίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3). Η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την ενίσχυση. |
|
(4) |
Με επιστολή της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, οι ολλανδικές αρχές ζήτησαν παράταση της προθεσμίας που τους είχε δοθεί προκειμένου να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής για την έναρξη της διαδικασίας· η Επιτροπή αποδέχτηκε το αίτημα με επιστολή της στις 15 Σεπτεμβρίου 2005. |
|
(5) |
Οι Κάτω Χώρες διαβίβασαν τις παρατηρήσεις τους και ανακοίνωσαν τις πληροφορίες με επιστολή στις 29 Σεπτεμβρίου 2005 που πρωτοκολλήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου, με επιστολή στις 13 Ιανουαρίου 2006 που πρωτοκολλήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2006 και με επιστολή στις 17 Φεβρουαρίου 2006 που πρωτοκολλήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2006. |
|
(6) |
Τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν διαβίβασαν καμία παρατήρηση στην Επιτροπή. |
2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
2.1. Ιστορικό
|
(7) |
Η KH συστάθηκε το 2002 στο πλαίσιο της αυτονόμησης των υπηρεσιών επανένταξης του ολλανδικού Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων και Απασχόλησης, οι οποίες ανατέθηκαν σε εταιρεία ιδιωτικού δικαίου (4). Στο τέλος του 2003, η ΚΗ είχε μειώσει σημαντικά το δυναμικό της μετά από την αύξηση των ζημιών που οφείλονταν μεταξύ άλλων στη δυσμενή κατάσταση της αγοράς και σε ανεπαρκή διαχείριση. |
|
(8) |
Τον Νοέμβριο 2003, οι Κάτω Χώρες κοινοποίησαν την πρόθεσή τους να χορηγήσουν στην επιχείρηση, δυνάμει των κατευθυντηρίων γραμμών, δάνειο ύψους 45 εκατ. ευρώ ως ενίσχυση για τη διάσωση, προκειμένου να εξασφαλιστεί η λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης η οποία υπόκειτο σε ευρεία αναδιάρθρωση. Τον Δεκέμβριο 2003, η Επιτροπή επέτρεψε την ενίσχυση για διάσωση υπέρ της εταιρείας KH (5), και ανέμενε, εντός εξαμήνου, την κοινοποίηση του λεπτομερούς σχεδίου αναδιάρθρωσης. |
2.2. Η επιχείρηση
|
(9) |
Η KH είναι εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου και κύρια δραστηριότητά της είναι η παροχή υπηρεσιών επανένταξης στην ολλανδική αγορά εργασίας. Αρχικά αποτελούσε τμήμα της ολλανδικής κυβέρνησης και απασχολούσε περί τους 3 000 εργαζόμενους, ενώ την 1η Ιανουαρίου 2002 απέκτησε εταιρική νομική μορφή. Το ολλανδικό Δημόσιο είναι ιδιοκτήτης του 100 % των μετοχών της. Η KH απασχολεί σήμερα γύρω στα 700 άτομα. |
|
(10) |
Εκτός από τις δραστηριότητες της KH στον τομέα της επανένταξης, οι οποίες ασκούνταν από τη θυγατρική Kliq Reïntegratie (στο εξής: «OK»), που απασχολούσε 1 450 εργαζόμενους, υπήρχε μια ακόμη κύρια θυγατρική, με την επωνυμία «Kliq Employability» (στο εξής: «KE»), με 200 εργαζόμενους. Επιπλέον, η KH κατείχε μετοχικές συμμετοχές σε έξι πολύ μικρές θυγατρικές και κοινές επιχειρήσεις (στο εξής: «KE», ενώ οι πολύ μικρές θυγατρικές καλούνται όλες μαζί «ΑΘ»), οι οποίες απασχολούσαν από 4 έως 20 εργαζόμενους και έφεραν τις ακόλουθες επωνυμίες: Kliq Experts, Brug and Instroomprojecten, Flexpay BV, Simnet BV, Kliq Match BV και Kliq Business School. |
|
(11) |
Πρωταρχική δραστηριότητα των δύο μεγαλύτερων θυγατρικών ήσαν οι υπηρεσίες επανένταξης και απασχολησιμότητας για άτομα που δυσκολεύονται να εξεύρουν εργασία, μεταξύ των οποίων και άτομα με αναπηρίες, αλλά και σε επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να βρουν τους κατάλληλους ανθρώπους για να καλύψουν ορισμένες θέσεις εργασίας. |
2.3. Οι σχετικές αγορές
|
(12) |
Η κυριότερη σχετική αγορά αφορά στη συγκεκριμένη περίπτωση την αγορά υπηρεσιών επαγγελματικής επανένταξης. Τόσο οι δημόσιες αρχές όσο και οι ιδιωτικές εταιρείες αναθέτουν με υπεργολαβία έργο σε επιχειρήσεις που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικής ένταξης. Η κύρια αγορά της ΚΗ είναι όμως ο δημόσιος τομέας. Η τοπική αυτοδιοίκηση και το UWV (Uitvoeringsinstituut Werknemersverzekeringen) απευθύνονται σε επιχειρήσεις όπως η ΚΗ και ζητούν τις υπηρεσίες τους. Η KH διέθετε μερίδιο αγοράς 16 % της αγοράς του UWV έναντι, αντίστοιχα, 12 % (Alexander Calder), 10 % (Argonaut) και 9 % (Randstad), δηλ. των άλλων σημαντικών παραγόντων της ίδιας αγοράς. Η δεύτερη αγορά της ΚΗ είναι η αγορά των δημοσίων συμβάσεων που προκηρύσσονται από την τοπική αυτοδιοίκηση, όπου το μερίδιό της ανέρχεται σε 38 %. Οι άλλοι σημαντικοί παράγοντες αυτής της αγοράς είναι οι Alexander Calder (25 %) και TMP (25 %). |
2.4. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης
|
(13) |
Σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης, η ΚΗ θα προέβαινε στην εκκαθάριση της μεγαλύτερης, και ζημιογόνου, θυγατρικής της OK, θα πωλούσε ή θα ρευστοποιούσε εταιρείες της ομάδας που καλείται OS και θα προέβαινε στη σύσταση ειδικά για το σκοπό αυτό μιας νέας θυγατρικής με την επωνυμία «Kliq B.V.» (στο εξής: «New Kliq» ή «NK»), η οποία θα εστίαζε το έργο της στη συνέχιση των βασικών δραστηριοτήτων της KH στον τομέα της επαγγελματικής επανένταξης (6). Βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, η NK είναι το όχημα στο οποίο ανατίθεται η αποκατάσταση της αναγκαίας μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της KH. |
|
(14) |
Τα κύρια στοιχεία του βασικού σεναρίου στο οποίο στηρίζεται το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης είναι τα εξής:
|
|
(15) |
Το κατωτέρω σχέδιο περιγράφει τη δομή της ΚΗ και τις σχέσεις κυριότητας σύμφωνα με 100 % κυριότητα σε μετοχικό κεφάλαιο Ολλανδικό Δημόσιο 100 % κυριότητα Δάνιειο διάσωσης EUR 45 εκατ. KG Holding (KH) Δάνιειο διάσωσης EUR 9,25 εκατ. 100 % κυριότητα 100 % κυριότητα Δάνιειο διάσωσης EUR 35,75 εκατ. 100 % κυριότητα σε μετοχικό κεφάλαιο Kliq B.V. [Νέα Kliq (NK)] Kliq Reintegratie [Παλαιά Κliq (OK)] Te sluiten Άλλες θυγατρικές (ΑΘ) πώληση/κλεiσιμο |
3. ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
|
(16) |
Λόγω της συνέχισης των σοβαρότατων προβλημάτων, οι εταιρείες KH και OK υπέβαλαν αίτηση αναστολής πληρωμών, η οποία και έγινε δεκτή από τα δικαστήρια του Ρότερνταμ και της Ουτρέχτης στις 20 Ιανουαρίου 2005. Στις 7 Φεβρουαρίου 2005, οι σύνδικοι που είχαν αναλάβει τις KH και OK ζήτησαν από τα ίδια δικαστήρια να μετατρέψουν την αναστολή πληρωμών σε πτώχευση. Στις 8 Φεβρουαρίου 2005, τα προαναφερθέντα δικαστήρια κήρυξαν τελικώς τις εταιρείες KH και OK σε πτώχευση. |
|
(17) |
Σε ό, τι αφορά την NK, η επιχείρηση συσσώρευσε ζημίες της τάξεως των 12 εκατ. ευρώ μεταξύ του τέλους του 2003 και του τέλους του 2004, ενώ το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, το οποίο είχε διατεθεί από την KH κατά τον χρόνο σύστασης της NK, ήταν 5,75 εκατ. ευρώ. Πέραν αυτού, το μέλλον της NK διαγραφόταν εξαιρετικά αβέβαιο, δεδομένου ότι η εταιρεία αδυνατούσε να επιτύχει τους στόχους που καθορίζονταν στο σχέδιο αναδιάρθρωσης και ήταν αντιμέτωπη με λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες στην αγορά, καθώς το μέγεθος της αγοράς πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα να συρρικνωθεί λόγω της αλλαγής του σχετικού κανονιστικού πλαισίου, που έχει ως συνέπεια να μην είναι πλέον υποχρεωμένοι οι δήμοι να διαθέτουν ένα μέρος του προϋπολογισμού τους για δαπάνες για υπηρεσίες επανένταξης. |
4. ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
|
(18) |
Στην απόφαση του Αυγούστου 2005 για την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση για την αναδιάρθρωση που είχαν την πρόθεση να χορηγήσουν οι Κάτω Χώρες στην ΚΗ μετατρέποντας το δάνειο διάσωσης ύψους 45 εκατ. ευρώ μαζί με τους σχετικούς οφειλόμενους τόκους σε μετοχικό κεφάλαιο δεν φαίνεται ότι πληροί τους προβλεπόμενους από τις κατευθυντήριες γραμμές όρους. Εξάλλου, η Επιτροπή αμφέβαλε κατά πόσον η ενίσχυση παραμένει πραγματικά στα χαμηλότερα όρια και ειδικότερα κατά πόσον ο δικαιούχος παρέχει σημαντική συνεισφορά από ίδια κεφάλαια. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δήλωσε ότι αμφιβάλλει για το κατά πόσον η ενίσχυση αναδιάρθρωσης μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά κατ' εφαρμογή του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ. |
5. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΛΛΑΝΔΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ
|
(19) |
Τον Σεπτέμβριο 2005, οι ολλανδικές αρχές διαβίβασαν επιστολή σε απόκριση στην απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία, στην οποία εξέθεταν συμπληρωματικές πληροφορίες επί των ακόλουθων σημείων: i) τη διεξαγωγή της διαδικασίας πτώχευσης των ΚΗ και OK, ii) τα οικονομικά αποτελέσματα και την αποδοτικότητα της NK, και iii) τις εξελίξεις της δικαστικής διαδικασίας μεταξύ ΝΚ και του ολλανδικού Δημοσίου. Αυτό το τελευταίο σημείο αφορά ειδικότερα το αίτημα που υπέβαλε η ΝΚ στην αρμόδια ολλανδική δικαστική αρχή, μετά από την πτώχευση της ΚΗ και της ΟΚ, να διατάξει το Δημόσιο να προβεί στην μετατροπή σε μετοχικό κεφάλαιο του δανείου για τη διάσωση ύψους 9,25 εκατ. ευρώ που είχε χορηγήσει η ΚΗ στην ΝΚ μετά την έγκριση εκ μέρους της Επιτροπής να χορηγηθεί δάνειο για διάσωση. Αν και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες αυτός ο τύπος ενίσχυσης πρέπει να είναι σε ρευστό χρήμα και προσωρινού χαρακτήρα, και δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνιμος παρά μόνο εφόσον η Επιτροπή έχει εγκρίνει την ενίσχυση αναδιάρθρωσης, οι ολλανδικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή, το καλοκαίρι 2005, ότι το αρμόδιο ολλανδικό δικαστήριο είχε διατάξει το Δημόσιο να μετατρέψει σε μετοχικό κεφάλαιο το δάνειο διάσωσης. |
|
(20) |
Στη συνέχεια, οι Κάτω Χώρες, με την επιστολή του Ιανουαρίου 2006, πληροφόρησαν την Επιτροπή σχετικά με την πτώχευση της ΝΚ στις 14 Δεκεμβρίου 2005 και την έναρξη της σχετικής διαδικασίας. Τέλος, οι Κάτω Χώρες ανακοίνωσαν, τον Φεβρουάριο 2006, τα επικαιροποιημένα στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία πτώχευσης των KH και OK. |
6. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
6.1. Ύπαρξη ενίσχυσης
|
(21) |
Το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης αναφέρει ότι «ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές» . |
|
(22) |
Κατ' αρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το προκείμενο μέτρο συνίσταται στην μετατροπή της ενίσχυσης για τη διάσωση που έχει παρασχεθεί στην ΚΗ από το κράτος καθώς και των σχετικών οφειλόμενων τόκων, σε μετοχικό κεφάλαιο, και κατά συνέπεια συνιστά κρατικούς πόρους. Το δάνειο για τη διάσωση που έχει χορηγηθεί στην ΚΗ και η μετατροπή του σε μετοχικό κεφάλαιο συνιστά ταυτόχρονα πλεονέκτημα το οποίο δεν θα μπορούσε να επιτύχει στην χρηματοπιστωτική αγορά καμιά επιχείρηση που ευρίσκεται ενώπιον αυτής της μορφής δυσκολιών και στα πρόθυρα της πτώχευσης. |
|
(23) |
Αν και η ΚΗ έχει τις δραστηριότητές της μόνο στην ολλανδική αγορά, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό η χορήγηση πλεονεκτήματος στην ΚΗ, επηρεάζοντας τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Εξάλλου, όπως ανέφεραν οι ολλανδικές αρχές, στην ολλανδική αγορά λειτουργούν διεθνείς εταιρείες μικρότερου μεγέθους, όπως π.χ. η TMP και η Creyff's (θυγατρική της βελγικής Solvus). Το αναφερόμενο πλεονέκτημα φαίνεται συνεπώς να ευνοεί μία επιχείρηση έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός που νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. |
|
(24) |
Βάσει των ανωτέρω, το κοινοποιηθέν υπέρ της ΚΗ μέτρο πρέπει να θεωρηθεί ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης και να αξιολογηθεί αναλόγως. |
6.2. Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης με την κοινή αγορά
|
(25) |
Η Επιτροπή πρέπει να εκτιμήσει την ενίσχυση ως ενίσχυση ad hoc. Το άρθρο 87 παρ. 2 και 3 της συνθήκης προβλέπει παρεκκλίσεις από το ασυμβίβαστο της ενίσχυσης γενικά, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου. |
|
(26) |
Η εν προκειμένω ενίσχυση δεν πληροί, προφανώς, τις απαιτήσεις για παρέκκλιση που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ. Συγκεκριμένα, η κοινοποιηθείσα ενίσχυση δεν είναι ούτε ενίσχυση κοινωνικού χαρακτήρα που χορηγείται προς μεμονωμένους καταναλωτές ούτε ενίσχυση για την επανόρθωση ζημιών που έχουν προκληθεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, αλλά ούτε και ενίσχυση που χορηγείται σε ορισμένες περιφέρειες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας οι οποίες θίγονται από τη διαίρεση της Γερμανία. |
|
(27) |
Στο άρθρο 87 παράγραφος 3 σημεία α) έως δ) της συνθήκης προβλέπονται άλλες παρεκκλίσεις. Δεδομένου ότι ο κύριος στόχος της ενίσχυσης δεν είναι περιφερειακού χαρακτήρα αλλά αφορά την αναδιάρθρωση μιας προβληματικής επιχείρησης, μόνο η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 σημείο γ) φαίνεται ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά το μέτρο που προβλέπει την έγκριση κρατικών ενισχύσεων που χορηγούνται για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντίκειται στο κοινό συμφέρον. |
|
(28) |
Η Επιτροπή έχει ορίσει τις κατευθυντήριες γραμμές που της επιτρέπουν να αξιολογεί τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση. Οι Κάτω Χώρες ζήτησαν από την Επιτροπή να προβεί στην εξέταση του εν λόγω μέτρου υπό το πρίσμα των κατευθυντήριων αυτών γραμμών. |
|
(29) |
Στο τμήμα 3.2. (σημεία 28 έως και 63) των κατευθυντήριων γραμμών, και συγκεκριμένα στα σημεία 30-47, περιγράφονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να επιτρέψει η Επιτροπή την ενίσχυση για την αναδιάρθρωση. Η αξιολόγηση εκτίθεται στα σημεία 30-55. |
6.2.1. Όροι επιλεξιμότητας της επιχείρησης για ενίσχυση
|
(30) |
Σύμφωνα με το σημείο 30 των κατευθυντήριων γραμμών, η επιχείρηση πρέπει να μπορεί να θεωρηθεί ως προβληματική κατά την έννοια της παραγράφου 2.1 (σημεία 4 έως και 8) των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών. Σύμφωνα με το σημείο 6 των κατευθυντήριων γραμμών, συνήθως οι δυσχέρειες μιας επιχείρησης εκδηλώνονται με αύξηση των ζημιών, μείωση του κύκλου εργασιών, διόγκωση των αποθεμάτων, πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, μείωση του ακαθάριστου περιθωρίου αυτοχρηματοδότησης, αυξανόμενη δανειοληψία, αύξηση των οικονομικών επιβαρύνσεων καθώς και εξασθένιση ή εξαφάνιση της αξίας του καθαρού ενεργητικού. |
|
(31) |
Στο σημείο 5 υπό α) των κατευθυντήριων γραμμών αναφέρεται ότι μια επιχείρηση θεωρείται σε κάθε περίπτωση προβληματική εάν έχει εξαφανισθεί πάνω από το ήμισυ του εγγεγραμμένου της κεφαλαίου και άνω του ενός τετάρτου του κεφαλαίου αυτού έχει χαθεί στην διάρκεια των δώδεκα τελευταίων μηνών. |
|
(32) |
Σύμφωνα με την κοινοποίηση, αυτή είναι η περίπτωση της KH. Ο ετήσιος έλεγχος λογαριασμών της 31ης Δεκεμβρίου 2002 κατέστησε φανερό ότι το εγγεγραμμένο κεφάλαιο της Ηolding (παγιωμένο) ανήρχετο την 1η Ιανουαρίου 2002 σε 73 εκατ. ευρώ περίπου. Στο τέλος του έτους εκείνου είχε κατέλθει στα 22 εκατ. ευρώ, ποσό που αποτελεί μείωση κατά 70 % περίπου. Εξάλλου, η σοβαρή καθοδική πορεία συνεχίστηκε επί 9 μήνες, μέχρι τον Σεπτέμβριο 2003. |
|
(33) |
Οι ολλανδικές αρχές προτίθενται να χορηγήσουν την ενίσχυση για αναδιάρθρωση στην ΚΗ. Στη συνέχεια η ΚΗ θα κάνει χρήση αυτής της ενίσχυσης για τις δύο θυγατρικές της, τις ΝΚ και ΟΚ, προκειμένου να ολοκληρωθεί η αναδιάρθρωση. |
|
(34) |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ΚΗ πληροί τις απαιτήσεις ώστε να θεωρηθεί ως προβληματική επιχείρηση κατ' εφαρμογή των σημείων 4 έως και 8 των κατευθυντήριων γραμμών και ότι συνεπώς μπορεί να τύχει ενισχύσεων για αναδιάρθρωση. |
6.2.2. Αποκατάσταση της βιωσιμότητας
|
(35) |
Η χορήγηση της ενίσχυσης προϋποθέτει την εφαρμογή ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης το οποίο, για κάθε μεμονωμένη ενίσχυση παρόμοια προς την προκείμενη, επικυρώνεται από την Επιτροπή. Τα σημεία 31 έως και 34 των κατευθυντήριων γραμμών επιβάλλουν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
|
(36) |
Κατ'αρχάς πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το κοινοποιηθέν σχέδιο αναδιάρθρωσης ήταν ελλιπές: οι ολλανδικές αρχές παρέλειψαν για παράδειγμα να ανακοινώσουν ένα επικαιροποιημένο σχέδιο ρευστότητας. Το σχέδιο για την αναδιάρθρωση δεν παρέσχε στην Επιτροπή τις πληροφορίες που χρειάζεται για να μπορέσει να προβεί σε πλήρη αξιολόγηση στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών. Η Επιτροπή έπρεπε να ζητήσει να της ανακοινωθεί το κόστος ρευστότητας της ΚΗ καθώς και ανάλυση ευαισθησίας σχετικά με τα διάφορα σενάρια. Λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης στην οποία ευρίσκετο η ΚΗ, οι ολλανδικές αρχές δεν μπόρεσαν ποτέ να παράσχουν όλες τις πληροφορίες που τους είχαν ζητηθεί. |
|
(37) |
Η Επιτροπή αμφέβαλε εξ αρχής ως προς την ικανότητα του σχεδίου η αναδιάρθρωσης να προκαλέσει την απαιτούμενη μετεξέλιξη λόγω της ανεπαρκούς εσωτερικής απόδοσης σε σχέση με την αναμενόμενη απόδοση επί του ιδίου κεφαλαίου, διότι τα αποτελέσματα της NK ήσαν κατώτερα από τους στόχους που καθορίζονταν στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, λόγω του ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται τα σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που είχαν προκληθεί από τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η ΚΗ, και τέλος, λόγω του ότι οι ολλανδικές αρχές παρέλειψαν να επισημάνουν, ως όφειλαν, τη σημαντική συνεισφορά των δικαιούχων στην αναδιάρθρωση με ίδια κεφάλαια. Λόγω αυτών των σοβαρών προβλημάτων, δεν στάθηκε δυνατόν να πληρωθούν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις κατευθυντήριες γραμμές ώστε να μπορέσει να εγκριθεί η ενίσχυση αναδιάρθρωσης. |
|
(38) |
Όπως αναφέρθηκε ήδη στο σημείο 16 της αιτιολογικής σκέψης, η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη ότι η ΚΗ κηρύχθηκε, τον Φεβρουάριο 2005 σε πτώχευση. Επειδή η ΚΗ δεν κατάφερε να προκαλέσει την απαιτούμενη σύμφωνα με το σχέδιο μετεξέλιξη, πρέπει κατά συνέπεια να διαπιστωθεί ότι δεν θα μπορέσει να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητά της ούτε με το σημερινό σχέδιο αποκατάστασης ούτε με άλλο τροποποιημένο. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως παρατήρησαν οι ολλανδικές αρχές μετά την έναρξη της τυπικής διαδικασίας εξέτασης, ακόμα και η ΝΚ, η επιχείρηση που είχε συσταθεί ειδικά και η οποία έπρεπε να καταστήσει δυνατή την μετεξέλιξη της ΚΗ, κηρύχθηκε και αυτή σε πτώχευση, γεγονός που επιβεβαιώνει τις σοβαρές δυσχέρειες της ΝΚ που εξετέθησαν στην απόφαση έναρξης της διαδικασίας καθώς και την έλλειψη αποτελεσματικότητας στο σχέδιο αναδιάρθρωσης. |
|
(39) |
Δεδομένου ότι δεν πληρώθηκαν οι βασικές απαιτήσεις που προβλέπονται από τις κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση ενίσχυσης αναδιάρθρωσης, η Επιτροπή δεν μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο αναδιάρθρωσης και συνεπώς δεν μπορεί να επιτραπεί η ενίσχυση για αναδιάρθρωση. Για τον λόγο αυτό, ούτε το κοινοποιηθέν μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμβατό με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3 σημείο γ) της συνθήκης. |
|
(40) |
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή δεν κρίνει αναγκαίο να επαληθεύσει κατά τρόπο λεπτομερέστερο κατά πόσον πληρούνται οι άλλες προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις κατευθυντήριες γραμμές για την έγκριση της ενίσχυσης για αναδιάρθρωση, και ειδικότερα εκείνη που αναφέρεται στο σημείο 40 των κατευθυντηρίων γραμμών, δυνάμει του οποίου το ύψος και η ένταση της ενίσχυσης πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο απαραίτητο και ο αποδέκτης της ενίσχυσης πρέπει να συμβάλλει σημαντικά με ίδια κεφάλαια. |
6.2.3. Συμπληρωματικές εκτιμήσεις
|
(41) |
Σύμφωνα με το σημείο 24 των κατευθυντηρίων γραμμών, η αρχική έγκριση της ενίσχυσης διάσωσης για την ΚΗ κάλυπτε χρονικό διάστημα έξι μηνών. Οι ολλανδικές αρχές κοινοποίησαν το σχέδιο αναδιάρθρωσης που εκπονήθηκε για την ΚΗ εντός του διαστήματος των 6 μηνών από την έγκριση της ενίσχυσης διάσωσης για την ΚΗ. |
|
(42) |
Σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης που κοινοποίησαν οι ολλανδικές αρχές, η ΚΗ παραχώρησε ένα μέρος του δανείου διάσωσης στην ΟΚ (35,75 εκατ. ευρώ) και το υπόλοιπο (9,25 εκατ. ευρώ) στην NK. |
6.2.3.1.
|
(43) |
Οι ολλανδικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι το αρμόδιο ολλανδικό δικαστήριο αποφάσισε, δυνάμει των άρθρων 53 και 69 του ολλανδικού νόμου περί πτωχεύσεων, να μετατρέψει το δάνειο των 9,25 εκατ. ευρώ σε μετοχικό κεφάλαιο. Η μετατροπή αυτή έγινε στις 22 Αυγούστου 2005 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μερική εκτέλεση του κοινοποιηθέντος μέτρου. |
|
(44) |
Η Επιτροπή υπενθυμίζει στις ολλανδικές αρχές ότι, σύμφωνα με την αρχή κατά την οποία το κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού, η εκτέλεση της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη αντίκειται στην απαγόρευση της εφαρμογής μέτρου κρατικής ενίσχυσης πριν εγκριθεί από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης. Η μετατροπή του δανείου διάσωσης σε μετοχικό κεφάλαιο για την αναδιάρθρωση συνιστά παράνομη ενίσχυση αναδιάρθρωσης. Εξάλλου, η επειδή η κοινοποιηθείσα ενίσχυση δεν πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται από τις κατευθυντήριες γραμμές, είναι ομοίως ασυμβίβαστο και ένα μέτρο που περιλαμβάνει μερική εκτέλεση της εν λόγω ενίσχυσης. Το γεγονός ότι το μέτρο αυτό εξετελέσθη με απόφαση εθνικού δικαστή είναι άνευ ουσίας, δεδομένου ότι τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, όπως και οι άλλοι εθνικοί φορείς, να τηρούν τις διατάξεις της συνθήκης. |
|
(45) |
Η μετατροπή του δανείου διάσωσης ύψους 9,25 εκατ. ευρώ που παραχωρήθηκε στην ΝΚ, με απόφαση του εθνικού δικαστηρίου, πρέπει συνεπώς να εξομοιωθεί με τη χορήγηση παράνομης ενίσχυσης για αναδιάρθρωση προς την ΝΚ και ασυμβίβαστη. Εφόσον δεν είναι δυνατή η έγκρισή της, η ενίσχυση αυτή για αναδιάρθρωση είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. |
|
(46) |
Σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (7), σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο. Εντούτοις, η Επιτροπή μπορεί να μην απαιτήσει την ανάκτηση της ενίσχυσης εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Αυτή η αρχή δεν υφίσταται στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς, η ενίσχυση που χορηγήθηκε υπό τη μορφή μετατροπής του δανείου διάσωσης των 9,25 εκατ. ευρώ σε μετοχικό κεφάλαιο πρέπει να ανακτηθεί ολοσχερώς. |
6.2.3.2.
|
(47) |
Προκειμένου να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα της, η ΚΗ παραχώρησε στην ΟΚ μέρος της κρατικής ενίσχυσης για διάσωση συνολικού ποσού 45 εκατ. ευρώ, και συγκεκριμένα ποσό ύψους 35,75 εκατ. ευρώ, για τη χρηματοδότηση του κλεισίματός της. Αντίθετα από το δάνειο διάσωσης των 9,25 εκατ. ευρώ που παραχωρήθηκε στην ΝΚ, το δάνειο αυτό δεν μετατράπηκε σε ίδια κεφάλαια. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η εν λόγω ενίσχυση παραμένει εξομοιούμενη με ενίσχυση διάσωσης. |
|
(48) |
Σύμφωνα με το σημείο 23 υπό δ) των κατευθυντηρίων γραμμών: το κράτος μέλος υποβάλει στην Επιτροπή, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έγκρισης της ενίσχυσης διάσωσης, είτε σχέδιο αναδιάρθρωσης, είτε σχέδιο εκκαθάρισης, είτε αποδείξεις ότι το δάνειο έχει επιστραφεί ολοσχερώς. |
|
(49) |
Στην παρούσα περίπτωση, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις κηρύχθηκαν σε πτώχευση λίγο μετά την υποβολή του σχεδίου αναδιάρθρωσης στην Επιτροπή. Η Επιτροπή συνεπώς δεν μπόρεσε να εγκρίνει το σχέδιο. |
|
(50) |
Οι ολλανδικές αρχές πληροφόρησαν εντούτοις την Επιτροπή ότι είχε κινηθεί η τυπική διαδικασία για την κήρυξή τους σε πτώχευση και εκκαθάριση. Η κοινοποίηση αυτή είναι σύμφωνη με το σημείο 23 υπό δ) των κατευθυντηρίων γραμμών που ορίζει, εναλλακτικά προς την ολοσχερή ανάκτηση του δανείου ή την υποβολή σχεδίου αναδιάρθρωσης, την κοινοποίηση σχεδίου εκκαθάρισης. Η Επιτροπή εγκρίνει αυτό το σχέδιο εκκαθάρισης εφόσον πληρούνται οι δύο ακόλουθες απαιτήσεις:
|
6.2.3.3.
|
(51) |
Αν και τα παλαιά δάνεια που είχαν χορηγηθεί από το Δημόσιο στην ΚΗ δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο των μέτρων ενίσχυσης για την αναδιάρθρωση και την παρούσα διαδικασία (8), η Επιτροπή επιθυμεί να δηλώσει τη θέση της ώστε να συμβάλλει στην πρόληψη της εμφάνισης νέων αντιφάσεων μεταξύ των κοινοτικών κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις αφενός και της εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας από τα αρμόδια δικαστήρια, όπως συνέβη για το μέτρο που περιγράφεται στα σημεία 43 έως και 46 της αιτιολογικής σκέψης. Αυτό το σημείο αφορά ειδικότερα τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί στα ολλανδικά δικαστήρια όπως αυτή περιγράφεται στα σημεία 52 έως και 56. |
|
(52) |
Σύμφωνα με το κοινοποιηθέν σχέδιο αναδιάρθρωσης, η ΚΗ θα έπρεπε να επιστρέψει ολοσχερώς, πριν από το 2016, τα παλαιά δάνεια συνολικού ποσού 41 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της υπό αίρεση πιστωτικής διευκόλυνσης ύψους 17 εκατ. ευρώ, στο εξής «πιστωτική διευκόλυνση», που είχε χορηγήσει το Δημόσιο το 2002, με τους συνήθεις όρους της αγοράς, μετά τη σύσταση της ΚΗ, και η οποία δεν υπάγεται στο πλαίσιο των μέτρων της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης. |
|
(53) |
Τον Φεβρουάριο 2006, οι Κάτω Χώρες ενημέρωσαν με επιστολή τους την Επιτροπή ότι οι σύνδικοι είχαν ζητήσει από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας για τις ΚΗ και ΟΚ, να διατάξει το Δημόσιο να προβεί στην καταβολή ολοκλήρου της πιστωτικής διευκόλυνσης την οποία είχαν παγώσει τον Φεβρουάριο 2005 μετά την παύση της πληρωμής εν αναμονή της πτώχευσης των ΚΗ και ΟΚ. |
|
(54) |
Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να καθορίσει αν η απόφαση του Δημοσίου είναι συμβατή με τη συμφωνία τερματισμού της πιστωτικής διευκόλυνσης. |
|
(55) |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αν η απόφαση του Δημοσίου είναι συμβατή με τη συμφωνία το αρμόδιο δικαστήριο θα πρέπει να επιβεβαιώσει αυτή την απόφαση και να απορρίψει την ενέργεια των συνδίκων. Εντούτοις, στην περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει ότι, ακόμα και αν έχει τηρήσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, το Δημόσιο θα πρέπει να καταβάλει, στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας, το σύνολο της πιστωτικής διευκόλυνσης στους συνδίκους, η απόφαση αυτή θα μπορούσε να εξομοιωθεί με την χορήγηση νέας κρατικής ενίσχυσης υπέρ των πιστωτών της ΚΗ και θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης. |
7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
|
(56) |
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το εξεταζόμενο μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. Οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από τις ολλανδικές αρχές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της επίσημης έρευνας αλλά και εκτός αυτής, επιβεβαιώνουν ότι η ενίσχυση αναδιάρθρωσης την οποία προτίθενται να χορηγήσουν οι Κάτω Χώρες στη ΚΗ μετατρέποντας το δάνειο διάσωσης των 45 εκατ. ευρώ και τους σχετικούς οφειλόμενους τόκους σε μετοχικό κεφάλαιο δεν πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται από τις κατευθυντήριες γραμμές και συνεπώς δεν είναι συμβιβάσιμη προς τις διατάξεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 υπό γ) της συνθήκης. |
|
(57) |
Εφόσον η ενίσχυση έχει ήδη χορηγηθεί υπό τη μορφή μετατροπής σε μετοχικό κεφάλαιο του δανείου διάσωσης ύψους 9,25 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκε στην NK, η ενίσχυση πρέπει να επιστραφεί, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Η ενίσχυση που χορηγήθηκε από τις Κάτω Χώρες υπό μορφή ενίσχυσης αναδιάρθρωσης στην KG Holding NV για ποσό ύψους 45 εκατ. ευρώ δεν πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται από τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, και συνεπώς δεν είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
1. Οι Κάτω Χώρες λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε να ανακτήσουν από την KG Holding NV και την Kliq BV το μέρος της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1, το οποίο η KG Holding NV παραχώρησε στη θυγατρική της Kliq BV υπό μορφή δανείου διάσωσης ύψους 9,25 εκατ. ευρώ και το οποίο είχε μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών οφειλόμενων τόκων.
2. Η ανάκτηση γίνεται αμέσως και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της παρούσας απόφασης.
3. Το προς ανάκτηση ποσό περιλαμβάνει τους τόκους από την ημερομηνία κατά την οποία ετέθησαν στη διάθεση των αποδεκτών οι διάφορες δόσεις μέχρι την ημερομηνία ανάκτησής τους.
4. Οι τόκοι που αναφέρονται στην παράγραφο 3 υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής (9).
Άρθρο 3
Οι Κάτω Χώρες δηλώνουν στον σύνδικο κατά την πτωχευτική διαδικασία την ιδιότητά τους ως πιστωτές της KG Holding NV ή/και Kliq Reïntegratie για ποσό ύψους 35,75 εκατομ. ευρώ. Οι Κάτω Χώρες μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις να τεθούν υπό εκκαθάριση ούτως ώστε να τεθεί τέρμα στη στρέβλωση του ανταγωνισμού, γεγονός που συνεπάγεται την ανάκληση των δραστηριοτήτων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και την πώληση, το ταχύτερο δυνατόν, των περιουσιακών στοιχείων τους υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς.
Άρθρο 4
Οι Κάτω Χώρες ενημερώνουν την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, ως προς τα μέτρα που προβλέφθηκαν και ήδη ελήφθησαν για να συμμορφωθούν με την απόφαση.
Άρθρο 5
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
Βρυξέλλες, 19 Ιουλίου 2006.
Για την Επιτροπή
Neelie KROES
Μέλος της Επιτροπής
(1) ΕΕ C 280 της 12.11.2005, σ. 2.
(2) ΕΕ C 288 της 9.10.1999, σ. 2. Επειδή η ενίσχυση κοινοποιήθηκε πριν από τις 10 Οκτωβρίου 2004, παραμένουν ισχύουσες αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές δυνάμει του άρθρου 103 των νέων κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2).
(3) Βλ. παραπομπή 1.
(4) Η επιχείρηση συστάθηκε υπό την επωνυμία NV Kliq, και μετονομάστηκε σε KG Holding NV κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2003.
(6) Για να δοθεί αίσιο τέλος σε αυτό το έργο, το σχέδιο αναδιάρθρωσης προβλέπει ότι η ΝΚ θα αναλάβει τα περιουσιακά στοιχεία, τα βάρη και ένα μέρος του προσωπικού της ΟΚ, διατηρώντας τις υφιστάμενες συμβάσεις επανένταξης.
(7) ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1. Ο κανονισμός τροποποιήθηκε με την πράξη προσχώρησης του 2003.
(8) Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι όλα τα παλαιά δάνεια έχουν χορηγηθεί υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/47 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 19ης Ιουλίου 2006
σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων C 3/2006 που έθεσε σε εφαρμογή το Λουξεμβούργο για τη φοροαπαλλαγή εταιρειών χόλντινγκ βάσει του «νόμου του 1929» και εταιρειών με καθεστώς «δισεκατομμυριούχου χόλντινγκ»
[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 2956]
(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2006/940/ΕΚ)
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,
τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),
αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα (1),
Εκτιμώντας τα εξής:
|
(1) |
Το Συμβούλιο ενέκρινε το 1997 κώδικα δεοντολογίας σχετικά με τη φορολογία των επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση του επιζήμιου φορολογικού ανταγωνισμού (2). Η Επιτροπή, κατόπιν των δεσμεύσεων που ανέλαβε στο πλαίσιο του κώδικα, δημοσίευσε, το 1998, ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στα μέτρα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων (3), στο πλαίσιο της οποίας υπογράμμισε την πρόθεσή της να εφαρμόσει αυστηρά τους κανόνες και να τηρήσει την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Η παρούσα διαδικασία εντάσσεται στο πλαίσιο της ανωτέρω ανακοίνωσης. |
I. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
(2) |
Με την επιστολή D/50716 της 12ης Φεβρουαρίου 1999, η Επιτροπή ζήτησε από το Λουξεμβούργο να της διαβιβάσει προκαταρκτικά πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις «εταιρείες που απαλλάσσονται από τη φορολογία βάσει του νόμου του 1929». Με την επιστολή A/32604, της 26ης Μαρτίου 1999, οι αρχές του Λουξεμβούργου διαβίβασαν περιγραφή του καθεστώτος του 1929 για τη φοροαπαλλαγή χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών (εταιρείες χόλντινγκ) (στο εξής «οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ»), όπως τροποποιήθηκε με το «νόμο της 29ης Νοεμβρίου 1971 » και με το «νόμο της 30ής Νοεμβρίου 1978 ». |
|
(3) |
Με την επιστολή D/53671, της 5ης Ιουλίου 2000, η Επιτροπή ζήτησε από το Λουξεμβούργο συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 και, ιδίως, όσον αφορά το «νόμο της 17ης Δεκεμβρίου 1938, ο οποίος διέπει το καθεστώς των δισεκατομμυριούχων χόλντινγκ» (στο εξής «καθεστώς φοροαπαλλαγής δισεκατομμυριούχων χόλντινγκ»). Με την επιστολή A/36150 της 20ής Ιουλίου 2000, οι αρχές του Λουξεμβούργου διαβίβασαν τις ζητηθείσες συμπληρωματικές πληροφορίες. |
|
(4) |
Με την επιστολή D/51279, της 26ης Μαρτίου 2001, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες και συγκεκριμένα το κείμενο των νόμων βάσει των οποίων θεσπίζονται τα καθεστώτα φοροαπαλλαγής των εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 και των δισεκατομμυριούχων εταιρείων χόλντινγκ. Με την επιστολή A/33928, της 11ης Μαΐου 2001, οι αρχές του Λουξεμβούργου διαβίβασαν τις ζητηθείσες πληροφορίες. |
|
(5) |
Με την επιστολή D/50571 της 11ης Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε τις αρχές του Λουξεμβούργου ότι, προκαταρκτικά, θεωρούσε το εν λόγω μέτρο ενίσχυση και τις κάλεσε να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, σύμφωνα με τη διαδικασία συνεργασίας σε σχέση με τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων που θεσπίζεται με το άρθρο 17, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 [νυν άρθρο 88] της συνθήκης ΕΚ (4). Κατόπιν συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στις 19 Απριλίου 2002 μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών του Λουξεμβούργου, οι τελευταίες διαβίβασαν τις ζητηθείσες πληροφορίες με την επιστολή A/33288 της 2ας Μαΐου 2002. Στις 17 Οκτωβρίου 2002, πραγματοποιήθηκε δεύτερη συνάντηση μεταξύ των αρχών του Λουξεμβούργου και της Επιτροπής. |
|
(6) |
Με την επιστολή A/51743 της 9ης Μαρτίου 2004, η Επιτροπή ζήτησε από το Λουξεμβούργο να επικαιροποιήσει τις πληροφορίες σχετικά με το επίμαχο καθεστώς και να της κοινοποιήσει όλες τις νέες διατάξεις, υπό έγκριση ή ήδη εγκεκριμένες, σχετικά με τη φορολογική μεταχείριση των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ ώστε να περατωθεί η προκαταρκτική εξέταση του καθεστώτος σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Με επιστολή της 6ης Μαΐου 2004, το Λουξεμβούργο κοινοποίησε στην Επιτροπή τις ζητηθείσες πληροφορίες. |
|
(7) |
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2004, πραγματοποιήθηκε τρίτη συνάντηση μεταξύ των αρχών του Λουξεμβούργου και της Επιτροπής, κατά την οποία η Επιτροπή ενημερώθηκε για ορισμένα στοιχεία σχετικά με το νομοσχέδιο αριθ. 5231, το οποίο προτείνει ορισμένες τροποποιήσεις στο νόμο της 31ης Ιουλίου 1929 σχετικά με το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929. |
|
(8) |
Με την επιστολή D/53536 της 4ης Μαΐου 2005, η Επιτροπή ζήτησε να της διαβιβαστεί κάθε πληροφορία σχετική με την έγκριση, στις 19 Απριλίου 2005, του νομοσχεδίου αριθ. 5231, ώστε να ολοκληρώσει την προκαταρκτική αξιολόγηση του επίμαχου καθεστώτος. Με επιστολές της 1ης Ιουνίου 2005 (A/34536) και της 23ης Ιουνίου 2005 (A/35047), οι αρχές του Λουξεμβούργου διαβίβασαν στην Επιτροπή τις ζητηθείσες πληροφορίες. |
|
(9) |
Με επιστολή της 11ης Ιουλίου 2005 (D/55311), η Επιτροπή ενημέρωσε το Λουξεμβούργο ότι, στην προκαταρκτική της αξιολόγηση, εκτίμησε ότι το επίμαχο καθεστώς (μετά την τροποποίησή του με την έγκριση, εκ μέρους του Κοινοβουλίου, στις 19 Απριλίου 2005, του νομοσχεδίου αριθ. 5231 και μετέπειτα νόμου της 21ης Ιουνίου 2005, ο οποίος τροποποιεί το άρθρο 1 του νόμου της 31ης Ιουλίου 1929 σχετικά με το καθεστώς φοροαπαλλαγής χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών) συνιστά ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. |
|
(10) |
Στις 25 Ιουλίου 2005, πραγματοποιήθηκε τέταρτη συνάντηση μεταξύ των αρχών του Λουξεμβούργου και της Επιτροπής, κατά την οποία εξετάστηκε ο φάκελος υπό το φως των τροποποιήσεων που είχαν επέλθει στο καθεστώς με το νόμο της 21ης Ιουνίου 2005. |
|
(11) |
Με επιστολή της 28ης Ιουλίου 2005 (D/55780), η Επιτροπή ενημέρωσε το Λουξεμβούργο σχετικά με την προκαταρκτική της εκτίμηση βάσει της οποίας ο νόμος της 31ης Ιουλίου 1929, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο της 31ης Ιουνίου 2005, συνιστά ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, και το κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. |
|
(12) |
Με επιστολές της 5ης Σεπτεμβρίου 2005 (D/56729) και της 19ης Σεπτεμβρίου 2005 (D/57172), η Επιτροπή ζήτησε από τις αρχές Λουξεμβούργου να της διαβιβάσουν τα ζητηθέντα στοιχεία. |
|
(13) |
Δεδομένου ότι εντός της ταχθείσας προθεσμίας δεν είχε λάβει καμία απάντηση, η Επιτροπή πρότεινε στο Λουξεμβούργο, με επιστολή της 25ης Νοεμβρίου 2005 (5), τα ακόλουθα κατάλληλα μέτρα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 88 παράγραφος 1 της Συνθήκης:
|
|
(14) |
Στην ίδια επιστολή, η Επιτροπή κάλεσε επίσης τις αρχές του Λουξεμβούργου να της αναφέρουν εγγράφως, εντός μηνός από την ημερομηνία αποδοχής της πρότασης, εάν το Λουξεμβούργο, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, αποδέχεται ρητά και ανεπιφύλακτα το σύνολο των μέτρων, αναφέροντας την οριστική ημερομηνία κατάργησης του καθεστώτος. Η Επιτροπή ανέφερε ότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα προέβαινε ενδεχομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 2 του ανωτέρω κανονισμού, στην κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 4 παράγραφος 4. |
|
(15) |
Με επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου 2005 (A/40451), το Λουξεμβούργο ενημέρωσε την Επιτροπή ότι αρνείται τα προταθέντα κατάλληλα μέτρα. Λόγω της άρνησης του Λουξεμβούργου και λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν στην επιστολή τους οι αρχές της χώρας, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης. |
|
(16) |
Με επιστολές της 9ης Φεβρουαρίου 2006 (SG D/200621) και της 28ης Μαρτίου 2006 (SG D/201345), η Επιτροπή κοινοποίησε στο Λουξεμβούργο την απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης, καθώς και διορθωτικό της απόφασης αυτής. |
|
(17) |
Η απόφαση της Επιτροπής (στη διορθωμένη της έκδοση) δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (6). Η Επιτροπή, στην απόφασή της, κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, αλλά δεν έλαβε καμία σχετική παρατήρηση. |
|
(18) |
Με επιστολή της 13ης Απριλίου 2006 (A/32917), το Λουξεμβούργο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του. |
|
(19) |
Στις 6 Ιουλίου 2006, πραγματοποιήθηκε συμπληρωματική συνάντηση μεταξύ των αρχών του Λουξεμβούργου και της Επιτροπής, κατά την οποία οι αρχές του Λουξεμβούργου διαβίβασαν συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες χρηματοδότησης εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 και την ενδεχόμενη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους ότι στη διάρκεια μεταβατικής περιοδου θα συνεχίσουν να επωφελούνται από το καθεστώς φοροαπαλλαγής. |
II. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ
|
(20) |
Ο οργανικός νόμος της 31ης Ιουλίου 1929 σχετικά με τις απαλλασσόμενες εταιρείες χόλντινγκ θέσπισε ένα φορολογικό μέσο για την ενθάρρυνση της διανομής των συνολικών κερδών των εταιρειών εκμετάλλευσης οι οποίες μετέχουν σε πολυεθνικούς ομίλους και την αποφυγή της πολλαπλής φορολογίας των κερδών που λαμβάνουν οι δικαιούχοι εταιρείες χόλντινγκ και διανέμουν εν συνεχεία στους μετόχους τους. Το 1937, κατόπιν των τροποποιήσεων που επήλθαν στο νόμο της 31ης Ιουλίου 1929, το Λουξεμβούργο θέσπισε ένα επικουρικό καθεστώς για τις δισεκατομμυριούχους εταιρείες χόλντινγκ που συστήνονταν με αρχική εισφορά καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον ενός δισεκατομμυρίου φράγκων Λουξεμβούργου (LUF). Το Λουξεμβούργο έχει, εξάλλου, θεσπίσει καθεστώς φοροαπαλλαγής των συμμετοχών βάσει του οποίου δεν φορολογούνται τα μερίσματα, τα δικαιώματα, τα κεφαλαιουχικά κέρδη και τα προϊόντα εκκαθάρισης τα προερχόμενα από την πώληση μετοχών εταιρειών στις οποίες κατέχει συμμετοχές η εταιρεία χόλντινγκ, με την επιφύλαξη της τήρησης ορισμένων όρων. Ως εκ τούτου, το Λουξεμβούργο, πέραν του γενικού καθεστώτος φοροαπαλλαγής των συμμετοχών, το οποίο εντάσσεται σε ένα κανονιστικό πλαίσιο κοινού δικαίου (άρθρο 166 του νόμου για τη φορολογία εισοδήματος), μέσω της μεταφοράς των οδηγιών σχετικά με «μητρικές — θυγατρικές εταιρείες» και «τόκους — δικαιώματα» (7), διαθέτει σήμερα ένα ειδικό καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ που διέπονται από το νόμο του 1929 και εταιρειών με καθεστώς δισεκατομμυριούχου χόλντινγκ. |
|
(21) |
Σύμφωνα με το νόμο της 31ης Ιουλίου 1929, οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ δεν υπόκεινται σε καμία άμεση φορολογία στο Λουξεμβούργο, όπως, παραδείγματος χάρη, ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων ή ο εμπορικός δημοτικός φόρος (8) και ο φόρος ιδίων κεφαλαίων (9). Οι εταιρείες αυτές υπόκεινται, ωστόσο, σε φόρο επί του εισφερόμενου κεφαλαίου, όπως ο φόρος ακίνητης περιουσίας (10) και ο ετήσιος φόρος εγγραφής (11). Τα μερίσματα, οι τόκοι, τα δικαιώματα και τα κέρδη που πραγματοποιεί μια απαλλασσόμενη βάσει του νόμου του 1929 εταιρεία χόλντινγκ δεν είναι συνεπώς φορολογητέα στο Λουξεμβούργο. Οι καταβολές μερισμάτων, δικαιωμάτων (12) και τόκων που πραγματοποιούν οι εταιρείες αυτές δεν υποβάλλονται σε καμία παρακράτηση στην πηγή (13). Τέλος, δεν υφίσταται καμία παρακράτηση στην πηγή επί των τόκων που καταβάλλουν στο εξωτερικό, όπως ισχύει με κάθε άλλη εταιρεία του Λουξεμβούργου, ενώ, αντιθέτως, είναι φορολογητέοι οι τόκοι που εισπράττονται από τις μη απαλλασσόμενες εταιρείες με έδρα το Λουξεμβούργο. |
|
(22) |
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι τόκοι που καταβάλλουν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ (όπως και κάθε άλλη εταιρεία του Λουξεμβούργου) σε φυσικά πρόσωπα (πραγματικούς δικαιούχους κατά την έννοια της οδηγίας 203/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις (14) που διαμένουν σε κράτος μέλος υποβάλλονται σε παρακράτηση στην πηγή, όπως προβλέπει η ανωτέρω οδηγία στο Λουξεμβούργο. Υπάρχει επίσης μια παρόμοια παρακράτηση με εξοφλητικό χαρακτήρα που ανέρχεται στο 10 % των τόκων που καταβάλλονται στα φυσικά πρόσωπα που είναι μόνιμοι κάτοικοι, η οποία θεσπίστηκε στο Λουξεμβούργο μετά την 1η Ιανουαρίου 2006· στην παρακράτηση αυτή δεν υπόκεινται οι τόκοι που καταβάλλουν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ. |
|
(23) |
Οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ αποκλείονται κατά κανόνα από τις διμερείς συμφωνίες που συνάπτει το Λουξεμβούργο για την πρόληψη της διπλής φορολογίας και της φορολογικής απάτης. |
|
(24) |
Όσον αφορά τη φορολογία του κεφαλαίου, οι εταιρείες αυτές υπόκεινται σε φόρο εισφοράς ίσο με το 1 % των εισφορών σε ρευστό ή των εισφορών στοιχείων ενεργητικού (15). Εξάλλου, υποβάλλονται σε ετήσιο φόρο εγγραφής ίσο με το 0,2 % του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου και της αξίας της διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, όπως ορίστηκε κατά το κλείσιμο της προηγούμενης οικονομικής χρήσης (16). Μια απαλλασσόμενη βάσει του νόμου του 1929 εταιρεία χόλντινγκ μπορεί να δανειστεί κεφάλαια από τους μετόχους της, από τράπεζες ή από άλλα πιστωτικά ιδρύματα και μπορεί να εκδώσει ομόλογα. Εάν η χρηματοδότηση, κυρίως μέσω της δανειακής επιβάρυνσης και όχι μέσω της έκδοσης μετοχών, υπερβαίνει ορισμένους χρηματοοικονομικούς συντελεστές εφαρμόζονται κανόνες σχετικά με τη χαμηλή κεφαλαιοποίηση ώστε να αποτραπεί η μη καταβολή του φόρου εγγραφής, Τέλος, οι αμοιβές που καταβάλλονται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, μόνιμους κατοίκους ή μη, στους διευθυντές ή στους οικονομικούς ελεγκτές μιας απαλλασσόμενης βάσει του νόμου του 1929 εταιρείας χόλντινγκ υπόκεινται σε παρακράτηση στην πηγή της τάξης του 20 %. |
Όροι
|
(25) |
Μόνο οι εταιρείες (17) που έχουν συσταθεί στο Λουξεμβούργο μπορούν να ευεργετούνται από το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929, σε αντίθεση με τις μονοπρόσωπες επιχειρήσεις, τις συμβατικές κοινές επιχειρήσεις που δεν έχουν τη μορφή εταιρειών, τις μόνιμες εγκαταστάσεις και τα υποκαταστήματα ή τοπικά γραφεία ξένων εταιρειών. Το ύψος του εγγεγραμμένου κεφαλαίου μιας απαλλασσόμενης βάσει του νόμου του 1929 εταιρείας χόλντινγκ εξαρτάται από την επιλεγείσα μορφή εταιρείας. Βάσει διατάγματος του Μεγάλου Δουκάτου, της 29ης Ιουλίου 1977, μια απαλλασσόμενη εταιρεία χόλντινγκ πρέπει να διαθέτει πλήρως καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον 24 000 ευρώ. |
|
(26) |
Οι εγκατεστημένες στο Λουξεμβούργο εταιρείες μπορούν να καταχωρισθούν ως απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ με την προϋπόθεση ότι ασκούν μόνο δραστηριότητες εξαγοράς, κατοχής και αξιοποίησης οποιασδήποτε μορφής συμμετοχής σε άλλες εταιρείες του Λουξεμβούργου ή του εξωτερικού, μέσω της χορήγησης δανείων, της κατοχής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και της χορήγησης αδειών δικαιωμάτων δημιουργού ή μέσω της παροχής τεχνογνωσίας στις εταιρείες στις οποίες κατέχουν συμμετοχή. Μια απαλλασσόμενη εταιρεία δεν μπορεί να ασκεί βιομηχανική δραστηριότητα για δικό της λογαριασμό ούτε να εκμεταλλεύεται εμπορική εγκατάσταση ανοικτή στο κοινό. Εάν επεκτείνει τις δραστηριότητές της πέραν του καθορισμένου πεδίου, χάνει το καθεστώς φοροαπαλλαγής και αντιμετωπίζεται ως πλήρως φορολογητέα εμπορική εταιρεία. |
|
(27) |
Οι δραστηριότητες που επιτρέπονται σε μια απαλλασσόμενη βάσει του νόμου του 1929 εταιρεία χόλντινγκ βάσει της χορηγούμενης άδειας περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:
|
|
(28) |
Απαγορεύονται κυρίως οι ακόλουθες δραστηριότητες:
|
|
(29) |
Οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ βρίσκονται υπό την εποπτεία της λουξεμβουργιανής administration de l'enregistrement et des domaines, η οποία έχει την άδεια να εξετάζει τα βιβλία τους, αλλά μόνο για να διασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες που ασκούν οι εταιρείες δεν υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπει η νομοθεσία του 1929. |
Απαλλασσόμενες δισεκατομμυριούχοι χόλντινγκ
|
(30) |
Μεταξύ των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ υπάρχει μια ειδική μορφή εταιρειών χόλντινγκ, οι απαλλασσόμενες δισεκατομμυριούχοι χόλντινγκ. Οι εταιρείες αυτές μπορούν να συσταθούν είτε με την εισφορά μετοχών ξένων εταιρειών, είτε εάν το καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο και τα αποθέματα ανέρχονται τουλάχιστον σε 24 εκατ. ευρώ (1 δισεκατ. LUF). Οι απαλλασσόμενες δισεκατομμυριούχοι χόλντινγκ μπορούν να επιλέξουν ένα φορολογικό καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου ο φόρος εγγραφής αντικαθίσταται από ειδικό «φόρο εισοδήματος». Σύμφωνα με το διάταγμα του Μεγάλου Δουκάτου του 1937 σχετικά με τις απαλλασσόμενες δισεκατομμυριούχους χόλντινγκ, ο φόρος εισοδήματος επιβάλλεται επί των τόκων που καταβάλλονται στους δικαιούχους ομολόγων και χρεογράφων, επί των μερισμάτων που καταβάλλονται στους μετόχους και επί των αμοιβών που καταβάλλονται στους διευθυντές, τους ελεγκτές και τους εκκαθαριστές των εταιρειών αυτών. |
|
(31) |
Όταν το συνολικό ύψος των τόκων που καταβάλλονται στους δικαιούχους ομολόγων και χρεογράφων για την εκάστοτε οικονομική χρήση ανέρχεται τουλάχιστον σε 2,4 εκατ. ευρώ, ο φόρος υπολογίζεται βάσει συντελεστή που περιλαμβάνει 3 % των καταβληθέντων τόκων, 1,8 % των μερισμάτων, αμοιβών και αποδοχών μέχρι ανώτατου συνολικού διανεμηθέντος ποσού ύψους 1,2 εκατ. ευρώ και 0,1 % επί των μερισμάτων, αμοιβών και αποδοχών που υπερβαίνουν το όριο αυτό. Όταν το συνολικό ποσό των τόκων που καταβάλλονται στους δικαιούχους ομολόγων ή χρεογράφων για την οικονομική χρήση υπολείπεται του ποσού των 2,4 εκατ. ευρώ, ο φόρος υπολογίζεται βάσει διαφορετικού συντελεστή που περιλαμβάνει 3 % των καταβαλλόμενων τόκων, 3 % των μερισμάτων, αμοιβών και αποδοχών μέχρι ανώτατου ποσού ίσου με τη διαφορά μεταξύ των 2,4 εκατ. ευρώ και του συνολικού ποσού των καταβληθέντων τόκων, 1,8 % του τμήματος των μερισμάτων που υπερβαίνουν αυτό το όριο, μέχρι ανώτατου ποσού 1,2 εκατ. ευρώ, και 0,1 % του ποσού των υπόλοιπων μερισμάτων, αμοιβών και αποδοχών που υπερβαίνουν το όριο. Οι απαλλασσόμενες δισεκατομμυριούχοι χόλντινγκ δεν υπόκεινται συνεπώς, όσον αφορά την υποκεφαλαιοποίηση, στους συνήθεις κανόνες που εφαρμόζονται στο φόρο εγγραφής, ενώ καμία παρακράτηση στην πηγή δεν επιβάλλεται στις αμοιβές και τις αποδοχές. |
|
(32) |
Οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες μιας απαλλασσόμενης δισεκατομμυριούχου χόλντινγκ περιλαμβάνουν:
|
Απαλλασσόμενες χρηματοδοτικές εταιρείες χαρτοφυλακίου
|
(33) |
Η ανωτέρω φοροαπαλλαγή επεκτάθηκε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στις «απαλλασσόμενες χρηματοδοτικές χόλντινγκ» οι οποίες αποτελούν υποδιαίρεση των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ. Ρόλος τους είναι η χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των θυγατρικών ενός ομίλου εταιρειών ή μεμονωμένων εταιρειών. Μια εταιρεία θεωρείται ότι αποτελεί μέρος ενός ομίλου εάν χρησιμοποιεί κοινή επωνυμία, η οποία αποτελεί το σύμβολο αμοιβαίας εξάρτησης, ή εάν οι εταιρείες του ιδίου ομίλου κατέχουν σημαντική συμμετοχή (τουλάχιστον 25 %) στο εταιρικό της κεφάλαιο και διατηρούν μόνιμους οικονομικούς δεσμούς μεταξύ τους. |
|
(34) |
Όπως ισχύει για τις απαλλασσόμενες δισεκατομμυριούχους χόλντινγκ, μια απαλλασσόμενη χρηματοδοτική εταιρεία χόλντινγκ μπορεί να ασκήσει περισσότερες δραστηριότητες από μια απαλλασσόμενη βάσει του νόμου του 1929 εταιρεία χόλντινγκ, όσον αφορά τη χρηματοδότηση εντός του ομίλου. Ενώ οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ μπορούν να χρηματοδοτήσουν μόνο εταιρείες στις οποίες κατέχουν άμεση συμμετοχή, οι απαλλασσόμενες χρηματοδοτικές χόλντινγκ μπορούν να χορηγήσουν δάνεια σε οποιαδήποτε εταιρεία είναι μέλος του ομίλου τους. Στις επιτρεπόμενες δραστηριότητες μιας απαλλασσόμενης χρηματοδοτικής εταιρείας χόλντινγκ περιλαμβάνεται:
|
Νομοθετικές τροποποιήσεις του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929
|
(35) |
Στις 6 Νοεμβρίου 2003, η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου κατέθεσε στο Κοινοβούλιο το νομοσχέδιο αριθ. 5231 το οποίο τροποποιεί το νόμο της 31ης Ιουλίου 1929 σχετικά με το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929. Το Κοινοβούλιο του Λουξεμβούργου, κατά τη σύνοδο της 19ης Απριλίου 2003, ενέκρινε το νομοσχέδιο με ορισμένες τροποποιήσεις. Ο νέος νόμος επικυρώθηκε στις 21 Ιουνίου 2005 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου στις 22 Ιουνίου 2005. Ο νόμος της 21ης Ιουνίου 2005 τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2005. |
|
(36) |
Βάσει του νόμου αυτού, οι εταιρείες χόλντινγκ που λαμβάνουν τουλάχιστον το 5 % του συνόλου των μερισμάτων που διανέμονται στη διάρκεια της οικονομικής χρήσης από τις εταιρείες που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος και δεν δεν υποβάλλονται σε φόρο εισοδήματος ανάλογο με το φόρο εισοδήματος του Λουξεμβούργου χάνουν το καθεστώς απαλλασσόμενης βάσει του νόμου του 1929 εταιρείας χόλντινγκ και υποβάλλονται στο ισχύον φορολογικό καθεστώς. Τα κοινοβουλευτικά έγγραφα που συνοδεύουν το νομοσχέδιο επεξηγούν ότι προκειμένου ο φόρος εισοδήματος να θεωρηθεί ανάλογος με το φόρο εισοδήματος του Λουξεμβούργου πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον σε 11 % (ήτοι 50 % του εταιρικού φόρου του Λουξεμβούργου) και ότι η βάση υπολογισμού του πρέπει να είναι παρόμοια με εκείνη που εφαρμόζεται στο Λουξεμβούργο. |
|
(37) |
Από τις παρατηρήσεις που επισυνάπτονται στο νόμο αυτό προκύπτει ότι οι τροποποιήσεις αυτές εγκρίθηκαν με στόχο την εναρμόνιση του φορολογικού καθεστώτος εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 με τις συστάσεις που παρουσίασε το Συμβούλιο στις αρχές του Λουξεμβούργου, στις 3 Ιουνίου 2003, στο πλαίσιο της διενεργηθείσας αξιολόγησης δυνάμει του κώδικα δεοντολογίας στον τομέα της φορολογίας των επιχειρήσεων. Ο νέος νόμος θεσπίζει ένα μεταβατικό καθεστώς που διαφυλάσσει τα υφιστάμενα πλεονεκτήματα για τις εταιρείες με καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρείας χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 ή για τις δισεκατομμυριούχους χόλντινγκ, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ως την 1η Ιανουαρίου 2011. |
III. ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ
|
(38) |
Στην απόφασή της της 9ης Φεβρουαρίου 2006, η Επιτροπή κατ’ ουσίαν διαπίστωσε ότι το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Πράγματι, η Επιτροπή έκρινε ότι το καθεστώς αυτό προσέφερε αποκλειστικά στις εξεταζόμενες εταιρείες χόλντινγκ ορισμένα οικονομικά πλεονεκτήματα που συνίσταντο σε κατ’εξαίρεση φοροαπαλλαγή από εταιρικό φόρο, φόρο παρακράτησης στην πηγή, φόρο επί των ιδίων κεφαλαίων και φόρο ακίνητης περιουσίας. Τα ανωτέρω πλεονεκτήματα εκφράζονται με μείωση των φορολογικών υποχρεώσεων των εταιρειών χόλντινγκ και των οικονομικών ομίλων στους οποίους ανήκουν έναντι του Υπουργείου Οικονομικών του Λουξεμβούργου. |
|
(39) |
Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα πλεονεκτήματα αυτά συνεπάγονται τη χρήση κρατικών πόρων με τη μορφή απώλειας φορολογικών εσόδων για το Υπουργείο Οικονομικών του Λουξεμβούργου. Το καθεστώς εμφανίζεται επιλεκτικό δεδομένου ότι αφορά μόνο εταιρείες χόλντινγκ που εκτελούν ορισμένα είδη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, όπως χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, δραστηριότητες διαχείρισης, αδειοδότησης και ρευστοποίησης. Εκτιμάται επίσης ότι το καθεστώς περιορίζεται σε δραστηριότητες εντός ομίλου, δεδομένου ότι για να ωφεληθούν από αυτό οι δικαιούχοι πρέπει να δραστηριοποιούνται στους κόλπους ενός ομίλου. Δεν είναι συνεπώς ανοικτό σε όλες τις επιχειρήσεις, αλλά μόνο σε εκείνες που δραστηριοποιούνται με τη μορφή ομίλου, με τη σύσταση μιας εταιρείας συμμετοχής στο Λουξεμβούργο αφιερωμένης αποκλειστικά στην άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων, όπως η χρηματοδότηση, η διαχείριση συμμετοχών, ο συντονισμός και η χορήγηση αδειών και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. |
|
(40) |
Στην απόφασή της για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξέτασης, η Επιτροπή έκρινε ότι το πλεονέκτημα αυτό νοθεύει τον ανταγωνισμό και θίγει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών δεδομένου ότι οι χρηματοπιστωτικές και διαχειριστικές δραστηριότητες που κατά κανόνα ασκούν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ πραγματοποιούνται εν γένει σε διεθνείς αγορές που εμφανίζουν έντονο ανταγωνισμό. Προς τούτο παρατηρείται νόθευση του ανταγωνισμού διότι οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε σχέση με τους ανεξάρτητους παρόχους υπηρεσιών και τους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, όπως οι διεθνείς τράπεζες και οι εταιρείες συμβούλων. Το εμπόριο θίγεται διότι τα παρεχόμενα από το καθεστώς πλεονεκτήματα ευεργετούν μόνο εταιρείες χόλντινγκ που ασκούν ορισμένες κατ’ουσίαν διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές λειτουργίες. |
|
(41) |
Δεν είναι εφαρμοστέα καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3 της Συνθήκης, δεδομένου ότι το επίμαχο μέτρο συνιστά ενίσχυση λειτουργίας που δεν συνδέεται με την εκτέλεση συγκεκριμένων σχεδίων και απλώς μειώνει τις τρέχουσες δαπάνες των δικαιούχων χωρίς να συμβάλλει στην επίτευξη κοινοτικών στόχων. |
|
(42) |
Η Επιτροπή κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για υφιστάμενη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο β) περίπτωση i), του κανονισμού (EΚ) αριθ. 659/1999. Οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος του 2005, ο οποίος τροποποιεί το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 δεν μετέβαλε τον υφιστάμενο χαρακτήρα της επίμαχης ενίσχυσης δεδομένου ότι παρέμειναν αμετάβλητα τα πλεονεκτήματα που χορηγεί το καθεστώς, ενώ ταυτόχρονα περιορίζεται προσωρινά ο αριθμός των δικαιούχων σε όσους δεν λαμβάνουν ορισμένα μερίσματα που υπόκεινται σε μειωμένη φορολόγηση εκτός Λουξεμβούργου. |
|
(43) |
Κατά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξέτασης, η Επιτροπή κάλεσε τις αρχές του Λουξεμβούργου να διαβιβάσουν κάθε χρήσιμη πληροφορία με σκοπό την αξιολόγηση των επιπτώσεων του επίμαχου καθεστώτος επί των συναλλαγών, ιδίως στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Κάλεσε επίσης το Λουξεμβούργο και τους τρίτους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκ μέρους των δικαιούχων που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την έγκριση μεταβατικών μέτρων, εφόσον ζητηθεί η κατάργηση του καθεστώτος. |
IV. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΡΙΤΩΝ ΜΕΡΩΝ
|
(44) |
Κανένας τρίτος ενδιαφερόμενος δεν υπέβαλε επισήμως παρατηρήσεις μετά τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (18) της απόφασης της Επιτροπής της 9ης Φεβρουαρίου 2006. Παρά ταύτα, διάφοροι εκπρόσωποι απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ ήλθαν ανεπίσημα σε επαφή με την Επιτροπή με σκοπό, μεταξύ άλλων, να ενημερωθούν για τις νομικές επιπτώσεις που θα είχε για τους ιδιώτες η επίσημη διαδικασία εξέτασης που κίνησε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης, καθώς και για τη νομιμότητα των απαλλαγών που είχαν λάβει. |
|
(45) |
Οι αρχές του Λουξεμβούργου υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους με επιστολή της 13ης Απριλίου 2006. Διαφώνησαν με τον χαρακτηρισμό του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 ως ενίσχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Το Λουξεμβούργο δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με το συμβιβάσιμο του επίμαχου καθεστώτος με την κοινή αγορά. |
|
(46) |
Με την επιστολή του της 13ης Απριλίου 2006, το Λουξεμβούργο αρνήθηκε επίσης να διαβιβάσει κάθε σχετική πληροφορία με σκοπό την αξιολόγηση του επίμαχου μέτρου και των επιπτώσεών του επί του ανταγωνισμού και των συναλλαγών, κυρίως στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, των δραστηριοτήτων εντός ομίλου και της διαχείρισης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Δεν διαβιβάστηκε καμία πληροφορία σχετικά με τις επενδύσεις που διαχειρίζονται οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ, ούτε και κατάλογος των εταιρειών αυτών. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι ήταν αδύνατο να συνταχθεί παρόμοιος κατάλογος δεδομένου ότι οι απαλλασσόμενες εταιρείες δεν υπόκεινται σε διοικητική έγκριση. |
|
(47) |
Τέλος, όσον αφορά την ύπαρξη ενδεχόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκ μέρους των δικαιούχων του καθεστώτος φοροαπαλλαγής, η οποία να δικαιολογεί την έγκριση μεταβατικών μέτρων σε περίπτωση αρνητικής τελικής απόφασης, οι αρχές του Λουξεμβούργου παρατήρησαν ότι οι επιπτώσεις που θα είχε στο φορολογικό καθεστώς του Λουξεμβούργου ενδεχόμενη κατάργηση του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 θα ήταν τέτοιες που θα έπρεπε να προστατευθεί η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο του καθεστώτος. Οι τελευταίες δεν θα περίμεναν σε καμία περίπτωση την πλήρη κατάργηση ενός νομικού καθεστώτος «εν μια νυκτί». |
|
(48) |
Στην επιστολή τους της 13ης Απριλίου 2006, οι αρχές του Λουξεμβούργου αμφισβητούν τον χαρακτηρισμό της ενίσχυσης για το συγκεκριμένο φορολογικό καθεστώς. |
|
(49) |
Πρώτον, υποστηρίζουν ότι το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 δεν χορηγεί πλεονεκτήματα σε σύγκριση με το κλασικό καθεστώς φορολόγησης των εταιρειών χόλντινγκ. Αποκλειστικός σκοπός του είναι να αποτρέπει τον πολλαπλασιασμό των φορολογικών επιβαρύνσεων που συνδέονται με τα κέρδη που διανέμουν οι εταιρείες εκμετάλλευσης. Ελλείψει του επίμαχου καθεστώτος φοροαπαλλαγής, οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ στην πραγματικότητα θα τιμωρούνταν από φορολογική άποψη, δεδομένου ότι τα κέρδη μιας εταιρείας εκμετάλλευσης θα φορολογούνταν μια φορά ως κέρδη της εταιρείας, μια δεύτερη φορά κατά τη διανομή τους ως έσοδα συμμετοχής της εταιρείας χόλντινγκ και, τέλος — σε περίπτωση μεταγενέστερης διανομής, ως μερίσματα των μετόχων της εταιρείας χόλντινγκ. |
|
(50) |
Δεύτερον, σύμφωνα με τις αρχές του Λουξεμβούργου, το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 δεν είναι επιλεκτικό και επομένως δεν νοθεύει τον ανταγωνισμό ούτε επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Δυνητικά μπορούν να ευεργετηθούν από το καθεστώς όλες οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση, όσον αφορά την απόκτηση συμμετοχής, τη διαχείριση, τη χρηματοδότηση και τη μεγιστοποίηση της αξίας των συμμετοχών που κατέχουν σε ελεγχόμενες εταιρείες. |
|
(51) |
Τέλος, το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 δεν είναι ικανό να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και το εμπόριο εντός της Κοινότητας διότι οι δικαιούχοι εταιρείες χόλντινγκ είναι αποκλειστικά παθητικοί αποδέκτες εσόδων και δεν βρίσκονται σε συνθήκες ανάλογες με εκείνες άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ως ανεξάρτητοι πάροχοι υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, οι αρχές υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν έχει αποδείξει ότι το επίμαχο καθεστώς έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της θέσης των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ σε σχέση με εταιρείες χόλντινγκ άλλης μορφής. |
V. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ
|
(52) |
Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης «ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές». |
Χαρακτήρας ενίσχυσης του καθεστώτος
|
(53) |
Η Επιτροπή εξέτασε προσεκτικά το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 υπό το φως των παρατηρήσεων που υπέβαλαν οι αρχές του Λουξεμβούργου. Οι πολυάριθμες αιτιάσεις που διατυπώθηκαν δεν την οδήγησαν σε τροποποίηση της προκαταρκτικής της εκτίμησης, ότι δηλαδή τα φορολογικά πλεονεκτήματα που χορηγεί το καθεστώς στις εταιρείες αυτού του είδους συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης. |
|
(54) |
Υπενθυμίζεται ότι για να χαρακτηριστεί ένα εθνικό μέτρο κρατική ενίσχυση θα πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις: 1) το μέτρο παρέχει πλεονέκτημα, 2) το πλεονέκτημα παρέχεται μέσω κρατικών πόρων, 3) το πλεονέκτημα είναι επιλεκτικό και 4) το επίμαχο μέτρο νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και είναι ικανό να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών (19). |
|
(55) |
Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή εκτιμά ότι ο νόμος του 1929 χορηγεί φορολογικά πλεονεκτήματα που δεν περιορίζονται στην εξάλειψη της διπλής φορολόγησης των εσόδων άλλων εταιρειών χόλντινγκ στο Λουξεμβούργο, δηλαδή εκείνων που είναι καταρχήν φορολογητέες αλλά λαμβάνουν ελαφρύνσεις που συνδέονται με ήδη καταβληθέντες φόρους στο Λουξεμβούργο ή στο εξωτερικό. |
|
(56) |
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εκτιμά ότι το καθεστώς χορηγεί πολλά φορολογικά πλεονεκτήματα που παρεκκλίνουν του κοινού δικαίου και ότι τα πλεονεκτήματα αυτά ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις που ασκούν περιορισμένο αριθμό δραστηριοτήτων στο Λουξεμβούργο, οι οποίες εν γένει αφορούν το χρηματοπιστωτικό τομέα. Κατά συνέπεια, το καθεστώς έχει επιλεκτικό χαρακτήρα. Λόγω της σοβαρότητας των αιτιάσεων που ήγειρε το Λουξεμβούργο, η Επιτροπή κρίνει αναγκαίο να εκθέσει τους ακριβείς λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το επίμαχο καθεστώς, το οποίο περιγράφεται ανωτέρω, πληροί όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη (53). |
Ύπαρξη πλεονεκτήματος
|
(57) |
Στις παρατηρήσεις του της 13ης Απριλίου 2006, το Λουξεμβούργο ανέφερε ότι το καθεστώς φορολογίας των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ συνιστά γενικό φορολογικό καθεστώς εφαρμοστέο στις εταιρείες που κερδίζουν αποκλειστικά παθητικά έσοδα που έχουν ήδη φορολογηθεί κατά το χρόνο παραγωγής τους, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους, του τομέα δραστηριότητας και της νομικής μορφής τους. Ανέφερε επίσης ότι το καθεστώς δικαιολογείται από τη συνολική δομή του φορολογικού συστήματος της χώρας, το οποίο αποβλέπει στην αποφυγή της διπλής φορολόγησης, και ότι οι πλήρως φορολογητέες εταιρείες έχουν πρόσβαση σε άλλες συγκρίσιμες μορφές πρόληψης της διπλής φορολόγησης. Συγκεκριμένα, κατά την άποψη του Λουξεμβούργου, το καθεστώς δεν παρέχει πλεονεκτήματα για δύο βασικούς λόγους. |
|
(58) |
Πρώτον, το σύστημα φορολογίας των εταιρειών στο Λουξεμβούργο προβλέπει διάφορα καθεστώτα εναλλακτικά εφαρμοστέα σε ανάλογες περιστάσεις και προσβάσιμα σε όλες ανεξαιρέτως τις επιχειρήσεις. Όπως αναγνώρισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση Banks, ένα παρόμοιο σύστημα δεν θα μπορούσε συνεπώς να συνεπάγεται πλεονεκτήματα κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης (20). Στην απόφασή του, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι δεν υφίσταται ενίσχυση όταν όλες ανεξαιρέτως οι επιχειρήσεις έχουν πρόσβαση σε διάφορες μορφές φορολογίας, οι οποίες συνεπάγονται δυνητικά πλεονεκτήματα βάσει των επιλογών στις οποίες προβαίνουν οι οικονομικοί οργανισμοί. |
|
(59) |
Δεύτερον, σύμφωνα με τις αρχές του Λουξεμβούργου, η εκτίμηση της φορολογικής επιβάρυνσης στην οποία υποβάλλονται οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ θα πρέπει να πραγματοποιείται αφού ληφθούν υπόψη όλες οι πτυχές του καθεστώτος, ευνοϊκές και μη. Κατά την άποψή τους, ωστόσο, η Επιτροπή σαφώς δεν ακολούθησε αυτή την προσέγγιση. Οι αρχές του Λουξεμβούργου ισχυρίζονται ότι, στην επιστολή τους της 13ης Απριλίου 2006, υπέβαλαν τρία παραδείγματα απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ οι οποίες είχαν βρεθεί σε μειονεκτική θέση λόγω της εφαρμογής του επίμαχου καθεστώτος σε σχέση με τις φορολογούμενες εταιρείες χόλντινγκ. |
|
(60) |
Η Επιτροπή δεν συμμερίζεται τα συμπεράσματα των αρχών του Λουξεμβούργου. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς τους, το επίμαχο καθεστώς χαρακτηρίζεται από διάφορες φοροαπαλλαγές, όσον αφορά το φόρο εισοδήματος, τον εμπορικό δημοτικό φόρο και το φόρο επί των ιδίων κεφαλαίων. Οι απαλλαγές αυτές παρεκκλίνουν από τον κανόνα φορολογίας των εξεταζόμενων εταιρειών. Επιπλέον, οι παρεκκλίσεις αυτές δεν αποσκοπούν απλώς στην αποφυγή της πολλαπλής φορολόγησης των εσόδων, αλλά έχουν σκοπό να ανακουφίσουν από την καταβολή συγκεκριμένων φόρων ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες που εμπίπτουν στο νόμο της 31ης Ιουλίου 1929, τις οποίες ασκούν οι απαλλασσόμενες εταιρείες χόλντινγκ. |
|
(61) |
Παρότι αληθεύει ότι το καθεστώς φοροαπαλλαγής βάσει του νόμου 1929 δεν καλύπτει όλους τους φόρους στους οποίους κατά κανόνα υπόκεινται οι εταιρείες του Λουξεμβούργου (21), η παρούσα διαδικασία περιορίζεται στις διαπιστωθείσες φορολογικές παρεκκλίσεις και αφορά διάφορους προσωπικούς φόρους για τους οποίους χορηγείται φοροαπαλλαγή (22). Όσον αφορά τους άμεσους φόρους, ιδίως το φόρο εισοδήματος, τον εμπορικό δημοτικό φόρο και το φόρο επί των ιδίων κεφαλαίων (φόρος περιουσίας), οι εταιρείες χόλντινγκ που διέπονται από το νόμο του 1929 τυγχάνουν πλήρους φοροαπαλλαγής. |
|
(62) |
Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, όσον αφορά το φόρο ακίνητης περιουσίας, οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ υπόκεινται σε αυτόν σύμφωνα με το νόμο της 1ης Δεκεμβρίου 1936 και ότι οι εταιρείες αυτές δεν απολαύουν κανενός σχετικού πλεονεκτήματος, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής της 9ης Φεβρουαρίου 2006. |
|
(63) |
Όσον αφορά την απαλλαγή του φόρου εισοδήματος και του εμπορικού δημοτικού φόρου, το πεδίο εφαρμογής της φοροαπαλλαγής που χορηγείται στις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ για τα έσοδα συμμετοχής (μερίσματα και κεφαλαιουχικά κέρδη) υπερβαίνει κατά πολύ την απαλλαγή των συμμετοχών που χορηγείται για τα μερίσματα και τα κεφαλαιουχικά κέρδη που πραγματοποιούν οι μη απαλλασσόμενες εταιρείες χόλντινγκ ώστε να αποφεύγεται η διπλή φορολόγησή τους. Συγκεκριμένα, οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ απαλλάσσονται από τους φόρους αυτούς, ανεξαρτήτως εάν πληρούν ή όχι τους όρους υπαγωγής στο κοινό καθεστώς φοροαπαλλαγής με σκοπό την αποφυγή της διπλής φορολόγησης (23). Λαμβάνουν συνεπώς αυτομάτως τις απαλλαγές αυτές σε αντίθεση με τις φορολογητέες εταιρείες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή εκτιμά ότι η επίμαχη φοροαπαλλαγή παρέχει στις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ πλεονέκτημα ελαφρύνοντάς τες από τις συνήθεις επιβαρύνσεις του προϋπολογισμού τους (24). |
|
(64) |
Επίσης όσον αφορά το φόρο εισοδήματος και τον εμπορικό δημοτικό φόρο, η Επιτροπή προσθέτει ότι οι τόκοι και τα δικαιώματα που λαμβάνουν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ απαλλάσσονται εντελώς, σε αντίθεση με τη συνήθη φορολογία που εφαρμόζεται στις άλλες εταιρείες χόλντινγκ του Λουξεμβούργου. Εντούτοις, η απαλλαγή αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με τη βούληση αποτροπής της διπλής φορολόγησης των εσόδων αυτών, στο μέτρο που οι σχετικές επιβαρύνσεις αφαιρούνται κατά το προηγούμενο στάδιο από εκείνους που τις υφίστανται. Η απαλλαγή των εσόδων αυτών, βάσει του νόμου της 31ης Ιουλίου 1929, συνιστά συνεπώς παρέκκλιση και αντιβαίνει στην αρχή βάσει της οποίας οι πληρωμές τόκων και δικαιωμάτων υποβάλλονται, τουλάχιστον μια φορά, σε φόρο εισοδήματος. Λόγω της παρέκκλισης που συνεπάγεται η απαλλαγή αυτή, η Επιτροπή επομένως εκτιμά ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ απολαύουν επίσης ελάφρυνσης από τις συνήθεις επιβαρύνσεις του προϋπολογισμού τους. |
|
(65) |
Όσον αφορά τις παρακρατήσεις στην πηγή επί των διανεμόμενων εσόδων, των μερισμάτων και των δικαιωμάτων που καταβάλλουν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι εταιρείες αυτές δεν υπόκεινται στην παρακράτηση στην πηγή που κατά κανόνα εφαρμόζει το Λουξεμβούργο στις πληρωμές υπέρ δικαιούχων που έχουν έδρα σε άλλο κράτος περιλαμβανομένης, όσον αφορά τις δισεκατομμυριούχους χόλντινγκ, της παρακράτησης που επιβάλλεται στις αμοιβές των διευθυντών. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ απολαύουν επίσης, στην περίπτωση αυτή, ελάφρυνσης από τις συνήθεις επιβαρύνσεις του προϋπολογισμού τους. |
|
(66) |
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η απαλλαγή από τον παρακρατούμενο στην πηγή φόρο ευνοεί άμεσα τους αποδέκτες των εσόδων και, μόνο έμμεσα, τις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ, η Επιτροπή εκτιμά ότι, παρά ταύτα, έχει ως αποτέλεσμα να ελαφρύνει τις εταιρείες αυτές από τις συνήθεις επιβαρύνσεις των φορολογούμενων στο Λουξεμβούργο εταιρειών διανομής. Η αξιολόγηση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, όταν εφαρμόζεται παρακράτηση στην πηγή, ο φορολογικός συντελεστής είναι υψηλότερος εάν το κόστος το αναλάβει ο διανομέας και ότι, στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος δεν έχει τη νομική υποχρέωση να μετακυλίσει το φόρο στο δικαιούχο των εσόδων. Επιπλέον, οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ απολαύουν έμμεσου πλεονεκτήματος, δεδομένου ότι έχουν πιο άνετη πρόσβαση στα επιχειρηματικά κεφάλαια/δανειακό κεφάλαιο λόγω των υψηλότερων αποδόσεων των κεφαλαίων αυτών για τους επενδυτές συνεπεία της φοροαπαλλαγής. |
|
(67) |
Τέλος, οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ δεν υπόκεινται στο φόρο επί των ιδίων κεφαλαίων που εφαρμόζεται στις φορολογητέες εταιρείες στο Λουξεμβούργο. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής αυτής είναι από οικονομική άποψη περιορισμένο, παρά ταύτα ελαφρύνει τις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ από τη συνήθη επιβάρυνση των εταιρειών στο Λουξεμβούργο. |
|
(68) |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, τα επίμαχα πλεονεκτήματα συνιστούν παρεκκλίσεις ικανές να ευνοήσουν ορισμένες επιχειρήσεις σε σχέση με άλλες, οι οποίες, όσον αφορά τον επιδιωκόμενο από το εξεταζόμενο καθεστώς στόχο, δηλαδή την πρόληψη της πολλαπλής φορολόγησης, βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη από πραγματική και νομική άποψη. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εκτιμά ότι η αναφορά των αρχών του Λουξεμβούργου στην απόφαση Banks δεν έχει συνάφεια με την υπόθεση. Στην υπόθεση εκείνη, μεταξύ των διαφόρων πιθανών μεθόδων επιβολής ορισμένων φορολογικών επιβαρύνσεων, καμία δεν εμφάνιζε εκ των προτέρων περισσότερα πλεονεκτήματα. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι μια φοροαπαλλαγή έχει, καταρχήν, περισσότερα πλεονεκτήματα από τη φορολογία του εισοδήματος. Εξ αυτού η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ απολαύουν πραγματικής και όχι δυνητικής ελάφρυνσης των συνήθων επιβαρύνσεων του προϋπολογισμού τους. |
|
(69) |
Τα τρία παραδείγματα που επικαλούνται οι αρχές του Λουξεμβούργου στην επιστολή τους της 13ης Απριλίου 2006 δεν είναι ικανά να αμφισβητήσουν το συμπέρασμα ότι το επίμαχο καθεστώς παρέχει, κατά παρέκκλιση του κοινού φορολογικού δικαίου, πλεονεκτήματα, τα οποία δεν δικαιολογούνται από το χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος του Λουξεμβούργου. Αφενός, αφορούν περιστατικά μη αντιπροσωπευτικά της πραγματικής χρήσης του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929. Αφετέρου, αφορούν αποκλειστικά περιστάσεις κατά τις οποίες το καθεστώς κοινού δικαίου χορηγεί ήδη πλήρη απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος. Αντιθέτως, το Λουξεμβούργο αγνοεί περιστάσεις κατά τις οποίες δεν χορηγείται συνήθως απαλλαγή, παρά το γεγονός ότι, όπως διαπιστώθηκε προηγουμένως, μόνο στις περιστάσεις αυτές το καθεστώς επιτρέπει στους δικαιούχους του να διατηρούν συγκεκριμένο πλεονέκτημα έναντι του καθεστώτος κοινού δικαίου. |
|
(70) |
Η Επιτροπή, συνεπώς, εκτιμά ότι δεν είναι αναγκαίο να λάβει υπόψη όλους τους ισχύοντες άμεσους και έμμεσους φόρους προκειμένου να αποφανθεί για την ύπαρξη πραγματικού φορολογικού πλεονεκτήματος το οποίο χορηγείται στις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ, δεδομένου ότι η ύπαρξη του πλεονεκτήματος αυτού έχει ήδη αρκούντως καταδειχθεί. Εξάλλου, διαπιστώνει ότι θα ήταν αδύνατη η διενέργεια μιας τέτοιας ανάλυσης λόγω του απροσδιόριστου αριθμού των περιπτώσεων που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. |
|
(71) |
Εν κατακλείδι, η Επιτροπή εκτιμά ότι το επίμαχο καθεστώς συνιστά πλεονέκτημα για τις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ. |
Επιλεκτικότητα
|
(72) |
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ιδιαιτερότητα ενός κρατικού μέτρου, συγκεκριμένα ο επιλεκτικός του χαρακτήρας, συνιστά ένα από τα αναγκαία στοιχεία της έννοιας της κρατικής ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Προς τούτο πρέπει να διακριβωθεί εάν το επίμαχο φορολογικό καθεστώς συνεπάγεται πλεονεκτήματα προς αποκλειστικό όφελος ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων τομέων δραστηριότητας (25). Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τις αρχές του Λουξεμβούργου, το καθεστώς απαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 δεν είναι επιλεκτικό διότι θα μπορούσαν να ωφεληθούν από αυτό όλες οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε ανάλογες συνθήκες, δηλαδή εκείνες που ασκούν αποκλειστικά τις δραστηριότητες διαχείρισης και μεγιστοποίησης της αξίας συμμετοχών που κατέχουν σε ελεγχόμενες εταιρείες και που λαμβάνουν εισοδήματα προερχόμενα από τις δραστηριότητες αυτές. |
|
(73) |
Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη των αρχών του Λουξεμβούργου ότι η επιλεκτικότητα ενός μέτρου όπως η απαλλαγή για τις δραστηριότητες εταιρειών χόλντινγκ πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με ανάλογες συνθήκες (26). Εκτιμά ωστόσο ότι αυτό που πρέπει να ληφθεί υπόψη για σύγκριση στην παρούσα περίπτωση είναι οι εταιρείες που λαμβάνουν εισόδημα ανάλογο με εκείνο των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ. Ωστόσο, παρατηρεί ότι, μεταξύ των εταιρειών του Λουξεμβούργου, μόνο οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ απαλλάσσονται πλήρως από το φόρο επί του συνόλου των εισπραττόμενων εσόδων, και τούτο ανεξάρτητα από οποιοδήποτε φόρο ενδεχομένως επιβάλλεται ήδη σε προηγούμενο στάδιο επί των εσόδων τους από εταιρείες στις οποίες κατέχουν συμμετοχή. |
|
(74) |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή μπορεί απλώς να συναγάγει το συμπέρασμα ότι ένα τέτοιο καθεστώς φοροαπαλλαγής είναι επιλεκτικό αφού ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις που ασκούν κατ’ αποκλειστικότητα ορισμένες δραστηριότητες, μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων που υπόκεινται στον κίνδυνο πολλαπλής φορολόγησης. |
|
(75) |
Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις αρχές του Λουξεμβούργου, ο νόμος της 31ης Ιουλίου 1929 έχει στόχο την παρεμπόδιση της υπερβολικής επέκτασης αυτού του ευνοϊκού καθεστώτος σε εταιρείες πέραν των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ ώστε να μην επιβαρύνει υπερβολικά τον κρατικό προϋπολογισμό. Η Επιτροπή σημειώνει σχετικά ότι μια αιτιολόγηση που βασίζεται στο χαρακτήρα ή την οικονομία του φορολογικού συστήματος πρέπει να εκφράζει τη συνεκτικότητα ενός συγκεκριμένου φορολογικού μέτρου με την εσωτερική λογική του φορολογικού συστήματος εν γένει (27). Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση αφού το Λουξεμβούργο δεν έχει αιτιολογήσει, με αναφορά στον χαρακτήρα ή την οικονομία του εθνικού φορολογικού καθεστώτος, το καθεστώς παρέκκλισης το οποίο αφορά μόνο τις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ. |
|
(76) |
Εξάλλου, η Επιτροπή δήλωσε ότι το ευεργέτημα της απαλλαγής δυνάμει του νόμου της 31ης Ιουλίου 1929 εξαρτάται από την εκπλήρωση ορισμένων προϋποθέσεων που συνδέονται ουσιαστικά με την ύπαρξη ενός συστήματος καταχώρισης το οποίο εποπτεύουν οι διοικητικές αρχές και από την ύπαρξη ορισμένων νομικών προϋποθέσεων που σχετίζονται με την ελάχιστη καθαρή αξία, καθώς και από την πραγματική και αποκλειστική άσκηση ορισμένων αυστηρά προσδιοριζόμενων δραστηριοτήτων. Κατά την άποψη, ωστόσο, της Επιτροπής, η ύπαρξη αυτών των αυστηρών κριτηρίων ενισχύει τον επιλεκτικό χαρακτήρα του επίμαχου καθεστώτος. |
|
(77) |
Η Επιτροπή επισημαίνει σχετικά ότι οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ πρέπει να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους στην απόκτηση συμμετοχών, υπό οιανδήποτε μορφή, σε άλλες επιχειρήσεις, καθώς και στη διαχείριση και τη μεγιστοποίηση της αξίας των συμμετοχών αυτών. Ο συνοπτικός ορισμός της μεγιστοποίησης της αξίας των συμμετοχών σύμφωναμε το νόμο της 31ης Ιουλίου 1929 αποσαφηνίστηκε από τη λουξεμβουργιανή αρχή (administration de l’enregistrement et des domaines), η οποία ερμηνεύοντας ευρέως τον ορισμό έκρινε ότι πρέπει να περιλαμβάνει διάφορες οικονομικές δραστηριότητες οι οποίες συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τη μεγιστοποίηση της αξίας των συμμετοχών, και λαμβάνουν κυρίως τη μορφή χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Με τον τρόπο αυτό, επιτρέπεται στις εταιρείες χόλντινγκ να χορηγούν μακροχρόνιες ή βραχυχρόνιες προκαταβολές κεφαλαίων και δάνεια στις εταιρείες στις οποίες κατέχουν άμεσα συμμετοχή (28). |
|
(78) |
Βάσει του νόμου της 31ης Ιουλίου 1929, η σύσταση εμπραγμάτων ασφαλειών υπέρ πιστωτών εταιρειών στις οποίες κατέχουν συμμετοχή οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ, καθώς και η εγγύηση των αυξήσεων κεφαλαίου των εταιρειών αυτών εμπίπτουν επίσης στην έννοια της μεγιστοποίησης της αξίας των συμμετοχών. Εξάλλου, πέραν του μετοχικού κεφαλαίου, οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ μπορούν να κατέχουν κρατικά ή ιδιωτικά ομόλογα, εισηγμένα ή όχι, σε αγορές ρυθμιζόμενες ή όχι, και ανεξαρτήτως εάν έχουν ή όχι εκδοθεί από το δημόσιο. Οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ μπορούν επίσης να κατέχουν μόνον ομόλογα, ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό με τις δραστηριότητες διαχείρισης συμμετοχών. Με τον τρόπο αυτό, παρέχεται η δυνατότητα στις χρηματοδοτικές χόλντινγκ να διευρύνουν τον κύκλο των δυνητικών δικαιούχων χρηματοδότησης και να χορηγούν έτσι δάνεια σε όλες τις εταιρείες που ανήκουν στον όμιλο και ως εκ τούτου σε όλες τις εταιρείες με κοινή επωνυμία οι οποίες αποτελούν τουλάχιστον κατά 25 % ιδιοκτησία μιας κοινής μητρικής εταιρείας. |
|
(79) |
Επίσης, ορισμένες δραστηριότητες τεκμαίρονται ως ισοδύναμες με την απόκτηση συμμετοχής, έστω και αν η συγκεκριμένη απαλλασσόμενη βάσει του νόμου του 1929 εταιρεία χόλντινγκ δεν κατέχει καμία μετοχή. Έτσι μια εταιρεία χόλντινγκ μπορεί να κατέχει διπλώματα ευρεσιτεχνίας και, παρότι δεν μπορεί να τα εκμεταλλευθεί ή να τα διαπραγματευθεί, μπορεί να χορηγήσει άδειες εκμετάλλευσης σε άλλες εταιρείες εντός ή εκτός του ομίλου στον οποίο ανήκει και, ως εκ τούτου, να συγκεντρώνει δικαιώματα χωρίς να χάνει το ευεργέτημα της φοροαπαλλαγής. |
|
(80) |
Μεταξύ των δραστηριοτήτων τις οποίες επιτρέπεται να ασκούν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ περιλαμβάνεται και η παροχή συμβουλών σχετικά με τη διαχείριση και την τοποθέτηση επενδυτικών κεφαλαίων. Η δραστηριότητα αυτή έχει στόχο την παροχή συμβουλών σε συλλογικούς επενδυτικούς φορείς όσον αφορά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου το οποίο τους έχει ανατεθεί. Η δραστηριότητα αυτή ασκείται κατά κανόνα από εταιρείες παροχής συμβουλών οι οποίες είναι καταρχήν φορολογητέες βάσει του κοινού φορολογικού δικαίου. Εφόσον όμως πληρούνται ορισμένες φορολογικές προϋποθέσεις, είναι δυνατό μια εταιρεία παροχής συμβουλών να επιλέξει το καθεστώς απαλλασσόμενης βάσει του νόμου του 1929 εταιρείας χόλντινγκ (29). |
|
(81) |
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι δραστηριότητες που μπορεί να ασκεί μια απαλλασσόμενη βάσει του νόμου του 1929 εταιρεία χόλντινγκ περιορίζονται αυστηρά από το νόμο της 31ης Ιουλίου 1929, αφού η άσκηση άλλων δραστηριοτήτων τιμωρείται με την αφαίρεση του καθεστώτος απαλλαγής. Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι περιορισμοί αυτοί επιβεβαιώνουν τον επιλεκτικό χαρακτήρα του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929. Εξάλλου, όπως ανέφερε στην απόφασή της της 9ης Φεβρουαρίου 2006, αρκεί να σημειωθεί ότι πολλοί οικονομικοί τομείς δεν μπορούν να τύχουν των πλεονεκτημάτων που προσφέρει το συγκεκριμένο καθεστώς. Αποκλείονται έτσι από το ευεργέτημα του καθεστώτος οι επιχειρήσεις οι οποίες ασκούν δραστηριότητες διαφορετικές από τις επιτρεπόμενες όσον αφορά τη μεγιστοποίηση της αξίας των συμμετοχών, καθώς και δραστηριότητες που αφορούν διάφορους τομείς, όπως η μεταποίηση, η γεωργία ή το εμπόριο. |
|
(82) |
Η Επιτροπή εκτιμά ότι καμία αντικειμενική ερμηνεία δεν μπορεί να αιτιολογήσει παρόμοια φορολογική μεταχείριση με εκείνη που επιφυλάσσεται ειδικά στις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ, η οποία αποσκοπεί, περιορίζοντας την εφαρμογή της σε ορισμένες επιχειρήσεις, να τις ευνοήσει σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους. |
|
(83) |
Εξάλλου, το γεγονός ότι η πρόσβαση στο επίμαχο καθεστώς είναι δυνατή μόνο για τις εταιρείες του Λουξεμβούργου που ασκούν περιορισμένο αριθμό δραστηριοτήτων ενισχύει την εκτίμηση αυτή. Πράγματι, για να ωφεληθεί από το επίμαχο καθεστώς φοροαπαλλαγής, κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να μεγιστοποιήσει την αξία των επενδύσεων της πρέπει να δημιουργήσει μια χωριστή οντότητα στο Λουξεμβούργο, η οποία θα ασκεί αποκλειστικά τις δραστηριότητες που επιτρέπει η νομοθεσία του 1929. Η δημιουργία μιας τέτοιας δομής συνεπάγεται επομένως επενδύσεις μεγαλύτερες από το φυσιολογικό κόστος μιας επενδυτικής δραστηριότητας. Συνεπώς, είναι σε θέση να ωφεληθούν από το καθεστώς μόνο επιχειρήσεις που διαθέτουν δομή ομίλου και οικονομικούς πόρους σημαντικούς (30) και επαρκείς για την ίδρυση στο Λουξεμβούργο μιας δομής αφιερωμένης στις δραστηριότητες διαχείρισης και χρηματοδότησης συμμετοχών. Πρόκειται, παραδείγματος χάρη, για την περίπτωση των απαλλασσόμενων δισεκατομμυριούχων χόλντινγκ. |
Κρατικοί πόροι
|
(84) |
Όσον αφορά την κρατική προέλευση των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από την εφαρμογή του επίμαχου καθεστώτος, πρέπει να σημειωθεί ότι η έννοια της ενίσχυσης είναι γενικότερη από εκείνη της επιδότησης, διότι δεν περιλαμβάνει μόνο θετικά ευεργετήματα, όπως οι ίδιες οι επιδοτήσεις, αλλά και μέτρα τα οποία, υπό διάφορες μορφές, ελαφρύνουν μια επιχείρηση από τις συνήθεις επιβαρύνσεις του προϋπολογισμού της και τα οποία συνεπώς, χωρίς να είναι επιδοτήσεις με την αυστηρή έννοια της λέξης, έχουν τον ίδιο χαρακτήρα και το ίδιο αποτέλεσμα (31). Συνάγεται ότι ένα καθεστώς, όπως το εξεταζόμενο, μέσω του οποίου οι δημόσιες αρχές χορηγούν σε ορισμένες επιχειρήσεις απαλλαγή από τον φυσιολογικά οφειλόμενο φόρο, το οποίο παρότι δεν συνεπάγεται μεταβίβαση κρατικών πόρων τοποθετεί τους δικαιούχους σε ευνοϊκότερη χρηματοοικονομική θέση σε σχέση με τους άλλους φορολογούμενους, συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης (32). Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση, παρά το γεγονός ότι οι απαλλαγές που απορρέουν από την εφαρμογή του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 δεν συνιστούν μεταβίβαση κρατικών πόρων, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι συνεπάγονται απώλεια φορολογικών εσόδων και επομένως συνιστούν κρατική χρηματοδότηση. |
Νόθευση του ανταγωνισμού και επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών
|
(85) |
Σύμφωνα με τις αρχές του Λουξεμβούργου, το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 δεν είναι σε θέση να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και το εμπόριο εντός της Κοινότητας δεδομένου ότι οι δικαιούχοι εταιρείες χόλντινγκ είναι αποκλειστικά παθητικοί αποδέκτες εισοδήματος και δεν βρίσκονται σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ως ανεξάρτητοι πάροχοι υπηρεσιών. Σύμφωνα με το Λουξεμβούργο, άλλωστε, η Επιτροπή δεν έχει αποδείξει ότι το καθεστώς έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της θέσης των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών σε σχέση με άλλες εταιρείες χόλντινγκ. |
|
(86) |
Η Επιτροπή παρατηρεί, αφενός, ότι βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για να νοθεύει ένα μέτρο τον ανταγωνισμό αρκεί ο δικαιούχος της ενίσχυσης να ασκεί ανταγωνισμό με άλλες επιχειρήσεις σε αγορές ανοικτές στον ανταγωνισμό (33), και, αφετέρου, ότι όταν η ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος μέλος ενισχύει τη θέση μιας επιχείρηση σε σχέση προς άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι επιχειρήσεις αυτές θίγονται από την εν λόγω ενίσχυση (34). |
|
(87) |
Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ δραστηριοποιούνται στο χρηματοπιστωτικό τομέα, όπου επιτελούν ειδικές δραστηριότητες όπως η χορήγηση δανείων σε άλλα μέλη του ομίλου, η έκδοση ομολόγων, η προεξόφληση λογαριασμών και η διαχείριση καταθέσεων σε μετρητά εξ ονόματος των εταιρειών που ελέγχουν άμεσα και έμμεσα καθώς και άλλων εταιρειών του ομίλου στον οποίο ανήκει η απαλλασσόμενη βάσει του νόμου του 1929 εταιρεία χόλντινγκ, ή η παροχή συμβουλών όσον αφορά τη διαχείριση επενδυτικών κεφαλαίων. Όπως προαναφέρθηκε, οι απαλλασσόμενες χρηματοδοτικές εταιρείες χόλντινγκ, καθώς και οι απαλλασσόμενες δισεκατομμυριούχοι χόλντινγκ απολαύουν, βάσει της νομοθεσίας του 1929, μεγαλύτερης λειτουργικής ευελιξίας κατά την άσκηση ανάλογων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων. Οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ δραστηριοποιούνται επίσης στον τομέα της αγοράς και διαχείρισης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, καθώς και της χορήγησης αδειών για λογαριασμό θυγατρικών τις οποίες κατέχουν άμεσα και έμμεσα ή για λογαριασμό άλλων εταιρειών του ομίλου. |
|
(88) |
Σύμφωνα με τη διαδικασία απορρύθμισης που χαρακτήρισε την κοινοτική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ο ανταγωνισμός στον τομέα αυτόν, βασίζεται κυρίως στην εξάλειψη κάθε θεσμικού περιορισμού κατά την άσκηση χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων στην κοινή αγορά, καθώς και στη διαφάνεια και την ισότητα των όρων κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών εφόσον είναι συγκρίσιμες. Το επίμαχο καθεστώς νοθεύει επομένως τον ανταγωνισμό εφόσον οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ απολαύουν πλήρους απαλλαγής από τους άμεσους φόρους οι οποίοι επιβάλλονται φυσιολογικά στο Λουξεμβούργο επί των εσόδων που προκύπτουν από ανάλογες δραστηριότητες, παρά το γεγονός ότι οι δραστηριότητες αυτές είναι φορολογητέες όταν εκτελούνται από ανεξάρτητους παρόχους υπηρεσιών ή παρόχους που δεν έχουν ειδική μορφή απαλλασσόμενης βάσει του νόμου του 1929 εταιρείας χόλντινγκ. |
|
(89) |
Εξάλλου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η νομική μορφή μιας απαλλασσόμενης βάσει του νόμου του 1929 εταιρείας χόλντινγκ επιλέγεται συχνά από ομίλους διεθνούς εμβέλειας οι δραστηριότητες των οποίων καλύπτουν διάφορους τομείς, όπως παραδείγματος χάρη το εμπόριο, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών θίγεται λόγω των φορολογικών πλεονεκτημάτων που χορηγούνται σε εμπορικές πολυεθνικές που κάνουν χρήση των υπηρεσιών των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ. Επιπλέον, οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου 1929 εταιρείες χόλντινγκ παρέχουν υπηρεσίες εντός ομίλου και μπορούν, με ορισμένους περιορισμούς, να συμμετέχουν στη βιομηχανική και εμπορική δραστηριότητα των εταιρειών στις οποίες κατέχουν συμμετοχή, πράγμα που συνιστά πλήρη οικονομική δραστηριότητα όπως απεφάνθη το Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Fondazione Cassa di Risparmio di Firenze (35). Για όλους αυτούς του λόγους, και λόγω των εμπορικών δραστηριοτήτων τις οποίες ασκούν οι όμιλοι στους οποίους ανήκουν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ, και στο επίπεδο των ομίλων αυτών επηρεάζεται το εμπόριο και νοθεύεται ο ανταγωνισμός. |
|
(90) |
Τα συμπεράσματα αυτά ενισχύονται από τη διαπίστωση της σημαντικής επίπτωσης που των φοροαπαλλαγών στην επιλογή του Λουξεμβούργου ως προνομιούχου χρηματοπιστωτικού κέντρου. Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή κρίνει πρόσφορο να παραπέμψει σε άρθρα που εμφανίστηκαν στον τύπο (36) σύμφωνα με τα οποία το χρηματοπιστωτικό σύστημα του Λουξεμβούργου στηρίζεται στο καθεστώς φοροαπαλλαγής των εταιρειών χόλντινγκ. Τούτο αποδεικνύει ότι οι χρηματοπιστωτικές πολυεθνικές χρησιμοποιούν τις δομές των εταιρειών χόλντινγκ του Λουξεμβούργου, μεταξύ των οποίων και των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ, για να ελαχιστοποιήσουν τις φορολογικές τους επιβαρύνσεις. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα αυτά, σε 15 000 ανέρχονται περίπου οι εγγεγραμμένες στο Λουξεμβούργο απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ. |
|
(91) |
Παρά το γεγονός ότι οι αρχές του Λουξεμβούργου δεν διαβίβασαν στοιχεία που να επιτρέπουν τον προσδιορισμό του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποίησαν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ, η Επιτροπή εκτιμά ότι κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη σημασία του καθεστώτος για το χρηματοοικονομικό τομέα του Λουξεμβούργου ή τη σημασία των νοθεύσεων του ανταγωνισμού και του εμπορίου που απορρέουν από αυτό. |
Συμβιβάσιμο
|
(92) |
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η κρατική ενίσχυση την οποία λαμβάνουν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ δεν μπορεί να κριθεί συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. Προς τούτο πρέπει να σημειωθεί ότι οι αρχές του Λουξεμβούργου δεν πρόβαλαν κανένα επιχείρημα που να αποδεικνύει ότι είναι εφαρμοστέα στην παρούσα υπόθεση κάποια από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφοι 2 και 3 της Συνθήκης. |
|
(93) |
Οι παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφος 2 της Συνθήκης, οι οποίες αφορούν τις ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα προς μεμονωμένους καταναλωτές ή ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα και ενισχύσεις προς την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση. |
|
(94) |
Το ίδιο ισχύει και για την παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της Συνθήκης βάσει της οποίας δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση. Ομοίως, το καθεστώς δεν μπορεί να θεωρηθεί σχέδιο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ούτε μέτρο για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας του Λουξεμβούργου, κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης. Ούτε έχει ως στόχο την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της Συνθήκης. |
|
(95) |
Όσον αφορά, τέλος, το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης, το οποίο επιτρέπει τις ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα χορηγούμενα στις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ φορολογικά πλεονεκτήματα δεν συνδέονται με επενδύσεις, με δημιουργία θέσεων απασχόλησης ή με συγκεκριμένα σχέδια. Συνίστανται απλώς σε μείωση των επιβαρύνσεων που θα έπρεπε να υφίστανται κανονικά οι συγκεκριμένες εταιρείες κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους και, κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθούν κρατικές ενισχύσεις λειτουργίας. Σύμφωνα με την πάγια πρακτική της Επιτροπής, οι ενισχύσεις αυτού του είδους δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά εάν δεν διευκολύνουν την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων ή ορισμένων οικονομικών τομέων και εάν δεν είναι χρονικά περιορισμένες, προοδευτικά φθίνουσες ή ανάλογες με ό, τι απαιτείται για την επανόρθωση ειδικών οικονομικών προβλημάτων. |
|
(96) |
Η Επιτροπή σημειώνει ότι και μόνο το γεγονός ότι τα επίμαχα φορολογικά πλεονεκτήματα προορίζονται αποκλειστικά για εταιρείες εγγεγραμμένες στο Λουξεμβούργο ως απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ αντίκειται στην ελευθερία εγκατάστασης οικονομικών οντοτήτων εγκατεστημένων στο Λουξεμβούργο καθώς και εκείνων που έχουν συσταθεί σε άλλα κράτη μέλη (37). |
|
(97) |
Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικά ότι μόνο οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες υπό μορφή εταιρείας στο Λουξεμβούργο μπορούν να τύχουν των πλεονεκτημάτων που παρέχει το φορολογικό σύστημα του Λουξεμβούργου στις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ και ότι η συνθήκη αυτή δεν μπορεί να αιτιολογηθεί βάσει του χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος. Μια αλλοδαπή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες ανάλογες με εκείνες των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ, παραδείγματος χάρη μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης, ενός γραφείου ή υποκαταστήματος αλλοδαπής εταιρείας κατά την έννοια του άρθρου 43 της Συνθήκης, δεν μπορεί να τύχει των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχθεί τη δέσμευση των αρχών του Λουξεμβούργου να μην αντιτεθούν στην επέκταση του καθεστώτος φοροαπαλλαγής βάσει του νόμου της 31ης Ιουλίου 1929 ώστε να περιλάβει μόνιμες εγκαταστάσεις στο Λουξεμβούργο αλλοδαπών εταιρειών που τηρούν τους όρους που προβλέπει ο νόμος της 31ης Ιουλίου 1929. Το άρθρο 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης δεν προβαίνει σε διάκριση ανάλογα με τις αιτίες ή τους στόχους των κρατικών ενισχύσεων, αλλά τις ορίζει σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις τους (38). Η Επιτροπή επιβεβαιώνει συνεπώς την προκαταρκτική της εκτίμηση βάσει της οποίας το επίμαχο καθεστώς θέτει σε μειονεκτική θέση, πρώτα από όλα, τις αλλοδαπές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο Λουξεμβούργο οι οποίες δεν έχουν τη μορφή εταιρείας βάσει της νομοθεσίας της χώρας, σε σχέση με τις εταιρείες χόλντινγκ που έχουν συσταθεί με τη μορφή εταιρείας εγκατεστημένης στο Λουξεμβούργο. Η διάκριση αυτή μπορεί συνεπώς να συνιστά φραγμό στην ελευθερία εγκατάστασης ξένων εταιρειών στο Λουξεμβούργο που αντίκειται στη Συνθήκη και επομένως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. |
|
(98) |
Η Επιτροπή υπογραμμίζει σχετικά ότι η διαδικασία του άρθρου 88 της Συνθήκης δεν πρέπει ποτέ να παράγει αποτέλεσμα αντίθετο με άλλες ειδικές διατάξεις της Συνθήκης. Οι κρατικές ενισχύσεις ορισμένοι όροι των οποίων είναι αντίθετοι με άλλες διατάξεις της Συνθήκης δεν μπορούν να κηρυχθούν από την Επιτροπή συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά (39). Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει ήδη καταδειχθεί, το επίμαχο καθεστώς δεν θα παρείχε οφέλη σε μια αλλοδαπή εταιρεία που δραστηριοποιείται στο Λουξεμβούργο μέσω δευτερεύουσας εγκατάστασης η οποία λαμβάνει τη μορφή μόνιμης εγκατάστασης, μέσω αντιπροσωπείας ή υποκαταστήματος, φορολογητέων στο Λουξεμβούργο, κατά την έννοια του άρθρου 43 της Συνθήκης. Εάν ένα κράτος μέλος χορηγήσει, έστω και έμμεσα, φορολογικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στο έδαφός του αρνούμενο το ευεργέτημα του ίδιου πλεονεκτήματος στις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος, αλλά διαθέτουν δευτερεύουσα εγκατάσταση στο Λουξεμβούργο, η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών δικαιούχων απαγορεύεται καταρχήν από τη Συνθήκη υπό την προϋπόθεση ότι η κατάστασή τους δεν εμφανίζει καμία αντικειμενική διαφορά. |
|
(99) |
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Επιτροπή εκτιμά ότι το επίμαχο καθεστώς δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά. |
VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
|
(100) |
Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το ισχύον στο Λουξεμβούργο καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης και ότι δεν είναι εφαρμοστέα καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3. Διαπιστώνει επίσης ότι, παρά τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 μέσω νόμου της 21ης Ιουνίου 2005, το καθεστώς εξακολουθεί να παρέχει όλα τα επίμαχα φορολογικά πλεονεκτήματα και τούτο παρά το γεγονός ότι ο κύκλος των δικαιούχων του καθεστώτος περιορίζεται σε εταιρείες χόλντινγκ που λαμβάνουν κάτω από το 5 % των μερισμάτων τους από ξένες εταιρείες που υπόκεινται σε εταιρικό φόρο ίσο τουλάχιστον με 11 % ή από εταιρείες του Λουξεμβούργου. Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο της 21ης Ιουνίου 2005, συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης και ότι δεν εφαρμόζεται καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 2 και 3 της Συνθήκης. |
|
(101) |
Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το χορηγούμενο βάσει της νομοθεσίας του 1929 καθεστώς φοροαπαλλαγής δεν τροποποιήθηκε εκ βάθρων μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης. Εκτιμά συνεπώς, ότι το εν λόγω καθεστώς συνιστά υφιστάμενη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο β) περίπτωση i), του κανονισμού (EΚ) αριθ. 659/1999. Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι τροποποιήσεις του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 τις οποίες προβλέπει ο νόμος της 21ης Ιουνίου 2005 δεν εισάγουν νέα στοιχεία ενίσχυσης και δεν αυξάνουν τον αριθμό των δικαιούχων· ως εκ τούτου, το μέτρο διατηρεί τον χαρακτήρα υφιστάμενης ενίσχυσης. |
|
(102) |
Οι αρχές του Λουξεμβούργου υποστήριξαν ότι η Επιτροπή ενέκρινε τις τροποποιήσεις που επήλθαν μέσω του νόμου της 21ης Ιουνίου 2005 στο πλαίσιο της ομάδας «κώδικας δεοντολογίας» του Συμβουλίου, η οποία ασχολείται με την εξέταση των επιζήμιων φορολογικών μέτρων βάσει του κώδικα δεοντολογίας σχετικά με τη φορολογία επιχειρήσεων (40) και ότι, συνεπώς, το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 συνάδει με τη Συνθήκη. Απαντώντας η Επιτροπή διαπιστώνει αρχικά ότι το άρθρο 87 δεν αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του φορολογικά μέτρα οποιουδήποτε είδους. Εν συνεχεία διαπιστώνει ότι ούτε ο νόμος της 31ης Ιουλίου 1929 ούτε καμία από τις τροποποιήσεις του, μεταξύ των οποίων και εκείνες που εισήγαγε ο νόμος της 21ης Ιουνίου 2005, δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 32 της Συνθήκης. Ως εκ τούτου, δεν δόθηκε στην Επιτροπή η ευκαιρία να αποφανθεί σχετικά με το συμβιβάσιμο του επίμαχου καθεστώτος με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. |
|
(103) |
Συνεπώς δεν είναι δυνατό να συναχθούν συμπεράσματα από τη συμμετοχή της Επιτροπής στις εργασίες της ομάδας «κώδικας δεοντολογίας» στόχος των οποίων ήταν η εξέταση του επιζήμιου χαρακτήρα του επίμαχου φορολογικού μέτρου. Αρκεί να σημειωθεί ότι η διαδικασία εξέτασης φορολογικών καθεστώτων από την άποψη των κρατικών ενισχύσεων είναι νομικά ανεξάρτητη από τις εργασίες της ομάδας «κώδικας δεοντολογίας». Εξάλλου, το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 το οποίο εξέτασε η ομάδα «κώδικας δεοντολογίας» είχε πιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής σε σχέση με το καθεστώς που εξετάζει η παρούσα απόφαση, στο μέτρο που η ομάδα εστιάστηκε αποκλειστικά στην απαλλαγή των μερισμάτων που λαμβάνουν οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ. |
|
(104) |
Συνάγεται επομένως ότι η εξέταση της ομάδας δεν μπορεί να εμποδίσει την Επιτροπή να προβεί στην παρούσα αξιολόγηση ούτε να θέσει σε αμφισβήτηση το συμπέρασμα της Επιτροπής βάσει του οποίου το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929, το οποίο διέπεται από το νόμο της 31ης Ιουλίου 1929, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο της 21ης Ιουνίου 2005, συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης. |
|
(105) |
Η Επιτροπή εκτιμά ότι είναι ανάγκη να τεθεί τέλος στη χορήγηση των διαφόρων πλεονεκτημάτων που προβλέπει το καθεστώς φοροαπαλλαγής που εφαρμόζεται στις εταιρείες χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929, είτε μέσω της κατάργησης είτε μέσω της τροποποίησής τους ώστε να καταστούν συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά. Από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, τα πλεονεκτήματα τα οποία προβλέπει το καθεστώς ή τα συστατικά του μέρη δεν θα μπορούν πλέον να χορηγούνται σε νέες δικαιούχους εταιρείες εγγεγραμμένες με τη μορφή απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ. Προς τούτο οι αρχές του Λουξεμβούργου θα πρέπει να τροποποιήσουν τη νομοθεσία τους το αργότερο ως τις 31 Δεκεμβρίου 2006. |
|
(106) |
’Όσον αφορά τις υφιστάμενες απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ οι οποίες ευεργετούνται σήμερα από το καθεστώς απαλλαγής που περιγράφεται στην παρούσα απόφαση, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ο χαρακτήρας υφιστάμενης ενίσχυσης του καθεστώτος εμποδίζει την ανάκτηση οποιασδήποτε ενίσχυσης χορηγήθηκε πριν από την ημερομηνία της παρούσας απόφασης. |
|
(107) |
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι τρίτοι ενδιαφερόμενοι δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις ή άλλα σχετικά πληροφοριακά στοιχεία ώστε να προσδιοριστεί εάν υπάρχει, για τους δικαιούχους του επίμαχου καθεστώτος, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη η οποία να αιτιολογεί τη λήψη επιμέρους μεταβατικών μέτρων πριν από την κατάργηση του καθεστώτος ενισχύσεων. Εξάλλου, η Επιτροπή εξέτασε τα στοιχεία που υπέβαλαν οι αρχές του Λουξεμβούργου σχετικά με τις δραστηριότητες χρηματοδότησης των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ, καθώς και τα άλλα επιχειρήματα που υπέβαλαν οι αρχές αυτές σχετικά με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των υφιστάμενων δικαιούχων. Το ζητούμενο είναι να δοθεί στους δικαιούχους η δυνατότητα να διατηρήσουν τα πλεονεκτήματα του καθεστώτος επί μια μεταβατική περίοδο πριν από την οριστική του κατάργηση. |
|
(108) |
Η Επιτροπή εκτιμά σχετικά ότι πρώτον, λαμβανομένης υπόψη της απόφασης του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 2006 (41), ούτε το Λουξεμβούργο, ούτε οι δικαιούχοι του καθεστώτος δεν μπορούν να επικαλεσθούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη κατά τη διατήρηση του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 κατά την ορισθείσα από το Συμβούλιο μεταβατική περίοδο (στο πλαίσιο των εργασιών της ομάδας «κώδικας δεοντολογίας») για την απάλειψη των στοιχείων του καθεστώτος που κρίνονται επιζήμια. Το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που βασίστηκε στα άρθρα 87 έως 89 της Συνθήκης και αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι διαφορετικό από τις δραστηριότητες του Συμβουλίου στο πλαίσιο των ανωτέρω εργασιών. |
|
(109) |
Δεύτερον, η Επιτροπή εκτιμά, ότι παρά το μόνιμο χαρακτήρα του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929, οι δικαιούχοι δεν μπορούν καταρχήν να αξιώνουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη για τη συνέχιση του καθεστώτος πέραν του φορολογικού έτους κατά το οποίο ισχύει η απαλλαγή. Ειδικότερα, η Επιτροπή εκτιμά ότι το καθεστώς δεν εξαρτάται από την πραγματοποίηση ειδικών επενδύσεων εκ μέρους των δικαιούχων, αλλά περιορίζεται στην φοροαπαλλαγή του εισοδήματος που έχουν λάβει οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ κατά την εξεταζόμενη φορολογική περίοδο. |
|
(110) |
Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 εξακολουθεί να διέπεται από το νόμο της 31ης Ιουλίου 1929, ο οποίος μετά τη δημοσίευσή του δεν υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις. Παρά το γεγονός ότι η μακροβιότητα αυτή (76 έτη) δεν αποτελεί εγγύηση για τη μονιμότητα του καθεστώτος ούτε για τη συμμόρφωσή του με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, έχει ενδεχομένως επιτρέψει στους δικαιούχους να σχηματίσουν την εντύπωση ότι δεν πρόκειται να δοθεί αιφνιδίως τέλος στο φορολογικό καθεστώς που συνδέεται στενά με τις δραστηριότητές τους και ότι μπορούν ευλόγως να αναμένουν τη συνέχιση των δραστηριοτήτων αυτών. Η δραστηριότητα των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου του 1929 εταιρειών χόλντινγκ συνίσταται εξάλλου στη χορήγηση μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων χρηματοδοτήσεων. Η δραστηριότητα αυτή διαφέρει από τις βραχυπρόθεσμες χρηματοοικονομικές εμπορικές δραστηριότητες και δεν μπορεί να ασκηθεί ελλείψει χρονικής σταθερότητας. |
|
(111) |
Είναι εξάλλου αληθές ότι οι υφιστάμενες εταιρείες χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 έχουν πραγματοποιήσει τεράστιες επενδύσεις στους πολυεθνικούς ομίλους στους οποίους ανήκουν. Οι επενδύσεις αυτές αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία και την ανάπτυξη των υποδομών των πολυεθνικών ομίλων με στόχο τον συντονισμό και την προώθηση της ανάπτυξης των εμπορικών τους δραστηριοτήτων. Τυχόν αμφισβήτηση του καθεστώτος θα οδηγήσει συνεπώς σε ευαίσθητα και περίπλοκα εγχειρήματα αναδιοργάνωσης η ολοκλήρωση των οποίων θα απαιτήσει σημαντικό χρονικό διάστημα. |
|
(112) |
Ομοίως έχουν αναληφθεί μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις έναντι του προσωπικού και των εξωτερικών παρόχων υπηρεσιών ώστε να δοθεί στις εταιρείες χόλντινγκ η ευκαιρία να επιτελέσουν δραστηριότητές που αφορούν τους πολυεθνικούς ομίλους στους οποίους ανήκουν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις αρχές του Λουξεμβούργου, σήμερα δραστηριοποιούνται στη χώρα περίπου 13 000 απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ· οι εταιρείες αυτές έχουν καταστήσει ελκυστικό διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο μια χώρα ο ενεργός πληθυσμός της οποίας δεν υπερβαίνει τους 110 000 εργαζόμενους. Η Επιτροπή πρέπει συνεπώς να επιστήσει την προσοχή της στις σχετικά σοβαρές συνέπειες που ενδέχεται να προκαλέσει στην απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη του Λουξεμβούργου η απόφαση για την άμεση κατάργηση του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929. |
|
(113) |
Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί εύλογο να χορηγήσει μια μεταβατική περίοδο χάριτος στις υφιστάμενες κατά την ημερομηνία της απόφασης απαλλασσόμενες εταιρείες χόλντινγκ, η οποία θα λήξει στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Ωστόσο, οι εταιρείες οι οποίες θα συνεχίσουν να ευεργετούνται από το καθεστώς μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010 δεν θα μπορούν να προβούν σε ολική ή μερική εκχώρηση του κεφαλαίου τους καθ’όλη τη διάρκεια του μεταβατικού καθεστώτος, διότι, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα τους ως εταιρειών συμμετοχής (χόλντινγκ), εφόσον κάποια τμήματά τους μεταβιβαστούν, δεν θα διαθέτουν πλέον τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη για συνέχιση του καθεστώτος φοροαπαλλαγής. Συνεπώς, για τις απαλλαγές εισοδήματος μετά την 1η Ιανουαρίου 2011, η εφαρμογή του καθεστώτος φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου του 1929 θα είναι παράνομη και ενδέχεται να οδηγήσει σε ανάκτηση κάθε χορηγηθέντος πλεονεκτήματος. |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ
Άρθρο 1
Το ισχύον στο Λουξεμβούργο φορολογικό καθεστώς φοροαπαλλαγής εταιρειών χόλντινγκ βάσει του νόμου της 31ης Ιουλίου 1929 («απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ») αποτελεί καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
Το Λουξεμβούργο υποχρεούται να καταργήσει ή να τροποποιήσει, το αργότερο ως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, το καθεστώς ενισχύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 1, ώστε να καταστεί συμβατό με την κοινή αγορά
Από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, δεν μπορούν πλέον να χορηγούνται σε νέους δικαιούχους τα πλεονεκτήματα του καθεστώτος αυτού ή των συστατικών μερών του.
Όσον αφορά τις απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ, οι οποίες, κατά την ημερομηνία της παρούσας απόφασης, διέπονται από το καθεστώς που αναφέρεται στο άρθρο 1, τα αποτελέσματα του καθεστώτος μπορούν να παραταθούν το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010. Εντούτοις, οι εταιρείες οι οποίες θα εξακολουθήσουν να ευεργετούνται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010 από το καθεστώς το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 1 δεν θα μπορούν να προβούν σε ολική ή μερική εκχώρηση του κεφαλαίου τους καθ’όλη τη διάρκεια του μεταβατικού καθεστώτος απαλλαγής.
Άρθρο 3
Το Λουξεμβούργο ενημερώνει την Επιτροπή, σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας απόφασης.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου.
Βρυξέλλες, 19 Ιουλίου 2006.
Για την Επιτροπή
Neelie KROES
Μέλος της Επιτροπής
(1) ΕΕ C 78 της 31.3.2006, σ. 2.
(2) ΕΕ C 2 της 6.1.1998, σ. 1.
(3) ΕΕ C 384, της 10.12.1998, σ. 3.
(4) ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1. κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από την πράξη προσχώρησης 2003.
(5) SG(2005) D/205866
(6) Βλ. υποσημείωση της σελίδας 1.
(7) Οδηγία 90/435/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ L 225 της 20.8.1990, σ. 6), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/123/EΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2003· και οδηγία 2003/49/EΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για την καθιέρωση κοινού συστήματος φορολόγησης των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ L 157 της 26.6.2003, σ. 49).
(8) Οι εταιρείες που εδρεύουν στο Λουξεμβούργο και οι μόνιμες εγκαταστάσεις ξένων εταιρειών υποβάλλονται σε φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων, που ορίζεται στο μέγιστο επιτόκιο που ισούται με 22 %, και σε δημοτικό εμπορικό φόρο, με επιτόκιο κυμαινόμενο ανάλογα με το δήμο, ο οποίος όμως κατά μέσο όρο ανέρχεται σε 7,5 %, και ο οποίος πλήττει το εισόδημα που αντιστοιχεί στο ακαθάριστο εισόδημα μείον τις δαπάνες, πλην των δαπανών εκείνων που δεν εκπίπτουν, όπως οι άμεσοι φόροι, οι συγκεκαλυμμένες πληρωμές μερισμάτων και οι αμοιβές διευθυντικών στελεχών.
(9) Το Λουξεμβούργο εφαρμόζει στις εταιρείες που εδρεύουν στη χώρα και στις μόνιμες εγκαταστάσεις ξένων εταιρειών φόρο ιδίων κεφαλαίων ίσο με 0,5 %, ο οποίος επιβάλλεται επί των καθαρών στοιχείων του ενεργητικού την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, δηλ. επί της διαφοράς μεταξύ των στοιχείων του ενεργητικού εκτιμώμενων στην κανονική αξία αγοράς και των οφειλών έναντι τρίτων.
(10) Δημοτικός φόρος ο οποίος ορίζεται επί της αξίας των ακινήτων που κατέχουν οι επιχειρήσεις.
(11) Φόρος ίσος με το 0,2 % της αξίας του καταβληθέντος εταιρικού κεφαλαίου και της διαφοράς από έκδοση μετοχών και ομολογιών υπέρ το άρτιο.
(12) Το Λουξεμβούργο έχει, εξάλλου, καταργήσει γενικά την παρακράτηση φόρου επί των δικαιωμάτων με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2004 (πλην των πληρωμών προς το εξωτερικό).
(13) Τα μερίσματα που διανέμει μη απαλλασσόμενη εταιρεία υπόκεινται σε παρακράτηση στην πηγή ίση με το 20 % του ακαθάριστου καταβαλλόμενου ποσού (25 % εάν το κόστος της παρακράτησης το αναλαμβάνει ο φορέας διανομής), πλην των περιπτώσεων εφαρμογής της οδηγίας 90/435/ΕΟΚ ή εφόσον πρόκειται για συμμετοχές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 147 LIR. Η παρακράτηση στην πηγή είναι δυνατό να μειωθεί ανάλογα με τις διατάξεις των συμβάσεων. Σε γενικές γραμμές, τα επιτόκια δεν υπόκεινται σε παρακράτηση στην πηγή, εκτός εάν χαρακτηριστούν συγκεκαλυμμένα μερίσματα. Το μεγαλύτερο μέρος των δικαιωμάτων που καταβάλλονται στους δικαιούχους που δεν έχουν την έδρα τους στη χώρα αποτελούν αντικείμενο παρακράτησης στην πηγή ίσης με 10 % (11,11 % εάν το κόστος της παρακράτησης το αναλαμβάνει ο διανομέας). Το Λουξεμβούργο ενέκρινε πρόσφατα στη φορολογική του νομοθεσία την προβλεπόμενη από την οδηγία 2003/49/ΕΚ απαλλαγή. Αυτή η παρακράτηση στην πηγή μπορεί να μειωθεί ή να απαλειφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των συμβάσεων.
(14) ΕΕ L 157 της 26.6.2003, σ. 1. Oδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2004/66/EK (EE L 168 της 1.5.2004, σ. 35).
(15) Κάθε εισφορά σε ρευστό ή σε είδος προς εταιρεία του Λουξεμβούργου συνεπάγεται φόρο εισφοράς της τάξης του 1 %.
(16) Εφόσον μια απαλλασσόμενη βάσει του νόμου του 1929 εταιρεία χόλντινγκ διανέμει μερίσματα που υπερβαίνουν το 10 % του καταβεβλημένου κεφαλαίου κατά την ημερομηνία κλεισίματος της οικονομικής χρήσης της διανομής, ο φόρος εγγραφής της επόμενης οικονομικής χρήσης ορίζεται επί φορολογητέας βάσης δέκα φορές μεγαλύτερης από το επίμαχο μέρισμα.
(17) Πρόκειται για ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, ομόρρυθμες εταιρείες απεριόριστης ευθύνης και συνεταιρισμούς.
(18) Βλ. υποσημείωση 1.
(19) Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 10ης Ιανουαρίου 2006, στην υπόθεση C-222/04, Ministero dell’Economia e delle Finanze/Cassa di Risparmio di Firenze, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 129.
(20) Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, στην υπόθεση C-390/98, H.J. Banks/The Coal Authority, Συλλ. [2001], σ. I-6117, σκέψεις 49 και 50.
(21) Οι απαλλασσόμενες βάσει του νόμου του 1929 εταιρείες χόλντινγκ δεν απαλλάσσονται επομένως από την καταβολή έμμεσων φόρων, όπως ο φόρος εισφοράς, ο φόρος εγγραφής και ο ΦΠΑ.
(22) Την παρούσα διαδικασία δεν αφορούν, παραδείγματος χάρη, οι πραγματικοί φόροι που βασίζονται στη φύση των πραγματοποιούμενων συναλλαγών.
(23) Αιτιολογικές σκέψεις 46 έως 54 της απόφασης της Επιτροπής της 9ης Φεβρουαρίου 2006.
(24) Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-387/92, Banco Exterior de España, Συλ. 1994, σ. I-877, σκέψη 14.
(25) Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλ. [1996], σ. I-4551, σκέψη 24 και της 1ης Δεκεμβρίου 1998 στην υπόθεση C-200/97, Ecotrade, Συλλ. [1998], σ. I-7907 σκέψεις 40 και 41. Βλ. επίσης την απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, στην υπόθεση Τ-55/99, CETM κατά Επιτροπής, Συλλ. [2000], σ. II-3207, σκέψη 39.
(26) Βλ. σχετικά την απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 2001 στην υπόθεση C143/99, Adria-Wien Pipeline/Finanzlandesdirektion, Συλλ. [2001], σ. I-8365, σκέψη 41.
(27) Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 2003 στην υπόθεση C-409/00, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλ. [2003], σ. I-1487, σκέψη 52, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2002 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-92/00 και Τ-103/00, Diputación Foral de Álava κ.α./Επιτροπής, Συλλ. [2002], σ. II-1385, σκέψη 60 και την παρατιθέμενη νομολογία.
(28) Η χορήγηση δανείων εμπίπτει στην έννοια της μεγιστοποίησης της αξίας των συμμετοχών και είναι συμβατή με το καθεστώς εταιρείας αμιγώς χόλντινγκ, αλλά πρέπει να αφορά δραστηριότητα παρεπόμενη της απόκτησης συμμετοχής. Ο συμπληρωματικός χαρακτήρας δεν εκτιμάται σε σχέση με το ύψος του δανείου ούτε σε σχέση με την τιμή αγοράς ή την αξία των συμμετοχών. Οι αρχές απαιτούν κυρίως από την απαλλασσόμενη βάσει του νόμου του 1929 εταιρεία χόλντινγκ να κατέχει σημαντική συμμετοχή στη χρηματοδοτούμενη εταιρεία. Μια συμμετοχή κρίνεται σημαντική όταν αντιστοιχεί στο 25 % του κεφαλαίου της χρηματοδοτούμενης εταιρείας. Ωστόσο, για τις εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες, το χαμηλότερο επίπεδο συμμετοχής δεν αποκλείει τη χορήγηση πιστώσεων εάν σημαντικό μέρος των τίτλων διατίθεται στην αγορά (κυμαινόμενο/μεταβλητό flottant). Πρέπει να σημειωθεί ότι όλες οι χρηματοδοτήσεις πρέπει να ολοκληρώνονται πριν ή ταυτόχρονα με την εκχώρηση της συμμετοχής.
(29) Για να ευεργγετηθεί από το καθεστώς απαλλαγής βάσει του νόμου του 1929, η εταιρεία παροχής συμβουλών πρέπει να τηρεί μια σειρά προδιαγραφών που ορίζουν οι φορολογικές αρχές στην απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών αριθ. 12.061 της 17ης Οκτωβρίου 1968. Συγκεκριμένα, η εταιρεία πρέπει να έχει ως αντικείμενο την εποπτεία και την παροχή συμβουλών σε μια μόνο εταιρεία αμοιβαίων κεφαλαίων (SICAV) ή σε εταιρία επενδύσεων σταθερού κεφαλαίου (SICAF) και πρέπει να επενδύσει τουλάχιστον το 5 % του κεφαλαίου της στην εταιρεία η οποία επωφελείται από τις γνωμοδοτήσεις της, με ελάχιστο όριο τα 50 000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο μπορεί να επενδυθεί σε άλλες κινητές αξίες τρίτων εταιρειών. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας συμβούλων πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον σε 76 000 ευρώ.
(30) Βλ. απόφαση Diputación Foral de Álava e.a./Commission du Tribunal, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 27, σκέψεις 38 έως 40.
(31) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Νοεμβρίου 2001, στις υποθέσεις C-143/99 Adria-Wien Pipeline et Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke, Συλλ. [2002], σ. I-8365, σκέψη 38· της 15ης Ιουλίου 2004, C-501/00, Ισπανία/Επιτροπής, Συλλ. [2004], σ. I-6717, σκέψη 90, και την παρατιθέμενη νομολογία· απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, στην υπόθεση C-66/02 Ιταλία/Επιτροπής, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 77 και στην υπόθεση C-222/04, Ministero dell’Economia e delle Finanze/Cassa di Risparmio di Firenze, η οποία αναφέρεται στην υποσημείωση 19, σκέψη 131, καθώς και την παρατιθέμενη νομολογία.
(32) Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-387/92 Banco Exterior de España, Συλλ. [1994], σ. I-877, σκέψη 14.
(33) Απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ης Απριλίου 1998, στην υπόθεση Τ-214/95 Vlaamse Gewest/Επιτροπής, Συλλ. [1998], σ. II-717.
(34) Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, στην υπόθεση 730/79, Philip Morris/Επιτροπής, Συλλ. [1980], σ. 2671, σκέψη 11.
(35) Απόφαση C-222/04, Ministero dell’Economia e delle Finanze/Cassa di Risparmio di Firenze, η οποία αναφέρεται στην υποσημείωση 19 και δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 112.
(36) Βλ. συνέντευξη του Carlo Thelen, μέλους του εμπορικού επιμελητηρίου του Λουξεμβούργου, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα International Herald Tribune της 9ης Φεβρουαρίου 2006.
(37) Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, στην υπόθεση C-307/97 Saint-Gobain, Συλλ. [1999], σ. I-6161.
(38) Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, στην υπόθεση C-159/01, Κάτω Χώρες/Επιτροπής, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 51 και παρατιθέμενη νομολογία.
(39) Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2000 στην υπόθεση C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλ. [2000], σ. I-6857.
(40) Βλ. υποσημείωση 2.
(41) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-182/03 και C-217/03 Βασίλειο του Βελγίου και Forum 187 Asbl/Επιτροπής, οι οποίες δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί, σκέψεις 150 έως 154.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/62 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 8ης Νοεμβρίου 2006
σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 11/06 (πρώην N 127/05) που προτίθεται να χορηγήσει η Ιταλία υπέρ της AEM Torino
[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 5276]
(Το κείμενο στην ιταλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2006/941/ΕΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,
τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και ιδίως το άρθρο 62, παράγραφος 1 στοιχείο α),
αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (1) βάσει των ανωτέρω διατάξεων,
Εκτιμώντας τα εξής:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
(1) |
Η Ιταλία με επιστολή της της 21ης Μαρτίου 2005 κοινοποίησε στην Επιτροπή την ενίσχυση που προτίθετο να χορηγήσει στην AEM Torino για μη ανακτήσιμες δαπάνες στον ενεργειακό τομέα. Η Επιτροπή με επιστολές της της 4ης Μαΐου, της 19ης Ιουλίου και της 14ης Νοεμβρίου 2005, ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες που η Ιταλία διαβίβασε με επιστολές της της 27ης Ιουνίου, της 5ης Ιουλίου και της 3ης Οκτωβρίου 2005 και της 1ης Φεβρουαρίου 2006. |
|
(2) |
Η Επιτροπή, με επιστολή της της 4ης Απριλίου 2006 ενημέρωσε την Ιταλία ότι είχε αποφασίσει να κινήσει την διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ. Η Ιταλία δεν απάντησε στην επιστολή της Επιτροπής. |
|
(3) |
Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. |
|
(4) |
Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις, ούτε από μέρους της AEM Torino ούτε από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. |
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
|
(5) |
Η ενίσχυση αφορά την επιστροφή που η Ιταλία προτίθεται να χορηγήσει στην AEM Torino για μη ανακτήσιμες δαπάνες στον ενεργειακό τομέα. Η AEM Torino είναι μία από τις καλούμενες «δημοτικοποιημένες επιχειρήσεις» η οποία λειτουργεί ειδικότερα στον ενεργειακό τομέα. Η ενίσχυση στηρίζεται σε ένα ανάλογο μέτρο που έχει εγκρίνει η Επιτροπή (3). |
|
(6) |
Το ποσό της ενίσχυσης ανέρχεται σε 16,338 εκατ. ευρώ, τα οποία πρέπει να δοθούν υπό μορφή επιχορηγήσεων. |
|
(7) |
Η Ιταλία εξέφρασε την πρόθεσή της να υποβάλει ετήσια έκθεση για την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου. |
|
(8) |
Η Ιταλία ενημέρωσε ότι το μέτρο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί σωρευτικά με κανενός άλλου είδους ενίσχυση. |
Η ΣΩΡΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ DEGGENDORF
|
(9) |
Η Επιτροπή, στις 5 Ιουνίου 2002, εξέδωσε αρνητική απόφαση σχετικά με την κρατική ενίσχυση (C 27/99, πρώην NN 69/98) που χορήγησε η Ιταλία, υπό μορφή φορολογικών απαλλαγών και επιδοτούμενων δανείων, σε επιχειρήσεις παροχής δημοσίων υπηρεσιών με δημόσια κατά πλειοψηφία κεφάλαια, ιδιοκτήτριες των οποίων είναι δημόσιες τοπικές διοικήσεις («δημοτικοποιημένες επιχειρήσεις») (4). |
|
(10) |
Η Επιτροπή στην απόφασή της είχε δηλώσει ότι τέτοια καθεστώτα ενίσχυσης μη κοινοποιηθέντα ήταν παράνομα και ασυμβίβαστα και είχε επιβάλει στο ιταλικό κράτος την ανάκτηση κάθε χορηγηθέντος στο πλαίσιο αυτό ποσού (5). |
|
(11) |
Η διαδικασία για την ανάκτηση ήταν ιδιαίτερα βραδεία. Η Ιταλία εξέδωσε τον νόμο αριθ. 62, της 18ης Απριλίου 2005, το άρθρο 27 του οποίου προβλέπει, κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσας απόφασης της Επιτροπής, την ανάκτηση των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί στις δημοτικοποιημένες επιχειρήσεις. Ωστόσο, επετράπη στους δικαιούχους να επιστρέψουν τις ενισχύσεις με δόσεις, σε 24μηνη χρονική περίοδο, η δε σχετική διάταξη είχε εγκριθεί από την Agenzia delle entrate με απόφαση της 1ης Ιουνίου 2005. |
|
(12) |
Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της υπό εκδίκαση ακόμα υπόθεσης T-297/02 ACEA/Επιτροπής, η ίδια η AEM Torino δήλωσε ότι είχε τύχει των καθεστώτων ενισχύσεων που αποτελούσαν αντικείμενο της απόφασης 2003/193/ΕΚ, υπό μορφή φορολογικών απαλλαγών το 1997, το 1998 και το 1999, καθώς και επιδοτούμενων δανείων που είχαν χορηγηθεί από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. |
|
(13) |
Εξάλλου, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβίβασε η Ιταλία, η AEM Torino είχε παράσχει πληροφορίες κατά τη διάρκεια των τακτικών διαδικασιών βεβαίωσης και είσπραξης των φόρων μετά την απόφαση της Agenzia delle entrate. Η AEM Torino θα έπρεπε να επιστρέψει το ποσό των παράνομων ενισχύσεων εντός εξήντα ημερών από την κοινοποίηση της βεβαίωσης, και σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές, θα έπρεπε αυτό να ανακοινωθεί στην Agenzia delle entrate μέχρι την 11η Ιανουαρίου 2006. Η Ιταλία δεν κοινοποίησε εάν η AEM Torino όντως είχε επιστρέψει το ποσό εντός της ταχθείσας προθεσμίας. |
|
(14) |
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχον οι ιταλικές αρχές σχετικά με την παρούσα περίπτωση, η AEM Torino δεν είχε τύχει δανείων από μέρους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. |
|
(15) |
Η Επιτροπή μη όντας σε θέση να βεβαιώσει την ενδεχόμενη σώρευση παράνομης ενίσχυσης η οποία είχε προηγουμένως χορηγηθεί, κατ’ εφαρμογή του ιταλικού καθεστώτος υπέρ των δημοτικοποιημένων επιχειρήσεων, με την νέα υπό εξέταση ενίσχυση, ζήτησε από την Ιταλία να φροντίσει ώστε να μην υπάρξει τέτοια σώρευση αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να χορηγήσει ενίσχυση για μη ανακτήσιμες δαπάνες μόνο αφού είχαν επιστραφεί οι παράνομες ενισχύσεις. Η Ιταλία ανέλαβε την εν λόγω δέσμευση. |
ΛΟΓΟΙ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
|
(16) |
Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το υπό εξέταση μέτρο πρέπει να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση. |
|
(17) |
Η Επιτροπή εξέτασε, ως εκ τούτου, το συμβιβάσιμο του μέτρου αυτού με τους κανόνες που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις, στηριζόμενη ειδικότερα στην ανακοίνωσή της σχετικά με τη μέθοδο για την ανάλυση των κρατικών ενισχύσεων που χορηγούνται για ορισμένες μη ανακτήσιμες δαπάνες (6), και αντείπε ότι η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος για τον υπολογισμό του ποσού και ο ίδιος ο υπολογισμός αντιστοιχούσαν προς όλες τις υποδείξεις που αναφέρονταν στην εν λόγω κοινοποίηση. |
|
(18) |
Το Δικαστήριο, με απόφαση της 15ης Μαΐου 1997 (απόφαση «Deggendorf») (7) απεφάνθη ότι «όταν η Επιτροπή εξετάζει αν μία κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, πρέπει να λαμβάνει υπόψη της όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση που ήδη εκτιμήθηκε με προηγούμενη απόφαση, καθώς και οι υποχρεώσεις που η προηγούμενη αυτή απόφαση επέβαλε σε ένα κράτος μέλος». Σύμφωνα με το Δικαστήριο, νέες ενισχύσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες την κοινή αγορά εάν δεν έχουν επιστραφεί οι προηγούμενες παράνομες ενισχύσεις, δεδομένου ότι το σωρευτικό αποτέλεσμα των ενισχύσεων αυτών μπορεί να παραγάγει σοβαρές στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό στην κοινή αγορά. |
|
(19) |
Βάσει της εν λόγω νομολογίας, η Επιτροπή προβαίνει, ως εκ τούτου, στην αξιολόγηση μιας νέας ενίσχυσης εξακριβώνοντας κατά πόσον ο δικαιούχος της νέας ενίσχυσης έχει ή όχι επιστρέψει εξολοκλήρου κάθε προηγούμενη ενίσχυση που έπρεπε να ανακτηθεί κατ’ εφαρμογή της αρνητικής απόφασης που είχε εκδώσει η ίδια η Επιτροπή. |
|
(20) |
Εφαρμόζοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση την αρχή που καθορίζει η εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι: α) η AEM Torino έχει τύχει προηγούμενης ενίσχυσης, δηλαδή ενίσχυσης που χορηγείται στις δημοτικοποιημένες επιχειρήσεις (βλ. σημεία 9-15), η οποία πρέπει να επιστραφεί κατ’ εφαρμογή της απόφασης 2003/193/ΕΚ, β) οι ιταλικές αρχές δεν έχουν ακόμα εκπληρώσει την υποχρέωσή τους όσον αφορά την ανάκτηση που επιβάλλεται από την προαναφερθείσα απόφαση. Είναι γεγονός ότι η απόφαση 2003/193/ΕΚ αφορά καθεστώς ενισχύσεων. Ορίζει όμως και την ανάκτηση των παράνομων και ασυμβίβαστων ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί στο πλαίσιο του συγκεκριμένου καθεστώτος. Εξάλλου, η AEM Torino απεδέχθη ρητά ότι είχε τύχει του εν λόγω καθεστώτος και δεν υπάρχουν λόγοι να θεωρηθεί ότι, στην συγκεκριμένη δική της περίπτωση, τα υπό εξέταση μέτρα δεν συνιστούν ενίσχυση ή εμφανίζονται ως τρέχουσα ενίσχυση ή έχουν θεωρηθεί συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά. |
|
(21) |
Τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης 2003/193/ΕΚ, οι ιταλικές αρχές πρέπει ακόμα να ανακτήσουν τις παράνομες ενισχύσεις. Οι ιταλικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι όσον αφορά την εκτέλεση της υποχρέωσής τους για την ανάκτηση βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της έκδοσης και εφαρμογής των κατάλληλων διοικητικών μέτρων. |
|
(22) |
Ειδικότερα, η Ιταλία ενημέρωσε ότι η AEM Torino υπέβαλε στην Agenzia delle entrate δήλωση με την οποία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει τα ποσά που θα της ζητήσει η υπηρεσία αυτή. Ωστόσο, οι ιταλικές αρχές δεν ήταν σε θέση να αναφέρουν:
|
|
(23) |
Εξάλλου, δεν είναι σαφές κατά πόσον η AEM Torino έχει επωφεληθεί ή όχι από επιδοτούμενα δάνεια που έχει χορηγήσει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τα οποία κηρύχθηκαν παράνομα με την απόφαση 2003/193/ΕΚ και σε περίπτωση που έχει επωφεληθεί, εάν τα έχει επιστρέψει. |
|
(24) |
Εν κατακλείδι, η Ιταλία δεν έχει καταστήσει σαφές αν υπήρξε ανάκτηση της προηγούμενης ενίσχυσης την οποία κατά πάσα πιθανότητα έχει λάβει η AEM Torino. Βάσει των προαναφερθέντων πληροφοριών, θα πρέπει να συναχθεί ότι η AEM Torino μπορεί να έλαβε και δεν έχει ακόμα επιστρέψει ορισμένα ποσά της ενίσχυσης τα οποία είχαν χορηγηθεί στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων που κηρύχθηκε ασυμβίβαστο, με την απόφαση 2003/193/ΕΚ . |
|
(25) |
Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να καθορίσει το ποσό της ενίσχυσης που η AEM Torino είχε ήδη λάβει πριν από τη νέα υπό εξέταση ενίσχυση και το οποίο πρέπει ακόμα να επιστρέψει, ούτε η Επιτροπή είναι σε θέση να αξιολογήσει το σωρευτικό αποτέλεσμα της «παλαιάς» με την «νέα» ενίσχυση υπέρ της AEM Torino και την ενδεχόμενη στρέβλωση του ανταγωνισμού που θα συνεπάγεται για την κοινή αγορά η εν λόγω σώρευση. |
|
(26) |
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της απόφασης Deggendorf, η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη της τις συνθήκες που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε προηγούμενη απόφαση και τις υποχρεώσεις που μία ανάλογη απόφαση θα επέβαλε σε ένα κράτος μέλος και δεν μπορεί να αποφασίσει όσον αφορά το συμβιβάσιμο μίας νέας ενίσχυσης με την κοινή αγορά μέχρι να επιστραφεί η παλαιά παράνομα χορηγηθείσα ενίσχυση. |
|
(27) |
Εξάλλου, η ενίσχυση για την επιστροφή των μη επιστρεπτέων δαπανών δεν μπορεί να σωρευτεί με καμία άλλη ενίσχυση. |
|
(28) |
Σύμφωνα με την αρχή που όρισε το Δικαστήριο στην απόφαση Deggendorf, μόνο η ανάληψη υποχρέωσης για τη χορήγηση της νέας ενίσχυσης μετά την πλήρη επιστροφή της προηγούμενης ενίσχυσης θα μπορούσε να αποτρέψει κάθε κίνδυνο σώρευσης των δύο μέτρων και στρέβλωσης του ανταγωνισμού. |
|
(29) |
Ζητήθηκε επανειλημμένα στην Ιταλία να αναλάβει υποχρέωση προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά αυτή αρνήθηκε. |
|
(30) |
Εξακολουθεί, κατά συνέπεια, να υπάρχει σωρευτικό αποτέλεσμα των δύο ενισχύσεων, που η Επιτροπή δεν μπορεί να αξιολογήσει κατάλληλα. Σ’αυτό το στάδιο, ως εκ τούτου, η κοινοποιηθείσα ενίσχυση δεν μπορεί να κηρυχθεί συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. |
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ AEM Torino
|
(31) |
Ούτε η Ιταλία ούτε η δικαιούχος διέλυσαν τις αμφιβολίες που οδήγησαν στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας. Η Ιταλία δεν απάντησε στην επιστολή που της ανακοίνωνε την κίνηση της διαδικασίας ούτε περιήλθαν πληροφορίες από μέρους της AEM Torino. |
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ
|
(32) |
Οι λόγοι που οδήγησαν την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση. Το μέτρο αποτελεί ενίσχυση και μπορεί να κηρυχθεί συμβιβάσιμο βάσει της μεθόδου όσον αφορά τις μη ανακτήσιμες δαπάνες. Ωστόσο, δεδομένης της ενδεχόμενης σώρευσης με προηγούμενη ενίσχυση την οποία η δικαιούχος δεν έχει επιστρέψει, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχτεί το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δύο ενισχύσεων. |
|
(33) |
Η Ιταλία δεν παρέσχε καμία πληροφορία που να επιτρέπει στην Επιτροπή να αξιολογήσει την ενδεχόμενη σώρευση. Εξάλλου, η διαδικασία για την ανάκτηση ήταν ιδιαίτερα αργή και δυσχερής. Στις 19 Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή αποφάσισε, ως εκ τούτου, να προσφύγει στο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, με σκοπό να εξασφαλίσει την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης 2003/193/ΕΚ. |
|
(34) |
Την 1η Ιουνίου 2006 το Δικαστήριο απεφάνθη (8) ότι, η Ιταλία μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την επιστροφή της ενίσχυσης που έχει κηρυχθεί παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που της επιβάλει η συνθήκη. |
|
(35) |
Η Επιτροπή οφείλει να εξασφαλίσει ότι η νέα ενίσχυση θα καταβληθεί μόνο εάν αποκλεισθεί ο κίνδυνος σώρευσης, δηλαδή μόνο αφού η AEM Torino επιστρέψει εξολοκλήρου την παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση την οποία έχει λάβει. |
|
(36) |
Προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να εξακριβώσει αυστηρά ότι ο προαναφερθείς όρος τηρείται πλήρως. |
|
(37) |
Κατά συνέπεια, θα πρέπει να επιτραπεί στην Ιταλία να καταβάλει τη νέα ενίσχυση μόνο αφού υποβάλει στην Επιτροπή απόδειξη ότι έχει προβεί στην πλήρη ανάκτηση της ενίσχυσης από την AEM Torino. |
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
|
(38) |
Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων, η Επιτροπή επιβεβαιώνει την αξιολόγησή της σύμφωνα με την οποία το ανακοινωθέν μέτρο, που αφορά ενίσχυση για μη ανακτήσιμες δαπάνες την οποία η Ιταλία προτίθεται να χορηγήσει στην ΑΕΜ Torino, πρέπει να θεωρηθεί ως ενίσχυση συμβιβάσιμη με τη συνθήκη ΕΚ. |
|
(39) |
Ωστόσο, από τη διεξαχθείσα έρευνα επιβεβαιώθηκε ότι η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να βεβαιώσει εάν το συνδυασμένο αποτέλεσμα της νέας ενίσχυσης και της προηγούμενης παράνομης και ασυμβίβαστης ενίσχυσης οδηγεί σε αθέμιτη στρέβλωση του ανταγωνισμού που μπορεί να είναι αντίθετη με τη συνθήκη ΕΚ. |
|
(40) |
Κατά συνέπεια, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 4 του κανονισμού αριθ. 659/99 (9), η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η κοινοποιηθείσα ενίσχυση δεν πρέπει να χορηγηθεί στην δικαιούχο πριν αυτή επιστρέψει την προηγούμενη παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση. |
|
(41) |
Τέλος, πριν χορηγηθεί η υπό εξέταση ενίσχυση, η Ιταλία πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή αποδείξεις ότι η AEM Torino έχει επιστρέψει εξολοκλήρου την ενίσχυση που είχε λάβει προηγουμένως. |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Η ενίσχυση που η Ιταλία προτίθεται να χορηγήσει στην AEM Torino για μη ανακτήσιμες δαπάνες, ποσού 16,338 εκατ. ευρώ, συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι όροι του άρθρου 2.
Άρθρο 2
Η ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1 δεν μπορεί να χορηγηθεί προτού η Ιταλία υποβάλει στην Επιτροπή αποδείξεις ότι η AEM Torino δεν έχει τύχει της προηγούμενης ενίσχυσης που είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο του καθεστώτος υπέρ των «δημοτικοποιημένων επιχειρήσεων», το οποίο κηρύχθηκε παράνομο και ασυμβίβαστο με τη συνθήκη με την απόφαση 2003/193/ΕΚ, ή απόδειξη ότι η AEM Torino έχει επιστρέψει μαζί με τους τόκους την προηγούμενη ενίσχυση που είχε λάβει στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού.
Άρθρο 3
Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Ιταλία ανακοινώνει στην Επιτροπή τα μέτρα που έχει λάβει για να συμμορφωθεί με την απόφαση αυτή.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ιταλική Δημοκρατία.
Βρυξέλλες, 8 Νοεμβρίου 2006.
Για την Επιτροπή
Μέλος της Επιτροπής
Neelie KROES
(1) ΕΕ C 116, της 17.5.2006, σ. 2.
(2) Πρβλ. υποσημ. 1.
(3) Απόφαση της Επιτροπής της 1ης Δεκεμβρίου 2004, στην υπόθεση N 490/00, ειδικότερα στο τμήμα που αφορά τις εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
(4) ΕΕ L 77, της 24.3.2003, σ. 21.
(5) Το άρθρο 3 της απόφασης της Επιτροπής επιβάλλει στην Ιταλία να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση από τους δικαιούχους της παράνομα χορηγηθείσας σε αυτούς ενίσχυσης.
(6) Που εκδόθηκε από την Επιτροπή στις 26 Ιουλίου 2001, και βρίσκεται στην ιστοσελίδα web της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Επιτροπής, στην ακόλουθη διεύθυνση: http://europa.eu.int/comm/competition/state_aid/legislation/stranded_costs/it.pdf. Διαβιβάσθηκε στα κράτη μέλη με επιστολή της 6ης Αυγούστου 2001 (στοιχ. αναφ. (2001) D/290869).
(7) Απόφαση του Δικαστηρίου, της 15ης Μαΐου 1997, στην υπόθεση C-355/95 TWD/Επιτροπής, Συλλ. I-2549, παράγραφοι 25-26 («απόφαση Deggendorf»).
(8) Απόφαση του Δικαστηρίου της 1.6.2006, στην υπόθεση C-207/05 Επιτροπή/Ιταλίας (Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί).
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Μεικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/66 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤOΥ ΕΟX
αριθ. 129/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του παραρτήματος IΙ (Τεχνικοί κανόνες, πρότυπα, δοκιμές και πιστοποίηση) της συμφωνίας για τοv ΕΟΧ
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το παράρτημα II της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 82/2006 της 7ης Ιουλίου 2006 (1). |
|
(2) |
Η απόφαση 2006/257/EΚ της Επιτροπής, της 9ης Φεβρουαρίου 2006, για τροποποίηση της απόφασης 96/335/ΕΚ σχετικά με τη θέσπιση ευρετηρίου και κοινής ονοματολογίας των συστατικών που χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά προϊόντα (2) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Στο σημείο 10 (Απόφαση 96/335/ΕΚ της Επιτροπής) του κεφαλαίου XVI του παραρτήματος II της συμφωνίας, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«, όπως τροποποιήθηκε από:
|
— |
32006 D 0257: Απόφαση 2006/257/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Φεβρουαρίου 2006 (ΕΕ L 97 της 5.4.2006, σ. 1).» |
Άρθρο 2
Τα κείμενα της απόφασης 2006/257/ΕΚ στην ισλανδική και τη νορβηγική γλώσσα, τα οποία δημοσιεύονται στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυθεντικά.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 28 Οκτωβρίου 2006, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ όλες οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 της συμφωνίας (*1).
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
Η Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 289 της 19.10.2006, σ. 14.
(2) ΕΕ L 97 της 5.4.2006, σ. 1.
(*1) Δεν έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/68 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤOΥ ΕΟX
αριθ. 130/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του παραρτήματος IX (Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το παράρτημα IX της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 119/2006 της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 (1). |
|
(2) |
Η οδηγία 2006/29/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 2006, για την τροποποίηση της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εξαίρεση ορισμένων ιδρυμάτων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ή την προσθήκη τους σε αυτό (2) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Στο σημείο 14 (Οδηγία 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) του παραρτήματος IX της συμφωνίας, προστίθεται η ακόλουθη περίπτωση:
|
«— |
32006 L 0029: Οδηγία 2006/29/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 2006 (ΕΕ L 70 της 9.3.2006, σ. 50).» |
Άρθρο 2
Τα κείμενα της οδηγίας 2006/29/ΕΚ στην ισλανδική και τη νορβηγική γλώσσα, τα οποία δημοσιεύονται στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυθεντικά.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 28 Οκτωβρίου 2006, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ όλες οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 της συμφωνίας (*1).
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
Η Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 333 της 30.11.2006, σ. 44.
(2) ΕΕ L 70 της 9.3.2006, σ. 50.
(*1) Δεν έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/69 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤOΥ ΕΟX
αριθ. 131/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του παραρτήματος XIII (Μεταφορές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία» και ιδίως το άρθρο 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το παράρτημα XIII της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 123/2006 της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 (1). |
|
(2) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 336/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2006, για την εφαρμογή του διεθνούς κώδικα διαχείρισης της ασφάλειας εντός της Κοινότητας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3051/95 (2) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Το παράρτημα XIII της συμφωνίας τροποποιείται ως εξής:
|
1. |
Μετά το σημείο 56κ (Οδηγία 2005/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:
|
|
2. |
Το κείμενο του σημείου 56γ (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3051/95 του Συμβουλίου) διαγράφεται. |
Άρθρο 2
Τα κείμενα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 336/2006 στην ισλανδική και τη νορβηγική γλώσσα, τα οποία δημοσιεύονται στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυθεντικά.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 28 Οκτωβρίου 2006, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ όλες οι κοινοποιήσεις που προβλέπει το άρθρο 103 παράγραφος 1 της συμφωνίας (*1).
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
Η Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L της 30.11.2006, σ. 52.
(2) ΕΕ L 64 της 4.3.2006, σ. 1.
(*1) Έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/71 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΟX
αριθ. 132/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του παραρτήματος XIII (Μεταφορές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το παράρτημα XIII της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 123/2006 της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 (1). |
|
(2) |
Ο κανονισμóς (ΕΚ) αριθ. 706/2006 της Επιτροπής, της 8ης Μαΐου 2006, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1702/2003 ως προς τη χρονική περίοδο που έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη για να εκδίδουν εγκρίσεις περιορισμένης διάρκειας (2) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία. |
|
(3) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 707/2006 της Επιτροπής, της 8ης Μαΐου 2006, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2042/2003 σε ό, τι αφορά τις εγκρίσεις περιορισμένης διάρκειας και τα παραρτήματα Ι και ΙΙΙ (3), πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Το παράρτημα XIII της συμφωνίας τροποποιείται ως εξής:
|
1. |
Στο σημείο 66ιστ (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1702/2003 της Επιτροπής) προστίθεται η ακόλουθη περίπτωση:
|
|
2. |
Στο σημείο 66ιζ (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2042/2003 της Επιτροπής) προστίθενται τα εξής: «, όπως τροποποιήθηκε με:
|
Άρθρο 2
Τα κείμενα των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 706/2006 και (ΕΚ) αριθ. 707/2006 στην ισλανδική και νορβηγική γλώσσα, τα οποία δημοσιεύονται στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυθεντικά.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 28 Οκτωβρίου 2006, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ (*1) όλες οι κοινοποιήσεις που προβλέπει το άρθρο 103 παράγραφος 1 της συμφωνίας.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
Η Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 333 της 30.11.2006, σ. 52.
(2) ΕΕ L 122 της 9.5.2006, σ. 16.
(3) ΕΕ L 122 της 9.5.2006, σ. 17.
(*1) Δεν έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/73 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΟX
αριθ. 133/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του παραρτήματος XIII (Μεταφορές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το παράρτημα XIII της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 123/2006 της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 (1). |
|
(2) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 549/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για τη χάραξη του πλαισίου για τη δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (2), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 550/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας στο πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (3) ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 551/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για την οργάνωση και τη χρήση του εναέριου χώρου στο πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (4), και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 552/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του ευρωπαϊκού δικτύου διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας (5) είχαν ενσωματωθεί στη συμφωνία με την απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 67/2006 (6) της 2ας Ιουνίου 2006, με συγκεκριμένες προσαρμογές ανά χώρα. |
|
(3) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 730/2006 της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 2006, για την κατηγοριοποίηση του εναέριου χώρου και την πρόσβαση των πτήσεων εξ όψεως (VFR) άνω του επιπέδου πτήσης 195 (7) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Μετά το σημείο 66κγ (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 552/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) του παραρτήματος XIII της συμφωνίας, παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:
|
«66κγ. |
32006 R 0730: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 730/2006 της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 2006, για την κατηγοριοποίηση του εναέριου χώρου και την πρόσβαση των πτήσεων εξ όψεως (VFR) άνω του επιπέδου πτήσης 195 (ΕΕ L 128 της 16.5.2006, σ. 3).» |
Άρθρο 2
Τα κείμενα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 730/2006 στην ισλανδική και νορβηγική γλώσσα, τα οποία δημοσιεύονται στο συμπλήρωμα ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυθεντικά.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 28 Οκτωβρίου 2006, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ (*1) όλες οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 της συμφωνίας, ή κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 67/2006 της 2ας Ιουνίου 2006, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
Η Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 333 της 30.11.2006, σ. 52.
(2) ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 1.
(3) EE L 96 της 31.3.2004, σ. 10.
(4) ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 20.
(5) ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 26.
(6) ΕΕ L 245 της 7.9.2006, σ. 18.
(7) ΕΕ L 128 της 16.5.2006, σ. 3.
(*1) Δεν έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/75 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΟX
αριθ. 134/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του παραρτήματος XIII (Μεταφορές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το παράρτημα XIII της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 123/2006 της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 (1). |
|
(2) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 549/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για τη χάραξη του πλαισίου για τη δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (2), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 551/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για την οργάνωση και τη χρήση του εναέριου χώρου στο πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (3) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 552/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του ευρωπαϊκού δικτύου διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας (4), είχαν ενσωματωθεί στη συμφωνία με την απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 67/2006 (5) της 2ας Ιουνίου 2006, με συγκεκριμένες προσαρμογές ανά χώρα. |
|
(3) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1032/2006 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 2006, για καθορισμό απαιτήσεων για τα συστήματα αυτόματης ανταλλαγής δεδομένων πτήσης για την αναγγελία, το συντονισμό και τη μεταβίβαση πτήσεων μεταξύ μονάδων ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας (6) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία. |
|
(4) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1033/2006 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2006, για καθορισμό των απαιτήσεων που αφορούν τις διαδικασίες για τα σχέδια πτήσης στο στάδιο προ πτήσης στον ενιαίο ευρωπαϊκό ουρανό (7) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Μετά το σημείο 66κγα (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 730/2006 της Επιτροπής) του παραρτήματος ΧIIΙ της συμφωνίας, παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:
|
«66κγβ. |
32006 R 1032: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1032/2006 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 2006, για καθορισμό απαιτήσεων για τα συστήματα αυτόματης ανταλλαγής δεδομένων πτήσης για την αναγγελία, το συντονισμό και τη μεταβίβαση πτήσεων μεταξύ μονάδων ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας (ΕΕ L 186 της 7.7.2006, σ. 27). |
|
66κγγ. |
32006 R 1033: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1033/2006 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2006, για καθορισμό των απαιτήσεων που αφορούν τις διαδικασίες για τα σχέδια πτήσης στο στάδιο προ πτήσης στον ενιαίο ευρωπαϊκό ουρανό (ΕΕ L 186 της 7.7.2006, σ. 46).» |
Άρθρο 2
Τα κείμενα των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1032/2006 και 1033/2006 στην ισλανδική και νορβηγική γλώσσα, τα οποία δημοσιεύονται στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυθεντικά.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 28 Οκτωβρίου 2006, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ (*1) όλες οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 της συμφωνίας, ή κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 67/2006 της 2ας Ιουνίου 2006, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
Η Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 333 της 30.11.2006, σ. 52.
(2) ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 1.
(3) ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 20.
(4) ΕΕ L 96 της 31.3.2004, σ. 26.
(5) ΕΕ L 245 της 7.9.2006, σ. 18.
(6) ΕΕ L 186 της 7.7.2006, σ. 27.
(7) ΕΕ L 186 της 7.7.2006, σ. 46.
(*1) Δεν έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/77 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΟX
αριθ. 135/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του παραρτήματος XXI (Στατιστικές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το παράρτημα XXI της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 126/2006 της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 (1). |
|
(2) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 601/2006 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2006, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 184/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το μορφότυπο και τη διαδικασία διαβίβασης δεδομένων (2) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία. |
|
(3) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 602/2006 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2006, για την προσαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 184/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου μέσω της επικαιροποίησης των απαιτήσεων δεδομένων (3) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Το παράρτημα XXI της συμφωνίας τροποποιείται ως εξής:
|
1. |
Στο σημείο 19ιθ (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 184/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου), προστίθενται τα εξής: «, όπως τροποποιήθηκε με:
|
|
2. |
Μετά το σημείο 19ιθ (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 184/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:
|
Άρθρο 2
Τα κείμενα των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 601/2006 και 602/2006 στην ισλανδική και νορβηγική γλώσσα, τα οποία δημοσιεύονται στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυθεντικά.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 28 Οκτωβρίου 2006, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ (*1) όλες οι κοινοποιήσεις που προβλέπει το άρθρο 103 παράγραφος 1 της συμφωνίας.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
Η Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 333 της 30.11.2006, σ. 57.
(2) ΕΕ L 106 της 19.4.2006, σ. 7.
(3) ΕΕ L 106 της 19.4.2006, σ. 10.
(*1) Δεν έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/79 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΟX
αριθ. 136/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του παραρτήματος XXI (Στατιστικές) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το παράρτημα XXI της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 126/2006 της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 (1). |
|
(2) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 676/2006 της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2006, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1980/2003 για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1177/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (EU-SILC) όσον αφορά ορισμούς και ενημερωμένους ορισμούς (2) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία. |
|
(3) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 698/2006 της Επιτροπής, της 5ης Μαΐου 2006, για εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 530/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την αξιολόγηση της ποιότητας των διαρθρωτικών στατιστικών σχετικά με το κόστος εργασίας και τις αποδοχές (3) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία, |
|
(4) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 701/2006 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά την χρονική κάλυψη της τιμοληψίας στους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτού (4) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία. |
|
(5) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 698/2006 καταργεί τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 452/2000 (5) και (ΕΚ) αριθ. 72/2002 (6), που είναι ενσωματωμένοι στη συμφωνία και πρέπει, συνεπώς, να διαγραφούν από αυτήν, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Το παράρτημα XXI της συμφωνίας τροποποιείται ως εξής:
|
1. |
Στο σημείο 18ι (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1980/2003 της Επιτροπής) προστίθενται τα εξής: «, όπως τροποποιήθηκε από:
|
|
2. |
Το κείμενο του σημείου 18στ (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 72/2002 της Επιτροπής) αντικαθίσταται από τα εξής: « 32006 R 0698: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 698/2006 της Επιτροπής, της 5ης Μαΐου 2006, για εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 530/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την αξιολόγηση της ποιότητας των διαρθρωτικών στατιστικών σχετικά με το κόστος εργασίας και τις αποδοχές (ΕΕ L 121 της 6.5.2006, σ. 30).» |
|
3. |
Το κείμενο του σημείου 18δα (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 452/2000 της Επιτροπής), διαγράφεται. |
|
4. |
Μετά το σημείο 19κβ (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1708/2005 της Επιτροπής) παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:
|
Άρθρο 2
Τα κείμενα των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 676/2006, (ΕΚ) αριθ. 698/2006 και (ΕΚ) αριθ. 701/2006 στην ισλανδική και τη νορβηγική γλώσσα, τα οποία δημοσιεύονται στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυθεντικά.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 28 Οκτωβρίου 2006, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ όλες οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 της συμφωνίας (*1).
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
Η Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 333 της 30.11.2006, σ. 57.
(2) ΕΕ L 118 της 3.5.2006, σ. 3.
(3) ΕΕ L 121 της 6.5.2006, σ. 30.
(4) ΕΕ L 122 της 9.5.2006, σ. 3.
(5) ΕΕ L 55 της 29.2.2005, σ. 53.
(6) ΕΕ L 15 της 17.1.2002, σ. 7.
(*1) Έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/81 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΟX
αριθ. 137/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του παραρτήματος XXII (Εταιρικό δίκαιο) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το παράρτημα XXII της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 127/2006 της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 (1). |
|
(2) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 708/2006 της Επιτροπής, της 8ης Μαΐου 2006, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1725/2003 για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο (ΔΛΠ) 21 και τη διερμηνεία 7 της Επιτροπής Διερμηνειών των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΕΔΔΠΧΠ) (2) πρέπει να ενσωματωθεί στη συμφωνία, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Στο σημείο 10βα (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1725/2003 της Επιτροπής) του παραρτήματος XXII της συμφωνίας προστίθεται η ακόλουθη περίπτωση:
|
«— |
32006 R 0708: Κανονισμός (EΚ) αριθ. 708/2006 της Επιτροπής της 8ης Μαΐου 2006 (ΕΕ L 122 της 9.5.2006, σ. 19).» |
Άρθρο 2
Τα κείμενα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 708/2006 στην ισλανδική και τη νορβηγική γλώσσα, τα οποία δημοσιεύονται στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυθεντικά.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει 20 ημέρες μετά τη θέσπισή της, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιηθεί προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ όλες οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 της συμφωνίας (*1).
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
Η Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 333 της 30.11.2006, σ. 59.
(2) ΕΕ L 122 της 9.5.2006, σ. 19.
(*1) Δεν έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/83 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΟX
αριθ. 138/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου αριθ. 31 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, σχετικά με τη συνεργασία σε ειδικούς τομείς εκτός του πλαισίου των τεσσάρων ελευθεριών
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία» και, ιδίως, τα άρθρα 86 και 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το πρωτόκολλο 31 της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 39/2006 της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ της 10ης Μαρτίου 2006 (1). |
|
(2) |
Είναι σκόπιμη η επέκταση της συνεργασίας των συμβαλλομένων μερών της συμφωνίας ώστε να συμπεριληφθεί η απόφαση αριθ. 771/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006 , σχετικά με το Ευρωπαϊκό Έτος Ίσων Ευκαιριών για Όλους (2007) — Προς μια δίκαιη κοινωνία (2). |
|
(3) |
Ως εκ τούτου το πρωτόκολλο 31 της συμφωνίας πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να καταστεί δυνατή η εν λόγω επέκταση της συνεργασίας με έναρξη ισχύος από 1ης Ιανουαρίου 2007, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Το άρθρο 5 του πρωτοκόλλου 31 της συμφωνίας τροποποιείται ως εξής:
|
1. |
Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Από 1ης Ιανουαρίου 1996 τα κράτη της ΕΖΕΣ συμμετέχουν στα κοινοτικά προγράμματα και δράσεις που αναφέρονται στις πρώτες δύο περιπτώσεις της παραγράφου 8, από 1ης Ιανουαρίου 2000, στο πρόγραμμα που αναφέρεται στην τρίτη περίπτωση, από 1ης Ιανουαρίου 2001 στο πρόγραμμα που αναφέρεται στην τέταρτη περίπτωση, από 1ης Ιανουαρίου 2002 στα προγράμματα που αναφέρονται στην πέμπτη και στην έκτη περίπτωση, από 1ης Ιανουαρίου 2004 στα προγράμματα που αναφέρονται στην έβδομη και την όγδοη περίπτωση και από 1ης Ιανουαρίου 2007 στο πρόγραμμα που αναφέρεται στην ένατη περίπτωση.» |
|
2. |
Η ακόλουθη περίπτωση προστίθεται στην παράγραφο 8:
|
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση τίθεται σε ισχύ την επομένη της τελευταίας κοινοποίησης προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ δυνάμει του άρθρου 103, παράγραφος 1 της συμφωνίας (*1).
Εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 2007.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
H Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 147 της 1.6.2006, σ. 61.
(2) ΕΕ L 146 της 31.5.2006, σ. 1.
(*1) Δεν έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/85 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΟX
αριθ. 139/2006
της 27ης Οκτωβρίου 2006
για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου αριθ. 31 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, σχετικά με τη συνεργασία σε ειδικούς τομείς εκτός του πλαισίου των τεσσάρων ελευθεριών
Η ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ TOY ΕΟΧ,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μετά την τροποποίησή της με το πρωτόκολλο προσαρμογής της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εφεξής «η συμφωνία» και, ιδίως, τα άρθρα 86 και 98,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το πρωτόκολλο 31 της συμφωνίας τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 90/2004 της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ της 8ης Ιουνίου 2004 (1). |
|
(2) |
Η απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 56/96 της 28ης Οκτωβρίου 1996 (2) προέβλεπε την επέκταση της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της συμφωνίας μέσω της συμπερίληψης στο Πρωτόκολλο 31 της Συμφωνίας του δικτύου Ευρωπαϊκών Υπηρεσιών Απασχόλησης (European Employment Services — Eures). |
|
(3) |
Αρχικά το Λιχτενστάιν είχε επιφυλαχθεί του δικαιώματός του να συμμετάσχει στο δίκτυο Eures ανάλογα με τα αποτελέσματα της κοινής επισκόπησης των μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων όπως προβλέπει το Πρωτόκολλο 15 της συμφωνίας. |
|
(4) |
Βάσει της εν λόγω κοινής επισκόπησης, η απόφαση της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 191/1999 της 17ης Δεκεμβρίου 1999 (3) εισήγαγε νέες τομεακές προσαρμογές στα Παραρτήματα V και VIII της συμφωνίας όσον αφορά το Λιχτενστάιν, οι οποίες περιορίζουν στην εγκατάσταση προσώπων στο Λιχτενστάιν. |
|
(5) |
Η επιφύλαξη όσον αφορά τη συμμετοχή του Λιχτενστάιν στο δίκτυο Eures δεν θα πρέπει να ισχύει πλέον. |
|
(6) |
Ως εκ τούτου το πρωτόκολλο 31 της συμφωνίας θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να καταστεί δυνατή η συμμετοχή του Λιχτενστάιν στο δίκτυο Eures, με έναρξη ισχύος από 1ης Ιανουαρίου 2007, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Το άρθρο 15 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου 31 της συμφωνίας αντικαθίσταται ως εξής:
|
«4. |
Οι παράγραφοι 1 έως 3 ισχύουν για το Λιχτενστάιν από 1ης Ιανουαρίου 2007.» |
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση τίθεται σε ισχύ την επομένη της τελευταίας κοινοποίησης προς τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ δυνάμει του άρθρου 103, παράγραφος 1 της συμφωνίας (*1).
Εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 2007.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στο τμήμα για τον ΕΟΧ και στο συμπλήρωμα για τον ΕΟΧ της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.
Για τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ
H Πρόεδρος
Oda Helen SLETNES
(1) ΕΕ L 349 της 25.11.2004. σ. 52.
(2) ΕΕ L 58 της 27.2.1997, σ. 50.
(3) ΕΕ L 74 της 15.3.2001, σ. 29.
(*1) Δεν έχουν αναφερθεί συνταγματικές απαιτήσεις.
Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/87 |
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΖΕΣ
αριθ. 143/06/COL
της 11ης Μαΐου 2006
σχετικά, αφενός, με ένα πρόγραμμα παρακολούθησης για το 2006 με σκοπό να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις ανώτατες περιεκτικότητες για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων μέσα και επάνω στα σιτηρά και σε ορισμένα άλλα προϊόντα φυτικής προέλευσης και, αφετέρου, με τα εθνικά προγράμματα παρακολούθησης για το 2007
Η ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ,
Έχοντας υπόψη: τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), και ιδίως το άρθρο 109 και το πρωτόκολλο 1,
τη συμφωνία μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ σχετικά με την ίδρυση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου, και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β) και το πρωτόκολλο 1,
την πράξη που αναφέρεται στο σημείο 38 του κεφαλαίου ΧΙΙ του παραρτήματος ΙΙ της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Οδηγία 86/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1986 που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω στα σιτηρά) (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία και προσαρμόσθηκε στη συμφωνία για τον ΕΟΧ με το πρωτόκολλο 1 αυτής, και ιδίως με το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο β),
την πράξη που αναφέρεται στο σημείο 54 του κεφαλαίου ΧΙΙ του παραρτήματος ΙΙ της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Οδηγία 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 1990 που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών) (2), όπως τροποποιήθηκε τελευταία και προσαρμόσθηκε στη συμφωνία για τον ΕΟΧ με το πρωτόκολλο 1 αυτής, και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ πρέπει να μεριμνήσει σταδιακά για τη δημιουργία ενός συστήματος που θα επιτρέπει την εκτίμηση της πραγματικής διατροφικής έκθεσης στα φυτοφάρμακα. Για να μπορούν να διατυπωθούν εκτιμήσεις που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τον έλεγχο των υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων σε διάφορα τρόφιμα που αποτελούν βασικά συστατικά του ευρωπαϊκού διαιτολογίου. Αναγνωρίζεται εν γένει ότι τα βασικά δεδομένα του ευρωπαϊκού διαιτολογίου συνίστανται σε περίπου 20-30 προϊόντα διατροφής. Λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων πόρων σε εθνικό επίπεδο για τον έλεγχο των υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων, τα κράτη ΕΖΕΣ είναι σε θέση να προβαίνουν στην ανάλυση οκτώ μόνον δειγμάτων προϊόντων ετησίως, στο πλαίσιο του προγράμματος συντονισμένης παρακολούθησης. Οι χρήσεις φυτοφαρμάκων εμφανίζουν μεταβολές στο πλαίσιο τριετών χρονικών κύκλων. Κάθε φυτοφάρμακο πρέπει επομένως να ελέγχεται, κατά κανόνα, σε 20 έως 30 τρόφιμα, κατά τη διάρκεια μιας σειράς τριετών κύκλων. |
|
(2) |
Όλα τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων που καλύπτονται από την παρούσα σύσταση πρέπει να ελεγχθούν κατά το 2006, δεδομένου ότι κατά τον τρόπο αυτό θα παρασχεθεί η δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν τα συλλεχθέντα στοιχεία για την εκτίμηση της πραγματικής διατροφικής έκθεσης σε αυτά. |
|
(3) |
Απαιτείται συστηματική στατιστική προσέγγιση ως προς τον αριθμό των δειγμάτων που θα πρέπει να λαμβάνονται σε κάθε έλεγχο. Η εν λόγω προσέγγιση έχει καθοριστεί από την Επιτροπή του Codex Alimentarius (3). Βάσει διωνυμικής κατανομής πιθανοτήτων, μπορεί να υπολογιστεί ότι η εξέταση 613 δειγμάτων επιτρέπει με βεβαιότητα μεγαλύτερη του 99 % την ανίχνευση δείγματος που περιέχει υπολείμματα φυτοφαρμάκων άνω του ορίου προσδιορισμού (LOD), με την προϋπόθεση ότι λιγότερο από το 1 % των προϊόντων φυτικής προέλευσης περιέχει υπολείμματα άνω του ορίου αυτού. Η συλλογή των εν λόγω δειγμάτων πρέπει να κατανεμηθεί σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο με βάση τον πληθυσμό και τον αριθμό των καταναλωτών, με ελάχιστο όριο 12 δειγμάτων ανά προϊόν και ανά έτος. |
|
(4) |
Στο δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (4) έχουν δημοσιευθεί κατευθυντήριες γραμμές που αφορούν τις «διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου για την ανάλυση των υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων». Έχει συμφωνηθεί ότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να εφαρμόζονται όσο το δυνατόν περισσότερο από τα εργαστήρια ανάλυσης των κρατών ΕΖΕΣ και να αναθεωρούνται συνεχώς βάσει της κτηθείσας πείρας από τα προγράμματα παρακολούθησης. |
|
(5) |
Οι μέθοδοι και οι διαδικασίες δειγματοληψίας που καθορίζονται στην πράξη που αναφέρεται στο σημείο 54zz του κεφαλαίου ΧΙΙ του παραρτήματος ΙΙ της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Οδηγία 2002/63/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2002, για την καθιέρωση κοινοτικών μεθόδων δειγματοληψίας για τον επίσημο έλεγχο των υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω σε προϊόντα φυτικής και ζωικής προέλευσης και την κατάργηση της οδηγίας 79/700/ΕΟΚ) (5) ενσωματώνουν τις προτεινόμενες από την Επιτροπή του Codex Alimentarius. |
|
(6) |
Το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ και το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας 86/362/ΕΟΚ απαιτούν από τα κράτη ΕΖΕΣ να διευκρινίζουν τα κριτήρια που εφαρμόζουν κατά την κατάρτιση των εθνικών προγραμμάτων παρακολούθησης. Στις σχετικές πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνονται τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τον καθορισμό του αριθμού των προς λήψη δειγμάτων και των αναλύσεων που πρέπει να πραγματοποιηθούν, τα όρια πέραν των οποίων κοινοποιούνται τα υπολείμματα, τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίστηκαν τα εν λόγω όρια, καθώς και λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τη διαπίστευση των εργαστηρίων, δυνάμει της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 54ν του κεφαλαίου ΧΙΙ του παραρτήματος ΙΙ της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (οδηγία 93/99/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με τα πρόσθετα μέτρα που αφορούν τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων) (6), όπως τροποποιήθηκε. Πρέπει ακόμα να αναφέρεται ο αριθμός και το είδος των παραβάσεων καθώς και τα μέτρα που ελήφθησαν σχετικά. |
|
(7) |
Τα ανώτατα όρια καταλοίπων για τις παιδικές τροφές έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 6 της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 54α του κεφαλαίου ΧΙΙ του παραρτήματος ΙΙ της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (οδηγία 91/321/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 1991, σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας (7), όπως τροποποιήθηκε, καθώς και το άρθρο 6 της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 54zl του κεφαλαίου ΧΙΙ του παραρτήματος ΙΙ της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (οδηγία 96/5/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1996, για τις μεταποιημένες τροφές με βάση τα δημητριακά και τις παιδικές τροφές για βρέφη και μικρά παιδιά (8), όπως τροποποιήθηκε. |
|
(8) |
Τα στοιχεία σχετικά με τα αποτελέσματα των προγραμμάτων παρακολούθησης ενδείκνυνται ιδιαίτερα για επεξεργασία, αποθήκευση και διαβίβαση με ηλεκτρονικές μεθόδους. Έχουν αναπτυχθεί μορφότυποι για τη διαβίβαση δεδομένων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τα κράτη μέλη της ΕΚ προς την Επιτροπή. Τα κράτη ΕΖΕΣ μπορούν, συνεπώς, να χρησιμοποιήσουν τους ίδιους μορφότυπους και ως εκ τούτου πρέπει να είναι σε θέση να διαβιβάζουν τις εκθέσεις τους στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ με τον τυποποιημένο μορφότυπο. Η περαιτέρω ανάπτυξη τυποποιημένων μορφοτύπων είναι αποτελεσματικότερη όταν πραγματοποιείται στο πλαίσιο της επεξεργασίας κατευθυντήριων γραμμών. |
|
(9) |
Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα σύσταση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής Τροφίμων της ΕΖΕΣ που επικουρεί την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ. |
ΣΥΝΙΣΤΑ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ:
|
1. |
Να πραγματοποιούν δειγματοληψίες και αναλύσεις των συνδυασμών προϊόντων/υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της παρούσας σύστασης, με βάση τον αριθμό των δειγμάτων που αντανακλά, όπως ενδείκνυται, τον τρόπο καταμερισμού της αγοράς κάθε χώρας της ΕΖΕΣ μεταξύ εθνικών επιχειρήσεων, επιχειρήσεων του ΕΟΧ και επιχειρήσεων από τρίτες χώρες.
Η δειγματοληπτική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των μονάδων, πρέπει να είναι σύμφωνη με την πράξη που αναφέρεται στο σημείο 54zz του κεφαλαίου ΧΙΙ του παραρτήματος ΙΙ της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Οδηγία 2002/63/ΕΚ). |
|
2. |
Για φυτοφάρμακα που ενέχουν έντονο κίνδυνο, δηλαδή στις περιπτώσεις όπου ορίζεται ArfD (δόση αναφοράς οξείας επίδρασης) (π.χ. τους οργανοφωσφορικούς εστέρες (OP-esters), το endosulfan και τις N-μεθυλκαρβαμιδικές ενώσεις (Ν-methylcarbamates)), η δειγματοληψία πρέπει να διενεργείται με τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα επιλογής δύο εργαστηριακών δειγμάτων. Εάν το πρώτο εργαστηριακό δείγμα περιέχει ανιχνεύσιμο υπόλειμμα ενός από τα στοχευόμενα φυτοφάρμακα, οι μονάδες του δεύτερου δείγματος πρέπει να αναλύονται μεμονωμένα. Αυτό ισχύει για τα ακόλουθα προϊόντα:
Ένα επαρκές δείγμα των ανωτέρω προϊόντων πρέπει επίσης να υπόκειται σε ατομική ανάλυση της εκάστοτε μονάδας στο δεύτερο εργαστηριακό δείγμα σε περίπτωση που ανιχνευτούν φυτοφάρμακα στο πρώτο δείγμα, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για παραγωγή ενός και μόνο παραγωγού. |
|
3. |
Από το συνολικό αριθμό δειγμάτων, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι, κάθε κράτος ΕΖΕΣ λαμβάνει και αναλύει:
|
|
4. |
Να ανακοινώσουν, έως τις 31 Αυγούστου 2007 το αργότερο, τα αποτελέσματα της ανάλυσης των δειγμάτων τα οποία υποβλήθηκαν σε δοκιμή για τους συνδυασμούς προϊόντων/υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της παρούσας σύστασης, αναφέροντας:
|
|
5. |
Η έκθεση θα πρέπει να συνταχθεί σε μορφότυπο, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού, που να είναι σύμφωνος με τις οδηγίες (10) οι οποίες έχουν δοθεί στα κράτη ΕΖΕΣ όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων σχετικά με τα προγράμματα παρακολούθησης.
Τα αποτελέσματα των αναλύσεων των δειγμάτων που έχουν ληφθεί από προϊόντα οργανικής καλλιέργειας πρέπει να ανακοινώνονται σε χωριστό δελτίο. |
|
6. |
Να διαβιβάσουν, το αργότερο μέχρι την 31η Αυγούστου 2006, στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ και στα άλλα κράτη ΕΖΕΣ όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 3 της οδηγίας 86/362/ΕΟΚ και του άρθρου 4 παράγραφος 3 της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ, σχετικά με την περίοδο παρακολούθησης 2005, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί, τουλάχιστον με δειγματοληπτικούς ελέγχους, η συμμόρφωση με τις μέγιστες περιεκτικότητες σε υπολείμματα φυτοφαρμάκων· στα εν λόγω στοιχεία πρέπει να συμπεριλαμβάνονται:
|
|
7. |
Να αποστείλουν στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2006, το προβλεπόμενο εθνικό πρόγραμμα παρακολούθησης των ανώτατων περιεκτικοτήτων υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων που καθορίζονται από τις οδηγίες 90/642/ΕΟΚ και 86/362/ΕΟΚ για το έτος 2007, συμπεριλαμβανομένων των εξής στοιχείων:
|
Η παρούσα σύσταση απευθύνεται στην Ισλανδία, στο Λιχτενστάιν και στη Νορβηγία.
Βρυξέλλες, 11 Μαΐου 2006.
Για την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ
Kristján Andri STEFÁNSSON
Μέλος της Εποπτεύουσας Αρχής
Niels FENGER
Μέλος της Εποπτεύουσας Αρχής Διευθυντής
(1) ΕΕ L 221 της 7.8.1986, σ. 37. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/92/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 311 της 10.11.2006, σ. 31).
(2) ΕΕ L 350 της 14.12.1990, σ. 71. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/92/ΕΚ της Επιτροπής.
(3) Codex Alimentarius, Pesticide Residues in Foodstuffs (Υπολείμματα φυτοφαρμάκων στα τρόφιμα), Ρώμη 1994, ISBN 92-5-203271-1· τόμος 2, σ. 372.
(4) Έγγρ. αριθ. SANCO/10476/2003, http://europa.eu.int/comm/food/fs/ph_ps/pest/index_en.htm.
(5) ΕΕ L 187 της 16.7.2002, σ. 30.
(6) ΕΕ L 290 της 24.11.1993, σ. 14. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).
(7) ΕΕ L 175 της 4.7.1991, σ. 35. οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/14/EK (EE L 41 της 14.2.2003, σ. 37).
(8) ΕΕ L 49 της 28.2.1996, σ. 1. οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/13/EK (EE L 41 της 14.2.2003, σ. 33).
(9) Για τα σταφύλια η μονάδα (π.χ. κανονικό τσαμπί) θεωρείται ότι έχει βάρος περίπου 555 γραμμάρια.
(10) Παρουσιάζονται στη Μόνιμη Επιτροπή για την Τροφική Αλυσίδα και την Υγεία των Ζώων (SCFCAH) η οποία λαμβάνει γνώση των σχετικών οδηγιών κάθε έτος.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
Συνδυασμοί φυτοφαρμάκων/προϊόντων προς παρακολούθηση
|
Υπολείμματα φυτοφαρμάκου για το οποίο θα γίνει ανάλυση |
2006 |
2007 (*1) |
2008 (*1) |
|
Acephate |
|||
|
Acetamiprid |
|
||
|
Aldicarb |
|||
|
Azinphos-methyl |
|||
|
Azoxystrobin |
|||
|
Ομάδα του Benomyl |
|||
|
Bifenthrin |
|||
|
Bromopropylate (βρωμοπροπυλικό) |
|||
|
Bupirimate |
|||
|
Buprofezin |
|
||
|
Captan + Folpet Captan Folpet |
|||
|
Carbaryl |
|||
|
Chlormequat (*2) |
|||
|
Chlorothalonil |
|||
|
Chlorpropham |
|||
|
Chlorpyriphos |
|||
|
Chlorpyriphos-methyl |
|||
|
Cypermethrin (κυπερμεθρίνη) |
|||
|
Cyprodinil |
|||
|
Deltamethrin (δελταμεθρίνη) |
|||
|
Diazinon |
|||
|
Dichlofluanid |
|||
|
Dichlorvos |
|
||
|
Dicofol |
|||
|
Dimethoate + Omethoate Dimethoate Omethoate |
|||
|
Diphenylamine (διφαινυλαμίνη) |
|||
|
Endosulfan |
|||
|
Fenhexamid (φενεξαμίδιο) |
|||
|
Fenitrothion (φενιτροθείο) |
|
||
|
Fludioxinil |
|||
|
Imazalil |
|||
|
Imidacloprid |
|||
|
Indoxacarb |
|
||
|
Iprodione (Ιπροδιόνη) |
|||
|
Iprovalicarb |
|
||
|
Kresoxim-methyl (μεθυλοκρεσοξίνη) |
|||
|
Lambda-cyhalothrin (λ-κυαλοθρίνη) |
|||
|
Malathion (μαλαθείο) |
|||
|
Ομάδα του Maneb |
|||
|
Mepanipyrim |
|
||
|
Methamidophos |
|||
|
Metalaxyl |
|||
|
Methidathion (μεθιδαθείο) |
|||
|
Methiocarb |
|||
|
Methomyl |
|||
|
Myclobutanil |
|||
|
Oxydemeton-methyl |
|||
|
Parathion (παραθείο) |
|||
|
Penconazole |
|
||
|
Phosalone |
|||
|
Pirimicarb |
|||
|
Pirimiphos-methyl |
|||
|
Prochloraz |
|
||
|
Procymidone (Προκυμιδόνη) |
|||
|
Profenofos |
|
||
|
Propargite |
|||
|
Pyretrins (πυρεθρίνες) |
|||
|
Pyrimethanil |
|||
|
Pyriproxyfen |
|
||
|
Quenoxifen |
|
||
|
Spiroxamine (σπειροξαμίνη) |
|||
|
Tebuconazole |
|
||
|
Tebufenozoide |
|
||
|
Thiabendazole (θειαβενδαζόλιο) |
|||
|
Tolcloflos-methyl |
|||
|
Tolylfluanid |
|||
|
Triadimefon + Triadimenol Triadimefon Triadimenol (τριαδιμενόλη) |
|||
|
Vinclozolin |
(*1) Ενδεικτικά για το 2007 και το 2008, με την επιφύλαξη των προγραμμάτων που θα συστηθούν για τα έτη αυτά.
(*2) Αναλύσεις για την ουσία Chlormequat θα πρέπει να διεξαχθούν μόνον στα αχλάδια και τα δημητριακά.
(1) Αχλάδια, φασόλια (νωπά ή κατεψυγμένα), γεώμηλα, καρότα, πορτοκάλια ή μανταρίνια, σπανάκι (νωπό ή κατεψυγμένο), ρύζι και αγγούρια.
(2) Κουνουπίδια, πιπεριές (γλυκές), σιτάρι, μελιτζάνες, σταφύλια, μπιζέλια (νωπά/κατεψυγμένα, χωρίς τους λοβούς), μπανάνες και χυμός πορτοκαλιού. Όσον αφορά το χυμό πορτοκαλιού τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να προσδιορίζουν την πηγή (συμπυκνωμένος ή νωπών φρούτων).
(3) Μήλα, τομάτες, μαρούλια, φράουλες, πράσα, κεφαλωτά λάχανα, σίκαλη ή βρώμη, ροδάκινα συμπεριλαμβανομένων των νεκταρινιών και παρόμοιων υβριδίων.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/93 |
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΖΕΣ
αριθ. 144/06/COL
της 19ης Ιανουαρίου 2005
για τη μείωση της παρουσίας διοξινών, φουρανίων και πολυχλωριωμένων διφαινυλίων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα
Η ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ,
Έχοντας υπόψη, τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 109 παράγραφος 1 και το πρωτόκολλο 1,
τη συμφωνία μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ σχετικά με την ίδρυση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου, και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β) και το πρωτόκολλο 1,
την πράξη που αναφέρεται στο παράρτημα I κεφάλαιο II σημείο 33 της συμφωνίας ΕΖΕΣ (οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2002, σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες στις ζωοτροφές (1), όπως τροποποιήθηκε και προσαρμόστηκε στη συμφωνία ΕΟΧ με το πρωτόκολλο 1,
την πράξη που αναφέρεται στο σημείο 54zn του κεφαλαίου XII του παραρτήματος II της συμφωνίας ΕΟΧ (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 466/2001 της Επιτροπής, της 8 ης Μαρτίου 2001 , για τον καθορισμό μέγιστων τιμών ανοχής για ορισμένες προσμείξεις στα τρόφιμα (2) , όπως τροποποιήθηκε και προσαρμόστηκε στη συμφωνία ΕΟΧ με το πρωτόκολλο 1,
την απόφαση αριθ. 84/04/COL της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ, της 6ης Απριλίου 2006, βάσει της οποίας το αρμόδιο κράτος μέλος του Σώματος καλείται να εγκρίνει τη σύσταση, εάν το σχέδιο σύστασης συμφωνεί με τη γνώμη της επιτροπής φυτών και ζωοτροφών της ΕΖΕΣ και της επιτροπής τροφίμων της ΕΖΕΣ,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα :
|
(1) |
Η παρούσα σύσταση εντάσσεται σε μια γενικότερη στρατηγική για τη μείωση της παρουσίας διοξινών, φουρανίων και πολυχλωριωμένων διφαινυλίων στο περιβάλλον, στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα. Σκοπός της είναι να συστήσει επίπεδα δράσης για ζωοτροφές και τρόφιμα. |
|
(2) |
Μολονότι, από τοξικολογική άποψη, τα ανώτατα επίπεδα πρέπει να εφαρμόζονται στις διοξίνες και στα παρόμοια με τις διοξίνες PCB, έχουν οριστεί ανώτατα επίπεδα μόνο για τις διοξίνες και όχι για τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB, λόγω των τότε πολύ περιορισμένων διαθέσιμων στοιχείων σχετικά με τον επιπολασμό τους. Ομοίως, το 2001, στην πράξη που αναφέρεται στο σημείο 33 του κεφαλαίου II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ (οδηγία 2002/32/ΕΚ) ορίστηκαν ανώτατα επίπεδα στις ζωοτροφές μόνο για τις διοξίνες και όχι για τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB. |
|
(3) |
Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 466/2001, η Επιτροπή έπρεπε να αναθεωρήσει τις διατάξεις όσον αφορά τις διοξίνες στα τρόφιμα για πρώτη φορά στο τέλος του 2004 με βάση τα νέα δεδομένα σχετικά με την παρουσία διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB, ιδίως με σκοπό να περιληφθούν στα επίπεδα που θα καθοριστούν τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB. Η πράξη που αναφέρεται στο σημείο 33 του κεφαλαίου II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ, (οδηγία 2002/32/ΕΚ) περιλαμβάνει παρόμοια ρήτρα επανεξέτασης όσον αφορά τις διοξίνες στις ζωοτροφές. |
|
(4) |
Εν τω μεταξύ, έγιναν γνωστά περισσότερα στοιχεία σχετικά με την παρουσία παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Κατά συνέπεια, καθορίστηκαν μέγιστες τιμές ανοχής για το σύνολο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB, εκφρασμένες σε τοξικά ισοδύναμα της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ΠΟΥ), με την εφαρμογή των συντελεστών τοξικής ισοδυναμίας (WHO-TEF), λόγω του ότι αυτή είναι η πλέον ενδεδειγμένη προσέγγιση από τοξικολογική άποψη. Για να εξασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση, οι υπάρχουσες μέγιστες τιμές για τις διοξίνες πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν για μια μεταβατική περίοδο, παράλληλα με τις νέες καθορισμένες τιμές για το σύνολο των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB. |
|
(5) |
Γενικά αναγνωρίζεται ότι για να μειωθεί ενεργά η παρουσία των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, τα ανώτατα επίπεδα θα πρέπει να συνοδεύονται από μέτρα που θα ενθαρρύνουν μια προορατική προσέγγιση, που θα περιλαμβάνει τον καθορισμό επιπέδων δράσης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Τα εν λόγω επίπεδα δράσης αποτελούν εργαλείο για τις αρμόδιες αρχές και τις επιχειρήσεις τροφίμων και ζωοτροφών, για την επισήμανση των περιπτώσεων εκείνων στις οποίες είναι σκόπιμο να προσδιοριστεί η πηγή μόλυνσης και να ληφθούν μέτρα για τη μείωση ή την εξάλειψή της. Δεδομένου ότι οι πηγές των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB διαφέρουν, πρέπει να καθοριστούν ξεχωριστά επίπεδα δράσης, αφενός για τις διοξίνες και αφετέρου για τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB. |
|
(6) |
Επίσης, τα επίπεδα δράσης θα πρέπει να αναπροσαρμόζονται περιοδικά και να συμβαδίζουν με την καθοδική τάση των επιπέδων των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB και με την ενεργό προσέγγιση που ακολουθείται για τη σταδιακή μείωση της παρουσίας τους στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα. |
|
(7) |
Η συμμετοχή των κρατών της ΕΖΕΣ στα προγράμματα στο πλαίσιο του παραρτήματος I της παρούσας σύστασης θα πρέπει να αξιολογηθεί όσον αφορά τις εξαιρέσεις τους από το κεφάλαιο II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΖΕΣ. |
|
(8) |
Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα σύσταση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής τροφίμων της ΕΖΕΣ και της επιτροπής φυτών και ζωοτροφών της ΕΖΕΣ, οι οποίες επικουρούν την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, |
ΣΥΝΙΣΤΑ:
|
(1) |
Στα κράτη της ΕΖΕΣ να διενεργούν, ανάλογα με την παραγωγή τους, τη χρήση και την κατανάλωση πρώτων υλών για ζωοτροφές, ζωοτροφών και τροφίμων, έλεγχο με τυχαία δειγματοληψία για την παρουσία διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB, καθώς και — εφόσον κρίνεται αναγκαίο — μη παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στις πρώτες ύλες για ζωοτροφές, στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα.
Ο έλεγχος αυτός πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τη σύσταση αριθ. 3/05/COL της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ, της 19ης Ιανουαρίου 2005, για τον έλεγχο των βασικών επιπέδων των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες πολυχλωριωμένων διφαινυλίων στις ζωοτροφές και τη σύσταση 2004/705/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Οκτωβρίου 2004, για την παρακολούθηση των βασικών επιπέδων των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες πολυχλωριωμένων διφαινυλίων στα τρόφιμα (3)· |
|
(2) |
Σε περιπτώσεις μη τήρησης των διατάξεων της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 33 του κεφαλαίου II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ (οδηγία 2002/32/ΕΚ) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 466/2001, και (με την επιφύλαξη του σημείου 3) σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα επίπεδα των διοξινών ή/και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB διαπιστώνεται ότι υπερβαίνουν τα επίπεδα δράσης που ορίζονται στο παράρτημα Ι της παρούσας σύστασης όσον αφορά τα τρόφιμα και στο παράρτημα II της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 33 του κεφαλαίου ΙΙ παραρτήματος Ι της συμφωνίας ΕΟΧ. (οδηγία 2002//32/ΕΚ) όσον αφορά τις ζωοτροφές, και σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις,
|
|
(3) |
Στα κράτη της ΕΖΕΣ στα οποία τα βασικά επίπεδα διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB είναι ιδιαίτερα υψηλά να καθορίζουν εθνικά επίπεδα δράσης για την εγχώρια παραγωγή πρώτων υλών για ζωοτροφές, ζωοτροφών και τροφίμων, κατά τρόπο ώστε για το 5 % περίπου των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από τον έλεγχο που αναφέρεται στο σημείο (1) να διενεργείται έρευνα για τον εντοπισμό της πηγής της μόλυνσης. |
|
(4) |
Στα κράτη της ΕΖΕΣ να ενημερώνουν την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ και τα άλλα κράτη μέλη της ΕΖΕΣ σχετικά με τα ευρήματά τους, τα αποτελέσματα των ερευνών τους και τα μέτρα που λαμβάνουν για να μειώσουν ή να εξαλείψουν την πηγή μόλυνσης. |
|
(9) |
Στα κράτη της ΕΖΕΣ να διαβιβάζουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 4 το αργότερο ως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους για τα τρόφιμα και στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης που υποβάλλουν στην Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2 της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 31a του κεφαλαίου ΙΙ του παραρτήματος Ι της συμφωνίας ΕΟΧ (οδηγία 95/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1995 για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων (4), εκτός εάν οι πληροφορίες έχουν άμεση σημασία για τα άλλα κράτη της ΕΖΕΣ, οπότε πρέπει να διαβιβάζονται αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου 1 της συμφωνίας περί εποπτείας και Δικαστηρίου, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. |
Βρυξέλλες, 11 Μαΐου 2006.
Για την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ
Kristján Andri STEFÁNSSON
Μέλος της Αρχής
Niels FENGER
Διευθυντής
(1) ΕΕ L 140, 30.5.2002, σ. 10. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/77/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 271 της 30.9.2006, σ. 53).
(2) ΕΕ L 77 της 13.2.1993, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 199/2006 (ΕΕ L 32 της 4.2.2006, σ. 34).
(3) ΕΕ L 321 της 13.2.1993, σ. 45.
(4) ΕΕ L 265, 8.11.1995, σ. 17. Oδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 234 της 1.9.2001, σ. 55).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Διοξίνες (σύνολο των πολυχλωριωμένων διβενζο-παρα-διοξινών (PCDD) και των πολυχλωριωμένων διβενζοφουρανίων (PCDF), εκφραζόμενο σε τοξικά ισοδύναμα της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ΠΟΥ) με την εφαρμογή των TEF-WHO (συντελεστές τοξικής ισοδυναμίας, 1997)), και παρόμοια με τις διοξίνες PCB (σύνολο των πολυχλωριωμένων διφαινυλίων (PCB), εκφραζόμενο σε τοξικά ισοδύναμα της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ΠΟΥ) με την εφαρμογή των TEF-WHO (συντελεστές τοξικής ισοδυναμίας, 1997).
|
Τρόφιμα |
Επίπεδο δράσης για διοξίνες + φουράνια (WHO-TEQ) (1) |
Επίπεδο δράσης για παρόμοια με τις διοξίνες PCB (WHO-TEQ) (1) |
||
|
Κρέας και προϊόντα με βάση το κρέας |
|
|
||
|
1,5 pg/g λίπους (2) |
1,0 pg/g λίπους (2) |
||
|
|
|
||
|
1,5 pg/g λίπους (2) |
1,5 pg/g λίπους (2) |
||
|
Συκώτι και παράγωγα προϊόντα χερσαίων ζώων |
0,6 pg/g λίπους (2) 4,0 pg/g λίπους (2) |
0,5 pg/g λίπους (2) 4,0 pg/g λίπους (2) |
||
|
Σάρκα ψαριού και αλιευτικά προϊόντα και παράγωγα προϊόντα με εξαίρεση τα χέλια (3) (4) |
3,0 pg/g βάρος νωπού προϊόντος |
3,0 pg/g βάρος νωπού προϊόντος |
||
|
3,0 pg/g βάρος νωπού προϊόντος |
6,0 pg/g βάρος νωπού προϊόντος |
|||
|
Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου του βουτύρου |
2,0 pg/g λίπους (2) |
2,0 pg/g λίπους (2) |
||
|
Αυγά κότας και προϊόντα αυγών |
2,0 pg/g λίπους (2) |
2,0 pg/g λίπους (2) |
||
|
Έλαια και λίπη |
|
|
||
|
|
|
||
|
1,5 pg/g λίπους |
1,0 pg/g λίπους |
||
|
1,5 pg/g λίπους |
1,5 pg/g λίπους |
||
|
0,6 pg/g λίπους |
0,5 pg/g λίπους |
||
|
1,5 pg/g λίπους |
0,75 pg/g λίπους |
||
|
0,5 pg/g λίπους |
0,5 pg/g λίπους |
||
|
1,5 pg/g λίπους |
6,0 pg/g λίπους |
||
|
Φρούτα, λαχανικά και σιτηρά |
0,4 ng/kg προϊόν |
0,2 ng/kg προϊόν |
(1) Ανώτατα όρια συγκεντρώσεων: τα ανώτατα όρια συγκεντρώσεων υπολογίζονται βάσει της υπόθεσης ότι όλες οι τιμές των διαφόρων ομοειδών ουσιών που είναι μικρότερες από το όριο προσδιορισμού είναι ίσες με το όριο προσδιορισμού.
(2) Τα επίπεδα δράσης δεν ισχύουν για τρόφιμα που περιέχουν λίπος σε ποσοστό μικρότερο από 1 %.
(3) Όταν το ψάρι πρόκειται να καταναλωθεί ολόκληρο, το επίπεδο δράσης ισχύει για ολόκληρο το ψάρι.
(4) Σε περίπτωση υπέρβασης των επιπέδων δράσης, μπορεί να μην είναι απαραίτητο να διενεργείται έρευνα όσον αφορά την πηγή μόλυνσης, δεδομένου ότι για ορισμένα είδη ψαριών το επίπεδο αναφοράς σε ορισμένες περιοχές πλησιάζει ή υπερβαίνει το επίπεδο δράσης. Εντούτοις, σε περίπτωση που το επίπεδο δράσης υπερβαίνεται, όλες οι πληροφορίες, όπως η περίοδος δειγματοληψίας, η γεωγραφική προέλευση, τα είδη ψαριών κ.τ.λ., πρέπει να καταγραφούν ενόψει μελλοντικών μέτρων για τη ρύθμιση της παρουσίας διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες ενώσεων στα ψάρια και στα αλιευτικά προϊόντα.
|
21.12.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 366/96 |
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΖΕΣ
αριθ. 150/06/COL
της 17ης Μαΐου 2000
σχετικά με ένα συντονισμένο πρόγραμμα επιθεώρησης στον τομέα της διατροφής των ζώων για το 2006
Η ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ,
Έχοντας υπόψη, τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 109 παράγραφος 1 και το πρωτόκολλο 1,
τη συμφωνία μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ σχετικά με την ίδρυση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου, και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β) και το πρωτόκολλο 1,
την πράξη που αναφέρεται στο σημείο 31α του κεφαλαίου II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ (οδηγία 95/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1995, για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων (1), όπως τροποποιήθηκε και προσαρμόστηκε στη συμφωνία ΕΟΧ με το πρωτόκολλο 1 αυτής και ιδίως με το άρθρο 22 παράγραφος 3,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το 2005, οι χώρες της ΕΖΕΣ εντόπισαν ορισμένα θέματα τα οποία αξίζει να αποτελέσουν αντικείμενο συντονισμένου προγράμματος επιθεώρησης το έτος 2006. |
|
(2) |
Παρότι η πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 33 του κεφαλαίου II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ (Οδηγία 2002/32/ΕΚ, σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες στις ζωοτροφές (2), όπως τροποποιήθηκε, καθορίζει τη μέγιστη περιεκτικότητα της αφλατοξίνης B1 στις ζωοτροφές, δεν υπάρχουν κανόνες ΕΟΧ για άλλες μυκοτοξίνες, όπως η ωχρατοξίνη Α, η ζεαραλενόνη, η δεσοξυνιβαλενόλη, οι φουμονισίνες και οι τοξίνες Τ-2 και ΗΤ-2. Η συλλογή πληροφοριών σχετικά με την ύπαρξη αυτών των μυκοτοξινών μέσω τυχαίας δειγματοληψίας θα μπορούσε να παράσχει χρήσιμα στοιχεία για την εκτίμηση της κατάστασης ενόψει των εξελίξεων όσον αφορά τη νομοθεσία. Επιπλέον, ορισμένες πρώτες ύλες ζωοτροφών, όπως τα σιτηρά και οι ελαιούχοι σπόροι, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στη μόλυνση από μυκοτοξίνες λόγω των συνθηκών συγκομιδής, αποθήκευσης και μεταφοράς. Δεδομένου ότι η συγκέντρωση μυκοτοξινών ποικίλλει από έτος σε έτος, είναι σκόπιμο να συλλέγονται στοιχεία από διαδοχικά έτη για όλες τις αναφερόμενες μυκοτοξίνες. |
|
(3) |
Προηγούμενοι έλεγχοι για την ύπαρξη αντιβιοτικών και κοκκιδιοστατικών σε ορισμένες ζωοτροφές που προορίζονται για είδη ή κατηγορίες ζώων για τα οποία δεν επιτρέπονται αυτές οι δραστικές ουσίες, δείχνουν ότι εξακολουθεί να διαπράττεται αυτό το είδος παράβασης. Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παράγραφος 2 της νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1α του κεφαλαίου ΙΙ του παραρτήματος Ι της συμφωνίας ΕΟΧ (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (3), είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι η σταδιακή κατάργηση των αντιβιοτικών εφαρμόζεται αποτελεσματικά. |
|
(4) |
Η συμμετοχή της Νορβηγίας και της Ισλανδίας στα προγράμματα εντος του πεδίου εφαρμογής του παραρτήματος ΙΙ της παρούσας σύστασης αναφορικά με ουσίες που απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται ως πρόσθετες ύλες στις ζωοτροφές θα πρέπει να αξιολογηθεί σύμφωνα με τις εξαιρέσεις των χωρών αυτών από το κεφάλαιο ΙΙ του παραρτήματος Ι της συμφωνίας ΕΟΧ και, ειδικότερα, από την πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1α του κεφαλαίου ΙΙ του παραρτήματος Ι της συμφωνίας ΕΟΧ, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. |
|
(5) |
Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των περιορισμών χρήσης πρώτων υλών ζωικής προέλευσης στις ζωοτροφές, όπως ορίζεται στη σχετική κοινοτική νομοθεσία. |
|
(6) |
Η συμμετοχή της Ισλανδίας στα προγράμματα εντος του πεδίου εφαρμογής του παραρτήματος ΙΙΙ της παρούσας σύστασης όσον αφορά περιορισμούς στην παραγωγή και τη χρήση πρώτων υλών ζωοτροφών ζωικής προέλευσης θα πρέπει να αξιολογηθεί σύμφωνα με τις εξαιρέσεις της χώρας από το κεφάλαιο Ι του παραρτήματος Ι της συμφωνίας ΕΟΧ. |
|
(7) |
Ενδείκνυται να εξασφαλιστεί ότι τα επίπεδα των ιχνοστοιχείων χαλκού και ψευδαργύρου στις σύνθετες ζωοτροφές για χοίρους δεν υπερβαίνουν τη μέγιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα που καθορίζεται στην πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1zq του κεφαλαίου ΙΙ του παραρτήματος Ι της συμφωνίας ΕΟΧ (κανονισμός (EΚ) αριθ. 1334/2003 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 2003, για την τροποποίηση των όρων έγκρισης ορισμένων πρόσθετων υλών που ανήκουν στην ομάδα των ιχνοστοιχείων και οι οποίες χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές (4) όπως τροποποιήθηκε. Η συμμετοχή της Νορβηγίας στα προγράμματα στο πλαίσιο του παραρτήματος IV θα πρέπει να αξιολογηθεί όσον αφορά τις εξαιρέσεις της χώρας αυτής από το κεφάλαιο II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ. |
Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα σύσταση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής φυτών και ζωοτροφών της ΕΖΕΣ, η οποία επικουρεί την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ,
ΣΥΝΙΣΤΑ:
|
1. |
Να εφαρμόσουν, κατά τη διάρκεια του 2005, συντονισμένο πρόγραμμα επιθεώρησης με σκοπό τον έλεγχο:
|
|
2. |
Συνιστάται στις χώρες ΕΖΕΣ να συμπεριλάβουν τα αποτελέσματα του συντονισμένου προγράμματος επιθεωρήσεων το οποίο προβλέπεται στην παράγραφο 1 ως ξεχωριστό κεφάλαιο στην ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητες ελέγχου που θα υποβληθεί στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ έως την 1η Απριλίου 2007 σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2 της νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο σημείο 31α του κεφαλαίου II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ (Οδηγία 95/53/ΕΚ) και στην τελευταία έκδοση του εναρμονισμένου υποδείγματος υποβολής εκθέσεων. |
Βρυξέλλες, 17 Μαΐου 2006.
Για την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ
Kristján Andri STEFÁNSSON
Μέλος της Αρχής
Niels FENGER
Διευθυντής
(1) ΕΕ L 265, 8.11.1995, σ. 17. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την οδηγία 2001/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 234, 1.9.2001, σ. 55).
(2) ΕΕ L 140 της 30.5.2002, σ. 10. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την οδηγία 2006/77/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 271 της 30.9.2006, σ. 53).
(3) ΕΕ L 268, 18.10.2003, σ. 29. Κανονισμός ο οποίος τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 378/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 59, 5.3.2005, σ. 8).
(4) ΕΕ L 187, 26.7.2003, σ. 29. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1980/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 318, 6.12.2005, σ. 3)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
Συγκέντρωση ορισμένων μυκοτοξινών (αφλατοξίνη B1, ωχρατοξίνη Α, ζεαραλενόνη, δεσοξυνιβαλενόλη, φουμονισίνες και τοξίνες Τ-2 και ΗΤ-2) στις ζωοτροφές
Επιμέρους αποτελέσματα όλων των δειγμάτων που ελέγχθηκαν· υπόδειγμα υποβολής εκθέσεων το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α)
|
Ζωοτροφές |
Δειγματοληψία (τυχαία ή στοχοθετημένη) |
Είδος και συγκέντρωση μυκοτοξινών (μg/kg σε σχέση με ζωοτροφή με ποσοστό υγρασίας 12 %) |
|||||||
|
Κατηγορία (1) |
Είδος: (2) |
Χώρα καταγωγής |
|
Αφλατοξίνη B1 |
Ωχρατοξίνη A |
Ζεαραλενόνη |
Δεσοξυνιβαλενόλη |
Φουμονισίνες (3) |
Τοξίνες T-2 και ΗΤ-2 (4) |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Η αρμόδια αρχή πρέπει να αναφέρει επίσης:
|
— |
τα μέτρα που λαμβάνονται σε περίπτωση υπέρβασης των μέγιστων ορίων για την αφλατοξίνη B1· |
|
— |
τις μεθόδους ανάλυσης που χρησιμοποιήθηκαν· |
|
— |
τα όρια ανίχνευσης. |
(1) Να επιλέξετε μία από τις παρακάτω κατηγορίες: πρώτες ύλες ζωοτροφών, προμείγματα, συμπληρώματα ζωοτροφών, πλήρεις ζωοτροφές, σύνθετες ζωοτροφές.
(2) Να επιλέξετε ένα από τα παρακάτω είδη: (α) για τις πρώτες ύλες ζωοτροφών, την ονομασία της πρώτης ύλης ζωοτροφών όπως ορίζεται στο μέρος Β του παραρτήματος της νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο σημείο 14a του κεφαλαίου II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ (οδηγία 96/25/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, για την κυκλοφορία των πρώτων υλών ζωοτροφών, για την τροποποίηση των οδηγιών 70/524/ΕΟΚ, 74/63/ΕΟΚ, 82/471/ΕΟΚ και 93/74/ΕΟΚ και για την κατάργηση της οδηγίας 77/101/ΕΟΚ)· (β) για τις άλλες ζωοτροφές, το στοχευόμενο ζωικό είδος.
(3) Η συγκέντρωση φουμονισινών Β1 και Β2 μπορεί να αναφερθεί ως το άθροισμα των δύο.
(4) Η συγκέντρωση των τοξινών Τ-2 και ΗΤ-2 μπορεί να αναφερθεί ως το άθροισμα των δύο.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
Παρουσία ορισμένων φαρμακευτικών ουσιών που δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως πρόσθετες ύλες στις ζωοτροφές
Ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες μπορούν να χρησιμοποιούνται νόμιμα ως πρόσθετες ύλες σε προμείγματα και σύνθετες ζωοτροφές για ορισμένα είδη και κατηγορίες ζώων, εάν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 10 της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 1α του κεφαλαίου II του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ (κανονισμός (EΚ) αριθ. 1831/2003).
Η παρουσία μη επιτρεπόμενων φαρμακευτικών ουσιών στις ζωοτροφές συνιστά παράβαση.
Οι φαρμακευτικές ουσίες που πρόκειται να ελεγχθούν επιλέγονται από τις ακόλουθες:
|
1. |
Φαρμακευτικές ουσίες που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως πρόσθετες ύλες στις ζωοτροφές μόνο για ορισμένα είδη και κατηγορίες ζώων:
|
|
2. |
Φαρμακευτικές ουσίες που δεν επιτρέπεται πλέον να χρησιμοποιούνται ως πρόσθετες ύλες στις ζωοτροφές:
|
|
3. |
Φαρμακευτικές ουσίες που δεν είχε επιτραπεί ποτέ να χρησιμοποιούνται ως πρόσθετες ύλες στις ζωοτροφές: άλλες ουσίες Επιμέρους αποτελέσματα όλων των μη συμμορφούμενων δειγμάτων· υπόδειγμα υποβολής εκθέσεων το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β)
|
Η αρμόδια αρχή πρέπει να αναφέρει επίσης:
|
— |
το συνολικό αριθμό των δειγμάτων που ελέγχθηκαν· |
|
— |
τις ονομασίες των ουσιών που ερευνήθηκαν· |
|
— |
τις μεθόδους ανάλυσης που χρησιμοποιήθηκαν· |
|
— |
τα όρια ανίχνευσης. |
(1) Λόγος που οδήγησε στην παρουσία μη επιτρεπόμενης ουσίας στη ζωοτροφή, όπως διαπιστώθηκε μετά την έρευνα που διενεργήθηκε από την αρμόδια αρχή.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
Περιορισμοί στην παραγωγή και τη χρήση πρώτων υλών ζωοτροφών ζωικής προέλευσης
Με την επιφύλαξη των άρθρων 3 έως 13 και 15 της οδηγίας 95/53/EΚ, τα κράτη ΕΖΕΣ θα πρέπει να εφαρμόσουν συντονισμένο πρόγραμμα επιθεώρησης κατά τη διάρκεια του 2006 για να διαπιστώσουν εάν τηρήθηκαν οι περιορισμοί στην παραγωγή και χρήση πρώτων υλών ζωοτροφών ζωικής προέλευσης.
Συγκεκριμένα, για να εξασφαλιστεί ότι εφαρμόζεται αποτελεσματικά η απαγόρευση της χορήγησης μεταποιημένων ζωικών πρωτεϊνών σε ορισμένα ζώα, όπως καθορίζεται στο παράρτημα IV της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 7.1.12 του κεφαλαίου Ι του παραρτήματος Ι της συμφωνίας ΕΟΧ (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (1), τα κράτη της ΕΖΕΣ οφείλουν να εφαρμόζουν ειδικό πρόγραμμα ελέγχου που βασίζεται σε στοχοθετημένους ελέγχους. Σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 95/53/EΚ, το πρόγραμμα ελέγχου πρέπει να βασίζεται σε μια στρατηγική με βάση τον κίνδυνο, η οποία θα περιλαμβάνει όλα τα στάδια παραγωγής και όλα τα είδη εγκαταστάσεων όπου παράγονται, διακινούνται και χορηγούνται ζωοτροφές. Τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στον ορισμό των κριτηρίων που μπορεί να συνδέονται με κάποιο κίνδυνο. Ο συντελεστής στάθμισης που απονέμεται σε κάθε κριτήριο πρέπει να είναι ανάλογος με τον κίνδυνο. Η συχνότητα των επιθεωρήσεων και ο αριθμός των δειγμάτων που αναλύονται στις εγκαταστάσεις πρέπει να είναι ανάλογα με το σύνολο των συντελεστών στάθμισης που απονέμονται στις εγκαταστάσεις αυτές.
Οι ακόλουθοι χώροι και τα ακόλουθα κριτήρια που αναφέρονται ενδεικτικά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την κατάρτιση προγράμματος ελέγχου:
|
Χώροι |
Kριτήρια |
Συντελεστής στάθμισης |
||||||||||
|
Μονάδες παραγωγής ζωοτροφών |
|
|
||||||||||
|
Συνοριακοί σταθμοί ελέγχου και άλλα σημεία εισόδου στην Κοινότητα |
|
|
||||||||||
|
Κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις |
|
|
||||||||||
|
Έμποροι |
|
|
||||||||||
|
Φορητοί αναμείκτες |
|
|
||||||||||
|
Μεταφορικά μέσα |
|
|
Εναλλακτικά σε σχέση με αυτούς τους χώρους και τα κριτήρια που αναφέρονται ενδεικτικά, τα κράτη μέλη μπορούν να διαβιβάζουν στην Επιτροπή τη δική τους εκτίμηση κινδύνου πριν από τις 31 Μαΐου 2006.
Οι δειγματοληψίες πρέπει να στοχεύουν παρτίδες ή συμβάντα όπου υπάρχει μεγάλη πιθανότητα διασταυρούμενης μόλυνσης με απαγορευμένες μεταποιημένες πρωτεΐνες (η πρώτη παρτίδα ύστερα από τη μεταφορά ζωοτροφών οι οποίες περιείχαν ζωικές πρωτεΐνες που είναι απαγορευμένες για τη συγκεκριμένη παρτίδα, τεχνικά προβλήματα ή αλλαγές στη γραμμή παραγωγής, αλλαγές στους χώρους αποθήκευσης ή στους σιρούς για ασυσκεύαστο υλικό).
Οι έλεγχοι πρέπει επίσης να επεκτείνονται στην ανάλυση της σκόνης στα οχήματα, τον εξοπλισμό παρασκευής και τους χώρους αποθήκευσης.
Ο ελάχιστος αριθμός επιθεωρήσεων ανά έτος σε ένα κράτος μέλος πρέπει να είναι 10 ανά 100 000 τόνους παραγόμενων σύνθετων ζωοτροφών. Ο ελάχιστος αριθμός επίσημων δειγμάτων ανά έτος σε ένα κράτος μέλος πρέπει να είναι 20 ανά 100 000 τόνους παραγόμενων σύνθετων ζωοτροφών. Εν αναμονή της έγκρισης εναλλακτικών μεθόδων, για την ανάλυση των δειγμάτων πρέπει να χρησιμοποιείται μικροσκοπική ταυτοποίηση και κατ' εκτίμηση προσδιορισμός όπως περιγράφεται στην πράξη που αναφέρεται στο σημείο 31i του κεφαλαίου ΙΙ του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ (οδηγία 2003/126/EΚ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, για καθορισμό αναλυτικών μεθόδων για τον προσδιορισμό των συστατικών ζωικής προέλευσης για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών (2). Η παρουσία απαγορευμένων συστατικών ζωικής προέλευσης στις ζωοτροφές πρέπει να θεωρείται παράβαση της απαγόρευσης των ζωοτροφών.
Τα αποτελέσματα των προγραμμάτων επιθεώρησης πρέπει να ανακοινώνονται στην Επιτροπή με την εξής μορφή.
Περίληψη των ελέγχων σχετικά με τους περιορισμούς της σίτισης με ζωοτροφές ζωικής προέλευσης (σίτιση με απαγορευμένες μεταποιημένες ζωικές πρωτεΐνες)
Α. Τεκμηριωμένες επιθεωρήσεις
|
Στάδιο |
Αριθμός επιθεωρήσεων που περιλαμβάνουν ελέγχους για την παρουσία μεταποιημένων ζωικών πρωτεϊνών |
Αριθμός παραβάσεων που βασίζονται σε ελέγχους των εγγράφων τεκμηρίωσης κτλ. και όχι σε εργαστηριακές δοκιμές |
|
Εισαγωγή πρώτων υλών ζωοτροφών |
|
|
|
Αποθήκευση πρώτων υλών ζωοτροφών |
|
|
|
Μονάδες παραγωγής ζωοτροφών |
|
|
|
Σταθεροί/φορητοί αναμείκτες |
|
|
|
Έμποροι ζωοτροφών |
|
|
|
Μεταφορικά μέσα |
|
|
|
Κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις χωρίς μηρυκαστικά |
|
|
|
Κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις με μηρυκαστικά |
|
|
|
Λοιπά: |
|
|
Β. Δειγματοληψία και έλεγχος πρώτων υλών ζωοτροφών και σύνθετων ζωοτροφών για μεταποιημένες ζωικές πρωτεΐνες
|
Χώροι |
Αριθμός επίσημων δειγμάτων που ελέγχθηκαν για μεταποιημένες ζωικές πρωτεΐνες |
Αριθμός μη συμμορφούμενων δειγμάτων |
|||||||
|
Παρουσία μεταποιημένων ζωικών πρωτεϊνών από χερσαία ζώα |
Παρουσία μεταποιημένων ζωικών πρωτεϊνών από αλιεύματα |
||||||||
|
Πρώτες ύλες ζωοτρο-φών |
Σύνθετες ζωοτροφές |
Πρώτες ύλες ζωοτρο-φών |
Σύνθετες ζωοτροφές |
Πρώτες ύλες ζωοτρο-φών |
Σύνθετες ζωοτροφές |
||||
|
για μηρυκα-στικά |
για μη μηρυκα-στικά |
για μηρυκα-στικά |
για μη μηρυκα-στικά |
για μηρυκα-στικά |
για μη μηρυκα-στικά |
||||
|
Κατά την εισαγωγή |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μονάδες παραγωγής ζωοτροφών |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μεταπράτες/αποθήκευση |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Μεταφορικά μέσα |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Σταθεροί/φορητοί αναμείκτες |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Στην κτηνοτροφική εκμετάλλευση |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Λοιπά: |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Γ. Περίληψη των απαγορευμένων μεταποιημένων ζωικών πρωτεϊνών που βρέθηκαν σε δείγματα ζωοτροφών που προορίζονταν για μηρυκαστικά
|
|
Μήνας δειγματοληψίας |
Είδος, βαθμός και προέλευση της μόλυνσης |
Κυρώσεις (ή άλλα μέτρα) που επιβλήθηκαν |
|
1 |
|
|
|
|
2 |
|
|
|
|
3 |
|
|
|
|
4 |
|
|
|
|
5 |
|
|
|
|
… |
|
|
|
(1) ΕΕ L 147, 31.5.2001, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1993/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 344, 20.11.2004, σ. 12).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
Επιμέρους αποτελέσματα όλων των δειγμάτων (συμμορφούμενων και μη συμμορφούμενων) όσον αφορά την περιεκτικότητα των σύνθετων ζωοτροφών για χοίρους σε χαλκό και ψευδάργυρο
|
Είδος σύνθετης ζωοτροφής (κατηγορία ζώων) |
Ιχνοστοιχείο (χαλκός ή ψευδάργυρος) |
Επίπεδο που ανιχνεύθηκε (mg/kg πλήρων ζωοτροφών) |
Λόγος υπέρβασης της μέγιστης περιεκτικότητας (1) |
Μέτρα που ελήφθησαν |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
(1) Όπως διαπιστώθηκε μετά την έρευνα που διενεργήθηκε από την αρμόδια αρχή.