European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά C


C/2025/375

27.1.2025

Αναίρεση που άσκησε στις 5 Σεπτεμβρίου 2024 ο PB κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) στις 26 Ιουνίου 2024 στην υπόθεση T-789/22, PB κατά ΕΣΕ

(Υπόθεση C-582/24 P)

(C/2025/375)

Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική

Διάδικοι

Αναιρεσείων: PB (εκπρόσωπος: N. de Montigny, δικηγόρος)

Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης

Αιτήματα

Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως και να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Ιουνίου 2024 (T-789/22, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ECLI:EU:T:2024:426)·

να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης και να εκδώσει απόφαση με το διατακτικό που θα έπρεπε να έχει η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, δηλαδή:

να ακυρώσει την απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2022·

εφόσον παρίσταται ανάγκη, να ακυρώσει την απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2022 περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης·

να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα αποζημίωση ύψους 50 000 ευρώ.

να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα στα οποία υπεβλήθη ο αναιρεσείων στο πλαίσιο της αναιρετικής και της πρωτόδικης διαδικασίας.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Πρώτον, ο αναιρεσείων προβάλλει παραβίαση των αρχών της διαφάνειας και της αμεροληψίας και υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη διάφορα νομικά εννοιολογικά σχήματα και εφαρμοστέες κανονιστικές διατάξεις. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σύγχυση και εσφαλμένη εφαρμογή των αρχών που διατυπώνονται στα άρθρα 43, 49, 50, 53, 55 και 56 του κανονισμού (EE) 806/2014 (1), γεγονός που επηρέασε τον συλλογισμό του όσον αφορά την απουσία οποιασδήποτε σχέσης εξουσίας μεταξύ του προσώπου περί του οποίου πρόκειται και του προσωπικού του ΕΣΕ και της εξ αυτής απορρέουσας αντικειμενικής μεροληψίας ή ακόμη όσον αφορά την ύπαρξη ατομικού μέτρου προστασίας, απόφασης για την κατάρτιση των πινάκων ΑΣΣΠΑ ή και ατομικής απόφασης σχετικά με τον αναιρεσείοντα.

Επιπλέον, κακώς το Γενικό Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του αντικειμενικού και θεμιτού χαρακτήρα των φόβων τους οποίους επικαλείτο ο αναιρεσείων και επί των οποίων θεμελιώνεται η ύπαρξη, σε επαρκή βαθμό, αντικειμενικής μεροληψίας. Το Γενικό Δικαστήριο, παραμορφώνοντας τα στοιχεία της δικογραφίας και αποφαινόμενο ultra petita, διαπίστωσε εις βάρος του αναιρεσείοντος ότι ο ίδιος ευθυνόταν για το ότι η προϊσταμένη της υπηρεσίας συμμόρφωσης γνώριζε το περιεχόμενο της καταγγελίας του. Ακόμη, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένως την έκταση της υποχρέωσης διαφάνειας που υπέχει η διοίκηση.

Το Γενικό Δικαστήριο κακώς δεν δέχθηκε, μη λαμβάνοντας υπόψη τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος όσον αφορά την παράβαση των καθηκόντων εχεμύθειας, ελαχιστοποίησης της διάδοσης ευαίσθητων πληροφοριών, προφύλαξης, χρηστής διοίκησης και απορρήτου, την ύπαρξη οποιουδήποτε πταίσματος της διοίκησης.

Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τον κανονισμό (EE) 2018/1725 (2) απορρίπτοντας την επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος περί παραβίασης του απορρήτου της καταγγελίας του ιδίως λόγω άνευ αδείας διάδοσης των προσωπικών δεδομένων του σε ένα ευρύτατο πλαίσιο συνομιλητών, κρίνοντας ότι το ΕΣΕ ορθώς αντέταξε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε προηγουμένως υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ), ενώ τα άρθρα 63 και 68 του κανονισμού δεν επέβαλλαν υποχρέωση υποβολής καταγγελίας στον ΕΕΠΔ σε περίπτωση που η παραβίαση αναγνωρίζεται από τον επόπτη του ΕΣΕ. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο κακώς υποβάθμισε την παράβαση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας σε απλή παραβίαση προσωπικών δεδομένων.

Το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε τις ίδιες γενικές εκτιμήσεις όσον αφορά τη δήθεν επαρκή αντίδραση της διοίκησης στην προκειμένη περίπτωση, μη λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση και την έκταση των υποχρεώσεων που υπέχει η διοίκηση όταν περιέρχεται σε αυτήν καταγγελία λόγω παρενόχλησης, οι οποίες πρέπει να εκτιμώνται in concreto βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η εν λόγω αντιμετώπιση που αποκλείει οποιαδήποτε ιδιαίτερη εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης αντιβαίνει επομένως στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων την οποίαν αποσαφηνίζει το άρθρο 24 του κανονισμού 2018/1725, επιβάλλοντας υποχρέωση ανάλυσης βάσει των ειδικών περιστάσεων της κάθε περίπτωσης η οποία διαφέρει de facto και de iure.

Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν συμμορφώθηκε προς το περιεχόμενο του δικαιώματος ακρόασης και δεν εξέτασε συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε η διαδικασία λήψεως αποφάσεων, κατά το μέτρο που απέκλεισε την ύπαρξη οποιασδήποτε προσβολής του δικαιώματος ακρόασης εκ μέρους της ορισθείσας αρμόδιας για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχής (ΑΣΣΠΑ) χωρίς να ελέγξει αν η ορισθείσα ΑΣΣΠΑ είχε όντως εξετάσει τις παρατηρήσεις που είχαν υποβληθεί από τον αναιρεσείοντα.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε, παραβαίνοντας τα σημεία 4.2 και 4.3 της απόφασης SRB/PS/2017/11 του ΕΣΕ (3) καθώς και μη συμμορφούμενο προς την αποτελεσματικότητα των διαδικαστικών εγγυήσεων που πρέπει να παρέχει η διοίκηση στο πλαίσιο καταγγελίας για παρενόχληση, ότι το ΕΣΕ είχε παράσχει στον αναιρεσείοντα επαρκείς εγγυήσεις ώστε να του διασφαλίσει τη δυνατότητα να προσπαθήσει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του με μάρτυρες.

Δεύτερον, ο αναιρεσείων προβάλλει πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της ανάλυσης του λόγου ακυρώσεως με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλέστηκε πλάνη εκτιμήσεως στην οποία υπέπεσε η διοίκηση κατά την εξέταση της καταγγελίας του και του κατά πόσον αυτή είχε αρκούντως πειστικό χαρακτήρα ούτως ώστε να δικαιολογεί την κίνηση διοικητικής έρευνας. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το αποδοκιμαζόμενο από τον αναιρεσείοντα πλαίσιο και επέτεινε το βάρος απόδειξης που φέρει ο καταγγέλλων κατά το στάδιο της ανάλυσης πριν από τη διοικητική έρευνα, απαξίωσε δε εντελώς το καθήκον αρωγής που υπέχει η διοίκηση σε ένα πλαίσιο τόσο ευαίσθητο όπως αυτό μιας καταγγελίας εις βάρος του προσώπου που έχει τις εξουσίες ΑΣΣΠΑ έναντι όλου του προσωπικού του ΕΣΕ.

Τρίτον, κακώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε καθ’ ολοκληρίαν το αποζημιωτικό αίτημα του αναιρεσείοντος λόγω της απόρριψης του ακυρωτικού αιτήματος, χωρίς να λάβει υπόψη τη διατήρηση του δικαιώματος αποζημίωσης λόγω των παρανομιών που κατήγγειλε ο αναιρεσείων σχετικά με τη διαδικασία που εφαρμόστηκε για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία όμως δεν είναι ικανή να επιφέρει την ακύρωση της απόφασης αυτής. Ως εκ τούτου, παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος για αποζημίωση λόγω παράβασης του καθήκοντος εμπιστευτικότητας, ως προς την οποία το ΕΣΕ ομολόγησε τουλάχιστον μία παραβίαση του απορρήτου, ενώ μία δεύτερη παραβίαση αποδεικνυόταν από τη δικογραφία.


(1)  Κανονισμός (ΕΕ) 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 225, σ. 1).

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ 2018, L 295, σ. 39).

(3)  Απόφαση SRB/PS/2017/11 του ΕΣΕ, της 29ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με την πολιτική του ΕΣΕ για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την πρόληψη της ηθικής και σεξουαλικής παρενόχλησης.


ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/375/oj

ISSN 1977-0901 (electronic edition)