|
ISSN 1977-0901 doi:10.3000/19770901.CE2012.010.ell |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 10E |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Ανακοινώσεις και Πληροφορίες |
55ό έτος |
|
Ανακοίνωση αριθ |
Περιεχόμενα |
Σελίδα |
|
|
III Προπαρασκευαστικές πράξεις |
|
|
|
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ |
|
|
2012/C 010E/01 |
||
|
2012/C 010E/02 |
||
|
EL |
|
III Προπαρασκευαστικές πράξεις
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
|
12.1.2012 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
CE 10/1 |
ΘΈΣΗ (ΕΕ) αριθ. 1/2012 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΣΕ ΠΡΏΤΗ ΑΝΆΓΝΩΣΗ
ενόψει της έκδοσης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζόμενους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος
Εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 24 Νοεμβρίου 2011
2012/C 10 E/01
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 79 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β),
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Για την προοδευτική εγκαθίδρυση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει τη θέσπιση μέτρων στον τομέα του ασύλου, της μετανάστευσης και της προστασίας των δικαιωμάτων των υπηκόων τρίτων χωρών. |
|
(2) |
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνώρισε, κατά την ειδική συνοδό του στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, την ανάγκη εναρμόνισης των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν τους όρους εισδοχής και διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, επιβεβαίωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εξασφαλίζει ισότιμη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στο έδαφος των κρατών μελών και ότι μια πιο ενεργητική πολιτική κοινωνικής ένταξης θα πρέπει να έχει ως φιλοδοξία να τους προσφέρει δικαιώματα και υποχρεώσεις συγκρίσιμα με αυτά των πολιτών της Ένωσης. Προς τον σκοπό αυτό, ζήτησε από το Συμβούλιο να εκδώσει νομοθετικές πράξεις βάσει των προτάσεων της Επιτροπής. Η ανάγκη επίτευξης των στόχων που προσδιορίστηκαν στο Τάμπερε επαναβεβαιώθηκε στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης, το οποίο υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά τη συνεδρίαση της 10ης και 11ης Δεκεμβρίου 2009. |
|
(3) |
Η καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας υποβολής αίτησης που καταλήγει στην έκδοση, στο πλαίσιο μιας μόνης διοικητικής πράξης, ενός συνδυασμένου τίτλου που επιτρέπει ταυτόχρονα τη διαμονή και την εργασία θα συμβάλει στην απλούστευση και την εναρμόνιση των κανόνων που εφαρμόζονται επί του παρόντος στα κράτη μέλη. Μια τέτοια διαδικαστική απλούστευση έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή σε πολλά κράτη μέλη και έχει παράσχει στους μετανάστες και στους εργοδότες τους μια πιο αποτελεσματική διαδικασία, καθώς και διευκόλυνε τον έλεγχο της νομιμότητας της διαμονής και της απασχόλησής τους. |
|
(4) |
Προκειμένου να επιτρέπουν την πρώτη είσοδο στο έδαφός τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να εκδίδουν ενιαία άδεια διαμονής ή, εάν χορηγούν ενιαίες άδειες μόνον κατόπιν εισόδου στο έδαφός τους, θεώρηση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκδίδουν τέτοιες ενιαίες άδειες διαμονής ή θεωρήσεις εγκαίρως. |
|
(5) |
Θα πρέπει να θεσπισθεί σύνολο κανόνων που θα διέπουν τη διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων για τη χορήγηση ενιαίας άδειας. Αυτή η διαδικασία θα πρέπει να είναι αποτελεσματική και διαχειρίσιμη, λαμβανομένου υπόψη του συνήθους φόρτου εργασίας των διοικήσεων των κρατών μελών, καθώς και διαφανής και δίκαιη, προκειμένου να προσφέρει κατάλληλο επίπεδο ασφάλειας δικαίου στους ενδιαφερομένους. |
|
(6) |
Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να μη θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών να ρυθμίζουν τα της εισδοχής και μεταξύ άλλων τον όγκο εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την εργασία. |
|
(7) |
Οι αποσπασμένοι υπήκοοι τρίτων χωρών δεν θα πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. Τούτο δεν θα πρέπει να παρεμποδίζει τους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν και εργάζονται νομίμως σε ένα κράτος μέλος και αποσπώνται σε άλλο κράτος μέλος να συνεχίζουν να απολαύουν ίσης μεταχείρισης σε σχέση με τους υπηκόους του κράτους μέλους καταγωγής κατά τη διάρκεια της απόσπασής τους, όσον αφορά εκείνους τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης που δεν επηρεάζονται από την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (4). |
|
(8) |
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος σύμφωνα με την οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (5) δεν θα πρέπει να υπάγονται στην παρούσα οδηγία, λόγω του πλέον προνομιακού καθεστώτος το οποίο απολαμβάνουν και της ιδιαιτερότητας της άδειας διαμονής που φέρει τη μνεία «επί μακρόν διαμένων – ΕΕ». |
|
(9) |
Δεδομένου του προσωρινού καθεστώτος τους, οι υπήκοοι τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί στην επικράτεια ενός κράτους μέλους για να εργασθούν εποχιακά δεν θα πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. |
|
(10) |
Η υποχρέωση των κρατών μελών να καθορίζουν αν η αίτηση θα υποβάλλεται από τον υπήκοο τρίτης χώρας ή από τον εργοδότη του θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη τυχόν ρυθμίσεων που προβλέπουν ανάμειξη αμφοτέρων στη διαδικασία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίζουν αν η αίτηση για χορήγηση ενιαίας άδειας πρέπει να υποβληθεί στο κράτος μέλος προορισμού ή από τρίτη χώρα. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται στον υπήκοο τρίτης χώρας να υποβάλει αίτηση από τρίτη χώρα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η αίτηση μπορεί να υποβληθεί από τον εργοδότη στο κράτος μέλος προορισμού. |
|
(11) |
Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με την ενιαία διαδικασία υποβολής αιτήσεων και την ενιαία άδεια δεν θα πρέπει να αφορούν τις ομοιόμορφες θεωρήσεις ή τις θεωρήσεις μακράς διαρκείας. |
|
(12) |
Ο προσδιορισμός της αρμόδιας αρχής στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να θίγει τον ρόλο και τις ευθύνες των λοιπών αρχών και, κατά περίπτωση, των κοινωνικών εταίρων, όσον αφορά την εξέταση της αίτησης και τη σχετική απόφαση. |
|
(13) |
Η προθεσμία για την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει τον χρόνο που απαιτείται για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων ή τον χρόνο που απαιτείται για την έκδοση θεώρησης. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις εθνικές διαδικασίες αναγνώρισης διπλωμάτων. |
|
(14) |
Ο τύπος της ενιαίας άδειας θα πρέπει να καταρτίζεται σύμφωνα προς τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών (6) και να επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσθέτουν επιπλέον πληροφορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος διαθέτει ή όχι άδεια εργασίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναγράφουν, μεταξύ άλλων και με σκοπό τον καλύτερο έλεγχο της μετανάστευσης, όχι μόνο στην ενιαία άδεια, αλλά και σε όλες τις άδειες διαμονής που εκδίδουν, τις πληροφορίες σχετικά με την άδεια εργασίας, ανεξάρτητα από τον τύπο της άδειας ή του τίτλου διαμονής βάσει της οποίας ο υπήκοος τρίτης χώρας έγινε δεκτός στην επικράτεια κράτους μέλους και του παραχωρήθηκε πρόσβαση στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους. |
|
(15) |
Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας για τις άδειες διαμονής για σκοπούς άλλους πλην της εργασίας θα πρέπει να αφορούν μόνο τον μορφότυπο των εν λόγω αδειών και δεν θα πρέπει να θίγουν τους ενωσιακούς ή εθνικούς κανόνες περί διαδικασιών εισδοχής και διαδικασιών έκδοσης αυτών των αδειών. |
|
(16) |
Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με την ενιαία άδεια και την άδεια διαμονής που εκδίδεται για σκοπούς άλλους πλην της εργασίας δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εκδίδουν πρόσθετο έγγραφο προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν πιο ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη σχέση εργασίας για την οποία δεν υπάρχει αρκετός χώρος στον μορφότυπο της άδειας διαμονής. Τέτοιο έγγραφο μπορεί να χρησιμεύει για την πρόληψη της εκμετάλλευσης υπηκόων τρίτων χωρών και την καταπολέμηση της παράνομης απασχόλησης, θα πρέπει όμως να είναι προαιρετικό για τα κράτη μέλη και να μην χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της άδειας εργασίας, υπονομεύοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, την έννοια της ενιαίας άδειας. Οι τεχνικές δυνατότητες που προσφέρει το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 και το στοιχείο α) σημείο 16 του παραρτήματός του μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση των πληροφοριών αυτών σε ηλεκτρονική μορφή. |
|
(17) |
Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να απορριφθεί μια αίτηση έκδοσης, τροποποίησης ή ανανέωσης ενιαίας άδειας ή βάσει των οποίων μπορεί να ανακληθεί η ενιαία άδεια, θα πρέπει να είναι αντικειμενικού χαρακτήρα και θα πρέπει να καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης τήρησης της αρχής της ενωσιακής προτίμησης, όπως ορίζεται ιδιαίτερα στις σχετικές διατάξεις των πράξεων προσχώρησης του 2003 και του 2005. Οι αποφάσεις περί απόρριψης και οι αποφάσεις περί ανάκλησης θα πρέπει να αιτιολογούνται δεόντως. |
|
(18) |
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που κατέχουν ισχύον ταξιδιωτικό έγγραφο και ενιαία άδεια που έχει εκδοθεί από κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει πλήρως το κεκτημένο Σένγκεν θα πρέπει να μπορούν να εισέρχονται και να διακινούνται ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών που εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο Σένγκεν για διάστημα μέχρι και τριών μηνών ανά εξάμηνο, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (7) και το άρθρο 21 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (8) (σύμβαση Σένγκεν). |
|
(19) |
Ελλείψει οριζόντιας ενωσιακής νομοθεσίας, τα δικαιώματα των υπηκόων τρίτων χωρών διαφέρουν, ανάλογα με το κράτος μέλος στο οποίο εργάζονται και με την ιθαγένειά τους. Με σκοπό να συνεχισθεί η περαιτέρω ανάπτυξη συνεκτικής πολιτικής μετανάστευσης και να μειωθεί η ανισότητα δικαιωμάτων που υπάρχει μεταξύ των πολιτών της Ένωσης και των υπηκόων τρίτων χωρών που εργάζονται νόμιμα σε ένα κράτος μέλος, καθώς και να συμπληρωθεί το ισχύον κεκτημένο όσον αφορά τη μετανάστευση, θα πρέπει να θεσπιστεί σύνολο δικαιωμάτων ιδίως για να ορίσει τους τομείς πολιτικής στους οποίους κατοχυρώνεται η ισότητα μεταχείρισης των υπηκόων ενός κράτους μέλους και των υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν ακόμα αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος. Σκοπός των σχετικών διατάξεων είναι να δημιουργηθούν ελάχιστες ισότιμες συνθήκες εντός της Ένωσης, να αναγνωρισθεί το γεγονός ότι οι εν λόγω υπήκοοι τρίτων χωρών συμβάλλουν, με την εργασία τους και τους φόρους που καταβάλλουν, στην οικονομία της Ένωσης, και χρησιμεύουν ως μηχανισμός διασφάλισης για τη μείωση του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των ημεδαπών εργαζομένων και των εργαζομένων τρίτων χωρών ο οποίος πηγάζει από την πιθανή εκμετάλλευση αυτών των τελευταίων. Ο «εργαζόμενος τρίτης χώρας», όπως παρατίθεται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να ορίζεται με την επιφύλαξη της ερμηνείας της έννοιας της σχέσης εργασίας σε άλλες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, ως ο υπήκοος τρίτης χώρας που διαμένει νομίμως και του επιτρέπεται στα πλαίσια αμειβόμενης σχέσης να εργάζεται εκεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική. |
|
(20) |
Όλοι οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν και εργάζονται νόμιμα σε κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τουλάχιστον κοινό σύνολο δικαιωμάτων, βασιζόμενο στην ίση μεταχείριση με τους πολίτες του αντίστοιχου κράτους μέλους υποδοχής τους, ανεξάρτητα από τον αρχικό σκοπό ή τον λόγο εισδοχής. Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης στους τομείς που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να κατοχυρώνεται όχι μόνο για τους υπηκόους τρίτων χωρών που έγιναν δεκτοί στην επικράτεια κράτους μέλους για να εργασθούν, αλλά εξίσου σε εκείνους οι οποίοι έγιναν δεκτοί για άλλους λόγους και στη συνέχεια τους δόθηκε πρόσβαση στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους σύμφωνα με άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των μελών της οικογένειας εργαζομένου τρίτης χώρα που έχουν γίνει δεκτά στο κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (9), των υπηκόων τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί στην επικράτεια ενός κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία (10) και των ερευνητών που έχουν γίνει δεκτοί σύμφωνα με την οδηγία 2005/71/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με ειδική διαδικασία εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας (11). |
|
(21) |
Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης σε ορισμένους τομείς θα πρέπει να συνδέεται αυστηρά με τη νόμιμη διαμονή του υπηκόου τρίτης χώρας και με την πρόσβαση που του έχει χορηγηθεί στην αγορά εργασίας ενός κράτους μέλους, όπως αυτά προβλέπονται από την ενιαία άδεια που επιτρέπει ταυτόχρονα τη διαμονή και την εργασία και από τις άδειες διαμονής που χορηγούνται για άλλους λόγους και περιέχουν τις πληροφορίες για την άδεια εργασίας. |
|
(22) |
Οι συνθήκες εργασίας, όπως αναφέρονται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον την αμοιβή και την απόλυση, την υγεία και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας, τον χρόνο εργασίας και την άδεια, λαμβανομένων υπόψη των ισχυουσών συλλογικών συμβάσεων. |
|
(23) |
Ένα κράτος μέλος θα πρέπει να αναγνωρίζει τα επαγγελματικά προσόντα που αποκτώνται από υπήκοο τρίτης χώρας σε άλλο κράτος μέλος κατά τον ίδιο τρόπο όπως για τους πολίτες της Ένωσης και θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα προσόντα που αποκτώνται σε τρίτη χώρα σύμφωνα με την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (12). Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων τρίτων χωρών όσον αφορά την αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες δεν θα πρέπει να θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να υποδέχονται τους εν λόγω εργαζομένους τρίτων χωρών στην αγορά εργασίας τους. |
|
(24) |
Οι εργαζόμενοι τρίτων χωρών θα πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση. Οι κλάδοι της κοινωνικής ασφάλισης καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (13). Οι διατάξεις σχετικά με την ισότητα μεταχείρισης όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στους εργαζομένους που γίνονται δεκτοί σε ένα κράτος μέλος απευθείας από τρίτη χώρα. Ωστόσο, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να χορηγεί στους εργαζομένους τρίτων χωρών περισσότερα δικαιώματα από τα προβλεπόμενα ήδη στο κείμενο ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης για υπηκόους τρίτων χωρών σε περιπτώσεις που εμφανίζουν διασυνοριακά στοιχεία. Επίσης, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να χορηγεί δικαιώματα σε σχέση με καταστάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, όπως αυτές που σχετίζονται με τα μέλη οικογενειών που διαμένουν σε τρίτη χώρα. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να παρέχει δικαιώματα μόνο για εκείνα τα μέλη της οικογένειας που επανευρίσκονται με εργαζόμενο τρίτης χώρας για να διαμείνουν σε οποιοδήποτε κράτος μέλος στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης ή για εκείνα τα μέλη της οικογένειας που ήδη διαμένουν νόμιμα σε αυτό το κράτος μέλος. |
|
(25) |
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν τουλάχιστον ίση μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών που εργάζονται ή που, ύστερα από μια ελάχιστη περίοδο απασχόλησης, είναι εγγεγραμμένοι ως άνεργοι. Τυχόν περιορισμοί στην ίση μεταχείριση στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που παρέχονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1231/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για την επέκταση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν διέπονται ήδη από τους κανονισμούς αυτούς μόνον λόγω της ιθαγένειάς τους (14). |
|
(26) |
Το δίκαιο της Ένωσης δεν περιορίζει την εξουσία των κρατών μελών να οργανώνουν τα δικά τους συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Ελλείψει εναρμονίσεως σε επίπεδο Ένωσης, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να ορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγούνται οι παροχές κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και το ύψος των παροχών αυτών και την περίοδο για την οποία καταβάλλονται. Ωστόσο, κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμμορφώνονται με το ενωσιακό δίκαιο. |
|
(27) |
Η ίση μεταχείριση των εργαζομένων τρίτων χωρών δεν θα πρέπει να καλύπτει τα μέτρα στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης τα οποία χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας. |
|
(28) |
Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων που περιλαμβάνονται στο δίκαιο της Ένωσης και τα ισχύοντα διεθνή μέσα. |
|
(29) |
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενεργοποιούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας χωρίς διακρίσεις με βάση το φύλο, τη φυλή, το χρώμα, την εθνοτική ή κοινωνική καταγωγή, τα γενετικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, το θρήσκευμα ή το φρόνημα, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την ιδιότητα μέλους εθνικής μειονότητας, την περιουσία, τη γέννηση, την αναπηρία, την ηλικία ή τον γενετήσιο προσανατολισμό, ιδίως σύμφωνα με την οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (15) και την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (16). |
|
(30) |
Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή ο καθορισμός ενιαίας διαδικασίας αίτησης με σκοπό τη χορήγηση ενιαίας άδειας που να επιτρέπει στους υπηκόους τρίτων χωρών να εργάζονται στην επικράτεια ενός κράτους μέλους και ενός κοινού συνόλου δικαιωμάτων για τους εργαζομένους τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα σε ένα κράτος μέλος, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν κατά συνέπεια, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία προς επίτευξη των εν λόγω στόχων. |
|
(31) |
Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αντικατοπτρίζονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της ΣΕΕ. |
|
(32) |
Σύμφωνα με την Κοινή Πολιτική Δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη. |
|
(33) |
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα συγκεκριμένα κράτη μέλη δεν συμμετέχουν στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύονται από αυτήν, ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή της. |
|
(34) |
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 22) σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν, ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Αντικείμενο
1. Η παρούσα οδηγία καθορίζει:
|
α) |
ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση ενιαίας άδειας η οποία θα επιτρέπει στους υπηκόους τρίτων χωρών να διαμένουν στο έδαφος κράτους μέλους χάριν εργασίας, με στόχο να απλουστευθούν οι διαδικασίες εισδοχής των συγκεκριμένων προσώπων και να διευκολυνθεί ο έλεγχος του καθεστώτος τους, και |
|
β) |
κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζομένους τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα σε ένα κράτος μέλος, ανεξαρτήτως του σκοπού της αρχικής εισδοχής τους στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους, τα οποία βασίζονται σε ίση μεταχείριση με εκείνη που επιφυλάσσεται στους υπηκόους του εν λόγω κράτους μέλους. |
2. Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών όσον αφορά την εισδοχή των υπηκόων τρίτων χωρών στις αγορές εργασίας τους.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «υπήκοος τρίτης χώρας»: κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ,
β) «εργαζόμενος τρίτης χώρας»: κάθε υπήκοος τρίτης χώρας που έχει γίνει δεκτός στο έδαφος ενός κράτους μέλους και ο οποίος διαμένει νομίμως και του έχει χορηγηθεί άδεια εργασίας, στα πλαίσια αμειβόμενης σχέσης σε αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική,
γ) «ενιαία άδεια»: άδεια διαμονής που εκδίδεται από τις αρχές ενός κράτους μέλους, η οποία επιτρέπει στον υπήκοο τρίτης χώρας να διαμένει νόμιμα στην επικράτειά του με σκοπό την εργασία,
δ) «ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης»: κάθε διαδικασία που οδηγεί, βάσει ενιαίας αίτησης που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας ή από τον εργοδότη του, με σκοπό να του χορηγηθεί άδεια διαμονής και εργασίας στην επικράτεια ενός κράτους μέλους, σε απόφαση σχετικά με την εν λόγω αίτηση για την ενιαία άδεια.
Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής
1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:
|
α) |
στους υπηκόους τρίτων χωρών που ζητούν την άδεια να διαμένουν με σκοπό την εργασία σε ένα κράτος μέλος, |
|
β) |
στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί σε ένα κράτος μέλος για άλλους σκοπούς πλην της εργασίας σύμφωνα με το εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο, οι οποίοι λαμβάνουν άδεια εργασίας και κατέχουν άδεια διαμονής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002, και |
|
γ) |
στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί σε ένα κράτος μέλος με σκοπό την εργασία σύμφωνα με το εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο. |
2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών:
|
α) |
οι οποίοι είναι μέλη οικογένειας πολιτών της Ένωσης που άσκησαν ή ασκούν το δικαίωμά τους της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης σύμφωνα με την οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών (17), |
|
β) |
οι οποίοι, μαζί με τα μέλη της οικογένειάς τους και ανεξαρτήτως της εθνικότητάς τους, απολαύουν δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδύναμων με εκείνα των πολιτών της Ένωσης δυνάμει συμφωνιών είτε μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών είτε μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών, |
|
γ) |
οι οποίοι είναι αποσπασμένοι για όσο καιρό διαρκεί η απόσπασή τους, |
|
δ) |
οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση για εισδοχή ή έχουν γίνει δεκτοί στο έδαφος κράτους μέλους ως ενδοεπιχειρησιακά αποσπασμένοι εργαζόμενοι, |
|
ε) |
οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση για εισδοχή ή έχουν γίνει δεκτοί στην επικράτεια ενός κράτους μέλους ως εποχικοί εργαζόμενοι ή ως εσωτερικοί άμισθοι βοηθοί (au pair), |
|
στ) |
οι οποίοι επιτρέπεται να διαμένουν σε κράτος μέλος για λόγους προσωρινής προστασίας ή οι οποίοι ζήτησαν την άδεια να παραμείνουν σε αυτό για τον ίδιο λόγο και αναμένουν απόφαση σχετικά με το καθεστώς τους, |
|
ζ) |
οι οποίοι απολαύουν διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (18) ή έχουν υποβάλει αίτηση για διεθνή προστασία σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, χωρίς να έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση για την αίτησή τους, |
|
η) |
οι οποίοι απολαύουν διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τις διεθνείς υποχρεώσεις ή την πρακτική κράτους μέλους ή έχουν ζητήσει διεθνή προστασία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τις διεθνείς υποχρεώσεις ή την πρακτική κράτους μέλους, χωρίς να έχει ληφθεί οριστική απόφαση για την αίτησή τους, |
|
θ) |
οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες σύμφωνα με την οδηγία 2003/109/ΕΚ, |
|
ι) |
των οποίων η απομάκρυνση έχει ανασταλεί για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, |
|
ια) |
οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση για εισδοχή ή έχουν γίνει δεκτοί στο έδαφος κράτους μέλους ως αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι, |
|
ιβ) |
οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση για εισδοχή ή έχουν γίνει δεκτοί ως ναυτικοί προς απασχόληση ή εργασία υπό οποιαδήποτε ιδιότητα σε πλοίο νηολογημένο σε κράτος μέλος ή που φέρει τη σημαία κράτους μέλους. |
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι το κεφάλαιο II δεν εφαρμόζεται σε υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους είτε έχει χορηγηθεί άδεια να εργάζονται στην επικράτεια κράτους μέλους για χρονικό διάστημα όχι ανώτερο των έξι μηνών είτε έχουν γίνει δεκτοί σε ένα κράτος μέλος για λόγους σπουδών.
4. Το κεφάλαιο II δεν εφαρμόζεται σε υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους επιτρέπεται να εργάζονται βάσει θεώρησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΕΝΙΑΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΙΑΙΑ ΑΔΕΙΑ
Άρθρο 4
Ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης
1. Κάθε αίτηση για την έκδοση, τροποποίηση ή ανανέωση ενιαίας άδειας υποβάλλεται σύμφωνα με ενιαία διαδικασία αίτησης. Τα κράτη μέλη καθορίζουν εάν οι αιτήσεις πρέπει να υποβάλλονται από τον υπήκοο τρίτης χώρας ή από τον εργοδότη του υπηκόου τρίτης χώρας. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αποφασίσουν να επιτρέψουν την υποβολή αίτησης από οποιονδήποτε εκ των δύο. Εάν η αίτηση υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας, τα κράτη μέλη επιτρέπουν την υποβολή της αίτησης από το έδαφος της τρίτης χώρας ή, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, στην επικράτεια του κράτους μέλους στο οποίο ο υπήκοος τρίτης χώρας είναι ήδη νομίμως παρών.
2. Τα κράτη μέλη εξετάζουν την αίτηση που έχει υποβληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 και εκδίδουν απόφαση σχετικά με την έκδοση, τροποποίηση ή ανανέωση της ενιαίας άδειας εφόσον ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο. Η απόφαση που αφορά την έκδοση, την τροποποίηση ή την ανανέωση της ενιαίας άδειας λαμβάνει τη μορφή ενιαίας διοικητικής πράξης που συνδυάζει τίτλο διαμονής και άδεια εργασίας.
3. Η διαδικασία της ενιαίας αίτησης δεν θίγει τη διαδικασία χορήγησης θεώρησης η οποία ενδέχεται να απαιτείται για την πρώτη είσοδο.
4. Εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη εκδίδουν ενιαία άδεια στους υπηκόους τρίτων χωρών που υποβάλλουν αίτηση εισδοχής και στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν ήδη γίνει δεκτοί και υποβάλλουν αίτηση για ανανέωση ή τροποποίηση της άδειας διαμονής τους μετά την έναρξη ισχύος των εθνικών εκτελεστικών διατάξεων.
Άρθρο 5
Αρμόδια αρχή
1. Τα κράτη μέλη ορίζουν την αρμόδια αρχή για την παραλαβή της αίτησης και την έκδοση της ενιαίας άδειας.
2. Η αρμόδια αρχή εκδίδει σχετική απόφαση για το σύνολο της αίτησης το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την πάροδο τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Η προθεσμία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να παραταθεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις που έχουν σχέση με την πολυπλοκότητα της εξέτασης της αίτησης.
Εφόσον δεν ληφθεί απόφαση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο, οιεσδήποτε συνέπειες καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.
3. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί την απόφασή της εγγράφως στον αιτούντα, σύμφωνα με τις διαδικασίες κοινοποίησης που προβλέπονται στο σχετικό εθνικό δίκαιο.
4. Εάν οι πληροφορίες ή τα έγγραφα που χορηγούνται προς υποστήριξη της αίτησης είναι ανεπαρκή σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο, η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον αιτούντα εγγράφως για τις απαιτούμενες συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα και τάσσει εύλογη προθεσμία για την προσκόμισή τους. Η προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 αναστέλλεται μέχρις ότου η αρμόδια αρχή ή οι άλλες σχετικές αρχές να λάβουν τις απαιτούμενες συμπληρωματικές πληροφορίες. Εάν οι πληροφορίες ή τα έγγραφα που απαιτούνται επιπροσθέτως δεν προσκομισθούν εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η αρμόδια αρχή μπορεί να απορρίψει την αίτηση.
Άρθρο 6
Ενιαία άδεια
1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν την ενιαία άδεια χρησιμοποιώντας τον ενιαίο τύπο που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 και αναγράφουν τα στοιχεία σχετικά με την άδεια εργασίας σύμφωνα με το στοιχείο α) σημείο 7.5-9 του παραρτήματός του.
Τα κράτη μέλη μπορούν να συμπεριλαμβάνουν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την εργασιακή σχέση του υπηκόου τρίτης χώρας (όπως το όνομα και τη διεύθυνση του εργοδότη, τον τόπο εργασίας, το είδος εργασίας, το ωράριο, την αμοιβή) σε έντυπη μορφή ή να αποθηκεύουν τέτοια δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 και στο στοιχείο α) σημείο 16 του παραρτήματός του.
2. Όταν εκδίδουν την ενιαία άδεια, τα κράτη μέλη δεν εκδίδουν τυχόν πρόσθετες άδειες ως απόδειξη της άδειας πρόσβασης στην αγορά εργασίας.
Άρθρο 7
Άδειες διαμονής που εκδίδονται για άλλους σκοπούς πλην της εργασίας
1. Όταν εκδίδουν άδειες διαμονής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002, τα κράτη μέλη αναγράφουν τα στοιχεία σχετικά με την άδεια εργασίας, ανεξάρτητα από το είδος της άδειας διαμονής.
Τα κράτη μέλη μπορούν να συμπεριλαμβάνουν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την εργασιακή σχέση του υπηκόου τρίτης χώρας (όπως το όνομα και τη διεύθυνση του εργοδότη, τον τόπο εργασίας, το είδος εργασίας, το ωράριο, την αμοιβή) σε έντυπη μορφή ή να αποθηκεύουν τέτοια δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 και στο στοιχείο α) σημείο 16 του παραρτήματός του.
2. Όταν εκδίδουν άδειες διαμονής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002, τα κράτη μέλη δεν εκδίδουν πρόσθετες άδειες ως απόδειξη της άδειας πρόσβασης στην αγορά εργασίας.
Άρθρο 8
Διαδικαστικές εγγυήσεις
1. Κάθε απόφαση περί απόρριψης της αίτησης για έκδοση, τροποποίηση ή ανανέωση ενιαίας άδειας ή κάθε απόφαση ανάκλησης ενιαίας άδειας βάσει κριτηρίων που ορίζονται στο εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο πρέπει να αιτιολογείται δεόντως στη γραπτή κοινοποίηση.
2. Κάθε απόφαση περί απόρριψης της αίτησης για την έκδοση, τροποποίηση ή ανανέωση ενιαίας άδειας ή περί ανάκλησης ενιαίας άδειας υπόκειται σε ένδικα μέσα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο. Στη γραπτή κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να διευκρινίζεται το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή ενώπιον της οποίας ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει προσφυγή, καθώς και η σχετική προθεσμία.
3. Μια αίτηση είναι δυνατόν να θεωρηθεί απαράδεκτη λόγω του όγκου εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών που έρχονται να εργασθούν και, σε αυτήν τη βάση, μπορεί να μην εξετασθεί.
Άρθρο 9
Πρόσβαση στην πληροφόρηση
Τα κράτη μέλη παρέχουν, κατόπιν αιτήσεως, επαρκή πληροφόρηση προς τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους μελλοντικούς εργοδότες τους σχετικά με τα αποδεικτικά έγγραφα που χρειάζονται για την υποβολή πλήρους αίτησης.
Άρθρο 10
Τέλη
Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους αιτούντες την καταβολή τελών, όπου απαιτείται, για την επεξεργασία των αιτήσεων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Το ύψος των τελών αυτών είναι ανάλογο και μπορεί να βασίζεται στις πραγματικά χορηγούμενες υπηρεσίες για την εξέταση αιτήσεων και την έκδοση αδειών.
Άρθρο 11
Δικαιώματα βάσει της ενιαίας άδειας
Σε περίπτωση που έχει εκδοθεί ενιαία άδεια σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, παρέχει, κατά την περίοδο ισχύος της, στον κάτοχό της τα ακόλουθα ελάχιστα δικαιώματα:
|
α) |
εισόδου και διαμονής στην επικράτεια του κράτους μέλους έκδοσης της ενιαίας άδειας, εφόσον ο κάτοχός της πληροί όλες τις προϋποθέσεις εισδοχής κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο, |
|
β) |
ελεύθερης πρόσβασης στο σύνολο της επικράτειας του κράτους μέλους έκδοσης της ενιαίας άδειας, εντός των ορίων που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο, |
|
γ) |
άσκησης της συγκεκριμένης εργασιακής δραστηριότητας βάσει της ενιαίας άδειας και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, |
|
δ) |
ενημέρωσης για τα δικαιώματα που χορηγούνται στον κάτοχο βάσει της ενιαίας άδειας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και/ή το εθνικό δίκαιο. |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΙΣΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
Άρθρο 12
Δικαίωμα ίσης μεταχείρισης
1. Οι εργαζόμενοι τρίτων χωρών που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους υπηκόους του κράτους μέλους στο οποίο διαμένουν όσον αφορά:
|
α) |
τις συνθήκες εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής και της απόλυσης, καθώς και της υγιεινής και ασφάλειας στον τόπο εργασίας, |
|
β) |
την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και της εγγραφής και συμμετοχής σε οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών ή σε οποιαδήποτε οργάνωση τα μέλη της οποίας ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από τις οργανώσεις αυτές, με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια, |
|
γ) |
την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση, |
|
δ) |
την αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών τίτλων, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διαδικασίες, |
|
ε) |
τους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης, όπως καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004, |
|
στ) |
τα φορολογικά πλεονεκτήματα, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος θεωρείται ότι είναι κάτοικος για φορολογικούς σκοπούς στο εν λόγω κράτος μέλος, |
|
ζ) |
την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών που προσφέρονται στο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών στέγασης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη της ελευθερίας σύναψης συμβάσεων σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, |
|
η) |
τις υπηρεσίες παροχής συμβουλών που προσφέρονται από γραφεία εύρεσης εργασίας. |
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την ίση μεταχείριση:
|
α) |
Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο γ):
|
|
β) |
Περιορίζοντας τα δικαιώματα που χορηγούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο ε) στους εργαζομένους τρίτων χωρών, αλλά δεν μπορούν να περιορίσουν τα δικαιώματα αυτά για εργαζομένους τρίτων χωρών οι οποίοι εργάζονται ή εργάστηκαν για ελάχιστο διάστημα έξι μηνών και είναι εγγεγραμμένοι ως άνεργοι. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η παράγραφος 1 στοιχείο ε) σχετικά με τις οικογενειακές παροχές δεν εφαρμόζεται σε υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους έχει επιτραπεί να εργαστούν στο έδαφος κράτους μέλους για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, σε υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί με σκοπό τις σπουδές ή σε υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους επιτρέπεται να εργαστούν βάσει θεώρησης. |
|
γ) |
Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο στ) σχετικά με τα φορολογικά πλεονεκτήματα, περιορίζοντας την εφαρμογή της σε περιπτώσεις όπου ο καταχωρισμένος ή συνήθης τόπος διαμονής των μελών της οικογένειας του εργαζομένου τρίτης χώρας για τα οποία αιτείται πλεονεκτημάτων ευρίσκεται εντός του εδάφους του οικείου κράτους μέλους. |
|
δ) |
Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο ζ):
|
3. Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 δεν θίγει το δικαίωμα του κράτους μέλους να αφαιρεί ή να αρνείται να ανανεώσει την άδεια διαμονής που εκδίδεται βάσει της παρούσας οδηγίας, την άδεια διαμονής που εκδίδεται για άλλους σκοπούς πλην της εργασίας ή οποιαδήποτε άλλη άδεια εργασίας σε κράτος μέλος.
4. Οι εργαζόμενοι τρίτων χωρών που μετακινούνται προς τρίτη χώρα ή οι επιζώντες των εν λόγω εργαζομένων που διαμένουν σε τρίτη χώρα και που έλκουν δικαιώματα από αυτούς λαμβάνουν τις νόμιμες συντάξεις γήρατος, αναπηρίας και επιζώντων τις οποίες δικαιούνται βάσει της προηγούμενης απασχόλησης αυτών των εργαζομένων, σύμφωνα με τη νομοθεσία που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, υπό τις ίδιες συνθήκες και με τους ίδιους συντελεστές όπως οι πολίτες των οικείων κρατών μελών όταν μεταβαίνουν σε τρίτη χώρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 13
Ευνοϊκότερες διατάξεις
1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων:
|
α) |
του ενωσιακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ένωσης ή της Ένωσης και των μελών της, αφενός, και μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών, αφετέρου, και |
|
β) |
διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ ενός ή περισσότερων κρατών μελών και μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών. |
2. Η παρούσα οδηγία τελεί υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις για τα πρόσωπα στα οποία αυτή εφαρμόζεται.
Άρθρο 14
Ενημέρωση του κοινού
Τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση του ευρέος κοινού τακτικά ενημερωμένη δέσμη πληροφοριών σχετικά με τους όρους εισόδου και διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών στην επικράτειά τους προκειμένου να εργασθούν εκεί.
Άρθρο 15
Υποβολή εκθέσεων
1. Σε τακτά διαστήματα και την πρώτη φορά έως τις… (19), η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη και προτείνει τις τροποποιήσεις που θεωρεί απαραίτητες.
2. Μία φορά τον χρόνο και την πρώτη φορά έως τις … (20), τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή στατιστικές για τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών στους οποίους έχει χορηγηθεί ενιαία άδεια κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, περί κοινοτικών στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία (21).
Άρθρο 16
Μεταφορά
1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις … (22). Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των συγκεκριμένων διατάξεων.
Τα μέτρα αυτά, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από αυτήν την αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος αυτής της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιαστικών διατάξεων εθνικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που υπάγεται στην παρούσα οδηγία.
Άρθρο 17
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 18
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.
…,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
…
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
…
(1) ΕΕ C 27 της 3.2.2009, σ. 114.
(2) ΕΕ C 257 της 9.10.2008, σ. 20.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Μαρτίου 2011 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 24ης Νοεμβρίου 2011. Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της … (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα)
(4) ΕΕ L 18 της 21.1.1997, σ. 1.
(5) ΕΕ L 16 της 23.1.2004, σ. 44.
(6) ΕΕ L 157 της 15.6.2002, σ. 1.
(7) ΕΕ L 105 της 13.4.2006, σ. 1.
(8) ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 19.
(9) ΕΕ L 251 της 3.10.2003, σ. 12.
(10) ΕΕ L 375 της 23.12.2004, σ. 12.
(11) ΕΕ L 289 της 3.11.2005, σ. 15.
(12) ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22.
(13) ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1.
(14) ΕΕ L 344 της 29.12.2010, σ. 1.
(15) ΕΕ L 180 της 19.7.2000, σ. 22.
(16) ΕΕ L 303 της 2.12.2000, σ. 16.
(17) ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 77.
(18) ΕΕ L 304 της 30.9.2004, σ. 12.
(19) Πέντε έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(20) Τρία έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(21) ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 23.
(22) Δύο έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στις 23 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζόμενους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος.
Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και η Επιτροπή των Περιφερειών γνωμοδότησαν σχετικά με την πρόταση, αντίστοιχα, στις 9 Ιουλίου 2008 και στις 18 Ιουνίου 2008.
Στις 24 Μαρτίου 2011, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωμοδότησε σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έκδοσης της οδηγίας. Το Συμβούλιο δεν ήταν σε θέση να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου και ενέκρινε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση στις 24 Νοεμβρίου 2011 σύμφωνα με το άρθρο 294 της Συνθήκης.
II. ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
Στόχος της πρότασης είναι να θεσπίσει ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για υπηκόους τρίτων χωρών που επιθυμούν να διαμείνουν σε κράτος μέλος για να εργαστούν, μαζί με ενιαία άδεια παραμονής/εργασίας, και να προβλέψει κοινό σύνολο δικαιωμάτων για όλους τους εργαζόμενους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος.
III. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
Γενικά
Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν εντός του πλαισίου πολιτικής που διαμορφώθηκε από το πρόγραμμα της Χάγης, το οποίο έθεσε τους στόχους και τα μέσα στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης για την περίοδο 2005-2010, και μετέπειτα από το πρόγραμμα της Στοκχόλμης που καλύπτει την περίοδο 2010-2014. Στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνώρισε τη σημασία της εργασιακής μετανάστευσης στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και στην οικονομική ζωτικότητα της Ένωσης και για το σκοπό αυτό ενθάρρυνε τη δημιουργία ευέλικτων συστημάτων εισδοχής που ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες, τις ανάγκες, τους αριθμούς και τα μεγέθη που ορίζονται από κάθε κράτος μέλος. Ειδικότερα, κάλεσε την Επιτροπή και το Συμβούλιο να συνεχίσουν την εφαρμογή του Σχεδίου Πολιτικής για τη Νόμιμη Μετανάστευση του 2005 το οποίο, μεταξύ άλλων, προβλέπει οριζόντιο όργανο το οποίο ορίζει το πλαίσιο δικαιωμάτων όλων των εργαζομένων από τρίτες χώρες που διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλος και εισάγει ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης μαζί με ενιαία άδεια παραμονής/εργασίας.
Το Συμβούλιο άρχισε να συζητά την πρόταση στις αρχές του 2008 αλλά δεν κατάφερε να καταλήξει σε ομόφωνη συμφωνία. Από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η πρόταση εμπίπτει στη συνήθη νομοθετική διαδικασία, ενώ στο Συμβούλιο απαιτείται ειδική πλειοψηφία.
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτώνται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα εν λόγω κράτη μέλη δεν συμμετέχουν στην έκδοση της Οδηγίας για την Ενιαία Άδεια και δεν δεσμεύονται από αυτήν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή της.
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.
Κυριότερα ζητήματα
Σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινής δήλωσης σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής της διαδικασίας συναπόφασης (1), οι αντιπρόσωποι του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής διεξήγαγαν επαφές προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία στο στάδιο της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση. Προκειμένου να διευκολυνθεί η προσέγγιση των θέσεων των δύο θεσμικών οργάνων και να ληφθεί υπόψη η συμφωνία που επετεύχθη κατά τις εν λόγω επαφές, το Συμβούλιο εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όσον αφορά την πρόταση οδηγίας για την ενιαία άδεια εισάγοντας τις εξής βασικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής:
Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 3)
Το Συμβούλιο τροποποιεί την πρόταση της Επιτροπής με σκοπό να προσδιορίσει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Για λόγους σαφήνειας, το Συμβούλιο προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ δύο ειδών εργαζομένων από τρίτες χώρες - τους υπηκόους τρίτων χωρών που κατέχουν άδεια διαμονής κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 έχουν γίνει δεκτοί για σκοπούς εκτός της εργασίας αλλά που τους επιτρέπεται να εργαστούν, και αυτούς που έχουν γίνει δεκτοί με σκοπό να εργαστούν. Ενώ η δεύτερη κατηγορία δικαιούται ενιαία άδεια και το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης δυνάμει της παρούσας οδηγίας, η πρώτη κατηγορία δικαιούται ίσης μεταχείρισης αλλά δεν υπάγεται στην ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης. Μεταγενέστερη αναφορά στις δύο κατηγορίες γίνεται στην εισαγωγική φράση του άρθρου 12 σχετικά με το δικαίωμα σε ίση μεταχείριση.
Σε σύγκριση με την πρόταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο προσθέτει κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Εφόσον τα δικαιώματα των ατόμων που τυγχάνουν διεθνούς προστασίας, προσωρινής προστασίας ή προστασίας δυνάμει του εθνικού δικαίου ρυθμίζονται από άλλα μέσα της Ένωσης, τα εν λόγω άτομα θα πρέπει, για λόγους νομικής σαφήνειας, να εξαιρούνται ρητά από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Για παρόμοιους λόγους, το Συμβούλιο εξαιρεί τους ναυτικούς από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Παρόλο που αυτό συνάγεται από τον ορισμό του εργαζομένου από τρίτη χώρα στην παρούσα οδηγία, το Συμβούλιο προτιμά να εξαιρέσει ρητά τους αυτοαπασχολούμενους από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Το Συμβούλιο κρίνει επίσης απαραίτητο να δώσει στα κράτη μέλη την επιλογή να μην εκδίδουν ενιαία άδεια στους σπουδαστές και στους υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους έχει επιτραπεί να εργαστούν σε κράτος μέλος για διάστημα μικρότερο των έξι μηνών, καθώς και στα άτομα στα οποία επιτρέπεται να εργαστούν βάσει θεώρησης. Ωστόσο, το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης εφαρμόζεται σε αυτές τις κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών.
Διαδικασία υποβολής αίτησης (άρθρα 4, 5, 8 και 10)
Όσον αφορά την υποβολή αίτησης για ενιαία άδεια, το αποτέλεσμα των άτυπων επαφών μεταξύ του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ήταν να οριστεί λεπτομερέστερα από ποιον πρέπει να κατατεθεί η αίτηση και πού. Γενικά, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προσδιορίσουν εάν η αίτηση πρέπει να κατατεθεί από τον υπήκοο τρίτης χώρας ή από τον εργοδότη του. Εντούτοις, κατ’ εξαίρεση ενδέχεται να υπάρχουν ορισμένες καταστάσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται στο άλλο μέρος να υποβάλει την αίτηση.
Προς μέριμνα των υπηκόων τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί στο έδαφος κράτους μέλους πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας, η θέση του Συμβουλίου προβλέπει ότι για αυτούς τους εργαζόμενους θα εκδίδεται ενιαία άδεια εφόσον υποβάλουν αίτηση ανανέωσης ή τροποποίησης της άδειας παραμονής τους και εφόσον πληρούν τους όρους της οδηγίας.
Το Συμβούλιο θεωρεί επίσης απαραίτητο να προσδιορίσει ότι η διαδικασία θεώρησης που τα κράτη μέλη ενδέχεται να έχουν θεσπίσει για την πρώτη είσοδο δεν επηρεάζεται από την ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης που ορίζεται στην παρούσα οδηγία. Ορίζεται επίσης συγκεκριμένα ότι τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να κρίνουν μια αίτηση απαράδεκτη λόγω του όγκου εισδοχής, περίπτωση στην οποία η αίτηση δεν χρειάζεται να εξεταστεί.
Με σκοπό τη διασφάλιση μιας σαφούς και διαφανούς διαδικασίας, η θέση του Συμβουλίου προσθέτει απαίτηση στα κράτη μέλη να θεσπίσουν στην εθνική τους νομοθεσία τις συνέπειες από τη μη λήψη απόφασης εντός της προθεσμίας που θέτει η παρούσα οδηγία. Παρομοίως, προστέθηκαν λεπτομερέστεροι διαδικαστικοί κανόνες για καταστάσεις στις οποίες οι πληροφορίες ή τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση είναι ελλιπή. Τα κράτη μέλη απαιτείται να ενημερώνουν εγγράφως τον αιτούντα για τις συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα που πρέπει να προσκομίσει και μπορούν να ορίσουν εύλογη προθεσμία για την προσκόμισή τους. Για να αποφευχθεί ενδεχόμενη κατάχρηση του συστήματος, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να απορρίπτουν αίτηση σε περίπτωση που οι απαραίτητες πληροφορίες δεν έχουν προσκομιστεί εντός της προθεσμίας που έχει τεθεί. Ταυτόχρονα, για να διασφαλίζεται η δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων, η θέση του Συμβουλίου υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ορίζουν το δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή όπου ο αιτών μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά αρνητικής απόφασης.
Όσον αφορά τα τέλη που ενδέχεται να ζητηθεί από τους αιτούντες να καταβάλουν για την επεξεργασία της αίτησης, η θέση του Συμβουλίου, ενώ ακολουθεί την αρχή της αναλογικότητας, επιτρέπει στα κράτη μέλη να βασίζουν το επίπεδο αυτών των τελών στις διάφορες υπηρεσίες που πράγματι παρέχονται κατά την επεξεργασία αιτήσεων και την έκδοση αδειών.
Ενιαία άδεια και άδειες διαμονής που εκδίδονται για άλλους σκοπούς πλην της εργασίας (άρθρα 6 και 7)
Ως αποτέλεσμα των άτυπων επαφών μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, η θέση του Συμβουλίου δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να συμπληρώνουν την ενιαία άδεια και τις άδειες διαμονής που εκδίδονται για άλλους σκοπούς πλην της εργασίας με επιπλέον πληροφορίες για τις οποίες δεν υπάρχει επαρκής χώρος στον μορφότυπο της κάρτας της άδειας διαμονής. Οι πληροφορίες σχετικά με τη σχέση εργασίας του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας μπορούν να εκδίδονται είτε χωριστά σε έντυπη μορφή είτε να καταχωρούνται ηλεκτρονικά στην άδεια. Οι πληροφορίες αυτές χρησιμεύουν για την πρόληψη της εκμετάλλευσης υπηκόων τρίτων χωρών και την καταπολέμηση της παράνομης απασχόλησης.
Δικαίωμα ίσης μεταχείρισης (άρθρο 12)
Έχοντας υπόψη τον ευρύ ορισμό του εργαζομένου από τρίτη χώρα στην παρούσα οδηγία και σύμφωνα με τον κύριο σκοπό της οδηγίας που είναι η χορήγηση ίσης μεταχείρισης στους εργαζομένους από τρίτες χώρες που εργάζονται πράγματι και όχι απαραίτητα σε αυτούς που επιτρέπεται να εργαστούν αλλά πιθανόν δεν έχουν εργαστεί ποτέ, το Συμβούλιο τροποποιεί την πρόταση της Επιτροπής επεκτείνοντας περαιτέρω τις δυνατότητες των κρατών μελών να περιορίζουν το δικαίωμα των εργαζομένων από τρίτες χώρες σε ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
Ταυτόχρονα, η θέση του Συμβουλίου τροποποιεί την πρόταση της Επιτροπής χορηγώντας ίση μεταχείριση στους εργαζομένους από τρίτες χώρες, ανεξάρτητα από το αν εργάζονται ή όχι, όσον αφορά τις εργασιακές συνθήκες, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και τα φορολογικά πλεονεκτήματα (εφόσον ο εργαζόμενος από τρίτη χώρα θεωρείται ότι είναι κάτοικος για φορολογικούς σκοπούς στο εν λόγω κράτος μέλος).
Το Συμβούλιο θεωρεί σημαντικό να διευκρινίσει ότι, ως γενική αρχή, το δικαίωμα υπηκόου τρίτης χώρας σε ίση μεταχείριση δεν επηρεάζει από μόνο του το δικαίωμα των κρατών μελών να ανακαλέσουν ή να αρνηθούν να ανανεώσουν άδεια διαμονής που έχει εκδοθεί με βάση την παρούσα οδηγία.
Όσον αφορά την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμφώνησαν ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να περιορίζουν την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση μόνον στους εργαζόμενους από τρίτες χώρες που εργάζονται και σε αυτούς που ήταν εργαζόμενοι αλλά είναι εγγεγραμμένοι ως άνεργοι. Η θέση του Συμβουλίου επιτρέπει επίσης στα κράτη μέλη να εξαιρούν τους εργαζομένους από τρίτες χώρες που έχουν γίνει δεκτοί δυνάμει της οδηγίας 2004/114/ΕΚ, δεδομένου ότι αυτή η οδηγία ασχολείται ειδικά με τους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί με σκοπό τις σπουδές. Επιπλέον της εξαίρεσης των σπουδαστικών επιδομάτων στην πρόταση της Επιτροπής, η θέση του Συμβουλίου επιτρέπει στα κράτη μέλη, για δημοσιονομικούς λόγους, να εξαιρούν τα επιδόματα και τα δάνεια διαβίωσης ή άλλα επιδόματα και δάνεια. Επιτρέπεται επίσης στα κράτη μέλη να απαιτούν την εκπλήρωση ειδικών προϋποθέσεων πριν χορηγηθεί σε εργαζόμενο από τρίτη χώρα πρόσβαση σε πανεπιστημιακή και τριτοβάθμια εκπαίδευση ή σε επαγγελματική κατάρτιση. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι μόνο εκπαιδευτικής φύσης και μπορούν να περιλαμβάνουν τη δέουσα γνώση της γλώσσας και την πληρωμή διδάκτρων. Εντούτοις, οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν μπορούν να εφαρμόζονται στην επαγγελματική εκπαίδευση που συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένη απασχόληση.
Το Συμβούλιο τροποποιεί την πρόταση της Επιτροπής υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να παρέχουν ίση μεταχείριση στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης όχι μόνον στους εργαζομένους που κατέχουν θέση απασχόλησης αλλά και σε αυτούς που απασχολούνταν για ελάχιστο διάστημα έξι μηνών και που είναι εγγεγραμμένοι ως άνεργοι. Εντούτοις, δίνεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να αρνούνται την παροχή οικογενειακών παροχών στους υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους έχει επιτραπεί να εργαστούν σε κράτος μέλος για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, που έχουν γίνει δεκτοί με σκοπό τις σπουδές και στους οποίους επιτρέπεται να εργαστούν βάσει θεώρησης. Ο περιορισμός αυτός προκύπτει από το γεγονός ότι πολλά κράτη μέλη θεωρούν τις οικογενειακές παροχές μέτρο με μακροπρόθεσμο δημογραφικό αντίκτυπο που απευθύνεται στα άτομα που διαμένουν σε μια χώρα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Το Συμβούλιο τροποποιεί την πρόταση της Επιτροπής επιτρέποντας στα κράτη μέλη να χορηγούν πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες μόνον στους εργαζομένους τρίτων χωρών που κατέχουν θέση απασχόλησης. Επιπλέον, η θέση του Συμβουλίου προβλέπει, για δημοσιονομικούς λόγους, ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν γενικό περιορισμό στην πρόσβαση στη στέγαση. Ταυτόχρονα, όλοι οι εργαζόμενοι τρίτων χωρών πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης με τους εθνικούς εργαζόμενους όσον αφορά τις υπηρεσίες παροχής συμβουλών που προσφέρονται από γραφεία εύρεσης εργασίας.
Η θέση του Συμβουλίου προσδιορίζει ότι παρέχεται ίση μεταχείριση όσον αφορά τα φορολογικά πλεονεκτήματα εφόσον ο εργαζόμενος από τρίτη χώρα θεωρείται ότι είναι κάτοικος για φορολογικούς σκοπούς στο εν λόγω κράτος μέλος. Όσον αφορά τα φορολογικά πλεονεκτήματα μελών της οικογενείας, τα κράτη μέλη απαιτούν ο καταγεγραμμένος ή συνήθης τόπος διαμονής των μελών της οικογένειας να είναι στο εν λόγω κράτος μέλος.
Η θέση του Συμβουλίου διευκρινίζει περαιτέρω την πρόταση της Επιτροπής στο ζήτημα της ίσης μεταχείρισης όσον αφορά τις νόμιμες συντάξεις εργαζομένων από τρίτες χώρες που μετακινούνται προς τρίτη χώρα ή των επιζώντων τους που διαμένουν σε τρίτη χώρα.
Υποβολή έκθεσης (άρθρο 15)
Η θέση του Συμβουλίου αναφέρει ότι οι στατιστικές για τον όγκο των υπηκόων τρίτων χωρών στους οποίους έχει χορηγηθεί ενιαία άδεια θα πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 862/2007 περί κοινοτικών στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία.
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο (αιτιολογική παράγραφος 32 και άρθρο 16)
Μετά την έγκριση των κοινών πολιτικών δηλώσεων για τα επεξηγηματικά έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου, η Επιτροπή διαβίβασε επιστολή στο Συμβούλιο αιτιολογώντας την ανάγκη παροχής επεξηγηματικών εγγράφων στην περίπτωση της οδηγίας περί ενιαίας αδείας. (2) Το Συμβούλιο, εν συνεχεία, προσέθεσε νέα αιτιολογική παράγραφο 32 και τροποποίησε το σχετικό άρθρο της οδηγίας.
IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση απηχεί τη συμβιβαστική λύση που επετεύχθη κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Συμβουλίου και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η οποία κατέστη εφικτή χάρη στην Επιτροπή. Η ΕΜΑ προσυπέγραψε την εν λόγω συμβιβαστική λύση κατά τη συνεδρίασή της στις 20 Ιουλίου 2011. Προηγουμένως, η προεδρία της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ανέφερε σε επιστολή προς τον Πρόεδρο της ΕΜΑ, με ημερομηνία 15 Ιουλίου 2011, ότι, σε περίπτωση που το συμβιβαστικό κείμενο διαβιβαστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, θα εισηγηθεί στα μέλη της LIBE και ακολούθως στην ολομέλεια να εγκριθεί η θέση του Συμβουλίου χωρίς τροπολογίες από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε δεύτερη ανάγνωση, με την επιφύλαξη επαλήθευσης από τους Γλωσσομαθείς Νομικούς και των δύο οργάνων. Λόγω του οριζόντιου χαρακτήρα της, η έκδοση της οδηγίας για την ενιαία άδεια θα έχει κεφαλαιώδη σημασία για τη νόμιμη μετανάστευση σε επίπεδο ΕΕ.
(1) ΕΕ C 148 της 28.5.1999, σ. 1.
(2) Έγγρ. 16058/11 MIGR 164 SOC 917 CODEC 1815 (http://register.consilium.europa.eu/pdf/en/11/st16/st16058.en11.pdf).
|
12.1.2012 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
CE 10/14 |
ΘΈΣΗ (ΕΕ) αριθ. 2/2012 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΣΕ ΠΡΏΤΗ ΑΝΆΓΝΩΣΗ
για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας
Εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 24 Νοεμβρίου 2011
2012/C 10 E/02
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 82 παράγραφος 1 στοιχεία α) και δ),
Έχοντας υπόψη την πρωτοβουλία του Βασιλείου του Βελγίου, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ρουμανίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας,
Μετά την διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στόχο τη διατήρηση και την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. |
|
(2) |
Το άρθρο 82 παράγραφος 1 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζει ότι η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ένωση θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων κάθε είδους. |
|
(3) |
Σύμφωνα με το πρόγραμμα της Στοκχόλμης - Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες (2), η αμοιβαία αναγνώριση θα πρέπει να επεκταθεί σε όλα τα είδη δικαστικών αποφάσεων που μπορεί να είναι, ανάλογα με το νομικό σύστημα, είτε ποινικού είτε διοικητικού χαρακτήρος. Καλούνται επίσης η Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξετάσουν τρόπους βελτίωσης της νομοθεσίας και τα πρακτικά μέτρα στήριξης για την προστασία των θυμάτων. Στο πρόγραμμα επισημαίνεται επίσης ότι είναι δυνατό να προβλεφθούν μέτρα ειδικής προστασίας των θυμάτων αξιόποινων πράξεων, τα οποία θα πρέπει να είναι αποτελεσματικά στο εσωτερικό της Ένωσης. Η παρούσα οδηγία είναι μέρος συνεκτικής και συνολικής σειράς μέτρων για τα δικαιώματα των θυμάτων. |
|
(4) |
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, καλεί τα κράτη μέλη να βελτιώσουν τις εθνικές νομοθεσίες και πολιτικές εναντίον κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και να αναλάβουν δράσεις για την αντιμετώπιση των αιτιών της, ιδίως εφαρμόζοντας προληπτικά μέτρα, και καλεί την Ένωση να διασφαλίσει το δικαίωμα όλων των θυμάτων βίας να τύχουν συνδρομής και στήριξης. Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 2010 σχετικά με την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση - 2009 στηρίζει την πρόταση για την καθιέρωση της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας των θυμάτων. |
|
(5) |
Το Συμβούλιο, στο ψήφισμά του της 10ης Ιουνίου 2011 σχετικά με Οδικό χάρτη για την ενίσχυση των δικαιωμάτων και την προστασία των θυμάτων, ιδίως σε ποινικές διαδικασίες, επισήμανε ότι θα πρέπει να αναληφθούν ενέργειες στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να ενισχυθούν τα δικαιώματα και η προστασία των θυμάτων εγκληματικών πράξεων και κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις για το σκοπό αυτό. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός αμοιβαίας, μεταξύ των κρατών μελών, αναγνώρισης των αποφάσεων που αφορούν μέτρα προστασίας των θυμάτων εγκληματικών πράξεων. Σύμφωνα με το ψήφισμα, η παρούσα οδηγία, που αφορά την αμοιβαία αναγνώριση μέτρων προστασίας ληφθέντων σε ποινικές υποθέσεις, θα πρέπει να συμπληρωθεί από κατάλληλο μηχανισμό με μέτρα λαμβανόμενα σε αστικές υποθέσεις. |
|
(6) |
Σε έναν κοινό χώρο δικαιοσύνης, χωρίς εσωτερικά σύνορα, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται ότι η προστασία που παρέχεται σε ένα φυσικό πρόσωπο σε ένα κράτος μέλος διατηρείται και συνεχίζεται και σε κάθε άλλο κράτος μέλος όπου το πρόσωπο μεταβαίνει ή έχει μεταβεί. Θα πρέπει επίσης να διασφαλισθεί ότι η νόμιμη άσκηση από τους πολίτες της Ένωσης του δικαιώματός τους να διακινούνται και να διαμένουν ελεύθερα εντός της επικράτειας των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και το άρθρο 21 της ΣΛΕΕ, δεν θα επιφέρει απώλεια της προστασίας τους. |
|
(7) |
Για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να θεσπίσει κανόνες δια των οποίων η προστασία που παρέχουν ορισμένα προστατευτικά μέτρα ληφθέντα δυνάμει του δικαίου κράτους μέλους («κράτος έκδοσης») θα μπορεί να επεκταθεί και σε άλλο κράτος μέλος όπου το προστατευόμενο πρόσωπο αποφασίζει να κατοικήσει ή να διαμείνει («κράτος εκτέλεσης»). |
|
(8) |
Η παρούσα οδηγία λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές νομοθετικές παραδόσεις των κρατών μελών και το γεγονός ότι αποτελεσματική προστασία μπορεί να παρασχεθεί μέσω εντολών προστασίας εκδιδομένων και από αρχή άλλη, εκτός των ποινικών δικαστηρίων. Η παρούσα οδηγία δεν γεννά υποχρέωση τροποποίησης εθνικών συστημάτων για την έκδοση μέτρων προστασίας ούτε ορίζει υποχρεώσεις θέσπισης ή τροποποίησης ενός συστήματος ποινικής δικαιοσύνης για την εκτέλεση μιας ευρωπαϊκής εντολής προστασίας. |
|
(9) |
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα μέτρα προστασίας που αποσκοπούν ιδίως να προστατεύσουν ένα πρόσωπο από εγκληματική πράξη τρίτου, η οποία μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να συνεπάγεται κίνδυνο κατά της ζωής, της σωματικής, ψυχικής και γενετήσιας ακεραιότητάς του, π.χ. μέσω της αποτροπής οποιασδήποτε παρενόχλησης, καθώς και κίνδυνο κατά της αξιοπρέπειας ή της προσωπικής του ελευθερίας, π.χ. μέσω της αποτροπής της απαγωγής, της παρενοχλητικής παρακολούθησης και άλλων μορφών έμμεσου καταναγκασμού. Τα μέτρα αποβλέπουν στην αποφυγή τελέσεως νέων εγκληματικών πράξεων ή στην άμβλυνση των συνεπειών προηγούμενων εγκληματικών πράξεων. Αυτά τα προσωπικά δικαιώματα των προστατευόμενων προσώπων αντιστοιχούν σε θεμελιώδεις αξίες που αναγνωρίζονται και τηρούνται σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να εκδίδει ευρωπαϊκή εντολή προστασίας βάσει ποινικού μέτρου που δεν αποσκοπεί συγκεκριμένα στην προστασία προσώπου αλλά εξυπηρετεί κυρίως άλλους σκοπούς, π.χ. την κοινωνική επανένταξη του δράστη. Τονιστέον ότι η παρούσα οδηγία ισχύει για μέτρα προστασίας όλων των θυμάτων και όχι μόνον των θυμάτων βίας λόγω φύλου, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητος κάθε εγκληματικής πράξης. |
|
(10) |
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα μέτρα προστασίας που εκδίδονται σε ποινικές υποθέσεις και, ως εκ τούτου, δεν καλύπτει τα εκδιδόμενα σε αστικές υποθέσεις. Για να μπορεί να εκτελεστεί ένα μέτρο προστασίας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, δεν είναι απαραίτητο η αξιόποινη πράξη να έχει αναγνωριστεί με τελική απόφαση. Δεν έχει επίσης σημασία η φύση της αρχής που εκδίδει το μέτρο προστασίας, ποινική, διοικητική ή αστική. Η παρούσα οδηγία δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν την εθνική νομοθεσία τους για να μπορούν να εκδίδουν μέτρα προστασίας στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. |
|
(11) |
Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η εφαρμογή μέτρων προστασίας που έχουν εκδοθεί υπέρ θυμάτων ή πιθανών θυμάτων εγκληματικών πράξεων· δεν θα πρέπει συνεπώς να εφαρμόζεται σε μέτρα που εκδίδονται με σκοπό την προστασία μαρτύρων. |
|
(12) |
Εάν ένα μέτρο προστασίας, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, εκδίδεται για την προστασία συγγενούς του κυρίως προστατευόμενου προσώπου, μπορεί επίσης να ζητηθεί ευρωπαϊκή εντολή προστασίας από το συγγενικό αυτό πρόσωπο και να εκδοθεί ως προς αυτό, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας. |
|
(13) |
Κάθε αίτηση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας θα πρέπει να εξετάζεται με τη δέουσα ταχύτητα, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένου του επείγοντος χαρακτήρος της, του προβλεπόμενου χρόνου για την άφιξη του προστατευόμενου προσώπου στο κράτος εκτέλεσης και, αν είναι δυνατόν, του βαθμού επικινδυνότητας για το προστατευόμενο πρόσωπο. |
|
(14) |
Εάν, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, πρέπει να ενημερωθεί το προστατευόμενο πρόσωπο ή το πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο, η ενημέρωση θα πρέπει ενδεχομένως να δίδεται και στον τυχόν επίτροπο ή εκπρόσωπο του ενδιαφερόμενου προσώπου. Θα πρέπει επίσης να δοθεί η δέουσα προσοχή στην ανάγκη να δίδονται στο προστατευόμενο πρόσωπο, στο πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο ή στον επίτροπο ή εκπρόσωπο στο πλαίσιο των διαδικασιών, οι προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία πληροφορίες σε γλώσσα που κατανοούν. |
|
(15) |
Στις διαδικασίες έκδοσης και αναγνώρισης μιας ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις ανάγκες των θυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα, π.χ. ανήλικοι ή άτομα με αναπηρίες. |
|
(16) |
Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, δύναται να επιβληθεί μέτρο προστασίας κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, κατά την έννοια της απόφασης-πλαισίου 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων και αποφάσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής ή απόλυσης υπό όρους με σκοπό την εποπτεία των μέτρων αναστολής και των εναλλακτικών κυρώσεων (3), ή κατόπιν αποφάσεως για μέτρα επιτήρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 της απόφασης-πλαισίου 2009/829/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις περί μέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση (4). Όταν έχει ληφθεί απόφαση στο κράτος έκδοσης με βάση μία από τις ανωτέρω αποφάσεις-πλαισίου, η διαδικασία αναγνώρισης θα πρέπει να ακολουθείται αντίστοιχα στο κράτος εκτέλεσης. Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει την δυνατότητα να μεταφερθεί ευρωπαϊκή εντολή προστασίας σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο που εκτελεί αποφάσεις βάσει αυτών των αποφάσεων. |
|
(17) |
Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και με το άρθρο 47 παράγραφος 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πρόσωπο που προκαλεί τον κίνδυνο θα πρέπει να παρέχεται, είτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που οδηγεί στη λήψη μέτρων προστασίας, είτε πριν από την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, η δυνατότητα ακρόασης και το δικαίωμα αμφισβήτησης του μέτρου προστασίας. |
|
(18) |
Προς αποτροπή της διάπραξης εγκλήματος κατά του θύματος στο κράτος εκτέλεσης, θα πρέπει να παρασχεθούν στο εν λόγω κράτος νομικά μέσα για την αναγνώριση της απόφασης που έχει ληφθεί προηγουμένως στο κράτος έκδοσης υπέρ του θύματος, ώστε να μην αναγκασθεί το θύμα να κινήσει και νέα διαδικασία ή να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία στο κράτος εκτέλεσης εάν το κράτος έκδοσης δεν έχει εκδώσει την απόφαση. Η αναγνώριση της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας από το κράτος εκτέλεσης συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αρμοδία αρχή του εν λόγω κράτους, τηρουμένων των περιορισμών της παρούσας οδηγίας, αποδέχεται την ύπαρξη και την ισχύ του μέτρου προστασίας που έχει ληφθεί στο κράτος έκδοσης, αναγνωρίζει την πραγματική κατάσταση όπως περιγράφεται στην ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, και συμφωνεί ότι η προστασία θα πρέπει να παρασχεθεί και να εξακολουθήσει παρεχομένη σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο. |
|
(19) |
Η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει έναν εξαντλητικό κατάλογο απαγορεύσεων ή περιορισμών, οι οποίες όταν επιβάλλονται στο κράτος έκδοσης και περιέχονται σε ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να επιβάλλονται στο κράτος εκτέλεσης, τηρουμένων των περιορισμών της παρούσας οδηγίας. Σε εθνικό επίπεδο μπορεί να υπάρξουν και άλλα είδη μέτρων προστασίας, όπως, αν προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, η υποχρέωση παραμονής του προσώπου που προκαλεί κίνδυνο σε συγκεκριμένο τόπο. Τα μέτρα αυτά μπορούν να επιβληθούν στο κράτος έκδοσης, στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδηγεί στην έκδοση μέτρου προστασίας, το οποίο σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δύναται να αποτελέσει τη βάση μιας ευρωπαϊκής εντολής προστασίας. |
|
(20) |
Εφόσον στα κράτη μέλη διάφορες αρχές (αστικές, ποινικές ή διοικητικές) είναι αρμόδιες για την έκδοση και επιβολή μέτρων προστασίας, φαίνεται σκόπιμο να δοθεί ευρεία ευελιξία στο μηχανισμό συνεργασίας των κρατών μελών στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Συνεπώς, η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης δεν υποχρεούνται πάντοτε να λάβει το ίδιο μέτρο προστασίας που έχει εφαρμόσει το κράτος έκδοσης και έχει κάποια διακριτική ευχέρεια να εγκρίνει κάθε μέτρο που θεωρεί επαρκές και κατάλληλο δυνάμει της εθνικής της νομοθεσίας σε παρόμοια περίπτωση, ώστε να εξασφαλιστεί συνεχής προστασία στο προστατευόμενο πρόσωπο με βάση το μέτρο προστασίας που εξεδόθη στο κράτος έκδοσης σύμφωνα με την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας. |
|
(21) |
Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί επί των οποίων εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία περιλαμβάνουν και μέτρα που αποσκοπούν στον περιορισμό προσωπικών ή απρόσωπων επαφών μεταξύ του προστατευόμενου προσώπου και του προσώπου που προκαλεί κίνδυνο, π.χ. μέσω της επιβολής ορισμένων όρων στις επαφές αυτές ή της επιβολής περιορισμών στο περιεχόμενο της επικοινωνίας. |
|
(22) |
Η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης θα πρέπει να ενημερώνει το πρόσωπο που προκαλεί τον κίνδυνο, την αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης και το προστατευόμενο πρόσωπο, για κάθε μέτρο εκδιδόμενο με βάση την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας. Στο πλαίσιο της ενημέρωσης θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την διασφάλιση των συμφερόντων του προστατευομένου, μη δημοσιοποιώντας τη διεύθυνσή του ή άλλα στοιχεία επαφής. Η γνωστοποίηση τέτοιων στοιχείων θα πρέπει να αποκλείεται, εφόσον η διεύθυνση ή άλλα στοιχεία επαφής δεν έχουν περιληφθεί στην απαγόρευση ή τον περιορισμό που έχει επιβληθεί στο πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο, ως αναγκαστικό μέτρο. |
|
(23) |
Εάν η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης αποσύρει την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης θα πρέπει να τερματίσει τα μέτρα που έλαβε για να εφαρμόσει την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, ενώ η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται πλέον κατά τρόπο αυτόνομο, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο, να εγκρίνει αυτεπαγγέλτως τυχόν άλλο μέτρο προστασίας για τη διαφύλαξη του ενδιαφερόμενου προσώπου σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο. |
|
(24) |
Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία ρυθμίζει περιπτώσεις στις οποίες το προστατευόμενο πρόσωπο μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος, η έκδοση ή εκτέλεση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται μεταβίβαση προς το κράτος εκτέλεσης εξουσιών σχετικών με κύριες, ανασταλείσες, εναλλακτικές ποινές, ποινές υπό όρο ή παρεπόμενες, ή με μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονται στο πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο, εάν το πρόσωπο αυτό εξακολουθεί να διαμένει στο κράτος που εξέδωσε το μέτρο προστασίας. |
|
(25) |
Εφόσον ενδείκνυται, θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ηλεκτρονικά μέσα για την πρακτική εφαρμογή των μέτρων που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις συναφείς διαδικασίες. |
|
(26) |
Στο πλαίσιο της συνεργασίας των αρχών που συμμετέχουν στη διαφύλαξη του προστατευόμενου προσώπου, η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης θα πρέπει να κοινοποιεί στην αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης κάθε παραβίαση των μέτρων που έχουν ληφθεί στο κράτος εκτέλεσης για να εκτελεστεί η ευρωπαϊκή εντολή προστασίας. Η κοινοποίηση θα πρέπει να επιτρέπει στην αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης να αποφασίζει τάχιστα τη δέουσα ενέργεια σε σχέση με το μέτρο προστασίας που επιβάλλεται στο κράτος αυτό κατά του προσώπου που προκαλεί κίνδυνο. Η ενέργεια αυτή μπορεί να περιλαμβάνει, εάν χρειαστεί, την επιβολή στερητικού της ελευθερίας μέτρου εάν δεν είχε αρχικώς επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή, π.χ. ως εναλλακτικό μέτρο στην προσωρινή κράτηση ή ως συνέπεια της υπό όρους αναστολής της ποινής. Είναι αυτονόητο ότι κάθε τέτοια απόφαση, αν δεν αποτελεί εκ νέου επιβολή ποινικής κύρωσης σε σχέση με την τέλεση νέας αξιόποινης πράξης, δεν εμποδίζει το κράτος εκτέλεσης να επιβάλει, εάν χρειαστεί, κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των μέτρων που έχουν ληφθεί για την εκτέλεση της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας. |
|
(27) |
Λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών νομικών παραδόσεων των κρατών μελών, αν στο κράτος εκτέλεσης δεν θα υπήρχε κανένα μέτρο προστασίας σε περίπτωση παρόμοια προς την πραγματική κατάσταση που περιγράφεται στην ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης θα πρέπει να αναφέρει τυχόν παραβίαση του μέτρου προστασίας που περιγράφεται στην ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, της οποίας έχει γνώση, στην αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης. |
|
(28) |
Για μια ομαλή εφαρμογή της παρούσας οδηγίας σε κάθε περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης και του κράτους έκδοσης θα πρέπει να ασκούν τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με τις διατάξεις της, τηρώντας την αρχή ne bis in idem (ου δις δικάζειν). |
|
(29) |
Το προστατευόμενο πρόσωπο δεν θα πρέπει να επιβαρύνεται με δαπάνες για την αναγνώριση της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, δυσανάλογες σε σχέση με παρόμοια περίπτωση σε εθνικό επίπεδο. Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι, μετά την αναγνώριση της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, το προστατευόμενο πρόσωπο δεν θα χρειάζεται να κινήσει περαιτέρω εθνικές διαδικασίες για να επιτύχει, ως άμεση συνέπεια της αναγνώρισης, την έκδοση από την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης μιας απόφασης περί μέτρων, τα οποία θα ήταν διαθέσιμα κατά το εθνικό της δίκαιο σε παρόμοια περίπτωση για την προστασία του προστατευόμενου προσώπου. |
|
(30) |
Έχοντας υπόψη την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης στην οποία βασίζεται η παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθούν όσο το δυνατόν ευρύτερα την άμεση επαφή μεταξύ των αρμόδιων αρχών κατά την εφαρμογή της. |
|
(31) |
Μη θιγομένης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και των διαφορών στην οργάνωση των δικαιοδοτικών συστημάτων στην Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα να ζητήσουν από τους υπευθύνους για την κατάρτιση των δικαστών, των εισαγγελέων, των αστυνομικών και δικαστικών υπαλλήλων που συμμετέχουν στις διαδικασίες που αποσκοπούν στην έκδοση ή αναγνώριση μιας ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, να παράσχουν κατάλληλη εκπαίδευση για τους στόχους της παρούσας οδηγίας. |
|
(32) |
Για να διευκολυνθεί η αξιολόγηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή στοιχεία όσον αφορά την εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, τουλάχιστον για τον αριθμό των ευρωπαϊκών εντολών προστασίας που ζητήθηκαν, εκδόθηκαν ή/και αναγνωρίστηκαν. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν επίσης χρήσιμες και άλλες πληροφορίες, όπως, για παράδειγμα, το είδος των αξιόποινων πράξεων. |
|
(33) |
Η παρούσα οδηγία αναμένεται να συμβάλει στην προστασία των προσώπων που διατρέχουν κίνδυνο, δεδομένου ότι συμπληρώνει χωρίς να τροποποιεί τις ήδη ισχύουσες πράξεις στον τομέα αυτόν, όπως την απόφαση-πλαίσιο 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου και την απόφαση-πλαίσιο 2009/829/ΔΕΥ του Συμβουλίου. |
|
(34) |
Εάν μια απόφαση σχετιζομένη με μέτρο προστασίας υπάγεται στο πεδίο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (5), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας (6), ή της Σύμβασης της Χάγης του 1996 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση, την εκτέλεση και τη συνεργασία σε θέματα γονικής μέριμνας και μέτρων προστασίας των παιδιών (7), η αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης θα πρέπει να λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομικής πράξης. |
|
(35) |
Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει, αν κρίνεται σκόπιμο, να παρέχουν ενημέρωση για την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας στα υφιστάμενα εκπαιδευτικά προγράμματα και στις εκστρατείες ενημέρωσης σχετικά με την προστασία των θυμάτων αξιόποινων πράξεων. |
|
(36) |
Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υφίστανται επεξεργασία στο πλαίσιο της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να προστατεύονται δυνάμει της απόφασης- πλαισίου 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (8) και σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα. |
|
(37) |
Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να τηρεί τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από τον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΣΕΕ. |
|
(38) |
Όταν εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη είναι σκόπιμο να λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα και τις αρχές που προβλέπει η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1979 για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών. |
|
(39) |
Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η προστασία προσώπων που διατρέχουν κίνδυνο, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, αντιθέτως, λόγω του μεγέθους και των δυνητικών αποτελεσμάτων, να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίζει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο αυτό, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου. |
|
(40) |
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφαλείας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε την επιθυμία του να συμμετάσχει στην έκδοση και εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. |
|
(41) |
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφαλείας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της. |
|
(42) |
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου 22 για τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Άρθρο 1
Στόχος
Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες που επιτρέπουν σε δικαστική ή ισοδύναμη αρχή ενός κράτους μέλους, όπου έχει εκδοθεί μέτρο προστασίας ενός προσώπου έναντι εγκληματικής πράξης άλλου προσώπου η οποία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ή την ψυχική ακεραιότητα και αξιοπρέπεια, την προσωπική ελευθερία ή τη γενετήσια ακεραιότητά του, να εκδώσει ευρωπαϊκή εντολή προστασίας που θα επιτρέψει σε αρμοδία αρχή άλλου κράτους μέλους να συνεχίσει να προστατεύει τον ενδιαφερόμενο στο άλλο κράτος μέλος, κατόπιν εγκληματικής συμπεριφοράς ή εικαζόμενης εγκληματικής συμπεριφοράς, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
|
1) |
Ως «ευρωπαϊκή εντολή προστασίας» νοείται η απόφαση δικαστικής ή ισοδύναμης αρχής κράτους μέλους σχετικά με μέτρο προστασίας, με βάση το οποίο η δικαστική ή ισοδύναμη αρχή άλλου κράτους μέλους λαμβάνει οποιοδήποτε αναγκαίο δυνάμει του εθνικού του δικαίου μέτρο για τη συνέχιση της προστασίας, |
|
2) |
Ως «μέτρο προστασίας» νοείται απόφαση σε ποινικές υποθέσεις η οποία λαμβάνεται στο κράτος έκδοσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και διαδικασίες, δια της οποίας επιβάλλονται μία ή περισσότερες από τις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς του άρθρου 5 σε πρόσωπο που προκαλεί τον κίνδυνο, προς όφελος του προστατευόμενου προσώπου ούτως ώστε να προστατευθεί το δεύτερο από μια αξιόποινη πράξη που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ή ψυχική ακεραιότητα, την αξιοπρέπεια, την προσωπική ελευθερία ή τη γενετήσια ακεραιότητά του. |
|
3) |
Ως «προστατευόμενο πρόσωπο» νοείται το φυσικό πρόσωπο το οποίο προστατεύεται με μέτρο προστασίας εκδοθέν στο κράτος έκδοσης. |
|
4) |
Ως «πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο» νοείται το φυσικό πρόσωπο στο οποίο έχουν επιβληθεί μία ή περισσότερες από τις απαγορεύσεις ή περιορισμούς του άρθρου 5. |
|
5) |
Ως «κράτος έκδοσης» νοείται το κράτος μέλος όπου ελήφθη αρχικά ένα μέτρο προστασίας το οποίο και αποτελεί τη βάση για την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας. |
|
6) |
Ως «κράτος εκτέλεσης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο έχει διαβιβαστεί προς αναγνώριση μια ευρωπαϊκή εντολή προστασίας. |
|
7) |
Ως «κράτος επιτήρησης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο έχει διαβιβαστεί δικαστική απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης-πλαισίου 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου, ή απόφαση περί μέτρων επιτήρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 της απόφασης-πλαισίου 2009/829/ΔΕΥ. |
Άρθρο 3
Ορισμός των αρμόδιων αρχών
1. Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή την δικαστική ή ισοδύναμη αρχή ή αρχές που είναι αρμόδιες δυνάμει του εθνικού δικαίου να εκδίδουν και να αναγνωρίζουν ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, όταν το εν λόγω κράτος μέλος είναι το κράτος έκδοσης ή εκτέλεσης.
2. Η Επιτροπή θέτει τις πληροφορίες στη διάθεση όλων των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή κάθε τροποποίηση των πληροφοριών της παραγράφου 1.
Άρθρο 4
Προσφυγή σε κεντρική αρχή
1. Κάθε κράτος μέλος δύναται να ορίσει μία,ή αν προβλέπεται από το νομικό του σύστημα, πλείονες κεντρικές αρχές για να επικουρούν τις αρμόδιες αρχές του.
2. Κάθε κράτος μέλος δύναται, εάν το επιβάλλει η οργάνωση του εσωτερικού δικαστικού του συστήματος, να αναθέτει στην ή στις κεντρικές αρχές του τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή κάθε ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, καθώς και κάθε άλλη σχετική, επίσημη αλληλογραφία. 'Ετσι, κάθε επικοινωνία, διαβούλευση, ανταλλαγή πληροφοριών, έρευνα και κοινοποίηση μεταξύ αρμόδιων αρχών μπορεί να γίνει, κατά περίπτωση, με τη βοήθεια της ορισθείσας κεντρικής αρχής(ων) του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
3. Το κράτος μέλος που επιθυμεί να κάνει χρήση των δυνατοτήτων του παρόντος άρθρου γνωστοποιεί στην Επιτροπή τα στοιχεία της ή των κεντρικών αρχών που έχει ορίσει. Τα στοιχεία αυτά δεσμεύουν όλες τις αρχές του κράτους έκδοσης.
Άρθρο5
Ανάγκη ύπαρξης μέτρου προστασίας δυνάμει του εθνικού δικαίου
Η ευρωπαϊκή εντολή προστασίας δύναται να εκδοθεί μόνον αν στο κράτος έκδοσης έχει εκδοθεί μέτρο προστασίας με το οποίο έχει επιβληθεί στο πρόσωπο που προκαλεί τον κίνδυνο μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες απαγορεύσεις ή περιορισμούς:
|
(α) |
απαγόρευση εισόδου σε ορισμένους χώρους, μέρη ή καθορισμένες περιοχές στις οποίες διαμένει το προστατευόμενο πρόσωπο ή τις οποίες επισκέπτεται· |
|
(β) |
απαγόρευση ή ρύθμιση της οποιασδήποτε επαφής με το προστατευόμενο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου μέσω τηλεφώνου, ηλεκτρονικού ή απλού ταχυδρομείου, τηλεομοιοτυπίας ή άλλων μέσων· ή |
|
(γ) |
απαγόρευση ή ρύθμιση της προσέγγισης του προστατευόμενου προσώπου εγγύτερα από προκαθορισμένη απόσταση. |
Άρθρο 6
Έκδοση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας
1. Ευρωπαϊκή εντολή προστασίας δύναται να εκδοθεί όταν το προστατευόμενο πρόσωπο αποφασίσει να εγκατασταθεί ή έχει ήδη την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος ή όταν το προστατευόμενο πρόσωπο αποφασίσει να παραμείνει ή παραμένει ήδη σε άλλο κράτος μέλος. Η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης, όταν αποφασίζει ως προς την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, λαμβάνει υπόψη και τη διάρκεια της περιόδου ή των περιόδων κατά την οποία το προστατευόμενο πρόσωπο προτίθεται να παραμείνει στο κράτος εκτέλεσης και το βαθμό αναγκαιότητας της προστασίας.
2. Η δικαστική ή ισοδύναμη αρχή του κράτους έκδοσης δύναται να εκδώσει, μόνον αιτήσει του προστατευόμενου προσώπου, ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, αφού εξακριβώσει ότι το μέτρο προστασίας πληροί όλες τις απαιτήσεις του άρθρου 5.
3. Το προστατευόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει αίτηση έκδοσης ευρωπαϊκής εντολής προστασίας είτε στην αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης είτε στην αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης. Αν υποβληθεί σχετική αίτηση στο κράτος εκτέλεσης, η οικεία αρμοδία αρχή διαβιβάζει την αίτηση, το συντομότερο δυνατόν, στην αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης.
4. Πριν την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, δίδονται στο πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο το δικαίωμα ακρόασης και το δικαίωμα αμφισβήτησης του μέτρου προστασίας, αν τα δικαιώματα αυτά δεν του είχαν δοθεί κατά τη διαδικασία η οποία οδήγησε στην έκδοση του μέτρου προστασίας.
5. Όταν η αρμοδία αρχή εκδίδει μέτρο προστασίας που περιέχει μία ή περισσότερες από τις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 5, ενημερώνει δεόντως το προστατευόμενο πρόσωπο σύμφωνα με τις διαδικασίες δυνάμει του εθνικού δικαίου για τη δυνατότητα που έχει να ζητήσει την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, αν προτίθεται να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος, καθώς και για τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την υποβολή της αίτησης. Η αρχή συμβουλεύει το προστατευόμενο πρόσωπο να υποβάλει την αίτηση πριν εξέλθει του κράτους έκδοσης.
6. Εάν το προστατευόμενο πρόσωπο ενεργεί μέσω επιτρόπου ή εκπροσώπου, η αίτηση κατά την παράγραφο 2 και 3 δύναται να υποβληθεί από αυτόν, εξ ονόματος του προστατευομένου.
7. Εάν η αίτηση για την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας απορριφθεί, η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης ενημερώνει το προστατευόμενο πρόσωπο για τυχόν διαθέσιμα από το εθνικό δίκαιο ένδικα μέσα κατά της απόφασής της.
Άρθρο 7
Τύπος και περιεχόμενο της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας
Η ευρωπαϊκή εντολή προστασίας εκδίδεται σύμφωνα με τον τύπο που καθορίζεται στο Παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας. Περιλαμβάνει ειδικότερα:
|
(α) |
την ταυτότητα και την ιθαγένεια του προστατευόμενου προσώπου, καθώς και την ταυτότητα και την ιθαγένεια του επιτρόπου ή του εκπροσώπου του εάν το προστατευόμενο πρόσωπο είναι ανήλικο ή τελεί σε νομική αδυναμία· |
|
(β) |
την ημερομηνία κατά την οποία το προστατευόμενο πρόσωπο προτίθεται να εγκατασταθεί ή να παραμείνει στο κράτος εκτέλεσης, καθώς και την περίοδο ή τις περιόδους παραμονής, αν είναι γνωστές· |
|
(γ) |
το όνομα, τη διεύθυνση, τους αριθμούς τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπίας, και την διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της αρμοδίας αρχής του κράτους έκδοσης· |
|
(δ) |
τον προσδιορισμό (π.χ. τον αριθμό και την ημερομηνία) της νομικής πράξης που περιέχει το μέτρο προστασίας βάσει του οποίου εκδόθηκε η ευρωπαϊκή εντολή προστασίας· |
|
(ε) |
σύνοψη των γεγονότων και των περιστάσεων που οδήγησαν στην έκδοση του μέτρου προστασίας στο κράτος έκδοσης· |
|
(στ) |
τις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς που επιβάλλονται στο πλαίσιο του μέτρου προστασίας στο οποίο βασίζεται η ευρωπαϊκή εντολή προστασίας έναντι του προσώπου που προκαλεί κίνδυνο, τη διάρκειά τους και αναφορά της ποινής, αν έχει επιβληθεί, σε περίπτωση παραβίασης της σχετικής απαγόρευσης ή περιορισμού· |
|
(ζ) |
τη χρησιμοποίηση τεχνικού μηχανισμού, αν προβλέπεται, ο οποίος έχει παρασχεθεί στο προστατευόμενο πρόσωπο ή στο πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο ως μέσο ενίσχυσης του προστατευτικού μέτρου· |
|
(η) |
την ταυτότητα και την ιθαγένεια του προσώπου που προκαλεί κίνδυνο, καθώς επίσης και τα στοιχεία επαφής αυτού· |
|
(θ) |
την παροχή του ευεργετήματος της πενίας στο προστατευόμενο πρόσωπο ή/και στο πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο στο κράτος έκδοσης, αν η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης γνωρίζει την πληροφορία αυτή χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω έρευνες· |
|
(ι) |
αν απαιτείται, άλλα στοιχεία δυνάμενα να επηρεάσουν την εκτίμηση του κινδύνου που αντιμετωπίζει το προστατευόμενο πρόσωπο· |
|
(ια) |
τη σαφή ένδειξη, αν συντρέχει περίπτωση, ότι η δικαστική απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης-πλαισίου 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου ή η απόφαση περί μέτρων επιτήρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 της απόφασης-πλαισίου 2009/829/ΔΕΥ, έχει ήδη διαβιβαστεί στο κράτος επιτήρησης, όταν αυτό είναι διαφορετικό από το κράτος εκτέλεσης της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, και τον προσδιορισμό της αρμοδίας αρχής του εν λόγω κράτους για την επιβολή της εφαρμογής της δικαστικής ή άλλης απόφασης. |
Άρθρο 8
Διαδικασία διαβίβασης
1. Όταν η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης διαβιβάζει την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας στην αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης, χρησιμοποιεί κάθε μέσο δυνάμενο να τεκμηριωθεί εγγράφως ώστε η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης να μπορεί να διαπιστώσει τη γνησιότητά της. Όλη η επίσημη επικοινωνία πρέπει εξάλλου να διενεργείται απευθείας μεταξύ των προαναφερόμενων αρμόδιων αρχών.
2. Εάν η αρμοδία αρχή είτε του κράτους εκτέλεσης είτε του κράτους έκδοσης δεν είναι γνωστή στην αρμοδία αρχή του άλλου κράτους, η τελευταία αυτή διεξάγει όλες τις αναγκαίες έρευνες, μεταξύ άλλων, μέσω των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση 2008/976/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (9), του εθνικού μέλους της Eurojust ή του εθνικού συστήματος του κράτους της για το συντονισμό της Eurojust, για να βρει τις απαιτούμενες πληροφορίες.
3. Όταν μια αρχή του κράτους εκτέλεσης, η οποία έχει παραλάβει ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, δεν έχει αρμοδιότητα να την αναγνωρίσει, η εν λόγω αρχή διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας στην αρμοδία αρχή και ενημερώνει πάραυτα την αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης, με οποιοδήποτε μέσο δυνάμενο να τεκμηριωθεί εγγράφως.
Άρθρο 9
Μέτρα στο κράτος εκτέλεσης
1. Η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης, άμα τη παραλαβή ευρωπαϊκής εντολής προστασίας διαβιβαζομένης σύμφωνα με το άρθρο 8, αναγνωρίζει την εντολή αμελλητί και λαμβάνει απόφαση δια της οποίας εκδίδει τα μέτρα που είναι διαθέσιμα σε παρόμοια περίπτωση βάσει του εθνικού της δικαίου, για να εξασφαλιστεί η προστασία του προστατευόμενου προσώπου, εκτός εάν αποφασίσει να επικαλεστεί έναν από τους λόγους μη αναγνώρισης που αναφέρονται στο άρθρο 10. Το κράτος εκτέλεσης μπορεί να εφαρμόσει, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, ποινικά, διοικητικά ή αστικά μέτρα.
2. Το μέτρο που λαμβάνεται από την αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και κάθε άλλο μέτρο που έχει ληφθεί βάσει μεταγενέστερης απόφασης αναφερομένης στο άρθρο 11, είναι αντίστοιχα, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, με το μέτρο προστασίας που έχει εκδώσει το κράτος έκδοσης.
3. Η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης ενημερώνει το πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο, την αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης και το προστατευόμενο πρόσωπο για τα μέτρα που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, και για τις ενδεχόμενες έννομες συνέπειες της παραβίασης ενός τέτοιου μέτρου κατά το εθνικό δίκαιο και σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2. Η διεύθυνση ή άλλα στοιχεία επικοινωνίας του προστατευόμενου προσώπου δεν γνωστοποιούνται στο πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο, εκτός εάν είναι αναγκαίο για την εκτέλεση του μέτρου που ελήφθη κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1.
4. Αν η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης θεωρεί ότι οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 7 είναι ελλιπείς, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο δυνάμενο να τεκμηριωθεί εγγράφως και της θέτει εύλογη προθεσμία για την υποβολή των ελλειπουσών πληροφοριών.
Άρθρο 10
Λόγοι μη αναγνώρισης της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας
1. Η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει ευρωπαϊκή εντολή προστασίας όταν:
|
(α) |
η εντολή δεν είναι πλήρης ή δεν ολοκληρώθηκε εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης· |
|
(β) |
δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 5· |
|
(γ) |
το μέτρο προστασίας αφορά πράξη η οποία δεν συνιστά αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης· |
|
(δ) |
η προστασία πηγάζει από την εκτέλεση ποινής ή μέτρου που καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης και αφορά πράξη ή συμπεριφορά η οποία εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κράτους εκτέλεσης δυνάμει του εν λόγω δικαίου· |
|
(ε) |
το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης προβλέπει την παροχή ασυλίας στο πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο, η οποία καθιστά αδύνατη την έκδοση μέτρων βάσει ευρωπαϊκής εντολής προστασίας· |
|
(στ) |
η ποινική δίωξη κατά του προσώπου που προκαλεί κίνδυνο για την πράξη ή τη συμπεριφορά σε σχέση με την οποία έχει εκδοθεί το μέτρο προστασίας έχει παραγραφεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, όταν η πράξη ή συμπεριφορά εμπίπτει στη δικαιοδοσία του δυνάμει της εθνικής του νομοθεσίας· |
|
(ζ) |
η αναγνώριση της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας αντιβαίνει στην αρχή ne bis in idem· |
|
(η) |
σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, το πρόσωπο που προκαλεί κίνδυνο δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνο για την πράξη ή τη συμπεριφορά σε σχέση με την οποία έχει εκδοθεί το μέτρο προστασίας· |
|
(θ) |
το μέτρο προστασίας σχετίζεται με ποινικό αδίκημα το οποίο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εν όλω ή κατά μείζον ή ουσιώδες μέρος στο έδαφός του. |
2. Όταν η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης αρνείται να αναγνωρίσει ευρωπαϊκή εντολή προστασίας κατ’ εφαρμογή ενός εκ των λόγων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οφείλει:
|
(α) |
να ενημερώσει χωρίς καθυστέρηση το κράτος έκδοσης και το προστατευόμενο πρόσωπο για την άρνηση και την αιτιολόγησή της· |
|
(β) |
να ενημερώσει, αν απαιτείται, το προστατευόμενο πρόσωπο ότι μπορεί να ζητήσει την έκδοση μέτρου προστασίας δυνάμει της εθνικής του νομοθεσίας· |
|
(γ) |
να ενημερώσει το προστατευόμενο πρόσωπο σχετικά με τα τυχόν διαθέσιμα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ένδικα μέσα κατά της απόφασής της. |
Άρθρο 11
Ισχύον δίκαιο και αρμοδιότητα στο κράτος εκτέλεσης
1. Το κράτος εκτέλεσης είναι αρμόδιο να εκδίδει και να επιβάλλει μέτρα στην επικράτειά του μετά την αναγνώριση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας. Το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης διέπει την έκδοση και επιβολή της απόφασης του άρθρου 9 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την άσκηση ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στο κράτος εκτέλεσης σε σχέση με την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας.
2. Σε περίπτωση παραβίασης ενός ή περισσότερων μέτρων που λαμβάνει το κράτος εκτέλεσης μετά την αναγνώριση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, είναι αρμοδία:
|
α) |
να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις και να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο ως αποτέλεσμα της παραβίασης, αν η παραβίαση συνιστά πράξη αξιόποινη σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης· |
|
β) |
να λαμβάνει αποφάσεις μη ποινικού χαρακτήρα που έχουν σχέση με την παραβίαση· |
|
γ) |
να λαμβάνει κάθε επείγον και προσωρινό μέτρο ώστε να τερματιστεί η παραβίαση, εν αναμονή, κατά περίπτωση, μεταγενέστερης απόφασης του κράτους έκδοσης. |
3. Εάν δεν υφίσταται μέτρο σε εθνικό επίπεδο που θα μπορούσε να ληφθεί σε παρόμοια περίπτωση στο κράτος εκτέλεσης, η αρμοδία αρχή του κράτους αυτού αναφέρει στην αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης κάθε παραβίαση του μέτρου προστασίας που περιγράφεται στην ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, της οποίας έχει γνώση.
Άρθρο 12
Κοινοποίηση σε περίπτωση παραβίασης
Η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης κοινοποιεί στην αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης ή του κράτους επιτήρησης οποιαδήποτε παραβίαση του μέτρου ή των μέτρων τα οποία ελήφθησαν με βάση την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας. Για την κοινοποίηση χρησιμοποιείται το τυποποιημένο έντυπο του Παραρτήματος II.
Άρθρο 13
Δικαιοδοσία του κράτους έκδοσης
1. Η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να λαμβάνει αποφάσεις σε σχέση με:
|
(α) |
την ανανέωση, επανεξέταση, τροποποίηση, ανάκληση και απόσυρση του μέτρου προστασίας, και, επακολούθως, της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας· |
|
(β) |
την επιβολή μέτρου στερητικού της ελευθερίας ως αποτέλεσμα της ανάκλησης του μέτρου προστασίας, εφόσον το μέτρο προστασίας έχει επιβληθεί κατόπιν δικαστικής απόφασης, κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης-πλαισίου 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου ή κατόπιν απόφασης για μέτρα επιτήρησης, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 της απόφασης-πλαισίου 2009/829/ΔΕΥ του Συμβουλίου· |
2. Το δίκαιο του κράτους έκδοσης εφαρμόζεται στις αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 1.
3. Εφόσον δικαστική απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης-πλαισίου 2008/947/ΔΕΥ, ή απόφαση περί μέτρων επιτήρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 της απόφασης-πλαισίου 2009/829/ΔΕΥ, έχει ήδη διαβιβαστεί σε άλλο κράτος μέλος ή διαβιβάστηκε σε αυτό μετά την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, οι μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως προβλέπονται στις ανωτέρω αποφάσεις, λαμβάνονται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις αυτών.
4. Όταν το μέτρο προστασίας περιέχεται σε δικαστική απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης-πλαισίου 2008/947/ΔΕΥ, η οποία έχει ήδη διαβιβαστεί σε άλλο κράτος μέλος ή διαβιβάστηκε σε αυτό μετά την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας, και η αρμοδία αρχή του κράτους επιτήρησης έχει λάβει μεταγενέστερες αποφάσεις που επηρεάζουν τις υποχρεώσεις ή τις οδηγίες που περιέχονται στο μέτρο προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 14 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης αναλόγως ανανεώνει, επανεξετάζει, τροποποιεί, ανακαλεί ή αποσύρει χωρίς καθυστέρηση την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας.
5. Η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης για οποιαδήποτε απόφαση έχει ληφθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 4.
6. Αν η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης ανακαλέσει ή αποσύρει την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) και την παράγραφο 4, η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης τερματίζει τα μέτρα που έχουν ληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1, μόλις λάβει τη δέουσα κοινοποίηση από την αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης.
7. Αν η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης τροποποιήσει την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) και την παράγραφο 4, η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης, ανάλογα με την περίπτωση
|
α) |
τροποποιεί τα μέτρα που έχει λάβει με βάση την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 9· ή |
|
β) |
αρνείται να εκτελέσει την τροποποιημένη απαγόρευση ή τον περιορισμό εάν δεν εμπίπτει στις κατηγορίες απαγορεύσεων ή περιορισμών που αναφέρονται στο άρθρο 5 ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάζονται μαζί με την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 7 είναι ελλιπείς και δεν έχουν συμπληρωθεί εντός της προθεσμίας που έθεσε η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4. |
Άρθρο 14
Λόγοι ανάκλησης των μέτρων που έχουν ληφθεί βάσει ευρωπαϊκής εντολής προστασίας
1. Η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να ανακαλέσει τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την εκτέλεση ευρωπαϊκής εντολής προστασίας:
|
α) |
αν υπάρχουν σαφή στοιχεία ότι το προστατευόμενο πρόσωπο δεν κατοικεί ούτε διαμένει στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης ή το έχει εγκαταλείψει οριστικά· |
|
β) |
όταν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, έχει παρέλθει η μέγιστη διάρκεια ισχύος των μέτρων που έχουν ληφθεί κατ’ εφαρμογή της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας· |
|
γ) |
στην περίπτωση του άρθρου 13 παράγραφος 6 στοιχείο β).ή |
|
δ) |
αν δικαστική απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης-πλαισίου 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου, ή απόφαση περί μέτρων επιτήρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 της απόφασης-πλαισίου 2009/829/ΔΕΥ του Συμβουλίου, διαβιβάζεται στο κράτος εκτέλεσης μετά την αναγνώριση της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας. |
2. Η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης ενημερώνει πάραυτα την αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης και, ει δυνατόν, το προστατευόμενο πρόσωπο, για την απόφαση αυτή.
3. Πριν την ανάκληση των μέτρων κατά την παράγραφο 1 στοιχείο β), η αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να καλέσει την αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης να παράσχει πληροφορίες για να αποφανθεί εάν η προστασία που παρέχεται δυνάμει της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας εξακολουθεί να δικαιολογείται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης ανταποκρίνεται χωρίς καθυστέρηση στην πρόσκληση.
Άρθρο 15
Προτεραιότητα στην αναγνώριση της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας
Η ευρωπαϊκή εντολή προστασίας αναγνωρίζεται με την ίδια προτεραιότητα που θα ίσχυε σε παρεμφερή εθνική υπόθεση, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών της υπόθεσης και του επείγοντος χαρακτήρα της, του προβλεπόμενου χρόνου για την άφιξη του προστατευόμενου προσώπου στο κράτος εκτέλεσης και, ει δυνατόν, του βαθμού επικινδυνότητας για το προστατευόμενο πρόσωπο.
Άρθρο 16
Διαβουλεύσεις μεταξύ των αρμοδίων αρχών
Εφόσον ενδείκνυται, οι αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης μπορούν να διαβουλευθούν προς διευκόλυνση της ομαλής και αποτελεσματικής εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 17
Γλώσσες
1. Η ευρωπαϊκή εντολή προστασίας μεταφράζεται από την αρμοδία αρχή του κράτους έκδοσης στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης.
2. Το έντυπο που αναφέρεται στο άρθρο 12 μεταφράζεται από την αρμοδία αρχή του κράτους εκτέλεσης στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους έκδοσης.
3. Κάθε κράτος μέλος μπορεί, είτε κατά την έκδοση της παρούσας οδηγίας είτε αργότερα, να αναφέρει, σε δήλωση που κατατίθεται στην Επιτροπή, ότι δέχεται μετάφραση σε μία ή περισσότερες άλλες επίσημες γλώσσες της Ένωσης.
Άρθρο 18
Έξοδα
Τα έξοδα που απορρέουν από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας βαρύνουν το κράτος εκτέλεσης, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, εκτός από τα έξοδα που προέκυψαν αποκλειστικά στην επικράτεια του κράτους έκδοσης.
Άρθρο 19
Σχέση με άλλες συμφωνίες και διακανονισμούς
1. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν την εφαρμογή διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, αν οι συμφωνίες ή διακανονισμοί επιτρέπουν την επέκταση ή τη διεύρυνση των στόχων της παρούσας οδηγίας και συμβάλλουν στην απλούστευση ή την περαιτέρω διευκόλυνση των διαδικασιών για τη λήψη μέτρων προστασίας.
2. Τα κράτη μέλη δύνανται να συνάπτουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, αν οι συμφωνίες ή διακανονισμοί επιτρέπουν την επέκταση ή τη διεύρυνση των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και συμβάλλουν στην απλούστευση ή τη διευκόλυνση των διαδικασιών για τη λήψη μέτρων προστασίας.
3. Μέχρι τις … (10), τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, τις ισχύουσες συμφωνίες και διακανονισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τις οποίες επιθυμούν να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν επίσης στην Επιτροπή, εντός τριών μηνών από την υπογραφή τους, τις νέες συμφωνίες ή διακανονισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
Άρθρο 20
Σχέση με άλλες νομοθετικές πράξεις
1. Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2002, της Σύμβασης της Χάγης του 1996 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση, την εκτέλεση και τη συνεργασία σε θέματα γονικής μέριμνας και μέτρων προστασίας των παιδιών, ή της Σύμβασης της Χάγης του 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών.
2. Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει την εφαρμογή της απόφασης-πλαισίου 2008/947/ΔΕΥ και της απόφασης-πλαισίου 2009/829/ΔΕΥ.
Άρθρο 21
Εφαρμογή
1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο στις … (11).
Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 22
Συλλογή δεδομένων
Για να διευκολυνθεί η αξιολόγηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή στοιχεία για την εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας, τουλάχιστον όσον αφορά τον αριθμό των ευρωπαϊκών εντολών προστασίας που ζητήθηκαν, εκδόθηκαν ή/και αναγνωρίστηκαν.
Άρθρο 23
Επανεξέταση
Έως την … (12), η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Η έκθεση συνοδεύεται, αν είναι απαραίτητο, από νομοθετικές προτάσεις.
Άρθρο 24
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία τίθεται σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 25
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.
Βρυξέλλες, …
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
…
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
…
(1) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2010 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 24ης Νοεμβρίου 2011. Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της … (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της …
(3) EE L 337, 16.12.2008, σ. 102.
(4) ΕΕ L 294, 11.11.2009, σ. 20.
(6) ΕΕ L 338, 23.12.2003, σ. 1.
(8) EE L 350, 30.12.2008, σ. 60.
(9) ΕΕ L 348, 24.12.2008, σ. 130.
(10) ΕΕ: Παρεμβάλλεται η ημερομηνία 3 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(11) ΕΕ: Παρεμβάλλεται η ημερομηνία 3 έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(12) ΕΕ: Παρεμβάλλεται η ημερομηνία 4 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στις 7 Ιανουαρίου 2010, η Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων σημείωσε την παρουσίαση εκ μέρους του Βελγίου, της Βουλγαρίας, της Εσθονίας, της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Πορτογαλίας, της Ρουμανίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας μιας πρωτοβουλίας για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας (17513/09 COPEN 247 + COR 1 + ADD 1 REV 1 + ADD 2 REV 1).
Στις 4 Ιουνίου 2010, το Συμβούλιο (Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις) κατέληξε ότι το κείμενο συγκέντρωνε επαρκή στήριξη προκειμένου να χρησιμεύσει ως βάση των διαπραγματεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (10384/10 COPEN 127 CODEC 498).
Η Προεδρία πραγματοποίησε συζήτηση με τους Εκπροσώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής προκειμένου να καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με το κείμενο σε πρώτη ανάγνωση. Ωστόσο, δεν υπήρξε συμφωνία και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Μετά από συζητήσεις στα προπαρασκευαστικά όργανα του Συμβουλίου, πραγματοποιήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2011 νέος τριμερής διάλογος με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και επιτεύχθηκε προσωρινή συμφωνία επί του κειμένου της νομοθετικής πράξης.
ΙΙ. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
Προκειμένου να επιτευχθεί επαρκής στήριξη εντός του Συμβουλίου, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμφωνήθηκαν οι ακόλουθες αλλαγές του κειμένου:
|
α) |
Επαναπροσδιορίσθηκε εν μέρει το πεδίο εφαρμογής της νομοθετικής πράξης, προβλέποντας ισχυρότερη δεσμό μεταξύ της δυνατότητας έκδοσης Ευρωπαϊκής εντολής προστασίας και εγκληματικής συμπεριφοράς (άρθρο 1). Η τροποποίηση αυτή αποσκοπεί στο να αποσαφηνιστεί η σχέση της πράξης με τη νομική βάση που παρέχει το άρθρο 82, παρ. 1 της ΣΛΕΕ. |
|
β) |
Προς το σκοπό αυτό, προσδιορίσθηκε περαιτέρω ότι το μέτρο προστασίας που αποτελεί το μέλημα της Ευρωπαϊκής εντολής προστασίας πρέπει να προκύπτει από απόφαση που λαμβάνεται για ποινική υπόθεση (άρθρο 2, παρ. 2). |
|
γ) |
Για να διατηρηθεί η μεγαλύτερη δυνατή προσαρμοστικότητα της πράξης προς τα διάφορα εθνικά νομοθετικά συστήματα για την προστασία των θυμάτων εγκληματικών πράξεων, προσδιορίσθηκε περαιτέρω ότι, εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δεν έχει σημασία η φύση της αρχής που εκδίδει το μέτρο προστασίας (αιτιολογική παράγραφος 9) και ότι το κράτος μέλος που εκτελεί την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας μπορεί να την εκδίδει σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες του ιδίου εθνικού του συστήματος με διοικητική, αστική ή ποινική διαδικασία (άρθρο 9). |
|
δ) |
Οι αιτιολογικές παράγραφοι της οδηγίας προσαρμόσθηκαν δεόντως. |
|
ε) |
Προστέθηκε μία νέα παράγραφος στο άρθρο 13 (βλέπε παράγραφο 4) στην οποία αποσαφηνίζεται η σχέση μεταξύ της έκδοσης Ευρωπαϊκής εντολής προστασίας και των διαδικασιών σύμφωνα με την απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου 2008/947/ΔΕΥ για την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων περί μέτρων επιτήρησης και εναλλακτικών κυρώσεων. |
ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση απηχεί τη συμβιβαστική λύση που επετεύχθη κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Συμβουλίου και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η οποία κατέστη εφικτή χάρη στην Επιτροπή. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, το Συμβούλιο (Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις) σημείωσε το σχέδιο συμφωνίας και επιβεβαίωσε ότι είναι σε θέση να εγκρίνει το νέο κείμενο. Οι Επιτροπές LIBE (Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων) και FEMM (Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων) αποφάσισαν στις 4 Οκτωβρίου 2011 να εξουσιοδοτήσουν τους οικείους Προέδρους να αποστείλουν επιστολή στον Πρόεδρο της ΕΜΑ στην οποία επισημαίνεται ότι εφόσον το Συμβούλιο διαβιβάσει και τυπικά στο Κοινοβούλιο τη θέση του υπό τη μορφή που έχει στο παράρτημα της επιστολής, τότε θα είναι σε θέση υπό την ιδιότητά τους ως Προέδρων των αντίστοιχων Επιτροπών να εισηγηθούν στην ολομέλεια να εγκρίνει χωρίς τροπολογίες τη θέση του Συμβουλίου κατά τη δεύτερη ανάγνωση του Κοινοβουλίου, υπό την επιφύλαξη της οριστικοποίησής της από τους γλωσσομαθείς νομικούς.
Στις 6 Οκτωβρίου, η ΕΜΑ επιβεβαίωσε τη συμφωνία προκειμένου να υποβληθεί το κείμενο στο Συμβούλιο για την έγκριση πολιτικής συμφωνίας.