ISSN 1725-2547

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

48ό έτος
14 Οκτωβρίου 2005


Περιεχόμενα

 

I   Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

Σελίδα

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1666/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

1

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1667/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 60/2004 για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

3

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1668/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για τον καθορισμό των επιτοκίων που θα εφαρμοστούν για τον υπολογισμό των δαπανών χρηματοδότησης των παρεμβάσεων που συνίστανται σε αγορά, αποθεματοποίηση και διάθεση των αποθεμάτων, για το λογιστικό έτος 2006 του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων

4

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1669/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για τον καθορισμό των αντιπροσωπευτικών τιμών και των ποσών των πρόσθετων δασμών κατά την εισαγωγή μελάσσας στον τομέα της ζάχαρης, που εφαρμόζονται από τις 14 Οκτωβρίου 2005

6

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1670/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή της λευκής ζάχαρης και της ακατέργαστης ζάχαρης σε φυσική κατάσταση

8

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1671/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για καθορισμό του μέγιστου ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή της λευκής ζάχαρης προς ορισμένες τρίτες χώρες για την 9η τμηματική δημοπρασία που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1138/2005

10

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1672/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με τον καθορισμό του ανώτατου ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή βουτύρου στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 581/2004

11

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1673/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με τον καθορισμό του ανώτατου ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 582/2004

13

 

*

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1674/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για τη θέσπιση απαγόρευσης της αλιείας για το γάδο στις ζώνες ICES Ι, ΙΙb από σκάφη που φέρουν τη σημαία της Πολωνίας

14

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1675/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για καθορισμό των επιστροφών που εφαρμόζονται κατά την εξαγωγή των σιτηρών, των αλεύρων και των πλιγουριών και των σιμιγδαλιών σίτου ή σικάλεως

16

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1676/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με τις προσφορές που ανακοινώνονται για την εξαγωγή κριθής στο πλαίσιο του διαγωνισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1058/2005

18

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1677/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή βρώμης στο πλαίσιο του διαγωνισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1438/2005

19

 

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1678/2005 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή μαλακού σίτου στο πλαίσιο του διαγωνισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2005

20

 

 

II   Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση

 

 

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο

 

*

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, για την κινητοποίηση του Ταμείου Αλληλεγγύης της ΕΕ σύμφωνα με το σημείο 3 της διοργανικής συμφωνίας, της 7ης Νοεμβρίου 2002, μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής για τη χρηματοδότηση του Ταμείου Αλληλεγγύης της ΕΕ που συμπληρώνει τη διοργανική συμφωνία, της 6ης Μαΐου 1999, για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού

21

 

*

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, για την κινητοποίηση του μέσου ευελιξίας για τη χορήγηση ενίσχυσης αποκατάστασης και ανοικοδόμησης προς τις χώρες που επλήγησαν από το τσουνάμι, σύμφωνα με το σημείο 24 της διοργανικής συμφωνίας της 6ης Μαΐου 1999

23

 

*

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, για την αναθεώρηση των δημοσιονομικών προοπτικών 2000-2006

24

 

 

Επιτροπή

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2004, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ της France Télécom [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 3061]  ( 1 )

30

 

*

Απόφαση της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για τη λήψη ορισμένων μέτρων προστασίας λόγω της υποψίας εμφάνισης γρίπης των πτηνών υψηλής παθογονικότητας στη Ρουμανία [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 4068]  ( 1 )

42

 

*

Απόφαση αριθ. 1/2005 της Μεικτής Επιτροπής ΕΚ-ΕΖΕΣ για την απλούστευση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές, της 4ης Οκτωβρίου 2005, με την οποία καλείται η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση της 20ής Μαΐου 1987 για την απλούστευση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές

44

 

*

Απόφαση αριθ. 5/2005 της Μεικτής Επιτροπής ΕΚ-ΕΖΕΣ για το κοινό καθεστώς διαμετακόμισης, της 4ης Οκτωβρίου 2005, με την οποία καλείται η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση, της 20ής Μαΐου 1987, περί καθεστώτος κοινής διαμετακόμισης

46

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Πράξεις για την ισχύ των οποίων απαιτείται δημοσίευση

14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1666/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/94, σε εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, προβλέπει τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημά του.

(2)

Σε εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή πρέπει να καθοριστούν, όπως αναγράφονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3223/94 καθορίζονται όπως αναγράφονται στον πίνακα που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

J. M. SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)   ΕΕ L 337 της 24.12.1994, σ. 66· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 386/2005 (ΕΕ L 62 της 9.3.2005, σ. 3).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για τον καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για τον καθορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(EUR/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτης χώρας (1)

Κατ' αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή

0702 00 00

052

49,2

204

52,0

999

50,6

0707 00 05

052

101,8

999

101,8

0709 90 70

052

98,7

999

98,7

0805 50 10

052

73,8

382

63,3

388

68,1

524

57,2

528

70,3

999

66,5

0806 10 10

052

88,3

400

215,8

999

152,1

0808 10 80

388

85,2

400

107,5

512

89,6

528

11,2

720

48,5

800

163,1

804

77,5

999

83,2

0808 20 50

052

90,7

388

56,9

720

54,1

999

67,2


(1)  Ονοματολογία των χωρών που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 750/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 126 της 19.5.2005, σ. 12). Ο κωδικός « 999 » αντιπροσωπεύει «άλλες καταγωγές».


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1667/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 60/2004 για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τη συνθήκη προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας,

την πράξη προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, και ιδίως το άρθρο 41 πρώτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 60/2004 της Επιτροπής (1) προβλέπει ότι το ποσό με το οποίο χρεώνονται τα κράτη μέλη για τις ποσότητες που δεν απομακρύνθηκαν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών στην παραγωγή για την περίοδο εμπορίας 2004/2005.

(2)

Το ποσό με το οποίο χρεώνονται τα κράτη μέλη δεν θα είναι γνωστό όταν θα υπολογιστούν οι εισφορές 2004/2005, τον Σεπτέμβριο 2005, δεδομένου ότι, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 651/2005 της Επιτροπής, παρατάθηκε η προθεσμία για την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων για την απομάκρυνση έως τις 31 Μαρτίου 2006. Είναι επομένως σκόπιμο να προβλεφθεί ότι το εν λόγω ποσό λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών στην παραγωγή για την περίοδο εμπορίας 2005/2006 που θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο 2006.

(3)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 60/2004 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως. Δεδομένου ότι η εν λόγω τροποποίηση πρέπει να προηγηθεί του καθορισμού των εισφορών για την περίοδο εμπορίας 2004/2005, είναι σκόπιμο ο παρών κανονισμός να τεθεί αμέσως σε ισχύ.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης της ζάχαρης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 60/2004 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Σε περίπτωση που δεν παρέχεται απόδειξη της απομάκρυνσης από την αγορά, σύμφωνα με την παράγραφο 1, για μέρος ή για το σύνολο της πλεονάζουσας ποσότητας, το νέο κράτος μέλος χρεώνεται με ποσό ίσο με την ποσότητα που δεν απομακρύνθηκε, πολλαπλασιαζόμενο με την υψηλότερη επιστροφή κατά την εξαγωγή που επιβάλλεται στη λευκή ζάχαρη που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1701 99 10 κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 30 Νοεμβρίου 2005. Τμήμα του ποσού ίσο με 25 % του συνολικού ποσού αποδίδεται στον προϋπολογισμό της Κοινότητας το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου των ετών 2006 έως 2009. Το συνολικό ποσό λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών στην παραγωγή για την περίοδο εμπορίας 2005/2006.»

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 9 της 15.1.2004, σ. 8· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 651/2005 (ΕΕ L 108 της 29.4.2005, σ. 3).


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/4


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1668/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για τον καθορισμό των επιτοκίων που θα εφαρμοστούν για τον υπολογισμό των δαπανών χρηματοδότησης των παρεμβάσεων που συνίστανται σε αγορά, αποθεματοποίηση και διάθεση των αποθεμάτων, για το λογιστικό έτος 2006 του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1883/78 του Συμβουλίου, της 2ας Αυγούστου 1978, περί των γενικών κανόνων χρηματοδοτήσεως των παρεμβάσεων από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (1), και ιδίως το άρθρο 5,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 411/88 της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1988, σχετικά με τη μέθοδο και το επιτόκιο που πρέπει να εφαρμοσθούν για τον υπολογισμό των εξόδων χρηματοδότησης των παρεμβάσεων που συνίστανται σε αγορές, αποθεματοποίηση και διάθεση (2), προβλέπει ότι το ενιαίο επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των δαπανών χρηματοδότησης των παρεμβάσεων, αντιστοιχεί στα επιτόκια EURIBOR προθεσμίας τριών μηνών και δώδεκα μηνών, σταθμισμένα με συντελεστή ένα τρίτο και δύο τρίτα, αντίστοιχα.

(2)

Η Επιτροπή καθορίζει το ανωτέρω επιτόκιο πριν από την έναρξη κάθε λογιστικού έτους του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, με βάση τα επιτόκια που έχουν διαπιστωθεί κατά το εξάμηνο που προηγείται του καθορισμού.

(3)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 411/88, καθορίζεται ειδικό επιτόκιο για τα κράτη μέλη που επιβαρύνονται, κατά τη διάρκεια έξι μηνών τουλάχιστον, με επιτόκιο χαμηλότερο από το ενιαίο επιτόκιο που έχει καθοριστεί για την Κοινότητα. Εάν το κράτος μέλος δεν κοινοποιήσει το μέσο επιτόκιο των οικείων εξόδων τόκων πριν από το τέλος του οικονομικού έτους, το εφαρμοστέο ειδικό επιτόκιο καθορίζεται με βάση το επιτόκιο αναφοράς που παρατίθεται στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού.

(4)

Το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 411/88 προβλέπει, για τα οικονομικά έτη 2005 και 2006, ότι εφόσον το μέσο επιτόκιο των εξόδων τόκου τα οποία έχει καταβάλει ένα κράτος μέλος υπερβαίνει το διπλάσιο του ενιαίου επιτοκίου που έχει καθοριστεί για την Κοινότητα, η τελευταία δύναται να καλύψει τα έξοδα τόκων με βάση το ενιαίο επιτόκιο, προσαυξημένο κατά τη διαφορά μεταξύ του διπλασίου αυτού του επιτοκίου και του πραγματικού επιτοκίου που επιβάρυνε το εν λόγω κράτος μέλος.

(5)

Με βάση τις κοινοποιήσεις που έλαβε η Επιτροπή από τα κράτη μέλη, πρέπει να καθοριστούν τα εφαρμοστέα επιτόκια για το οικονομικό έτος 2006 του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα ανωτέρω στοιχεία.

(6)

Τα μέτρα που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Για τις δαπάνες που καταλογίζονται στο λογιστικό έτος 2006 του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων:

1)

το ενιαίο επιτόκιο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1883/78 καθορίζεται σε 2,2 % για τα κράτη μέλη που δεν αναφέρονται στα σημεία 2 και 3 του παρόντος άρθρου·

2)

το ειδικό επιτόκιο που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 411/88, καθορίζεται σε:

α)

2,1 % για την Τσεχική Δημοκρατία, τη Γαλλία, την Αυστρία και τη Φινλανδία·

β)

1,8 % για τη Σουηδία·

3)

το επιτόκιο που καλύπτεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 411/88 καθορίζεται σε:

α)

3,2 % για την Κύπρο·

β)

5,1 % για την Ουγγαρία·

γ)

3,0 % για την Πολωνία·

δ)

2,8 % για τη Σλοβενία·

ε)

2,3 % για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 216 της 5.8.1978, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 695/2005 (ΕΕ L 114 της 4.5.2005, σ. 1).

(2)   ΕΕ L 40 της 13.2.1988, σ. 25· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 956/2005 (ΕΕ L 164 της 24.6.2005, σ. 8).


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/6


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1669/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για τον καθορισμό των αντιπροσωπευτικών τιμών και των ποσών των πρόσθετων δασμών κατά την εισαγωγή μελάσσας στον τομέα της ζάχαρης, που εφαρμόζονται από τις 14 Οκτωβρίου 2005

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (1), και ιδίως το άρθρο 24 παράγραφος 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1422/95 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1995, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής για την εισαγωγή μελάσσας στον τομέα της ζάχαρης για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 785/68 (2), προβλέπει ότι η τιμή cif κατά την εισαγωγή μελάσσας, που καθορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 785/68 της Επιτροπής (3), θεωρείται ως «αντιπροσωπευτική τιμή». Η τιμή αυτή εννοείται ότι καθορίζεται για τον ποιοτικό τύπο που ορίζεται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 785/68.

(2)

Για τον καθορισμό των αντιπροσωπευτικών τιμών, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 785/68, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού και, ενδεχομένως, ο καθορισμός αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 785/68.

(3)

Για την προσαρμογή της τιμής που δεν αφορά τον ποιοτικό τύπο, πρέπει, ανάλογα με την ποιότητα της προσφερόμενης μελάσσας, να αυξηθούν ή να μειωθούν οι τιμές σε εφαρμογή του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 785/68.

(4)

Εφόσον υπάρχει διαφορά μεταξύ της τιμής ενεργοποίησης για το εν λόγω προϊόν και της αντιπροσωπευτικής τιμής, πρέπει να καθοριστούν πρόσθετοι δασμοί κατά την εισαγωγή με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1422/95. Σε περίπτωση αναστολής των δασμών κατά την εισαγωγή, σε εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1422/95, πρέπει να καθορισθούν ιδιαίτερα ποσά γι' αυτούς τους δασμούς.

(5)

Πρέπει να καθοριστούν οι αντιπροσωπευτικές τιμές και οι πρόσθετοι δασμοί κατά την εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 και το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1422/95.

(6)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης ζάχαρης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι αντιπροσωπευτικές τιμές και οι πρόσθετοι δασμοί που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1422/95 καθορίζονται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

J. M. SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξής


(1)   ΕΕ L 178 της 30.6.2001, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 39/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 6 της 10.1.2004, σ. 16).

(2)   ΕΕ L 141 της 24.6.1995, σ. 12· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 79/2003 (ΕΕ L 13 της 18.1.2003, σ. 4).

(3)   ΕΕ 145 της 27.6.1968, σ. 12· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1422/95.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αντιπροσωπευτικές τιμές και ποσά των πρόσθετων δασμών κατά την εισαγωγή μελάσσας στον τομέα της ζάχαρης που εφαρμόζονται από την 14η Οκτωβρίου 2005

(EUR)

Κωδικός ΣΟ

Ποσό της αντιπροσωπευτικής τιμής για 100 kg καθαρού βάρους του εν λόγω προϊόντος

Ποσό του πρόσθετου δασμού για 100 kg καθαρού βάρους του εν λόγω προϊόντος

Ποσό του δασμού που πρέπει να εφαρμόζεται λόγω της εισαγωγής σε περίπτωση αναστολής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1422/95 για 100 kg καθαρού βάρους του εν λόγω προϊόντος (1)

1703 10 00  (2)

11,00

0

1703 90 00  (2)

11,60

0


(1)  Το ποσό αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1422/95, αντικαθιστά το δασμό του κοινού τελωνειακού δασμολογίου που αφορά τα προϊόντα αυτά.

(2)  Καθορισμός για τον ποιοτικό τύπο όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 785/68, όπως τροποποιήθηκε.


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/8


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1670/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή της λευκής ζάχαρης και της ακατέργαστης ζάχαρης σε φυσική κατάσταση

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (1), και ιδίως το άρθρο 27 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Δυνάμει του άρθρου 27 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/2001, η διαφορά μεταξύ των τιμών της διεθνούς αγοράς των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού και των τιμών των προϊόντων αυτών εντός της Κοινότητας δύναται να καλυφθεί με μια επιστροφή κατά την εξαγωγή.

(2)

Κατά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/2001, οι επιστροφές για τη λευκή ζάχαρη και την ακατέργαστη ζάχαρη, μη μετουσιωμένες, που εξάγονται σε φυσική κατάσταση, καθορίζονται αφού ληφθεί υπόψη η κατάσταση της κοινοτικής και της διεθνούς αγοράς ζάχαρης, και ιδίως τα κοστολογικά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 28 του εν λόγω κανονισμού. Κατά το άρθρο αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική πλευρά των σχεδιαζομένων εξαγωγών.

(3)

Για την ακατέργαστη ζάχαρη, η επιστροφή καθορίζεται για τον αντιπροσωπευτικό ποιοτικό τύπο. Αυτή ορίζεται στο παράρτημα Ι σημείο ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/2001. Η επιστροφή αυτή καθορίζεται, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού. Η ζάχαρη candy ορίσθηκε στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2135/95 της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 1995, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα της ζάχαρης (2). Το ποσό της επιστροφής που υπολογίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο, όσον αφορά την αρωματισμένη ή μετά προσθήκης χρωστικών ουσιών ζάχαρη, πρέπει να εφαρμοσθεί στην περιεκτικότητά τους σε σακχαρόζη και να καθορισθεί ως εκ τούτου ανά 1 % της περιεκτικότητας αυτής.

(4)

Σε ειδικές περιπτώσεις, το ποσό της επιστροφής δύναται να καθορίζεται από πράξεις διαφορετικής φύσεως.

(5)

Η επιστροφή πρέπει να καθορίζεται ανά δύο εβδομάδες. Είναι δυνατόν να τροποποιηθεί στην ενδιάμεση χρονική περίοδο.

(6)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/2001, η κατάσταση της παγκόσμιας αγοράς ή οι ειδικές ανάγκες ορισμένων αγορών μπορούν να καταστήσουν αναγκαία τη διαφοροποίηση της επιστροφής για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού ανάλογα με τον προορισμό τους.

(7)

Η σημαντική και ταχεία αύξηση των προτιμησιακών εισαγωγών ζάχαρης από τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων από την αρχή του έτους 2001, καθώς και των εξαγωγών ζάχαρης από την Κοινότητα προς τις χώρες αυτές, φαίνεται ότι είναι σε υψηλό βαθμό τεχνητή.

(8)

Προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κατάχρηση σχετική με την επανεισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντων του τομέα της ζάχαρης που έχουν τύχει επιστροφής στην εξαγωγή, πρέπει να μην καθοριστεί επιστροφή για το σύνολο των δυτικών βαλκανικών χωρών σχετικά με τα προϊόντα που αφορά ο παρών κανονισμός.

(9)

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών και της παρούσας κατάστασης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, και ιδίως των τιμών της ζάχαρης στην Κοινότητα και την παγκόσμια αγορά, πρέπει να καθορισθεί η επιστροφή στα ενδεδειγμένα ποσά.

(10)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης ζάχαρης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/2001 σε φυσική κατάσταση και μη μετουσιωμένων καθορίζονται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 178 της 30.6.2001, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 39/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 6 της 10.1.2004, σ. 16).

(2)   ΕΕ L 214 της 8.9.1995, σ. 16.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΑΓΩΓΗ ΛΕΥΚΗΣ ΖΑΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΗΣ ΖΑΧΑΡΗΣ ΣΕ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ 14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2005 (1)

Κωδικός προϊόντος

Προορισμός

Μονάδα μέτρησης

Επιστροφή

1701 11 90 9100

S00

EUR/100 kg

34,44  (1)

1701 11 90 9910

S00

EUR/100 kg

33,70  (1)

1701 12 90 9100

S00

EUR/100 kg

34,44  (1)

1701 12 90 9910

S00

EUR/100 kg

33,70  (1)

1701 91 00 9000

S00

EUR/1 % σακχαρόζης × 100 kg καθαρού προϊόντος

0,3744

1701 99 10 9100

S00

EUR/100 kg

37,44

1701 99 10 9910

S00

EUR/100 kg

36,63

1701 99 10 9950

S00

EUR/100 kg

36,63

1701 99 90 9100

S00

EUR/1 % σακχαρόζης × 100 kg καθαρού προϊόντος

0,3744

Σημείωση: Οι κωδικοί των προϊόντων, καθώς και οι κωδικοί των προορισμών της σειράς «Α », ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3846/87 της Επιτροπής (ΕΕ L 366 της 24.12.1987, σ. 1).

Οι αριθμητικοί κωδικοί των προορισμών ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2081/2003 της Επιτροπής (ΕΕ L 313 της 28.11.2003, σ. 11).

Οι άλλοι προορισμοί ορίζονται ως εξής:

S00

:

όλοι οι προορισμοί (τρίτες χώρες, άλλα εδάφη, τροφοδοσία και προορισμοί που εξομοιούνται με εξαγωγή από την Κοινότητα) με εξαίρεση την Αλβανία, την Κροατία, τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, τη Σερβία και Μαυροβούνιο (συμπεριλαμβάνεται το Κοσσυφοπέδιο, όπως ορίζεται από το ψήφισμα 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών της 10ης Ιουνίου 1999) και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, εκτός για τη ζάχαρη που έχει ενσωματωθεί στα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/96 του Συμβουλίου (ΕΕ L 297 της 21.11.1996, σ. 29).


(1)  Τα ποσοτά που καθορίζονται στο παρόν παράρτημα δεν εφαρμόζονται από την 1η Φεβρουαρίου 2005 σύμφωνα με την απόφαση 2005/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, για τη σύναψη και την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που τροποποιεί τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας της 22ας Ιουλίου 1972 ως προς τις διατάξεις που εφαρμόζονται για τα μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 23 της 26.1.2005, σ. 17).

(1)  Το παρόν ποσό εφαρμόζεται στην ακατέργαστη ζάχαρη αποδόσεως 92 %. Αν η απόδοση της εξαγόμενης ακατέργαστης ζάχαρης αποκλίνει του 92 %, το ποσό της εισφοράς που εφαρμόζεται υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/2001.


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/10


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1671/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για καθορισμό του μέγιστου ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή της λευκής ζάχαρης προς ορισμένες τρίτες χώρες για την 9η τμηματική δημοπρασία που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1138/2005

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (1), και ιδίως το άρθρο 27 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1138/2005 της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 2005, σχετικά με μόνιμη δημοπρασία στο πλαίσιο της περιόδου εμπορίας 2005/06 για τον καθορισμό των εισφορών ή/και των επιστροφών κατά την εξαγωγή λευκής ζάχαρης (2), πραγματοποιούνται τμηματικές δημοπρασίες για την εξαγωγή της ζάχαρης αυτής προς ορισμένες τρίτες χώρες.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1138/2005, καθορίζεται ένα μέγιστο ποσό επιστροφής κατά την εξαγωγή, κατά περίπτωση, για την εν λόγω τμηματική δημοπρασία, αφού ληφθούν υπόψη, ιδίως, η κατάσταση και η προβλεπόμενη εξέλιξη της αγοράς της ζάχαρης στην Κοινότητα και στη διεθνή αγορά.

(3)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης ζάχαρης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Για την 9η τμηματική δημοπρασία λευκής ζάχαρης, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1138/2005, το ανώτατο ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή καθορίζεται σε 39,407 EUR/100 kg.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 178 της 30.6.2001, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 39/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 6 της 10.1.2004, σ. 16).

(2)   ΕΕ L 185 της 16.7.2005, σ. 3.


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/11


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1672/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

σχετικά με τον καθορισμό του ανώτατου ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή βουτύρου στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 581/2004

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (1), και ιδίως το άρθρο 31 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 581/2004 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την έναρξη διαρκούς δημοπρασίας για επιστροφές κατά την εξαγωγή που αφορούν ορισμένα είδη βουτύρου (2) προβλέπει διαρκή δημοπρασία.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 580/2004 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 2004, για θέσπιση δημοπρασίας σχετικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που αφορούν ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα (3) και μετά από εξέταση των προσφορών που υποβλήθηκαν σε συνέχεια της προκήρυξης της δημοπρασίας, κρίνεται σκόπιμο να καθοριστεί το ανώτατο ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή για την περίοδο υποβολής προσφορών που λήγει στις 11 Οκτωβρίου 2005.

(3)

Η επιτροπή διαχείρισης γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων δεν διατύπωσε γνώμη στην προθεσμία που όρισε ο πρόεδρός της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας που προκηρύχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 581/2004, για την περίοδο υποβολής προσφορών που λήγει στις 11 Οκτωβρίου 2005, το ανώτατο ποσό της επιστροφής για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 48· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 186/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 29 της 3.2.2004, σ. 6).

(2)   ΕΕ L 90 της 27.3.2004, σ. 64· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1239/2005 (ΕΕ L 200 της 30.7.2005, σ. 32).

(3)   ΕΕ L 90 της 27.3.2004, σ. 58· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2250/2004 (ΕΕ L 381 της 28.12.2004, σ. 25).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(EUR/100 kg)

Προϊόν

Κωδικός της ονοματολογίας για την επιστροφή κατά την εξαγωγή

Ανώτατο ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή για εξαγωγές στους προορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 581/2004

Βούτυρο

ex ex 0405 10 19 9500

96,40

Βούτυρο

ex ex 0405 10 19 9700

98,75

Βουτυρέλαιο

ex ex 0405 90 10 9000

120,49


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/13


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1673/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

σχετικά με τον καθορισμό του ανώτατου ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 582/2004

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (1), και ιδίως το άρθρο 31 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 582/2004 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την έναρξη διαρκούς δημοπρασίας για επιστροφές κατά την εξαγωγή που αφορούν το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη (2) προβλέπει διαρκή δημοπρασία.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 580/2004 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 2004, για θέσπιση δημοπρασίας σχετικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που αφορούν ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα (3) και μετά από εξέταση των προσφορών που υποβλήθηκαν σε συνέχεια της προκήρυξης της δημοπρασίας, κρίνεται σκόπιμο να καθοριστεί ανώτατη επιστροφή κατά την εξαγωγή για την περίοδο της υποβολής των προσφορών που λήγει στις 11 Οκτωβρίου 2005.

(3)

Η επιτροπή διαχείρισης γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων δεν διατύπωσε γνώμη στην προθεσμία που όρισε ο πρόεδρός της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στο πλαίσιο της διαρκούς δημοπρασίας που προκηρύχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 582/2004, για την περίοδο υποβολής προσφορών που λήγει στις 11 Οκτωβρίου 2005, το ανώτατο ποσό της επιστροφής για το προϊόν και τους προορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού ανέρχεται σε 12,49 EUR/100 kg.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 48· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 186/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 29 της 3.2.2004, σ. 6).

(2)   ΕΕ L 90 της 27.3.2004, σ. 67· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1239/2005 (ΕΕ L 200 της 30.7.2005, σ. 32).

(3)   ΕΕ L 90 της 27.3.2004, σ. 58· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2250/2004 (ΕΕ L 381 της 28.12.2004, σ. 25).


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/14


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1674/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για τη θέσπιση απαγόρευσης της αλιείας για το γάδο στις ζώνες ICES Ι, ΙΙb από σκάφη που φέρουν τη σημαία της Πολωνίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 26 παράγραφος 4,

τον κανονισμó (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική (2), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός 27/2005 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, περί καθορισμού, για το 2005, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε ύδατα στα οποία απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (3), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2005.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που λήφθηκαν από την Επιτροπή, τα αλιεύματα του αποθέματος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2005.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση της αλιείας του εν λόγω αποθέματος καθώς και η διατήρησή του επί του σκάφους, η μεταφόρτωση και η εκφόρτωσή του,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2005 θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Η αλιεία του αποθέματος που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό απαγορεύεται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται η διατήρηση επί του σκάφους, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση του εν λόγω αποθέματος που έχει αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Jörgen HOLMQUIST

Γενικός Διευθυντής Αλιείας και Θαλασσίων Υποθέσεων


(1)   ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(2)   ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 768/2005 (ΕΕ L 128 της 21.5.2005, σ. 1).

(3)   ΕΕ L 12 της 14.1.2005, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1300/2005 (ΕΕ L 207 της 10.8.2005, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κράτος μέλος

Πολωνία

Απόθεμα

COD/1/2B.

Είδος

Γάδος (Gadus morhua)

Ζώνη

I, II b

Ημερομηνία

1η Σεπτεμβρίου 2005


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/16


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1675/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για καθορισμό των επιστροφών που εφαρμόζονται κατά την εξαγωγή των σιτηρών, των αλεύρων και των πλιγουριών και των σιμιγδαλιών σίτου ή σικάλεως

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (1), και ιδίως το άρθρο 13 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1784/2003, η διαφορά μεταξύ των τιμών των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού αυτού και των τιμών των προϊόντων αυτών στην Κοινότητα δύναται να καλυφθεί από μια επιστροφή κατά την εξαγωγή.

(2)

Οι επιστροφές πρέπει να καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1501/95 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1995, περί θεσπίσεως ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1766/92 του Συμβουλίου όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή καθώς και τα μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (2).

(3)

Για τα άλευρα, τα πλιγούρια και σιμιγδάλια σίτου και σικάλεως, η επιστροφή που εφαρμόζεται στα προϊόντα αυτά πρέπει να υπολογίζεται αφού ληφθεί υπόψη η αναγκαία ποσότητα σιτηρών για την παρασκευή των εξεταζόμενων προϊόντων. Οι ποσότητες αυτές έχουν καθορισθεί στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1501/95.

(4)

Η κατάσταση της διεθνούς αγοράς ή οι ειδικές απαιτήσεις ορισμένων αγορών δύνανται να καταστήσουν αναγκαία τη διαφοροποίηση της επιστροφής για ορισμένα προϊόντα ανάλογα με τον προορισμό τους.

(5)

Η επιστροφή καθορίζεται μία φορά το μήνα ότι δύναται να τροποποιείται ενδιαμέσως.

(6)

Η εφαρμογή των λεπτομερειών αυτών στην παρούσα κατάσταση της αγοράς στον τομέα των σιτηρών, και ιδίως στις τιμές των προϊόντων αυτών στην Κοινότητα και στη διεθνή αγορά, οδηγεί στον καθορισμό της επιστροφής στα ποσά που ορίζονται στο παράρτημα.

(7)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης σιτηρών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή των αναφερόμενων στο άρθρο 1 στοιχεία α), β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 προϊόντων, εκτός της βύνης, ως έχουν, καθορίζονται στα ποσά που ορίζονται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 78· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1154/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 187 της 19.7.2005, σ. 11).

(2)   ΕΕ L 147 της 30.6.1995, σ. 7· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 777/2004 (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 50).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

του κανονισμού της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για καθορισμό των επιστροφών που εφαρμόζονται κατά την εξαγωγή των σιτηρών, των αλευρών και των πλιγουριών και των σιμιγδαλιών σίτου ή σικάλεως

Κωδικός προϊόντος

Προορισμός

Μονάδα μέτρησης

Επιστροφή

1001 10 00 9200

EUR/t

1001 10 00 9400

A00

EUR/t

0

1001 90 91 9000

EUR/t

1001 90 99 9000

A00

EUR/t

0

1002 00 00 9000

A00

EUR/t

0

1003 00 10 9000

EUR/t

1003 00 90 9000

A00

EUR/t

0

1004 00 00 9200

EUR/t

1004 00 00 9400

A00

EUR/t

0

1005 10 90 9000

EUR/t

1005 90 00 9000

A00

EUR/t

0

1007 00 90 9000

EUR/t

1008 20 00 9000

EUR/t

1101 00 11 9000

EUR/t

1101 00 15 9100

C01

EUR/t

12,33

1101 00 15 9130

C01

EUR/t

11,52

1101 00 15 9150

C01

EUR/t

10,62

1101 00 15 9170

C01

EUR/t

9,81

1101 00 15 9180

C01

EUR/t

9,18

1101 00 15 9190

EUR/t

1101 00 90 9000

EUR/t

1102 10 00 9500

A00

EUR/t

0

1102 10 00 9700

A00

EUR/t

0

1102 10 00 9900

EUR/t

1103 11 10 9200

A00

EUR/t

0

1103 11 10 9400

A00

EUR/t

0

1103 11 10 9900

EUR/t

1103 11 90 9200

A00

EUR/t

0

1103 11 90 9800

EUR/t

Σημ.: Οι κωδικοί των προϊόντων, καθώς και οι κωδικοί των προορισμών της σειράς «A » ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3846/87 της Επιτροπής (ΕΕ L 366 της 24.12.1987, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε.

C01

:

Όλες οι τρίτες χώρες εκτός από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Κροάτια, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη Σερβία και Μαυροβούνιο, την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, το Λιχτενστάιν και την Ελβετία.


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/18


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1676/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

σχετικά με τις προσφορές που ανακοινώνονται για την εξαγωγή κριθής στο πλαίσιο του διαγωνισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1058/2005

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (1), και ιδίως το άρθρο 13 παράγραφος 3 πρώτη πρόταση,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1058/2005 της Επιτροπής (2), προκηρύχθηκε διαγωνισμός για τον καθορισμό της επιστροφής κατά την εξαγωγή κριθής προς ορισμένες τρίτες χώρες.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1501/95 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1995, περί θεσπίσεως ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1766/92 του Συμβουλίου, όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή καθώς και τα μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (3), η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να μη δοθεί συνέχεια στο διαγωνισμό με βάση τις ανακοινωθείσες προσφορές.

(3)

Λαμβανομένων υπόψη, ιδίως των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1501/95, δεν ενδείκνυται ο καθορισμός μέγιστης επιστροφής.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης σιτηρών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Δεν δίδεται συνέχεια στις προσφορές που ανακοινώθηκαν στις 7 Οκτωβρίου 2005 έως τις 13 Οκτωβρίου 2005, στο πλαίσιο του διαγωνισμού της επιστροφής κατά την εξαγωγή κριθής που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1058/2005.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 78· • κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1154/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 187 της 19.7.2005, σ. 11).

(2)   ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 12.

(3)   ΕΕ L 147 της 30.6.1995, σ. 7· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 777/2004 (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 50).


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/19


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1677/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή βρώμης στο πλαίσιο του διαγωνισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1438/2005

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (1), και ιδίως το άρθρο 7,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1501/95 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1995, περί θεσπίσεως ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1766/92 του Συμβουλίου, όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή, καθώς και τα μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (2), και ιδίως το άρθρο 7,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1438/2005 της Επιτροπής, της 2ας Σεπτεμβρίου 2005, περί ειδικού μέτρου παρέμβασης για τη βρώμη στη Φινλανδία και τη Σουηδία για την περίοδο 2005/2006 (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1438/2005, προκηρύχθηκε διαγωνισμός για τον καθορισμό της επιστροφής κατά την εξαγωγή βρώμης που παράγεται στη Φινλανδία και στη Σουηδία και προορίζεται για εξαγωγή από τη Φινλανδία και τη Σουηδία προς όλες τις τρίτες χώρες, με εξαίρεση τη Βουλγαρία, τη Νορβηγία, τη Ρουμανία και την Ελβετία.

(2)

Λαμβανομένων υπόψη, ιδίως των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1501/95, ενδείκνυται ο καθορισμός μέγιστης επιστροφής.

(3)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης σιτηρών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Για τις προσφορές που ανακοινώνονται στο πλαίσιο του διαγωνισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1438/2005 από τις 7 έως τις 13 Οκτωβρίου 2005, η μέγιστη επιστροφή κατά την εξαγωγή βρώμης καθορίζεται σε 22,56 EUR/t.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 78· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1154/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 187 της 19.7.2005, σ. 11).

(2)   ΕΕ L 147 της 30.6.1995, σ. 7· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 777/2004 (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 50).

(3)   ΕΕ L 228 της 3.9.2005, σ. 5.


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/20


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1678/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή μαλακού σίτου στο πλαίσιο του διαγωνισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2005

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1784/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (1), και ιδίως το άρθρο 13 παράγραφος 3 πρώτη πρόταση,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2005 της Επιτροπής (2), προκηρύχθηκε διαγωνισμός για τον καθορισμό της επιστροφής κατά την εξαγωγή μαλακού σίτου προς ορισμένες τρίτες χώρες.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1501/95 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1995, περί θεσπίσεως ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1766/92 του Συμβουλίου, όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή, καθώς και τα μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (3), η Επιτροπή δύναται με βάση τις ανακοινωθείσες προσφορές να αποφασίσει να καθορίσει μια μέγιστη επιστροφή κατά την εξαγωγή, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1501/95. Στην περίπτωση αυτή, ο διαγωνισμός κατακυρώνεται σ' εκείνον ή σ' εκείνους εκ των προσφερόντων των οποίων η προσφορά είναι μικρότερη ή ίση από τη μέγιστη επιστροφή.

(3)

Η εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων στην παρούσα κατάσταση της αγοράς του εν λόγω σιτηρού οδηγεί στον καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης σιτηρών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Για τις προσφορές που ανακοινώνονται από τις 7 έως τις 13 Οκτωβρίου 2005, στο πλαίσιο του διαγωνισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2005, η μέγιστη επιστροφή κατά την εξαγωγή μαλακού σίτου καθορίζεται σε 9,00 EUR/t.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 14 Οκτωβρίου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 78· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1154/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 187 της 19.7.2005, σ. 11).

(2)   ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 15.

(3)   ΕΕ L 147 της 30.6.1995, σ. 7· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 777/2004 (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 50).


II Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο

14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/21


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 7ης Σεπτεμβρίου 2005

για την κινητοποίηση του Ταμείου Αλληλεγγύης της ΕΕ σύμφωνα με το σημείο 3 της διοργανικής συμφωνίας της 7ης Νοεμβρίου 2002 μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής για τη χρηματοδότηση του Ταμείου Αλληλεγγύης της ΕΕ που συμπληρώνει τη διοργανική συμφωνία της 6ης Μαΐου 1999 για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού

(2005/706/ΕΚ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 7ης Νοεμβρίου 2002 μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής για τη χρηματοδότηση του Ταμείου Αλληλεγγύης της ΕΕ που συμπληρώνει τη διοργανική συμφωνία της 6ης Μαΐου 1999 για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού (1), και ιδίως το σημείο 3,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2012/2002 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ίδρυση του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η ΕΕ δημιούργησε το Ταμείο Αλληλεγγύης (το «Ταμείο») σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους πληθυσμούς των περιοχών που επλήγησαν από καταστροφές.

(2)

Η Σλοβακία υπέβαλε αίτηση για την κινητοποίηση του Ταμείου στις 24 Ιανουαρίου 2005, μετά τις καταστροφές που προκάλεσε μια καταιγίδα.

(3)

Η διοργανική συμφωνία της 7ης Νοεμβρίου 2002 επιτρέπει την κινητοποίηση του Ταμείου εντός ετησίου ανωτάτου ορίου ύψους 1 δισεκατ. EUR.

(4)

Η καταστροφή που έπληξε τη Σλοβακία το Νοέμβριο του 2004 πληροί τα κριτήρια κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης της ΕΕ,

ΕΓΚΡΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλληλεγγύης θα κινητοποιηθεί για την παροχή ποσού 5 667 578 EUR σε πιστώσεις υποχρεώσεων από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2005.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στρασβούργο, 7 Σεπτεμβρίου 2005.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. ALEXANDER


(1)   ΕΕ C 283 της 20.11.2002, σ. 1.

(2)   ΕΕ L 311 της 14.11.2002, σ. 3.


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/23


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 7ης Σεπτεμβρίου 2005

για την κινητοποίηση του μέσου ευελιξίας για τη χορήγηση ενίσχυσης αποκατάστασης και ανοικοδόμησης προς τις χώρες που επλήγησαν από το τσουνάμι, σύμφωνα με το σημείο 24 της διοργανικής συμφωνίας της 6ης Μαΐου 1999

(2005/707/ΕΚ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 6ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού (1), και ιδίως την παράγραφο 24,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή συμφώνησε να στηρίξει τις ανάγκες αποκατάστασης και ανοικοδόμησης των χωρών που επλήγησαν από το σεισμό/τσουνάμι (κυρίως Ινδονησία, Σρι Λάνκα και Μαλδίβες,) με ποσό συνολικού ύψους 350 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 170 εκατ. ευρώ το 2005. Μέρος της απαιτούμενης ενίσχυσης θα χορηγηθεί μέσω του επαναπροσδιορισμού ενδεικτικών προγραμμάτων για την περιοχή για τα οποία δεν έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη αναλήψεις υποχρεώσεων, σε συμφωνία με τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις, (60 εκατ. ευρώ), μέσω προσφυγής στο μηχανισμό ταχείας αντίδρασης (12 εκατ. ευρώ), καθώς και μέσω της κινητοποίησης του αποθεματικού για έκτακτες καταστάσεις (70 εκατ. ευρώ). Δεδομένου ότι, όσον αφορά το 2005, έχει ήδη σημειωθεί υπέρβαση του ανωτάτου ορίου για τον τομέα 4: «Εξωτερικές ενέργειες» της τάξης των 100 εκατ. ευρώ και έχουν εξεταστεί όλες οι δυνατότητες επαναδιάθεσης των πιστώσεων βάσει του τομέα αυτού, ποσό 98 εκατ. ευρώ θα χρηματοδοτηθεί με την πρόσθετη χρησιμοποίηση του μέσου ευελιξίας,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Στο πλαίσιο του διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2005 στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2005, το μέσο ευελιξίας χρησιμοποιείται για τη χορήγηση ποσού ύψους 15 εκατ. ευρώ σε πιστώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων.

Το ποσό αυτό χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση ενίσχυσης αποκατάστασης και ανοικοδόμησης των χωρών της Ασίας που επλήγησαν από το σεισμό/τσουνάμι, η οποία καλύπτεται από τον τομέα 4 «Εξωτερικές ενέργειες» των δημοσιονομικών προοπτικών, βάσει του άρθρου 19 10 04 «Δράσεις αποκατάστασης και ανοικοδόμησης υπέρ των αναπτυσσόμενων χωρών της Ασίας» του προϋπολογισμού του 2005.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στρασβούργο, 7 Σεπτεμβρίου 2005.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. ALEXANDER


(1)   ΕΕ C 172 της 18.6.1999, σ. 1· συμφωνία όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2003/429/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 147 της 14.6.2003, σ. 25).


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/24


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 7ης Σεπτεμβρίου 2005

για την αναθεώρηση των δημοσιονομικών προοπτικών 2000-2006

(2005/708/ΕΚ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τη διοργανική συμφωνία της 6ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού (1), και ιδίως τα σημεία 19, 20 και 21,

την απόφαση 2003/430/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2003, σχετικά με την αναθεώρηση των δημοσιονομικών προοπτικών (2),

την πρόταση της Επιτροπής,

άποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 272 παράγραφος 9 πέμπτο εδάφιο της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Η μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο τον Σεπτέμβριο του 2003 (4) προβλέπει μείωση των άμεσων ενισχύσεων («διαφοροποίηση») με σκοπό τη χρηματοδότηση της πολιτικής αγροτικής ανάπτυξης, προκειμένου να επιτευχθεί καλύτερη ισορροπία μεταξύ των μέσων πολιτικής που προορίζονται για την προώθηση της βιώσιμης γεωργίας και αυτών που προορίζονται για την προώθηση της αγροτικής ανάπτυξης και τη χρηματοδότηση πρόσθετων μέτρων αγροτικής ανάπτυξης. Οι δημοσιονομικές προοπτικές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της διοργανικής συμφωνίας για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού, όπως αναθεωρήθηκαν με την απόφαση 2003/430/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, εφεξής «δημοσιονομικές προοπτικές», πρέπει επομένως να αναθεωρηθούν, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα της «διαφοροποίησης» για το οικονομικό έτος 2006. Συνεπώς, πιστώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων από τον υποτομέα 1α «Κοινή γεωργική πολιτική» μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση πρόσθετων μέτρων του υποτομέα 1β «Αγροτική ανάπτυξη», χωρίς μεταβολή στο ανώτατο όριο του τομέα 1 «Γεωργία»,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ:

Άρθρο 1

Οι δημοσιονομικές προοπτικές τροποποιούνται ως εξής:

Τα ετήσια ανώτατα όρια για τις πιστώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων στην κατηγορία 2 των πινάκων 1α, 1β, 2α και 2β τροποποιούνται ως εξής:

α)

το ποσό για την υποκατηγορία 1α «Κοινή γεωργική πολιτική» μειώνεται το 2006 κατά το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφοροποίηση·

Μείωση των ποσών στην Κοινή γεωργική πολιτική

2006

εκατ. ευρώ σε τιμές 1999

– 570

εκατ. ευρώ σε τιμές 2006

– 655

β)

το ποσό για την υποκατηγορία 1β «Αγροτική ανάπτυξη» αυξάνεται το 2006 κατά το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφοροποίηση·

Αύξηση των ποσών στην Αγροτική ανάπτυξη

2006

εκατ. ευρώ σε τιμές 1999

+ 570

εκατ. ευρώ σε τιμές 2006

+ 655

Άρθρο 2

1.   Οι δημοσιονομικές προοπτικές για την Ευρωπαϊκή Ένωση σε τιμές 1999 παρατίθενται στους πίνακες 1α και 1β του παραρτήματος.

2.   Οι αντίστοιχες δημοσιονομικές προοπτικές που προκύπτουν από την τεχνική προσαρμογή στην εξέλιξη του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (ΑΕΕ) και των τιμών για το 2005 παρατίθενται στους πίνακες 2α και 2β του παραρτήματος.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στρασβούργο, 7 Σεπτεμβρίου 2005.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. ALEXANDER


(1)   ΕΕ C 172 της 18.6.1999, σ. 1· συμφωνία όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2003/429/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 147 της 14.6.2003, σ. 25).

(2)   ΕΕ L 147 της 14.6.2003, σ. 31.

(3)  Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 και την απόφαση του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2005.

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου (EE L 270 της 21.10.2003, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πίνακας 1α:   Αναθεωρημένες δημοσιονομικές προοπτικές (ΕΕ-25) σε τιμές 1999

(εκατ. ευρώ)

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

1.

ΓΕΩΡΓΙΑ

40 920

42 800

43 900

43 770

44 657

45 677

45 807

Κοινή γεωργική πολιτική

36 620

38 480

39 570

39 430

38 737

39 602

39 042

Αγροτική ανάπτυξη

4 300

4 320

4 330

4 340

5 920

6 075

6 765

2.

ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

32 045

31 455

30 865

30 285

35 665

36 502

37 940

Διαρθρωτικά ταμεία

29 430

28 840

28 250

27 670

30 533

31 835

32 608

Ταμείο Συνοχής

2 615

2 615

2 615

2 615

5 132

4 667

5 332

3.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

5 930

6 040

6 150

6 260

7 877

8 098

8 212

4.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

4 550

4 560

4 570

4 580

4 590

4 600

4 610

5.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ (1)

4 560

4 600

4 700

4 800

5 403

5 558

5 712

6.

ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΑ

900

900

650

400

400

400

400

Νομισματικό αποθεματικό

500

500

250

 

 

 

 

Αποθεματικό έκτακτης βοήθειας

200

200

200

200

200

200

200

Αποθεματικό για εγγυήσεις

200

200

200

200

200

200

200

7.

ΠΡΟΕΝΤΑΞΙΑΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

3 120

3 120

3 120

3 120

3 120

3 120

3 120

Γεωργία

520

520

520

520

 

 

 

Προενταξιακό διαρθρωτικό μέσο

1 040

1 040

1 040

1 040

 

 

 

PHARE (υποψήφιες χώρες)

1 560

1 560

1 560

1 560

 

 

 

8.

ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ

 

 

 

 

1 273

1 173

940

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

92 025

93 475

93 955

93 215

102 985

105 128

106 741

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

89 600

91 110

94 220

94 880

100 800

101 600

103 840

Ανώτατο όριο πιστώσεων πληρωμών σε % του ΑΕΕ (ΕΣΟΛ 95)

1,07  %

1,07  %

1,10  %

1,11  %

1,10  %

1,07  %

1,07  %

Περιθώριο για απρόβλεπτα

0,17  %

0,17  %

0,14  %

0,13  %

0,14  %

0,17  %

0,17  %

Ανώτατο όριο ιδίων πόρων

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %


Πίνακας 1β:   Αναθεωρημένες δημοσιονομικές προοπτικές (ΕΕ-25) σε τιμές 1999

(συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών συνεπειών της πολιτικής διευθέτησης του ζητήματος της Κύπρου)

(εκατ. ευρώ)

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

1.

ΓΕΩΡΓΙΑ

40 920

42 800

43 900

43 770

44 650

45 675

45 805

Κοινή γεωργική πολιτική

36 620

38 480

39 570

39 430

38 740

39 611

39 052

Αγροτική ανάπτυξη

4 300

4 320

4 330

4 340

5 910

6 064

6 753

2.

ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

32 045

31 455

30 865

30 285

35 718

36 579

38 052

Διαρθρωτικά ταμεία

29 430

28 840

28 250

27 670

30 571

31 899

32 703

Ταμείο Συνοχής

2 615

2 615

2 615

2 615

5 147

4 680

5 349

3.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

5 930

6 040

6 150

6 260

7 891

8 112

8 226

4.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

4 550

4 560

4 570

4 580

4 590

4 600

4 610

5.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ (2)

4 560

4 600

4 700

4 800

5 403

5 558

5 712

6.

ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΑ

900

900

650

400

400

400

400

Νομισματικό αποθεματικό

500

500

250

 

 

 

 

Αποθεματικό έκτακτης βοήθειας

200

200

200

200

200

200

200

Αποθεματικό για εγγυήσεις

200

200

200

200

200

200

200

7.

ΠΡΟΕΝΤΑΞΙΑΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

3 120

3 120

3 120

3 120

3 120

3 120

3 120

Γεωργία

520

520

520

520

 

 

 

Προενταξιακό διαρθρωτικό μέσο

1 040

1 040

1 040

1 040

 

 

 

PHARE (υποψήφιες χώρες)

1 560

1 560

1 560

1 560

 

 

 

8.

ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ

 

 

 

 

1 273

1 173

940

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

92 025

93 475

93 955

93 215

103 045

105 218

106 865

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

89 600

91 110

94 220

94 880

100 800

101 600

103 840

Ανώτατο όριο πιστώσεων πληρωμών σε % του ΑΕΕ (ΕΣΟΛ 95)

1,07  %

1,07  %

1,10  %

1,11  %

1,10  %

1,07  %

1,07  %

Περιθώριο για απρόβλεπτα

0,17  %

0,17  %

0,14  %

0,13  %

0,14  %

0,17  %

0,17  %

Ανώτατο όριο ιδίων πόρων

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %


Πίνακας 2α:   Αναθεωρημένες δημοσιονομικές προοπτικές (ΕΕ-25) σε τρέχουσες τιμές

(εκατ. ευρώ)

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

Τρέχουσες τιμές

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

1.

ΓΕΩΡΓΙΑ

41 738

44 530

46 587

47 378

49 305

51 439

52 618

Κοινή γεωργική πολιτική

37 352

40 035

41 992

42 680

42 769

44 598

44 847

Αγροτική ανάπτυξη

4 386

4 495

4 595

4 698

6 536

6 841

7 771

2.

ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

32 678

32 720

33 638

33 968

41 035

42 441

44 617

Διαρθρωτικά ταμεία

30 019

30 005

30 849

31 129

35 353

37 247

38 523

Ταμείο Συνοχής

2 659

2 715

2 789

2 839

5 682

5 194

6 094

3.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

6 031

6 272

6 558

6 796

8 722

9 012

9 385

4.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

4 627

4 735

4 873

4 972

5 082

5 119

5 269

5.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ (3)

4 638

4 776

5 012

5 211

5 983

6 185

6 528

6.

ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΑ

906

916

676

434

442

446

458

Νομισματικό αποθεματικό

500

500

250

 

 

 

 

Αποθεματικό έκτακτης βοήθειας

203

208

213

217

221

223

229

Αποθεματικό για εγγυήσεις

203

208

213

217

221

223

229

7.

ΠΡΟΕΝΤΑΞΙΑΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

3 174

3 240

3 328

3 386

3 455

3 472

3 566

Γεωργία

529

540

555

564

 

 

 

Προενταξιακό διαρθρωτικό μέσο

1 058

1 080

1 109

1 129

 

 

 

PHARE (υποψήφιες χώρες)

1 587

1 620

1 664

1 693

 

 

 

8.

ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ

 

 

 

 

1 410

1 305

1 074

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

93 792

97 189

100 672

102 145

115 434

119 419

123 515

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

91 322

94 730

100 078

102 767

111 380

114 060

119 112

Ανώτατο όριο πιστώσεων πληρωμών σε % του ΑΕΕ (ΕΣΟΛ 95)

1,07  %

1,08  %

1,11  %

1,09  %

1,09  %

1,08  %

1,08  %

Περιθώριο για απρόβλεπτα

0,17  %

0,16  %

0,13  %

0,15  %

0,15  %

0,16  %

0,16  %

Ανώτατο όριο ιδίων πόρων

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %


Πίνακας 2β:   Αναθεωρημένες δημοσιονομικές προοπτικές (ΕΕ-25) σε τρέχουσες τιμές

(συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών συνεπειών της πολιτικής διευθέτησης του ζητήματος της Κύπρου)

(εκατ. ευρώ)

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

Τρέχουσες τιμές

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

1.

ΓΕΩΡΓΙΑ

41 738

44 530

46 587

47 378

49 297

51 437

52 615

Κοινή γεωργική πολιτική

37 352

40 035

41 992

42 680

42 772

44 608

44 858

Αγροτική ανάπτυξη

4 386

4 495

4 595

4 698

6 525

6 829

7 757

2.

ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

32 678

32 720

33 638

33 968

41 094

42 528

44 746

Διαρθρωτικά ταμεία

30 019

30 005

30 849

31 129

35 395

37 319

38 632

Ταμείο Συνοχής

2 659

2 715

2 789

2 839

5 699

5 209

6 114

3.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

6 031

6 272

6 558

6 796

8 737

9 027

9 401

4.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

4 627

4 735

4 873

4 972

5 082

5 119

5 269

5.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ (4)

4 638

4 776

5 012

5 211

5 983

6 185

6 528

6.

ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΑ

906

916

676

434

442

446

458

Νομισματικό αποθεματικό

500

500

250

0

0

0

0

Αποθεματικό έκτακτης βοήθειας

203

208

213

217

221

223

229

Αποθεματικό για εγγυήσεις

203

208

213

217

221

223

229

7.

ΠΡΟΕΝΤΑΞΙΑΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

3 174

3 240

3 328

3 386

3 455

3 472

3 566

Γεωργία

529

540

555

564

 

 

 

Προενταξιακό διαρθρωτικό μέσο

1 058

1 080

1 109

1 129

 

 

 

PHARE (υποψήφιες χώρες)

1 587

1 620

1 664

1 693

 

 

 

8.

ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ

 

 

 

 

1 410

1 305

1 074

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

93 792

97 189

100 672

102 145

115 500

119 519

123 657

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

91 322

94 730

100 078

102 767

111 380

114 060

119 112

Ανώτατο όριο πιστώσεων πληρωμών σε % του ΑΕΕ (ΕΣΟΛ 95)

1,07  %

1,08  %

1,11  %

1,09  %

1,09  %

1,08  %

1,08  %

Περιθώριο για απρόβλεπτα

0,17  %

0,16  %

0,13  %

0,15  %

0,15  %

0,16  %

0,16  %

Ανώτατο όριο ιδίων πόρων

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %

1,24  %


(1)  Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες που περιλαμβάνονται στο ανώτατο όριο αυτού του τομέα υπολογίζονται καθαρές από τις συνεισφορές του προσωπικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, μέχρι το πολύ 1 100 εκατ. ευρώ σε τιμές 1999 για την περίοδο 2000-2006.

(2)  Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες που περιλαμβάνονται στο ανώτατο όριο αυτού του τομέα υπολογίζονται καθαρές από τις συνεισφορές του προσωπικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, μέχρι το πολύ 1 100 εκατ. ευρώ σε τιμές 1999 για την περίοδο 2000-2006.

(3)  Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες που περιλαμβάνονται στο ανώτατο όριο αυτού του τομέα υπολογίζονται καθαρές από τις συνεισφορές του προσωπικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, μέχρι το πολύ 1 100 εκατ. ευρώ σε τιμές 1999 για την περίοδο 2000-2006.

(4)  Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες που περιλαμβάνονται στο ανώτατο όριο αυτού του τομέα υπολογίζονται καθαρές από τις συνεισφορές του προσωπικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, μέχρι το πολύ 1 100 εκατ. ευρώ σε τιμές 1999 για την περίοδο 2000-2006.


Επιτροπή

14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/30


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 2ας Αυγούστου 2004

σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ της France Télécom

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2004) 3061]

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2005/709/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα (1) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Ι.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με επιστολή της 31ης Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Γαλλία για την απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ (στο εξής «η απόφαση κίνησης της διαδικασίας») έναντι των οικονομικών μέτρων που λήφθηκαν από τις γαλλικές αρχές υπέρ της France Télécom (στο εξής «FT» ή «η επιχείρηση») και του καθεστώτος επαγγελματικού φόρου που εφαρμόζεται στον εν λόγω επιχειρηματικό φορέα. Η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην κίνηση της εν λόγω διαδικασίας δεν περιλαμβάνεται στην παρούσα απόφαση (2).

(2)

Η απόφαση κίνησης της διαδικασίας κοινοποιήθηκε στη Γαλλία στις 31 Ιανουαρίου 2003. Αφού διορθώθηκαν τα ουσιώδη σφάλματα, κοινοποιήθηκε διορθωτικό στη Γαλλία στις 7 Μαρτίου 2003.

(3)

Η Γαλλία κοινοποίησε συμπληρωματικές πληροφορίες στην Επιτροπή με επιστολές της 4ης Απριλίου 2003, της 15ης Μαΐου 2003 και της 29ης Ιανουαρίου 2004.

(4)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3). Η Επιτροπή κάλεσε τους τρίτους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα εν λόγω μέτρα.

(5)

Υποβλήθηκαν στην Επιτροπή οι ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό εκ μέρους τρίτων ενδιαφερομένων:

21 Μαρτίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της Cable and Wireless plc and Cable and Wireless SA,

11 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της Cegetel,

10 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της Afors Télécom,

11 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της LDCOM,

11 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της A (4),

10 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της Tiscali,

11 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της Worldcom France,

11 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της B (4),

11 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της Bouygues SA et Bouygues Télécom (BT) (5),

14 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της Telecom Italia,

14 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της Γ (4),

29 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της B,

30 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις εκ μέρους της LDCOM (6).

(6)

Η Επιτροπή διαβίβασε τις παρατηρήσεις αυτές στη Γαλλία στις 16 Μαΐου 2003, προσφέροντάς της τη δυνατότητα να τις σχολιάσει.

(7)

Οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν τα σχόλιά τους με επιστολές της 30ής Ιουνίου 2003 και της 29ης Ιουλίου 2003.

(8)

Υποβλήθηκαν στην Επιτροπή τα ακόλουθα λοιπά στοιχεία και έγγραφα εκ μέρους τρίτων ενδιαφερομένων:

23 Ιουνίου 2003, επιστολή εκ μέρους της LDCOM,

25 Ιουνίου 2003, επιστολή εκ μέρους της Δ (4),

27 Οκτωβρίου 2003, επιστολή εκ μέρους της MCI,

16 Οκτωβρίου 2003, επιστολή εκ μέρους της ECTA,

25 Ιουνίου 2003, επιστολή εκ μέρους της E (4),

7 Ιανουαρίου 2004, επιστολή εκ μέρους της BT,

16 Ιανουαρίου 2004, επιστολή εκ μέρους της BT,

19 Μαρτίου 2004, επιστολή εκ μέρους της FT,

5 Απριλίου 2004, επιστολή εκ μέρους της Tiscali,

17 Μαΐου 2004, επιστολή εκ μέρους της LDCOM,

26 Μαΐου 2004, επιστολή εκ μέρους της BT,

22 Ιουνίου 2004, επιστολή εκ μέρους της FT,

30 Ιουνίου 2004, αντίγραφο της FT,

2 Ιουλίου 2004, αντίγραφο της FT,

16 Ιουλίου 2004, αντίγραφο της BT.

(9)

Η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές διευκρινίσεις από τις γαλλικές αρχές με τις ακόλουθες επιστολές:

της 11ης Σεπτεμβρίου 2003 (απάντηση των γαλλικών αρχών της 20ής Οκτωβρίου 2003),

της 11ης Νοεμβρίου 2003 (απάντηση των γαλλικών αρχών της 4ης Δεκεμβρίου 2003),

της 12ης Ιανουαρίου 2004 (απάντηση των γαλλικών αρχών της 21ης Ιανουαρίου 2004),

της 2ας Φεβρουαρίου 2004 (απάντηση των γαλλικών αρχών της 16ης Φεβρουαρίου 2004),

της 1ης Ιουνίου 2004 (απάντηση των γαλλικών αρχών κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουνίου 2004).

(10)

Η Επιτροπή έστειλε στις γαλλικές αρχές, στις 3 Μαΐου 2004 και στις 14 Ιουνίου 2004, τις επιστολές που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 8.

(11)

Έγιναν δεκτοί σε ακρόαση από την Επιτροπή οι εκπρόσωποι τρίτων μερών κατά τις διάφορες συνεδριάσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας.

(12)

Η Επιτροπή συνάντησε τις γαλλικές αρχές και την FT στις 22 Ιανουαρίου 2004, στις 16 και στις 23 Ιουνίου 2004.

(13)

Με τηλεομοιοτυπία της 5ης Ιουλίου 2004, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή νέους υπολογισμούς σχετικά με το ειδικό καθεστώς επαγγελματικού φόρου. Στις 13, 15 και 16 Ιουλίου 2004, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή συμπληρωματικές παρατηρήσεις.

ΙΙ.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

(14)

Μόνον το ειδικό καθεστώς του επαγγελματικού φόρου που εφαρμόζεται στην FT, όπως προβλέπεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης.

(15)

Εφόσον το εξεταζόμενο μέτρο περιγράφηκε ήδη λεπτομερώς στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (7), η περιγραφή αυτή δεν θα επαναληφθεί στην παρούσα απόφαση παρά μόνον εφόσον κριθεί απαραίτητο.

(16)

Μέχρι το 1990, οι δραστηριότητες της εταιρείας FT είχαν ασκηθεί από μία διεύθυνση του Υπουργείου που είχε αρμοδιότητα για τα ταχυδρομεία και τις τηλεπικοινωνίες. Ως δημόσια διοικητική υπηρεσία, η πρώην γενική διεύθυνση τηλεπικοινωνιών δεν υπέκειτο σε κανέναν από τους ακόλουθους φόρους: i) επαγγελματικό φόρο, ii) φόρους ακίνητης περιουσίας για τα κτίρια και τα οικόπεδα και iii) φόρο εταιρειών (8). Η χρηματοδότησή της γινόταν βάσει παραρτήματος στον προϋπολογισμό του κράτους που ήταν ευρέως πλεονασματικός και υπόκειτο σε καταβολή υπέρ του γενικού προϋπολογισμού των πλεονασμάτων εκμετάλλευσης, καθώς και σε ορισμένες εισφορές για τη χρηματοδότηση ειδικών δράσεων.

(17)

Ο νόμος αριθ. 90-568 της 2ας Ιουλίου 1990, σχετικά με την οργάνωση της δημόσιας υπηρεσίας ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών μετέβαλε την πρώην γενική διεύθυνση τηλεπικοινωνιών σε δύο χωριστά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου («La Poste» και «FT») με οικονομική αυτονομία και τα οποία εμπίπτουν στο εμπορικό δίκαιο. Η χορήγηση της νομικής αυτής προσωπικότητας στους δύο αυτούς φορείς έπρεπε να οδηγήσει στην εφαρμογή των φορολογικών κανόνων του κοινού δικαίου. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 1654 του γενικού φορολογικού κώδικα (στο εξής «CGI»): « Τα κρατικά ιδρύματα, οι βιομηχανικές ή εμπορικές εκμεταλλεύσεις του κράτους, οι επιχειρήσεις στις οποίες το κράτος ή η τοπική αυτοδιοίκηση έχουν συμμετοχές οφείλουν να καταβάλλουν βάσει των ρυθμίσεων του κοινού δικαίου, τους κάθε είδους φόρους στους οποίους υπόκεινται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που ασκούν τις ίδιες δραστηριότητες». Κατά συνέπεια, η FT θα έπρεπε να υπάγεται στη φορολογία του κοινού δικαίου, από της ημερομηνίας της σύστασής της, την 1η Ιανουαρίου του 1991 (άρθρο 1 του νόμου 90-568 της 2ας Ιουλίου 1990). Πάντως, αντίθετα από την αρχή αυτή, που εξάλλου υπενθυμίζεται στον ίδιο το νόμο 90-568 (9), ο νομοθέτης θέσπισε φορολογικούς κανόνες κατά παρέκκλιση του κοινού δικαίου για την FT (άρθρα 18 έως 21 του νόμου αριθ. 90-568) στα πλαίσια δύο καθεστώτων, ενός «μεταβατικού» καθεστώτος με έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου 1991 και λήξη την 1η Ιανουαρίου 1994, και στη συνέχεια ενός «οριστικού» καθεστώτος με έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου 1994 και χωρίς περιορισμό διάρκειας:

1991-1993: Το άρθρο 19 του νόμου αριθ. 90-568 έθεσε την αρχή σύμφωνα με την οποία, κατά τη διάρκεια περιόδου από της 1ης Ιανουαρίου 1991 μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1994, η FT θα υπόκειτο αποκλειστικά στους φόρους που πράγματι βάρυναν το κράτος. Κατά συνέπεια, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η FT, σύμφωνα με το κράτος, δεν θα όφειλε να καταβάλει φόρους όπως ο επαγγελματικός φόρος, ο φόρος ακίνητης περιουσίας ή ο φόρος εταιρειών. Κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου και δυνάμει του ιδίου άρθρου, η FT θα όφειλε να καταβάλει συνεισφορές στον προϋπολογισμό του κράτους (ιδίως στον προϋπολογισμό για έρευνα και ανάπτυξη) «δυνάμει της εισφοράς υπέρ του γενικού προϋπολογισμού». Οι συνεισφορές αυτές καθορίζονταν κάθε χρόνο από τους νόμους περί οικονομικών μέχρι ενός ορισμένου ποσού (10).

1994-2003: Κατ’ εφαρμογή του νόμου αριθ. 90-568 (άρθρο 18) και του άρθρου 1654 του «CGI», η FT υπόκειτο στο φορολογικό καθεστώς του κοινού δικαίου από της 1ης Ιανουαρίου 1994, με εξαίρεση τους άμεσους τοπικούς φόρους (φόρος ακίνητης περιουσίας, επαγγελματικός φόρος) για τους οποίους ο νόμος αριθ. 90-568 προέβλεψε ειδικές ρυθμίσεις όσον αφορά το ποσοστό, τη βάση και τις μεθόδους επιβολής τους. Σύμφωνα με μία πρώτη εκτίμηση εκ μέρους των γαλλικών αρχών, το πλεονέκτημα υπέρ της FT που απέρρεε από το ειδικό καθεστώς του επαγγελματικού φόρου που εφαρμοζόταν σε αυτή ανέρχεται σε ποσό ύψους περίπου 198 εκατ. ευρώ το έτος (11). Βάσει των στοιχείων που υποβλήθηκαν μεταγενέστερα εκ μέρους των γαλλικών αρχών, το ποσό θα ήταν κατώτερο (βλέπε κατωτέρω αιτιολογικές σκέψεις 54 και επόμενες). Το ειδικό αυτό καθεστώς επαγγελματικού φόρου που προβλεπόταν χωρίς χρονικό περιορισμό καταργήθηκε από το νόμο περί οικονομικών του 2003 (12).

ΙΙΙ.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ

(18)

Οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν εκ μέρους των ενδιαφερομένων περιορίζονται στο να επαναλαμβάνουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, δεν θα επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ

(19)

Οι ισχυρισμοί των γαλλικών αρχών επικεντρώνονται σε ένα θεμελιώδες σημείο, ήτοι ότι το ειδικό καθεστώς που θεσπίστηκε από το κράτος υπέρ της FT δεν προσέφερε πλεονέκτημα στην εν λόγω επιχείρηση. Πράγματι, οι γαλλικές αρχές παραδέχονται ότι η FT υπόκειτο σε ένα ειδικό καθεστώς όσον αφορά τον επαγγελματικό φόρο από το 1991 έως το 2002, αλλά θεωρούν ότι το εν λόγω καθεστώς δεν της προσέφερε κανένα πλεονέκτημα και ότι δεν επηρέασε καθόλου τους δημόσιους πόρους, εφόσον ερμηνεύτηκε με υπερφορολόγηση της FT σε συνάρτηση με το κοινό δίκαιο. Για να καταλήξουν στο συμπέρασμα αυτό, οι γαλλικές αρχές στηρίζονται στα τρία ακόλουθα σημεία:

μεταξύ του 1991 και του 1993, η FT υπόκειτο σε εισφορά υπέρ του γενικού προϋπολογισμού η οποία, σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, αντιστοιχεί στην καταβολή του επαγγελματικού φόρου και περιλαμβάνει (ιδίως) το ποσό του επαγγελματικού φόρου,

οι γαλλικές αρχές επιμένουν στο γεγονός ότι ο νόμος αριθ. 90-568 θέσπισε «μια για πάντα» ένα ενιαίο φορολογικό καθεστώς που εφαρμόστηκε στην FT από το 1991 έως το 2003. Θεωρούν ότι πρέπει να γίνει ένας σφαιρικός υπολογισμός του χορηγηθέντος πλεονεκτήματος από το εν λόγω καθεστώς υπέρ της FT για το σύνολο της περιόδου 1991-2003. Αυτό συνεπάγεται ότι κατά τη γνώμη τους μία υπερφορολόγηση της FT με βάση ένα έτος θα μπορούσε να «αντισταθμίσει» μία μείωση της φορολόγησης της FT με βάση ένα άλλο έτος,

σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, οι τρόποι φορολόγησης της επιχείρησης όσον αφορά τον επαγγελματικό φόρο και τον φόρο εταιρειών είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένοι· κατόπιν αυτών πρέπει να μελετηθούν από κοινού τα διάφορα στοιχεία επιβολής της φορολογίας στην FT για ολόκληρη την περίοδο 1991-2003. Καθώς ο επαγγελματικός φόρος εμπίπτει στον υπολογισμό της φορολογητέας βάσης, η διόρθωση μιας ενδεχόμενης υποφορολόγησης όσον αφορά τον επαγγελματικό φόρο θα έπρεπε να συνοδεύεται με μία διόρθωση προς τα κάτω του ποσού του φόρου εταιρειών.

(20)

Κατά δεύτερο λόγο, οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι το εν λόγω μέτρο θα έπρεπε να θεωρηθεί ως υπάρχον. Τέλος, κατά τις συνεδριάσεις με την Επιτροπή που πραγματοποιήθηκαν στις 16 και στις 23 Ιουνίου 2004, οι γαλλικές αρχές αμφισβήτησαν το βάσιμο των υπολογισμών που οι ίδιες είχαν προγενέστερα υποβάλει στην Επιτροπή σχετικά με τη διαφορά μεταξύ του επαγγελματικού φόρου που καταβλήθηκε από την FT και εκείνου που θα έπρεπε να είχε καταβληθεί εάν υποβαλλόταν στο κοινό δίκαιο. Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, θα ήταν αδύνατον να υπολογιστεί με ακρίβεια η υποφορολόγηση της FΤ όσον αφορά τον επαγγελματικό φόρο από το 1994. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να αποφανθεί σχετικά με το ζήτημα αυτό. Με επιστολή της 5ης Ιουλίου 2004, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή νέους υπολογισμούς (που εκπονήθηκαν από την ίδια την FT), για τους οποίους δεν ισχυρίζονται καθόλου ότι είναι ακριβέστεροι από εκείνους που υποβλήθηκαν προγενέστερα, αλλά ότι απλώς στοχεύουν να προβάλλουν την αδυναμία υπολογισμού με ακρίβεια του πλεονεκτήματος του οποίου επωφελήθηκε η FT δυνάμει του ειδικού καθεστώτος επαγγελματικού φόρου από το 1994.

V.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(21)

Το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, a priori, όλα τα συστατικά μιας κρατικής ενίσχυσης στοιχεία δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ εκπληρούντο. Η ανάλυση αυτή δεν επαναλήφθηκε στην παρούσα απόφαση παρά μόνον ως προς τα βασικά της συμπεράσματα (13):

η FT επωφελήθηκε ειδικής μεταχείρισης όσον αφορά τον επαγγελματικό φόρο (που θεσπίστηκε με τα άρθρα 18-21 του νόμου αριθ. 90-568)·

η ειδική αυτή μεταχείριση της προσέφερε ένα πλεονέκτημα (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ίδιων των γαλλικών αρχών)·

οι ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στην FT στον τομέα του επαγγελματικού φόρου θεσπίστηκαν από το Κοινοβούλιο, μέσω ενός νόμου που τέθηκε σε ισχύ από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, πράγμα που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη δυνατότητα καταλογισμού του εν λόγω μέτρου στο κράτος·

στο βαθμό που η FT κατέβαλε λιγότερους φόρους από ό,τι οι επιχειρήσεις που υπόκεινται στο κοινό δίκαιο, υπάρχει διάθεση δημόσιων πόρων·

δεδομένου ότι η FT ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα σε έναν εξαιρετικά ανταγωνιστικό τομέα, εκείνον των τηλεπικοινωνιών, τα πλεονεκτήματα τα οποία απολαύει η FT στρεβλώνουν ή απειλούν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό·

δεδομένου ότι η FT ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα σε αγορές που ανοίχθηκαν προοδευτικά στον ανταγωνισμό από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οποιοδήποτε πλεονέκτημα προσφέρθηκε στην FT από το κράτος δύναται να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

1.   Τα έτη 1991-1993

(22)

Για να αναλύσουμε το καθεστώς του επαγγελματικού φόρου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1991-1993, πρέπει να εξετάσουμε τον πρώτο ισχυρισμό που προβλήθηκε από τις γαλλικές αρχές, σύμφωνα με τον οποίο η εισφορά υπέρ του γενικού προϋπολογισμού που καταβλήθηκε από την FT από το 1991 έως το 1993 ήταν φορολογικής φύσης και μπορεί να ληφθεί υπόψη ως περιέχουσα την καταβολή του επαγγελματικού φόρου σύμφωνα με ειδικές ρυθμίσεις. Όσον αφορά το σημείο αυτό η Επιτροπή παρατηρεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη ενίσχυσης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί λόγω του γεγονότος ότι μία επιχείρηση που επωφελείτο ενός προνομιακού φορολογικού καθεστώτος υπόκειται, βάσει άλλων κανόνων, σε βαρύτερη φορολόγηση (14). Πράγματι, κάθε φόρος, ανταποκρίνεται σε μία λογική και σε διαφορετικές προϋποθέσεις.

(23)

Ως προς τη φορολογική φύση της εισφοράς, η Επιτροπή υπογραμμίζει καταρχάς ότι η εν λόγω εισφορά δεν συνδέεται ρητά από το νόμο με τον επαγγελματικό φόρο. Ο νόμος δεν προβλέπει καθόλου ότι η εν λόγω εισφορά οφειλόταν αντί του επαγγελματικού φόρου. Το ύψος της εισφοράς αυτής επίσης δεν είχε καθοριστεί σύμφωνα με τις παραμέτρους που καθορίζουν το ποσό του επαγγελματικού φόρου.

(24)

Εξάλλου, στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή προσδιόρισε ότι το ύψος τού κατ’ αποκοπή ποσού που καταβλήθηκε από την FT στο κράτος ως συνεισφορά στο γενικό προϋπολογισμό ήταν αντίστοιχο προς το ποσό που κατέβαλαν οι PTT στο κράτος το 1989 και το 1990. Κατά συνέπεια, θεώρησε ότι η καταβολή του εν λόγω ποσού έμοιαζε περισσότερο σε μία εισφορά των αποτελεσμάτων διαχείρισης της FT παρά σε μία ειδική φορολόγηση δυνάμει του επαγγελματικού φόρου.

(25)

Πριν από το 1990, όταν οι δραστηριότητες της FT ασκούνταν ακόμα από μία διεύθυνση του Υπουργείου Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών, το παράρτημα προϋπολογισμού της εν λόγω διεύθυνσης ήταν πλεονασματικό. Για την πλήρωση του ελλείμματος του γενικού προϋπολογισμού του κράτους, το εν λόγω παράρτημα προϋπολογισμού υπόκειτο σε εισφορά υπέρ του γενικού προϋπολογισμού δυνάμει των «πλεονασμάτων εκμετάλλευσης» στην οποία στη συνέχεια προστέθηκαν και άλλες εισφορές που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση ειδικών δράσεων. Το 1988, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να σταθεροποιήσει μέχρι το 1992 τη συνεισφορά του παραρτήματος προϋπολογισμού στο γενικό προϋπολογισμό σε 13,7 εκατ. γαλλικά φράγκα για το 1989 και 14 εκατ. γαλλικά φράγκα για το 1990. Αυτό το ποσό θεωρήθηκε ως ποσό αναφοράς από το νόμο αριθ. 90-568, όταν καθόρισε την εισφορά εκ μέρους της FT υπέρ του γενικού προϋπολογισμού για τα έτη 1991, 1992 και 1993 (15).

(26)

Γενικότερα, τα χαρακτηριστικά της εισφοράς αυτής (πληρωμή κατ’ αποκοπήν, ποσό που καθορίζεται βάσει των πλεονασμάτων εκμετάλλευσης της επιχείρησης κατά το παρελθόν) δεν είναι τα χαρακτηριστικά της κλασικής φορολόγησης.

(27)

Λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού και των τρόπων καθορισμού της, η εν λόγω εισφορά προσεγγίζει σε μία συμμετοχή στα αποτελέσματα διαχείρισης.

(28)

Πάντως, ακόμη και εάν η εισφορά αυτή δεν συνδέεται ρητά από το νόμο με τον επαγγελματικό φόρο, η εν λόγω εισφορά συνδέεται με το ειδικό φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην FT. Πράγματι, ο νόμος αριθ. 90-568 προέβλεψε, στο ίδιο κεφάλαιο με τίτλο «φορολογία» και στο ίδιο άρθρο, ότι η FT δεν έπρεπε να καταβάλει φόρους (εκτός από εκείνους που καταβλήθηκαν από το κράτος) και ότι όφειλε να καταβάλει την εισφορά αυτή υπέρ του γενικού προϋπολογισμού. Οι δύο αυτές διατάξεις εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου (από της 1ης Ιανουαρίου 1991 μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1994).

(29)

Επιπλέον, η εισφορά αυτή αντιπροσωπεύει τυπικά στοιχεία φορολογίας, ήτοι μία χρηματική παροχή που εισπράχθηκε οριστικά, χωρίς αντιπαροχή και μέσω των αρμόδιων αρχών, από το κράτος ή άλλον κρατικό φορέα. Τέλος, η εισφορά αυτή παρέχει πόρους στο κράτος.

(30)

Κατά συνέπεια, φαινόταν ότι ο στόχος του άρθρου 19 του νόμου ήταν η θέσπιση μιας μεταβατικής περιόδου τριών ετών κατά τη διάρκεια της οποίας η FT θα είχε συνεχίσει να καταβάλει στο κράτος τα ίδια ποσά με το παρελθόν δυνάμει της συμμετοχής στα αποτελέσματα εκμετάλλευσης και συγχρόνως θα είχε απαλλαγεί από την καταβολή όλων των φόρων (εκτός από εκείνους που καταβλήθηκαν από το κράτος). Η άμεση υποβολή της FT στη φορολογία με βάση τους κανόνες που διέπουν το κοινό δίκαιο θα συνεπαγόταν μεταξύ άλλων, την καταβολή τοπικών φόρων (υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και όχι υπέρ του γενικού προϋπολογισμού του κράτους όπως για παράδειγμα ο επαγγελματικός φόρος), πράγμα που θα κινδύνευε να προκαλέσει μείωση της συνεισφοράς της FT υπέρ του εθνικού προϋπολογισμού (στο μέτρο που δεν θεσπίστηκε άμεσα μία νέα μορφή συμμετοχής στα αποτελέσματα διαχείρισης).

(31)

Συμπερασματικά, θα φαινόταν ότι η εισφορά υπέρ του γενικού προϋπολογισμού στον οποίο υπόκειτο η FT από το 1991 έως το 1993 ήταν μεικτή, εν μέρει φορολογική και εν μέρει συμμετοχή στα αποτελέσματα διαχείρισης, στο μέτρο που η εισφορά αυτή έτεινε να διασφαλίσει ότι, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου τριών ετών, η επιχείρηση θα κατέβαλε στο κράτος αντίστοιχο ποσό με εκείνο το οποίο θα είχε καταβάλει εάν είχε πληρώσει τους φόρους υπό καθεστώς κοινού δικαίου, συν ένα συμπληρωματικό ποσό που θα αντιστοιχούσε σε μία εισφορά στα αποτελέσματα εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, η ειδική εισφορά την οποία κατέβαλε η FT στο κράτος μεταξύ του 1991 και του 1993 πληρούσε μία διπλή λειτουργία: εν μέρει ίσχύε ως καταβολή των διαφόρων φόρων και –κατά τα λοιπά– ίσχυε ως συμμετοχή του κράτους-ιδιοκτήτη στα αποτελέσματα της επιχείρησης.

(32)

Βάσει των παραπάνω στοιχείων (και ιδίως του εν μέρει φορολογικού χαρακτήρα της εισφοράς και της σχέσης μεταξύ της εν λόγω εισφοράς και του ειδικού φορολογικού καθεστώτος της επιχείρησης), ακόμη και ελλείψει ειδικών ρητών διατάξεων σύμφωνα με τις οποίες η εν λόγω εισφορά πρέπει να θεωρηθεί ως ειδικός τρόπος καταβολής του επαγγελματικού φόρου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω εισφορά κατά τη διάρκεια των ετών 1991 έως 1993 ίσχυε — εν μέρει ως καταβολή φόρων, περιλαμβανομένης ιδίως της καταβολής του επαγγελματικού φόρου και, κατά τα λοιπά, ως συμμετοχή του κράτους-ιδιοκτήτη στα αποτελέσματα διαχείρισης της επιχείρησης.

(33)

Σχετικά με αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν εκ μέρους των γαλλικών αρχών κατά τη διάρκεια των ετών 1991 έως 1993, η εν λόγω εισφορά ήταν μεγαλύτερη από τους φόρους τους οποίους όφειλε να καταβάλει η FT εάν υπόκειτο στο καθεστώς του επαγγελματικού φόρου και του φόρου των εταιρειών του κοινού δικαίου. Απορρέει, ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η FT δεν επωφελήθηκε από κανένα πλεονέκτημα που συνδέεται με την απαλλαγή από τον επαγγελματικό φόρο. Πάντως, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη διάρκεια των ετών 1991 έως 1993, η FT δεν υπόκειτο παρά μόνον στους φόρους που πράγματι βάρυναν το κράτος (ειδικότερα δεν κατέβαλε τον φόρο ακίνητης περιουσίας). Κατά συνέπεια, για να διασφαλιστεί ότι η απαλλαγή από τον επαγγελματικό φόρο και η υποκατάστασή του από την εν λόγω εισφορά δεν προσέφερε φορολογικό πλεονέκτημα στην FT, η Επιτροπή ζήτησε από τις γαλλικές αρχές να προσδιορίσουν εάν η εν λόγω εισφορά ήταν ανώτερη από όλους τους άλλους φόρους που όφειλε να καταβάλει η FT στην περίπτωση που θα είχε φορολογηθεί υπό καθεστώς κοινού δικαίου (και όχι μόνον ανώτερη από το ποσό του επαγγελματικού φόρου και του φόρου εταιρειών) (16). Στα πλαίσια των συσκέψεων με την Επιτροπή που πραγματοποιήθηκαν στις 16 και στις 23 Ιουνίου 2004, οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι η εν λόγω εισφορά ήταν πράγματι ανώτερη από το ποσό όλων των άλλων φόρων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι η FT δεν επωφελήθηκε πλεονεκτήματος για την περίοδο 1991 και 1993, στο μέτρο που υπόκειτο σε ειδική μεικτή εισφορά, η οποία εν μέρει ισοδυναμούσε με την καταβολή διαφόρων φόρων και, κατά τα λοιπά, εισφορά στα αποτελέσματα εκμετάλλευσης, ειδική εισφορά που ήταν ανώτερη από το ποσό των φόρων των οποίων απαλλάχθηκε η FT.

2.   Τα έτη 1994-2003

(34)

Για την ανάλυση του καθεστώτος του επαγγελματικού φόρου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1994-2003, πρέπει να εξετάσουμε τον δεύτερο και τρίτο ισχυρισμό που προβλήθηκε εκ μέρους των γαλλικών αρχών.

(35)

Οι γαλλικές αρχές επιμένουν στο γεγονός ότι ο νόμος αριθ. 90-568 θέσπισε «μια για πάντα» ένα ενιαίο φορολογικό καθεστώς που εφαρμόστηκε στην FT από το 1991 έως το 2002. Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές πρέπει να προβούμε σε σφαιρικό υπολογισμό του πλεονεκτήματος που απέρρευσε από το καθεστώς αυτό υπέρ της FT για το σύνολο της περιόδου 1991-2002. Αυτό σημαίνει ότι κατά τη γνώμη τους μια υπέρ-φορολόγηση της FT με βάση ένα έτος θα μπορούσε να «αντισταθμίσει» μία μειωμένη φορολόγηση της FT με βάση ένα άλλο έτος. Πιο συγκεκριμένα, οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι η μειωμένη φορολόγηση της FT για την «οριστική» περίοδο (1η Ιανουαρίου 1994 – 1η Ιανουαρίου 2003) αντισταθμίζεται από μία υπερφορολόγηση (που οφείλεται στην καταβολή της εισφοράς) κατά τη διάρκεια της «μεταβατικής» περιόδου (1η Ιανουαρίου 1991 – 31 Δεκεμβρίου 1993). Πράγματι, το ποσό που καταβλήθηκε από την FT στο κράτος δυνάμει της εν λόγω εισφοράς για τα έτη 1991-1992 και 1993 θα ήταν τόσο υψηλότερο από ό,τι στο πλαίσιο μιας φορολόγησης με βάση τους κανόνες του κοινού δικαίου, που θα υπερέβαινε το πλεονέκτημα το οποίο θα είχε προσκομίσει η FT από τις ειδικές ρυθμίσεις καθορισμού του επαγγελματικού φόρου κατά τη διάρκεια της «οριστικής» περιόδου.

(36)

Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε δεκτός. Ο νόμος αριθ. 90-568 θέσπισε δύο σαφώς διαχωρισμένα καθεστώτα φορολόγησης:

ένα «μεταβατικό» καθεστώς από το 1991 έως το 1994, κατά τη διάρκεια του οποίου η FT απαλλάχθηκε από όλους τους φόρους πλην εκείνων που καταβλήθηκαν από το κράτος και θα έπρεπε να καταβάλει στο κράτος ένα κατ’ αποκοπή ποσό βάσει της «εισφοράς υπέρ του γενικού προϋπολογισμού»,

μετά το 1994, ένα υποτιθέμενο οριστικό καθεστώς (ο νόμος δεν προέβλεψε την ημερομηνία λήξης της ισχύος τού εν λόγω καθεστώτος και χρειάστηκε ένας νέος νόμος, το 2003, για την κατάργηση του εν λόγω καθεστώτος)· στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος η FT υπόκειτο σε όρους κοινού δικαίου για όλους τους φόρους, πλην των φόρων ακίνητης περιουσίας και του επαγγελματικού φόρου για τους οποίους είχαν προβλεφθεί ειδικές ρυθμίσεις.

(37)

Σύμφωνα με τη νομολογία, μια ενίσχυση που χορηγείται σε μία επιχείρηση δεν μπορεί να «αντισταθμιστεί» από μια ειδική επιβάρυνση που θα βαρύνει την ίδια επιχείρηση με άλλη ρύθμιση. Κατά τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο μια απαλλαγή από κοινωνικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με οικογενειακά επιδόματα της οποίας επωφελούνται ορισμένες επιχειρήσεις να «αντισταθμίζει» μια συμπληρωματική επιβάρυνση που βαρύνει τις ίδιες αυτές επιχειρήσεις και συνδέεται με την ασφάλιση ανεργίας (17).

(38)

Κατ’ εφαρμογή της νομολογίας αυτής, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί ότι η «μειωμένη φορολόγηση» της FT με βάση τον επαγγελματικό φόρο από το 1994 μπορεί να αντισταθμιστεί από την ειδική εισφορά που καταβλήθηκε από την FT κατά την περίοδο 1991-1994, η οποία δεν συνδέθηκε ειδικά με τον επαγγελματικό φόρο. Πράγματι, όπως ήδη διαπίστωσε η Επιτροπή, ο νόμος αριθ. 90-568 δεν προβλέπει σε καμία περίπτωση ότι η ειδική εισφορά οφειλόταν αντί του επαγγελματικού φόρου. Επίσης, το ποσό της εν λόγω εισφοράς δεν είχε καθοριστεί σύμφωνα με τις παραμέτρους που καθορίζουν το ποσό του επαγγελματικού φόρου αλλά σε συνάρτηση με το πλεονέκτημα που θα παρείχαν οι PTT στο κράτος το 1989 και το 1990. Λόγω του περιεχομένου της και των τρόπων καθορισμού της, η εν λόγω εισφορά προσεγγίζει περισσότερο μία εισφορά επί των αποτελεσμάτων διαχείρισης παρά μια ειδική φορολόγηση σε σχέση με τον επαγγελματικό φόρο. Αυτό, υπό ομαλές συνθήκες, έπρεπε να οδηγήσει την Επιτροπή στο να αποκλείσει οποιαδήποτε αντιστάθμιση και να θεωρήσει ότι η μη καταβολή του επαγγελματικού φόρου κατά τη διάρκεια της «μεταβατικής» περιόδου αποτελεί επίσης ειδικό πλεονέκτημα υπέρ της επιχείρησης.

(39)

Η Επιτροπή δέχθηκε κατ’ εξαίρεση ότι η εισφορά που καταβλήθηκε από την επιχείρηση κατά την περίοδο 1991-1993 ίσχυε επίσης ως καταβολή του επαγγελματικού φόρου. Πράγματι, δεδομένης της αμφισημίας της εν λόγω εισφοράς που φαίνεται να συνδέεται με το ειδικό φορολογικό καθεστώς υπέρ της FT (18), λόγω του γεγονότος ότι η εν λόγω εισφορά υπερέβαινε το ποσό που θα είχε απορρεύσει από την εφαρμογή των φορολογικών καθεστώτων με βάση τους κανόνες του κοινού δικαίου και λόγω του μεταβατικού χαρακτήρα του εν λόγω καθεστώτος, η Επιτροπή αποφάσισε να χορηγήσει το πλεονέκτημα της αμφιβολίας στην επιχείρηση και δέχθηκε να αναγνωρίσει την εν μέρει φορολογική φύση της εισφοράς και το γεγονός ότι ίσχυε επίσης ως καταβολή φόρων. Πάντως, οποιοδήποτε τμήμα της εισφοράς υπερέβαινε το σύνηθες φορολογικό βάρος δυνάμει των κανόνων του κοινού δικαίου, δεν θα μπορούσε να νοηθεί παρά ως εισφορά κεφαλαίου, πράγμα που αποκλείει οποιαδήποτε νομική βάση για να θεωρηθεί ως αντιστάθμιση. Πράγματι, μία αντιστάθμιση μεταξύ των ποσών που καταβλήθηκαν από την FT ως εισφορές για τα πλεονάσματα διαχείρισης και τη μειωμένη φορολόγηση της FT με βάση τον επαγγελματικό φόρο θα συνεπαγόταν μια σύγχυση εισφορών διαφορετικής φύσης (φορολογικές ενισχύσεις με κέρδη από περιουσιακά στοιχεία), πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

(40)

Τέλος, η Επιτροπή σημειώνει ότι ο νόμος αριθ. 90-568 δεν είχε προβλέψει καθόλου μια αντιστάθμιση της μειωμένης φορολόγησης της FT από το 1994 με μια υπερφορολόγηση για τα έτη 1991 έως 1994. Κατά συνέπεια, ένας σφαιρικός υπολογισμός, όπως εκείνος που προτάθηκε από τις γαλλικές αρχές, θα συνεπαγόταν την εκ των υστέρων μετατροπή της υποτιθέμενης υπερφορολόγησης της FT κατά τη διάρκεια της «μεταβατικής» περιόδου σε προκαταβολή φόρου (πίστωση φόρου) προς μείωση κατά τα προσεχή έτη, πράγμα που δεν αποτελούσε καθόλου το αντικείμενο του νόμου αριθ. 90-568, όταν θέσπισε τα δύο αυτά καθεστώτα. Εάν οι γαλλικές αρχές αυτή τη στιγμή προτείνουν να γίνει αντιστάθμιση μεταξύ εισφορών διαφορετικής φύσης (η ειδική μεικτή εισφορά –συγχρόνως φορολογική και μερίσματος– και η μειωμένη φορολόγηση της FT σε συνάρτηση με τον επαγγελματικό φόρο) που εφαρμόστηκαν σε δύο διαφορετικές περιόδους, αυτό δεν οφείλεται καθόλου στην εφαρμογή των συνήθων φορολογικών κανόνων του γαλλικού δικαίου, αλλά απορρέει από μία εκ των υστέρων ορθολογική ερμηνεία που στοχεύει να αποτρέψει την ανάκτηση της ενίσχυσης της οποίας επωφελήθηκε η FT.

(41)

Συμπερασματικά, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να δεχθεί τον δεύτερο ισχυρισμό των γαλλικών αρχών, σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε να γίνει σφαιρικός υπολογισμός του πλεονεκτήματος που χορηγήθηκε με βάση το καθεστώς αυτό στην FT για το σύνολο της περιόδου 1991-2002.

(42)

Αυτό συνεπάγεται ότι η διαφορά μεταξύ του επαγγελματικού φόρου που πράγματι καταβλήθηκε από την FT και εκείνου που θα έπρεπε να είχε καταβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου από της 1ης Ιανουαρίου 1994 μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 2003 αποτελεί κρατική ενίσχυση διότι αντιπροσωπεύει ένα πλεονέκτημα για την FT που χορηγήθηκε μέσω πόρων που αλλιώς θα είχαν ενσωματωθεί στον προϋπολογισμό του κράτους.

(43)

Επίσης, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί τον ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο ο επαγγελματικός φόρος εντάσσεται στον υπολογισμό της φορολογητέας βάσης και ότι η διόρθωση μιας ενδεχόμενης μειωμένης φορολόγησης με βάση τον επαγγελματικό φόρο θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια διόρθωση προς τα κάτω του ποσού του φόρου εταιρειών, δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις φορολόγησης της επιχείρησης με βάση τον επαγγελματικό φόρο και τον φόρο εταιρειών θα ήταν αδιαχώριστες.

(44)

Πράγματι, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο που αποφάνθηκε σαφώς ότι «… η Επιτροπή δεν πρέπει, με τις αποφάσεις με τις οποίες διατάσσει την αναζήτηση κρατικών ενισχύσεων, να προβαίνει στον υπολογισμό των επιπτώσεων του φόρου επί του ποσού των ενισχύσεων που πρέπει να επιστραφούν, καθόσον ο υπολογισμός αυτός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εθνικού δικαίου, αλλά οφείλει να περιορίζεται στην υπόδειξη του ακαθάριστου αναζητητέου ποσού. Αυτό δεν εμποδίζει τις εθνικές αρχές, κατά την αναζήτηση των ενισχύσεων, να αφαιρούν ενδεχομένως από το αναζητητέο ποσό ορισμένα ποσά κατ’ εφαρμογή μεν των εθνικών τους κανόνων αλλά τηρουμένων και των κανόνων του κοινοτικού δικαίου» (19).

VI.   ΝΕΑ ΕΝΙΣΧΥΣΗ

(45)

Ως προς τη φύση της ενίσχυσης, η Επιτροπή επιβεβαιώνει το προκαταρκτικό συμπέρασμα που περιλήφθηκε στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί ως νέα. Πράγματι, το καθεστώς παρέκκλισης του επαγγελματικού φόρου θεσπίστηκε από το νόμο του 1990 (ήτοι μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης) ακριβώς για να αποφευχθεί ότι η σύσταση της FT ως δημόσιου φορέα εκμετάλλευσης δεν συνεπάγεται την υπαγωγή της στη φορολογία που διέπεται από τους κανόνες του κοινού δικαίου. Εξάλλου, από το 1988 ο τομέας των τηλεπικοινωνιών ελευθερώθηκε προοδευτικά. Δεδομένου ότι η FT επωφελήθηκε από το 1994 ενισχύσεων που συνδέονται με το ειδικό καθεστώς του επαγγελματικού φόρου και ότι κατά την ημερομηνία αυτή οι αγορές στις οποίες ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα η FT ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, ανταγωνιστικές (20), η Επιτροπή οφείλει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω μέτρο αποτελεί νέα ενίσχυση.

VII.   ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

(46)

Οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι σε κάθε περίπτωση το εικαζόμενο καθεστώς ενισχύσεων υπέρ της FT που θεσπίστηκε από το νόμο αριθ. 90-568, αποτελεί καθεστώς ισχυουσών ενισχύσεων που δεν μπορούν να ανακτηθούν. Σημειώνουν ότι το εν λόγω καθεστώς θεσπίστηκε από το νόμο αριθ. 90-568 της 2ας Ιουλίου 1990 και θεωρούν ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε στη δικαιούχο επιχείρηση στις 2 Ιουλίου 1990 (κατά συνέπεια την ημέρα της θέσπισης του νόμου). Επειδή η κίνηση της διαδικασίας αποφασίστηκε στις 30 Ιανουαρίου 2003, συνεπώς μετά την προθεσμία των δέκα ετών από τη χορήγηση της ενίσχυσης, οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, η εικαζόμενη ενίσχυση υπέρ της FT θα «καλυπτόταν» από τους κοινοτικούς κανόνες για την παραγραφή των κρατικών ενισχύσεων.

(47)

Ως προς αυτό, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το άρθρο 15 προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Οι εξουσίες της Επιτροπής για ανάκτηση της ενίσχυσης υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής.

2.   Η προθεσμία αυτή αρχίζει να προσμετράται από την ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγείται στον δικαιούχο είτε ως ατομική ενίσχυση είτε ως ενίσχυση βάσει ενός καθεστώτος ενισχύσεων. Κάθε ενέργεια της Επιτροπής ή κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση, διακόπτει την περίοδο παραγραφής. Έπειτα από κάθε διακοπή, η προθεσμία αρχίζει να προσμετράται από την αρχή. Η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται για όσο διάστημα η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο διαδικασίας εκκρεμούσης ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

3.   Κάθε ενίσχυση της οποίας η περίοδος παραγραφής έχει εκπνεύσει, θεωρείται ως υφιστάμενη ενίσχυση».

(48)

Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προθεσμία των δέκα ετών, που προβλέπεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 «ουδόλως συνιστά την έκφραση μιας γενικής αρχής μετατρέπουσας μια νέα ενίσχυση σε υφιστάμενη ενίσχυση, αλλά αποκλείει απλώς την ανάκτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν περισσότερο από μια δεκαετία πριν από την πρώτη παρέμβαση της Επιτροπής» (21). Απορρέει ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 του κανονισμού, η ενίσχυση της οποίας επωφελήθηκε η FT δυνάμει του ειδικού καθεστώτος του επαγγελματικού φόρου, δεν έχανε τον χαρακτήρα της νέας ενίσχυσης λόγω του γεγονότος ότι το καθεστώς αυτό θεσπίστηκε πριν από διάστημα άνω των δέκα ετών. Απλώς, δυνάμει της εν λόγω διάταξης, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να διατάξει την ανάκτηση παρά μόνον για ενισχύσεις που χορηγήθηκαν υπέρ της επιχείρησης κατά τη διάρκεια των δέκα ετών που προηγούνται της δράσης της. Όμως, στο μέτρο που η ενίσχυση χορηγήθηκε υπέρ της FT από το οικονομικό έτος 1994 και όπου η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας έχει ημερομηνία την 30ή Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή οφείλει να διατάξει την ανάκτηση της εν λόγω ενίσχυσης στο σύνολό της.

(49)

Πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, «οι εξουσίες της Επιτροπής για ανάκτηση της ενίσχυσης υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής» και ότι η εν λόγω προθεσμία αρχίζει να προσμετράται «από την ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγείται στον δικαιούχο … βάσει ενός καθεστώτος ενισχύσεων». Κατά συνέπεια, αυτό που έχει σημασία σύμφωνα με τον κανονισμό είναι η ημερομηνία κατά την οποία η ατομική ενίσχυση χορηγήθηκε στο δικαιούχο βάσει ενός καθεστώτος ενισχύσεων και όχι η ημερομηνία κατά την οποία θεσπίστηκε το καθεστώς. Με άλλα λόγια, αυτό που προβλέπει το άρθρο 15 του κανονισμού είναι η δυνατότητα για την Επιτροπή να διατάξει την ανάκτηση των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων στο δικαιούχο πριν από διάστημα άνω των δέκα ετών και σε καμία περίπτωση, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται οι γαλλικές αρχές, δεν λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία θέσπισης των ίδιων των καθεστώτων ενισχύσεων. Απορρέει ότι στην περίπτωση των καθεστώτων ενισχύσεων, η προθεσμία παραγραφής για την ανάκτηση αρχίζει να προσμετράται όχι την ημέρα της θέσπισης του καθεστώτος, αλλά την ημέρα κατά την οποία πράγματι η ενίσχυση χορηγήθηκε στον δικαιούχο. Ο νόμος αριθ. 90-568 θέσπισε ένα καθεστώς ενισχύσεων υπέρ της FT (22). Κατά συνέπεια, η προθεσμία παραγραφής των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στην FT δυνάμει του εν λόγω ειδικού φορολογικού καθεστώτος δεν προσμετράται από την ημέρα θέσπισης του νόμου αριθ. 90-568, αλλά από την ημέρα που πράγματι χορηγήθηκε η ενίσχυση στην FT, ήτοι ετησίως κατά τη στιγμή που οφειλόταν ο επαγγελματικός φόρος.

(50)

Ως προς τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής, δεν απαιτείται επίσημη απόφαση της Επιτροπής για τη διακοπή της εν λόγω προθεσμίας, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι γαλλικές αρχές. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 «κάθε ενέργεια της Επιτροπής … σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση, διακόπτει την περίοδο παραγραφής». Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ήδη ότι μία απλή αίτηση πληροφοριών μπορεί να διακόψει την προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 (23). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πρώτη αίτηση πληροφοριών που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις γαλλικές αρχές σχετικά με το ειδικό καθεστώς του επαγγελματικού φόρου που εφαρμόζεται στην FT έγινε στις 28 Ιουνίου 2001. Κατά συνέπεια, αυτή την ημερομηνία διακόπηκε η προθεσμία παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 (24).

(51)

Κατά συνέπεια, μόνον οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην FT για μεγαλύτερο διάστημα των δέκα ετών πριν από την αίτηση πληροφοριών (ήτοι πριν από τις 28 Ιουνίου 1991) θα μπορούσαν να μην ανακτηθούν. Όμως, στο μέτρο που η ενίσχυση χορηγήθηκε στην FT από το οικονομικό έτος 1994, στα πλαίσια του καθεστώτος του επαγγελματικού φόρου που εφαρμόστηκε για την περίοδο 1994-2003, η Επιτροπή οφείλει να διατάξει την ανάκτηση της εν λόγω ενίσχυσης στο σύνολό της.

VIII.   ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(52)

Οι γαλλικές αρχές δεν προέβαλαν κανένα συγκεκριμένο ισχυρισμό για να υποστηρίξουν τη συμβατότητα της ενίσχυσης. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, για τους λόγους που αναλύθηκαν στις αιτιλογικές σκέψεις 122 και 123 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας, θεωρεί ότι η ενίσχυση δεν είναι συμβατή προς την κοινή αγορά σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 2 ή 87 παράγραφος 3 στοιχεία α), γ) (με μνεία στην οικονομική ανάπτυξη ορισμένων περιοχών), δ) και ε). Εξάλλου η εν λόγω ενίσχυση δεν συνδέεται με κανένα σχέδιο αναδιάρθρωσης της επιχείρησης αλλά κυρίως αποτελεί ενίσχυση υπέρ της λειτουργίας. Κατά συνέπεια, η ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμβατή βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) (με μνεία στην οικονομική ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων).

ΙΧ.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(53)

Βάσει των παραπάνω στοιχείων, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι:

Το καθεστώς του επαγγελματικού φόρου που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου 1991 έως 1993 δεν συνιστά κρατική ενίσχυση.

Η διαφορά μεταξύ του επαγγελματικού φόρου που πράγματι καταβλήθηκε από την FT και εκείνου που θα οφειλόταν δυνάμει του κοινού δικαίου από της 1ης Ιανουαρίου 1994 μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 2002 συνιστά κρατική ενίσχυση. Η εν λόγω ενίσχυση αποτελεί μία νέα ενίσχυση που εκτελέστηκε παράνομα από τη Γαλλία κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ. Η εν λόγω ενίσχυση δεν είναι συμβατή προς την κοινή αγορά και, κατά συνέπεια, πρέπει να ανακτηθεί.

(54)

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της έκθεσης που υποβλήθηκε στο Κοινοβούλιο από τη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας, τον Νοέμβριο του 2001 η άμεση τυποποίηση των όρων φορολόγησης της FT όσον αφορά τον επαγγελματικό φόρο θα συνεπαγόταν, με αμετάβλητο συντελεστή (ήτοι ανεξαρτήτως των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης), μία πρόσθετη φορολόγηση ποσού ύψους περίπου 198 εκατ. ευρώ για την επιχείρηση. Πάντως, με επιστολή της 15ης Μαΐου 2003, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με τη μειωμένη φορολόγηση της FT με βάση το ειδικό καθεστώς του επαγγελματικού φόρου (βλέπε παρακάτω πίνακα):

(σε εκατ. ευρώ)

Οικονομικό έτος

1994

1995

1996

1997

1998

1999

2000

2001

2002

Σύνολο

Προσομοίωση — Φορολόγηση κοινού δικαίου

674

786

830

923

1 012

1 092

1 035

1 039

971

8 362

Πραγματική φορολόγηση της FT

560

667

694

785

855

914

940

913

894

7 222

Μειωμένη φορολόγηση

114

119

136

138

157

178

95

126

77

1 140

Πηγή: απάντηση των γαλλικών αρχών της 15ης Μαΐου 2003.

Οι γαλλικές αρχές υπολόγισαν με ακρίβεια τον επαγγελματικό φόρο που όφειλε να καταβάλει η FT το 2000, το 2001 και το 2002 εάν υπαγόταν στο καθεστώς του κοινού δικαίου με βάση την κατανομή σε τοπικό επίπεδο των εξοπλισμών και των κινητών αγαθών, των ακινήτων και των μισθών μετά την εφαρμογή των τοπικών συντελεστών φορολόγησης,

Υπολόγισαν τον επαγγελματικό φόρο των ετών 1994 έως 1999 με μνεία στο ποσό του επαγγελματικού φόρου που θα είχε καταβληθεί από την FT το 2000 εάν υποβαλλόταν στο καθεστώς του κοινού δικαίου, διορθωμένου με βάση την εξέλιξη της φορολογητέας βάσης και των φορολογικών συντελεστών από το 1991, δεδομένου ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επέτρεπαν να γίνει ακριβής υπολογισμός για τα προηγούμενα έτη του 2000, λαμβανομένης υπόψη της δυσχέρειας ανασύστασης των βάσεων και των τοπικών συντελεστών,

Από τις εκτιμήσεις αυτές απορρέει ότι το προς ανάκτηση ποσό των ενισχύσεων ανέρχεται σε 1 140 εκατ. ευρώ.

(55)

Με επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 2004, οι γαλλικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή για το ότι ο οφειλόμενος επαγγελματικός φόρος εκ μέρους της επιχείρησης για το 2003 (πρώτο έτος εφαρμογής του καθεστώτος του κοινού δικαίου) ανερχόταν σε 773 εκατ. ευρώ, ήτοι ποσό αισθητά κατώτερο του ποσού των 971 εκατ. ευρώ που καταβλήθηκε το 2002, ενώ το ποσό του επαγγελματικού φόρου που πράγματι καταβλήθηκε δεν ήταν ακόμα γνωστό. Υπογράμμισαν ότι ο αναδρομικός υπολογισμός του ποσού αυτού για τα προηγούμενα έτη, επιβεβαίωνε και ενίσχυε τη θέση τους, εφόσον θα αποδείκνυε την υπερφορολόγηση της FT σε σχέση με το κοινό δίκαιο.

(56)

Τέλος, κατά τις συνεδριάσεις με την Επιτροπή της 16ης και της 23ης Ιουνίου 2004, οι γαλλικές αρχές υποστήριξαν ότι οι προηγούμενοι υπολογισμοί που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή ήταν ανακριβείς και ότι ήταν αδύνατον να υπολογιστεί με ακρίβεια το ποσό της ενίσχυσης του οποίου επωφελήθηκε η FT για την περίοδο 1994-2003. Κατά συνέπεια, κάλεσαν την Επιτροπή να μην αποφανθεί σχετικά με την εικαζόμενη ενίσχυση της οποία επωφελήθηκε η FT δυνάμει του ειδικού καθεστώτος του επαγγελματικού φόρου.

(57)

Όσον αφορά τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό, η Επιτροπή σημειώνει καταρχάς ότι πρόκειται για νέο ισχυρισμό που αντιφάσκει με την προηγούμενη θέση των γαλλικών αρχών, οι οποίες υπέβαλαν εκτιμήσεις στις 15 Μαΐου 2003, που επιβεβαιώθηκαν και συμπληρώθηκαν στις 29 Ιανουαρίου 2004. Εξάλλου, οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβήτησαν την ακρίβεια των εν λόγω εκτιμήσεων καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Μόνον κατά τις συνεδριάσεις του Ιουνίου 2004, όταν προέκυψε ότι η εξέταση της Επιτροπής ήταν στο στάδιο της ολοκλήρωσής της, οι γαλλικές αρχές αμφισβήτησαν τις εκτιμήσεις που υπέβαλαν προγενέστερα. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, ο ισχυρισμός της αδυναμίας υπολογισμού με ακρίβεια του ποσού των ενισχύσεων του οποίου επωφελήθηκε η FT δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτός.

(58)

Εξάλλου, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή, στις 5 Ιουλίου 2004, νέες εκτιμήσεις σχετικά με τον επαγγελματικό φόρο που θα οφειλόταν από την FT εάν είχε υποβληθεί στο κοινό δίκαιο για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1991 και 2002. Με φαξ της 13ης Ιουλίου 2004, οι γαλλικές αρχές διευκρίνισαν ότι «οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται αποκλειστικά στο πραγματικό ποσό, που αυτή τη στιγμή είναι γνωστό, του επαγγελματικού φόρου τον οποίο κατέβαλε η FT για το έτος 2003, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του κοινού δικαίου». Με φαξ της 16ης Ιουλίου 2004, οι γαλλικές αρχές διευκρίνισαν τη μέθοδο που ακολουθήθηκε για τις νέες αυτές εκτιμήσεις:

οι γαλλικές αρχές δήλωσαν ότι το καθαρό ποσό του επαγγελματικού φόρου τον οποίο κατέβαλε η FT για το έτος 2003 ανέρχεται σε 773 εκατ. ευρώ,

στη συνέχεια υπολόγισαν το ποσό του επαγγελματικού φόρου που όφειλε να καταβάλει η FT δυνάμει του νόμου αριθ. 90-568, λαμβανομένων υπόψη των δηλώσεων της FT για το έτος 2003· το ποσό αυτό ανέρχεται σε 696 εκατ. ευρώ,

στη συνέχεια, οι γαλλικές αρχές διαπίστωσαν ότι οι νέες ισχύουσες διατάξεις (εφαρμογή του καθεστώτος του κοινού δικαίου με βάση τους πραγματικούς συντελεστές και τις πραγματικές φορολογικές βάσεις) θα είχαν ως αποτέλεσμα να προσαυξηθεί για το έτος 2003 το ποσό κατά 77 εκατ. ευρώ, ήτοι ποσοστό 11,06 % το οποίο θα οφειλόταν κατ’ εφαρμογή των προηγούμενων κανόνων,

το εν λόγω ποσοστό προσαύξησης εφαρμόστηκε κατά συνέπεια στα ποσά που πράγματι καταβλήθηκαν από την FT μεταξύ 1991 και 2002,

απορρέει από τις εκτιμήσεις αυτές ότι η μειωμένη φορολόγηση της FT για την περίοδο μεταξύ 1994 και 2002 ανέρχεται σε ποσό ύψους 798 εκατ. ευρώ.

(σε εκατ. ευρώ)

Οικονομικό έτος

1994

1995

1996

1997

1998

1999

2000

2001

2002

Σύνολο

Προσομοίωση φορολόγηση του κοινού δικαίου

622

741

771

872

949

1 015

1 044

1 014

992

8 020

Πραγματική φορολόγηση της FT

560

667

694

785

855

914

940

913

894

7 222

Μειωμένη φορολόγηση

62

74

77

87

94

101

104

101

98

798

Πηγή: επιστολή των γαλλικών αρχών της 5ης Ιουλίου 2004.

(59)

Λαμβανομένων υπόψη των αποκκλινουσών πληροφοριών που υποβλήθηκαν εκ μέρους των γαλλικών αρχών, η Επιτροπή στο παρόν στάδιο της διαδικασίας δεν μπορεί να ορίσει το ακριβές ποσό της προς ανάκτηση ενίσχυσης, αλλά θεωρεί ότι η FT επωφελήθηκε μιας κρατικής ενίσχυσης, το ποσό της οποίας κυμαίνεται μεταξύ 798 εκατ. ευρώ και 1 140 εκατ. ευρώ σε κεφάλαιο, συν τους τόκους από της ημερομηνίας κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση της δικαιούχου, μέχρι της ημερομηνίας της ανάκτησής τους (25). Το ακριβές ποσό της προς ανάκτηση ενίσχυσης θα καθοριστεί από την Επιτροπή σε συνεργασία με τις γαλλικές αρχές, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάκτησης και το αργότερο πριν από την 1η Νοεμβρίου 2004.

(60)

Συμπερασματικά, η Επιτροπή θεωρεί ότι το ειδικό καθεστώς του επαγγελματικού φόρου που εφαρμόστηκε στην FT για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1994 και 2003 της προσέφερε πλεονέκτημα συστατικό κρατικής ενίσχυσης, εφόσον είχε μειωμένη φορολόγηση σε σχέση με το κοινό δίκαιο. Η εν λόγω κρατική ενίσχυση, που χορηγήθηκε εκ μέρους των γαλλικών αρχών κατά παράβαση της υποχρέωσής τους για προηγούμενη κοινοποίηση είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά και οφείλει να ανακτηθεί. Η Επιτροπή καλεί τις γαλλικές αρχές, σύμφωνα με το καθήκον τους χρηστής συνεργασίας, να συνεργαστούν μαζί της για τον καθορισμό του ακριβούς ποσού της προς ανάκτηση ενίσχυσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε παράνομα από τη Γαλλία, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, υπέρ της France Télécom για το καθεστώς του επαγγελματικού φόρου που έτυχε εφαρμογής στην εν λόγω επιχείρηση κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Ιανουαρίου 1994 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2002 (με βάση το νόμο αριθ. 90-568 (άρθρο 18) και το άρθρο 1654 του γενικού φορολογικού κώδικα (CGI) είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά.

Άρθρο 2

1.   Η Γαλλία λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ανάκτηση της ενίσχυσης που ορίστηκε στο άρθρο 1 από την France Télécom.

2.   Η ανάκτηση πραγματοποιείται αμέσως σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας υπό τον όρο ότι επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης.

3.   Οι ανακτώμενες ενισχύσεις περιλαμβάνουν τόκους από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση της δικαιούχου, μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής τους ανάκτησης.

4.   Οι τόκοι υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (26).

Άρθρο 3

Η Γαλλία ενημερώνει την Επιτροπή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, για τα μέτρα που προτίθεται να λάβει ή που έλαβε για την εφαρμογή της. Για τον σκοπό αυτό, η Γαλλία χρησιμοποιεί το συνημμένο ερωτηματολόγιο στην παρούσα απόφαση.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 2 Αυγούστου 2004.

Για την Επιτροπή

Frederik BOLKESTEIN

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ C 57 της 12.3.2003, σ. 5.

(2)  Βλέπε τα σημεία 1 έως 8 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας που πρέπει να θεωρηθούν ως αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας απόφασης.

(3)   ΕΕ C 57 της 12.3.2003, σ. 5, στο εξής «απόφαση κίνησης της διαδικασίας» ή «απόφαση κίνησης».

(4)  Μέρος το οποίο επιθυμεί να μην κοινοποιηθεί η ταυτότητά του.

(5)  Στις οποίες προσαρτήθηκε καταγγελία η οποία υποβλήθηκε από τις ίδιες εταιρείες στις 22.1.2003.

(6)  Η εταιρεία LDCOM υπέβαλε στην Επιτροπή ένα παρόραμα που στάλθηκε στις γαλλικές αρχές στις 16.6.2003.

(7)  Βλέπε σημεία 25 έως 33 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας.

(8)  Αντίθετα υπόκειται στον ΦΠΑ από το 1988, βλέπε την «έκθεση του Κοινοβουλίου για την τυποποίηση των τοπικών φόρων της France Télécom», Γενική Διεύθυνση φορολογίας, Νοέμβριος 2001, σ. 6.

(9)  Το άρθρο 18 του νόμου αριθ. 90-568 ασφαλώς έθετε την αρχή μιας υπαγωγής της La Poste και της FT στους φόρους του κοινού δικαίου, αλλά διευκρίνιζε ότι αυτή η εφαρμογή του κοινού δικαίου έπρεπε να γίνει «επιφυλασσομένων των διατάξεων των άρθρων 19, 20 και 21 του παρόντος νόμου».

(10)  Άρθρο 19 του νόμου αριθ. 90-568: «Μέχρι της 1.1.1994, οι επιχειρήσεις La Poste και France Télécom υπόκειντο αποκλειστικά στους φόρους που πράγματι βάρυναν το κράτος, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου, λόγω των δραστηριοτήτων που μεταβιβάστηκαν στους δημόσιους φορείς εκμετάλλευσης. Μέχρι την ίδια ημερομηνία, οι συνεισφορές της France Télécom στον προϋπολογισμό για την έρευνα και ανάπτυξη και δυνάμει της εισφοράς υπέρ του γενικού προϋπολογισμού καθορίστηκαν κάθε έτος από τους νόμους περί οικονομικών εντός των ορίων ενός ετήσιου ποσού που υπολογιζόταν με την εφαρμογή μιας βάσης η οποία καθορίστηκε για το έτος 1989 σε 13 700 εκατ. γαλλικά φράγκα, σύμφωνα με το δείκτη μεταβολών των τιμών κατανάλωσης που διαπιστώθηκε από το εθνικό ινστιτούτο στατιστικής και οικονομικών σπουδών».

(11)  Η έκθεση που υποβλήθηκε στο Κοινοβούλιο από τη γενική διεύθυνση φορολογίας τον Νοέμβριο του 2001, σχετικά με την τυποποίηση της φορολόγησης της France Telecom διευκρίνισε ότι: «η άμεση τυποποίηση των όρων φορολόγησης της France Telecom όσον αφορά τον επαγγελματικό φόρο θα συνεπαγόταν, σε σταθερό ποσοστό [ήτοι ανεξαρτήτως των αποφάσεων που λαμβάνονται από την τοπική αυτοδιοίκηση], ένα πρόσθετο κόστος φορολόγησης ποσού ύψους περίπου 198 εκατ. ευρώ για την επιχείρηση», βλέπε «έκθεση προς το Κοινοβούλιο σχετικά με την τυποποίηση της τοπικής φορολόγησης της France Télécom», γενική διεύθυνση φορολογίας, Νοέμβριος 2001, σ. 16.

(12)  Το άρθρο 29 του νόμου περί οικονομικών για το 2003 τυποποίησε πλήρως το καθεστώς της FT ως προς τον επαγγελματικό φόρο από της 1.1.2003. Βλέπε σχετικά την έκθεση που έγινε εκ μέρους του κυρίου Gilles Carrez εξ ονόματος της Επιτροπής Οικονομικών, σχετικά με τη γενική οικονομία και το προσχέδιο του νόμου περί οικονομικών για το 2003, που τέθηκε στη διάθεση της εθνοσυνέλευσης στις 14.10.2002.

(13)  Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε την απόφαση κίνησης της διαδικασίας, κεφάλαιο III.

(14)  Το δικαστήριο πράγματι θεώρησε ότι οι απαλλαγές των κοινωνικών εισφορών σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα δεν θα μπορούσαν να «αντισταθμιστούν» με μία συμπληρωματική επιβάρυνση δυνάμει της ασφάλισης ανεργίας. Βλέπε την απόφαση του Δικαστηρίου, της 2ας Ιουλίου 1974, υπόθεση 173-73, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλ. 709, αιτιολογική σκέψη 34: «ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο η αμφισβητούμενη απαλλαγή δεν θα αποτελούσε «κρατική ενίσχυση» διότι η απώλεια εσόδων που απέρρεε θα αντισταθμιζόταν από την ενίσχυση πόρων που θα προέρχονταν από συνεισφορές καταβληθείσες δυνάμει της ασφάλισης ανεργίας δεν μπορεί να γίνει δεκτός». Βλέπε επίσης την απόφαση της Επιτροπής 2002/581/ΕΚ, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που η Ιταλία θέσπισε υπέρ των τραπεζών, σύμφωνα με την οποία «ένα επιλεκτικό μέτρο θα έπρεπε να δικαιολογείται από την ειδική φύση της δραστηριότητας στην οποία προορίζεται, όχι όμως και από την παρουσία άλλων επιλεκτικών μέτρων» (ΕΕ L 184 της 13.7.2002, σ. 27, αιτιολογική σκέψη 35).

(15)  Η FT έπρεπε να καταβάλει υπέρ του γενικού προϋπολογισμού ποσό που καθορίζεται κάθε έτος από τους νόμους περί οικονομικών «εντός του ορίου ενός ετήσιου ποσού που υπολογίζεται με μία βάση, που καθορίστηκε για το έτος 1989 σε ποσό ύψους 13 700 εκατ. γαλλικών φράγκων, ενώ ο δείκτης διακύμανσης των τιμών κατανάλωσης καθορίστηκε από το εθνικό ινστιτούτο στατιστικής και οικονομικών μελετών» (άρθρο 19 του νόμου αριθ. 90-568).

(16)  Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η διαδικασία κινήθηκε αποκλειστικά για το θέμα του επαγγελματικού φόρου και όχι για τον φόρο ακίνητης περιουσίας και τον φόρο εταιρειών, η παρούσα απόφαση δεν αφορά παρά τον επαγγελματικό φόρο. Σε κάθε περίπτωση, για τη συγκεκριμένη περίοδο, οποιαδήποτε απαλλαγή από άλλους φόρους του γαλλικού κράτους υπέρ της FT θα είχε παραγραφεί κατά την ημερομηνία της παρούσας απόφασης δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1).

(17)  Υπόθεση 173/73, βλέπε ανωτέρω.

(18)  Ο νόμος αριθ. 90-568 προέβλεψε, στο πλαίσιο του ιδίου κεφαλαίου με τίτλο «φορολόγηση» και στο ίδιο άρθρο, ότι η FT δεν θα έπρεπε να καταβάλει άλλους φόρους πλην εκείνων που καταβλήθηκαν από το κράτος και ότι θα έπρεπε να καταβάλει την εν λόγω εισφορά υπέρ του γενικού προϋπολογισμού, ενώ οι δύο αυτές διατάξεις εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου.

(19)  Απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουνίου 1995, υπόθεση T-459/93, Siemens SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, [1995] Συλλ. II-1675.

(20)  Απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-298/97, T-312/97, T-313/97, T-315/97, T-600/97 έως 607/97, T-1/98, T-3/98 έως T-6/98 και T-23/98, Alzetta Mauro και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, [2000] Συλλ. II-2319, αιτιολογικές σκέψεις 141 και επόμενες, απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Αυγούστου 1994, υπόθεση C-44/93, Namur les Assurances du Crédit SA κατά Office National du Ducroire and the Belgian State, [1994] Συλ. I-3829.

(21)  Απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Απριλίου 2002, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-195/01 και T-207/01, κυβέρνηση του Γιβραλτάρ κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, [2002] Συλλ. II-2309, αιτιολογική σκέψη 130.

(22)  Σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, συνιστά «καθεστώς ενισχύσεων»: κάθε πράξη βάσει της οποίας, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης, μπορούν να χορηγούνται ατομικές ενισχύσεις σε επιχειρήσεις οι οποίες ορίζονται στην εν λόγω πράξη κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και κάθε πράξη βάσει της οποίας μπορεί να χορηγείται ενίσχυση μη συνδεόμενη με συγκεκριμένο σχέδιο σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις για αόριστο χρονικό διάστημα ή/και για απροσδιόριστο ποσό.

(23)  Απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Απριλίου 2003, υπόθεση T-369/00, Département du Loiret κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αιτιολογικές σκέψεις 81 και επόμενες.

(24)  Πράγματι, όπως ήδη αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο: «η Επιτροπή, ζητώντας πληροφορίες από το κράτος μέλος, το ενημερώνει ότι έχει στην κατοχή της ορισμένες πληροφορίες για παράνομη χορήγηση ενισχύσεων και ότι υπάρχει το ενδεχόμενο αναζητήσεως της ενισχύσεως αυτής»· «επομένως, το γεγονός ότι πρόκειται για απλή αίτηση παροχής πληροφοριών δεν έχει ως συνέπεια να μην μπορεί η αίτηση αυτή να παραγάγει έννομα αποτελέσματα ως ενέργεια διακόπτουσα την προθεσμία παραγραφής την οποία προβλέπει το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999», βλέπε υπόθεση T-369/00, ανωτέρω.

(25)  Αυτό, επιφυλασσομένης της δυνατότητας που έχουν οι γαλλικές αρχές κατά την είσπραξη, σύμφωνα με τη νομολογία, να «αφαιρέσουν, ενδεχομένως, από το προς ανάκτηση ποσό ορισμένα ποσά κατ’ εφαρμογή των εσωτερικών τους κανόνων, υπό τον όρο ότι η εφαρμογή των εσωτερικών αυτών κανόνων δεν θα καταστήσει από πρακτική άποψη αδύνατη την εν λόγω είσπραξη ή δεν θα προκαλέσει διακρίσεις σε συνάρτηση με αντίστοιχες περιπτώσεις οι οποίες διέπονται από το εσωτερικό δίκαιο» (υπόθεση T-459/93, βλέπε ανωτέρω).

(26)   ΕΕ L 140, της 30.4.2004, σ. 1.


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/42


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Οκτωβρίου 2005

για τη λήψη ορισμένων μέτρων προστασίας λόγω της υποψίας εμφάνισης γρίπης των πτηνών υψηλής παθογονικότητας στη Ρουμανία

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 4068]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2005/710/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 91/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, για τον καθορισμό των βασικών αρχών σχετικά με την οργάνωση των κτηνιατρικών ελέγχων των ζώων προέλευσης τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα και περί τροποποίησης των οδηγιών 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ και 90/675/ΕΟΚ (1), και ιδίως το άρθρο 18 παράγραφος 1,

την οδηγία 97/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997, για καθορισμό των αρχών οργάνωσης των κτηνιατρικών ελέγχων των προϊόντων που εισάγονται στην Κοινότητα από τρίτες χώρες (2), και ιδίως το άρθρο 22 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η γρίπη των πτηνών αποτελεί λοιμώδη ιογενή ασθένεια των πουλερικών και των πτηνών, που προκαλεί θνησιμότητα και διαταραχές οι οποίες είναι δυνατόν να λάβουν ταχέως διαστάσεις επιζωοτίας και η οποία μπορεί να αποτελέσει σοβαρή απειλή για την υγεία των ζώων και τη δημόσια υγεία και να μειώσει κατακόρυφα την κερδοφορία της πτηνοτροφίας. Υπάρχει κίνδυνος να εισαχθεί ο παράγοντας της νόσου στην Κοινότητα μέσω του διεθνούς εμπορίου ζώντων πουλερικών και προϊόντων πουλερικών.

(2)

Στις 12 Οκτωβρίου 2005 η Ρουμανία ενημέρωσε την Επιτροπή ότι απομονώθηκε ο ιός Η5 της γρίπης των πτηνών σε κλινικό κρούσμα. Έως ότου προσδιοριστεί ο τύπος νευραμινιδάσης (N) και ο δείκτης παθογονικότητας, η κλινική εικόνα επιτρέπει την υποψία ότι πρόκειται για εστία γρίπης των πτηνών υψηλής παθογονικότητας.

(3)

Εν όψει του κινδύνου που συνεπάγεται για την υγεία των ζώων η εισαγωγή της νόσου στην Κοινότητα, ενδείκνυται ως άμεσο μέτρο να ανασταλούν οι εισαγωγές ζώντων πουλερικών, στρουθιονίδων, εκτρεφόμενων και άγριων φτερωτών θηραμάτων, ζώντων άλλων πτηνών εκτός των πουλερικών και αυγών προς επώαση αυτών των ειδών από τη Ρουμανία.

(4)

Επειδή επιτρέπονται οι εισαγωγές από τη Ρουμανία κυνηγετικών τροπαίων, αυγών για ανθρώπινη κατανάλωση και μη επεξεργασμένων φτερών, αναστέλλονται και οι εισαγωγές των προϊόντων αυτών στην Κοινότητα λόγω του ότι ενέχουν υψηλό κίνδυνο για την υγεία των ζώων.

(5)

Επιπλέον, αναστέλλονται οι εισαγωγές στην Κοινότητα από τη Ρουμανία νωπού κρέατος πουλερικών, στρουθιονίδων και άγριων και εκτρεφόμενων φτερωτών θηραμάτων και οι εισαγωγές παρασκευασμάτων κρέατος και προϊόντων με βάση το κρέας που συνίστανται σε ή περιέχουν κρέας των ειδών αυτών.

(6)

Ορισμένα προϊόντα που παράγονται από πουλερικά που έχουν σφαγεί πριν από την 1η Αυγούστου 2005 πρέπει να εξακολουθήσουν να επιτρέπονται, λαμβανομένης υπόψη της περιόδου επώασης της νόσου.

(7)

Η απόφαση 2005/432/ΕΚ της Επιτροπής για τον καθορισμό όρων υγείας των ζώων, όρων δημόσιας υγείας και υποδειγμάτων πιστοποιητικών όσον αφορά προϊόντα με βάση το κρέας για ανθρώπινη κατανάλωση που εισάγονται από τρίτες χώρες και για την κατάργηση των αποφάσεων 97/41/ΕΚ, 97/221/ΕΚ και 97/222/ΕΚ (3) προβλέπει κατάλογο τρίτων χωρών από τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την εισαγωγή προϊόντων κρέατος και καθορίζει τρόπους επεξεργασίας που θεωρούνται αποτελεσματικοί για την αδρανοποίηση των αντίστοιχων παθογόνων παραγόντων. Για να αποτραπεί ο κίνδυνος μετάδοσης της νόσου μέσω των προϊόντων αυτών, πρέπει να εφαρμοστεί κατάλληλη επεξεργασία ανάλογα με την υγειονομική κατάσταση της χώρας καταγωγής και τα είδη από τα οποία προέρχεται το προϊόν. Επομένως, κρίνεται ενδεδειγμένο να εξακολουθήσουν να επιτρέπονται οι εισαγωγές προϊόντων με βάση το κρέας πουλερικών καταγωγής Ρουμανίας που έχουν υποστεί επεξεργασία σε θερμοκρασία τουλάχιστον 70° Κελσίου σε όλο το προϊόν.

(8)

Τα μέτρα που ορίζονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

1.   Τα κράτη μέλη αναστέλλουν την εισαγωγή από την επικράτεια της Ρουμανίας:

ζώντων πουλερικών, στρουθιονίδων, εκτρεφόμενων και άγριων φτερωτών θηραμάτων, ζώντων άλλων πτηνών εκτός των πουλερικών όπως ορίζονται στο άρθρο 1 τρίτη περίπτωση, της απόφασης 2000/666/EK, συμπεριλαμβανομένων των πτηνών που συνοδεύουν τον κύριό τους (πτηνά συντροφιάς), και των αυγών προς επώαση των ειδών αυτών,

νωπού κρέατος πουλερικών, στρουθιονίδων, εκτρεφομένων και άγριων φτερωτών θηραμάτων,

παρασκευασμάτων κρέατος και προϊόντων με βάση το κρέας που συνίστανται σε ή περιέχουν κρέας αυτών των ειδών,

πρώτων υλών για τροφές ζώων συντροφιάς και ακατέργαστου υλικού ζωοτροφών που περιέχει τμήματα αυτών των ειδών,

αυγών για ανθρώπινη κατανάλωση,

μη επεξεργασμένων κυνηγετικών τροπαίων από οποιαδήποτε πτηνά, και

μη επεξεργασμένων φτερών και μερών φτερών.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη επιτρέπουν την εισαγωγή προϊόντων που καλύπτονται από την παράγραφο 1 πρώτη έως τέταρτη περίπτωση, τα οποία προέρχονται από πτηνά που έχουν σφαγεί πριν από την 1η Αυγούστου 2005.

3.   Στα κτηνιατρικά πιστοποιητικά/εμπορικά έγγραφα που συνοδεύουν τις αποστολές των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, περιλαμβάνονται οι ακόλουθες λέξεις ανάλογα με το είδος:

«Νωπό κρέας πουλερικών/Νωπό κρέας στρουθιονίδων/Νωπό κρέας άγριων φτερωτών θηραμάτων/Νωπό κρέας εκτρεφόμενων φτερωτών θηραμάτων/Προϊόν με βάση το κρέας που συνίσταται σε ή περιέχει κρέας πουλερικών, στρουθιονίδων, εκτρεφόμενων ή άγριων φτερωτών θηραμάτων/Παρασκεύασμα κρέατος που συνίσταται σε ή περιέχει κρέας πουλερικών, στρουθιονίδων, εκτρεφόμενων ή άγριων φτερωτών θηραμάτων/Πρώτη ύλη για τροφές ζώων συντροφιάς και ακατέργαστο υλικό ζωοτροφών που περιέχει τμήματα πουλερικών, στρουθιονίδων, εκτρεφόμενων ή άγριων φτερωτών θηραμάτων (1) που προέρχεται από πτηνά που έχουν σφαγεί πριν από την 1η Αυγούστου 2005 και σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 της απόφασης 2005/710/ΕΚ.

(1)  Διαγράψτε ανάλογα.» "

4.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη επιτρέπουν την εισαγωγή προϊόντων με βάση το κρέας που συνίστανται σε ή περιέχουν κρέας πουλερικών, στρουθιονίδων, εκτρεφόμενων ή άγριων φτερωτών θηραμάτων, όταν το κρέας αυτών των ειδών έχει υποστεί μία τουλάχιστον από τις ειδικές επεξεργασίες που αναφέρονται στα σημεία Β, Γ ή Δ στο τμήμα IV του παραρτήματος ΙΙ της απόφασης 2005/432/ΕΚ της Επιτροπής.

Άρθρο 2

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι για την εισαγωγή μεταποιημένων φτερών ή τμημάτων φτερών, η αποστολή συνοδεύεται από εμπορικό έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ότι τα μεταποιημένα φτερά ή τα τμήματα αυτών έχουν υποστεί επεξεργασία με ρεύμα υδρατμών ή με κάποια άλλη μέθοδο που να αποκλείει τη μετάδοση παθογόνων οργανισμών.

Ωστόσο, το εμπορικό αυτό έγγραφο δεν απαιτείται για μεταποιημένα διακοσμητικά φτερά, μεταποιημένα φτερά που μεταφέρονται από ταξιδιώτες για προσωπική τους χρήση ή παρτίδες μεταποιημένων φτερών που αποστέλλονται σε ιδιώτες για μη βιομηχανικούς σκοπούς.

Άρθρο 3

Τα κράτη μέλη τροποποιούν τα μέτρα που εφαρμόζουν στις εισαγωγές, ούτως ώστε να είναι σύμφωνα με την παρούσα απόφαση, και δημοσιοποιούν αμέσως και κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο τα θεσπιζόμενα μέτρα. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται έως τις 30 Απριλίου 2006.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Μάρκος ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 268 της 24.9.1991, σ. 56· οδηγία όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά από την Πράξη Προσχώρησης του 2003.

(2)   ΕΕ L 24 της 30.1.1998, σ. 9· οδηγία όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1· διορθωμένη έκδοση στην ΕΕ L 191 της 28.5.2004, σ. 1).

(3)   ΕΕ L 151 της 14.6.2005, σ. 3.


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/44


ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 1/2005 ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚ-ΕΖΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

της 4ης Οκτωβρίου 2005

με την οποία καλείται η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση της 20ής Μαΐου 1987 για την απλούστευση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές

(2005/711/ΕΚ)

Η ΜΕΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη σύμβαση της 20ής Μαΐου 1987 για την απλούστευση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές (1) (εφεξής: «σύμβαση»), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας της προσχώρησης της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι συναλλαγές με τη χώρα αυτή θα διευκολυνθούν με την απλούστευση των διατυπώσεων που επηρεάζουν τις εμπορευματικές συναλλαγές μεταξύ της εν λόγω χώρας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Δημοκρατίας της Ισλανδίας, του Βασιλείου της Νορβηγίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.

(2)

Για την επίτευξη της απλούστευσης αυτής είναι σκόπιμο να κληθεί η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Η Ρουμανία καλείται, υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρουμανίας που επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση, να προσχωρήσει στη σύμβαση από την 1η Ιανουαρίου 2006 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 α της σύμβασης.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσής της.

Βασιλεία, 4 Οκτωβρίου 2005.

Για τη Μεικτή Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Rudolf DIETRICH


(1)   ΕΕ. L 134 της 22.5.1987, σ. 2· σύμβαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση αριθ. 2/95 (ΕΕ L 117 της 14.5.1996, σ. 18).


Αξιότιμε Κύριε,

Έχω την τιμή να σας κοινοποιήσω την απόφαση αριθ. 1/2005 της Μεικτής Επιτροπής ΕΚ-ΕΖΕΣ για την απλούστευση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές της 4ης Οκτωβρίου 2005 με την οποία καλείται η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση της 20ής Μαΐου 1987 για την απλούστευση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές.

Η προσχώρηση της Ρουμανίας στη σύμβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί με την υποβολή της πράξης προσχώρησης στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με την μετάφραση της σύμβασης στην επίσημη γλώσσα της Ρουμανίας, σύμφωνα με το άρθρο 11α της σύμβασης.

Με εξαιρετική εκτίμηση,

Ο Γενικός Γραμματέας,

Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η Ρουμανία,

Λαμβάνοντας γνώση της απόφασης αριθ. 1/2005 της Μεικτής Επιτροπής ΕΚ-ΕΖΕΣ για την απλούστευση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές της 4ης Οκτωβρίου 2005 με την οποία καλείται η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση της 20ής Μαΐου 1987 για την απλούστευση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές,

Επιθυμώντας να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης,

ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ

Προσχωρεί στη σύμβαση·

Επισυνάπτει στην παρούσα πράξη μετάφραση της σύμβασης στην επίσημη γλώσσα της Ρουμανίας·

Δηλώνει ότι αποδέχεται όλες τις συστάσεις και αποφάσεις της Μεικτής Επιτροπής ΕΚ-ΕΖΕΣ για την απλούστευση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές που θα εγκριθούν μεταξύ της 4ης Οκτωβρίου 2005 και της ημερομηνίας κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η προσχώρηση της Ρουμανίας σύμφωνα με το άρθρο 11α της σύμβασης.

Έγινε στ …

Για τη Ρουμανία


14.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 269/46


ΑΠΟΦΑΣΗ αριθ. 5/2005 ΤΗΣ ΜΕΙΚΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚ-ΕΖΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΔΙΑΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗΣ

της 4ης Οκτωβρίου 2005

με την οποία καλείται η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση της 20ής Μαΐου 1987 περί καθεστώτος κοινής διαμετακόμισης

(2005/712/ΕΚ)

Η ΜΕΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη σύμβαση της 20ής Μαΐου 1987 περί καθεστώτος κοινής διαμετακόμισης (1) (εφεξής «σύμβαση»), και ιδίως το άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο ε),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η προώθηση των συναλλαγών με τη Ρουμανία θα διευκολυνθεί με την απλούστευση των διατυπώσεων στο πλαίσιο των εμπορευματικών συναλλαγών μεταξύ της χώρας αυτής και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Δημοκρατίας της Ισλανδίας, του Βασιλείου της Νορβηγίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.

(2)

Για να επιτευχθεί η απλούστευση αυτή, είναι σκόπιμο να κληθεί η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15α της σύμβασης, η Ρουμανία καλείται, υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρουμανίας που επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση, να προσχωρήσει στη σύμβαση από την 1η Ιανουαρίου 2006.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσής της.

Βασιλεία, 4 Οκτωβρίου 2005.

Για τη Μεικτή Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Rudolf DIETRICH


(1)   ΕΕ L 226 της 13.8.1987, σ. 2· σύμβαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση αριθ. 4/2005 (ΕΕ L 225 της 31.8.2005, σ. 29).


Αξιότιμε κύριε,

Έχω την τιμή να σας κοινοποιήσω την απόφαση αριθ. 5/2005 της Μεικτής Επιτροπής ΕΚ-ΕΖΕΣ για το κοινό καθεστώς διαμετακόμισης της 4ης Οκτωβρίου 2005 με την οποία καλείται η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση της 20ής Μαΐου 1987 περί καθεστώτος κοινής διαμετακόμισης.

Η προσχώρηση της Ρουμανίας στη σύμβαση μπορεί να τεθεί σε ισχύ με την υποβολή της πράξης προσχώρησης στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με την μετάφραση της σύμβασης στην επίσημη γλώσσα της Ρουμανίας, σύμφωνα με το άρθρο 15α της εν λόγω σύμβασης.

Με εξαιρετική εκτίμηση,

Ο Γενικός Γραμματέας,

Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η Ρουμανια,

Λαμβάνοντας γνώση της απόφασης της Μεικτής Επιτροπής ΕΚ-ΕΖΕΣ για το κοινό καθεστώς διαμετακόμισης της 4ης Οκτωβρίου 2005 με την οποία καλείται η Ρουμανία να προσχωρήσει στη σύμβαση της 20ής Μαΐου 1987 περί καθεστώτος κοινής διαμετακόμισης,

Επιθυμώντας να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης,

ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ

Προσχωρεί στη σύμβαση,

Επισυνάπτει στην πράξη αυτή μετάφραση της σύμβασης στην επίσημη γλώσσα της Ρουμανίας,

Δηλώνει ότι αποδέχεται όλες τις συστάσεις και αποφάσεις της Μεικτής Επιτροπής ΕΚ-ΕΖΕΣ για το κοινό καθεστώς διαμετακόμισης που θα εγκριθούν μεταξύ της 4ης Οκτωβρίου 2005 και της ημερομηνίας κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η προσχώρηση της Ρουμανίας σύμφωνα με το άρθρο 15α της σύμβασης.

Έγινε στ …

Για τη Ρουμανία