ISSN 1977-0901

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 184

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

61ό έτος
29 Μαΐου 2018


Περιεχόμενα

Σελίδα

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

2018/C 184/01

Θέση (ΕΕ) αριθ. 1/2018 του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έκδοσης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1037 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 16 Απριλίου 2018

1

2018/C 184/02

Σκεπτικό του Συμβουλίου: Θέση (ΕΕ) αριθ. 1/2018 του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έκδοσης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1037 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

19


EL

 


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

29.5.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 184/1


ΘΈΣΗ (ΕΕ) αριθ. 1/2018 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΣΕ ΠΡΏΤΗ ΑΝΆΓΝΩΣΗ

ενόψει της έκδοσης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1037 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 16 Απριλίου 2018

(2018/C 184/01)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 207 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι κοινοί κανόνες για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και επιδοτήσεων από χώρες που δεν είναι μέλη της Ένωσης περιέχονται στους κανονισμούς (ΕΕ) 2016/1036 (2) και (ΕΕ) 2016/1037 (3) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (αναφερόμενοι εφεξής από κοινού ως «κανονισμοί»). Οι κανονισμοί εγκρίθηκαν αρχικά το 1968 και τροποποιήθηκαν σημαντικά το 1996 ύστερα από την ολοκλήρωση του Γύρου της Ουρουγουάης που διεξήχθη στο πλαίσιο της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT). Δεδομένου ότι από το 1996 έγιναν ορισμένες τροποποιήσεις στους κανονισμούς, οι νομοθέτες αποφάσισαν την κωδικοποίηση των κανονισμών για λόγους σαφήνειας και εξορθολογισμού.

(2)

Ενώ οι κανονισμοί έχουν τροποποιηθεί και κωδικοποιηθεί, δεν έχει γίνει εις βάθος επανεξέταση της λειτουργίας τους. Η Επιτροπή άρχισε την επανεξέταση των κανονισμών με σκοπό, μεταξύ άλλων, να συνεκτιμηθούν καλύτερα οι ανάγκες των επιχειρήσεων στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα.

(3)

Μετά την εν λόγω επανεξέταση, θα πρέπει να τροποποιηθούν ορισμένες διατάξεις των κανονισμών, προκειμένου να βελτιωθούν η διαφάνεια και η προβλεψιμότητα, να θεσπισθούν αποτελεσματικά μέτρα για την καταπολέμηση των αντιποίνων από τρίτες χώρες, να βελτιωθούν η αποτελεσματικότητα και ο έλεγχος της εφαρμογής και να βελτιστοποιηθούν οι πρακτικές επανεξέτασης. Επιπλέον, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στους κανονισμούς ορισμένες πρακτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο ερευνών κατά του ντάμπινγκ και ερευνών για τους αντισταθμιστικούς δασμούς.

(4)

Προκειμένου να βελτιωθούν η διαφάνεια και η προβλεψιμότητα των ερευνών κατά του ντάμπινγκ και ερευνών για τους αντισταθμιστικούς δασμούς, τα μέρη που θα θίγονται από την επιβολή των προσωρινών μέτρων αντιντάμπινγκ και των αντισταθμιστικών μέτρων, ιδίως οι εισαγωγείς, θα πρέπει να ενημερώνονται για την επικείμενη επιβολή των εν λόγω μέτρων. Επιπροσθέτως, σε έρευνες κατά τις οποίες δεν είναι σκόπιμο να επιβληθούν προσωρινά μέτρα, είναι επιθυμητό τα μέρη να ενημερώνονται για τη μη επιβολή μέτρων αρκετά νωρίτερα. Προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος σημαντικής αύξησης των εισαγωγών κατά την περίοδο της εκ των προτέρων γνωστοποίησης, η Επιτροπή θα πρέπει να καταγράφει τις εισαγωγές, όπου αυτό είναι δυνατόν. Όταν προβλέπεται καταγραφή των εισαγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης, είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη ότι απαιτείται ανάλυση των σχετικών κινδύνων, καθώς και το ενδεχόμενο οι συγκεκριμένες περιστάσεις να εξουδετερώνουν τις επανορθωτικές συνέπειες των μέτρων. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να συγκεντρώνει πρόσθετα στατιστικά στοιχεία στο επίπεδο του Ενοποιημένου Δασμολογίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TARIC), ώστε να διαθέτει κατάλληλη βάση με πραγματικά στοιχεία για την ανάλυση των εισαγωγών. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η καταγραφή και υπάρξει περαιτέρω σημαντική αύξηση των εισαγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης, η Επιτροπή θα πρέπει να συνυπολογίζει την πρόσθετη αυτή ζημία στο περιθώριο ζημίας.

(5)

Θα πρέπει να παρέχεται στους εξαγωγείς ή παραγωγούς σύντομο χρονικό διάστημα πριν από την επιβολή των προσωρινών μέτρων, προκειμένου να ελέγχουν τον υπολογισμό του ατομικού τους περιθωρίου ντάμπινγκ ή του ύψους της αντισταθμίσιμης επιδότησης και του περιθωρίου που είναι επαρκές για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης. Κατά τον τρόπο αυτό, θα μπορούν να διορθώνονται τυχόν υπολογιστικά σφάλματα πριν από την επιβολή των μέτρων.

(6)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων για την καταπολέμηση των αντιποίνων, οι παραγωγοί της Ένωσης θα πρέπει να μπορούν να βασίζονται στους κανονισμούς χωρίς τον φόβο αντιποίνων από τρίτες χώρες. Οι ισχύουσες διατάξεις προβλέπουν, σε ειδικές περιστάσεις, την έναρξη έρευνας, χωρίς να έχει υποβληθεί καταγγελία, εφόσον υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη ντάμπινγκ ή αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων, καθώς και ζημίας και αιτιώδους συνάφειας. Αυτές οι ειδικές περιστάσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις απειλές για αντίποινα από τρίτες χώρες.

(7)

Όταν μια έρευνα δεν έχει ξεκινήσει με καταγγελία, η Επιτροπή θα πρέπει να ζητήσει από τους παραγωγούς της Ένωσης να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες, για να προχωρήσει η έρευνα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι διατίθενται επαρκείς πληροφορίες για τη διενέργεια της έρευνας σε περίπτωση απειλής για αντίποινα από τρίτες χώρες.

(8)

Οι τρίτες χώρες παρεμβαίνουν όλο και περισσότερο στο εμπόριο πρώτων υλών, με σκοπό τη διατήρηση των πρώτων υλών στις αγορές τους προς όφελος των εγχώριων μεταγενέστερων χρηστών του προϊόντος, παραδείγματος χάρη με την επιβολή φόρων εξαγωγής ή με την εφαρμογή συστημάτων διπλής τιμολόγησης. Τέτοιου είδους παρέμβαση δημιουργεί πρόσθετες στρεβλώσεις του εμπορίου. Λόγω αυτού, το κόστος των πρώτων υλών δεν αντικατοπτρίζει τη λειτουργία των κανονικών δυνάμεων της αγοράς με βάση την προσφορά και τη ζήτηση για μια συγκεκριμένη πρώτη ύλη. Κατά συνέπεια, οι παραγωγοί της Ένωσης δεν υφίστανται μόνο ζημία από το ντάμπινγκ, αλλά υφίστανται, σε σύγκριση με τους παραγωγούς επόμενων σταδίων του προϊόντος από τρίτες χώρες που εμπλέκονται σε τέτοιες πρακτικές, πρόσθετες στρεβλώσεις του εμπορίου. Για να προστατεύεται ικανοποιητικά το εμπόριο, οι στρεβλώσεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του επιπέδου των δασμών που θα επιβληθούν.

(9)

Η Επιτροπή θα πρέπει να επαληθεύει την ύπαρξη στρεβλώσεων όσον αφορά τις πρώτες ύλες με βάση την υποβληθείσα καταγγελία και τον «κατάλογο όσον αφορά τους εξαγωγικούς περιορισμούς επί των βιομηχανικών πρώτων υλών» του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) ή οποιαδήποτε άλλη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ η οποία αντικαθιστά αυτήν τη βάση δεδομένων και εντοπίζει στρεβλώσεις όσον αφορά τις πρώτες ύλες.

(10)

Στο εσωτερικό της Ένωσης, απαγορεύονται καταρχήν οι αντισταθμίσιμες επιδοτήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Επομένως, οι αντισταθμίσιμες επιδοτήσεις που χορηγούνται από τρίτες χώρες στρεβλώνουν σημαντικά το εμπόριο. Το ύψος των κρατικών ενισχύσεων που εγκρίνονται από την Επιτροπή έχει μειωθεί σταθερά με την πάροδο του χρόνου. Κατά τον καθορισμό των αντισταθμιστικών μέτρων, μπορεί, γενικά, να μην εφαρμόζεται πλέον ο κανόνας του χαμηλότερου δασμού.

(11)

Εφόσον τα μέτρα δεν παρατείνονται μετά την περάτωση της έρευνας επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων, επειδή κατά τη διάρκεια της έρευνας διαπιστώνεται ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την παράταση των μέτρων, οι δασμοί που εισπράχθηκαν κατά την έρευνα σε αγαθά που εκτελωνίστηκαν θα πρέπει να επιστραφούν στους εισαγωγείς.

(12)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργεί ενδιάμεση επανεξέταση, όπου αρμόζει, σε περιπτώσεις όπου ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης αντιμετωπίζει αυξημένες δαπάνες που προκύπτουν από υψηλότερα κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να κινεί διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης σε περιπτώσεις αλλαγής των συνθηκών στις χώρες εξαγωγής όσον αφορά τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα. Για παράδειγμα, εάν μια χώρα έναντι της οποίας εφαρμόζονται μέτρα αποσυρθεί από τις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες, μαζί με τα πρωτόκολλά τους, στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, ή από τις συμβάσεις της Διεθνούς οργάνωσης εργασίας (ΔΟΕ) που αναφέρονται στο παράρτημα Ια των κανονισμών, η ενδιάμεση επανεξέταση θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάκληση της αποδοχής των ανειλημμένων υποχρεώσεων. Το πεδίο εφαρμογής της επανεξέτασης θα εξαρτιόταν από τη φύση της αλλαγής. Οι εν λόγω ενδιάμεσες επανεξετάσεις θα μπορούσαν επίσης να κινηθούν αυτεπαγγέλτως.

(13)

Η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να εκδίδει ερμηνευτικές ανακοινώσεις με τις οποίες παρέχει γενικές οδηγίες στους πιθανούς ενδιαφερομένους σχετικά με την εφαρμογή των κανονισμών. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι εν λόγω ανακοινώσεις δεν είναι νομικά δεσμευτικές και δεν τροποποιούν τους κανόνες αναγκαστικού δικαίου του ενωσιακού δικαίου. Βάσει των γενικών αρχών της ίσης μεταχείρισης και της εύλογης προσδοκίας, η Επιτροπή εφαρμόζει τέτοιες ανακοινώσεις, αλλά δεν μπορεί να παραιτηθεί, με την έγκρισή τους, από τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής. Πριν από την έκδοση τέτοιων ανακοινώσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να διεξάγει διαβουλεύσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν επίσης να εκφράσουν τις απόψεις τους.

(14)

Ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν θα πρέπει πλέον να καθορίζεται με αναφορά στα κατώτατα όρια για την έναρξη διαδικασίας που προβλέπονται στους κανονισμούς.

(15)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν τη βέλτιστη δυνατή πρόσβαση στις πληροφορίες, διαμορφώνοντας ένα σύστημα ενημέρωσης στο πλαίσιο του οποίου τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώνονται όταν στους φακέλους των ερευνών προστίθενται νέες μη εμπιστευτικές πληροφορίες και καθιστώντας τις εν λόγω πληροφορίες προσβάσιμες σε αυτά τα μέρη μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας.

(16)

Αν στις αρχικές έρευνες διαπιστωθεί ότι το περιθώριο ντάμπινγκ ή το ύψος της αντισταθμίσιμης επιδότησης είναι κατώτερο από τα αμελητέα κατώτατα όρια, η έρευνα θα πρέπει να περατώνεται πάραυτα όσον αφορά τους ενδιαφερόμενους εξαγωγείς και οι εν λόγω εξαγωγείς δεν θα υποβληθούν σε μεταγενέστερες έρευνες επανεξέτασης.

(17)

Η Επιτροπή θα πρέπει να αποδέχεται προσφορά ανάληψης υποχρέωσης, μόνο εφόσον έχει πεισθεί, βάσει ανάλυσης των προοπτικών, ότι αυτή η ανάληψη υποχρέωσης εξουδετερώνει με ουσιαστικό τρόπο τις ζημιογόνες επιπτώσεις του ντάμπινγκ.

(18)

Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έναρξη έρευνας κατά της καταστρατήγησης, οι εισαγωγές θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπόκεινται σε καταγραφή.

(19)

Η εμπειρία από τις έρευνες κατά της καταστρατήγησης έδειξε ότι, ορισμένες φορές, αν και οι παραγωγοί του υπό εξέταση προϊόντος δεν ασκούν οι ίδιοι πρακτικές καταστρατήγησης, διαπιστώνεται ότι συνδέονται με παραγωγό που υπόκειται στα αρχικά μέτρα. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν θα πρέπει να απορρίπτεται το αίτημα εξαίρεσης των παραγωγών μόνο και μόνο επειδή συνδέονται με παραγωγό που υπόκειται στα αρχικά μέτρα. Συνεπώς, θα πρέπει να καταργηθεί, η προϋπόθεση ότι, προκειμένου να χορηγηθεί απαλλαγή από την καταχώρηση ή από τους επεκταθέντες δασμούς, οι παραγωγοί του υπό εξέταση προϊόντος δεν θα πρέπει να συνδέονται με κανένα παραγωγό που υπόκειται στα αρχικά μέτρα. Επιπλέον, όταν η πρακτική καταστρατήγησης λαμβάνει χώρα στην Ένωση, το γεγονός ότι εισαγωγείς είναι συνδεδεμένοι με παραγωγούς οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα δεν θα πρέπει να έχει αποφασιστική σημασία για να καθορισθεί κατά πόσον μπορεί να γίνει εξαίρεση για τον εισαγωγέα.

(20)

Όταν ο αριθμός των παραγωγών στην Ένωση είναι τόσο μεγάλος ώστε πρέπει να γίνει προσφυγή σε δειγματοληψία, θα πρέπει να επιλέγεται ένα δείγμα παραγωγών από το σύνολο των παραγωγών της Ένωσης και όχι μόνο από τους παραγωγούς που υποβάλλουν την καταγγελία.

(21)

Στις περιπτώσεις στρεβλώσεων όσον αφορά τις πρώτες ύλες όπως ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2α του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036, όπως τροποποιείται με τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή θα πρέπει να προβαίνει σε εξέταση του συμφέροντος της Ένωσης όπως ορίζεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2β του εν λόγω κανονισμού. Εάν η Επιτροπή αποφασίσει, κατά τον καθορισμό του επιπέδου των δασμών σύμφωνα με το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού, να εφαρμόσει το άρθρο 7 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, θα πρέπει να διενεργεί την εξέταση του συμφέροντος της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 21 του εν λόγω κανονισμού, με βάση τα μέτρα που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 2.

(22)

Κατά την εφαρμογή της εξέτασης του συμφέροντος της Ένωσης, θα πρέπει να παρέχεται σε όλους τους παραγωγούς της Ένωσης η ευκαιρία να υποβάλλουν παρατηρήσεις και όχι μόνο στους παραγωγούς που υποβάλλουν την καταγγελία.

(23)

Η ετήσια έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή των κανονισμών επιτρέπει την τακτική και έγκαιρη εποπτεία των μέσων εμπορικής άμυνας. Θα πρέπει να πραγματοποιείται ανταλλαγή απόψεων σχετικά με αυτήν την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η εν λόγω ανταλλαγή απόψεων θα πρέπει να καλύπτει και τη λειτουργία των μέσων εμπορικής άμυνας. Το Συμβούλιο θα πρέπει να μπορεί να παρίσταται στην εν λόγω ανταλλαγή απόψεων.

(24)

Η Επιτροπή θα πρέπει να επεκτείνει την εφαρμογή και την είσπραξη των δασμών αντιντάμπινγκ και των αντισταθμιστικών δασμών στην υφαλοκρηπίδα κράτους μέλους ή την αποκλειστική οικονομική ζώνη που έχει δηλώσει κράτος μέλος σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), υπό τον όρο ότι το προϊόν που υπόκειται σε μέτρα χρησιμοποιείται σε οποιοδήποτε από τα δύο αυτά μέρη με σκοπό την εξερεύνηση ή την εκμετάλλευση μη έμβιων φυσικών πόρων του θαλάσσιου βυθού και του υπεδάφους του ή για την παραγωγή ενέργειας από τα ύδατα, τα ρεύματα και τους ανέμους και υπό τον όρο ότι το προϊόν που υπόκειται σε μέτρα καταναλώνεται εκεί σε σημαντικές ποσότητες. Η πρόθεση επέκτασης της εφαρμογής και είσπραξης των δασμών σύμφωνα με τα προαναφερόμενα θα πρέπει να αναφέρεται στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας και θα πρέπει να υποστηρίζεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία στην αίτηση. Για να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής και είσπραξης δασμών αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικών δασμών. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4).

(25)

Για να επικαιροποιηθεί ο κατάλογος που εντοπίζει στρεβλώσεις όσον αφορά τις πρώτες ύλες με την προσθήκη περαιτέρω στρεβλώσεων όσον αφορά τις πρώτες ύλες, εάν ο κατάλογος του ΟΟΣΑ «όσον αφορά τους εξαγωγικούς περιορισμούς επί των βιομηχανικών πρώτων υλών» ή οποιαδήποτε βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ που αντικαθιστά τον κατάλογο αυτό εντοπίζει στρεβλώσεις όσον αφορά τις πρώτες ύλες, πέρα από αυτές που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ θα πρέπει να εκχωρείται στην Επιτροπή όσον αφορά την τροποποίηση του καταλόγου στρεβλώσεων όσον αφορά τις πρώτες ύλες που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2α του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036. Επιπλέον, προκειμένου να αντιμετωπιστεί κατάλληλα ενδεχόμενη σημαντική αύξηση των εισαγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ σε ό, τι αφορά την αύξηση ή μείωση της διάρκειας της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης. Η περίοδος της εκ των προτέρων γνωστοποίησης θα πρέπει να μειώνεται, εάν παρατηρείται σημαντική αύξηση των εισαγωγών, αλλά η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να την αντιμετωπίσει. Ωστόσο, εάν δεν έχει παρατηρηθεί σημαντική αύξηση των εισαγωγών ή εάν η Επιτροπή είναι σε θέση να την αντιμετωπίσει, η περίοδος της εκ των προτέρων γνωστοποίησης θα πρέπει να αυξάνεται, προκειμένου να διασφαλίζεται η προβλεψιμότητα για τους φορείς της Ένωσης. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι δε διαβουλεύσεις να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (5). Ειδικότερα, για να εξασφαλιστεί ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(26)

Οι κανονισμοί (ΕΕ) 2016/1036 και (ΕΕ) 2016/1037 θα πρέπει επομένως να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1036 τροποποιείται ως εξής:

1)

στο άρθρο 4 παράγραφος 1, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «ενωσιακός κλάδος παραγωγής» νοείται το σύνολο των παραγωγών ομοειδών προϊόντων στην Ένωση ή όσων εξ αυτών η συνολική παραγωγή αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό του συνόλου της ενωσιακής παραγωγής των προϊόντων αυτών. Ωστόσο:».

2)

Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, μετά το πρώτο εδάφιο παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Καταγγελίες μπορούν επίσης να υποβάλλονται από κοινού από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής ή από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε ένωση χωρίς νομική προσωπικότητα που ενεργεί για λογαριασμό του και από συνδικαλιστικές οργανώσεις ή να υποστηρίζονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αυτό δεν θίγει τη δυνατότητα του ενωσιακού κλάδου παραγωγής να αποσύρει την καταγγελία.»,

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Η Επιτροπή διευκολύνει την πρόσβαση στο μέσο εμπορικής άμυνας γιαανομοιογενείς και κατακερματισμένους τομείς παραγωγής, που αποτελούνται, σε μεγάλο βαθμό, από μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις (ΜΜΕ), μέσω ειδικού γραφείου υποστήριξης για τις ΜΜΕ, για παράδειγμα προωθώντας την ευαισθητοποίηση, παρέχοντας γενικές πληροφορίες και διευκρινίσεις σχετικά με τις διαδικασίες και τον τρόπο υποβολής των καταγγελιών, δημοσιεύοντας τυποποιημένα ερωτηματολόγια σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης και απαντώντας σε γενικές απορίες που δεν αφορούν συγκεκριμένες υποθέσεις.

Το γραφείο υποστήριξης για τις ΜΜΕ διαθέτει τυποποιημένα έντυπα για στατιστικά στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται για τον καθορισμό της νομιμοποίησης και για ερωτηματολόγια.».

3)

Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 7, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Οι ενωσιακοί παραγωγοί, οι συνδικαλιστικές ενώσεις, οι εισαγωγείς και εξαγωγείς και οι αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις, οι χρήστες και οι οργανώσεις καταναλωτών που έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10, καθώς και οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής, δύνανται, έπειτα από γραπτή αίτηση, να λαμβάνουν γνώση όλων των στοιχείων που έχουν υποβληθεί από οποιοδήποτε μέρος το οποίο αφορά η έρευνα, εκτός από τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης τα οποία έχουν συνταχθεί από τις αρχές της Ένωσης ή των κρατών μελών της, εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι κατάλληλα για να προασπίσουν τα συμφέροντά τους, δεν είναι εμπιστευτικά κατά την έννοια του άρθρου 19 και χρησιμοποιούνται στην έρευνα.»,

β)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Για διαδικασίες κινηθείσες βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 9, η έρευνα ολοκληρώνεται, ει δυνατόν, εντός ενός έτους. Οι έρευνες αυτές, σε όλες τις περιπτώσεις, ολοκληρώνονται εντός 14 μηνών από την έναρξη της διαδικασίας, βάσει των συμπερασμάτων που έχουν διατυπωθεί σύμφωνα με το άρθρο 8 για τις αναλήψεις υποχρεώσεων ή βάσει των συμπερασμάτων που έχουν διατυπωθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 για την επιβολή οριστικών δασμών. Ει δυνατόν, οι περίοδοι έρευνας, ιδίως στην περίπτωση ανομοιογενών και κατακερματισμένων τομέων που αποτελούνται κατά κύριο λόγο από ΜΜΕ, συμπίπτουν με το οικονομικό έτος.»,

γ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«10.   Οι ενωσιακοί παραγωγοί του ομοειδούς προϊόντος καλούνται να συνεργαστούν με την Επιτροπή σε έρευνες που έχουν κινηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 6.

11.   H Επιτροπή διορίζει Σύμβουλο Ακροάσεων, οι αρμοδιότητες και οι ευθύνες του οποίου καθορίζονται στο πλαίσιο εντολής που εγκρίνεται από την Επιτροπή και ο οποίος διασφαλίζει την ουσιαστική άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων μερών.».

4)

το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η επιβολή προσωρινών δασμών επιτρέπεται εφόσον:

α)

έχει κινηθεί διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 5,

β)

έχει δημοσιευθεί σχετική ανακοίνωση και έχει παρασχεθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη κατάλληλη δυνατότητα για να υποβάλουν πληροφορίες και να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10,

γ)

έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα με το οποίο επιβεβαιώνεται η ύπαρξη ντάμπινγκ και η εξ αυτού πρόκληση ζημίας στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής και

δ)

το συμφέρον της Ένωσης επιβάλλει τη λήψη μέτρων για την αποτροπή της ζημίας.

Οι προσωρινοί δασμοί επιβάλλονται το νωρίτερο 60 ημέρες από την έναρξη της διαδικασίας και κατά κανόνα όχι αργότερα από επτά μήνες και οπωσδήποτε όχι αργότερα από οκτώ μήνες από την έναρξη της διαδικασίας.

Οι προσωρινοί δασμοί δεν επιβάλλονται για διάστημα τριών εβδομάδων από τη διαβίβαση των πληροφοριών στα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 19α (περίοδος της εκ των προτέρων γνωστοποίησης). Η παροχή των πληροφοριών αυτών δεν προδικάζει τυχόν μεταγενέστερη σχετική απόφαση που μπορεί να λάβει η Επιτροπή.

Η Επιτροπή επανεξετάζει έως … [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], κατά πόσον σημειώθηκε σημαντική αύξηση των εισαγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης και κατά πόσον η αύξηση αυτή, εάν σημειώθηκε, προκάλεσε πρόσθετη ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, παρά τα μέτρα που ενδεχομένως έλαβε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 5α και του άρθρου 9 παράγραφος 4. Βασίζεται ιδίως στα στοιχεία που συλλέγονται βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 6 και σε κάθε σχετική πληροφορία που έχει στη διάθεσή της. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 23α προκειμένου να μειώσει τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης σε δύο εβδομάδες σε περίπτωση σημαντικής αύξησης των εισαγωγών που προκάλεσαν πρόσθετη ζημία ή να την αυξήσει σε τέσσερις εβδομάδες σε αντίθετη περίπτωση.

Η Επιτροπή, ταυτόχρονα με την κοινοποίηση στα ενδιαφερόμενα μέρη των πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 19α, δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της την πρόθεσή της να επιβάλει προσωρινούς δασμούς, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τους πιθανούς συντελεστές των δασμών αυτών.»,

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«2α.   Όταν εξετάζει κατά πόσον η επιβολή δασμού χαμηλότερου από το περιθώριο ντάμπινγκ επαρκεί για την εξάλειψη της ζημίας, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη αν υπάρχουν στρεβλώσεις όσον αφορά τις πρώτες ύλες σχετικά με το υπό εξέταση προϊόν.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, στρεβλώσεις όσον αφορά τις πρώτες ύλες συνίστανται στα ακόλουθα μέτρα: συστήματα διπλής τιμολόγησης, φόροι εξαγωγής, πρόσθετοι φόροι εξαγωγής, εξαγωγικές ποσοστώσεις, απαγορεύσεις εξαγωγής, τέλη επί των εξαγωγών, απαιτήσεις αδειοδότησης, οι ελάχιστες τιμές εξαγωγής, μείωση ή κατάργηση της επιστροφής του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), περιορισμοί στα σημεία εκτελωνισμού για τους εξαγωγείς, κατάλογοι εγκεκριμένων εξαγωγέων, υποχρεώσεις όσον αφορά την εγχώρια αγορά και εξόρυξη για δεσμευμένη χρήση εάν η τιμή πρώτης ύλης είναι σημαντικά χαμηλότερη σε σύγκριση με τις τιμές που ισχύουν στις αντιπροσωπευτικές αγορές σε διεθνές επίπεδο.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 23α για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού για την προσθήκη περαιτέρω στρεβλώσεων όσον αφορά τις πρώτες ύλες στον κατάλογο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, εάν ο κατάλογος του ΟΟΣΑ «σχετικά με τους εξαγωγικούς περιορισμούς επί των βιομηχανικών πρώτων υλών» ή οποιαδήποτε βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ που αντικαθιστά τον κατάλογο αυτόν εντοπίζει άλλα είδη μέτρων.

Η έρευνα καλύπτει κάθε στρέβλωση όσον αφορά τις πρώτες ύλες που εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, για την ύπαρξη της οποίας η Επιτροπή διαθέτει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 5.

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, μια μεμονωμένη πρώτης ύλη, μεταποιημένη ή μη, συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας, για την οποία διαπιστώνεται στρέβλωση, πρέπει να αντιπροσωπεύει, τουλάχιστον το 17 % του κόστους παραγωγής του υπό εξέταση προϊόντος. Για τον υπολογισμό αυτό, χρησιμοποιείται μη στρεβλωμένη τιμή της πρώτης ύλης, όπως έχει διαμορφωθεί σε αντιπροσωπευτικές διεθνείς αγορές.

2β.   Όταν η Επιτροπή, βάσει όλων των στοιχείων που έχουν υποβληθεί, συμπεραίνει με σαφήνεια ότι είναι προς το συμφέρον της Ένωσης να καθορίσει το ποσό των προσωρινών δασμών σύμφωνα με την παράγραφο 2α του παρόντος άρθρου, η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται. Η Επιτροπή επιδιώκει ενεργά να λάβει πληροφορίες από τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να διαπιστώσει εάν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 ή 2α του παρόντος άρθρου. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εξετάζει όλες τις σχετικές πληροφορίες, όπως η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στη χώρα εξαγωγής, ο ανταγωνισμός στην αγορά πρώτων υλών και η επίπτωση στις αλυσίδες εφοδιασμού για τις ενωσιακές εταιρείες. Ελλείψει συνεργασίας, η Επιτροπή μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι προς το συμφέρον της Ένωσης να εφαρμόσει την παράγραφο 2α του παρόντος άρθρου. Κατά την εξέταση του συμφέροντος της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 21, δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα αυτό.

2γ.   Όταν το περιθώριο ζημίας υπολογίζεται βάσει τιμής στόχου, ο στόχος κερδοφορίας που χρησιμοποιείται καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως το επίπεδο κερδοφορίας πριν από την αύξηση των εισαγωγών από τη χώρα για την οποία διεξάγεται έρευνα, το επίπεδο κερδοφορίας που απαιτείται για να καλυφθούν πλήρως δαπάνες και επενδύσεις, έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α) και καινοτομία, καθώς και το επίπεδο κερδοφορίας που αναμένεται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού. Το εν λόγω περιθώριο κέρδους δεν είναι χαμηλότερο του 6 %.

2δ.   Κατά τον καθορισμό της τιμής στόχου, συνυπολογίζεται δεόντως το πραγματικό κόστος παραγωγής για τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, όπως προκύπτει από τις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες, και τα σχετικά πρωτόκολλα, στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, ή από συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) που αναφέρονται στο παράρτημα Ια του παρόντος κανονισμού. Επιπλέον, λαμβάνονται υπόψη οι μελλοντικές δαπάνες που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 2γ του παρόντος άρθρου, οι οποίες απορρέουν από τις εν λόγω συμφωνίες και συμβάσεις, και τις οποίες θα υποστεί ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής κατά τη διάρκεια εφαρμογής του μέτρου σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2.».

5)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν έχει εξαχθεί προσωρινό συμπέρασμα το οποίο επιβεβαιώνει την ύπαρξη ντάμπινγκ και την εξ αυτού πρόκληση ζημίας, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 15 παράγραφος 2, να αποδεχθεί ικανοποιητική οικειοθελή ανάληψη υποχρέωσης που προσφέρει εξαγωγέας για να αναθεωρήσει τις τιμές του ή να παύσει τις εξαγωγές του σε τιμές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, εάν με τον τρόπο αυτό εξουδετερώνονται οι ζημιογόνες επιπτώσεις του ντάμπινγκ.

Στην περίπτωση αυτή και στον βαθμό που ισχύουν τέτοιες αναλήψεις υποχρεώσεων, οι προσωρινοί δασμοί που έχει επιβάλει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 ή οι οριστικοί δασμοί που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4, κατά περίπτωση, δεν εφαρμόζονται στις αντίστοιχες εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος που κατασκευάζεται από τις εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων, όπως έχει τροποποιηθεί στη συνέχεια.

Οι αυξήσεις τιμών βάσει αναλήψεων υποχρεώσεων τέτοιου είδους δεν είναι μεγαλύτερες από αυτές που χρειάζονται για την εξουδετέρωση του περιθωρίου ντάμπινγκ και είναι μικρότερες από το περιθώριο ντάμπινγκ, εάν η αύξηση αυτή αρκεί για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής.

Όταν εξετάζεται εάν οι αυξήσεις τιμών δυνάμει αναλήψεων υποχρεώσεων χαμηλότερων από το περιθώριο ντάμπινγκ επαρκούν για την εξάλειψη της ζημίας, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 7 παράγραφοι 2α, 2β, 2γ και 2δ.»,

β)

στην παράγραφο 2, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, οι προσφορές για ανάληψη υποχρεώσεων δεν μπορούν να υποβληθούν αργότερα από 5 ημέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται στους ενδιαφερομένους προκειμένου να προβούν σε παραστάσεις βάσει του άρθρου 20 παράγραφος 5, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα των άλλων μερών να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους.»,

γ)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι προσφερόμενες αναλήψεις υποχρεώσεων μπορούν να μη γίνονται αποδεκτές σε περίπτωση που κρίνεται ότι η αποδοχή τους παρουσιάζει πρακτικές δυσκολίες, επί παραδείγματι αν ο αριθμός των πραγματικών ή δυνητικών εξαγωγέων είναι υπερβολικά υψηλός ή για άλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένων λόγων γενικότερης πολιτικής, όπως για παράδειγμα οι αρχές και οι υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες, μαζί με τα πρωτόκολλά τους, στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και στις συμβάσεις της ΔΟΕ που αναφέρονται στο παράρτημα Ια του παρόντος κανονισμού. Ο ενδιαφερόμενος εξαγωγέας δύναται να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους προτείνεται η απόρριψη προσφοράς ανάληψης υποχρέωσης και του παρέχεται η δυνατότητα να διατυπώσει σχετικές παρατηρήσεις. Οι λόγοι της απόρριψης εκτίθενται στην οριστική απόφαση.

4.   Τα μέρη που προσφέρουν ανάληψη υποχρέωσης οφείλουν να παρέχουν μη εμπιστευτική περιγραφή της ανάληψης υποχρέωσης, η οποία να είναι κατανοητή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 19, ώστε να μπορέσει να κοινοποιηθεί στα μέρη τα οποία αφορά η έρευνα, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Επιπλέον, πριν από την αποδοχή οποιασδήποτε τέτοιας προσφοράς, δίνεται η δυνατότητα στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με τα κύρια χαρακτηριστικά της ανάληψης υποχρέωσης.».

6)

Στο άρθρο 9, οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Για όλες τις διαδικασίες που κινούνται βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 9, η ζημία θεωρείται κατά κανόνα αμελητέα, εφόσον οι επίμαχες εισαγωγές αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο αυτού που ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7. Κάθε διαδικασία αυτής της μορφής περατούται αμέσως, εάν διαπιστωθεί ότι το περιθώριο ντάμπινγκ, εκπεφρασμένο ως ποσοστό της τιμής εξαγωγής, είναι κατώτερο του 2 %.

4.   Αν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Ένωσης επιβάλλει παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 21, η Επιτροπή επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3. Αν ισχύουν προσωρινοί δασμοί, η Επιτροπή κινεί αυτήν τη διαδικασία το αργότερο ένα μήνα πριν από τη λήξη τους.

Το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ δεν υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ που έχει διαπιστωθεί, αλλά θα πρέπει να είναι κατώτερο του εν λόγω περιθωρίου, εφόσον ένας τέτοιος χαμηλότερος δασμός αρκεί για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής. Το άρθρο 7 παράγραφοι 2α, 2β, 2γ και 2δ εφαρμόζεται αναλόγως.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν έχει καταγράψει εισαγωγές, αλλά διαπιστώνει, με βάση ανάλυση όλων των σχετικών πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της κατά τη θέσπιση των οριστικών μέτρων, ότι σημειώθηκε περαιτέρω σημαντική αύξηση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας κατά την περίοδο της εκ των προτέρων γνωστοποίησης, συνυπολογίζει την πρόσθετη ζημία που απορρέει από την εν λόγω αύξηση κατά τον προσδιορισμό του περιθωρίου ζημίας για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.».

7)

Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Διενεργείται επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων, εφόσον η σχετική αίτηση περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η λήξη ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή την επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Η πιθανότητα αυτή μπορεί, παραδείγματος χάρη, να στηρίζεται σε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το ντάμπινγκ και η ζημία συνεχίζονται ή ότι η εξάλειψη της ζημίας οφείλεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ύπαρξη των μέτρων ή ότι η κατάσταση των εξαγωγέων ή οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά ενδέχεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω άσκηση ζημιογόνων πρακτικών ντάμπινγκ, ή σε στοιχεία που αποδεικνύουν συνέχιση των στρεβλώσεων όσον αφορά τις πρώτες ύλες.»,

β)

στην παράγραφο 5, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Εάν, ύστερα από έρευνα σύμφωνα με την παράγραφο 2, το μέτρο παύσει να ισχύει, οι δασμοί που έχουν εισπραχθεί από την ημερομηνία έναρξης της εν λόγω έρευνας σε αγαθά που εκτελωνίστηκαν επιστρέφονται, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα στις εθνικές τελωνειακές αρχές και οι εν λόγω αρχές εγκρίνουν το αίτημα, σύμφωνα με την ισχύουσα τελωνειακή νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με την επιστροφή και διαγραφή δασμών. Αυτή η επιστροφή δασμών δεν γεννά υποχρέωση καταβολής τόκων από τις αρμόδιες εθνικές τελωνειακές αρχές.».

8)

Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι έρευνες κινούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή με αίτηση κράτους μέλους ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους με βάση επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα θέματα για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η έρευνα κινείται με κανονισμό της Επιτροπής, με τον οποίον επιπλέον καλούνται οι τελωνειακές αρχές να υποβάλουν τις επίμαχες εισαγωγές σε καταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 5, ή να ζητήσουν τη σύσταση εγγύησης. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη εφόσον ένα ενδιαφερόμενο μέρος ή ένα κράτος μέλος έχει υποβάλει αίτηση που δικαιολογεί την έναρξη έρευνας και η Επιτροπή έχει ολοκληρώσει τη σχετική ανάλυσή της ή εφόσον η ίδια η Επιτροπή έχει αποφασίσει ότι πρέπει να κινηθεί έρευνα.»,

β)

στην παράγραφο 4, το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Οι εισαγωγές δεν υποβάλλονται σε καταγραφή δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 5 ή σε μέτρα όταν διατίθενται στο εμπόριο από εταιρείες στις οποίες έχουν χορηγηθεί απαλλαγές.

Οι αιτήσεις για απαλλαγές δεόντως τεκμηριωμένες με αποδεικτικά στοιχεία υποβάλλονται εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στον κανονισμό της Επιτροπής σύμφωνα με τον οποίο αρχίζει η έρευνα.

Στην περίπτωση που η πρακτική, διαδικασία ή εργασία καταστρατήγησης λαμβάνει χώρα εκτός της Ένωσης, επιτρέπεται να χορηγούνται απαλλαγές σε παραγωγούς του υπό εξέταση προϊόντος για τους οποίους διαπιστώνεται ότι δεν εφαρμόζουν πρακτικές καταστρατήγησης, όπως ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Στην περίπτωση που η πρακτική, διαδικασία ή εργασία καταστρατήγησης λαμβάνει χώρα εντός της Ένωσης, επιτρέπεται να χορηγούνται απαλλαγές σε εισαγωγείς οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν εφαρμόζουν πρακτικές καταστρατήγησης, όπως ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.».

9)

το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Δυνάμει του παρόντος κανονισμού μπορούν να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις, ιδίως σε σχέση με τον κοινό ορισμό της έννοιας της καταγωγής, όπως αυτός ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 952/2013 Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1), και σε σχέση με την εφαρμογή και την είσπραξη δασμού αντιντάμπινγκ στην υφαλοκρηπίδα κράτους μέλους ή την αποκλειστική οικονομική ζώνη που έχει δηλώσει κράτος μέλος σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).»,"

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Από την έναρξη της έρευνας και αφού ενημερώσει τα κράτη μέλη σε εύθετο χρόνο, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από τις τελωνειακές αρχές να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες για την καταγραφή των εισαγωγών, έτσι ώστε να είναι δυνατή η μεταγενέστερη επιβολή μέτρων έναντι των εισαγωγών αυτών με ισχύ από την ημερομηνία καταγραφής τους. Οι εισαγωγές υποβάλλονται σε καταγραφή μετά από αίτηση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, η οποία περιλαμβάνει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την καταγραφή. Οι εισαγωγές μπορούν επίσης να υποβάλλονται σε καταγραφή κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας της Επιτροπής. Η καταγραφή θεσπίζεται με κανονισμό της Επιτροπής. Ο κανονισμός αυτός διευκρινίζει τον σκοπό του μέτρου και, ενδεχομένως, το κατ’ εκτίμηση ύψος της πιθανής μελλοντικής οφειλής. Οι εισαγωγές δεν υποβάλλονται σε καταγραφή για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των εννέα μηνών.»,

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5α.   Η Επιτροπή, εκτός εάν έχει στη διάθεσή της επαρκή στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 5 ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις είτε του άρθρου 10 παράγραφος 4 στοιχείο γ) είτε του άρθρου 10 παράγραφος 4 στοιχείο δ), καταγράφει τις εισαγωγές σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου κατά τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης που ορίζεται στο άρθρο 19α. Όταν αποφασίζει σχετικά με την καταγραφή, η Επιτροπή αναλύει ιδίως τις πληροφορίες που συλλέγονται με βάση τη δημιουργία κωδικών του Ενοποιημένου Δασμολογίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TARIC) για το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.»,

δ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή σε μηνιαία βάση στοιχεία για τις εισαγωγές προϊόντων για τα οποία διεξάγεται έρευνα ή έχουν επιβληθεί μέτρα, καθώς και για το ύψος των δασμών που εισπράττονται βάσει του παρόντος κανονισμού. Κατά την έναρξη έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 5, η Επιτροπή δημιουργεί κωδικούς TARIC που αντιστοιχούν στο προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τους εν λόγω κωδικούς TARIC προκειμένου να υποβάλουν έκθεση σχετικά με τις εισαγωγές του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας μετά την έναρξη της έρευνας. Η Επιτροπή δύναται, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου και ρητού αιτήματος ενδιαφερόμενου μέρους, να αποφασίσει να του κοινοποιήσει μη εμπιστευτική σύνοψη των πληροφοριών σχετικά με τον συνολικό όγκο και τη συνολική αξία των εισαγωγών των συγκεκριμένων προϊόντων.»,

ε)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Οσάκις η Επιτροπή προτίθεται να εκδώσει έγγραφο που παρέχει στα πιθανά ενδιαφερόμενα μέρη γενικές οδηγίες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, διενεργείται δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 της ΣΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν επίσης να εκφράσουν τις απόψεις τους.».

10)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 14α

Υφαλοκρηπίδα ή αποκλειστική οικονομική ζώνη

1.   Δασμός αντιντάμπινγκ μπορεί επίσης να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που υπόκειται σε ντάμπινγκ, το οποίο εισάγεται σε σημαντικές ποσότητες σε τεχνητό νησί, σταθερή ή πλωτή εγκατάσταση ή σε οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση στην υφαλοκρηπίδα κράτους μέλους ή στην αποκλειστική οικονομική ζώνη που έχει δηλώσει κράτος μέλος σύμφωνα με την UNCLOS, εάν αυτό ενδέχεται να προκαλέσει ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν τους όρους που διέπουν τη γένεση δασμολογικής οφειλής, καθώς και τις διαδικασίες για την κοινοποίηση και τη δήλωση τέτοιων προϊόντων και για την καταβολή των δασμών, συμπεριλαμβανομένης της ανάκτησης, επιστροφής και διαγραφής τους (δασμολογικό εργαλείο). Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3.

2.   Η Επιτροπή επιβάλει τους δασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από την ημερομηνία κατά την οποία το τελωνειακό εργαλείο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τίθεται σε λειτουργία. Η Επιτροπή ενημερώνει όλους τους οικονομικούς φορείς ότι το τελωνειακό εργαλείο έχει τεθεί σε λειτουργία με χωριστή δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».

11)

Στο άρθρο 17, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Στις περιπτώσεις που ο αριθμός των ενωσιακών παραγωγών, των εξαγωγέων ή εισαγωγέων, των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών είναι μεγάλος, η έρευνα μπορεί να περιορίζεται σε εύλογο αριθμό μερών, προϊόντων ή συναλλαγών, με τη χρήση δειγμάτων στατιστικά αντιπροσωπευτικών, με βάση τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο της επιλογής ή στον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής, πωλήσεων ή εξαγωγών, για τον οποίο μπορεί λογικά να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου.

2.   Η τελική επιλογή των μερών, των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών, η οποία πραγματοποιείται δυνάμει των εν λόγω διατάξεων για τα δείγματα, γίνεται από την Επιτροπή. Ωστόσο, προκειμένου να επιτραπεί η επιλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος, είναι προτιμότερο να επιλέγεται το δείγμα κατόπιν διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη και με τη συγκατάθεσή τους, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέρη έχουν αναγγελθεί και προσκομίσει εντός μίας εβδομάδας από την έναρξη της έρευνας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.».

12)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 19α

Πληροφορίες κατά το προσωρινό στάδιο

1.   Οι ενωσιακοί παραγωγοί, οι εισαγωγείς και εξαγωγείς και οι αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις, καθώς και οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής, μπορούν να ζητούν πληροφορίες σχετικά με τη σχεδιαζόμενη επιβολή προσωρινών δασμών. Οι αιτήσεις για την παροχή αυτών των πληροφοριών υποβάλλονται εγγράφως εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται στους ενδιαφερομένους τρεις εβδομάδες πριν από την επιβολή των προσωρινών δασμών. Οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν συνοπτική παρουσίαση των προτεινόμενων δασμών, για ενημερωτικούς μόνο σκοπούς, και αναλυτικά στοιχεία για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ και του περιθωρίου που είναι επαρκές για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ανάγκη τήρησης των υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας που περιέχονται στο άρθρο 19. Τα μέρη διαθέτουν προθεσμία τριών εργάσιμων ημερών από την παροχή τέτοιων πληροφοριών για την υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με την ακρίβεια των υπολογισμών.

2.   Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν πρόκειται να επιβληθούν προσωρινοί δασμοί, αλλά να συνεχιστεί η έρευνα, τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώνονται για τη μη επιβολή δασμών τρεις εβδομάδες πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 για την επιβολή των προσωρινών δασμών.».

13)

Το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Προκειμένου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε η Επιτροπή να μπορεί να λάβει υπόψη της όλες τις απόψεις και όλα τα στοιχεία προτού αποφανθούν κατά πόσον η επιβολή μέτρων είναι προς το συμφέρον της Ένωσης, παρέχεται το δικαίωμα στους ενωσιακούς παραγωγούς, τις συνδικαλιστικές ενώσεις, τους εισαγωγείς και τις αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις, καθώς και σε αντιπροσωπευτικούς χρήστες και σε αντιπροσωπευτικές οργανώσεις καταναλωτών, να αναγγελθούν εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ και να προσκομίσουν πληροφορίες στην Επιτροπή. Οι πληροφορίες αυτές ή κατάλληλες περιλήψεις τους κοινοποιούνται στα άλλα μέρη που ορίζονται στο παρόν άρθρο, τα οποία έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν απόψεις και παρατηρήσεις επ' αυτών.»,

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα μέρη τα οποία έχουν ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 2 δύνανται να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή ενδεχόμενων προσωρινών δασμών. Οι εν λόγω παρατηρήσεις, για να ληφθούν υπόψη, παραλαμβάνονται εντός 15 ημερών από την ημερομηνία εφαρμογής των εν λόγω μέτρων και κοινοποιούνται, ενδεχομένως με κατάλληλη περιληπτική μορφή, στα άλλα μέρη, τα οποία έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν επ' αυτών.».

14)

Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης προστασίας των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 19, η Επιτροπή υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή και την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού.

Η εν λόγω έκθεση περιέχει πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή προσωρινών και οριστικών μέτρων, την περάτωση ερευνών χωρίς λήψη μέτρων, τις αναλήψεις υποχρεώσεων, τις νέες έρευνες, τις επανεξετάσεις, τις σημαντικές στρεβλώσεις και τους επιτόπιους ελέγχους, καθώς και σχετικά με τις δραστηριότητες των διάφορων οργάνων τα οποία είναι υπεύθυνα για την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και την τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από αυτόν. Η έκθεση καλύπτει επίσης τη χρήση μέσων εμπορικής άμυνας από τρίτες χώρες με στόχο την Ένωση και τις προσφυγές κατά των μέτρων που έχουν επιβληθεί. Περιέχει επίσης πληροφορίες για τις δραστηριότητες του Συμβούλου Ακροάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Εμπορίου της Επιτροπής και τις δραστηριότητες του Γραφείου Υποστήριξης για τις ΜΜΕ στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Η έκθεση αναφέρεται επίσης στον τρόπο με τον οποίο τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψη στις έρευνες. Τα εν λόγω πρότυπα καθορίζονται στις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες στις οποίες συμμετέχει η Ένωση και στις συμβάσεις της ΔΟΕ που απαριθμούνται στο παράρτημα Ια του παρόντος κανονισμού, καθώς και στην ισοδύναμη εθνική νομοθεσία της χώρας εξαγωγής.»,

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.   Έως … [πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποιητικού κανονισμού] και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή υποβάλλει, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έκθεση επανεξέτασης της εφαρμογής του άρθρου 7 παράγραφος 2α, του άρθρου 8 παράγραφος 1 και του άρθρου 9 παράγραφος 4, μαζί με αξιολόγηση της εν λόγω εφαρμογής. Η επανεξέταση αυτή δύναται, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, να συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση.».

15)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 23α

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 7 παράγραφος 1 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο δύο ετών από την … [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού] και μπορεί να ασκηθεί μία μόνο φορά.

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 7 παράγραφος 2α εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από την … [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού]. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2α μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφοι 1 και 2α, τίθενται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

Άρθρο 2

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1037 τροποποιείται ως εξής:

1)

στο άρθρο 9 παράγραφος 1, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «ενωσιακός κλάδος παραγωγής» νοείται το σύνολο των παραγωγών ομοειδών προϊόντων στην Ένωση ή όσων εξ αυτών η συνολική παραγωγή αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό του συνόλου της ενωσιακής παραγωγής των προϊόντων αυτών. Ωστόσο:».

2)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, μετά το πρώτο εδάφιο, παρεμβάλλεται το εδάφιο ως εξής:

«Καταγγελίες μπορούν επίσης να υποβάλλονται από κοινού από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής ή από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε ένωση χωρίς νομική προσωπικότητα που ενεργεί για λογαριασμό του και από συνδικαλιστικές οργανώσεις, ή να υποστηρίζονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αυτό δεν θίγει τη δυνατότητα του ενωσιακού κλάδου παραγωγής να αποσύρει την καταγγελία.»,

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Η Επιτροπή διευκολύνει την πρόσβαση στο μέσο εμπορικής άμυνας για ανομοιογενείς και κατακερματισμένους τομείς παραγωγής που αποτελούνται, σε μεγάλο βαθμό, από μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις (ΜΜΕ), μέσω ειδικού γραφείου υποστήριξης για τις ΜΜΕ, για παράδειγμα προωθώντας την ευαισθητοποίηση, παρέχοντας γενικές πληροφορίες και διευκρινίσεις σχετικά με τις διαδικασίες και τον τρόπο υποβολής των καταγγελιών, δημοσιεύοντας τυποποιημένα ερωτηματολόγια σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης και απαντώντας σε γενικές απορίες που δεν αφορούν συγκεκριμένες υποθέσεις.

Το γραφείο υποστήριξης για τις ΜΜΕ διαθέτει τυποποιημένα έντυπα για στατιστικά στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται για τον καθορισμό της νομιμοποίησης και για ερωτηματολόγια.».

3)

Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 7, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Οι ενωσιακοί παραγωγοί, η κυβέρνηση της χώρας καταγωγής και/ή εξαγωγής, οι συνδικαλιστικές ενώσεις, οι εισαγωγείς και εξαγωγείς και οι αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις, οι χρήστες και οι οργανώσεις καταναλωτών, που έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 12 δεύτερο εδάφιο, δύνανται, έπειτα από γραπτή αίτηση, να λαμβάνουν γνώση όλων των στοιχείων που έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή από οποιοδήποτε μέρος το οποίο αφορά η έρευνα, εκτός από τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης τα οποία έχουν συνταχθεί από τις αρχές της Ένωσης ή των κρατών μελών της, εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι κατάλληλα για να προασπίσουν τα συμφέροντά τους, δεν είναι εμπιστευτικά κατά την έννοια του άρθρου 29 και χρησιμοποιούνται στην έρευνα.»,

β)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Για διαδικασίες κινηθείσες βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 11, η έρευνα ολοκληρώνεται, ει δυνατόν, εντός ενός έτους. Οι έρευνες αυτές, σε όλες τις περιπτώσεις, ολοκληρώνονται εντός 13 μηνών από την έναρξη της διαδικασίας, βάσει των συμπερασμάτων που έχουν διατυπωθεί σύμφωνα με το άρθρο 13 για τις αναλήψεις υποχρεώσεών τους ή βάσει των συμπερασμάτων που έχουν διατυπωθεί σύμφωνα με το άρθρο 15 για την επιβολή οριστικών δασμών. Οι περίοδοι έρευνας, ει δυνατόν, ιδίως στην περίπτωση ανομοιογενών και κατακερματισμένων τομέων που αποτελούνται κατά κύριο λόγο από ΜΜΕ, συμπίπτουν με το οικονομικό έτος.»,

γ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«11.   Οι ενωσιακοί παραγωγοί του ομοειδούς προϊόντος καλούνται να συνεργαστούν με την Επιτροπή σε έρευνες που έχουν κινηθεί σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 8.

12.   Η Επιτροπή διορίζει Σύμβουλο Ακροάσεων oι αρμοδιότητες και οι ευθύνες του οποίου καθορίζονται σε εντολή που εκδίδεται από την Επιτροπή και ο οποίος διασφαλίζει την ουσιαστική άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων μερών.».

4)

Το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η επιβολή προσωρινών δασμών επιτρέπεται εφόσον:

α)

έχει κινηθεί διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 10,

β)

έχει δημοσιευθεί σχετική ανακοίνωση και έχει παρασχεθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη κατάλληλη δυνατότητα για να υποβάλουν πληροφορίες και να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 12 δεύτερο εδάφιο,

γ)

έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι το εισαγόμενο προϊόν τυγχάνει αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων με επακόλουθο την πρόκληση ζημίας στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής και

δ)

το συμφέρον της Ένωσης επιβάλλει τη λήψη μέτρων για την αποτροπή τέτοιου είδους ζημίας.

Οι προσωρινοί δασμοί επιβάλλονται το νωρίτερο 60 ημέρες και το αργότερο εννέα μήνες από την έναρξη της διαδικασίας.

Το ύψος του προσωρινού αντισταθμιστικού δασμού αντιστοιχεί στο συνολικό ύψος των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων, όπως αυτό υπολογίζεται προσωρινά.

Όταν η Επιτροπή, βάσει όλων των στοιχείων που έχουν υποβληθεί, μπορεί να καταλήξει προσωρινά με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Ένωσης η επιβολή αυτού του ποσού ως προσωρινού δασμού, καθορίζεται ως προσωρινός αντισταθμιστικός δασμός το ποσό που αρκεί για την εξάλειψη της ζημίας που έχει υποστεί ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης, εάν το ποσό αυτό είναι χαμηλότερο από το συνολικό ποσό των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων.

Οι προσωρινοί δασμοί δεν επιβάλλονται για διάστημα τριών εβδομάδων από τη διαβίβαση των πληροφοριών προς τα ενδιαφερόμενα μέρη, σύμφωνα με το άρθρο 29α (περίοδος της εκ των προτέρων ενημέρωσης). Η παροχή των πληροφοριών αυτών δεν προδικάζει τυχόν μεταγενέστερη σχετική απόφαση που μπορεί να λάβει η Επιτροπή.

Η Επιτροπή επανεξετάζει έως … [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], κατά πόσον σημειώθηκε σημαντική αύξηση των εισαγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης και κατά πόσον η αύξηση αυτή, εάν σημειώθηκε, προκάλεσε πρόσθετη ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, παρά τα μέτρα που ενδεχομένως έλαβε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 24 παράγραφος 5α και του άρθρου 15 παράγραφος 1. Βασίζεται ιδίως στα στοιχεία που συλλέγονται βάσει του άρθρου 24 παράγραφος 6 και σε κάθε σχετική πληροφορία που έχει στη διάθεσή της. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 32β, προκειμένου να μειώσει τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης σε δύο εβδομάδες σε περίπτωση σημαντικής αύξησης των εισαγωγών που προκάλεσαν πρόσθετη ζημία ή να την αυξήσει σε τέσσερις εβδομάδες σε αντίθετη περίπτωση.

Η Επιτροπή, ταυτόχρονα με την κοινοποίηση στα ενδιαφερόμενα μέρη των πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 29α, δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της την πρόθεσή της να επιβάλει προσωρινούς δασμούς, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τους πιθανούς συντελεστές των δασμών αυτών.»,

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«1α.   Όταν το περιθώριο ζημίας υπολογίζεται βάσει τιμής στόχου, ο στόχος κερδοφορίας που χρησιμοποιείται καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως το επίπεδο κερδοφορίας πριν από την αύξηση των εισαγωγών από τη χώρα για την οποία διεξάγεται έρευνα, το επίπεδο κερδοφορίας που απαιτείται για να καλυφθούν πλήρως δαπάνες και επενδύσεις, έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α) και καινοτομία, καθώς και το επίπεδο κερδοφορίας που αναμένεται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού. Το εν λόγω περιθώριο κέρδους δεν είναι χαμηλότερο του 6%.

1β.   Κατά τον καθορισμό της τιμής στόχου, λαμβάνεται δεόντως υπόψη το πραγματικό κόστος παραγωγής του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, το οποίο προκύπτει από τις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες, και τα σχετικά τους πρωτόκολλα, στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, ή από τις συμβάσεις της Διεθνούς οργάνωσης εργασίας (ΔΟΕ) που αναφέρονται στο παράρτημα Ια του παρόντος κανονισμού. Επιπλέον, λαμβάνονται υπόψη οι μελλοντικές δαπάνες, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, οι οποίες απορρέουν από τις εν λόγω συμφωνίες και συμβάσεις και τις οποίες θα υποστεί ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης κατά τη διάρκεια εφαρμογής του μέτρου σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1.».

5)

Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα το οποίο επιβεβαιώνει την ύπαρξη επιδοτήσεων και την εξ αυτών πρόκληση ζημίας, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2, να αποδεχθεί οικειοθελώς προτεινόμενες ικανοποιητικές αναλήψεις υποχρεώσεων, βάσει των οποίων:

α)

η χώρα καταγωγής και/ή εξαγωγής συμφωνεί να καταργήσει ή να περιορίσει την επιδότηση ή να λάβει άλλου είδους μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ή

β)

ο εξαγωγέας αναλαμβάνει την υποχρέωση να αναθεωρήσει τις τιμές που εφαρμόζει ή να διακόψει τις εξαγωγές προϊόντων που τυγχάνουν αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων προς την εκάστοτε περιοχή, εάν εξαλείφθηκαν οι ζημιογόνες συνέπειες των επιδοτήσεων.

Στην περίπτωση αυτή και για όσο ισχύουν οι αναλήψεις υποχρεώσεων, οι προσωρινοί δασμοί που έχει επιβάλει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3 ή οι οριστικοί δασμοί που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1, κατά περίπτωση, δεν εφαρμόζονται στις αντίστοιχες εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος που κατασκευάζεται από τις εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί στη συνέχεια.

Οι αυξήσεις τιμών βάσει αυτών των αναλήψεων υποχρεώσεων δεν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που χρειάζονται για την αντιστάθμιση του ποσού των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων.

Όταν η Επιτροπή, βάσει όλων των στοιχείων που έχουν υποβληθεί, μπορεί να καταλήξει προσωρινά με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Ένωσης να προσδιοριστεί η αύξηση των τιμών βάσει αυτών των αναλήψεων υποχρεώσεων, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η αύξηση βάσει αυτών των αναλήψεων υποχρεώσεων είναι μικρότερη από το ύψος των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων, εφόσον μια τέτοια αύξηση αρκεί για να εξαλειφθεί η ζημία που υφίσταται ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής.»,

β)

στην παράγραφο 2, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, οι προσφορές για ανάληψη υποχρεώσεων δεν μπορούν να υποβληθούν αργότερα από 5 ημέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται στους ενδιαφερομένους προκειμένου να προβούν σε παραστάσεις βάσει του άρθρου 30 παράγραφος 5, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα των άλλων μερών να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους.»,

γ)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι προσφερόμενες αναλήψεις υποχρεώσεων μπορούν να μη γίνονται αποδεκτές σε περίπτωση που κρίνεται ότι η αποδοχή τους παρουσιάζει πρακτικές δυσκολίες, επί παραδείγματι αν ο αριθμός των πραγματικών ή δυνητικών εξαγωγέων είναι υπερβολικά υψηλός ή για άλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένων λόγων γενικότερης πολιτικής, όπως για παράδειγμα οι αρχές και οι υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες, μαζί με τα πρωτόκολλά τους, στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και στις συμβάσεις της ΔΟΕ που αναφέρονται στο παράρτημα Ια του παρόντος κανονισμού. Ο εκάστοτε εξαγωγέας και/ή η οικεία χώρα καταγωγής και/ή εξαγωγής δύνανται να πληροφορούνται τους λόγους για τους οποίους προτείνεται η απόρριψη προσφοράς ανάληψης υποχρέωσης και τους παρέχεται η δυνατότητα να διατυπώσουν σχετικές παρατηρήσεις. Οι λόγοι της απόρριψης εκτίθενται στην οριστική απόφαση.

4.   Τα μέρη που προσφέρουν ανάληψη υποχρέωσης οφείλουν να παρέχουν μη εμπιστευτική περιγραφή της ανάληψης υποχρέωσης, η οποία να είναι κατανοητή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 29, ώστε να μπορέσει να κοινοποιηθεί στα μέρη τα οποία αφορά η έρευνα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Επιπλέον, πριν από την αποδοχή οποιασδήποτε τέτοιας προσφοράς, δίνεται η δυνατότητα στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με τα κύρια χαρακτηριστικά της ανάληψης υποχρέωσης.».

6)

Στο άρθρο 14, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Το ποσό των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων θεωρείται αμελητέο εάν αντιπροσωπεύει ποσοστό κατώτερο του 1 % κατ’ αξία. Ωστόσο, εάν πρόκειται για έρευνες που αφορούν τις εισαγωγές από αναπτυσσόμενες χώρες, το ποσό που θεωρείται αμελητέο αντιπροσωπεύει ποσοστό 2 % κατ’ αξία.».

7)

Στο άρθρο 15 παράγραφος 1, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Το ύψος του αντισταθμιστικού δασμού δεν υπερβαίνει το συνολικό ύψος των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων.

Όταν η Επιτροπή, βάσει όλων των στοιχείων που έχουν υποβληθεί, μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Ένωσης να καθορίσει το ύψος των μέτρων σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο, το ύψος του αντισταθμιστικού δασμού είναι χαμηλότερο, εφόσον ο χαμηλότερος αυτός δασμός αρκεί για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν έχει καταγράψει εισαγωγές, αλλά διαπιστώνει, με βάση ανάλυση όλων των σχετικών πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της κατά την θέσπιση των οριστικών μέτρων, ότι σημειώθηκε περαιτέρω σημαντική αύξηση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας κατά την περίοδο της εκ των προτέρων γνωστοποίησης, συνυπολογίζει την πρόσθετη ζημία που απορρέει από την εν λόγω αύξηση κατά τον προσδιορισμό του περιθωρίου ζημίας για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1.».

8)

Στο άρθρο 18 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Εάν, ύστερα από έρευνα σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το μέτρο παύσει να ισχύει, οι δασμοί που έχουν εισπραχθεί από την ημερομηνία έναρξης της εν λόγω έρευνας σε αγαθά που εκτελωνίστηκαν επιστρέφονται, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα στις εθνικές τελωνειακές αρχές και οι εν λόγω αρχές εγκρίνουν το αίτημα, σύμφωνα με την ισχύουσα τελωνειακή νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με την επιστροφή και διαγραφή δασμών. Η επιστροφή δασμών δεν γεννά υποχρέωση καταβολής τόκων από τις αρμόδιες εθνικές τελωνειακές αρχές.»,

9)

Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Οι έρευνες κινούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή με αίτηση κράτους μέλους ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους με βάση επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα θέματα για τα οποία γίνεται λόγος στις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Η έρευνα αρχίζει με κανονισμό της Επιτροπής, με τον οποίον επιπλέον καλούνται οι τελωνειακές αρχές να υποβάλουν τις επίμαχες εισαγωγές σε καταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 5, ή να ζητήσουν τη σύσταση εγγύησης. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη εφόσον ένα ενδιαφερόμενο μέρος ή ένα κράτος μέλος έχει υποβάλει αίτηση που δικαιολογεί την έναρξη έρευνας και η Επιτροπή έχει ολοκληρώσει τη σχετική ανάλυση, ή εφόσον η ίδια η Επιτροπή έχει αποφασίσει ότι πρέπει να κινηθεί έρευνα.»,

β)

στην παράγραφο 6, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Στην περίπτωση που η πρακτική, διαδικασία ή εργασία καταστρατήγησης λαμβάνει χώρα εκτός της Ένωσης, επιτρέπεται να χορηγούνται απαλλαγές σε παραγωγούς του υπό εξέταση προϊόντος, για τους οποίους διαπιστώνεται ότι δεν εφαρμόζουν πρακτικές καταστρατήγησης, όπως ορίζονται στην παράγραφο 3.

Στην περίπτωση που η πρακτική, διαδικασία ή εργασία καταστρατήγησης λαμβάνει χώρα εντός της Ένωσης, επιτρέπεται να χορηγούνται απαλλαγές σε εισαγωγείς οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν εφαρμόζουν πρακτικές καταστρατήγησης, όπως ορίζονται στην παράγραφο 3.».

10)

Το άρθρο 24 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Δυνάμει του παρόντος κανονισμού μπορούν να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις, ιδίως σε σχέση με τον κοινό ορισμό της έννοιας της καταγωγής, όπως αυτός ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 952/2013 Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), και σε σχέση με την εφαρμογή και την είσπραξη αντισταθμιστικού δασμού στην υφαλοκρηπίδα κράτους μέλους ή την αποκλειστική οικονομική ζώνη που έχει δηλώσει κράτος μέλος σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).»,"

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Από την έναρξη της έρευνας και αφού ενημερώσει τα κράτη μέλη σε εύθετο χρόνο, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τις τελωνειακές αρχές να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες για την καταγραφή των εισαγωγών, έτσι ώστε να είναι δυνατή η μεταγενέστερη επιβολή μέτρων έναντι των εισαγωγών αυτών με ισχύ από την ημερομηνία καταγραφής τους. Οι εισαγωγές υποβάλλονται σε καταγραφή μετά από αίτηση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, η οποία περιλαμβάνει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την καταγραφή. Οι εισαγωγές μπορούν επίσης να υποβάλλονται σε καταγραφή κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας της Επιτροπής. Η καταγραφή θεσπίζεται με κανονισμό της Επιτροπής. Ο εν λόγω κανονισμός διευκρινίζει τον σκοπό του μέτρου και, ενδεχομένως, το κατ’ εκτίμηση ύψος της πιθανής μελλοντικής οφειλής. Οι εισαγωγές δεν υποβάλλονται σε καταγραφή για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των εννέα μηνών.»,

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5α.   Η Επιτροπή, εκτός εάν έχει στη διάθεσή της επαρκή στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 10 ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις είτε του άρθρου 16 παράγραφος 4 στοιχείο γ) είτε του άρθρου 16 παράγραφος 4 στοιχείο δ), καταγράφει τις εισαγωγές σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου κατά τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης που ορίζεται στο άρθρο 29α. Όταν αποφασίζει σχετικά με την καταγραφή, η Επιτροπή αναλύει ιδίως τις πληροφορίες που συλλέγονται με βάση τη δημιουργία κωδικών του Ενοποιημένου Δασμολογίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TARIC) για το προϊόν για το οποίο διενεργείται έρευνα σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.»,

δ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή κάθε μήνα στοιχεία για τις εισαγωγές των προϊόντων για τα οποία διεξάγεται έρευνα ή έχουν επιβληθεί μέτρα, καθώς και για το ύψος των δασμών που εισπράττονται βάσει του παρόντος κανονισμού. Κατά την έναρξη έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 10, η Επιτροπή δημιουργεί κωδικούς TARIC που αντιστοιχούν στο προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τους εν λόγω κωδικούς TARIC προκειμένου να υποβάλουν έκθεση σχετικά με τις εισαγωγές του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας μετά την έναρξη της έρευνας. Η Επιτροπή δύναται, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου και ρητού αιτήματος ενδιαφερόμενου μέρους, να αποφασίσει να κοινοποιήσει μη εμπιστευτική σύνοψη των πληροφοριών σχετικά με τον συνολικό όγκο και τη συνολική αξία των εισαγωγών των συγκεκριμένων προϊόντων.»,

ε)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Οσάκις η Επιτροπή προτίθεται να εκδώσει έγγραφο που παρέχει στα πιθανά ενδιαφερόμενα μέρη γενικές οδηγίες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, διενεργείται δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 ΣΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν επίσης να εκφράσουν τις απόψεις τους.».

11)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 24α

Υφαλοκρηπίδα κράτους μέλους ή αποκλειστική οικονομική ζώνη

1.   Αντισταθμιστικός δασμός μπορεί επίσης να επιβάλλεται σε κάθε επιδοτούμενο προϊόν, το οποίο εισάγεται σε σημαντικές ποσότητες σε τεχνητό νησί, σταθερή ή πλωτή εγκατάσταση ή σε οποιεσδήποτε άλλες εγκαταστάσεις στην υφαλοκρηπίδα κράτους μέλους ή στην αποκλειστική οικονομική ζώνη που έχει δηλώσει κράτος μέλος σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), εάν αυτό ενδέχεται να προκαλέσει ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν τους όρους που διέπουν τη γένεση δασμολογικής οφειλής, καθώς και τις διαδικασίες για την κοινοποίηση και τη δήλωση τέτοιων προϊόντων και για την καταβολή των εν λόγω δασμών, συμπεριλαμβανομένης της ανάκτησης, επιστροφής και διαγραφής τους (δασμολογικό εργαλείο). Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 3.

2.   Η Επιτροπή επιβάλει τους δασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από την ημερομηνία κατά την οποία το τελωνειακό εργαλείο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τίθεται σε λειτουργία. Η Επιτροπή ενημερώνει όλους τους οικονομικούς φορείς ότι το τελωνειακό εργαλείο είναι λειτουργικό με χωριστή δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».

12)

Στο άρθρο 27, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Στις περιπτώσεις που ο αριθμός των παραγωγών της Ένωσης, των εξαγωγέων ή εισαγωγέων, των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών είναι μεγάλος, η έρευνα μπορεί να περιορίζεται σε εύλογο αριθμό μερών, προϊόντων ή συναλλαγών, με τη χρήση δειγμάτων στατιστικά αντιπροσωπευτικών με βάση τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο της επιλογής ή στον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής, πωλήσεων ή εξαγωγών, για τον οποίο μπορεί λογικά να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου.

2.   Η τελική επιλογή των μερών, των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών, η οποία πραγματοποιείται δυνάμει των εν λόγω διατάξεων για τα δείγματα, γίνεται από την Επιτροπή. Ωστόσο, προκειμένου να καταστεί εφικτή η επιλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος, είναι προτιμότερο να επιλέγεται το δείγμα κατόπιν διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη και με τη συγκατάθεσή τους, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέρη έχουν αναγγελθεί και προσκομίσει εντός μίας εβδομάδας από την έναρξη της έρευνας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.».

13)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 29α

Πληροφορίες κατά το προσωρινό στάδιο

1.   Οι παραγωγοί της Ένωσης, οι εισαγωγείς και εξαγωγείς και οι αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις και η χώρα καταγωγής και/ή εξαγωγής δύνανται να ζητούν πληροφορίες σχετικά με τη σχεδιαζόμενη επιβολή προσωρινών δασμών. Οι αιτήσεις για την παροχή αυτών των πληροφοριών υποβάλλονται εγγράφως εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται στους ενδιαφερομένους τρεις εβδομάδες πριν από την επιβολή των προσωρινών δασμών. Οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν: συνοπτική παρουσίαση των προτεινόμενων δασμών, για ενημερωτικούς μόνο σκοπούς, και αναλυτικά στοιχεία για τον υπολογισμό του ύψους της αντισταθμίσιμης επιδότησης και του περιθωρίου που είναι επαρκές για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ανάγκη τήρησης των υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας που περιέχονται στο άρθρο 29. Τα μέρη διαθέτουν προθεσμία τριών εργάσιμων ημερών από την παροχή των εν λόγω πληροφοριών για την υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με την ακρίβεια των υπολογισμών.

2.   Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν πρόκειται να επιβληθούν προσωρινοί δασμοί, αλλά να συνεχιστεί η έρευνα, τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώνονται για τη μη επιβολή δασμών τρεις εβδομάδες πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 για την επιβολή των προσωρινών δασμών.».

14)

Το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Προκειμένου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε οι αρχές να μπορούν να λάβουν υπόψη τους όλες τις απόψεις και όλα τα στοιχεία προτού αποφανθούν κατά πόσον η επιβολή μέτρων είναι προς το συμφέρον της Ένωσης, παρέχεται το δικαίωμα στους παραγωγούς της Ένωσης, στις συνδικαλιστικές ενώσεις, στους εισαγωγείς και στις αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις, καθώς και σε αντιπροσωπευτικούς χρήστες και σε αντιπροσωπευτικές οργανώσεις καταναλωτών, να αναγγελθούν εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας με αντικείμενο την επιβολή αντισταθμιστικών δασμών και να προσκομίσουν πληροφορίες στην Επιτροπή. Οι πληροφορίες αυτές ή κατάλληλες περιλήψεις τους κοινοποιούνται στα άλλα μέρη που ορίζονται στο παρόν άρθρο, τα οποία έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν απόψεις και παρατηρήσεις επ' αυτών.»,

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα μέρη τα οποία έχουν ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 2 δύνανται να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή ενδεχόμενων προσωρινών δασμών. Οι εν λόγω παρατηρήσεις, για να ληφθούν υπόψη, παραλαμβάνονται εντός 15 ημερών από την ημερομηνία εφαρμογής των εν λόγω μέτρων και κοινοποιούνται, ενδεχομένως με κατάλληλη περιληπτική μορφή, στα άλλα μέρη, τα οποία έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν επ' αυτών.».

15)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 32α

Έκθεση

1.   Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης προστασίας των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 29, η Επιτροπή υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή και την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού.

Η εν λόγω έκθεση περιέχει πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή προσωρινών και οριστικών μέτρων, την περάτωση ερευνών χωρίς λήψη μέτρων, τις αναλήψεις υποχρεώσεων, τις νέες έρευνες, τις επανεξετάσεις, τις σημαντικές στρεβλώσεις και τους επιτόπιους ελέγχους, καθώς και σχετικά με τις δραστηριότητες των διάφορων οργάνων τα οποία είναι υπεύθυνα για την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και την τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από αυτόν. Η έκθεση καλύπτει επίσης πληροφορίες όσον αφορά τη χρήση μέσων εμπορικής άμυνας από τρίτες χώρες με στόχο την Ένωση και τις προσφυγές κατά των μέτρων που έχουν επιβληθεί. Περιέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες του Συμβούλου Ακροάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Εμπορίου της Επιτροπής και τις δραστηριότητες του γραφείου υποστήριξης για τις ΜΜΕ στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Η έκθεση αναφέρεται επίσης στον τρόπο με τον οποίο τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα εξετάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη στις έρευνες. Τα εν λόγω πρότυπα καθορίζονται στις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες στις οποίες συμμετέχει η Ένωση και στις συμβάσεις της ΔΟΕ που αναφέρονται στο παράρτημα Ια του παρόντος κανονισμού, καθώς και στην ισοδύναμη εθνική νομοθεσία της χώρας εξαγωγής.

2.   Έως … [πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποιητικού κανονισμού] και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή υποβάλλει, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, επανεξέταση της εφαρμογής του άρθρου 12 παράγραφος 1 τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του άρθρου 13 παράγραφος 1 τρίτο και τέταρτο εδάφιο και του άρθρου 15 παράγραφος 1 τρίτο και τέταρτο εδάφιο, μαζί με αξιολόγηση της εν λόγω εφαρμογής. Η επανεξέταση αυτή δύναται, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, να συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 32β

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 12 παράγραφος 1 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο δύο ετών από … [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού] και μπορεί να ασκηθεί μία μόνο φορά.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 1, τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

Άρθρο 3

Το παράρτημα του παρόντος κανονισμού προστίθεται ως παράρτημα Ια στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1036 και στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1037.

Άρθρο 4

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλες τις έρευνες για τις οποίες η ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2016/1036 ή το άρθρο 10 παράγραφος 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2016/1037, έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 16 Απριλίου 2018.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 (ΕΕ C 443 της 22.12.2017, σ. 934) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 16ης Απριλίου 2018. Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της … (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της ….

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 176 της 30.6.2016, σ. 21).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1037 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 176 της 30.6.2016, σ. 55).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(5)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ια

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΟΕ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ

1.

Σύμβαση περί της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας, αριθ. 29 (1930)

2.

Σύμβαση περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας συνδικαλιστικού δικαιώματος, αριθ. 87 (1948)

3.

Σύμβαση περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως, αριθ. 98 (1949)

4.

Σύμβαση περί ίσης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας, αριθ. 100 (1951)

5.

Σύμβαση για την κατάργηση της αναγκαστικής εργασίας, αριθ. 105 (1957)

6.

Σύμβαση για τη διάκριση στην απασχόληση και στο επάγγελμα, αριθ. 111 (1958)

7.

Σύμβαση περί του κατωτάτου ορίου ηλικίας εισόδου εις την απασχόλησιν, αριθ. 138 (1973)

8.

Σύμβαση για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών εργασίας των παιδιών και την άμεση δράση με σκοπό την εξάλειψή τους, αριθ. 182 (1999)»


29.5.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 184/19


Σκεπτικό του Συμβουλίου: Θέση (ΕΕ) αριθ. 1/2018 του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έκδοσης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1037 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(2018/C 184/02)

I.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.

Στις 11 Απριλίου 2013, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την ανωτέρω πρόταση για τον εκσυγχρονισμό των μέσων εμπορικής άμυνας που τροποποιεί τον κανονισμό αντιντάμπινγκ και τον κανονισμό κατά των επιδοτήσεων που ισχύουν σήμερα («εκσυγχρονισμός των μέσων εμπορικής άμυνας») (1).

2.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση κατά την ολομέλεια της 16ης Απριλίου 2014 (2).

3.

Στη συνεδρίασή της στις 13 Δεκεμβρίου 2016, η Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων συμφώνησε να δώσει εντολή στην Προεδρία να αρχίσει διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία σε πρώιμη δεύτερη ανάγνωση (3).

4.

Σε αυτή τη βάση, πραγματοποιήθηκαν το 2017 οκτώ τριμερείς διάλογοι επί μαλτεζικής και επί εσθονικής Προεδρίας, ήτοι στις 21 Μαρτίου, 27 Απριλίου, 31 Μαΐου, 13 Ιουνίου, 18 Οκτωβρίου, 7 και 23 Νοεμβρίου και 5 Δεκεμβρίου.

5.

Κατά τον τελευταίο τριμερή πολιτικό διάλογο της 5ης Δεκεμβρίου 2017, επετεύχθη προσωρινή συμβιβαστική λύση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί του κειμένου του σχεδίου κανονισμού για τον εκσυγχρονισμό των μέσων εμπορικής άμυνας.

6.

Στις 15 Δεκεμβρίου 2017, η ομάδα «Εμπορικές υποθέσεις» εξέφρασε ευρύτατη υποστήριξη στη συμβιβαστική λύση που επετεύχθη με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7.

Ακολούθως, στη συνεδρίασή της στις 20 Δεκεμβρίου 2017, η Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων εξέτασε το τελικό συμβιβαστικό κείμενο με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας (4).

8.

Στις 23 Ιανουαρίου 2018, η επιτροπή για το διεθνές εμπόριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΙΝΤΑ) διεξήγαγε ψηφοφορία σχετικά με την πολιτική συμφωνία η οποία αντανακλά το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων και την ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία (5).

9.

Με επιστολή του της 30ής Ιανουαρίου 2018, ο Πρόεδρος της επιτροπής για το διεθνές εμπόριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενημέρωσε τον Πρόεδρο της Επιτροπής των Μόνιμων Αντιπροσώπων ότι, εφόσον το Συμβούλιο διαβιβάσει και τυπικά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως συμφωνήθηκε, με την επιφύλαξη νομικής και γλωσσικής εξέτασης, θα εισηγηθεί στην ολομέλεια να γίνει δεκτή η θέση του Συμβουλίου χωρίς τροπολογίες κατά τη δεύτερη ανάγνωση του ΕΚ (6).

10.

Στις 7 Φεβρουαρίου 2018, η Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων επιβεβαίωσε το τελικό συμβιβαστικό κείμενο με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας (7).

II.   ΣΤΟΧΟΣ

11.

Σκοπός της πρότασης είναι η επικαιροποίηση και ο εκσυγχρονισμός των μέσων εμπορικής άμυνας της ΕΕ που δεν έχουν υποστεί ουσιαστική αναθεώρηση μετά την ολοκλήρωση του Γύρου της Ουρουγουάης το 1995, ώστε να καταστούν πιο αποδοτικά και αποτελεσματικά προς στήριξη των φορέων εκμετάλλευσης της ΕΕ.

III.   ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

A.   Γενικά

12.

Ο κανονισμός βελτιώνει ορισμένα σημαντικά ζητήματα για τους φορείς εκμετάλλευσης, όπως: αυξημένη διαφάνεια της διαδικασίας, καλύτερη πρόσβαση των ΜΜΕ στις πληροφορίες, ενίσχυση του ρόλου του συμβούλου ακροάσεων και του γραφείου υποστήριξης των ΜΜΕ μέσω μιας νέας αρμοδιότητας προκειμένου να τις καθοδηγεί στη διαδικασία έρευνας, τη μη καταστρατήγηση και την παγίωση των ισχυουσών πρακτικών, κλπ.

Οι βελτιώσεις αυτές θα καταστήσουν τα μέσα εμπορικής άμυνας πιο προβλέψιμα και θα προσφέρουν πρακτικές λύσεις στα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ενδιαφερόμενοι φορείς της ΕΕ κατά τη χρησιμοποίηση των μέσων αυτών.

B.   Ειδικά στοιχεία — τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα

Κανόνας του χαμηλότερου δασμού

13.

Ένα ζήτημα ιδιαίτερης ανησυχίας για το Συμβούλιο ήταν οι διατάξεις που αφορούν την προτεινόμενη μη εφαρμογή του κανόνα του χαμηλότερου δασμού σε περιπτώσεις στρεβλώσεων πρώτων υλών. Το συμβιβαστικό κείμενο που συμφωνήθηκε από τους δύο συννομοθέτες στον τελικό τριμερή διάλογο προβλέπει μη εφαρμογή του κανόνα του χαμηλότερου δασμού σε σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις:

στρεβλώσεις πρώτων υλών που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 17 % του κόστους παραγωγής, λαμβάνονται υπόψη χωριστά (ενιαίο κατώτατο όριο),

στρεβλώσεις στο εμπόριο πρώτων υλών όπως ορίζονται στον κατάλογο του ΟΟΣΑ αλλά με δυνατότητα επικαιροποίησης του εν λόγω καταλόγου μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τις μελλοντικές εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ,

σε περίπτωση πρακτικών ντάμπινγκ, η Επιτροπή θα πρέπει να αποφαίνεται σαφώς ότι η μη εφαρμογή του κανόνα του χαμηλότερου δασμού είναι προς το συμφέρον της Ένωσης («θετική αποτίμηση του συμφέροντος της Ένωσης»).

14.

Σε ό,τι αφορά το ελάχιστο στοχευόμενο κέρδος (το οποίο είναι το επίπεδο κερδοφορίας που απαιτείται για να καλυφθούν πλήρως το κόστος και οι επενδύσεις, η έρευνα και ανάπτυξη και η καινοτομία), το Συμβούλιο αποδέχθηκε ως ελάχιστο επίπεδο το 6 %.

15.

Κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα θα λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του περιθωρίου εξάλειψης της ζημίας. Επιπλέον, θα υπάρχει η δυνατότητα να ληφθεί υπόψη το μελλοντικό κόστος που απορρέει από την εφαρμογή των εν λόγω προτύπων, εφόσον το κόστος αυτό είναι σαφώς προβλέψιμο και μπορεί να υπολογιστεί ποσοτικά με αντικειμενικό τρόπο. Πρόκειται για ένα νέο στοιχείο που επιδίωκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ το Συμβούλιο εξασφάλισε ότι δεν θα υπάρχει διπλός υπολογισμός του κόστους και ότι οι δαπάνες θα αιτιολογούνται δεόντως (8).

16.

Σε ό,τι αφορά το μέσο κατά των επιδοτήσεων, είναι δυνατό να μην εφαρμόζεται πλέον ο κανόνας του χαμηλότερου δασμού.

Εκ των προτέρων γνωστοποίηση

17.

Η περίοδος των τριών εβδομάδων για την εκ των προτέρων γνωστοποίηση συμφωνήθηκε σε συνδυασμό με τρία επιπρόσθετα δίχτυα ασφάλειας που θα αντιμετωπίζουν τους πιθανούς κινδύνους της συσσώρευσης αποθεμάτων: ευρύτερη χρήση της καταχώρισης των εισαγωγών· αναμόρφωση της συλλογής και διαβίβασης στατιστικών· και ένα επιπλέον περιθώριο ζημίας που θα προστεθεί στον οριστικό δασμό ώστε να αντισταθμιστεί ενδεχόμενη συσσώρευση αποθεμάτων κατά την περίοδο της εκ των προτέρων γνωστοποίησης.

18.

Επιπλέον, συμφωνήθηκε μια ρήτρα επανεξέτασης για τη διάρκεια της περιόδου εκ των προτέρων γνωστοποίησης. Δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος, η Επιτροπή θα αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των τριών διχτυών ασφάλειας για την αντιμετώπιση της συσσώρευσης αποθεμάτων. Βάσει της εν λόγω αξιολόγησης, η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης:

να μειωθεί η περίοδος της εκ των προτέρων γνωστοποίησης σε δύο εβδομάδες, εφόσον υπήρξε σημαντική αύξηση των εισαγωγών την οποία η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει,

να αυξηθεί η περίοδος της εκ των προτέρων γνωστοποίησης σε τέσσερις εβδομάδες προκειμένου να βελτιωθεί η προβλεψιμότητα για τους φορείς εκμετάλλευσης της ΕΕ, εφόσον δεν υπήρξε σημαντική αύξηση των εισαγωγών ή εάν η Επιτροπή ήταν σε θέση να την αντιμετωπίσει.

Υφαλοκρηπίδα και αποκλειστική οικονομική ζώνη

19.

Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων με το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, το Συμβούλιο έκανε εξάλλου δεκτή την εισαγωγή ρήτρας που επιτρέπει την επέκταση των μέτρων στην υφαλοκρηπίδα και στην αποκλειστική οικονομική ζώνη μέσω μιας μελλοντικής εκτελεστικής πράξης. Το Συμβούλιο εξασφάλισε ότι θα δοθεί στις τελωνειακές αρχές επαρκής χρόνος για να εξετάσουν το ζήτημα.

Επιστροφή δασμών

20.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θέση του Συμβουλίου και της Επιτροπής προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα επιστροφής των δασμών που κατέβαλαν οι φορείς εκμετάλλευσης. Εάν καταργηθούν μέτρα, οι δασμοί που εισπράχθηκαν καθ’ υπέρβαση κατά την έρευνα επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος τους θα επιστραφούν στους εισαγωγείς. Η αρχή αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με την εντολή του Συμβουλίου.

Συνδικαλιστικές οργανώσεις

21.

Το Συμβούλιο έκανε δεκτή την τροπολογία του Κοινοβουλίου σύμφωνα με την οποία οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα μπορούν να υποβάλουν καταγγελίες από κοινού με το συγκεκριμένο κλάδο. Θα είναι επίσης σε θέση να υποστηρίζουν καταγγελίες που υποβάλλονται από το συγκεκριμένο κλάδο.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις καθίστανται «ενδιαφερόμενα μέρη» στο πλαίσιο της διαδικασίας. Το Συμβούλιο είχε ήδη δεχθεί το ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε ό,τι αφορά την εμπορική άμυνα στο πλαίσιο της σχετικής νέας μεθοδολογίας αντιντάμπινγκ (9), που τροποποίησε τις ίδιες νομοθετικές πράξεις.

Διάρκεια της έρευνας

22.

Η διάρκεια που προβλέπεται για την επιβολή προσωρινών μέτρων θα είναι «κατά κανόνα επτά μήνες αλλά δεν θα υπερβαίνουν τους οκτώ μήνες». Οριστικοί δασμοί θα πρέπει να επιβάλλονται εντός 14 μηνών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκανε δεκτή την εντολή του Συμβουλίου.

IV.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

23.

Η θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση απηχεί τη συμβιβαστική λύση που επετεύχθη κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Συμβουλίου και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με την υποστήριξη της Επιτροπής.

Το Συμβούλιο θεωρεί ότι η θέση του συγκροτεί μια ισορροπημένη δέσμη και ότι ο νέος κανονισμός, μόλις εκδοθεί, θα θέσει σε εφαρμογή εκσυγχρονισμένα μέσα εμπορικής άμυνας της ΕΕ τα οποία θα είναι αποτελεσματικά και προβλέψιμα έναντι των προκλήσεων στον τομέα του παγκόσμιου εμπορίου.


(1)  έγγρ. 8495/13 + ADD 1-2.

(2)  έγγρ. PE T7-0420/2014

(3)  έγγρ. 15466/16

(4)  έγγρ. 15530/17

(5)  έγγρ. PE 616.540

(6)  έγγρ. PE 616.821

(7)  έγγρ. 5810/18

(8)  Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης και άλλες διατάξεις σχετικά με τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές, οι οποίες ωστόσο δεν συνδέονται με τον κανόνα του χαμηλότερου δασμού, στο πλαίσιο των αναλήψεων υποχρεώσεων ως προς τις τιμές, των ενδιάμεσων αξιολογήσεων και της ετήσιας έκθεσης της Επιτροπής.

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2321 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1037 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 338 της 19.12.2017, σ. 1).