European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά C


C/2025/3714

17.9.2025

P9_TA(2024)0372

Διοργανικός φορέας προτύπων δεοντολογίας

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Απριλίου 2024 σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών, για τη σύσταση διοργανικού φορέα προτύπων δεοντολογίας για τα μέλη των θεσμικών και των συμβουλευτικών οργάνων που αναφέρονται στο άρθρο 13 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (2024/2008(ACI))

(C/2025/3714)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη τις αποφάσεις της Διάσκεψης των Προέδρων, της 14ης και 19ης Μαρτίου 2024, με τις οποίες εγκρίθηκε το σχέδιο διοργανικής συμφωνίας για τη σύσταση διοργανικού φορέα προτύπων δεοντολογίας για τα μέλη των θεσμικών και των συμβουλευτικών οργάνων που αναφέρεται στο άρθρο 13 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

έχοντας υπόψη το σχέδιο συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών, για τη σύσταση διοργανικού φορέα προτύπων δεοντολογίας για τα μέλη των θεσμικών και των συμβουλευτικών οργάνων που αναφέρονται στο άρθρο 13 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση («Συμφωνία»),

έχοντας υπόψη το άρθρο 13 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

έχοντας υπόψη το άρθρο 232 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 2023, σχετικά με πρόταση για σύσταση διοργανικού φορέα δεοντολογίας και τα παραρτήματά της (COM(2023)0311),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Σεπτεμβρίου 2021 σχετικά με την ενίσχυση της διαφάνειας και της ακεραιότητας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ με τη σύσταση ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας της ΕΕ (1),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με τις υποψίες διαφθοράς από το Κατάρ και την ευρύτερη ανάγκη διαφάνειας και λογοδοσίας στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (2),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2023 σχετικά με τη σύσταση ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας της ΕΕ (3),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2023 σχετικά με τη συνέχεια στα μέτρα που ζητήθηκαν από το Κοινοβούλιο για την ενίσχυση της ακεραιότητας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων (4),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Ιουλίου 2023 σχετικά με τη σύσταση φορέα δεοντολογίας της ΕΕ (5),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Ιουλίου 2023 σχετικά με συστάσεις για μεταρρύθμιση των κανόνων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη διαφάνεια, την ακεραιότητα, τη λογοδοσία και την καταπολέμηση της διαφθοράς (6),

έχοντας υπόψη το άρθρο 148 παράγραφος 1 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A9-0181/2024),

Α.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανεξαρτησία, η διαφάνεια και η λογοδοσία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ είναι υψίστης σημασίας για τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση και για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατατάσσεται σήμερα μεταξύ των πλέον διαφανών νομοθετικών σωμάτων στον κόσμο·

Β.

λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις του ισχύοντος πλαισίου δεοντολογίας, το οποίο είναι κατακερματισμένο μεταξύ των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ, με διαφορετικούς κανόνες, διαδικασίες και επίπεδα επιβολής·

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο πρότεινε, στο ψήφισμά του της 16ης Σεπτεμβρίου 2021 (7), να συσταθεί ένας φιλόδοξος, πραγματικός και ανεξάρτητος φορέας δεοντολογίας, πρόταση την οποία επανέλαβε και στα μεταγενέστερα ψηφίσματά του της 16ης Φεβρουαρίου 2023 (8) και της 12ης Ιουλίου 2023 (9)·

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή υπέβαλε την πρότασή της για τη σύσταση διοργανικού φορέα δεοντολογίας στις 8 Ιουνίου 2023, προτείνοντας έναν φορέα καθορισμού προτύπων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω πρόταση της Επιτροπής υπολείπεται κατά πολύ της φιλοδοξίας που διατυπώθηκε στα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ο εν λόγω φορέας δεν θα διαθέτει την ικανότητα να εξετάζει μεμονωμένες περιπτώσεις και πιθανές παραβιάσεις των κανόνων δεοντολογίας καθώς και να προτείνει κυρώσεις·

Ε.

λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2023 (10) καθώς και το ψήφισμά του της 12ης Ιουλίου 2023 (11), αποτέλεσαν τη διαπραγματευτική εντολή του Κοινοβουλίου·

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας διοργανικός φορέας δεοντολογίας θα συμβάλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και της δημοκρατικής νομιμότητάς τους, καθώς και στην καλλιέργεια θεσμικής νοοτροπίας με βάση τα υψηλότερα πρότυπα δεοντολογίας·

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ισχύοντες κανόνες δεοντολογίας του Κοινοβουλίου στον Κανονισμό του προβλέπουν πολλές τυποποιημένες γραπτές δηλώσεις, συμπεριλαμβανομένων δηλώσεων ιδιωτικών συμφερόντων, δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων, δηλώσεων επίγνωσης σχετικά με σύγκρουση συμφερόντων για αξιωματούχους, εισηγητές, σκιώδεις εισηγητές και συμμετέχοντες σε επίσημη αντιπροσωπεία ή διοργανικές διαπραγματεύσεις, δηλώσεις προγραμματισμένων συναντήσεων με εκπροσώπους συμφερόντων, ακόμη και όταν αυτές έχουν ανατεθεί στους βοηθούς τους, δηλώσεις των εισηγητών σχετικά με τις παρατηρήσεις που έλαβαν για τος φακέλους τους, δηλώσεις συμμετοχής σε εκδηλώσεις που διοργανώνονται από τρίτους, δηλώσεις δώρων και δηλώσεις διακομματικών ομάδων ή ανεπίσημων ομάδων για εξωτερική χρηματοδοτική στήριξη·

1.

εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η συμφωνία καθιστά δυνατή την ανάπτυξη ισχυρών κοινών προτύπων δεοντολογίας και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών, και επιτρέπει την εξέταση μεμονωμένων περιπτώσεων από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες κατόπιν αιτήματος θεσμικού ή συμβουλευτικού οργάνου που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας, σχετικά με οποιαδήποτε δήλωση των μελών του·

2.

υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές των θεσμικών οργάνων ή οργανισμών έχουν την τελική εξουσία λήψης αποφάσεων σχετικά με την εφαρμογή· σημειώνει ότι κάθε διαβούλευση με ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες σε μεμονωμένες περιπτώσεις ξεκινά με αίτημα που υποβάλλεται σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες ενός συμβαλλόμενου μέρους της συμφωνίας όσον αφορά δικά του μέλη· υπογραμμίζει ότι οι δηλώσεις οικονομικών συμφερόντων των ορισθέντων Επιτρόπων, ως υποθέσεις υψηλού επιπέδου που υπερβαίνουν τα συμφέροντα του οικείου θεσμικού οργάνου, θα πρέπει κατά κανόνα να υπόκεινται σε εξέταση από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες·

3.

επαναλαμβάνει, ωστόσο, ότι το Κοινοβούλιο εξακολουθεί να υποστηρίζει πλήρως τη σύσταση ενός ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας, ο οποίος θα είναι ικανός να διεξάγει έρευνες με δική του πρωτοβουλία και να εκδίδει συστάσεις προς τις αρμόδιες αρχές των συμμετεχόντων θεσμικών οργάνων ή οργανισμών για την επιβολή κυρώσεων, θα αποτελείται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες ως πλήρη μέλη, θα καλύπτει τα μέλη των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της θητείας ή των καθηκόντων τους, καθώς και το προσωπικό, όπως προβλέπεται στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2021 (12) και επαναλαμβάνεται στα ψηφίσματά του της 16ης Φεβρουαρίου 2023 (13) και της 12ης Ιουλίου 2023 (14)·

4.

εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε να μην προσχωρήσει στη συμφωνία·

5.

εκφράζει τη λύπη του για την απροθυμία του Συμβουλίου να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας τουλάχιστον στους αντιπροσώπους σε υπουργικό επίπεδο του κράτους μέλους που ασκεί την Προεδρία του Συμβουλίου, με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει νομική βάση στις Συνθήκες για τη θέσπιση κοινών ελάχιστων προτύπων που θα εφαρμόζονται στους αντιπροσώπους των κρατών μελών· δεσμεύεται να χρησιμοποιήσει την πρώτη αναθεώρηση της συμφωνίας για την αντιμετώπιση αυτού του νομικού κενού και καλεί, στο μεταξύ, τις προσεχείς Προεδρίες του Συμβουλίου να εφαρμόσουν οικειοθελώς τις διατάξεις της· είναι της άποψης ότι τα μέλη του Συμβουλίου, όπως και τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα μπορούσαν να δεσμεύονται από τους κανόνες που θεσπίζει το Συμβούλιο σύμφωνα με την εξουσία αυτοοργάνωσής του, οι οποίοι θα υπερίσχυαν σε περίπτωση σύγκρουσης με τους εθνικούς κανόνες· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών που συνέρχονται στους κόλπους του Συμβουλίου ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως μελών του Συμβουλίου κατά την έκδοση νομικών πράξεων της ΕΕ· δεσμεύεται να ζητήσει διευκρίνιση σε νομικό επίπεδο σχετικά με το κατά πόσον το Συμβούλιο θα μπορούσε να δεσμεύσει τα μέλη του με κοινά ελάχιστα πρότυπα·

6.

θεωρεί ότι οι πόροι που διατίθενται πρέπει να καθιστούν δυνατή την ορθή λειτουργία τόσο του διοργανικού φορέα προτύπων δεοντολογίας («φορέας») που αποτελείται από έναν εκπρόσωπο από κάθε συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας όσο και των πέντε ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που επικουρούν τους θεσμικούς εκπροσώπους και συμμετέχουν στον φορέα ως παρατηρητές, καθώς και να επιτρέπουν κάθε αναγκαία στήριξή τους· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 της συμφωνίας, κάθε δαπάνη που προκύπτει από διαβουλεύσεις με τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες πρέπει να καλύπτεται από το αιτούν μέρος, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό του αριθμού των εν λόγω διαβουλεύσεων·

7.

είναι της γνώμης ότι οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες, οι οποίοι διορίζονται με συναίνεση των μερών της συμφωνίας, πρέπει να διαθέτουν επαγγελματική πείρα ειδικά στους τομείς της δεοντολογίας, της ακεραιότητας και της διαφάνειας, επιπλέον των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 της συμφωνίας και αφορούν ιστορικό άψογης επαγγελματικής συμπεριφοράς και πείρα σε υψηλού επιπέδου καθήκοντα σε ευρωπαϊκούς, εθνικούς ή διεθνείς δημόσιους οργανισμούς·

8.

τονίζει τον ουσιαστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες στην εξέταση μεμονωμένων περιπτώσεων κατόπιν αιτήματος συμβαλλόμενου μέρους της συμφωνίας· είναι της άποψης ότι η αποστολή μικρού τυχαίου δείγματος υποθέσεων από κάθε συμβαλλόμενο μέρος στους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες θα ήταν ιδιαιτέρως χρήσιμη για την ανάπτυξη ή την επικαιροποίηση ενός προτύπου δεοντολογίας·

9.

πιστεύει ότι ο φορέας θα πρέπει να βασίζεται στις υφιστάμενες εξουσίες των θεσμικών οργάνων να ζητούν πληροφορίες από τα μέλη τους ή στη συμφωνία των εθνικών αρχών για την ανταλλαγή πληροφοριών· πιστεύει ότι οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τις εθνικές αρχές, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις πληροφορίες αυτές με την ίδια εμπιστευτικότητα όπως η αρχή προέλευσης· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα των συμμετεχόντων μερών, ιδίως του μέρους που τους συμβουλεύεται σχετικά με μια υπόθεση, προκειμένου να μπορούν να διενεργούν αιτιολογημένες και τεκμηριωμένες αξιολογήσεις·

10.

σημειώνει ότι οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες επιλέγουν μεταξύ τους έναν πρόεδρο· είναι της άποψης ότι οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες θα πρέπει να έχουν πλήρη αυτονομία όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών τους, καθώς και τη σύγκληση των δικών τους συνεδριάσεων·

11.

πιστεύει ότι η αιτιολογημένη σύσταση των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, με την επιφύλαξη του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων και των προσωπικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να δημοσιοποιείται από το θεσμικό ή συμβουλευτικό όργανο, μαζί με την απόφαση της αρμόδιας αρχής, η οποία θα πρέπει να παρέχει εξηγήσεις εάν οι συστάσεις δεν τηρούνται πλήρως·

12.

καλεί τον φορέα να δώσει το παράδειγμα σε ζητήματα διαφάνειας δημοσιεύοντας όλες τις συστάσεις, τις ετήσιες εκθέσεις, τις αποφάσεις και τα αρχεία δαπανών σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο ανοικτών δεδομένων διαθέσιμο σε όλους τους πολίτες, και σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για την προστασία των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της γραπτής γνώμης των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων σχετικά με τις αυτοαξιολογήσεις των θεσμικών οργάνων σύμφωνα με το άρθρο 10 της συμφωνίας και του ανωνυμοποιημένου και συγκεντρωτικού ετήσιου απολογισμού κάθε έτους, ο οποίος συνοψίζει σε συγκεντρωτική και ανωνυμοποιημένη μορφή τις διαβουλεύσεις και τις ερωτήσεις που υποβάλλονται από τα μέρη και τις ενέργειες για την επακολούθησή τους σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 της συμφωνίας· υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να προστατεύεται δεόντως η ιδιωτικότητα των ενδιαφερόμενων ατόμων και το τεκμήριο αθωότητάς τους· καλεί τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας να αναπτύξουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές για τη διαβούλευση με τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και τη δημοσίευση των συστάσεών τους·

13.

πιστεύει ότι, προκειμένου να είναι πλήρως αποτελεσματικός ο φορέας, θα πρέπει να συνδυάζει τις λειτουργίες των υφιστάμενων οργάνων που είναι υπεύθυνα για τη δεοντολογία και ότι, κατά συνέπεια, για περιπτώσεις για τις οποίες απαιτείται ειδική εξέταση ή για τον σκοπό της ανάπτυξης ή της επικαιροποίησης ενός δεοντολογικού προτύπου, κάθε συμμετέχον μέρος θα πρέπει να διαβουλεύεται με τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες·

14.

τονίζει την ανάγκη να καθοριστεί ο τρόπος με τον οποίο θα οριστεί η εντολή του Αντιπροέδρου που εκπροσωπεί το Κοινοβούλιο στον φορέα και να θεσπιστούν κατάλληλοι μηχανισμοί λογοδοσίας·

15.

θεωρεί αναγκαίο να διευκρινιστεί ποιος θα είναι ο αναπληρωτής εκπρόσωπος του Κοινοβουλίου στον φορέα·

16.

θεωρεί ότι η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων θα πρέπει να διαδραματίσει ρόλο στον καθορισμό της εντολής του Αντιπροέδρου που θα εκπροσωπεί το Κοινοβούλιο στον φορέα, καθώς και στη λογοδοσία του Αντιπροέδρου και του αναπληρωτή εκπροσώπου· θεωρεί ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να έχουν λόγο στην ανάπτυξη προτύπων που θα είναι δεσμευτικά για αυτούς·

17.

εξακολουθεί να δεσμεύεται ότι θα συμμετάσχει με εποικοδομητικό τρόπο στην αναθεώρηση της συμφωνίας, η οποία θα διεξαχθεί τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της, προκειμένου να βελτιωθεί και να ενισχυθεί ο φορέας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 21 της συμφωνίας·

18.

υπενθυμίζει τη θέση του ότι ο φορέας θα πρέπει να είναι σε θέση να διερευνά με δική του πρωτοβουλία εικαζόμενες παραβιάσεις των κανόνων δεοντολογίας από τους υπαλλήλους το λοιπό προσωπικό των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και να διενεργεί επιτόπιες έρευνες και έρευνες βάσει αρχείων χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που έχει συλλέξει ή που έχει λάβει από τρίτους·

19.

εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας που επισυνάπτεται στο παράρτημα·

20.

αναθέτει στην Πρόεδρό του να υπογράψει τη συμφωνία μαζί με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, την Πρόεδρο της Επιτροπής, τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και τον Πρόεδρο της Επιτροπής των Περιφερειών και να μεριμνήσει για τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

21.

αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει, προς ενημέρωση, την παρούσα απόφαση, περιλαμβανομένου του παραρτήματος, σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας.


(1)   ΕΕ C 117 της 11.3.2022, σ. 159.

(2)   ΕΕ C 177 της 17.5.2023, σ. 109.

(3)   ΕΕ C 283 της 11.8.2023, σ. 31.

(4)   ΕΕ C 283 της 11.8.2023, σ. 27.

(5)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2023)0281.

(6)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2023)0292.

(7)   ΕΕ C 117 της 11.3.2022, σ. 159.

(8)   ΕΕ C 283 της 11.8.2023, σ. 31.

(9)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2023)0281.

(10)   ΕΕ C 283 της 11.8.2023, σ. 27 και σ. 31.

(11)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2023)0281.

(12)   ΕΕ C 117 της 11.3.2022, σ. 159.

(13)   ΕΕ C 283 της 11.8.2023, σ. 31.

(14)  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2023)0281.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ, ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΔΙΟΡΓΑΝΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΩΝ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

(Το κείμενο αυτού του παραρτήματος δεν επαναλαμβάνεται εδώ, εφόσον αντιστοιχεί στην διοργανική συμφωνία όπως δημοσιεύτηκε στην ΕΕ L, 2024/1365, 17.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/2024/1365/oj.)


ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/3714/oj

ISSN 1977-0901 (electronic edition)