|
ISSN 1977-0901 |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 327 |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Ανακοινώσεις και Πληροφορίες |
60ό έτος |
|
Ανακοίνωση αριθ |
Περιεχόμενα |
Σελίδα |
|
|
II Ανακοινώσεις |
|
|
|
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ |
|
|
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή |
|
|
2017/C 327/01 |
|
|
IV Πληροφορίες |
|
|
|
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ |
|
|
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή |
|
|
2017/C 327/02 |
||
|
2017/C 327/03 |
Νέα εθνική όψη κερμάτων ευρώ που προορίζονται για κυκλοφορία |
|
|
2017/C 327/04 |
Νέα εθνική όψη κερμάτων ευρώ που προορίζονται για κυκλοφορία |
|
|
V Γνωστοποιήσεις |
|
|
|
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ |
|
|
|
Ευρωπαϊκή Επιτροπή |
|
|
2017/C 327/05 |
Προηγούμενη κοινοποίηση συγκέντρωσης (Υπόθεση M.8623 — Borealis/OTPP/SSE/Maple) — Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία ( 1 ) |
|
|
|
|
|
(1) Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ |
|
EL |
|
II Ανακοινώσεις
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
|
29.9.2017 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 327/1 |
Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί τροφίμων και περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων — Η περίπτωση των τροφίμων
(2017/C 327/01)
Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες της ενιαίας αγοράς. Η ενιαία αγορά εμπορευμάτων ενθαρρύνει την καινοτομία στις αγορές προϊόντων, ενώ παράλληλα συμβάλλει στη δημιουργία ευκαιριών για τις επιχειρήσεις και προσφέρει περισσότερες επιλογές για τους καταναλωτές σε όλη την Ευρώπη.
Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι κάθε προϊόν πρέπει να είναι πανομοιότυπο σε κάθε γωνιά της ενιαίας αγοράς. Ενώ οι καταναλωτές είναι ελεύθεροι να αγοράζουν τα προϊόντα της επιλογής τους, οι επιχειρήσεις είναι επίσης ελεύθερες να διαθέτουν και να πωλούν εμπορεύματα με διαφορετική σύνθεση ή χαρακτηριστικά, υπό την προϋπόθεση ότι σέβονται πλήρως τη νομοθεσία της ΕΕ (τόσο όσον αφορά την ασφάλεια ή την επισήμανση των προϊόντων όσο και κάθε άλλη οριζόντια ή τομεακή νομοθεσία). Για να παραμείνουν κερδοφόρες, οι επιχειρήσεις πρέπει διαρκώς να προσαρμόζουν και να ανανεώνουν τα προϊόντα τους ώστε να ανταποκρίνονται στις διάφορες τάσεις της ζήτησης, σε θέματα προμήθειας και στις αναδυόμενες τεχνολογίες. Ακόμα και προϊόντα με την ίδια εμπορική ονομασία ενδέχεται να παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά λόγω δικαιολογημένων παραγόντων όπως ο τόπος παρασκευής ή οι προτιμήσεις των καταναλωτών στις περιοχές προορισμού. Αυτό όμως που μπορεί να αποτελέσει πηγή ανησυχίας είναι οι περιπτώσεις όπου αγαθά με διαφορετική σύνθεση αλλά πανομοιότυπη εμπορική ονομασία διατίθενται στο εμπόριο κατά τρόπο που θα μπορούσε να παραπλανήσει τους καταναλωτές.
Η ΕΕ έχει αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Η αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών είναι ουσιώδους σημασίας για την αποδοτική και εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Το πλαίσιο αυτό καλύπτει και την προστασία των καταναλωτών από παραπλανητικές πληροφορίες και εμπορικές πρακτικές.
Το ζήτημα της διάθεσης ορισμένων προϊόντων, και ιδίως τροφίμων, με διαφορετικές ποιότητες (1) αποτελεί πηγή διαρκώς εντεινόμενων ανησυχιών. Τον Μάρτιο του 2017 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χαιρέτισε την ανάληψη δράσης από την Επιτροπή για την περαιτέρω προώθηση του ζητήματος αυτού. Όπως σαφώς τόνισε ο πρόεδρος Juncker στην ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης (2), σε μια Ένωση ίσων δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν καταναλωτές δεύτερης κατηγορίας και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι «σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης πωλούνται τρόφιμα κατώτερης ποιότητας από ό,τι σε άλλες, ενώ η συσκευασία και η εμπορική ονομασία είναι ίδιες». Η Επιτροπή αναπτύσσει δράσεις σε διάφορα μέτωπα, με στόχο την αποκατάσταση της πίστης και της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ενιαία αγορά, και αποφάσισε να εστιάσει καταρχάς στον τομέα των τροφίμων.
Οι δράσεις αυτές συνδυάζουν τον διάλογο με τα εμπλεκόμενα μέρη και πρακτικά μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η λήψη συγκεκριμένων μέτρων από τις αρμόδιες αρχές. Μετά τη συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο του 2017, η Επιτροπή έθεσε το ζήτημα στο φόρουμ υψηλού επιπέδου για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων προκειμένου να ξεκινήσει ένας διάλογος μεταξύ της βιομηχανίας, των καταναλωτών και των εθνικών αρχών. Ο διάλογος αυτός θα συνεχιστεί κατά τους προσεχείς μήνες. Επιπλέον, η Επιτροπή επεξεργάζεται συγκεκριμένα μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστούν αξιόπιστα και συγκρίσιμα στοιχεία, αρχής γενομένης από τον τομέα των τροφίμων. Το Κοινό Κέντρο Ερευνών επεξεργάζεται κατευθυντήριες γραμμές για μια κοινή μεθοδολογία δοκιμών, με στόχο τη δυνατότητα διενέργειας συγκρίσιμων και αξιόπιστων δοκιμών σε ολόκληρη την ΕΕ. Αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να αξιολογηθεί η έκταση του προβλήματος και να εξασφαλιστούν τα αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για την ανάληψη δράσης.
Ένα άλλο βήμα στην κατεύθυνση της σαφήνειας και της διαφάνειας θα ήταν η βελτίωση της πληροφόρησης σχετικά με το ακριβές περιεχόμενο των προϊόντων. Στον τομέα των τροφίμων, η Επιτροπή συζητά με τις επιχειρήσεις, και ιδίως τους παρασκευαστές και τις επιχειρήσεις λιανικής πώλησης τροφίμων, τρόπους για την εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας όσον αφορά τη σύνθεση των προϊόντων (πέρα από τις ισχύουσες νομικές υποχρεώσεις). Μία επιλογή που εξετάζεται είναι ένας κώδικας δεοντολογίας για τους παραγωγούς, όπου θα καθορίζονται πρότυπα που πρέπει να τηρούνται για την αποφυγή προβλημάτων με τρόφιμα δύο ποιοτήτων. Τέλος, η Επιτροπή εξετάζει την επιβολή της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ από κοινού με τις αρμόδιες για την προστασία των καταναλωτών και για τα τρόφιμα εθνικές αρχές.
Η παρούσα ανακοίνωση συνεισφέρει σ’ αυτή τη γενική στρατηγική και επιδιώκει να διευκολύνει την πρακτική εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας. Μια σειρά από νομοθετικές πράξεις της ΕΕ εμπλέκονται στην αντιμετώπιση του προβλήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων. Στην ιδιαίτερη περίπτωση των προϊόντων διατροφής, που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας ανακοίνωσης, περιλαμβάνονται οι εξής πράξεις:
|
— |
η «γενική νομοθεσία για τα τρόφιμα» (3), που αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει ότι στην αγορά της ΕΕ διατίθενται μόνον ασφαλή προϊόντα διατροφής και ότι οι καταναλωτές λαμβάνουν ορθή πληροφόρηση και δεν παραπλανούνται ως προς τη σύνθεση και τα χαρακτηριστικά των τροφίμων που διατίθενται στο εμπόριο· |
|
— |
ο «κανονισμός περί παροχής πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές» (4), ο οποίος θεσπίζει γενικούς κανόνες και απαιτήσεις για την επισήμανση, όπως η υποχρεωτική αναγραφή του πλήρους καταλόγου συστατικών, ώστε οι καταναλωτές να είναι πλήρως πληροφορημένοι για τη σύνθεση των προϊόντων διατροφής (5)· |
|
— |
η «οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές» (6), η οποία εξασφαλίζει ότι οι καταναλωτές δεν παραπλανούνται και δεν εκτίθενται σε επιθετικές τακτικές προώθησης, καθώς και ότι κάθε ισχυρισμός που προβάλλεται από εμπόρους στην ΕΕ είναι σαφής, ορθός και τεκμηριωμένος. Αποσκοπεί στο να διευκολύνει τους καταναλωτές να κάνουν συνειδητές και ωφέλιμες επιλογές. Αυτή η οριζόντια οδηγία εφαρμόζεται σε πολλές εμπορικές πρακτικές που ρυθμίζονται και από άλλη γενική ή ειδική ανά τομέα νομοθεσία της ΕΕ, όπως τα τρόφιμα, τα παιχνίδια, τα καλλυντικά, τα απορρυπαντικά και άλλα, αφορά όμως μόνον πτυχές που δεν καλύπτονται από την τομεακή νομοθεσία. |
Ο ρόλος των κρατών μελών, και ιδίως των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την προστασία των καταναλωτών και για τα τρόφιμα, είναι να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με το ενωσιακό κεκτημένο για την προστασία των καταναλωτών και να επιβάλλουν σε εθνικό επίπεδο την τήρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας σχετικά με την ασφάλεια και την επισήμανση των τροφίμων. Ωστόσο, η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να βοηθά τις εθνικές αρχές, προσφέροντας την αναγκαία υποστήριξη και καθοδήγηση. Η παρούσα ανακοίνωση αποσαφηνίζει το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο προκειμένου να παρασχεθούν στις εθνικές αρχές εργαλεία και δείκτες για τη διασφάλιση της ορθής επιβολής της νομοθεσίας. Θα πρέπει να θεωρηθεί ένα πρώτο βήμα στο πλαίσιο των δράσεων της Επιτροπής για τη στήριξη των εθνικών αρχών επιβολής της νομοθεσίας στις προσπάθειές τους να θέσουν τέρμα στις αθέμιτες πρακτικές. Μπορεί να επικαιροποιηθεί περαιτέρω κατόπιν τυχόν νέων στοιχείων βασισμένων στην κοινή μεθοδολογία δοκιμών, και σε σχέση με άλλα προϊόντα εκτός των τροφίμων.
1. Απαιτήσεις θεμιτής πληροφόρησης βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011
Σύμφωνα με την απαίτηση στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, βάσει της οποίας η νομοθεσία για τα τρόφιμα αποσκοπεί στην πρόληψη των πρακτικών που παραπλανούν τους καταναλωτές, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές (ο κανονισμός περί παροχής πληροφοριών για τα τρόφιμα) θεσπίζει ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που αποσκοπεί στη διασφάλιση όχι μόνο υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας των καταναλωτών και των κοινωνικών και οικονομικών τους συμφερόντων, αλλά και στην ελεύθερη κυκλοφορία ασφαλών και υγιεινών τροφίμων στην ενιαία αγορά της ΕΕ.
Για τον σκοπό αυτό, ο κανονισμός περί παροχής πληροφοριών για τα τρόφιμα εισάγει μια γενική αρχή σύμφωνα με την οποία οι πληροφορίες για τα τρόφιμα δεν πρέπει να είναι παραπλανητικές, ιδίως:
|
— |
ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου, συμπεριλαμβανομένων, ιδιαιτέρως, πληροφοριών σχετικά με τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, τη χώρα καταγωγής ή τον τόπο προέλευσης, τη μέθοδο παρασκευής ή παραγωγής του, και |
|
— |
με το να προτείνουν, μέσω της εμφάνισης, της περιγραφής ή των εικονογραφημένων παραστάσεων, την ύπαρξη συγκεκριμένου τροφίμου ή συστατικού, ενώ στην πραγματικότητα ένα φυσικώς ενεχόμενο συστατικό ή ένα συστατικό που χρησιμοποιείται συνήθως στο εν λόγω τρόφιμο έχει υποκατασταθεί από διαφορετικό συστατικό. |
Ο εν λόγω κανονισμός θεσπίζει επίσης κατάλογο των υποχρεωτικών πληροφοριών οι οποίες θα πρέπει καταρχήν να παρέχονται για όλα τα τρόφιμα: σε αυτές περιλαμβάνονται, ειδικότερα, το όνομα του τροφίμου, ο κατάλογος των συστατικών, η ποσότητα ορισμένων συστατικών ή κατηγοριών συστατικών, πληροφορίες για τα αλλεργιογόνα, διατροφική δήλωση κ.λπ. Οι πληροφορίες για τα τρόφιμα πρέπει να είναι σαφείς, ακριβείς και κατανοητές από τον καταναλωτή. Για τον σκοπό αυτό, ο κανονισμός καθορίζει συγκεκριμένες απαιτήσεις για την παρουσίαση των υποχρεωτικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένου του ελάχιστου μεγέθους χαρακτήρων.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής έχουν συνεργαστεί εκτενώς με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προκειμένου να προωθήσουν την κοινή κατανόηση και να διευκολύνουν την εφαρμογή των κανόνων του κανονισμού περί παροχής πληροφοριών για τα τρόφιμα και επί του παρόντος τελειοποιούν μια ανακοίνωση που θα εκδοθεί σύντομα από την Επιτροπή. Έχει εκδοθεί επίσης ειδικό έγγραφο καθοδήγησης όσον αφορά τις πληροφορίες για τις ουσίες ή τα προϊόντα που προκαλούν αλλεργίες ή δυσανεξίες, με την ανακοίνωση C(2017) 4864 final της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 2017.
Ως εκ τούτου, για τις αρμόδιες αρχές επιβολής της νομοθεσίας, το πρώτο βήμα στη διερεύνηση της συμμόρφωσης της εμπορικής προώθησης τροφίμων θα πρέπει να είναι ο έλεγχος της τήρησης του κανονισμού περί παροχής πληροφοριών για τα τρόφιμα.
2. Πρακτικές πληροφόρησης όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των προϊόντων στο πλαίσιο της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (ΟΑΕΠ)
Αλληλεπίδραση με τη νομοθεσία για τα τρόφιμα και ιδίως τον κανονισμό περί παροχής πληροφοριών για τα τρόφιμα – η αρχή της ειδικότητας (lex specialis) και οι επιπτώσεις της στην επιβολή της νομοθεσίας
Δυνάμει της αρχής της ειδικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 της οδηγίας ΟΑΕΠ, σε περίπτωση σύγκρουσης ή αλληλεπικάλυψης μεταξύ της ΟΑΕΠ και των ειδικών τομεακών διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας που ρυθμίζουν συγκεκριμένες πτυχές αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οι ειδικοί τομεακοί κανόνες υπερισχύουν και εφαρμόζονται επί των εν λόγω συγκεκριμένων πτυχών (7). Ωστόσο, η ΟΑΕΠ εξακολουθεί να είναι σημαντική για την αξιολόγηση άλλων πτυχών της εμπορικής πρακτικής, οι οποίες δεν καλύπτονται από τομεακές διατάξεις. Ως εκ τούτου, η ΟΑΕΠ μπορεί κατά κανόνα να εφαρμόζεται από κοινού με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες της ΕΕ κατά τρόπο συμπληρωματικό. Δεδομένου ότι το άρθρο 11 της ΟΑΕΠ απαιτεί από όλα τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε να υπάρχουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, στα κράτη μέλη όπου διαφορετικές αρχές είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και για την εφαρμογή της σχετικής ειδικής τομεακής νομοθεσίας, οι αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται στενά για να διασφαλίζουν ότι τυχόν έρευνες για τον ίδιο έμπορο και/ή την ίδια εμπορική πρακτική καταλήγουν στα ίδια πορίσματα (8).
Είναι επίσης σημαντικό να επισημανθεί ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται από την ειδική τομεακή νομοθεσία της ΕΕ σε σχέση με την εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, θεωρούνται «ουσιώδεις» κατά την οδηγία ΟΑΕΠ. (9) Ως ουσιώδεις πληροφορίες νοούνται οι βασικές πληροφορίες που υποχρεούνται να παρέχουν οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων στους καταναλωτές, ώστε αυτοί να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις συναλλαγής (10). Η παράλειψη της παροχής τέτοιων ουσιωδών πληροφοριών μπορεί να χαρακτηριστεί παραπλανητική εμπορική πρακτική εάν η παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι πιθανόν να οδηγήσει τον μέσο καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία δεν θα είχε λάβει διαφορετικά.
Για παράδειγμα, ο κανονισμός περί παροχής πληροφοριών για τα τρόφιμα απαιτεί από τους υπευθύνους των επιχειρήσεων να παρέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για τα προϊόντα, όπως η ποσότητα ορισμένων συστατικών ή κατηγοριών συστατικών. Αυτές αποτελούν «ουσιώδεις» πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 5 της ΟΑΕΠ. Η παράλειψη των εν λόγω πληροφοριών μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητική, κατόπιν αξιολόγησης κατά περίπτωση, στον βαθμό που είναι ικανή να επηρεάσει την απόφαση συναλλαγής του μέσου καταναλωτή.
Εφαρμογή της οδηγίας ΟΑΕΠ στις επιχειρηματικές πρακτικές
Η ΟΑΕΠ λειτουργεί σαν «δίχτυ ασφαλείας», με το οποίο εξασφαλίζεται η δυνατότητα διατήρησης υψηλού και ενιαίου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών σε όλους τους τομείς, μέσω της συμπλήρωσης και της κάλυψης κενών σε άλλες νομοθετικές πράξεις της ΕΕ. Η ΟΑΕΠ απαγορεύει κάθε εμπορική πρακτική που περιλαμβάνει ψευδείς πληροφορίες ή που εξαπατά ή ενδέχεται να εξαπατήσει με οποιονδήποτε τρόπο τον μέσο καταναλωτή, ακόμα κι αν οι πληροφορίες είναι αντικειμενικά ορθές, όσον αφορά τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος και, σε κάθε περίπτωση, οδηγεί ή είναι πιθανόν να οδηγήσει τον καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δεν θα λάμβανε.
Για να εκτιμηθεί αν μια εμπορική πρακτική παραβιάζει την οδηγία ΟΑΕΠ χρειάζεται αξιολόγηση κατά περίπτωση.
Η εμπορία προϊόντων με την ίδια συσκευασία και εμπορική ονομασία αλλά με διαφορετική σύνθεση και οργανοληπτικό προφίλ ενδέχεται να αντιβαίνει στην ΟΑΕΠ εάν μπορεί να αποδειχθεί, για κάθε περίπτωση χωριστά, ότι:
|
— |
οι καταναλωτές έχουν εύλογες και συγκεκριμένες προσδοκίες από ένα προϊόν σε σύγκριση με κάποιο «προϊόν αναφοράς» και το προϊόν αποκλίνει σημαντικά από τις προσδοκίες αυτές· |
|
— |
ο έμπορος παραλείπει ή δεν παρέχει επαρκείς πληροφορίες στους καταναλωτές με αποτέλεσμα αυτοί να μη γνωρίζουν ότι ενδέχεται να υπάρχει διαφορά σε σχέση με τις προσδοκίες τους· |
|
— |
αυτές οι ακατάλληλες ή ανεπαρκείς πληροφορίες είναι πιθανόν να στρεβλώσουν την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή, π.χ. οδηγώντας τον να αγοράσει ένα προϊόν που αυτός δεν θα είχε αγοράσει σε διαφορετική περίπτωση. |
Τα ακόλουθα κριτήρια είναι ίσως χρήσιμα για τον χαρακτηρισμό του «προϊόντος αναφοράς»:
|
i) |
το προϊόν διατίθεται στην αγορά με «την ίδια συσκευασία και εμπορική ονομασία» σε πολλά κράτη μέλη· |
|
ii) |
το προϊόν πωλείται με συγκεκριμένη σύνθεση στα περισσότερα από αυτά τα κράτη μέλη· και |
|
iii) |
η αντίληψη των καταναλωτών για τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος αντιστοιχεί στη σύνθεση του εν λόγω προϊόντος όπως διαφημίζεται στην πλειονότητα αυτών των κρατών μελών. |
Το έργο που επιτελείται σήμερα από το Κοινό Κέντρο Ερευνών θα αποδώσει περισσότερους δείκτες για την τελειοποίηση των συγκριτικών δοκιμών των τροφίμων.
Σε μια τέτοια κατά περίπτωση αξιολόγηση θα ήταν χρήσιμο να μελετηθούν πρώτα τα ακόλουθα:
|
— |
τα κύρια χαρακτηριστικά ενός προϊόντος που πιθανόν να λάβει υπόψη ο μέσος καταναλωτής κατά τη λήψη αποφάσεων αγοράς και που συνεκτιμώνται κατά τη θετική ή αρνητική απόφαση συναλλαγής (11)· |
|
— |
κατά πόσον έχουν παραλειφθεί πληροφορίες ή δίνονται ασαφείς πληροφορίες σχετικά με τα κύρια χαρακτηριστικά ενός συγκεκριμένου προϊόντος· |
|
— |
κατά πόσον οι ελλιπείς ή ασαφείς πληροφορίες σχετικά με τα κύρια χαρακτηριστικά είναι πιθανόν να επηρεάσουν τις αποφάσεις συναλλαγής του μέσου καταναλωτή. |
Κύρια χαρακτηριστικά που εξετάζονται από τους καταναλωτές κατά την αγορά επώνυμων προϊόντων
Η ύπαρξη ενός ή περισσότερων επώνυμων προϊόντων στη γενική σειρά προσφερόμενων προϊόντων μιας ορισμένης κατηγορίας μεταποιημένων προϊόντων διατροφής (π.χ. καφέδες, σοκολάτες, αφεψήματα, αναψυκτικά κ.λπ.) επηρεάζει τους περισσότερους καταναλωτές κατά την επιλογή τους. Η απόφαση του καταναλωτή να αγοράσει ένα επώνυμο προϊόν βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο τι αντιπροσωπεύει η συγκεκριμένη εμπορική ονομασία για τον ίδιο. Όσον αφορά τα τρόφιμα, πρόκειται για υποκειμενική γνώμη που διαμορφώνεται από την οργανοληπτική εμπειρία κάθε καταναλωτή, τις διατροφικές προτιμήσεις του καθώς και από παράγοντες όπως η έκθεση σε διαφημίσεις και προσπάθειες προβολής μιας συγκεκριμένης εικόνας για την εμπορική ονομασία.
Ο μέσος καταναλωτής ίσως να μην αγοράσει ένα επώνυμο προϊόν εάν έχει λόγους να πιστεύει ότι το προϊόν που αγοράζει διαφέρει από την αντίληψη που έχει για το συγκεκριμένο επώνυμο προϊόν.
Η δυσκολία στην εκτίμηση της παρουσίας ενδεχομένως παραπλανητικών στοιχείων σε μια εμπορική ανακοίνωση για επώνυμα προϊόντα έγκειται στο γεγονός ότι τα αντιλαμβανόμενα χαρακτηριστικά ενός δεδομένου προϊόντος δεν μεταφράζονται σε αντικειμενική, ρητή, μετρήσιμη περιγραφή από τους διαμορφωτές της εμπορικής στρατηγικής για τη συγκεκριμένη εμπορική ονομασία. Υποβάλλονται στους καταναλωτές με διάφορους έμμεσους τρόπους επικοινωνίας και/ή γενικούς ισχυρισμούς για την ταύτιση του προϊόντος με το εμπορικό του σήμα ή με τα στοιχεία που το κατέστησαν επιτυχημένο με την πάροδο του χρόνου. Για παράδειγμα, φράσεις όπως «αυθεντικό», «μοναδικό», «συνταγή του ιδρυτή», «όπου κι αν βρεθείτε, θα έχετε πάντοτε την ίδια ευχαρίστηση στο φαγητό/ποτό» εμφανίζονται συχνά στις συσκευασίες των τροφίμων.
Μελέτες που διενεργήθηκαν για την προσήλωση των καταναλωτών σε συγκεκριμένη εμπορική ονομασία δείχνουν ότι οι ονομασίες αυτές ενεργούν στη συνείδηση του καταναλωτή ως πιστοποιήσεις ελεγχόμενης και σταθερής ποιότητας. Αυτό εξηγεί τον λόγο για τον οποίο κάποιοι καταναλωτές ίσως περιμένουν ότι τα επώνυμα προϊόντα θα είναι αντίστοιχης ποιότητας, αν όχι πανομοιότυπα (12), οπουδήποτε και οποτεδήποτε κι αν έχουν αγοραστεί, και περιμένουν από τους κατόχους της εμπορικής ονομασίας να τους πληροφορήσουν εάν αποφασίσουν να τροποποιήσουν οποιοδήποτε σημαντικό στοιχείο της σύνθεσης των προϊόντων τους.
Θα πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι στην ενιαία αγορά, όπου οι καταναλωτές αντιλαμβάνονται γενικά ότι αυτή είναι η αγορά στην οποία αγοράζουν και στην οποία είναι εξασφαλισμένη η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και η ισότιμη πρόσβαση στα εμπορεύματα, οι καταναλωτές δεν περιμένουν, εκ των προτέρων, να διαφέρουν μεταξύ τους επώνυμα προϊόντα που διατίθενται σε διαφορετικές χώρες.
Ωστόσο, για τις επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών, «σταθερή ποιότητα» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ταυτόσημα προϊόντα σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Πράγματι, είναι σύνηθες για τις επιχειρήσεις τροφίμων να προσαρμόζουν τα προϊόντα τους βάσει τοπικών προτιμήσεων των καταναλωτών καθώς και άλλων προϋποθέσεων. Ειδικότερα, πραγματοποιούνται οργανοληπτικές βελτιστοποιήσεις ώστε τα προϊόντα να ανταποκρίνονται στις διατροφικές συνήθειες, οι οποίες μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από τη μια περιοχή στην άλλη. Επιπλέον, ενδέχεται να υπάρχουν αντικειμενικές διαφορές ως προς την προμήθεια πρώτων υλών, λόγω της γεωγραφικής και/ή εποχιακής διαθεσιμότητας πρώτων υλών (ή ειδικών τοπικών απαιτήσεων), που έχουν συνέπειες για τη σύνθεση και/ή τη γεύση των προϊόντων και είναι, ως εκ τούτου, δύσκολο να αποφευχθούν από τους παραγωγούς. Οι εν λόγω διαφορές ενδέχεται επίσης να οφείλονται στην εισαγωγή νέων συνταγών, ώστε να εκφράζονται οι πολιτικές αλλαγής της σύνθεσης των τροφίμων ή η τεχνολογική πρόοδος, κάτι που δεν μπορεί για τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα σε όλες τις αγορές. Τέλος, οι επιχειρήσεις τροφίμων ενδέχεται επίσης να προσαρμόσουν τη σύνθεση των προϊόντων τους στην ελαστικότητα τιμών της τοπικής ζήτησης.
Πιθανές αθέμιτες πρακτικές στην εμπορία διαφοροποιημένων προϊόντων διατροφής στην ενιαία αγορά
Ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις διαφορές μεταξύ προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο σε διάφορα κράτη μέλη υπό την ίδια εμπορική ονομασία μπορεί να επηρεάσουν τις αποφάσεις συναλλαγής των καταναλωτών.
Μετά τον έλεγχο της συμμόρφωσης με την ενωσιακή νομοθεσία για τα τρόφιμα, όταν οι αρχές επιβολής διαθέτουν συγκεκριμένες πληροφορίες που οδηγούν στο συμπέρασμα, μετά από κατά περίπτωση ανάλυση, ότι οι πρακτικές διαφοροποίησης μιας συγκεκριμένης επιχείρησης τροφίμων ενδέχεται να συνιστούν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο διενέργειας δοκιμών στην αγορά που να περιλαμβάνουν συγκρίσεις προϊόντων σε διάφορες περιοχές και χώρες. Τέτοιες δοκιμές θα πρέπει να διεξάγονται με μια κοινή προσέγγιση, πάνω στην οποία εργάζεται επί του παρόντος η Επιτροπή. Το αποτέλεσμα των εργασιών αυτών μπορεί να παράσχει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία και συστάσεις σχετικά με το επίμαχο ζήτημα.
Εάν οι δοκιμές εντοπίσουν προϊόντα διατροφής τα οποία:
|
— |
έχουν φαινομενικά πανομοιότυπη παρουσίαση· |
|
— |
διατίθενται στο εμπόριο υπό την ίδια εμπορική ονομασία· |
|
— |
έχουν όμως σημαντικές διαφορές ως προς τη σύνθεση και/ή το οργανοληπτικό προφίλ, |
οι αρχές επιβολής της νομοθεσίας πρέπει να εξετάσουν, κατά περίπτωση, το ενδεχόμενο να χρειαστεί περαιτέρω έρευνα για να εκτιμήσουν κατά πόσον τα εν λόγω προϊόντα διατέθηκαν στην αγορά με τρόπο σύμφωνο με την οδηγία ΟΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης να συμπεριφέρονται με επαγγελματική ευσυνειδησία (13) βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 2 αυτής. Σε μια τέτοια κατά περίπτωση αξιολόγηση, το σκεπτικό στο οποίο βασίζεται η διαφοροποίηση των προϊόντων καθώς και τα παρακάτω στοιχεία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσον μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των καταναλωτών:
|
— |
Η παρουσίαση ή η διαφήμιση ενός προϊόντος, οι οποίες θα οδηγούσαν τους καταναλωτές να πιστέψουν ότι το προϊόν είναι το ίδιο σε ολόκληρη την ενιαία αγορά, όπως π.χ. τονίζοντας την ιδιαιτερότητα, την προέλευση πρώτης παραγωγής, την αυθεντικότητα, τον παραδοσιακό, μοναδικό τρόπο παραγωγής ή συνταγή, τη συμμόρφωση με κάποια συνταγή που δημιουργήθηκε πριν από πολλά χρόνια σε συγκεκριμένο τόπο κ.λπ. |
|
— |
Στρατηγικές εμπορίας διαφόρων παραλλαγών ενός προϊόντος οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν σύγχυση στους καταναλωτές. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο της στρατηγικής διανομής της, μια επιχείρηση που διανέμει προϊόντα διαφορετικών επιπέδων ποιότητας στην ενιαία αγορά διαθέτει μόνον προϊόντα κατώτερης ποιότητας σε ορισμένες περιοχές/χώρες χωρίς επαρκείς πληροφορίες ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να γνωρίζουν ποιο επίπεδο ποιότητας είναι διαθέσιμο στη δική τους τοπική αγορά. |
|
— |
Η απουσία ή η ανεπάρκεια των πληροφοριών που παρέχονται στους καταναλωτές (μέσω οποιουδήποτε μέσου μαζικής επικοινωνίας) σχετικά με το γεγονός ότι κάποια στοιχεία της σύνθεσης ενός προϊόντος έχουν μεταβληθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν (π.χ. χρήση νέας συνταγής) – ενώ οι μεταβολές στην ίδια τη σύνθεση στο πλαίσιο πολιτικών αλλαγής της διατροφικής σύνθεσης από κράτη μέλη θεωρούνται ότι συμμορφώνονται με την απαίτηση για επαγγελματική ευσυνειδησία. |
Η άποψη για το τι συνιστά «σημαντική» διαφορά μπορεί να αλλάξει με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης, αλλά κατά κανόνα θεωρείται ότι υπάρχει σημαντική διαφορά στα βασικά χαρακτηριστικά ενός προϊόντος όταν: i) ένα ή περισσότερα βασικά συστατικά ή η αναλογία τους σε ένα προϊόν διαφέρει σημαντικά σε σύγκριση με το «προϊόν αναφοράς»· ii) αυτή η παραλλαγή θα μπορούσε να αλλάξει την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή, ο οποίος θα έπαιρνε διαφορετική απόφαση αγοράς εάν γνώριζε την ύπαρξη της διαφοράς αυτής.
Πρακτικά ζητήματα
Σε αυτές τις έρευνες, οι αρχές επιβολής της ΟΑΕΠ και της νομοθεσίας για τα τρόφιμα πρέπει να συνεργάζονται στενά για να διασφαλίσουν ότι οι έρευνες τους καταλήγουν στα ίδια πορίσματα για την ίδια επιχείρηση και/ή εμπορική πρακτική. Ειδικότερα:
|
— |
Για κάθε τρόφιμο θα πρέπει να διενεργείται προκαταρκτικός έλεγχος ως προς το σύνολο των απαιτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό περί παροχής πληροφοριών για τα τρόφιμα. |
|
— |
Για τα τρόφιμα για τα οποία ισχύουν πρότυπα σύνθεσης, θα πρέπει να ελέγχεται επίσης η συμμόρφωση με τις νομικές απαιτήσεις των εφαρμοστέων κανονισμών (14). |
|
— |
Εάν οποιεσδήποτε από τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των ως άνω κανονισμών δεν είναι πλήρεις ή παρουσιάζονται με παραπλανητικό τρόπο, οι αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα επιβολής. |
|
— |
Μπορεί να διενεργηθεί έρευνα για άλλες πιθανές αθέμιτες εμπορικές πρακτικές σύμφωνα με την ΟΑΕΠ. |
Διασυνοριακή συνεργασία
Καθώς το ζήτημα αυτό αφορά τις πρακτικές των επιχειρήσεων σε ολόκληρη την ενιαία αγορά και περιλαμβάνει μια διασυνοριακή διάσταση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επιζητούν τη διενέργεια της προαναφερθείσας έρευνας, όποτε αρμόζει, με συντονισμένο τρόπο, στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών (κανονισμός ΣΠΚ) (15). Ο κανονισμός ΣΠΚ θεσπίζει σαφείς υποχρεώσεις αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των αρμόδιων αρχών προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο έμπορος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να παύσουν οι παραβάσεις που θίγουν τους καταναλωτές σε άλλες δικαιοδοσίες της Ένωσης. Ο κανονισμός θεσπίζει επίσης την υποχρέωση των αρχών σε ολόκληρη την ΕΕ να αλληλοειδοποιούνται σχετικά με πιθανές παραβάσεις και να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις παραβάσεις αυτές. Σε περίπτωση παροχής παραπλανητικών πληροφοριών σχετικά με τα χαρακτηριστικά ενός τροφίμου, οι αρμόδιες για τη ΣΚΠ αρχές της χώρας της οποίας οι καταναλωτές ενδέχεται να ζημιωθούν θα πρέπει να αξιοποιήσουν όλα τα μέσα που παρέχει ο κανονισμός ΣΠΚ και να ζητήσουν τη συνδρομή των ομόλογων αρχών της χώρας όπου έχει την έδρα του ο έμπορος. Στο πλαίσιο αυτό, ο νέος κανονισμός ΣΠΚ, ο οποίος θα αρχίσει να εφαρμόζεται στην ΕΕ μέχρι τα τέλη του 2019, ενισχύει τους μηχανισμούς συνεργασίας και εποπτείας του υφιστάμενου συστήματος και θα καταστήσει δυνατή την ανταλλαγή πληροφοριών και ειδοποιήσεων σχετικά με παραβάσεις σε όλη την ΕΕ με ταχύτερο και πιο αποτελεσματικό τρόπο. Η Επιτροπή μπορεί να διευκολύνει το έργο αυτό, ενώ υπάρχει επίσης και δυνατότητα διάθεσης πόρων στο πλαίσιο του προγράμματος για τους καταναλωτές.
Αξιολόγηση των δυνητικά αθέμιτων εμπορικών πρακτικών στην περίπτωση των επώνυμων προϊόντων διατροφής —διάγραμμα ροής:
(1) Δηλαδή εμπορεύματα που κυκλοφορούν στην ενιαία αγορά υπό την ίδια εμπορική ονομασία ή εμπορικό σήμα αλλά με διαφορές ως προς το περιεχόμενο, τη σύνθεση ή την ποιότητα στα διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ.
(2) http://europa.eu/rapid/press-release_SPEECH-17-3165_en.htm
(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).
(4) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 608/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18).
(5) Ορισμένα προϊόντα, όπως η σοκολάτα, οι χυμοί φρούτων και οι μαρμελάδες, υπόκεινται σε συγκεκριμένες απαιτήσεις για τη σύνθεση ή καλύπτονται από συστήματα ποιότητας, βάσει εναρμονισμένης ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας.
(6) Οδηγία 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») (ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22).
(7) Άλλες ειδικές για έναν τομέα νομοθετικές πράξεις, π.χ. κεφάλαιο IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1379/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για την κοινή οργάνωση των αγορών των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1184/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 του Συμβουλίου (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 1).
(8) Βλέπε ιδίως σ. 17 του εγγράφου καθοδήγησης σχετικά με την εκτέλεση/εφαρμογή της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (διατίθεται στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/consumers/consumer_rights/unfair-trade/unfair-practices/index_en.htm).
(9) Άρθρο 7 παράγραφος 5 της ΟΑΕΠ και σ. 17-19 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την εκτέλεση/εφαρμογή της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
(10) Άρθρο 7 παράγραφος 1 και άρθρο 7 παράγραφος 2 της ΟΑΕΠ και σ. 69 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την εκτέλεση/εφαρμογή της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
(11) Με τη δοκιμή αυτή προσδιορίζεται ποιες πληροφορίες μπορούν να θεωρούνται ουσιώδεις ή, με άλλα λόγια, σημαντικές για τους καταναλωτές.
(12) Για ορισμένες κατηγορίες επώνυμων προϊόντων, όπως αρώματα, είδη πολυτελείας ή αυτοκίνητα, οι καταναλωτές αναζητούν το ίδιο ακριβώς προϊόν και φοβούνται τις απομιμήσεις. Εξ αυτού μπορεί να συναχθεί ότι ενδεχομένως ακολουθείται παρόμοια συμπεριφορά για όλα τα είδη καταναλωτικών αγαθών.
(13) «Επαγγελματική ευσυνειδησία» σημαίνει το μέτρο της ειδικής τεχνικής ικανότητας και μέριμνας που ευλόγως αναμένεται να επιδεικνύει μια επιχείρηση προς τους καταναλωτές, κατ’ αναλογία προς την έντιμη πρακτική της αγοράς και/ή τη γενική αρχή της καλής πίστης, στον τομέα δραστηριοτήτων της επιχείρησης. Περιλαμβάνει επίσης την τήρηση των κριτηρίων ποιότητας και ελέγχου που γνωστοποιούνται από την επιχείρηση, όπως η πιστοποίηση ποιότητας και οι λοιπές πιστοποιήσεις.
Αυτό περιλαμβάνει αρχές οι οποίες ήταν ήδη εδραιωμένες στο δίκαιο των κρατών μελών πριν από την έκδοση της οδηγίας ΟΑΕΠ, όπως η «έντιμη πρακτική της αγοράς», η «καλή πίστη» και η «καλή πρακτική της αγοράς». Οι εν λόγω αρχές προσδίδουν σημασία στις κανονιστικές αξίες που ισχύουν στον συγκεκριμένο τομέα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι εν λόγω κανονιστικές αξίες πρέπει να περιλαμβάνουν την τήρηση της εφαρμοστέας ειδικής τομεακής νομοθεσίας και των αντίστοιχων εγγράφων καθοδήγησης, όπως περιγράφεται στο μέρος 1.
(14) Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση κονσερβοποιημένου τόνου, η σύνθεση του οποίου τυποποιείται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1536/92 του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 1992, περί καθορισμού κοινών προδιαγραφών εμπορίας για τις κονσέρβες τόνου και παλαμίδας (ΕΕ L 163 της 17.6.1992, σ. 1) και στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2136/89 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1989, περί καθορισμού κοινών προδιαγραφών εμπορίας για κονσέρβες σαρδελών και εμπορικών προδιαγραφών για κονσέρβες σαρδελών και προϊόντων τύπου σαρδέλας (ΕΕ L 212 της 22.7.1989, σ. 79).
(15) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών («κανονισμός για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών») (ΕΕ L 364 της 9.12.2004, σ. 1).
IV Πληροφορίες
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
|
29.9.2017 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 327/8 |
Ισοτιμίες του ευρώ (1)
28 Σεπτεμβρίου 2017
(2017/C 327/02)
1 ευρώ =
|
|
Νομισματική μονάδα |
Ισοτιμία |
|
USD |
δολάριο ΗΠΑ |
1,1778 |
|
JPY |
ιαπωνικό γιεν |
132,56 |
|
DKK |
δανική κορόνα |
7,4402 |
|
GBP |
λίρα στερλίνα |
0,87635 |
|
SEK |
σουηδική κορόνα |
9,5800 |
|
CHF |
ελβετικό φράγκο |
1,1460 |
|
ISK |
ισλανδική κορόνα |
|
|
NOK |
νορβηγική κορόνα |
9,3575 |
|
BGN |
βουλγαρικό λεβ |
1,9558 |
|
CZK |
τσεχική κορόνα |
26,041 |
|
HUF |
ουγγρικό φιορίνι |
311,06 |
|
PLN |
πολωνικό ζλότι |
4,3122 |
|
RON |
ρουμανικό λέου |
4,6003 |
|
TRY |
τουρκική λίρα |
4,1994 |
|
AUD |
δολάριο Αυστραλίας |
1,5054 |
|
CAD |
δολάριο Καναδά |
1,4684 |
|
HKD |
δολάριο Χονγκ Κονγκ |
9,1977 |
|
NZD |
δολάριο Νέας Ζηλανδίας |
1,6363 |
|
SGD |
δολάριο Σιγκαπούρης |
1,6010 |
|
KRW |
ουόν Νότιας Κορέας |
1 350,15 |
|
ZAR |
νοτιοαφρικανικό ραντ |
15,9189 |
|
CNY |
κινεζικό ρενμινπί γιουάν |
7,8436 |
|
HRK |
κροατική κούνα |
7,4975 |
|
IDR |
ρουπία Ινδονησίας |
15 892,06 |
|
MYR |
μαλαισιανό ρινγκίτ |
4,9839 |
|
PHP |
πέσο Φιλιππινών |
59,998 |
|
RUB |
ρωσικό ρούβλι |
68,3855 |
|
THB |
ταϊλανδικό μπατ |
39,327 |
|
BRL |
ρεάλ Βραζιλίας |
3,7484 |
|
MXN |
πέσο Μεξικού |
21,3956 |
|
INR |
ινδική ρουπία |
77,1150 |
(1) Πηγή: Ισοτιμίες αναφοράς που δημοσιεύονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
|
29.9.2017 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 327/9 |
Νέα εθνική όψη κερμάτων ευρώ που προορίζονται για κυκλοφορία
(2017/C 327/03)
Τα κέρματα ευρώ που προορίζονται για κυκλοφορία συνιστούν νόμιμο χρήμα σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Προκειμένου να πληροφορήσει το κοινό και όσους χρησιμοποιούν τα κέρματα, η Επιτροπή δημοσιεύει περιγραφή των σχεδίων όλων των νέων κερμάτων (1). Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 2009 (2), επιτρέπεται στα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και στις χώρες που έχουν συνάψει νομισματική συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την έκδοση κερμάτων ευρώ να εκδίδουν ορισμένο αριθμό αναμνηστικών κερμάτων ευρώ προοριζόμενων για κυκλοφορία, υπό τον όρο ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, και ιδίως ότι πρόκειται μόνο για κέρματα των 2 ευρώ. Τα εν λόγω κέρματα έχουν τεχνικά χαρακτηριστικά ίδια με εκείνα των υπολοίπων κερμάτων των 2 ευρώ, αλλά στην εθνική τους όψη εμφαίνεται αναμνηστικό σχέδιο με υψηλή συμβολική αξία εθνικής ή ευρωπαϊκής εμβέλειας.
Χώρα έκδοσης : Φινλανδία
Αναμνηστικό θέμα : Η φινλανδική φύση
Περιγραφή του σχεδίου : Στο εσωτερικό μέρος του κέρματος εμφανίζεται η χαρτογραφική απεικόνιση της Σελήνης όπως φαίνεται από τη νήσο Harmaja (Φινλανδία) και πάνω από τη Σελήνη μια κουρούνα καθισμένη σε κλαδί. Το έτος έκδοσης «2017» αναγράφεται στο κέντρο, στην κάτω πλευρά. Στο κέντρο, στην αριστερή πλευρά αναγράφεται η ένδειξη της εκδίδουσας χώρας «FI», ενώ στη δεξιά πλευρά το σήμα του νομισματοκοπείου.
Στον εξωτερικό δακτύλιο του κέρματος απεικονίζονται τα 12 αστέρια της ευρωπαϊκής σημαίας.
Αριθμός κερμάτων της έκδοσης :
Ημερομηνία έκδοσης : Οκτώβριος 2017
(1) Βλ. ΕΕ C 373 της 28.12.2001, σ. 1, όπου απεικονίζονται όλες οι εθνικές όψεις των κερμάτων που εκδόθηκαν το 2002.
(2) Βλ. τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων, της 10ης Φεβρουαρίου 2009, και τη σύσταση της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις εθνικές όψεις και την έκδοση των κερμάτων ευρώ που προορίζονται για κυκλοφορία (ΕΕ L 9 της 14.1.2009, σ. 52).
|
29.9.2017 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 327/10 |
Νέα εθνική όψη κερμάτων ευρώ που προορίζονται για κυκλοφορία
(2017/C 327/04)
Τα κέρματα ευρώ που προορίζονται για κυκλοφορία συνιστούν νόμιμο χρήμα σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Προκειμένου να πληροφορήσει το κοινό και όσους χρησιμοποιούν τα κέρματα, η Επιτροπή δημοσιεύει περιγραφή των σχεδίων όλων των νέων κερμάτων (1). Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 2009 (2), επιτρέπεται στα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και στις χώρες που έχουν συνάψει νομισματική συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την έκδοση κερμάτων ευρώ να εκδίδουν ορισμένο αριθμό αναμνηστικών κερμάτων ευρώ προοριζόμενων για κυκλοφορία, υπό τον όρο ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, και ιδίως ότι πρόκειται μόνο για κέρματα των 2 ευρώ. Τα εν λόγω κέρματα έχουν τεχνικά χαρακτηριστικά ίδια με εκείνα των υπόλοιπων κερμάτων των 2 ευρώ, αλλά στην εθνική τους όψη εμφανίζεται αναμνηστικό σχέδιο με υψηλή συμβολική αξία εθνικής ή ευρωπαϊκής εμβέλειας.
Χώρα έκδοσης : Κύπρος
Αναμνηστικό θέμα : Πάφος 2017 — Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης
Περιγραφή του σχεδίου : Το σχέδιο απεικονίζει το «Αρχαίο Ωδείο Πάφου», ένα μικρό αμφιθέατρο που χρονολογείται από τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Στις ημέρες μας χρησιμοποιείται το καλοκαίρι για μουσικές θεατρικές παραστάσεις και θα είναι ο τόπος διεξαγωγής διαφόρων εκδηλώσεων που θα πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο του προγράμματος «Πάφος 2017 — Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης». Το όνομα της χώρας έκδοσης «ΚΥΠΡΟΣ KIBRIS» και η φράση «Πάφος 2017 — Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» αναγράφονται στο εσωτερικό τμήμα της εθνικής όψης του κέρματος.
Στον εξωτερικό δακτύλιο του κέρματος απεικονίζονται τα 12 αστέρια της ευρωπαϊκής σημαίας.
Αριθμός κερμάτων της έκδοσης :
Ημερομηνία έκδοσης : Τέταρτο τρίμηνο του 2017
(1) Βλέπε ΕΕ C 373 της 28.12.2001, σ. 1, όπου απεικονίζονται όλες οι εθνικές όψεις των κερμάτων που εκδόθηκαν το 2002.
(2) Βλέπε τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων, της 10ης Φεβρουαρίου 2009, και τη σύσταση της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις εθνικές όψεις και την έκδοση των κερμάτων ευρώ που προορίζονται για κυκλοφορία (ΕΕ L 9 της 14.1.2009, σ. 52).
V Γνωστοποιήσεις
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
|
29.9.2017 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 327/11 |
Προηγούμενη κοινοποίηση συγκέντρωσης
(Υπόθεση M.8623 — Borealis/OTPP/SSE/Maple)
Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2017/C 327/05)
|
1. |
Στις 18 Σεπτεμβρίου 2017 η Επιτροπή έλαβε κοινοποίηση προτεινομένης συγκέντρωσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (1). Η παρούσα κοινοποίηση αφορά τις ακόλουθες επιχειρήσεις:
Οι SSE Plc («SSE»), Ontario Teachers’ Pension Plan Board («OTPP»), και Borealis European Holdings BV («Borealis») αποκτούν, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) και του άρθρου 3 παράγραφος 4 του κοινοτικού κανονισμού συγκεντρώσεων, τον κοινό έλεγχο της Maple Topco Limited («Maple»). Η συγκέντρωση πραγματοποιείται με σύμβαση διαχείρισης ή άλλα μέσα. |
|
2. |
Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων είναι οι εξής:
|
|
3. |
Κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η κοινοποιηθείσα πράξη θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού συγκεντρώσεων. Εντούτοις, επιφυλάσσεται να λάβει τελική απόφαση επί του σημείου αυτού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με απλοποιημένη διαδικασία για την εξέταση ορισμένων συγκεντρώσεων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (2), σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι υποψήφια να εξεταστεί βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στην ανακοίνωση. |
|
4. |
Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να της υποβάλουν τυχόν παρατηρήσεις για την προτεινόμενη συγκέντρωση. Οι παρατηρήσεις πρέπει να περιέλθουν στην Επιτροπή το αργότερο εντός 10 ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης. Θα πρέπει πάντοτε να επισημαίνονται τα ακόλουθα στοιχεία αναφοράς: M.8623 — Borealis/OTPP/SSE/Maple Οι παρατηρήσεις μπορούν να σταλούν στην Επιτροπή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, με φαξ ή ταχυδρομικώς. Στοιχεία επικοινωνίας:
|
(1) ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1 (ο «κανονισμός συγκεντρώσεων»).
(2) ΕΕ C 366 της 14.12.2013, σ. 5.