Πρόταση για απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου για τη Θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών /* COM/2001/0259 τελικό - CNS 2001/0114 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 304 E της 30/10/2001 σ. 0172 - 0175
Πρόταση για ΑΠΟΦΑΣΗ-ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (υποβαλλομένη από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Τα ναρκωτικά αποτελούν φαινόμενο που έχει πολλαπλές επιπτώσεις στον κοινωνικό, οικονομικό και οργανωτικό ιστό της κοινωνίας μας και απειλεί άμεσα ή έμμεσα τη δημόσια και ατομική υγεία και ασφάλεια, καθώς και την ποιότητα της ζωής των πολιτών. Αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τους ευρωπαίους πολίτες. Από το 1990, η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει την ανάγκη μιας σφαιρικής, πολύπλευρης και ολοκληρωμένης προσέγγισης για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, που θα βασίζεται σε τέσσερα κύρια στοιχεία: i) μείωση της ζήτησης, ii) περιορισμός της προσφοράς και καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης, iii) διεθνής συνεργασία και iv) συντονισμός σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο Ένωσης. Η παρούσα πρωτοβουλία της Επιτροπής για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών αποτελεί, επομένως, μέρος μιας συνολικής στρατηγικής κατά των ναρκωτικών που βασίζεται στη λήψη ισόρροπων μέτρων για τη μείωση της προσφοράς και της ζήτησης αφενός και για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης αφετέρου. Ο στόχος της προτεινόμενης πράξης είναι η αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης, που αποτελεί την πηγή του εφοδιασμού των κοινωνιών μας σε ναρκωτικά και ψυχότροπες ουσίες. Τα κράτη μέλη έχουν καθοριστική ευθύνη στην καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Ωστόσο, στην παράνομη διακίνηση ναρκωτικών εμπλέκονται πολύ συχνά περισσότερα του ενός κράτη μέλη και, για το λόγο αυτό, η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδέχεται να συνεισφέρει μια πραγματική προστιθέμενη αξία στις εθνικές πολιτικές. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η στενή συνεργασία μεταξύ των διαφόρων δικαστικών, αστυνομικών και τελωνειακών αρχών των κρατών μελών είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Η συνεργασία αυτή, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να βασίζεται σε ένα κοινό σύνολο αρχών και στόχων, ούτως ώστε η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών να αναγνωριστεί ως ποινικό αδίκημα και να αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικών, ανάλογων και αποτρεπτικών κυρώσεων σε όλα τα κράτη μέλη. Η ανάγκη υιοθέτησης μιας κοινής και ξεκάθαρης στάσης απέναντι στο πρόβλημα αυτό πρέπει επίσης να εξεταστεί και στο πλαίσιο της μελλοντικής διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τόσο το πρόγραμμα δράσης της Βιέννης όσον αφορά την άριστη δυνατή εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης του Άμστερνταμ και τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης [1], όσο και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε αναφέρονται στην ανάγκη θέσπισης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συμπληρωματικών νομοθετικών διατάξεων κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. [1] ΕΕ C 19, 23.1.1999. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε επίσης την ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών από το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη στον τομέα της καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των ναρκωτικών (2000-2004) απαιτεί την προοδευτική λήψη μέτρων για τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των αξιόποινων πράξεων και τις κυρώσεις στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Το πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των ναρκωτικών (2000-2004) απαιτεί ρητά από την Επιτροπή να προτείνει μέτρα για τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων όσον αφορά τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων και των ποινών που αφορούν την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών. Η Επιτροπή αποφάσισε να προτείνει την παρούσα απόφαση-πλαίσιο για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των ποινικών αδικημάτων και τις κυρώσεις που εφαρμόζονται στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία αναφέρεται στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2001 [2] και εντάσσεται στο πλαίσιο του πίνακα αποτελεσμάτων της Επιτροπής για την παρακολούθηση της προόδου όσον αφορά τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση [3]. [2] COM(2000) 28 τελικό. [3] COM(2000) 167 τελικό της 24ης Μαρτίου 2000. Ενόψει της πρωτοβουλίας αυτής, η Επιτροπή διεξήγαγε μια μελέτη σχετικά με τους ορισμούς και τις κυρώσεις που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, βασιζόμενη στις απαντήσεις των κρατών μελών στο ερωτηματολόγιο που τους είχε υποβληθεί τον Ιούλιο του 2000. Η μελέτη αυτή έχει τώρα δημοσιευθεί. Οι στόχοι της παρούσας απόφασης-πλαισίου δεν μπορούν να επιτευχθούν από τα κράτη μέλη, λόγω της διακρατικής διάστασης του εν λόγω αδικήματος, και μπορούν επομένως να επιτευχθούν καλύτερα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Η παρούσα πρόταση-πλαίσιο περιορίζεται στο ελάχιστο που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων αυτών και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία προς τούτο όρια. Η αναφορά στο Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως στο κεφάλαιο VI, που καθορίζει τις αρχές σχετικά με το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, κρίνεται σκόπιμη, στο βαθμό που η προτεινόμενη πράξη βασίζεται απολύτως στις αρχές που διατυπώνονται στο χάρτη. 1. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Το άρθρο 29 της συνθήκης του Άμστερνταμ αποσκοπεί στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας για όλους τους πολίτες σε ένα χώρο "ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης". Ο στόχος αυτός πρέπει να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Το άρθρο 31, στοιχείο ε) προβλέπει, εξάλλου, την προοδευτική θέσπιση μέτρων για τον καθορισμό ελάχιστων κανόνων ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των αξιόποινων πράξεων και τις ποινές στους τομείς της οργανωμένης εγκληματικότητας, της τρομοκρατίας και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Σε μια δήλωση σχετικά με το άρθρο αυτό [4], αναφέρεται ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορεί να έχουν ως συνέπεια να υποχρεωθεί ένα κράτος μέλος να θεσπίσει ελάχιστες ποινές ενώ το δικαιοδοτικό του σύστημα δεν τις προβλέπει. [4] Δήλωση αριθ. 8 σχετικά με το άρθρο K.3, στοιχείο ε) της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. ´Όσον αφορά τις νομικές πράξεις, η απόφαση-πλαίσιο, που προβλέπεται στην παράγραφο 2, στοιχείο β) του άρθρου 34, έχει σαν σκοπό την προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών και τους επιτρέπει να προωθούν περαιτέρω ορισμένες πτυχές της ποινικής νομοθεσίας και της δικαστικής συνεργασίας. 2. ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ Η αρχή της επίσημης συνεργασίας μεταξύ ορισμένων κρατών μελών με στόχο, μεταξύ άλλων, την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, διατυπώνεται για πρώτη φορά στη σύμβαση για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη βαθμιαία κατάργηση των κοινών ελέγχων στα σύνορα. Στο κεφάλαιο 6, άρθρο 71, παράγραφος 2 [5], πράγματι, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση "να προλαμβάνουν και να καταστέλλουν με τη βοήθεια διοικητικών και ποινικών μέτρων την παράνομη εξαγωγή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, περιλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, καθώς και την πώληση, την προμήθεια και την παράδοση των εν λόγω προϊόντων και ουσιών". Αυτό το πλαίσιο συνεργασίας εξακολουθεί οπωσδήποτε να ισχύει πάντοτε, δεδομένου μάλιστα ότι περιλαμβάνει και τη διάσταση της πρόληψης και τη θέσπιση διοικητικών μέτρων, δύο πτυχές που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας απόφασης-πλαισίου. [5] ΕΕ L 239, 22.9.2000. Η παρούσα πρόταση αποτελεί εξέλιξη του κεκτημένου του Σένγκεν όσον αφορά την πτυχή της καταστολής. Δεδομένου ότι το άρθρο 71 της σύμβασης του Σένγκεν καλύπτεται από το παράρτημα Α της συμφωνίας μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και Νορβηγίας, η πρόταση απόφασης-πλαισίου πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των διαδικασιών που προβλέπει η συμφωνία αυτή. Με την απόφαση αριθ. 2000/365/EK της 29ης Μαΐου 2000 [6], το Συμβούλιο επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν και ιδίως στο άρθρο 71 της σύμβασης του Σένγκεν. Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2 της απόφασης αυτής, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρείται ότι κοινοποίησε αμετάκλητα στον Πρόεδρο του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 5 του πρωτοκόλλου του Σένγκεν, ότι επιθυμεί να συμμετέχει σε όλες τις προτάσεις και πρωτοβουλίες που βασίζονται στο κεκτημένο του Σένγκεν και στις οποίες του επετράπη να συμμετέχει. [6] ΕΕ L 131, 1.6.2000, σ. 43. Στις 17 Δεκεμβρίου 1996 το Συμβούλιο ενέκρινε την κοινή δράση 96/750/JAI, βάσει του άρθρου K.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών και των πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της τοξικομανίας και για την πρόληψη και καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών [7]. Η κοινή αυτή δράση προβλέπει στο άρθρο 1 ότι τα κράτη μέλη "καταβάλλουν προσπάθεια για την προσέγγιση των νομοθεσιών τους, ώστε να τις καταστήσουν συμβατές μεταξύ τους στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 4, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ώστε "στο πλαίσιο του νομικού τους συστήματος, οι κυρώσεις που επιβάλλονται στα σοβαρά αδικήματα όσον αφορά τη διακίνηση ναρκωτικών να είναι οι αυστηρότερες της κλίμακας ποινών για συγκρίσιμης σοβαρότητας αδικήματα". Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο εναρμονίζεται απόλυτα με τη λογική της κοινής δράσης και αποτελεί σημαντικό βήμα στην καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Πράγματι, βασιζόμενη στις διατάξεις της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως στα άρθρα 31, στοιχείο ε) και 34, στοιχείο 2β), η παρούσα πρωτοβουλία επιτρέπει τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των ποινικών αδικημάτων και τις κυρώσεις που εφαρμόζονται στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η κοινή δράση δεν θα είναι άνευ αντικειμένου μετά την έγκριση της παρούσας πρότασης-πλαισίου, δεδομένου ότι αφορά και πολλές άλλες πτυχές που συνδέονται με την ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ των αστυνομικών, τελωνειακών και δικαστικών αρχών για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. [7] ΕΕ L 342, 31.12.1996. Το 1996, επίσης, το Συμβούλιο θέσπισε και μια άλλη πράξη: το ψήφισμα της 20ής Δεκεμβρίου περί του κολασμού σοβαρών περιπτώσεων λαθρεμπορίου ναρκωτικών [8]. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη καλούνται να μεριμνούν "ώστε οι εθνικές νομοθεσίες τους να προβλέπουν για τις σοβαρές περιπτώσεις λαθρεμπορίου ναρκωτικών στερητικές της ελευθερίας ποινές εκ των αυστηρότερων που επιβάλλονται σε εγκλήματα ανάλογης βαρύτητας". Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο που προτείνει η Επιτροπή αποτελεί μια νομική πράξη που υπερβαίνει κατά πολύ την πολιτική αξία που έχει το ψήφισμα του Συμβουλίου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, με την έκδοση της παρούσας απόφασης-πλαισίου, το ψήφισμα του Συμβουλίου θα είναι πλέον άνευ αντικειμένου. [8] ΕΕ C 10, 11.1.1997. Για να ενισχυθεί η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρημάτων από το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 10 Ιουνίου 1991 μια οδηγία σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες [9]. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία επέκτασης και ενημέρωσης της οδηγίας αυτής. Εξάλλου, η κοινή δράση του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1998 που θεσπίστηκε δυνάμει του άρθρου Κ3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος [10] προβλέπει ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα αυτό. Η κοινή αυτή δράση καλύπτει ιδίως τις δραστηριότητες που συνδέονται με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. [9] ΕΕ L 166, 28.6.1999. [10] ΕΕ L 333, 9.12.1998. 3. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ Άρθρο 1 - Ορισμοί Το άρθρο 1 περιέχει τους ορισμούς των όρων που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαισίου. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι ορισμοί αυτοί δεν θίγουν επ' ουδενί τους εκτενέστερους ορισμούς που περιέχονται στις νομοθεσίες των κρατών μελών. 1. Η παράγραφος 1 ορίζει την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ως την χωρίς άδεια πώληση και εμπορία, καθώς και την, με σκοπό το κέρδος, καλλιέργεια, παραγωγή, παρασκευή, εισαγωγή, εξαγωγή, διανομή, προσφορά, μεταφορά, αποστολή ή την παραλαβή, κτήση και κατοχή προς μεταβίβαση και με σκοπό το κέρδος, ναρκωτικών. Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει τα βασικά στοιχεία τμήματος του ορισμού της παράνομης διακίνησης που περιέχεται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών του 1988. Ο ορισμός αυτός λαμβάνει επίσης υπόψη τις εθνικές διατάξεις με τις οποίες ορίζονται τα αδικήματα τα σχετικά με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, όπως αναλύθηκαν στο πλαίσιο της μελέτης που διεξήγαγε η Επιτροπή ενόψει της πρότασης της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, σχετικά με τους ορισμούς, τις κυρώσεις και την πρακτική εφαρμογή της νομοθεσίας περί παράνομης διακίνησης ναρκωτικών στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τη μελέτη αυτή προκύπτει ότι καμία εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει ορισμό της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ως συγκεκριμένου αδικήματος. Ωστόσο, οι εθνικές νομοθεσίες απαγορεύουν ορισμένες πράξεις. Οι κυριότερες αξιόποινες πράξεις που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες είναι: η παραγωγή, η καλλιέργεια, η εξαγωγή, η παρασκευή, η κτήση, η κατοχή, η εισαγωγή, η εξαγωγή, η μεταφορά, η πώληση, η προσφορά, η παράνομη μεταβίβαση ναρκωτικών. Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης μια σημαντική διαφορά μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και της εφαρμογής τους στην πράξη: στα περισσότερα κράτη μέλη, ο τοξικομανής που πωλεί ναρκωτικά θεωρείται καταρχήν, από νομική άποψη, σαν λαθρέμπορος, το ίδιο όπως και οποιοδήποτε άλλος πωλητής ναρκωτικών. Ωστόσο, στην πρακτική όλων των χωρών, ο μεταπωλητής τοξικομανής τιμωρείται λιγότερο αυστηρά, εάν προέβη σε λαθρεμπόριο λόγω της εξάρτησής του. Η Επιτροπή επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι προτείνει έναν κοινό ορισμό που περιλαμβάνει τις πράξεις που είναι αξιόποινες σε όλα τα κράτη μέλη. Κρίσιμα στοιχεία στον ορισμό αυτό είναι η προσπόριση κέρδους και η χωρίς άδεια ενέργεια. Εξάλλου, ευθυγραμμιζόμενη με τη νομολογία όλων των κρατών μελών, η Επιτροπή προτείνει να αποκλεισθεί από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης-πλαισίου (i) ο απλός χρήστης που παράγει, αποκτά και/ή κατέχει παράνομα ναρκωτικά για προσωπική του χρήση, και (ii) ο χρήστης-μεταπωλητής που προμηθεύει σε άλλους ναρκωτικά χωρίς σκοπό το κέρδος (για παράδειγμα κάποιος που μεταβιβάζει ναρκωτικά σε γνωστούς του χωρίς να προσπορίζεται κέρδος). Αντίθετα, ο ορισμός αυτός καλύπτει: (i) τον μεταπωλητή, που πωλεί παράνομα και με σκοπό το κέρδος πρόκειται για πρόσωπο που εμπλέκεται σε τοπικό λαθρεμπόριο ή σε μικρό κύκλωμα περιορισμένης εμβέλειας, (ii) τον τοπικό λαθρέμπορο, που διαθέτει καταρχήν μεταπωλητές σε τοπικό επίπεδο ή που πωλεί σε ιδιώτες οι οποίοι μεταπωλούν για δικό τους λογαριασμό, και (iii) τον διεθνή λαθρέμπορο που συμμετέχει στο λαθρεμπόριο ή διοργανώνει και διευθύνει λαθρεμπόριο σε διεθνή κλίμακα, ή που εισάγει και εξάγει ναρκωτικά σε μεγάλες ποσότητες. Ο ορισμός που χρησιμοποιείται στην απόφαση-πλαίσιο αφορά επομένως την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, και ιδίως το διακρατικό λαθρεμπόριο, και τις πράξεις μεταβίβασης με σκοπό το κέρδος. Ο ορισμός αυτός δεν προσδιορίζει το χρησιμοποιούμενο μέσο επικοινωνίας (π.χ. τηλέφωνο, φαξ, διαδίκτυο), και επομένως, περιλαμβάνει και την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών μέσω των τεχνολογιών της πληροφορίας και των επικοινωνιών, και ιδίως μέσω του διαδικτύου. Η σημασία της χρησιμοποίησης των αναγκαίων μέσων για την αποτελεσματική καταστολή των αδικημάτων που συνδέονται με τα ναρκωτικά στο πλαίσιο της εγκληματικότητας του κυβερνοχώρου υπογραμμίστηκε στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τη "δημιουργία μιας ασφαλέστερης κοινωνίας της πληροφορίας με την ενίσχυσης της ασφάλειας των υποδομών της πληροφορίας και με την καταπολέμηση της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο" [11]. [11] COM(2000) 890 τελικό. 2. Στην παράγραφο 2 δίνεται ο ορισμός των ναρκωτικών. Ο ορισμός αυτός καλύπτει όλες τις ουσίες που αναφέρονται από τις συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών του 1961 (όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο του 1972), του 1971 και του 1988. Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει επομένως και τα πρόδρομα χημικά προϊόντα. Επίσης καλύπτονται οι ουσίες που τίθενται υπό έλεγχο στο πλαίσιο της κοινής δράσης 97/396/JAI της 16ης Ιουνίου 1997 με βάση το άρθρο Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών, την αξιολόγηση των κινδύνων και τον έλεγχο των νέων συνθετικών ναρκωτικών [12] ή στο πλαίσιο εθνικών διατάξεων. [12] ΕΕ L 167, 25.6.1997. 3. Η παράγραφος 3 αφορά τον ορισμό του νομικού προσώπου. Η διατύπωση έχει ληφθεί από διάφορες πράξεις που έχουν ήδη εκδοθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η πράξη του Συμβουλίου της 19ης Ιουνίου 1997 για την κατάρτιση του δεύτερου πρωτοκόλλου της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [13], και ιδίως το άρθρο 1, στοιχείο δ). [13] ΕΕ C 221, 19.7.1997. Άρθρο 2 - Ποινική πρόβλεψη Το άρθρο 2 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να στοιχειοθετούν ως ποινικό αδίκημα την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, όπως ορίζεται στο άρθρο 1. Άρθρο 3 - Ηθική αυτουργία, συνέργεια και απόπειρα Το άρθρο 3 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να καταστήσουν αξιόποινες πράξεις την προτροπή για τέλεση του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 2, τη συνέργεια σ' αυτό ή την απόπειρα τέλεσής του. Η διατύπωση έχει ληφθεί από προηγούμενες πράξεις που έχουν θεσπισθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 4 - Κυρώσεις 1. Η παράγραφος 1 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την επιβολή αποτελεσματικών, ανάλογων και αποτρεπτικών ποινικών κυρώσεων [14], στις οποίες περιλαμβάνονται στερητικές της ελευθερίας ποινές το ανώτατο όριο των οποίων δεν μπορεί να είναι κάτω των πέντε ετών σε σοβαρές περιπτώσεις. [14] Η έκφραση αυτή έχει ληφθεί από μια απόφαση στο Δικαστήριο στις 21 Σεπτεμβρίου 1989 (Υπόθεση 68/88, Συλλογή 1989, σ. 2965). Δυνάμει της παραγράφου αυτής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβλέπουν κυρώσεις ανάλογες με τη βαρύτητα της παράβασης που συνίστανται σε στέρηση της ελευθερίας για τα σοβαρά αδικήματα. Κάθε απόφαση-πλαίσιο, από τη φύση του μηχανισμού της, δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς τα αποτελέσματα που πρέπει να επιτευχθούν, αφήνοντάς τους όμως τη δυνατότητα να επιλέξουν τον τύπο και τα μέσα. Τα κράτη μέλη διατηρούν έτσι κάποια περιθώρια ευελιξίας για να προσαρμόσουν τη νομοθεσία τους σ' αυτούς τους κανόνες και να καθορίσουν τη φύση και τη σοβαρότητα των κυρώσεων που θα εφαρμόζουν, εντός των ορίων που επιβάλλει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο. Η Επιτροπή επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι τα κράτη μέλη είναι εκείνα που θα καθορίσουν, με βάση τα δικά τους νομικά συστήματα, τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται η βαρύτητα ενός αδικήματος. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του αδικήματος, λαμβάνονται υπόψη πραγματικά στοιχεία, όπως η έκταση της παράνομης διακίνησης, η συχνότητά της, η φύση των σχετικών ναρκωτικών και το μέγεθος των εσόδων που αποκομίσθηκαν από το λαθρεμπόριο. Δεν είναι ανάγκη οι κυρώσεις να επιφέρουν συστηματικά στέρηση της ελευθερίας. Μόνο για τα θεωρούμενα ως σοβαρότερα αδικήματα το ανώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν πρέπει να είναι μικρότερο των πέντε ετών. Με τον τρόπο αυτό ο δικαστής εξασφαλίζει τη δυνατότητα να επιβάλει ποινή αρκετά αυστηρή σε περίπτωση σοβαρών αδικημάτων. Το ύψος αυτό της ποινής βρίσκεται εντός των ορίων των στερητικών της ελευθερίας ποινών που προβλέπουν πολλές εθνικές νομοθεσίες. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι στην περίπτωση του ξεπλύματος χρημάτων, η προτεινόμενη σε κοινοτικό επίπεδο μέγιστη ποινή είναι τουλάχιστον τεσσάρων ετών. Το ξέπλυμα χρημάτων που προέρχονται από παράνομη διακίνηση ναρκωτικών αποτελεί παράγωγο αδίκημα του κυρίου αδικήματος που αποτελεί η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και, επομένως, κρίνεται εύλογη να προβλεφθεί, στην παρούσα πράξη, ένα επίπεδο μέγιστης ποινής ανώτερο από εκείνο που προβλέπεται για το ξέπλυμα χρημάτων. 2. Η παράγραφος 2 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν τη δήμευση των ουσιών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της παράνομης διακίνησης, των οργάνων και της περιουσίας που χρησίμευσαν σ'αυτήν, καθώς και των προϊόντων και ωφελημάτων που προέκυψαν άμεσα ή έμμεσα από τη διακίνηση αυτή. Οι όροι "δήμευση", "περιουσία" και "'προϊόντα" έχουν την έννοια που ορίζεται στο άρθρο 1 της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης το 1990 για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η δήμευση των εσόδων που προέκυψαν από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών θα μπορούσε να συνοδεύεται από μέτρα για τη διάθεση των ποσών αυτών, εν όλω ή εν μέρει σε προγράμματα πρόληψης και επανένταξης τοξικομανών καθώς και σε προγράμματα υποστήριξης των οικογενειών τους. Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστήριξε συχνά τη θέση αυτή, ιδίως στο ψήφισμά του της 19ης Νοεμβρίου 1999 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για το πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2000-2004) [15]. [15] A5-0063/1999. Η παράγραφος 3 προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν, συμπληρωματικά ή εναλλακτικά, εκτός από τις στερητικές της ελευθερίας ποινές, πρόστιμα με βάση τις δικές τους νομικές παραδόσεις και συστήματα. Άρθρο 5 - Επιβαρυντικές περιστάσεις Το άρθρο αυτό ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, υπό ορισμένες συνθήκες, οι ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4 να είναι βαρύτερες. Εφόσον πληρούται μια από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται, το ανώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν μπορεί να είναι μικρότερο των επτά ετών. Η Επιτροπή επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι η απαρίθμηση των επιβαρυντικών περιστάσεων που περιέχεται στο άρθρο αυτό δεν θίγει επ'ουδενί τις άλλες περιστάσεις που θεωρούνται ως επιβαρυντικές από τις νομοθεσίες των κρατών μελών. Στην απαρίθμηση αυτή λαμβάνονται υπόψη οι εθνικές διατάξεις σχετικά με τις επιβαρυντικές περιστάσεις που κοινοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη σε απάντηση προς το ερωτηματολόγιο της Επιτροπής ενόψει της πρότασης της παρούσας απόφασης-πλαισίου. Εξάλλου, στην απαρίθμηση αυτή περιλαμβάνονται και τα βασικά στοιχεία που περιέχονται στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1996 [16]. Το Συμβούλιο στο ψήφισμα αυτό θεωρούσε "ότι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να συνεκτιμώνται για την επιβολή των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε σοβαρές περιπτώσεις λαθρεμπορίου ναρκωτικών, είναι μεταξύ άλλων: i) η έκταση του λαθρεμπορίου, ii) η έκταση του κέρδους που το ενεχόμενο πρόσωπο απεκόμισε από το λαθρεμπόριο, iii) η ανάμειξη, στη συγκεκριμένη παράβαση, οργανωμένης εγκληματικής ομάδας στην οποία ανήκει ο δράστης, iv) ο βαθμός στον οποίο ο δράσης ασκεί τον έλεγχο της οργάνωσης λαθρεμπορίου ναρκωτικών, v) το αν ανήλικοι υπήρξαν θύματα του εγκλήματος ή χρησιμοποιήθηκαν κατά την τέλεσή του". [16] Πρβλ. υποσημείωση αριθ. 11. Τα κριτήρια για τον καθορισμό του χαρακτήρα και της βαρύτητας των επιβαρυντικών περιστάσεων θα αποφασιστούν από τα κράτη μέλη με βάση τα δικά τους νομικά συστήματα. Μόνο στις περιπτώσεις που τα αδικήματα, όπως ορίζονται στα άρθρα 2 και 3, θεωρούνται σοβαρά και συντρέχει τουλάχιστον μια από τις επιβαρυντικές περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, το ανώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν μπορεί να είναι κατώτερο των επτά ετών. Επομένως, καθορίζεται το ελάχιστο όριο της ανώτατης ποινής. Το ελάχιστο επίπεδο της ανώτατης ποινής προσαυξάνεται κατά δύο έτη σε σχέση με αυτό που προβλέπει το άρθρο 4 για τα σοβαρά αδικήματα, προκειμένου να εξασφαλιστεί στο δικαστή η δυνατότητα επιβολής αρκετά αυστηρής ποινής σε περίπτωση σοβαρών αδικημάτων με επιβαρυντικές περιστάσεις. Αυτή η προσαύξηση κατά δύο έτη κρίνεται εύλογη. Σύμφωνα με τα κράτη μέλη, οι βασικές ποινές προσαυξάνονται με ένα συντελεστή που κυμαίνεται από το ένα τρίτο έως το ήμισυ της ποινής που προβλέπεται σε περίπτωση επιβαρυντικών περιστάσεων. Οι περιστάσεις που πρέπει να συνεκτιμώνται ως επιβαρυντικές είναι οι ακόλουθες: 1. Ο δράστης των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3 διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διοργάνωση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, είτε δυνάμει της εξουσίας που άσκησε άμεσα ή έμμεσα, είτε λόγω του κέρδους που αποκόμισε από την παράνομη διακίνηση. Εξετάζεται επίσης κατά πόσον ο δράστης ανήκε σε εγκληματική οργάνωση. Η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης έχει ληφθεί από το άρθρο 1 της κοινής δράσης της 21ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με το αξιόποινο της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης [17]. [17] ΕΕ L 351, 29.12.1998. 2. Το αδίκημα τελέσθηκε με προσφυγή στη βία ή με τη χρήση όπλων. Οι έννοιες αυτές θα καθορισθούν πιο συγκεκριμένα από τα κράτη μέλη. 3. Στο αδίκημα εμπλέκονται ανήλικοι ή άτομα που δεν είναι σε θέση να ενεργήσουν σύμφωνα με τη θέλησή τους. Ο ορισμός της έννοιας του ανηλίκου θα γίνει από τα κράτη μέλη με βάση τα δικά τους νομικά συστήματα. Ως πρόσωπα που δεν είναι σε θέση να ενεργήσουν σύμφωνα με τη βούλησή τους, νοούνται κυρίως τα πρόσωπα που έχουν κάποιο διανοητικό μειονέκτημα. 4. Το αδίκημα τελέστηκε εντός ή πλησίον σχολικών εγκαταστάσεων, κέντρων νεότητας και χώρων αναψυχής για νέους, μονάδων θεραπευτικής αγωγής και επανένταξης για τοξικομανείς. 5. Ο δράστης του αδικήματος είναι γιατρός, φαρμακοποιός, υπάλληλος των δικαστικών, αστυνομικών, τελωνειακών ή σωφρονιστικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών κοινωνικής επανένταξης, εκπαιδευτικός, εκπαιδευτής ή εργαζόμενος σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, και διέπραξε το αδίκημα επωφελούμενος της θέσεως του. Όπως είναι προφανές, ο ορισμός της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών που διατυπώνεται στο άρθρο 1 της παρούσας απόφασης-πλαισίου αφορά ρητά τις δραστηριότητες που ασκούνται χωρίς προηγούμενη άδεια και, συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στα πρόσωπα εκείνα που ενεργούν κατόπιν άδειας. 6. Ο δράστης του αδικήματος έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε σε κράτος μέλος της Ένωσης για μια ή περισσότερες παρόμοιες αξιόποινες πράξεις. Πρόκειται για την αρχή της υποτροπής που εφαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες καταδίκες σε άλλα κράτη μέλη. Άρθρο 6 - Ελαφρυντικές περιστάσεις Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 της παρούσας απόφασης-πλαισίου να μπορούν να ελαττωθούν, εφόσον πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται κατωτέρω, με την επιφύλαξη άλλων ελαφρυντικών περιστάσεων που ορίζονται στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών. Ο δράστης έδωσε στις αρμόδιες αρχές χρήσιμες πληροφορίες κατά την ανάκριση ή την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την ταυτότητα των άλλων δραστών ή συνέβαλε στον εντοπισμό δικτύων λαθρεμπορίου. Η Επιτροπή παραπέμπει στην αρχή της συνεργασίας, όπως ορίζεται στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1996 περί των συνεργαζομένων με τη δικαιοσύνη ατόμων για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος [18]. Εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές να καθορίσουν τα κριτήρια σχετικά με το τι συνιστά "χρήσιμη πληροφορία" και να προβλέψουν το επίπεδο μείωσης της ποινής ή και, ενδεχομένως την εξαίρεση από κάθε ποινή. Τέτοιες διατάξεις υφίστανται στην πλειονότητα των κρατών μελών. [18] EE C 10, 11.1.1997. Δεν μοιάζει ενδεδειγμένο να προβλεφθεί για την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 6 παράλληλη διάταξη με εκείνη του άρθρου 5 με τη μορφή, εδώ, μείωσης του ελάχιστου επιπέδου της ανωτάτης ποινής. Άρθρο 7 - Ευθύνη των νομικών προσώπων Είναι επίσης ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι περιπτώσεις ανάμειξης των νομικών προσώπων στην παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών. Το άρθρο 7 προβλέπει, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να καταλογίζεται σε ένα νομικό πρόσωπο ευθύνη για τα αδικήματα των άρθρων 2 και 3 τα οποία διαπράττονται για λογαριασμό του από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε σαν μέλος οργάνου του εν λόγω νομικού προσώπου. Τέτοιες διατάξεις υπάρχουν στις περισσότερες νομοθεσίες των κρατών μελών. Επί πλέον, η παράγραφος 2 ορίζει ότι μπορεί επίσης να καταλογίζεται ευθύνη σε ένα νομικό πρόσωπο, εφόσον η απουσία εποπτείας ή ελέγχου εκ μέρους ενός προσώπου που είναι σε θέση να ασκήσει τον εν λόγω έλεγχο κατέστησε δυνατή τη διάπράξη των αδικημάτων για λογαριασμό του εν λόγω νομικού προσώπου. Το άρθρο 3 αναφέρει ότι η άσκηση διώξεων έναντι νομικού προσώπου δεν αποκλείει τη δυνατότητα παράλληλων διώξεων έναντι του φυσικού προσώπου που έλαβε μέρος στη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο καταλογίσθηκε ευθύνη στο νομικό πρόσωπο. Άρθρο 8 - Κυρώσεις κατά νομικών προσώπων Το άρθρο 8 επιτρέπει την επιβολή κυρώσεων στα νομικά πρόσωπα. Απαιτεί οι κυρώσεις να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές, που περιλαμβάνουν χρηματικές ποινές. Αναφέρει επίσης τα άλλα είδη κυρώσεων που μπορούν να επιβληθούν στα νομικά πρόσωπα. Άρθρο 9 - Δικαιοδοσία και διώξεις Λόγω της διεθνούς διάστασης της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από νομική άποψη παρά μόνο εάν οι δικονομικές διατάξεις περί δικαιοδοσίας και εκδόσεως είναι όσο σαφείς και φιλόδοξες επιτρέπουν τα εθνικά νομικά συστήματα, ώστε κανείς ένοχος να μην μπορεί να αποφύγει τις διώξεις. Η παράγραφος 1 θέτει ορισμένα κριτήρια για τη δικαιοδοσία των δικαστικών, αστυνομικών και τελωνειακών εθνικών αρχών στην άσκηση διώξεων και τη διερεύνηση των υποθέσεων που αφορούν τα αδικήματα τα αναφερόμενα στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο. Ένα κράτος μέλος έχει δικαιοδοσία σε τρεις περιπτώσεις: α) Εφόσον το αδίκημα διαπράττεται εν όλω ή εν μέρει στο έδαφός του, ανεξάρτητα από το καθεστώς ή την ιθαγένεια του εμπλεκόμενου προσώπου (αρχή της εδαφικότητας). β) Εφόσον ο δράστης είναι υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους (αρχή της προσωπικότητας). Το κριτήριο αυτό της ιδιότητας του υπηκόου σημαίνει ότι η δικαιοδοσία μπορεί να καθοριστεί ανεξάρτητα από τη νομοθεσία του τόπου όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Τα κράτη μέλη που δεν προβλέπουν την έκδοση, είναι υπεύθυνα για την άσκηση διώξεων έναντι των υπηκόων τους που διέπραξαν αδικήματα στο εξωτερικό. γ) Εφόσον το αδίκημα διαπράχθηκε για λογαριασμό νομικού προσώπου εγκατεστημένου στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη δεν αναγνωρίζουν όλα στις νομικές παραδόσεις τους την εξωεδαφική δικαιοδοσία για όλα τα είδη ποινικών αδικημάτων, η παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, προβλέπει ότι μπορούν να μην εφαρμόσουν τους κανόνες περί δικαιοδοσίας που ορίζονται στην παράγραφο 1 όσον αφορά τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία β) και γ), υπό την προϋπόθεση ότι το αδίκημα διαπράχθηκε εκτός του εδάφους του οικείου κράτους μέλους. Το δεύτερο εδάφιο αυτής της παραγράφου ορίζει ότι τα κράτη μέλη ενημερώνουν τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και της Επιτροπής για την απόφασή τους να εφαρμόσουν την παράγραφο 2. Στην παράγραφο 3 λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν εκδίδουν τους υπηκόους τους και σκοπός της είναι να μην μένουν ατιμώρητα τα πρόσωπα που είναι ένοχοι για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, επειδή δεν έγινε δεκτή η έκδοσή τους λόγω του ότι είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη αυτά, από τα οποία ζητήθηκε η έκδοση. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα κράτη μέλη που δεν εκδίδουν τους υπηκόους τους πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να έχουν δικαιοδοσία και, κατά περίπτωση, να ασκούν διώξεις για τα εν λόγω αδικήματα, εφόσον διαπράττονται από υπηκόους τους εκτός του εδάφους τους. Άρθρο 10 - Συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών Σκοπός του άρθρου 10 είναι να αξιοποιηθούν οι διεθνείς πράξεις περί δικαστικής συνεργασίας στις οποίες μετέχουν τα κράτη μέλη και οι οποίες θα πρέπει να εφαρμόζονται στα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας απόφασης-πλαισίου. Για παράδειγμα, ορισμένες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες καθώς και συμβάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιέχουν διατάξεις σχετικά με τη δικαστική συνδρομή και την έκδοση. Το άρθρο αυτό επιδιώκει επίσης τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών. Η παράγραφος 1 του άρθρου καλεί τα κράτη μέλη σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αμοιβαία συνδρομή στο πλαίσιο των διαδικασιών εκδίκασης και καταστολής υποθέσεων παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Η παράγραφος 2 ορίζει ότι, εφόσον έχουν δικαιοδοσία περισσότερα του ενός κράτη μέλη, προβαίνουν σε διαβουλεύσεις προκειμένου να συντονίσουν τις ενέργειες τους και, κατά περίπτωση, να ασκήσουν αποτελεσματικές διώξεις. Η παράγραφος αυτή αναφέρει επίσης ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται όσο το δυνατόν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί συνεργασίας, δικαστικοί και άλλοι, όπως η Europol [19], η ανταλλαγή δικαστικών συνδέσμων [20], το Ευρωπαϊκό δικαστικό Δίκτυο [21] και η Eurojust [22]. [19] ΕΕ C 316, 27.11.1995. [20] ΕΕ L 105, 27.4.1996. [21] ΕΕ L 191, 7.7.1998. [22] ΕΕ L 324, 21.12.2000. Άρθρο 11 - Θέση σε εφαρμογή και εκθέσεις Το άρθρο 11 αφορά τη θέση σε εφαρμογή και την παρακολούθηση της παρούσας απόφασης-πλαισίου. Προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο έως τις 30 Ιουνίου 2003 το αργότερο. Προβλέπει επίσης ότι τα κράτη μέλη κοινοποιούν αμέσως στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και της Επιτροπής το κείμενο των διατάξεων με τις οποίες ενσωματώνουν στην εθνική τους νομοθεσία τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο. Η Επιτροπή μεριμνά για το συντονισμό μεταξύ της παρακολούθησης και της ανάλυσης επιπτώσεων του μηχανισμού της προτεινόμενης απόφασης πλαισίου αφενός, και συστήματος νομικής ενημέρωσης του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, που υιοθέτησε το 1998 το Διοικητικό του Συμβούλιο. Η παράγραφος 2 ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή ανά πενταετία, και για πρώτη φορά πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2006, συνοπτική έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας απόφασης-πλαισίου ώστε να γίνει συνολική αξιολόγηση της πράξης αυτής και, εν ανάγκη, να προταθούν σχετικές τροποποιήσεις. Με βάση τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας απόφασης-πλαισίου από τα κράτη μέλη ανά πενταετία και για πρώτη φορά πριν από τις 30 Ιουνίου 2007. Άρθρο 12 - Έναρξη ισχύος Το άρθρο 12 ορίζει ότι η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 2001/0114 (CNS) Πρόταση για ΑΠΟΦΑΣΗ-ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ´Ένωση, και ιδίως το άρθρο 31, στοιχείο ε) και το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο β), την πρόταση της Επιτροπής [23], [23] ΕΕ C τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [24], [24] ΕΕ C Εκτιμώντας τα εξής: (1) Η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών συνιστά απειλή για την υγεία, την ασφάλεια και την ποιότητα της ζωής των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και για τη νόμιμη οικονομία, τη σταθερότητα και την ασφάλεια των κρατών μελών. (2) Η αναγκαιότητα για λήψη νομοθετικών μέτρων στον τομέα της καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών αναγνωρίστηκε ιδίως στο πρόγραμμα δράσης του Συμβουλίου και της Επιτροπής που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Βιέννης στις 3 Δεκεμβρίου 1998 όσον αφορά την άριστη δυνατή εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης του Άμστερνταμ και τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης [25], στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999, και ιδίως στο σημείο 48, στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των ναρκωτικών (2000-2004) που εγκρίθηκε κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι από τις 10 έως τις 12 Δεκεμβρίου 1999 και στο σχέδιο δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2000-2004) που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Santa Maria da Feira στις 19 και 20 Ιουνίου 2000. [25] ΕΕ C 19, 23.1.1999, σ. 1. (3) Είναι αναγκαία η θέσπιση ενός κοινού ορισμού για την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών που να επιτρέπει μια κοινή προσέγγιση σε επίπεδο Ένωσης για την καταπολέμηση της εν λόγω παράνομης διακίνησης και ιδίως του διακρατικού λαθρεμπορίου και των πράξεων μεταβίβασης με σκοπό το κέρδος. Πρέπει, κατά συνέπεια, να υιοθετηθούν τα βασικά στοιχεία των ορισμών που περιέχονται στις εθνικές διατάξεις και σε διεθνείς ρυθμίσεις. (4) Είναι επίσης ανάγκη να υιοθετηθεί μια κοινή προσέγγιση όσον αφορά τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των ποινικών αδικημάτων με μια κοινή πρόβλεψη περί του αξιοποίνου της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. (5) Οι κυρώσεις που προβλέπονται από τα κράτη μέλη πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές περιλαμβάνουσες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Για να εκτιμηθεί η βαρύτητα του αδικήματος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πραγματικά στοιχεία, όπως η έκταση της παράνομης διακίνησης, η συχνότητά της, η φύση των σχετικών ναρκωτικών και το μέγεθος των εσόδων που αποκομίσθηκαν από την παράνομη διακίνηση. Για τα αδικήματα που θεωρούνται ως σοβαρά με βάση τα εθνικά νομικά συστήματα, όπως αυτά που αφορούν το διακρατικό λαθρεμπόριο, το ανώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν πρέπει να είναι μικρότερο των πέντε ετών. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται στο δικαστή η δυνατότητα επιβολής αρκετά αυστηρής ποινής σε περίπτωση σοβαρών αδικημάτων. (6) Αφενός, πρέπει να προβλεφθούν βαρύτερες κυρώσεις, εφόσον η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών τελείται υπό ορισμένες περιστάσεις που την καθιστούν ακόμα πιο απειλητική για την κοινωνία, όπως για παράδειγμα στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης. Αφετέρου, πρέπει να προβλεφθούν ελαττωμένες κυρώσεις, εφόσον ο δράστης του αδικήματος παρέσχε στις αρμόδιες αρχές χρήσιμες πληροφορίες, ιδίως συμβάλλοντας στον εντοπισμό των δικτύων της παράνομης διακίνησης. (7) Είναι ανάγκη να ληφθούν μέτρα που καθιστούν δυνατή τη δήμευση του προϊόντος των αξιόποινων πράξεων που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. (8) Είναι απαραίτητο να ληφθούν μέτρα ώστε να είναι δυνατόν να καταλογίζεται ευθύνη στα νομικά πρόσωπα για τα αδικήματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας απόφασης-πλαίσιο και τα οποία τελούνται για λογαριασμό τους. (9) Είναι επίσης απαραίτητο να προβλεφθούν μέτρα για τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό να εξασφαλιστεί αποτελεσματική δράση εναντίον της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. (10) Όσον αφορά τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αποτελεί ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν κατά την έννοια της συμφωνίας που συνήφθη στις 17 Μαΐου 1999 μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δυο αυτών κρατών [26]. [26] ΕΕ L 176, 10.7.1999, σ. 36. (11) Η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών εξαρτάται κυρίως από την προσέγγιση των εθνικών μέτρων θέσης σε εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. (12) Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το κεφάλαιο VI-Δικαιοσύνη, ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ: Άρθρο 1 Ορισμοί Στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, νοούνται ως: 1. «παράνομη διακίνηση ναρκωτικών»: η χωρίς άδεια πώληση και εμπορία, καθώς και η, με σκοπό το κέρδος, καλλιέργεια, παραγωγή, παρασκευή, εισαγωγή, εξαγωγή, διανομή, προσφορά, μεταφορά, αποστολή ή η προς μεταβίβαση και με σκοπό το κέρδος παραλαβή, κτήση και κατοχή ναρκωτικών. 2. «ναρκωτικό»: όλες οι ουσίες που αναφέρονται στις ακόλουθες συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών: α) στην ενιαία σύμβαση περί των ναρκωτικών του 1961 (όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο του 1972). β) στη σύμβαση της Βιέννης για τις ψυχοτρόπους ουσίες του 1971. γ) στη σύμβαση κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών του 1988. Επίσης περιλαμβάνονται και οι ουσίες που έχουν τεθεί υπό έλεγχο στο πλαίσιο της ενιαίας δράσης 97/396/JAI της 16ης Ιουνίου 1997 που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου K.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών για την αξιολόγηση των κινδύνων και τον έλεγχο των νέων συνθετικών ναρκωτικών [27] ή στο πλαίσιο εθνικών διατάξεων. [27] ΕΕ L 167, 25.6.1997, σ. 1. 3. «νομικό πρόσωπο»: κάθε οντότητα που έχει αυτό το καθεστώς βάσει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, με εξαίρεση το κράτος ή άλλους δημόσιους οργανισμούς, κατά την άσκηση των προνομίων τους ως φορέων δημόσιας εξουσίας, και τους δημόσιους διεθνείς οργανισμούς. Άρθρο 2 Ποινική πρόβλεψη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών να αποτελεί ποινικό αδίκημα. Άρθρο 3 Ηθική αυτουργία, συνέργια και απόπειρα Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η προτροπή για τέλεση της πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 2, η συνέργια σ' αυτήν ή η απόπειρα τέλεσής της να αποτελούν αξιόποινες πράξεις. Άρθρο 4 Κυρώσεις 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3 τιμωρούνται με αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται στερητικές της ελευθερίας ποινές, το ανώτατο όριο των οποίων δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πέντε ετών, σε περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων. 2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν τη δήμευση των ουσιών που αποτέλεσαν αντικείμενο της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, των οργάνων και αγαθών που χρησίμευσαν στην παράνομη διακίνησή τους καθώς και των προϊόντων και ωφελημάτων που προέκυψαν άμεσα ή έμμεσα από την εν λόγω διακίνηση. 3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τη δυνατότητα επιβολής χρηματικών ποινών, συμπληρωματικά ή εναλλακτικά προς τις στερητικές της ελευθερίας ποινές. Άρθρο 5 Επιβαρυντικές περιστάσεις 1. Με την επιφύλαξη άλλων επιβαρυντικών περιστάσεων που ορίζουν οι εθνικές τους νομοθεσίες τα κράτη μέλη προβλέπουν, σε σχέση με τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3 τις ακόλουθες επιβαρυντικές περιστάσεις: α) ο δράστης του αδικήματος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διοργάνωση της παράνομης διακίνησης ή το αδίκημα τελέστηκε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, β) το αδίκημα τελέσθηκε με προσφυγή στη βία ή με τη χρήση όπλων, γ) στο αδίκημα εμπλέκονται ανήλικοι ή άτομα που δεν είναι σε θέση να ενεργήσουν σύμφωνα με τη θέλησή τους, δ) το αδίκημα τελέστηκε εντός ή πλησίον σχολικών εγκαταστάσεων, κέντρων νεότητας και χώρων αναψυχής για νέους, μονάδων θεραπευτικής αγωγής και επανένταξης για τοξικομανείς, ε) ο δράστης του αδικήματος είναι γιατρός, φαρμακοποιός, υπάλληλος των δικαστικών, αστυνομικών, τελωνειακών ή σωφρονιστικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών κοινωνικής επανένταξης, εκπαιδευτικός, εκπαιδευτής ή εργαζόμενος σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, και διέπραξε το αδίκημα επωφελούμενος της θέσεώς του, στ) ο δράστης του αδικήματος έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε σε κράτος μέλος της Ένωσης για μια ή περισσότερες παρόμοιες αξιόποινες πράξεις. 2. Εφόσον πληρούται μια από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το ανώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν μπορεί να είναι μικρότερο των επτά ετών. Άρθρο 6 Ελαφρυντικές περιστάσεις Με την επιφύλαξη άλλων ελαφρυντικών περιστάσεων που ορίζονται στην εθνική νομοθεσία τους, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4 να μπορούν να ελαττωθούν, εφόσον ο δράστης έδωσε στις αρμόδιες αρχές χρήσιμες πληροφορίες, στο πλαίσιο της ανάκρισης ή της συγκέντρωσης των αποδείξεων, σχετικά με την ταυτότητα των άλλων δραστών ή συνέβαλε στην ανακάλυψη των κυκλωμάτων της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Άρθρο 7 Ευθύνη νομικών προσώπων 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να μπορεί να καταλογισθεί ευθύνη στα νομικά πρόσωπα για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3, εφόσον οι πράξεις αυτές τελούνται για λογαριασμό τους από πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του εν λόγω νομικού προσώπου και το οποίο έχει: α) εξουσία εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, β) αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων εξ ονόματος του νομικού προσώπου, γ) αρμοδιότητα άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου. 2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να μπορεί να καταλογισθεί ευθύνη σε ένα νομικό πρόσωπο, εφόσον λόγω ελλείψεως εποπτείας ή ελέγχου εκ μέρους ενός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατέστη δυνατή η διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3 από πρόσωπο με σχέση προστήσεως ή εξαρτήσεως, για λογαριασμό του εν λόγω νομικού προσώπου. 3. Η ευθύνη του νομικού προσώπου δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 δεν αποκλείει την ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων που είναι δράστες, ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3. Άρθρο 8 Κυρώσεις κατά νομικών προσώπων Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα νομικά πρόσωπα στα οποία καταλογίζεται ευθύνη δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, υπόκεινται σε κυρώσεις αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές περιλαμβανομένων χρηματικών ποινών, καθώς και σε άλλες κυρώσεις, ιδίως: α) μέτρα αποκλεισμού από την παροχή φορολογικών ή άλλων πλεονεκτημάτων ή δημόσιων ενισχύσεων. β) μέτρα προσωρινής ή οριστικής απαγόρευσης άσκησης εμπορικής δραστηριότητας. γ) θέση υπό δικαστική εποπτεία. δ) λύση με δικαστική απόφαση. ε) προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας ιδρυμάτων που χρησίμευσαν για τη διάπραξη αδικημάτων. στ) τη δήμευση των αγαθών που αποτέλεσαν αντικείμενο της αξιόποινης πράξης και των προϊόντων και ωφελημάτων που προέκυψαν άμεσα ή έμμεσα από την εν λόγω διακίνηση. Άρθρο 9 Δικαιοδοσία και άσκηση διώξεων 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση της δικαιοδοσίας τους έναντι των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3, στις περιπτώσεις που: α) το αδίκημα διαπράχθηκε, εν όλω ή εν μέρει, στο έδαφός τους, β) ο δράστης του αδικήματος είναι υπήκοός τους, γ) το αδίκημα διαπράχθηκε για λογαριασμό νομικού προσώπου εγκατεστημένου στο έδαφός τους. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν, ή να εφαρμόσουν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ή συνθήκες, τους κανόνες περί δικαιοδοσίας που προβλέπονται στην παράγραφο 1, σημεία β) και γ), εφόσον το αδίκημα διαπράχθηκε εκτός της εδαφικής τους επικράτειας. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τη Γενική γραμματεία του Συμβουλίου και την Επιτροπή για την απόφασή τους να εφαρμόσουν το πρώτο εδάφιο, αναφέροντας εν ανάγκη τις ειδικές περιπτώσεις ή συνθήκες στις οποίες εφαρμόζεται η απόφασή τους. 3. Τα κράτη μέλη τα οποία, δυνάμει της νομοθεσίας του, δεν εκδίδουν τους υπηκόους τους, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα που επιτρέπουν τη διαπίστωση της δικαιοδοσίας τους σχετικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3, εφόσον διαπράττονται από υπήκοό τους εκτός της εδαφικής τους επικράτειας. Άρθρο 10 Συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών 1. Σύμφωνα με συμβάσεις, διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή άλλες εφαρμοστέες ρυθμίσεις, τα κράτη μέλη παρέχουν τη μεγαλύτερη δυνατή αμοιβαία συνδρομή κατά τις διαδικασίες τις σχετικές με τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3. 2. Εφόσον για την εκδίκαση ενός από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3, έχουν δικαιοδοσία πλείονα κράτη μέλη, τα τελευταία προβαίνουν σε αμοιβαίες διαβουλεύσεις προκειμένου να συντονίσουν τις ενέργειές τους και να ασκήσουν, κατά περίπτωση, διώξεις χρησιμοποιώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους μηχανισμούς δικαστικής συνεργασίας ή άλλους μηχανισμούς. Άρθρο 11 Εφαρμογή και εκθέσεις 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο πριν από τις 30 Ιουνίου 2003 το αργότερο. Διαβιβάζουν αμέσως στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και την Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων με τις οποίες μεταφέρουν στην εθνική τους νομοθεσία τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο. 2. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή και για πρώτη φορά πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2006 το αργότερο και ακολούθως ανά πενταετία, σύντομη έκθεση για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. 3. Με βάση τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή από τα κράτη μέλη των διατάξεων της παρούσας απόφασης-πλαίσιο για πρώτη φορά πριν από τις 30 Ιουνίου 2007 το αργότερο και ακολούθως ανά πενταετία. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και, κατά περίπτωση, συνοδεύεται από προτάσεις για τροποποίηση της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. Άρθρο 12 Έναρξη ισχύος Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος