European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά C


C/2024/494

23.1.2024

P9_TA(2023)0244

Διερεύνηση της χρήσης του λογισμικού Pegasus και αντίστοιχου κατασκοπευτικού λογισμικού παρακολούθησης (Σύσταση)

Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιουνίου 2023 προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τη διερεύνηση εικαζόμενων παραβάσεων και περιστατικών κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης σε σχέση με τη χρήση του λογισμικού Pegasus και αντίστοιχου κατασκοπευτικού λογισμικού παρακολούθησης (2023/2500(RSP))

(C/2024/494)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), και ιδίως τα άρθρα 2, 4 6 και 21,

έχοντας υπόψη τα άρθρα 16, 223, 225 και 226 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης»), και ιδίως τα άρθρα 7, 8, 11, 21, 41, 42 και 47,

έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (1) (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες),

έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (2),

έχοντας υπόψη την οδηγία (EΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (3),

έχοντας υπόψη την οδηγία 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Αυγούστου 2013, για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου (4) («οδηγία για το κυβερνοέγκλημα»),

έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/821 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2021, για τη θέσπιση ενωσιακού συστήματος ελέγχου των εξαγωγών, της μεσιτείας, της τεχνικής βοήθειας, της διαμετακόμισης και της μεταφοράς ειδών διπλής χρήσης (5) («κανονισμός για τα είδη διπλής χρήσης»),

έχοντας υπόψη την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2019/797 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2019, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά κυβερνοεπιθέσεων που απειλούν την Ένωση ή τα κράτη μέλη της (6) όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία του Συμβουλίου (ΚΕΠΠΑ) 2021/796 της 17ης Μαΐου 2021  (7),

έχοντας υπόψη την Πράξη περί της εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση και καθολική ψηφοφορία (8),

έχοντας υπόψη την απόφαση 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 6ης Μαρτίου 1995, περί των λεπτομερών διατάξεων άσκησης του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (9),

έχοντας υπόψη την απόφαση (ΕΕ) 2022/480 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2022, σχετικά με τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση της χρήσης του λογισμικού Pegasus και αντίστοιχου κατασκοπευτικού λογισμικού παρακολούθησης, και τον καθορισμό του αντικειμένου της έρευνας, καθώς και των αρμοδιοτήτων, της αριθμητικής σύνθεσης και της διάρκειας της θητείας της επιτροπής (10),

έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/138/EΚ και 2013/36/EΕ (11) (οδηγία κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες),

έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με τη θέσπιση κοινού πλαισίου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης στην εσωτερική αγορά (ευρωπαϊκή πράξη για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης) και την τροποποίηση της οδηγίας 2010/13/ΕΕ (COM(2022)0457),

έχοντας υπόψη το άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

έχοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-37/20 (12), σχετικά με την οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: η διάταξη η οποία προβλέπει ότι στις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των εταιρειών που έχουν την έδρα τους στην επικράτεια των κρατών μελών έχει πρόσβαση, σε κάθε περίπτωση, οποιοδήποτε μέλος του ευρύτερου κοινού είναι ανίσχυρη,

έχοντας υπόψη το άρθρο 17 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα,

έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τις κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα (13),

έχοντας υπόψη τη δήλωση της Ύπατης Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Michelle Bachelet, της 19ης Ιουλίου 2022, με τίτλο «Χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού για την παρακολούθηση δημοσιογράφων και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων»,

έχοντας υπόψη το σχόλιο της Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Dunja Mijatovic, της 27ης Ιανουαρίου 2023, με τίτλο «Τα εξαιρετικά παρεμβατικά κατασκοπευτικά λογισμικά απειλούν την ουσία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων»  (14),

έχοντας υπόψη τις προκαταρκτικές παρατηρήσεις του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) σχετικά με το σύγχρονο κατασκοπευτικό λογισμικό, της 15ης Φεβρουαρίου 2022  (15),

έχοντας υπόψη τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, και ιδίως τα άρθρα 8, 10, 13, 14 και 17, καθώς και τα πρωτόκολλά της,

έχοντας υπόψη την αξιολόγηση απειλών όσον αφορά το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα (SOCTA) της Ευρωπόλ το 2021 με τίτλο «A Corrupting Influence: Infiltration and Undermining of Europe’s Economy and Society by Organised Crime» (Μια διαφθείρουσα επιρροή: Η διείσδυση του οργανωμένου εγκλήματος στην οικονομία και την κοινωνία της Ευρώπης και η υπονόμευσή της),

έχοντας υπόψη την έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA) του 2017 με θέμα «Surveillance by intelligence services: fundamental rights safeguards and remedies in the EU» (Παρακολούθηση από τις υπηρεσίες πληροφοριών: εγγυήσεις και μέσα έννομης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση), και τις ενημερώσεις που παρουσιάστηκαν στις 28 Φεβρουαρίου 2023 στην εξεταστική επιτροπή για τη διερεύνηση της χρήσης του Pegasus και ισοδύναμου κατασκοπευτικού λογισμικού παρακολούθησης (PEGA),

έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Μαρτίου 2014 σχετικά με το πρόγραμμα παρακολούθησης της υπηρεσίας εθνικής ασφάλειας (NSA) των ΗΠΑ, τα όργανα παρακολούθησης σε διάφορα κράτη μέλη και τον αντίκτυπό τους στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ, και με τη διατλαντική συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (16), και ιδίως τις συστάσεις που περιέχονται σε αυτό σχετικά με την ενίσχυση της ασφάλειας ΤΠ στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ,

έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση 24/2022 του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ), της 11ης Νοεμβρίου 2022, σχετικά με την ευρωπαϊκή πράξη για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης,

έχοντας υπόψη το γλωσσάριο για το κακόβουλο λογισμικό και το κατασκοπευτικό λογισμικό που συντάχθηκε από τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κυβερνοασφάλεια (ENISA),

έχοντας υπόψη την απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με θέμα «Πώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αξιολόγησε τον αντίκτυπο στα ανθρώπινα δικαιώματα προτού παράσχει υποστήριξη στις αφρικανικές χώρες για την ανάπτυξη ικανοτήτων παρακολούθησης» (υπόθεση 1904/2021/MHZ),

έχοντας υπόψη τη δήλωση, της 2ας Φεβρουαρίου 2023, της κ. Irene Kahn, ειδικής εισηγήτριας των Ηνωμένων Εθνών για την ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης, και του κ. Fernand de Varennes, ειδικού εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για θέματα μειονοτήτων, με την οποία ζητούσαν να διερευνηθούν οι καταγγελίες για το κατασκοπευτικό πρόγραμμα που είχε στόχο Καταλανούς ηγετικούς παράγοντες (17),

έχοντας υπόψη την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Δημοκρατία μέσω της Νομοθεσίας (Επιτροπή της Βενετίας) σχετικά με τη δημοκρατική εποπτεία των υπηρεσιών ασφαλείας (18) και τη γνωμοδότησή της με τίτλο «Πολωνία — Γνωμοδότηση σχετικά με τον νόμο της 15ης Ιανουαρίου 2016 για την τροποποίηση του νόμου περί αστυνομίας και ορισμένων άλλων νόμων»  (19),

έχοντας υπόψη την έκθεση της εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση της χρήσης του λογισμικού Pegasus και αντίστοιχου κατασκοπευτικού λογισμικού παρακολούθησης (A9-0189/2023),

έχοντας υπόψη το άρθρο 208 παράγραφος 12 του Κανονισμού του,

Α.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, χάρη στις προσπάθειες των CitizenLab και Amnesty Tech και πολυάριθμων ερευνητών δημοσιογράφων, έχει αποκαλυφθεί ότι κυβερνητικοί φορείς σε αρκετές χώρες, τόσο κράτη μέλη της ΕΕ όσο και τρίτες χώρες, έχουν χρησιμοποιήσει το Pegasus και αντίστοιχο κατασκοπευτικό λογισμικό παρακολούθησης κατά δημοσιογράφων, πολιτικών, αξιωματούχων επιβολής του νόμου, διπλωματών, δικηγόρων, επιχειρηματιών, παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών και άλλων παραγόντων, για πολιτικούς ή ακόμη και εγκληματικούς σκοπούς· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρακτικές αυτές είναι εξαιρετικά ανησυχητικές και υπογραμμίζουν τον κίνδυνο κατάχρησης των τεχνολογιών παρακολούθησης με σκοπό την υπονόμευση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και των εκλογικών διαδικασιών·

Β.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο όρος «κατασκοπευτικό λογισμικό» αναφέρεται στην έκθεση, σημαίνει «Pegasus και αντίστοιχο κατασκοπευτικό λογισμικό επιτήρησης», όπως ορίζεται στην απόφαση του Κοινοβουλίου για τη σύσταση της επιτροπής PEGA·

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρατηρηθεί σκόπιμη χρήση κατασκοπευτικών λογισμικών από κρατικούς φορείς με παραπλανητικό τρόπο, μέσω της μεταμφίεσης κατασκοπευτικού σε νόμιμο πρόγραμμα, αρχείο ή περιεχόμενο («δούρειος ίππος»), όπως για παράδειγμα ψευδή μηνύματα από δημόσιους οργανισμούς· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δημόσιες αρχές έχουν χρησιμοποιήσει παρόχους τηλεφωνίας για να διαβιβάσουν κακόβουλο περιεχόμενο στη συσκευή του στοχοποιούμενου προσώπου· λαμβάνοντας υπόψη ότι το κατασκοπευτικό λογισμικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσω της εκμετάλλευσης τρωτών σημείων ημέρας μηδέν χωρίς τη διάδραση του στόχου με μολυσμένο περιεχόμενο, ότι μπορεί να απομακρύνει όλα τα ίχνη της παρουσίας του μετά την απεγκατάσταση και μέσω της ανωνυμοποίησης του συνδέσμου μεταξύ απομακρυσμένων χειριστών και του διακομιστή·

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τις πρώτες ημέρες της κινητής επικοινωνίας, η υποκλοπή γινόταν μέσω της παρακολούθησης κλήσεων και, αργότερα, γραπτών μηνυμάτων σε απλό μορφότυπο·

Ε.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμφάνιση των εφαρμογών κρυπτογραφημένης κινητής επικοινωνίας οδήγησε στην ανάδυση του κλάδου του κατασκοπευτικού λογισμικού, το οποίο διερευνά υφιστάμενα τρωτά σημεία των λειτουργικών συστημάτων των έξυπνων τηλεφώνων προκειμένου να εγκαταστήσει λογισμικό που χρησιμοποιείται για την εισαγωγή κατασκοπευτικού λογισμικού στο τηλέφωνο, μεταξύ άλλων μέσω μολύνσεων «μηδενικού κλικ», χωρίς γνώση του χρήστη ή οποιαδήποτε ενέργεια από τον χρήστη, επιτρέποντας την εξαγωγή δεδομένων πριν από την κρυπτογράφηση· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ίδιος ο σχεδιασμός αυτών των κατασκοπευτικών λογισμικών «μηδενικού κλικ» δυσκολεύει σε μεγάλο βαθμό τον αποτελεσματικό και ουσιαστικό έλεγχο της χρήση τους·

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η γνώση των τρωτών σημείων των λογισμικών συστημάτων αποτελεί αντικείμενο εμπορίου κατευθείαν μεταξύ μερών ή διευκολύνεται από μεσίτες· λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω εμπόριο περιλαμβάνει μη κρατικούς φορείς και εγκληματικές οργανώσεις·

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγορά, το εμπόριο και η συσσώρευση τρωτών σημείων ημέρας μηδέν υπονομεύουν ουσιαστικά την ακεραιότητα και την ασφάλεια των επικοινωνιών και της κυβερνοασφάλειας των πολιτών της ΕΕ·

Η.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρακολούθηση με κατασκοπευτικό λογισμικό θα πρέπει να παραμείνει η εξαίρεση και να απαιτεί πάντα αποτελεσματική, δεσμευτική και ουσιαστική εκ των προτέρων δικαστική άδεια από αμερόληπτη και ανεξάρτητη δικαστική αρχή, η οποία πρέπει να διασφαλίζει ότι το μέτρο είναι αναγκαίο, αναλογικό και περιορίζεται αυστηρά σε περιπτώσεις που επηρεάζουν την εθνική ασφάλεια ή περιλαμβάνουν την τρομοκρατία και το σοβαρό έγκλημα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάχρηση των τεχνικών παρακολούθησης είναι πιθανή σε περιβάλλοντα χωρίς αποτελεσματικούς ελέγχους και ισορροπίες·

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε παρακολούθηση με χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού πρέπει να ελέγχεται από ανεξάρτητη εκ των υστέρων εποπτική αρχή, η οποία πρέπει να διασφαλίζει ότι κάθε εξουσιοδοτημένη παρακολούθηση διενεργείται σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και την Επιτροπή της Βενετίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω εκ των υστέρων εποπτική αρχή θα πρέπει να διατάσσει τον τερματισμό της παρακολούθησης άμεσα όταν διαπιστώνεται ότι δεν είναι συμβατή με τα προαναφερθέντα δικαιώματα και προϋποθέσεις·

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρακολούθηση με χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού που δεν πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης και στη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ αντιβαίνει στις αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και, ιδίως, των άρθρων 7, 8, 11, 17, 21 και 47 αυτού, τα οποία αναγνωρίζουν τα συγκεκριμένα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές, όπως ο σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, το δικαίωμα στην απαγόρευση των διακρίσεων, καθώς και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και το τεκμήριο αθωότητας·

ΙΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δικαιώματα των προσώπων που έχουν στοχοποιηθεί ορίζονται στον Χάρτη και στις διεθνείς συμβάσεις, ιδίως το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, καθώς και στους κανόνες της Ένωσης σχετικά με τα δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δικαιώματα αυτά έχουν επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΑΔ·

ΙΒ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αντίκτυπος της στοχευμένης παρακολούθησης γυναικών μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρός, δεδομένου ότι οι αρχές μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον αυξημένο κοινωνικό έλεγχο που υφίστανται οι γυναίκες για να χρησιμοποιήσουν ως όπλο τα ιδιωτικά και προσωπικά δεδομένα που αποσπούν μέσω κατασκοπευτικών λογισμικών για εκστρατείες δυσφήμισης·

ΙΓ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι από τις μαρτυρίες των προσώπων που έχουν στοχοποιηθεί είναι σαφές ότι, ακόμη και αν υπάρχουν μέσα έννομης προστασίας και ατομικά δικαιώματα σε έντυπη μορφή, αυτά καθίστανται ως επί το πλείστον άκυρα λόγω της παρεμπόδισης από κυβερνητικούς φορείς, της απουσίας ή της μη εφαρμογής του δικαιώματος ενημέρωσης των προσώπων που έχουν στοχοποιηθεί και των διοικητικών εμποδίων για τα πρόσωπα στην απόδειξη ότι έχουν στοχοποιηθεί· λαμβάνοντας υπόψη ότι ακόμα και σε συστήματα με γρήγορες και ανοικτές διαδικασίες, η φύση του κατασκοπευτικού λογισμικού καθιστά πολύ δύσκολο να αποδειχθούν η ταυτότητα του δημιουργού, η φύση και η έκταση της στοχοποίησης του προσώπου·

ΙΔ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δικαστήρια δεν αποδέχονται τα εγκληματολογικά στοιχεία ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, αλλά μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που βασίζονται στην εξέταση των αρχών, της ασφάλειας ή της επιβολής του νόμου που εικάζεται ότι βρίσκονται πίσω από επίθεση· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό αφήνει τα στοχοποιημένα άτομα αντιμέτωπα με μια παράδοξη κατάσταση χωρίς βιώσιμη επιλογή απόδειξης της μόλυνσης από κατασκοπευτικό λογισμικό·

ΙΕ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολωνική κυβέρνηση έχει αποδυναμώσει και εξαλείψει θεσμικές και νομικές εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων διαδικασιών εποπτείας και ελέγχου, αφήνοντας ουσιαστικά τα πρόσωπα που έχουν στοχοποιηθεί παράνομα χωρίς κανένα ουσιαστικό μέσο έννομης προστασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το κατασκοπευτικό λογισμικό παρακολούθησης Pegasus έχει χρησιμοποιηθεί παράνομα για πολιτικούς σκοπούς στην κατασκοπεία δημοσιογράφων, πολιτικών της αντιπολίτευσης, δικηγόρων, εισαγγελέων και παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών·

ΙΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η ουγγρική κυβέρνηση έχει αποδυναμώσει και εξαλείψει θεσμικές και νομικές εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων διαδικασιών εποπτείας και ελέγχου, αφήνοντας ουσιαστικά τα πρόσωπα που έχουν στοχοποιηθεί χωρίς κανένα ουσιαστικό μέσο έννομης προστασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το κατασκοπευτικό λογισμικό παρακολούθησης Pegasus έχει χρησιμοποιηθεί παράνομα για πολιτικούς σκοπούς στην κατασκοπεία δημοσιογράφων, πολιτικών της αντιπολίτευσης, δικηγόρων, εισαγγελέων και παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών·

ΙΖ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει επιβεβαιωθεί επίσημα ότι ένας βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΒΕΚ) για την Ελλάδα και ένας έλληνας δημοσιογράφος έχουν πέσει θύματα υποκλοπής από την ελληνική Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) και έχουν στοχοποιηθεί από το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator· λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας πρώην εργαζόμενος στη Meta, ελληνικής και αμερικανικής υπηκοότητας, έπεσε θύμα υποκλοπής από την ΕΥΠ και ταυτόχρονα στοχοποιήθηκε από το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator, η χρήση του οποίου είναι παράνομη σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, βουλευτές της αντιπολίτευσης και του κυβερνόντος κόμματος στην Ελλάδα, ακτιβιστές κομμάτων και δημοσιογράφοι εικάζεται ότι έχουν στοχοποιηθεί επίσης από το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator ή έχουν πέσει θύματα συμβατικής υποκλοπής από την ΕΥΠ ή και τα δύο· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική κυβέρνηση αρνείται ότι έχει αγοράσει ή χρησιμοποιήσει τον Predator, αλλά ότι είναι πολύ πιθανό το Predator να έχει χρησιμοποιηθεί από πρόσωπα ή για λογαριασμό προσώπων που βρίσκονται πολύ κοντά στο γραφείο του πρωθυπουργού· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι έχει χορηγήσει άδειες εξαγωγής στην Intellexa για την πώληση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator σε καταπιεστικές κυβερνήσεις, όπως της Μαδαγασκάρης και του Σουδάν· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυβέρνηση ανταποκρίθηκε στο σκάνδαλο με νομοθετικές τροποποιήσεις που μειώνουν περαιτέρω τα δικαιώματα του στόχου της παρακολούθησης να ενημερώνεται μετά την παρακολούθηση και εμποδίζουν περαιτέρω το έργο των ανεξάρτητων αρχών·

ΙΗ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αποκαλύψεις έδειξαν δύο κατηγορίες στόχων κατασκοπευτικού λογισμικού στην Ισπανία· λαμβάνοντας υπόψη ότι στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Άμυνας, ο Υπουργός Εσωτερικών και άλλοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι· λαμβάνοντας υπόψη ότι η δεύτερη κατηγορία αποτελεί μέρος αυτού που αναφέρεται ως «CatalanGate» από την οργάνωση Citizen Lab και περιλαμβάνει 65 στοχοποιημένα άτομα, συμπεριλαμβανομένων πολιτικών προσωπικοτήτων από την περιφερειακή κυβέρνηση της Καταλονίας, μελών του κινήματος υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλονίας, βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δικηγόρων, ακαδημαϊκών και παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι, τον Μάιο του 2022, οι ισπανικές αρχές δέχθηκαν να στοχεύσουν 18 άτομα με δικαστική άδεια, αν και μέχρι στιγμής δεν έχουν αποκαλύψει τα εντάλματα ή άλλες πληροφορίες, επικαλούμενες την εθνική ασφάλεια κατά την καταγραφή της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού στην Ισπανία· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με ισχυρισμούς, 47 άλλα άτομα έχουν στοχοποιηθεί, αλλά δεν έχουν λάβει άλλες πληροφορίες εκτός από το Citizen Lab·

ΙΘ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχουν επιβεβαιωθεί καταγγελίες για μολύνσεις από κατασκοπευτικό λογισμικό στην Κύπρο· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κύπρος αποτελεί σημαντικό ευρωπαϊκό εξαγωγικό κόμβο για τον κλάδο της επιτήρησης και ελκυστική τοποθεσία για τις εταιρείες που πωλούν τεχνολογίες επιτήρησης·

Κ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι κυβερνήσεις του Μαρόκου και της Ρουάντας, μεταξύ άλλων, έχουν στοχοποιήσει πολίτες της Ένωσης υψηλού κύρους με κατασκοπευτικό λογισμικό, συμπεριλαμβανομένων του Προέδρου της Γαλλίας, του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Άμυνας και του Υπουργού Εσωτερικών της Ισπανίας, του τότε πρωθυπουργού του Βελγίου, του πρώην Προέδρου της Επιτροπής και πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας και της Carine Kanimba, κόρης του Paul Rusesabagina·

ΚΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να υποτεθεί με ασφάλεια ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν αγοράσει ή χρησιμοποιήσει ένα ή περισσότερα συστήματα κατασκοπευτικού λογισμικού· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα απόσχουν από την παράνομη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού, αλλά ο κίνδυνος κατάχρησης είναι πολύ εύλογος, ελλείψει σταθερού νομικού πλαισίου που να περιλαμβάνει διασφαλίσεις και εποπτεία, και εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών εντοπισμού και ανίχνευσης των μολύνσεων·

ΚΒ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κυβερνήσεις των περισσότερων κρατών μελών και τα κοινοβούλια των κρατών μελών δεν έχουν παράσχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ουσιαστικές πληροφορίες σχετικά με τα νομικά πλαίσιά τους που διέπουν τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού πέραν όσων ήταν ήδη δημόσια γνωστά, παρά την υποχρέωση να το πράξουν σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 6 Μαρτίου 1995, σχετικά με τις λεπτομερείς διατάξεις που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι δύσκολο να αξιολογηθεί η επιβολή της νομοθεσίας της Ένωσης, καθώς και οι διασφαλίσεις, η εποπτεία και τα ένδικα μέσα, κάτι που παρεμποδίζει επαρκή προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών·

ΚΓ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 ΣΕΕ «Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας»·

ΚΔ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι αρκετές σημαίνουσες προσωπικότητες από τη βιομηχανία του κατασκοπευτικού λογισμικού έχουν αποκτήσει τη μαλτέζικη ιθαγένεια, η οποία διευκολύνει τις δραστηριότητές τους εντός και από την ΕΕ·

ΚΕ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί κατασκευαστές και πωλητές κατασκοπευτικού λογισμικού είναι καταχωρισμένοι ή έχουν καταχωριστεί σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι, για παράδειγμα, ο όμιλος NSO με εταιρική παρουσία στο Λουξεμβούργο, την Κύπρο, τις Κάτω Χώρες και τη Βουλγαρία· η μητρική εταιρία της Intellexa, Thalestris Limited στην Ιρλανδία, στην Ελλάδα, στην Ελβετία και στην Κύπρο· η DSIRF στην Αυστρία· η QuaDream στην Κύπρο· οι Amesys και Nexa Technologies στη Γαλλία· οι Tykelab και RCS Lab στην Ιταλία· και η FinFisher (έχει παύσει να λειτουργεί) στη Γερμανία·

ΚΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν συμμετέχει στον Διακανονισμό του Wassenaar σχετικά με τους ελέγχους των εξαγωγών των συμβατικών όπλων και των αγαθών και τεχνολογιών διπλής χρήσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα κράτη μέλη εκτός της Κύπρου συμμετέχουν στον διακανονισμό του Wassenaar, αν και η Κύπρος υπέβαλε αίτηση προσχώρησης στον διακανονισμό του Wassenaar πριν από πολύ καιρό· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κύπρος δεσμεύεται από τον κανονισμό για τα είδη διπλής χρήσης·

ΚΖ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το καθεστώς εξαγωγών του Ισραήλ (20) εφαρμόζεται κατ’ αρχήν σε όλους τους Ισραηλινούς πολίτες, ακόμη και όταν δραστηριοποιούνται από την ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ισραήλ δεν συμμετέχει στον Διακανονισμό του Wassenaar, αλλά ισχυρίζεται ότι εφαρμόζει τα πρότυπά του·

ΚΗ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξαγωγή κατασκοπευτικού λογισμικού από την Ένωση σε τρίτες χώρες ρυθμίζεται στον κανονισμό για τα είδη διπλής χρήσης, ο οποίος αναθεωρήθηκε το 2021· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή δημοσίευσε την πρώτη της έκθεση εφαρμογής τον Σεπτέμβριο του 2022 (21)·

ΚΘ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένοι παραγωγοί κατασκοπευτικού λογισμικού που εξάγουν σε τρίτες χώρες εγκαθίστανται εντός της Ένωσης για να φαίνονται ευυπόληπτοι όταν εμπορεύονται κατασκοπευτικό λογισμικό με καταπιεστικά καθεστώτα· λαμβάνοντας υπόψη ότι πραγματοποιούνται εξαγωγές από την Ένωση προς καταπιεστικά καθεστώτα ή μη κρατικούς φορείς, κατά παράβαση των κανόνων της ΕΕ για τις εξαγωγές·

Λ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Amesys και Nexa Technologies διώκονται επί του παρόντος στη Γαλλία για εξαγωγή τεχνολογίας παρακολούθησης στη Λιβύη, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, οι εταιρείες Intellexa με έδρα την Ελλάδα εξήγαγαν τα προϊόντα τους στο Μπαγκλαντές, το Σουδάν, τη Μαδαγασκάρη και σε τουλάχιστον μία αραβική χώρα· λαμβάνοντας υπόψη, ότι το λογισμικό της FinFisher χρησιμοποιείται από δεκάδες χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων η Αγκόλα, το Μπαχρέιν, το Μπανγκλαντές, η Αίγυπτος, η Αιθιοπία, η Γκαμπόν, η Ιορδανία, το Καζακστάν, η Μιανμάρ, το Ομάν, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία, ενώ οι υπηρεσίες πληροφοριών του Μαρόκου έχουν κατηγορηθεί από την Αμνηστία και την Forbidden Stories ότι χρησιμοποιούν κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus κατά δημοσιογράφων, υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της κοινωνίας των πολιτών και πολιτικών από την Διεθνή Αμνηστία και την Forbidden Stories· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι άγνωστο εάν χορηγήθηκαν άδειες εξαγωγής για την εξαγωγή κατασκοπευτικού λογισμικού σε όλες αυτές τις χώρες· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρώην στελέχη της FinFisher έχουν κατηγορηθεί από την εισαγγελία του Μονάχου για εξαγωγή τεχνολογίας παρακολούθησης στην Τουρκία χωρίς άδεια εξαγωγής·

ΛΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των συμμετεχόντων σε εμπορικές εκθέσεις όπλων και οι δυνατότητες εμπορίας κατασκοπευτικού λογισμικού της ISSWorld καταδεικνύουν την επικράτηση παρόχων κατασκοπευτικού λογισμικού και συναφών προϊόντων και υπηρεσιών από τρίτες χώρες, σημαντικός αριθμός των οποίων έχει την έδρα του στο Ισραήλ (π.χ. όμιλος NSO, Wintego, Quadream και Cellebrite), ενώ αποκαλύπτονται εξέχοντες παραγωγοί στην Ινδία (ClearTrail), το Ηνωμένο Βασίλειο (BAe Systems και Black Cube) και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (DarkMatter), ο δε κατάλογος οντοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος βάζει σε μαύρη λίστα παραγωγούς κατασκοπευτικού λογισμικού που είναι εγκατεστημένοι στο Ισραήλ (όμιλος NSO και Candiru), στη Ρωσία (Positive Technologies) και στη Σινγκαπούρη (Computer Security Initiative Consultancy PTE LTD.) αναδεικνύει περαιτέρω την ποικιλομορφία προέλευσης των παραγωγών κατασκοπευτικού λογισμικού· λαμβάνοντας υπόψη ότι στις εμπορικές εκθέσεις συμμετέχουν επίσης ευρύ φάσμα ευρωπαϊκών δημόσιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων τοπικών αστυνομικών δυνάμεων·

ΛΒ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 4 παράγραφος 2 ΣΕΕ προβλέπει ότι η εθνική ασφάλεια παραμένει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κάθε κράτους μέλους·

ΛΓ.

λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι το ΔΕΕ έχει αποφανθεί (υπόθεση C-623/17) ότι «μολονότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν τα ουσιώδη συμφέροντά τους στον τομέα της ασφάλειας και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της εσωτερικής και εξωτερικής τους ασφάλειας, το γεγονός και μόνον ότι έχει ληφθεί εθνικό μέτρο για την προστασία της εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί να καταστήσει ανεφάρμοστο το δίκαιο της ΕΕ και να απαλλάξει τα κράτη μέλη από την υποχρέωσή τους να συμμορφώνονται με το εν λόγω δίκαιο»·

ΛΔ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το ΔΕΕ έχει αποφανθεί (υπόθεση C-203/15) ότι «το άρθρο 15 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 και του άρθρου 52 παράγραφος 1 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, για την καταπολέμηση του εγκλήματος, προβλέπει γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση όλων των δεδομένων κίνησης και θέσης όλων των συνδρομητών και των εγγεγραμμένων χρηστών όσον αφορά όλα τα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας»·

ΛΕ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το ΔΕΕ έχει αποφανθεί (υπόθεση C-203/15) ότι «το άρθρο 15 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/58/EK, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/EK, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11, καθώς και του άρθρου 52 παράγραφος 1 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που διέπει την προστασία και την ασφάλεια των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης και, ειδικότερα, την πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα διατηρούμενα δεδομένα, όταν ο σκοπός που επιδιώκεται με την πρόσβαση αυτή, στο πλαίσιο της καταπολέμησης του εγκλήματος, δεν περιορίζεται μόνο στην καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος, όταν η πρόσβαση δεν υπόκειται σε προηγούμενο έλεγχο από δικαστήριο ή ανεξάρτητη διοικητική αρχή και εφόσον δεν απαιτείται η διατήρηση των εν λόγω δεδομένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης»·

ΛΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ καθιστά σαφές ότι κάθε είδους παρακολούθηση πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τον νόμο, να εξυπηρετεί νόμιμο σκοπό και να είναι αναγκαία και αναλογική. λαμβάνοντας υπόψη ότι, επιπλέον, το νομικό πλαίσιο πρέπει να παρέχει ακριβείς, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες διασφαλίσεις σχετικά με την εντολή, την εκτέλεση και τις πιθανές ευκαιρίες έννομης προστασίας κατά των μέτρων παρακολούθησης, τα οποία πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή δικαστικό έλεγχο και αποτελεσματική εποπτεία (22)·

ΛΖ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα (σύμβαση 108), η οποία εκσυγχρονίστηκε πρόσφατα ως σύμβαση 108+, εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς εθνικής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ είναι μέλη της εν λόγω Σύμβασης·

ΛΗ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι σημαντικές πτυχές της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού για την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων και την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και πρόληψης έναντι κινδύνων που απειλούν τη δημόσια ασφάλεια, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης·

ΛΘ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Χάρτης προβλέπει τους όρους για τον περιορισμό της άσκησης αυτών των δικαιωμάτων, απαιτώντας ότι πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο, να σέβεται την ουσία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών αυτών, να υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας, να επιβάλλεται μόνο εάν είναι αναγκαίος και εκπληρώνει πραγματικά σκοπούς γενικού συμφέροντος οι οποίοι αναγνωρίζονται από την Ένωση ή ικανοποιεί την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην περίπτωση της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού, το επίπεδο παρέμβασης στο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα μπορεί να είναι τόσο σοβαρό ώστε στην πραγματικότητα το άτομο στερείται αυτό το δικαίωμα και η χρήση δεν μπορεί πάντοτε να θεωρηθεί αναλογική, ανεξάρτητα από το αν το μέτρο μπορεί να θεωρηθεί αναγκαίο για την επίτευξη των θεμιτών στόχων ενός δημοκρατικού κράτους·

Μ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν το απόρρητο των επικοινωνιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάπτυξη εργαλείων παρακολούθησης συνιστά περιορισμό του δικαιώματος προστασίας του τερματικού εξοπλισμού που παρέχεται από την οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι τέτοιοι περιορισμοί θα έθεταν τους εθνικούς νόμους για το κατασκοπευτικό λογισμικό στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες παρόμοια με ό,τι ισχύει για τους εθνικούς νόμους για τη διατήρηση δεδομένων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η τακτική ανάπτυξη τεχνολογίας παρεμβατικού κατασκοπευτικού λογισμικού δεν θα ήταν συμβατή με την έννομη τάξη της Ένωσης·

ΜΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα κράτος βάσει του διεθνούς δικαίου έχει μόνο το δικαίωμα να διερευνά πιθανά εγκλήματα εντός της δικαιοδοσίας του και πρέπει να προσφεύγει στη συνδρομή άλλων κρατών όταν η έρευνα πρέπει να διεξαχθεί σε άλλα κράτη, εκτός εάν υπάρχει βάση για τη διεξαγωγή ερευνών στην άλλη δικαιοδοσία λόγω διεθνούς συμφωνίας, ή στην περίπτωση των κρατών μελών, στο δίκαιο της Ένωσης·

ΜΒ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η μόλυνση μιας συσκευής με κατασκοπευτικό λογισμικό και η επακόλουθη συλλογή δεδομένων πραγματοποιούνται μέσω των εξυπηρετητών των παρόχων υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι, δεδομένου ότι η δωρεάν περιαγωγή εντός της Ένωσης έχει οδηγήσει ορισμένες φορές άτομα να έχουν συμβάσεις κινητής τηλεφωνίας από άλλα κράτη μέλη από εκείνο στο οποίο διαμένουν, επί του παρόντος δεν υπάρχει νομική βάση στο δίκαιο της Ένωσης για τη συλλογή δεδομένων στο άλλο κράτος μέλος μέσω της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού·

ΜΓ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πρώην ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για την προώθηση και την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης (23), David Kaye, και η νυν ειδική εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών για την προώθηση και την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης (24), Irene Khan, έχουν ζητήσει άμεση αναστολή της χρήσης, μεταφοράς και πώλησης εργαλείων παρακολούθησης έως ότου καθοριστούν αυστηρές διασφαλίσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προκειμένου να ελέγχονται οι πρακτικές και να διασφαλίζεται ότι οι κυβερνήσεις και οι μη κρατικοί φορείς χρησιμοποιούν τα εργαλεία με νόμιμους τρόπους·

ΜΔ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες εταιρείες κατασκοπευτικού λογισμικού, ιδίως η Intellexa, έχουν πωλήσει όχι μόνο την ίδια την τεχνολογία υποκλοπής και εξαγωγής, αλλά και ολόκληρη την υπηρεσία, η οποία αναφέρεται επίσης ως «δικτυοπαραβίαση ως υπηρεσία» ή «ενεργή κυβερνονοημοσύνη», προσφέροντας μια δέσμη τεχνολογικών μεθόδων παρακολούθησης και υποκλοπής, καθώς και κατάρτιση για το προσωπικό και τεχνική, επιχειρησιακή και μεθοδολογική υποστήριξη· λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπηρεσία αυτή θα μπορούσε να επιτρέψει στην εταιρεία να ελέγχει το σύνολο της επιχείρησης επιτήρησης και να συγκεντρώνει τα δεδομένα επιτήρησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρακτική αυτή είναι σχεδόν αδύνατο για τις αρμόδιες αρχές να εποπτεύουν και να ελέγχουν· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό δυσχεραίνει την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας, της αναγκαιότητας, της νομιμότητας, της νομιμότητας και της επάρκειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπηρεσία αυτή δεν επιτρέπεται από την Υπηρεσία Εξαγωγών Άμυνας του Ισραήλ (DECA)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κύπρος έχει χρησιμοποιηθεί για την παράκαμψη των υφιστάμενων περιορισμών βάσει της ισραηλινής νομοθεσίας προκειμένου να παρέχει υπηρεσίες δικτυοπαραβίασης·

ΜΕ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη πρέπει να συμμορφώνονται με την οδηγία 2014/24/ΕΕ και την οδηγία 2009/81/ΕΚ σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις και τις προμήθειες στον τομέα της άμυνας, αντίστοιχα· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να αιτιολογούν επαρκώς παρεκκλίσεις βάσει του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η οδηγία του 2009/81/ΕK λαμβάνει ρητά υπόψη τα ευαίσθητα χαρακτηριστικά των συμβάσεων στον τομέα της άμυνας και τηρεί τη συμφωνία του ΠΟΕ για τις δημόσιες συμβάσεις, όπως τροποποιήθηκε στις 30 Μαρτίου 2012 (25), εάν είναι συμβαλλόμενο μέρος της·

ΜΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ΕΕΠΔ έχει υπογραμμίσει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να σέβονται την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που θέτουν όρια στις δραστηριότητες παρακολούθησης για λόγους εθνικής ασφάλειας. λαμβάνοντας υπόψη ότι, επιπλέον, όταν χρησιμοποιείται για σκοπούς επιβολής του νόμου, η παρακολούθηση πρέπει να συμμορφώνεται με το δίκαιο της ΕΕ και κυρίως με τον Χάρτη και με οδηγίες της ΕΕ όπως την οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την οδηγία για την επιβολή του νόμου·

ΜΖ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει αναφερθεί ότι μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν προσπαθήσει να ενθαρρύνουν τους παραγωγούς κατασκοπευτικού λογισμικού να απέχουν από την εφαρμογή κατάλληλων προτύπων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δέουσα επιμέλεια και να συνεχίσουν να πωλούν κατασκοπευτικό λογισμικό σε καταπιεστικά καθεστώτα·

ΜΗ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι στο πρόγραμμα «Ορίζων 2020», το Ισραήλ κατατάσσεται στην τρίτη θέση μεταξύ των συνδεδεμένων χωρών όσον αφορά τη συνολική συμμετοχή στο πρόγραμμα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία του προγράμματος «Ορίζων Ευρώπη» με το Ισραήλ έχει συνολικό προϋπολογισμό για την περίοδο 2021-27 ύψους 95,5 δισεκατομμυρίων EUR (26)· λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν διατεθεί ορισμένα κονδύλια σε ισραηλινές στρατιωτικές εταιρείες και εταιρείες ασφάλειας μέσω αυτών των ευρωπαϊκών προγραμμάτων (27)·

ΜΘ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το κύριο νομοθετικό μέσο για τις αναπτυξιακές πολιτικές της Ένωσης είναι ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/947 (28) («κανονισμός για την Ευρώπη στον κόσμο») και ότι η ενωσιακή χρηματοδότηση μπορεί να παρέχεται μέσω των τύπων χρηματοδότησης που προβλέπονται από τον δημοσιονομικό κανονισμό· λαμβάνοντας υπόψη ότι η βοήθεια μπορεί να ανασταλεί σε περίπτωση υποβάθμισης της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή του κράτους δικαίου σε τρίτες χώρες·

1.

τονίζει την αδιαμφισβήτητη σημασία της προστασίας της ιδιωτικότητας, του δικαιώματος στην αξιοπρέπεια και την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, της ελευθερίας του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ιδίως σε έναν ολοένα και πιο ψηφιακό κόσμο όπου όλο και περισσότερες από τις δραστηριότητές μας πραγματοποιούνται διαδικτυακά·

2.

υποστηρίζει ακράδαντα ότι οι παραβιάσεις αυτών των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών είναι καίριας σημασίας όσον αφορά τον σεβασμό των κοινών νομικών αρχών που ορίζονται στις Συνθήκες και σε άλλες πηγές, και σημειώνει ότι η ίδια η δημοκρατία διακυβεύεται, καθώς η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού σε πολιτικούς, κοινωνία των πολιτών και δημοσιογράφους έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα και επηρεάζει σοβαρά το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ειρηνικώς, την ελευθερία της έκφρασης και τη συμμετοχή του κοινού·

3.

καταδικάζει απερίφραστα τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού από κυβερνήσεις ή μέλη των αρχών κυβερνήσεων ή κρατικών οργάνων των κρατών μελών με σκοπό την παρακολούθηση, τον εκβιασμό, τον εκφοβισμό, τη χειραγώγηση και την απαξίωση μελών της αντιπολίτευσης, των επικριτών, και της κοινωνίας των πολιτών, την εξάλειψη του δημοκρατικού ελέγχου και του ελεύθερου Τύπου, τη χειραγώγηση των εκλογών, καθώς και την υπονόμευση του κράτους δικαίου μέσω της στοχοποίησης δικαστικών, εισαγγελέων και δικηγόρων με κατασκοπευτικό λογισμικό για πολιτικούς λόγους·

4.

επισημαίνει ότι αυτή η παράνομη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού από εθνικές κυβερνήσεις και κυβερνήσεις τρίτων χωρών επηρεάζει άμεσα και έμμεσα τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, υπονομεύοντας έτσι την ακεραιότητα της δημοκρατίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

5.

σημειώνει με μεγάλη ανησυχία τη θεμελιώδη ανεπάρκεια της υφιστάμενης δομής διακυβέρνησης της Ένωσης για την αντιμετώπιση επιθέσεων κατά της δημοκρατίας, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου από το εσωτερικό της Ένωσης, και την έλλειψη δράσης από πολλά κράτη μέλη· σημειώνει ότι όταν απειλούνται σε ένα κράτος μέλος, ολόκληρη η Ένωση τίθεται σε κίνδυνο·

6.

τονίζει ότι τα ψηφιακά πρότυπα που διέπουν τις τεχνολογικές εξελίξεις στην Ένωση πρέπει να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα·

7.

υποστηρίζει σθεναρά ότι η εξαγωγή κατασκοπευτικού λογισμικού από την Ένωση σε δικτατορίες και καταπιεστικά καθεστώτα με κακές επιδόσεις στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπου τα εργαλεία αυτά χρησιμοποιούνται κατά ακτιβιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσιογράφων και επικριτών της κυβέρνησης, συνιστά σοβαρή παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και κατάφωρη παραβίαση των κανόνων της Ένωσης για τις εξαγωγές·

8.

εκφράζει επίσης την ανησυχία του για την παράνομη χρήση και το λαθραίο εμπόριο κατασκοπευτικού λογισμικού από άλλα κράτη μέλη, τα οποία καλλιεργούν συλλογικά την εντύπωση ότι η Ένωση αποτελεί προορισμό για τον κλάδο του κατασκοπευτικού λογισμικού·

9.

εκφράζει την ανησυχία του για τη στόχευση προσωπικοτήτων υψηλού επιπέδου, υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογράφων στην Ένωση με κατασκοπευτικό λογισμικό, από τρίτες χώρες·

10.

εκφράζει επίσης την ανησυχία του για την προφανή επιφυλακτικότητα όσον αφορά τη διερεύνηση της κατάχρησης κατασκοπευτικού λογισμικού, εάν ο ύποπτος είναι κυβερνητικός φορέας ενός κράτους μέλους ή τρίτης χώρας· σημειώνει την πολύ αργή πρόοδο και την έλλειψη διαφάνειας στις δικαστικές έρευνες για κατάχρηση κατασκοπευτικού λογισμικού κατά κυβερνητικών ηγετών και υπουργών κρατών μελών της ΕΕ και της Επιτροπής, καθώς και κατά μελών της κοινωνίας των πολιτών, δημοσιογράφων ή πολιτικών αντιπάλων·

11.

σημειώνει ότι το νομικό πλαίσιο ορισμένων κρατών μελών δεν παρέχει ακριβείς, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες διασφαλίσεις σχετικά με την εντολή, την εκτέλεση και τους πιθανούς μηχανισμούς προσφυγής κατά μέτρων παρακολούθησης· σημειώνει ότι τα εν λόγω μέτρα πρέπει να εξυπηρετούν νόμιμο σκοπό και να είναι αναγκαία και αναλογικά·

12.

εκφράζει τη λύπη του για την αποτυχία των κυβερνήσεων των κρατών μελών, του Συμβουλίου και της Επιτροπής να συνεργαστούν πλήρως στο πλαίσιο της έρευνας και να ανταλλάξουν τις σχετικές και ουσιαστικές πληροφορίες προκειμένου να συνδράμουν την εξεταστική επιτροπή να εκπληρώσει τα καθήκοντά της, όπως αυτά ορίζονται στην εντολή· αναγνωρίζει ότι ορισμένες από τις πληροφορίες αυτές ενδέχεται να υπόκεινται σε αυστηρές νομικές απαιτήσεις περί απορρήτου και εμπιστευτικότητας· θεωρεί ότι η συλλογική απάντηση του Συμβουλίου είναι εντελώς ανεπαρκής και αντίθετη προς την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 ΣΕΕ·

13.

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ούτε τα κράτη μέλη, ούτε το Συμβούλιο ούτε η Επιτροπή φαινόταν ότι ενδιαφέρονται να μεγιστοποιήσουν τις προσπάθειές τους να διερευνήσουν πλήρως την κατάχρηση του κατασκοπευτικού λογισμικού, προστατεύοντας έτσι εν γνώσει τους τις κυβερνήσεις της Ένωσης που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα εντός και εκτός της Ένωσης·

14.

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην Πολωνία έχουν σημειωθεί σημαντικές παραβάσεις και κακοδιοίκηση κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης·

15.

καλεί την Πολωνία:

α)

να παροτρύνει τον γενικό εισαγγελέα να κινήσει έρευνες σχετικά με την κατάχρηση του κατασκοπευτικού λογισμικού·

β)

να αποκαταστήσει επειγόντως επαρκείς θεσμικές και νομικές διασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένων αποτελεσματικών, δεσμευτικών εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχων, καθώς και ανεξάρτητων μηχανισμών εποπτείας, συμπεριλαμβανομένου του δικαστικού ελέγχου των δραστηριοτήτων παρακολούθησης· τονίζει ότι, στο πλαίσιο του αποτελεσματικού εκ των προτέρων ελέγχου, το αίτημα προς το δικαστήριο για επιχειρησιακή παρακολούθηση, καθώς και η δικαστική εντολή για την εν λόγω παρακολούθηση, θα πρέπει να περιέχουν σαφή αιτιολόγηση και αναφορά των τεχνικών μέσων που θα χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση, και ότι, στο πλαίσιο του αποτελεσματικού εκ των υστέρων ελέγχου, θα πρέπει να θεσπιστεί υποχρέωση ενημέρωσης του προσώπου που υπόκειται σε παρακολούθηση σχετικά με το γεγονός, τη διάρκεια, την έκταση και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της επιχειρησιακής παρακολούθησης·

γ)

να θεσπίσει συνεκτική νομοθεσία για την προστασία των πολιτών, ασχέτως εάν η επιχειρησιακή παρακολούθηση διενεργείται από την εισαγγελική υπηρεσία, τις μυστικές υπηρεσίες ή οποιοδήποτε άλλο κρατικό φορέα·

δ)

να συμμορφωθεί με την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου σχετικά με τον νόμο του 1990 περί αστυνομίας·

ε)

να συμμορφωθεί με τη γνώμη της Επιτροπής της Βενετίας σχετικά με τον νόμο του 2016 περί αστυνομίας·

στ)

να συμμορφωθεί με τις διάφορες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, όπως η απόφαση στην υπόθεση Roman Zakharov κατά Ρωσίας του 2015, η οποία υπογραμμίζει την ανάγκη για αυστηρά κριτήρια παρακολούθησης, κατάλληλη δικαστική εξουσιοδότηση και εποπτεία, την άμεση καταστροφή μη συναφών δεδομένων, τον δικαστικό έλεγχο των επειγουσών διαδικασιών και την απαίτηση ενημέρωσης των προσώπων που έχουν στοχοποιηθεί, καθώς και την απόφαση στην υπόθεση Klass και λοιποί κατά Γερμανίας του 1978 που ορίζει ότι η παρακολούθηση πρέπει να έχει επαρκή σημασία προκειμένου να απαιτείται μια τέτοια παραβίαση της ιδιωτικότητας·

ζ)

να συμμορφωθεί με όλες τις αποφάσεις του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ που σχετίζονται με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και την υπεροχή του δικαίου της ΕΕ·

η)

να αποσύρει το άρθρο 168α του αναδιατυπωμένου νόμου για την τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του 2016·

θ)

να αποκαταστήσει την πλήρη ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος και να σεβαστεί τις καταστατικές εξουσίες όλων των αρμόδιων εποπτικών οργάνων, όπως ο Διαμεσολαβητής, ο πρόεδρος του Γραφείου προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το Ανώτατο Ελεγκτικό Συνέδριο, ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης συνεργασία και πρόσβαση όλων των εποπτικών φορέων στις πληροφορίες και η παροχή πλήρους ενημέρωσης σε όλα τα άτομα που στοχοποιήθηκαν·

ι)

να καθιερώσει επειγόντως την τυχαία ανάθεση υποθέσεων στους δικαστές των δικαστηρίων για κάθε αίτηση που υποβάλλεται, ακόμη και το Σαββατοκύριακο και εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας, προκειμένου να αποφευχθεί η επιλογή «φιλικών δικαστών» από τις μυστικές υπηρεσίες, και να διασφαλίσει τη διαφάνεια ενός τέτοιου συστήματος, μεταξύ άλλων, μέσω της δημοσιοποίησης του αλγόριθμου βάσει του οποίου ένας δικαστής ορίζεται τυχαίως σε μια υπόθεση·

ια)

να επαναφέρει το παραδοσιακό σύστημα κοινοβουλευτικής εποπτείας, σύμφωνα με το οποίο το κόμμα της αντιπολίτευσης αναλαμβάνει την προεδρία της Επιτροπής Κοινοβουλευτικής Εποπτείας για τις Ειδικές Υπηρεσίες (KSS)·

ιβ)

να διευκρινίσει επειγόντως την κατάσταση σχετικά με την κατάχρηση κατασκοπευτικού λογισμικού στην Πολωνία, ούτως ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία όσον αφορά την ακεραιότητα των επερχόμενων εκλογών·

ιγ)

να εφαρμόσει σωστά και να επιβάλλει την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 (οδηγία για την επιβολή του νόμου) και να διασφαλίσει ότι η αρχή προστασίας δεδομένων έχει την εξουσία εποπτείας της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από, μεταξύ άλλων, αρχές όπως η Κεντρική Υπηρεσία Καταπολέμησης της Διαφθοράς και η Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας·

ιδ)

να εφαρμόσει την οδηγία για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος·

ιε)

να μην εγκρίνει διατάξεις των νέων νόμων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες οι οποίες είναι αντίθετες με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)·

ιστ)

να διασφαλίσει τη διαθεσιμότητα αποτελεσματικής έννομης προστασίας για τους πολίτες της Πολωνίας που επηρεάζονται από την υλοποίηση νόμων οι οποίοι είναι αντίθετοι με το Σύνταγμα της Πολωνίας και το ΕΔΔΑ·

ιζ)

να καλέσει την Ευρωπόλ να διερευνήσει όλες τις περιπτώσεις εικαζόμενης κατάχρησης κατασκοπευτικού λογισμικού·

ιη)

να διασφαλίσει την ανεξάρτητη συνταγματική επανεξέταση των νόμων στην Πολωνία·

ιθ)

να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία του ρόλου του γενικού εισαγγελέα από τον υπουργό Δικαιοσύνης προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι έρευνες στις εικαζόμενες παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν επηρεάζονται από πολιτικές παραμέτρους·

16.

παροτρύνει την Επιτροπή να αξιολογήσει τη συμβατότητα της πολωνικής πράξης του 2018 για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία σε σχέση με την πρόληψη και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας με την οδηγία της ΕΕ για την επιβολή του νόμου και, εφόσον χρειαστεί, να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει·

17.

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην Ουγγαρία έχουν σημειωθεί σημαντικές παραβάσεις και κακοδιοίκηση κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης·

18.

καλεί την Ουγγαρία:

α)

να αποκαταστήσει επειγόντως επαρκείς θεσμικές και νομικές διασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένων αποτελεσματικών, δεσμευτικών εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχων, καθώς και ανεξάρτητων μηχανισμών εποπτείας· συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής επανεξέτασης των δραστηριοτήτων παρακολούθησης· τονίζει ότι, στο πλαίσιο του αποτελεσματικού εκ των προτέρων ελέγχου, το αίτημα προς το δικαστήριο για επιχειρησιακή παρακολούθηση, καθώς και η δικαστική εντολή για την εν λόγω παρακολούθηση, θα πρέπει να περιέχουν σαφή αιτιολόγηση και αναφορά των τεχνικών μέσων που θα χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση, και ότι, στο πλαίσιο του αποτελεσματικού εκ των υστέρων ελέγχου, θα πρέπει να θεσπιστεί υποχρέωση ενημέρωσης του προσώπου που υπόκειται σε παρακολούθηση σχετικά με το γεγονός, τη διάρκεια, την έκταση και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της επιχειρησιακής παρακολούθησης·

β)

να συμμορφωθεί με τις διάφορες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, όπως η απόφαση στην υπόθεση Roman Zakharov κατά Ρωσίας του 2015, η οποία υπογραμμίζει την ανάγκη για αυστηρά κριτήρια παρακολούθησης, κατάλληλη δικαστική εξουσιοδότηση και εποπτεία, την άμεση καταστροφή μη συναφών δεδομένων, τον δικαστικό έλεγχο των επειγουσών διαδικασιών και την απαίτηση ενημέρωσης των προσώπων που έχουν στοχοποιηθεί, καθώς και την απόφαση στην υπόθεση Klass και λοιποί κατά Γερμανίας του 1978 που ορίζει ότι η παρακολούθηση πρέπει να έχει επαρκή σημασία προκειμένου να απαιτείται μια τέτοια παραβίαση της ιδιωτικότητας, καθώς και την απαίτηση ενημέρωσης των προσώπων που έχουν παρακολουθηθεί·

γ)

να συμμορφωθεί με όλες τις αποφάσεις του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ που σχετίζονται με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και την υπεροχή του δικαίου της ΕΕ·

δ)

να επαναφέρει ανεξάρτητα εποπτικά όργανα σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Hüttl κατά Ουγγαρίας, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο δηλώνει ότι η Εθνική Αρχή για την Προστασία Δεδομένων και την Ελευθερία της Πληροφόρησης (NAIH) δεν είναι σε θέση να ασκεί ανεξάρτητη εποπτεία της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού, δεδομένου ότι οι μυστικές υπηρεσίες έχουν το δικαίωμα να αρνούνται την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα λόγω απορρήτου·

ε)

να αποκαταστήσει την πλήρη ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος και όλων των αρμόδιων εποπτικών οργάνων, όπως ο Διαμεσολαβητής και οι αρχές προστασίας δεδομένων, ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης συνεργασία και πρόσβαση όλων των εποπτικών φορέων στις πληροφορίες και η παροχή πλήρους ενημέρωσης σε όλα τα πρόσωπα που έχουν στοχοποιηθεί·

στ)

να επαναφέρει ανεξάρτητους υπαλλήλους σε ηγετικούς ρόλους σε εποπτικά όργανα όπως το Συνταγματικό Δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο, η εισαγγελία, η Εθνική Τράπεζα της Ουγγαρίας και η Εθνική Εκλογική Επιτροπή·

ζ)

να εφαρμόσει την οδηγία για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος·

η)

να καλέσει την Ευρωπόλ να διερευνήσει όλες τις περιπτώσεις εικαζόμενης κατάχρησης κατασκοπευτικού λογισμικού·

θ)

να μην εγκρίνει διατάξεις των νέων νόμων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες οι οποίες είναι αντίθετες με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)·

ι)

να διασφαλίσει τη διαθεσιμότητα αποτελεσματικής έννομης προστασίας για τους πολίτες της Ουγγαρίας που επηρεάζονται από την υλοποίηση νόμων οι οποίοι είναι αντίθετοι με το Σύνταγμα της Ουγγαρίας και το ΕΔΔΑ·

19.

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην Ελλάδα έχουν σημειωθεί παραβάσεις και κακοδιοίκηση κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης·

20.

καλεί την Ελλάδα:

α)

να αποκαταστήσει επειγόντως και να ενισχύσει τις θεσμικές και νομικές διασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένων αποτελεσματικών εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχων, καθώς και ανεξάρτητων μηχανισμών εποπτείας·

β)

να ανακαλέσει επειγόντως όλες τις άδειες εξαγωγής που δεν συνάδουν πλήρως με τον κανονισμό για τα είδη διπλής χρήσης και να διερευνήσει τις καταγγελίες για παράνομες εξαγωγές, μεταξύ άλλων στο Σουδάν·

γ)

να διασφαλίσει ότι οι αρχές μπορούν να διερευνούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα όλες τις καταγγελίες για τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού·

δ)

να αποσύρει επειγόντως την τροπολογία 826/145 του νόμου 2472/1997, με την οποία καταργήθηκε η δυνατότητα της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) να ενημερώνει τους πολίτες για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών· να τροποποιήσει τον νόμο 5002/2022 προκειμένου να αποκαταστήσει το δικαίωμα των στοχοποιημένων προσώπων στην άμεση ενημέρωση, κατόπιν αιτήματος, μόλις ολοκληρωθεί η παρακολούθηση, και να διορθώσει άλλες διατάξεις που αποδυναμώνουν τις διασφαλίσεις, τον έλεγχο και τη λογοδοσία·

ε)

να αποκαταστήσει την πλήρη ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος και όλων των αρμόδιων εποπτικών οργάνων, όπως ο Διαμεσολαβητής και οι αρχές προστασίας δεδομένων, και να σεβαστεί πλήρως την ανεξαρτησία της ΑΔΑΕ, ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης συνεργασία και πρόσβαση όλων των εποπτικών φορέων και των φορέων επίβλεψης στις πληροφορίες και η παροχή πλήρους ενημέρωσης σε όλα τα άτομα που έχουν στοχοποιηθεί·

στ)

να διασφαλίσει ότι η ΑΔΑΕ μπορεί να δημιουργήσει ένα ηλεκτρονικό αρχείο ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί το καθήκον της·

ζ)

να διευκρινίσει επειγόντως την κατάσταση σχετικά με την κατάχρηση κατασκοπευτικού λογισμικού στην Ελλάδα, ούτως ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία όσον αφορά την ακεραιότητα των επερχόμενων εκλογών·

η)

να αντιστρέψει τη νομοθετική τροποποίηση του 2019 που έθεσε την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) υπό τον άμεσο έλεγχο του πρωθυπουργού· να διασφαλίσει συνταγματικές εγγυήσεις και να επιτρέψει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της λειτουργίας της, χωρίς το πρόσχημα του απορρήτου των πληροφοριών·

θ)

να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της ηγεσίας της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ)·

ι)

να διασφαλίσει ότι το δικαστικό σώμα διαθέτει όλα τα αναγκαία μέσα και υποστήριξη για την έρευνα μετά την εικαζόμενη κατάχρηση κατασκοπευτικού λογισμικού και να κατασχέσει φυσικά αποδεικτικά στοιχεία για πληρεξούσιους, εταιρείες μεσιτείας και πωλητές κατασκοπευτικού λογισμικού που συνδέονται με μολύνσεις από κατασκοπευτικό λογισμικό·

ια)

να καλέσει την Ευρωπόλ να συμμετάσχει αμέσως στις έρευνες·

ιβ)

να απόσχει από πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο του ανώτατου εισαγγελέα·

21.

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, συνολικά, το κανονιστικό πλαίσιο στην Ισπανία συνάδει με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις Συνθήκες· Επισημαίνει, ωστόσο, ότι απαιτούνται ορισμένες μεταρρυθμίσεις και ότι η εφαρμογή στην πράξη πρέπει να συνάδει πλήρως με τα θεμελιώδη δικαιώματα και να διασφαλίζει την προστασία της συμμετοχής του κοινού·

22.

καλεί, επομένως, την Ισπανία:

α)

να διεξαγάγει πλήρη, δίκαιη και αποτελεσματική έρευνα, κατά την οποία παρέχεται πλήρης σαφήνεια σχετικά με όλες τις εικαζόμενες περιπτώσεις χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού, συμπεριλαμβανομένων των 47 υποθέσεων για τις οποίες παραμένει ασαφές κατά πόσον τα εν λόγω πρόσωπα στοχοποιήθηκαν ή όχι από την ισπανική Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (CNI) με δικαστική εντολή, ή εάν άλλη αρχή είχε λάβει δικαστικές εντολές για τη νόμιμη στόχευσή τους, καθώς και σχετικά με τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού κατά του πρωθυπουργού και μελών της κυβέρνησης, και να παρουσιάσει τα πορίσματα όσο το δυνατόν ευρύτερα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία·

β)

να παρέχει επαρκή πρόσβαση στη CNI για τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η δικαστική άδεια που εκδίδει το Ανώτατο Δικαστήριο για 18 άτομα·

γ)

να συνεργαστεί με τα δικαστήρια για να διασφαλιστεί ότι τα άτομα που αποτελούν στόχο κατασκοπευτικού λογισμικού έχουν πρόσβαση σε πραγματικά και ουσιαστικά ένδικα μέσα και ότι οι δικαστικές έρευνες ολοκληρώνονται χωρίς καθυστέρηση με αμερόληπτο και διεξοδικό τρόπο, για τον οποίο θα πρέπει να διατεθούν επαρκείς πόροι·

δ)

να ξεκινήσει τη μεταρρύθμιση του νομικού πλαισίου της CNI, όπως ανακοινώθηκε τον Μάιο του 2022·

ε)

να καλέσει την Ευρωπόλ, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει με τεχνική εμπειρογνωμοσύνη, να συμμετάσχει στις έρευνες·

23.

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για κακοδιοίκηση κατά την εφαρμογή του κανονισμού της ΕΕ για τα είδη διπλής χρήσης στην Κύπρο, κάτι που απαιτεί αυστηρό έλεγχο·

24.

καλεί την Κύπρο:

α)

να αξιολογήσει διεξοδικά όλες τις άδειες εξαγωγής που έχουν εκδοθεί για κατασκοπευτικό λογισμικό και να τις ανακαλέσει, όπου αρμόζει·

β)

να αξιολογήσει ενδελεχώς την αποστολή υλικού κατασκοπευτικού λογισμικού εντός της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ μεταξύ κρατών μελών και να χαρτογραφήσει τις διάφορες ισραηλινές εταιρείες ή εταιρείες οι οποίες ανήκουν και διοικούνται από ισραηλινούς πολίτες και οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στην Κύπρο και έχουν ανάμειξη σε τέτοιου είδους δραστηριότητες·

γ)

να δημοσιοποιήσει την έκθεση του ειδικού ερευνητή για την υπόθεση «Spyware Van», όπως ζητήθηκε από την επιτροπή κατά την επίσημη αποστολή της στην Κύπρο·

δ)

να διερευνήσει πλήρως, με τη βοήθεια της Ευρωπόλ, όλες τις καταγγελίες για παράνομη χρήση και εξαγωγή κατασκοπευτικού λογισμικού, ιδίως σε δημοσιογράφους, δικηγόρους, παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών και κύπριους πολίτες·

25.

είναι της άποψης ότι η κατάσταση σε ορισμένα κράτη μέλη αποτελεί επίσης λόγο ανησυχίας, ιδίως δεδομένης της παρουσίας επικερδούς και επεκτεινόμενης βιομηχανίας κατασκοπευτικού λογισμικού που επωφελείται από την καλή φήμη, την ενιαία αγορά και την ελεύθερη κυκλοφορία της Ένωσης, γεγονός που επιτρέπει σε ορισμένα κράτη μέλη όπως η Κύπρος και η Βουλγαρία να καθίστανται εξαγωγικός κόμβος για κατασκοπευτικό λογισμικό σε καταπιεστικά καθεστώτα ανά τον κόσμο·

26.

είναι της άποψης ότι η αδυναμία ή η άρνηση ορισμένων εθνικών αρχών να διασφαλίσουν την κατάλληλη προστασία των πολιτών της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων κανονιστικών κενών και κατάλληλων νομικών μέσων, καταδεικνύει με όλη την αναγκαία σαφήνεια ότι επιβάλλεται δράση σε επίπεδο Ένωσης για να διασφαλιστεί η τήρηση του γράμματος των Συνθηκών και ο σεβασμός της νομοθεσίας της Ένωσης, ώστε να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα των πολιτών να ζουν σε ασφαλές περιβάλλον όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ιδιωτική ζωή, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και η περιουσία, όπως απαιτείται από την οδηγία 2012/29/ΕΕ σύμφωνα με την οποία κάθε θύμα εγκλήματος έχει δικαίωμα να λαμβάνει υποστήριξη και προστασία ανάλογα με τις ατομικές του ανάγκες·

27.

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπήρξαν σοβαρές ελλείψεις κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης όταν η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) παρείχαν στήριξη σε τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, 10 τέτοιων χωρών στο Σαχέλ, ώστε να τους δώσουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν ικανότητες επιτήρησης (29)·

28.

είναι της άποψης ότι το εμπόριο και η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού πρέπει να ρυθμίζονται αυστηρά· αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η νομοθετική διαδικασία μπορεί να πάρει χρόνο, ενώ η κατάχρηση πρέπει να σταματήσει άμεσα· ζητά την έγκριση όρων για τη νόμιμη χρήση, πώληση, αγορά και μεταβίβαση κατασκοπευτικού λογισμικού· επιμένει ότι, για τη συνέχιση της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού, τα κράτη μέλη πρέπει να πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023:

α)

όλες οι περιπτώσεις εικαζόμενης κατάχρησης κατασκοπευτικού λογισμικού διερευνώνται πλήρως και επιλύονται χωρίς καθυστέρηση από τις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές·

β)

αποδεικνύουν ότι το πλαίσιο που διέπει τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού συνάδει με τα πρότυπα που ορίζονται από την Επιτροπή της Βενετίας και τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΑΔ·

γ)

δεσμεύονται ρητά για συμμετοχή της Ευρωπόλ σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5 και 6 του κανονισμού Ευρωπόλ σχετικά με έρευνες για καταγγελίες παράνομης χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού· και

δ)

να καταργηθούν όλα τα πιστοποιητικά εξαγωγής που δεν συνάδουν πλήρως με τον κανονισμό για τα είδη διπλής χρήσης·

29.

θεωρεί ότι η εκπλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων πρέπει να αξιολογείται από την Επιτροπή έως τις 30 Νοεμβρίου 2023· θεωρεί, περαιτέρω, ότι θα δημοσιευτούν τα πορίσματα της αξιολόγησης σε δημόσια έκθεση·

30.

τονίζει ότι στο πλαίσιο της καταπολέμησης του σοβαρού εγκλήματος και της τρομοκρατίας και αναγνωρίζοντας ότι η ικανότητα αυτή είναι ζωτικής σημασίας για τα κράτη μέλη, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της δημοκρατίας είναι απαραίτητη· τονίζει, περαιτέρω, ότι η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού από τα κράτη μέλη πρέπει να είναι αναλογική, δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη και η παρακολούθηση πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε αυστηρά προκαθορισμένες περιστάσεις· θεωρεί ότι η ύπαρξη, σε πρότερο στάδιο, αποτελεσματικών μηχανισμών διασφάλισης της δικαστικής εποπτείας είναι κρίσιμης σημασίας για την προστασία των ατομικών ελευθεριών· επαναβεβαιώνει ότι τα ατομικά δικαιώματα δεν επιτρέπεται να διακυβεύονται λόγω ανεξέλεγκτης πρόσβασης στην παρακολούθηση· υπογραμμίζει ότι εξίσου σημαντική είναι η ικανότητα του δικαστικού σώματος να ασκεί, σε μεταγενέστερο στάδιο, εύλογη και ουσιαστική εποπτεία στον τομέα των αιτημάτων παρακολούθησης για λόγους εθνικής ασφάλειας, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα ένστασης στη δυσανάλογη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού από τις κυβερνήσεις·

31.

υπογραμμίζει ότι η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού για την επιβολή του νόμου θα πρέπει να ρυθμίζεται άμεσα μέσω μέτρων που βασίζονται στο κεφάλαιο 4 του τίτλου 5 ΣΛΕΕ σχετικά με τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις· τονίζει ότι η διαμόρφωση του κατασκοπευτικού λογισμικού που εισάγεται στην ΕΕ και διατίθεται με άλλο τρόπο στην αγορά θα πρέπει να ρυθμίζεται μέσω μέτρου που βασίζεται στο άρθρο 114 ΣΛΕΕ· σημειώνει ότι η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού για σκοπούς εθνικής ασφάλειας μπορεί να ρυθμίζεται μόνο έμμεσα μέσω, για παράδειγμα, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των κανόνων που αφορούν την προστασία των δεδομένων·

32.

θεωρεί ότι, λόγω της διακρατικής και ενωσιακής διάστασης της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού, είναι απαραίτητος ο συντονισμένος και διαφανής έλεγχος σε επίπεδο ΕΕ προκειμένου να διασφαλιστεί όχι μόνο η προστασία των πολιτών της ΕΕ αλλά και η εγκυρότητα των αποδεικτικών στοιχείων που συλλέγονται μέσω κατασκοπευτικού λογισμικού σε διασυνοριακές υποθέσεις, και ότι υπάρχει σαφής ανάγκη για κοινά πρότυπα της ΕΕ βάσει του κεφαλαίου 4 του τίτλου 5 ΣΛΕΕ για τη ρύθμιση της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού από τους φορείς των κρατών μελών, με βάση τα πρότυπα που ορίζονται από το ΔΕΕ, το ΕΔΔΑ, την Επιτροπή της Βενετίας και τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (30)· θεωρεί ότι τα εν λόγω πρότυπα της ΕΕ θα πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

η προβλεπόμενη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές και ειδικές περιπτώσεις, προκειμένου να προστατευτεί η εθνική ασφάλεια, και πρέπει να υπόκειται σε αποτελεσματική, δεσμευτική και ουσιαστική εκ των προτέρων δικαστική άδεια από αμερόληπτη και ανεξάρτητη δικαστική αρχή ή άλλον ανεξάρτητο δημοκρατικό φορέα επίβλεψης, η οποία θα έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες και θα αποδεικνύει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του προβλεπόμενου μέτρου·

β)

η στόχευση με κατασκοπευτικό λογισμικό θα πρέπει να διαρκεί μόνο για όσο διάστημα είναι απολύτως αναγκαίο, η δικαστική άδεια θα πρέπει να καθορίζει εκ των προτέρων το ακριβές πεδίο εφαρμογής και τη διάρκεια, για κάθε επισυνδεόμενη συσκευή, και η δικτυοπαραβίαση μπορεί να παραταθεί μόνο όταν χορηγείται περαιτέρω δικαστική άδεια για άλλη καθορισμένη διάρκεια, δεδομένης της φύσης του κατασκοπευτικού λογισμικού και της δυνατότητας αναδρομικής παρακολούθησης· οι αρχές των κρατών μελών θα πρέπει επιπλέον να στοχεύουν μόνο μεμονωμένες συσκευές ή λογαριασμούς τελικών χρηστών και να απέχουν από τη δικτυοπαραβίαση παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου και τεχνολογίας ώστε να μην θίγονται μη στοχοποιημένοι χρήστες·

γ)

η άδεια για τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού μπορεί να χορηγείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, σε σχέση με έρευνες για περιορισμένο και κλειστό κατάλογο ξεκάθαρα και ακριβώς ορισμένων σοβαρών εγκλημάτων που συνιστούν πραγματική απειλή για την εθνική ασφάλεια, το δε κατασκοπευτικό λογισμικό μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι έχουν διαπράξει ή σχεδιάζουν να διαπράξουν τέτοια σοβαρά ποινικά αδικήματα·

δ)

δεν πρέπει να στοχοποιούνται μέσω κατασκοπευτικού λογισμικού δεδομένα τα οποία προστατεύονται από προνόμια ή ασυλίες που αφορούν κατηγορίες προσώπων (όπως πολιτικούς, ιατρούς κ.λπ.) ή σχέσεις που προστατεύονται ειδικώς (όπως το δικηγορικό απόρρητο), ούτε δεδομένα που προστατεύονται από κανόνες για τον καθορισμό και τον χρόνο παραγραφής της ποινικής ευθύνης σε σχέση με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης των άλλων μέσων ενημέρωσης, εκτός αν υπάρχουν επαρκείς λόγοι, διαπιστωμένοι βάσει δικαστικής εποπτείας, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τη συμμετοχή σε εγκληματικές δραστηριότητες ή προκύπτουν ζητήματα εθνικής ασφάλειας, που θα πρέπει να υπόκεινται σε κοινό πλαίσιο·

ε)

πρέπει να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες για την επιτήρηση με τεχνολογία κατασκοπευτικού λογισμικού, δεδομένου ότι επιτρέπει την απεριόριστη αναδρομική πρόσβαση σε μηνύματα, αρχεία και μεταδεδομένα·

στ)

τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημοσιεύουν, τουλάχιστον, τον αριθμό των αιτήσεων επιτήρησης που εγκρίνονται και απορρίπτονται, καθώς και το είδος και τον σκοπό της έρευνας, και να καταχωρίζουν ανώνυμα κάθε έρευνα σε εθνικό μητρώο με μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό, ώστε να μπορεί να διερευνηθεί σε περίπτωση υπόνοιας κατάχρησης·

ζ)

οι εθνικοί φορείς ελέγχου θα πρέπει να υποβάλλουν εκθέσεις στα κράτη μέλη και τα κράτη μέλη θα πρέπει στη συνέχεια να κοινοποιούν τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή σε τακτική βάση· η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές στην ετήσια έκθεσή της για το κράτος δικαίου, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού στα κράτη μέλη·

η)

το δικαίωμα κοινοποίησης για το στοχοποιημένο πρόσωπο: μετά το πέρας της παρακολούθησης, οι αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν το πρόσωπο για το γεγονός ότι υποβλήθηκε σε χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού από τις αρχές, συμπεριλαμβάνοντας πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τη διάρκεια της επιτήρησης, το ένταλμα που εκδόθηκε για την επιχείρηση παρακολούθησης, τα δεδομένα που ελήφθησαν, πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν τα εν λόγω δεδομένα και από ποιους φορείς, την ημερομηνία διαγραφής των δεδομένων, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα και τις πρακτικές ρυθμίσεις άσκησης διοικητικών και ένδικων μέσων ενώπιον των αρμόδιων αρχών· σημειώνει ότι η εν λόγω ενημέρωση θα πρέπει να αποστέλλεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκτός εάν ανεξάρτητη δικαστική αρχή χορηγήσει καθυστέρηση ενημέρωσης, οπότε η άμεση ενημέρωση θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τον σκοπό της παρακολούθησης·

θ)

το δικαίωμα κοινοποίησης για μη στοχοποιημένα πρόσωπα, στα δεδομένα των οποίων υπήρξε πρόσβαση: μετά τη λήξη της περιόδου για την οποία έχει επιτραπεί η παρακολούθηση, οι αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν τα πρόσωπα των οποίων το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή έχει θιγεί σοβαρά μέσω της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού, αλλά δεν ήταν ο στόχος της επιχείρησης· οι αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν το εν λόγω άτομο για το γεγονός ότι προσπελάστηκαν τα δεδομένα του από τις αρχές, να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τη διάρκεια της επιτήρησης, το ένταλμα που εκδόθηκε για την επιχείρηση παρακολούθησης, τα δεδομένα που ελήφθησαν, πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν τα εν λόγω δεδομένα και από ποιους φορείς, καθώς και την ημερομηνία διαγραφής των δεδομένων· σημειώνει ότι η εν λόγω ενημέρωση θα πρέπει να αποστέλλεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκτός εάν ανεξάρτητη δικαστική αρχή χορηγήσει καθυστέρηση ενημέρωσης, οπότε η άμεση ενημέρωση θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τον σκοπό της παρακολούθησης·

ι)

αποτελεσματική, δεσμευτική και ανεξάρτητη εκ των υστέρων εποπτεία της χρήσης του κατασκοπευτικού λογισμικού, η οποία πρέπει να διαθέτει όλα τα απαιτούμενα μέσα και εξουσίες για να ασκεί ουσιαστική εποπτεία και να συνδυάζεται με κοινοβουλευτική εποπτεία βάσει διακομματικής συμμετοχής με την ενδεδειγμένη άδεια και με πλήρη πρόσβαση σε επαρκείς πληροφορίες, ώστε να επιβεβαιώνεται ότι η παρακολούθηση διενεργήθηκε με νόμιμο τρόπο, ενώ η κοινοβουλευτική εποπτεία των ευαίσθητων εμπιστευτικών πληροφοριών θα πρέπει να διευκολύνεται, μέσω των αναγκαίων υποδομών, διαδικασιών και ελέγχων ασφάλειας· ανεξάρτητα από τον ορισμό ή την οριοθέτηση της έννοιας της εθνικής ασφάλειας, οι εθνικοί εποπτικοί φορείς πρέπει να είναι αρμόδιοι για το πλήρες πεδίο εφαρμογής της εθνικής ασφάλειας·

ια)

οι θεμελιώδεις αρχές τήρησης της νομιμότητας και δικαστικής εποπτείας πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο του καθεστώτος που διέπει τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού παρακολούθησης·

ιβ)

ένα ουσιαστικό ένδικο μέσο για άμεσους και έμμεσους στόχους και ότι τα άτομα που ισχυρίζονται ότι επηρεάζονται αρνητικά από την παρακολούθηση πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ένδικα μέσα μέσω ανεξάρτητου φορέα· ζητά, ως εκ τούτου, τη θέσπιση υποχρέωσης ενημέρωσης για τις κρατικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων χρονοδιαγραμμάτων για την ενημέρωση, σύμφωνα με τα οποία η παράδοση πραγματοποιείται μόλις παρέλθει η απειλή για την ασφάλεια·

ιγ)

τα ένδικα μέσα πρέπει να είναι αποτελεσματικά τόσο από νομική όσο και από πραγματική άποψη και πρέπει να είναι γνωστά και προσβάσιμα· τονίζει ότι τα εν λόγω διορθωτικά μέτρα απαιτούν ταχεία, ενδελεχή και αμερόληπτη έρευνα από ανεξάρτητο εποπτικό φορέα και ότι το εν λόγω όργανο θα πρέπει να έχει πρόσβαση, καθώς και την εμπειρογνωμοσύνη και τεχνικές ικανότητες για τον χειρισμό όλων των σχετικών δεδομένων, ώστε να είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσον η αξιολόγηση ασφάλειας που διενεργείται από τις αρχές ενός ατόμου είναι αξιόπιστη και αναλογική· σε περιπτώσεις όπου επαληθεύονται καταχρήσεις, θα πρέπει να εφαρμόζονται επαρκείς κυρώσεις ποινικού είτε διοικητικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το συναφές εθνικό δίκαιο στα κράτη μέλη·

ιδ)

η βελτίωση της δωρεάν πρόσβασης των προσώπων που στοχοποιούνται σε τεχνολογική εμπειρογνωμοσύνη σε αυτό το στάδιο, δεδομένου ότι η αυξημένη διαθεσιμότητα και οικονομική προσιτότητα των τεχνολογικών διαδικασιών, όπως η εγκληματολογική ανάλυση, θα επιτρέψει στα πρόσωπα που στοχοποιούνται να υποβάλλουν ισχυρότερες υποθέσεις στο δικαστήριο και θα βελτίωνε την εκπροσώπηση των προσώπων που αποτελούν στόχο στο δικαστήριο μέσω της ανάπτυξης τεχνολογικών ικανοτήτων νομικής εκπροσώπησης και του δικαστικού σώματος για την καλύτερη παροχή συμβουλών στα στοχοποιημένα άτομα, τον εντοπισμό παραβιάσεων, τη βελτίωση της εποπτείας και της λογοδοσίας για την κατάχρηση κατασκοπευτικού λογισμικού·

ιε)

η ενίσχυση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, διασφαλίζοντας ότι επιτρέπεται και παρέχεται η δυνατότητα στους κατηγορουμένους για εγκλήματα να ελέγξουν την ορθότητα, τη γνησιότητα, την αξιοπιστία, ακόμη και τη νομιμότητα των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται εναντίον τους, πράγμα που καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε γενική εφαρμογή κανόνων απορρήτου για σκοπούς εθνικής άμυνας·

ιστ)

κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, οι αρχές θα πρέπει να διαγράφουν όλα τα δεδομένα που είναι μη συναφή με την εξουσιοδοτημένη έρευνα, ενώ μετά την ολοκλήρωση της επιτήρησης και της έρευνας για την οποία χορηγήθηκε η άδεια, οι αρχές θα πρέπει να διαγράφουν τα δεδομένα καθώς και κάθε σχετικό έγγραφο, όπως σημειώσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, και η διαγραφή αυτή πρέπει να καταγράφεται και να είναι ελέγξιμη·

ιζ)

σημαντικές πληροφορίες οι οποίες αλιεύονται μέσω κατασκοπευτικού λογισμικού θα πρέπει να είναι προσβάσιμες μόνο στις εξουσιοδοτημένες αρχές και αποκλειστικά για τον σκοπό μιας επιχείρησης· η εν λόγω πρόσβαση θα πρέπει να περιορίζεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπως ορίζεται στο νομοθετικό πλαίσιο·

ιη)

πρέπει να θεσπιστούν ελάχιστα πρότυπα δικαιωμάτων των ατόμων κατά τις ποινικές διαδικασίες σχετικά με το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων που συλλέγονται με τη βοήθεια κατασκοπευτικού λογισμικού· η δυνατότητα να παρασχεθούν ψευδείς ή παραποιημένες πληροφορίες μέσω της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού (πλαστοπροσωπία) πρέπει να συμπεριληφθεί στην ποινική δικονομία·

ιθ)

τα κράτη μέλη πρέπει να αλληλοενημερώνονται σε περίπτωση παρακολούθησης πολιτών ή κατοίκων άλλου κράτους μέλους ή αριθμού κινητού τηλεφώνου ενός φορέα σε άλλο κράτος μέλος·

κα)

στο λογισμικό παρακολούθησης πρέπει να συμπεριληφθεί ιχνηθέτης, ώστε οι εποπτικοί φορείς να είναι σε θέση να προσδιορίζουν σαφώς εκείνον που το χρησιμοποιεί, σε περίπτωση υπόνοιας κατάχρησης· η υποχρεωτική υπογραφή για κάθε χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού θα πρέπει να αποτελείται από ξεχωριστή ετικέτα σήμανσης της ενεργούσας αρχής, από τον προσδιορισμό του είδους κατασκοπευτικού λογισμικού που χρησιμοποιείται, καθώς και από ανωνυμοποιημένο αριθμό υπόθεσης·

33.

καλεί τα κράτη μέλη να προβούν σε δημόσιες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, να διασφαλίσουν τη διαφάνεια της νομοθετικής διαδικασίας και να συμπεριλάβουν ενωσιακά πρότυπα και εγγυήσεις κατά την κατάρτιση νέας νομοθεσίας σχετικά με τη χρήση και την πώληση κατασκοπευτικού λογισμικού·

34.

τονίζει ότι μόνο κατασκοπευτικό λογισμικό που είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να καθιστά δυνατή και να διευκολύνει τη λειτουργικότητα του κατασκοπευτικού λογισμικού σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο όπως ορίζεται στη παράγραφο 32 μπορεί να διατίθεται στην εσωτερική αγορά, να αναπτύσσεται ή να χρησιμοποιείται στην Ένωση· επιβεβαιώνει ότι ένας τέτοιος κανονισμός σχετικά με τη διάθεση στην αγορά κατασκοπευτικού λογισμικού που προβλέπει το «κράτος δικαίου εκ σχεδιασμού» βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ θα πρέπει να παρέχει στους πολίτες της Ένωσης υψηλό επίπεδο προστασίας· θεωρεί αδικαιολόγητο το γεγονός ότι, ενώ ο κανονισμός για τα είδη διπλής χρήσης παρέχει προστασία στους πολίτες τρίτων χωρών έναντι των εξαγωγών κατασκοπευτικού λογισμικού από την ΕΕ από το 2021, δεν παρέχεται ισοδύναμη προστασία στους πολίτες της ΕΕ·

35.

θεωρεί ότι μόνο η τεχνολογία υποκλοπής και εξαγωγής μπορεί να πωλείται από εταιρείες στην ΕΕ και να αγοράζεται από τα κράτη μέλη, και όχι η «δικτυοπαραβίαση ως υπηρεσία», η οποία περιλαμβάνει την παροχή τεχνικής, επιχειρησιακής και μεθοδολογικής υποστήριξης της τεχνολογίας επιτήρησης, και επιτρέπει στον πάροχο την πρόσβαση σε δυσανάλογο όγκο δεδομένων που δεν συνάδει με τις αρχές της αναλογικότητας, της αναγκαιότητας, της νομιμότητας, της νομιμότητας και της επάρκειας· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση προς τούτο·

36.

τονίζει ότι κατασκοπευτικό λογισμικό μπορεί να διατίθεται στην αγορά μόνο προς πώληση σε και χρήση από δημόσιες αρχές, με βάση κλειστό κατάλογο, οι οδηγίες των οποίων, αφενός, περιλαμβάνουν έρευνες για εγκλήματα για τα οποία μπορεί να επιτραπεί η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού ή, αφετέρου, αφορούν την προστασία της εθνικής ασφάλειας· θεωρεί ότι οι υπηρεσίες ασφάλειας θα πρέπει να χρησιμοποιούν κατασκοπευτικό λογισμικό μόνο όταν έχουν εφαρμοστεί όλες οι συστάσεις του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (31)·

37.

επισημαίνει την υποχρέωση χρήσης μιας έκδοσης κατασκοπευτικού λογισμικού που σχεδιάζεται κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται η πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα που είναι αποθηκευμένα σε μια συσκευή, αλλά θα πρέπει να σχεδιάζεται κατά τρόπο ώστε να περιορίζει την πρόσβαση σε δεδομένα στο ελάχιστο απολύτως αναγκαίο για τον σκοπό της εξουσιοδοτημένης έρευνας·

38.

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει αγοράσει κατασκοπευτικό λογισμικό, η αγορά πρέπει να είναι ελέγξιμη από ανεξάρτητο και αμερόληπτο ελεγκτικό φορέα που διαθέτει την ενδεδειγμένη άδεια·

39.

τονίζει ότι όλες οι οντότητες που διαθέτουν κατασκοπευτικό λογισμικό στην εσωτερική αγορά θα πρέπει να συμμορφώνονται με αυστηρές απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας, και ότι οι εταιρείες που υποβάλλουν αίτηση σε διαδικασία σύναψης δημόσιων συμβάσεων ως προμηθευτές θα πρέπει να υποβάλλονται σε διαδικασία ελέγχου η οποία περιλαμβάνει την αντίδραση της εταιρείας σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται με το λογισμικό τους και κατά πόσον η τεχνολογία βασίζεται σε δεδομένα που συλλέγονται στο πλαίσιο μη δημοκρατικών και καταχρηστικών πρακτικών παρακολούθησης· υπογραμμίζει ότι οι αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή σε ετήσια βάση σχετικά με τη συμμόρφωση·

40.

τονίζει ότι οι εταιρείες που προσφέρουν τεχνολογίες ή υπηρεσίες επιτήρησης σε κρατικούς φορείς θα πρέπει να γνωστοποιούν στις αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές τη φύση των αδειών εξαγωγής·

41.

υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν μια περίοδο αναμονής κατά την οποία θα αποτρέπεται προσωρινά σε πρώην υπαλλήλους κυβερνητικών φορέων ή οργανισμών να εργαστούν για εταιρείες κατασκοπευτικού λογισμικού·

Ανάγκη ορίων εθνικής ασφάλειας

42.

εκφράζει την ανησυχία του σχετικά με περιπτώσεις αδικαιολόγητης επίκλησης της «εθνικής ασφάλειας» για να δικαιολογηθεί η ανάπτυξη και χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού και για διασφαλιστεί η απόλυτη μυστικότητα και η έλλειψη λογοδοσίας· εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δήλωση της Επιτροπής, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ (32) ότι η απλή αναφορά στην εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απεριόριστη εξαίρεση από την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και θα απαιτούσε σαφή αιτιολόγηση, και καλεί την Επιτροπή να δώσει συνέχεια στη δήλωση αυτή στις περιπτώσεις που υπάρχουν ενδείξεις κατάχρησης· θεωρεί ότι σε μια δημοκρατική και διαφανή κοινωνία που σέβεται το κράτος δικαίου, τέτοιοι περιορισμοί στο όνομα της εθνικής ασφάλειας θα αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα·

43.

θεωρεί ότι η έννοια της εθνικής ασφάλειας πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το πιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής σε σύγκριση με την εσωτερική ασφάλεια, όπου η δεύτερη έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, συμπεριλαμβάνοντας την πρόληψη κινδύνων για τους πολίτες και, ειδικότερα, την επιβολή του ποινικού δικαίου·

44.

εκφράζει τη λύπη του για τις δυσκολίες που προκύπτουν από την έλλειψη ενός κοινού νομικού ορισμού της εθνικής ασφάλειας, ο οποίος θα ορίζει κριτήρια για τον καθορισμό του νομικού καθεστώτος που μπορεί να εφαρμόζεται σε θέματα εθνικής ασφάλειας, καθώς και σαφή οριοθέτηση της περιοχής όπου μπορεί να εφαρμοστεί ένα τέτοιο ειδικό καθεστώς·

45.

θεωρεί ότι η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού συνιστά περιορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων· θεωρεί επίσης ότι, όταν μια έννοια χρησιμοποιείται σε νομικό πλαίσιο, που συνεπάγεται τη μεταβίβαση δικαιωμάτων και την επιβολή υποχρεώσεων (και, ιδίως, περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ατόμων), η έννοια πρέπει να είναι σαφής και προβλέψιμη για όλα τα πρόσωπα που επηρεάζονται από αυτήν· υπενθυμίζει ότι ο Χάρτης προβλέπει ότι κάθε περιορισμός στα θεμελιώδη δικαιώματα σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 1 πρέπει να ορίζεται νομοθετικά· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι είναι αναγκαίο να οριστεί σαφώς η «εθνική ασφάλεια»· υπογραμμίζει ότι, ανεξάρτητα από την ακριβή οριοθέτηση, ο τομέας της εθνικής ασφάλειας πρέπει να υπόκειται σε ανεξάρτητη, δεσμευτική και αποτελεσματική εποπτεία στο σύνολό του·

46.

τονίζει ότι, σε περίπτωση που οι αρχές επικαλούνται λόγους εθνικής ασφάλειας ως αιτιολόγηση της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού, θα πρέπει, πέραν του πλαισίου που ορίζεται στην παράγραφο 29, να αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης των αρχών της αναλογικότητας, της αναγκαιότητας, της νομιμοποίησης, της νομιμότητας και της καταλληλότητας· τονίζει ότι η αιτιολόγηση θα πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμη και να κοινοποιείται στον εθνικό φορέα ελέγχου προς αξιολόγηση·

47.

επαναλαμβάνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι όλα τα κράτη μέλη υπέγραψαν τη Σύμβαση 108+, με την οποία ορίζονται πρότυπα και υποχρεώσεις για την προστασία των ατόμων όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων για σκοπούς εθνικής ασφάλειας· επισημαίνει ότι η Σύμβαση 108+ αποτελεί δεσμευτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για την επεξεργασία δεδομένων από τις υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας· παροτρύνει τα κράτη μέλη να επικυρώσουν την εν λόγω σύμβαση χωρίς καθυστέρηση, να εφαρμόσουν αμέσως τα πρότυπά της στο εθνικό δίκαιο και να ενεργούν ανάλογα σχετικά με την εθνική ασφάλεια·

48.

τονίζει ότι σε περιορισμένο αριθμό διατάξεων της σύμβασης επιτρέπονται εξαιρέσεις και περιορισμοί μόνο όταν είναι σε συμφωνία με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 της σύμβασης, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι, κατά την εφαρμογή της Σύμβασης 108+, κάθε ειδική εξαίρεση και περιορισμός πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο, πρέπει να σέβεται την ουσία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και πρέπει να αιτιολογείται ότι «συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία» για έναν από τους λόγους που παρατίθενται στο άρθρο 111 (33) και ότι τέτοιες εξαιρέσεις και περιορισμοί δεν πρέπει να παρεμβαίνουν στον «ανεξάρτητο και αποτελεσματικό έλεγχο και την εποπτεία βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας του αντίστοιχου συμβαλλόμενου μέρους»·

49.

σημειώνει περαιτέρω ότι η Σύμβαση 108 + τονίζει ότι η εποπτεία «έχει εξουσίες έρευνας και παρέμβασης»· θεωρεί ότι η αποτελεσματική επανεξέταση και εποπτεία συνεπάγεται δεσμευτικές εξουσίες όπου ο αντίκτυπος στα θεμελιώδη δικαιώματα είναι μεγαλύτερος, ιδίως στα στάδια της πρόσβασης, της ανάλυσης και της αποθήκευσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

50.

θεωρεί ότι η έλλειψη δεσμευτικών εξουσιών των εποπτικών οργάνων στον τομέα της εθνικής ασφάλειας δεν συνάδει με το κριτήριο που ορίζεται στη Σύμβαση 108+, σύμφωνα με το οποίο αυτό «αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία»·

51.

επισημαίνει ότι η Σύμβαση 108 + επιτρέπει πολύ περιορισμένο αριθμό εξαιρέσεων όσον αφορά το άρθρο 15, αλλά δεν επιτρέπει τέτοιες εξαιρέσεις, ιδίως όσον αφορά την παράγραφο 2 [καθήκοντα ευαισθητοποίησης], την παράγραφο 3 [διαβούλευση σχετικά με νομοθετικά και διοικητικά μέτρα], την παράγραφο 4 [αιτήματα και καταγγελίες ατόμων], την παράγραφο 5 [ανεξαρτησία και αμεροληψία], την παράγραφο 6 [απαραίτητοι πόροι για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων], την παράγραφο 7 [περιοδική υποβολή εκθέσεων], την παράγραφο 8 [εμπιστευτικότητα], την παράγραφο 9 [δυνατότητα προσφυγής] και την παράγραφο 10 [καμία εξουσία όσον αφορά τα όργανα όταν ενεργούν υπό τη δικαστική τους ιδιότητα]·

Καλύτερη εφαρμογή και επιβολή της ισχύουσας νομοθεσίας

52.

υπογραμμίζει τις ελλείψεις στα εθνικά νομικά πλαίσια και την ανάγκη καλύτερης επιβολής της ισχύουσας νομοθεσίας της Ένωσης για την αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων· προσδιορίζει τις ακόλουθες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης ως σχετικές με το θέμα, αλλά πολύ συχνά με μη ορθή εφαρμογή και/ή επιβολή: την οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την οδηγία για την επιβολή του νόμου, τους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις, τον κανονισμό για τα είδη διπλής χρήσης, τη νομολογία (αποφάσεις σχετικά με την παρακολούθηση και την εθνική ασφάλεια) και την οδηγία για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει και να υποβάλει έκθεση σχετικά με τις ελλείψεις στην εφαρμογή και την επιβολή και να παρουσιάσει χάρτη πορείας για τη διόρθωσή τους το αργότερο έως την 1η Αυγούστου 2023·

53.

θεωρεί ότι η ορθή εφαρμογή και η αυστηρή επιβολή του νομικού πλαισίου της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων, ιδίως της οδηγίας για την επιβολή του νόμου, του γενικού κανονισμού για την προστασία των δεδομένων και της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, είναι κρίσιμης σημασίας· θεωρεί εξίσου σημαντική την πλήρη εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων του ΔΕΕ, η οποία εξακολουθεί να απουσιάζει σε αρκετά κράτη μέλη· υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην επιβολή του δικαίου της ΕΕ και στη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του σε ολόκληρη την Ένωση και ότι θα πρέπει να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών επί παραβάσει σε περιπτώσεις επανειλημμένης μη συμμόρφωσης·

54.

ζητεί ο Διακανονισμός του Wassenaar να καταστεί δεσμευτική συμφωνία για όλους τους συμμετέχοντες, με στόχο να καταστεί διεθνής συνθήκη·

55.

καλεί την Κύπρο και το Ισραήλ να καταστούν συμμετέχοντα κράτη του Διακανονισμού του Wassenaar· υπενθυμίζει στα κράτη μέλη ότι πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να μπορέσουν η Κύπρος και το Ισραήλ να προσχωρήσουν στον Διακανονισμό του Wassenaar·

56.

τονίζει ότι ο Διακανονισμός του Wassenaar θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα πλαίσιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων που θα ενσωματώνει την αδειοδότηση τεχνολογιών κατασκοπευτικού λογισμικού, θα αξιολογεί και θα επανεξετάζει τη συμμόρφωση των εταιρειών που παράγουν τεχνολογίες κατασκοπευτικού λογισμικού και ότι οι συμμετέχοντες θα πρέπει να απαγορεύουν την αγορά τεχνολογιών παρακολούθησης από κράτη που δεν αποτελούν μέρος του διακανονισμού·

57.

τονίζει ότι, υπό το πρίσμα των αποκαλύψεων περί κατασκοπευτικού λογισμικού, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να διεξαγάγουν διεξοδική έρευνα σχετικά με τις άδειες εξαγωγής που χορηγούνται για τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού στο πλαίσιο του κανονισμού για τα είδη διπλής χρήσης και η Επιτροπή θα πρέπει να κοινοποιήσει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης αυτής στο Κοινοβούλιο·

58.

υπογραμμίζει την ανάγκη ιχνηλασιμότητας και λογοδοσίας όσον αφορά τις εξαγωγές κατασκοπευτικού λογισμικού και υπενθυμίζει ότι οι εταιρείες της ΕΕ θα πρέπει να μπορούν να εξάγουν μόνο κατασκοπευτικό λογισμικό με αποδεδειγμένα επαρκείς ιδιότητες ιχνηλασιμότητας, ώστε να διασφαλίζεται ότι μπορούν πάντα να αποδοθούν ευθύνες·

59.

τονίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να ελέγχει τακτικά και να επιβάλλει ορθά τον αναδιατυπωμένο κανονισμό για τα είδη διπλής χρήσης, ώστε να αποφεύγεται η «αναζήτηση ευνοϊκού για τις εξαγωγές καθεστώτος» σε ολόκληρη την Ένωση, όπως συμβαίνει επί του παρόντος στη Βουλγαρία και την Κύπρο, και τονίζει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους για το έργο αυτό·

60.

ζητά να διασφαλίσει η Επιτροπή επαρκές προσωπικό για τις μονάδες που είναι αρμόδιες για την εποπτεία και την επιβολή του κανονισμού για τα είδη διπλής χρήσης·

61.

ζητά την τροποποίηση του κανονισμού για τα είδη διπλής χρήσης προκειμένου να διευκρινιστεί στο άρθρο 15 ότι δεν πρέπει να χορηγούνται άδειες εξαγωγής αγαθών διπλής χρήσης όταν τα αγαθά προορίζονται ή ενδέχεται να προορίζονται για εσωτερική καταστολή ή/και διάπραξη σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου· ζητά να εφαρμοστούν πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δέουσα επιμέλεια στη διαδικασία αδειοδότησης, καθώς και περαιτέρω βελτιώσεις, όπως μέσα έννομης προστασίας για τα στοχοποιημένα άτομα για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διαφάνεια στις εκθέσεις σχετικά με την εφαρμοσθείσα δέουσα επιμέλεια·

62.

ζητά αλλαγές στον κανονισμό για τα είδη διπλής χρήσης προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η διαμετακόμιση απαγορεύεται σε περιπτώσεις όπου τα αγαθά προορίζονται ή ενδέχεται να προορίζονται για εσωτερική καταστολή και/ή για τη διάπραξη σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου·

63.

τονίζει ότι, σε μελλοντική τροποποίηση του κανονισμού για τα είδη διπλής χρήσης, οι ορισθείσες εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την έγκριση και την άρνηση χορήγησης αδειών εξαγωγής για είδη διπλής χρήσης θα πρέπει να παρέχουν λεπτομερείς εκθέσεις, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για το εν λόγω είδος διπλής χρήσης· τον αριθμό των αδειών για τις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση· το όνομα της χώρα εξαγωγής· την περιγραφή της εταιρείας εξαγωγής και του κατά πόσον η εν λόγω εταιρεία είναι θυγατρική· την περιγραφή του τελικού χρήστη και του προορισμού· την αξία της άδειας εξαγωγής· και τους λόγους για τους οποίους εγκρίθηκε ή απορρίφθηκε η αίτηση για άδεια εξαγωγής· τονίζει ότι οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να δημοσιοποιούνται σε τριμηνιαία βάση· ζητά τη σύσταση ειδικής μόνιμης κοινοβουλευτικής επιτροπής με πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες από την Επιτροπή, με σκοπό την κοινοβουλευτική εποπτεία·

64.

τονίζει ότι, σε μελλοντική τροποποίηση του κανονισμού για τα είδη διπλής χρήσης, πρέπει να καταργηθεί η εξαίρεση από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών στην Επιτροπή για λόγους εμπορικής ευαισθησίας, αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής ή εθνικής ασφάλειας· θεωρεί, αντ’ αυτού, ότι, προκειμένου να αποφευχθεί η διάθεση ευαίσθητων πληροφοριών σε τρίτες χώρες, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να διαβαθμίσει ορισμένες πληροφορίες στην ετήσια έκθεσή της·

65.

τονίζει ότι ο ορισμός των ειδών κυβερνοεπιτήρησης στον αναδιατυπωμένο κανονισμό για τα είδη διπλής χρήσης δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις τεχνολογίες σε αυτόν τον τομέα, όπως η παρακολούθηση κινητών τηλεπικοινωνιών ή ο εξοπλισμός παρεμβολών· λογισμικό διείσδυσης· συστήματα ή εξοπλισμός επιτήρησης των επικοινωνιών δικτύων IP· λογισμικό ειδικά σχεδιασμένο ή τροποποιημένο για παρακολούθηση ή ανάλυση από τις αρχές επιβολής του νόμου· ακουστικός εξοπλισμός ανίχνευσης λέιζερ· εγκληματολογικά εργαλεία που εξάγουν ανεπεξέργαστα δεδομένα από υπολογιστική ή επικοινωνιακή συσκευή και παρακάμπτουν τους ελέγχους «επαλήθευσης ταυτότητας» ή αδειοδότησης της συσκευής· ηλεκτρονικά συστήματα ή εξοπλισμός, σχεδιασμένα είτε για την επιτήρηση και την παρακολούθηση του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος για σκοπούς στρατιωτικών πληροφοριών ή ασφάλειας· και μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα ικανά να διεξάγουν επιτήρηση·

66.

ζητά πρόσθετη ευρωπαϊκή νομοθεσία που να απαιτεί από τους εταιρικούς φορείς που παράγουν και/ή εξάγουν τεχνολογίες παρακολούθησης να περιλαμβάνουν πλαίσια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δέουσα επιμέλεια σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα (UNGP)·

Διεθνής συνεργασία για την προστασία των πολιτών

67.

ζητά μια κοινή στρατηγική ΕΕ-ΗΠΑ κατασκοπευτικού λογισμικού, μεταξύ άλλων με κοινό λευκό και/ή μαύρο κατάλογο πωλητών κατασκοπευτικού λογισμικού, τα εργαλεία των οποίων έχουν καταχραστεί ή κινδυνεύουν να καταχραστούν για την κακόβουλη στόχευση κυβερνητικών αξιωματούχων, δημοσιογράφων και της κοινωνίας των πολιτών, και οι οποίοι λειτουργούν κατά της εθνικής ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης, ξένες κυβερνήσεις με χαμηλές επιδόσεις στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και (δεν) εξουσιοδοτούνται να πωλούν σε δημόσιες αρχές, κοινά κριτήρια για τους πωλητές που θα περιλαμβάνονται σε οποιονδήποτε από τους καταλόγους, ρύθμιση για την κοινή υποβολή εκθέσεων ΕΕ-ΗΠΑ σχετικά με τον κλάδο, κοινό έλεγχο, κοινές υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας για τους πωλητές και ποινικοποίηση της πώλησης κατασκοπευτικού λογισμικού σε μη κρατικούς φορείς·

68.

καλεί το Συμβούλιο Εμπορίου και Τεχνολογίας ΕΕ-ΗΠΑ να διεξαγάγει ευρεία και ανοικτή διαβούλευση με την κοινωνία των πολιτών για την ανάπτυξη της κοινής στρατηγικής και των προτύπων ΕΕ-ΗΠΑ, μεταξύ άλλων του κοινού λευκού και/ή μαύρου καταλόγου·

69.

ζητά να ξεκινήσουν συνομιλίες με άλλες χώρες, ιδίως με το Ισραήλ, για τη θέσπιση πλαισίου για την εμπορία και τις άδειες εξαγωγής κατασκοπευτικού λογισμικού, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για τη διαφάνεια, καταλόγου επιλέξιμων χωρών σχετικά με τα πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ρυθμίσεων δέουσας επιμέλειας·

70.

σημειώνει ότι, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, όπου ο NSO περιελήφθη γρήγορα σε μαύρο κατάλογο και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα, δηλώνοντας ότι δεν πρέπει να κάνει επιχειρησιακή χρήση εμπορικού κατασκοπευτικού λογισμικού που ενέχει σημαντικούς κινδύνους αντικατασκοπείας ή ασφάλειας για την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών ή σημαντικούς κινδύνους αθέμιτης χρήσης από ξένη κυβέρνηση ή ξένο πρόσωπο, δεν έχουν ληφθεί επαρκή μέτρα σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά τις εισαγωγές κατασκοπευτικού λογισμικού και την επιβολή των κανόνων εξαγωγής·

71.

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κανόνες της Ένωσης για τις εξαγωγές και η επιβολή τους πρέπει να ενισχυθούν για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε τρίτες χώρες, και πρέπει να δίνονται τα αναγκαία εργαλεία για την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεών της· υπενθυμίζει ότι η ΕΕ θα πρέπει να επιδιώξει να ενώσει τις δυνάμεις της με τις ΗΠΑ και άλλους συμμάχους για τη ρύθμιση του εμπορίου κατασκοπευτικού λογισμικού και τη χρήση της συνδυασμένης ισχύος τους στην αγορά για την επιβολή αλλαγών και τον καθορισμό αυστηρών προτύπων διαφάνειας, ιχνηλασιμότητας και λογοδοσίας για τη χρήση της τεχνολογίας παρακολούθησης, τα οποία θα πρέπει να καταλήξουν σε μια πρωτοβουλία σε επίπεδο Ηνωμένων Εθνών·

Τρωτά σημεία ημέρας-μηδέν

72.

ζητά τη ρύθμιση της ανακάλυψης, της κοινοποίησης, της επιδιόρθωσης και της εκμετάλλευσης τρωτών σημείων, καθώς και διαδικασιών γνωστοποίησης, που θα συμπληρώσουν τη νομική βάση η οποία ορίζεται μέσω της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2555 (34) (οδηγία NIS2) και της πρότασης πράξης για την κυβερνοανθεκτικότητα (35)·

73.

θεωρεί ότι οι ερευνητές πρέπει να είναι σε θέση να διερευνούν τα τρωτά σημεία και να κοινοποιούν τα αποτελέσματά τους χωρίς αστική και ποινική ευθύνη βάσει, μεταξύ άλλων, της οδηγίας για το κυβερνοέγκλημα και της οδηγίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας·

74.

καλεί τους μεγάλους παράγοντες του κλάδου να δημιουργήσουν κίνητρα για τη συμμετοχή των ερευνητών στην έρευνα σχετικά με τα τρωτά σημεία, επενδύοντας σε σχέδια θεραπείας τρωτών σημείων, σε πρακτικές δημοσιοποίησης εντός του κλάδου και με την κοινωνία των πολιτών και υλοποιώντας προγράμματα ανεύρεσης ευπαθειών·

75.

καλεί την Επιτροπή να αυξήσει τη στήριξη και τη χρηματοδότησή της για την ανεύρεση ευπαθειών και για άλλα έργα που αποσκοπούν στον εντοπισμό και την διόρθωση τρωτών σημείων στην ασφάλεια, καθώς και να διαμορφώσει μια συντονισμένη προσέγγιση σε σχέση με την υποχρεωτική γνωστοποίηση τρωτών σημείων στα κράτη μέλη·

76.

ζητά την απαγόρευση της πώλησης τρωτών σημείων σε ένα σύστημα για οποιονδήποτε σκοπό πέραν της ενίσχυσης της ασφάλειάς του, καθώς και την υποχρέωση δημοσιοποίησης των πορισμάτων κάθε έρευνας τρωτότητας με συντονισμένο και υπεύθυνο τρόπο που προάγει τη δημόσια ασφάλεια και ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο εκμετάλλευσης της τρωτότητας·

77.

καλεί τις δημόσιες και ιδιωτικές οντότητες να δημιουργήσουν ένα δημοσίως διαθέσιμο σημείο επαφής όπου τα τρωτά σημεία μπορούν να γνωστοποιούνται με συντονισμένο και υπεύθυνο τρόπο και τους οργανισμούς που λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τα τρωτά σημεία στο σύστημά τους να ενεργούν αμέσως για να τα διορθώσουν· θεωρεί ότι, όταν υπάρχει δυνατότητα επιδιόρθωσης, θα πρέπει να απαιτείται από τους οργανισμούς να έχουν θεσπίσει τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση ταχείας και εγγυημένης εφαρμογής, ως μέρους μιας συντονισμένης και υπεύθυνης διαδικασίας γνωστοποίησης·

78.

θεωρεί ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέσουν επαρκείς οικονομικούς, τεχνικούς και ανθρώπινους πόρους για την έρευνα στον τομέα της ασφάλειας και τον εντοπισμό αδυναμιών·

79.

καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν διαδικασίες ευπάθειας, οριζόμενες από τον νόμο, οι οποίες ορίζουν ότι, εξ ορισμού, τα τρωτά σημεία πρέπει να γνωστοποιούνται και να μην αξιοποιούνται, και ότι κάθε απόφαση παρέκκλισης από αυτό πρέπει να αποτελεί εξαίρεση και να αξιολογείται σύμφωνα με τις απαιτήσεις αναγκαιότητας και αναλογικότητας, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης του κατά πόσον οι υποδομές που επηρεάζονται από την τρωτότητα χρησιμοποιούνται από μεγάλο μέρος του πληθυσμού και υπόκεινται σε αυστηρή εποπτεία από ανεξάρτητο εποπτικό φορέα, καθώς και σε διαφανείς διαδικασίες και αποφάσεις·

Δίκτυα τηλεπικοινωνιών

80.

τονίζει ότι η άδεια κάθε παρόχου υπηρεσιών που διαπιστώνεται ότι διευκολύνει την παράνομη πρόσβαση σε εθνικές και/ή διεθνείς υποδομές κινητής τηλεφωνίας σε όλες τις γενιές (επί του παρόντος 2G έως 5G) θα πρέπει να ανακληθεί·

81.

τονίζει ότι οι διαδικασίες μέσω των οποίων μπορούν να δημιουργούνται νέοι αριθμοί τηλεφώνου από κακόβουλους παράγοντες ανά τον κόσμο θα πρέπει να ρυθμίζονται καλύτερα ώστε να καθίσταται δυσκολότερη η απόκρυψη παράνομων δραστηριοτήτων·

82.

τονίζει την ανάγκη οι πάροχοι τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών να διασφαλίζουν ότι έχουν την ικανότητα να εντοπίζουν πιθανή κατάχρηση της πρόσβασης, του ελέγχου ή της αποτελεσματικής τελικής χρήσης των υποδομών σηματοδότησης που έχουν αποκτήσει τρίτοι μέσω εμπορικών ή άλλων συμφωνιών στο κράτος μέλος στο οποίο δραστηριοποιούνται·

83.

ζητά τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας NIS 2, αξιολογούν το επίπεδο ανθεκτικότητας των παρόχων τηλεπικοινωνιών σε μη εξουσιοδοτημένες εισβολές·

84.

ζητά οι πάροχοι τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών να αναλάβουν αποφασιστική και αποδείξιμη δράση για τον μετριασμό των διαφόρων μορφών παραποίησης δεδομένων και άλλης δραστηριότητας που περιλαμβάνει την παραποίηση των κανονικών λειτουργιών στοιχείων και υποδομών του δικτύου κινητής τηλεφωνίας για σκοπούς παρακολούθησης από κακόβουλους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων σε επίπεδο κρατών, καθώς και εγκληματικών ομάδων·

85.

ζητά τα κράτη μέλη να αναλάβουν δράση για να διασφαλίσουν ότι οι κρατικοί φορείς εκτός της ΕΕ που δεν σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν θα έχουν τον έλεγχο ή την αποτελεσματική τελική χρήση στρατηγικών υποδομών ούτε επιρροή σε αποφάσεις σχετικές με στρατηγικές υποδομές εντός της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των τηλεπικοινωνιακών υποδομών·

86.

ζητά τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα στην αύξηση των επενδύσεων για την προστασία κρίσιμων υποδομών, όπως τα εθνικά συστήματα τηλεπικοινωνιών, για την αντιμετώπιση κενών στην προστασία από παραβιάσεις της ιδιωτικότητας, διαρροή δεδομένων και μη εγκεκριμένες παρεισφρήσεις, με σκοπό την υπεράσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών·

87.

ζητά οι αρμόδιες εθνικές αρχές να προωθήσουν ενεργά την ενίσχυση των ικανοτήτων των παρόχων, καθώς και των ικανοτήτων αντίδρασης, για την καλύτερη στήριξη της ταυτοποίησης των παρανόμως στοχοποιημένων ατόμων, της κοινοποίησης και της αναφοράς περιστατικών, προκειμένου να παρέχεται συνεχής, μετρήσιμη διασφάλιση και μετριασμός της εκμετάλλευσης των κενών ασφάλειας από κακόβουλους παράγοντες εκτός ΕΕ και από εγχώριους κακόβουλους παράγοντες·

Ψηφιακή ιδιωτικότητα

88.

ζητά την ταχεία έγκριση του κανονισμού για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες κατά τρόπο που να αντικατοπτρίζει πλήρως τη νομολογία σχετικά με τους περιορισμούς για την εθνική ασφάλεια και την ανάγκη πρόληψης της κατάχρησης των τεχνολογιών παρακολούθησης, να ενισχύει το θεμελιώδες δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και να προβλέπει ισχυρές εγγυήσεις και αποτελεσματική επιβολή· επισημαίνει ότι το πεδίο εφαρμογής της νόμιμης παρακολούθησης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (2002/58/ΕK)·

89.

ζητεί την προστασία του συνόλου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, του περιεχομένου και των μεταδεδομένων, έναντι της κατάχρησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ιδιωτικών επικοινωνιών από ιδιωτικές εταιρείες και κυβερνητικές αρχές· επισημαίνει ότι δεν θα πρέπει να αποδυναμωθούν τα ψηφιακά εργαλεία ασφάλειας εκ σχεδιασμού, όπως η διατερματική κρυπτογράφηση·

90.

ζητά να αξιολογήσει η Επιτροπή την εφαρμογή της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες από τα κράτη μέλη σε ολόκληρη την ΕΕ και να ξεκινήσει διαδικασίες επί παραβάσει όπου σημειώνονται παραβιάσεις·

Ο ρόλος της Ευρωπόλ

91.

σημειώνει ότι με μια επιστολή της Ευρωπόλ, του Απριλίου του 2023, προς τον πρόεδρο της επιτροπής PEGA, η επιτροπή πληροφορήθηκε ότι η Ευρωπόλ επικοινώνησε με την Ελλάδα, την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, την Ισπανία και την Πολωνία για να διαπιστώσει αν υπάρχει υπό εξέλιξη ή αν προβλέπεται ποινική έρευνα ή άλλη διερεύνηση βάσει των ισχυουσών διατάξεων του εθνικού δικαίου την οποία θα μπορούσε να υποστηρίξει η Ευρωπόλ· τονίζει ότι η προσφορά βοήθειας στα κράτη μέλη δεν συνιστά έναρξη, διεξαγωγή ή συντονισμό ποινικής έρευνας όπως ορίζεται στο άρθρο 6·

92.

καλεί την Ευρωπόλ να αξιοποιήσει πλήρως τις νεοαποκτηθείσες εξουσίες της δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφός 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/991, οι οποίες της επιτρέπουν να προτείνει στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών να κινήσουν, να διεξαγάγουν ή να συντονίσουν έρευνα όπου αρμόζει· επισημαίνει ότι δυνάμει του άρθρου 6 εναπόκειται στα κράτη μέλη να απορρίψουν την πρόταση·

93.

καλεί όλα τα κράτη μέλη να δεσμευτούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ότι θα συμπεριλαμβάνουν την Ευρωπόλ σε έρευνες για καταγγελίες παράνομης χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού σε εθνικό επίπεδο, όταν κατατίθεται πρόταση δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφός 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/991·

94.

καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν μητρώο επιχειρήσεων εντός της Ευρωπόλ εθνικής επιβολής του νόμου που περιλαμβάνουν τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού, όπου κάθε επιχείρηση θα πρέπει να ταυτοποιείται με κωδικό και η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού από τις κυβερνήσεις να περιλαμβάνεται στην ετήσια έκθεση αξιολόγησης απειλών όσον αφορά το οργανωμένο έγκλημα στο διαδίκτυο από την Ευρωπόλ·

95.

είναι της άποψης ότι πρέπει να δρομολογηθεί προβληματισμός σχετικά με τον ρόλο της Ευρωπόλ σε περίπτωση που οι εθνικές αρχές αποτύχουν ή αρνούνται να διερευνήσουν και υπάρχουν σαφείς απειλές για τα συμφέροντα και την ασφάλεια της ΕΕ·

Αναπτυξιακές πολιτικές της Ένωσης

96.

καλεί την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ να εφαρμόσει αυστηρότερους μηχανισμούς ελέγχου για να διασφαλίσει ότι η αναπτυξιακή βοήθεια της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της δωρεάς τεχνολογίας παρακολούθησης και εκπαίδευσης στη χρήση λογισμικού παρακολούθησης, δεν χρηματοδοτεί ούτε διευκολύνει εργαλεία και δραστηριότητες που θα μπορούσαν να θίξουν τις αρχές της δημοκρατίας, της χρηστής διακυβέρνησης, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ή που συνιστούν απειλή για τη διεθνή ασφάλεια ή την ουσιαστική ασφάλεια της Ένωσης και των μελών της· σημειώνει ότι οι αξιολογήσεις της Επιτροπής όσον αφορά τη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως με τον δημοσιονομικό κανονισμό, θα πρέπει να περιλαμβάνουν ειδικά κριτήρια ελέγχου και μηχανισμούς επιβολής για την πρόληψη τέτοιων καταχρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής προσωρινής αναστολής συγκεκριμένων έργων σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση των εν λόγω αρχών·

97.

ζητά να συμπεριλάβουν η Επιτροπή και η ΕΥΕΔ σε κάθε εκτίμηση των επιπτώσεων στα ανθρώπινα και θεμελιώδη δικαιώματα μια διαδικασία επιτήρησης σχετικά με την πιθανή κατάχρηση παρακολούθησης, η οποία θα λαμβάνει πλήρως υπόψη το άρθρο 51 του Χάρτη, σε χρονικό πλαίσιο ενός έτους από τη δημοσίευση των συστάσεων PEGA· τονίζει ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να υποβληθεί στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και ότι η εν λόγω εκτίμηση επιπτώσεων πρέπει να διενεργείται πριν από οποιαδήποτε στήριξη σε τρίτες χώρες·

98.

ζητά να αναφέρει η ΕΥΕΔ οποιαδήποτε κατάχρηση κατασκοπευτικού λογισμικού σε βάρος υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ετήσια έκθεση της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία·

Δημοσιονομικοί κανονισμοί της Ένωσης

99.

επισημαίνει ότι πρέπει να ενισχυθεί ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τον χρηματοπιστωτικό τομέα· τονίζει ότι οι συστάσεις των κατευθυντήριων αρχών των Ηνωμένων Εθνών για το 10+ πρέπει να μεταφερθούν στο δίκαιο της Ένωσης και ότι η οδηγία για τη δέουσα επιμέλεια θα πρέπει να εφαρμόζεται πλήρως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ώστε να διασφαλίζεται ο σεβασμός της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου στον χρηματοπιστωτικό τομέα·

100.

εκφράζει την ανησυχία του για τις επιπτώσεις της απόφασης του ΔΕΕ όσον αφορά την οδηγία (ΕΕ) 2018/843 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (36), σύμφωνα με την οποία η διάταξη που προβλέπει ότι οι πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των εταιρικών και νομικών οντοτήτων καταχωρίζονται σε εθνικό και δημόσια προσβάσιμο μητρώο πραγματικών δικαιούχων κρίνεται ανίσχυρη (37)· τονίζει ότι, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του ΔΕΕ, η μελλοντική οδηγία θα πρέπει να επιτρέπει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δημόσια προσβασιμότητα, ώστε να καθίσταται δυσκολότερη η απόκρυψη αγορών ή πωλήσεων κατασκοπευτικού λογισμικού μέσω πληρεξουσίων και εταιρειών μεσιτών·

Επακολούθηση των ψηφισμάτων του Κοινοβουλίου

101.

ζητά την επείγουσα επακολούθηση του ψηφίσματος του Κοινοβουλίου της 12ης Μαρτίου 2014 σχετικά με το πρόγραμμα παρακολούθησης της υπηρεσίας εθνικής ασφάλειας (NSA) των ΗΠΑ, τα όργανα παρακολούθησης σε διάφορα κράτη μέλη και τον αντίκτυπό τους στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ, και σχετικά με τη διατλαντική συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων· τονίζει ότι οι εν λόγω συστάσεις πρέπει να υλοποιηθούν επειγόντως·

102.

τονίζει ότι παρά το γεγονός ότι οι δραστηριότητες εποπτείας των υπηρεσιών πληροφοριών πρέπει να βασίζονται τόσο στη δημοκρατική νομιμότητα (ισχυρό νομικό πλαίσιο, εκ των προτέρων έγκριση και εκ των υστέρων επαλήθευση) όσο και στην επαρκή ανάπτυξη τεχνικών ικανοτήτων και εμπειρογνωμοσύνης, η πλειοψηφία των υφιστάμενων εποπτικών αρχών της ΕΕ και των ΗΠΑ πάσχουν από αισθητή έλλειψη και των δύο, ιδίως όσον αφορά τις τεχνικές ικανότητες·

103.

καλεί, όπως και στην περίπτωση του Echelon, όλα τα εθνικά κοινοβούλια τα οποία δεν έχουν προβεί ακόμα σε κάτι τέτοιο, να εγκαταστήσουν ουσιαστικούς μηχανισμούς εποπτείας των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με υπηρεσίες πληροφοριών από βουλευτές ή εξειδικευμένα όργανα με νομικές εξουσίες για τη διεξαγωγή έρευνας· καλεί τα εθνικά κοινοβούλια να διασφαλίσουν ότι οι εν λόγω εποπτικές επιτροπές/αρχές θα διαθέτουν επαρκείς πόρους, τεχνική εμπειρογνωμοσύνη και νομικά μέσα, περιλαμβανομένου του δικαιώματος διενέργειας επιτόπιων επισκέψεων, ώστε να είναι σε θέση να ελέγχουν τις υπηρεσίες πληροφοριών·

104.

ζητεί τη συγκρότηση μιας ομάδας υψηλού επιπέδου προκειμένου να προτείνει, με διαφανή τρόπο και σε συνεργασία με τα κοινοβούλια, συστάσεις και περαιτέρω μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την ενίσχυση της δημοκρατικής εποπτείας, όπου περιλαμβάνεται και η κοινοβουλευτική εποπτεία, των υπηρεσιών πληροφοριών και την αυξημένη και εποπτική συνεργασία στην ΕΕ, ιδίως όσον αφορά τη διασυνοριακή της διάσταση·

105.

θεωρεί ότι η εν λόγω ομάδα υψηλού επιπέδου θα μπορούσε:

α)

να καθορίσει ελάχιστα ευρωπαϊκά πρότυπα ή κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκ των προτέρων και εκ των υστέρων εποπτεία των υπηρεσιών πληροφοριών βάσει των υφιστάμενων βέλτιστων πρακτικών και συστάσεων που έχουν υποβληθεί από διεθνή όργανα όπως ο ΟΗΕ και Συμβούλιο της Ευρώπης, όπου περιλαμβάνεται και το ζήτημα των εποπτικών οργάνων τα οποία θα θεωρηθούν ως τρίτο μέρος στο πλαίσιο του «κανόνα του τρίτου μέρους», ή του «κανόνα της τρίτης υπηρεσίας», σχετικά με την εποπτεία και τον δημοκρατικό έλεγχο των υπηρεσιών πληροφοριών από ξένες χώρες·

β)

να αναπτύξει κριτήρια σχετικά με την ενισχυμένη διαφάνεια, βάσει της γενικής αρχής της πρόσβασης σε πληροφορίες και τις επονομαζόμενες «αρχές Tshwane» (38)·

106.

προτίθεται να οργανώσει μια διάσκεψη με εθνικά εποπτικά όργανα, κοινοβουλευτικά ή ανεξάρτητα·

107.

καλεί τα κράτη μέλη να βασιστούν στις βέλτιστες πρακτικές ώστε να βελτιωθεί η πρόσβαση των εποπτικών οργάνων τους σε πληροφορίες σχετικά με δραστηριότητες υπηρεσιών πληροφοριών (περιλαμβανομένων των εμπιστευτικών πληροφοριών και των πληροφοριών από άλλες υπηρεσίες) και να καθιερώσουν την εξουσία διενέργειας επιτόπιων επισκέψεων, μια ισχυρή σειρά ανακριτικών αρμοδιοτήτων, κατάλληλους πόρους και επαρκή τεχνική εμπειρογνωμοσύνη, αυστηρή ανεξαρτησία από τις οικείες κυβερνήσεις τους και μια υποχρέωση υποβολής εκθέσεων στα αρμόδια κοινοβούλιά τους·

108.

καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν τη συνεργασία μεταξύ των εποπτικών οργάνων·

109.

καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει μια πρόταση για μια διαδικασία ελέγχου ασφαλείας της Ένωσης για όλους τους αξιωματούχους της Ένωσης, δεδομένου ότι το τρέχον σύστημα, το οποίο βασίζεται στον έλεγχο ασφαλείας που αναλαμβάνει το κράτος μέλος ιθαγένειας, προβλέπει διαφορετικές απαιτήσεις και διάρκεια διαδικασιών εντός των εθνικών συστημάτων, οδηγώντας έτσι σε διαφορετική αντιμετώπιση Μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και υπαλλήλων ανάλογα με την εθνικότητά τους·

110.

υπενθυμίζει τις διατάξεις της διοργανικής συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διαβίβαση προς το Κοινοβούλιο και τον χειρισμό από αυτό διαβαθμισμένων πληροφοριών του Συμβουλίου πλην εκείνων του τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, οι οποίες θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ·

Προγράμματα έρευνας της Ένωσης

111.

ζητεί την εφαρμογή αυστηρότερων και αποτελεσματικότερων μηχανισμών ελέγχου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα κονδύλια της Ένωσης για την έρευνα δεν χρηματοδοτούν ούτε διευκολύνουν εργαλεία, μεταξύ άλλων κατασκοπευτικό λογισμικό και εργαλεία παρακολούθησης, που παραβιάζουν τις αξίες της ΕΕ· σημειώνει ότι οι αξιολογήσεις της συμμόρφωσης με το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να περιλαμβάνουν ειδικά κριτήρια ελέγχου για την πρόληψη τέτοιων καταχρήσεων· ζητά τη διακοπή της ενωσιακής χρηματοδότησης για την έρευνα σε οντότητες οι οποίες εμπλέκονται ή έχουν εμπλακεί σε άμεση ή έμμεση διευκόλυνση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με εργαλεία παρακολούθησης·

112.

τονίζει ότι η χρηματοδότηση της ΕΕ για την έρευνα, όπως οι συμφωνίες με τρίτες χώρες, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ορίζων Ευρώπη», δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως συμβολή στην ανάπτυξη κατασκοπευτικού λογισμικού και αντίστοιχων τεχνολογιών·

Εργαστήριο τεχνολογίας της ΕΕ

113.

ζητά να δρομολογήσει η Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού διεπιστημονικού ινστιτούτου έρευνας, με έμφαση στην έρευνα και την ανάπτυξη στο πλέγμα της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ασφάλειας· τονίζει ότι το εν λόγω ινστιτούτο θα πρέπει να συνεργάζεται με εμπειρογνώμονες, με εκπροσώπους της ακαδημαϊκής κοινότητας και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, ενώ θα πρέπει επίσης να είναι ανοικτό στη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων και θεσμικών φορέων των κρατών μελών·

114.

τονίζει ότι το ινστιτούτο θα συνέβαλε στη βελτίωση της ευαισθητοποίησης, του καταλογισμού και της λογοδοσίας στην Ευρώπη και πέραν αυτής, καθώς και στην διεύρυνση της ευρωπαϊκής βάσης ταλέντων και της κατανόησής μας για τους τρόπους με τους οποίους οι πωλητές κατασκοπευτικού λογισμικού αναπτύσσουν, διατηρούν, πωλούν και παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε τρίτους·

115.

θεωρεί ότι το ινστιτούτο θα πρέπει να επιφορτιστεί με την ανακάλυψη και την αποκάλυψη της παράνομης χρήσης λογισμικού για παράνομους σκοπούς παρακολούθησης, με την παροχή προσβάσιμης και δωρεάν νομικής και τεχνολογικής υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων των έξυπνων τηλεφώνων για άτομα που υποπτεύονται ότι έχουν αποτελέσει στόχο κατασκοπευτικού λογισμικού, και των εργαλείων που απαιτούνται για τον εντοπισμό κατασκοπευτικού λογισμικού, τη διεξαγωγή εγκληματολογικής αναλυτικής έρευνας για δικαστικές έρευνες και την τακτική υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη χρήση και κατάχρηση κατασκοπευτικού λογισμικού στην ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές επικαιροποιήσεις· θεωρεί ότι η εν λόγω έκθεση θα πρέπει να διατίθεται ετησίως και να διαβιβάζεται στην Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο·

116.

συνιστά στην Επιτροπή να δημιουργήσει το εργαστήριο τεχνολογίας της ΕΕ σε στενή συνεργασία με την με την ομάδα αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών στην πληροφορική για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ (CERT-ΕΕ) και τον ENISA και να συμβουλευθεί σχετικούς εμπειρογνώμονες, κατά την ίδρυση του εργαστηρίου τεχνολογίας της ΕΕ, προκειμένου να διδαχθεί από τις βέλτιστες πρακτικές στον ακαδημαϊκό τομέα·

117.

υπογραμμίζει ότι η διασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης του εργαστηρίου τεχνολογίας της ΕΕ είναι σημαντική·

118.

συνιστά στην Επιτροπή να παρουσιάσει σύστημα πιστοποίησης για ανάλυση και επαλήθευση της γνησιότητας του εγκληματολογικού υλικού·

119.

ζητά να στηρίξει η Επιτροπή την ικανότητα της κοινωνίας των πολιτών σε παγκόσμιο επίπεδο, προκειμένου να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα έναντι των επιθέσεων κατασκοπευτικού λογισμικού και η παροχή βοήθειας και υπηρεσιών στους πολίτες·

Το κράτος δικαίου

120.

τονίζει ότι ο αντίκτυπος της παράνομης χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού είναι πολύ πιο έντονος σε εκείνα τα κράτη μέλη όπου οι αρχές οι οποίες συνήθως θα επιφορτίζονταν με τη διερεύνηση, την παροχή έννομης προστασίας στα άτομα που στοχοποιούνται και τη διασφάλιση της λογοδοσίας, βρίσκονται υπό τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους και θεωρεί ότι, όταν υπάρχει κρίση του κράτους δικαίου και η ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος διακυβεύεται, οι εθνικές αρχές δεν είναι αξιόπιστες·

121.

καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή της εργαλειοθήκης της για το κράτος δικαίου, ιδίως με τους εξής τρόπους:

α)

θέσπιση μιας πιο ολοκληρωμένης παρακολούθησης του κράτους δικαίου, συμπεριλαμβανομένων ειδικών ανά χώρα συστάσεων όσον αφορά την παράνομη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού στην ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το κράτος δικαίου, αξιολογώντας την ανταπόκριση των κρατικών οργάνων στην παροχή έννομης προστασίας στα άτομα που στοχοποιούνται, και διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής της ετήσιας έκθεσής της για το κράτος δικαίου και συμπεριλαμβάνοντας όλες τις προκλήσεις για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, όπως επανειλημμένα ζητήθηκε από το Κοινοβούλιο·

β)

Προορατική κίνηση και ομαδοποίηση των διαδικασιών επί παραβάσει κατά των κρατών μελών για ελλείψεις στο κράτος δικαίου, όπως απειλές για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και την αποτελεσματική λειτουργία της αστυνομίας και της εισαγγελικής υπηρεσίας στο πλαίσιο αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ζητήματα εγκλημάτων·

Ενωσιακό ταμείο επίλυσης διαφορών

122.

ζητεί να ιδρυθεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ένα ταμείο επίλυσης διαφορών της Ένωσης, το οποίο θα καλύπτει τα πραγματικά δικαστικά έξοδα και θα επιτρέπει στα άτομα που στοχοποιούνται από κατασκοπευτικό λογισμικό να επιδιώκουν επαρκή έννομη προστασία, συμπεριλαμβανομένων αποζημιώσεων για την παράνομη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού εις βάρος τους, σύμφωνα με την προπαρασκευαστική ενέργεια που ενέκρινε το Κοινοβούλιο το 2017, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα «ταμείο της ΕΕ για χρηματοδοτική στήριξη για την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν παραβιάσεις της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων»·

Θεσμικά όργανα της ΕΕ

123.

εκφράζει την ανησυχία του για την έλλειψη δράσης εκ μέρους της Επιτροπής μέχρι στιγμής και την παροτρύνει να αξιοποιήσει πλήρως όλες τις εξουσίες της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών και να διεξαγάγει ολοκληρωμένη και εις βάθος έρευνα σχετικά με την κατάχρηση και το εμπόριο κατασκοπευτικού λογισμικού στην Ένωση·

124.

παροτρύνει την Επιτροπή να διεξαγάγει πλήρη έρευνα σχετικά με όλους τους ισχυρισμούς και τις υποψίες για τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού κατά υπαλλήλων της και να υποβάλει έκθεση στο Κοινοβούλιο και στις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου, όπου απαιτείται·

125.

καλεί την Επιτροπή να συστήσει ειδική ομάδα, συμπεριλαμβάνοντας τις εθνικές εκλογικές επιτροπές, αποκλειστικά για την προστασία των ευρωπαϊκών εκλογών του 2024 σε ολόκληρη την Ένωση· υπενθυμίζει ότι όχι μόνο οι εξωτερικές, αλλά και οι εσωτερικές παρεμβάσεις συνιστούν απειλή για την ευρωπαϊκή εκλογική διαδικασία· τονίζει ότι σε περίπτωση κατάχρησης εργαλείων εκτεταμένης παρακολούθησης, όπως το Pegasus, ενδέχεται να επηρεαστούν οι εκλογές·

126.

σημειώνει ότι η επιτροπή PEGA έλαβε συλλογική απάντηση από το Συμβούλιο στα ερωτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς όλα τα επιμέρους κράτη μέλη μόνο την παραμονή της δημοσίευσης του σχεδίου έκθεσης, περίπου 4 μήνες μετά τις επιστολές του Κοινοβουλίου· εκφράζει την απογοήτευσή του για την έλλειψη δράσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών και ζητεί μια ειδική σύνοδο κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δεδομένου του μεγέθους της απειλής για τη δημοκρατία στην Ευρώπη·

127.

καλεί το Συμβούλιο της ΕΕ να μιλήσει για τις εξελίξεις που αφορούν τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού και τον αντίκτυπό του στις αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, κατά τη διάρκεια ακροάσεων που θα διοργανωθούν δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ·

128.

καλεί το Συμβούλιο να καλέσει σε μόνιμη βάση το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Ασφαλείας του Συμβουλίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 των κανόνων ασφαλείας του Συμβουλίου του 2013·

129.

είναι της άποψης ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να διαθέτει πλήρεις εξουσίες έρευνας, συμπεριλαμβανομένης της καλύτερης πρόσβασης σε διαβαθμισμένες και μη διαβαθμισμένες πληροφορίες, καθώς και της εξουσίας να καλεί μάρτυρες, να απαιτεί επισήμως από μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως και να παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες εντός συγκεκριμένων προθεσμιών· επαναλαμβάνει τη θέση του Κοινοβουλίου στην πρότασή του, της 23ης Μαΐου 2012, σχετικά με πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις λεπτομερείς διατάξεις που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και για την κατάργηση της απόφασης 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (39)· καλεί το Συμβούλιο να αναλάβει δράση όσον αφορά την εν λόγω πρόταση κανονισμού ώστε να δοθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ουσιαστικό δικαίωμα εξέτασης των πραγμάτων·

130.

αναγνωρίζει τις προσπάθειες του Κοινοβουλίου για τον εντοπισμό λοιμώξεων από κατασκοπευτικό λογισμικό· θεωρεί, ωστόσο, ότι θα πρέπει να ενισχυθεί η προστασία του προσωπικού, λαμβάνοντας υπόψη τα προνόμια και τις ασυλίες όσων έχουν καταφύγει· υπενθυμίζει ότι οποιαδήποτε επίθεση σε πολιτικά δικαιώματα βουλευτή αποτελεί επίθεση στην ανεξαρτησία και την κυριαρχία του θεσμικού οργάνου, καθώς και επίθεση στα δικαιώματα των ψηφοφόρων·

131.

καλεί το Προεδρείο του Κοινοβουλίου να εγκρίνει πρωτόκολλο για τις περιπτώσεις στις οποίες βουλευτές ή προσωπικό του Οργάνου έχουν καταστεί άμεσος ή έμμεσος στόχος κατασκοπευτικού λογισμικού και υπογραμμίζει ότι όλες οι υποθέσεις πρέπει να αναφέρονται από το Κοινοβούλιο στις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου· τονίζει ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να παρέχει νομική και τεχνική βοήθεια σε τέτοιες περιπτώσεις·

132.

αποφασίζει να αναλάβει την πρωτοβουλία για τη δρομολόγηση διοργανικής διάσκεψης στο πλαίσιο της οποίας το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να έχουν ως στόχο μεταρρυθμίσεις διακυβέρνησης που ενισχύουν τη θεσμική ικανότητα της Ένωσης να αντιδρά επαρκώς στις επιθέσεις κατά της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου από το εσωτερικό της και να διασφαλίζουν ότι η Ένωση διαθέτει αποτελεσματικές υπερεθνικές μεθόδους για την επιβολή των Συνθηκών και του παράγωγου δικαίου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των κρατών μελών·

133.

ζητά την ταχεία έγκριση της πρότασης της Επιτροπής για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον καθορισμό μέτρων για υψηλό κοινό επίπεδο κυβερνοασφάλειας στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης (COM(2022)0122) και την άμεση εφαρμογή και αυστηρή επιβολή στη συνέχεια, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος μολύνσεων από κατασκοπευτικό λογισμικό συσκευών και συστημάτων που χρησιμοποιούνται από το προσωπικό των ενωσιακών θεσμικών οργάνων και τους πολιτικούς της ΕΕ·

134.

καλεί την ΕΕ να υπογράψει τη Σύμβαση 108+·

135.

καλεί την Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια να ξεκινήσει συζητήσεις στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαμεσολαβητών σχετικά με τον αντίκτυπο της κατάχρησης της εκτεταμένης παρακολούθησης στις δημοκρατικές διαδικασίες και στα δικαιώματα των πολιτών· καλεί το Δίκτυο να καταρτίσει συστάσεις για την αποτελεσματική και ουσιαστική επανόρθωση σε ολόκληρη την ΕΕ·

Νομοθετική δράση

136.

καλεί την Επιτροπή να υποβάλει αμέσως νομοθετικές προτάσεις βάσει της παρούσας σύστασης·

o

o o

137.

αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα σύσταση στα κράτη μέλη, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στην Ευρωπόλ.

(1)   ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.

(2)   ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1.

(3)   ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 89.

(4)   ΕΕ L 218 της 14.8.2013, σ. 8.

(5)   ΕΕ L 206 της 11.6.2021, σ. 1.

(6)   ΕΕ L 129 I της 17.5.2019, σ. 13.

(7)   ΕΕ L 174 I της 18.5.2021, σ. 1.

(8)   ΕΕ L 278 της 8.10.1976, σ. 5.

(9)   ΕΕ L 113 της 19.5.1995, σ. 1.

(10)   ΕΕ L 98 της 25.3.2022, σ. 72.

(11)   ΕΕ L 156 της 19.6.2018, σ. 43.

(12)  Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 22ας Νοεμβρίου 2022, C-37/20, WM και Sovim SA κατά Luxembourg Business Registers, ECLI:EU:C:2022:912.

(13)  https://www.ohchr.org/Documents/Publications/GuidingPrinciplesBusinessHR_EN.pdf

(14)  https://www.coe.int/en/web/commissioner/-/highly-intrusive-spyware-threatens-the-essence-of-human-rights

(15)  https://edps.europa.eu/system/files/2022-02/22-02-15_edps_preliminary_remarks_on_modern_spyware_en_0.pdf

(16)   ΕΕ C 378 της 9.11.2017, σ. 104.

(17)  https://www.ohchr.org/en/press-releases/2023/02/spain-un-experts-demand-investigation-alleged-spying-programme-targeting

(18)  https://www.venice.coe.int/webforms/documents/default.aspx?pdffile=CDL-AD(2015)010-e

(19)  https://www.venice.coe.int/webforms/documents/default.aspx?pdffile=CDL-AD(2016)012-e

(20)  Νόμος για τον έλεγχο των εξαγωγών στον τομέα της άμυνας 5766-2007, ισραηλινό Υπουργείο Άμυνας.

(21)  https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=COM%3A2022%3A434%3AFIN&qid=1662029750223.

(22)  https://www.echr.coe.int/documents/fs_mass_surveillance_eng.pdf

(23)   «Surveillance and human rights» (Παρακολούθηση και ανθρώπινα δικαιώματα), έκθεση του ειδικού εισηγητή για την προώθηση και την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας γνώμης και έκφρασης, A/HRC/41/35, 2019.

(24)  Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, «Spyware scandal: UN experts call for moratorium on sale of “life threatening” surveillance tech» (Οι εμπειρογνώμονες των Ηνωμένων Εθνών ζητούν αναστολή της πώλησης «απειλητικών για τη ζωή» τεχνολογιών παρακολούθησης).

(25)  https://www.wto.org/english/tratop_e/gproc_e/gpa_1994_e.htm.

(26)  https://research-and-innovation.ec.europa.eu/news/all-research-and-innovation-news/israel-joins-horizon-europe-research-and-innovation-programme-2021-12-06_en.

(27)  https://webgate.ec.europa.eu/dashboard/extensions/CountryProfile/ CountryProfile.html?Country=Israel https://elbitsystems.com/products/comercial-aviation/innovation-rd/.

(28)  Κανονισμός (ΕΕ) 2021/947 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση Μηχανισμού Γειτονίας, Ανάπτυξης και Διεθνούς Συνεργασίας — Παγκόσμια Ευρώπη, για την τροποποίηση και κατάργηση της απόφασης αριθ. 466/2014/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1601 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 480/2009 του Συμβουλίου (ΕΕ L 209 της 14.6.2021, σ. 1).

(29)  Απόφαση στην υπόθεση 1904/2021/MHZ, διαθέσιμη στη διεύθυνση https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/163491.

(30)  Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, Παρακολούθηση από τις υπηρεσίες πληροφοριών: εγγυήσεις και μέσα έννομης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση — Τόμος ΙΙ — Σύνοψη, https://fra.europa.eu/el/publication/2017/surveillance-intelligence-services-fundamental-rights-safeguards-and-remedies-eu

(31)  https://fra.europa.eu/sites/default/files/fra_uploads/fra-2017-surveillance-intelligence-services-vol-2-summary_en.pdf.

(32)  Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, υπόθεση C-623/17, Privacy International κατά Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs και λοιποί, ECLI:EU:C:2020:790, σκέψη 44 και αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2020, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-511/18, C-512/18 και C-520/18, La Quadrature du Net κ.λπ. κατά Premier ministre κ.λπ., ECLI:EU:C:2020:791, σκέψη 99: «Το γεγονός και μόνον ότι ένα εθνικό μέτρο ελήφθη για την προστασία της εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί να καταστήσει ανεφάρμοστο το δίκαιο της Ένωσης και να απαλλάξει τα κράτη μέλη από την υποχρέωσή τους να τηρούν το δίκαιο αυτό».

(33)  Η αξιολόγηση της αιτιολογίας προβλέπεται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ σύμφωνα με την οποία το βάρος της απόδειξης φέρει το κράτος /ο νομοθέτης. Η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ περιλαμβάνει τις ακόλουθες υποθέσεις: Roman Zakharov κατά Ρωσίας (προσφυγή αριθ. 47143/06), 4 Δεκεμβρίου 2015· Szabó και Vissy κατά Ουγγαρίας (προσφυγή αριθ. 37138/14), 12 Ιανουαρίου 2016· Big Brother Watch και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου (προσφυγές αριθ. 58170/13, 62322/14 και 24960/15), 25 Μαΐου 2021 και Centrum för rättvisa κατά Σουηδίας (προσφυγή αριθ. 35252/08), 25 Μαΐου 2021.

(34)  Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο κυβερνοασφάλειας σε ολόκληρη την Ένωση, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014 και της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972, και για την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148 (ΕΕ L 333 της 27.12.2022, σ. 80).

(35)  Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με οριζόντιες απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας για προϊόντα με ψηφιακά στοιχεία και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 (COM(2022)0454).

(36)  Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-37/20 και C-601/20, ECLI:EU:C:2022:912.

(37)  ΔΕΕ. Δελτίο Τύπου αριθ. 188/22, απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-37/20 και C-601/20.

(38)  The Global Principles on National Security and the Right to Information (Παγκόσμιες αρχές σχετικά με την εθνική ασφάλεια και το δικαίωμα στην πληροφόρηση), Ιούνιος 2013.

(39)   ΕΕ C 264 E της 13.9.2013, σ. 41.


ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2024/494/oj

ISSN 1977-0901 (electronic edition)