European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά C


C/2025/711

10.2.2025

Αναίρεση που άσκησαν στις 11 Δεκεμβρίου 2024 οι Crown Holdings, Inc. και Crown Cork & Seal Deutschland Holdings GmbH κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο πενταμελές τμήμα) στις 2 Oκτωβρίου 2024 στην υπόθεση T-587/22, Crown Holdings και Crown Cork & Seal Deutschland κατά Επιτροπής

(Υπόθεση C-855/24 P)

(C/2025/711)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσες: Crown Holdings, Inc., Crown Cork & Seal Deutschland Holdings GmbH (εκπρόσωποι: A. Burnside, avocat, C. Graf York von Wartenburg, Rechtsanwalt, D. Strohl, avocate, T. von Döhren, Rechtsanwalt)

Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας

Αιτήματα

Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που με την απόφαση αυτή, αφενός, απορρίφθηκε η προσφυγή την οποία άσκησαν οι νυν αναιρεσείουσες κατά της αποφάσεως της Επιτροπής C(2022) 4761 final της 12ης Ιουλίου 2022, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (υπόθεση AT.40522 – Μεταλλικές συσκευασίες) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) και, αφετέρου, υποχρεώθηκαν οι νυν αναιρεσείουσες να καταβάλουν το 90 % των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή

να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που αφορά τις αναιρεσείουσες επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει και

εν πάση περιπτώσει, να αποφανθεί ότι η Επιτροπή θα φέρει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ αναίρεση ή να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας εάν αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού (στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας) δεν δημιούργησε εν προκειμένω δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και ότι η Επιτροπή είχε τηρήσει την ανακοίνωση περί συνεργασίας. Η ανακοίνωση περί συνεργασίας επιβάλλει την ανακατανομή των υποθέσεων μεταξύ των εθνικών αρχών ανταγωνισμού και της Επιτροπής γρήγορα και αποτελεσματικά η απαίτηση αυτή αντανακλάται στην ενδεικτική δίμηνη προθεσμία του σημείου 18 της ανακοίνωσης περί συνεργασίας. Δεδομένου ότι εν προκειμένω είχε παρέλθει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, οι αναιρεσείουσες μπορούσαν εύλογα να αναμένουν ότι η Επιτροπή θα δεχόταν την παραπομπή της υποθέσεως. Επιπλέον, από τη γραμματική, συστηματική, ιστορική και τελεολογική ερμηνεία της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, και ειδικότερα του σημείου της 19, προκύπτει ότι η εν λόγω καθυστερημένη παραπομπή των υποθέσεων είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση ουσιώδους μεταβολής των πραγματικών περιστατικών που είναι γνωστά για την υπόθεση, όπως γεγονότα τα οποία μπορεί να συνιστούν παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού και όχι, όπως αποφαίνεται το Δικαστήριο «κάθε κρίσιμο[υ] πραγματικ[ού] περιστατικ[ού». Μια διαφορετική εκτίμηση θα καθιστούσε τη διάταξη αυτή κενή περιεχομένου και θα ήταν αντίθετη προς τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των αρχών (i) της ασφάλειας δικαίου, (ii) της δικονομικής αυτονομίας, (iii) του κράτους δικαίου και (iv) της θεσμικής ισορροπίας. Καθόσον δεν υπήρξε ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή τήρησε την ανακοίνωση περί συνεργασίας όταν δέχτηκε την παραπομπή της υποθέσεως.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν υπείχε ενισχυμένη υποχρέωση αιτιολογήσεως και ότι αιτιολόγησε επαρκώς την προσβαλλόμενη απόφαση. Η Επιτροπή όφειλε να αιτιολογήσει την εκ μέρους της αποδοχή της παραπομπής διότι η δυνατότητα την οποία παρέχει το σημείο 19 της ανακοίνωσης περί συνεργασίας για παραπομπή των υποθέσεων μετά την ως άνω προθεσμία, συνιστά διάταξη παρεκκλίνουσα από γενικότερη διάταξη περαιτέρω, η Επιτροπή υπερέβη την ενδεικτική δίμηνη προθεσμία παραπομπής, υπέρβαση η οποία καθιστούσε αναγκαία την παροχή περαιτέρω εξηγήσεων. Επιπροσθέτως, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, η παροχή συμπληρωματικών εξηγήσεων από την Επιτροπή σε δελτία τύπου δεν μπορεί να αναπληρώσει την έλλειψη προσήκουσας αιτιολογίας αποφάσεως, κατά μείζονα δε λόγο όταν οι εξηγήσεις αυτές παρασχέθηκαν καθυστερημένα και είναι αντιφατικές.

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας. Πράγματι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή επιλέγει να παρεκκλίνει από τις αρχές που προβλέπει η ανακοίνωση περί συνεργασίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, καθόσον το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός 1/2003 (1), αυτό καθαυτό, συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας, δεν μπορεί να υπάρξει παραβίαση της αρχής αυτής.

Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο παρερμήνευσε ορισμένα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, συγχέοντάς τα προφανώς με επιχειρήματα που προέβαλε η Silgan στην υπόθεση T-589/22. Τα δικονομικά σφάλματα του Γενικού Δικαστηρίου προκάλεσαν σύγχυση κατά την εξέταση του βασίμου των λόγων ακυρώσεως που προέβαλαν πρωτοδίκως οι αναιρεσείουσες και συνιστούν, επομένως, δικονομική παράβαση η οποία είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των αναιρεσειουσών.


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).


ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/711/oj

ISSN 1977-0901 (electronic edition)