European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά C


C/2026/2012

13.4.2026

Αναίρεση που άσκησε στις 27 Ιανουαρίου 2026 η Nagila Warburg κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο πενταμελές τμήμα) στις 19 Νοεμβρίου 2025 στην υπόθεση T-366/23, YH κατά ΕΚΤ

(Υπόθεση C-39/26 P)

(C/2026/2012)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσα: Nagila Warburg (εκπρόσωπος: R. Hübner, Rechtsanwalt)

Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)

Αιτήματα

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

να ακυρώσει, κατά συνέπεια, την επίδικη απόφαση της ΕΚΤ·

επικουρικώς, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση σε άλλο τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου·

να καταδικάσει την ΕΚΤ στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της πρωτόδικης διαδικασίας.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Η αναιρεσείουσα προβάλλει δέκα λόγους αναιρέσεως.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται παραβάσεις του άρθρου 22, παράγραφοι 2 και 6, της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (1) (στο εξής: οδηγία CRD IV). Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι οι πληροφορίες που συνοδεύουν την κοινοποίηση του σχεδίου απόκτησης συμμετοχής πρέπει να υποβάλλονται εγγράφως, όπως και η ίδια η κοινοποίηση. Συνεπώς, υπολόγισε εσφαλμένως την περίοδο αξιολόγησης. Αν το Γενικό Δικαστήριο είχε υπολογίσει ορθώς την περίοδο αξιολόγησης, θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της ΕΚΤ απεστάλη μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής. Επομένως, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι το σχέδιο απόκτησης συμμετοχής έχει εγκριθεί.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται παράβαση του άρθρου 35, παράγραφοι 1 και 10, και του άρθρου 88, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΕ) 468/2014 (2) (στο εξής: κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ). Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα αναγνωρίζοντας στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να κοινοποιήσει στην αναιρεσείουσα την επίδικη απόφαση με απλό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, χωρίς το εν λόγω θεσμικό όργανο να έχει προβλέψει κανόνες για τις κοινοποιήσεις με ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 35, παράγραφοι 1 και 10, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), του άρθρου 31, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ και του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου (3). Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένως τις προαναφερθείσες διατάξεις, αρνούμενο ότι η ΕΚΤ προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως της αναιρεσείουσας, καθόσον η τελευταία δεν έτυχε ακροάσεως από την ΕΚΤ όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε το εν λόγω θεσμικό όργανο προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη συνεννόησης στο επίπεδο της Warburg Gruppe.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της πάγιας νομολογίας σχετικά με την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων, καθόσον έκρινε ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η ΕΚΤ κοινοποίησε μέρος της επίδικης αποφάσεως, και συγκεκριμένα το «χωριστό υπόμνημα αξιολογήσεως», μόλις δέκα ημέρες μετά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.

Με τον πέμπτο λόγο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή της πάγιας νομολογίας κατά την οποία ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να ελέγχει τόσο την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τη συνοχή των προβαλλόμενων αποδεικτικών στοιχείων όσο και το ζήτημα αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε το γεγονός ότι η ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη όλες τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τη φήμη του συζύγου της αναιρεσείουσας, καθόσον έκρινε άνευ σημασίας το γεγονός ότι το Landgericht Bonn (περιφερειακό δικαστήριο της Βόννης, Γερμανία), με απόφαση που εξέδωσε τον Δεκέμβριο του 2022, δεν αποδέχθηκε τα πορίσματα της Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht (BaFin) (Ομοσπονδιακής Εποπτικής Αρχής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών, Γερμανία) σχετικά με τον σύζυγο της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο της διαδικασίας επαναξιολόγησης το 2019. Επομένως, ούτε το Γενικό Δικαστήριο ούτε η ΕΚΤ ούτε η BaFin εξέτασαν τα πραγματικά περιστατικά με επιμέλεια και αμεροληψία.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Το Γενικό Δικαστήριο δεν αγνόησε απλώς το γεγονός ότι η ΕΚΤ δεν εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά με επιμέλεια και αμεροληψία, αλλά, επίσης, δέχθηκε ότι αρκούν οι ισχυρισμοί της ΕΚΤ για να συναχθεί η ύπαρξη συνεννόησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και άλλων μετόχων της Warburg Gruppe και, ως εκ τούτου, έκανε δεκτή, εσφαλμένως, την άποψη ότι η αναιρεσείουσα θα αποκτούσε ειδική συμμετοχή, ενώ στην πραγματικότητα δεν θα αποκτούσε.

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 22, παράγραφος 8, και το άρθρο 23, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας CRD IV, καθόσον περιέλαβε την επαγγελματική επάρκεια στα κριτήρια αξιολόγησης της αναιρεσείουσας ως υποψήφιου αγοραστή.

Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η επαγγελματική επάρκεια περιλαμβάνεται μεταξύ των κριτηρίων αξιολόγησης των υποψηφίων αγοραστών, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το απαιτούμενο επίπεδο επάρκειας. Επιπλέον, στο μέτρο που η αναιρεσείουσα είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη διοίκηση επιχειρήσεων, διαθέτει επαρκή προσόντα για τη διαχείριση της συμμετοχής που προτίθεται να αποκτήσει.

Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 48 του Χάρτη, μη αναγνωρίζοντας στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα να επικαλεστεί το τεκμήριο αθωότητας του συζύγου της και επιρρίπτοντας την προβαλλόμενη έλλειψη ακεραιότητας του συζύγου της στην ίδια. Επιπλέον, η αξιολόγηση του συζύγου της αναιρεσείουσας στηρίζεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της πάγιας νομολογίας, καθόσον δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποίησε η ΕΚΤ δεν εξετάστηκαν με επιμέλεια και αμεροληψία, είναι παρωχημένα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων.

Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά καθόσον δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 2c, παράγραφος 1b, τρίτη περίοδος, του Gesetz über das Kreditwesen (νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων), διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία παρέχει στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να επιτρέψει την απόκτηση συμμετοχής υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και, ως εκ τούτου, εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή της αναλογικότητας.


(1)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ 2013 L 176, σ. 338).

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΕ 2014 L 141, σ. 1).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 2013 L 287, σ. 63).


ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2026/2012/oj

ISSN 1977-0901 (electronic edition)