|
ISSN 1725-2415 |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 267 |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Ανακοινώσεις και Πληροφορίες |
51ό έτος |
|
Ανακοίνωση αριθ |
Περιεχόμενα |
Σελίδα |
|
|
II Ανακοινώσεις |
|
|
|
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ |
|
|
|
Επιτροπή |
|
|
2008/C 267/01 |
Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που είναι αποδεκτά βάσει του κανονισμού (EΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 802/2004 της Επιτροπής ( 1 ) |
|
|
|
IV Πληροφορίες |
|
|
|
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ |
|
|
|
Επιτροπή |
|
|
2008/C 267/02 |
||
|
|
V Γνωστοποιήσεις |
|
|
|
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ |
|
|
|
Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο |
|
|
2008/C 267/03 |
Προκήρυξη κενής θέσης — Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο — Θέση Γενικού Γραμματέα |
|
|
|
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ |
|
|
|
Επιτροπή |
|
|
2008/C 267/04 |
Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης (Υπόθεση COMP/M.5093 — DP World/Conti 7/Rickmers 2.Terminal/DP World Breakbulk) ( 1 ) |
|
|
|
||
|
2008/C 267/05 |
||
|
|
|
|
|
(1) Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ |
|
EL |
|
II Ανακοινώσεις
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Επιτροπή
|
22.10.2008 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 267/1 |
Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που είναι αποδεκτά βάσει του κανονισμού (EΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 802/2004 της Επιτροπής
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2008/C 267/01)
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
|
1. |
Ο κανονισμός (EΟΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (1) (στο εξής αναφερόμενος ως «κανονισμός συγκεντρώσεων») στα άρθρα 6 παράγραφος 2 και 8 παράγραφος 2 προβλέπει ρητά ότι η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να κηρύξει μια συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά κατόπιν τροποποιήσεων από τα μέρη (2), τόσο πριν όσο και μετά την κίνηση διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή δύναται να συνοδεύει την απόφασή της με όρους και υποχρεώσεις ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση των συμμετεχουσών επιχειρήσεων με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει έναντι της Επιτροπής προκειμένου να καταστεί η συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά (3). |
|
2. |
Σκοπός της παρούσας ανακοίνωσης είναι να δοθούν οδηγίες σχετικά με τις τροποποιήσεις που επιφέρουν στις συγκεντρώσεις, ιδίως τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν, οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις. Οι εν λόγω τροποποιήσεις χαρακτηρίζονται συνήθως ως «διορθωτικά μέτρα», δεδομένου ότι στόχος τους είναι να εξαλείψουν τα προβλήματα ανταγωνισμού (4) που διαπιστώνονται από την Επιτροπή. Οι οδηγίες που διατυπώνονται στην παρούσα ανακοίνωση προκύπτουν από την πείρα που απέκτησε συν τω χρόνω η Επιτροπή όσον αφορά την αξιολόγηση, την αποδοχή και την υλοποίηση των διορθωτικών μέτρων βάσει του κανονισμού συγκεντρώσεων από την έναρξη ισχύος του στις 21 Σεπτεμβρίου 1990. Η αναθεώρηση της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τα διορθωτικά μέτρα (5) αποτελεί αναγκαίο επακόλουθο της έναρξης ισχύος του αναδιατυπωμένου κανονισμού συγκεντρώσεων (EΚ) αριθ. 139/2004 (6) και του κανονισμού της Επιτροπής (EΚ) αριθ. 802/2004 (7) («εκτελεστικός κανονισμός») την 1η Μαΐου 2004, της νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, των συμπερασμάτων της συστηματικής αξιολόγησης ex post εκ μέρους της Επιτροπής, των κατά το παρελθόν προταθέντων διορθωτικών μέτρων (8), και της πρακτικής της Επιτροπής κατά τη λήψη αποφάσεων σε πρόσφατες περιπτώσεις διορθωτικών μέτρων. Οι αρχές που διατυπώνονται στην παρούσα ανακοίνωση θα εφαρμόζονται, θα αναπτύσσονται περαιτέρω και θα εξειδικεύονται από την Επιτροπή στις μεμονωμένες υποθέσεις. Οι παρεχόμενες οδηγίες δεν προδικάζουν την ερμηνεία η οποία δύναται να δοθεί από το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. |
|
3. |
Στην παρούσα ανακοίνωση εκτίθενται οι ισχύουσες γενικές αρχές για τα διορθωτικά μέτρα που θεωρούνται αποδεκτά από την Επιτροπή, τα βασικά είδη δεσμεύσεων που δύναται να δεχθεί η Επιτροπή σε υποθέσεις συγκεντρώσεων, οι ειδικές απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι προτεινόμενες δεσμεύσεις και κατά τις δύο φάσεις της διαδικασίας, καθώς και οι βασικές απαιτήσεις για την υλοποίηση των δεσμεύσεων. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή θα λαμβάνει δεόντως υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε μεμονωμένης υπόθεσης. |
II. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
|
4. |
Βάσει του κανονισμού συγκεντρώσεων, η Επιτροπή αξιολογεί αν είναι συμβατή με την κοινή αγορά κάθε κοινοποιούμενη συγκέντρωση ανάλογα με τις συνέπειές της στη διάρθρωση του ανταγωνισμού στην Κοινότητα (9). Το κριτήριο για το συμβιβάσιμο με βάση το άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού συγκεντρώσεων είναι κατά πόσον η συγκέντρωση παρακωλύει σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της, ιδίως ως αποτέλεσμα της δημιουργίας ή της ενίσχυσης δεσπόζουσας θέσης. Η συγκέντρωση που παρακωλύει σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό κατά τα ανωτέρω δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, και η Επιτροπή υποχρεούται να την απαγορεύσει. Σε περίπτωση δημιουργίας κοινής επιχείρησης, η Επιτροπή θα εξετάζει επίσης τη συγκέντρωση βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 4 του κανονισμού συγκεντρώσεων. Οι αρχές που διατυπώνονται στην παρούσα ανακοίνωση ισχύουν και όσον αφορά τα προτεινόμενα διορθωτικά μέτρα για την εξάλειψη των προβλημάτων ανταγωνισμού που διαπιστώθηκαν βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 4. |
|
5. |
Εφόσον μια συγκέντρωση δημιουργεί προβλήματα ανταγωνισμού, δεδομένου ότι ενδέχεται να παρακωλύσει σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, ιδίως ως αποτέλεσμα της δημιουργίας ή της ενίσχυσης δεσπόζουσας θέσης, τα μέρη δύνανται να επιδιώξουν την τροποποίησή της προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα ανταγωνισμού και να επιτύχουν έτσι την έγκριση της συγκέντρωσής τους. Οι εν λόγω τροποποιήσεις μπορεί να εφαρμοσθούν εξ ολοκλήρου πριν από την έκδοση της εγκριτικής απόφασης. Ωστόσο, συνήθως τα μέρη υποβάλλουν δεσμεύσεις προκειμένου να καταστεί η συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά και τις υλοποιούν μετά την έγκρισή της. |
|
6. |
Σύμφωνα με τη διάρθρωση του κανονισμού συγκεντρώσεων, η Επιτροπή είναι εκείνη που πρέπει να αποδείξει ότι η συγκέντρωση θα παρακωλύσει σημαντικά τον ανταγωνισμό (10). Η Επιτροπή ανακοινώνει στα μέρη τα προβλήματα ανταγωνισμού που την απασχολούν ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν προτάσεις κατάλληλων και αντίστοιχων διορθωτικών μέτρων (11). Εναπόκειται τότε στα μέρη της συγκέντρωσης να προτείνουν δεσμεύσεις· για να εκδώσει εγκριτική απόφαση, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς οποιουσδήποτε όρους, αλλά βασίζεται μόνο στις δεσμεύσεις των μερών (12). Η Επιτροπή ενημερώνει τα μέρη σχετικά με την προκαταρτική της εκτίμηση για τα προτεινόμενα διορθωτικά μέτρα. Ωστόσο, εάν τα μέρη δεν προτείνουν εγκύρως διορθωτικά μέτρα κατάλληλα να εξαλείψουν τα προβλήματα ανταγωνισμού, η μόνη επιλογή που έχει η Επιτροπή είναι να εκδώσει απαγορευτική απόφαση (13). |
|
7. |
Η Επιτροπή πρέπει να κρίνει αν τα προτεινόμενα διορθωτικά μέτρα εφαρμοζόμενα θα εξαλείψουν τα προβλήματα ανταγωνισμού που διαπιστώθηκαν. Μόνο τα μέρη έχουν όλα τα αναγκαία σχετικά στοιχεία για την εν λόγω εκτίμηση, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα υλοποίησης των προτεινόμενων δεσμεύσεων και τη βιωσιμότητα καθώς και την ανταγωνιστικότητα των περιουσιακών στοιχείων των οποίων προτείνεται η εκποίηση. Αποτελεί επομένως ευθύνη των μερών να υποβάλουν όλες τις σχετικές πληροφορίες που διαθέτουν και οι οποίες είναι αναγκαίες για να αξιολογήσει η Επιτροπή την πρόταση διορθωτικών μέτρων. Για τον σκοπό αυτό, ο εκτελεστικός κανονισμός υποχρεώνει τα κοινοποιούντα μέρη να υποβάλουν, μαζί με τις δεσμεύσεις, λεπτομερείς πληροφορίες για το περιεχόμενο των τελευταίων και τους όρους εφαρμογής τους και να αποδείξουν ότι είναι πρόσφορα για να εξαλειφθεί κάθε σημαντικό εμπόδιο στον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, όπως αναφέρεται στο παράρτημα του εκτελεστικού κανονισμού («έντυπο RM»). Για τις δεσμεύσεις που συνίστανται σε εκποίηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, τα μέρη υποχρεούνται ιδίως να περιγράψουν λεπτομερώς τον τρόπο λειτουργίας της προς εκποίηση επιχειρηματικής δραστηριότητας κατά τον χρόνο της πράξης. Με βάση τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή θα έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει τη βιωσιμότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εμπορευσιμότητα της επιχείρησης, συγκρίνοντας την τρέχουσα δραστηριότητά της με τη μελλοντική έκταση των δραστηριοτήτων της που προτείνεται στις δεσμεύσεις. Η Επιτροπή μπορεί να προσαρμόζει τις εκάστοτε απαιτήσεις όσον αφορά τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και θα βρίσκεται στη διάθεση των μερών για να συζητήσει το περιεχόμενο των απαιτούμενων πληροφοριών πριν από τη διαβίβαση του εντύπου RM. |
|
8. |
Ενώ τα μέρη υποχρεούνται να προτείνουν δεσμεύσεις επαρκείς για την εξάλειψη των προβλημάτων ανταγωνισμού και να υποβάλουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγησή τους, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει αν η συγκέντρωση, κατόπιν της τροποποίησής της με εγκύρως υποβληθείσες δεσμεύσεις, πρέπει να κηρυχθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, επειδή, παρά τις δεσμεύσεις, οδηγεί σε σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Επομένως, τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τη μη τροποποιηθείσα συγκέντρωση ισχύουν και για το βάρος της αποδείξεως όσον αφορά την απαγόρευση ή την έγκριση μιας συγκέντρωσης που τροποποιήθηκε βάσει δεσμεύσεων (14). |
Βασικές προϋποθέσεις για το αποδεκτό των δεσμεύσεων
|
9. |
Ο κανονισμός συγκεντρώσεων επιτρέπει στην Επιτροπή να αποδέχεται μόνο τις δεσμεύσεις εκείνες που κρίνονται ικανές να καταστήσουν τη συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά, και συνεπώς να αποτρέψουν τη σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Οι δεσμεύσεις πρέπει να εξαλείφουν ολοσχερώς τα προβλήματα ανταγωνισμού (15) και να είναι πλήρεις και αποτελεσματικές από κάθε άποψη (16). Επιπλέον, πρέπει να είναι δυνατή η αποτελεσματική υλοποίηση των δεσμεύσεων μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι δεν θα διατηρηθούν συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά, εφόσον δεν εκπληρωθούν οι δεσμεύσεις. |
|
10. |
Οι διαρθρωτικές δεσμεύσεις που προτείνουν τα μέρη, ιδίως οι εκποιήσεις δραστηριοτήτων, πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, μόνον εάν η Επιτροπή είναι σε θέση να αποφανθεί με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας ότι είναι δυνατή η εφαρμογή τους και ότι οι νέες εμπορικές μονάδες που θα προκύψουν θα είναι κατά πάσα πιθανότητα αρκετά βιώσιμες και θα έχουν διάρκεια ώστε να μην προκύψει σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού (17). |
|
11. |
Ο απαιτούμενος βαθμός βεβαιότητας όσον αφορά την εφαρμογή των προτεινόμενων δεσμεύσεων μπορεί ιδίως να επηρεασθεί από κινδύνους όσον αφορά τη μεταβίβαση μιας δραστηριότητας, όπως οι όροι που θέτουν τα μέρη για την εκποίησή της, τα δικαιώματα τρίτων ή οι κίνδυνοι κατά την αναζήτηση κατάλληλου αγοραστή, καθώς και οι κίνδυνοι υποβάθμισης των περιουσιακών στοιχείων μέχρι την πραγματοποίηση της εκποίησης. Εναπόκειται στα μέρη να άρουν τις αβεβαιότητες αυτές ως προς την υλοποίηση του διορθωτικού μέτρου κατά την υποβολή του στην Επιτροπή (18). |
|
12. |
Κατά την αξιολόγηση της δεύτερης προϋπόθεσης —αν η προτεινόμενη δέσμευση είναι πιθανό να εξαλείψει τα προβλήματα ανταγωνισμού που διαπιστώθηκαν— η Επιτροπή θα εξετάζει όλα τα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με το ίδιο το προτεινόμενο διορθωτικό μέτρο, ιδίως το είδος, την έκταση και το περιεχόμενο του προτεινόμενου μέτρου, τα οποία θα κριθούν σε συνάρτηση με τη δομή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αγοράς όπου προκύπτουν τα προβλήματα ανταγωνισμού, ιδίως τη θέση των μερών και των άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εν λόγω αγορά. |
|
13. |
Για να είναι σύμφωνες με τις αρχές αυτές, οι δεσμεύσεις πρέπει να εφαρμοσθούν και να είναι δυνατόν να ελεγχθούν κατά τρόπο αποτελεσματικό (19). Ενώ οι εκποιήσεις, μετά την πραγματοποίηση τους, δεν απαιτούν περαιτέρω μέτρα εποπτείας, άλλα είδη δεσμεύσεων απαιτούν αποτελεσματικούς μηχανισμούς εποπτείας, ώστε τα αποτελέσματά τους να μην περιορίζονται ή και να μην εξουδετερώνονται από τα μέρη. Διαφορετικά, οι εν λόγω δεσμεύσεις θα έπρεπε να θεωρηθούν ως απλές δηλώσεις προθέσεων από τα μέρη και δεν θα ισοδυναμούσαν με δεσμευτικές υποχρεώσεις, δεδομένου ότι, ελλείψει αποτελεσματικών εποπτικών μηχανισμών, τυχόν παράβασή τους δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανάκληση της απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού συγκεντρώσεων (20). |
|
14. |
Στις περιπτώσεις, ωστόσο, που τα μέρη υποβάλουν προτάσεις διορθωτικών μέτρων τόσο εκτενείς και περίπλοκες ώστε η Επιτροπή δεν είναι δυνατόν να κρίνει με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας, κατά τον χρόνο λήψης της απόφασής της, αν θα εφαρμοσθούν πλήρως και αν είναι σε θέση να διατηρήσουν αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην αγορά, δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση έγκρισης (21). Η Επιτροπή δύναται να απορρίψει τα εν λόγω διορθωτικά μέτρα, ιδίως με το σκεπτικό ότι η εφαρμογή τους δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά και ότι η έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου περιορίζει ή ακόμη και εκμηδενίζει τα αποτελέσματα των προτεινόμενων δεσμεύσεων. |
Καταλληλότητα των διαφόρων ειδών διορθωτικών μέτρων
|
15. |
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, βασικός σκοπός των δεσμεύσεων είναι να εξασφαλίζονται οι ανταγωνιστικές δομές της αγοράς (22). Συνεπώς, οι δεσμεύσεις με διαρθρωτικό χαρακτήρα, όπως οι δεσμεύσεις που αφορούν την πώληση μιας επιχειρηματικής μονάδας, προτιμώνται κατά κανόνα με βάση τον στόχο του κανονισμού συγκεντρώσεων, στον βαθμό που οι εν λόγω δεσμεύσεις αποτρέπουν σε μόνιμη βάση τη δημιουργία προβλημάτων ανταγωνισμού από την κοινοποιηθείσα συγκέντρωση και επιπλέον δεν απαιτούν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα ελέγχου. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να αποκλεισθεί αυτοδικαίως το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλα είδη δεσμεύσεων εξίσου ικανών να αποτρέψουν τη σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού (23). |
|
16. |
Η Επιτροπή τονίζει ότι το ζήτημα κατά πόσον ένα διορθωτικό μέτρο, και ειδικότερα ποιο είδους διορθωτικού μέτρου, είναι κατάλληλο για την εξάλειψη των προβλημάτων ανταγωνισμού που διαπιστώθηκαν, πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση. |
|
17. |
Γενικά, πάντως, μπορούμε να διακρίνουμε τις εκποιήσεις, τα άλλα διορθωτικά μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα —όπως παροχή πρόσβασης χωρίς διακρίσεις σε βασική υποδομή ή σε πρώτες ύλες— και τις δεσμεύσεις ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά της οντότητας που προκύπτει από τη συγκέντρωση. Οι δεσμεύσεις εκποίησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποτελούν τον καλύτερο τρόπο για την εξάλειψη των προβλημάτων ανταγωνισμού που προκύπτουν από οριζόντιες επικαλύψεις, αλλά, ενδεχομένως, και το καλύτερο μέσο για την επίλυση των προβλημάτων που απορρέουν από προβλήματα κάθετου ή διαγώνιου χαρακτήρα (24). Άλλες διαρθρωτικού χαρακτήρα δεσμεύσεις ενδέχεται να είναι κατάλληλες για την επίλυση κάθε είδους προβλήματος, εάν τα σχετικά διορθωτικά μέτρα ισοδυναμούν ως προς τα αποτελέσματά τους με εκποιήσεις δραστηριοτήτων, όπως επεξηγείται λεπτομερέστερα κατωτέρω στα σημεία 61 επόμενα. Οι δεσμεύσεις σχετικά με τη μελλοντική συμπεριφορά της οντότητας που προκύπτει από τη συγκέντρωση δύνανται να γίνουν αποδέκτες μόνο κατ' εξαίρεση και σε πολύ ειδικές συνθήκες (25). Συγκεκριμένα, οι δεσμεύσεις για μη αύξηση των τιμών, μη περιορισμό του φάσματος των προϊόντων ή μη κατάργηση ορισμένων σημάτων από την αγορά κ.λπ., κατά κανόνα δεν εξαλείφουν τα προβλήματα ανταγωνισμού που απορρέουν από οριζόντιες επικαλύψεις. Σε κάθε περίπτωση, αυτού του είδους τα διορθωτικά μέτρα μπορούν να γίνουν μόνο κατ' εξαίρεση αποδεκτά, εάν εξασφαλίζεται απολύτως η λειτουργικότητά τους με αποτελεσματική εφαρμογή και έλεγχο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα σημεία 13-14, 66, 69, και εφόσον δεν κινδυνεύουν να επιφέρουν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό (26). |
Διαδικασία
|
18. |
Η Επιτροπή δύναται να αποδεχθεί δεσμεύσεις σε κάθε φάση της διαδικασίας (27). Ωστόσο, δεδομένου ότι εμπεριστατωμένη έρευνα της αγοράς πραγματοποιείται μόνο στη φάση II, οι δεσμεύσεις που υποβάλλονται στην Επιτροπή στη φάση I πρέπει να είναι επαρκείς ώστε να αποκλειστούν σαφώς οι «σοβαρές αμφιβολίες» κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού συγκεντρώσεων (28). Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού συγκεντρώσεων, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει απόφαση έγκρισης μόλις διαπιστώσει ότι έχουν αρθεί οι σοβαρές αμφιβολίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού συγκεντρώσεων κατόπιν τροποποιήσεων που επέφεραν τα μέρη. Ο κανόνας αυτός ισχύει για τις δεσμεύσεις που προτείνονται στη φάση II της διαδικασίας, προτού η Επιτροπή προβεί σε κοινοποίηση αιτιάσεων (29). Αν Επιτροπή καταλήξει προσωρινά στο συμπέρασμα ότι η συγκέντρωση οδηγεί σε σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και προβεί σε κοινοποίηση αιτιάσεων, οι δεσμεύσεις πρέπει να είναι επαρκείς για να εξαλειφθεί αυτή η σημαντική παρακώλυση. |
|
19. |
Παρόλο που οι δεσμεύσεις πρέπει να προτείνονται από τα μέρη, η Επιτροπή εξασφαλίζει την υποχρεωτική εφαρμογή τους εξαρτώντας την έγκριση της συγκέντρωσης από τη συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις. Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ όρων και υποχρεώσεων. Η απαίτηση για πραγματοποίηση διαρθρωτικής μεταβολής στην αγορά αποτελεί όρο — για παράδειγμα, εκχώρηση μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι διάφορες ενέργειες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος αποτελούν κατά κανόνα υποχρεώσεις των μερών, π.χ. διορισμός εντολοδόχου με αμετάκλητη εντολή για πώληση της επιχείρησης. |
|
20. |
Εφόσον οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις παραβιάσουν μία από τις υποχρεώσεις τους, οι Επιτροπή μπορεί να ανακαλέσει την απόφαση έγκρισης που εξέδωσε δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 2 ή του άρθρου 8 παράγραφος 2 του κανονισμού συγκεντρώσεων, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 ή το άρθρο 8 παράγραφος 6 αντίστοιχα. Σε περίπτωση παράβασης υποχρέωσης, δύνανται να επιβληθούν στα μέρη πρόστιμα και χρηματικές ποινές σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 στοιχείο δ) και το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο γ), αντίστοιχα, του κανονισμού συγκεντρώσεων. Εφόσον, όμως, παραβιάζεται ένας όρος, π.χ. επιχειρηματική δραστηριότητα δεν εκποιείται εντός των χρονικών ορίων που προβλέπεται στις δεσμεύσεις ή επανακτάται αργότερα, δεν έχει πλέον εφαρμογή η απόφαση που κηρύσσει τη συγκέντρωση συμβατή. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δύναται, πρώτον, να λάβει κατάλληλα προσωρινά μέτρα για τη διατήρηση συνθηκών αποτελεσματικού ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού συγκεντρώσεων. Δεύτερον, δύναται, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 4 στοιχείο β), να διατάξει κάθε κατάλληλο μέτρο ώστε οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις να λύσουν τη συγκέντρωση ή να λάβουν άλλα μέτρα επαναφοράς της προηγούμενης κατάστασης ή, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 7, να λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφοι 1 έως 3. Επιπλέον, δύναται να επιβάλει στα μέρη τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 στοιχείο δ). |
Υποδείγματα δεσμεύσεων εκποίησης
|
21. |
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής έχουν δημοσιεύσει ένα οδηγό βέλτιστων πρακτικών για τις δεσμεύσεις εκποίησης (Best Practice Guidelines for divestiture commitments), που περιλαμβάνουν ένα υπόδειγμα κειμένου για δέσμευση εκποίησης (Model Text for Divestiture Commitments) και ένα υπόδειγμα για εντολή του εντολοδόχου (Model Text for Trustee Mandates) (30). Αυτά τα υποδείγματα δεν αποσκοπούν ούτε στη διεξοδική κάλυψη όλων των ζητημάτων που μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμα σε κάθε περίπτωση, ούτε είναι νομικά δεσμευτικά για τα μέρη της διαδικασίας συγκέντρωσης. Συμπληρώνουν την παρούσα ανακοίνωση, δεδομένου ότι περιγράφουν της τυπικές ρυθμίσεις για τις δεσμεύσεις εκποίησης σε μορφή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα μέρη. Ταυτόχρονα, τα υποδείγματα αφήνουν περιθώρια ώστε να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. |
III. ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΙΔΗ ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
1. Εκποίηση επιχειρηματικής δραστηριότητας σε κατάλληλο αγοραστή
|
22. |
Εφόσον η προτεινόμενη συγκέντρωση απειλεί να παρακωλύσει σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, ο καλύτερος τρόπος για τη διατήρηση του τελευταίου, εκτός από την απαγόρευση, είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ανάδυση μιας νέας ανταγωνιστικής μονάδας ή για την ενίσχυση των υπαρχόντων ανταγωνιστών με εκποίηση στην οποία προβαίνουν τα συμμετέχοντα μέρη. |
1.1. Εκποίηση βιώσιμης και ανταγωνιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας
|
23. |
Οι εκποιούμενες δραστηριότητες πρέπει να αποτελούν βιώσιμη επιχείρηση η οποία, εφόσον αναληφθεί από κατάλληλο αγοραστή, μπορεί να ανταγωνισθεί αποτελεσματικά και σε διαρκή βάση την προκύπτουσα από τη συγκέντρωση οντότητα, και η οποία εκποιείται ως επιχείρηση σε λειτουργία (31). Για να είναι βιώσιμη η επιχείρηση, ενδεχομένως, θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται με τις αγορές στις οποίες η Επιτροπή δεν εντόπισε προβλήματα ανταγωνισμού, εάν αυτό αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού ανταγωνιστή στις επηρεαζόμενες αγορές (32). |
|
24. |
Εφόσον προτείνεται η εκποίηση μιας βιώσιμης επιχείρησης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αβεβαιότητες και οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη εκποίηση σε έναν νέο ιδιοκτήτη. Οι κίνδυνοι αυτοί μπορεί να περιορίσουν την ανταγωνιστική επιρροή της εκποιούμενης επιχείρησης στην αγορά, και ως εκ τούτου να οδηγήσουν σε μια κατάσταση όπου δεν θα εξαλειφθούν κατ' ανάγκη τα επίμαχα προβλήματα ανταγωνισμού. |
Έκταση της εκποιούμενης δραστηριότητας
|
25. |
Η επιχείρηση πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα περιουσιακά στοιχεία που συμβάλλουν στην τρέχουσα λειτουργία της ή που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητά της, καθώς και όλο το προσωπικό που απασχολεί κατά τον χρόνο της εκποίησης ή που είναι αναγκαίο για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης (33). |
|
26. |
Το προσωπικό και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία, κατά τον χρόνο της εκποίησης, είναι κοινά μεταξύ της προς εκποίηση επιχείρησης και άλλων επιχειρήσεων των μερών, αλλά συμβάλλουν στη λειτουργία της επιχείρησης ή είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητάς της, πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται στην εκποίηση. Διαφορετικά, θα ετίθετο σε κίνδυνο η βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης που πρόκειται να εκποιηθεί. Επομένως, η εκποιούμενη επιχείρηση πρέπει να περιλαμβάνει το προσωπικό που παρέχει βασικές υπηρεσίες, όπως, για παράδειγμα, υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης και υπηρεσίες πληροφορικής, ακόμη και αν το εν λόγω προσωπικό απασχολείται σε άλλες επιχειρηματικές μονάδες των μερών — τουλάχιστον σε βαθμό αρκετό για να καλυφθούν οι τρέχουσες ανάγκες της εκποιούμενης επιχείρησης. Επίσης, θα πρέπει να περιλαμβάνει τα κοινά περιουσιακά στοιχεία, ακόμη και αν ανήκουν ή έχουν διατεθεί σε άλλη επιχειρηματική μονάδα. |
|
27. |
Για να είναι η Επιτροπή σε θέση να διαπιστώσει την έκταση της προς εκποίηση δραστηριότητας, τα μέρη θα πρέπει να υποβάλουν λεπτομερή περιγραφή της στο πλαίσιο των προτεινόμενων δεσμεύσεων («περιγραφή της δραστηριότητας»). Η περιγραφή αυτή πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση και να περιέχει όλα τα στοιχεία που αποτελούν μέρος της εν λόγω επιχειρηματικής δραστηριότητας: ενσώματα (π.χ. Ε & Α, παραγωγή, διανομή, πώληση και εμπορία) και άυλα περιουσιακά στοιχεία (όπως δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, τεχνογνωσία, φήμη και πελατεία)· άδειες εκμετάλλευσης, άδειες που έχουν χορηγηθεί στην επιχείρηση από διοικητικές αρχές· συμβάσεις, μισθώσεις και δεσμεύσεις (π.χ. συμφωνίες με προμηθευτές και πελάτες) προς όφελος της εκποιούμενης επιχείρησης, καθώς και πελατολόγια, ιστορικά πιστώσεων και άλλα έγγραφα. Τα μέρη πρέπει επίσης να προβαίνουν σε γενική περιγραφή του προσωπικού που θα μεταβιβασθεί, περιλαμβανομένου του προσωπικού που θα αποσπαστεί και του έκτακτου προσωπικού, και να επισυνάψουν κατάλογο του βασικού προσωπικού, δηλαδή του προσωπικού που είναι απαραίτητο για τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης. Η μεταβίβαση αυτών των εργαζομένων δεν θίγει την εφαρμογή των οδηγιών του Συμβουλίου για τις ομαδικές απολύσεις (34), για τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση εκποιήσεων επιχειρήσεων (35), και για την ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων (36), καθώς και των εθνικών διατάξεων εφαρμογής των οδηγιών αυτών ή άλλων εθνικών διατάξεων. Στα διορθωτικά μέτρα πρέπει να περιλαμβάνεται δέσμευση περί μη προσέλκυσης του βασικού προσωπικού από τα μέρη. |
|
28. |
Στην περιγραφή της επιχείρησης, τα μέρη πρέπει επίσης να διευκρινίζουν τους όρους της προμήθειας προϊόντων και της παροχής υπηρεσιών εκ μέρους τους προς την εκποιούμενη επιχείρηση ή από την τελευταία προς αυτά. Αυτή η συνέχιση των σχέσεων της εκποιούμενης επιχείρησης ενδέχεται να είναι αναγκαία για τη διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητάς της για μια μεταβατική περίοδο. Η Επιτροπή θα αποδέχεται τους εν λόγω όρους, εφόσον δεν επηρεάζουν την ανεξαρτησία της εκποιούμενης επιχείρησης από τα μέρη. |
|
29. |
Για να αποφευχθούν τυχόν παρανοήσεις σχετικά την εκποιούμενη επιχείρηση, τα περιουσιακά στοιχεία ή το προσωπικό που χρησιμοποιούνται ή απασχολούνται στην επιχείρηση, αλλά που δεν θα πρέπει, σύμφωνα με τα μέρη, να μεταβιβασθούν κατά την εκποίηση, πρέπει να αποκλείονται ρητά στο κείμενο των δεσμεύσεων. Η Επιτροπή θα είναι σε θέση να αποδεχθεί τον εν λόγω αποκλεισμό περιουσιακών στοιχείων ή προσωπικού, μόνον εφόσον τα μέρη μπορούν να αποδείξουν σαφώς ότι αυτό δεν επηρεάζει τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης. |
|
30. |
Η εκποιούμενη επιχείρηση πρέπει να είναι βιώσιμη αυτή καθαυτή. Επομένως, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη, στο στάδιο της αξιολόγηση του διορθωτικού μέτρου, τους πόρους του υποτιθέμενου ή ακόμη και πιθανού μελλοντικού αγοραστή. Η κατάσταση είναι διαφορετική αν, ήδη στη διάρκεια της διαδικασίας, συναφθεί σύμβαση πώλησης και αγοράς με συγκεκριμένο αγοραστή, του οποίου οι πόροι μπορεί να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση της δέσμευσης. Η περίπτωση αυτή θα εξεταστεί λεπτομερέστερα παρακάτω στα σημεία 56 επόμενα. |
|
31. |
Εφόσον εμφανισθεί αγοραστής μετά τη λήψη απόφασης έγκρισης, ενδέχεται να μην του είναι απαραίτητα ορισμένα από τα περιουσιακά στοιχεία ή μέλη του προσωπικού που περιλαμβάνονται στη εκποιούμενη επιχείρηση. Κατά τη διαδικασία έγκρισης του αγοραστή, η Επιτροπή ενδέχεται, εφόσον το ζητήσουν τα μέρη, να εγκρίνει τη εκποίηση της επιχείρησης στον προτεινόμενο αγοραστή χωρίς ένα ή περισσότερα περιουσιακά στοιχεία ή μέλη του προσωπικού, εφόσον αυτό δεν επηρεάζει τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της εκποιούμενης επιχείρησης μετά την πώληση, λαμβάνοντας υπόψη τους πόρους του εν λόγω αγοραστή. |
1.2. Αυτόνομη δραστηριότητα και προϋποθέσεις αποδοχής εναλλακτικών διορθωτικών μέτρων
|
32. |
Καταρχήν, βιώσιμη επιχείρηση είναι εκείνη που μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα, δηλαδή ανεξάρτητα από τα μέρη της συγκέντρωσης όσον αφορά την προμήθεια πρώτων υλών ή τις άλλες μορφές συνεργασίας, πέραν μιας μεταβατικής περιόδου. |
|
33. |
Η Επιτροπή προτιμά σαφώς να υπάρχει αυτόνομη επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτή μπορεί να έχει τη μορφή προϋπάρχουσας εταιρίας ή ομίλου εταιριών ή τμήματος επιχείρησης το οποίο προηγουμένως δεν είχε συσταθεί νομικά ως εταιρεία. |
|
34. |
Στις περιπτώσεις που το πρόβλημα ανταγωνισμού προκύπτει από οριζόντια επικάλυψη, τα μέρη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Σε περίπτωση εχθρικής προσφοράς εξαγοράς, όπου τα κοινοποιούντα μέρη διαθέτουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με την προς εκποίηση επιχειρηματική δραστηριότητα, η δέσμευση για εκποίηση δραστηριοτήτων της εταιρίας-στόχου ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο η εν λόγω επιχείρηση να μην αποτελέσει, μετά τη εκποίηση, βιώσιμο ανταγωνιστή που θα μπορεί να ανταγωνίζεται αποτελεσματικά στην αγορά σε μόνιμη βάση. Στις περιπτώσεις αυτές, επομένως, θα ήταν ενδεχομένως σκοπιμότερο τα μέρη να προτείνουν την εκποίηση δραστηριοτήτων της αγοράστριας εταιρίας. |
Αποκοπή
|
35. |
Παρόλο που κατά κανόνα απαιτείται η εκποίηση μιας υφιστάμενης βιώσιμης και αυτόνομης επιχειρηματικής δραστηριότητας, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, η Επιτροπή δύναται επίσης να δεχθεί να εξετάσει την εκποίηση επιχειρήσεων που έχουν ισχυρούς δεσμούς ή είναι εν μέρει ενοποιημένες με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που διατηρούν τα μέρη και, επομένως, πρέπει να «αποκοπούν» ως προς αυτό. Για να περιοριστούν οι κίνδυνοι όσον αφορά τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα στο ελάχιστο δυνατόν, υπό τις συνθήκες αυτές, μία από τις επιλογές που έχουν τα μέρη είναι να υποβάλουν δεσμεύσεις προτείνοντας να αποκοπούν τα στοιχεία εκείνα της υφιστάμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας που δεν πρέπει υποχρεωτικά να εκποιηθούν. Πράγματι, η εκποιούμενη δραστηριότητα στην περίπτωση αυτή αποτελεί υφιστάμενη, αυτόνομη επιχείρηση, παρόλο που, μέσω μιας «αντίστροφης αποκοπής», τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να αποκόψουν ορισμένα στοιχεία, τα οποία μπορούν να διατηρήσουν. |
|
36. |
Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχθεί δεσμεύσεις που προβλέπουν αποκοπή επιχειρηματικής δραστηριότητας, παρά μόνο εάν βεβαιωθεί ότι, τουλάχιστον κατά τον χρόνο εκποίησης της επιχείρησης στον αγοραστή, αποτελεί βιώσιμη και αυτόνομη επιχείρηση και οι κίνδυνοι όσον αφορά τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητά της λόγω της αποκοπής περιορίζονται στο ελάχιστο δυνατόν. Τα μέρη πρέπει επομένως να εξασφαλίζουν, όπως αναλύεται λεπτομερώς παρακάτω στο σημείο 113, ότι η αποκοπή θα αρχίσει στη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, δηλαδή από την έκδοση της απόφασης έγκρισης της Επιτροπής μέχρι την ολοκλήρωση της εκποίησης (με την έννοια της νομικής και πραγματικής εκποίησης της επιχείρησης στον αγοραστή). Συνεπώς, στο τέλος της περιόδου αυτής θα εκποιηθεί μια βιώσιμη και αυτόνομη επιχείρηση. Αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή εάν η αποκοπή είναι ιδιαιτέρως δυσχερής, τα μέρη δύνανται να παράσχουν τον αναγκαίο βαθμό βεβαιότητας στην Επιτροπή προτείνοντας την εξεύρεση αρχικού αγοραστή, όπως αναλύεται λεπτομερέστερα παρακάτω στο σημείο 55. |
Εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, ιδίως σημάτων και αδειών εκμετάλλευσης
|
37. |
Η εκποίηση ορισμένων ειδικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούσαν προηγουμένως ενιαία και βιώσιμη επιχειρηματική δραστηριότητα δημιουργεί κινδύνους για τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της νέας επιχειρηματικής μονάδας. Αυτό ισχύει ιδίως σε περίπτωση που τα περιουσιακά στοιχεία προέρχονται από περισσότερα του ενός μέρη. Η λύση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή από την Επιτροπή παρά μόνον εάν εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα της επιχείρησης, παρά το γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία δεν αποτελούσαν ενιαία επιχείρηση κατά το παρελθόν. Αυτό μπορεί να ισχύει εφόσον τα μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία μπορούν ήδη να θεωρηθούν βιώσιμη και ανταγωνιστική επιχείρηση (37). Επίσης, η εκποίηση που περιλαμβάνει μόνο σήματα και τα αντίστοιχα μέσα παραγωγής ή/και διανομής δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής για τη δημιουργία προϋποθέσεων αποτελεσματικού ανταγωνισμού παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις (38). Στις περιπτώσεις αυτές, το σύνολο των σημάτων και των περιουσιακών στοιχείων πρέπει να είναι αρκετό για να πεισθεί η Επιτροπή ότι η νέα επιχείρηση θα καταστεί αμέσως βιώσιμη στα χέρια του κατάλληλου αγοραστή. |
|
38. |
Η εκποίηση δραστηριοτήτων κατά κανόνα κρίνεται προτιμότερη από τη χορήγηση αδειών εκμετάλλευσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (ΔΙ), δεδομένου ότι η χορήγηση των εν λόγω αδειών ενέχει περισσότερες αβεβαιότητες, δεν παρέχει τη δυνατότητα άμεσου ανταγωνισμού στην αγορά εκ μέρους του δικαιοδόχου, απαιτεί συνεχή σύνδεσμο με τα μέρη, που θα επιτρέπει ενδεχομένως στον δικαιοπάροχο να επηρεάζει τον δικαιοδόχο όσον αφορά την ανταγωνιστική του συμπεριφορά και μπορεί να οδηγήσει σε διενέξεις μεταξύ τους σχετικά με το περιεχόμενο και τους όρους και προϋποθέσεις της άδειας. Η χορήγηση άδειας εκμετάλλευσης, επομένως, κατά κανόνα δεν θεωρείται κατάλληλη, εφόσον φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα εκποίησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Στις περιπτώσεις που τα προβλήματα ανταγωνισμού προκύπτουν από τη θέση στην αγορά του κατόχου της τεχνολογίας ή των δικαιωμάτων ΔΙ, η εκποίηση των τελευταίων αποτελεί προτιμότερο διορθωτικό μέτρο, δεδομένου ότι καταργείται η μακροχρόνια σχέση μεταξύ της νέας μονάδας και των ανταγωνιστών της (39). Πάντως, η Επιτροπή δύναται να αποδεχθεί συμφωνίες παροχής άδειας εκμετάλλευσης ως εναλλακτική λύση έναντι της εκποίησης σε περιπτώσεις όπου, για παράδειγμα, η εκποίηση θα παρακώλυε την αποτελεσματική συνέχιση πραγματοποιούμενης έρευνας ή εφόσον η εκποίηση θα ήταν αδύνατη λόγω της φύσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας (40). Οι εν λόγω άδειες εκμετάλλευσης θα πρέπει να παρέχουν στον δικαιοδόχο τη δυνατότητα αποτελεσματικού ανταγωνισμού με τα μέρη, όπως σε περίπτωση εκποίησης. Κατά κανόνα πρόκειται για αποκλειστικές άδειες εκμετάλλευσης και δεν πρέπει να επιβάλλουν στον δικαιοδόχου κανένα περιορισμό ως προς το πεδίο χρήσης ή άλλο γεωγραφικό περιορισμό. Στις περιπτώσεις που μπορεί να υπάρξει αβεβαιότητα όσον αφορά το περιεχόμενο της άδειας εκμετάλλευσης ή τους όρους και τις προϋποθέσεις της, τα μέρη θα πρέπει να εκποιήσουν τα σχετικά δικαιώματα ΔΙ, αλλά με δυνατότητα να αποκτήσουν σχετική άδεια εκμετάλλευσης. Εάν υπάρχει αβεβαιότητα κατά πόσον η άδεια εκμετάλλευσης θα χορηγηθεί πράγματι σε κατάλληλο δικαιοδόχο, τα μέρη μπορούν να προτείνουν έναν αρχικό δικαιοδόχο ή μια εκ των προτέρων ρύθμιση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παρακάτω στο σημείο 56, ώστε να μπορεί η Επιτροπή να συνάγει με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας ότι θα εφαρμοσθεί το διορθωτικό μέτρο (41). |
Αλλαγή σήματος
|
39. |
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η Επιτροπή έχει δεχθεί δεσμεύσεις για χορήγηση αποκλειστικής, χρονικά περιορισμένης άδειας εκμετάλλευσης σήματος με σκοπό να δοθεί στον δικαιοδόχο η δυνατότητα να αλλάξει το σήμα του προϊόντος μέσα στο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα. Μετά την πρώτη φάση αυτών των δεσμεύσεων (χορήγηση της άδειας εκμετάλλευσης), τα μέρη δεσμεύονται σε μια δεύτερη φάση να μην κάνουν χρήση του σήματος (φάση black out). Σκοπός των δεσμεύσεων αυτών είναι να μπορέσουν να «περάσουν» οι πελάτες του δικαιοδόχου από το σήμα που καλύπτει η άδεια στο δικό του σήμα, ώστε να δημιουργηθεί ένας βιώσιμος ανταγωνιστής, χωρίς να γίνει οριστική εκποίηση του σήματος που καλύπτει η άδεια. |
|
40. |
Το διορθωτικό μέτρο της αλλαγής σήματος εμπεριέχει μεγαλύτερους κινδύνους όσον αφορά την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, σε σχέση με την εκποίηση, περιλαμβανομένης της εκποίησης σήματος, δεδομένου ότι είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν ο δικαιοδόχος θα επιτύχει να καθιερωθεί ως ενεργός ανταγωνιστής στην αγορά με το προϊόν που θα φέρει το νέο σήμα. Το εν λόγω διορθωτικό μέτρο μπορεί να είναι αποδεκτό εφόσον το επίμαχο σήμα χρησιμοποιείται ευρέως και ένα μεγάλο ποσοστό του κύκλου εργασιών του πραγματοποιείται σε αγορές εκτός εκείνων όπου έχουν εντοπισθεί προβλήματα ανταγωνισμού (42). Υπό τις συνθήκες αυτές, το διορθωτικό μέτρο αλλαγής σήματος πρέπει να εξασφαλίζει ότι με τη χορήγηση της άδειας εκμετάλλευσης θα διατηρηθεί πράγματι ανταγωνισμός στην αγορά σε διαρκή βάση και ότι ο δικαιοδόχος θα καταστεί αποτελεσματικός ανταγωνιστής μετά την αλλαγή του σήματος των προϊόντων. |
|
41. |
Δεδομένου ότι η επιτυχία των δεσμεύσεων αλλαγής σήματος συνδέεται ουσιαστικά με τη βιωσιμότητα του παρεχόμενου σήματος, πρέπει να τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις κατά την εκπόνηση των εν λόγω δεσμεύσεων. Πρώτον, το μεταβιβαζόμενο σήμα πρέπει να είναι γνωστό και αρκετά ισχυρό ώστε να εξασφαλίζεται τόσο η άμεση βιωσιμότητά του όσο και η οικονομική του επιβίωση κατά την περίοδο πραγματοποίησης της αλλαγής. Δεύτερον, ένα μέρος των περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με την παραγωγή ή τη διανομή των προϊόντων που κυκλοφορούν με το παρεχόμενο σήμα, ή η μεταφορά τεχνογνωσίας μπορεί να είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του μέτρου (43). Τρίτον, η άδεια εκμετάλλευσης πρέπει να είναι αποκλειστική και κατά κανόνα πλήρης, δηλαδή να μην περιορίζεται σε ορισμένο φάσμα προϊόντων σε συγκεκριμένη αγορά, και να περιλαμβάνει τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας ώστε οι πελάτες να αναγνωρίζουν το προϊόν του οποίου αλλάζει το σήμα και με το οποίο είναι εξοικειωμένοι. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στα μέρη να χρησιμοποιούν παρόμοιες λέξεις ή διακριτικά σημεία, δεδομένου ότι αυτό θα μπορούσε να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα της αλλαγής σήματος (44). Τέταρτον, τόσο η άδεια εκμετάλλευσης όσο και η περίοδος «black out» πρέπει να είναι αρκετά μακροχρόνιες, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαιτέρα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης, ώστε το διορθωτικό μέτρο της αλλαγής σήματος να έχει αποτελέσματα ανάλογα της εκποίησης. (45) |
|
42. |
Η ταυτότητα που υποψήφιου δικαιοδόχου θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την επιτυχία της δέσμευσης. Εάν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη αρκετών κατάλληλων δικαιοδόχων, που είναι ικανοί και έχουν ισχυρά κίνητρα να φέρουν σε πέρας την αλλαγή του σήματος, τα μέρη μπορούν να προτείνουν μια λύση όπως αυτή του «αρχικού αγοραστή» ή της «εκ των προτέρων ρύθμισης», σύμφωνα με τα αναφερόμενα παρακάτω στο σημείο 53. |
1.3. Ρήτρα μη επανεξαγοράς
|
43. |
Προκειμένου να διατηρηθεί το διαρθρωτικό αποτέλεσμα ενός διορθωτικού μέτρου, οι δεσμεύσεις πρέπει να προβλέπουν ότι η οντότητα που θα προκύψει από τη συγκέντρωση δεν μπορεί εν συνεχεία να αποκτήσει επιρροή (46) επί του συνόλου ή τμήματος της εκποιηθείσας επιχείρησης. Οι δεσμεύσεις θα πρέπει κατ' αρχήν να προβλέπουν ότι, για σημαντικό χρονικό διάστημα, συνήθως 10 ετών, δεν είναι δυνατή η εκ νέου απόκτηση ουσιαστικής επιρροής. Ωστόσο, οι δεσμεύσεις είναι επίσης δυνατόν να προβλέπουν παρέκκλιση που επιτρέπει στην Επιτροπή να απαλλάξει τα μέρη από την υποχρέωση αυτή, αν εν συνεχεία διαπιστώσει ότι η διάρθρωση της αγοράς έχει μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η απουσία επιρροής στην εκποιηθείσα επιχείρηση δεν είναι πλέον αναγκαία για να καταστεί η συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά. Ακόμη και χωρίς την ύπαρξη σχετικής ρήτρας, η επανεξαγορά της επιχείρησης θα αποτελούσε παραβίαση σιωπηρής υποχρέωσης που έχουν τα μέρη βάσει των δεσμεύσεων, δεδομένου ότι θα επηρέαζε την αποτελεσματικότητα των διορθωτικών μέτρων. |
1.4. Εναλλακτικές δεσμεύσεις εκποίησης: «πετράδια του στέμματος»
|
44. |
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εφαρμογή της λύσης της εκποίησης (μιας βιώσιμης επιχείρησης ικανής να επιλύσει τα προβλήματα ανταγωνισμού) που επέλεξαν τα μέρη, μπορεί να είναι αβέβαιη, για παράδειγμα, λόγω δικαιωμάτων προαιρέσεως τρίτων ή αβεβαιότητας ως προς τη δυνατότητα εκχώρησης σημαντικών συμβάσεων ή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ή αβεβαιότητας σχετικά με την εξεύρεση κατάλληλου αγοραστή. Παρόλα αυτά, τα μέρη ενδέχεται να θεωρούν ότι θα μπορέσουν να εκποιήσουν πολύ σύντομα την εν λόγω δραστηριότητα σε κατάλληλο αγοραστή. |
|
45. |
Στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή δεν μπορεί να διακινδυνεύσει να μην διατηρηθεί εντέλει αποτελεσματικός ανταγωνισμός. Ως εκ τούτου, θα αποδέχεται μόνο εκείνες τις δεσμεύσεις εκποίησης που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) να μην υπάρχει αβεβαιότητα — η πρώτη εκποίηση που προτείνεται στις δεσμεύσεις θα πρέπει να αποτελεί βιώσιμη επιχείρηση, και β) τα μέρη θα πρέπει να προτείνουν μια δεύτερη εναλλακτική εκποίηση, την οποία θα είναι υποχρεωμένα να πραγματοποιήσουν, αν δεν είναι σε θέση να τηρήσουν την πρώτη δέσμευση μέσα στο δεδομένο χρονικό πλαίσιο που προβλέπεται για την πρώτη εκποίηση (47). Αυτή η εναλλακτική δέσμευση, καταρχήν, πρέπει να αποτελεί ένα είδος «πετράδι του στέμματος» (48), δηλαδή να είναι τουλάχιστον εξίσου καλή με την πρώτη όσον αφορά τη δημιουργία βιώσιμου ανταγωνιστή, να μην υπάρχουν αβεβαιότητες ως προς την εφαρμογή της και να είναι δυνατή η ταχεία εφαρμογή της προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να υπερβεί η συνολική περίοδος εφαρμογής το διάστημα που θεωρείται συνήθως αποδεκτό στις συνθήκες της σχετικής αγοράς. Για να περιοριστούν οι κίνδυνοι κατά τη μεταβατική περίοδο, είναι απαραίτητο να εφαρμόζονται προσωρινά συντηρητικά μέτρα χωριστά σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται και στις δύο εναλλακτικές λύσεις εκποίησης. Επιπλέον, στη δέσμευση πρέπει να ορίζονται σαφή κριτήρια και αυστηρό χρονοδιάγραμμα ως προς τον τρόπο και τον χρόνο εκπλήρωσης της εναλλακτικής εκποίησης και η Επιτροπή θα απαιτεί να πραγματοποιείται σε συντομότερο διάστημα. |
|
46. |
Αν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς την πραγματοποίηση της εκποίησης λόγω δικαιωμάτων τρίτων ή ως προς την εξεύρεση κατάλληλου αγοραστή, οι δεσμεύσεις αυτού του είδους («πετράδι το στέμματος») και η λύση του «αρχικού αγοραστή» που αναλύεται παρακάτω στο σημείο 54 αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα, και τα μέρη μπορούν ως εκ τούτου να επιλέξουν μεταξύ των δύο. |
1.5. Μεταβίβαση σε κατάλληλο αγοραστή
|
47. |
Η εκποίηση δεν θα έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα παρά μόνον εάν και εφόσον η επιχείρηση μεταβιβασθεί σε κατάλληλο αγοραστή, στα χέρια του οποίου θα καταστεί ενεργός ανταγωνιστική δύναμη στην αγορά. Η ικανότητα μιας επιχείρησης να προσελκύσει κατάλληλο αγοραστή αποτελεί ήδη σημαντικό στοιχείο που λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή κατά την εκτίμηση της καταλληλότητας της προτεινόμενης δέσμευσης (49). Για να εξασφαλισθεί η εκποίηση της επιχείρησης σε κατάλληλο αγοραστή, οι δεσμεύσεις πρέπει να περιέχουν κριτήρια καταλληλότητας βάσει των οποίων η Επιτροπή θα κρίνει κατά πόσον η εκποίηση της επιχείρησης στον εν λόγω αγοραστή είναι δυνατόν να επιλύσει τα προβλήματα ανταγωνισμού που διαπιστώθηκαν. |
α) Καταλληλότητα του αγοραστή
|
48. |
Οι πάγιες απαιτήσεις που πρέπει να πληροί ο αγοραστής είναι οι ακόλουθες:
|
|
49. |
Οι πάγιες απαιτήσεις ως προς τον αγοραστή ενδέχεται να χρήζουν συμπλήρωσης κατά περίπτωση. Για παράδειγμα, σε ορισμένες περιπτώσεις ο αγοραστής θα πρέπει να ανήκει μάλλον στον βιομηχανικό παρά στον χρηματοπιστωτικό κλάδο (50). Κατά κανόνα, οι δεσμεύσεις θα πρέπει να περιέχουν σχετική ρήτρα, εφόσον, λόγω ειδικών περιστάσεων, ένας αγοραστής από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο μπορεί να μην είναι σε θέση ή να μην έχει τα κίνητρα να αναπτύξει την επιχείρηση ως βιώσιμη και ανταγωνιστική δύναμη στην αγορά, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι μπορεί να αποκτήσει την αναγκαία διαχειριστική ικανότητα (π.χ. με την πρόσληψη διοικητικών στελεχών που είναι έμπειρα στον σχετικό κλάδο), και επομένως η απόκτηση από τέτοιου είδους αγοραστή δεν θα λύσει τα προβλήματα ανταγωνισμού με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας. |
β) Εξεύρεση του κατάλληλου αγοραστή
|
50. |
Γενικά, υπάρχουν τρεις τρόποι για να εξασφαλισθεί η μεταβίβαση της επιχείρησης σε κατάλληλο αγοραστή. Πρώτον, η επιχείρηση μεταβιβάζεται μέσα σε ορισμένη προθεσμία από την έκδοση της απόφασης σε αγοραστή ο οποίος εγκρίνεται από την Επιτροπή βάσει των σχετικών απαιτήσεων. Δεύτερον, πέραν των προϋποθέσεων αυτών, οι δεσμεύσεις προβλέπουν ότι τα μέρη δεν πρέπει να ολοκληρώσουν την κοινοποιηθείσα πράξη προτού συνάψουν δεσμευτική συμφωνία για εκποίηση της επιχείρησης με αγοραστή τον οποίο εγκρίνει η Επιτροπή (ο λεγόμενος «αρχικός αγοραστής»). Τρίτον, τα μέρη βρίσκουν αγοραστή για την επιχείρηση και συνάπτουν δεσμευτική συμφωνία στη διάρκεια της διαδικασίας της Επιτροπής (51) (το λεγόμενο μέτρο «εκ των προτέρων ρύθμισης») (52). Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο τελευταίων επιλογών είναι ότι σε περίπτωση αρχικού αγοραστή, δεν είναι γνωστή στην Επιτροπή η ταυτότητα του τελευταίου πριν από την απόφαση έγκρισης. |
|
51. |
Η επιλογή του τρόπου μεταβίβασης εξαρτάται από τους κινδύνους που παρουσιάζει η συγκεκριμένη περίπτωση, και επομένως από τα στοιχεία που θα πείσουν την Επιτροπή με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας ότι η δέσμευση θα εφαρμοστεί. Αυτό θα εξαρτηθεί από τη φύση και το πεδίο δραστηριοτήτων της εκποιούμενης επιχείρησης, από τους κινδύνους υποβάθμισης της δραστηριότητας κατά τη μεταβατική περίοδο μέχρι την εκποίηση και από τυχόν αβεβαιότητες που ενέχει η μεταβίβαση και η υλοποίησή της, ιδίως από τους κινδύνους ως προς την εξεύρεση κατάλληλου αγοραστή. |
1. Πώληση της εκποιούμενης επιχείρησης μέσα σε ορισμένη προθεσμία από την έκδοση της απόφασης
|
52. |
Η πρώτη δυνατότητα συνίσταται στην πώληση της εκποιούμενης επιχείρησης από τα μέρη με βάση τις απαιτήσεις ως προς τον αγοραστή μέσα σε ορισμένη προθεσμία από την έκδοση της απόφασης. Η διαδικασία αυτή θα είναι κατά πάσα πιθανότητα κατάλληλη στις περισσότερες περιπτώσεις, υπό τον όρο ότι θα μπορούν να εξετασθούν αρκετοί αγοραστές για μια βιώσιμη επιχείρηση και ότι δεν θα υπάρξουν ειδικότερα ζητήματα που περιπλέκουν ή παρακωλύουν την εκποίηση. Εφόσον ο αγοραστής πρέπει να έχει ειδικά προσόντα, η διαδικασία αυτή μπορεί να είναι κατάλληλη, εφόσον υπάρχουν αρκετοί ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι αγοραστές που πληρούν τις συγκεκριμένες απαιτήσεις, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στις δεσμεύσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θα μπορέσει ενδεχομένως να συνάγει ότι η εκποίηση θα πραγματοποιηθεί και ότι δεν υπάρχουν λόγοι για αναστολή της κοινοποιηθείσας συγκέντρωσης μετά την απόφαση της Επιτροπής. |
2. Αρχικός αγοραστής
|
53. |
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μόνον η πρόταση αρχικού αγοραστή θα πείσει την Επιτροπή με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας ότι η επιχείρηση θα εκποιηθεί πραγματικά σε κατάλληλο αγοραστή. Τα μέρη, επομένως, πρέπει να αναλάβουν στις δεσμεύσεις την υποχρέωση να μην ολοκληρώσουν την κοινοποιηθείσα πράξη πριν από τη σύναψη δεσμευτικής συμφωνίας για την εκποίηση της επιχείρησης με αγοραστή τον οποίο θα εγκρίνει η Επιτροπή (53). |
|
54. |
Αυτό αφορά, πρώτον, τις περιπτώσεις όπου υπάρχουν σημαντικά εμπόδια για την εκποίηση, όπως δικαιώματα τρίτων ή αβεβαιότητες ως προς την εξεύρεση κατάλληλου αγοραστή (54). Στις περιπτώσεις αυτές, ο αρχικός αγοραστής θα πείσει την Επιτροπή με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας ότι οι δεσμεύσεις θα εφαρμοσθούν, δεδομένου ότι η δέσμευση παρέχει στα μέρη μεγαλύτερα κίνητρα να προβούν στην εκποίηση ώστε να μπορέσουν να ολοκληρώσουν στη δική τους συγκέντρωση. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα μέρη μπορούν να επιλέξουν μεταξύ της πρότασης αρχικού αγοραστή και μιας εναλλακτικής δέσμευσης εκποίησης, όπως προαναφέρθηκε στο σημείο 46. |
|
55. |
Δεύτερον, ο αρχικός αγοραστής μπορεί να είναι αναγκαίος σε περιπτώσεις όπου ανακύπτουν σημαντικοί κίνδυνοι για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και των προοπτικών πώλησης της εκποιούμενης επιχείρησης κατά τη μεταβατική περίοδο μέχρι την εκποίηση. Πρόκειται για περιπτώσεις όπου οι κίνδυνοι υποβάθμισης της εκποιούμενης επιχείρησης φαίνονται υψηλοί, κυρίως λόγω του ενδεχομένου απώλειας των εργαζομένων οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την επιχείρηση, ή όπου οι «ενδιάμεσοι» κίνδυνοι αυξάνονται, επειδή τα μέρη δεν είναι σε θέση να προβούν στη διαδικασία αποκοπής κατά τη μεταβατική περίοδο, καθώς η διαδικασία αυτή μπορεί να αρχίσει μόνο μετά τη σύναψη της συμφωνίας πώλησης και αγοράς με τον αγοραστή. Η λύση του αρχικού αγοραστή μπορεί να επιταχύνει τη μεταβίβαση της εκποιούμενης επιχείρησης —λόγω των αυξημένων κινήτρων που έχουν τα μέρη να προβούν στην εκποίηση για να μπορέσουν να ολοκληρώσουν τη δική τους συγκέντρωση— ώστε οι δεσμεύσεις να επιτρέψουν στην Επιτροπή να συνάγει με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας ότι οι κίνδυνοι αυτοί είναι περιορισμένοι και ότι θα πραγματοποιηθεί όντως η εκποίηση (55). |
3. Μέτρα εκ των προτέρων ρύθμισης
|
56. |
Η τρίτη δυνατότητα αφορά κυρίως τις περιπτώσεις όπου τα μέρη βρίσκουν αγοραστή και συνάπτουν μαζί του νομικά δεσμευτική συμφωνία που καθορίζει τα βασικά σημεία της εξαγοράς, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της Επιτροπής (56). Η Επιτροπή θα είναι σε θέση να κρίνει στην τελική της απόφαση κατά πόσον η μεταβίβαση της εκποιούμενης επιχείρησης στον συγκεκριμένο αγοραστή θα επιλύσει τα προβλήματα ανταγωνισμού. Αν η Επιτροπή επιτρέψει την κοινοποιηθείσα συγκέντρωση, δεν θα χρειαστεί να εκδώσει επιπλέον απόφαση και για την έγκριση του αγοραστή, και η ολοκλήρωση της πώλησης μπορεί να γίνει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. |
|
57. |
Η Επιτροπή είναι υπέρ των μέτρων εκ των προτέρων ρύθμισης, ιδίως σε περιπτώσεις που η ταυτότητα του αγοραστή είναι κρίσιμη για την αποτελεσματικότητα προτεινόμενου διορθωτικού μέτρου. Πρόκειται για περιπτώσεως όπου, στις συγκεκριμένες συνθήκες, ελάχιστοι υποψήφιοι αγοραστές μπορεί να θεωρηθούν κατάλληλοι, δεδομένου ιδίως ότι η εκποιούμενη επιχείρηση δεν είναι βιώσιμη αυτή καθαυτή, αλλά η βιωσιμότητα της θα εξασφαλισθεί μόνο με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του αγοραστή, ή για περιπτώσεως όπου ο αγοραστής πρέπει να έχει ειδικά χαρακτηριστικά προκειμένου το διορθωτικό μέτρο να επιλύσει τα προβλήματα ανταγωνισμού (57). Αν τα μέρη επιλέξουν τη λύση της εκ των προτέρων ρύθμισης συνάπτοντας δεσμευτική συμφωνία με κατάλληλο αγοραστή στη διάρκεια της διαδικασίας, η Επιτροπή μπορεί, υπό τις συνθήκες αυτές, να συνάγει με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας ότι οι δεσμεύσεις θα εφαρμοστούν χάρη στην πώληση σε κατάλληλο αγοραστή. Στις περιπτώσεις αυτές, η λύση του «αρχικού αγοραστή», με ειδικές απαιτήσεις ως προς την καταλληλότητα του αγοραστή, θα θεωρείται κατά κανόνα ισοδύναμη και αποδεκτή. |
2. Κατάργηση των δεσμών με τους ανταγωνιστές
|
58. |
Οι δεσμεύσεις εκποίησης ενδέχεται επίσης να χρησιμεύσουν για την κατάργηση των δεσμών μεταξύ των μερών και των ανταγωνιστών, εφόσον οι δεσμοί αυτοί συμβάλλουν στα προβλήματα ανταγωνισμού που δημιουργεί η συγκέντρωση. Η εκποίηση μειοψηφικής συμμετοχής σε κοινή επιχείρηση μπορεί να είναι αναγκαία για τη διακοπή του διαρθρωτικού δεσμού με σημαντικό ανταγωνιστή (58), ή, αντίστοιχα, η εκποίηση μειοψηφικής συμμετοχής σε ανταγωνιστή (59). |
|
59. |
Παρόλο που είναι προτιμότερη η εκποίηση των συμμετοχών αυτών, η Επιτροπή μπορεί κατ' εξαίρεση να δεχθεί την παραίτηση από δικαιώματα που συνδέονται με μειοψηφικές συμμετοχές σε ανταγωνιστή, εφόσον μπορεί να αποκλεισθεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες, ότι το οικονομικό όφελος που απορρέει από τη μειοψηφική συμμετοχή σε ανταγωνιστή θα δημιουργούσε από μόνο του προβλήματα ανταγωνισμού (60). Υπό τις συνθήκες αυτές, τα μέρη πρέπει να παραιτηθούν από όλα τα δικαιώματα που παρέχει η εν λόγω συμμετοχή και που επηρεάζουν την ανταγωνιστική συμπεριφορά, όπως η εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο, τα δικαιώματα αρνησικυρίας, καθώς και τα δικαιώματα πληροφόρησης (61). Η Επιτροπή μπορεί να αποδεχθεί την εν λόγω διακοπή του δεσμού με τον ανταγωνιστή, εάν η παραίτηση από τα δικαιώματα αυτά είναι καθολική και μόνιμη (62). |
|
60. |
Εφόσον προκύπτουν προβλήματα ανταγωνισμού από συμφωνίες με εταιρείες που προσφέρουν τα ίδια προϊόντα ή τις ίδιες υπηρεσίες, κατάλληλο διορθωτικό μέτρο μπορεί να είναι η λύση των σχετικών συμφωνιών, όπως συμφωνίες διανομής με ανταγωνιστές (63) ή συμφωνίες συντονισμού ορισμένων εμπορικών συμπεριφορών (64). Ωστόσο, η διακοπή μιας συμφωνίας διανομής δεν μπορεί από μόνη της να επιλύσει τα προβλήματα ανταγωνισμού, παρά μόνον εφόσον εξασφαλίζεται ότι στο μέλλον θα διανέμεται το προϊόν ενός ανταγωνιστή και ότι θα ασκείται πραγματική ανταγωνιστική πίεση στα μέρη. |
3. Άλλα διορθωτικά μέτρα
|
61. |
Παρόλο που είναι τα προτιμότερα διορθωτικά μέτρα, η εκποίηση ή η κατάργηση των δεσμών με τους ανταγωνιστές δεν είναι τα μόνα που μπορούν να εξαλείψουν ορισμένα προβλήματα ανταγωνισμού. Ωστόσο, αποτελούν κριτήριο αναφοράς για την αποτελεσματικότητα και τον ουσιαστικό χαρακτήρα των άλλων διορθωτικών μέτρων. Η Επιτροπή, ως εκ τούτου, μπορεί να δεχθεί άλλα είδη δεσμεύσεων, αλλά μόνον εφόσον το προτεινόμενο μέτρο είναι τουλάχιστον ισοδύναμο ως προς τα αποτελέσματά του με την εκποίηση (65). |
Παροχή πρόσβασης
|
62. |
Σε αρκετές περιπτώσεις, η Επιτροπή έχει δεχθεί διορθωτικά μέτρα που προβλέπουν την παροχή πρόσβασης σε βασική υποδομή, δίκτυα, βασική τεχνολογία, ιδίως διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τεχνογνωσία και άλλα δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, καθώς και σε απαραίτητα μέσα παραγωγής. Καταρχήν, τα μέρη επιτρέπουν την εν λόγω πρόσβαση σε τρίτους χωρίς διακρίσεις και υπό συνθήκες διαφάνειας. |
|
63. |
Είναι δυνατόν να υποβληθούν δεσμεύσεις για παροχή πρόσβασης σε υποδομή και δίκτυα προκειμένου να διευκολυνθεί η είσοδος ανταγωνιστών στην αγορά. Μπορεί να είναι αποδεκτές από την Επιτροπή, εφόσον υπάρχει αρκετά σαφής ένδειξη ότι θα υπάρξει πράγματι είσοδος νέων ανταγωνιστών που θα εξαλείψει κάθε σημαντικό εμπόδιο στην άσκηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού (66). Άλλα παραδείγματα τέτοιου είδους δεσμεύσεων είναι η παροχή πρόσβασης σε πλατφόρμες συνδρομητικής τηλεόρασης (67) και στην ενέργεια με προγράμματα για την αποδέσμευση φυσικού αερίου (68). Πολλές φορές δεν αρκούν μεμονωμένα μέτρα για να περιορισθούν αρκετά τα εμπόδια εισόδου, αλλά χρειάζεται δέσμη μέτρων που περιλαμβάνει εκποιήσεις σε συνδυασμό με δεσμεύσεις παροχής πρόσβασης ή ένα σύνολο δεσμεύσεων για τη γενικότερη διευκόλυνση της εισόδου ανταγωνιστών με ολόκληρη σειρά διαφορετικών μέτρων. Αν οι δεσμεύσεις αυτές καθιστούν πράγματι πιθανή την έγκαιρη είσοδο επαρκούς αριθμού νέων ανταγωνιστών, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν ανάλογο με την εκποίηση αποτέλεσμα για τον ανταγωνισμό στην αγορά. Αν δεν μπορεί να συναχθεί ότι η μείωση των εμποδίων εισόδου με τις προτεινόμενες δεσμεύσεις θα οδηγήσει κατά πάσα πιθανότητα στην είσοδο νέων ανταγωνιστών στην αγορά, η Επιτροπή θα απορρίψει την εν λόγω δέσμη διορθωτικών μέτρων (69). |
|
64. |
Δεσμεύσεις για την παροχή πρόσβασης χωρίς διακρίσεις σε υποδομή ή δίκτυα των συγχωνευόμενων μερών μπορούν επίσης να υποβληθούν για να εξασφαλισθεί ότι δεν θα υπάρξει σημαντική παρακώλυση του ανταγωνισμού συνεπεία αποκλεισμού της αγοράς. Σε αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή κατά το παρελθόν, δέχθηκε δεσμεύσεις που προέβλεπαν την παροχή πρόσβασης σε αγωγούς (70), καθώς και σε τηλεπικοινωνιακά και παρόμοια δίκτυα (71). Η Επιτροπή αποδέχεται τέτοιου είδους δεσμεύσεις, μόνο εάν μπορεί να συνάγει ότι θα είναι αποτελεσματικές και ότι κατά πάσα πιθανότητα θα επωφεληθούν οι ανταγωνιστές, ώστε να εξαλειφθούν τα προβλήματα αποκλεισμού της αγοράς. Σε ειδικές περιπτώσεις, ενδέχεται να είναι σκόπιμος ο συνδυασμός της εν λόγω δέσμευσης με πρόβλεψη αρχικού αγοραστή ή με εκ των προτέρων ρύθμιση ώστε να πεισθεί Επιτροπή με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας ότι η δέσμευση θα εφαρμοσθεί (72). |
|
65. |
Επίσης, ο έλεγχος βασικής τεχνολογίας ή δικαιωμάτων ΔΙ μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα αποκλεισμού των ανταγωνιστών που εξαρτώνται από την τεχνολογία ή τα δικαιώματα ΔΙ ως απαραίτητα μέσα για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στην αγορά επόμενων σταδίων. Αυτό αφορά, για παράδειγμα, περιπτώσεις όπου προκύπτουν προβλήματα ανταγωνισμού, λόγω της πιθανότητας να παρακρατήσουν τα μέρη πληροφορίες αναγκαίες για τη διαλειτουργικότητα διαφορετικών εξοπλισμών. Στις περιπτώσεις αυτές, οι δεσμεύσεις για παροχή των αναγκαίων πληροφοριών στους ανταγωνιστές, μπορεί να εξαλείψουν τα προβλήματα ανταγωνισμού (73). Επίσης, σε τομείς όπου οι δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις συνήθως πρέπει να συνεργάζονται παρέχοντας αμοιβαία άδειες εκμετάλλευσης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, οι ανησυχίες μήπως η νέα επιχειρηματική μονάδα δεν έχει πλέον κίνητρα να χορηγεί τις άδειες αυτές στον ίδιο βαθμό και υπό τους ίδιους όρους όπως προηγουμένως, μπορεί να εξαλειφθούν με δεσμεύσεις για χορήγηση των αδειών εκμετάλλευσης στην ίδια βάση και στο μέλλον (74). Στις περιπτώσεις αυτές, οι δεσμεύσεις θα πρέπει να προβλέπουν τη χορήγηση μη αποκλειστικών αδειών εκμετάλλευσης ή την κοινοποίηση πληροφοριών σε μη αποκλειστική βάση σε όλους τους τρίτους που εξαρτώνται από τα δικαιώματα ΔΙ ή τις πληροφορίες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζεται ώστε οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης αδειών εκμετάλλευσης να μην παρακωλύουν την αποτελεσματική εφαρμογή του εν λόγω διορθωτικού μέτρου. Εάν στη σχετική αγορά δεν υπάρχουν σαφώς καθορισμένοι όροι και προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδειών εκμετάλλευσης, αυτοί οι τελευταίοι, ιδίως η τιμολόγηση, θα πρέπει να προκύπτουν σαφώς από τις δεσμεύσεις (π.χ. συστήματα τιμολόγησης). Μια εναλλακτική λύση ενδέχεται να είναι η χρήση αδειών εκμετάλλευσης χωρίς καταβολή δικαιωμάτων. Επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, η χορήγηση αδειών εκμετάλλευσης ενδέχεται να περιλαμβάνει και τη μετάδοση στον δικαιοπάροχο ευαίσθητων πληροφοριών σχετικά με την ανταγωνιστική συμπεριφορά των δικαιοδόχων που δραστηριοποιούνται ως ανταγωνιστές στην αγορά των επόμενων σταδίων, π.χ. τον αριθμό των αδειών εκμετάλλευσης που χρησιμοποιούνται στην εν λόγω αγορά. Στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι κατάλληλο το διορθωτικό μέτρο, στις δεσμεύσεις θα πρέπει να αποκλείονται τέτοια προβλήματα εμπιστευτικότητας. Γενικότερα, όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο σημείο, η Επιτροπή θα αποδέχεται τέτοιου είδους δεσμεύσεις, μόνο εάν μπορεί να συναχθεί ότι θα είναι αποτελεσματικές και ότι οι ανταγωνιστές θα επωφεληθούν κατά πάσα πιθανότητα από αυτές. |
|
66. |
Οι δεσμεύσεις παροχής πρόσβασης έχουν συχνά περίπλοκο χαρακτήρα και περιλαμβάνουν κατ' ανάγκη γενική αναφορά των όρων και προϋποθέσεων υπό τις οποίες παρέχεται η πρόσβαση. Για να είναι αποτελεσματικές, οι δεσμεύσεις αυτές πρέπει να προβλέπουν τους αναγκαίους διαδικαστικούς κανόνες για τον έλεγχο της εφαρμογής τους, όπως απαίτηση χωριστών λογαριασμών για την υποδομή ώστε να αξιολογείται το σχετικό κόστος (75), καθώς και κατάλληλα μέσα ελέγχου. Καταρχήν, ο έλεγχος αυτός πρέπει να γίνεται από τους ίδιους τους φορείς της αγοράς, π.χ. από τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να επωφεληθούν από τις δεσμεύσεις. Μεταξύ των μέτρων που επιτρέπουν στους ίδιους τους τρίτους να επιβάλουν την εφαρμογή των δεσμεύσεων είναι ιδίως η πρόσβαση σε μηχανισμό ταχείας επίλυσης διαφορών με διαδικασία διαιτησίας (από κοινού με τον εντολοδόχο) (76) ή με διαδικασία διαιτησίας στην οποία συμμετέχουν εθνικές ρυθμιστικές αρχές, αν υπάρχουν στις σχετικές αγορές (77). Αν η Επιτροπή μπορεί να συνάγει ότι οι προβλεπόμενοι στις δεσμεύσεις μηχανισμοί θα επιτρέψουν στους ίδιους τους φορείς της αγοράς να τους επιβάλουν αποτελεσματικά και έγκαιρα, δεν απαιτείται μόνιμος έλεγχος των δεσμεύσεων εκ μέρους της. Στις περιπτώσεις αυτές, η παρέμβαση της Επιτροπής δεν είναι αναγκαία παρά μόνο αν τα μέρη δεν συμμορφώνονται με τις λύσεις που δόθηκαν από αυτούς τους μηχανισμούς επίλυσης των διαφορών (78). Πάντως, η Επιτροπή δεν θα δέχεται τέτοιου είδους δεσμεύσεις παρά μόνον εφόσον δεν κινδυνεύει η αποτελεσματικότητά τους εξαρχής λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα τους και εφόσον οι μηχανισμοί ελέγχου που προτείνονται εξασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή τους και ο μηχανισμός επιβολής τους έχει έγκαιρα αποτελέσματα (79). |
Τροποποίηση των μακροπρόθεσμων συμβάσεων αποκλειστικότητας
|
67. |
Λόγω της μεταβολής που επιφέρει στη διάρθρωση της αγοράς η σχεδιαζόμενη συγκέντρωση, οι υφιστάμενες συμβατικές ρυθμίσεις μπορεί να καταστούν δυσμενείς για την άσκηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Αυτό αφορά ιδίως τις αποκλειστικές μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας, εάν οι εν λόγω συμφωνίες αποκλείουν τη συμμετοχή ανταγωνιστών στα προηγούμενα στάδια της αγοράς είτε την πρόσβαση στην πελατεία στα επόμενα στάδια. Εφόσον η νέα επιχειρηματική μονάδα θα έχει τη δυνατότητα και τα κίνητρα να αποκλείσει κατ' αυτό τον τρόπο τους ανταγωνιστές της, οι εν λόγω συνέπειες από τις υφιστάμενες συμβάσεις αποκλειστικότητας μπορεί να συμβάλουν σε σημαντική παρεμπόδιση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού (80). |
|
68. |
Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να κριθεί σκόπιμη η λύση ή τροποποίηση των υφιστάμενων αποκλειστικών συμφωνιών για την επίλυση των προβλημάτων ανταγωνισμού (81). Πάντως, η Επιτροπή πρέπει να διαπιστώνει σαφώς από τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει, ότι δεν θα διατηρηθεί καμία de facto αποκλειστικότητα. Επιπλέον, η εν λόγω τροποποίηση μακροπρόθεσμων συμφωνιών θα είναι επαρκής, μόνο εάν εντάσσεται στο πλαίσιο ενός συνόλου διορθωτικών μέτρων για την επίλυση των προβλημάτων ανταγωνισμού που διαπιστώθηκαν. |
Άλλα διορθωτικά μέτρα εκτός από την εκποίηση
|
69. |
Όπως αναφέρεται παραπάνω στο σημείο 17, μη διαρθρωτικά είδη διορθωτικών μέτρων, όπως η υπόσχεση των μερών να μην υιοθετούν ορισμένες εμπορικές συμπεριφορές (π.χ. ομαδοποίηση προϊόντων), κατά κανόνα δεν εξαλείφουν τα προβλήματα ανταγωνισμού που προκύπτουν από οριζόντιες επικαλύψεις. Σε κάθε περίπτωση, ενδέχεται να είναι δύσκολο να εξασφαλισθεί ο απαιτούμενος βαθμός αποτελεσματικότητας ενός τέτοιου μέτρου λόγω της απουσίας αποτελεσματικού ελέγχου της εφαρμογής του, όπως αναφέρθηκε ήδη παραπάνω στα σημεία 13 επόμενα (82). Πράγματι, μπορεί να είναι αδύνατο για την Επιτροπή να βεβαιωθεί κατά πόσον τηρείται η δέσμευση, αλλά και για άλλους φορείς της αγοράς, όπως οι ανταγωνιστές, να διαπιστώσουν καν ή με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας κατά πόσον τα μέρη συμμορφώνονται με τους όρους της δέσμευσης στην πράξη. Επιπλέον, οι ανταγωνιστές μπορεί επίσης να μην έχουν κίνητρο να ειδοποιήσουν την Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν ωφελούνται άμεσα από τις δεσμεύσεις. Επομένως η Επιτροπή δεν δύναται να εξετάζει άλλα είδη διορθωτικών μέτρων εκτός από την εκποίηση, όπως υποσχέσεις τήρησης συμπεριφοράς, παρά μόνο κατ' εξαίρεση σε ειδικές περιπτώσεις, όπως για προβλήματα ανταγωνισμού που προκύπτουν σε διαγώνιες συγκεντρώσεις (83). |
Διάρκεια των διορθωτικών μέτρων εκτός της εκποίησης
|
70. |
Η Επιτροπή δύναται να δεχθεί τον χρονικό περιορισμό διορθωτικών μέτρων εκτός της εκποίησης. Η δυνατότητα αποδοχής χρονικού περιορισμού και διάρκειας του μέτρου θα εξαρτηθεί από τις συγκεκριμένες συνθήκες της υπόθεσης και δεν μπορεί να προκαθοριστεί με γενικό τρόπο στην παρούσα ανακοίνωση. |
4. Ρήτρα επανεξέτασης
|
71. |
Ανεξάρτητα από το είδος του διορθωτικού μέτρου, οι δεσμεύσεις συνήθως περιέχουν ρήτρα αναθεώρησης (84), ώστε να μπορεί η Επιτροπή, εφόσον το ζητήσουν τα μέρη με τη δέουσα αιτιολόγηση, να χορηγήσει παράταση των προθεσμιών ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, απαλλαγή από τις δεσμεύσεις, τροποποίηση ή αντικατάστασή τους. |
|
72. |
Η τροποποίηση των δεσμεύσεων με την παράταση των προθεσμιών είναι κυρίως κατάλληλη για δεσμεύσεις εκποίησης. Τα μέρη πρέπει να υποβάλουν αίτηση παράτασης εντός της οριζομένης προθεσμίας. Εφόσον ζητούν παράταση για την πρώτη περίοδο της εκποίησης, η Επιτροπή θα θεωρήσει βάσιμη την αίτησή τους, εάν τα μέρη δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την προθεσμία για λόγους για τους οποίους δεν φέρουν ευθύνη και αν μπορεί να αναμένεται ότι θα επιτύχουν εν συνεχεία την εκποίηση της επιχείρησης μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Διαφορετικά, ο εντολοδόχος της εκποίησης ενδέχεται να είναι καλύτερα σε θέση να προβεί στην πράξη αυτή και να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις των μερών. |
|
73. |
Η Επιτροπή δύναται να επιτρέψει την απαλλαγή από τις δεσμεύσεις ή τροποποιήσεις ή αντικατάστασή τους μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η περίπτωση αυτή σπανίως αφορά δεσμεύσεις εκποίησης. Δεδομένου ότι οι εν λόγω δεσμεύσεις πρέπει να εφαρμοστούν σε σύντομο χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης, είναι πολύ απίθανο μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να έχουν προκύψει μεταβολές στις συνθήκες της αγοράς, και η Επιτροπή συνήθως δεν δέχεται τροποποιήσεις με βάση τη γενική ρήτρα επανεξέτασης. Για ειδικές περιπτώσεις, οι δεσμεύσεις συνήθως προβλέπουν πιο στοχευμένες ρήτρες επανεξέτασης (85). |
|
74. |
Η απαλλαγή από δεσμεύσεις, η τροποποίηση ή η αντικατάστασή τους μπορεί να είναι πιο πρόσφορες στις περιπτώσεις όπου δεν προβλέπεται εκποίηση, όπως δεσμεύσεις για παροχή πρόσβασης, που είναι πιθανό να ισχύουν επί αρκετά χρόνια και για τις οποίες δεν είναι δυνατόν, κατά την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής, να προβλεφθούν όλα τα ενδεχόμενα. Η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που δικαιολογούν την εν λόγω απαλλαγή, τροποποίηση ή αντικατάσταση δύναται να γίνει δεκτή, πρώτον, εάν τα μέρη αποδεικνύουν ότι οι συνθήκες της αγοράς έχουν μεταβληθεί σημαντικά και οριστικά. Για να αποδειχθεί αυτό, πρέπει να μεσολαβήσει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως ορισμένα χρόνια, μεταξύ της απόφασης της Επιτροπής και της αίτησης που υποβάλλουν τα μέρη. Δεύτερον, εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί επίσης να επικρατούν, εάν τα μέρη αποδεικνύουν ότι, με βάση την εμπειρία από την εφαρμογή του διορθωτικού μέτρου, ο επιδιωκόμενος στόχος θα επιτευχθεί καλύτερα, εάν τροποποιηθούν οι όροι εφαρμογής της δέσμευσης. Για κάθε απαλλαγή, τροποποίηση ή αντικατάσταση όσον αφορά τις δεσμεύσεις, η Επιτροπή θα λαμβάνει επίσης υπόψη τη γνώμη τρίτων και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η τροποποίηση στη θέση τρίτων και, συνεπώς, στη γενικότερη αποτελεσματικότητα του μέτρου. Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή θα εξετάζει, επίσης, κατά πόσον οι τροποποιήσεις θίγουν δικαιώματα που έχουν ήδη αποκτήσει τρίτοι μετά την εφαρμογή του διορθωτικού μέτρου (86). |
|
75. |
Εάν κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης της Επιτροπής, για ειδικούς λόγους, δεν μπορούν να προβλεφθούν όλα τα ενδεχόμενα σχετικά με την εφαρμογή των εν λόγω δεσμεύσεων, μπορεί επίσης να είναι σκόπιμο να περιληφθεί από τα μέρη στις δεσμεύσεις μια ρήτρα που επιτρέπει στην Επιτροπή να επιφέρει η ίδια σ' αυτές περιορισμένες τροποποιήσεις. Οι εν λόγω τροποποιήσεις μπορεί να είναι αναγκαίες, εάν οι αρχικές δεσμεύσεις δεν έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα που καθορίζονται σ' αυτές, και επομένως δεν εξαλείφουν αποτελεσματικά τα προβλήματα ανταγωνισμού. Διαδικαστικά, τα μέρη είναι δυνατόν να υποχρεωθούν σ' αυτές τις περιπτώσεις να προτείνουν αλλαγή των δεσμεύσεων προκειμένου να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που καθορίζεται σ' αυτές, ή η Επιτροπή δύναται, αφού ακούσει τη γνώμη των μερών, να τροποποιήσει ή ίδια τους όρους και τις υποχρεώσεις για τον σκοπό αυτό. Αυτού του είδους η ρήτρα θα περιορίζεται κατά κανόνα στις περιπτώσεις όπου, λόγω ειδικών συνθηκών, υπάρχει κίνδυνος να μην εφαρμοσθούν αποτελεσματικά οι δεσμεύσεις. Οι εν λόγω ρήτρες έχουν χρησιμοποιηθεί, για παράδειγμα, σχετικά με τους όρους εφαρμογής των προγραμμάτων ελευθέρωσης όγκου φυσικού αερίου (87). |
|
76. |
Η Επιτροπή δύναται, κατόπιν αιτήσεως, να εκδώσει επίσημη απόφαση για κάθε απαλλαγή, τροποποίηση ή αντικατάσταση όσον αφορά τις δεσμεύσεις ή απλώς να διαπιστώσει επίσημα ότι τα μέρη τροποποίησαν ικανοποιητικά το διορθωτικό μέτρο, εφόσον οι εν λόγω τροποποιήσεις βελτιώνουν την αποτελεσματικότητά του και επιβάλλουν νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις στα μέρη, π.χ. μέσω συμβατικών ρυθμίσεων. Η μεταβολή των δεσμεύσεων κατά κανόνα παράγει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον (ex nunc). Συνεπώς, η τροποποίηση των δεσμεύσεων δεν θεραπεύει αναδρομικά οποιαδήποτε παράβασή τους η οποία έλαβε χώρα πριν από την τροποποίηση. Η Επιτροπή δύναται, επομένως, κατά περίπτωση, να κινήσει διαδικασία για τις εν λόγω παραβάσεις βάσει των άρθρων 14 και 15 του κανονισμού συγκεντρώσεων. |
IV. ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΔΕΣΜΕΥΣΕΩΝ
1. Φάση I
|
77. |
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού συγκεντρώσεων, η Επιτροπή δύναται να κηρύξει μια συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά και πριν από την κίνηση διαδικασίας, εφόσον διαπιστώνει ότι, κατόπιν τροποποιήσεων, η κοινοποιηθείσα συγκέντρωση δεν δημιουργεί πλέον σοβαρές αμφιβολίες κατά την έννοια της παραγράφου 1 στοιχείο γ). |
|
78. |
Τα μέρη μπορούν να υποβάλουν ανεπίσημα προτάσεις δεσμεύσεων στην Επιτροπή, ακόμη και πριν από την κοινοποίηση. Τα μέρη πρέπει να υποβάλουν τις δεσμεύσεις εντός το πολύ 20 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης (88). Η Επιτροπή ενημερώνει τα μέρη εάν έχει σοβαρές αμφιβολίες εγκαίρως πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής (89). Εφόσον τα μέρη υποβάλουν δεσμεύσεις, η προθεσμία για την έκδοση απόφασης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού συγκεντρώσεων παρατείνεται από 25 σε 35 εργάσιμες ημέρες (90). |
|
79. |
Για να αποτελέσουν τη βάση απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2, οι προτάσεις δεσμεύσεων πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
|
80. |
Οι προτάσεις που υποβάλλουν τα μέρη σύμφωνα με τις απαιτήσεις αυτές θα αξιολογούνται από την Επιτροπή. Η Επιτροπή θα ζητά τη γνώμη των αρχών των κρατών μελών σχετικά με τις προτεινόμενες δεσμεύσεις, καθώς και τρίτων, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, στο πλαίσιο διαβούλευσης με τους παράγοντες της αγοράς, ιδίως τρίτων και αναγνωρισμένων εκπροσώπων (92) των εργαζομένων που θίγονται άμεσα από τα προτεινόμενα μέτρα. Στις αγορές όπου υπάρχουν εθνικές ρυθμιστικές αρχές, η Επιτροπή δύναται επίσης, κατά περίπτωση, να ζητήσει τη γνώμη της αρμόδιας εθνικής ρυθμιστικής αρχής (93). Επιπλέον, σε περιπτώσεις που αφορούν γεωγραφικές αγορές ευρύτερες από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) ή στις περιπτώσεις όπου, για λόγους που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα της επιχείρησης, το πεδίο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που πρόκειται να εκποιηθούν είναι ευρύτερο από τη γεωγραφική έκταση του ΕΟΧ, το εμπιστευτικό κείμενο των προτεινόμενων διορθωτικών μέτρων μπορεί επίσης να συζητηθεί με αρχές ανταγωνισμού χωρών εκτός του ΕΟΧ, στο πλαίσιο των συμφωνιών διμερούς συνεργασίας που έχει η Επιτροπή με τις χώρες αυτές. |
|
81. |
Οι δεσμεύσεις που υποβάλλονται στη φάση Ι μπορούν να γίνουν αποδεκτές μόνον εφ' όσον το πρόβλημα ανταγωνισμού εντοπίζεται άμεσα και μπορεί να επιλυθεί εύκολα (94). Το πρόβλημα ανταγωνισμού πρέπει, επομένως, να είναι τόσο άμεσο και τα διορθωτικά μέτρα τόσο συγκεκριμένα ώστε να μην υπάρχει ανάγκη έρευνας σε βάθος και οι δεσμεύσεις να είναι επαρκείς ώστε να αποκλείονται σαφώς οι «σοβαρές αμφιβολίες» κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού συγκεντρώσεων (95). Εφόσον από την αξιολόγηση επιβεβαιώνεται ότι οι προτεινόμενες δεσμεύσεις αίρουν τους λόγους για σοβαρές αμφιβολίες στη βάση αυτή, η Επιτροπή εγκρίνει τη συγκέντρωση στη φάση Ι. |
|
82. |
Λόγω των χρονικών περιορισμών που υπάρχουν η φάση Ι, είναι ιδιαίτερα σημαντική η έγκαιρη υποβολή στην Επιτροπή των απαιτούμενων πληροφοριών από τα μέρη, ώστε να αξιολογηθεί σωστά το περιεχόμενο και η αποτελεσματικότητα των δεσμεύσεων, καθώς και η καταλληλότητά τους να διατηρήσουν σε μόνιμη βάση συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Αν τα μέρη δεν συμμορφωθούν με την υποχρέωση που επιβάλλει ο εκτελεστικός κανονισμός, η Επιτροπή ενδέχεται να μην είναι σε θέση να συνάγει ότι οι προτεινόμενες δεσμεύσεις θα άρουν τις σοβαρές αμφιβολίες. |
|
83. |
Εφόσον από την αξιολόγηση προκύπτει ότι οι δεσμεύσεις που προτείνονται δεν είναι επαρκείς για την εξάλειψη των προβλημάτων ανταγωνισμού που δημιουργεί η συγκέντρωση, τα μέρη θα ενημερώνονται σχετικά. Δεδομένου ότι σκοπός των διορθωτικών μέτρων στην φάση Ι είναι να δοθεί σαφής απάντηση σε ένα ευθέως εντοπιζόμενο πρόβλημα ανταγωνισμού, δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές παρά περιορισμένες μόνο τροποποιήσεις στις προτεινόμενες δεσμεύσεις. Οι εν λόγω τροποποιήσεις, που υποβάλλονται ως άμεση απάντηση κατόπιν των διαβουλεύσεων, μπορεί να περιλαμβάνουν διευκρινίσεις, εξειδικεύσεις ή/και άλλες βελτιώσεις για την εξασφάλιση της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των δεσμεύσεων. Ωστόσο, αυτές οι τροποποιήσεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτές παρά μόνο στις περιπτώσεις που εξασφαλίζεται η δυνατότητα της Επιτροπής να προβεί σε ορθή αξιολόγηση των δεσμεύσεων (96). |
|
84. |
Αν από την τελική αξιολόγηση της Επιτροπής σε μια υπόθεση προκύπτει ότι δεν υπάρχουν προβλήματα ανταγωνισμού σε μία ή περισσότερες αγορές, τα μέρη ενημερώνονται σχετικά και μπορούν να αποσύρουν τις άνευ λόγου δεσμεύσεις τους για τις εν λόγω αγορές. Αν δεν τις αποσύρουν, ή Επιτροπή κατά κανόνα τις αγνοεί στην απόφασή της. Σε κάθε περίπτωση, η έγκριση της πράξης δεν εξαρτάται από τις εν λόγω προτάσεις δεσμεύσεων. |
|
85. |
Εφόσον τα μέρη ενημερωθούν για την πρόθεση της Επιτροπής να υποστηρίξει στην τελική της απόφαση ότι η πράξη δημιουργεί προβλήματα ανταγωνισμού σε συγκεκριμένη αγορά, εναπόκειται σ' αυτά να προτείνουν δεσμεύσεις. Η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς οποιουσδήποτε όρους στην εγκριτική της απόφαση, αλλά μόνο βάσει των δεσμεύσεων που υποβάλλουν τα μέρη (97). Πάντως, η Επιτροπή θα εξετάζει αν οι δεσμεύσεις που υπέβαλαν τα μέρη είναι ανάλογες με τα προβλήματα ανταγωνισμού, προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον θα τις περιλάβει ως όρους ή υποχρεώσεις στην τελική της απόφαση (98). Παρόλα αυτά, πρέπει να τονισθεί ότι η πρόταση δεσμεύσεων πρέπει απαραιτήτως να περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εκπλήρωση των βασικών προϋποθέσεων αποδοχής των δεσμεύσεων σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στα σημεία 9 επόμενα. Η παρούσα παράγραφος καθώς και η προηγούμενη ισχύουν και για τις δεσμεύσεις που υποβάλλονται στη φάση ΙΙ. |
|
86. |
Αν η Επιτροπή συνάγει ότι οι δεσμεύσεις που προτείνονται από τα μέρη δεν αίρουν τις σοβαρές αμφιβολίες, εκδίδει απόφαση βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και κινεί τη σχετική διαδικασία. |
2. Φάση II
|
87. |
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού συγκεντρώσεων, η Επιτροπή πρέπει να κηρύξει μια συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά, εφόσον κατόπιν τροποποιήσεων η κοινοποιηθείσα συγκέντρωση δεν παρακωλύει πλέον σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού συγκεντρώσεων. |
|
88. |
Οι δεσμεύσεις που προτείνονται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2, πρέπει να υποβάλλονται το αργότερο εντός 65 εργάσιμων ημερών από την ημέρα κίνησης της διαδικασίας. Εφόσον έχουν παραταθεί οι προθεσμίες για έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού συγκεντρώσεων, παρατείνεται αυτόματα κατά τον ίδιο αριθμό ημερών και η προθεσμία για την υποβολή διορθωτικών μέτρων (99). Η Επιτροπή δύναται να δεχθεί δεσμεύσεις που υποβάλλονται για πρώτη φορά μετά την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αίτηση των μερών για παράταση της προθεσμίας πρέπει να ληφθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας και να εκθέτει τις εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες, κατά τη γνώμη τους, τη δικαιολογούν. Εκτός από την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, η παράταση είναι δυνατή μόνον εφόσον υπάρχει αρκετός χρόνος για τη δέουσα αξιολόγηση της πρότασης από την Επιτροπή και για την πραγματοποίηση κατάλληλων διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη και τους τρίτους (100). |
|
89. |
Το ζήτημα κατά πόσον θα παραταθεί η προθεσμία για την έκδοση οριστικής απόφασης από την Επιτροπή λόγω της υποβολής διορθωτικών μέτρων, εξαρτάται από το χρονικό σημείο της διαδικασίας κατά το οποίο υποβάλλονται οι δεσμεύσεις. Εφόσον τα μέρη υποβάλλουν δεσμεύσεις πριν από την πάροδο 55 εργάσιμων ημερών από την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή πρέπει να λάβει οριστική απόφαση το αργότερο μέσα σε 90 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κίνησης της διαδικασίας (101). Εφόσον τα μέρη υποβάλλουν δεσμεύσεις μετά την 55η εργάσιμη ημέρα από την κίνηση της διαδικασίας (ακόμη και μετά την 65η εργάσιμη ημέρα, εάν οι εν λόγω δεσμεύσεις πρέπει να γίνουν αποδεκτές λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, όπως προαναφέρθηκε στο σημείο 88), η προθεσμία για την έκδοση οριστικής απόφασης από την Επιτροπή αυξάνεται σε 105 εργάσιμες ημέρες σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο. Εφόσον τα μέρη υποβάλλουν δεσμεύσεις πριν από την πάροδο 55 εργάσιμων ημερών, αλλά υποβάλλουν τροποποιημένη εκδοχή μετά την 55η ημέρα, η προθεσμία για την έκδοση οριστικής απόφασης αυξάνεται επίσης σε 105 εργάσιμες ημέρες. |
|
90. |
Η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να συζητήσει την υποβολή κατάλληλων δεσμεύσεων αρκετά πριν από τη λήξη της προθεσμίας των 65 εργάσιμων ημερών. Τα μέρη προτρέπονται να υποβάλουν σχέδιο προτάσεων τόσο επί της ουσίας όσο και για τα ζητήματα εφαρμογής που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των δεσμεύσεων. Αν τα μέρη πιστεύουν ότι χρειάζεται περισσότερος χρόνος για τη διερεύνηση των προβλημάτων ανταγωνισμού και την εκπόνηση των κατάλληλων δεσμεύσεων, δύνανται επίσης να προτείνουν στην Επιτροπή παράταση της τελικής προθεσμίας βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο. Το σχετικό αίτημα θα πρέπει να υποβάλλεται πριν από τη λήξη της προθεσμίας των 65 εργάσιμων ημερών. Πράγματι, η Επιτροπή συνήθως δεν παρατείνει την προθεσμία για την έκδοση οριστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, εφόσον η σχετική αίτηση παράτασης υποβάλλεται μετά την πάροδο της προθεσμίας υποβολής διορθωτικών μέτρων που προβλέπει ο εκτελεστικός κανονισμός, δηλαδή μετά την 65η εργάσιμη ημέρα (102). |
|
91. |
Για να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις απόφασης με βάση το άρθρο 8 παράγραφος 2, οι δεσμεύσεις πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
|
92. |
Οι προτάσεις που υποβάλλουν τα μέρη σύμφωνα με τους όρους αυτούς θα αξιολογούνται από την Επιτροπή. Αν από την αξιολόγηση διαπιστωθεί ότι οι προτεινόμενες δεσμεύσεις αίρουν τις σοβαρές αμφιβολίες (εφόσον δεν έχει ακόμη γίνει κοινοποίηση αιτιάσεων από την Επιτροπή) ή τα προβλήματα ανταγωνισμού που αναφέρονται στην κοινοποίηση αιτιάσεων, κατόπιν των διαβουλεύσεων που προαναφέρθηκαν στο σημείο 80, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση έγκρισης υπό όρους. |
|
93. |
Αντίθετα, εφόσον από την αξιολόγηση συνάγεται ότι οι προτεινόμενες δεσμεύσεις δεν κρίνονται επαρκείς για την επίλυση των προβλημάτων ανταγωνισμού που δημιουργεί η συγκέντρωση, τα μέρη ενημερώνονται σχετικά (104). |
|
94. |
Ο κανονισμός συγκεντρώσεων δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να δέχεται δεσμεύσεις μετά τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας υποβολής διορθωτικών μέτρων, εκτός αν δεχθεί να αξιολογήσει δεσμεύσεις υπό ειδικές περιστάσεις (105). Ως εκ τούτου, εφόσον τα μέρη τροποποιήσουν τις προταθείσες δεσμεύσεις μετά την προθεσμία των 65 εργάσιμων ημερών, η Επιτροπή θα δεχθεί αυτές τις τροποποιήσεις μόνον εφόσον μπορεί να διαπιστώσει σαφώς —με βάση τις πληροφορίες που έχει ήδη λάβει στη διάρκεια της έρευνας, ιδίως τα αποτελέσματα προηγούμενης διαβούλευσης με τους παράγοντες της αγοράς, και χωρίς να χρειασθεί να προβεί σε άλλες τέτοιες διαβουλεύσεις— ότι οι δεσμεύσεις, εφόσον εφαρμοσθούν, θα επιλύσουν ολοσχερώς και αναμφισβήτητα τα προβλήματα ανταγωνισμού που διαπιστώθηκαν, και εφόσον υπάρχει αρκετός χρόνος για τη δέουσα αξιολόγηση από την Επιτροπή και για κατάλληλες διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη (106) (107). Η Επιτροπή κατά κανόνα απορρίπτει τις τροποποιημένες δεσμεύσεις που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές (108). |
V. ΟΡΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΕΣΜΕΥΣΕΩΝ
|
95. |
Οι επιχειρήσεις προτείνουν δεσμεύσεις για να εξασφαλίσουν την έγκριση της πράξης τους και τις εφαρμόζουν κατά κανόνα μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης. Επομένως πρέπει να υπάρχουν ορισμένες εγγυήσεις για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής και έγκαιρης εφαρμογής των δεσμεύσεων. Αυτές οι διατάξεις εφαρμογής αποτελούν κατά κανόνα μέρος των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν τα μέρη έναντι της Επιτροπής. |
|
96. |
Ακολουθούν λεπτομερείς οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή των δεσμεύσεων εκποίησης, που αποτελούν τις πλέον συνήθεις δεσμεύσεις. Εν συνεχεία, αναλύονται ορισμένα ζητήματα εφαρμογής άλλου είδους δεσμεύσεων. |
1. Διαδικασία εκποίησης
|
97. |
Η εκποίηση πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία, που συμφωνείται μεταξύ των μερών και της Επιτροπής. Στην πρακτική της Επιτροπής, το συνολικό αυτό χρονικό διάστημα αποτελείται από μια φάση σύναψης της τελικής συμφωνίας και μια άλλη φάση για τη μεταβίβαση του νόμιμου τίτλου και την ολοκλήρωση της πράξης. Κατά κανόνα, η περίοδος σύναψης δεσμευτικής συμφωνίας περιλαμβάνει περαιτέρω μια πρώτη φάση, κατά την οποία τα μέρη μπορούν να αναζητήσουν κατάλληλο αγοραστή («πρώτη φάση εκποίησης») και, αν τα μέρη δεν επιτύχουν να εκποιήσουν την επιχείρηση, μια δεύτερη φάση, κατά την οποία ανατίθεται εντολή σε ειδικό εντολοδόχο να προβεί σε εκποίηση της επιχείρησης χωρίς καθορισμό ελάχιστης τιμής («φάση της εκποίησης από τον εντολοδόχο»). |
|
98. |
Σύμφωνα με την εμπειρία της Επιτροπής, ο καθορισμός σύντομης προθεσμίας για την εκποίηση συμβάλλει σημαντικά στην επιτυχία της, διότι διαφορετικά η εκποιούμενη επιχείρηση θα εκτεθεί σε παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας. Οι προθεσμίες αυτές θα πρέπει, επομένως, να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομες. Η Επιτροπή κατά κανόνα θεωρεί κατάλληλη μια προθεσμία περίπου έξι μηνών για την πρώτη φάση εκποίησης και μια επιπλέον προθεσμία τριών μηνών για τη φάση εκποίησης από τον εντολοδόχο. Ένα επιπλέον διάστημα τριών μηνών προβλέπεται συνήθως για την ολοκλήρωση της πράξης. Οι προθεσμίες αυτές δύνανται να τροποποιηθούν κατά περίπτωση. Συγκεκριμένα, ενδέχεται να χρειασθεί η συντόμευσή τους, αν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος υποβάθμισης της βιωσιμότητας της επιχείρησης κατά τη μεταβατική περίοδο. |
|
99. |
Η προθεσμία για την εκποίηση κατά κανόνα αρχίζει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης της Επιτροπής. Εξαίρεση δύναται να δικαιολογηθεί για πράξεις που διενεργούνται με δημόσια προσφορά εξαγοράς, εφόσον τα μέρη δεσμεύονται να εκποιήσουν μια δραστηριότητα της εταιρίας-στόχου. Εφόσον, υπό τις συνθήκες αυτές, τα μέρη δεν μπορούν να προετοιμαστούν για την εκποίηση της δραστηριότητας της εταιρείας-στόχου πριν από την ολοκλήρωση της κοινοποιούμενης συγκέντρωσης, η Επιτροπή δύναται να δεχθεί να μην αρχίσουν οι προθεσμίες που ορίσθηκαν για την εκποίηση πριν από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της κοινοποιούμενης πράξης. Επίσης, αυτή η λύση είναι δυνατόν να γίνει δεκτή, εφόσον η ημερομηνία ολοκλήρωσης της συγκέντρωσης δεν εξαρτάται από τα μέρη, π.χ., δεδομένου ότι απαιτείται κρατική έγκριση (109). Αντίθετα, μπορεί να είναι σκόπιμη η συντόμευση των προθεσμιών προκειμένου να περιορισθεί ο χρόνος αβεβαιότητας για την εκποιούμενη επιχείρηση. |
|
100. |
Ενώ η παραπάνω διαδικασία εφαρμόζεται για τις λύσεις του «αρχικού αγοραστή», δεν ισχύει το ίδιο και για τις λύσεις της «εκ των προτέρων ρύθμισης». Κατά κανόνα, έχει ήδη συναφθεί δεσμευτική συμφωνία με τον αγοραστή στη διάρκεια της διαδικασίας, και επομένως μετά την απόφαση θα πρέπει να προβλεφθεί απλώς μια συμπληρωματική προθεσμία για την ολοκλήρωση της πράξης. Εάν, πριν από την απόφαση, έχει συναφθεί συμφωνία-πλαίσιο με τον αγοραστή, οι προθεσμίες που θα ορισθούν για τη σύναψη πλήρους συμφωνίας και την ολοκλήρωση της πράξης θα πρέπει να αποφασίζονται κατά περίπτωση (110). |
2. Έγκριση του αγοραστή και της συμφωνίας πώλησης και αγοράς
|
101. |
Για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα των δεσμεύσεων, η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει προηγουμένως την πώληση σε υποψήφιο αγοραστή. Όταν τα μέρη (ή ο εντολοδόχος της εκποίησης) καταλήξουν σε οριστική συμφωνία με τον αγοραστή, πρέπει να υποβάλουν αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη πρόταση στην Επιτροπή. Τα μέρη ή ο εντολοδόχος της εκποίησης, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να αποδείξουν και να πείσουν την Επιτροπή ότι ο υποψήφιος αγοραστής πληροί τις σχετικές απαιτήσεις και ότι η επιχείρηση εκποιείται κατά τρόπο σύμφωνο με την απόφαση της Επιτροπής και με τις δεσμεύσεις. Εφόσον προτείνονται περισσότεροι του ενός αγοραστές για τα διάφορα μέρη της δέσμης εκποιήσεων, η Επιτροπή θα εκτιμήσει αν είναι αποδεκτός κάθε μεμονωμένος υποψήφιος αγοραστής και κατά πόσον με τη δέσμη των εκποιήσεων επιλύεται το πρόβλημα ανταγωνισμού. |
|
102. |
Κατά την αξιολόγηση κάθε υποψήφιου αγοραστή, η Επιτροπή θα ερμηνεύει τις απαιτήσεις που πρέπει να πληροί λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό των δεσμεύσεων, που είναι η άμεση διασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά όπου διαπιστώθηκαν προβλήματα ανταγωνισμού, καθώς και τις συνθήκες της αγοράς που περιγράφονται στην απόφαση (111). Κατά κανόνα, η Επιτροπή θα χρησιμοποιεί ως βάση για την αξιολόγηση των απαιτήσεων που πρέπει να πληροί ο αγοραστής τις πληροφορίες που υποβάλλουν τα μέρη, την αξιολόγηση του επιβλέποντος εντολοδόχου και, ιδίως, τις συζητήσεις με τον υποψήφιο αγοραστή και το επιχειρηματικό του σχέδιο. Η Επιτροπή θα αναλύει περαιτέρω κατά πόσον οι υποθέσεις στις οποίες βασίζεται ο αγοραστής κρίνονται πειστικές σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς. |
|
103. |
Η απαίτηση να διαθέτει ο αγοραστής τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους αφορά ιδίως τον τρόπο χρηματοδότησης της εξαγοράς από τον υποψήφιο αγοραστή. Η Επιτροπή κατ' αρχήν δεν δέχεται χρηματοδότηση της εκποίησης από τον πωλητή, ιδίως εφόσον αυτή πρόκειται να παράσχει στον πωλητή δικαίωμα μελλοντικής συμμετοχής στα κέρδη της εκποιούμενης επιχείρησης. |
|
104. |
Για να διαπιστώσει αν ο υποψήφιος αγοραστής κινδυνεύει να δημιουργήσει προβλήματα ανταγωνισμού, η Επιτροπή θα προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως αξιολόγηση με βάση τις πληροφορίες που της υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης του αγοραστή. Εφόσον η εξαγορά οδηγεί σε συγκέντρωση με κοινοτική διάσταση, αυτή η νέα πράξη θα πρέπει να κοινοποιηθεί βάσει του κανονισμού συγκεντρώσεων και να εγκριθεί με τις συνήθεις διαδικασίες (112). Εάν δεν συμβαίνει αυτό, η έγκριση του υποψήφιου αγοραστή από την Επιτροπή δεν θίγει τη δικαιοδοσία ελέγχου των συγκεντρώσεων από τις εθνικές αρχές. Επιπλέον, πρέπει να αναμένεται από τον υποψήφιο αγοραστή να λάβει όλες τις άλλες αναγκαίες εγκρίσεις από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές. Εφόσον προβλέπεται, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει η Επιτροπή, ότι η έγκαιρη εφαρμογή των δεσμεύσεων ενδέχεται να καθυστερήσει υπερβολικά, λόγω δυσκολιών όσον αφορά την έγκριση της συγκέντρωσης ή άλλες εγκρίσεις, ο υποψήφιος αγοραστής θα θεωρηθεί ότι δεν πληροί τις σχετικές απαιτήσεις. Διαφορετικά, τα προβλήματα ανταγωνισμού που διαπίστωσε η Επιτροπή δεν θα εξαλειφθούν στο κατάλληλο χρονικό πλαίσιο. |
|
105. |
Η απαίτηση έγκρισης από την Επιτροπή συνήθως δεν αφορά μόνο την ταυτότητα του αγοραστή, αλλά και τη συμφωνία πώλησης και αγοράς και κάθε άλλη συμφωνία μεταξύ των μερών και του υποψήφιου αγοραστή, περιλαμβανομένων των μεταβατικών συμφωνιών. Η Επιτροπή θα ελέγχει κατά πόσον η εκποίηση που προβλέπουν οι εν λόγω συμφωνίες είναι σύμφωνη με τις δεσμεύσεις (113). |
|
106. |
Η Επιτροπή θα ανακοινώσει στα μέρη τη γνώμη της σχετικά με την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή. Αν Επιτροπή κρίνει ότι ο υποψήφιος αγοραστής δεν ανταποκρίνεται στις σχετικές απαιτήσεις, θα εκδώσει απόφαση ότι ο υποψήφιος αγοραστής δεν αποτελεί αγοραστή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις δεσμεύσεις (114). Αν η Επιτροπή κρίνει ότι η συμφωνία πώλησης και αγοράς (και κάθε παρεπόμενη συμφωνία) δεν προβλέπει εκποίηση σύμφωνη με τις δεσμεύσεις, θα το ανακοινώσει στα μέρη χωρίς κατ' ανάγκη να απορρίψει τον ίδιο τον αγοραστή. Αν κρίνει ότι ο αγοραστής είναι κατάλληλος βάσει των δεσμεύσεων και ότι οι σχετικές συμβάσεις προβλέπουν εκποίηση σύμφωνα με τις δεσμεύσεις, θα εγκρίνει την εκποίηση στον υποψήφιο αγοραστή (115). Η Επιτροπή θα προβεί στις ανάγκες εγκρίσεις όσο το δυνατόν ταχύτερα. |
3. Υποχρεώσεις των μερών κατά τη μεταβατική περίοδο
|
107. |
Τα μέρη οφείλουν να εκπληρώνουν ορισμένες υποχρεώσεις στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου (όπως προσδιορίζονται παραπάνω στο σημείο 36). Για τον σκοπό αυτό, στις δεσμεύσεις θα πρέπει κατά κανόνα να προβλέπονται: i) προσωρινά μέτρα για τη διατήρηση της βιωσιμότητας της επιχείρησης, ii) κατά περίπτωση, τα αναγκαία μέτρα για τη διαδικασία αποκοπής, και iii) τα αναγκαία μέτρα για την προετοιμασία της εκποίησης της επιχείρησης. |
Προσωρινά μέτρα για τη διασφάλιση της εκποιούμενης επιχείρησης
|
108. |
Αποτελεί ευθύνη των μερών να περιορίσουν στο ελάχιστο δυνατόν τους κινδύνους απώλειας ανταγωνιστικού δυναμικού από την προς εκποίηση επιχείρηση, λόγω των αβεβαιοτήτων που ενέχει η μεταβίβαση δραστηριότητας. Μέχρι τη μεταβίβαση της επιχείρησης στον αγοραστή, η Επιτροπή θα απαιτεί από τα μέρη να αναλάβουν τη δέσμευση ότι θα διατηρήσουν την ανεξαρτησία, την οικονομική βιωσιμότητα, την εμπορευσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης. Μόνο με τις δεσμεύσεις αυτές θα πεισθεί η Επιτροπή με τον αναγκαίο βαθμό βεβαιότητας ότι η εκποίηση της επιχείρησης θα πραγματοποιηθεί όπως προτείνουν τα μέρη στις δεσμεύσεις τους. |
|
109. |
Γενικότερα, οι δεσμεύσεις αυτές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η εκποιούμενη δραστηριότητα θα παραμείνει χωριστή από τις εκείνες που διατηρούν τα μέρη και ότι θα διοικείται ως διακριτή και εκποιήσιμη δραστηριότητα προς το συμφέρον της, προκειμένου να συνεχίσει να είναι οικονομικά βιώσιμη, εμπορεύσιμη και ανταγωνιστική, καθώς και ανεξάρτητη από τις δραστηριότητες που διατηρούν τα μέρη. |
|
110. |
Τα μέρη θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη διατήρηση όλων των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, σύμφωνα με τη χρηστή επιχειρηματική πρακτική κατά την άσκηση της συνήθους δραστηριότητας, και να αποτρέψουν κάθε πράξη που θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στην επιχείρηση. Αυτό αφορά ιδίως τη διατήρηση των παγίων περιουσιακών στοιχείων, της τεχνογνωσίας και των εμπορικών πληροφοριών εμπιστευτικού ή αποκλειστικού χαρακτήρα, την πελατειακή βάση καθώς και την τεχνική και εμπορική επάρκεια των εργαζομένων. Επιπλέον, τα μέρη πρέπει να διατηρήσουν στην επιχείρηση τις ίδιες συνθήκες που επικρατούσαν πριν από τη συγκέντρωση, ιδίως να παρέχουν επαρκείς πόρους με την εισφορά κεφαλαίων ή την εξασφάλιση πιστώσεων βάσει και σε συνέχεια των υπαρχόντων επιχειρηματικών σχεδίων, τις ίδιες διοικητικές και διαχειριστικές λειτουργίες ή άλλα στοιχεία για τη διατήρηση του ανταγωνισμού στον συγκεκριμένο κλάδο. Στις δεσμεύσεις θα πρέπει επίσης να προβλέπεται ότι τα μέρη υποχρεούνται να λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο, ιδίως με συστήματα παροχής κατάλληλων κινήτρων, για να ενθαρρύνουν όλα τα μέλη του βασικού προσωπικού να παραμείνουν στην επιχείρηση, και ότι δεν επιτρέπεται να προσελκύσουν ή να μεταθέσουν προσωπικό στις δραστηριότητες που διατηρούν. |
|
111. |
Τα μέρη θα πρέπει, επίσης, να εξασφαλίζουν τον διαχωρισμό της εκποιούμενης δραστηριότητας από εκείνες που διατηρούν και να μεριμνούν ώστε το βασικό προσωπικό της να μην έχει καμία ανάμειξη στις διατηρούμενες δραστηριότητες και αντιστρόφως. Αν η προς εκποίηση επιχείρηση έχει μορφή εταιρείας και κρίνεται αναγκαίος ο αυστηρός διαχωρισμός της εταιρικής δομής, τα δικαιώματα των μερών ως μετόχων, ιδίως τα δικαιώματα ψήφου, θα πρέπει να ασκούνται από τον επιβλέποντα εντολοδόχο, ο οποίος θα πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα αντικατάστασης των μελών του διοικητικού συμβουλίου που έχουν διορισθεί από τα μέρη. Όσον αφορά τις πληροφορίες, τα μέρη πρέπει να προστατεύουν την προς εκποίηση επιχείρηση και να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να μην λαμβάνουν επαγγελματικά απόρρητα ή άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες. Κάθε έγγραφο ή εμπιστευτική πληροφορία σχετικά με την επιχείρηση που λαμβάνουν τα μέρη πριν από την έκδοση της απόφασης πρέπει να επιστρέφεται στην επιχείρηση ή να καταστρέφεται. |
|
112. |
Επίσης, τα μέρη κατά κανόνα θα πρέπει να διορίζουν διαχειριστή επιφορτισμένο με την εξασφάλιση του διαχωρισμού των δραστηριοτήτων, ο οποίος θα διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωσία και θα είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση της επιχείρησης και την εφαρμογή των υποχρεώσεων όσον αφορά το διαχωρισμό και την αυτονομία της. Ο εν λόγω διαχειριστής θα ενεργεί υπό την επίβλεψη του επιβλέποντος εντολοδόχου, ο οποίος μπορεί να του δίνει οδηγίες. Στις δεσμεύσεις πρέπει να προβλέπεται ότι ο διορισμός πρέπει να πραγματοποιείται αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης και προτού ακόμη τα μέρη ολοκληρώσουν την κοινοποιηθείσα συγκέντρωση. Τα μέρη μπορούν να διορίσουν τον ειδικό αυτό διαχειριστή με δική τους πρωτοβουλία, αλλά στις δεσμεύσεις πρέπει να προβλέπεται ότι ο επιβλέπων εντολοδόχος μπορεί να παύσει τον διαχειριστή, αν δεν ενεργεί σύμφωνα με τις δεσμεύσεις ή θέτει σε κίνδυνο την έγκαιρη και ορθή εφαρμογή τους. Ο διορισμός νέου διαχειριστή εν συνεχεία θα πρέπει να εγκριθεί από τον επιβλέποντα εντολοδόχο. |
Μέτρα για την αποκοπή δραστηριοτήτων
|
113. |
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω στο σημείο 35, η Επιτροπή δύναται, υπό ορισμένες συνθήκες, να δεχθεί ως κατάλληλο διορθωτικό μέτρο την εκποίηση μιας δραστηριότητας που πρέπει να αποκοπεί από τις δραστηριότητες τις οποίες διατηρούν τα μέρη. Εντούτοις, και υπό τις συνθήκες αυτές επίσης, μόνο με τη μεταβίβαση μιας βιώσιμης επιχείρησης σε αγοραστή που μπορεί να τη διατηρήσει και να την αναπτύξει ως ενεργό ανταγωνιστική δύναμη στην αγορά, θα εξαλειφθούν τα προβλήματα ανταγωνισμού που διαπίστωσε η Επιτροπή. Ως εκ τούτου, τα μέρη πρέπει να δεσμευθούν ότι, κατά τη μεταβατική περίοδο, θα προβούν σε αποκοπή ορισμένων περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν μέρος της εκποιούμενης δραστηριότητας, με υποχρέωση αποτελέσματος. Το αποτέλεσμα πρέπει να συνίσταται στη δυνατότητα να μεταβιβασθεί σε κατάλληλο αγοραστή, στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, μια βιώσιμη και ανταγωνιστική επιχείρηση, η οποία θα είναι αυτόνομη και διακριτή από τις άλλες δραστηριότητες των μερών. Τα μέρη θα πρέπει να φέρουν το κόστος και τους κινδύνους της εν λόγω αποκοπής κατά τη μεταβατική περίοδο. |
|
114. |
Η αποκοπή θα πρέπει να πραγματοποιείται από τα μέρη υπό την επίβλεψη του εντολοδόχου και σε συνεργασία με τον διαχειριστή του διαχωρισμού. Πρώτον, τα περιουσιακά στοιχεία και μέλη του προσωπικού που ανήκουν από κοινού στην προς εκποίηση επιχείρηση και στις διατηρούμενες δραστηριότητες των μερών πρέπει να διατεθούν στη νέα επιχείρηση, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις δεσμεύσεις (116). Αυτό θα πρέπει να γίνει υπό την εποπτεία και μετά από έγκριση του επιβλέποντος εντολοδόχου. Δεύτερον, η διαδικασία αποκοπής ενδέχεται επίσης να απαιτήσει να ανασυσταθούν στην επιχείρηση ανάλογα περιουσιακά στοιχεία και λειτουργίες με τα άλλα τμήματα των επιχειρήσεων των μερών, αν αυτό είναι αναγκαίο για να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητα της εκποιούμενης επιχείρησης. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η παύση της συμμετοχής της τελευταίας στο κεντρικό δίκτυο πληροφορικής και η εγκατάσταση σ' αυτή χωριστού συστήματος. Γενικά, τα βασικά στάδια της εν λόγω διαδικασίας αποκοπής και οι λειτουργίες που θα ανασυσταθούν πρέπει να αποφασίζονται κατά περίπτωση και να περιγράφονται στις δεσμεύσεις. |
|
115. |
Ταυτόχρονα, πρέπει να εξασφαλίζεται ότι η βιωσιμότητα της εκποιούμενης επιχείρησης δεν θα επηρεαστεί από τα εν λόγω μέτρα. Κατά τη μεταβατική περίοδο, επομένως, τα μέρη θα πρέπει, να εξακολουθούν να παρέχουν στην επιχείρηση τη χρήση των κοινών περιουσιακών στοιχείων και τις απαιτούμενες υπηρεσίες, το ίδιο όπως και στο παρελθόν, ενόσω η επιχείρηση δεν είναι ακόμη βιώσιμη σε αυτόνομη βάση. |
Ειδικές υποχρεώσεις των μερών σχετικά με τη διαδικασία εκποίησης
|
116. |
Για τη διαδικασία εκποίησης, οι δεσμεύσεις θα πρέπει να προβλέπουν ότι οι υποψήφιοι αγοραστές μπορούν να προβαίνουν στους αναγκαίους προληπτικούς ελέγχους (due diligence), να λαμβάνουν, ανάλογα με το στάδιο της διαδικασίας, επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την εκποιούμενη επιχείρηση ώστε να μπορέσουν να εκτιμήσουν πλήρως την αξία, το μέγεθος και το εμπορικό της δυναμικό, και να έχουν άμεση πρόσβαση στο προσωπικό της. Τα μέρη πρέπει επίσης να υποβάλλουν περιοδικές εκθέσεις για τους υποψήφιους αγοραστές για τις εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις. Η εκποίηση θα πραγματοποιηθεί μόνο όταν ολοκληρωθεί η πράξη, δηλαδή με τη μεταβίβαση του νομικού τίτλου στον εγκριθέντα αγοραστή και την πραγματική μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων. Μετά το πέρας της διαδικασίας, θα πρέπει να στείλουν τελική έκθεση που επιβεβαιώνει την ολοκλήρωση της πράξης και τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων. |
4. Ο επιβλέπων εντολοδόχος και ο εντολοδόχος της εκποίησης
Ρόλος του επιβλέποντος εντολοδόχου
|
117. |
Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβλέπει άμεσα κάθε μέρα την εφαρμογή των δεσμεύσεων, τα μέρη πρέπει να προτείνουν τον διορισμό εντολοδόχου που θα επιβλέπει τη συμμόρφωση των μερών με τις δεσμεύσεις, ιδίως με τις υποχρεώσεις που έχουν κατά τη μεταβατική περίοδο και τη διαδικασία εκποίησης (τον λεγόμενο «επιβλέποντα εντολοδόχο»). Με τον τρόπο αυτό, τα μέρη εγγυώνται την αποτελεσματικότητα των δεσμεύσεων που υποβάλλουν και παρέχουν στην Επιτροπή τη διαβεβαίωση ότι η τροποποίηση της κοινοποιούμενης συγκέντρωσης, όπως προτείνεται από αυτά, θα πραγματοποιηθεί με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας. |
|
118. |
Ο επιβλέπων εντολοδόχος θα φέρει σε πέρας την αποστολή του υπό την εποπτεία της Επιτροπής, της οποίας πρέπει να αποτελεί «τα μάτια και τα αυτιά». Μεριμνά ώστε η επιχείρηση να διοικείται και να λειτουργεί σωστά σε αυτόνομη βάση κατά τη μεταβατική περίοδο. Η Επιτροπή δύναται, ως εκ τούτου, να δίνει εντολές και οδηγίες στον επιβλέποντα εντολοδόχο ώστε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις, και ο εντολοδόχος δύναται να προτείνει στα μέρη κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο για τη εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα μέρη, ωστόσο, δεν μπορούν να δίνουν οδηγίες στον εντολοδόχο χωρίς την έγκριση της Επιτροπής. |
|
119. |
Η αποστολή του επιβλέποντος εντολοδόχου κατά κανόνα προβλέπεται στις δεσμεύσεις. Τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του καθορίζονται λεπτομερώς στην εντολή που του ανατίθεται και στη σχετική σύμβαση που συνάπτει με τα μέρη, ενώ λεπτομερέστερα περιγράφονται σε πρόγραμμα εργασίας. Καταρχήν, το έργο του εντολοδόχου αρχίζει αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής και διαρκεί μέχρι τη νομική και πραγματική μεταβίβαση της επιχείρησης στον εγκριθέντα αγοραστή. Ο επιβλέπων εντολοδόχος θα πρέπει να φέρει σε πέρας, υπό την επίβλεψη της Επιτροπής, πέντε βασικά καθήκοντα, χωρίς η απαρίθμηση αυτή να είναι εξαντλητική:
|
|
120. |
Στις δεσμεύσεις θα αναφέρονται επίσης διεξοδικά οι ανάγκες του επιβλέποντος εντολοδόχου για υποστήριξη από τα μέρη και συνεργασία μαζί τους· η Επιτροπή θα εποπτεύει τη σχέση μεταξύ των μερών και του εντολοδόχου και από την άποψη αυτή. Για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, ο εντολοδόχος έχει πρόσβαση στα βιβλία και τα αρχεία των μερών και της εκποιούμενης επιχείρησης, και, στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των δεσμεύσεων, μπορεί να ζητήσει τη διαχειριστική και διοικητική συνδρομή των μερών, ενημερώνεται για τους υποψήφιους αγοραστές και για όλες τις εξελίξεις στη διαδικασία εκποίησης, και του διαβιβάζονται οι πληροφορίες που υποβάλλουν οι υποψήφιοι αγοραστές. Επιπλέον, τα μέρη καταβάλλουν αποζημίωση στον εντολοδόχο και του επιτρέπουν να προσλάβει συμβούλους, αν ενδείκνυται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του βάσει των δεσμεύσεων. Οι δεσμεύσεις θα παρέχουν επίσης στην Επιτροπή τη δυνατότητα να κοινοποιεί τις πληροφορίες των μερών στον επιβλέποντα εντολοδόχο για την εκπλήρωση της αποστολής του. Ο εντολοδόχος θα δεσμεύεται να τηρήσει τις πληροφορίες αυτές εμπιστευτικές. |
Ρόλος του εντολοδόχου της εκποίησης
|
121. |
Όπως και για τον επιβλέποντα εντολοδόχο, τα μέρη πρέπει να προτείνουν τον διορισμό εντολοδόχου της εκποίησης για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα των δεσμεύσεων που υπέβαλαν και να παράσχουν στην Επιτροπή τη διαβεβαίωση ότι θα φέρουν σε πέρας την τροποποίηση της κοινοποιηθείσας συγκέντρωσης. Αν τα μέρη δεν επιτύχουν την εξεύρεση κατάλληλου αγοραστή κατά την πρώτη περίοδο της εκποίησης, τότε ο εντολοδόχος της εκποίησης θα λάβει, στη φάση κατά την οποία παρεμβαίνει, αμετάκλητη και αποκλειστική εντολή να εκποιήσει την επιχείρηση σε κατάλληλο αγοραστή, υπό την εποπτεία της Επιτροπής, μέσα σε ορισμένη προθεσμία και χωρίς καθορισμό ελάχιστης τιμής. Οι δεσμεύσεις επιτρέπουν επίσης στον εντολοδόχο της εκποίησης να συμπεριλάβει στη συμφωνία πώλησης και αγοράς τις υποχρεώσεις και τους όρους που κρίνει κατάλληλους για την ταχεία πώληση, ιδίως τις συνήθεις δηλώσεις εκπροσώπησης, εγγυήσεις και αποζημιώσεις. Η πώληση της επιχείρησης από τον εντολοδόχο της εκποίησης υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής το ίδιο όπως και η πώληση από τα μέρη. |
|
122. |
Στις δεσμεύσεις ορίζεται ότι τα μέρη στηρίζουν και ενημερώνουν τον εντολοδόχο της εκποίησης και συνεργάζονται μαζί του το ίδιο όπως προβλέπεται και για τον επιβλέποντα εντολοδόχο. Για την εκποίηση, τα μέρη πρέπει να παράσχουν στον εντολοδόχο της εκποίησης πληρεξούσιο εκπροσώπησης που καλύπτει όλα τα στάδια της εκποίησης. |
Έγκριση του εντολοδόχου και της εντολής του
|
123. |
Ανάλογα με τη δέσμευση, ο επιβλέπων εντολοδόχος μπορεί να είναι ή να μην είναι το ίδιο πρόσωπο ή φορέας με τον εντολοδόχο της εκποίησης. Τα μέρη προτείνουν έναν ή περισσότερους υποψήφιους εντολοδόχους στην Επιτροπή, καθώς και το πλήρες κείμενο της εντολής με γενική περιγραφή του προγράμματος εργασίας. Ο επιβλέπων εντολοδόχος πρέπει οπωσδήποτε να αναλάβει τα καθήκοντα του αμέσως μετά την απόφαση της Επιτροπής. Επομένως, να μέρη θα πρέπει να προτείνουν κατάλληλο εντολοδόχο αμέσως μετά την απόφαση της Επιτροπής (117) και οι δεσμεύσεις πρέπει κατ' αρχήν να προβλέπουν ότι η κοινοποιηθείσα συγκέντρωση δεν μπορεί να εφαρμοσθεί παρά μόνον αφού διορισθεί επιβλέπων εντολοδόχος μετά από έγκριση εκ μέρους της Επιτροπής (118). Η κατάσταση διαφέρει για τον εντολοδόχο της εκποίησης, ο οποίος θα πρέπει να διοριστεί αρκετά πριν από το τέλος της πρώτης φάσης της εκποίησης (119), ώστε η εντολή του να αρχίσει να ισχύει με την έναρξη της φάσης για την οποία διορίζεται. |
|
124. |
Και τα δύο είδη εντολοδόχων διορίζονται από τα μέρη βάσει ειδικής εντολής που συνάπτουν με τον εντολοδόχο. Ο διορισμός και η εντολή πρέπει να εγκριθούν από την Επιτροπή, η οποία θα έχει διακριτική ευχέρεια στην επιλογή του εντολοδόχου και εκτιμήσει κατά πόσον ο προτεινόμενος υποψήφιος είναι κατάλληλος για το έργο που έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο εντολοδόχος είναι ανεξάρτητος από τα μέρη, διαθέτει τα αναγκαία προσόντα για τη διεκπεραίωση της εντολής του και δεν εκτίθεται ούτε πρόκειται να εκτεθεί σε σύγκρουση συμφερόντων. |
|
125. |
Η Επιτροπή θα εκτιμήσει τα αναγκαία προσόντα με βάση τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, ιδίως τη γεωγραφική περιοχή και τον σχετικό κλάδο. Από την πείρα που έχει η Επιτροπή, φαίνεται ότι οι ελεγκτικές εταιρείες και άλλες εταιρείες παροχής συμβουλών είναι οι πλέον κατάλληλες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του επιβλέποντα εντολοδόχου. Ιδιώτες που έχουν εργασθεί στον συγκεκριμένο κλάδο ενδέχεται επίσης να είναι κατάλληλοι υποψήφιοι για να φέρουν σε πέρας το έργο αυτό, αν έχουν τους αναγκαίους πόρους για την εκπλήρωση των συγκεκριμένων καθηκόντων. Οι τράπεζες επενδύσεων φαίνεται ότι είναι κυρίως κατάλληλες για το ρόλο του εντολοδόχου της εκποίησης. Η ανεξαρτησία του εντολοδόχου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη σωστή εκπλήρωση του ελεγκτικού του ρόλο για λογαριασμό της Επιτροπής όσον αφορά τη συμμόρφωση των μερών και για την εξασφάλιση της αξιοπιστίας του έναντι των τρίτων. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν θα δέχεται ως εντολοδόχους πρόσωπα ή φορείς που είναι ταυτόχρονα ελεγκτές των μερών ή επενδυτικοί τους σύμβουλοι για την εκποίηση. Πάντως, δεν θα υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων λόγω των σχέσεων του εντολοδόχου με τα μέρη, εάν οι σχέσεις αυτές δεν επηρεάζουν την αντικειμενικότητα και την ανεξαρτησία του εντολοδόχου στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα μέρη είναι υπεύθυνα και την παροχή των αναγκαίων πληροφοριών στην Επιτροπή ώστε να εξακριβώσει εάν ο εντολοδόχος πληροί τις απαιτήσεις. Ο διορισμός του εντολοδόχου από τα μέρη μετά την έγκρισή του είναι αμετάκλητος, εκτός εάν ο εντολοδόχος αντικατασταθεί με την έγκριση ή μετά από αίτηση της Επιτροπής. |
|
126. |
Η εντολή του εντολοδόχου καθορίζει τα καθήκοντά του, όπως διατυπώνονται στις δεσμεύσεις, και περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες διατάξεις για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που έχει αποδεχθεί η Επιτροπή. Τα μέρη είναι υπεύθυνα για την αμοιβή του εντολοδόχου βάσει της εντολής· ο τρόπος της αμοιβής δεν πρέπει να παρακωλύει την ανεξαρτησία του εντολοδόχου και την αποτελεσματικότητά του στην εκτέλεση της εντολής. Η Επιτροπή θα εγκρίνει κάθε εντολοδόχο μόνο μαζί με την κατάλληλη εντολή. Κατά περίπτωση, ενδέχεται να δημοσιεύσει την ταυτότητα του εντολοδόχου και σύνοψη των καθηκόντων του. |
|
127. |
Μετά την εκπλήρωση των ειδικών δεσμεύσεων τις οποίες έχει αναλάβει ο εντολοδόχος —δηλαδή, μετά τη σύναψη του νόμιμου τίτλου για την εκποίηση της επιχείρησης, την πραγματική μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων στον αγοραστή και την ολοκλήρωση των ειδικών ρυθμίσεων οι οποίες μπορεί να συνεχιστούν να εφαρμόζονται και μετά την εκποίηση— η εντολή προβλέπει ότι ο εντολοδόχος ζητά από την Επιτροπή να τον απαλλάξει από κάθε περαιτέρω ευθύνη. Ακόμη και μετά την εν λόγω απαλλαγή, η Επιτροπή μπορεί να χρειασθεί να επαναδιορίσει τον εντολοδόχο με βάση τις δεσμεύσεις, εάν στη συνέχεια θεωρεί ότι ενδέχεται να μην έχουν εκπληρωθεί ολοσχερώς και δεόντως οι σχετικές δεσμεύσεις. |
5. Υποχρεώσεις των μερών μετά την πραγματοποίηση της εκποίησης
|
128. |
Στις δεσμεύσεις πρέπει επίσης να προβλέπεται ότι για χρονικό διάστημα δέκα ετών μετά την έκδοση της απόφασης με την οποία αποδέχεται τις δεσμεύσεις, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει να ενημερωθεί από τα μέρη. Αυτό θα επιτρέπει στην Επιτροπή να παρακολουθεί την πραγματική εφαρμογή του διορθωτικού μέτρου. |
6. Εφαρμογή άλλων δεσμεύσεων
|
129. |
Πολλές από τις αρχές που αναλύθηκαν παραπάνω για την εφαρμογή των δεσμεύσεων εκποίησης μπορεί επίσης να ισχύουν και για άλλες μορφές δεσμεύσεων οι οποίες πρέπει να εφαρμοσθούν μετά την απόφαση της Επιτροπής. Για παράδειγμα, εάν προβλέπεται ότι ένας δικαιοδόχος πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή, μπορεί να ισχύσουν τα αναφερθέντα σχετικά με την έγκριση του αγοραστή. Λόγω της ύπαρξης μεγάλου φάσματος δεσμεύσεων εκτός της εκποίησης, δεν μπορούν να τεθούν γενικοί και διεξοδικοί όροι για την εφαρμογή τους. |
|
130. |
Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη διάρκεια αυτών των δεσμεύσεων, και το γεγονός ότι συνήθως είναι αρκετά περίπλοκες, απαιτούν συχνά πολύ μεγάλη προσπάθεια εποπτείας και ειδικά μέσα για την πραγματοποίηση της εποπτείας αυτής, προκειμένου να διαπιστώσει η Επιτροπή την πραγματική εφαρμογή τους. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα ζητά συχνά τη συνδρομή εντολοδόχου για να επιβλέπει την τήρηση των εν λόγω δεσμεύσεων, και την εφαρμογή ταχείας διαδικασίας διαιτησίας, ώστε να υπάρχει μηχανισμός επίλυσης των διαφόρων και να επιβάλλεται η τήρηση των δεσμεύσεων από τους ίδιους τους φορείς της αγοράς. Κατά το παρελθόν, η Επιτροπή απαίτησε σε αρκετές περιπτώσεις τόσο τον διορισμό εντολοδόχου όσο και τη θέσπιση ρήτρας διαιτησίας (120). Στις περιπτώσεις αυτές, ο εντολοδόχος θα επιβλέπει την εφαρμογή των δεσμεύσεων, αλλά θα μπορεί να συμμετέχει και στη διαδικασία διαιτησίας ώστε να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. |
(1) ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1-22.
(2) Οι αναφορές στα «μέρη» και τα «συγχωνευόμενα μέρη» καλύπτουν επίσης περιπτώσεις με ένα κοινοποιούν μέρος.
(3) Τα άρθρα 6 παράγραφος 2 και 8 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο αντίστοιχα. Βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 30 του κανονισμού συγκεντρώσεων, όπου αναφέρεται ότι: «Εάν οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις τροποποιήσουν μία κοινοποιηθείσα συγκέντρωση, ιδίως με την πρόταση δεσμεύσεων, προκειμένου να καταστεί συμβατή με την κοινή αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κηρύσσει την τροποποιημένη συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά. Οι εν λόγω δεσμεύσεις θα πρέπει να είναι ανάλογες με το δημιουργούμενο πρόβλημα ανταγωνισμού και να το επιλύουν πλήρως». Εν συνεχεία στο ίδιο σημείο της αιτιολογικής σκέψης αναφέρεται ότι «είναι επίσης σκόπιμο να γίνονται δεκτές οι δεσμεύσεις πριν από την κίνηση διαδικασίας, στις περιπτώσεις όπου το πρόβλημα ανταγωνισμού είναι άμεσα αναγνωρίσιμο και μπορεί εύκολα να επανορθωθεί».
(4) Εκτός από τις περιπτώσεις όπου αναφέρεται το αντίθετο, στο εξής, ο όρος «προβλήματα ανταγωνισμού» αντιστοιχεί, ανάλογα με το στάδιο της διαδικασίας, σε σοβαρές υπόνοιες ή προκαταρκτικές διαπιστώσεις ότι η συγκέντρωση ενδέχεται να παρακωλύσει σημαντικά την αποτελεσματική λειτουργία του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της, ιδίως ως αποτέλεσμα της δημιουργίας ή ενίσχυσης δεσπόζουσας θέσης.
(5) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που γίνονται αποδεκτά στο πλαίσιο του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 4064/89 και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 47/98 της Επιτροπής (ΕΕ C 68 της 2.3.2001, σ. 3).
(6) Αντικαθιστά τον κανονισμό (EΟΚ) αριθ. 4064/89 του Συμβουλίου (ΕΕ L 395 της 30.12.1989) (διορθωτικό στην ΕΕ L 257 της 21.9.1990, σ. 13).
(7) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 802/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απιλίου 2004, για την εφαρμογή του κανονισμού του (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 133 της 30.4.2004, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός αντικαθιστά τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 447/98 της Επιτροπής για την εφαρμογή του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 4064/89 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 61 της 2.3.1998, σ. 1).
(8) DG COMP, Merger Remedies Study, Οκτώβριος 2005.
(9) Αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού συγκεντρώσεων.
(10) Στη φάση I και πριν από την κοινοποίηση των αιτιάσεων, αυτό αντιστοιχεί σε σοβαρές αμφιβολίες για σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
(11) Ο κανονισμός συγκεντρώσεων προβλέπει τα τυπικά στάδια κατά τα οποία τα μέρη ενημερώνονται για τα προβλήματα ανταγωνισμού που διαπίστωσε η Επιτροπή (με απόφαση βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ), κοινοποίηση αιτιάσεων). Επιπλέον, σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές της ΓΔ Ανταγωνισμού για τη διεξαγωγή των διαδικασιών ελέγχου των κοινοτικών συγκεντρώσεων, κατά κανόνα σε κρίσιμα στάδια της διαδικασίας πραγματοποιούνται ενημερωτικές συσκέψεις, όπου η Επιτροπή εξηγεί τους προβληματισμούς της στα μέρη ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν με τις κατάλληλες προτάσεις διορθωτικών μέτρων.
(12) Απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-210/01, General Electric κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-5575, σκέψη 52· βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψη 105.
(13) Βλέπε υπόθεση COMP/M.2220 — GE/Honeywell της 3ης Ιουλίου 2001, που επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-210/01, General Electric κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-5575, σκέψη 555 επόμενα, 612 επόμενα· υπόθεση COMP/M.3440 — EDP/ENI/GDP της 9ης Δεκεμβρίου 2004, που επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψεις 63 επόμενα, 75 επόμενα· υπόθεση IV/M.469 — MSG Media Service της 9ης Νοεμβρίου 1994· υπόθεση IV/M.490 — Nordic Satellite Distribution της 19ης Ιουλίου 1995· υπόθεση IV/M.553 — RTL/Veronica/Endemol της 20ής Σεπτεμβρίου 1995· υπόθεση IV/M.993 — Bertelsmann/Kirch/Premiere της 27ης Μαΐου 1998· υπόθεση IV/M.1027 — Deutsche Telekom BetaResearch της 27ης Μαΐου 1998· υπόθεση IV/M.774 — St Gobatin/Wacker Chemie της 4ης Δεκεμβρίου 1996· υπόθεση IV/M.53 — Aerospatiale/Alenia/De Havilland της 2ας Οκτωβρίου 1991· υπόθεση IV/M.619 — Gencor/Lonrho της 24ης Απριλίου 1996, που επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-102/96, Gencor κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-753.
(14) Βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψεις 62 επόμενα.
(15) Βλέπε σημείο 30 της αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού συγκεντρώσεων, και απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-282/02, Cementbouw κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, II-319, σκέψη 307.
(16) Πρωτοδικείο, υπόθεση T-210/01, General Electrics κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, II-5575, σκέψη 52· υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψη 105.
(17) Πρωτοδικείο, υπόθεση T-210/01, General Electric κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-5575, σκέψεις 555, 612.
(18) Ανάλογα με το είδος των κινδύνων, δύνανται να ληφθούν ορισμένα ειδικά μέτρα διασφάλισης για την εξισορρόπησή τους. Για παράδειγμα, ο κίνδυνος που προκύπτει από τα δικαιώματα τρίτων επί των περιουσιακών στοιχείων που πρόκειται να εκποιηθούν δύναται να αντισταθμιστεί με μια εναλλακτική πρόταση εκποίησης. Οι εν λόγω διασφαλίσεις θα συζητηθούν λεπτομερέστερα παρακάτω.
(19) Πρωτοδικείο, υπόθεση T-177/04, easyJet κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1931, σκέψη 188.
(20) Πρωτοδικείο, υπόθεση T-177/04, easyJet κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1931, σκέψη 186 επόμενα· Πρωτοδικείο, απόφαση στην υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψη 72.
(21) Ως παράδειγμα τέτοιου περίπλοκου και ακατάλληλου διορθωτικού μέτρου, βλέπε υπόθεση COMP/M.3440 — ENI/EDP/GDP της 9ης Δεκεμβρίου 2004 που επιβεβαιώθηκε από την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπή της 21ης Σεπτεμβρίου 2005, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψη 102· υπόθεση COMP/M.1672 — Volvo/Scania της 15ης Μαρτίου 2000.
(22) Βλέπε σημείο 8 της αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού συγκεντρώσεων· απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-102/96, Gencor κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-753, σκέψη 316· ΔΕΚ στην υπόθεση C-12/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval, Συλλογή 2005, σ. I-987, σκέψη 86· απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-158/00, ARD κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3825, σκέψεις 192 επόμενα.
(23) ΔΕΚ, απόφαση στην υπόθεση C-12/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval, Συλλογή 2005, σ. I-987, σκέψη 86· Πρωτοδικείο, απόφαση της 25ης Μαρτίου 1999 στην υπόθεση T-102/96, Gencor κατά Επιτροπής, Συλλογή1999, σ. II-753, σκέψεις 319 επόμενα· Πρωτοδικείο, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003 στην υπόθεση T-158/00, ARD κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3825, σκέψη 193· Πρωτοδικείο, απόφαση στην υπόθεση T-177/04, easyJet κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1931, σκέψη 182· Πρωτοδικείο, απόφαση στην υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψη 101.
(24) Βλέπε εκποίηση αποθηκευτικών εγκαταστάσεων στην υπόθεση COMP/M.3868 — DONG/Elsam/Energi E2 της 14ης Μαρτίου 2006, σημεία 170 επόμενα· υπόθεση COMP/M.3696 — E.ON/MOL της 21ης Δεκεμβρίου 2005, σημεία 735 επόμενα, ως παράδειγμα «ιδιοκτησιακού διαχωρισμού» για την κατάργηση των διαρθρωτικών δεσμών μεταξύ των μερών στον τομέα αποθήκευσης αερίου· βλέπε επίσης υπόθεση COMP/M.4314 — Johnson & Johnson/Pfizer της 11ης Δεκεμβρίου 2006, υπόθεση COMP/M.4494 — Evraz/Highveld της 20ής Φεβρουαρίου 2007.
(25) Βλέπε, σχετικά με τις διαγώνιες επιπτώσεις μιας συγκέντρωσης, ΔΕΚ, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2005 στην υπόθεση C 12/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval, Συλλογή 2005, σ. I-987, σκέψεις 85, 89.
(26) Για παράδειγμα, δεσμεύσεις σχετικά με ορισμένες τιμολογιακές πρακτικές, όπως ανώτατα όρια τιμών που εμπεριέχουν τον κίνδυνο να οδηγήσουν σε αντιανταγωνιστική ευθυγράμμιση των τιμών μεταξύ των ανταγωνιστών.
(27) Όπως προβλέπεται στο σημείο 30 της αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού συγκεντρώσεων, η Επιτροπή εξασφαλίζει διαφάνεια και αποτελεσματική διαβούλευση με τα κράτη μέλη και στις δύο φάσεις της διαδικασίας.
(28) Στη φάση I μπορεί να γίνουν δεκτές δεσμεύσεις μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις βλέπε κατωτέρω σημείο 81.
(29) Βλέπε, μεταξύ άλλων, υπόθεση COMP/M.2972 — DSM/Roche Vitamins της 23ης Ιουλίου 2003· υπόθεση COMP/M.2861 — Siemens/Drägerwerk/JV της 30ής Απριλίου 2003· υπόθεση IV/JV.15 — BT/AT & T της 30ής Μαρτίου 1999· υπόθεση IV/M.1532 — BP Amoco/Arco της 29ης Σεπτεμβρίου 1999.
(30) Ο οδηγός αυτός δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2003 στον δικτυακό τόπο της ΓΔ COMP,
http://ec.europa.eu/comm/competition/mergers/legislation/legislation.html. Τα υποδείγματα μπορούν να ενημερώνονται συνεχώς και εν ανάγκη θα εκδοθούν περαιτέρω κατευθυντήριες οδηγίες βέλτιστης πρακτικής στον τομέα των διορθωτικών μέτρων.
(31) Περιλαμβάνονται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, επιχειρήσεις που πρέπει να αποκοπούν από τις δραστηριότητες ή τα ατομικά περιουσιακά στοιχεία ενός από τα μέρη· βλέπε παρακάτω σημεία 35 επόμενα.
(32) Υπόθεση IV/M.913 — Siemens/Elektrowatt της 18ης Νοεμβρίου 1997· υπόθεση IV/M.1578 — Sanitec/Sphinx της 1ης Δεκεμβρίου 1999, at σκέψη 255· υπόθεση COMP/M.1802 — Unilever/Amora-Maille της 8ης Μαρτίου 2000· υπόθεση COMP/M.1990 — Unilever/Bestfoods της 28ης Σεπτεμβρίου 2000.
(33) Τα κοινοποιούντα μέρη θα πρέπει να αναλάβουν τη δέσμευση ότι η εκποιούμενη επιχείρηση θα περιλαμβάνει όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία και το προσωπικό. Αν η λεπτομερής περιγραφή της επιχείρησης που υποβάλλουν τα μέρη σύμφωνα με το σημείο 27, αποδειχθεί στη συνέχεια ελλιπής από την άποψη αυτή, και τα μέρη δεν εισφέρουν στην επιχείρηση τα αναγκαία πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία ή το προσωπικό, η Επιτροπή ενδέχεται να εξετάσει την ανάκληση της υπό όρους έγκρισης που έδωσε με την απόφασή της.
(34) Οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998 για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 16).
(35) Οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση εκποιήσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82 της 22.3.2001, σ. 16).
(36) Οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254 της 30.9.1994, σ. 64)· οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΕ L 80 της 23.3.2002, σ. 29).
(37) Υπόθεση COMP/M.1806 — AstraZeneca/Novartis της 26ης Ιουλίου 2000· COMP/M.1628 — TotalFina/Elf της 9ης Φεβρουαρίου 2000· υπόθεση IV/M.603 — Crown Cork & Seal/CarnaudMetalbox της 14ης Νοεμβρίου 1995.
(38) Υπόθεση COMP/M.2544 — Masterfoods/Royal Canin της 15ης Φεβρουαρίου 2002· υπόθεση COMP/M.2337 — Nestlé/Ralston Purina της 27ης Ιουλίου· υπόθεση IV/M.623 — Kimberly-Clark/Scott Paper της 16ης Ιανουαρίου 1996· υπόθεση COMP/M.3779 — Pernod Ricard/Allied Domecq της 24ης Ιουνίου 2005.
(39) Βλέπε υπόθεση COMP/M.2972 — DSM/Roche Vitamins της 23ης Ιουλίου 2003· υπόθεση IV/M.1378 — Hoechst/Rhône-Poulenc της 9ης Αυγούστου 1999· υπόθεση COMP/M.1601 — Allied Signal/Honeywell της 1ης Δεκεμβρίου 1999· υπόθεση COMP/M.1671 — Dow/UCC της 3ης Μαΐου 2000.
(40) Υπόθεση COMP/M.2949 — Finmeccanica/Alenia Telespazio της 30ής Οκτωβρίου 2002· υπόθεση M.3593 — Apollo/Bakelite της 11ης Απριλίου 2005· δεσμεύσεις σχετικά με την άδεια εκμετάλλευσης για πυρίμαχα υλικά με δεσμό άνθρακα· για υποθέσεις της φαρμακευτικής βιομηχανίας βλέπε υπόθεση COMP/M.2972 — DSM/Roche Vitamins της 23ης Ιουλίου 2003· υπόθεση IV/M.555 — Glaxo/Wellcome της 28ης Φεβρουαρίου 1995.
(41) Υπόθεση COMP/M.2972 — DSM/Roche Vitamins της 23ης Ιουλίου 2003.
(42) Πάντως, ακόμη και υπό τις συνθήκες αυτές, ενδέχεται να είναι περισσότερο πρόσφορη η εκποίηση του σήματος, ιδίως αν η διάσπαση της κυριότητάς του σήματος αποτελεί κοινή πρακτική στον κλάδο· για τον φαρμακευτικό κλάδο βλέπε υπόθεση COMP/M.3544 — Bayer Healthcare/Roche (OTC) της 19ης Νοεμβρίου 2004, σημείο 59 όσον αφορά την εκποίηση του σήματος Desenex.
(43) COMP/M.3149 — Procter & Gamble/Wella σημείο 60· IV/M.623 — Kimberly-Clark/Scott Paper της 16ης Ιανουαρίου 1996, σημείο 236 i). Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη φάση κατά την οποία ο δικαιοδόχος πρέπει να προετοιμάσει την κυκλοφορία στο εμπόριο ενός νέου ανταγωνιστικού σήματος, πράγμα που δεν φαίνεται εφικτό, αν ο αγοραστής πρέπει να διαθέσει σημαντικούς πόρους στη διαδικασία παραγωγής, εμπορίας και διανομής του σήματος που καλύπτει η άδεια· COMP/M.2337 — Nestlé/Ralston Purina της 27ης Ιουλίου 2001, σημεία 67 επόμενα· COMP/M.2621 — SEB/Moulinex της 8ης Ιανουαρίου 2002, σημείο 140.
(44) COMP/M.3149 — Procter & Gamble/Wella της 30ής Ιουλίου 2003, σημείο 61· COMP/M.2337 — Nestlé/Ralstone Purina της 27ης Ιουλίου 2001, σημείο 68· COMP/M.2621 — SEB/Moulinex της 8ης Ιανουαρίου 2002, σημείο 141· IV/M.623 — Kimberly-Clark/Scott Paper της 16ης Ιανουαρίου 1996, σημείο 236 ii).
(45) Για παράδειγμα, λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο ζωής των προϊόντων, παράβαλε COMP/M.2621 — SEB/Moulinex της 8ης Ιανουαρίου 2002, σημείο 141, όπου πράγματι η διάρκεια των δεσμεύσεων κάλυπτε χρονικό διάστημα που αντιστοιχούσε σε περίπου τρεις κύκλους ζωής του προϊόντος· επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-119/02, Royal Philips Electronics κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-1433, σκέψεις 112 επόμενα.
(46) Επιρροή στην ανταγωνιστική συμπεριφορά της εκποιηθείσας επιχείρησης εκ μέρους του προηγούμενου ιδιοκτήτη της, που κινδυνεύει να ματαιώσει τον στόχο του διορθωτικού μέτρου.
(47) Βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-210/01, General Electric κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-5575, σκέψη 617· COMP/M.1453 — AXA/GRE της 8ης Απριλίου 1999.
(48) Η εναλλακτική δέσμευση μπορεί να αφορά μια εντελώς διαφορετική επιχείρηση ή, σε περίπτωση αβεβαιότητας ως προς την εξεύρεση κατάλληλου αγοραστή, επιχειρηματικές δραστηριότητες και περιουσιακά στοιχεία που προστίθενται στην αρχική δέσμη.
(49) Υπόθεση IV/M.913 — Siemens/Elektrowatt της 18ης Νοεμβρίου 1997.
(50) Βλέπε δεσμεύσεις στην υπόθεση COMP/M.2621 — SEB/Moulinex της 8ης Ιανουαρίου 2002, οι οποίες προβλέπουν ότι ο δικαιοδόχος πρέπει να χρησιμοποιεί το δικό του σήμα στον σχετικό κλάδο. Ορισμένες αγορές μπορεί να απαιτούν επαρκή βαθμό αναγνώρισης εκ μέρους των πελατών για να είναι σε θέση ένας αγοραστής να καταστήσει την εκποιούμενη επιχείρηση ανταγωνιστική δύναμη στην αγορά.
(51) Η μεταβίβαση της επιχείρησης μπορεί να πραγματοποιηθεί μετά την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής.
(52) Η ορολογία αυτή μπορεί να χρησιμοποιείται διαφορετικά σε άλλο πλαίσιο.
(53) Υπόθεση COMP/M.3796 — Omya/Huber PCC της 19ης Ιουλίου 2006· υπόθεση COMP/M.2972 — DSM/Roche Vitamins της 23ης Ιουλίου 2003· υπόθεση COMP/M.2060 — Bosch/Rexroth της 13ης Δεκεμβρίου 2000· υπόθεση COMP/M.2337 — Nestlé/Ralston Purina της 27ης Ιουλίου 2001· COMP/M.2544 — Masterfoods/Royal Canin της 15ης Φεβρουαρίου 2002· COMP/M.2947 — Verbund/Energie Allianz της 11ης Ιουνίου 2003.
(54) Βλέπε υπόθεση COMP/M.2060 — Bosch/Rexroth, της 13ης Δεκεμβρίου 2000, σημείο 92.
(55) Βλέπε υπόθεση COMP/M.2060 — Bosch/Rexroth, της 13ης Δεκεμβρίου 2000, σημείο 95.
(56) Αυτού του είδους οι συμφωνίες εξαρτώνται κατά κανόνα από την τελική απόφαση της Επιτροπής με την οποία γίνεται δεκτό το εν λόγω διορθωτικό μέτρο.
(57) Βλέπε υπόθεση COMP/M.3916 — T-Mobile Austria/tele.ring του Απριλίου 2006, όπου η εκποίηση ορισμένων τόπων και συχνοτήτων κινητής τηλεφωνίας που δεν αποτελούσαν βιώσιμη επιχείρηση μπορούσε να γίνει μόνο σε ανταγωνιστή που είχε πιθανότητες να αναλάβει στην αγορά αντίστοιχο ρόλο με την tele.ring· COMP/M.4000 — Inco/Falconbridge της 4ης Ιουλίου 2006, όπου η εκποίηση μιας επιχείρησης επεξεργασίας νικελίου μπορούσε να γίνει μόνο σε ανταγωνιστή κάθετα ενοποιημένο στην προμήθεια νικελίου· υπόθεση COMP/M.4187 — Metso/Aker Kvaerner της 12ης Δεκεμβρίου 2006, όπου μόνο ένας αγοραστής ήταν κατάλληλος για την εξαγορά των εκποιούμενων δραστηριοτήτων, δεδομένου ότι ήταν ο μοναδικός με την απαραίτητη τεχνογνωσία και αναγκαία παρουσία στις γειτονικές αγορές· υπόθεση COMP/M.3436 — Continental/Phoenix της 26ης Οκτωβρίου 2004, όπου μόνο ο εταίρος στην κοινή επιχείρηση διανομής ήταν σε θέση να καταστήσει βιώσιμη την εκποιούμενη επιχείρηση· υπόθεση COMP/M.3136 — GE/Agfa της 5ης Δεκεμβρίου 2003.
(58) Υπόθεση IV/M.942 — VEBA/Degussa της 3ης Δεκεμβρίου 1997.
(59) Υπόθεση COMP/M.3653 — Siemens/VA Tech της 13ης Ιουλίου 2005, σημεία 491, 493 επόμενα.
(60) Βλέπε υπόθεση COMP/M.3653 — Siemens/VA Tech της 13ης Ιουλίου 2005, σημεία 327 επόμενα, όπου οι επιπτώσεις από τη μειοψηφική συμμετοχή σε οικονομικό επίπεδο μπόρεσαν να αποκλεισθούν στον βαθμό που είχε ήδη ασκηθεί δικαίωμα προαιρέσεως για την πώληση της συμμετοχής αυτής.
(61) Υπόθεση COMP/M.4153 — Toshiba/Westinghouse, της 19ης Σεπτεμβρίου 2006.
(62) Βλέπε υπόθεση COMP/M.3440 — ENI/EDP/GDP, της 9ης Δεκεμβρίου 2004, σημεία 648 επόμενα, 672.
(63) Βλέπε, για τη λύση συμφωνιών διανομής, υπόθεση COMP/M.3779 — Pernod Ricard/Allied Domecq της 24ης Ιουνίου 2005· υπόθεση COMP/M. 3658 — Orkla/Chips της 3ης Μαρτίου 2005.
(64) Βλέπε ιδίως στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών, υπόθεση COMP/M.3829 — Maersk/PONL της 29ης Ιουλίου 2005 και υπόθεση COMP/M.3863 — TUI/CP Ships της 12ης Οκτωβρίου 2005. Στις υποθέσεις αυτές, τα μέρη δεσμεύτηκαν να αποσυρθούν από ορισμένες ναυτιλιακές διασκέψεις και κοινοπραξίες.
(65) Υπόθεση COMP/M.3680 — Alcatel/Finmeccanica/Alcatel Alenia Space & Telespazio της 28ης Απριλίου 2005, όπου η εκποίηση ήταν αδύνατη.
(66) Βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-177/04, easyJet κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1931, σκέψεις 197 επόμενα.
(67) Βλέπε υπόθεση COMP/M.2876 — Newscorp/Telepiù της 2ας Απριλίου 2003, σημεία 225 επόμενα, όπου το σύνολο των δεσμεύσεων περιλάμβανε την πρόσβαση ανταγωνιστών σε όλα τα βασικά στοιχεία ενός δικτύου συνδρομητικής τηλεόρασης, όπως 1. πρόσβαση στο αναγκαίο περιεχόμενο, 2. πρόσβαση στην τεχνική πλατφόρμα, καθώς και 3. πρόσβαση στις αναγκαίες τεχνικές υπηρεσίες. Επίσης, στην υπόθεση COMP/JV.37 — BskyB/Kirch Pay TV της 21ης Μαρτίου 2000, που επιβεβαιώθηκε με απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-158/00, ARD κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3825, η Επιτροπή δέχθηκε ένα σύνολο δεσμεύσεων που επέτρεπαν σε άλλες επιχειρήσεις πλήρη πρόσβαση στην αγορά συνδρομητικής τηλεόρασης.
(68) Βλέπε υπόθεση COMP/M.3696 — E.ON/MOL της 21ης Δεκεμβρίου 2005· υπόθεση COMP/M.3868 — DONG/Elsam/Energi E2 της 14ης Μαρτίου 2006.
(69) Σε συγχωνεύσεις του κλάδου των μεταφορών, ο απλός περιορισμός των φραγμών εισόδου με δέσμευση των μερών να προσφέρουν χρονοθυρίδες σε συγκεκριμένα αεροδρόμια μπορεί να μην αρκεί πάντοτε για να εξασφαλίσει την είσοδο νέων ανταγωνιστών στις διαδρομές εκείνες όπου προκύπτουν προβλήματα ανταγωνισμού και να καταστήσει το διορθωτικό μέτρο ισοδύναμο ως προς τα αποτελέσματά του με εκποίηση.
(70) Υπόθεση COMP/M.2533 — BP/E.ON της 20ής Δεκεμβρίου 2001, πρόσβαση σε αγωγούς επιπλέον της εκποίησης μεριδίων σε μια εταιρεία αγωγών, υπόθεση COMP/M.2389 — Shell/DEA της 20ής Δεκεμβρίου 2001, πρόσβαση σε τερματικό σταθμό εισαγωγής αιθυλενίου.
(71) Για την πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, βλέπε υπόθεση COMP/M.2803 — Telia/Sonera της 10ης Ιουλίου 2002· υπόθεση IV/M.1439 — Telia/Telenor της 13ης Οκτωβρίου 1999· υπόθεση COMP/M.1795 — Vodafone/Mannesmann της 12ης Απριλίου 2000. Βλέπε επίσης υπόθεση COMP/M.2903 — DaimlerChrysler/Deutsche Telekom/JV της 30ής Απριλίου 2003, όπου η Επιτροπή δέχθηκε ένα σύνολο δεσμεύσεων για την παροχή πρόσβασης σε τηλεματικό δίκτυο στους τρίτους και για τον περιορισμό των φραγμών εισόδου επιτρέποντάς τους να χρησιμοποιούν στοιχεία ενός συστήματος τηλεματικής για την είσπραξη διοδίων που παρέχουν τα μέρη.
(72) Βλέπε το «ποιοτικό moratorium» στην υπόθεση COMP/M.2903 — DaimlerChrysler/Deutsche Telekom/JV της 30ής Απριλίου 2003, σημείο 76.
(73) Υπόθεση COMP/M.3083 — GE/Instrumentarium της 2ας Σεπτεμβρίου 2003· υπόθεση COMP/M.2861 — Siemens/Draegerwerk της 30ής Απριλίου 2003.
(74) Βλέπε υπόθεση COMP/M.3998 — Axalto/Gemplus της 19ης Μαΐου 2006.
(75) Βλέπε, π.χ., υπόθεση COMP/M.2803 — Telia/Sonera της 10ης Ιουλίου 2002· υπόθεση COMP/M.2903 — DaimlerChrysler/Deutsche Telekom/JV της 30ής Απριλίου 2003.
(76) Όσον αφορά τα αποτελέσματα των ρητρών διαιτησίας βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-158/00, ARD κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3825, σκέψεις 212, 295, 352· απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-177/04, easyJet κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1931, σκέψη 186.
(77) Βλέπε υπόθεση COMP/M.2876 — Newscorp/Telepiú· υπόθεση COMP/M.3916 — T-Mobile Austria/Tele.ring.
(78) Πρωτοδικείο, απόφαση στην υπόθεση T-158/00, ARD κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3825, σκέψεις 212, 295, 352.
(79) Βλέπε αποφάσεις του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψεις 102 επόμενα· και υπόθεση T-177/04, easyJet κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1931, σκέψη 188.
(80) Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής για τις μη ορίζοντες συγκεντρώσεις […]· υπόθεση IV/M.986 — AGFA Gevaert/DuPont της 11ης Φεβρουαρίου 1998.
(81) Υπόθεση COMP/M.2876 — Newscorp/Telepiù της 2ας Απριλίου 2003, σημεία 225 επόμενα, όπου παρέχονται δικαιώματα μονομερούς καταγγελίας στους παρέχοντες τηλεοπτικό περιεχόμενο, περιορίζοντας το πεδίο των ρητρών αποκλειστικότητας και τη διάρκεια των μελλοντικών αποκλειστικών συμβάσεων σχετικά με την παροχή περιεχομένου· υπόθεση COMP/M.2822 — ENI/EnBW/GVS της 17ης Δεκεμβρίου 2002, όπου παρέχονται δικαιώματα πρόωρης καταγγελίας σε όλους τους τοπικούς διανομείς φυσικού αερίου σχετικά με τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας· υπόθεση IV/M.1571 — New Holland της 28ης Οκτωβρίου 1999· υπόθεση IV/M.1467 — Rohm and Haas/Morton της 19ης Απριλίου 1999.
(82) Βλέπε, για παράδειγμα τέτοιων διορθωτικών μέτρων, υπόθεση COMP/M.3440 — ENI/EDP/GDP της 9ης Δεκεμβρίους 2004, σημεία 663, 719.
(83) Βλέπε, σχετικά με τις διαγώνιες επιπτώσεις μιας συγκέντρωσης, απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Φεβρουαρίου 2005 στην υπόθεση C 12/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval, Συλλογή 2005, σ. I-987, σκέψεις 85, 89.
(84) Πάντως, για διορθωτικά μέτρα που συνίστανται σε παροχή πρόσβασης, η ρήτρα επανεξέτασης είναι ιδιαίτερα σημαντική και θα πρέπει να προβλέπεται σ' αυτά συστηματικά· Βλέπε παρακάτω σημείο 74.
(85) Όπως αναφέρεται στο σημείο 30, η Επιτροπή δύναται να εγκρίνει έναν αγοραστή χωρίς ορισμένα από τα προβλεπόμενα περιουσιακά στοιχεία ή μέλη του προσωπικού, εάν αυτό δεν επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα της εκποιούμενης επιχείρησης. Επίσης, η ρήτρα μη επανεξαγοράς, όπως επεξηγείται στο σημείο 43, απαγορεύει την εκ νέου απόκτηση ελέγχου των εκποιούμενων περιουσιακών στοιχείων, μόνο εάν η Επιτροπή έχει προηγουμένως διαπιστώσει ότι η διάρθρωση της αγοράς έχει μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η εκποίηση δεν είναι πλέον αναγκαία.
(86) Βλέπε παραδείγματα στην απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-119/02, Royal Philips Electronics κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-1433, σκέψη 184.
(87) Βλέπε υπόθεση COMP/M.3868 — DONG/Elsam/Energi E2 της 14ης Mαρτίου 2006, σημείο 24 του παραρτήματος.
(88) Άρθρο 19 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού.
(89) Τα κοινοποιούντα μέρη θα έχουν κατά κανόνα την ευκαιρία να συμμετάσχουν σε ενημερωτική σύσκεψη στις περιπτώσεις αυτές· βλέπε σημείο 33 των βέλτιστων πρακτικών της ΓΔ Ανταγωνισμού σχετικά με τη διεξαγωγή των κοινοτικών διαδικασιών ελέγχου των συγκεντρώσεων.
(90) Άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού συγκεντρώσεων.
(91) Άρθρο 20 παράγραφος 2 του εκτελεστικού κανονισμού.
(92) Βλέπε άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου της 12ης Μαρτίου 2001 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82 της 22.3.2001, σ. 16). Βλέπε επίσης άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254 της 30.9.1994, σ. 64).
(93) Για τον ρόλο των εθνικών ρυθμιστικών στο πλαίσιο μηχανισμών διευθέτησης διαφορών, βλέπε σημείο 66.
(94) Βλέπε σημείο 30 της αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού συγκεντρώσεων.
(95) Βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-119/02, Royal Philips Electronics κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-1433, σκέψεις 79 επόμενα.
(96) Βλέπε σημείο 17 της αιτιολογικής σκέψης του εκτελεστικού κανονισμού και απόφαση του Πρωτοδικείου, υπόθεση T-119/02, Royal Philips Electronics κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-1433, σκέψεις 237 επόμενα.
(97) Βλέπε παραπάνω σημείο 6.
(98) Βλέπε απόφαση του ΔΕΚ της 18ης Δεκεμβρίου 2007 στην υπόθεση C-202/06 P, Cementbouw κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σκέψη 54.
(99) Άρθρο 19 παράγραφος 2 εδάφιο 2 του εκτελεστικού κανονισμού.
(100) Άρθρο 19 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του εκτελεστικού κανονισμού. Βλέπε υπόθεση COMP/M.1439 — Telia/Telenor της 13ης Οκτωβρίου 1999· υπόθεση IV/M.754 — Anglo American Corporation/Lonrho της 23ης Απριλίου 1997.
(101) Εφόσον οι προθεσμίες για την έκδοση οριστικής απόφασης έχουν παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού συγκεντρώσεων πριν από την 55η εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται και η προθεσμία αυτή.
(102) Το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε ότι ο κανονισμός συγκεντρώσεων και ο εκτελεστικός κανονισμός δεν επιβάλλουν καμία υποχρέωση στην Επιτροπή να δέχεται δεσμεύσεις που υποβάλλονται μετά τη νόμιμη προθεσμία, όπως αναφέρεται παρακάτω στο σημείο 94, βλέπε υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψη 161. Επομένως, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξετάζει κάθε διορθωτικό μέτρο που υποβάλλεται από τα μέρη μετά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, ακόμη και αν τα μέρη θα συμφωνούσαν σε παράταση της τελικής προθεσμίας. Επιπλέον, αυτό δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό των παρατάσεων που προβλέπει το άρθρο 10 παράγραφος 3, όπως επεξηγείται στο σημείο 35 της αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού συγκεντρώσεων. Η παράταση που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο σκοπό έχει να δώσει αρκετό χρόνο για τη διερεύνηση των προβλημάτων ανταγωνισμού, ενώ σκοπός της παράτασης του άρθρου 10 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο είναι να δώσει αρκετό χρόνο για την ανάλυση των δεσμεύσεων και τη διαβούλευση με τους παράγοντες της αγοράς.
(103) Άρθρο 20 παράγραφος 2 του εκτελεστικού κανονισμού.
(104) Βλέπε σημεία 30 επόμενα των βέλτιστων πρακτικών της ΓΔ Ανταγωνισμού σχετικά με τη διεξαγωγή των κοινοτικών διαδικασιών ελέγχου των συγκεντρώσεων, όπου προβλέπεται η διεξαγωγή πολλών ενημερωτικών συνεδριάσεων μεταξύ της Επιτροπής και των μερών καθ' όλη τη διαδικασία.
(105) Βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψεις 161 επόμενα. Βλέπε επίσης απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-290/94, Kaysersberg SA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-2137.
(106) Υπόθεση COMP/M.3440 — ENI/EDP/GDP της 9ης Δεκεμβρίου 2004, σημεία 855 επόμενα· επιβεβαιώθηκε με απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-87/05, EDP κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3745, σκέψεις 162 επόμενα· COMP/M.1628 — TotalFina/Elf της 9ης Μαρτίου 2000, σημείο 345.
(107) Η διαβούλευση αυτή, κατά κανόνα προϋποθέτει ότι η Επιτροπή είναι σε θέση να στείλει στα κράτη μέλη σχέδιο της τελικής απόφασης, με αξιολόγηση των τροποποιημένων δεσμεύσεων τουλάχιστον δέκα εργάσιμες μέρες πριν από τη σύσκεψη της συμβουλευτικής επιτροπής με τα κράτη μέλη. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να συντομευθεί παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (άρθρο 19 παράγραφος 5 του κανονισμού συγκεντρώσεων).
(108) Βλέπε υπόθεση COMP/M.3440 — ENI/EDP/GDP της 9ης Δεκεμβρίου 2004, σημείο 913.
(109) Πάντως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, άλλες διατάξεις που περιλαμβάνονται στις δεσμεύσεις, ιδίως διασφαλίσει για τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου πρέπει να αρχίσουν να εφαρμόζονται από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.
(110) Βλέπε υπόθεση COMP/M.3916 — T-Mobile Austria/tele.ring της 20ής Απριλίου 2006.
(111) Βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-342/00, Petrolessence κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-1161.
(112) Υπόθεση IV/M.1383 — Exxon/Mobil, απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1999 και υποθέσεις COMP/M.1820 — BP/JV Dissolution της 2ας Φεβρουαρίου 2000 και COMP/M.1822 — Mobil/JV Dissolution Dissolution της 2ας Φεβρουαρίου 2000.
(113) Όπως προαναφέρθηκε, τα μέρη μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να εγκρίνει την εκποίηση της επιχείρησης στον υποψήφιο αγοραστή χωρίς ένα ή περισσότερα από τα περιουσιακά στοιχεία ή μέλη του προσωπικού της, αν αυτό δεν επηρεάζει τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της εκποιούμενης επιχείρησης μετά την πώληση, λαμβάνοντας υπόψη τους πόρους του υποψήφιου αγοραστή.
(114) COMP/M.1628 — TotalFina/Elf της 9ης Φεβρουαρίου 2000, πρατήρια βενζίνης σε αυτοκινητόδρομους, που επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-342/00, Petrolessence κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-1161.
(115) Ανάλογα με τις συνθήκες της εκποίησης, τα μέρη θα πρέπει επίσης ενδεχομένως να εξασφαλίσουν, για παράδειγμα μέσω κατάλληλων ρητρών στη συμφωνία εξαγοράς, ότι ο αγοραστής θα διατηρήσει την εκποιούμενη επιχείρηση ως ανταγωνιστική δύναμη στην αγορά και δεν θα την μεταπωλήσει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
(116) Βλέπε παραπάνω σημείο 26 για το πώς πρέπει να πραγματεύονται οι δεσμεύσεις τα κοινά περιουσιακά στοιχεία.
(117) Κατά κανόνα, οι δεσμεύσεις θα πρέπει να προβλέπουν την πρόταση επιβλέποντος εντολοδόχου μέσα σε δύο εβδομάδες από την ημερομηνία της απόφασης.
(118) Βλέπε υπόθεση COMP/M.4180 — GdF/Suez της 14ης Νοεμβρίου 2006· υπόθεση COMP/M.4187 — Metso/Aker Kvaerner της 12ης Δεκεμβρίου 2006· υπόθεση COMP/M.3916 — T-Mobile/Tele.ring της 20ής Απριλίου 2006.
(119) Η Επιτροπή κατά κανόνα θα απαιτεί να διορισθεί τουλάχιστον ένα μήνα πριν από το τέλος της πρώτης φάσης της εκποίησης.
(120) Αυτή η λύση της εποπτείας μέσω διαιτησίας σε συνδυασμό με τον διορισμό ελεγκτή διαχειριστή χρησιμοποιήθηκε, π.χ., στην υπόθεση COMP/M.2803 — Telia/Sonera της 10ης Ιουλίου 2002· στην υπόθεση COMP/M.3083 — GE/Instrumentarium της 2ας Σεπτεμβρίου 2003· και στην υπόθεση COMP/M.3225 — Alcan/Pechiney II της 29ης Σεπτεμβρίου 2003.
IV Πληροφορίες
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Επιτροπή
|
22.10.2008 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 267/28 |
Ισοτιμίες του ευρώ (1)
21 Οκτωβρίου 2008
(2008/C 267/02)
1 ευρώ=
|
|
Νομισματική μονάδα |
Ισοτιμία |
|
USD |
δολάριο ΗΠΑ |
1,3184 |
|
JPY |
ιαπωνικό γιεν |
133,06 |
|
DKK |
δανική κορόνα |
7,4542 |
|
GBP |
λίρα στερλίνα |
0,777 |
|
SEK |
σουηδική κορόνα |
9,992 |
|
CHF |
ελβετικό φράγκο |
1,5224 |
|
ISK |
ισλανδική κορόνα |
305 |
|
NOK |
νορβηγική κορόνα |
8,894 |
|
BGN |
βουλγαρικό λεβ |
1,9558 |
|
CZK |
τσεχική κορόνα |
25,308 |
|
EEK |
εσθονική κορόνα |
15,6466 |
|
HUF |
ουγγρικό φιορίνι |
274,78 |
|
LTL |
λιθουανικό λίτας |
3,4528 |
|
LVL |
λεττονικό λατ |
0,7093 |
|
PLN |
πολωνικό ζλότι |
3,6105 |
|
RON |
ρουμανικό λέι |
3,629 |
|
SKK |
σλοβακική κορόνα |
30,467 |
|
TRY |
τουρκική λίρα |
2,0483 |
|
AUD |
αυστραλιανό δολάριο |
1,928 |
|
CAD |
καναδικό δολάριο |
1,5928 |
|
HKD |
δολάριο Χονγκ Κονγκ |
10,2233 |
|
NZD |
νεοζηλανδικό δολάριο |
2,1557 |
|
SGD |
δολάριο Σιγκαπούρης |
1,9527 |
|
KRW |
νοτιοκορεατικό γουόν |
1 769,27 |
|
ZAR |
νοτιοαφρικανικό ραντ |
13,7212 |
|
CNY |
κινεζικό γιουάν |
9,0096 |
|
HRK |
κροατικό κούνα |
7,18 |
|
IDR |
ινδονησιακή ρουπία |
12 979,65 |
|
MYR |
μαλαισιανό ρίγκιτ |
4,65 |
|
PHP |
πέσο Φιλιππινών |
63,76 |
|
RUB |
ρωσικό ρούβλι |
35,0523 |
|
THB |
ταϊλανδικό μπατ |
45,313 |
|
BRL |
ρεάλ Βραζιλίας |
2,8372 |
|
MXN |
μεξικανικό πέσο |
17,4029 |
Πηγή: Ισοτιμίες αναφοράς που δημοσιεύονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
V Γνωστοποιήσεις
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο
|
22.10.2008 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 267/29 |
ΠΡΟΚΉΡΥΞΗ ΚΕΝΉΣ ΘΈΣΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΌ ΕΛΕΓΚΤΙΚΌ ΣΥΝΈΔΡΙΟ
ΘΈΣΗ ΓΕΝΙΚΟΫ ΓΡΑΜΜΑΤΈΑ
(2008/C 267/03)
Ανακοίνωση κενής θέσης Γενικού Γραμματέα του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (EΕΣ) στην έδρα του στο Λουξεμβούργο.
Η προκήρυξη της κενής θέσης δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα C 267 A της 22ας Οκτωβρίου 2008 μόνο στην αγγλική και γαλλική γλώσσα.
Περαιτέρω στοιχεία παρατίθενται στην ιστοθέση του ΕΕΣ:
http://eca.europa.eu/portal/page/portal/aboutus/workingatthecourtofauditors/jobopportunities
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Επιτροπή
|
22.10.2008 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 267/30 |
Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης
(Υπόθεση COMP/M.5093 — DP World/Conti 7/Rickmers 2.Terminal/DP World Breakbulk)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2008/C 267/04)
|
1. |
Στις 14 Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή έλαβε γνωστοποίηση μιας προτεινόμενης συγκέντρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (1) με την οποία οι επιχειρήσεις DP World NV («DP World», Βέλγιο), προηγουμένως με την επωνυμία P&O Ports Europe NV, που ελέγχεται από την Dubai World («Dubai World», Ντουμπάι), Conti 7 NV («Conti 7», Βέλγιο), που ελέγχεται από την Brion family, και Rickmers 2.Terminal NV («Rickmers», Γερμανία), που ελέγχεται από την Rickmers Holding GmbH & Cie KG («Rickmers», Γερμανία), αποκτούν με την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού του Συμβουλίου κοινό έλεγχο της επιχείρησης DP World Breakbulk NV («DP World Breakbulk», Βέλγιο) με αγορά μετοχών. |
|
2. |
Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων είναι:
|
|
3. |
Κατά την προκαταρκτική εξέταση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η γνωστοποιηθείσα συναλλαγή θα μπορούσε να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004. Εντούτοις, επιφυλάσσεται να λάβει τελική απόφαση επί του σημείου αυτού. |
|
4. |
Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις για την προτεινόμενη συγκέντρωση στην Επιτροπή. Οι παρατηρήσεις πρέπει να φθάσουν στην Επιτροπή το αργότερο εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης, με την αναφορά COMP/M.5093 — DP World/Conti 7/Rickmers 2.Terminal/DP World Breakbulk JV. Οι παρατηρήσεις μπορούν να σταλούν στην Eπιτροπή με φαξ [αριθμός (32-2) 296 43 01 ή 296 72 44] ή ταχυδρομικά στην ακόλουθη διεύθυνση:
|
(1) ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1.
|
22.10.2008 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 267/s3 |
ΣΗΜΕΊΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΏΣΤΗ
Τα θεσμικά όργανα αποφάσισαν να μην εμφανίζουν πλέον στα κείμενά τους τη μνεία της τελευταίας τροποποίησης των πράξεων στις οποίες παραπέμπουν.
Εάν δεν υπάρχει μνεία περί του αντιθέτου, οι πράξεις στις οποίες γίνεται παραπομπή στα κείμενα που δημοσιεύονται στο παρόν τεύχος νοούνται στην εκάστοτε ισχύουσα μορφή τους.