|
Επίσημη Εφημερίδα |
EL Σειρά C |
|
C/2026/1382 |
6.3.2026 |
Δημοσίευση αίτησης καταχώρισης ονομασίας σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων
(C/2026/1382)
Μετά την παρούσα δημοσίευση, οι αρχές κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον και είναι εγκατεστημένο ή διαμένει σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1143 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1), μπορούν/-εί να υποβάλουν/-ει ένσταση στην Επιτροπή εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης.
ΕΝΙΑΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ
«Obst vom Bodensee»
Αριθ. ΕΕ: PGI-DE-02820 — 2.12.2021
ΠΟΠ ( ) ΠΓΕ (X)
1. Ονομασία (ΠΓΕ)
«Obst vom Bodensee»
2. Κράτος μέλος ή τρίτη χώρα
Γερμανία
3. Περιγραφή του γεωργικού προϊόντος ή τροφίμου
3.1. Τύπος προϊόντος
Κλάση 1.6. Φρούτα, λαχανικά και δημητριακά, νωπά ή μεταποιημένα
Κωδικός Συνδυασμένης Ονοματολογίας
08 — ΚΑΡΠΟΙ ΚΑΙ ΦΡΟΥΤΑ ΒΡΩΣΙΜΑ· ΦΛΟΥΔΕΣ ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΩΝ Ή ΠΕΠΟΝΙΩΝ
0808 – Μήλα, αχλάδια και κυδώνια, νωπά:
0808 10 – Μήλα
0808 30 – Αχλάδια
3.2. Περιγραφή του προϊόντος που φέρει την προβλεπόμενη στο σημείο 1 ονομασία
Φρούτα, και συγκεκριμένα μήλα και αχλάδια. Η ΠΓΕ Obst vom Bodensee μπορεί να χρησιμοποιείται για μήλα του είδους Malus domestica Borkh., τους κλώνους και τις μεταλλάξεις που σχετίζονται με αυτά, καθώς και για αχλάδια του είδους Pyrus communis, τους κλώνους και τις μεταλλάξεις που σχετίζονται με αυτά. Αμφότερα τα είδη φρούτων πρέπει να καλλιεργούνται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής και να πληρούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που ορίζονται κατωτέρω.
Καταρχήν, αμφότερα τα είδη φρούτων ανήκουν στην κατηγορία Ι και οι ενδείξεις της κατηγορίας βασίζονται στην ταξινόμηση που προβλέπεται στον σχετικό ισχύοντα κανονισμό της ΕΕ και εφαρμόζεται σε κάθε είδος φρούτου. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ενδέχεται να παρουσιάζουν διαφορές εντός των νόμιμων ορίων ανοχής.
Τα προαναφερθέντα είδη φρούτων επιτρέπεται να εκπέσουν στην κατηγορία II εάν η εν λόγω υποβάθμιση οφείλεται αποκλειστικά σε προσβολή από χαλάζι, σκωριόχρωση ή παγετό, και η επιτροπή εμπορίας της Obst vom Bodensee Marketinggesellschaft mbH αναγνωρίζει, κατά την έναρξη της περιόδου εμπορίας, ότι συντρέχει έννομο συμφέρον από την εμπορία στην κατηγορία II. Στην περίπτωση φρούτων βιολογικής παραγωγής, ισχύουν οι αντίστοιχες διατάξεις της κατηγορίας II.
Τα Obst vom Bodensee έχουν πάντα υψηλότερη οξύτητα από τα φρούτα που καλλιεργούνται σε περιοχές με θερμότερα κλίματα. Οι γλυκές ποικιλίες έχουν ιδιαιτέρως φρουτώδη γεύση όταν η περιεκτικότητά τους σε σάκχαρα εξισορροπείται με την οξύτητά τους. Αυτή η αρμονική αλληλεπίδραση μεταξύ της περιεκτικότητας σε σάκχαρα (τα σάκχαρα δεσμεύουν αρώματα) και της οξύτητας (τα οξέα προσδίδουν ζωντάνια) είναι χαρακτηριστική των Obst vom Bodensee. Ως εκ τούτου, τα Obst vom Bodensee είναι γενικώς εξαιρετικά αρωματικά. Το εξωκάρπιο των Obst vom Bodensee έχει εξαιρετική χρωματική ένταση, ανώτερη του μέσου όρου, ιδίως όσον αφορά το κυρίαρχο χρώμα. Αυτό περιγράφεται με περισσότερες λεπτομέρειες στους πίνακες που ακολουθούν.
Τα Obst vom Bodensee διακρίνονται από τα ακόλουθα ποιοτικά χαρακτηριστικά:
|
Ποικιλία μήλων |
Διαμέτρημα |
Χρωματική ομάδα / συνολική επιφάνεια χρωματισμού χαρακτηριστικού της ποικιλίας |
Ελάχιστη τιμή Brix |
Ελάχιστη οξύτητα (g/l) |
Σκληρότητα Kg x cm2 |
|
Gala |
60 -85 |
Ανάλογα με τη χρωματική ομάδα A, B ή C της μετάλλαξης: A/ 1/2 της συνολικής επιφάνειας ερυθρού χρωματισμού· B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού· C/ 1/10 της συνολικής επιφάνειας ελαφρώς ερυθρωπού ή ραβδωτού χρωματισμού |
11,5 |
1,5 |
5 |
|
Minneiska / SweeTango® |
60 -90 |
B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
11,5 |
2,5 |
5 |
|
Sunspark / Sprizzle® |
60 -90 |
B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
11,5 |
1,5 |
5,5 |
|
Caudle / Cameo® |
60 -85 |
Ανάλογα με τη χρωματική ομάδα A ή B της μετάλλαξης: A/ 1/2 της συνολικής επιφάνειας ερυθρού χρωματισμού· B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
11,5 |
2 |
4,5 |
|
Fuji / KIKU® |
60 -95 |
Ανάλογα με τη χρωματική ομάδα A ή B της μετάλλαξης: A/ 1/2 της συνολικής επιφάνειας ερυθρού χρωματισμού· B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
11,5 |
1 |
5,5 |
|
Prem A96 / Rockit® |
40 -70 M — νανόκαρπη ποικιλία |
B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
11,5 |
2 |
6,5 |
|
Elstar |
60 -90 |
C/ 1/10 της συνολικής επιφάνειας ελαφρώς ερυθρωπού ή ραβδωτού χρωματισμού |
11,5 |
2,5 |
4,5 |
|
Pinova / Evelina® |
60 -90 |
B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
11,5 |
2,5 |
6 |
|
Jonagold |
60 -90 |
C/ 1/10 της συνολικής επιφάνειας ελαφρώς ερυθρωπού ή ραβδωτού χρωματισμού |
11,5 |
2,5 |
4,5 |
|
Red Jonagold / Red Jonaprince® |
60 -90 |
C/ 1/10 της συνολικής επιφάνειας ελαφρώς ερυθρωπού ή ραβδωτού χρωματισμού |
11,5 |
2,5 |
4,5 |
|
Nicoter / Kanzi® |
60 -90 |
B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
11,5 |
4 |
6 |
|
SQ159 / Natyra® / Magic Star® |
60 -90 |
A/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
12 |
3 |
4,5 |
|
Xeleven / Swing® |
60 -85 |
A/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
12 |
3,5 |
7,5 |
|
Boskoop |
60 -90 |
B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού, ποικιλία με σκωριόχρωση |
11,5 |
3 |
4,5 |
|
HS 66 / Fräulein® |
60 -90 |
B/ 1/3 της συνολικής επιφάνειας μεικτού ερυθρού χρωματισμού |
11,5 |
3,5 |
6 |
|
Ποικιλία αχλαδιών |
Διαμέτρημα |
Χρωματική ομάδα / συνολική επιφάνεια χρωματισμού χαρακτηριστικού της ποικιλίας |
Ελάχιστη τιμή Brix |
Ελάχιστη οξύτητα (g/l) |
Σκληρότητα Kg x cm2 |
|
Alexander Lukas |
55 -90 |
50 % ήπια σκωριόχρωση |
11 |
Δεν μετράται για τα αχλάδια |
4 |
|
Conference |
55 -90 |
50 % ήπια σκωριόχρωση |
11,5 |
Δεν μετράται για τα αχλάδια |
4 |
|
Cepuna / Migo® |
60 -85 |
50 % ήπια σκωριόχρωση |
11,5 |
Δεν μετράται για τα αχλάδια |
4 |
|
Williams Christ |
55 -85 |
50 % ήπια σκωριόχρωση |
10,5 |
Δεν μετράται για τα αχλάδια |
4 |
|
Xenia® |
60 -95 |
50 % ήπια σκωριόχρωση |
11,5 |
Δεν μετράται για τα αχλάδια |
5 |
3.3. Ζωοτροφές (μόνο για προϊόντα ζωικής προέλευσης) και πρώτες ύλες (μόνο για μεταποιημένα προϊόντα)
—
3.4. Ειδικά στάδια της παραγωγής τα οποία πρέπει να εκτελούνται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής
Τα ακόλουθα στάδια παραγωγής και εμπορίας πρέπει να εκτελούνται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής:
καλλιέργεια οπωροφόρων
3.5. Ειδικοί κανόνες για τον τεμαχισμό, το τρίψιμο, τη συσκευασία κ.λπ. του προϊόντος στο οποίο αναφέρεται η καταχωρισμένη ονομασία
Όλες οι διαδικασίες στα σημεία καταγραφής / στους σταθμούς συσκευασίας —καταγραφή, αποθήκευση, διαλογή, συσκευασία και αποστολή— εκτελούνται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Qualitätszeichen Baden-Württemberg (σήματος ποιότητας της Βάδης-Βιρτεμβέργης) και των συστημάτων διασφάλισης ποιότητας IFS και φέρουν τα αντίστοιχα πιστοποιητικά.
Ως εκ τούτου, περιλαμβάνουν τις ακόλουθες εργασίες:
Επαλήθευση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του προτύπου εμπορίας της ΕΕ ή του προτύπου της ΟΕΕ/ΗΕ και τις απαιτήσεις όσον αφορά τα προαναφερθέντα μεγέθη φρούτων, καθώς και κάθε απόκλισης από αυτές, και τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων.
Διασφάλιση της δυνατότητας ανακύκλωσης των συσκευασιών μίας χρήσης ή της χρήσης επαναχρησιμοποιήσιμων συσκευασιών που πληρούν τα βιομηχανικά πρότυπα.
Η παραγωγή, αποθήκευση και συσκευασία του προϊόντος εκτελούνται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για το σήμα ποιότητας της Βάδης-Βιρτεμβέργης, καθώς και σύμφωνα με τα πρότυπα QS-GAP ή GLOBALG.A.P., με τα αντίστοιχα πιστοποιητικά. Το σήμα ποιότητας της Βάδης-Βιρτεμβέργης, καθώς και τα συστήματα διασφάλισης ποιότητας IFS και QS, εφαρμόζονται στην εμπορία των προϊόντων. Αυτό σημαίνει, ειδικότερα, ότι πρέπει να πληρούνται οι απαιτήσεις ποιότητας όσον αφορά την παραγωγή, π.χ. για τη λίπανση, τη φυτοπροστασία και την προστασία του εδάφους, την επισήμανση, την αποθήκευση, τη μεταφορά και τη συσκευασία, και, όσον αφορά την εμπορία, για την επιθεώρηση των εισερχόμενων εμπορευμάτων, την επισήμανση, τις προδιαγραφές του προϊόντος, την ιχνηλασιμότητα και την έξοδο των εμπορευμάτων.
Δεδομένου ότι τα πρότυπα ποιότητας εγγυώνται την ιδιαίτερη ποιότητα των φρούτων, η καταγραφή πρέπει να πραγματοποιείται στα σημεία καταγραφής / στους σταθμούς συσκευασίας εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει τον οπτικό έλεγχο της ασφάλειας και της ποιότητας των προϊόντων, τον έλεγχο των φρούτων ως προς τη ορθή και ακέραιη κατάστασή τους, την καταγραφή της παραγωγής και των παραδιδόμενων ποσοτήτων, τον έλεγχο των προτύπων ποιότητας, τον καθορισμό της εγκατάστασης αποθήκευσης, την επισήμανση των επιμέρους κιβωτίων σε περίπτωση παράδοσης από τον παραγωγό και τη διαλογή κατά μέγεθος και χρωματισμό.
3.6. Ειδικοί κανόνες για την επισήμανση του προϊόντος στο οποίο αναφέρεται η καταχωρισμένη ονομασία
—
4. Συνοπτική οριοθέτηση της γεωγραφικής περιοχής
Η ονομασία «Obst vom Bodensee» προσδιορίζει τα φρούτα που παράγονται στην περιοχή της λίμνης της Κωνσταντίας (Μπόντενζεε). Η γεωγραφική περιοχή οριοθετείται από τις αγροτικές περιφέρειες Bodenseekreis, Konstanz, Ravensburg και Lindau.
5. Δεσμός με τη γεωγραφική περιοχή
Ο δεσμός μεταξύ του Obst vom Bodensee και της γεωγραφικής περιοχής βασίζεται στην ποιότητα που του προσδίδουν οι ιδιαίτερες κλιματικές και γεωγραφικές συνθήκες, καθώς και στην τεχνογνωσία την οποία οι παραγωγοί έχουν αναπτύξει και προσαρμόσει με την πάροδο του χρόνου κατά τη μακρόχρονη παράδοση καλλιέργειας των φρούτων.
1) Ιδιαιτερότητα της γεωγραφικής περιοχής
Η περιοχή παραγωγής της λίμνης της Κωνσταντίας βρίσκεται σε υψόμετρο 400-700 m πάνω από τη στάθμη της θάλασσας.
Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 8-9 °C, με πολύ υψηλό ετήσιο μέσο θερμοκρασιακό εύρος 18-19 K. Η περιοχή παραγωγής των φρούτων επηρεάζεται από τον αντικυκλώνα των Αζορών, ιδίως κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Τον Οκτώβριο, οπότε τα ανώτερα ατμοσφαιρικά στρώματα εξακολουθούν να είναι σχετικά θερμά, σημειώνονται και πάλι οι υψηλότερες μηνιαίες μέσες θερμοκρασίες στην ίδια τη λίμνη. Αέριες μάζες που έχουν θερμανθεί πάνω από το ρεύμα του Κόλπου μεταφέρονται προς την Ευρώπη, μέσω του αντικυκλώνα των Αζορών, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ήπιες καιρικές συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη των φυτών. Οι υψηλές μέσες θερμοκρασίες που αναφέρονται καταδεικνύουν την επίδραση του αντικυκλώνα στη γεωγραφική περιοχή. Η επίδραση αυτή δεν έχει μεταβληθεί παρά τις πρόσφατες γενικές κλιματικές αλλαγές. Γεγονός παραμένει ότι τις σχετικά ψυχρότερες νύχτες διαδέχονται θερμές ημέρες, ιδίως στο τέλος του καλοκαιριού και το φθινόπωρο, δηλαδή κατά την περίοδο ωρίμασης των φρούτων. Η αλληλουχία αυτή δημιουργεί το μεγάλο θερμοκρασιακό εύρος μεταξύ ημέρας και νύχτας που είναι χαρακτηριστικό της λίμνης της Κωνσταντίας.
Η λίμνη της Κωνσταντίας λειτουργεί ως θερμικός ταμιευτήρας που παγιδεύει τη θερμότητα το καλοκαίρι και την απελευθερώνει κατά τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες. Αυτές οι μοναδικές και χαρακτηριστικές κλιματικές συνθήκες της λίμνης της Κωνσταντίας είναι ιδανικές για την καλλιέργεια μήλων και αχλαδιών και αποτελούν θετικό παράγοντα που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες καλλιέργειας.
Οι βροχοπτώσεις στο δυτικό τμήμα της λίμνης της Κωνσταντίας κυμαίνονται από 750 mm έως 800 mm ετησίως· στα ανατολικά, και όσο μεγαλώνει το υψόμετρο, αυξάνονται σε 1 400 mm ετησίως. Τα μήλα καλλιεργούνται στη ζώνη όπου επικρατούν υγρές και εύκρατες κλιματικές συνθήκες και, κατά προτίμηση, σε περιοχές με υψηλά επίπεδα βροχοπτώσεων και υγρασίας. Η περιοχή της λίμνης της Κωνσταντίας, με μέσο ύψος βροχοπτώσεων 950 mm και υψηλά επίπεδα υγρασίας, σε συνδυασμό με τα επαρκή επίπεδα θερμότητας και ηλιοφάνειας, παρέχει βέλτιστες συνθήκες για την ευδοκίμηση των μήλων. Περίπου τα δύο τρίτα των βροχοπτώσεων σημειώνονται κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Αυτό σημαίνει ότι αφενός μπορούν να καλυφθούν πλήρως οι ανάγκες των μηλοειδών σε νερό, και αφετέρου ότι υπάρχει πλεόνασμα για τη χορτοκάλυψη του εδάφους.
Η συνεχής και άφθονη παροχή νερού που χαρακτηρίζει τη λίμνη της Κωνσταντίας, με τη συνακόλουθη βέλτιστη απορρόφηση των ανόργανων στοιχείων, έχει ως αποτέλεσμα τη σταθερή ανάπτυξη των καρπών κατά τη διάρκεια του βλαστικού κύκλου και την απρόσκοπτη απορρόφηση ανόργανων στοιχείων, γεγονός που συνεπάγεται λιγότερες φυσιολογικές ασθένειες κατά την αποθήκευση.
Παγετός σημειώνεται κατά μέσο όρο 80-90 ημέρες ετησίως, με τιμές που ποικίλλουν από τη μια περιοχή στην άλλη. Τον χειμώνα η λίμνη της Κωνσταντίας απελευθερώνει τη θερμότητα που έχει αποθηκεύσει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Χάρη στο φαινόμενο αυτό αποτρέπονται οι σοβαρές ζημίες από παγετό στις καλλιέργειες οπωροφόρων.
Ομοίως, και οι όψιμοι παγετοί που απειλούν την περίοδο ανθοφορίας διατηρούνται, ως επί το πλείστον, στον κόλπο χάρη στη λίμνη της Κωνσταντίας που λειτουργεί ως θερμικός ταμιευτήρας. Λόγω του υψομέτρου της λίμνης της Κωνσταντίας, η ανθοφορία στην παραλίμνια περιοχή εκδηλώνεται αργότερα από ό,τι στις άλλες περιοχές οπωροκαλλιέργειας της νοτιοδυτικής Γερμανίας.
Το κλίμα της λίμνης της Κωνσταντίας επηρεάζεται κυρίως από τις χερσαίες και λιμναίες αύρες. Η λιμναία αύρα παρατηρείται κατά τη διάρκεια της ημέρας και είναι ισχυρότερη το καλοκαίρι, ιδίως τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Πρόκειται για ψυχρότερες αέριες μάζες που μεταφέρονται από τη λίμνη προς την παράκτια περιοχή. Η χερσαία αύρα παρατηρείται κυρίως τη νύχτα και κατά τους χειμερινούς μήνες. Η λίμνη λειτουργεί ως θερμικός ταμιευτήρας και μειώνει την ένταση των ανέμων, οι οποίοι συχνά είναι δριμείς τον χειμώνα. Με αυτόν τον τρόπο μετριάζονται οι σοβαροί παγετοί, οι οποίοι μπορούν να βλάψουν τα δέντρα.
2) Ιδιοτυπία του προϊόντος
Το Obst vom Bodensee χαρακτηρίζεται από ποιοτικά κριτήρια, όπως ο ζωηρός χρωματισμός, το έντονο άρωμα και η ανθεκτικότητα του φλοιού και οι συχνά μικροκυτταρικοί καρποί· αυτό έχει παρατηρηθεί επανειλημμένα σε επιστημονικές δημοσιεύσεις εδώ και περίπου 90 χρόνια. Εν προκειμένω, ο όρος «μικροκυτταρικός» σημαίνει ότι η κυτταρική δομή είναι πιο λεπτή, γεγονός που έχει θετική επίδραση στην υφή της σάρκας, στο άρωμα και στη γεύση των φρούτων.
3) Αιτιώδης σχέση
Οι κλιματικές συνθήκες και η ποιότητα του εδάφους στην περιοχή της λίμνης της Κωνσταντίας, σε συνδυασμό με την αυστηρή προσέγγιση της ποιότητας, η οποία έχει καθιερωθεί με το πέρασμα των ετών, καθιστούν δυνατή την παραγωγή Obst vom Bodensee ιδιαίτερα υψηλής ποιότητας.
Η προσέγγιση της ποιότητας εφαρμόστηκε σε πρώιμο στάδιο και οι ομάδες παραγωγών ελέγχουν τη συμμόρφωση των μελών τους με αυτήν, γεγονός που καθιστά δυνατή την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων Obst vom Bodensee με σταθερά υψηλή ποιότητα, η οποία χαίρει αποδοχής από τις επιχειρήσεις χονδρικής και λιανικής πώλησης. Με αυτόν τον τρόπο, το «Obst vom Bodensee» καθιερώθηκε και έγινε ευρέως γνωστό στη Γερμανία και στο εξωτερικό. Η τοποθεσία ευνοεί την ανάπτυξη μικροκυτταρικών καρπών. Ο διπλωματούχος γεωπόνος μηχανικός του πανεπιστημίου ETH Zürich, Karl Stoll, αναφέρει, σε διαφορετικό πλαίσιο, ότι η καλλιέργεια πολύ μεγαλύτερων φρούτων προκαλεί «ποιοτικά μειονεκτήματα, όπως αλλοίωση του αρώματος» κ.λπ. Επιπλέον, αναφέρει ότι: «Η ποικιλία Cox Orange, η οποία είναι προσαρμοσμένη στο ψυχρότερο θαλάσσιο κλίμα, αναπτύσσεται σε μεγαλύτερο μέγεθος σε πολύ θερμές περιοχές καλλιέργειας, αλλά χάνει το ιδιαίτερο άρωμά της».
Το θερμό φθινόπωρο καθιστά δυνατή την τέλεια ωρίμαση των Obst vom Bodensee. Το θερμό φθινόπωρο είναι πολύ ευνοϊκό για την ωρίμαση των Obst vom Bodensee, αλλά και για την αμπελοκαλλιέργεια. Χάρη στο μεγάλο θερμοκρασιακό εύρος μεταξύ ημέρας και νύχτας τα Obst vom Bodensee αποκτούν καλό χρώμα και έντονο άρωμα. Επιπλέον, η λίμνη της Κωνσταντίας έχει εξαιρετικά μεγάλο όγκο υδάτων λόγω του ιδιαίτερου μεγέθους της (63 km μήκος, 40 km πλάτος και μέγιστο βάθος 251 m) που την καθιστά την τρίτη μεγαλύτερη λίμνη της Κεντρικής Ευρώπης. Αυτό σημαίνει ότι η επίδραση της εξισορρόπησης και της επιβράδυνσης που ασκεί η λίμνη στη θερμοκρασία περιβάλλοντος είναι επίσης εξαιρετικά μεγάλη. Αυτή η γεωγραφική και κλιματική ιδιαιτερότητα έχει σαφή αντίκτυπο στα φρούτα που καλλιεργούνται στην περιοχή, με αποτέλεσμα τα εν λόγω φρούτα να αποκτούν χρωματισμό και ένταση αρώματος που υπερβαίνουν τον μέσο όρο. Αυτό συμβαίνει χάρη στις ανθοκυανίνες της ομάδας των φλαβονοειδών, στις οποίες ουσιαστικά οφείλεται η ανάπτυξη χρωστικών στον φλοιό των φρούτων. Ειδικότερα, η θερμοκρασία κατά την ωρίμαση των φρούτων έχει σημαντική επίδραση στη σύνθεση των ανθοκυανινών, διότι η συσσώρευση χρωστικών ουσιών συνδέεται άρρηκτα με τις θερμοκρασίες που επικρατούν τις νυχτερινές ώρες. Στο τέλος του καλοκαιριού και κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, η λίμνη της Κωνσταντίας χαρακτηρίζεται από ψυχρότερες νύχτες, τις οποίες διαδέχονται θερμές ημέρες, οι οποίες ευνοούν τον σχηματισμό έντονου κυρίαρχου χρώματος στα Obst vom Bodensee. Ως εκ τούτου, το μεγάλο θερμοκρασιακό εύρος μεταξύ ημέρας και νύχτας στην περιοχή της λίμνης της Κωνσταντίας δημιουργεί τις ιδανικές συνθήκες για τον σχηματισμό του έντονου κυρίαρχου χρώματος της σάρκας των φρούτων. Η σκληρότητα της σάρκας οφείλεται επίσης στην αυξημένη συσσώρευση ανθοκυανινών. Επιπλέον, η κυτταρική διαίρεση εξαρτάται από τη θερμοκρασία. Το μεγάλο θερμοκρασιακό εύρος δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες κατά τη διάρκεια της κυτταρικής διαίρεσης και της επακόλουθης κυτταρικής ανάπτυξης. Χάρη στη μετριαστική δράση της λίμνης αποτρέπονται τα ακραία καιρικά φαινόμενα και διασφαλίζεται και η ομοιόμορφη ανάπτυξη των κυττάρων. Ως εκ τούτου, οι φυσικές συνθήκες έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μικροκυτταρικών καρπών ή καρπών με λεπτότερη κυτταρική δομή, οι οποίοι διαθέτουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Obst vom Bodensee, όπως περιγράφονται ανωτέρω.
Οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή της λίμνης της Κωνσταντίας συμβάλλουν επίσης στην ανάπτυξη της γευστικής ποιότητας. Οργανοληπτικές μελέτες καταδεικνύουν ότι η σύνθεση σε σάκχαρα και οξέα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη γευστική ποιότητα των Obst vom Bodensee. Η συσσώρευση διαφόρων σακχάρων και οξέων στα Obst vom Bodensee λόγω του ρυθμού φωτοσύνθεσης των δένδρων και οι αλλοιώσεις που προκαλούνται από την αναπνοή των καρπών είναι ουσιαστικά διεργασίες ελεγχόμενες από τη θερμοκρασία. Οι θερμές ημερήσιες θερμοκρασίες και η άφθονη ηλιοφάνεια που χαρακτηρίζουν την περιοχή της λίμνης της Κωνσταντίας αυξάνουν τον ρυθμό φωτοσύνθεσης των δέντρων και, κατά συνέπεια, την παραγωγή σακχάρων και οξέων. Οι συγκριτικά χαμηλότερες νυχτερινές θερμοκρασίες επιβραδύνουν τη διαδικασία κυτταρικής αναπνοής των καρπών. Τα Obst vom Bodensee στρέφονται προς τα οργανικά οξέα, τα οποία χρησιμοποιούν ως υπόστρωμα για την κυτταρική αναπνοή. Ως εκ τούτου, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή της λίμνης της Κωνσταντίας αυξάνουν τον σχηματισμό οξέων στα Obst vom Bodensee και συμβάλλουν στον συγκριτικά χαμηλότερο ρυθμό αλλοίωσης. Κατά συνέπεια, αυτό σημαίνει ότι οι καρποί έχουν υψηλότερη αναλογία οξύτητας/σακχάρων και, ως εκ τούτου, τα Obst vom Bodensee έχουν μοναδική και όξινη γεύση.
Λόγω της ιδιαίτερης γεωγραφικής θέσης, οι κακές εσοδείες λόγω παγετού ή εισροής ψυχρών αέριων μαζών είναι ελάχιστες. Κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου, ο άνεμος είναι επωφελής για τη μείωση της προσβολής από επιβλαβείς οργανισμούς και την επιτάχυνση της ξήρανσης των καρπών.
Συστάσεις για την καλλιέργεια σύμφωνα με τις τρέχουσες εξελίξεις της τεχνολογίας καταρτίζονται και επικαιροποιούνται τακτικά στο πλαίσιο του τριμερούς συμβουλευτικού συστήματος που απαρτίζεται από άρτια καταρτισμένους επίσημους συμβούλους από όλες τις αγροτικές περιφέρειες της προστατευόμενης περιοχής, ιδιωτικούς συμβούλους και ειδικούς συμβούλους οπωροκαλλιέργειας από τους συνεταιρισμούς, και το οποίο τελεί υπό τον συντονισμό και την επιστημονική παρακολούθηση του Kompetenzzentrum Obstbau – Bodensee (KOB) (Κέντρο αριστείας για την οπωροκαλλιέργεια στη λίμνη της Κωνσταντίας). Αποκλείονται οι γενετικά τροποποιημένες ποικιλίες. Σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ολοκληρωμένης και ελεγχόμενης καλλιέργειας, προτιμώνται τα βιολογικά μέτρα φυτοπροστασίας και η μηχανική καταπολέμηση των ζιζανίων.
Η επίδραση των ανθρώπινων παραγόντων στο προϊόν και στην ιδιαίτερη ποιότητά του είναι πρόδηλη στο τριμερές συμβουλευτικό σύστημα που προαναφέρθηκε. Η μακρόχρονη παράδοση στον τομέα της οπωροκαλλιέργειας είναι πολύ σημαντική. Η οπωροκαλλιέργεια πραγματοποιούταν στην περιοχή της λίμνης της Κωνσταντίας, και συγκεκριμένα στα περιβόλια των μοναστηριών της περιοχής, ήδη από το 800 περίπου. Η εμπορική οπωροκαλλιέργεια ξεκίνησε περίπου το 1900 με τη συμμετοχή ήδη των πρώτων συμβούλων οπωροκαλλιέργειας. Το 1910 ιδρύθηκε η Königlich Bayerische Obst- und Weinbauschule (Βασιλική Βαυαρική Σχολή Οπωροκαλλιέργειας και Αμπελουργίας) στην αγροτική περιφέρεια Lindau. Ακολούθησε η ανάπτυξη της τεχνικής κλαδέματος των οπωροφόρων δέντρων της λίμνης της Κωνσταντίας και η εκπαίδευση αγρονόμων. Χάρη στην επισταμένη φροντίδα που δόθηκε στα δέντρα, επιτεύχθηκαν καλύτερες αποδόσεις με μεγαλύτερη συνέπεια. Το 1959 συστάθηκε το πειραματικό κέντρο του Πανεπιστημίου του Hohenheim στο Bavendorf στην αγροτική περιοχή του Ravensburg, με αποτέλεσμα η επιστημονική παρακολούθηση της οπωροκαλλιέργειας στη λίμνη της Κωνσταντίας να υποστηριχθεί από πρώιμο στάδιο. Η βασική έρευνα μετουσιώθηκε σε πρακτική οπωροκαλλιέργεια μέσω εφαρμοσμένης έρευνας και παροχής συμβουλών. Το 1989 αναπτύχθηκε ένας δείκτης ωριμότητας, ο οποίος συνδυάζει την τιμή του διαθλασιμέτρου, ως ποιοτικό χαρακτηριστικό των φρούτων, με τη σκληρότητα της σάρκας και τη διάσπαση του αμύλου, ως χαρακτηριστικά ωριμότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να προσδιοριστεί η βέλτιστη ημερομηνία ωριμότητας των Obst vom Bodensee. Οι παραγωγοί της περιοχής εφαρμόζουν όλη αυτήν την τεχνογνωσία, με την ιδιότητά τους ως κηπουροί που ειδικεύονται στην οπωροκαλλιέργεια ή ως πεπειραμένοι οπωροκαλλιεργητές. Ταυτόχρονα, η ομάδα παραγωγών διασφαλίζει ότι όλοι οι παραγωγοί γνωρίζουν τις συστάσεις για την καλλιέργεια σύμφωνα με τις τρέχουσες εξελίξεις της τεχνολογίας, μέσω εκδηλώσεων και εμπορικών εκθέσεων, καθώς και μέσω ενημερωτικών δελτίων και κατευθυντήριων γραμμών. Οι εν λόγω συστάσεις καταρτίζονται και ενημερώνονται στο πλαίσιο του τριμερούς συμβουλευτικού συστήματος που απαρτίζεται από άρτια καταρτισμένους επίσημους συμβούλους, ιδιωτικούς συμβούλους και ειδικούς συμβούλους οπωροκαλλιέργειας από τους συνεταιρισμούς, και το οποίο τελεί υπό τον συντονισμό του Kompetenzzentrum Obstbau – Bodensee (KOB). Με τον τρόπο αυτόν διασφαλίζεται ότι η συγκομιδή των καλύτερων Obst vom Bodensee με την ιδιαίτερη ποιότητά τους μπορεί να πραγματοποιηθεί το φθινόπωρο.
Οι βέλτιστοι χρόνοι συγκομιδής για τα Obst vom Bodensee καθορίζονται φαινολογικά, ανάλογα με την ποικιλία, και με τη χρήση των συναφών επιστημονικών μεθόδων. Προκειμένου να διατηρηθεί η ποιότητα των φρούτων, τα Obst vom Bodensee τοποθετούνται αμέσως σε ελεγχόμενη ατμόσφαιρα (CA) ή αποθηκεύονται σε ατμόσφαιρα με εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα οξυγόνου (ULO) ή τίθενται σε παρόμοιες συνθήκες αποθήκευσης.
Παραπομπή στη δημοσίευση των προδιαγραφών του προϊόντος
(1) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1143 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, σχετικά με τις γεωγραφικές ενδείξεις για τον οίνο, τα αλκοολούχα ποτά και τα γεωργικά προϊόντα, καθώς και σχετικά με τα εγγυημένα παραδοσιακά ιδιότυπα προϊόντα και τις προαιρετικές ενδείξεις ποιότητας για τα γεωργικά προϊόντα, ο οποίος τροποποιεί τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, (ΕΕ) 2019/787 και (ΕΕ) 2019/1753 και καταργεί τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 (ΕΕ L, 2024/1143, 23.4.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1143/oj).
ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2026/1382/oj
ISSN 1977-0901 (electronic edition)