|
ISSN 1725-2415 |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74 |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Ανακοινώσεις και Πληροφορίες |
50ό έτος |
|
Ανακοίνωση αριθ |
Περιεχόμενα |
Σελίδα |
|
|
II Ανακοινώσεις |
|
|
|
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ |
|
|
|
Επιτροπή |
|
|
2007/C 074/01 |
||
|
2007/C 074/02 |
Έγκριση των κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕE — Περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δεν προβάλλει αντίρρηση ( 1 ) |
|
|
|
IV Πληροφορίες |
|
|
|
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ |
|
|
|
Επιτροπή |
|
|
2007/C 074/03 |
||
|
|
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ |
|
|
2007/C 074/04 |
||
|
|
Διορθωτικά |
|
|
2007/C 074/12 |
||
|
|
|
|
|
(1) Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ |
|
EL |
|
II Ανακοινώσεις
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Επιτροπή
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/1 |
ΕΝΙΑΊΑ ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΗΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΈΝΗΣ ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΊΑΣ (ΣΟ)
(Κατάταξη των εμπορευμάτων)
Επεξηγηματικές σημειώσεις που θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου σχετικά με τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (1)
(2007/C 74/01)
Οι επεξηγηματικές σημειώσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2) τροποποιούνται ως εξής:
Στη σελίδα 354
|
8703 |
Επιβατικά αυτοκίνητα και άλλα αυτοκίνητα οχήματα που είναι κατασκευασμένα κυρίως για τη μεταφορά προσώπων (άλλα από εκείνα της κλάσης 8702), στα οποία περιλαμβάνονται και τα οχήματα του τύπου break και τα αγωνιστικά οχήματα |
Προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Η παρούσα κλάση περιλαμβάνει τα οχήματα πολλαπλών χρήσεων, όπως είναι τα αυτοκίνητα οχήματα που δύνανται να μεταφέρουν τόσο πρόσωπα όσο και εμπορεύματα.
|
1. |
Τύπου pick-up: Τα οχήματα αυτού του τύπου διαθέτουν συνήθως περισσότερες από μία σειρά καθισμάτων και αποτελούνται από δύο ξεχωριστούς χώρους, δηλαδή από έναν κλειστό θάλαμο για τη μεταφορά προσώπων και από έναν ανοικτό ή καλυμμένο χώρο για τη μεταφορά εμπορευμάτων (εξέδρα φόρτωσης). Εντούτοις, τα οχήματα αυτού του τύπου κατατάσσονται στην κλάση 8704 εφόσον το μέγιστο εσωτερικό μήκος του δαπέδου του χώρου που προορίζεται για τη μεταφορά εμπορευμάτων είναι μεγαλύτερο από το 50 % του μήκους της απόστασης μεταξύ των κέντρων του μπροστινού και του πίσω τροχού της ίδιας πλευράς του οχήματος (μεταξόνιο) ή εφόσον διαθέτουν περισσότερους από δύο άξονες. |
|
2. |
Τύπου βαν: Τα οχήματα τύπου βαν με περισσότερες από μία σειρά καθισμάτων πρέπει να πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται στις επεξηγηματικές σημειώσεις του ΕΣ για με την κλάση 8703. Εντούτοις, τα οχήματα τύπου βαν με μία μόνο σειρά καθισμάτων, τα οποία δεν διαθέτουν μόνιμα σημεία στήριξης και διατάξεις για την εγκατάσταση καθισμάτων, ούτε και διατάξεις ασφαλείας στο οπίσθιο τμήμα του οχήματος, κατατάσσονται στην κλάση 8704, ανεξάρτητα εάν φέρουν ή όχι μόνιμο χώρισμα μεταξύ του χώρου που προορίζεται για τη μεταφορά προσώπων και του χώρου φόρτωσης ή παράθυρα στα πλαϊνά τοιχώματα.» |
Στη σελίδα 354
|
8704 |
Αυτοκίνητα οχήματα για τη μεταφορά εμπορευμάτων |
Πριν από το υπάρχον κείμενο, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
«Οι επεξηγηματικές σημειώσεις για την κλάση 8703 εφαρμόζονται αναλογικά (mutatis mutandis).»
Στη σελίδα 376, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:
|
«9506 69 90 |
Άλλες Η παρούσα διάκριση περιλαμβάνει τις “μπάλες για επιδείξεις δεξιοτεχνίας (μπάλες για ζογκλέρ) ”κάθε μεγέθους, σχεδίου και βάρους, που προορίζονται τόσο για παιδιά όσο και για ενήλικες.» |
(1) ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 129/2007 (EE L 56 της 23.2.2007, σ. 1).
(2) ΕΕ C 50 της 28.2.2006, σ. 1.
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/3 |
Έγκριση των κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕE
Περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δεν προβάλλει αντίρρηση
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2007/C 74/02)
|
Ημερομηνία έκδοσης της απόφασης |
15.9.2006 |
||||
|
Αριθμός ενίσχυσης |
N 480/06 |
||||
|
Κράτος μέλος |
Κάτω Χώρες |
||||
|
Περιφέρεια |
— |
||||
|
Ονομασία (ή/και ονοματεπώνυμο του δικαιούχου) |
Financiering van onderzoek ten bate van de groothandel (wijziging van een bestaande regeling) |
||||
|
Νομική βάση |
Verordening onderzoek- en projectenfonds groothandelsector 2006 |
||||
|
Τύπος του μέτρου |
Καθεστώς ενίσχυσης |
||||
|
Στόχος |
Ενίσχυση στον κλάδο της αλιείας |
||||
|
Μορφή ενίσχυσης |
Ατομικές επιχορηγήσεις |
||||
|
Προϋπολογισμός |
44 000 περίπου EUR ετησίως |
||||
|
Ένταση |
100 % κατ' ανώτατο όριο |
||||
|
Διάρκεια |
Απεριόριστη |
||||
|
Οικονομικός τομέας |
Κλάδος αλιείας |
||||
|
Ονομασία και διεύθυνση της αρμόδιας υπηρεσίας χορήγησης της ενίσχυσης |
|
||||
|
Άλλες πληροφορίες |
Ετήσια έκθεση |
Το κείμενο της απόφασης στην (στις) αυθεντική(-ές) γλώσσα(-ες), χωρίς τα εμπιστευτικά στοιχεία, είναι διαθέσιμο στην διεύθυνση:
http://ec.europa.eu/community_law/state_aids/
|
Ημερομηνία έκδοσης της απόφασης |
18.12.2006 |
||||
|
Αριθμός ενίσχυσης |
N 484/06 |
||||
|
Κράτος μέλος |
Τσεχική Δημοκρατία |
||||
|
Περιφέρεια |
— |
||||
|
Τίτλος |
Financování odstranění škod způsobených povodní na jaře 2006 na hrázích a rybnících |
||||
|
Νομική βάση |
|
||||
|
Τύπος του μέτρου |
Καθεστώς ενισχύσεων |
||||
|
Στόχος |
Αποζημίωση για τις ζημιές που προκλήθηκαν από την πλημμύρα, την άνοιξη του 2006 |
||||
|
Μορφή ενίσχυσης |
Άμεσες ενισχύσεις |
||||
|
Προϋπολογισμός |
30 000 000 CZK ετησίως (60 000 000 CZK συνολικά) |
||||
|
Ένταση των ενισχύσεων |
70% του κόστους κατασκευής |
||||
|
Διάρκεια |
Από 1.10.2006 έως 31.12.2007 |
||||
|
Οικονομικός τομέας |
Αλιεία |
||||
|
Όνομα και διεύθυνση της αρμόδιας υπηρεσίας χορήγησης της ενίσχυσης |
|
||||
|
Άλλες πληροφορίες |
— |
Το κείμενο της απόφασης στην (στις) αυθεντική(-ές) γλώσσα(-ες), χωρίς τα εμπιστευτικά στοιχεία, είναι διαθέσιμο στην διεύθυνση:
http://ec.europa.eu/community_law/state_aids/
|
Ημερομηνία έκδοσης της απόφασης |
20.12.2006 |
||||
|
Αριθμός της ενίσχυσης |
N 714/06 |
||||
|
Κράτος μέλος |
Κάτω Χώρες |
||||
|
Περιφέρεια |
— |
||||
|
Τίτλος (ή/και ονοματεπώνυμο του δικαιούχου) |
Promotieactiviteiten voor de visserij- en aquacultuursector (wijziging van een bestaande regeling) |
||||
|
Νομική βάση |
Verordening financiering vispromotie 2006 |
||||
|
Τύπος του μέτρου |
Καθεστώς ενισχύσεων |
||||
|
Στόχος |
Ενισχύσεις στον τομέα της αλιείας |
||||
|
Μορφή ενίσχυσης |
Μεμονωμένες επιχορηγήσεις |
||||
|
Προϋπολογισμός |
Περίπου 1 050 000 EUR ετησίως |
||||
|
Ένταση |
100 % κατ' ανώτατο όριο |
||||
|
Διάρκεια |
Αόριστη |
||||
|
Οικονομικός τομέας |
Τομέας αλιείας |
||||
|
Ονομασία και διεύθυνση της αρμόδιας υπηρεσίας χορήγησης της ενίσχυσης |
|
||||
|
Άλλες πληροφορίες |
Ετήσια έκθεση |
Το κείμενο της απόφασης στην (στις) αυθεντική(-ές) γλώσσα(-ες), χωρίς τα εμπιστευτικά στοιχεία, είναι διαθέσιμο στην διεύθυνση:
http://ec.europa.eu/community_law/state_aids/
IV Πληροφορίες
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Επιτροπή
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/5 |
Ισοτιμίες του ευρώ (1)
30 Μαρτίου 2007
(2007/C 74/03)
1 ευρώ=
|
|
Νομισματική μονάδα |
Ισοτιμία |
|
USD |
δολάριο ΗΠΑ |
1,3318 |
|
JPY |
ιαπωνικό γιεν |
157,32 |
|
DKK |
δανική κορόνα |
7,4508 |
|
GBP |
λίρα στερλίνα |
0,67980 |
|
SEK |
σουηδική κορόνα |
9,3462 |
|
CHF |
ελβετικό φράγκο |
1,6247 |
|
ISK |
ισλανδική κορόνα |
87,69 |
|
NOK |
νορβηγική κορόνα |
8,1190 |
|
BGN |
βουλγαρικό λεβ |
1,9558 |
|
CYP |
κυπριακή λίρα |
0,5807 |
|
CZK |
τσεχική κορόνα |
28,010 |
|
EEK |
εσθονική κορόνα |
15,6466 |
|
HUF |
ουγγρικό φιορίνι |
247,80 |
|
LTL |
λιθουανικό λίτας |
3,4528 |
|
LVL |
λεττονικό λατ |
0,7097 |
|
MTL |
μαλτέζικη λίρα |
0,4293 |
|
PLN |
πολωνικό ζλότι |
3,8668 |
|
RON |
ρουμανικό λέι |
3,3547 |
|
SKK |
σλοβακική κορόνα |
33,340 |
|
TRY |
τουρκική λίρα |
1,8455 |
|
AUD |
αυστραλιανό δολάριο |
1,6484 |
|
CAD |
καναδικό δολάριο |
1,5366 |
|
HKD |
δολάριο Χονγκ Κονγκ |
10,4070 |
|
NZD |
νεοζηλανδικό δολάριο |
1,8644 |
|
SGD |
δολάριο Σιγκαπούρης |
2,0204 |
|
KRW |
νοτιοκορεατικό γουόν |
1 253,02 |
|
ZAR |
νοτιοαφρικανικό ραντ |
9,7005 |
|
CNY |
κινεζικό γιουάν |
10,2951 |
|
HRK |
κροατικό κούνα |
7,4050 |
|
IDR |
ινδονησιακή ρουπία |
12 152,68 |
|
MYR |
μαλαισιανό ρίγκιτ |
4,6047 |
|
PHP |
πέσο Φιλιππινών |
64,200 |
|
RUB |
ρωσικό ρούβλι |
34,6580 |
|
THB |
ταϊλανδικό μπατ |
43,057 |
Πηγή: Ισοτιμίες αναφοράς που δημοσιεύονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/6 |
Διαδικασίες εκκαθάρισης
Απόφαση για την κίνηση διαδικασίας εκκαθάρισης έναντι της ZK (Ασφαλιστική Εταιρεία Χίλντον) Ηildun plc [ZK «Hildun »AD (Hildun Insurance Joint Stock Company)]
(Δημοσίευση βάσει του άρθρου 14 της οδηγίας 2001/17/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων)
(2007/C 74/04)
|
Ασφαλιστική επιχείρηση |
|
||||
|
Ημερομηνία, έναρξη ισχύος και φύση της απόφασης |
Με την απόφαση της 22 Ιανουαρίου 2007, το Δικαστήριο της Σόφιας κίνησε διαδικασίες πτώχευσης κατά της Ασφαλιστικής Εταιρείας ΖΚ Ηildun plc. Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να εκτελεστεί άμεσα άσχετα από διαδικασίες εφέσεων. Με την εκδοθείσα απόφαση, η εταιρεία κηρύσσεται αφερέγγυος από 28 Φεβρουαρίου 2005, κινείται διαδικασία πτώχευσης, ο ασφαλιστής κηρύσσεται αφερέγγυος, διορίζεται εκκαθαριστής για την εταιρεία και επιβάλλεται γενική απαγόρευση και συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της Ασφαλιστικής Εταιρείας ZK Ηildun plc καθώς και η ρευστοποίηση και διανομή των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, που καλύπτονται από τη διαδικασία αφερεγγυότητας. Η απόφαση του Δικαστηρίου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 13 της 9ης Φεβρουαρίου 2007. Ορίζεται δίμηνη προθεσμία από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης, κατά τη διάρκεια της οποίας οι πιστωτές της Ασφαλιστικής Εταιρείας ZK Ηildun plc οφείλουν να υποβάλλουν τις απαιτήσεις τους στον εκκαθαριστή της εταιρείας. |
||||
|
Αρμόδιες αρχές |
|
||||
|
Εποπτικές αρχές |
|
||||
|
Διορισμένος εκκαθαριστής |
|
||||
|
Εφαρμοστέο δίκαιο |
Bulgaria Articles 129-149 of the Insurance Code Articles 607-760 of the Commerce Act |
V Γνωστοποιήσεις
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
Επιτροπή
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/7 |
MEDIA 2007
Πρόσκληση υποβολής προτάσεων — EACEA/09/07
Μέτρα για την υποστήριξη της προώθησης και της πρόσβασης στην αγορά: Οπτικοακουστικά φεστιβάλ
(2007/C 74/05)
1. Στόχοι και περιγραφή
Η παρούσα αναγγελία πρόσκλησης για υποβολή προτάσεων βασίζεται στην απόφαση αριθ. 1718/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, περί εφαρμογής προγράμματος υποστήριξης του ευρωπαϊκού οπτικοακουστικού τομέα (MEDIA 2007) (1).
Μεταξύ των στόχων της προαναφερόμενης απόφασης του Συμβουλίου είναι:
|
— |
να διευκολύνει και να ενθαρρύνει την προώθηση και την κυκλοφορία των ευρωπαϊκών οπτικοακουστικών και κινηματογραφικών έργων στο πλαίσιο εμπορικών εκδηλώσεων, εκθέσεων, καθώς και οπτικοακουστικών φεστιβάλ στην Ευρώπη και παγκοσμίως, στο βαθμό που οι εκδηλώσεις αυτές μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην προώθηση των ευρωπαϊκών έργων και τη διαδικτύωση των επαγγελματιών, |
|
— |
να ενθαρρύνει τη διαδικτύωση των ευρωπαϊκών φορέων, με την υποστήριξη κοινών δράσεων που αναλαμβά- νονται στην ευρωπαϊκή και τη διεθνή αγορά από εθνικούς οργανισμούς προώθησης, δημόσιους ή ιδιωτικούς, |
2. Επιλέξιμοι υποψήφιοι
Η παρούσα πρόσκληση απευθύνεται σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς που εδρεύουν σε ένα από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε ένα από τα κράτη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου που συμμετέχουν στο πρό- γραμμα Media 2007 (Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία) και Ελβετία.
Αυτοί οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί πρέπει να διοργανώσουν οπτικοακουστικά φεστιβάλ οι ενέργειες των οποίων να συμβάλλουν στην επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων και στο συνολικό πρόγραμμα των οποίων να προβάλλονται τουλάχιστον κατά 70 % ευρωπαϊκά έργα από 10 τουλάχιστον συμμετέχουσες στο πρόγραμμα MEDIA χώρες.
3. Προϋπολογισμός και διάρκεια του σχεδίου
Ο μέγιστος διαθέσιμος προϋπολογισμός για την παρούσα πρόσκληση προς υποβολή προτάσεων ανέρχεται σε 1 200 000 EUR με την επιφύλαξη των διαθέσιμων πιστώσεων για το οικονομικό έτος 2007.
Η χρηματοοικονομική βοήθεια της Επιτροπής δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50 % του συνόλου των επιλέξιμων δαπανών.
Οι δραστηριότητες πρέπει να αρχίσουν από τις 1 Νοεμβρίου 2007 έως τις 30 Απριλίου 2008.
4. Προθεσμία
Οι αιτήσεις πρέπει να αποσταλούν στον Εκτελεστικό Οργανισμό Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού (EACEA) το αργότερο έως τις 11 Μαΐου 2007.
5. Περαιτέρω πληροφορίες
Το πλήρες κείμενο της πρόσκλησης για υποβολή προσφορών και τα έντυπα αιτήσεων διατίθενται στην εξής διαδικτυακή διεύθυνση:
http://ec.europa.eu/media
Οι αιτήσεις πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο πλήρες κείμενο και να υποβληθούν με το παρεχόμενο έντυπο.
(1) ΕΕ L 327 της 24.11.2006, σ. 12.
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/9 |
MEDIA 2007
Πρόσκληση υποβολής προτάσεων — EACEA/12/07
Υποστήριξη για την υλοποίηση πιλοτικών σχεδίων
(2007/C 74/06)
1. Στόχοι και περιγραφή
Η παρούσα πρόσκληση για υποβολή προτάσεων βασίζεται στην απόφαση αριθ. 1718/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, περί εφαρμογής προγράμματος υποστήριξης του ευρωπαϊκού οπτικοακουστικού τομέα (MEDIA 2007) (1).
Στα μέτρα που καλύπτει η απόφαση περιλαμβάνεται η εφαρμογή πιλοτικών σχεδίων:
|
1. |
Διανομή: Νέοι τρόποι δημιουργίας και διανομής ευρωπαϊκού περιεχομένου μέσω μη γραμμικών υπηρεσιών. |
|
2. |
Δικτυωμένες βάσεις δεδομένων για τη διεύρυνση και την ενίσχυση της πρόσβασης και αξιοποίησης των καταλόγων. |
|
3. |
Σχέδια που έχουν ήδη χρηματοδοτηθεί: Σχέδια που έχουν ήδη χρηματοδοτηθεί σε προηγούμενη πρόσκληση υποβολής προτάσεων πιλοτικών σχεδίων του MEDIA Plus. |
2. Επιλέξιμοι υποψήφιοι
Η παρούσα προκήρυξη απευθύνεται σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι δραστηριότητες των οποίων συμβάλλουν στην επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων.
Οι αιτούντες πρέπει να είναι εγκατεστημένοι σε μία από τις ακόλουθες χώρες:
|
— |
τα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, |
|
— |
τα κράτη της ΕΖΕΣ και την Ελβετία (υπό την επιφύλαξη της σύναψης της νέας συμφωνίας συνεργασίας με τη χώρα στο πλαίσιο του προγράμματος MEDIA). |
3. Προϋπολογισμός και διάρκεια των σχεδίων
Ο συνολικός διαθέσιμος προϋπολογισμός είναι 2 εκατ. EUR.
Η χρηματοδοτική συνεισφορά θα λάβει τη μορφή επιχορήγησης και δεν θα υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το 50 % των συνολικών επιλέξιμων δαπανών.
Η μέγιστη διάρκεια των σχεδίων είναι 12 μήνες.
4. Προθεσμία υποβολής των αιτήσεων υποψηφιότητας
Οι αιτήσεις πρέπει να αποσταλούν στον Εκτελεστικό Οργανισμό (EACEA) το αργότερο έως τις 2 Ιουλίου 2007.
5. Περαιτέρω πληροφορίες
Το πλήρες κείμενο της προκήρυξης καθώς και τα έντυπα υποψηφιότητας διατίθενται στην ακόλουθη διεύθυνση Διαδικτύου:
http://ec.europa.eu/information_society/media/pilot/forms/index_en.htm
Οι αιτήσεις πρέπει να τηρούν υποχρεωτικά τις διατάξεις του πλήρους κειμένου και να υποβληθούν με τα προβλεπόμενα έντυπα.
(1) ΕΕ L 327 της 24.11.2006. σ. 12.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Επιτροπή
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/10 |
Ανακοίνωση σχετικά με αίτημα που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 30 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου — παράταση προθεσμίας
Αίτημα προερχόμενο από κράτος μέλος
(2007/C 74/07)
Στις 9 Φεβρουαρίου 2007, στην Επιτροπή υπεβλήθη αίτημα βάσει του άρθρου 30 παράγραφος 4 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1).
Το εν λόγω αίτημα διατυπώθηκε από τη Φινλανδική Δημοκρατία και αφορά τις ταχυδρομικές υπηρεσίες καθώς και άλλες υπηρεσίες εκτός των ταχυδρομικών υπηρεσιών [βλ. άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ] στη χώρα αυτή. Το αίτημα απετέλεσε αντικείμενο δημοσίευσης στη ΕΕ C 47 της 1.3.2007, σ. 13. Η αρχική προθεσμία λήγει στις 12 Μαΐου 2007.
Δεδομένου ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής πρέπει να λάβουν και να εξετάσουν συμπληρωματικές πληροφορίες και σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 30 παράγραφος 6 δεύτερη φράση, η προθεσμία που διαθέτει η Επιτροπή προκειμένου να λάβει απόφαση σχετικά με το αίτημα αυτό παρατείνεται κατά τρεις μήνες.
Συνεπώς, η τελική προθεσμία λήγει στις 12 Αυγούστου 2007.
(1) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2006/97/ΕΕ του Συμβουλίου (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107).
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Επιτροπή
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/11 |
Ανακοίνωση της γαλλικής κυβέρνησης σύμφωνα με την οδηγία 94/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, για τους όρους χορήγησης και χρήσης των αδειών αναζήτησης, εξερεύνησης και παραγωγής υδρογονανθράκων (1)
(Γνωστοποίηση σχετικά με αίτηση έκδοσης αποκλειστικής άδειας αναζήτησης κοιτασμάτων υγρών ή αέριων υδρογονανθράκων, αποκαλούμενη «Permis de Ledeuix»)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2007/C 74/08)
Με αίτηση της 28ης Ιουλίου 2006, η εταιρεία Exceed Energy France SAS, με έδρα 38, rue du Berry, F-75008 Paris (Γαλλία), ζήτησε να της χορηγηθεί αποκλειστική άδεια πενταετούς διάρκειας για την αναζήτηση κοιτασμάτων υγρών ή αέριων υδρογονανθράκων, αποκαλούμενη άδεια «Permis de Ledeuix», σε έκταση περίπου 1 440 km2, που καλύπτει μέρος των διοικητικών διαμερισμάτων Pyrénées-Atlantiques και Landes.
Η άδεια αφορά έκταση που οριοθετείται από τόξα μεσημβρινών και παραλλήλων τεμνομένων στα σημεία των οποίων οι γεωγραφικές συντεταγμένες εμφαίνονται στον πίνακα που ακολουθεί. Ως βάση λαμβάνεται ο μεσημβρινός που διέρχεται από το Παρίσι.
|
Σημεία |
Γεωγραφικό μήκος |
Γεωγραφικό πλάτος |
|
A |
3,80° Δ |
48,20° Β |
|
B |
3,50° Δ |
48,20° B |
|
C |
3,50° Δ |
48,194° B |
|
D |
3,28° Δ |
48,15° B |
|
E |
3,28° Δ |
48,06° B |
|
F |
3,14° Δ |
48,06° B |
|
G |
3,14° Δ |
48,00° B |
|
H |
3,90° Δ |
48,00° B |
|
I |
3,90° Δ |
48,90° B |
|
J |
3,80° Δ |
48,90° B |
Σημεία C έως D = νοτιοδυτικό όριο παραχώρησης Lacq
Υποβολή αιτήσεων
Οι υποβάλλοντες την αρχική αίτηση και ανταγωνιστικές αιτήσεις πρέπει να αποδείξουν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση των δικαιωμάτων που ορίζονται στα άρθρα 4, 5 και 6 του διατάγματος αριθ. 2006-648 της 2ας Ιουνίου 2006 περί εξορυκτικών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων υπόγειας αποθήκευσης (Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας της 3ης Ιουνίου 2006).
Οι ενδιαφερόμενες εταιρείες μπορούν να υποβάλουν ανταγωνιστικές αιτήσεις εντός προθεσμίας 90 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας γνωστοποίησης, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται συνοπτικά στην «Ανακοίνωση σχετικά με την απόκτηση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στη Γαλλία», η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων C 374 της 30ής Δεκεμβρίου 1994, σ. 11, και καθορίστηκε με το διάταγμα αριθ. 2006-648 της 2ας Ιουνίου 2006 περί εξορυκτικών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων υπόγειας αποθήκευσης.
Οι ανταγωνιστικές αιτήσεις πρέπει να απευθύνονται στον αρμόδιο για τα ορυχεία υπουργό, στην κατωτέρω αναγραφόμενη διεύθυνση. Οι αποφάσεις σχετικά με την αρχική αίτηση και τις ανταγωνιστικές αιτήσεις θα ληφθούν το αργότερο στις 28 Σεπτεμβρίου 2008.
Προϋποθέσεις και απαιτήσεις σχετικά με την άσκηση και την παύση της δραστηριότητας
Οι αιτούμενοι καλούνται να ανατρέξουν στα άρθρα 79 και 79.1 του μεταλλευτικού κώδικα (code minier) και στο διάταγμα αριθ. 2006-649 της 2ας Ιουνίου 2006, περί εξορυκτικών δραστηριοτήτων, εργασιών υπόγειας αποθήκευσης αστυνομίας ορυχείων και υπόγειας αποθήκευσης (Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας της 3ης Ιουνίου 2006).
Για περισσότερες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στην ακόλουθη διεύθυνση: Ministère de l'économie, des finances et de l'industrie (direction générale de l'énergie et des matières premières, direction des ressources énergétiques et minérales, bureau de la législation minière), 61, boulevard Vincent Auriol, Télédoc 133, F-75703 Paris Cedex 13 [τηλέφωνο: (33) 144 97 23 02, φαξ: (33) 144 97 05 70].
Οι κανονιστικές και νομοθετικές διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω διατίθενται στο δικτυακό τόπο Légifrance:
http://www.legifrance.gouv.fr
(1) ΕΕ L 164 της 30.6.1994, σ. 3.
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/13 |
ΚΡΑΤΙΚΉ ΕΝΊΣΧΥΣΗ — ΠΟΡΤΟΓΑΛΊΑ
Κρατική ενίσχυση C 1/07 (ex N 445/05) — Κονσερβοποιία ιχθύων — Επιδότηση προς την εταιρία COFACO
Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2007/C 74/09)
Με επιστολή της 24 Ιανουαρίου 2007 που αναδημοσιεύεται στη αυθεντική γλώσσα του κειμένου της επιστολής στις σελίδες που ακολουθούν την παρούσα περίληψη, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Πορτογαλική Δημοκρατία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την προαναφερθείσα ενίσχυση.
Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας περίληψης και της επιστολής που ακολουθεί, στην ακόλουθη διεύθυνση:
|
European Commission |
|
Directorate General for Fisheries |
|
DG FISH/D/3 «Legal Issues» |
|
B-1049 Brussels |
|
Φαξ (32-2) 295 19 42) |
Οι παρατηρήσεις αυτές θα κοινοποιηθούν στην Πορτογαλική Δημοκρατία. Το απόρρητο της ταυτότητας του ενδιαφερόμενου μέρους που υποβάλλει τις παρατηρήσεις μπορεί να ζητηθεί γραπτώς, με μνεία των σχετικών λόγων.
ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ
Με επιστολή της 25ης Ιουλίου 2005, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Πορτογαλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινοποίησε στην Επιτροπή σχέδιο απόφασης της κυβέρνησης της Αυτόνομης Περιφέρειας των Αζορών, η οποία προέβλεπε τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης ύψους 2 281 952 ευρώ προς την εταιρία COFACO, τη μεγαλύτερη κονσερβοποιία ιχθύων (τόνου) που είναι εγκατεστημένη στην περιφέρεια, με στόχο τη μετατροπή 290 συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Η προτεινόμενη ενίσχυση θα χρηματοδοτηθεί από το Περιφερειακό Ταμείο Απασχόλησης, θα καταβληθεί στον δικαιούχο εφάπαξ και θα εφαρμοστούν οι ακόλουθες απαιτήσεις:
|
— |
Η ενίσχυση θα εκτελεστεί μόλις εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. |
|
— |
Ο δικαιούχος υποχρεούται να προσκομίσει τη στιγμή της πληρωμής έγγραφο που αποδεικνύει τη μετατροπή των 290 συμβάσεων απασχόλησης, καθώς και τραπεζική εγγύηση τετραετούς διάρκειας, για να διασφαλιστεί ότι το επίπεδο απασχόλησης της εταιρίας θα διατηρηθεί στη διάρκεια της περιόδου αυτής. |
|
— |
Ο δικαιούχος υποχρεούται ουσιαστικά βάσει του σχεδίου απόφασης να διατηρήσει τον αριθμό των θέσεων απασχόλησης για ελάχιστο διάστημα τεσσάρων ετών από την ημερομηνία της μετατροπής των συμβάσεων απασχόλησης. |
|
— |
Δεν επιτρέπεται η σώρευση της επιδότησης με οποιαδήποτε άλλη ενίσχυση που αποσκοπεί στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. |
Η αθέτηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο σχέδιο απόφασης συνεπάγεται την άμεση επιστροφή της χορηγηθείσας ενίσχυσης εντόκως, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια (ποινικά ή πολιτικά) κατά της εταιρίας.
Η αξιολόγηση της προτεινόμενης ενίσχυσης, στην οποία προέβη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατέδειξε στο παρόν προκαταρκτικό στάδιο ότι η ενίσχυση ενδέχεται να έχει σημαντική επίπτωση στον ανταγωνισμό, καθόσον ευνοεί την εν λόγω επιχείρηση έναντι άλλων που δεν έχουν λάβει παρόμοια ενίσχυση. Επιπλέον, η ενίσχυση ενδέχεται να έχει περιορισμένη μόνο επίδραση στην απασχόληση, διότι χορηγείται σε μια μεμονωμένη επιχείρηση. Οι βασικοί λόγοι που οδηγούν στα συμπεράσματα αυτά είναι οι εξής:
|
α) |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προτεινόμενη ενίσχυση θα μπορούσε να ενισχύσει την δεσπόζουσα θέση που κατέχει ήδη η εταιρία στον κλάδο της κονσερβοποιίας ιχθύων των Αζορών και, ως εκ τούτου, να νοθεύσει σαφώς τον ανταγωνισμό. Επομένως, τα αποτελέσματά της ως προς τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης σε περιφερειακό επίπεδο ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. |
|
β) |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εταιρία COFACO δεν είναι μικρή ή μεσαία επιχείρηση και, επομένως, η προτεινόμενη ενίσχυση δεν πληροί τους όρους του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2204/2002. |
ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ
«A Comissão comunica ao Governo Português que, após análise das informações transmitidas pelas autoridades portuguesas sobre a medida em epígrafe, decidiu dar início ao procedimento formal de investigação previsto no n.o 2 do artigo 88.o do Tratado CE e enunciado no Regulamento (CE) n.o 659/1999 do Conselho, de 22 de Março de 1999, que estabelece as regras de execução do artigo 93.o do Tratado CE (1).
1. PROCEDIMENTO
Por ofício de 25 de Julho de 2005, a Representação Permanente de Portugal junto da União Europeia notificou à Comissão uma proposta de resolução do Governo da Região Autónoma dos Açores, que prevê a atribuição de um auxílio estatal à empresa COFACO.
Por ofícios de 16 de Setembro e 14 de Dezembro de 2005 e de 30 de Maio e 25 de Agosto de 2006, os serviços da Comissão enviaram às autoridades portuguesas diversos pedidos de informação adicional, aos quais estas últimas responderam por ofícios de 27 de Outubro de 2005 e de 9 de Março, 23 de Junho e 2 de Outubro de 2006.
2. DESCRIÇÃO
2.1. Natureza e montante do auxílio
A informação que se segue foi comunicada por meio do formulário normalizado de notificação de auxílios estatais estabelecido pelo Regulamento (CE) n.o 794/2004 da Comissão (2) e das subsequentes respostas enviadas pelas autoridades portuguesas a pedido da Comissão.
Com esta medida, a proposta de resolução do Governo da Região Autónoma dos Açores, notificada pelas autoridades portuguesas, pretende atribuir à COFACO, uma empresa de conservas de peixe com sede na Região, um apoio financeiro no valor de 2 281 952 EUR, com vista à conversão de contratos de trabalho a termo em contratos de trabalho sem termo (ponto 1 da proposta de resolução do Governo da Região Autónoma dos Açores).
O auxílio proposto prevê um subsídio directo, que apoiaria a conversão de 290 postos de trabalho temporários em contratos de duração indeterminada e seria financiado pelo Fundo Regional do Emprego. A subvenção não seria cumulável com outros auxílios à criação de emprego.
A proposta de resolução do Governo da Região Autónoma dos Açores não fornece elementos suficientes quanto ao montante e à intensidade do auxílio a conceder. As autoridades portuguesas deram algumas explicações sobre estes aspectos, no ponto 6 do formulário de notificação.
As autoridades portuguesas indicaram, em primeiro lugar, que o montante da medida foi calculado de acordo com a seguinte fórmula: 290 postos de trabalho × 20 meses × 393,44 EUR (salário mínimo oficial vigente na Região Autónoma dos Açores).
Em segundo lugar, explicaram que a intensidade do auxílio se cifra numa percentagem do salário e dos encargos sociais dos empregos em causa, a saber, 59,03 % do custo médio por trabalhador, durante um período de dois anos (ponto 2.1 do formulário de notificação). Esta percentagem foi calculada de acordo com a seguinte fórmula:
|
|
a/( b × 14 meses × 2 anos), |
em que a é o montante do auxílio por trabalhador (7 868,80 EUR) e b é o custo mensal médio por trabalhador (393,44 EUR, correspondentes ao salário mensal mínimo oficial na Região Autónoma dos Açores, mais o montante de 82,62 EUR devido à Segurança Social).
De acordo com as explicações apresentadas pelas autoridades portuguesas, a consideração de 14 meses para calcular os custos salariais inerentes à criação de emprego inclui os doze salários mensais de base pagos por ano mais os subsídios extraordinários de férias e de Natal. Consequentemente, as autoridades portuguesas tomam em consideração para o cálculo dos custos salariais 28 remunerações mensais durante um período de dois anos (13 329,68 EUR), enquanto o período de referência que utilizam para o cálculo do montante do auxílio é de apenas 20 meses por trabalhador (com garantia bancária por quatro anos, durante os quais o beneficiário está obrigado a manter o número de postos de trabalho).
Mau grado o pedido expresso pela Comissão, as autoridades portuguesas não explicaram a correlação entre o período de 20 meses utilizado no cálculo do montante do auxílio e o período de 28 meses utilizado no cálculo da intensidade do auxílio nem as razões pelas quais utilizam períodos diferentes no cálculo de cada um dos parâmetros.
2.2. Procedimento e requisitos
O auxílio proposto será financiado pelo Fundo Regional do Emprego e entregue ao beneficiário em pagamento unitário e global (ponto 6 do formulário de notificação). Segundo as autoridades portuguesas, aplicar-se-ão ao auxílio proposto os seguintes requisitos:
|
— |
o auxílio será consumado mediante decisão favorável da Comissão Europeia, |
|
— |
o beneficiário deve entregar, no momento do pagamento, um documento comprovativo da conversão de 290 contratos de trabalho a termo em contratos de trabalho sem termo e da realização de uma garantia bancária válida por quatro anos, a fim de assegurar a manutenção do nível de emprego da empresa durante esse período, |
|
— |
a proposta de resolução exige de facto que o beneficiário mantenha o nível de emprego durante o período mínimo de quatro anos, a partir da data de conversão dos contratos de emprego (ponto 4 da proposta de resolução e ponto 7 do formulário de notificação), |
|
— |
a subvenção não pode ser cumulativa com nenhum outro auxílio que vise criação de emprego (ponto 9 da proposta de resolução). |
O incumprimento das obrigações estabelecidas pela proposta de resolução, particularmente a obrigação de manter o número de postos de trabalho pelo prazo mínimo de quatro anos, implicaria o reembolso imediato do auxílio concedido, acrescido dos juros legais, sem prejuízo do procedimento civil ou criminal a que haja lugar contra a empresa (ponto 5 da proposta de resolução).
2.3. Caracterização da indústria de conservas de peixe nos Açores — Justificação do auxílio pelas autoridades portuguesas
De acordo com a informação apresentada pelas autoridades portuguesas, a indústria de conservas de peixe (essencialmente atum) representa quase 90 % do emprego no sector da transformação dos produtos da pesca na Região Autónoma dos Açores. A produção desta indústria é quase inteiramente vendida ao território continental europeu. As autoridades portuguesas destacam a importância da indústria para a frota regional de pesca de atum, sobretudo no que se refere à espécie albacora, que não é vendida fresca.
Na indústria açoriana de conservas de atum, há quatro empresas, as quais, no seu conjunto, mantêm em actividade seis unidades fabris, em cinco ilhas diferentes. O número total de postos de trabalho criados pela indústria de conservas de atum nos Açores é de 841, dos quais 547 correspondem à empresa COFACO, beneficiária do auxílio proposto (65 % dos postos regionais no sector do enlatamento de atum). Esta empresa tem três unidades fabris nas ilhas de São Miguel, Pico e Faial e, em 2004, processou 12 509 toneladas de atum (74,3 % do total processado na Região Autónoma).
Com o auxílio proposto, as autoridades portuguesas pretendem apoiar a estabilização do emprego de um grupo de trabalhadores com dificuldades particulares de competição no mercado de trabalho. De acordo com as mesmas autoridades, o apoio seria limitado a trabalhadores desfavorecidos, na acepção do artigo 2.o, alínea f), sub-alínea iv), do Regulamento (CE) n.o 2204/2002 da Comissão, de 12 de Dezembro de 2002, relativo à aplicação dos artigos 87.o e 88.o do Tratado CE aos auxílios estatais ao emprego (3): qualquer pessoa que pertença a uma categoria que tenha dificuldade em entrar no mercado de trabalho sem assistência, nomeadamente uma pessoa que pretenda entrar ou regressar à vida activa e que tenha estado ausente do trabalho e do sistema educativo durante pelo menos dois anos.
As autoridades portuguesas procuram justificar o auxílio proposto com o argumento de que os beneficiários visados são trabalhadores muito pouco qualificados que permaneceriam desempregados a longo prazo se os seus contratos temporários não fossem transformados em contratos de duração indeterminada.
3. APRECIAÇÃO
As autoridades portuguesas notificaram a medida de auxílio à Comissão antes de a porem em execução, deste modo cumprindo a obrigação decorrente do n.o 3 do artigo 88.o do Tratado CE.
3.1. Existência de auxílio na acepção do n.o 1 do artigo 87.o do Tratado CE
Mediante o auxílio proposto, o Governo da Região Autónoma dos Açores pretende subsidiar uma empresa específica do sector das pescas. Por conseguinte, a medida confere a esta empresa uma vantagem proveniente de recursos estatais e é de natureza selectiva. O beneficiário está, além disso, em concorrência directa com outras empresas do sector das pescas, quer em Portugal quer noutros Estados-Membros, devendo notar-se que as conservas de atum são transaccionadas na UE e a nível internacional. Portanto, à luz do disposto no n.o 1 do artigo 87.o do Tratado CE, este auxílio é susceptível de falsear a concorrência e de afectar as trocas comerciais entre os Estados-Membros.
O auxílio previsto pelas autoridades portuguesas constitui, pois, um auxílio estatal na acepção do n.o 1 do artigo 87.o do Tratado CE.
3.2. Compatibilidade da medida
3.2. a) Base jurídica da apreciação
Os auxílios estatais podem ser declarados compatíveis com o mercado comum se corresponderem a uma das excepções previstas no Tratado CE.
Em princípio, o auxílio ao emprego é avaliado pela Comissão, nomeadamente, à luz dos critérios estabelecidos no supramencionado Regulamento (CE) n.o 2204/2002, este regulamento “é aplicável aos auxílios concedidos em todos os sectores, incluindo as actividades relativas à produção, tratamento e comercialização dos produtos enumerados no anexo I do Tratado”. O anexo I do Tratado inclui igualmente os produtos da pesca. As directrizes para o exame dos auxílios estatais no sector das pescas e da aquicultura (4) não incluem normas específicas para auxílios estatais ao emprego no sector das pescas. Um auxílio ao emprego no sector das pescas tem, portanto, de ser avaliado segundo as condições estabelecidas no Regulamento (CE) n.o 2204/2002.
O Regulamento (CE) n.o 2204/2002 refere especificamente que os auxílios para a conversão de contratos de trabalho temporário ou a termo certo em contratos de duração indeterminada (n.o 6 do artigo 9.o) e os casos de auxílios individuais ao emprego concedidos independentemente de qualquer regime (n.o 9 do artigo 9.o) continuarão sujeitos à obrigação de notificação prevista no n.o 3 do artigo 88.o do Tratado.
O auxílio proposto pelas autoridades portuguesas foi notificado à Comissão, dado constituir um auxílio à conversão de contratos de trabalho temporário ou a termo certo em contratos de duração indeterminada, concedido a uma determinada empresa.
3.2. b) Compatibilidade do auxílio
Conforme indica o considerando 7 do Regulamento (CE) n.o 2204/2002, os auxílios ao emprego concedidos a uma dada empresa podem ter um impacto significativo na concorrência no mercado relevante, uma vez que favorecem essa empresa em relação às que não beneficiaram de tais auxílios. Acresce que o auxílio é susceptível de produzir no emprego um efeito meramente limitado, pois é concedido individualmente a uma empresa. Ora, o n.o 9 do artigo 9.o estipula claramente que os auxílios individuais ao emprego só podem ser autorizados se forem compatíveis com quaisquer regras específicas aplicáveis ao sector em que o beneficiário opera e apenas se puder ser demonstrado que os efeitos dos auxílios sobre o emprego compensam o impacto sobre a concorrência no mercado relevante.
Por outro lado, como os custos do emprego fazem necessariamente parte dos custos normais de funcionamento de qualquer empresa, o considerando 16 do Regulamento (CE) n.o 2204/2002 incide na importância de verificar os efeitos positivos que o auxílio é susceptível de ter no emprego numa base global, a fim de impedir que ele apenas permita ao beneficiário reduzir custos que teria de qualquer modo de suportar. Por sua vez, o considerando 20 refere-se à necessidade de a Comissão determinar se os auxílios concedidos para a conversão de contratos de trabalho temporário ou a termo em contratos de duração indeterminada têm efeitos positivos no emprego.
A justificação apresentada pelas autoridades portuguesas para o auxílio proposto é que a empresa beneficiária — COFACO — representa 65 % dos trabalhadores da indústria de conserva de peixe e 0,4 % do número total de trabalhadores na Região Autónoma dos Açores. As autoridades portuguesas acrescentam que o auxílio proposto não ameaça falsear o mercado em termos de concorrência, pois as restantes empresas do mercado são parceiras da beneficiária na produção e comercialização de conservas de atum.
Do ponto de vista das autoridades portuguesas, as características únicas do mercado açoriano — trata-se de uma região ultraperiférica — impedem qualquer ameaça de falseamento da concorrência por via da concessão do auxílio proposto. As autoridades portuguesas consideram, pelo contrário, que, como a empresa beneficiária coopera, em termos de comercialização e produção, com as outras empresas da indústria de conservas de atum nos Açores, o auxílio tenderá antes a consolidar o emprego no sector.
Deste modo, segundo o raciocínio das autoridades portuguesas, o auxílio à maior empresa do sector produzirá efeitos necessariamente positivos no emprego a nível regional.
A Comissão considera, porém, que fundamentar o auxílio na dimensão da empresa não justifica suficientemente a conformidade do mesmo com o disposto no Regulamento (CE) n.o 2204/2002. A informação transmitida pelas autoridades portuguesas, em resposta aos pedidos da Comissão de explicações mais circunstanciadas neste aspecto, não permite porém, nesta fase, determinar se o auxílio produzirá efeitos positivos no mercado do emprego açoriano ou é apenas um mecanismo para ajudar o beneficiário a diminuir os seus custos normais de funcionamento.
Acresce que, segundo a caracterização do sector pelas autoridades portuguesas, a empresa COFACO parece ocupar uma posição preponderante, cujas relações de cooperação com os operadores concorrentes não foram claramente explicadas, mas, dada a diferença de dimensão entre as empresas, é duvidoso que se baseiem na equidade. Note-se que o n.o 9 do artigo 9.o do Regulamento (CE) n.o 2204/2002 sublinha a necessidade de se demonstrar que os efeitos dos auxílios sobre o emprego compensam o impacto sobre a concorrência no mercado relevante. Este requisito é ainda mais importante no caso em apreço, em que o beneficiário do auxílio detém a maior quota de mercado e é o maior empregador no sector regional das conservas de peixe, vendendo a maior parte da sua produção ao território continental europeu (a empresa emprega actualmente 65 % da mão-de-obra no sector regional das conservas de peixe e, em 2004, processou 74,3 % do atum na Região Autónoma dos Açores).
A Comissão entende, pois, que o auxílio proposto poderá reforçar ainda mais a posição preponderante no sector açoriano das conservas de peixe, de que a empresa já beneficia, e, por conseguinte, resultar em distorção da concorrência. Consequentemente, a Comissão tem, na fase actual, sérias dúvidas de que os efeitos do auxílio ao emprego produzam efeitos positivos no mercado do emprego a nível regional.
Acresce que, segundo as autoridades portuguesas, os trabalhadores cujos contratos temporários devem ser convertidos em contratos indeterminados são, na sua maioria, mulheres na faixa etária dos 25 aos 45 anos com baixo nível de escolaridade, que normalmente enfrentam dificuldades de ingresso no mercado de emprego. As autoridades portuguesas consideram que esta caracterização dos trabalhadores permite a sua inclusão na categoria de “trabalhadores desfavorecidos”, definida no artigo 2.o, alínea f), sub-alínea iv), do Regulamento (CE) n.o 2204/2002.
Deve, todavia, ter-se em conta que esta disposição do Regulamento exige, como condição suplementar, que o “trabalhador desfavorecido ”tenha estado ausente do trabalho e do sistema educativo durante pelo menos dois anos. No caso vertente, a informação transmitida pelas autoridades portuguesas indica que os trabalhadores cujos contratos temporários devem ser convertidos em contratos indeterminados, embora na sua maioria sejam mulheres na faixa etária dos 25 aos 45 anos com baixo nível de escolaridade, estavam já efectivamente empregados na COFACO antes da transferência dos seus contratos para contratos a termo com a empresa. Por conseguinte, o auxílio deve ser avaliado estritamente como auxílio à conversão dos contratos de trabalho a termo em contratos de duração indeterminada.
Para determinar se um auxílio é ou não compatível com o mercado comum à luz do Regulamento (CE) n.o 2204/2002, é também necessário ter em conta a intensidade do auxílio e, por conseguinte, o montante do auxílio expresso em equivalente-subvenção.
Segundo a informação notificada pelas autoridades portuguesas, a intensidade do auxílio corresponde a 59,03 % do custo médio por trabalhador (salário e encargos sociais dos postos de trabalho em causa) durante um período de dois anos (ver acima a fórmula de cálculo desta percentagem). Contudo, a Comissão tem sérias dúvidas quanto à adequação da fórmula utilizada pelas autoridades portuguesas, porque, apesar dos seus pedidos, não foi fornecida qualquer explicação para as razões pelas quais as autoridades portuguesas utilizam períodos distintos no cálculo do montante de subsídio (20 meses) e da intensidade do auxílio (28 meses). A Comissão tem igualmente sérias dúvidas de que a fórmula aplicada reflicta em grau suficiente os critérios a seguir referidos.
Embora o Regulamento (CE) n.o 2204/2002 não contenha disposições específicas quanto à intensidade do auxílio concedido para conversão de contratos de trabalho a termo em contratos de duração indeterminada, os limites máximos de intensidade de auxílio devem, segundo o considerando 15, ser fixados a um nível consentâneo com o equilíbrio adequado entre a redução ao mínimo das distorções da concorrência e o objectivo de promoção do emprego.
Por sua vez, o considerando 20 explica que as medidas estatais não devem permitir que o emprego seja objecto cumulativamente de auxílio na criação do posto e na conversão do contrato, de forma que o limite máximo para os auxílios ao investimento inicial ou à criação de emprego seja ultrapassado.
O limite máximo para os auxílios ao investimento inicial é determinado nas “Orientações relativas aos auxílios estatais com finalidade regional” (5) (pontos 4.4 e seguintes), que contemplam igualmente a concessão de auxílios à criação de emprego. No entanto, em conformidade com o ponto 2 destas orientações, o sector das pescas está excluído dos auxílios regionais. Acresce que, no âmbito das mesmas orientações, os auxílios à criação de emprego só podem ser concedidos se os postos de trabalho estiverem ligados à realização de um investimento inicial, o que não é o caso vertente. Estas orientações serão substituídas, a partir de 1 de Janeiro, pelas novas “Orientações relativas aos auxílios estatais com finalidade regional para o período 2007-2013” (6), mas, de acordo com o seu ponto 8, as novas orientações tampouco se aplicam às pescas.
Por conseguinte, a Comissão considera que só pode ser estabelecido um paralelo com os limites máximos permitidos pelo Regulamento (CE) n.o 2204/2002 para os auxílios à criação de emprego. Em particular, o n.o 2 do artigo 4.o deste regulamento estipula: Quando o emprego é criado em regiões ou em sectores não elegíveis para auxílios com finalidade regional nos termos do n.o 3, alíneas a) e c), do artigo 87.o no momento da concessão do auxílio, a intensidade bruta do auxílio não deve exceder:
|
a) |
15 % no caso de pequenas empresas; |
|
b) |
7,5 % no caso de médias empresas. |
Nos termos do n.o 4 do artigo 4.o, estes limites máximos serão aplicáveis à intensidade do auxílio calculado em percentagem dos custos salariais subjacentes ao emprego criado durante um período de dois anos.
A este respeito, a Comissão deve igualmente ter em conta que a medida notificada é um auxílio individual concedido a uma grande empresa e, como tal, susceptível de ter maiores efeitos de distorção.
Deve sublinhar-se que a empresa COFACO não cabe na categoria de pequena ou média empresa, segundo a definição constante do anexo I do Regulamento (CE) n.o 364/2004 da Comissão (7). De facto, em conformidade com o n.o 1 do artigo 2.o deste anexo, a categoria das micro, pequenas e médias empresas (PME) é constituída por empresas que empregam menos de 250 pessoas e cujo volume de negócios anual não excede 50 milhões de EUR ou cujo balanço total anual não excede 43 milhões de EUR, ao passo que a COFACO, conforme comunicado pelas autoridades portuguesas, emprega um total de 547 trabalhadores.
Por outro lado, não é pertinente neste caso aplicar o n.o 3 do artigo 4.o do Regulamento (CE) n.o 2204/2002, que permite aumentar o supramencionado limite máximo de auxílio no que se refere à criação de emprego “em regiões e em sectores elegíveis para auxílios com finalidade regional ”nos termos do n.o 3, alíneas a) e c), do artigo 87.o, porquanto, de acordo com o ponto 2 das “Orientações relativas aos auxílios estatais com finalidade regional”, o sector das pescas está excluído dos auxílios regionais. O n.o 3 do artigo 4.o permite igualmente aplicar limites mais elevados quando o emprego é criado na produção, transformação e comercialização de produtos enumerados no anexo I do Tratado em regiões qualificadas como regiões menos favorecidas nos termos do Regulamento (CE) n.o 1257/1999 do Conselho (8). Todavia, este regulamento aplica-se apenas à agricultura e não há disposições equivalentes para o sector das pescas.
Perante o exposto, a Comissão tem, na fase actual, sérias dúvidas de que o auxílio ao emprego a conceder à empresa COFACO satisfaça as condições estipuladas no Regulamento (CE) n.o 2204/2002 e possa ser considerado compatível com o mercado comum.
4. CONCLUSÃO
Concomitantemente, a Comissão assinala que, na presente etapa da análise preliminar, prevista no artigo 6.o do Regulamento (CE) n.o 659/1999, existem sérias dúvidas quanto à compatibilidade deste auxílio com o Tratado CE. Pelo presente ofício, a Comissão comunica a Portugal que decidiu dar início ao procedimento formal de investigação previsto no n.o 2 do artigo 88.o do Tratado CE.
À luz das condições supra, no âmbito do procedimento previsto no n.o 2 do artigo 88.o do Tratado CE e no artigo 6.o do Regulamento (CE) n.o 659/1999, a Comissão convida a República Portuguesa a apresentar as suas observações e a prestar todas as informações que possam ajudar a avaliar o auxílio proposto, no prazo de um mês a contar da data de recepção do presente ofício. A Comissão solicita às autoridades portuguesas o envio imediato de uma cópia do presente ofício aos potenciais beneficiários do auxílio.
A Comissão recorda às autoridades portuguesas o efeito suspensivo decorrente do n.o 3 do artigo 88.o do Tratado CE e remete para o artigo 14.o do Regulamento (CE) n.o 659/1999, nos termos do qual qualquer auxílio concedido ilegalmente pode ser objecto de recuperação junto do beneficiário.
Por último, a Comissão comunica às autoridades portuguesas que informará as partes interessadas mediante a publicação do presente ofício e de um seu resumo no Jornal Oficial da União Europeia. A Comissão informará igualmente os interessados dos países da EFTA signatários do Acordo EEE, mediante publicação de uma comunicação no suplemento EEE do Jornal Oficial da União Europeia, bem como o Órgão de Fiscalização da EFTA, mediante o envio de uma cópia do presente ofício. As partes interessadas serão convidadas a apresentar as suas observações no prazo de um mês a contar da data de publicação da referida comunicação.»
(1) JO L 83 de 27.3.1999, p. 1.
(2) JO L 140 de 30.4.2004, p. 1.
(3) JO L 337 de 13.12.2002, p. 3.
(4) JO C 229 de 14.9.2004, p. 5.
(5) JO C 74 de 10.3.1998, p. 9.
(6) JO C 54 de 4.3.2006, p. 13.
(7) JO L 63 de 28.2.2004, p. 22.
(8) JO L 160 de 26.6.1999, p. 80.
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/18 |
ΚΡΑΤΙΚΈΣ ΕΝΙΣΧΫΣΕΙΣ — ΓΕΡΜΑΝΊΑ
Κρατικές ενισχύσεις C 58/06 (πρώην NN 98/05) —Ενίσχυση προς τις επιχειρήσεις Bahnen der Stadt Monheim (BSM) και Rheinische Bahngesellschaft (RBM) της Verkehrsverbund Rhein Ruhr
Πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων κατ'εφαρμογήν του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2007/C 74/10)
Με επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 2006 που αναδημοσιεύεται στην αυθεντική γλώσσα του κειμένου της επιστολής στις σελίδες που ακολουθούν την παρούσα περίληψη, η Επιτροπή κοινοποίησε στη Γερμανία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την ενίσχυση/το μέτρο που προαναφέρθηκε.
Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας περίληψης και της επιστολής που ακολουθεί στην εξής διεύθυνση:
|
Commission européenne |
|
Direction générale de l'Energie et des Transports |
|
Direction A |
|
B-1049 Bruxelles |
|
Φαξ: (32-2) 296 41 04 |
Οι παρατηρήσεις θα κοινοποιηθούν στη Γερμανία. Το απόρρητο της ταυτότητας του ενδιαφερόμενου μέρους που υποβάλλει παρατηρήσεις μπορεί να ζητηθεί γραπτώς, με μνεία των σχετικών λόγων.
ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Με επιστολή της στις 27 Ιανουαρίου 1999, η γερμανική πόλη Langenfeld/Rheinland έστειλε καταγγελία στην Επιτροπή, στην οποία ισχυρίζεται ότι χορηγούνται παράνομες κρατικές ενισχύσεις στις επιχειρήσεις Rheinische Bahngesellschaft (στο εξής: RBG) και Bahnen der Stadt Monheim (στο εξής: BSM). Επειδή η υπόθεση είναι παρεμφερής με εκείνη που αφορά την επιχείρηση Altmark Trans, η Επιτροπή, πριν τοποθετηθεί επί της καταγγελίας, ανέμεινε την έκδοση της απόφασης της 24ης Ιουλίου 2003 από το Δικαστήριο, C-280/00, επί της αίτησης προδικαστικής απόφασης.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
|
— |
Η εθνική νομική βάση για το μέτρο/την ενίσχυση είναι: Personenbeförderungsgesetz; Regionalisierungsgesetz; Gesetz über den öffentlichen Personennahverkehr in Nordrhein-Westfalen; Zweckverbandssatzung für den Zweckverband Verkehrsverbund Rhein-Ruhr. Το σύστημα αντισταθμίσεων εισάχθηκε το 1990 και τροποποιήθηκε το 2005. |
|
— |
Η Verkehrsverbund Rhein Ruhr, αρμόδια αρχή του κράτους μέλους για τη χορήγηση της ενίσχυσης υπό μορφή οικονομικής αντιστάθμισης για τις δαπάνες διάθεσης και συντήρησης των υποδομών (Infrastrukturvorhaltekosten). Οι δύο επιχειρήσεις λαμβάνουν επίσης διεπιδοτήσεις από τις επιχειρήσεις Monheimer Versorgungs- und Verkehrs GmbH και Düsseldorfer Stadtwerke Gesellschaft für Beteiligungen mbH. |
|
— |
Οι δικαιούχοι εταιρείες είναι η Rheinische Bahngesellschaft (στο εξής: RBG) και η Bahnen der Stadt Monheim (στο εξής: BSM) |
|
— |
Σκοπός του μέτρου/της ενίσχυσης είναι η χρηματοδότηση των συγκοινωνιών που εκτελούν οι δύο εταιρείες. Σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, πρόκειται για αντιστάθμιση για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας. |
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
— Υπάρχουσα ενίσχυση
Η Επιτροπή συμπέρανε ότι, για την περίοδο από το 1990 έως το 2005, τα συγκεκριμένα μέτρα συνιστούν ήδη υπάρχουσες ενισχύσεις, διότι, όταν καθιερώθηκαν το 1990, η δεδομένη αγορά ήταν κλειστή στον ανταγωνισμό, και, συνεπώς, τα μέτρα δεν έθιγαν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.
— Ύπαρξη ενίσχυσης
Οι γερμανικές αρχές κρίνουν ότι το μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση, διότι πληροί τα τέσσερα κριτήρια Altmark, καθώς δεν μπορούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και δεν μπορούν να θίξουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.
Η Επιτροπή αμφιβάλλει εάν η θέση της γερμανικής κυβέρνησης είναι δικαιολογημένη.
Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο Altmark, η Επιτροπή κρίνει ότι οι επιχειρήσεις BSM και RBG έχουν αναλάβει υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας με βάση τις άδειες εκτέλεσης συγκοινωνιών που τους χορηγήθηκαν, η αντιστάθμιση όμως αφορά, σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, άλλες υποχρεώσεις, δηλαδή τη διάθεση και τη συντήρηση της υποδομής (Infrastrukturvorhaltekosten). Ως προς τις υποχρεώσεις αυτές, η Επιτροπή αμφιβάλλει εάν συνιστούν υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, διότι η Επιτροπή κρίνει ότι οι επιχειρήσεις θα πληρώσουν τουλάχιστον μέρος των δαπανών που θεωρούνται Infrastrukturvorhaltekosten με βάση το δικό τους εμπορικό συμφέρον.
Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο Altmark, η Επιτροπή κρίνει ότι η Γερμανία δεν παρείχε τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να ελεγχθεί κατά πόσον οι παράμετροι της αντιστάθμισης είχαν καθορισθεί εκ των προτέρων και αντικειμενικά.
Όσον αφορά το τρίτο κριτήριο Altmark, η Επιτροπή κρίνει ότι η Γερμανία δεν παρείχε τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να ελεγχθεί κατά πόσον η αντιστάθμιση αντιστοιχεί στις δαπάνες που απορρέουν από τις υποχρεώσεις.
Όσον αφορά το τέταρτο κριτήριο Altmark, η Επιτροπή κρίνει ότι η Γερμανία δεν παρείχε τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να ελεγχθεί εάν η BSM και η RBG είναι μεσαίες επιχειρήσεις, με χρηστή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένες με μέσα μεταφοράς.
Όσον αφορά την πιθανότητα νόθευσης του ανταγωνισμού, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο νόθευσης του ανταγωνισμού προς άλλες μορφές μεταφοράς (ομαδική μεταφορά με αυτοκίνητο, ταξί, μίσθωση ποδηλάτου), όπως επίσης, ότι σύμφωνα με τη νομολογία Altmark, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να θιγούν οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.
— Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης
Η Γερμανία κρίνει ότι η ενδεχόμενη ενίσχυση είναι συμβιβάζεται με το άρθρο 86 παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚ. Η Επιτροπή, παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 17 της απόφασης της 28ης Νοεμβρίου 2005 σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 86 παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (1), θεωρεί ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 86 παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚ οι υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας στις χερσαίες μεταφορές.
Συνεπώς, δεδομένου ότι η Γερμανία εξαίρεσε τις συγκεκριμένες μεταφορές από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1191/69 του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή αξιολόγησε κατά πόσον συμβιβάζεται η ενίσχυση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1107/70 του Συμβουλίου (3), με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) και με το κοινοτικό πλαίσιο που αφορά τις ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (4).
Όσον αφορά τη συμβατότητα της ενίσχυσης με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/70, η Επιτροπή αμφιβάλλει εάν οι υποχρεώσεις για τις οποίες η Verkehrsverbund Rhein Ruhr καταβάλλει αντιστάθμιση στην BSM και την RBG συνιστούν υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και εάν τα ποσά που λαμβάνουν η BSM και η RBG αντιστοιχούν στις δαπάνες που απορρέουν από τις υποχρεώσεις.
Όσον αφορά τη συμβατότητα της ενίσχυσης με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) ως ενίσχυση που χορηγείται με σκοπό να δοθούν κίνητρα στις επιχειρήσεις συγκοινωνιών να αυξήσουν την ποιότητα της παροχής υπηρεσιών τους, η Επιτροπή αμφιβάλλει για την αναγκαιότητα της ενίσχυσης, για τα αποτελέσματα του κινήτρου της και για την αναλογικότητά της.
Όσον αφορά τη συμβατότητα της ενίσχυσης δυνάμει του κοινοτικού πλαισίου που αφορά τις ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Γερμανία δεν επικαλέσθηκε αυτή τη δυνατότητα και ότι για το λόγο αυτόν δεν παρείχε τα αναγκαία στοιχεία που θα καθόριζαν εάν πληρούνται οι όροι του πλαισίου. Έτσι, η Επιτροπή αμφιβάλλει εάν η ενίσχυση μπορεί να δηλωθεί συμβιβάσιμη με βάση το κοινοτικό πλαίσιο.
— Συμπέρασμα
Η Επιτροπή αμφιβάλλει για τη συμβατότητα της ενδεχόμενης ενίσχυσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, μπορεί να ζητηθεί ανάκτηση κάθε παράνομης ενίσχυσης από τον δικαιούχο.
ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ
«1. VERFAHREN
|
1. |
Mit Schreiben vom 27. Januar 1999 hat die deutsche Stadt Langenfeld/Rheinland der Europäischen Kommission eine Beschwerde übermittelt, in der sie behauptet, dass die Unternehmen Rheinische Bahngesellschaft (im Folgenden: RBG) und Bahnen der Stadt Monheim (im Folgenden: BSM) unrechtmäßige staatliche Beihilfen erhalten. Die Kommission hat mit Schreiben vom 24. Juni 1999 (VII/B-2/MS/ms D 90334 [99]) geantwortet und darauf hingewiesen, dass die von der Beschwerdeführerin übermittelten Informationen nicht ausreichten, um die Existenz unrechtmäßiger Beihilfen nachzuweisen. Mit Schreiben vom 16. November 1999 hat die Beschwerdeführerin der Kommission weitere Informationen übermittelt, woraufhin ihr die Kommission mit Schreiben vom 5. Juli 2000 (TREN/D-4/MS/nh/D[0]/9781) mitgeteilt hat, dass sie die Angelegenheit prüfe und die Beschwerdeführerin über das weitere Vorgehen auf dem Laufenden halten werde. |
|
2. |
Zwischenzeitlich hatte das Bundesverwaltungsgericht dem Gerichtshof am 6. April 2000 in der Rechtssache ‚Altmark Trans‘ (5) eine Frage zur Vorabentscheidung vorgelegt. Die Kommission hat der Beschwerdeführerin informell mitgeteilt, dass das Urteil des Gerichtshofs in dieser Rechtssache abgewartet werden sollte, bevor mit der Prüfung der Beschwerde der Stadt Langenfeld fortgefahren werde. Das Urteil des Gerichtshofs in der Rechtssache ‚Altmark Trans‘ist am 24. Juli 2003 ergangen. |
|
3. |
Mit Schreiben vom 21. Januar 2004 (TREN A 2004 11643) hat die Beschwerdeführerin der Kommission mitgeteilt, dass sie sich durch das Urteil in ihrer Auffassung des Sachverhalts bestätigt sehe, und die Kommission aufgefordert, ihre Beschwerde nunmehr zu prüfen. |
|
4. |
Mit Schreiben vom 8. Juni 2005 (TREN D 2005 111922) hat die Kommission die deutsche Regierung um zusätzliche Angaben ersucht. Diese hat mit elektronischer Post vom 15. Juni 2005 um eine Verlängerung der Frist für ihre Antwort bis zum 15. September 2005 gebeten. Die Kommission hat dieser Fristverlängerung mit elektronischer Post vom 23. Juni 2005 zugestimmt. Mit elektronischer Post vom 14. September 2005 hat die deutsche Regierung um eine weitere Verlängerung der Frist für ihre Antwort bis zum 15. Oktober 2005 gebeten. Mit Schreiben vom 16. September 2005 (TREN D [2005] 119741) hat die Kommission die Fristverlängerung abgelehnt und Deutschland aufgefordert, die verlangten Auskünfte innerhalb von 10 Arbeitstagen zu erteilen. Mit Schreiben vom 28. September 2005 (SG [2005] A 8828) hat Deutschland die verlangten Auskünfte erteilt. |
|
5. |
Mit Schreiben vom 19. Dezember 2005 (TREN D [2005] 128051) hat die Kommission der Beschwerdeführerin mitgeteilt, dass die Beschwerde unter der Nummer Nr. 98/2005 geführt werde und dass die Kommission die vorläufige Prüfung eingeleitet habe. |
|
6. |
Mit Schreiben vom 13. Januar 2006 (TREN D 2005 128058) hat die Kommission die deutsche Regierung erneut um zusätzliche Angaben ersucht. Die deutsche Regierung hat mit elektronischer Post vom 10. Februar 2006 um eine Fristverlängerung bis zum 3. März 2006 gebeten, der die Kommission mit elektronischer Post vom 10. Februar 2006 zugestimmt hat. Mit Schreiben vom 2. März 2006 (TREN A [2006] 15720) hat Deutschland die verlangten Auskünfte erteilt. |
|
7. |
Mit Schreiben vom 16. Juni 2006 (TREN D 2006 214756) hat die Kommission die deutsche Regierung zum dritten Mal um zusätzliche Angaben ersucht. Die deutsche Regierung hat mit elektronischer Post vom 5. Juli 2005 um eine Fristverlängerung bis zum 30. August 2006 gebeten, der die Kommission mit elektronischer Post vom gleichen Tag zugestimmt hat. Mit Schreiben vom 30. August 2006 hat Deutschland die verlangten Auskünfte geliefert. |
2. AUSFÜHRLICHE BESCHREIBUNG DER MASSNAHMEN
|
8. |
Die durch die fraglichen Maßnahmen begünstigten Unternehmen RBG und BSM sind im öffentlichen Nahverkehr (Busse, Straßenbahnen und U-Bahnen) in der Düsseldorfer Region tätig. Ihre Strecken sind in das Netz des Verkehrsverbundes Rhein Ruhr eingebunden, eine Anstalt des öffentlichen Rechts im Bereich des öffentlichen Nahverkehrs in der Düsseldorfer und Ruhr-Region. Die RBG ist ein öffentliches Unternehmen, das zu 5 % direkt im Eigentum der Stadt Düsseldorf und zu 95 % im Eigentum der Düsseldorfer Stadtwerke Gesellschaft für Beteiligungen mbH steht, die zu 100 % im Eigentum der Stadt Düsseldorf steht. Die BSM ist ein öffentliches Unternehmen, deren Anteile zu 100 % von der Monheimer Versorgungs- und Verkehrs GmbH gehalten werden, die zu 100 % im Eigentum der Stadt Monheim steht. |
|
9. |
Die Tätigkeiten im öffentlichen Nahverkehr der RBG und der BSM werden aus den Einnahmen aus dem Fahrkartenverkauf, aus Quersubventionen, die die RBG und die BSM von den Energieunternehmen der Städte Düsseldorf und Monheim erhalten, sowie aus Subventionen, die die beiden Unternehmen vom Verkehrsverbund Rhein Ruhr, einer Gebietskörperschaft, erhalten, finanziert. |
|
10. |
Die der RBG und der BSM auferlegten gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen, ihre Finanzierung durch Quersubventionen sowie die Subventionen, die sie vom Verkehrsverbund Rhein-Ruhr erhalten, sind im Einzelnen zu beschreiben. |
2.1. Die gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen
|
11. |
Die RBG und die BSM bedienen Buslinien auf der Grundlage von Genehmigungen, die ihnen von der Bezirksregierung Düsseldorf aufgrund des Personenbeförderungsgesetzes (im Folgenden: PbefG), insbesondere aufgrund der Paragraphen 13 und 8 dieses Gesetzes, erteilt worden sind. |
|
12. |
Mit der Genehmigung erhält der Antragsteller das ausschließliche Recht zur Bedienung der jeweiligen Strecke; im Gegenzug muss das Unternehmen, das die Genehmigung erhält, Verkehrsleistungen des öffentlichen Nahverkehrs nach den in der Genehmigung niedergelegten Bedingungen erbringen, in der insbesondere die Zahl der Fahrten und die Qualitätsparameter festgelegt sind. |
2.2. Die Finanzierung der RBG und der BSM durch Quersubventionen
|
13. |
Die beiden Unternehmen sind getrennt zu betrachten. |
|
14. |
Die Finanzierung der RBG durch Quersubventionen. Wie beschrieben, steht die RBG zu 95 % im Eigentum der Düsseldorfer Stadtwerke Gesellschaft für Beteiligungen mbH, die zu 100 % im Eigentum der Stadt Düsseldorf steht. Letztgenannte Gesellschaft hält laut Webseite der Stadt Düsseldorf (6) außerdem die folgenden Beteiligungen:
|
|
15. |
Die Stadtwerke Düsseldorf AG und die Umschlagsgesellschaft für Kraftwerkbrennstoffe mbH haben Verträge mit der Düsseldorfer Stadtwerke Gesellschaft für Beteiligungen mbH, nach denen sie ihre gesamten Gewinne an die Düsseldorfer Stadtwerke Gesellschaft für Beteiligungen mbH abführen müssen (Gewinnabführungsvertrag). Letztgenannte Gesellschaft überträgt die von der Stadtwerke Düsseldorf AG und der Umschlagsgesellschaft für Kraftwerkbrennstoffe mbH erzielten Gewinne an ihre defizitären Tochterunternehmen RBG und Bädergesellschaft Düsseldorf. Da diese Investitionen zur Deckung der jährlichen Verluste dieser beiden Gesellschaften dienen, weist die Düsseldorfer Stadtwerke Gesellschaft für Beteiligungen mbH diese Verluste in ihren Jahresabschlüssen als Abschreibungen aus. |
|
16. |
Trotz einer entsprechenden Anfrage der Kommission haben die deutschen Behörden nicht angegeben, in welcher jährlichen Höhe die RBG auf diese Weise Quersubventionen erhält. Laut den auf der Webseite der Stadt Düsseldorf veröffentlichten Jahresabschlüssen der Düsseldorfer Stadtwerke Gesellschaft für Beteiligungen mbH (7) könnten die Quersubventionen folgendermaßen beziffert werden:
|
|
17. |
Außerdem hat die RBG offenbar auch direkte Subventionen von der Stadt Düsseldorf erhalten, die laut Beschwerdeführerin aus den Dividenden stammen, die der Stadt Düsseldorf für ihre RWE AG-Aktien ausgeschüttet werden, von der sie 1,10 % der Aktien hält. Laut Webseite der Stadt Düsseldorf wurden offenbar folgende Beträge ausgezahlt:
|
|
18. |
Die Kommission macht die deutschen Behörden darauf aufmerksam, dass diese Tabellen auf der Grundlage der auf der Webseite der Stadt Düsseldorf verfügbaren Daten aufgestellt worden sind, die äußerst begrenzt und nicht sehr detailliert sind. Daher ersucht sie Deutschland, ihr eine detaillierte Übersicht über die Finanzströme zwischen der Stadt Düsseldorf, der Düsseldorfer Stadtwerke Gesellschaft für Beteiligungen mbH, der RWE AG, der Stadtwerke Düsseldorf AG und der Umschlagsgesellschaft für Kraftwerkbrennstoffe mbH für die Jahre 1997 bis 2006 vorzulegen. |
|
19. |
Die Finanzierung der BSM durch Quersubventionen. Die BSM ist ein hundertprozentiges Tochterunternehmen der Monheimer Versorgungs- und Verkehrs GmbH, die neben der BSM 100 % der Anteile der Elektrizitätswerke der Stadt Monheim GmbH und 100 % der Anteile des Allwetterbades der Stadt Monheim am Rhein GmbH hält. Zwischen der Monheimer Versorgungs- und Verkehrs GmbH und der Elektrizitätswerke der Stadt Monheim GmbH besteht ein Vertrag, nach dem die Gewinne des letztgenannten Unternehmens zur Finanzierung der Verluste der BSM dienen. Der Kommission liegen keine Informationen vor, die es ihr erlauben würden, die genaue Höhe dieser Quersubventionen zu ermitteln. |
2.3. Die Finanzierung der RBG und der BSM durch den Verkehrsverbund Rhein-Ruhr
|
20. |
Der Verkehrsverbund Rhein-Ruhr ist eine Körperschaft des öffentlichen Rechtes, die mit der Organisation des öffentlichen Nahverkehrs in der Düsseldorfer und Ruhr-Region betraut ist. Rechtsgrundlage für die Schaffung dieser Körperschaft ist Paragraph 5 Absatz 1 des Gesetzes über den öffentlichen Personennahverkehr in Nordrhein-Westfalen (im Folgenden: ÖPNVG NRW). Die Körperschaft besteht seit 1979 und umfasst die kreisfreien Städte, die Kreise sowie die drei kreisangehörigen Städte mit eigenem Unternehmen des öffentlichen Nahverkehrs (Monheim, Neuss, Viersen), die sich im Gebiet der Düsseldorfer und Ruhr-Region befinden. |
|
21. |
Nach Paragraph 3 Absatz 1 ÖPNVG NRW ist die Planung, Organisation und Ausgestaltung des öffentlichen Personennahverkehrs eine Aufgabe der kreisfreien Städte und Kreise sowie der kreisangehörigen Städte, die ein eigenes öffentliches Personennahverkehrsunternehmen betreiben. |
|
22. |
Die Verkehrsverbünde haben die Aufgabe, in ihrem Gebiet die Tätigkeiten ihrer Mitglieder zu koordinieren. Die Städte und Kreise greifen auch zur Sicherstellung der Finanzierung des öffentlichen Personennahverkehrs auf sie zurück. |
|
23. |
Zur Erledigung seiner Aufgaben bedient sich der Verkehrsverbund Rhein Ruhr eines Unternehmens des privaten Rechts, der Verkehrsverbund Rhein Ruhr GmbH, deren Gesellschaftsanteile er zu 100 % hält. |
|
24. |
Der Verkehrsverbund Rhein-Ruhr entschädigt die Verkehrsunternehmen, die er mit der Erbringung von Leistungen des öffentlichen Nahverkehrs in der Region beauftragt hat, für einen Teil ihrer Kosten. Die Ausgleichsregelung wurde 2005 geändert, so dass im Folgenden die zwischen 1990 und 2005 bestehende Regelung und die neue Regelung beschrieben werden müssen. |
|
25. |
Die zwischen 1990 und 2005 bestehende Regelung. Nach der zwischen 1990 und 2005 bestehenden Regelung hatten die mit gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen betrauten städtischen Verkehrsunternehmen in der Düsseldorfer und Ruhr-Region Anspruch auf Erstattung der im Zusammenhang mit der Bereitstellung und Unterhaltung der Infrastruktur entstehenden Kosten (Infrastrukturvorhaltungskosten). |
|
26. |
Die Infrastrukturvorhaltungskosten umfassen die Kosten für den Erwerb, den Bau, die Unterhaltung und die Instandsetzung der für die Erbringung von Leistungen des öffentlichen Nahverkehrs nötigen Infrastruktur. Der Begriff ‚Infrastruktur ‘in der alten Regelung war weit gefasst. Insbesondere umfasste er Busse und Straßenbahnen. Die Verkehrsunternehmen konnten die Erstattung der Infrastrukturvorhaltungskosten nur insoweit beantragen, als die Organisation des öffentlichen Nahverkehrs durch den Verkehrsverbund Rhein-Ruhr höhere Kosten verursachte, als ihnen entstanden wären, wenn sie den Verkehrsdienst selbst organisiert hätten. |
|
27. |
Die Infrastrukturvorhaltungskosten waren jedes Jahr Gegenstand einer Vorabanalyse für das Folgejahr, in der die Kosten der Verkehrsunternehmen, die Mitglied des Verkehrsverbundes Rhein-Ruhr waren, analysiert wurden. Auf der Grundlage dieser Analyse wurden mittlere Werte für eine bestimmte Leistung festgelegt. Jedes Unternehmen hatte dann Anspruch auf Infrastrukturvorhaltungskosten in Höhe der Summe seiner Dienstleistungen multipliziert mit dem der jeweiligen Dienstleistung zugewiesenen Durchschnittswert. |
|
28. |
Hatte ein Verkehrsunternehmen infolge der Erstattung der Infrastrukturvorhaltungskosten jedoch einen Gewinn erzielt, wurde die vom Verkehrsverbund Rhein-Ruhr ausgezahlte Summe entsprechend gekürzt. |
|
29. |
Nach dieser Methode haben die RBG und die BSM die folgenden Zahlungen vom Verkehrsverbund Rhein-Ruhr erhalten (in Mio. EUR):
|
|
30. |
Der Verkehrsverbund Rhein-Ruhr seinerseits wird aus Beiträgen der Städte und Kreise finanziert, die Mitglied sind. |
|
31. |
Die neue Regelung. Mit Beschluss vom 28. Juni 2005 hat der Verkehrsverbund Rhein-Ruhr die Satzung des Verkehrsverbundes geändert und dabei insbesondere die Regeln für die Erstattung der im Zusammenhang mit dem öffentlichen Nahverkehr entstehenden Kosten geändert, die Gegenstand einer Durchführungsrichtlinie sind. |
|
32. |
Diese Richtlinie sieht in Punkt 2 vor, dass die Unternehmen, die im Gebiet des Verkehrsverbundes Rhein-Ruhr mit einer gemeinwirtschaftlichen Verpflichtung betraut sind, eine staatliche Unterstützung erhalten können. |
|
33. |
In den Punkten 2.2.1 bis 2.2.4 ist definiert, welche gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen unterstützt werden können. Die Kostenkategorien werden in einer Anlage der Durchführungsrichtlinie detailliert beschrieben. Die vier Kategorien sind:
|
2.4. Berücksichtigung der Rechtsprechung in der Rechtssache Altmark durch das neue Finanzierungssystem
|
34. |
Mit der Reform vom 28. Juni 2005 sollte das Finanzierungssystem mit der Rechtsprechung in der Rechtssache Altmark in Einklang gebracht werden. So heißt es unter Punkt 1, dass der Verkehrsverbund Rhein-Ruhr Verkehrsunternehmen ‚nach Maßgabe des europäischen Beihilferechts‘Finanzierungsmittel gewährt. |
|
35. |
Unter den Punkten 5.4.3 bis 5.4.5 wird dargelegt, wie die Rechtsprechung in der Rechtssache Altmark, insbesondere das vierte Kriterium des Urteils, umzusetzen ist. In Punkt 5.4.3 ist vorgesehen, dass die Höhe der Subventionen auf der Grundlage eines durchschnittlichen, gut geführten Unternehmens zu bestimmen ist, das so angemessen mit Transportmitteln ausgestattet ist, dass es den gestellten gemeinwirtschaftlichen Anforderungen genügen kann. |
|
36. |
In Punkt 5.4.4 ist vorgesehen, dass der Verkehrsverbund Rhein-Ruhr auf der Grundlage dieser Bestimmung Ausgleichsparameter für jede der vier oben beschriebenen Kategorien bildet. |
|
37. |
In Punkt 5.4.5 ist vorgesehen, dass die Subventionen an die einzelnen Unternehmen auf die tatsächlichen Kosten des jeweiligen Unternehmens begrenzt sind und dass die Ausgleichsparameter turnusmäßig einer gutachterlichen Prüfung zu unterziehen sind. |
2.5. Nationale Rechtsgrundlage
|
38. |
Deutsche Rechtsgrundlagen sind: Personenbeförderungsgesetz; Regionalisierungsgesetz; Gesetz über den öffentlichen Personennahverkehr in Nordrhein-Westfalen; Zweckverbandssatzung für den Zweckverband Verkehrsverbund Rhein-Ruhr. |
3. RECHTLICHE WÜRDIGUNG
3.1. Bestehende Beihilfen im Zeitraum bis 2005
|
39. |
Nach Auffassung der deutschen Regierung würde es sich für den Fall, dass die fraglichen Maßnahmen Beihilfen darstellen, in jedem Falle um bestehende Beihilfen handeln für die Zeit bis zum 28. Juni 2005, dem Datum, an dem der Verkehrsverbund Rhein Ruhr die Ausgleichsregelung von 1990 aufgrund von Artikel 1 Buchstabe b) Ziffer v) der Verordnung 659/99/EG geändert hat, in dem bestehende Beihilfen wie folgt definiert werden:
|
|
40. |
Die Kommission stellt fest, dass der Markt für Dienstleistungen des öffentlichen Nahverkehrs zum Zeitpunkt der Einführung der alten Ausgleichsregelung im Jahre 1990 noch ein geschlossener Markt war, denn wie die Kommission vor dem Gerichtshof in der Rechtssache Altmark Trans geltend gemacht hat, haben ‚mehrere Mitgliedstaaten erst 1995 begonnen, einzelne Verkehrsmärkte dem Wettbewerb durch in anderen Mitgliedstaaten ansässige Unternehmen zu öffnen, so dass mehrere Unternehmen bereits ihre Stadt-, Vorort- oder Regionalverkehrsdienste in anderen Mitgliedstaaten als ihrem Heimatstaat anbieten‘(Vgl. Rdnr. 69 des Urteils). |
|
41. |
Die Kommission zieht daraus den Schluss, dass die alte Regelung von 1990 zum Zeitpunkt ihrer Inkraftsetzung keine Beihilfemaßnahme darstellte, da sie zu diesem Zeitpunkt aufgrund des geschlossenen Marktes den Handel zwischen den Mitgliedstaaten noch nicht beeinträchtigen konnte. |
|
42. |
Ab 1995, dem Zeitpunkt, da mehrere Mitgliedstaaten begonnen haben, ihre Märkte zu öffnen, ist die Ausgleichsregelung als Beihilfemaßnahme einzustufen. Diese Veränderung ergab sich aufgrund der Errichtung des Binnenmarktes. Deutschland hat auch nachgewiesen, dass die Ausgleichsregelung zwischen 1990 und 2005 nicht geändert wurde. |
|
43. |
Die Kommission stellt schließlich fest, dass die Marktöffnung nicht aufgrund der Liberalisierung bestimmter Tätigkeiten durch das Gemeinschaftsrecht erfolgte, sondern das Ergebnis unabhängiger und spontaner Entscheidungen einiger Mitgliedstaaten war. |
|
44. |
Die Kommission kommt zu dem Ergebnis, dass die Ausgleichsregelung des Verkehrsverbundes Rhein Ruhr im Zeitraum 1995 bis 2005 eine bestehende Beihilfe darstellt. Da diese Beihilfe durch einen Beschluss des Verkehrsverbundes Rhein Ruhr vom 28. Juni 2005 zur Änderung der Regelung abgeschafft wurde, besteht für die Kommission keine Notwendigkeit, einschlägige Maßnahmen vorzuschlagen. |
|
45. |
Die juristische Würdigung in dieser Angelegenheit kann sich daher auf den Zeitraum ab dem 28. Juni 2005 beschränken. |
3.2. Vorliegen einer Beihilfe
|
46. |
Gemäß Artikel 87 Absatz 1 EG-Vertrag sind, ‚soweit in diesem Vertrag nicht etwas anderes bestimmt ist, staatliche oder aus staatlichen Mitteln gewährte Beihilfen gleich welcher Art, die durch die Begünstigung bestimmter Unternehmen oder Produktionszweige den Wettbewerb verfälschen oder zu verfälschen drohen, mit dem Gemeinsamen Markt unvereinbar, soweit sie den Handel zwischen Mitgliedstaaten beeinträchtigen‘. |
3.2.1. Staatliche Mittel
|
47. |
Die Zahlung der Subventionen an die Busbetreiber erfolgt zum Teil über die Beiträge der Städte und Kreise zum Verkehrsverbund Rhein-Ruhr, zum Teil über die Quersubventionen von anderen städtischen Unternehmen. Beim Beitrag der Städte und Kreise steht fest, dass er aus staatlichen Mitteln bestritten wird. |
|
48. |
Bei der Finanzierung durch die Quersubventionen ist die Art der Mittel im Detail nachzuweisen. Nach der Rechtsprechung des Gerichtshofs der Europäischen Gemeinschaften in der Rechtssache Stardust Marine (8) ist eine Beihilfe eine ‚staatliche oder aus staatlichen Mitteln gewährte Beihilfe‘, wenn es sich zum einen um staatliche Mittel handelt und deren Gewährung zum anderen dem betreffenden Staat, hier Deutschland, zugerechnet werden kann. |
|
49. |
Staatliche Mittel. Hinsichtlich des Aspekts ‚staatliche Mittel ‘stellt die Kommission fest, dass die Monheimer Versorgungs- und Verkehrs GmbH sowie die Düsseldorfer Stadtwerke Gesellschaft für Beteiligungen mbH als öffentliche Unternehmen im Sinne des Artikels 2 der Richtlinie 2000/52/EG (9) der Kommission qualifiziert werden können: die Städte Monheim und Düsseldorf besitzen jeweils 100 % des gezeichneten Kapitals dieser Gesellschaften. Somit ist das in Artikel 2 Absatz 2 Buchstabe a) der Richtlinie genannte Kriterium erfüllt. |
|
50. |
In diesem Zusammenhang ist darauf hinzuweisen, dass es ‚sich bereits aus der Rechtsprechung des Gerichtshofes [ergibt], dass Artikel 87 Absatz 1 EG alle Geldmittel erfasst, auf die die Behörden tatsächlich zur Unterstützung von Unternehmen zurückgreifen können, ohne dass es dafür eine Rolle spielt, ob diese Mittel auf Dauer zum Vermögen des Staates gehören. Auch wenn die aus der fraglichen Maßnahme resultierenden Beträge nicht auf Dauer dem Staat gehören, genügt folglich der Umstand, dass sie ständig unter staatlicher Kontrolle und somit den zuständigen nationalen Behörden zur Verfügung stehen, damit sie als staatliche Mittel qualifiziert werden können.‘ (10) |
|
51. |
Demzufolge ist die Kommission der Ansicht, dass die der RBG sowie der BSM gezahlten Summen als staatliche Mittel zu qualifizieren sind. |
|
52. |
Zurechenbarkeit. Hinsichtlich der Zurechenbarkeit der Maßnahmen an den betreffenden Staat heißt es in dem Urteil in der Rechtssache Stardust Marine: ‚Die bloße Tatsache, dass ein öffentliches Unternehmen unter staatlicher Kontrolle steht, genügt … nicht, um Maßnahmen dieses Unternehmens wie die fraglichen finanziellen Unterstützungsmaßnahmen dem Staat zuzurechnen. Es muss außerdem geprüft werden, ob davon auszugehen ist, dass die Behörden in irgendeiner Weise am Erlass dieser Maßnahmen beteiligt waren. ‘…. (11) |
|
53. |
Somit ist das Kriterium der Zurechenbarkeit an den Staat nach der Rechtsprechung des Gerichtshofes von der Kommission im Einzelfall zu prüfen. Der Gerichtshof räumt ein, dass ‚es im Allgemeinen gerade wegen der privilegierten Beziehungen zwischen dem Staat und einem öffentlichen Unternehmen für einen Dritten sehr schwierig sein [wird], in einem konkreten Fall nachzuweisen, dass Beihilfemaßnahmen eines solchen Unternehmens tatsächlich auf Anweisung der Behörden erlassen wurden. ‘‚Insoweit kann nicht verlangt werden, dass auf der Grundlage einer genauen Anweisung nachgewiesen wird, dass die Behörden das öffentliche Unternehmen konkret veranlasst haben, die fraglichen Beihilfemaßnahmen zu treffen‘ (12). Aus diesen Gründen ist laut genanntem Urteil festzustellen, ‚dass die Zurechenbarkeit einer Beihilfemaßnahme eines öffentlichen Unternehmens an den Staat aus einem Komplex von Indizien abgeleitet werden kann, die sich aus den Umständen des konkreten Falles und aus dem Kontext ergeben, in dem diese Maßnahme ergangen ist‘. |
|
54. |
Die Quersubventionen werden auf der Grundlage eines Gewinnabführungsvertrags zwischen der Stadt, vertreten durch ihren Bürgermeister, und den betreffenden Unternehmen gezahlt. Die Schließung dieser Verträge ist direkt der Stadt zuzurechnen, die diese vor allem initiiert hat, um ihren Elektrizitätswerken die Zahlung von Einkommenssteuern zu ersparen. Da die Stadt Teil der öffentlichen Verwaltung ist, vertritt die Kommission die Auffassung, dass die Zahlung der Quersubventionen auch Deutschland zuzurechnen ist. |
|
55. |
Schlussfolgerung. Die Zahlung der Quersubventionen ist eine ‚staatliche oder aus staatlichen Mitteln gewährte‘finanzielle Unterstützung. |
3.2.2. Wirtschaftliche Tätigkeit
|
56. |
Die Unternehmen des öffentlichen Nahverkehrs BSM und RBG üben eine wirtschaftliche Tätigkeit aus: die Personenbeförderung gegen Entgelt; sie sind demnach Unternehmen im Sinne von Artikel 87 Absatz 1 EG-Vertrag. |
3.2.3. Wirtschaftlicher Vorteil
|
57. |
Des Weiteren stellt sich die Frage, ob die BSM und die RBG einen wirtschaftlichen Vorteil erlangt haben. Nach Auffassung des EuGH erlangt ein Unternehmen keinen Vorteil, wenn es sich bei dem vom Staat gezahlten Preis um ‚die Gegenleistung für die vom Unternehmen erbrachten Leistungen‘handelt (13). Der Gerichtshof hat die Kriterien, anhand deren beurteilt wird, ob es sich um einen gerechten Ausgleich für eine gemeinwirtschaftliche Leistung handelt, in seinem Urteil ‚Altmark Trans‘dargelegt: Öffentliche Zuschüsse, die den Betrieb von Liniendiensten im Stadt-, Vorort- und Regionalverkehr ermöglichen sollen, fallen jedoch nicht unter diese Bestimmung, soweit sie als Ausgleich anzusehen sind, der die Gegenleistung für Leistungen darstellt, die von den begünstigten Unternehmen zur Erfüllung gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen erbracht werden. […] |
|
58. |
Dies ist dem EuGH zufolge dann der Fall, wenn folgende vier Kriterien erfüllt sind:
|
|
59. |
Nach Auffassung Deutschlands sind diese vier Kriterien im vorliegenden Fall erfüllt. Die Kommission ist nach derzeitigem Kenntnisstand aus den folgenden Gründen nicht von der Richtigkeit dieser Auffassung überzeugt: |
3.2.3.1. Tatsächlich mit der Erfüllung klar definierter gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen betrautes Unternehmen
|
60. |
Zunächst stellt sich somit die Frage, ob die BSM und die RBG tatsächlich mit der Erfüllung klar definierter gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen betraut waren. Nach Auffassung Deutschlands wurden die BSM und die RBG durch die ihnen aufgrund der Paragraphen 8 und 13 PBefG erteilten Genehmigungen zur Bedienung von Bus- und Straßenbahnlinien tatsächlich mit der Erfüllung klar definierter gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen betraut. |
|
61. |
Die Kommission räumt ein, dass die BSM und die RBG aufgrund der ihnen erteilten Genehmigungen tatsächlich mit der Erfüllung klar definierter gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen betraut waren. Sie stellt jedoch fest, dass nach den ersten Informationen, die sie von der deutschen Regierung erhalten hat, die Ausgleichsleistungen für gemeinwirtschaftliche Verpflichtungen nicht für diese gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen, sondern für die im Zusammenhang mit der Bereitstellung und Unterhaltung der Infrastruktur entstehenden Kosten (Infrastrukturvorhaltungskosten) erbracht worden sind. |
|
62. |
Die Kommission ist aus den nachstehend aufgeführten Gründen nicht davon überzeugt, dass die gesamten Infrastrukturvorhaltungskosten gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen entsprechen. |
|
63. |
Paragraph 5 der VRR-Zweckverbandssatzung legt im Verbund mit Punkt 2 der Richtlinie zur Finanzierung des öffentlichen Personennahverkehrs vier Kategorien von ‚gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen ‘fest, mit denen die Verkehrsunternehmen im Gebiet des Verkehrsverbundes Rhein-Ruhr betraut werden können (vgl. auch vorstehende Beschreibung):
|
|
64. |
Wird ein Verkehrsunternehmen vom Verkehrsverbund Rhein-Ruhr oder einer lokalen Behörde mit einer oder mehrerer dieser gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen betraut, kann es einen Ausgleich beim Verkehrsverbund Rhein-Ruhr beantragen. |
|
65. |
Im Gemeinschaftsrecht sind gemeinwirtschaftliche Verpflichtungen definiert als ‚Verpflichtungen, die das Verkehrsunternehmen im eigenen wirtschaftlichen Interesse nicht oder nicht im gleichen Umfang und nicht unter den gleichen Bedingungen übernehmen würde‘ (14). Nach derzeitigem Kenntnisstand könnte die Kommission anerkennen, dass es sich bei Kategorie 2 (Verbund- bzw. AT-bedingte Regie- und Vertriebsmehrkosten) um gemeinwirtschaftliche Verpflichtungen handelt, da ein Verkehrsunternehmen nicht aus eigenem Interesse einem Verkehrsverbund beitreten würde, wenn mit diesem Beitritt höhere Kosten, nicht aber höhere Gewinne verbunden wären. Es wäre jedoch für die Kommission nützlich, wenn sie sich im Hinblick auf die Art der Mehrkosten auf konkretere Informationen stützen könnte, vor allem hinsichtlich der Mehrkosten im Bereich des Marketing. Sie fordert Deutschland und die betroffenen Dritten daher auf, ihr ihre Bemerkungen zu übermitteln. |
|
66. |
Aus den nachstehenden Gründen ist sie jedoch nicht davon überzeugt, dass es sich bei den übrigen Kategorien um gemeinwirtschaftliche Verpflichtungen handelt: |
|
67. |
Bau und Unterhaltung der Infrastruktur. Um Verkehrsdienste anbieten zu können, muss ein Verkehrsunternehmen über eine Verkehrsinfrastruktur sowie über das Personal zur Unterhaltung dieser Infrastruktur verfügen. Die Kommission ist mithin nicht davon überzeugt, dass sämtliche Kosten für den Bau und die Unterhaltung der Verkehrsinfrastruktur als durch die gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen begründet angesehen werden können. Außerdem ist sie nach derzeitigem Kenntnisstand nicht davon überzeugt, dass diese Verpflichtung klar definiert ist, da der Verkehrsverbund Rhein-Ruhr den Unternehmen offenbar nicht genau vorschreibt, über welche Infrastruktur sie verfügen müssen. |
|
68. |
Mehrkosten aufgrund verbund- bzw. AT-bedingter Fahrzeugqualitätsstandards. Nach Ansicht der Kommission hat Deutschland nicht nachgewiesen, dass die Verkehrsunternehmen zumindest einen Teil der Fahrzeuge nicht im eigenen wirtschaftlichen Interesse anschaffen. So könnte die Anschaffung von für Personen mit eingeschränkter Mobilität leicht zugänglichen Fahrzeugen und von umweltfreundlichen Fahrzeugen eventuell im Interesse des Unternehmens sein, ebenso wie die Anbringung von Überwachungskameras und der Einbau von Klimaanlagen, wenn diese Investitionen dem Bedarf der Kunden entsprechen. |
|
69. |
Daher fordert die Kommission Deutschland auf nachzuweisen, dass ein Unternehmen diese Investitionen nicht tätigen würde, wenn es nur seine wirtschaftlichen Interessen verfolgen würde. |
|
70. |
Betriebsmehrkosten. Bei dieser Kategorie scheint es sich um eine Kategorie für die unterschiedlichsten Sachverhalte zu handeln. Nach derzeitigem Kenntnisstand ist die Kommission der Auffassung, dass es sich bei der Verpflichtung, die Buslinien auch in Schwachverkehrszeiten zu bedienen, tatsächlich um eine gemeinwirtschaftliche Verpflichtung handeln könnte. Die Kommission wünscht jedoch in diesem Zusammenhang weitere Informationen und fordert Deutschland und die betroffenen Dritten daher auf, ihr ihre Bemerkungen zu übermitteln. |
|
71. |
Andererseits stellt die Kommission fest, dass die Existenz einer ‚offenen ‘Kategorie dem ersten Altmark-Kriterium entgegenstehen könnte, nach dem die gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen klar definiert sein müssen. |
|
72. |
Schlussfolgerung. Die Kommission ist der Auffassung, dass es sich bei Kategorie 2 ‚Verbund- bzw. AT-bedingte Regie- und Vertriebsmehrkosten‘sowie der Verpflichtung, die Buslinien auch in Schwachverkehrszeiten zu bedienen, um klar definierte gemeinwirtschaftliche Verpflichtungen handeln könnte, mit denen die BSM und die RBG ab Juni 2005 tatsächlich betraut waren. Bei den anderen Kategorien ist die Kommission nach derzeitigem Kenntnisstand nicht davon überzeugt, dass es sich um gemeinwirtschaftliche Verpflichtungen im Sinne des Altmark-Urteils handelt. |
3.2.3.2. Zuvor objektiv und transparent aufgestellte Parameter, anhand deren der Ausgleich berechnet wird
|
73. |
Der deutschen Regierung zufolge sind die Parameter, anhand deren der Ausgleich berechnet wird, zuvor objektiv und transparent aufgestellt worden. Die deutsche Regierung erklärt insbesondere, dass diese Parameter für alle Unternehmen des Verkehrsverbundes Rhein-Ruhr standardisiert worden seien und dass sie der Sicherstellung eines qualitativ hochwertigen öffentlichen Nahverkehrs im Verkehrsverbund Rhein-Ruhr dienen. |
|
74. |
Die Kommission stellt jedoch fest, dass die deutsche Regierung ihr keine genauen Angaben übermittelt hat, aus denen sich diese Parameter sowie ihre Berechnungsmethode detailliert, konkret und in Zahlen herleiten ließen. Daher ist die Kommission nach derzeitigem Kenntnisstand nicht davon überzeugt, dass das zweite Altmark-Kriterium erfüllt ist. |
|
75. |
Daher fordert die Kommission die deutsche Regierung auf, ihr die Parameter sowie ihre Berechnungsmethode in Zahlen zu übermitteln. |
3.2.3.3. Ausgleich geht nicht über das hinaus, was erforderlich ist, um die Kosten der Erfüllung der gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen unter Berücksichtigung der dabei erzielten Einnahmen und eines angemessenen Gewinns aus der Erfüllung dieser Verpflichtungen ganz oder teilweise zu decken
|
76. |
Anschließend ist festzustellen, ob die Parameter, anhand deren der Ausgleich berechnet wird, den Kosten der Erfüllung der gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen entsprechen. |
|
77. |
Nach Auffassung der deutschen Regierung ist eine Überkompensation ausgeschlossen worden, da die Ausgleichleistungen auf die Summe begrenzt waren, die erforderlich war, um die Bilanz der Verkehrsunternehmen auszugleichen (vgl. vorstehende Beschreibung). |
|
78. |
Hierzu merkt die Kommission zunächst an, dass der Nachweis einer nicht erfolgten Überkompensation eines Verkehrsunternehmens bezogen auf die Erfüllung seiner gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen zu erbringen ist. Gesetzt den Fall, das Unternehmen würde nicht nur gemeinwirtschaftliche Leistungen erbringen, so ist der Nachweis einer nicht erfolgten Überkompensation bezogen auf seine gemeinwirtschaftlichen Leistungen unter Außerachtlassung der anderen Leistungen zu erbringen. |
|
79. |
Um dies prüfen zu können, müssen die genaue Definition der fraglichen gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen sowie die Ausgleichsparameter bekannt sein. Da die Kommission die gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen und die Berechnungsparameter nicht kennt, ist sie nicht in der Lage zu prüfen, ob der Ausgleich den Kosten der Erfüllung der gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen entspricht. Demzufolge ist die Kommission nach derzeitigem Kenntnisstand nicht davon überzeugt, dass das dritte Altmark-Kriterium erfüllt ist. |
3.2.3.4. Durchschnittliches, gut geführtes und angemessen mit Transportmitteln ausgestattetes Unternehmen
|
80. |
Die Erteilung der Genehmigungen für die Buslinien ist nicht im Zuge einer Ausschreibung erfolgt. Somit ist zu prüfen, ob es sich bei den Unternehmen BSM und RBG um durchschnittliche, gut geführte und angemessen mit Transportmitteln ausgestattete Unternehmen handelt. |
|
81. |
Nach Auffassung Deutschlands ist dieses Kriterium erfüllt, da die Parameter für den Ausgleich auf der Grundlage der durchschnittlichen Kosten aller Unternehmen des Verkehrsverbundes Rhein-Ruhr bestimmt werden. |
|
82. |
Die Kommission ist nach derzeitigem Kenntnisstand der Auffassung, dass dieses Argument nicht überzeugt. Es kann nämlich nicht ausgeschlossen werden, dass so viele Unternehmen im Verkehrsverbund Rhein-Ruhr keine gut geführten und angemessen mit Transportmitteln ausgestatteten Unternehmen sind, dass der Durchschnitt nicht einem gut geführten und angemessen mit Transportmitteln ausgestatteten Unternehmen entspricht. |
|
83. |
Ferner umfasst die Art der ausgeglichenen Kosten selbst Mehrkosten gegenüber einer normalen Situation (zum Beispiel Mehrkosten aufgrund einer politisch induzierten Anwendung von Personaltarifen, die oberhalb der Kosten marktüblicher Vergütungsmodelle liegen), was darauf hinzudeuten scheint, dass sich die Unternehmen nicht in der Lage eines gut geführten Unternehmens befinden. |
|
84. |
Aus diesen Gründen ist die Kommission nicht davon überzeugt, dass die BSM und die RBG dem vierten Altmark-Kriterium entsprechen. |
3.2.3.5. Schlussfolgerung
|
85. |
Die Kommission ist nicht davon überzeugt, dass die Finanzierung der Unternehmen BSM und RBG den vier Altmark-Kriterien entspricht. |
3.2.4. Wettbewerbsverzerrung
|
86. |
Zunächst vertritt Deutschland die Auffassung, dass die öffentliche Finanzierung der Unternehmen BSM und RBG nicht zu einer Wettbewerbsverzerrung führen kann, da die beiden Unternehmen ausschließlich im Gebiet des Verkehrsverbundes Rhein-Ruhr tätig sind und nicht in Wettbewerb zu anderen Verkehrsunternehmen treten. Deutschland führt aus, dass es sich bei der öffentlichen Finanzierung dieser Unternehmen mithin um ein gemeinschaftsrechtskonformes ‚In-house‘-Verhältnis handelt. |
|
87. |
Im Altmark-Urteil wurde nicht ausdrücklich auf die Frage eingegangen, ob die öffentliche Finanzierung eines öffentlichen Unternehmens, dessen Tätigkeit sich auf das Gebiet eines Verkehrsverbundes beschränkt, zu einer Wettbewerbsverzerrung führen kann. |
|
88. |
Nach derzeitigem Kenntnisstand ist die Kommission der Auffassung, dass die öffentliche Finanzierung eines öffentlichen Unternehmens, dessen Tätigkeit sich auf das Gebiet eines Verkehrsverbundes beschränkt, aus nachstehendem Grund zu einer Wettbewerbsverzerrung führen kann. |
|
89. |
Zunächst ist zu prüfen, ob der öffentliche Nahverkehr mit anderen kommerziellen Formen des öffentlichen Nahverkehrs (Car-Sharing-Unternehmen, Taxis, Fahrradverleihstationen usw.) im Wettbewerb stehen kann. |
|
90. |
Ferner ist zu bedenken, dass die öffentliche Finanzierung von Unternehmen verhindern kann, dass andere Unternehmen die Genehmigungen zur Bedienung der Strecken des öffentlichen Nahverkehrs erhalten, da sie die Position der begünstigten Unternehmen stärkt und es ihnen ermöglicht, bei der Verlängerung der Genehmigungen günstigere Handelsbedingungen anzubieten. |
|
91. |
Schließlich ist zu prüfen, ob die städtischen Unternehmen die erhaltenen Mittel nicht einsetzen können, um auf anderen Märkten mit privaten Unternehmen zu konkurrieren. |
|
92. |
Die Kommission fordert Deutschland und Dritte auf, zu diesem Punkt Stellung zu nehmen. |
3.2.5. Beeinträchtigung des Handels zwischen Mitgliedstaaten
|
93. |
Deutschland vertritt die Auffassung, dass der Infrastrukturvorhaltungsmarkt dem Wettbewerb noch nicht geöffnet ist und mithin eine Beeinträchtigung des Handels zwischen Mitgliedstaaten ausgeschlossen werden kann. |
|
94. |
Zunächst weist die Kommission Deutschland darauf hin, dass der Infrastrukturvorhaltungsmarkt, das heißt der Markt für den Bau und die Instandhaltung von Verkehrsinfrastruktur, kein geschlossener Markt ist. In mehreren Mitgliedstaaten, darunter Deutschland, werden Bau- und Instandhaltungsleistungen bei Verkehrsinfrastrukturen im Zuge eines Aufrufs zum Wettbewerb vergeben. |
|
95. |
Selbst wenn der Markt für den Bau und die Instandhaltung von Verkehrsinfrastruktur derzeit noch als geschlossener Markt zu betrachten wäre, ist die Kommission der Auffassung, dass die Ausgleichsleistungen, die die Unternehmen des Verkehrsverbundes Rhein-Ruhr erhalten, einen anderen Markt beeinträchtigen könnten, nämlich den örtlichen oder regionalen öffentlichen Verkehrsmarkt, bei dem es sich in Deutschland und anderen Mitgliedstaaten um einen offenen Markt handelt. |
|
96. |
In diesem Zusammenhang weist die Kommission Deutschland auf die Randnummern 77 ff. des Altmark Trans-Urteils hin, in denen der Gerichtshof Folgendes befunden hat:
|
|
97. |
Durch die öffentliche Finanzierung der Infrastrukturvorhaltungskosten der dem Verkehrsverbund Rhein-Ruhr angeschlossenen Unternehmen kann somit die Erbringung von Verkehrsdiensten durch diese dem Verbund angehörigen Unternehmen beibehalten oder ausgeweitet werden, so dass sich die Chancen der in anderen Mitgliedstaaten niedergelassenen Unternehmen, ihre Verkehrsdienste auf dem Markt dieses Staates zu erbringen, verringern. |
|
98. |
Folglich kann die der BSM und der RBG gewährte öffentliche Finanzierung den Handel zwischen Mitgliedstaaten beeinträchtigen. |
3.2.6. Schlussfolgerung: Mögliches Vorliegen einer Beihilfe
|
99. |
Nach Auffassung der Kommission lässt sich somit nach derzeitigem Kenntnisstand nicht ausschließen, dass es sich bei der der BSM und der RBG gewährten öffentlichen Finanzierung um eine staatliche Beihilfe handelt. |
3.3. Vereinbarkeit der Beihilfe mit Artikel 73 EG-Vertrag
|
100. |
Artikel 73 EG-Vertrag sieht für den Landverkehr vor: ‚Mit diesem Vertrag vereinbar sind Beihilfen, die den Erfordernissen der Koordinierung des Verkehrs oder der Abgeltung bestimmter, mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängender Leistungen entsprechen.‘ |
3.3.1. Die Altmark-Rechtsprechung zur Anwendbarkeit von Artikel 73
|
101. |
Dem Gerichtshof zufolge sind ‚nach Artikel 77 (nunmehr Artikel 73) EG-Vertrag (…) Beihilfen, die den Erfordernissen der Koordinierung des Verkehrs oder der Abgeltung bestimmter, mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängender Leistungen entsprechen, mit dem EG-Vertrag vereinbar. […] Nach dem Erlass der Verordnung (EWG) Nr. 1107/70 über Beihilfen im Eisenbahn-, Straßen- und Binnenschiffsverkehr sind die Mitgliedstaaten nicht mehr befugt, sich außerhalb der im abgeleiteten Gemeinschaftsrecht genannten Fälle auf Artikel 77 EG-Vertrag zu berufen, wonach Beihilfen, die den Erfordernissen der Koordinierung des Verkehrs oder der Abgeltung bestimmter, mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängender Leistungen entsprechen, mit dem EG-Vertrag vereinbar sind. Soweit die Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 über das Vorgehen der Mitgliedstaaten bei mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes verbundenen Verpflichtungen auf dem Gebiet des Eisenbahn-, Straßen- und Binnenschiffsverkehrs im vorliegenden Fall nicht anwendbar ist und die im Ausgangsverfahren fraglichen Zuschüsse unter Artikel 92 Absatz 1 (nach der Änderung Artikel 87 Absatz 1) EG-Vertrag fallen, legt die Verordnung (EWG) Nr. 1107/70 infolgedessen abschließend fest, unter welchen Voraussetzungen die Behörden der Mitgliedstaaten Beihilfen im Sinne von Artikel 77 EG-Vertrag gewähren können‘ (15). |
|
102. |
Es stellt sich also die Frage, ob die Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 oder die Verordnung (EWG) Nr. 1107/70 im vorliegenden Fall anwendbar ist. |
3.3.2. Anwendbarkeit der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69
|
103. |
Die deutschen Behörden haben der Kommission mitgeteilt, dass sie hinsichtlich der eigenwirtschaftlich erbrachten Verkehrsdienste implizit von der in Artikel 1 dieser Verordnung vorgesehenen Möglichkeit Gebrauch gemacht haben, ‚Unternehmen, deren Tätigkeit ausschließlich auf den Betrieb von Stadt-, Vorort- und Regionalverkehrsdiensten beschränkt ist, vom Anwendungsbereich der Verordnung auszunehmen‘. Nach Angaben der deutschen Behörden ergibt sich diese Ausnahme aus Paragraph 8 Absatz 4 des Personenbeförderungsgesetzes (nachstehend ‚PBefG‘). |
|
104. |
Gemäß Paragraph 8 Absatz 4 Satz 2 PBefG sind diejenigen Verkehrsleistungen eigenwirtschaftlich, deren Aufwand gedeckt wird durch Beförderungserlöse, Erträge aus gesetzlichen Ausgleichs- und Erstattungsregelungen im Tarif- und Fahrplanbereich sowie sonstige Unternehmenserträge im handelsrechtlichen Sinn. |
|
105. |
Gemäß Paragraph 8 Absatz 4 Satz 3 PBefG ist, soweit eine ausreichende Verkehrsbedienung eigenwirtschaftlich, d.h. durch den Abschluss eines Vertrags über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes, nicht möglich ist, die Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 in der jeweils geltenden Fassung maßgebend. |
|
106. |
Nach Ansicht der deutschen Behörden ist durch diesen Verweis auf die Verordnung (EWG) Nr. 1191/69, die nur die nicht eigenwirtschaftlich erbrachten Verkehrsdienste betrifft, die Anwendung der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 auf eigenwirtschaftlich erbrachte Verkehrsdienste implizit ausgeschlossen. |
|
107. |
Im vorliegenden Fall wendet sich der Verkehrsverbund Rhein-Ruhr an Busbetreiber, die die Verkehrsdienste eigenwirtschaftlich erbringen, da es sich bei den in der Satzung vorgesehenen Zuschüssen nach deutschem Recht um Erträge aus gesetzlichen Ausgleichs- und Erstattungsregelungen im Tarif- und Fahrplanbereich handelt. |
|
108. |
Die deutschen Behörden vertreten daher die Auffassung, dass die Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 im vorliegenden Fall nicht anwendbar ist. Der EuGH hat jedoch in seinem vorstehend genannten Urteil Altmark Trans Zweifel daran geäußert, ob der implizit im deutschen Recht vorgesehene Ausschluss der Anwendung der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 auf eigenwirtschaftlich erbrachte Verkehrsdienste im Hinblick auf die Einhaltung des Grundsatzes der Rechtssicherheit hinreichend klar als Ausnahme von der Anwendung einer Verordnung zu erkennen war. Nach Auffassung des EuGH ist es ‚Sache des vorlegenden Gerichts, zu prüfen, ob die Anwendung der Ausnahmebefugnis des Artikel 1 Absatz 1 Unterabsatz 2 der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 durch den deutschen Gesetzgeber den nach dem Grundsatz der Rechtssicherheit gebotenen Erfordernissen der Bestimmtheit und Klarheit genügt‘. |
|
109. |
Das vorlegende Gericht hat infolge einer außergerichtlichen Einigung zwischen den Parteien in der Rechtssache Altmark nie abschließend entschieden. Nach gängiger Praxis der deutschen Verwaltung sowie der deutschen Verwaltungsgerichtsbarkeit genügt die Anwendung der Ausnahmebefugnis des Artikel 1 Absatz 1 Unterabsatz 2 der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 durch den deutschen Gesetzgeber den nach dem Grundsatz der Rechtssicherheit gebotenen Erfordernissen der Bestimmtheit und Klarheit, doch sind noch Beschwerdeverfahren gegen Entscheidungen der Verwaltungsgerichte anhängig. Diese Position wurde kürzlich durch das Bundesverwaltungsgericht, das oberste deutsche Verwaltungsgericht, bestätigt (16). |
|
110. |
Angesichts dieses Sachverhalts geht die Kommission mit Wirkung für den vorliegenden Fall von einem implizit in Paragraph 8 Absatz 4 Satz 3 PBefG vorgesehenen Ausschluss der Anwendung der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 auf eigenwirtschaftlich erbrachte Verkehrsdienste aus (17). |
|
111. |
Um die Vereinbarkeit der den Busbetreibern vom Verkehrsverbund Rhein-Ruhr gewährten Beihilfen mit dem Gemeinsamen Markt gemäß Artikel 73 zu prüfen, kann daher einzig die Verordnung (EWG) Nr. 1107/70 herangezogen werden. |
3.3.3. Anwendbarkeit der Verordnung (EWG) Nr. 1107/70
|
112. |
Gemäß Artikel 3 Absatz 2 der Verordnung (EWG) Nr. 1107/70 können Beihilfen gemäß Artikel 73 gewährt werden: ‚Für die Abgeltung von Leistungen, die mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängen: bis zum Inkrafttreten entsprechender gemeinschaftlicher Regelungen, sofern die Zahlungen an Unternehmen des Eisenbahn-, Straßen- und Binnenschiffsverkehrs zum Ausgleich der Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes erfolgen, die diesen Unternehmen vom Staat oder von öffentlich-rechtlichen Körperschaften auferlegt werden und
|
|
113. |
Im vorliegenden Fall gelten die lokalen und regionalen Busverkehrstätigkeiten als vom Anwendungsbereich der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 ausgenommen. Daher können die Zahlungen des Verkehrsverbundes Rhein-Ruhr gemäß Artikel 3 Absatz 2 der Verordnung (EWG) Nr. 1107/70 nur für mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar erklärt werden, wenn es sich dabei um die Abgeltung von Leistungen handelt, die mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängen, sofern die Zahlungen zum Ausgleich der Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes erfolgen, die von öffentlich-rechtlichen Körperschaften auferlegt werden. |
|
114. |
Wie oben erläutert, erfüllen die Verkehrsunternehmen, die Mitglied des Verkehrsverbundes Rhein-Ruhr sind und die Beihilfen erhalten, gemeinwirtschaftliche Verpflichtungen, die ihnen aufgrund der Genehmigungen obliegen, die ihnen gemäß den Paragraphen 8 und 13 PBefG erteilt worden sind. |
|
115. |
Die von der deutschen Regierung übermittelten Information lassen jedoch offenbar den Schluss zu, dass die Zahlungen, die die Verkehrsunternehmen erhalten, ganz allgemein einen Ausgleich für die Verpflichtungen aus der Infrastrukturvorhaltung darstellen. Wie bereits vorstehend erläutert, hat die Kommission nach derzeitigem Kenntnisstand Zweifel, ob diese Verpflichtungen gemeinwirtschaftliche Verpflichtungen darstellen. |
|
116. |
Darüber hinaus liegen der Kommission zu diesem Zeitpunkt nicht die notwendigen Informationen vor, um beurteilen zu können, ob die vom Verkehrsverbund Rhein Ruhr geleisteten Zahlungen sich nur auf den Ausgleich der Kosten beschränken, die sich aus den Verpflichtungen im Zusammenhang mit der Infrastrukturvorhaltung ergeben. |
|
117. |
Daraus ergeben sich für die Kommission Zweifel an der Vereinbarkeit der Beihilfen mit dem Gemeinsamen Markt im Sinne der Verordnung (EWG) Nr. 1107/70, weshalb sie Deutschland auffordert, ihr jegliche hierfür relevanten Unterlagen zu übermitteln. |
3.4. Vereinbarkeit der Beihilfe mit Artikel 86 Absatz 2 EG-Vertrag
|
118. |
Die deutschen Behörden vertreten die Auffassung, dass selbst wenn die den Unternehmen BSM und RGB gewährten Finanzhilfen aus öffentlichen Mitteln Beihilfen darstellen würden, diese auf jeden Fall mit dem Gemeinsamen Markt im Sinne von Artikel 86 Absatz 2 EG-Vertrag vereinbar seien. |
|
119. |
Die Kommission weist Deutschland darauf hin, dass Artikel 73 eine besondere Regelung zu Artikel 86 Absatz 2 darstellt, und dass Artikel 86 Absatz 2 folglich nicht auf den Verkehrssektor angewendet werden kann (18). |
3.5. Zusammenfassung der Bedenken der Kommission
|
120. |
Aus den in diesem Schreiben dargelegten Gründen hat die Kommission Zweifel, ob die Förderung der Unternehmen BSM und RBG aus öffentlichen Mitteln als Beihilfe gelten kann. Vor allem hinsichtlich der vier in der Rechtssache ‚Altmark ‘genannten Kriterien hat sie Bedenken. |
|
121. |
Auch unter der Annahme, dass die Förderung mit öffentlichen Geldern oder ein Teil dieser Förderung eine Beihilfe darstellt, müsste diese Beihilfe im Zeitraum 1990 bis 2005 als bestehende Beihilfe gelten. |
|
122. |
Ab dem 28. Juni 2005, also nach Änderung der Ausgleichsregelung, wäre die Beihilfe als neue Beihilfe zu behandeln. Die Kommission bezweifelt, ob diese Beihilfe auf der Grundlage von Artikel 73 EG-Vertrag als vereinbar mit dem Gemeinsamen Markt gelten kann. |
4. ENTSCHEIDUNG
Aus den dargelegten Gründen fordert die Kommission daher Deutschland im Rahmen des Verfahrens nach Artikel 88 Absatz 2 EG-Vertrag auf, sich innerhalb eines Monats nach Eingang dieses Schreibens zu dem Sachverhalt zu äußern und alle für die Beurteilung der betreffenden Maßnahmen sachdienlichen Informationen zu übermitteln. Sie bittet die deutschen Behörden, dem etwaigen Beihilfeempfänger unmittelbar eine Kopie dieses Schreibens zuzuleiten.
Die Kommission teilt Deutschland mit, dass sie die Beteiligten durch die Veröffentlichung des vorliegenden Schreibens und einer aussagekräftigen Zusammenfassung dieses Schreibens im Amtsblatt der Europäischen Union von der Beihilfe in Kenntnis setzen wird. Außerdem wird sie die Beteiligten in den EFTA-Staaten, die das EWR-Abkommen unterzeichnet haben, durch die Veröffentlichung einer Bekanntmachung in der EWR-Beilage zum Amtsblatt und die EFTA-Überwachungsbehörde durch Übermittlung einer Kopie dieses Schreibens von dem Vorgang in Kenntnis setzen. Alle vorerwähnten Beteiligten werden aufgefordert, innerhalb eines Monats nach dem Datum dieser Veröffentlichung ihre Stellungnahme abzugeben.»
(1) ΕΕL 312 της 29.11.2005, σ. 67.
(2) ΕΕ L 156 της 28.6.1969, σ. 1.
(3) ΕΕ L 130 της 15.6.1970, σ. 1.
(4) ΕΕ C 37 της 3.2.2001, σ. 3.
(5) Urteil des EuGH vom 24. Juli 2003, Rechtssache C 280/00.
(6) http://www.duesseldorf.de/finanzen/beteiligungsberichte/2003_pdf/Anlagen/uebersicht.pdf.
(7) http://www.duesseldorf.de/finanzen/beteiligungsberichte/2000/holding/jahresabschluss/holding_erl.shtml,
nach dem Stand vom 15. März 2006, und
http://www.duesseldorf.de/finanzen/beteiligungsberichte/index.shtml.
(8) Urteil des EuGH vom 16. Mai 2002, Rechtssache C-482/99, Frankreich/Kommission, ‚Stardust Marine‘, Randnummer 37.
(9) Richtlinie 2000/52/EG der Kommission vom 26. Juli 2000 zur Änderung der Richtlinie 80/723/EWG vom 25. Juni 1980 über die Transparenz der finanziellen Beziehungen zwischen den Mitgliedstaaten und den öffentlichen Unternehmen, ABl. L 195 vom 29.7.1980.
(10) Urteil des EuGH vom 16. Mai 2002, Rechtssache C-482/99, Randnummer 37.
(11) Urteil des EuGH vom 16. Mai 2002, Rechtssache C-482/99, Randnummern 52 und 55.
(12) Urteil des EuGH vom 16. Mai 2002, Rechtssache C-482/99, Randnummern 53 und 54.
(13) Urteil des EuGH vom 7. Februar 1985, Rechtssache 240/83, Randnummer 18.
(14) Artikel 2 Absatz 1 der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69.
(15) Urteil des EuGH vom 24. Juli 2003, Rechtssache C 280/00, Altmark Trans, Randnrn. 101, 106, 107.
(16) BVerwG 3 C 33.05, Urteil vom 19.10.2006, Kalmer GmbH gegen Landesnahverkehrsgesellschaft Niedersachsen mbH.
(17) Hierdurch wird nicht der Frage vorgegriffen, ob der deutsche Ausschluss dem Grundsatz der Rechtssicherheit genügt oder nicht; die Kommission behält sich insbesondere die Möglichkeit vor, ein Vertragsverletzungsverfahren zu den betreffenden deutschen Rechtsvorschriften einzuleiten.
(18) Vgl. Erwägung 17 der Entscheidung der Kommission vom 28. November 2005 über die Anwendung von Artikel 86 Absatz 2 EG-Vertrag auf staatliche Beihilfen, die bestimmten mit der Erbringung von Dienstleistungen von allgemeinem wirtschaftlichem Interesse betrauten Unternehmen als Ausgleich gewährt werden (ABl. L 312 vom 29.11.2005, S. 67-73).
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/31 |
Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης
(Υπόθεση COMP/M.4625 — Apollo Group/Countrywide)
Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2007/C 74/11)
|
1. |
Στις 26 Μαρτίου 2007, η Επιτροπή έλαβε γνωστοποίηση μιας προτεινόμενης συγκέντρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (1) με την οποία η επιχείρηση Apollo Group («Apollo», ΗΠΑ) αποκτά με την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού του Συμβουλίου έλεγχο του συνόλου της επιχείρησης Countrywide plc («Countrywide», Ηνωμένο Βασίλειο) με αγορά μετοχών. |
|
2. |
Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων είναι:
|
|
3. |
Κατά την προκαταρκτική εξέταση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η γνωστοποιηθείσα συναλλαγή θα μπορούσε να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004. Εντούτοις, επιφυλάσσεται να λάβει τελική απόφαση επί του σημείου αυτού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια απλοποιημένη διαδικασία αντιμετώπισης ορισμένων συγκεντρώσεων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (2) σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι υποψήφια για να αντιμετωπιστεί βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στην ανακοίνωση. |
|
4. |
Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις για την προτεινόμενη συγκέντρωση στην Επιτροπή. Οι παρατηρήσεις πρέπει να φθάσουν στην Επιτροπή το αργότερο εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης, με την αναφορά COMP/M.4625 — Apollo Group/Countrywide. Οι παρατηρήσεις μπορούν να σταλούν στην Eπιτροπή με φαξ [αριθμός (32-2) 296 43 01 ή 296 72 44] ή ταχυδρομικά στην ακόλουθη διεύθυνση:
|
(1) ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1.
(2) ΕΕ C 56 της 5.3.2005, σ. 32.
Διορθωτικά
|
31.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 74/32 |
Διορθωτικό στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων για δράσεις αλλαγής του τρόπου εκτέλεσης των μεταφορών, καταλυτικές δράσεις, δράση θαλάσσιων αρτηριών, δράσεις αποφυγής της κυκλοφορίας και δράσεις κοινής εκμάθησης στο πλαίσιο του δευτέρου προγράμματος Marco Polo
( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 71 της 28ης Μαρτίου 2007 )
(2007/C 74/12)
Στη σελίδα 61, στην πρώτη παράγραφο:
αντί:
«Η προθεσμία υποβολής προτάσεων λήγει στις 4.6.2007.»
διάβαζε:
«Η προθεσμία υποβολής προτάσεων λήγει στις 22.6.2007.».