ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 263

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

49ό έτος
31 Οκτωβρίου 2006


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

2006/C 263/1

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

s2

 

I   Ανακοινώσεις

 

Ελεγκτικό Συνέδριο — Ετήσιες εκθέσεις για το οικονομικό έτος 2005

2006/C 263/2

Ετήσια έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις των οργάνων

1

2006/C 263/3

Ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από το έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (ΕΤΑ), συνοδευόμενη από τις απαντήσεις των οργάνων

205

EL

 


31.10.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 263/s2


1.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο, ο ανεξάρτητος εξωτερικός ελεγκτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημοσιεύει κάθε χρόνο ετήσια έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού και ετήσια έκθεση σχετικά με τα ΕΤΑ. Οι εκθέσεις αυτές αποτελούν στοιχείο της διαδικασίας απαλλαγής με την οποία κλείνει η ετήσια διαδικασία προϋπολογισμού.

2.

Το άρθρο 274 της συνθήκης ΕΚ αναθέτει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα και ευθύνη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις των κανονισμών (1) και έχοντας υπόψη τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή για να εξασφαλίσουν τη χρησιμοποίηση των πιστώσεων σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι κοινοτικές δαπάνες υπόκεινται σε διάφορα επίπεδα ελέγχου εντός της Επιτροπής και από τις διοικήσεις των κρατών μελών και των δικαιούχων κρατών. Ο ρόλος του Συνεδρίου είναι να αξιολογεί τη δημοσιονομική διαχείριση στο σύνολο του συστήματος, και με τον τρόπο αυτό να συμβάλλει σε βελτιώσεις του τρόπου με τον οποίο ασκείται η διαχείριση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.

Από το οικονομικό έτος 1994 και εξής το Συνέδριο καλείται βάσει της συνθήκης ΕΚ να χορηγεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δήλωση που βεβαιώνει την αξιοπιστία των ετήσιων λογαριασμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίοι καταρτίζονται από την Επιτροπή, και με δική της ευθύνη, καθώς και τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Η δήλωση αυτή, η οποία βασίζεται σε ειδικές εκτιμήσεις για κάθε σημαντικό τομέα κοινοτικής δραστηριότητας, αποτελεί κεντρικό τμήμα της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

4.

Εκτός από τις ετήσιες εκθέσεις, το Συνέδριο δημοσιεύει ειδικές εκθέσεις για συγκεκριμένα θέματα και υποβάλλει γνωμοδοτήσεις για προτάσεις νομοθετικών πράξεων της ΕΕ που έχουν δημοσιονομικό χαρακτήρα. Οι εν λόγω εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο δικτυακό τόπο του Συνεδρίου www.eca.europa.eu. Το παράρτημα ΙΙ της παρούσας έκθεσης περιέχει κατάλογο των εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων που εγκρίθηκαν από το Συνέδριο κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας.

5.

Οι οικονομικές καταστάσεις του Συνεδρίου για το έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2005, μαζί με την έκθεση του εξωτερικού ελεγκτή, δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έκθεση βεβαιώνει κατά πόσο οι οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζουν πιστή και ορθή εικόνα της οικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων, σχολιάζει δε τις διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και το σύστημα εσωτερικού ελέγχου.

6.

Τα Μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι: Hubert WEBER (Πρόεδρος), François COLLING, Maarten B. ENGWIRDA, Jean-François BERNICOT, Máire GEOGHEGAN-QUINN, Vítor Manuel da SILVA CALDEIRA, Hedda von WEDEL, David BOSTOCK, Morten Louis LEVYSOHN, Ιωάννης ΣΑΡΜΑΣ, Július MOLNÁR, Vojko Anton ANTONČIČ, Gejza HALÁSZ, Jacek UCZKIEWICZ, Josef BONNICI, Irena PETRUŠKEVIČIENĖ, Igors LUDBORŽS, Jan KINŠT, Kersti KALJULAID, Κίκης ΚΑΖΑΜΙΑΣ, Massimo VARI, Juan RAMALLO MASSANET, Olavi ALA-NISSILÄ, Lars HEIKENSTEN, Karel PINXTEN.


(1)  Εκτός από τις αποφάσεις, τους κανονισμούς του Συμβουλίου και τις οδηγίες σχετικά με τα έσοδα («ιδίους πόρους») και το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχουν ειδικοί κανονισμοί για την εκτέλεση των διαφόρων πολιτικών και μέσων της Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης έχει δική του συλλογή κανονισμών.


I Ανακοινώσεις

Ελεγκτικό Συνέδριο — Ετήσιες εκθέσεις για το οικονομικό έτος 2005

31.10.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 263/1


ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Image

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 248 παράγραφοι 1 και 4 της συνθήκης ΕΚ, των άρθρων 143 και 181 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου για το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τα άρθρα 116 και 135 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού της 27ης Mαρτίου 2003 που εφαρμόζεται στο ένατο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης, το Ελεγκτικό Συνέδριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τις συνεδριάσεις του της 7ης και 14ης Σεπτεμβρίου 2006, ενέκρινε τις

ΕΤΗΣΙΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ

για το οικονομικό έτος 2005

Οι εκθέσεις, συνoδευόμενες από τις απαντήσεις των oργάνων στις παρατηρήσεις τoυ Συνεδρίoυ, διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες για την απαλλαγή αρχές και στα άλλα όργανα.


ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

0.1.

Το παρόν έγγραφο, το οποίο καλύπτει το οικονομικό έτος 2005, περιλαμβάνει την 29η ετήσια έκθεση του Συνεδρίου σχετικά με την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και την ετήσια έκθεσή του για τα Ευρωπαϊκά Ταμεία Ανάπτυξης.

0.2.

Η δομή της ετήσιας έκθεσης σχετικά με την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού έχει, επί του παρόντος, ως εξής: κεφάλαιο 1 — δήλωση αξιοπιστίας· κεφάλαιο 2 — το σύστημα εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής (1)· κεφάλαιο 3 — βασικές παρατηρήσεις σχετικά με τη διαχείριση του προϋπολογισμού· κεφάλαια 4 έως 10 — έσοδα και δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από διάφορα τμήματα του προϋπολογισμού, τα οποία αντιστοιχούν στους τομείς των δημοσιονομικών προοπτικών· και κεφάλαιο 11 — χρηματοδοτικά μέσα και τραπεζικές δραστηριότητες. Οι απαντήσεις της Επιτροπής — ή κατά περίπτωση των λοιπών οργάνων της ΕΕ— συνοδεύουν την έκθεση.

0.3.

Τα κύρια στοιχεία των κεφαλαίων που καλύπτουν τα έσοδα και τους μείζονες τομείς δαπανών είναι τα ακόλουθα:

λεπτομερείς αναλύσεις των αποτελεσμάτων των ελεγκτικών εργασιών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας, με τη μορφή ειδικών εκτιμήσεων,

τα αποτελέσματα των ανασκοπήσεων σχετικά με την παρακολούθηση της προόδου που σημειώθηκε όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων του Συνεδρίου και των αρμόδιων για τον προϋπολογισμό αρχών, οι οποίες προέκυψαν από προγενέστερους ελέγχους,

κατάσταση των ειδικών εκθέσεων που δημοσίευσε το Συνέδριο μετά την τελευταία ετήσια έκθεση.

0.4.

Οι ειδικές εκτιμήσεις βασίζονται σε αξιολόγηση της λειτουργίας των κύριων συστημάτων εποπτείας και ελέγχου που διέπουν τα έσοδα καθώς και κάθε τομέα δαπανών, στα αποτελέσματα των δειγματοληπτικών ελέγχων του Συνεδρίου στις υποκείμενες πράξεις και στα αποτελέσματα των εργασιών άλλων ελεγκτών, κατά περίπτωση. Η καθολική αξιολόγηση από το Συνέδριο όλων αυτών των στοιχείων αποτελεί τη βάση για τη δήλωση αξιοπιστίας που παρατίθεται στο κεφάλαιο 1. Εξάλλου, στα παραρτήματα των κεφαλαίων 4 έως 9 παρατίθενται στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της ΕΕ.

0.5.

Το 2005 αποτελούσε το πρώτο πλήρες έτος κατά το οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αριθμούσε 25 μέλη. Από πλευράς δημοσιονομικής προοπτικής, κύριο γεγονός αποτελούσε η εισαγωγή λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση και η κατάρτιση, βάσει αυτής, ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων. Το κεφάλαιο 1 παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη βασική αυτή διαδικασία. Η Επιτροπή, κατά την τελευταία τριετία, επιδόθηκε στο έργο αυτής της ευρείας και πολύπλοκης μεταρρύθμισης αλλά, όπως παρατηρεί το Συνέδριο, απαιτείται να σημειωθεί περαιτέρω πρόοδος.

0.6.

Το Συνέδριο παρατηρεί ότι, κατά το οικονομικό έτος 2005, σημειώθηκε συνεχής βελτίωση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής. Επίσης, το 2005, υποβλήθηκε πρόταση για την τροποποίηση του δημοσιονομικού κανονισμού, με στόχο την απλούστευση και τη βελτίωση των διαδικασιών. Κατόπιν αυτού, το 2006, υποβλήθηκε τροποποιημένη πρόταση, όπου λαμβάνονταν υπόψη η γνωμοδότηση του Συνεδρίου και άλλων οργάνων. Παράλληλα, η Επιτροπή υπέβαλε δύο προτάσεις για τη βελτίωση των εκτελεστικών κανονισμών του ισχύοντος δημοσιονομικού κανονισμού, επί των οποίων το Συνέδριο εξέδωσε επίσης γνωμοδότηση.

0.7.

Εξάλλου, η Επιτροπή πρότεινε τροποποιήσεις σε κανόνες και κανονισμούς που αφορούν διάφορους τομείς, εν μέρει στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την προσεχή περίοδο δημοσιονομικών προοπτικών 2007-2013. Οι εν λόγω τροποποιήσεις περιλαμβάνουν νέους ή τροποποιημένους κανονισμούς σχετικά με τους ιδίους πόρους, τις διαρθρωτικές ενέργειες, τη γεωργία, τις εσωτερικές πολιτικές και τις εξωτερικές δράσεις. Το Συνέδριο εξακολουθεί να συμβάλλει στις διαδικασίες αυτές με τη μορφή γνωμοδοτήσεων, θα παρακολουθήσει δε εκ του σύνεγγυς την εφαρμογή τους.

0.8.

Μείζον στοιχείο του προγράμματος μεταρρύθμισης της Επιτροπής, που συνεχίζεται από το έτος 2000, αποτελεί το σύστημα των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας και των δηλώσεων των γενικών διευθυντών που τις συνοδεύουν. Η ποιότητα αυτών των βασικών μέσων λογοδοσίας και πληροφόρησης βελτιώθηκε. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην παρούσα ετήσια έκθεση, το Συνέδριο εξακολουθεί να εντοπίζει σημαντικά σφάλματα στην πλειονότητα των τομέων δαπανών, όπου εξακολουθούν να υφίστανται περίπλοκοι κανόνες, οι δε δαπάνες βασίζονται, κυρίως, στις πληροφορίες που παρέχουν οι δικαιούχοι. Τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου που εφαρμόζονται επί του παρόντος τόσο στην Επιτροπή όσο και στα κράτη μέλη και τις δικαιούχους χώρες, είναι αναγκαίο να ενισχυθούν περαιτέρω και να ενοποιηθούν, προκειμένου να ασκείται η διαχείριση των σχετιζόμενων με αυτά κινδύνων.

0.9.

Το Συνέδριο, στο πλαίσιο της γνωμοδότησής του αριθ. 2/2004 (2) σχετικά με το πρότυπο «του ενιαίου ελέγχου», πρότεινε τη δημιουργία κοινοτικού πλαισίου εσωτερικού ελέγχου, εντός του οποίου τα ισχύοντα ή νέα συστήματα πρέπει:

να αναπτύσσονται και να εφαρμόζονται, τόσο στην Επιτροπή όσο και στα κράτη μέλη, κατά τρόπο συντονισμένο και σύμφωνα με κοινές αρχές και πρότυπα και

να είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η δέουσα ισοστάθμιση μεταξύ του κόστους των ελέγχων και του οφέλους που επιφέρουν σχετικά με τη διαχείριση του κινδύνου παρατυπιών.

0.10.

Μετά την εξέταση των εν λόγω θεμάτων και τη σχετική διαβούλευση, η Επιτροπή εξέδωσε, τον Ιανουάριο του 2006 (3), ανακοίνωση όπου παραθέτει το σχέδιο δράσης της για την επίτευξη ενιαίου πλαισίου εσωτερικού ελέγχου. Στόχο της Επιτροπής αποτελεί η εξασφάλιση αποτελεσματικού και αποδοτικού εσωτερικού ελέγχου των κονδυλίων της ΕΕ. Το Συνέδριο εκφράζει την ευαρέσκειά του για τις εξελίξεις αυτές, εφόσον προέχει οι πολίτες της Ένωσης να αποκομίζουν εύλογη βεβαιότητα ότι η διαχείριση των δημόσιων κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασκείται κατά τρόπο νόμιμο και κανονικό. Το Συνέδριο θα αξιολογήσει τα αποτελέσματα του σχεδίου δράσης όταν τα σχετικά μέτρα θα έχουν τεθεί σε εφαρμογή και θα είναι δυνατή η εκτίμηση του σχετικού τους αντίκτυπου.


(1)  Στο παρόν κεφάλαιο ενοποιούνται οι πληροφορίες που περιείχε προηγουμένως το κεφάλαιο σχετικά με τη δήλωση αξιοπιστίας καθώς και τα επιμέρους κεφάλαια τα σχετικά με τα έσοδα και τα έξοδα.

(2)  ΕΕ C 107 της 30.4.2004.

(3)  COM(2006) 9 τελικό της 17.1.2006.


ΕΤΉΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΈΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΎΠΟΛΟΓΙΣΜΟΫ

(2006/C 263/01)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Κεφάλαιο 1

Δήλωση αξιοπιστίας και πληροφοριακά στοιχεία προς υποστήριξή της

Κεφάλαιο 2

Εσωτερικός έλεγχος της Επιτροπής

Κεφάλαιο 3

Διαχείριση του προϋπολογισμού

Κεφάλαιο 4

Έσοδα

Κεφάλαιο 5

Κοινή γεωργική πολιτική

Κεφάλαιο 6

Διαρθρωτικές πράξεις: περιφερειακή πολιτική, απασχόληση και κοινωνική πολιτική, αγροτική ανάπτυξη και αλιεία

Κεφάλαιο 7

Εσωτερικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας

Κεφάλαιο 8

Εξωτερικές δράσεις

Κεφάλαιο 9

Προενταξιακή στρατηγική

Κεφάλαιο 10

Δαπάνες διοικητικής λειτουργίας

Κεφάλαιο 11

Χρηματοδοτικά μέσα και τραπεζικές δραστηριότητες

Παράρτημα I (1)

Δημοσιονομικές πληροφορίες για το γενικό προϋπολογισμό

Παράρτημα II (1)

Εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις που εγκρίθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο από το 2001


(1)  Τα παραρτήματα της ετήσιας έκθεσης σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού βρίσκονται στο τέλος της παρούσας έκδοσης.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Δήλωση αξιοπιστίας και πληροφοριακά στοιχεία προς υποστήριξή της

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Δήλωση αξιοπιστίας

Αξιοπιστία των λογαριασμών

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Πληροφοριακά στοιχεία προς υποστήριξη της δήλωσης αξιοπιστίας

Εισαγωγή

Αξιοπιστία των λογαριασμών

Γενικό πλαίσιο

Εμβέλεια και μέθοδος του ελέγχου

Διαχείριση της αλλαγής εκ μέρους της Επιτροπής

Ενοποιημένος ισολογισμός έναρξης της 1ης Ιανουαρίου 2005

Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις στις 31 Δεκεμβρίου 2005

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Η προσέγγιση του Συνεδρίου

Αποτελέσματα του ελέγχου για το 2005

ΔΗΛΩΣΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

I.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 248 της συνθήκης, το Συνέδριο εξέτασε τους «οριστικούς ετήσιους λογαριασμούς των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» οι οποίοι περιλάμβαναν τις «ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και τις ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού» για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2005 (1).

II.

Σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό της 25ης Ιουνίου 2002, οι «ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις» για το οικονομικό έτος 2005 καταρτίστηκαν για πρώτη φορά βάσει των λογιστικών κανόνων που εξέδωσε ο υπόλογος της Επιτροπής, οι οποίοι αποτελούν προσαρμογή των αρχών της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση στο ιδιαίτερο κοινοτικό πλαίσιο (2), ενώ οι «ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού» εξακολουθούν να βασίζονται κατά κύριο λόγο στις ταμειακές κινήσεις. Για τη μετάβαση στο σύστημα της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση χρειάστηκαν η αναδιατύπωση του ισολογισμού έναρξης της 1ης Ιανουαρίου 2005 καθώς και σημαντικές αλλαγές στην παρουσίαση (3) και στο περιεχόμενο (4) των «ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων».

III.

Οι «οριστικοί ετήσιοι λογαριασμοί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» ενοποιούνται από τον υπόλογο της Επιτροπής και εγκρίνονται από την τελευταία. Αρμοδιότητα του Συνεδρίου είναι, βάσει του ελέγχου που διενεργεί, να παράσχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο δήλωση όσον αφορά την αξιοπιστία των λογαριασμών καθώς και τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων.

IV.

Το Συνέδριο διενήργησε τον έλεγχό του σύμφωνα με τις μεθόδους και τα πρότυπα πoυ εφαρμόζει και τα οποία βασίζονται στα διεθvή πρότυπα προσαρμοσμένα στο κοινοτικό πλαίσιο. Από τον έλεγχό του το Συνέδριο αποκόμισε εύλoγη βεβαιότητα για τη γνώμη που διατυπώνεται κατωτέρω. Στην περίπτωση των εσόδων, η εμβέλεια του ελεγκτικού έργου του Συνεδρίου ήταν περιορισμένη. Κατ’ αρχάς, οι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ βασίζονται σε μακροοικονομικές στατιστικές, των οποίων τα υποκείμενα στοιχεία δεν μπορούν να ελεγχθούν άμεσα από το Συνέδριο και, δεύτερον, οι έλεγχοι των παραδοσιακών ιδίων πόρων δεν μπορούν να καλύψουν τις εισαγωγές που δεν έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της τελωνειακής εποπτείας.

Αξιοπιστία των λογαριασμών

V.

Κατά τη γνώμη του Συνεδρίου, οι «οριστικοί ετήσιοι λογαριασμοί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού της 25ης Ιουνίου 2002, καθώς και τους λογιστικούς κανόνες που εξέδωσε ο υπόλογος της Επιτροπής. Με εξαίρεση τις επιπτώσεις των παρατηρήσεων που διατυπώνονται στα σημεία VI έως VIII, οι εν λόγω λογαριασμοί απεικονίζουν πιστά, από κάθε σημαντική άποψη, την οικονομική κατάσταση των Κοινοτήτων στις 31 Δεκεμβρίου 2005, καθώς και τα αποτελέσματα των πράξεών τους και τις ταμειακές ροές για το έτος που έκλεισε την ημερομηνία αυτή.

VI.

Το Συνέδριο επισημαίνει ότι, με δεδομένο ένα περίπλοκο οικονομικό έτος (βλέπε παράγραφο II), το υπάρχον πλαίσιο της παρουσίασης των οικονομικών πληροφοριών δεν εφαρμόστηκε με συνέπεια, ιδίως όσον αφορά το διαχωρισμό των οικονομικών ετών, και ότι τα λογιστικά συστήματα που εφαρμόζονταν σε ορισμένες γενικές διευθύνσεις της Επιτροπής δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την ποιότητα των οικονομικών πληροφοριών, γεγονός που είχε ως συνέπεια πολλαπλές διορθώσεις μετά την υποβολή των προσωρινών λογαριασμών (βλέπε τις παραγράφους VII και VIII).

VII.

Από τον έλεγχο του Συνεδρίου εντοπίστηκαν σφάλματα στα ποσά που είχαν καταχωριστεί στο λογιστικό σύστημα ως τιμολόγια/καταστάσεις εξόδων και προχρηματοδότηση, τα οποία, μετά τις διορθώσεις στους προσωρινούς λογαριασμούς, εξακολουθούν να έχουν τον ακόλουθο καθαρό οικονομικό αντίκτυπο στα στοιχεία των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων που αναφέρονται στη συνέχεια (βλέπε επίσης την παράγραφο VIII):

α)

Ο ενοποιημένος ισολογισμός έναρξης της 1ης Ιανουαρίου 2005, με τον οποίο αναπροσαρμόστηκε ο ενοποιημένος ισολογισμός κλεισίματος της 31ης Δεκεμβρίου 2004 επί τη βάσει των νέων αρχών της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση, υπερεκτιμά τους πληρωτέους λογαριασμούς κατά 47 εκατομμύρια ευρώ περίπου και το συνολικό ποσό των μακροπρόθεσμων και των βραχυπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων κατά 179 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Κατά συνέπεια, το καθαρό ενεργητικό έχει υπερεκτιμηθεί κατά 132 εκατομμύρια ευρώ περίπου.

β)

Τα σφάλματα που αναφέρονται υπό το στοιχείο α) ανωτέρω επηρέασαν τον ενοποιημένο ισολογισμό κλεισίματος της 31ης Δεκεμβρίου 2005, ο οποίος υπερεκτιμά τους πληρωτέους λογαριασμούς κατά 508 εκατομμύρια ευρώ περίπου και το συνολικό ποσό των μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων κατά 822 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Κατά συνέπεια, το καθαρό ενεργητικό έχει υπερεκτιμηθεί κατά 314 εκατομμύρια ευρώ περίπου.

VIII.

Με τον έλεγχο του Συνεδρίου επιβεβαιώθηκε επίσης η γενική επιφύλαξη του Γενικού Διευθυντή Εκπαίδευσης και Πολιτισμού σχετικά με την έλλειψη βεβαιότητας όσον αφορά την ορθότητα του δικού του μέρους των συνολικών ποσών, τα οποία περιλαμβάνονται τόσο στον ενοποιημένο ισολογισμό έναρξης της 1ης Ιανουαρίου 2005 (ενεργητικό ύψους 572,5 εκατομμυρίων ευρώ και παθητικό ύψους 198,5 εκατομμυρίων ευρώ), όσο και στον ενοποιημένο ισολογισμό κλεισίματος της 31ης Δεκεμβρίου 2005 (ενεργητικό ύψους 382,7 εκατομμυρίων ευρώ και παθητικό ύψους 187,3 εκατομμυρίων ευρώ). Δεδομένου του αντίκτυπου των παραλείψεων και των διπλών ή λανθασμένων εγγραφών εντός της εν λόγω Γενικής Διεύθυνσης, δεν είναι δυνατός ο ποσοτικός προσδιορισμός της υπερεκτίμησης ή της υποεκτίμησης του μέρους του ενεργητικού και του παθητικού που την αφορά.

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

IX.

Στους τομείς όπου τα συστήματα ελέγχου και εποπτείας εφαρμόζονται κατά τρόπο που προβλέπει την κατάλληλη διαχείριση των κινδύνων, οι πράξεις που υπόκεινται των οριστικών ετήσιων λογαριασμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι, στο σύνολό τους, νόμιμες και κανονικές. Αυτό ισχύει για τα έσοδα, τις αναλήψεις υποχρεώσεων και τις πληρωμές για τις δαπάνες διοικητικής λειτουργίας και την προενταξιακή στρατηγική, με εξαίρεση το πρόγραμμα SAPARD. Επιπλέον, ως προς τις δαπάνες της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ), ο έλεγχος του Συνεδρίου καταδεικνύει ότι το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ), όπου αυτό εφαρμόζεται σωστά, συνιστά αποτελεσματικό σύστημα περιορισμού του κινδύνου παράτυπων δαπανών.

X.

Χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τη γνώμη που διατυπώνεται στην παράγραφο IX, το Συνέδριο υπογραμμίζει ότι, ως προς την προενταξιακή στρατηγική, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι σε επίπεδο φορέων υλοποίησης στις νεοενταχθείσες και στις υποψήφιες χώρες για όλα τα προγράμματα και μέσα.

XI.

Το Συνέδριο επισημαίνει ότι, στους άλλους τομείς, οι πληρωμές εξακολουθούν να επηρεάζονται σημαντικά από σφάλματα και ότι η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και οι λοιπές δικαιούχοι χώρες χρειάζεται να καταβάλουν αυξημένη προσπάθεια για την εφαρμογή των κατάλληλων συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, με σκοπό την καλύτερη αντιμετώπιση των συνακόλουθων κινδύνων. Οι σχετικοί τομείς αναφέρονται κατωτέρω και είναι η κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ), οι διαρθρωτικές ενέργειες, οι εσωτερικές πολιτικές και οι εξωτερικές δράσεις.

α)

Ως προς τις δαπάνες της ΚΓΠ, το Συνέδριο εντόπισε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι δαπάνες που δεν υπόκεινται στο ΟΣΔΕ ή οι περιπτώσεις όπου το ΟΣΔΕ δεν εφαρμόζεται σωστά ή άρχισε να εφαρμόζεται μόλις πρόσφατα παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο, διότι τα συστήματα ελέγχου δεν είναι τόσο αποτελεσματικά. Επιπλέον, τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ επαληθεύονται και επικυρώνονται ανεπαρκώς από ανεξάρτητο φορέα και οι αιτήσεις για κοινοτική ενίσχυση συνήθως δεν υποβάλλονται σε επιτόπιο έλεγχο από αυτόν. Τα συστήματα εκκαθάρισης και οι έλεγχοι μετά την πληρωμή για τις επιδοτήσεις της ΚΓΠ που δεν καλύπτονται από το ΟΣΔΕ δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση εύλογης βεβαιότητας σχετικά με τη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία. Το Συνέδριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δαπάνες της ΚΓΠ, στο σύνολό τους, εξακολουθούσαν να επηρεάζονται σημαντικά από σφάλματα.

β)

Ως προς τις διαρθρωτικές ενέργειες, το Συνέδριο διαπίστωσε εκ νέου ότι η Επιτροπή δεν ασκεί αποτελεσματική εποπτεία, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος που υφίσταται οι έλεγχοι που έχουν ανατεθεί στα κράτη μέλη να μην αποτρέπουν την απόδοση δαπανών που έχουν υπερεκτιμηθεί ή που δεν είναι επιλέξιμες. Και για τις δύο περιόδους προγραμματισμού (1994-1999 και 2000-2006), το Συνέδριο διαπίστωσε ότι οι δαπάνες επηρεάζονταν από σημαντικές παρατυπίες. Για την περίοδο 1994-1999, ορισμένα προγράμματα είχαν κλείσει χωρίς να υπάρχει η κατάλληλη βάση.

γ)

Ως προς τις εσωτερικές πολιτικές, παρά την πρόοδο που σημειώθηκε σε ορισμένους τομείς, από τον έλεγχο του Συνεδρίου διαπιστώθηκαν αδυναμίες στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου, οι οποίες είχαν ως συνέπεια υψηλό ποσοστό σφάλματος στις πληρωμές προς τους δικαιούχους. Τα σφάλματα οφείλονται κυρίως στα πολύπλοκα συστήματα επιστροφής δαπανών και στις ασαφείς διαδικασίες και οδηγίες που αφορούν τα διάφορα προγράμματα.

δ)

Ως προς τις εξωτερικές δράσεις, οι βελτιώσεις στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής δεν επέδρασαν ακόμη σε επίπεδο φορέων υλοποίησης, όπου εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό ποσοστό σφαλμάτων τα οποία μπορούν να αποδοθούν στην έλλειψη συνολικής προσέγγισης όσον αφορά την εποπτεία και τον έλεγχο των φορέων αυτών.

14 Σεπτεμβρίου 2006

Hubert WEBER

Πρόεδρος

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

12, rue Alcide De Gasperi, L-1615 Luxembourg

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εισαγωγή

1.1.

Δυνάμει του άρθρου 248 της συνθήκης ΕΚ, το Ελεγκτικό Συνέδριο παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών, καθώς και τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (DAS). Η συνθήκη εξουσιοδοτεί επίσης το Συνέδριο να συμπληρώνει τη δήλωση αυτή με ειδικές εκτιμήσεις για κάθε μείζονα τομέα της κοινοτικής δραστηριότητας.

 

1.2.

Οι εργασίες σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν ως στόχο τη συγκέντρωση επαρκών αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία να συνάγεται ο βαθμός στον οποίο το σύνολο των εσόδων, των δαπανών και των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού έχουν καταχωριστεί ορθά, καθώς και ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί αντικατοπτρίζουν πιστά τη δημοσιονομική κατάσταση στο τέλος του οικονομικού έτους (βλέπε τις παραγράφους 1.5 έως 1.56).

 

1.3.

Οι εργασίες που αφορούν τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων έχουν ως στόχο τη συγκέντρωση επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, άμεσων ή έμμεσων, από τα οποία να εξάγεται ότι οι πράξεις είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες κανονιστικές ή συμβατικές διατάξεις και ότι το ποσό των εν λόγω πράξεων υπολογίστηκε ορθά (βλέπε τις παραγράφους 1.59 έως 1.65 του παρόντος κεφαλαίου για τα οριζόντια θέματα καθώς και κεφάλαια 2 και 4 έως 10 για λεπτομέρειες).

 

1.4.

Ελλείψει συστηματικών δεικτών προτεινόμενων από την Επιτροπή (5), το Συνέδριο παρέχει ορισμένους δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου που σημειώθηκε όσον αφορά τη βελτίωση των εσωτερικών ελέγχων, τόσο συνολικά όσο και για κάθε τομέα εσόδων και δαπανών (βλέπε τα παραρτήματα του παρόντος κεφαλαίου καθώς και των κεφαλαίων 2 και 4 έως 10).

 

Αξιοπιστία των λογαριασμών

Γενικό πλαίσιο

1.5.

Οι παρατηρήσεις του Συνεδρίου αφορούν τους οριστικούς ετήσιους λογαριασμούς για το οικονομικό έτος 2005, οι οποίοι καταρτίσθηκαν από τον υπόλογο της Επιτροπής και εγκρίθηκαν από αυτήν, σύμφωνα με τα άρθρα 128 και 129 του δημοσιονομικού κανονισμού της 25ης Ιουνίου 2002 (6), και διαβιβάστηκαν στο Συνέδριο στις 28 Ιουλίου 2006. Οι ετήσιοι λογαριασμοί περιλαμβάνουν τις «ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις» — οι οποίες καλύπτουν τον ισολογισμό στον οποίο παρουσιάζονται τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού στο τέλος του έτους και τις «ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού»— οι οποίες καλύπτουν τα έσοδα και τις δαπάνες του έτους.

 

1.6.

Το οικονομικό έτος 2005 ήταν έτος-σταθμός για την εφαρμογή νέων στοιχείων του σχεδίου δράσης για τον εκσυγχρονισμό του λογιστικού συστήματος των Κοινοτήτων, το οποίο ενέκρινε η Επιτροπή στις 17 Δεκεμβρίου 2002 (7). Το σχέδιο αυτό αποτελούσε την απάντηση σε μια σειρά προγενέστερων παρατηρήσεων του Συνεδρίου και λάμβανε υπόψη τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού (ιδίως τα άρθρα 123 έως 138):

από την 1η Ιανουαρίου 2005, οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις πρέπει να καταρτίζονται κατ' εφαρμογή των αρχών της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση, ενώ οι ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού εξακολουθούν να βασίζονται στις ταμειακές κινήσεις, όπως προβλέπεται στο δημοσιονομικό κανονισμό,

μολονότι το περιεχόμενο των δημοσιονομικών πληροφοριών παρέμεινε αμετάβλητο, οι νέες οικονομικές καταστάσεις πρέπει να περιέχουν νέα στοιχεία: λογαριασμό οικονομικού αποτελέσματος (συμπεριλαμβανομένων των αποσπασματικών πληροφοριών), πίνακα ταμειακών ροών και κατάσταση μεταβολών του καθαρού ενεργητικού,

το εύρος της ενοποίησης επεκτάθηκε ώστε να καλύψει για πρώτη φορά διάφορους κοινοτικούς οργανισμούς,

χρειάστηκε να εφαρμοστεί ένα λογιστικό σύστημα το οποίο εξασφαλίζει ότι κάθε λογιστικό γεγονός, και όχι απλώς κάθε ταμειακή κίνηση, καταγράφεται πλήρως όταν πραγματοποιείται. Αυτό παρέχει στους εσωτερικούς χρήστες πληρέστερες και συναφέστερες πληροφορίες, διευκολύνοντας τη λήψη αποφάσεων. Επίσης, αυτό μεταφράζεται σε διαφανέστερες και περιεκτικότερες σε πληροφορίες καταστάσεις για τους εξωτερικούς αναγνώστες.

 

Λογιστική σε δεδουλευμένη βάση: Η κύρια σημασία της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση είναι ότι μεταφέρει το επίκεντρο των λογαριασμών από την καταχώριση των ταμειακών πράξεων στον συνυπολογισμό των «δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων» μόλις αυτά αναγνωριστούν.Τα ακόλουθα είναι οι σημαντικότερες επιπτώσεις της μετάβασης στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση επί των ενοποιημένων λογαριασμών:Προχρηματοδότηση: Η θέση αυτή εμφανίζεται τώρα στον ισολογισμό ως «στοιχείο του ενεργητικού». Αντιπροσωπεύει προκαταβολές οι οποίες καταβλήθηκαν σε δικαιούχους και δεν έχουν ακόμη χρησιμοποιηθεί ή για τις οποίες δεν έχει ληφθεί δήλωση δαπανών (28 000 εκατομμύρια ευρώ).Πληρωτέοι λογαριασμοί: Τα ποσά αναγνωρίζονται ως έξοδα μόλις θεωρηθούν πραγματοποιηθέντα και επιλέξιμα από τις υπηρεσίες του διατάκτη (74 200 εκατομμύρια ευρώ).Διαχωρισμός των οικονομικών ετών: Οι πράξεις που διενεργούνται κατά τη διάρκεια ενός έτους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της λογιστικής περιόδου με την οποία σχετίζονται.Τα αριθμητικά στοιχεία που προαναφέρονται ελήφθησαν κατευθείαν από τους οριστικούς ετήσιους λογαριασμούς των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ισολογισμός έναρξης του οικονομικού έτους της 1ης Ιανουαρίου 2005).

 

Εμβέλεια και μέθοδος του ελέγχου

1.7.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών επικεντρώθηκε:

στη διαχείριση εκ μέρους της Επιτροπής της μετάβασης από τη λογιστική σε ταμειακή βάση στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση (βλέπε τις παραγράφους 1.10 έως 1.27)·

στην επαλήθευση της ακρίβειας των διαφόρων στοιχείων των λογαριασμών (βλέπε τις παραγράφους 1.28 έως 1.58).

 

1.8.

Στο πλαίσιο των εργασιών του επί της διαχείρισης της αλλαγής το Συνέδριο εξέτασε συγκεκριμένα:

εάν η Επιτροπή είχε μεριμνήσει για την αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών λογιστικών προτύπων·

κατά πόσο τα μέτρα που ελήφθησαν από την Επιτροπή συμβάλλουν στη διαμόρφωση εύλογης βεβαιότητας ότι οι λογαριασμοί είναι αληθείς και ακριβείς.

Για το σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε ανάλυση της βάσης για την επικύρωση (σύμφωνα με το άρθρο 61 του δημοσιονομικού κανονισμού) των ισολογισμών έναρξης και κλεισίματος του 2005, της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκε για το διαχωρισμό των οικονομικών ετών και της κατάστασης ετοιμότητας των τοπικών συστημάτων δημοσιονομικής διαχείρισης τα οποία παρέχουν δεδομένα για τους λογαριασμούς της Επιτροπής.

 

1.9.

Στο πλαίσιο της επαλήθευσης της αξιοπιστίας των λογαριασμών του 2005, το Συνέδριο επικέντρωσε τον έλεγχό του συγκεκριμένα:

στον ισολογισμό έναρξης του 2005 (από τον οποίο πρέπει να προκύπτουν οι επιπτώσεις των αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν για την αναδιατύπωση του ισολογισμού της 31ης Δεκεμβρίου σύμφωνα με τις νέες λογιστικές αρχές)·

στον ισολογισμό κλεισίματος της 31ης Δεκεμβρίου 2005·

στο πλαίσιο των δύο προαναφερθέντων στοιχείων, σε δεδομένα που δεν ήταν διαθέσιμα στο πλαίσιο του προηγούμενου συστήματος, τα οποία ωστόσο πρέπει να εμφανίζονται στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση (προχρηματοδότηση και σχετικές εγγυήσεις, τιμολόγια/καταστάσεις εξόδων).

Η επαλήθευση αυτή πραγματοποιήθηκε με αναλυτικές εξετάσεις και ελέγχους τεκμηρίωσης περιεκτικών δειγμάτων.

 

Διαχείριση της αλλαγής εκ μέρους της Επιτροπής

Γενικά αποτελέσματα

1.10.

Η Επιτροπή είχε να σχεδιάσει και να εφαρμόσει τον εκσυγχρονισμό του λογιστικού συστήματος εντός των χρονικών ορίων και του οργανωτικού πλαισίου που επέβαλλε ο δημοσιονομικός κανονισμός. Όπως το Συνέδριο είχε ήδη παρατηρήσει σε προηγούμενες ετήσιες εκθέσεις (8), το χρονοδιάγραμμα που καθορίστηκε για τις αναγκαίες προσαρμογές και επικυρώσεις ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξο.

1.10.

Η Επιτροπή χαιρετίζει τις σημαντικές προσπάθειες τις οποίες κατέβαλαν οι υπηρεσίες της για τη μετάβαση στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση, με ένα πολύ φιλόδοξο χρονοδιάγραμμα.

Με σκοπό την επίτευξη του στόχου του εκσυγχρονισμού του λογιστικού συστήματος, η Επιτροπή είχε προετοιμάσει ένα πολύ λεπτομερές σχέδιο διαχείρισης για το έργο αυτό, επισημαίνοντας όλα τα σημαντικά στάδια που χρειάζονταν για την επιτυχία του.

1.11.

Από την εμπειρία δημόσιων διοικήσεων που έχουν επιχειρήσει παρόμοιες μεταρρυθμίσεις (9) φαίνεται ότι σχέδια κλίμακας και πολυπλοκότητας ανάλογων με αυτές του εκσυγχρονισμού της λογιστικής των Κοινοτήτων προσκρούουν αναπόφευκτα σε μια σειρά προβλημάτων τα οποία δυσχεραίνουν και καθυστερούν την πλήρη εφαρμογή τους. Παρ’ όλα αυτά, έχουν σημειωθεί σημαντικά βήματα προόδου:

την 1η Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή άλλαξε τη γενική λογιστική της ΕΕ από λογιστική σε ταμειακή βάση σε λογιστική σε δεδουλευμένη βάση. Νέοι λογιστικοί κανόνες (10) και μέθοδοι, νέο εναρμονισμένο λογιστικό σχέδιο και νέα εργαλεία ενοποίησης εισήχθησαν σε όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας·

οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν ατομικούς και ενοποιημένους λογαριασμούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν τα νέα υποχρεωτικά στοιχεία και περιέχουν λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τους ελεγχόμενους από τους διάφορους φορείς πόρους, το κόστος των διαφόρων ενεργειών τους και τις ταμειακές πράξεις.

1.11.

Παρά την πολυπλοκότητα ορισμένων ζητημάτων, την πολυμορφία των προβλημάτων και τη σημασία των προκλήσεων, η Επιτροπή διαχειρίστηκε το έργο χωρίς καθυστερήσεις σχετικά με τις προθεσμίες καθοριστικής σημασίας. Μεταξύ των σημαντικότερων επιτευγμάτων περιλαμβάνονται:

η διαμόρφωση συστημάτων πληροφορικής των οποίων σκοπός είναι να απαντούν στις νέες απαιτήσεις όσον αφορά τη λογιστική·

η επιτυχής διαχείριση της μετάβασης προς το νέο σύστημα, η οποία επέτρεψε την εγκαινίασή του στην αρχή του Ιανουαρίου 2005·

η προσαρμογή των διοικητικών διαδικασιών όλων των υπηρεσιών της Επιτροπής στις ανάγκες της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση·

ο καθορισμός και η επικύρωση των υπολοίπων ανοίγματος για τους πρώτους λογαριασμούς σε δεδουλευμένη βάση·

η διαμόρφωση ολοκληρωμένης ταμειακής ενότητας για τον καταλογισμό των χρηματικών δραστηριοτήτων τις οποίες διαχειρίζεται η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων·

η εκτίμηση, εκ μέρους όλων των υπηρεσιών, των δαπανών που έπρεπε να συνυπολογιστούν στο τέλος κάθε έτους·

η προετοιμασία των λογαριασμών της Επιτροπής και η ενοποίησή τους με τους λογαριασμούς των λοιπών θεσμικών και άλλων οργάνων.

Τέλος, η Επιτροπή τήρησε τις προθεσμίες που είχαν ταχθεί στον δημοσιονομικό κανονισμό για την προετοιμασία των δημοσιονομικών καταστάσεων, των οποίων όλες οι υλικές πτυχές είναι σύμφωνες με τα διεθνή πρότυπα, και τήρησε την υποχρέωσή της ως προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να εκπονήσει έκθεση σχετικά με την πρόοδο που είχε σημειώσει σχετικά με την επίτευξη αυτού του στόχου, τον οποίο όλες οι αρχές θεωρούν πολύ φιλόδοξο.

1.12.

Ο πίνακας 1.1 περιλαμβάνει παρακολούθηση της επιφύλαξης σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών, την οποία διατύπωσε το Συνέδριο στη δήλωση αξιοπιστίας για το οικονομικό έτος 2004, καθώς και τα άλλα σημεία που έθιξε το Συνέδριο και τα οποία ρυθμίστηκαν (εν μέρει) στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του κοινοτικού λογιστικού πλαισίου. Ωστόσο, όπως σε οποιοδήποτε νέο σύστημα λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση αυτού του μεγέθους, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες αδυναμίες (βλέπε κατωτέρω).

1.12.

Όσον αφορά τις εκθέσεις προόδου της ΛΔΒ, η Επιτροπή αναγνωρίζει ανέκαθεν ότι χρειάζεται ακόμα δουλειά.

Πίνακας 1.1 — Παρακολούθηση της επιφύλαξης που διατυπώθηκε στη δήλωση αξιοπιστίας για το 2004 ως προς την αξιοπιστία των λογαριασμών και τις επιπτώσεις του εκσυγχρονισμού του λογιστικού συστήματος όσον αφορά ορισμένες παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004

Επιφύλαξη στη δήλωση αξιοπιστίας για το 2004

Απαντήσεις που περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004

Εξελίξεις

Ελλείψει κατάλληλων διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου των διαφόρων εσόδων και προκαταβολών, το Συνέδριο αδυνατεί να αποκομίσει βεβαιότητα ότι οι πράξεις που αφορούν τη θέση των διαφόρων οφειλετών έχουν καταχωριστεί ορθά και πλήρως.

Η Επιτροπή αποδέχεται αυτή την παρατήρηση του Συνεδρίου, αλλά δηλώνει ότι το σχετικό πρόβλημα θα αντιμετωπισθεί με την εισαγωγή του νέου λογιστικού συστήματος το 2005.

Το Συνέδριο αναγνωρίζει τις σημαντικές προσπάθειες που καταβάλλουν όλες οι υπηρεσίες της Επιτροπής καθώς και τα άλλα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί για την είσπραξη των ποσών της προχρηματοδότησης τα οποία στο παρελθόν καταχωρίζονταν ως οριστικές δαπάνες. Εντούτοις, βάσει ανάλυσης των συστημάτων και ελέγχων τεκμηρίωσης, το Συνέδριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί ακόμη να θεωρήσει τα ποσά της προχρηματοδότησης που εμφανίζονται στον ισολογισμό ως πλήρη και επαρκώς αξιόπιστα.

Σημεία τα οποία επιλύθηκαν (εν μέρει) στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του λογιστικού συστήματος των Κοινοτήτων

Απαντήσεις που περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004

Εξέλιξη της κατάστασης

Ελλείψει κατάλληλου λογιστικού συστήματος, η κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων του τέλους του οικονομικού έτους εξακολούθησε να στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, σε εξωλογιστικές καταγραφές και οι πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό δεν συνδέονταν πάντοτε με τις πράξεις του προϋπολογισμού. Περαιτέρω, το λογιστικό σύστημα εξακολούθησε να στηρίζεται ουσιαστικά σε αρχές λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση, χωρίς να παρέχει τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ επενδυτικών δαπανών και δαπανών λειτουργίας καθώς και μεταξύ οριστικών πληρωμών και προχρηματοδοτήσεων, ή ακόμη χωρίς να παρέχει τη δυνατότητα προσδιορισμού του ύψους των οφειλών και των απαιτήσεων. Το γεγονός αυτό επηρέασε τον υπολογισμό του οικονομικού αποτελέσματος.

Το νέο λογιστικό σύστημα (λογιστική σε δεδουλευμένη βάση) καθιερώθηκε τον Ιανουάριο του 2005. Το κλείσιμο των λογαριασμών για το 2004 έγινε χρησιμοποιώντας τους ίδιους κανόνες και συστήματα όπως το προηγούμενο έτος, όπως είχε προβλεφθεί από το δημοσιονομικό κανονισμό και την ανακοίνωση της Επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό του λογιστικού συστήματος. Η διαφοροποίηση μεταξύ κεφαλαιουχικών και μη κεφαλαιουχικών δαπανών αποτελεί μία από τις βελτιώσεις που προκύπτουν από την καθιέρωση του νέου λογιστικού συστήματος.

Μετά την καθιέρωση του νέου συστήματος λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση, τα περισσότερα προβλήματα που ανέφερε το Συνέδριο αντιμετωπίσθηκαν. Οι οικονομικές καταστάσεις καταρτίζονται πλέον βάσει των στοιχείων που εξάγονται από τις λογιστικές εγγραφές. Οι λογαριασμοί τηρούνται βάσει των γενικών αρχών και η διάκριση μεταξύ επενδυτικών δαπανών και δαπανών λειτουργίας γίνεται με την έναρξη μιας πράξης. Τα ποσά της προχρηματοδότησης και των εκκρεμών τιμολογίων/καταστάσεων εξόδων εμφανίζονται στον ισολογισμό. Ωστόσο, αυτές οι σημαντικές αλλαγές, οι οποίες εξακολουθούν να χρειάζονται αλλαγή αντιλήψεων εκ μέρους όλων των ενδιαφερομένων, προκάλεσαν εσωτερικές καθυστερήσεις στην παρουσίαση των απαιτούμενων πληροφοριών και ανακρίβειες σε αυτό το πρώτο σύνολο λογαριασμών που καταρτίστηκαν βάσει της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση.

Το Συνέδριο αδυνατεί να βεβαιώσει την ορθότητα και την πληρότητα των ποσών που είναι εγγεγραμμένα στους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς φορείς (1 313,6 εκατομμύρια ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2004).

Το νέο σύστημα που καθιερώθηκε το 2005 και βασίζεται σε κανόνες αυτοτέλειας των χρήσεων επιτρέπει στην Επιτροπή να ασκεί καλύτερο έλεγχο των ποσών προχρηματοδότησης (όπως των ενδιάμεσων χρηματοδοτικών οργανισμών).

Από το 2005, τα ποσά που κρατούν οι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί φορείς πρέπει να περιλαμβάνονται στις προχρηματοδοτήσεις. Εντούτοις, όπως έχει ήδη αναφερθεί (βλέπε την επιφύλαξη στη δήλωση αξιοπιστίας για το 2004), το Συνέδριο δεν μπορεί ακόμη να θεωρήσει τα ποσά της προχρηματοδότησης που εμφανίζονται στον ισολογισμό ως πλήρη και επαρκώς αξιόπιστα.

Άλλες αδυναμίες που αφορούν την παρουσίαση των λογαριασμών εξακολουθούν να υπάρχουν όσον αφορά ορισμένες γεωργικές δαπάνες και προπληρωμές που δεν καταβλήθηκαν, αλλά παρουσιάζονται ως καταβληθείσες (διακύμανση), καθώς και τη λογιστική μεταχείριση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, η οποία αναιρεί την επίπτωση στο οικονομικό αποτέλεσμα.

Το παρόν σύστημα διακύμανσης βρίσκεται στο στάδιο της κατάργησης και δεν προβλέπεται να τροποποιηθεί η καταχώριση στους «λογαριασμούς του προϋπολογισμού» κατά τα τελευταία έτη της διάρκειάς του. Επί του παρόντος εξετάζεται η καταχώριση στη γενική λογιστική στο πλαίσιο της μετάβασης στη λογιστική με βάση την αυτοτέλεια των χρήσεων, το 2005. Το θέμα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων θα επανεξεταστεί όταν θα υπάρξει διαθέσιμο διεθνές λογιστικό πρότυπο για το δημόσιο τομέα (IPSAS) για το χειρισμό των συντάξεων σε οντότητες του δημόσιου τομέα.

Τα ποσά που παρακρατούνται για διακύμανση μέχρι τη χρησιμοποίησή τους εμφανίζονται πλέον στον ισολογισμό στο κονδύλιο της προχρηματοδότησης· η μεταχείριση των πληρωμών σε επίπεδο προϋπολογισμού παραμένει αμετάβλητη. Μολονότι δεν υπάρχει ακόμη διεθνές λογιστικό πρότυπο για το δημόσιο τομέα (IPSAS) για την αντιμετώπιση του ζητήματος, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα εγγράφονται εφεξής στο λογαριασμό οικονομικού αποτελέσματος χωρίς αντίστοιχη απαίτηση έναντι των κρατών μελών.

Εξακολουθούν να μην υπάρχουν επαρκείς και σαφείς ενδείξεις στις επεξηγηματικές σημειώσεις των λογαριασμών για το γεγονός ότι ορισμένες πράξεις ενδέχεται να διορθωθούν μεταγενέστερα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ή από τα κράτη μέλη, ούτε ενδείξεις σχετικά με την ενδεχόμενη έκταση τέτοιων διορθώσεων. Εξάλλου, υφίστανται και άλλες αβεβαιότητες που μπορεί να επηρεάσουν προσωρινά τους λογαριασμούς.

Στους τελικούς λογαριασμούς του 2004 περιλαμβάνεται συμπληρωματική παρατήρηση στην οποία αναφέρεται ότι οι περισσότερες πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια του έτους έγιναν προσωρινά και υπό ποικίλους όρους. Η Επιτροπή εφαρμόζει νέους λογιστικούς κανόνες, τα αποτελέσματα των οποίων θα πρέπει να εξεταστούν στους ετήσιους λογαριασμούς του 2005. Η Επιτροπή θα προβεί σε ανάλυση της δυνατότητας βελτίωσης των πληροφοριακών στοιχείων όσον αφορά τη δημοσιονομική επίπτωση των διορθώσεων που αφορούν προηγούμενα έτη. Όσον αφορά τις άλλες αβεβαιότητες (π.χ. γνωμοδοτήσεις με επιφυλάξεις ή από τους οργανισμούς πιστοποίησης ή αναβολή της απόφασης της Επιτροπής για οικονομική εκκαθάριση των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμής), οι σχετικές δαπάνες είναι, γενικές γραμμές, περιορισμένες.

Οι σημειώσεις περιέχουν περισσότερες πληροφορίες από ό,τι στο παρελθόν για το γεγονός ότι ορισμένες πράξεις ενδέχεται να διορθωθούν μεταγενέστερα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ή από τα κράτη μέλη. Εντούτοις, δεν υπάρχει σαφής ή ακριβής διάκριση μεταξύ δαπανών που έχουν επαληθευτεί και, κατά συνέπεια, εκκαθαριστεί και αυτών που υπόκεινται σε περαιτέρω επαλήθευση.

Διαπιστώσεις σε επίπεδο Επιτροπής

Εσωτερικές καθυστερήσεις στις εργασίες που αφορούν τις οικονομικές καταστάσεις της Επιτροπής για το 2005

1.13.

Βασικά στοιχεία της διαδικασίας κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων της Επιτροπής για το 2005 ήταν η εφαρμογή στις διάφορες γενικές διευθύνσεις της γενικής μεθοδολογίας/των οδηγιών που δόθηκαν για το διαχωρισμό των οικονομικών ετών από τον υπόλογο της Επιτροπής καθώς και η επικύρωση του αρχικού υπολοίπου και του υπολοίπου κλεισίματος όλων των διατακτών (11). Οι εν λόγω επικυρώσεις καθυστέρησαν στις περισσότερες περιπτώσεις, ιδίως σε επίπεδο επιχειρησιακών γενικών διευθύνσεων.

1.13.

Σημειώθηκαν πράγματι ορισμένες καθυστερήσεις σε σχέση με τα φιλόδοξα εσωτερικά χρονοδιαγράμματα εργασίας που είχε εκπονήσει η Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού. Ένα καλό πρόγραμμα εργασίας συνήθως επιτρέπει ένα περιθώριο, έτσι ώστε να προβλέπεται το ενδεχόμενο πιθανών καθυστερήσεων. Αυτό συνέβη με τα χρονοδιαγράμματα της Επιτροπής. Παρ' όλες αυτές τις εσωτερικές καθυστερήσεις, η Επιτροπή μπόρεσε να τηρήσει την προθεσμία που είχε ταχθεί από τον δημοσιονομικό κανονισμό και να υποβάλει εγκαίρως τις δημοσιονομικές καταστάσεις.

1.14.

Σε πολλές γενικές διευθύνσεις που υποβλήθηκαν σε έλεγχο από το Συνέδριο, διαπιστώθηκαν διάφορες αδυναμίες που αφορούσαν την επικύρωση των δεδομένων: ελλιπής εποπτεία, έλλειψη προσωπικού για την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος και ανεπαρκής τεκμηρίωση των εκτελούμενων εργασιών. Τα αριθμητικά στοιχεία που παρουσιάζονταν στο οικονομικό παράρτημα των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων ορισμένων επιχειρησιακών γενικών διευθύνσεων περιείχαν σφάλματα (βλέπε παράγραφο 1.16).

1.14.

Επί δύο σχεδόν έτη, οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες για να πραγματοποιήσουν απογραφή και καταγραφή των δεδομένων τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο προηγούμενο σύστημα.

Για το δελτίο του υπολοίπου ανοίγματος, τα δεδομένα αυτά υποβλήθηκαν σε πολλές επαληθεύσεις και επικυρώσεις σε κάθε Γενική Διεύθυνση και, τελικά, όλοι οι Γενικοί Διευθυντές πλην ενός επικύρωσαν επισήμως τα υπόλοιπα ανοίγματος και κλεισίματος της Γενικής Διεύθυνσής τους.

Η Επιτροπή έχει επίγνωση ότι χρειάζονται κάποιες βελτιώσεις του περιβάλλοντος του λογιστικού ελέγχου. Αυτή η ενημέρωση/βελτίωση του περιβάλλοντος του λογιστικού ελέγχου προβλέπεται ως μεσοπρόθεσμο έργο. Το 2005, είχαν ολοκληρωθεί ορισμένα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ άλλα αναμένεται ότι θα ολοκληρωθούν το 2006 και το 2007.

Το 2005 ήταν το πρώτο έτος για το οποίο παρουσιάστηκαν πλήρη αριθμητικά στοιχεία για κάθε Γενική Διεύθυνση. Ορισμένες ατέλειες παρουσιάστηκαν εξαιτίας του διαχωρισμού των λογαριασμών από τη μια Γενική Διεύθυνση στην άλλη, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένα από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δημοσιονομικό παράρτημα της Ετήσιας Έκθεσης Δραστηριοτήτων (ΕΕΔ) ορισμένων Γενικών Διευθύνσεων παρουσίαζαν σφάλματα μικρής σημασίας, τα οποία όμως δεν επηρέασαν τη λογιστική της Επιτροπής στο σύνολό της.

1.15.

Οι μεμονωμένες μεθοδολογίες των γενικών διευθύνσεων σε πολλές περιπτώσεις δεν ολοκληρώθηκαν/τυποποιήθηκαν από τους διάφορους υπολόγους πριν από την υποβολή των προσωρινών λογαριασμών. Κατά συνέπεια, οι καταχωρίσεις στο πλαίσιο του διαχωρισμού των οικονομικών ετών για το αρχικό υπόλοιπο και το υπόλοιπο κλεισίματος πραγματοποιήθηκαν χωρίς τυποποιημένη μεθοδολογική βάση, για την εφαρμογή, σε επίπεδο γενικών διευθύνσεων, της γενικής μεθοδολογίας/των οδηγιών που παρέχει ο υπόλογος της Επιτροπής για το διαχωρισμό των οικονομικών ετών.

1.15.

Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν κριτήρια αναφοράς στον δημόσιο τομέα για τη διαδικασία διαχωρισμού των οικονομικών ετών, δόθηκε προτεραιότητα στην ολοκλήρωση του υπολογισμού σχετικά με αυτόν τον διαχωρισμό, και όχι στην επισημοποίηση της διαδικασίας.

Εντούτοις, όσον αφορά τη μεθοδολογία του προαναφερόμενου διαχωρισμού, οι λογιστικές υπηρεσίες πρότειναν να ακολουθηθεί από όλες τις υπηρεσίες μια σαφής μεθοδολογία που παρουσίασαν. Η επιλογή σχετικά με ορισμένες εναλλακτικές προτάσεις χρειάστηκε να πραγματοποιηθεί από τις Γενικές Διευθύνσεις σε συνάρτηση με τους συγκεκριμένους επιχειρησιακούς παράγοντες των οικείων τομέων τους.

Παρόλο που όλες οι μεθοδολογίες οι οποίες εφαρμόστηκαν δεν επισημοποιήθηκαν, λήφθηκαν διάφορα μέτρα για να εξασφαλιστεί η ορθή τους εφαρμογή: επανεξέταση και παροχή ανάδρασης, διοργάνωση εργαστηρίων και παροχή επακριβούς καθοδήγησης στις υπηρεσίες.

1.16.

Επιπλέον, στο πλαίσιο της διαδικασίας κατάρτισης των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων(ήτοι στα τέλη Μαρτίου του 2006), ζητήθηκε από τους διευθυντές πόρων (12) να επικυρώσουν τυπικά τις δημοσιονομικές εκθέσεις, οι οποίες περιείχαν συγκεκριμένα το αρχικό υπόλοιπο και το υπόλοιπο κλεισίματος. Ωστόσο, καθώς η Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού εργαζόταν στα πλαίσια της αυτής προθεσμίας, δεν έλαβε όλες τις επικυρώσεις πριν από την οριστικοποίηση των προσωρινών λογαριασμών. Οι επικυρώσεις των οριστικών λογαριασμών ελήφθησαν εγκαίρως.

 

1.17.

Οι καθυστερήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.13 επηρέασαν τους ελέγχους τεκμηρίωσης του Συνεδρίου, δεδομένου ότι έλαβε αρχικά υπόλοιπα πριν από το διαχωρισμό των οικονομικών ετών (στις 18 Ιανουαρίου 2006) και μετά το διαχωρισμό (στις 15 Μαρτίου 2006), τα οποία αναμενόταν ακόμη να αλλάξουν. Ο πλήρης προσωρινός ισολογισμός έναρξης, ο οποίος περιείχε ένδειξη των επιπτώσεων των αλλαγών, προκειμένου να αναδιατυπωθεί ο ισολογισμός της 31ης Δεκεμβρίου 2004 σύμφωνα με τις νέες λογιστικές αρχές, ελήφθη στις 31 Μαρτίου 2006, μαζί με τους ενοποιημένους προσωρινούς λογαριασμούς.

1.17.

Η Επιτροπή γνωρίζει ότι οι εργασίες ελέγχου που πραγματοποίησε το Συνέδριο φέτος ήταν φιλόδοξες, όπως και το σύνολο του έργου για την Επιτροπή.

Εντούτοις:

οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ήταν αξιόπιστες και το σύστημα τεκμηριωμένο·

οι καταχωρίσεις στα υπόλοιπα, εκτός από αυτά που αφορούσαν τον διαχωρισμό, πραγματοποιήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο 2005·

στο μέσο του 2005, το 95 % περίπου αυτών των υπολοίπων ήταν οριστικά και

οι τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν έκτοτε ήταν τεκμηριωμένες γραπτώς και προβλέφθηκε ειδικά διαδρομή ελέγχου.

Ελάσσονος σημασίας ζητήματα παραμένουν ανοικτά σε επίπεδο κεντρικού λογιστικού συστήματος (ABAC), εξακολουθούν όμως να υπάρχουν σημαντικά προβλήματα σε επίπεδο τοπικών επικουρικών λογιστικών συστημάτων

1.18.

Μετά την εφαρμογή ενός συνολικού σχεδίου δράσης για την ενίσχυση της ασφάλειας του κεντρικού λογιστικού συστήματος, δύο θέματα παραμένουν ακόμη προς ρύθμιση, ήτοι η επανεξέταση των δικαιωμάτων πρόσβασης εντός της Γενικής Διεύθυνσης Προϋπολογισμού και η επαναξιολόγηση της ασφάλειας του συστήματος ABAC Workflow (13). Δεδομένου ότι οι εργασίες που απομένουν να γίνουν σχετικά με τα εν λόγω θέματα δεν θεωρούνται σημαντικές από το Γενικό Διευθυντή Προϋπολογισμού, κυρίως διότι υπάρχει ένα αποτελεσματικό σύστημα παρακολούθησης, ήρθη η επιφύλαξη σχετικά με την ασφάλεια των συστημάτων και τα δικαιώματα πρόσβασης, η οποία είχε διατυπωθεί στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων για το 2004. Με τον έλεγχο του Συνεδρίου επιβεβαιώθηκε η βελτίωση της ασφάλειας του ABAC.

 

1.19.

Πολλές γενικές διευθύνσεις χρησιμοποιούν τα δικά τους συστήματα πληροφορικής για τους σκοπούς της δημοσιονομικής διαχείρισης καθώς και για τη δημιουργία πράξεων που διαβιβάζονται στο κεντρικό λογιστικό σύστημα (ABAC) μέσω σχετικής διασύνδεσης. Εντούτοις, η επικύρωση και ο εκσυγχρονισμός αυτών των συστημάτων απαιτούν ακόμη χρόνο.

1.19.

Δεδομένου ότι η κατάσταση βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, η ομάδα επικύρωσης των υπηρεσιών λογιστικής χρειάζεται να παρακολουθεί αυτή την εξέλιξη, και εισήγαγε επίσης, με θέση σε ισχύ από την 1η Ιουνίου 2006, διαδικασία επικύρωσης των αλλαγών των τοπικών συστημάτων, όπως προβλέπεται στους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού.

1.20.

Το Συνέδριο εξέτασε το πρόγραμμα των εις βάθος ελέγχων των τοπικών λογιστικών συστημάτων που διενήργησαν οι υπηρεσίες του υπολόγου της Επιτροπής το 2005 σε 13 γενικές διευθύνσεις [ήτοι, 8 για τις οποίες είχαν εντοπιστεί κίνδυνοι με την υψηλού επιπέδου αξιολόγηση του 2004 (14) συν άλλες 5 που επελέγησαν βάσει της οικονομικής σημασίας ή/και της οργανωτικής πολυπλοκότητάς τους (15)]. Με τον έλεγχο του Συνεδρίου επιβεβαιώθηκε το βάσιμο της απόφασης του υπολόγου της Επιτροπής να αρνηθεί, λόγω σημαντικών ελλείψεων, την επικύρωση τριών τοπικών συστημάτων στο Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid, στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού και στη Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, δεν είναι σαφές για ποιο λόγο ανεπαρκή αποτελέσματα για πολλά κριτήρια επικύρωσης δεν οδήγησαν σε επικύρωση με επιφύλαξη.

1.20.

Η διαδικασία επικύρωσης δεν είναι έλεγχος. Τα συμπεράσματά της δεν είναι συγκρίσιμα με τις ελεγκτικές γνώμες. Η επικύρωση των τοπικών συστημάτων είναι σχετικά νέα δραστηριότητα, με την οποία το άρθρο 61 του δημοσιονομικού κανονισμού μεταφράζεται σε συγκεκριμένα καθήκοντα. Οι εκθέσεις επικύρωσης συντάσσονται με σκοπό να παρέχουν στον υπόλογο επαρκείς πληροφορίες για την επικύρωση. Το πεδίο εφαρμογής και οι περιορισμοί επεξηγούνται στον πρόλογο των εκθέσεων επικύρωσης.

1.21.

Το Συνέδριο εκτιμά ότι, βάσει των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων και των ζητημάτων που παραμένουν προς επίλυση, οι περισσότερες θετικές γνώμες επικύρωσης που εξέδωσε ο υπόλογος της Επιτροπής σχετικά με τα τοπικά συστήματα πρέπει να θεωρηθούν ως γνώμες υπό όρους ή με επιφύλαξη. Η κατάσταση αυτή επιβεβαιώνεται επίσης από τον αριθμό και τη σημασία των οριζόντιων θεμάτων (16) καθώς και των ζητημάτων που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης (17) τα οποία επισημαίνονται στην τελική έκθεση του υπολόγου της Επιτροπής του τέλους του 2005.

1.21.

Οι λογιστικές υπηρεσίες υποχρεούνται να εξασφαλίσουν μεταπαρακολούθηση σχετικά με τα ζητήματα και τα θέματα που χρειάζεται να εξεταστούν περαιτέρω, τα οποία αναφέρονται στις εκθέσεις επικύρωσης του 2005.

Οι δραστηριότητες μεταπαρακολούθησης θα πραγματοποιηθούν σε όλες τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών Διευθύνσεων προϋπολογισμού και πληροφορικής όσον αφορά το σύστημα ABAC.

Εργασίες για τη βελτίωση της ποιότητας των λογιστικών συστημάτων και δεδομένων μετά την υποβολή των προσωρινών λογαριασμών

Μέτρα που έλαβε η Επιτροπή για την εξασφάλιση της ακρίβειας των οριστικών λογαριασμών

1.22.

Στη δήλωσή του, ο Γενικός Διευθυντής Προϋπολογισμού περιέλαβε επιφύλαξη, η οποία επιβεβαιώνεται και από τον έλεγχο του Συνεδρίου (βλέπε τις παραγράφους 1.18 έως 1.21 και 1.28 έως 1.56), σχετικά με τρία τοπικά συστήματα που δεν είχαν επικυρωθεί και ελέγχους συνοχής στο πλαίσιο της λογιστικής που δεν είχαν ολοκληρωθεί. Στο γενικό του συμπέρασμα σχετικά με το συνδυασμό των επιπτώσεων των αδυναμιών που εντοπίζονταν στη δήλωσή του ανέφερε: «Η ΓΔ Προϋπολογισμού, σε συνεργασία με τις λοιπές υπηρεσίες της Επιτροπής, θα λάβει περαιτέρω μέτρα για τα σφάλματα ή τις αβεβαιότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν και θα εξακολουθήσει να επενδύει και κατά τη διάρκεια του 2006 για την ενίσχυση του λογιστικού συστήματος ABAC προς όφελος της Κοινότητας. … Χρειάζονται κατάλληλα εργαλεία, όπως κατάρτιση, τεκμηρίωση και συστήματα πληροφορικής, αλλά επίσης προσπάθειες για να επέλθει η σχετική αλλαγή αντίληψης. Βάσει των ανωτέρω, μπορεί να παρασχεθεί εύλογη διαβεβαίωση σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που προβλέπει η δήλωση».

1.22.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει τις εξαιρετικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τις υπηρεσίες της για να επιτραπεί η μετάβαση στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση. Εντούτοις, τρία τοπικά συστήματα δεν επικυρώθηκαν από τις λογιστικές υπηρεσίες. Για τους λόγους αυτούς, και επίσης επειδή οι προσωρινοί λογαριασμοί έπρεπε να έχουν ελεγχθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο και θα χρειάζονταν ενδεχομένως διορθώσεις πριν από την έγκριση των οριστικών λογαριασμών στις 31 Ιουλίου 2006, ο Γενικός Διευθυντής του Προϋπολογισμού διατύπωσε στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας 2005, στις 31 Μαρτίου 2006, προσωρινή και χρονικά περιορισμένη επιφύλαξη σχετικά με το σύστημα.

1.23.

Ο Γενικός Διευθυντής Εκπαίδευσης και Πολιτισμού διατύπωσε και αυτός επιφύλαξη που κάλυπτε την έλλειψη βεβαιότητας ως προς την ακρίβεια των ποσών που περιλαμβάνονταν στον ισολογισμό της Επιτροπής. Μολονότι σοβαροί κίνδυνοι διαπιστώθηκαν επίσης τόσο από τις υπηρεσίες της Επιτροπής όσο και από το Συνέδριο και σε άλλες γενικές διευθύνσεις, κανένας άλλος διατάκτης δεν διατύπωσε επιφύλαξη (18). Ωστόσο, 26 από τους 40 διευθυντές πόρων επεσήμαναν ότι, λόγω των αδυναμιών που εντοπίστηκαν στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων ή/και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι είναι το πρώτο έτος προσωρινού κλεισίματος των λογαριασμών βάσει της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση, πριν από το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών ενδέχεται να χρειαστούν ακόμη επαληθεύσεις και, όπου κριθεί απαραίτητο, διορθώσεις.

1.23.

Λόγω της έλλειψης συνοχής της επεξεργασίας των απαιτήσεων της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση στο σύστημα τοπικής λογιστικής APPFIN της Γενικής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, σημειώθηκαν διαφορές μεταξύ των υπολοίπων ανοίγματος και κλεισίματος των λογαριασμών αυτής της ΓΔ. Επί του παρόντος πραγματοποιούνται τροποποιήσεις του τοπικού συστήματος, οι οποίες θα επιτρέψουν την ορθή επεξεργασία των πράξεων στο μέλλον· τα σφάλματα του παρελθόντος αποτελούν αντικείμενο διορθώσεων, οι οποίες αναμένεται ότι θα ολοκληρωθούν ως το τέλος του έτους.

Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού για να διορθωθούν τα λογιστικά αριθμητικά στοιχεία, διατηρήθηκε η επιφύλαξη σχετικά με τα οριστικά αριθμητικά στοιχεία.

Εξάλλου, οι επιφυλάξεις είχαν περιληφθεί επειδή οι τρέχοντες έλεγχοι δεν είχαν ακόμα ολοκληρωθεί ως τις 31 Μαρτίου 2006. Στο μέτρο του δυνατού, τα προβλήματα που εντοπίστηκαν από τις Γενικές Διευθύνσεις ή από τους ελεγκτές είχαν διορθωθεί στους οριστικούς λογαριασμούς.

Πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης

1.24.

Το πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης που καθορίζεται στο λογιστικό κανόνα αριθ. 1 που εξέδωσε ο υπόλογος της Επιτροπής είναι ευρύτερο από εκείνο που προβλέπεται από το άρθρο 121 του δημοσιονομικού κανονισμού (19) (για παράδειγμα, περιλαμβάνει το κοινό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης ή οργανισμούς που δεν υπάγονται στο άρθρο 185 του δημοσιονομικού κανονισμού) (20).

1.24.

Το πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης που καθορίζεται στον λογιστικό κανόνα αριθ. 1 δεν λαμβάνει υπόψη τη γενική αρχή του ελέγχου και βασίζεται σε διεθνή λογιστικά πρότυπα. Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 121 του δημοσιονομικού κανονισμού (ΔΚ) προβλέπει μόνο την ενοποίηση των θεσμικών οργάνων και των επιχορηγούμενων οργάνων.

Προς αποφυγή αντιφάσεων μεταξύ του λογιστικού κανόνα και του δημοσιονομικού κανονισμού, έχει προταθεί τροποποίηση του άρθρου 121 του δημοσιονομικού κανονισμού στο πλαίσιο της γενικής αναθεώρησής του, έτσι ώστε να προβλέπεται επίσης και η ενοποίηση όλων των ελεγχόμενων σωμάτων σύμφωνα με τον λογιστικό κανόνα αριθ. 1.

1.25.

Παρ’ όλα αυτά, το κοινό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης και δύο οργανισμοί (το Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών και το Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς) δεν συμπεριελήφθησαν στους ενοποιημένους λογαριασμούς του 2005 (βλέπε επίσης την παράγραφο 1.29). Βάσει της ανάλυσης του τύπου ελέγχου που οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες ασκούν επί του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφάλισης, το Συνέδριο φρονεί ότι αυτό δεν θα έπρεπε να είχε περιληφθεί στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης, όπως αυτό καθορίζεται στο λογιστικό κανόνα αριθ. 1 και ότι, για το λόγο αυτό, το πεδίο αυτό θα έπρεπε να επανεκτιμηθεί.

1.25.

Ο λογιστικός κανόνας πρόκειται να ενημερωθεί όσον αφορά τη μη ενοποίηση του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφάλισης.

Ο αποκλεισμός των δύο οργάνων επιτρέπεται από τον δημοσιονομικό κανονισμό για λόγους πρακτικούς: το γραφείο εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς εξακολουθεί να προτιμά τη μη ένταξή του στο πεδίο ενοποίησης· το κοινοτικό γραφείο φυτικών ποικιλιών συμφώνησε εν τω μεταξύ να ενοποιηθεί, η συγκατάθεσή του αυτή όμως εκδηλώθηκε πολύ αργά για την ενοποίηση του 2005. Όπως αναφέρεται από το Συνέδριο στην παράγραφο 1.29, αυτή η παράλειψη δεν είχε σημαντικό αντίκτυπο.

Επιπτώσεις των τρεχουσών εργασιών

1.26.

Το Συνέδριο, στη γνωμοδότησή του αριθ. 2/2001 (21), σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αναφερόταν στους κινδύνους που ανακύπτουν από το γεγονός ότι οι προσωρινές ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που διαβιβάζονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί. Το Συνέδριο υπογράμμισε ότι ήταν σημαντικό το γεγονός ότι «οι προσωρινές οικονομικές καταστάσεις είναι πλήρεις και συνεκτικές οικονομικές καταστάσεις που καταρτίζονται νομότυπα εντός των προθεσμιών που έχουν καθοριστεί. Είναι προσωρινές μόνο στο μέτρο που η Επιτροπή δεν τις έχει ακόμη εγκρίνει επίσημα και που μπορούν ενδεχομένως να αποτελέσουν αντικείμενο διορθώσεων που προτείνουν οι υπηρεσίες του Συνεδρίου».

 

1.27.

Η Επιτροπή δεν τήρησε αυτή τη δεύτερη αρχή, η οποία δεν επιτρέπει να γίνονται άλλες αλλαγές πέρα από αυτές που προτείνει το Συνέδριο, καθώς το 2005 ήταν μεταβατικό έτος. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή όφειλε να μεριμνήσει ώστε το Συνέδριο να ενημερωθεί εγκαίρως και με τον κατάλληλο τρόπο για τις διορθώσεις τις οποίες θεωρούσε απαραίτητες, βάσει των συνεχιζόμενων εργασιών επί των προσωρινών λογαριασμών. [Τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή επέτρεψαν στο Συνέδριο διενεργήσει τους αναγκαίους ελέγχους, προκειμένου να αποκομίσει επαρκή και κατάλληλα ελεγκτικά αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων, αφενός, να διατυπώσει γνώμη σχετικά με το εάν οι οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζουν πιστή και ορθή εικόνα και, αφετέρου, να παρουσιάσει τα σχετικά αποτελέσματα προς υποστήριξη αυτής της γνώμης, τηρώντας τις προθεσμίες που προβλέπει ο δημοσιονομικός κανονισμός.]

1.27.

Είναι δύσκολο να τηρηθεί αυτή η γενική αρχή, δεδομένου ότι οι προσωρινοί λογαριασμοί πρέπει τώρα να οριστικοποιηθούν την ίδια ημερομηνία με τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας. Εντούτοις, οι αλλαγές θα περιοριστούν στο ελάχιστο.

Οι προσωρινοί λογαριασμοί είχαν βασιστεί σε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες κατά τη στιγμή της προετοιμασίας τους. Πραγματοποιήθηκαν αλλαγές οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τη λήψη ενημερωμένων πληροφοριών, τα σφάλματα που εντοπίστηκαν από το Συνέδριο και τις διορθώσεις που ζήτησαν οι Γενικές Διευθύνσεις οι οποίες δεν είχαν μπορέσει να πραγματοποιηθούν ως τις 31 Μαρτίου 2006. Όλες αυτές οι αλλαγές τεκμηριώθηκαν γραπτώς και εξηγήθηκαν στο Συνέδριο.

Ενοποιημένος ισολογισμός έναρξης της 1ης Ιανουαρίου 2005

1.28.

Στα σημεία που ακολουθούν παρουσιάζεται η εξέταση από το Συνέδριο της καταλληλότητας και της ακρίβειας των προσαρμογών που πραγματοποιήθηκαν, στο πλαίσιο της κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της 1ης Ιανουαρίου 2005, προκειμένου τα αριθμητικά στοιχεία και οι πληροφορίες των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της 31ης Δεκεμβρίου 2004 να ευθυγραμμιστούν με τις νέες αρχές της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση (βλέπε τις παραγράφους 1.29 έως 1.49).

 

1.29.

Το σύνολο σχεδόν των επιπτώσεων των αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν αφορούν τις οικονομικές καταστάσεις της Επιτροπής. Η ένταξη, για πρώτη φορά, των οργανισμών στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης είχε μόνο περιορισμένο αντίκτυπο στους ενοποιημένους λογαριασμούς, με κύρια συνέπεια την αύξηση των ταμειακών υπολοίπων. Επομένως, η παράλειψη δύο οργανισμών δεν επηρέασε την πιστή και ορθή εικόνα.

 

Θέσεις που υποβλήθηκαν σε περιορισμένες προσαρμογές

1.30.

Από την εξέταση, εκ μέρους του Συνεδρίου, των θέσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο περιορισμένων προσαρμογών, δεν προέκυψαν σημαντικές διαπιστώσεις (ήτοι, ασώματες και ενσώματες ακινητοποιήσεις, (βραχυπρόθεσμες) επενδύσεις, δάνεια, μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις (22), αποθέματα, παροχές στους εργαζομένους, προβλέψεις για κινδύνους και βάρη, οικονομικές και λοιπές υποχρεώσεις και αποθεματικά).

1.30.

Όσον αφορά την υποσημείωση 18, οι πληροφορίες δεν ήταν διαθέσιμες για τα οφειλόμενα στις 31 Δεκεμβρίου ποσά.

Προχρηματοδότηση

1.31.

Η προχρηματοδότηση αφορά πληρωμές που σκοπό έχουν να παράσχουν προπληρωμές σε μετρητά στους δικαιούχους. Εάν οι τελευταίοι δεν πραγματοποιήσουν επιλέξιμες δαπάνες κατά την περίοδο που καθορίζεται στη συμφωνία, οφείλουν να επιστρέψουν την προχρηματοδότηση στις Κοινότητες.

 

1.32.

Εδώ και μερικά χρόνια, το Συνέδριο επισημαίνει ότι η καταγραφή των διαφόρων οφειλετών δημιουργεί προβλήματα, διότι η προχρηματοδότηση καταχωριζόταν ως οριστική δαπάνη, ενώ τα προς είσπραξη ποσά δεν καταχωρίζονταν αμέσως (23). Για το λόγο αυτό, το Συνέδριο διατύπωσε επιφύλαξη για τους λογαριασμούς των σχετικών ετών (24).

 

1.33.

Προς άρση αυτών των αδυναμιών, κάθε θεσμικό όργανο και οργανισμός κατέγραψε το 2004 όλα τα εκκρεμή ποσά προχρηματοδοτήσεων που είχαν καταβληθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2004, με αποτέλεσμα να καταμετρηθούν περίπου 30 000 καταχωρίσεις προχρηματοδοτήσεων, συνολικού ύψους 28 013 εκατομμυρίων ευρώ (25).

1.33.

Σύμφωνα με τους νέους λογιστικούς κανόνες, η απογραφή των ποσών προχρηματοδότησης πραγματοποιήθηκε και, από τον Ιανουάριο 2005, τα ποσά προχρηματοδότησης που δεν έχουν ήδη εκκαθαριστεί περιλαμβάνονται στο ενεργητικό του ισολογισμού.

1.34.

Ωστόσο, με την υποβολή του ισολογισμού έναρξης της 1ης Ιανουαρίου 2005 δεν επιλύθηκαν όλα τα τεχνικά και εννοιολογικά ζητήματα και προβλήματα, τα οποία εν μέρει είχαν ήδη εντοπιστεί στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος (26). Οι συνακόλουθες αδυναμίες παρουσιάζονται κατωτέρω.

1.34.

Όπως εξηγείται στις απαντήσεις στην ετήσια έκθεση του 2004 του Συνεδρίου, η παρακολούθηση των ποσών προχρηματοδοτησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους όρους των διαφόρων συμβάσεων που έχουν συναφθεί με τρίτα μέρη. Εντούτοις, η παρουσίαση του καθαρού ποσού στον ισολογισμό δείχνει την οικονομική πραγματικότητα των ποσών προχρηματοδότησης που δεν έχουν ακόμα εκκαθαριστεί.

1.35.

Από τον έλεγχο αντιπροσωπευτικού δείγματος 147 πράξεων προχρηματοδότησης που ελήφθη από το σύνολο των προχρηματοδοτήσεων που είχαν καταχωριστεί στο λογιστικό σύστημα το Νοέμβριο του 2005, διαπιστώθηκε σημαντικό ποσοστό σφαλμάτων από άποψη τόσο συχνότητας όσο και οικονομικών επιπτώσεων. Τα συνηθέστερα είδη σφαλμάτων είναι:

ορισμένες πράξεις προχρηματοδότησης είχαν καταχωριστεί με λανθασμένο ποσό,

ορισμένα ποσά προχρηματοδοτήσεων καταχωρίστηκαν μολονότι είχαν εκκαθαριστεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005.

1.35.

Η Επιτροπή θα εξετάσει τις πράξεις που επισημαίνονται από το Συνέδριο.

1.36.

Επιπλέον, από πρόσθετες ελεγκτικές εργασίες επί της ταυτοποίησης και της επικύρωσης των καταχωρισθεισών προχρηματοδοτήσεων διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα προβλήματα ως προς την πληρότητα/ακρίβεια του ισολογισμού έναρξης:

1.36.

 

για τη διάκριση μεταξύ μακροπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων (21 285 εκατομμύρια ευρώ) και βραχυπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων (6 728 εκατομμύρια ευρώ) ελήφθησαν υπόψη μόνο τα ποσά που συνδέονταν με την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 των διαρθρωτικών ταμείων, του Ταμείου Συνοχής, του ISPA και του Ταμείου Αλληλεγγύης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την υποεκτίμηση των μακροπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων και την αντίστοιχη υπερεκτίμηση των βραχυπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων, διότι συμβάσεις για άλλους τομείς πολιτικής συνοδευόμενες από προχρηματοδότηση, εναπομένουσας διάρκειας άνω του έτους, κατατάχθηκαν στην κατηγορία των βραχυπρόθεσμων,

Ο διαχωρισμός μεταξύ μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων πραγματοποιείται μόνο για τα ποσά των διαρθρωτικών ταμείων, δεδομένου ότι οι μακροπρόθεσμες προχρηματοδοτήσεις είναι οι «πραγματικές» μακροπρόθεσμες προχρηματοδοτήσεις της Επιτροπής. Για άλλους τομείς πολιτικής, το μακροπρόθεσμο ποσό δεν ήταν δυνατόν να ποσοτικοποιηθεί, και ο διαχωρισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο όταν πρόκειται για εκτιμήσεις που αφορούν την υλοποίηση των έργων. Για τους λογαριασμούς του 2006, μετά από δύο έτη πείρας με το νέο σύστημα λογιστικής, η Επιτροπή θα διαθέτει περισσότερες πληροφορίες στις οποίες θα βασίσει ανάλυση της σκοπιμότητας αυτού του διαχωρισμού.

στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, παρά τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μετά την κατάρτιση των προσωρινών λογαριασμών, εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος παραλείψεις και διπλές ή λανθασμένες καταχωρίσεις να οδηγήσουν σε σφάλματα τα οποία δεν μπορούν να προσδιοριστούν ποσοτικά λόγω της πολυπλοκότητας των προβλημάτων (27).

Διορθώθηκαν τα σημαντικά σφάλματα που είχαν εντοπιστεί στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, τα οποία οφείλονταν σε λανθασμένη επεξεργασία πληρωμών προχρηματοδότησης.

Πληρωτέοι λογαριασμοί

1.37.

Οι πληρωτέοι λογαριασμοί περιλαμβάνουν κυρίως τις δεδουλευμένες επιβαρύνσεις, που αναφέρονται στο τμήμα για το διαχωρισμό των οικονομικών ετών (βλέπε τις παραγράφους 1.42 έως 1.46), και τις τρέχουσες οφειλές, οι οποίες περιλαμβάνουν τα τιμολόγια και τις καταστάσεις εξόδων. Στο παρόν τμήμα παρουσιάζονται οι διαπιστώσεις του Συνεδρίου σχετικά με τις τρέχουσες οφειλές.

 

1.38.

Η κατάρτιση μιας κατάστασης με περίπου 7 000 τιμολόγια και καταστάσεις εξόδων που είχαν ληφθεί αλλά δεν είχαν ακόμη πληρωθεί την 1η Ιανουαρίου 2005 άρχισε το τελευταίο τρίμηνο του 2004 και, βάσει αυτής, οι τρέχουσες οφειλές ανέρχονται σε 9 412 εκατομμύρια ευρώ (28).

 

1.39.

Κατά την υποβολή του ισολογισμού έναρξης της 1ης Ιανουαρίου 2005 (29), δεν είχαν επιλυθεί όλα τα τεχνικά ζητήματα και τα προβλήματα εφαρμογής. Οι συνακόλουθες αδυναμίες παρουσιάζονται κατωτέρω.

1.39.

Η Επιτροπή θα βελτιώσει τους εσωτερικούς ελέγχους της για να αντιμετωπίσει τα τεχνικά ζητήματα και τα προβλήματα τα οποία εξακολουθούν να υπάρχουν σε ορισμένες Γενικές Διευθύνσεις.

1.40.

Από τον έλεγχο αντιπροσωπευτικού δείγματος 141 τιμολογίων/καταστάσεων εξόδων που ελήφθη από το σύνολο των πληρωτέων λογαριασμών που είχαν καταχωριστεί στο λογιστικό σύστημα το Νοέμβριο του 2005, διαπιστώθηκε σημαντικό ποσοστό σφαλμάτων από άποψη τόσο συχνότητας όσο και οικονομικών επιπτώσεων. Τα συνηθέστερα είδη σφαλμάτων είναι:

ορισμένα τιμολόγια ή καταστάσεις εξόδων είχαν καταχωριστεί με λανθασμένο ποσό·

ορισμένα τιμολόγια ή καταστάσεις εξόδων καταχωρίστηκαν μολονότι είχαν ήδη πληρωθεί.

1.40.

Θα εξεταστούν από την Επιτροπή τα έξι σφάλματα που εντοπίστηκαν μεταξύ των 141 πράξεων που ελέγχθηκαν και έχουν επιπτώσεις στους λογαριασμούς.

1.41.

Στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, παρά τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μετά την κατάρτιση των προσωρινών λογαριασμών, εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος παραλείψεις και διπλές ή λανθασμένες καταχωρίσεις να οδηγήσουν σε σφάλματα τα οποία δεν μπορούν να προσδιοριστούν ποσοτικά λόγω της πολυπλοκότητας των προβλημάτων.

1.41.

Διορθώθηκαν τα σημαντικά σφάλματα που είχαν εντοπιστεί στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, τα οποία οφείλονταν σε λανθασμένη επεξεργασία τιμολογίων/δηλώσεων δαπανών.

Στοιχεία του διαχωρισμού των οικονομικών ετών

1.42.

Μία από τις σημαντικότερες πτυχές της μετάβασης στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση είναι η εξασφάλιση ότι οι πράξεις που εκτελούνται κατά τη διάρκεια του έτους αναγνωρίζονται στη λογιστική περίοδο με την οποία σχετίζονται (διαχωρισμός των οικονομικών ετών). Συγκεκριμένα, πρέπει να πραγματοποιηθεί εκτίμηση σχετικά με τις επιλέξιμες δαπάνες στις οποίες έχουν υποβληθεί οι δικαιούχοι κοινοτικών πόρων, αλλά οι οποίες δεν έχουν ακόμη δηλωθεί (δεδουλευμένες επιβαρύνσεις), τα έσοδα που δεν έχουν εισπραχθεί μολονότι οι σχετικές υπηρεσίες έχουν παρασχεθεί, τα αγαθά έχουν παραδοθεί ή υπάρχει η σχετική νομική υποχρέωση (δεδουλευμένο εισόδημα), ή τις δαπάνες ή τα έσοδα που καταχωρίστηκαν στο τρέχον έτος και αφορούν μεταγενέστερες περιόδους (ετεροχρονισμένες επιβαρύνσεις ή έσοδα).

 

1.43.

Οι προσαρμογές για τις δεδουλευμένες επιβαρύνσεις ανήλθαν συνολικά σε 64 205 εκατομμύρια ευρώ (30). Ο έλεγχος του Συνεδρίου επί των λοιπών στοιχείων του διαχωρισμού των οικονομικών ετών δεν κατέδειξε σημαντικά σφάλματα. Οι διαπιστώσεις σχετικά με τις δεδουλευμένες επιβαρύνσεις παρουσιάζονται κατωτέρω.

 

1.44.

Όπως περιγράφεται ανωτέρω (βλέπε παράγραφο 1.15), η εφαρμογή της γενικής μεθοδολογίας του διαχωρισμού των οικονομικών ετών ανά γενική διεύθυνση δεν τυποποιήθηκε πριν από την καταχώριση σε χωριστά οικονομικά έτη. Επιπλέον, οι περισσότερες γενικές διευθύνσεις δεν έχουν διενεργήσει επαρκείς ελέγχους, προκειμένου να εξακριβώσουν κατά πόσο η αναπτυχθείσα μεθοδολογία εξασφαλίζει ότι οι πράξεις που εκτελούνται κατά τη διάρκεια του έτους αναγνωρίζονται ορθά στη λογιστική περίοδο με την οποία σχετίζονται. Επιπλέον, δεδομένου ότι το 2005 είναι το πρώτο έτος εφαρμογής του διαχωρισμού των οικονομικών ετών και λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των κοινοτικών δραστηριοτήτων, δεν υπάρχουν μέθοδοι αναφοράς οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, προκειμένου να ελεγχθούν η καταλληλότητα των μεθόδων και τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων.

1.44.

Εκτός από τις παρατηρήσεις που αφορούν την υλοποίηση/τον έλεγχο, η Επιτροπή σημειώνει ότι το Συνέδριο δεν διατύπωσε καμία παρατήρηση σχετικά με τη συνολική μέθοδο αυτή καθεαυτή.

Για το κλείσιμο του 2006, θα πραγματοποιηθούν δοκιμές και έλεγχοι σε μεγαλύτερο βάθος επί τη βάσει της πείρας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του πρώτου έτους.

1.45.

Οι ακόλουθες αδυναμίες που εντοπίστηκαν όσον αφορά τις διαδικασίες διαχωρισμού των οικονομικών ετών θέτουν σε κίνδυνο την ορθότητα των υπολογισμών πολλών γενικών διευθύνσεων:

οι γενικές διευθύνσεις πραγματοποίησαν μόνο περιορισμένους ελέγχους ως προς το αποτέλεσμα των υπολογισμών,

σε ορισμένες περιπτώσεις η ποιότητα των χρησιμοποιηθέντων δεδομένων ήταν ανεπαρκής,

οι γνώσεις και οι εργασίες συχνά συγκεντρώνονταν σε ένα πρόσωπο, χωρίς την κατάλληλη εποπτεία.

1.45.

Το 2006, η Επιτροπή θα ενισχύσει τους ελέγχους της όσον αφορά την εφαρμογή της μεθόδου διαχωρισμού των οικονομικών ετών.

1.46.

Όλες οι γενικές διευθύνσεις (εκτός από τις Γενικές Διευθύνσεις Περιφερειακής Πολιτικής, Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ισότητας Ευκαιριών και Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης) αποφάσισαν να προβούν σε εκτίμηση των δεδουλευμένων επιβαρύνσεων βάσει όλων των εκκρεμών συμβάσεων. Όλες οι γενικές διευθύνσεις που υποβλήθηκαν σε έλεγχο (εκτός από τη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού) ήταν σε θέση να προβούν σε συμφωνία των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν στους υπολογισμούς με τα βασικά λογιστικά δεδομένα, με εξαίρεση ορισμένες ανεξήγητες διαφορές, οι οποίες, αν και δεν είναι σημαντικές, επιβεβαιώνουν έναν ορισμένο βαθμό κινδύνου, όπως προαναφέρθηκε (βλέπε παράγραφο 1.45).

1.46.

Διορθώθηκαν τα σημαντικά σφάλματα που είχαν εντοπιστεί στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, τα οποία οφείλονταν σε λανθασμένη επεξεργασία δεδουλευμένων επιβαρύνσεων.

Δομή και παρουσίαση

1.47.

Εξαιτίας των προσαρμογών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της μετάβασης στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση, το σύνολο του παθητικού στον ισολογισμό έναρξης (της 1ης Ιανουαρίου 2005) υπερέβαινε το σύνολο του ενεργητικού κατά 51 597 εκατομμύρια ευρώ, ενώ πριν από τις προσαρμογές το σύνολο του ενεργητικού υπερέβαινε το παθητικό κατά 14 507 εκατομμύρια ευρώ.

 

1.48.

Ένας από τους βασικούς παράγοντες αυτής της αλλαγής είναι το γεγονός ότι η εισαγωγή της προχρηματοδότησης (συνολικού ύψους 28 013 εκατομμυρίων ευρώ) δεν αντισταθμίζει την καθιέρωση των δεδουλευμένων επιβαρύνσεων (συνολικού ύψους 64 205 εκατομμυρίων ευρώ). Επιπλέον, οι μακροπρόθεσμες απαιτήσεις μειώθηκαν σημαντικά, επειδή οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις των Κοινοτήτων προς τα μέλη των θεσμικών οργάνων και το προσωπικό (τρέχουσας καθαρής αξίας 26 012 εκατομμυρίων ευρώ) δεν αναιρούνται πλέον από αντίστοιχο στοιχείο του ενεργητικού που αντιπροσωπεύει την απαίτηση έναντι των κρατών μελών. Η διαφορά μεταξύ ενεργητικού και παθητικού αντιπροσωπεύει κυρίως τα ποσά που θα απαιτηθούν από τα κράτη μέλη τα επόμενα χρόνια.

 

1.49.

Το Συνέδριο παρατήρησε ότι ο υπόλογος δεν τήρησε πλήρως τους λογιστικούς κανόνες αριθ. 2 και 12 όσον αφορά τη νέα δομή και την παρουσίαση του ισολογισμού καθώς και την αναθεωρημένη μεταχείριση των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων των Κοινοτήτων (31). Για το λόγο αυτό, πρέπει να ληφθούν μέτρα προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες τροποποιήσεις. Επιπλέον, θα πρέπει να καταστεί σαφέστερος ο διαφορετικός χαρακτήρας του παθητικού που θα καλυφθεί από τα ποσά που θα απαιτηθούν από τα κράτη μέλη, και συγκεκριμένα η βραχυπρόθεσμη και η μακροπρόθεσμη φύση αυτών των ποσών.

1.49.

Οι λογιστικοί κανόνες αριθ. 2 και 12 θα προσαρμοστούν.

Ο διαφορετικός χαρακτήρας του παθητικού που πρέπει να καλυφθεί από τα ποσά τα οποία θα ζητηθούν από τα κράτη μέλη ενδείκνυνται στο σημείωμα του ισολογισμού 3.20.

Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις στις 31 Δεκεμβρίου 2005

1.50.

Το 2005, η Επιτροπή κατέβαλε προσπάθειες για την πλήρη και ορθή καταχώριση των νέων καταβολών προχρηματοδότησης καθώς και των νέων εκκρεμών τιμολογίων/καταστάσεων εξόδων καθώς και την εκκαθάρισή τους. Εντούτοις, εντοπίστηκε μια σειρά σφαλμάτων τα οποία παρουσιάζονται κατωτέρω. Επιπλέον, οι ελλείψεις που σχετίζονται με τις προσαρμογές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του ισολογισμού έναρξης της 1ης Ιανουαρίου 2005 έχουν αντίκτυπο στο οικονομικό αποτέλεσμα για το έτος 2005 και, κατά συνέπεια, στον ενοποιημένο ισολογισμό και στην κατάσταση μεταβολών του καθαρού ενεργητικού.

1.50.

Το 2005, οι Γενικές Διευθύνσεις και Υπηρεσίες διενήργησαν πολλούς ελέγχους και επαληθεύσεις για να εξασφαλιστεί η ακρίβεια του συνολικού ποσού του ανοίγματος του ισολογισμού. Οι περισσότερες από τις αναγκαίες διορθώσεις πραγματοποιήθηκαν επί του ισολογισμού ανοίγματος χωρίς να υπάρξει αντίκτυπος στο οικονομικό αποτέλεσμα για το 2005.

1.51.

Από την αναλυτική εξέταση, εκ μέρους του Συνεδρίου, των ασώματων και ενσώματων ακινητοποιήσεων, των (βραχυπρόθεσμων) επενδύσεων, των δανείων, των μακροπρόθεσμων και των βραχυπρόθεσμων απαιτήσεων, των αποθεμάτων, των οικονομικών και λοιπών υποχρεώσεων, των επιδομάτων των εργαζομένων, των προβλέψεων για κινδύνους και βάρη και των αποθεματικών δεν προέκυψαν σημαντικές διαπιστώσεις.

 

Ενοποιημένος ισολογισμός στις 31 Δεκεμβρίου 2005

Προχρηματοδότηση

1.52.

Από τον έλεγχο αντιπροσωπευτικού δείγματος 162 προχρηματοδοτήσεων που ελήφθη από το σύνολο των προχρηματοδοτήσεων που είχαν καταχωριστεί στο λογιστικό σύστημα το Μάρτιο του 2006 (29 349 εκατομμύρια ευρώ) διαπιστώθηκε σημαντικό ποσοστό σφαλμάτων από άποψη τόσο συχνότητας όσο και οικονομικών επιπτώσεων. Για τον ενοποιημένο ισολογισμό κλεισίματος εντοπίσθηκαν τα ίδια είδη σφαλμάτων που εντοπίσθηκαν και για τον ενοποιημένο ισολογισμό έναρξης (βλέπε παράγραφο 1.35).

1.52.

Θα εξεταστούν από την Επιτροπή τα εννέα σφάλματα που εντοπίστηκαν μεταξύ των 162 πράξεων που ελέγχθηκαν και είχαν επιπτώσεις στους λογαριασμούς.

1.53.

Επιπλέον, από πρόσθετες ελεγκτικές εργασίες επί της ταυτοποίησης και της επικύρωσης των προχρηματοδοτήσεων διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα προβλήματα ως προς την πληρότητα/ακρίβεια του ισολογισμού κλεισίματος:

1.53.

 

για τη διάκριση μεταξύ μακροπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων (22 732 εκατομμύρια ευρώ) και βραχυπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων (6 633 εκατομμύρια ευρώ) ελήφθησαν υπόψη μόνο τα ποσά που συνδέονταν με την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 των διαρθρωτικών ταμείων, του Ταμείου Συνοχής, του ISPA και του Ταμείου Αλληλεγγύης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την υποεκτίμηση των μακροπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων και την αντίστοιχη υπερεκτίμηση των βραχυπρόθεσμων προχρηματοδοτήσεων, διότι συμβάσεις για άλλους τομείς πολιτικής συνοδευόμενες από προχρηματοδότηση, εναπομένουσας διάρκειας άνω του έτους, κατατάχθηκαν στην κατηγορία των βραχυπρόθεσμων.

Ο διαχωρισμός μεταξύ μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων πραγματοποιείται βασικά μόνο για ποσά των διαρθρωτικών ταμείων, επειδή οι μακροπρόθεσμες προχρηματοδοτήσεις είναι οι «πραγματικές» μακροπρόθεσμες προχρηματοδοτήσεις της Επιτροπής. Για άλλους τομείς πολιτικής, οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της διαπίστωσης του Συνεδρίου δεν μπόρεσαν να ποσοτικοποιηθούν. Για τους λογαριασμούς του 2006, μετά από δύο έτη πείρας με το νέο σύστημα λογιστικής, η Επιτροπή θα διαθέτει περισσότερες πληροφορίες στις οποίες θα βασίσει ανάλυση της σκοπιμότητας αυτού του διαχωρισμού.

στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, παρά τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μετά την κατάρτιση των προσωρινών λογαριασμών, εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος παραλείψεις και διπλές ή λανθασμένες καταχωρίσεις να οδηγήσουν σε σφάλματα τα οποία δεν μπορούν να προσδιοριστούν ποσοτικά λόγω της πολυπλοκότητας των προβλημάτων.

Διορθώθηκαν τα σημαντικά σφάλματα που εντοπίστηκαν από την ΓΔ EAC και που οφείλονταν σε λανθασμένη επεξεργασία πληρωμών προχρηματοδότησης.

Πληρωτέοι λογαριασμοί

1.54.

Από τον έλεγχο αντιπροσωπευτικού δείγματος 148 τιμολογίων/καταστάσεων εξόδων που ελήφθη από το σύνολο των πληρωτέων λογαριασμών που είχαν καταχωριστεί στο λογιστικό σύστημα το Μάρτιο του 2006 (16 194 εκατομμύρια ευρώ) διαπιστώθηκε σημαντικό ποσοστό σφαλμάτων από άποψη τόσο συχνότητας όσο και οικονομικών επιπτώσεων. Για τον ενοποιημένο ισολογισμό κλεισίματος εντοπίσθηκαν τα ίδια είδη σφαλμάτων που εντοπίσθηκαν και για τον ενοποιημένο ισολογισμό έναρξης (βλέπε παράγραφο 1.40).

1.54.

Θα εξεταστούν από την Επιτροπή τα εννέα σφάλματα που είχαν εντοπιστεί μεταξύ των 148 πράξεων που είχαν ελεγχθεί και είχαν επιπτώσεις στους λογαριασμούς.

1.55.

Στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, παρά τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μετά την κατάρτιση των προσωρινών λογαριασμών, εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος παραλείψεις και διπλές ή λανθασμένες καταχωρίσεις να οδηγήσουν σε σφάλματα τα οποία δεν μπορούν να προσδιοριστούν ποσοτικά λόγω της πολυπλοκότητας των προβλημάτων.

1.55.

Διορθώθηκαν τα σημαντικά σφάλματα που είχαν εντοπιστεί στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, τα οποία οφείλονταν σε λανθασμένη επεξεργασία τιμολογίων-δηλώσεων δαπανών.

Στοιχεία του διαχωρισμού των οικονομικών ετών

1.56.

Τα προβλήματα που αναφέρονται όσον αφορά τον ενοποιημένο ισολογισμό έναρξης (βλέπε τις παραγράφους 1.44 έως 1.46) επέφεραν τις ακόλουθες αδυναμίες για τον ενοποιημένο ισολογισμό κλεισίματος. Όλες οι γενικές διευθύνσεις που υποβλήθηκαν σε έλεγχο (εκτός από τη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού) ήταν σε θέση να προβούν σε συμφωνία των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν στους υπολογισμούς με τα βασικά λογιστικά δεδομένα, με εξαίρεση ορισμένες ανεξήγητες διαφορές, οι οποίες, αν και δεν είναι σημαντικές, επιβεβαιώνουν έναν ορισμένο βαθμό κινδύνου, όπως προαναφέρθηκε (βλέπε παράγραφο 1.45).

1.56.

Διορθώθηκαν τα σημαντικά σφάλματα που είχαν εντοπιστεί στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, τα οποία οφείλονταν σε λανθασμένη επεξεργασία των στοιχείων διαχωρισμού.

Εκτός ισολογισμού στοιχεία και σημειώσεις

1.57.

Οι επεξηγηματικές σημειώσεις που συνοδεύουν τους ενοποιημένους λογαριασμούς περιέχουν περισσότερες πληροφορίες από ό,τι στο παρελθόν (32) για το ότι ορισμένες πράξεις ενδέχεται να διορθωθούν μεταγενέστερα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ή από τα κράτη μέλη. Ωστόσο, στις σημειώσεις δεν προσδιορίζεται το ποσό των δαπανών που ενδέχεται να υποβληθεί σε επαλήθευση ή σε διαδικασίες εκκαθάρισης των λογαριασμών (βλέπε επίσης τις παραγράφους 1.63 έως 1.65).

1.57.

Εκτός από την ετήσια δημοσιονομική εκκαθάριση των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμών, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να πραγματοποιεί διορθώσεις δυνάμει αποφάσεων συμφωνίας. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε με τη σύσταση της έκθεσης του 2004 του Συνεδρίου σχετικά με ενδεχόμενες διορθώσεις συμφωνίας που εναπόμεναν να πραγματοποιηθούν. Παραδείγματος χάρη, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης είχε, για τα οικονομικά έτη 2001-2005, παρουσιάσει σαφώς στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της για το 2005 (33) τις διορθώσεις που έπρεπε να αποφασιστούν με τις μελλοντικές αποφάσεις συμφωνίας. Το αντίστοιχο ποσό είναι εγγεγραμμένο ως ενδεχόμενο ενεργητικό στη λογιστική της Επιτροπής. Εκτίμησε ότι το συνολικό ποσό που μελλοντικά πρέπει να εισπραχθεί ανέρχεται σε 1 151 εκατ. ευρώ, επί τη βάσει μέσου συντελεστή δημοσιονομικής διόρθωσης 0,95 % — βλέπε επίσης την απάντηση στις σημεία 5.56 και 5.62.

Ενοποιημένος λογαριασμός οικονομικού αποτελέσματος

1.58.

Για τη διαμόρφωση εύλογης βεβαιότητας σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών είναι απαραίτητη η διενέργεια λεπτομερούς συμφωνίας μεταξύ του δημοσιονομικού και του οικονομικού αποτελέσματος. Με εξαίρεση την Επιτροπή, η πληροφορία αυτή κατέστη διαθέσιμη μόνο μετά την παρουσίαση των οριστικών λογαριασμών. Παρ’ όλα αυτά το Συνέδριο μπόρεσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα δεδομένα και να προβεί σε συμφωνία του δημοσιονομικού και οικονομικού αποτελέσματος.

 

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Η προσέγγιση του Συνεδρίου

1.59.

Λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις του άρθρου 248 παράγραφος 1 της συνθήκης, το μεταβαλλόμενο περιβάλλον ελέγχου (το οποίο είναι υπερβολικά περίπλοκο και έχει αλλάξει ριζικά λόγω της οικονομικής μεταρρύθμισης της Επιτροπής) και τις προσδοκίες των χρηστών της «DAS» (ήτοι της αρμόδιας για την απαλλαγή αρχής), το Συνέδριο αποφάσισε το 2002 (34) να αποτελέσει η ελεγκτική γνώμη του αποτέλεσμα της ενοποίησης των ειδικών αξιολογήσεων που αφορούν τους ιδίους πόρους και καθένα από τα έξι επιχειρησιακά κεφάλαια των δημοσιονομικών προοπτικών 2000-2006 (35). Οι ειδικές αυτές αξιολογήσεις, που ως στόχο έχουν να δώσουν στην αρμόδια για την απαλλαγή αρχή τη δυνατότητα παρακολούθησης της ποιότητας της διαχείρισης των κονδυλίων σε καθέναν από τους μείζονες τομείς της κοινοτικής παρέμβασης (36), βασίζονται σε τέσσερις πηγές αποδεικτικών στοιχείων:

α)

εξέταση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου που έχουν θεσπιστεί τόσο στα κοινοτικά θεσμικά όργανα όσο και στα κράτη μέλη και στις τρίτες χώρες,

β)

δειγματοληπτικός έλεγχος πράξεων σε κάθε τομέα μείζονος σημασίας μέσω της διενέργειας ελέγχων έως και σε επίπεδο τελικού δικαιούχου,

γ)

ανάλυση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων και των δηλώσεων των γενικών διευθυντών, καθώς και των διαδικασιών που εφαρμόσθηκαν για την εκπόνησή τους,

δ)

όπου είναι δυνατόν, εξέταση των εργασιών άλλων ελεγκτών ανεξάρτητων από τις κοινοτικές διαδικασίες διαχείρισης.

 

1.60.

Στόχος του ελέγχου των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου είναι η αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο διαχειρίζονται τους κινδύνους που συνδέονται με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Με τον έλεγχο των πράξεων επιδιώκεται η απόκτηση άμεσων αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα και η παροχή ενδείξεων σχετικά με την προέλευση, τη συχνότητα, τη φύση και την επίπτωση των σφαλμάτων που διαπιστώνονται. Τα αποτελέσματα του ελέγχου των πράξεων χρησιμοποιούνται για τη συμπλήρωση και τον εμπλουτισμό των συμπερασμάτων σχετικά με τα συστήματα. Οι πληροφορίες και από τις δύο αυτές πηγές χρησιμοποιούνται για τη διαμόρφωση συστάσεων για διορθωτικές ενέργειες. Σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα, το Συνέδριο λαμβάνει επίσης υπόψη τις «θέσεις» (management representations) που περιλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και τις δηλώσεις των γενικών διευθυντών, καθώς και στη συγκεφαλαιωτική έκθεσή τους, η οποία εγκρίνεται από την Επιτροπή. Τέλος, εξετάζονται οι εργασίες άλλων ελεγκτών (37) για την αξιολόγηση της πιθανής συνάφειας με τις ειδικές αξιολογήσεις.

 

Αποτελέσματα ελέγχου 2005

Συνεχιζόμενη αναγκαιότητα για αποτελεσματικότητα των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

1.61.

Όπως και στο παρελθόν, τα συμπεράσματα που συνάγονται από τις ειδικές αξιολογήσεις όσον αφορά τις διάφορες διαθέσιμες πηγές DAS είναι, σε γενικές γραμμές, συνεπή. Στους τομείς στους οποίους, σύμφωνα με τον έλεγχο του Συνεδρίου, εφαρμόζονται συστήματα εποπτείας και ελέγχου που επιτρέπουν την ικανοποιητική διαχείριση των κινδύνων, από τους ελέγχους τεκμηρίωσης του Συνεδρίου δεν προέκυψαν σημαντικές διαπιστώσεις όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (βλέπε τις παραγράφους 4.26 έως 4.30, 5.53, 9.19 και 10.20) και η αξιολόγηση από το Συνέδριο των δηλώσεων των γενικών διευθυντών και των κύριων διατακτών επιβεβαίωσε ότι δεν χρειάστηκε να διατυπωθούν καθόλου, ή μόνο ελάσσονος σημασίας, επιφυλάξεις (βλέπε τις παραγράφους 2.14 έως 2.19).

 

1.62.

Στους τομείς στους οποίους, σύμφωνα με την αξιολόγηση του Συνεδρίου, υπάρχουν μεν συστήματα εποπτείας και ελέγχου, αλλά η αποτελεσματικότητά τους όσον αφορά τη διαχείριση των συναφών κινδύνων πρέπει να βελτιωθεί, από τους ελέγχους τεκμηρίωσης του Συνεδρίου τείνουν να προκύπτουν ουσιώδεις διαπιστώσεις όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (βλέπε τις παραγράφους 5.52 έως 5.57, 6.38 έως 6.41, 7.28 και, ως προς τους φορείς υλοποίησης, τις παραγράφους 8.21 και 8.22). Περαιτέρω, η αξιολόγηση από το Συνέδριο των δηλώσεων των γενικών διευθυντών επιβεβαίωσε ότι είτε διατυπώθηκαν είτε θα έπρεπε, κατά την άποψη του Συνεδρίου, να έχουν διατυπωθεί σημαντικές επιφυλάξεις (βλέπε τις παραγράφους 2.14 έως 2.19).

1.62.

Ή Επιτροπή έχει λάβει μέτρα για τη διαχείριση των κινδύνων οι οποίοι συνδέονται με την από κοινού διαχείριση όσον αφορά το ελεγκτικό έργο, την εφαρμογή των σχεδίων δράσης στα κράτη μέλη για την αποκατάσταση των ελλείψεων των συστημάτων, τις δημοσιονομικές διορθώσεις, την καθοδήγηση σχετικά με τους ελέγχους καθοριστικής σημασίας, και τη βελτίωση της εκπόνησης εκθέσεων σχετικά με πορίσματα ελέγχου εθνικών ελεγκτών. Οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των Γενικών Διευθύνσεων που είναι αρμόδιες για τα διαρθρωτικά ταμεία παρουσιάζουν αυτά τα μέτρα και παρέχουν ενδείξεις βελτιώσεων που πραγματοποιήθηκαν στα συστήματα των κρατών μελών. Είναι εγγενές στο σύστημα της από κοινού διαχείρισης ότι ορισμένα σφάλματα και ελλείψεις διορθώνονται μόνο μετά από την επιστροφή των εν λόγω δαπανών. Η Επιτροπή παραπέμπει στις απαντήσεις της στις παρατηρήσεις του Συνεδρίου στις σημεία 2.8, 2.25 και 2.26.

Όπως αναφέρεται στην απάντηση στις σημεία 2.18-2.19, οι ενδιαφερόμενοι Γενικοί Διευθυντές θεώρησαν ότι η λειτουργία των εν ισχύει συστημάτων αποτελούσε στέρεα βάση για παροχή εύλογης βεβαιότητας σχετικά με τις δαπάνες για τις οποίες είναι υπεύθυνοι και διατύπωσαν επιφυλάξεις μόνο σε περίπτωση σημαντικών ελλείψεων που αποτελούσαν σημαντικό κίνδυνο για τον κοινοτικό προϋπολογισμό.

Όσον αφορά τους οργανισμούς υλοποίησης στον τομέα των εξωτερικών δράσεων, σας παραπέμπουμε στις απαντήσεις της Επιτροπής στις σημεία 8.20 και 8.21.

Πολυετής χαρακτήρας των κοινοτικών δραστηριοτήτων και διόρθωση σφαλμάτων

1.63.

Κατά τις συζητήσεις που αφορούν τις παρατηρήσεις στο πλαίσιο της DAS, λέγεται συχνά ότι οι αδυναμίες που διαπιστώνει το Συνέδριο σε επίπεδο υποκειμένων πράξεων έχουν μόνο προσωρινό αντίκτυπο και ότι η DAS δεν λαμβάνει υπόψη τον πολυετή χαρακτήρα ορισμένων κοινοτικών δραστηριοτήτων. Έτσι, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα σφάλματα κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις, κατά το κλείσιμο των επιχειρησιακών προγραμμάτων στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων και κατά τους ελέγχους κλεισίματος που αφορούν την αποκεντρωμένη διαχείριση.

1.63.

Η Επιτροπή προβάλλει το επιχείρημα ότι, στο πλαίσιο της από κοινού διαχείρισης, οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα υπόκεινται σε πολυετή κύκλο ελέγχου. Για τα διαρθρωτικά ταμεία, ο κύκλος αυτός αρχίζει με τις επαληθεύσεις πρώτου επιπέδου που διενεργούνται από τα κράτη μέλη και περατώνεται με τους εκ των υστέρων ελέγχους της Επιτροπής. Το γεγονός ότι το Συνέδριο διαπιστώνει σφάλματα στις πράξεις οι οποίες βρίσκονται σε ένα συγκεκριμένο σημείο του κύκλου ελέγχου δεν σημαίνει ότι το σύστημα ελέγχου δεν λειτουργεί αποτελεσματικά. Αυτό δεν σημαίνει, εντούτοις, υποτίμηση της εξαιρετικά μεγάλης σημασίας των επαληθεύσεων που διενεργούν οι διαχειριστές για τις σχετικές πράξεις στην πηγή πριν από τη δήλωση των δαπανών με σκοπό την επιστροφή και των προληπτικών μέτρων όπως είναι οι δραστηριότητες προσανατολισμού και πληροφόρησης.

1.64.

Σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 5 του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 42 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού (38), οι αποφάσεις αυτές και τα διορθωτικά μέτρα αποτελούν όντως σημαντικά συστατικά στοιχεία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής. Εντούτοις, οι αδυναμίες που εντοπίζονται με τους ελέγχους του Συνεδρίου καταδεικνύουν ότι οι «αποφάσεις συμφωνίας» στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των γεωργικών λογαριασμών, οι διαδικασίες κλεισίματος για τα επιχειρησιακά προγράμματα στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων και οι έλεγχοι κλεισίματος που αφορούν την αποκεντρωμένη διαχείριση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μηχανισμοί που εξασφαλίζουν την πρόληψη και τον έγκαιρο εντοπισμό και διόρθωση των σφαλμάτων (βλέπε τις παραγράφους 5.56 έως 5.57, 6.31 έως 6.37, 6.41, 7.21 έως 7.24 και 7.26 έως 7.28).

1.64.

Στόχος των αποφάσεων συμφωνίας για την εκκαθάριση των λογαριασμών είναι ο αποκλεισμός από την κοινοτική χρηματοδότηση των δαπανών οι οποίες δεν έχουν πραγματοποιηθεί με τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Οι αποφάσεις αυτές απευθύνονται στα κράτη μέλη και προστατεύουν τον φορολογούμενο της ΕΕ από τη χρηματοδότηση αχρεωστήτων δαπανών. Στο πλαίσιο της από κοινού διαχείρισης, η πρόληψη, ο εντοπισμός και η διόρθωση των σφαλμάτων στο επίπεδο του τελικού δικαιούχου υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Οι αποφάσεις εκκαθάρισης των λογαριασμών ενθαρρύνουν τα κράτη μέλη να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να εξασφαλίζουν ότι το ποσοστό σφαλμάτων διατηρείται σε ένα αποδεκτό επίπεδο και ότι οι εντοπιζόμενες παρατυπίες ανακτώνται. Τα συστήματα ελέγχου συνδυάζονται επίσης με την εφαρμογή αποτρεπτικών κυρώσεων όταν διαπιστώνονται σφάλματα από τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή πιστεύει ότι, στον τομέα των γεωργικών δαπανών, η αλυσίδα των ελέγχων που διενεργούνται από τα κράτη μέλη και από την Επιτροπή παρέχει επαρκή βεβαιότητα ως προς τον εντοπισμό και τη διόρθωση των σφαλμάτων (βλέπε απάντηση στις σημεία 5.56 και 5.58).

Για τα διαρθρωτικά ταμεία, επίσης, η διαδικασία κλεισίματος αποτελεί το τελευταίο στάδιο του κύκλου ελέγχου που επιτρέπει τη διόρθωση των σφαλμάτων κατά τη στιγμή της τελικής πληρωμής. Εντούτοις, το σύστημα ελέγχου δεν βασίζεται μόνο σε διαδικασίες κλεισίματος· ο κίνδυνος για τον προϋπολογισμό ελλείψεων σχετικά με τους ελέγχους πρώτου επιπέδου αντιμετωπίζεται από τις διαδικασίες πιστοποίησης των δαπανών, τον έλεγχο και τις δημοσιονομικές διορθώσεις εκ μέρους των κρατών μελών και της Επιτροπής που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της περιόδου υλοποίησης.

1.65.

Επιπλέον, οι αποφάσεις για οικονομικές διορθώσεις, που λαμβάνονται στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης και οι οποίες ορίζουν ανακτήσεις από τα κράτη μέλη που δεν δημιούργησαν ή/και δεν εφάρμοσαν αξιόπιστα συστήματα, δεν καθιστούν τις υποκείμενες πράξεις λιγότερο παράνομες/παράτυπες, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, δεδομένου ότι οι οικονομικές διορθώσεις που εφαρμόζονται απορρέουν από αδυναμίες των συστημάτων, δεν μπορούν να συνδεθούν άμεσα με σφάλματα σε επίπεδο υποκειμένων πράξεων. Η επιβολή οικονομικών διορθώσεων έχει ως συνέπεια τη μετακύλιση του κόστους των (απορριφθεισών) παράνομων/παράτυπων πράξεων από τον προϋπολογισμό της ΕΕ στους εθνικούς φορολογούμενους.

1.65.

Η διαδικασία εκκαθάρισης συμφωνίας δεν αποτελεί αυτή καθεαυτή μηχανισμό μέσω του οποίου ανακτώνται ποσά που έχουν καταβληθεί αντικανονικά στους δικαιούχους, δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή επικεντρώνεται στο σύστημα ελέγχων που θεσπίζονται από τα κράτη μέλη. Σε περίπτωση που, χάρη σ' αυτούς τους ελέγχους, εντοπίζονται παρατυπίες, η ευθύνη της ανάκτησης βαρύνει τα κράτη μέλη, όπως προβλέπεται ρητά στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005.

Το κατά πόσον το βάρος μιας δημοσιονομικής διόρθωσης βαρύνει τον τελικό δικαιούχο ή τον προϋπολογισμό του προγράμματος ή μετακυλείται στον φορολογούμενο σε εθνικό επίπεδο, εξαρτάται από την αιτία της διόρθωσης. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακτούν ποσά αχρεωστήτως καταβληθέντα εφόσον η ανάκτηση αυτή είναι εφικτή και ενδεδειγμένη. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τις διορθώσεις προβλέπουν ότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να κινήσει διαδικασίες παράβασης σε περίπτωση που τα κράτη μέλη δεν ανακτούν ποσά που αντιστοιχούν σε παρατυπίες, ακόμα και αν έχει πραγματοποιηθεί δημοσιονομική διόρθωση. Για σφάλματα τα οποία εντοπίζονται σε μεμονωμένες πράξεις και τα οποία αποδίδονται στον δικαιούχο, αναμένεται κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης από τον δικαιούχο. Σε περίπτωση που μια διόρθωση οφείλεται σε έλλειψη έγκαιρης διενέργειας ελέγχων εκ μέρους των κρατών μελών, πράγμα που συχνά συνιστά την αιτία των δημοσιονομικών διορθώσεων, το σφάλμα οφείλεται στο επίπεδο των αρχών και όχι σ' αυτό του τελικού δικαιούχου. Σε τέτοια περίπτωση, το χρηματικό βάρος της διόρθωσης μπορεί να βαρύνει μόνο τον προϋπολογισμό του κράτους μέλους.

Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι διορθώσεις αυτές αποκαθιστούν τη ζημία του προϋπολογισμού της ΕΕ για σφάλματα τα οποία έχουν επιπτώσεις στη νομιμότητα και την κανονικότητα των οικείων πράξεων.


(1)  Οι «οριστικοί ετήσιοι λογαριασμοί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» αποτελούν τον τόμο I των ετήσιων λογαριασμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 2005.

(2)  Οι λογιστικοί κανόνες που εξέδωσε ο υπόλογος της Επιτροπής είναι εμπνευσμένοι από τα διεθνή λογιστικά πρότυπα για το δημόσιο τομέα (IPSAS) που εκδίδει η Διεθνής Ομοσπονδία Λογιστών (International Federation of Accountants) ή, ελλείψει αυτών, από τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (IAS)/διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (IFRS) που εκδίδει το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων.

(3)  Οι «ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις» περιλαμβάνουν τον ισολογισμό, το λογαριασμό οικονομικού αποτελέσματος (συμπεριλαμβανομένων των αποσπασματικών πληροφοριών), τον πίνακα ταμειακών ροών και την κατάσταση μεταβολών του καθαρού ενεργητικού.

(4)  Τα σημαντικότερα νέα στοιχεία είναι η προχρηματοδότηση, οι πληρωτέοι λογαριασμοί και ο διαχωρισμός των οικονομικών ετών.

(5)  Βλέπε τις παραγράφους 1.51 και 1.52 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου σχετικά με το οικονομικό έτος 2004 καθώς και το κεφάλαιο 2 της παρούσας ετήσιας έκθεσης.

(6)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1).

(7)  Ανακοίνωση της Επιτροπής — Εκσυγχρονισμός του λογιστικού συστήματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [COM(2002) 755 τελικό της 17.12.2002].

(8)  Βλέπε την παράγραφο 1.8 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2002, την παράγραφο 1.25 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2003 και την παράγραφο 1.44 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2004.

(9)  Για παράδειγμα, στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών και στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ή στην Αυστραλία, στη Δανία, στη Γαλλία, στην Ισπανία, στη Σουηδία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

(10)  Το νέο σύνολο των 15 λογιστικών κανόνων που ενέκρινε ο υπόλογος της Επιτροπής βασίζονται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα του δημόσιου τομέα (International Public Sector Accounting Standards — IPSAS) και, για τις λογιστικές πράξεις που δεν καλύπτονται ακόμη από τα IPSAS, στα αντίστοιχα διεθνή λογιστικά πρότυπα (International Accounting Standards — IAS) / διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (International Financial Reporting Standards — IFRS).

(11)  Σύμφωνα με το άρθρο 59 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε όργανο καθορίζει στους εσωτερικούς διοικητικούς κανόνες του τους υπαλλήλους του ενδεδειγμένου επιπέδου στους οποίους μεταβιβάζει αρμοδιότητες διατάκτη για την εκτέλεση των εσόδων και των δαπανών, την έκταση των μεταβιβαζόμενων αρμοδιοτήτων και τη δυνατότητα των εξουσιοδοτούμενων να μεταβιβάσουν περαιτέρω τις αρμοδιότητές τους. Στην Επιτροπή, οι εν λόγω αρμοδιότητες μεταβιβάζονται συνήθως στους γενικούς διευθυντές και στους προϊσταμένους υπηρεσιών.

(12)  Στο πλαίσιο κάθε γενικής διεύθυνσης, ο διευθυντής πόρων είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση του διαθέσιμου προϋπολογισμού και τη διοίκηση του σχετικού ανθρώπινου δυναμικού. Διαθέτει συγκεκριμένες αρμοδιότητες για ζητήματα που αφορούν τον έλεγχο, τις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου, την οικονομική διαχείριση και τα σχετικά συστήματα πληροφόρησης.

(13)  Το ABAC Workflow είναι μια πληροφορική ενότητα η οποία αποτελεί το σημείο εισόδου για τα περισσότερα δεδομένα του προϋπολογισμού και της λογιστικής.

(14)  Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid, Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Υπηρεσία διαχείρισης και εκκαθάρισης ατομικών δικαιωμάτων και Γενικές Διευθύνσεις Πληροφορικής, Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Εξωτερικών Σχέσεων (βλέπε επίσης ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, παράγραφοι 1.38 έως 1.42.)

(15)  Γενικές Διευθύνσεις Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ισότητας Ευκαιριών, Επικοινωνίας, Περιφερειακής Πολιτικής και Έρευνας.

(16)  Ενίσχυση των ελέγχων προς υποστήριξη των λογιστικών πληροφοριών, προχρηματοδότηση, έγκαιρη καταχώριση των πράξεων, διαδικασίες διαχωρισμού των οικονομικών ετών, καθορισμός και τυποποίηση του ρόλου του ανταποκριτή σε θέματα λογιστικής, νομικά πρόσωπα, τοπικά συστήματα πληροφορικής, κατάρτιση, επιλογή των κωδικών αντικειμένων, αλλαγή φιλοσοφίας σε ένα περιβάλλον λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση και επικύρωση των αρχικών υπολοίπων.

(17)  Σύνδεση μεταξύ είσπραξης και της αντίστοιχης ανάληψης υποχρέωσης που δεν είναι υποχρεωτική στο ABAC, τιμολόγια και καταστάσεις προμηθευτών, λογιστικές εκθέσεις προερχόμενες από την εφαρμογή SAP και αντιστοίχηση μιας εγγύησης με την αντίστοιχη σύμβαση πλαίσιο κατά την καταχώρισή της στην εφαρμογή ABAC Guarantee.

(18)  Η επιφύλαξη του Γενικού Διευθυντή του Κοινού Κέντρου Ερευνών όσον αφορά την ασάφεια της φύσης ορισμένων τμημάτων του ισολογισμού και του οικονομικού αποτελέσματος καθώς και την ποιότητα των δεδομένων σε ορισμένες από τις σχετικές εγγραφές είναι κυρίως τεχνικής φύσης.

(19)  Η απόφαση αυτή βασίζεται στην «έννοια του ελέγχου» που περιλαμβάνεται στους κανόνες IPSAS.

(20)  Μολονότι ο λογιστικός κανόνας αριθ. 1 επεξηγεί τα διάφορα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για την ενοποίηση, οι λόγοι που το ΕΤΑ αποκλείστηκε από το πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δεν καθίστανται γνωστοί.

(21)  ΕΕ C 162 της 5.6.2001, σ. 1.

(22)  Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες και τις βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις, η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει τα αριθμητικά στοιχεία για το βιβλίο οφειλετών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) στις 31 Δεκεμβρίου, αντί να αναγράφει τα στοιχεία που προκύπτουν στο τέλος του οικονομικού έτους ΕΓΤΠΕ (ήτοι στις 15 Οκτωβρίου).

(23)  Βλέπε την παράγραφο 1.23 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2002, τις παραγράφους 1.10 στοιχείο ε), 1.14 και 1.15 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2003 και την παράγραφο 1.17 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2004.

(24)  Βλέπε την παράγραφο II στοιχείο δ) της δήλωσης αξιοπιστίας για το 2002 καθώς και την παράγραφο III των δηλώσεων αξιοπιστίας για το 2003 και το 2004.

(25)  Για την Επιτροπή το αρχικό συνολικό ποσό των προχρηματοδοτήσεων, πριν από την αφαίρεση των επιλέξιμων δαπανών ανερχόταν αρχικά σε 64 600 εκατομμύρια ευρώ.

(26)  Βλέπε τις παραγράφους 1.30 έως 1.32 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2004.

(27)  Ο έλεγχος επί της Γενικής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Πολιτισμού διενεργήθηκε από την υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής υπό την εποπτεία του Συνεδρίου.

(28)  Το αρχικό ακαθάριστο ποσό των τρεχουσών οφειλών, πριν από την αφαίρεση (μέρους) των τιμολογίων/καταστάσεων εξόδων που είχαν ήδη πληρωθεί, ανερχόταν σε 35 000 εκατομμύρια ευρώ περίπου, ποσό το οποίο μεταφέρθηκε στο νέο λογιστικό σύστημα στις αρχές του 2005.

(29)  Βλέπε τις παραγράφους 1.34 και 1.35 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2004.

(30)  Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθούν πληρωτέες επιβαρύνσεις που αφαιρέθηκαν από τις βραχυπρόθεσμες επιβαρύνσεις, ύψους 6 400 εκατομμυρίων ευρώ περίπου.

(31)  Η Επιτροπή κατάργησε την πρακτική που είχε επικριθεί από το Συνέδριο τα προηγούμενα χρόνια και αφορούσε τις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις των Κοινοτήτων, στο πλαίσιο της οποίας μια παράλληλη εγγραφή των απαιτήσεων και των οφειλών έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση της επίπτωσης στο οικονομικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι δεν εμφαίνει τη μεταβολή από έτος σε έτος [βλέπε τις παραγράφους 1.31 και 1.32 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2002, την παράγραφο 1.10 στοιχείο η) της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2003 και την παράγραφο 1.20 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2004].

(32)  Βλέπε τις παραγράφους 1.10 και 1.11 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2002, την παράγραφο 1.11 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2003 και τις παραγράφους 1.12 και 1.13 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2004.

(33)  Βλέπε κεφάλαιο 2 «Διαχείριση των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου», σημείο 2.2.2.1 «Δαπάνες δυνάμει του τμήματος “εγγυήσεων”»

(34)  Το Φεβρουάριο του 2006, το Συνέδριο ενέκρινε την αναθεώρηση της προσέγγισης DAS η οποία θα εφαρμοστεί για πρώτη φορά αναφορικά με το οικονομικό έτος 2006.

(35)  Γεωργία, διαρθρωτικές ενέργειες, εσωτερικές πολιτικές, εξωτερικές δράσεις, διοικητική λειτουργία και προενταξιακή στρατηγική.

(36)  Όσον αφορά τις δαπάνες, ο δημοσιονομικός κανονισμός διακρίνει μεταξύ των ακόλουθων περιπτώσεων (άρθρο 53): η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό κατά συγκεντρωτικό τρόπο (δαπάνες διοικητικής λειτουργίας και εσωτερικές πολιτικές)· η διαχείριση των πράξεων επιμερίζεται με τις εθνικές αρχές των κρατών μελών (ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις και διαρθρωτικά ταμεία)· η Επιτροπή αποκεντρώνει την εκτέλεση ορισμένων πτυχών των πράξεών της σε δικαιούχες χώρες αφού ασκήσει εκ των προτέρων έλεγχο (προενταξιακή στρατηγική) και η Επιτροπή μπορεί να διαχειρίζεται από κοινού ορισμένες πράξεις με διεθνείς οργανισμούς.

(37)  Ως «άλλοι ελεγκτές» νοούνται τα δημόσια ή ιδιωτικά πρόσωπα τα οποία καλούνται να παρέχουν ελεγκτική εκτίμηση για πράξεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, η υποχρέωση των οποίων όμως δεν πηγάζει από τους κοινοτικούς κανονισμούς.

(38)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 1).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Εσωτερικός έλεγχος της Επιτροπής

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή και εμβέλεια του ελέγχου

Διαπιστώσεις ελέγχου σχετικά με τις θέσεις (management representations) της Επιτροπής

Συγκεφαλαιωτική έκθεση της Επιτροπής

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών

Διαδικασία κατάρτισης

Δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών

Δείκτες

Διαπιστώσεις ελέγχου σχετικά με τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου

Γενικό συμπέρασμα και συστάσεις

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΒΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

2.1.

Όπως και κατά το παρελθόν, το Συνέδριο εξέτασε την πρόοδο που σημείωσε η Επιτροπή κατά την εφαρμογή των δημοσιονομικών πτυχών του προγράμματος της μεταρρύθμισής της. Ιδιαίτερα εξέτασε:

τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας των γενικών διευθυντών της Επιτροπής. Οι εκθέσεις αυτές δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε γενικός διευθυντής έχει εκπληρώσει τις ευθύνες του και περιλαμβάνουν εκτίμηση του βαθμού στον οποίο είναι νόμιμες και κανονικές οι δαπάνες για τις οποίες είναι αρμόδιος. Συνεπώς, η ποιότητα και η αξιοπιστία των εν λόγω εγγράφων είναι σημαντικά στοιχεία για να μπορεί η Επιτροπή να διαβεβαιωθεί ότι ανέλαβε ικανοποιητικά τις ευθύνες της για την εκτέλεση του προϋπολογισμού·

την «συγκεφαλαιωτική έκθεση» της Επιτροπής, η οποία περιλαμβάνει αξιολόγηση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής και η οποία καταρτίζεται με βάση τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας·

το σύστημα εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής.

 

2.2.

Το 2005 η Επιτροπή συνέχισε τις προσπάθειές της για να ενσωματωθεί η διαχείριση των κινδύνων (1) στις υπάρχουσες διαδικασίες προγραμματισμού και λήψης αποφάσεων με σκοπό να καθιερωθεί μία συνεκτική προσέγγιση και μία νοοτροπία διαχείρισης στις Γενικές Διευθύνσεις.

2.2.

Το 2005 υιοθετήθηκε από την Επιτροπή κοινό μεθοδολογικό πλαίσιο για τη διαχείριση των κινδύνων, μετά από αξιολόγηση των πιλοτικών φάσεων. Η διαδικασία εκπόνησης των ετήσιων σχεδίων διαχείρισης (AMP) (η οποία ξεκίνησε το 2005) των Γενικών Διευθύνσεων και υπηρεσιών της Επιτροπής περιέλαβε για πρώτη φορά αξιολόγηση των σημαντικών κινδύνων που απειλούν τους γενικούς στρατηγικούς στόχους των Γενικών Διευθύνσεων καθώς και επισκόπηση των αναγκαίων ελέγχων (είτε διενεργούνται ήδη είτε πρέπει να διενεργηθούν) για τον περιορισμό των κινδύνων αυτών.

2.3.

Στις 17 Ιανουαρίου 2006 η Επιτροπή ενέκρινε ένα «σχέδιο δράσης για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου» (2), το οποίο έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα της «αξιολόγησης των ελλείψεων» που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες της το 2005 για όλους τους τρόπους διαχείρισης του προϋπολογισμού (3). Το Συνέδριο θα αξιολογήσει το σχέδιο δράσης όταν θα έχουν εφαρμοστεί τα αντίστοιχα μέτρα και θα είναι δυνατό να αξιολογηθεί η επίπτωσή τους.

2.3.

Μολονότι η Επιτροπή εκτιμά την προσανατολισμένη προς τα αποτελέσματα προσέγγιση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το σχέδιο δράσης αντανακλά τις προσπάθειες που καταβάλλονται από την Επιτροπή για την ενίσχυση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της, ώστε να παρασχεθούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο επαρκή στοιχεία λογιστικού ελέγχου για την ικανοποιητική διαχείριση του κινδύνου σφάλματος. Οι δράσεις πρόκειται να εφαρμοστούν από τις Γενικές Διευθύνσεις και τις υπηρεσίες σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή θα ήθελε να λάβει την αξιολόγηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να κρίνει εάν το πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, όπως βελτιώνεται από τις προγραμματισμένες δράσεις, παρέχει επαρκή ασφάλεια, εφόσον εφαρμοστεί καταλλήλως.

2.4.

Tο Συνέδριο εξέτασε το βαθμό στον οποίο οι θέσεις (management representations), οι οποίες περιλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και στις δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών καθώς και στη συγκεφαλαιωτική έκθεση της Επιτροπής, επιβεβαιώνονται από τις διαπιστώσεις ελέγχου του Συνεδρίου και είναι συναφείς για τη DAS. Το Συνέδριο ανέλυσε επίσης την πρόοδο που σημειώθηκε στην εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου και αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών που καθιερώθηκαν και των μέσων που αναπτύχθηκαν προκειμένου να διασφαλιστεί η νομιμότητα και η κανονικότητα των πράξεων στις οποίες βασίζονται οι πληρωμές του προϋπολογισμού.

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ (MANAGEMENT REPRESENTATIONS) ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Συγκεφαλαιωτική έκθεση της Επιτροπής

2.5.

Για πρώτη φορά, η σύνοψη των ετησίων εκθέσεων δραστηριότητας για το 2005 χωρίστηκε σε δύο διαφορετικές εκθέσεις: η μία (4) πραγματεύεται τα πολιτικά επιτεύγματα κατά τη διάρκεια του 2005 ως προς την επίτευξη των στρατηγικών στόχων της Επιτροπής, και η άλλη (5) εξετάζει τη διαχείριση των Γενικών Διευθύνσεων και καθορίζει τα μέτρα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση των σημαντικών αδυναμιών στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου. Η Επιτροπή, υιοθετώντας την τελευταία έκθεση, αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη της ως προς τη διαχείριση που ασκούν οι γενικοί διευθυντές, βάσει της βεβαιότητας και των επιφυλάξεων που διατυπώνουν οι γενικοί διευθυντές στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητάς τους.

 

2.6.

Η Επιτροπή, στη συγκεφαλαίωσή της για τα επιτεύγματα, όσον αφορά τη διαχείριση του 2005, θεωρεί ότι «Συνολικά, … τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζονται, εντός των ορίων που περιγράφονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων του 2005, παρέχουν εύλογη βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των δραστηριοτήτων, για τις οποίες υπεύθυνη είναι η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 274 της συνθήκης ΕΚ. Ωστόσο, παραδέχεται ότι πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες ώστε να εκλείψουν ορισμένες αδυναμίες, ιδίως αυτές που τονίστηκαν στις επιφυλάξεις των εξουσιοδοτημένων διατακτών.»

 

2.7.

Οι εκτιμήσεις της Επιτροπής αντιστοιχούν από κάποιες απόψεις στην ανάλυση του Συνεδρίου, ιδιαίτερα όσον αφορά την ενίσχυση των κατευθυντηρίων γραμμών των ετησίων εκθέσεων δραστηριότητας (βλέπε παραγράφους 2.11 και 2.12) και την ανάγκη κατάρτισης δεικτών σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων και τη λειτουργία βασικών ελέγχων (βλέπε παραγράφους 2.13 και 2.20) για τη συνέχιση των προσπαθειών προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του εσωτερικού ελέγχου (βλέπε παραγράφους 2.21 έως 2.23) και για την περαιτέρω ενίσχυση των λογιστικών διαδικασιών και συστημάτων με σκοπό την βελτίωση των δημοσιονομικών πληροφοριών (βλέπε παραγράφους 1.5 έως 1.58).

 

2.8.

Ωστόσο, στους τομείς της κοινής γεωργικής πολιτικής, και των διαρθρωτικών ενεργειών, οι διαπιστώσεις ελέγχου του Συνεδρίου δείχνουν ότι είναι σκόπιμο να ληφθούν μέτρα πέρα από εκείνα που θεωρούνται αναγκαία από τους γενικούς διευθυντές προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η εύλογη βεβαιότητα που παρέχεται στις δηλώσεις οι οποίες συνοδεύουν τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας στηρίζεται αποτελεσματικά σε ενδεδειγμένα συστήματα εποπτείας και ελέγχου (βλέπε παραγράφους 2.18 έως 2.19).

2.8.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δράσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή κατά την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων εξασφαλίζουν ήδη σε ικανοποιητικό βαθμό την εύλογη ασφάλεια που διετύπωσαν οι γενικοί διευθυντές για τις δαπάνες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Δεδομένου ότι το έργο του λογιστικού ελέγχου πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας πολυετούς στρατηγικής, τα αποτελέσματα επιτρέπουν τη σταδιακή άνοδο του βαθμού ασφάλειας κάθε χρόνο όσον αφορά τα εθνικά συστήματα. Η ασφάλεια θα ενισχυθεί περαιτέρω, αφενός, με τα μέτρα που αποσκοπούν στην εξασφάλιση υψηλότερου βαθμού συμμόρφωσης και αποτελεσματικότερου ελέγχου στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης της Επιτροπής για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου και, αφετέρου, με τις βελτιώσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο για την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013.

2.9.

Tο Συνέδριο λαμβάνει υπόψη τη σημασία την οποία η Επιτροπή αποδίδει στην καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου εσωτερικού ελέγχου (βλέπε παράγραφο 2.3). Επιπλέον, το Συνέδριο εκτιμά το γεγονός ότι η Επιτροπή ενημέρωσε τους πολυετείς στόχους του σχεδίου δράσης της για το 2004 (6), αντιμετωπίζοντας τα σημαντικά διατομεακά θέματα που εντοπίστηκαν κατά το οικονομικό έτος 2005 και αναγνωρίζοντας ότι οι περισσότερες από τις διαπιστωθείσες αδυναμίες μπορούν να εξαλειφθούν μόνο μεσοπρόθεσμα (7).

 

2.10.

Το Συνέδριο θεωρεί ότι ένας από τους σημαντικότερους στόχους, που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή, είναι εκείνος της αναλογικότητας και του κόστους-αποδοτικότητας των ελέγχων. Στο πλαίσιο αυτό, η διαδικασία απλούστευσης των προγραμμάτων δαπανών στο πλαίσιο των δημοσιονομικών προοπτικών 2007-2013 (π.χ. μεγαλύτερη χρήση κατ’ αποκοπή ποσών και εφ’ άπαξ πληρωμών, απλούστευση κανόνων που εφαρμόζονται σε δημόσιες συμβάσεις και επιχορηγήσεις) και η χρησιμοποίηση πιστοποιητικών ελέγχου και δηλώσεων αξιοπιστίας από τρίτους που είναι υπεύθυνοι για τα καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ένα σημαντικό ρόλο.

 

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών

Διαδικασία κατάρτισης

2.11.

Οι κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής (8) κατάρτισαν μία εγκύκλιο (9) για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας του 2005 με σκοπό να απλουστευθεί και να βελτιωθεί η διαδικασία κατάρτισης και να παρασχεθούν κατευθυντήριες γραμμές για το όριο σημαντικότητας των αδυναμιών. Επιπλέον, η επανεξέταση από ομοτίμους (10) εξασφάλισε μια βελτίωση όσον αφορά το περιεχόμενο και την επίπτωση των επιφυλάξεων στην εύλογη βεβαιότητα (σημαντικότητα, εμβέλεια και ποσοτικός προσδιορισμός).

2.11.

Με τις συνεχείς της προσπάθειες για τη βελτίωση του περιεχομένου των δηλώσεων και για την παρακολούθηση της τήρησης των κανόνων στους οποίους βασίζονται, η Επιτροπή επιδιώκει να καταστήσει τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και τις ετήσιες δηλώσεις αποτελεσματικό εργαλείο διαχείρισης και αξιόπιστο δείκτη των αποτελεσμάτων που επέτυχε καθώς και της στρατηγικής που έχει χαράξει για την αντιμετώπιση των κινδύνων που έχει εντοπίσει, κατά τέτοιο τρόπο ώστε το Ελεγκτικό Συνέδριο να μπορεί να τις χρησιμοποιήσει ως βάση για τη δήλωση αξιοπιστίας.

2.12.

Το Συνέδριο φρονεί ότι τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή ενίσχυσαν τη διαδικασία κατάρτισης των ετησίων εκθέσεων δραστηριότητας, ιδιαίτερα όσον αφορά τον καθορισμό σαφών οδηγιών για την αξιολόγηση των σημαντικών αδυναμιών του συστήματος (11), οι οποίες συμπληρώνουν τις βασικές αρχές όσον αφορά τη σημαντικότητα (12). Εντούτοις, το Συνέδριο παρατηρεί ότι οι οδηγίες αυτές δεν ακολουθήθηκαν πλήρως σε ορισμένες περιπτώσεις (βλέπε παράγραφο 2.15).

2.12.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι, ιδιαίτερα κατά το 2005, σημειώθηκε σημαντική πρόοδος σε αυτόν τον τομέα, κυρίως μέσω της χάραξης κοινής προσέγγισης ως προς την έννοια της σημαντικότητας ανά «οικογένεια» στο μέρος 2 των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων βάσει της δήλωσης αξιοπιστίας και με την παρουσίαση στο μέρος 3 των χρησιμοποιούμενων κριτηρίων σημαντικότητας καθώς και του συνολικού αντικτύπου των επιφυλάξεων στη δήλωση αξιοπιστίας.

βλέπε επίσης την απάντηση που δίνεται στο σημείο 2.15.

2.13.

Επιπλέον, το Συνέδριο εκτιμά ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο για βελτίωση, ιδιαίτερα όσον αφορά την παρουσίαση δεικτών που έχουν άμεση σχέση με την νομιμότητα και την κανονικότητα. Παρά το γεγονός ότι οι Γενικοί Διευθυντές θα πρέπει να υποβάλουν συναφή βασικά αριθμητικά στοιχεία και δείκτες απόδοσης (συμπεριλαμβανομένης της νομιμότητας και της κανονικότητας) (13), δεν υπάρχει καμία ειδική ένδειξη για τα στοιχεία παρακολούθησης (δείκτες) τα οποία θα πρέπει να χρησιμοποιούνται (14).

2.13.

Στο πλαίσιο του καθοδηγητικού της ρόλου, η Επιτροπή προτίμησε να δώσει στις υπηρεσίες της περιθώρια ώστε να επιλέξουν οι ίδιες τα κύρια στοιχεία-κλειδιά και τους δείκτες επιδόσεων.

Η πλειονότητα των υπηρεσιών διαχείρισης των κοινοτικών προγραμμάτων παρουσίασε δείκτες νομιμότητας και κανονικότητας.

Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2004, διεξάγεται ήδη έργο εναρμόνισης με στόχο, αφενός, να εξασφαλισθεί μια συνεπής προσέγγιση ανά οικογένεια και, αφετέρου, να καταστούν οι δείκτες αυτοί αποτελεσματικά εργαλεία διαχείρισης, τα οποία θα λαμβάνουν υπόψη τη συγκεκριμένη φύση των δραστηριοτήτων.

Δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών

2.14.

Οι Γενικοί Διευθυντές στις δηλώσεις τους, οι οποίες επισυνάπτονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας, αναφέρουν ότι οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζονται παρέχουν εύλογη βεβαιότητα ότι οι υποκείμενες πράξεις είναι νόμιμες και κανονικές. Σε περίπτωση σημαντικών αδυναμιών εσωτερικού ελέγχου ή παρατυπιών, οι δηλώσεις τους συνοδεύονται από επιφυλάξεις (15).

 

2.15.

Η ανάλυση των δηλώσεων των Γενικών Διευθυντών από το Συνέδριο για το οικονομικό έτος 2005 δείχνει ότι ο καθορισμός των κριτηρίων σημαντικότητας, καθώς και ο τρόπος εφαρμογή τους για τη διατύπωση των επιφυλάξεων θα πρέπει μερικές φορές να αποσαφηνίζονται περισσότερο. Παραδείγματος χάρη, σε ορισμένες περιπτώσεις (16) τα επιλεγέντα κριτήρια (ποιοτικά ή/και ποσοτικά) και σε άλλες περιπτώσεις (17) ο οικονομικός αντίκτυπος των επιφυλάξεων θα μπορούσαν να καθορίζονται καλύτερα.

2.15.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι υπηρεσίες ακολούθησαν τις κατευθυντήριες γραμμές που περιλαμβάνονται στην εγκύκλιο για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και στην ανακοίνωση COM(2003) 28 που περιέχει μεθοδολογικές διευκρινίσεις σχετικά με την εκπόνηση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας. Το ζήτημα της σημαντικότητας εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την κρίση του εξουσιοδοτημένου διατάκτη και από τις δεσμεύσεις έναντι των εμπλεκομένων μερών. Η σημαντικότητα μιας ανεπάρκειας εξετάζεται με ποσοτικά ή/και ποιοτικά κριτήρια. Σε περίπτωση συστημικής ανεπάρκειας, ποιοτικά στοιχεία μπορούν επίσης να οδηγήσουν στη διατύπωση επιφύλαξης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις που ανέφερε το Συνέδριο, τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν και τα στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να βασιστεί μια επιφύλαξη εκτίθενται στο μέρος 3 της ετήσιας έκθεσης δραστηριότητας και αφορούν γενικά ποιοτικά κριτήρια (μολονότι, από ποσοτικής άποψης, ο υπολογιζόμενος οικονομικός αντίκτυπος είναι κατώτερος στα ποσοτικά κριτήρια).

2.16.

Όλοι οι Γενικοί Διευθυντές ανέφεραν ότι είχαν αποκομίσει εύλογη βεβαιότητα ότι οι πόροι που διατέθηκαν σ’ αυτούς είχαν χρησιμοποιηθεί για τους καθορισμένους σκοπούς και ότι οι εσωτερικοί έλεγχοι τους οποίους είχαν καθιερώσει εξασφάλισαν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Το Συνέδριο παρατηρεί ότι 21 από τις 40 δηλώσεις περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες επιφυλάξεις.

2.16.

Η διατύπωση επιφυλάξεων για τη δήλωση αξιοπιστίας των γενικών διευθυντών αποτελεί λογική απόρροια του σκεπτικού που εκτίθεται στα μέρη 2 (βάσεις της δήλωσης αξιοπιστίας) και 3 (εφαρμοζόμενα κριτήρια σημαντικότητας, οι επιφυλάξεις και ο συνολικός τους αντίκτυπος στη δήλωση αξιοπιστίας), γεγονός που εξασφαλίζει ενιαία προσέγγιση μεταξύ της ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων, της δήλωση αξιοπιστίας και των επιφυλάξεων.

Ως εκ τούτου, όλοι οι εξουσιοδοτημένοι διατάκτες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι σε θέση να δώσουν εύλογη διαβεβαίωση αξιοπιστίας.

2.17.

Ο συνολικός αριθμός των επιφυλάξεων παρέμεινε βασικά αμετάβλητος από το 2004 (32) έως το 2005 (31). Η πλειοψηφία (18) αφορά αδυναμίες που ήδη επισημάνθηκαν το 2004 (18). Οι σημαντικότερες επιφυλάξεις στο πλαίσιο της DAS παρουσιάζονται στον  πίνακα 2.1 .

2.17.

Η Επιτροπή γνωρίζει ότι οι περισσότερες επιφυλάξεις διατυπώνονται επανειλημμένως. Μάλιστα, στη συγκεφαλαιωτική έκθεση που εκπόνησε για το 2005, ανέλυσε τους διάφορους τύπους επαναλαμβανόμενων επιφυλάξεων (επιφυλάξεις που αφορούν πρόβλημα το οποίο επιλύεται, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες από τρίτους, επιφυλάξεις σχετικά με διαρθρωτικά προβλήματα, επιφυλάξεις σχετικά με αδυναμίες οι οποίες έχουν επιπτώσεις σε δραστηριότητες που πραγματοποιούνται εκτός των κεντρικών υπηρεσιών).

Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή θα μεριμνήσει ώστε οι σχετικοί γενικοί διευθυντές να λάβουν μέσα στο 2006 τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων.

2.18.

Σε σύγκριση με το 2004 (19), το Συνέδριο παρατηρεί γενικά βελτίωση στην ποιότητα της αξιολόγησης της λειτουργίας των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου και του συνολικού αντίκτυπου των σχετικών επιφυλάξεων για τη βεβαιότητα που δόθηκε στις δηλώσεις. Εντούτοις, το Συνέδριο θεωρεί ότι ορισμένες (σημαντικές) αδυναμίες, που επισημάνθηκαν από τους ελέγχους του (20), θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί ως επιφυλάξεις στις δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών (βλέπε πίνακα 2.1 και παράγραφοι 6.38 έως 6.40 και 7.17).

2.18.

Οι σχετικές Γενικές Διευθύνσεις, οι οποίες διαχειρίζονται το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού, θεωρούν ότι τα συστήματα που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο των δαπανών, αποτελούν καλή βάση για τη δήλωση αξιοπιστίας που καλούνται να υποβάλουν. Εξέφρασαν επιφυλάξεις στις δηλώσεις αξιοπιστίας τους στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν συγκεντρώσει στο πλαίσιο του λογιστικού ελέγχου που διενήργησαν οι ίδιες και τα κράτη μέλη για τη λειτουργία των συστημάτων, υπήρχαν σημαντικές ανεπάρκειες οι οποίες αποτελούσαν ουσιαστικό κίνδυνο για τον κοινοτικό προϋπολογισμό και οι οποίες δεν θα μπορούσε να αντιμετωπισθούν ικανοποιητικά μέσω των κανονικών διορθωτικών μηχανισμών του συστήματος ελέγχου. Σε περίπτωση που ήταν δυνατή η κατάλληλη αντιμετώπιση ενός τέτοιου κινδύνου, ο γενικός διευθυντής θεώρησε ότι υπήρχε βεβαιότητα και δεν ήταν, επομένως, αναγκαίο να εκφράσει επιφύλαξη.

Η προσέγγιση αυτή ήταν απολύτως σύμφωνη με την εγκύκλιο για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων για το 2005 [SEC(2005) 1533]. Όπως υπενθυμίζεται και στο σημείο 2.2 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης του 2005: «η ύπαρξη κινδύνου δεν δικαιολογεί απαραιτήτως μια επιφύλαξη, εκτός εάν ένα πρόβλημα είχε πράγματι προκύψει κατά το έτος που καλύπτει η έκθεση ή το σύστημα ελέγχου δεν μπορούσε να εμποδίσει καταστάσεις με σημαντικό αντίκτυπο».

Η Επιτροπή παραπέμπει ιδιαίτερα στις απαντήσεις της στα σημεία 6.39 έως 6.40 και 7.17.

Πίνακας 2.1 — Εξέλιξη των αποδεικτικών στοιχείων που περιέχονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας των Γενικών Διευθύνσεων για τη δήλωση αξιοπιστίας του Συνεδρίου

Τομέας

Σημαντικότερες επιφυλάξεις των Γενικών Διευθυντών

(περιλαμβανόμενες στις δηλώσεις)

2003

2004

2005

 

Αντίκτυπος των σημαντικότερων αυτών επιφυλάξεων στη βεβαιότητα του Γενικού Διευθυντή κατά την άποψη του Συνεδρίου (21)

Eξέλιξη (23) 2004-2005

Λοιπές σημαντικές αδυναμίες που αποκαλύφθηκαν από τον έλεγχο του Συνεδρίου και/ή της Επιτροπής (δεν περιλαμβάνονται στις δηλώσεις)

2003

2004

2005

 

Αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας για τα συμπεράσματα ελέγχου του Συνεδρίου (22)

Εξέλιξη (23) 2004-2005

2003

2004

2005

2003

2004

2005

Ίδιοι πόροι

Παρακολούθηση της εφαρμογής των προτιμησιακών καθεστώτων

×

 

 

 

B

A

A

=

/

 

 

 

 

A

A

A

=

Εισαγωγή ρυζιού μπασμάτι

×

 

 

Βόειο κρέας «Hilton»

×

×

×

Κοινή γεωργική πολιτική

Διεθνές συμβούλιο ελαιολάδου

×

 

 

 

B

B

B

=

Ανεπαρκής συνυπολογισμός των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου για τις πράξεις του τρέχοντος οικονομικού έτους

×

 

 

 

C

C

B (25)

C (26)

+

ΟΣΔΕ Ελλάδος

×

×

×

Περιορισμένη εμβέλεια των δράσεων παρακολούθησης της Επιτροπής και συσσώρευση ελλιπών ελέγχων στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89

 

×

Διαρθρωτικές ενέργειες

ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός: συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη (2000-2006)

×

×

 

 

C

B

B

+

Κίνδυνοι σχετικά με το κλείσιμο της περιόδου προγραμματισμού 1994-1999 και/ή σημαντικές αδυναμίες κατά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2064/97 (σημεία 6.39 και 6.40)

×

×

×

 

C

C

C

=

ΕΚΤ: συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη (2000-2006)

×

×

×

(Ηνωμένο Βασίλειο)

Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη (2000/2006) για πολλά προγράμματα (24) (σημείο 6.39)

 

 

×

ΧΜΠΑ: συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη (2000/2006)

×

×

(Ιταλία)

 

 

 

 

 

ΕΤΠΑ: συστήματα διαχείρισης και ελέγχου (2000/2006)

×

(Ελλάδα και Ισπανία)

×

(Ελλάδα)

×

(Ηνωμένο Βασίλειο και Ισπανία)

 

 

 

 

Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των URBAN και INTERREG (2000/2006)

×

 

 

 

 

 

 

Ταμείο Συνοχής: συστήματα διαχείρισης και ελέγχου (2000/2006)

×

(Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία)

×

(Ελλάδα)

×

(Ισπανία)

 

 

 

 

Εσωτερικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας

[Προκαταρκτικοί έλεγχοι στο πλαίσιο της έμμεσης κεντρικής διαχείρισης (άρθρο 35 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού)] — Ανεπαρκής βεβαιότητα σχετικά με τη διαχείριση μέσω των εθνικών υπηρεσιών

×

 

×

 

B

B

B

=

Κίνδυνοι σχετικά με τη συστηματική υπέρβαση της προθεσμίας πληρωμής στον τομέα της έρευνας (24)

×

 

 

 

B

B

B

=

Επιτόπιοι έλεγχοι

×

×

×

Προκαταρκτικοί έλεγχοι στο πλαίσιο της έμμεσης κεντρικής διαχείρισης (άρθρο 35 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού) (24)

 

×

 

Συχνότητα σφαλμάτων (επιλεξιμότητα) στις δηλώσεις εξόδων για τις συμβάσεις έρευνας

×

×

×

(5ο πρόγραμμα πλαίσιο)

Συχνότητα σφαλμάτων στον τομέα της δημόσιας υγείας

 

×

 

Αδυναμίες του συστήματος διαχείρισης του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες

 

×

(Ηνωμένο Βασίλειο και Λουξεμβούργο)

×

(Ηνωμένο Βασίλειο)

Συχνότητα σφαλμάτων στο 6ο πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας (24) (σημείο 7.17)

 

 

×

Εξωτερικές δράσεις

Εταιρική σχέση με μη κυβερνητική οργάνωση

×

 

 

 

B

A

A

+

Τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου για τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων σε επίπεδο φορέων υλοποίησης χρήζουν περαιτέρω βελτίωσης προκειμένου να καταστούν πλήρως λειτουργικά

×

×

 

 

C

C

B

+

Μη τήρηση των διαδικασιών ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων από ανθρωπιστική οργάνωση

 

×

 

 

 

 

Νομικό καθεστώς και αρμοδιότητα του συμβατικού εταίρου στο πλαίσιο της εφαρμογής της συμμετοχής της ΕΕ στο κλιμάκιο IV της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών για την προσωρινή διοίκηση του Κοσσυφοπεδίου

 

 

×

 

 

 

Προενταξιακή στρατηγική

ISPA: συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

×

×

(Ρουμανία)

 

 

C

B

A

+

Κίνδυνος να μην ανταπεξέλθουν ορισμένες υποψήφιες χώρες στις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τη συγχρηματοδότηση (24)

×

 

 

 

B

B

A

+

PHARE: Εγγενείς κίνδυνοι στα αποκεντρωμένα συστήματα, παραλείψεις στον έλεγχο των συστημάτων και πράξεων

×

×

(Ρουμανία καιΒουλγαρία)

 

 

Δαπάνες διοικητικής λειτουργίας

Εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου στις αντιπροσωπείες της ΕΕ

×

×

×

 

A

A

A

=

/

 

 

 

 

B

A

A

=

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο.

2.19.

Παρά την ενίσχυση της διαδικασίας κατάρτισης (βλέπε παράγραφοι 2.11 έως 2.13), το Συνέδριο θεωρεί ότι ορισμένες ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας (27) δεν παρέχουν ακόμη επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη δήλωση αξιοπιστίας του (βλέπε παράγραφοι 2.15 και 2.18).

2.19.

Οι σχετικοί γενικοί διευθυντές και προϊστάμενοι των υπηρεσιών επιβεβαίωσαν την ορθότητα των στοιχείων βάσει των οποίων χορηγούνται οι δηλώσεις αξιοπιστίας (μέρος 2 των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων) και, με τρόπο ρητό, τις επιπτώσεις των διατυπωθεισών επιφυλάξεων στην εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά τη χρήση των πόρων και τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δραστηριοτήτων. Όλοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στον τομέα αυτό υπάρχει επαρκής βεβαιότητα.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας θα μπορούσαν επίσης να χρησιμεύσουν ως ένα στοιχείο, μεταξύ άλλων, το οποίο θα δώσει στο Συνέδριο περισσότερη βεβαιότητα από αυτή που διαφαίνεται στην αξιολόγηση στον πίνακα 2.1. Για αυτούς τους λόγους, και οι τρεις Γενικές Διευθύνσεις που αναφέρθηκαν από το Συνέδριο, οι οποίες διαχειρίζονται το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού, θεώρησαν ότι οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητάς τους καταδεικνύουν σαφώς τη βάση στην οποία παρέχονται οι δηλώσεις αξιοπιστίας του Γενικού Διευθυντή.

Δείκτες

2.20.

Το Συνέδριο παρατηρεί ότι ορισμένες (28) Γενικές Διευθύνσεις παρουσιάζουν δείκτες νομιμότητας και κανονικότητας στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητάς τους για το 2005. Εντούτοις, αυτά τα στοιχεία παρακολούθησης θα μπορούσαν να σχεδιάζονται και να χρησιμοποιούνται καλύτερα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής για τον καθορισμό της ποιότητας των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, καθώς και της νομιμότητας και της κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων.

2.20.

Η πλειονότητα των υπηρεσιών που διαχειρίζονται κοινοτικά προγράμματα παρουσίασε δείκτες νομιμότητας και κανονικότητας. Οι υπηρεσίες εξέθεσαν, εξάλλου, στο μέρος 2 των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων τους τα στοιχεία στα οποία βασίζεται η δήλωση αξιοπιστίας τους.

Η Επιτροπή προσπαθεί να βελτιώσει τους δείκτες παρακολούθησης που εφαρμόζει. Επιπλέον, ακολουθώντας τα συμπεράσματα της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2004, έχει αρχίσει μια προσπάθεια εναρμόνισης των δεικτών νομιμότητας και κανονικότητας με στόχο, αφενός, να εξασφαλισθεί μια συνεπής προσέγγιση ανά οικογένεια και, αφετέρου, να καταστούν οι δείκτες αυτοί αποτελεσματικά εργαλεία διαχείρισης, τα οποία θα λαμβάνουν υπόψη τη συγκεκριμένη φύση των δραστηριοτήτων.

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

2.21.

Το Συνέδριο εξέτασε την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου (29) σε 14 (30) υπηρεσίες της Επιτροπής με σκοπό να αξιολογηθεί ο βαθμός εφαρμογής των ελάχιστων (βασικών) απαιτήσεων, αλλά επίσης και να αξιολογηθεί ο βαθμός στον οποίο τα πρότυπα συνέβαλαν για την διασφάλιση της νομιμότητας και της κανονικότητας των πράξεων. Ο άμεσος και απευθείας αντίκτυπος των προτύπων εσωτερικού ελέγχου ποικίλλει, ανάλογα με τον τρόπο διαχείρισης που εφαρμόζεται για την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της γεωργίας και των διαρθρωτικών ταμείων, όπου η καθημερινή διαχείριση ασκείται από εθνικές ή περιφερειακές αρχές, οι εσωτερικοί έλεγχοι της Επιτροπής περιλαμβάνουν την επίβλεψη των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη.

2.21.

Σε αυτή τη λογική εγγράφεται και το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου.

2.22.

Η «επισκόπηση σχετικά με την κατάσταση του εσωτερικού ελέγχου στις ΓΔ και υπηρεσίες της Επιτροπής το 2005» (Overview of the state of the internal control in the Commision DG and services in 2005) (31), την οποία υπέβαλε η Γενική Διεύθυνση του Προϋπολογισμού, δείχνει ότι για το οικονομικό έτος 2005 οι Γενικές Διευθύνσεις τήρησαν κατά μέσο όρο το 95 % των βασικών απαιτήσεων. Δεδομένου ότι οι βασικές απαιτήσεις παρέμειναν βασικά αμετάβλητες (32), το Συνέδριο διαπιστώνει μικρή αύξηση του βαθμού συμφωνίας με τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου σε σχέση με το 2004 (93 %). Η ανάλυση της εφαρμογής των προτύπων εσωτερικού ελέγχου που πραγματοποίησε το Συνέδριο γενικά είναι συνεπής με την αξιολόγηση της Επιτροπής και παρουσιάζεται στον πίνακα 2.2 .

 

2.23.

Παρά το υψηλό αυτό επίπεδο συμφωνίας με τις βασικές απαιτήσεις, η εξέταση του Συνεδρίου που πραγματοποίησε στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και τα αποτελέσματα ελέγχου αποκαλύπτουν ότι στην πλειοψηφία (33) των Γενικών Διευθύνσεων που ελέγχθηκαν η αποτελεσματικότητα ορισμένων στοιχείων εσωτερικού ελέγχου (34) θα μπορούσε να βελτιωθεί περισσότερο, με σκοπό να συμβάλει στη βελτίωση της νομιμότητας και κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων. Η ανάλυση αυτή συμβαδίζει με την αξιολόγηση της Επιτροπής που παρουσιάζεται στην «επισκόπηση της κατάστασης εσωτερικού ελέγχου» και με την ετήσια έκθεση της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής (35).

2.23.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι έχουν μεν δημιουργηθεί οι δομές εσωτερικού ελέγχου των υπηρεσιών της, αλλά οι Γενικές Διευθύνσεις πρέπει να προσαρμόζουν συνεχώς τα συστήματά τους ώστε να εξασφαλίζεται η αποδοτική και αποτελεσματική διαχείριση και ο έλεγχος. Οι τομείς στους οποίους δίνεται ιδιαίτερη έμφαση είναι ο καθορισμός των στόχων και των δεικτών, η χάραξη μιας δυναμικής στρατηγικής εσωτερικού ελέγχου, η εξασφάλιση της συνέχειας και των δεξιοτήτων του προσωπικού στο πλαίσιο της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, η υποβολή εκθέσεων για την υποχρέωση λογοδοσίας, καθώς και η ενίσχυση των εκ των προτέρων ελέγχων.

Πίνακας 2.2 — Ανάλυση του Συνεδρίου σχετικά με την εφαρμογή (τήρηση) των προτύπων εσωτερικού ελέγχου (με άμεση σχέση με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων για τις κυριότερες γενικές διευθύνσεις (κατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου 2005)

Γενική Διεύθυνση ή υπηρεσία

Εκτέλεση πιστώσεων πληρωμών κατά τομέα πολιτικής το 2005

(εκατομμύρια ευρώ)

Πρότυπο 11

«Ανάλυση κινδύνου και διαχείριση»

Πρότυπο 12

«Κατάλληλες πληροφορίες διαχείρισης»

Πρότυπο 14

«Επισήμανση ανωμαλιών»

Πρότυπο 17

«Εποπτεία»

Πρότυπο 18

«Καταγραφή των εξαιρέσεων»

Πρότυπο 20

«Καταγραφή και αντιμετώπιση αδυναμιών εσωτερικού ελέγχου»

Πρότυπο 21

«Εκθέσεις ελέγχου»

Πρότυπο 22

«Κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου»

2003

2004

2005

2003

2004

2005

2003

2004

2005

2003

2004

2005

2003

2004

2005

2003

2004

2005

2003

2004

2005

2003

2004

2005

Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη

52 737

A

A

A

A

A

A

A

A

A

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

EuropeAid

3 165

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Προϋπολογισμός

1 371

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Ανταγωνισμός

90

A

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

B

A

A

A

A

A

A

Εκπαίδευση και Πολιτισμός

1 003

B

A

A

B

A

B

A

A

A

B

B

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Οικονομικές και Χρηματοδοτικές Υποθέσεις

357

B

B

A

B

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Διεύρυνση

1 903

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

B

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Απασχόληση, Κοινωνικές Υποθέσεις και Ισότητα Ευκαιριών

9 756

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Επιχειρήσεις και Βιομηχανία

305

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Eurostat

111

B

B

A

B

A

A

A

A

A

B

B

A

B

B

B

B

B

B

A

A

A

A

B

A

Αλιεία και Θάλασσα

819

A

B

A

A

B

A

A

A

A

B

B

A

A

A

A

A

B

A

A

A

A

B

B

A

Κοινωνία της Πληροφορίας και Μέσα Επικοινωνίας

1 227

B

A

A

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

B

A

A

A

A

A

A

A

A

Περιφερειακή Πολιτική

19 982

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Έρευνα

3 015

A

A

A

B

B

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Αξιολόγηση:

A: Τήρηση των βασικών απαιτήσεων.

B: Μερική τήρηση των βασικών απαιτήσεων.

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο.

ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

2.24.

Το Συνέδριο διαπιστώνει ότι το σύστημα εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής συνέχισε να βελτιώνεται κατά το οικονομικό έτος 2005. Το σχέδιο δράσης για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου αποτελεί πρόοδο στο πλαίσιο του χάρτη πορείας (36). Το Συνέδριο θα αξιολογήσει τα αποτελέσματά του όταν θα έχουν εφαρμοστεί τα σχετικά μέτρα και θα είναι δυνατό να εκτιμηθεί ο αντίκτυπός τους.

2.24.

Μολονότι η Επιτροπή εκτιμά την προσανατολισμένη προς τα αποτελέσματα προσέγγιση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το σχέδιο δράσης αντανακλά τις προσπάθειες που καταβάλλονται από την Επιτροπή για την ενίσχυση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της, ώστε να παρασχεθούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο επαρκή στοιχεία λογιστικού ελέγχου για την ικανοποιητική διαχείριση του κινδύνου σφάλματος. Οι δράσεις πρόκειται να εφαρμοστούν από τις Γενικές Διευθύνσεις και τις υπηρεσίες σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή θα ήθελε να λάβει την αξιολόγηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να κρίνει εάν το πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, όπως βελτιώνεται από τις προγραμματισμένες δράσεις, παρέχει επαρκή ασφάλεια, εφόσον εφαρμοστεί καταλλήλως.

2.25.

Παρά την πρόοδο που σημείωσε η Επιτροπή κατά την ενίσχυση των ετησίων εκθέσεων δραστηριότητας ως μέσου βελτίωσης της λογοδοσίας και της κοινοποίησης, οι έλεγχοι του Συνεδρίου αποκάλυψαν σημαντικές αδυναμίες στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου σε αρκετούς τομείς των δημοσιονομικών προοπτικών (37), οι οποίες δεν είχαν ληφθεί υπόψη στις (ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και) στις δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών.

2.25.

Οι Γενικές Διευθύνσεις που είναι αρμόδιες για τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις αξιολόγησαν τις διαβεβαιώσεις που υποβλήθηκαν από τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη βάσει πληροφοριών οι οποίες συγκεντρώθηκαν από τον εσωτερικό έλεγχο που διενήργησαν αυτές και τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα μέσα που διαθέτουν για τη διαχείριση του κινδύνου αντικανονικών πληρωμών.

Οι αρμόδιες Γενικές Διευθύνσεις, μέσω του εσωτερικού ελέγχου που διενήργησαν, εντόπισαν σε ορισμένα κράτη μέλη ανεπάρκειες παρόμοιες με αυτές που διαπίστωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο και, στο πλαίσιο του εποπτικού ρόλου τους, μεριμνούν ώστε να αντιμετωπίζεται επαρκώς ο κίνδυνος για τους κοινοτικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής μηχανισμών δημοσιονομικής διόρθωσης εφόσον κρίνεται σκόπιμο. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το στοιχείο αυτό αποτελεί ένδειξη της αποτελεσματικότητας με την οποία ασκεί τον εποπτικό ρόλο της.

2.26.

Tο Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή να συνεχίσει τις προσπάθειές της με σκοπό να ενισχύσει τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου των Γενικών Διευθύνσεών της δίνοντας έμφαση στους ακόλουθους τομείς:

2.26.

 

α)

φροντίζοντας για την πλήρη εφαρμογή των οδηγιών σχετικά με τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας των κεντρικών υπηρεσιών, ιδίως όσον αφορά τη σημαντικότητα και την επίπτωση των επιφυλάξεων στις δηλώσεις·

α)

Οι σχετικές Γενικές Διευθύνσεις, οι οποίες διαχειρίζονται το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού, θεωρούν ότι τα συστήματα που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο των δαπανών, αποτελούν καλή βάση για τη δήλωση αξιοπιστίας που καλούνται να υποβάλουν. Εξέφρασαν επιφυλάξεις στις δηλώσεις αξιοπιστίας τους στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν συγκεντρώσει στο πλαίσιο του λογιστικού ελέγχου που διενήργησαν οι ίδιες και τα κράτη μέλη για τη λειτουργία των συστημάτων, υπήρχαν σημαντικές ανεπάρκειες οι οποίες αποτελούσαν ουσιαστικό κίνδυνο για τον κοινοτικό προϋπολογισμό και οι οποίες δεν θα μπορούσε να αντιμετωπισθούν ικανοποιητικά μέσω των κανονικών διορθωτικών μηχανισμών του συστήματος ελέγχου. Σε περίπτωση που ήταν δυνατή η κατάλληλη αντιμετώπιση ενός τέτοιου κινδύνου, ο γενικός διευθυντής θεώρησε ότι υπήρχε βεβαιότητα και δεν ήταν, επομένως, αναγκαίο να εκφράσει επιφύλαξη.

β)

βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου με συστηματική ανάλυση των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί·

β)

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι μπορούν ανά πάσα στιγμή να πραγματοποιηθούν βελτιώσεις στον εσωτερικό έλεγχο και καταβάλλονται συνεχώς περαιτέρω προσπάθειες σε αυτόν τον τομέα. Η αποτελεσματικότητα των εσωτερικών ελέγχων, εντούτοις, εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος από τις ποιοτικές αξιολογήσεις, οι οποίες δεν είναι πάντοτε σκόπιμο να περιορίζονται σε δείκτες και μόνον.

γ)

καταρτίζοντας ειδικούς δείκτες σχετικά με την αποτελεσματική λειτουργία των βασικών ελέγχων και της νομιμότητας και κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων για να μπορεί να εκτιμηθεί χρονικά η βελτίωση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου.

γ)

Η Επιτροπή ασχολείται αυτήν την περίοδο με τη δράση που περιλαμβάνεται στη συγκεφαλαιωτική έκθεση του 2004 και αφορά τους στόχους και τους δείκτες αποσκοπώντας στην ανάλυση και τον προσδιορισμό των σχετικών στόχων και δεικτών για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δραστηριοτήτων. Επιπλέον, οι δράσεις που προτείνονται στο πλαίσιο του «σχεδίου δράσης της Επιτροπής για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου» [COM(2006) 9] πρέπει στο μέλλον να προβλέπουν τη βελτιωμένη παρουσίαση των βασικών ελέγχων που διενεργούνται προς επίρρωση της εύλογης βεβαιότητας.


(1)  Η εν λόγω ενέργεια προβλέπεται στη συγκεφαλαίωση του 2004 (πολυετής στόχος αριθ. 3). Βλέπε παράρτημα 1 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης του 2004 [COM(2005) 256 τελικό της 15.6.2005] και μνημόνιο προς την Επιτροπή: «Towards an effective and coherent risk management in the Commission services» (Για μια αποτελεσματική και συνεκτική διαχείριση κινδύνου στις υπηρεσίες της Επιτροπής) [SEC(2005) 1327 της 20.10.2005] και το έγγραφο «Risk management implementation guide» («Οδηγός εφαρμογής της διαχείρισης κινδύνου») της 15.11.2005.

(2)  Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο COM(2006) 9 τελικό και ανακοίνωση προς την Επιτροπή SEC(2006) 49 της 17.1.2006.

(3)  Βλέπε άρθρο 53 του δημοσιονομικού κανονισμού (ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1).

(4)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: πολιτικά επιτεύγματα κατά το 2005 [COM(2006) 124 τελικό της 14.3.2006].

(5)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο COM(2006) 277 τελικό της 7.6.2006.

(6)  Το παράρτημα 1 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2005 περιλαμβάνει 15 μέτρα σχετικά με τις ακόλουθες κατηγορίες: διαχείριση απόδοσης και εσωτερικός έλεγχος, διακυβέρνηση, δημοσιονομική διαχείριση και κατάσταση εκθέσεων, καθώς και ανθρώπινοι πόροι. Τα περισσότερα από τα μέτρα αυτά αποτελούν συνέχεια των πολυετών στόχων που περιλαμβάνονται στη συγκεφαλαιωτική έκθεση του 2004.

(7)  Βλέπε επίσης ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα οικονομικά έτη 2003 και 2004, παράγραφος 1.67.

(8)  Γενική Γραμματεία, Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού και Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοίκησης.

(9)  Σημείωση προς τους Γενικούς Διευθυντές και προς τους προϊσταμένους των υπηρεσιών — Εγκύκλιος για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας για το οικονομικό έτος 2005 SEC(2005) 1533 της 15.11.2005.

(10)  Πρόκειται για μια διαδικασία, εφαρμοζόμενη από ομάδες Γενικών Διευθύνσεων, προκειμένου να βελτιωθεί η συνέπεια και η συνοχή μεταξύ των επιφυλάξεων που διατυπώνονται.

(11)  Βλέπε τμήμα 3.1 και παράρτημα 3 της εγκυκλίου για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας για το έτος 2005. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, μία αδυναμία συστήματος θεωρείται σημαντική αν πληροί τόσο τα ποιοτικά όσο και τα ποσοτικά κριτήρια. Ειδικοί κανόνες εφαρμογής εκπονήθηκαν αργότερα από τις Γενικές Διευθύνσεις των «οικογενειών» επιμερισμένης διαχείρισης και έρευνας για να υπάρχουν κοινά κριτήρια σημαντικότητας των αδυναμιών και μέθοδοι για τον ποσοτικό προσδιορισμό τους, όπως προβλέπεται στον πολυετή στόχο αριθ. 6 που ορίζεται στο παράρτημα 1 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης του 2004 [COM(2005) 256 της 15.6.2005], παράρτημα 1.

(12)  Ιδιαίτερα, οι υπάρχουσες κατευθυντήριες γραμμές καθορίζουν το όριο ως προς τη σχετική σημασία του προϋπολογισμού για την εν λόγω δραστηριότητα, ήτοι 2 % της αξίας της σχετικής δραστηριότητας [COM(2003) 28 της 21.1.2003].

(13)  Στο μέρος 1 τμήμα 1.2 της σχετικής εγκυκλίου προβλέπεται ότι η καταγραφή των αποτελεσμάτων της υπηρεσίας για το έτος 2005 θα πρέπει να εξασφαλίζει μια ισορροπία μεταξύ του αντίκτυπου, των επιτευγμάτων, του φόρτου εργασίας, της διαχείρισης και των δεικτών νομιμότητας και κανονικότητας.

(14)  Στο παράρτημα 6 της εγκυκλίου των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας για το έτος 2005 προβλεπόταν η δημοσίευση ενός συμπληρωματικού εγγράφου σχετικά με τους δείκτες απόδοσης. Η εν λόγω διαδικασία ανεστάλη εν αναμονή των αποτελεσμάτων της ομάδας εργασίας σχετικά με τους τυποποιημένους στόχους και δείκτες για τις οριζόντιες δραστηριότητες.

(15)  Στις οδηγίες για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας καθορίζεται ότι οι επιφυλάξεις δεν θα πρέπει να αφαιρούν την ουσία της δήλωσης και ότι, σε ακραίες περιπτώσεις, ο Γενικός Διευθυντής μπορεί να μην είναι σε θέση να παράσχει την απαιτούμενη βεβαιότητα. Για την αντιμετώπιση των αδυναμιών, θα πρέπει να καταρτίζονται σχέδια δράσης και να καθορίζονται προθεσμίες για την εφαρμογή.

(16)  Γενικές Διευθύνσεις Επικοινωνίας, Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης στις Βρυξέλλες.

(17)  Γενικές Διευθύνσεις Κοινωνίας της Πληροφορίας και Μέσων Επικοινωνίας, Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας, Εξωτερικών Σχέσεων.

(18)  Βλέπε επίσης ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα οικονομικά έτη 2003 και 2004, παράγραφος 1.67.

(19)  Το 2005 η ανάλυση επεκτάθηκε στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας (και όχι μόνο στις δηλώσεις). Οι εκτιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2003 και το 2004 προσαρμόστηκαν με σκοπό να παρουσιαστεί μια παρόμοια κατάσταση για το 2003, 2004 και 2005.

(20)  Ακόμη και σε ορισμένες περιπτώσεις (συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη 2000/2006 για πολλά προγράμματα διαρθρωτικών ενεργειών και συχνότητα σφαλμάτων στο έκτο πρόγραμμα πλαίσιο έρευνας) οι εν λόγω αδυναμίες εξετάστηκαν μάλιστα στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας.

(21)  Αντίκτυπος των σημαντικότερων αυτών επιφυλάξεων στη βεβαιότητα του Γενικού Διευθυντή κατά την άποψη του Συνεδρίου:

A: εύλογη βεβαιότητα ότι τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου διασφαλίζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων χωρίς επιφυλάξεις ή με ασήμαντες επιφυλάξεις.

B: εύλογη βεβαιότητα με επιφυλάξεις ότι τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου διασφαλίζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (σφάλματα < 2 % ή αδυναμίες του συστήματος των οποίων ο οικονομικός αντίκτυπος είναι < 10 % του αντίστοιχου προϋπολογισμού).

Γ: καμία βεβαιότητα (σφάλματα > 2 % ή αδυναμίες του συστήματος των οποίων ο οικονομικός αντίκτυπος είναι > 10 % του αντίστοιχου προϋπολογισμού).

(22)  Αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας για τα συμπεράσματα ελέγχου του Συνεδρίου:

Το 2005 η ανάλυση επεκτάθηκε στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας (και όχι μόνο στις δηλώσεις). Οι εκτιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2003 και το 2004 προσαρμόστηκαν με σκοπό να παρουσιαστεί μια παρόμοια κατάσταση για το 2003, 2004 και 2005.

A: επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τα συμπεράσματα του Συνεδρίου σχετικά με την DAS (σαφή και χωρίς αμφιβολίες).

B: επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τα συμπεράσματα του Συνεδρίου σχετικά με την DAS ύστερα από διορθώσεις (με ασήμαντες ανακρίβειες ή ελλιπή στοιχεία μικρής σημασίας).

Γ: ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τα συμπεράσματα του Συνεδρίου σχετικά με την DAS (με σημαντικές ανακρίβειες ή ελλιπή στοιχεία μεγάλης σημασίας, για παράδειγμα: μη συνυπολογισμός των προβλημάτων της επιμερισμένης διαχείρισης, κάλυψη του προηγούμενου οικονομικού έτους, έλλειψη ποσοτικού προσδιορισμού, μη εκμεταλλεύσιμες πληροφορίες).

(23)  Εξέλιξη:

+ βελτίωση,

= αμετάβλητη κατάσταση,

– μείωση.

(24)  Μολονότι συμπεριλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας.

(25)  Για τις δαπάνες της ΚΓΠ, όταν εφαρμοστεί δεόντως το ΟΣΔΕ.

(26)  Για τις δαπάνες της ΚΓΠ, οι οποίες δεν υπάγονται στο ΟΣΔΕ ή όταν αυτό δεν εφαρμόζεται δεόντως.

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο.

(27)  Γενικές Διευθύνσεις Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ισότητας Ευκαιριών, Περιφερειακής Πολιτικής.

(28)  Π.χ. Γενικές Διευθύνσεις Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, Επικοινωνίας, Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ισότητας Ευκαιριών, Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας, Περιβάλλοντος, Κοινωνίας της Πληροφορίας και Μέσων Επικοινωνίας, Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας, Περιφερειακής Πολιτικής, Έρευνας, Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών, Ενέργειας και Μεταφορών, Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid, Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης στις Βρυξέλλες.

(29)  Πρότυπα αριθ. 11 «Ανάλυση κινδύνου και διαχείριση», 12 «Κατάλληλες πληροφορίες διαχείρισης», 14 «Επισήμανση ανωμαλιών», 17 «Εποπτεία», 18 «Καταγραφή των εξαιρέσεων», 20 «Καταγραφή και αντιμετώπιση αδυναμιών εσωτερικού ελέγχου», 21 «Εκθέσεις ελέγχου» και 22 «Κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου».

(30)  Γενικές Διευθύνσεις Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, Προϋπολογισμού, Ανταγωνισμού, Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων, Διεύρυνσης, Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ισότητας Ευκαιριών, Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας, Αλιείας και Θάλασσας, Κοινωνίας της Πληροφορίας και Μέσων Επικοινωνίας, Περιφερειακής Πολιτικής, Έρευνας, Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid, Eurostat.

(31)  SEC(2006) 567 της 28.4.2006.

(32)  Ο αριθμός των βασικών απαιτήσεων αυξήθηκε από 71 σε 75. Δύο από τις βασικές απαιτήσεις που επιλέχθηκαν για το 2005 ενισχύθηκαν σε σχέση με το 2004.

(33)  Γενικές Διευθύνσεις Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, Προϋπολογισμού, Ανταγωνισμού, Εκπαίδευσης και Πολιτισμού, Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ισότητας Ευκαιριών, Έρευνας, Περιφερειακής Πολιτικής, Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid.

(34)  Ιδιαίτερα τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου 11 «Ανάλυση κινδύνου και διαχείριση» ή/και 17 «Εποπτεία».

(35)  Σύμφωνα με το άρθρο 86 του δημοσιονομικού κανονισμού.

(36)  Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με το χάρτη πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου [COM(2005) 252 τελικό της 15.6.2005] και ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2004, παράγραφος 1.85.

(37)  Κοινή γεωργική πολιτική, διαρθρωτικά μέτρα και εσωτερικές πολιτικές συμπεριλαμβανομένης της Έρευνας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Διαχείριση του προϋπολογισμού

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Παρατηρήσεις

Αυξημένος προϋπολογισμός για το πρώτο πλήρες οικονομικό έτος μετά τη διεύρυνση

Ο προϋπολογισμός χρησιμοποιήθηκε σχεδόν στο σύνολό του

Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων εξακολουθούν να αυξάνονται

Για τα τρία επόμενα έτη απαιτείται ένα υψηλότερο ποσοστό εκτέλεσης για τις διαρθρωτικές ενέργειες

Περιορίστηκαν οι αποδεσμεύσεις στο πλαίσιο του κανόνα ν + 2

Συμπεράσματα και συστάσεις

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

3.1.

Στο παρόν κεφάλαιο αναλύονται θέματα που ανέκυψαν από την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ κατά το 2005 (1). Στον προϋπολογισμό υπάρχουν χωριστές πιστώσεις για τις αναλήψεις υποχρεώσεων και τις πληρωμές. Οι πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων αντιστοιχούν στα ποσά για τα οποία η Ένωση μπορεί να αναλάβει δημοσιονομικές υποχρεώσεις κατά το τρέχον έτος προκειμένου να εκπληρώσει πιο μακροπρόθεσμες νομικές δεσμεύσεις (ή συμφωνίες) που συνεπάγονται δαπάνες. Οι πιστώσεις για πληρωμές αντιστοιχούν στα ποσά τα οποία μπορούν να δαπανηθούν κατά το τρέχον έτος. Στην περίπτωση των «μη διαχωριζόμενων» δαπανών (όπως οι περισσότερες από τις γεωργικές δαπάνες), οι αναλήψεις υποχρεώσεων και οι πληρωμές που έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό είναι ισόποσες και έχουν εκκαθαριστεί κατά τη διάρκεια του έτους.

 

3.2.

Οι περισσότερες δαπάνες για τις διαρθρωτικές ενέργειες και τις εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές λαμβάνουν τη μορφή προγραμμάτων, τα οποία εφαρμόζονται επί σειρά ετών (π.χ. 2000-2006 για την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού των Διαρθρωτικών Ταμείων). Στην περίπτωση αυτής της «διαχωριζόμενης» δαπάνης, οι νομικές υποχρεώσεις εμφανίζονται ως δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων σε ετήσιες δόσεις οι οποίες καλύπτουν τη διάρκεια των προγραμμάτων. Επειδή οι περισσότερες δημοσιονομικές υποχρεώσεις δεν έχουν εκκαθαριστεί κατά το έτος στο οποίο αναλήφθηκαν, αλλά κατά τα επόμενα έτη, παραμένει ένα «απόθεμα» ή υπόλοιπο εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων. Για περισσότερες λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τον προϋπολογισμό βλέπε το παράρτημα 1 .

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Αυξημένος προϋπολογισμός για το πρώτο πλήρες οικονομικό έτος μετά τη διεύρυνση

3.3.

Το 2005 ήταν το πρώτο πλήρες οικονομικό έτος της διευρυμένης Ένωσης. Οι συνολικές πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσων (116,6 δισεκατ. ευρώ) και για πληρωμές (106,3 δισεκατ. ευρώ) ήταν υψηλότερες κατά 6,2 % και 4,4 % αντίστοιχα από τον οριστικό προϋπολογισμό του 2004. Η αύξηση των αναλήψεων υποχρεώσεων είναι αναλογικά μεγαλύτερη, διότι αυτές μπορούν να καλύπτουν δαπάνες που εκτείνονται σε περισσότερα του ενός έτη (βλέπε σημείο 3.2), ενώ οι πιστώσεις πληρωμών συνδέονται με τη δυνατότητα απορρόφησης. Γενικά, οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων και πληρωμών παραμένουν χαμηλότερες κατά 3,0 δισεκατ. ευρώ και 7,9 δισεκατ. ευρώ αντίστοιχα από τα ανώτατα όρια που προέβλεπαν οι δημοσιονομικές προοπτικές.

 

3.4.

Οι οκτώ διορθωτικοί προϋπολογισμοί που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια του έτους είχαν ως αποτέλεσμα τη συνολική μείωση κατά 0,6 δισεκατ. ευρώ, τόσο των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων όσο και των πιστώσεων για πληρωμές, κυρίως στον τομέα της γεωργίας και των διαρθρωτικών ενεργειών.

 

Ο προϋπολογισμός χρησιμοποιήθηκε σχεδόν στο σύνολό του

3.5.

Στα διαγράμματα III και IV του παραρτήματος 1 παρουσιάζεται το αποτέλεσμα της εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2005:

τα ποσοστά χρησιμοποίησης τόσο για τις αναλήψεις υποχρεώσεων όσο και για τις πληρωμές — 99 και 96 % αντίστοιχα — ανήλθαν σε παρόμοιο υψηλό επίπεδο με εκείνο του 2004 (98 και 95 %),

2,7 δισεκατ. ευρώ των πιστώσεων πληρωμών που δεν χρησιμοποιήθηκαν δεν ακυρώθηκαν, αλλά μεταφέρθηκαν από το 2005 στο 2006, ποσοστό παρόμοιο με εκείνο που μεταφέρθηκε από το 2004 στο 2005 (2,8 δισεκατ. ευρώ) (2)·

το ετήσιο πλεόνασμα του προϋπολογισμού (3) ανήλθε συνολικά σε 2,4 δισεκατ. ευρώ, ήτοι μία μικρή μείωση σε σύγκριση με εκείνη του 2004 (2,7 δισεκατ. ευρώ).

 

Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων εξακολουθούν να αυξάνονται

3.6.

Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων (4) αυξήθηκαν κατά 9,1 δισεκατ. ευρώ, ή 8 %, σε 119 δισεκατ. ευρώ (βλέπε πίνακα 3.1 ). Το 94 % της αύξησης αφορούσε διαρθρωτικές ενέργειες, με 4 δισεκατ. ευρώ τα οποία διατέθηκαν για τα προγράμματα της ΕΕ-15 και 3 δισεκατ. ευρώ για εκείνα της ΕΕ-10. Από την αύξηση των πιστώσεων για διαρθρωτικές ενέργειες σχεδόν 3 δισεκατ. ευρώ αφορούσαν το Ταμείο Συνοχής. Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων για τις διαχωριζόμενες δαπάνες στο σύνολό τους αντιστοιχούσαν σε 2,4 έτη πληρωμών βάσει του τρέχοντος ποσοστού εκτέλεσης (2,2 έτη το 2004).

3.6.

Έπρεπε να αναμένεται αύξηση των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων (του υπολοίπου προς εκκαθάριση — RAL) η οποία αφορούσε διαρθρωτικές ενέργειες στην ΕΕ των 10, δεδομένου ότι οι εγγραφόμενες στον προϋπολογισμό αναλήψεις υποχρεώσεων είναι συνήθως κατά τι υψηλότερες από τις πληρωμές κατά τα πρώτα έτη προγραμματισμού.

Πίνακας 3.1 — Μεταβολή του υπολοίπου των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων το 2005

 

Κατά είδος

Σύνολο

Γεωργία

Διαρθρωτικές ενέργειες

Εσωτερικές πολιτικές

Εξωτερικές δράσεις

Διοίκηση

Αποθεματικά

Προενταξιακή στρατηγική

Αντιστάθμιση

Προσαρμογή

Μη διαχωρισθείσες πιστώσεις

Διαχωρισθείσες πιστώσεις

Μεταφερθείσες αναλήψεις υποχρεώσεων

Μεταφερθέν υπόλοιπο

1 313

108 834

110 147

1 452

73 285

13 450

12 313

808

0

8 840

0

–1

Πληρωμές

–1 072

–42 852

–43 924

–1 394

–31 184

–4 415

–3 306

– 673

0

–2 953

0

1

Αποδεσμεύσεις

–47

–2 245

–2 293

–5

–1 304

– 410

– 405

–35

0

– 133

0

–1

Ακυρώσεις

– 191

0

– 191

–47

–1

–24

–18

–96

0

–5

0

0

Αναλήψεις υποχρεώσεων που πραγματοποιήθηκαν το 2005

Αναληφθείσες υποχρεώσεις

55 589

60 689

116 278

48 928

42 490

9 548

5 516

6 355

140

1 994

1 305

2

Πληρωμές

–54 311

–6 600

–60 911

–47 071

–1 580

–3 556

–1 707

–5 518

– 140

–32

–1 305

–2

Ακυρώσεις

–26

0

–26

0

–2

–12

–6

–5

0

–1

0

0

Στρογγυλοποίηση

–1

0

0

0

0

0

0

0

0

0

0

0

Αναλήψεις υποχρεώσεων που εκκρεμούσαν κατά τα τέλη του 2005

1 254

117 826

119 080

1 863

81 704

14 581

12 387

836

0

7 710

0

–1

Πηγή: Ετήσιοι λογαριασμοί 2005.

3.7.

Η παράσταση 3.1 παρουσιάζει την αξία των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων για τις διαχωριζόμενες δαπάνες μετά το 1994 και τη σταθερή αύξηση τόσο σε απόλυτους όσο και σχετικούς όρους. Η αύξηση αυτή οφείλεται:

στο συσσωρευμένο αποτέλεσμα της υποχρησιμοποίησης μεταξύ 1999 και 2003, η οποία είχε ως συνέπεια την ακύρωση πιστώσεων πληρωμών ύψους 40 δισεκατ. ευρώ (5), και

σε έναν αυξανόμενο προϋπολογισμό — οφειλόμενο εν μέρει στη διεύρυνση — στον οποίο οι πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων είναι συνήθως υψηλότερες από εκείνες για πληρωμές.

3.7.

Έπρεπε να αναμένεται, επίσης, σημαντική αύξηση του απόλυτου επιπέδου RAL, διότι αποτελεί φυσική συνέπεια της τροποποίησης των κανόνων ανάληψης υποχρεώσεων και πληρωμών στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων για την περίοδο 2000-2006.

Για τα τρία επόμενα έτη απαιτείται ένα υψηλότερο ποσοστό εκτέλεσης για τις διαρθρωτικές ενέργειες

3.8.

Λόγω της φύσης της δημοσιονομικής διαδικασίας το υπόλοιπο των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων δεν αντικατοπτρίζει το σύνολο των νομικών δεσμεύσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (βλέπε σημείο 3.1). Κατά τα τέλη του 2005, νομικές δεσμεύσεις ύψους 48,4 δισεκατ. ευρώ παρέμειναν χωρίς αντίστοιχες δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων. Με αυτά τα δεδομένα, οι συνολικές εκκρεμείς νομικές δεσμεύσεις αντιστοιχούσαν σε 3,4 έτη πληρωμών. Τούτο θα πρέπει να κατανοηθεί υπό το πρίσμα των διαφόρων προθεσμιών για την πραγματοποίηση πληρωμών στους διάφορους τομείς του προϋπολογισμού.

3.8.

Οι δείκτες που χρησιμοποιούνται στα σημεία 3.8 έως 3.11 θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή. Η αναλογία των «εκκρεμών νομικών δεσμεύσεων» σε σχέση με τις πληρωμές ενός δεδομένου έτους, δεν αποτελεί από μόνη της κατάλληλο δείκτη για τους λόγους που αναφέρει το Συνέδριο.

Image

3.9.

Το μεγαλύτερο τμήμα του υπολοίπου των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων αφορά διαρθρωτικές ενέργειες. Στο τέλος του 2005, οι εκκρεμείς δημοσιονομικές δεσμεύσεις για τα Διαρθρωτικά Ταμεία και για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 ανέρχονταν σε 67 δισεκατ. ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν σε 2,3 έτη δαπανών βάσει του ποσοστού εκτέλεσης του 2005, ήτοι μια μικρή αύξηση ως προς το 2004. Οι νομικές δεσμεύσεις που δεν είχαν ακόμη μετατραπεί σε δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων ανέρχονταν συνολικά σε 39 δισεκατ. ευρώ. Κατά συνέπεια, οι συνολικές εκκρεμείς νομικές δεσμεύσεις των Διαρθρωτικών Ταμείων για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 κατά τα τέλη του 2005 ανέρχονταν σε 106 δισεκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 3,6 έτη πληρωμών βάσει του ποσοστού εκτέλεσης του 2005 σε σύγκριση με την αξία σχεδόν πέντε ετών πληρωμών το 2004. Η μείωση οφείλεται εν μέρει στο υψηλότερο επίπεδο πληρωμών το 2005 ως προς το 2004, και ειδικότερα στη φυσική συνέπεια ότι το 2005 είναι ένα έτος πλησιέστερο προς το τέλος του κύκλου πληρωμής των προγραμμάτων (βλέπε παράσταση 3.2 ).

 

Image

3.10.

Το ποσό των δαπανών που χρειάζεται για την εκκαθάριση των εκκρεμών νομικών δεσμεύσεων για τα Διαρθρωτικά Ταμεία θα πρέπει να κατανοηθεί λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας τέλους του 2008 (6) κατά την οποία οι δικαιούχοι θα πρέπει να έχουν πραγματοποιήσει τις δαπάνες τους. Για την τήρηση της προθεσμίας αυτής τα κράτη μέλη θα πρέπει να αυξήσουν περισσότερο το σημερινό υψηλό επίπεδο εκτέλεσής τους. Τούτο θα είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί καθώς τα ποσοστά εκτέλεσης τείνουν να μειώνονται προς το τέλος του κύκλου προγραμματισμού επειδή τα σχέδια οριστικοποιούνται. Επιπλέον, από το 2007 η εκτέλεση των δαπανών θα πρέπει να αρχίσει στο πλαίσιο της περιόδου προγραμματισμού 2007-2013, υπάρχει κίνδυνος όμως η ανάγκη ολοκλήρωσης του σημερινού κύκλου να καθυστερήσει την έναρξη των νέων προγραμμάτων και στη συνέχεια την εφαρμογή τους (7).

3.10.

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή γνωρίζουν ότι είναι απαραίτητη η επαγρύπνηση ώστε να εξασφαλισθεί η ομαλή μετάβαση από τον ένα κύκλο στον άλλο, τόσο όσον αφορά την εκτέλεση των προγραμμάτων όσο και την αντιμετώπιση του πρόσθετου φόρτου εργασίας που συνεπάγεται η κατάρτιση νέων προγραμμάτων. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη προετοιμάζουν ήδη το κλείσιμο των προγραμμάτων της περιόδου 2000-2006.

Η Επιτροπή θα προτείνει προϋπολογισμούς που ανταποκρίνονται στο αναμενόμενο επίπεδο επιλέξιμων αιτήσεων πληρωμών, είτε οι αιτήσεις αυτές αφορούν την περίοδο 2000-2006 είτε την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013. Οι δαπάνες δεν θα μειωθούν κατ'ανάγκη κατά τα τελευταία έτη του τρέχοντος κύκλου προγραμματισμού. Ένα μέρος του υπολοίπου των προγραμμάτων της τρέχουσας περιόδου θα καταβληθεί κατά την περίοδο 2007-2011 και θα συμπέσει, επομένως, με την επόμενη περίοδο (8).

Κατά τον τρέχοντα κύκλο — αντίθετα με τον κύκλο 1994-1999 — ο κανόνας ν + 2 παρέχει ισχυρό κίνητρο στα κράτη μέλη να διασφαλίσουν αρκετά υψηλό ποσοστό εκτέλεσης, δεδομένου ότι τα ποσά που δεν χρησιμοποιούνται σε εύθετο χρόνο αποδεσμεύονται.

3.11.

Για το Ταμείο Συνοχής το επίπεδο των δαπανών ήταν μικρότερο από το αναμενόμενο, λόγω κυρίως της μικρότερης χρησιμοποίησης των πιστώσεων από τις προβλέψεις στα νέα κράτη μέλη. Ένας διορθωτικός προϋπολογισμός μείωσε τις πιστώσεις πληρωμών κατά 0,9 δισεκατ. ευρώ, ήτοι 30 % και οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων αυξήθηκαν από 9,7 δισεκατ. ευρώ το 2004 σε 12,5 δισεκατ. ευρώ κατά τα τέλη του 2005. Κατά συνέπεια, οι συνολικές εκκρεμείς νομικές δεσμεύσεις για το Ταμείο Συνοχής ανήλθαν σε 18,6 δισεκατ. ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε 8,5 έτη πληρωμών βάσει του ποσοστού εκτέλεσης του 2005. Εντούτοις, σε αντίθεση με τα Διαρθρωτικά Ταμεία, δεν υπάρχει καμία γενική νομική προθεσμία κατά την οποία πρέπει να πραγματοποιηθούν πληρωμές.

3.11.

Η διεύρυνση του Μαΐου 2004 αύξησε σημαντικά το σύνολο των εκκρεμών νομικών δεσμεύσεων, ενώ ο αντίκτυπος των νέων προγραμμάτων στις πληρωμές περιορίζεται αναγκαστικά στην έναρξη των προγραμμάτων.

Περιορίστηκαν οι αποδεσμεύσεις στο πλαίσιο του κανόνα ν + 2

3.12.

Ο κανόνας ν + 2 εφαρμόζεται στα Διαρθρωτικά Ταμεία και προβλέπει την ακύρωση των αναλήψεων υποχρεώσεων όταν δεν υποβάλλεται καμία αίτηση πληρωμής εντός δύο ετών μετά το έτος της ανάληψης της υποχρέωσης και αποβλέπει στην πρόληψη υπερβολικής συσσώρευσης εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων (9). Το 2005 ακυρώθηκαν εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων ύψους 286 εκατ. ευρώ μόνο ύστερα από την εφαρμογή του κανόνα ν + 2. Το ποσό αυτό είναι κατά τι υψηλότερο από το 2004 (245 εκατ. ευρώ) αλλά εξακολουθούσε να αντιστοιχεί μόλις στο 0,9 % των δόσεων ανάληψης υποχρέωσης που χρονολογούνται από δύο χρόνια και πάνω και για το λόγο αυτό πιθανόν να αποτελούν αντικείμενο ακύρωσης (και το 0,4 % του συνολικού υπολοίπου των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων).

3.12.

Οι προκαταβολές που καταβλήθηκαν κατά την έναρξη της περιόδου προγραμματισμού, οι οποίες αντιπροσώπευαν το 7 % του συνόλου των κονδυλίων κάθε προγράμματος της ΕΕ των 15 για τον κύκλο 2000-2006, εξασφαλίζουν σχετικά μακροπρόθεσμη προστασία έναντι των αποδεσμεύσεων κατ' εφαρμογή του κανόνα ν + 2, δεδομένου ότι μειώνουν το επίπεδο των απαραίτητων επιστροφών για να αποφευχθούν οι αυτεπάγγελτες αποδεσμεύσεις.

Αυτή η προστασία αποδυναμώνεται με το χρόνο και μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των αποδεσμεύσεων λόγω της εφαρμογής του κανόνα ν + 2 κατά τα επόμενα έτη (βλέπε απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 2.24 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2004). Η διαδικασία ν + 2 θα εφαρμοσθεί στην ΕΕ των 10 για πρώτη φορά στο τέλος του 2006.

3.13.

Στην πράξη, ο κανόνας ν + 2 μπορεί να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να υποβάλουν αιτήσεις μόλις έχουν πραγματοποιήσει τις υποκείμενες πληρωμές στους τελικούς δικαιούχους μάλλον παρά όταν έχουν πράγματι δημιουργηθεί οι δαπάνες από τους εν λόγω δικαιούχους. Ο κίνδυνος συνίσταται στο ότι τα κράτη μέλη υποβάλλουν αιτήσεις μη επιλέξιμων ή πρόωρων δαπανών (παρά πραγματικών) για την πρόληψη των ακυρώσεων. Τέτοιες πρακτικές μπορεί να μειώνουν την αποτελεσματικότητα του κανόνα ν + 2.

3.13.

Η Επιτροπή γνωρίζει τον κίνδυνο και, κατά τη διεξαγωγή των ελέγχων της, εξετάζει αν έχουν σημειωθεί καταχρήσεις.

3.14.

Η πλειονότητα των ακυρώσεων στο πλαίσιο του κανόνα ν + 2 αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. Επιπλέον, στην πράξη, όπως και το 2004, σε ορισμένες περιπτώσεις διατέθηκαν νέες αναλήψεις υποχρεώσεων από το αποθεματικό απόδοσης (10) για προγράμματα των οποίων οι αναλήψεις υποχρεώσεων είχαν ακυρωθεί αναιρώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τις επιπτώσεις της διαδικασίας (11).

3.14.

Δεδομένου ότι οι πιστώσεις δεν μπορούν να μεταφερθούν από τον ένα στόχο στον άλλο (ποσά που καθορίστηκαν κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Βερολίνου το 1999 και στον κανονισμό σχετικά με τα διαρθρωτικά ταμεία), ο ανταγωνισμός για το αποθεματικό απόδοσης περιορίζεται στα προγράμματα που αφορούν ένα μόνο κράτος μέλος και ένα μόνο στόχο.

Δεδομένου ότι υπάρχει ένα μόνο ΕΕΠ για το στόχο 3 στις Κάτω Χώρες, δεν υπήρχε άλλη επιλογή σ' αυτή την περίπτωση από το να δεσμεύσει η Επιτροπή το αποθεματικό στο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ωστόσο, το αποθεματικό αφιερώθηκε στους πλέον αποδοτικούς τομείς προτεραιότητας του προγράμματος (βλέπε απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 2.25 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2004).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

3.15.

Tο υψηλό ποσοστό εκτέλεσης το 2005 και η ενεργός διαχείριση του προϋπολογισμού στηρίχθηκαν στη βελτίωση των αποτελεσμάτων του προϋπολογισμού του 2004. Ιδιαίτερα, τα μεγάλα προγράμματα εκτέλεσης δαπανών εξακολούθησαν στα αναμενόμενα επίπεδα, μολονότι ο δυσκολίες απορρόφησης στην ΕΕ-10 αντιμετωπίστηκαν, ιδιαίτερα στο Ταμείο Συνοχής. Παρά το υψηλό ποσοστό εκτέλεσης των δαπανών, οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων αυξήθηκαν κατά 8 % σε ένα ποσό ρεκόρ των 119 δισεκατ. ευρώ, ήτοι η αξία 2,4 ετών δαπανών.

3.15.

Πρέπει να αναμένεται σχετική αύξηση των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων, δεδομένου ότι ο προϋπολογισμός των διαχωριζόμενων αναλήψεων υποχρεώσεων για τα πολυετή προγράμματα αυξήθηκε ώστε να ληφθεί υπόψη η διεύρυνση.

3.16.

Για τα Διαρθρωτικά Ταμεία (τα οποία αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο τμήμα των διαχωριζόμενων πιστώσεων και των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων) το υψηλό επίπεδο των δαπανών πρέπει να αυξηθεί περισσότερο έτσι ώστε η προθεσμία κατά την οποία οι δικαιούχοι πρέπει να πραγματοποιήσουν τις δαπάνες τους (τέλη του 2008) να τηρηθεί για τα προγράμματα της περιόδου 2000-2006. Τούτο θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο επειδή οι δαπάνες τείνουν να μειώνονται καθώς ολοκληρώνονται τα προγράμματα. Συνεπώς, υπάρχει ο κίνδυνος το μεταγενέστερο κλείσιμο των σημερινών προγραμμάτων να καθυστερήσει την έναρξη και την εφαρμογή, όπως και στο παρελθόν, των προγραμμάτων της περιόδου 2007-2013.

3.16.

Οι δαπάνες δεν θα μειωθούν κατ'ανάγκη κατά τα τελευταία έτη του τρέχοντος κύκλου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη της εκτέλεσης των προγραμμάτων της τρέχουσας περιόδου προγραμματισμού δεν σημειώνεται σημαντική επιβράδυνση. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή γνωρίζουν ότι είναι απαραίτητη η επαγρύπνηση ώστε να εξασφαλισθεί η ομαλή μετάβαση από τον ένα κύκλο στον άλλο, τόσο όσον αφορά την εκτέλεση των προγραμμάτων όσο και την αντιμετώπιση του πρόσθετου φόρτου εργασίας που συνεπάγεται η κατάρτιση νέων προγραμμάτων. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη προετοιμάζουν ήδη το κλείσιμο των προγραμμάτων του κύκλου 2000-2006.

3.17.

Για μια αποτελεσματική δημοσιονομική διαχείριση απαιτείται ένας ρεαλιστικός και ενδεδειγμένος προϋπολογισμός λαμβανομένου υπόψη του αναμενόμενου ύψους των πληρωμών, ιδιαίτερα της ικανότητας ανάλωσης των κρατών μελών και δικαιούχων κρατών. Τούτο δεν συνέβη για τα τρία πρώτα έτη της τρέχουσας περιόδου προγραμματισμού. Οι αναλήψεις υποχρεώσεων στα πλαίσια των σημαντικών προγραμμάτων δαπανών κατανέμονται σε ίσες δόσεις που δεν απεικονίζουν το χρονοδιάγραμμα ή το ύψος των πληρωμών. Το μικρό επίπεδο των δαπανών κατά την έναρξη των προγραμμάτων οδήγησε σε μια συσσώρευση εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων και ορισμένες υποχρεώσεις εκκαθαρίζονται μόνο ύστερα από πολλά έτη αφού αναληφθούν.

3.17.

Όσον αφορά την εκτέλεση των διαθέσιμων πιστώσεων πληρωμών, το 2005 αποδείχθηκε ιδιαίτερα θετικό έτος, γεγονός που οφείλεται εν μέρει στο ρεαλιστικό και ενδεδειγμένο προϋπολογισμό.

Η Επιτροπή εγγράφει τις αναλήψεις υποχρεώσεων στον προϋπολογισμό με βάση τη συμφωνία που έχει συναφθεί με τα κράτη μέλη για τις δημοσιονομικές προοπτικές και τους κανονισμούς που διέπουν τα διαρθρωτικά ταμεία.

3.18.

Η κατάσταση αυτή προκύπτει από τη σταθερή και σταδιακή αύξηση των ετήσιων προϋπολογισμών των αναλήψεων υποχρεώσεων και των πληρωμών. Η Επιτροπή στήριξε τους τελευταίους στην προσδοκία ότι όταν οι κύκλοι προγραμματισμού αλληλεπικαλύπτονται, η χαμηλότερη ζήτηση για πληρωμές κατά την έναρξη της νέας περιόδου θα αντισταθμίζεται από τις πληρωμές του τέλους της προηγούμενης περιόδου (12). Όταν δεν συμβαίνει αυτό (όπως την περίοδο 2000-2003) υπάρχει σημαντική υποχρησιμοποίηση. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει κίνδυνος υψηλά επίπεδα δαπανών να εξακολουθούν να υφίστανται πολύ πέρα από την περίοδο των δημοσιονομικών προοπτικών 2000-2006.

3.18.

Οι προϋπολογισμοί της Επιτροπής βασίζονται σε λεπτομερή ανάλυση των αναγκών για κάθε κύκλο προγραμματισμού.

Σύμφωνα με το σημερινό κανονιστικό πλαίσιο (και το πλαίσιο που συζητείται τη στιγμή αυτή από τη νομοθετική αρχή για την περίοδο 2007-2013), σημαντικά επίπεδα δαπανών συνδεόμενα με ένα συγκεκριμένο κύκλο προγραμματισμού εξακολουθούν να αλληλεπικαλύπτονται για ορισμένα έτη με τον επόμενο κύκλο προγραμματισμού. Η Επιτροπή θα παρακολουθεί με προσοχή την κατάσταση ώστε να περιορίσει τον κίνδυνο επανάληψης των προβλημάτων στην αρχή του νέου κύκλου προγραμματισμού.

3.19.

Για τα Διαρθρωτικά Ταμεία ο κανόνας ν + 2 οδήγησε σε μικρή ακύρωση αναλήψεων υποχρεώσεων μέχρι σήμερα. Η αποτελεσματικότητά του, ως μέσο δημοσιονομικής διαχείρισης, μπορεί να διακυβευθεί αν τα κράτη μέλη υποβάλουν αιτήσεις βάσει μη επιλέξιμων ή πρόωρων πληρωμών προκειμένου να αποτραπεί η ακύρωση των αναλήψεων υποχρεώσεων.

3.19.

Το επίπεδο αποδέσμευσης των αναλήψεων υποχρεώσεων δεν αποτελεί από μόνο του κατάλληλο δείκτη της αποτελεσματικότητας του κανόνα ν + 2, ακριβώς επειδή ο κανόνας αυτός έχει επίσης ως αποτέλεσμα την προώθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

Η Επιτροπή συμφωνεί απολύτως ότι η διαδικασία ν + 2 πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά.

3.20.

Tο Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή να πραγματοποιήσει μια προσεκτική ανάλυση της επικείμενης ολοκλήρωσης των σημερινών προγραμμάτων εκτέλεσης δαπανών στα πλαίσια των διαρθρωτικών ενεργειών, καθώς και του αποτελέσματος που θα έχει η ολοκλήρωση αυτή στην έναρξη των επομένων προγραμμάτων. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να φροντίσει, όσον αφορά τα Διαρθρωτικά Ταμεία, για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανόνα ν + 2 με τη συνέπεια ότι θα πρέπει να ακυρώσει δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων σημαντικής αξίας, εκτός κι αν τα κράτη μέλη επιτύχουν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο το ποσοστό των επιλέξιμων δαπανών.

3.20.

Η Επιτροπή συμφωνεί με τη σύσταση του Συνεδρίου.

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να μεριμνά για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανόνα ν + 2.

3.21.

Για την περίοδο προγραμματισμού 2007 έως 2013 η Επιτροπή θα πρέπει:

να εξακριβώσει αν τα προγράμματα εγκρίνονται γρήγορα και αν βασίζονται σε λογικές υποθέσεις,

να εξετάσει αυστηρά την πρόβλεψη πληρωμών των κρατών μελών, και

να εξακριβώσει αν η ετήσια κατάρτιση του προϋπολογισμού κατά τη διάρκεια της περιόδου ανταποκρίνεται σε ρεαλιστικές υποθέσεις σχετικά με το ύψος των δαπανών.

3.21.

Η Επιτροπή συμφωνεί με τη σύσταση του Συνεδρίου.


(1)  Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2005 περιέχονται στο έγγραφο της Επιτροπής με τίτλο «Έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση — Οικονομικό έτος 2005». Βλέπε http://ec.europa.eu/budget/publications/fin_manag_account_en.htm

(2)  Για περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με τη μεταφορά των πιστώσεων, βλέπε σημείο 7.3 του παραρτήματος 1 .

(3)  Tο πλεόνασμα του προϋπολογισμού — το οποίο διαφέρει από το αποτέλεσμα χρήσης — απεικονίζει το μέγεθος στο οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε ο προϋπολογισμός. Το πλεόνασμα δεν είναι αποθεματικό το οποίο μπορεί να σωρευθεί και να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση δαπανών σε μελλοντικά έτη. Τα μη χρησιμοποιηθέντα έσοδα που συνιστούν το πλεόνασμα αφαιρούνται από τους ιδίους πόρους που εισπράττονται για το επόμενο οικονομικό έτος.

(4)  Βλέπε σημείο 3.2.

(5)  Βλέπε σημείο 2.12 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003.

(6)  Σε ορισμένες περιπτώσεις αρχές ή μέσα του 2009.

(7)  Στο παρελθόν το κλείσιμο υπήρξε μία δύσκολη περίοδος του κύκλου προγραμματισμού: «Οι διοικητικοί και δημοσιονομικοί περιορισμοί που συνδέονται με την περαίωση των προγραμμάτων 1994-1999 συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην καθυστέρηση της εκκίνησης των προγραμμάτων της περιόδου 2000-2006.» [COM(2002) 528 τελικό, σ. 4].

(8)  Η προθεσμία επιλεξιμότητας των δαπανών στο πλαίσιο των προγραμμάτων του κύκλου 2000-2006 προβλέπεται κανονικά για το τέλος του 2008, σύμφωνα με τον κανόνα ν + 2. Ωστόσο, το τελικό 5 % του υπολοίπου ενός προγράμματος μπορεί να καταβληθεί μόνο αφού υποβάλουν τα κράτη μέλη ικανοποιητικά έγγραφα κλεισίματος, για τα οποία η προθεσμία ορίζεται στις αρχές του 2010. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ορισμένες πληρωμές θα γίνουν το 2010 και το 2011.

(9)  Βλέπε απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 2.23 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2004. Βλέπε επίσης την απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 2.48 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003: «Κατά τη διάρκεια των μελλοντικών ετών, ο κανόνας “Ν + 2” θα ευνοήσει τη σταθεροποίηση του επιπέδου των αναλήψεων υποχρεώσεων που απομένουν προς εκκαθάριση…».

(10)  Το 4 % των πιστώσεων που χορηγήθηκαν σε κάθε κράτος μέλος τοποθετήθηκε σε αποθεματικό, προκειμένου να διατεθεί στα προγράμματα με τη μεγαλύτερη απόδοση σε τρεις δόσεις από το 2004 έως το 2006.

(11)  Για παράδειγμα, στην περίπτωση 79 εκατ. ευρώ που αποδεσμεύτηκαν από ένα πρόγραμμα κατ' εφαρμογή του κανόνα των ν + 2 ετών στις Κάτω Χώρες, 24 εκατ. διατέθηκαν για το ίδιο πρόγραμμα από το αποθεματικό απόδοσης.

(12)  Βλέπε απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 2.16 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου: «Η επικάλυψη των κύκλων προγραμματισμού, όσον αφορά τα πολυετή προγράμματα, τείνει με την πάροδο του χρόνου να βελτιώσει τα πρότυπα των πληρωμών. Για παράδειγμα, στην αρχή μιας νέας προγραμματικής περιόδου για τα διαρθρωτικά ταμεία, οι πληρωμές που γίνονται στο πλαίσιο των προγραμμάτων της προηγούμενης περιόδου αντισταθμίζουν γενικά το χαμηλό ακόμη επίπεδο των πληρωμών που γίνονται στο πλαίσιο των τρεχόντων προγραμμάτων πριν φθάσουν στον κανονικό τους ρυθμό.».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Έσοδα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια του ελέγχου

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου των κρατών μελών

Συμπεράσματα και συστάσεις

Παρακολούθηση προγενέστερων παρατηρήσεων

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι: προσαρμογή της λογιστικής Β

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

4.1.

Τα έσοδα του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούνται από τους ιδίους πόρους και τα λοιπά έσοδα. Όπως εμφαίνεται στον πίνακα 4.1 , στην παράσταση 4.1 και στην παράσταση 4.2 , οι ίδιοι πόροι αποτελούν μακράν την κύρια πηγή χρηματοδότησης των δαπανών του προϋπολογισμού (94,3 %).

 

Πίνακας 4.1 — Κοινοτικά έσοδα για τα οικονομικά έτη 2004 και 2005

(εκατομμύρια ευρώ)

Είδος εσόδων και αντίστοιχο κονδύλιο του προϋπολογισμού

Πραγματικά έσοδα το 2004

Εξέλιξη του προϋπολογισμού 2005

Πραγματικά έσοδα το 2005

Ποσοστιαία μεταβολή (2004 έως 2005)

Αρχικός προϋπολογισμός

Τελικός προϋπολογισμός

 

(α)

(β)

(γ)

(δ)

ε = [(δ) – (α)]/(α)

1

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

12 307,1

12 363,0

13 944,0

14 063,1

14,3

— Γεωργικά τέλη (κεφάλαιο 10)

1 313,4

819,5

1 119,4

1 350,8

2,8

— Εισφορές ζάχαρης και ισογλυκόζης (κεφάλαιο 11)

401,6

793,6

793,8

695,1

73,1

— Δασμοί (κεφάλαιο 12)

10 592,1

10 749,9

12 030,8

12 017,2

13,5

2

Πόροι ΦΠΑ

13 912,1

15 313,5

15 956,0

16 018,0

15,1

— Πόρος ΦΠΑ από το τρέχον οικονομικό έτος (κεφάλαιο 13)

13 679,3

15 313,5

15 556,0

15 618,9

 

— Υπόλοιπα από προηγούμενα οικονομικά έτη (κεφάλαιο 31)

232,8

0,0

400,0

399,1

 

3

Πόρος ΑΕΕ

68 982,0

77 583,0

70 935,4

70 860,6

2,7

— Πόρος ΑΕΕ από το τρέχον οικονομικό έτος (κεφάλαιο 14)

69 214,2

77 583,0

68 884,1

68 811,6

 

— Υπόλοιπα από προηγούμενα οικονομικά έτη (κεφάλαιο 32)

– 232,2

0,0

2 051,3

2 049,0

 

4

Υπόλοιπα και συμψηφισμοί

– 148,0

0,0

0,0

– 130,6

–11,8

— Διόρθωση Ηνωμένου Βασιλείου (κεφάλαιο 15)

– 149,3

0,0

0,0

– 120,3

 

— Οριστικός υπολογισμός της διόρθωσης Ηνωμένου Βασιλείου (κεφάλαιο 35)

1,3

0,0

0,0

–10,3

 

5

Λοιπά έσοδα

8 458,7

1 040,5

4 848,6

6 279,5

–25,8

— Πλεόνασμα από το προηγούμενο οικονομικό έτος (κεφάλαιο 30)

5 693,0

0,0

3 262,7

3 262,7

–42,7

— Διάφορα έσοδα (τίτλοι 4 έως 9)

2 765,7

1 040,5

1 585,9

3 016,8

9,1

Γενικό σύνολο

103 511,9

106 300,0

105 684,0

107 090,6

3,5

Πηγή: Προϋπολογισμοί και διορθωτικοί προϋπολογισμοί για το 2005 ετήσιοι λογαριασμοί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2005.

Image

Image

4.2.

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ιδίων πόρων: οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι (2) (τελωνειακοί δασμοί, γεωργικά τέλη και εισφορές ζάχαρης) (13,3 %), οι ίδιοι πόροι που υπολογίζονται βάσει του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) τον οποίο εισπράττουν τα κράτη μέλη (14,9 %) και οι ίδιοι πόροι που προκύπτουν από το ακαθάριστο εθνικό εισόδημα (ΑΕΕ) των κρατών μελών (3) (66,1 %).

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εμβέλεια του ελέγχου

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

4.3.

Οι σοβαρότεροι κίνδυνοι που αφορούν την είσπραξη των παραδοσιακών ιδίων πόρων είναι η αποφυγή των δασμών από τον φορολογούμενο, είτε μέσω ψευδών δηλώσεων είτε απλώς μέσω λαθρεμπορίου, οι εσφαλμένοι υπολογισμοί ή μη βεβαίωση δασμών λόγω σφαλμάτων ή αδυναμιών στα συστήματα των τελωνειακών αρχών που δεν εντοπίζονται και, τέλος, τα σφάλματα ή οι παραλείψεις στη λογιστική των κρατών μελών όσον αφορά τους βεβαιωθέντες δασμούς.

 

4.4.

Ο έλεγχος των λογαριασμών εκ μέρους του Συνεδρίου δεν μπορεί να καλύψει τις εισαγωγές που δεν δηλώθηκαν ούτε τις εισαγωγές που διέφυγαν της τελωνειακής επιτήρησης. Ωστόσο, οι ελεγκτικές εργασίες του περιλάμβαναν αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, τόσο στην Επιτροπή όσο και στα κράτη μέλη, προκειμένου να εκτιμηθεί εάν αυτά παρείχαν εύλογη βεβαιότητα πληρότητας. Ο έλεγχος συνίστατο στην εξέταση της οργάνωσης της τελωνειακής εποπτείας και των εθνικών λογιστικών συστημάτων που αφορούν τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους σε οκτώ κράτη μέλη (4) (βλέπε σημείο 4.22), στην εξέταση της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών αμοιβαίας συνδρομής (σημεία 4.10-4.12), στην εξέταση των λογαριασμών της Επιτροπής που αφορούσαν τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους και στην ανάλυση της ροής των δασμών, προκειμένου να αποκομισθεί εύλογη βεβαιότητα σχετικά με την πληρότητα και την ορθότητα των καταχωρισθέντων ποσών.

 

Ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ

4.5.

Οι ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ αποδίδουν μακροοικονοιμικές στατιστικές των οποίων τα υποκείμενα στοιχεία δεν μπορούν να υποβληθούν σε άμεσο έλεγχο. Για το λόγο αυτό, ο έλεγχος του ΦΠΑ/ΑΕΕ έλαβε ως αφετηρία τη λήψη από την Επιτροπή των μακροοικονομικών μεγεθών που εκπόνησαν τα κράτη μέλη (είτε ως προβλέψεις είτε ως οριστικά στοιχεία) και σκοπό είχε την αξιολόγηση του συστήματος που εφαρμόζει η Επιτροπή για την επεξεργασία των δεδομένων μέχρι αυτά να περιληφθούν τελικά στους οριστικούς λογαριασμούς. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο έλεγχος κάλυψε την κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού και την εκτέλεσή του όσον αφορά τις καταβολές των κρατών μελών. Επιπλέον, το Συνέδριο εξακολούθησε να εξετάζει τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου σε σχέση με την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών από τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών.

 

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

4.6.

Ελάσσονος σημασίας σφάλματα εντοπίστηκαν στις τελωνειακές διασαφήσεις (τις υποκείμενες των παραδοσιακών ιδίων πόρων πράξεις), τα οποία όμως δεν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στους λογαριασμούς. Ωστόσο, ορισμένες πράξεις στο πλαίσιο των παραδοσιακών ιδίων πόρων, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν τεθεί στη διάθεση της Επιτροπής χωρίς καθυστέρηση, κρατήθηκαν εσφαλμένα και καταχωρίστηκαν σε χωριστή λογιστική (στη λογιστική Β).

4.6.

Η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να καταβάλουν τόκους υπερημερίας για οποιαδήποτε καθυστέρηση σημειώθηκε διαθέτοντας παραδοσιακούς ιδίους πόρους.

4.7.

Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, από τον έλεγχο του Συνεδρίου και τις επιθεωρήσεις της Επιτροπής (βλέπε σημείο 4.9) διαπιστώθηκαν συστηματικά προβλήματα με τη λογιστική Β σε ορισμένα κράτη μέλη (5). Ορισμένα σφάλματα σχετίζονται με τις συνθήκες της λογιστικής καταχώρισης. Σε κράτη μέλη των οποίων η λογιστική Β αντιστοιχεί στο 34 % του συνόλου, οι τελωνειακές οφειλές που καλύπτονται μερικώς από εγγύηση καταχωρίζονται, παρ’ όλα αυτά, με το ολικό ποσό τους στη λογιστική Β, με αποτέλεσμα να καθυστερεί να διατεθεί στην Επιτροπή το καλυπτόμενο από εγγύηση τμήμα αυτών. Άλλα σφάλματα οφείλονται είτε στο γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν αναπροσαρμόσει τα λογιστικά συστήματά τους κατά τρόπο ώστε να καταχωρίζονται με ακρίβεια τα υπό αμφισβήτηση ή τα ανακτώμενα ποσά, είτε στο γεγονός ότι δεν υπάρχει επαρκής εσωτερικός έλεγχος όσον αφορά την κατάρτιση των αναφορών. Πιθανοί δασμοί ύψους 22,7 εκατομμυρίων ευρώ εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ της Επιτροπής και της Γερμανίας συνεπεία τέτοιου είδους προβλήματος.

4.7.

Η Επιτροπή συμφωνεί με το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η πρακτική σύμφωνα με την οποία καταχωρίζονται μη αμφισβητούμενα ποσά στην λογιστική Β γιατί η ασφάλεια θα μπορούσε να μην είναι επαρκής δεν είναι ορθή. Άλλωστε αντιτίθεται στις οδηγίες τις οποίες έχει δώσει η Επιτροπή στα κράτη μέλη. Η Επιτροπή προτίθεται να λάβει κατάλληλα μέτρα συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων και διαδικασιών παράβασης κατά αυτής της εσφαλμένης πρακτικής.

Η Γερμανία αρχικά επέφερε διορθώσεις στην λογιστική της Β για ποσό συνόλου 40 εκατ. ευρώ. Η Επιτροπή επιμένει να διαπιστώνονται οι δημοσιονομικές συνέπειες των διορθώσεων σύμφωνα με μια αξιόπιστη διαδικασία. Ως τώρα αυτό έχει γίνει για λιγότερες από τις μισές διορθώσεις και διατέθηκαν 387 415 ευρώ. Η Γερμανία κλήθηκε να παράσχει περαιτέρω αποδείξεις για το υπολειπόμενο ποσό (περίπου 22,7 εκατομμνρίων ευρώ) ενώ η Επιτροπή επιφυλάσσεται αργότερα να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την περίπτωση αυτή.

Ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ

4.8.

Από τον έλεγχο του Συνεδρίου δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές παρατυπίες σχετικά με τις καταβολές των ιδίων πόρων ΦΠΑ και ΑΕΕ εκ μέρους των κρατών μελών.

 

Λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

4.9.

Το Συνέδριο εξέτασε τις επιθεωρήσεις που είχε πραγματοποιήσει η Επιτροπή (6) και έλαβε υπόψη του τα σχετικά αποτελέσματα. Όπως και για τα προηγούμενα έτη, κρίθηκε ότι η μεθοδολογία της Επιτροπής είχε σωστή βάση και ότι η σχετική τεκμηρίωση ήταν καλή. Οι επιθεωρήσεις κατέδειξαν ότι τα συστήματα είσπραξης των ιδίων πόρων ήταν γενικά ικανοποιητικά, επιβεβαίωσαν ωστόσο τη συνεχιζόμενη περιορισμένη αξιοπιστία της λογιστικής Β σε ορισμένα κράτη μέλη (βλέπε σημείο 4.7).

 

Αμοιβαία συνδρομή σε τελωνειακά ζητήματα

4.10.

Μια σημαντική πτυχή των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου είναι ο συντονισμός, μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, της δράσης που αποσκοπεί στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας κατά της απάτης και των παρατυπιών (7). Οι αδυναμίες αυτών των συστημάτων θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πλήρη είσπραξη των δασμών. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου (8) περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή στον τελωνειακό και στο γεωργικό τομέα. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) παρέχει υποστήριξη για λογαριασμό της Επιτροπής στο πλαίσιο αυτού του καθήκοντος συνεργασίας.

 

4.11.

Οι κοινοποιήσεις εκ μέρους κρατών μελών των περιπτώσεων αμοιβαίας συνδρομής εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από ανακολουθίες, ενώ, στο στάδιο της διοικητικής έρευνας, σημειώνονται πολύ μεγάλες καθυστερήσεις, μερικές φορές άνω των πέντε ετών, γεγονός που μπορεί να έχει ως συνέπεια την απώλεια εσόδων, δεδομένου ότι η προθεσμία παραγραφής είναι γενικά τριετής. Η διαπίστωση αυτή συμφωνεί με την παρατήρηση που διατυπώθηκε κατά τον πρόσφατο έλεγχο της διαχείρισης της OLAF (9), ότι δηλαδή δεν υπήρχαν κανόνες για τη συνεπή παρακολούθηση της προόδου που συντελείται στις περιπτώσεις αμοιβαίας συνδρομής στα κράτη μέλη.

4.11.

Το στάδιο της διοικητικής έρευνας μπορεί να είναι συγχρόνως ιδιαίτερα πολύπλοκο και μακρύ. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν παρενέβησαν εγκαίρως σε περιπτώσεις που διαπιστώθηκαν ανακολουθίες, γεγονός που έχει ως συνέπεια απώλεια εσόδων.

Έτσι η Επιτροπή ζήτησε από τις χώρες αυτές να προβούν στην πληρωμή των απολεσθέντων φόρων και συγχρόνως των τόκων υπερημερίας για την καθυστέρηση της διάθεσης. Ωστόσο, η Επιτροπή είχε ήδη προβεί σε μια αξιολόγηση της διαχείρισης των μηνυμάτων της αμοιβαίας συνδρομής (ΑΣ) μεταξύ κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώθηκε ότι απαιτείται η εφαρμογή μιας περισσότερο σύγχρονης διαδικασίας η οποία να διευκολύνει τη συλλογή, την μεταβίβαση και τον έλεγχο των πληροφοριών που παρέχουν τα κράτη μέλη και να μειώνεται έτσι ο χρόνος αντίδρασης. Σήμερα έχει αναληφθεί πρωτοβουλία για την μετάβαση όλων των υφισταμένων ενοτήτων ΣΠΚΑ (Σύστημα Πληροφοριών κατά της Απάτης) σε νέα τεχνολογία δικτύου. Επιπλέον, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη συμφώνησαν να εντάξουν στη διαδικασία αυτή ενότητες του ηλεκτρονικού συστήματος αμοιβαίας συνδρομής.

4.12.

Η Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης (ΓΔ TAXUD) καθιέρωσε πρόσφατα ένα σύστημα εντύπου πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους (RIF — Risk Information Form) για την ανταλλαγή πληροφοριών που αφορούν τους ελέγχους και τους κινδύνους μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών των κρατών μελών. Το 90 % των πεδίων δεδομένων του RIF περιλαμβάνονται επίσης στην τυποποιημένη κοινοποίηση της αμοιβαίας συνδρομής. Σε πολλές περιπτώσεις, οι πληροφορίες που συλλέγονται από τα δύο αυτά συστήματα χρησιμοποιούνται από τις ίδιες υπηρεσίες των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών ερευνών/πληροφοριών και των υπηρεσιών ελέγχου. Στις περιπτώσεις παραβίασης της τελωνειακής νομοθεσίας, ακόμη και εάν ένας ενδεχόμενος κίνδυνος έχει αναφερθεί μέσω RIF, οι κανονισμοί απαιτούν την παράλληλη αποστολή μηνύματος στην OLAF με τη διαδικασία της αμοιβαίας συνδρομής.

4.12.

Με τον κανονισμό (EK) αριθ. 648/2005 του Συμβουλίου εισάγεται μια γενική διάταξη η οποία αφορά ένα σύστημα εντύπου πληροφοριών σχετικά με τους ελέγχους (ΣΕΠΕ). Οι ανταλλαγές πληροφοριών στα πλαίσια του ΣΕΠΕ αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συστήματος αυτού και σύμφωνα με την εμπειρία της Επιτροπής οι πληροφορίες στα πλαίσια του ΣΕΠΕ ικανοποιούν μια από τις πρωταρχικής σημασίας απαιτήσεις, την απαίτηση να καλύψουν έναν μεγαλύτερο αριθμό υπαλλήλων οι οποίοι είναι αρμόδιοι για τους ελέγχους στην πρώτη γραμμή.

Η OLAF και η TAXUD συνεργάζονται ήδη και θα συνεχίσουν να συνεργάζονται προκειμένου να επιτύχουν τη μεγαλύτερη δυνατή συνέργια μεταξύ ΣΠΚΑ και ΣΕΠΕ λαμβάνοντας υπόψη τις ανισότητες μεταξύ των απαιτήσεων για το πρώτο στάδιο ελέγχου και των συναφών ενεργειών για την καταπολέμηση της απάτης.

Ίδιος πόρος ΦΠΑ

4.13.

Η Επιτροπή κατόρθωσε να διατηρήσει αμετάβλητη τη συχνότητα και την ποιότητα των επιτόπιων επιθεωρήσεων κατά το οικονομικό έτος 2005 στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

4.14.

Ο αριθμός των εκκρεμών επιφυλάξεων (10) ως προς τις δηλώσεις ΦΠΑ των κρατών μελών παραμένει υψηλός. Με την άρση 37 επιφυλάξεων και τη διατύπωση 41 νέων, ο αριθμός τους αυξήθηκε στις 111 στο τέλος του 2005 και η κατανομή τους μεταξύ των σχετικών κρατών μελών παρουσιάζεται στον πίνακα 4.2 . Η επιτροπή δεν έχει προβεί σε εκτίμηση των οικονομικών επιπτώσεών τους.

4.14.

Η Επιτροπή διατυπώνει επιφυλάξεις όταν δεν εγκρίνει τα στοιχεία που παρέχουν τα κράτη μέλη ή τις μεθόδους που τα τελευταία αυτά χρησιμοποιούν ή ακόμη όταν απαιτεί αποδείξεις οι οποίες να δικαιολογούν τα ποσά ή τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν ή όταν ένα κράτος μέλος δεν παρέχει κανένα στοιχείο. Για τους λόγους αυτούς ο δημοσιονομικός τους αντίκτυπος σπάνια είναι εύκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν θα ήθελε η εκτίμηση αυτή να αποτρέψει την προσπάθεια των κρατών μελών να τελειοποιήσουν την ορισμένες φορές δύσκολη εργασία παροχής ακριβών στοιχείων και καταλλήλων μεθόδων υπολογισμού. Πάντως, η Επιτροπή θα επεναξετάσει το θέμα αυτό.

Πίνακας 4.2 — Επιφυλάξεις ΦΠΑ στις 31 Δεκεμβρίου 2005

Κράτη μέλη (11)

Αριθμός εκκρεμών επιφυλάξεων στις 31.12.2004

Επιφυλάξεις διατυπωθείσες το 2005

Επιφυλάξεις αρθείσες το 2005

Αριθμός εκκρεμών επιφυλάξεων στις 31.12.2005

Έτος από το οποίο εκκρεμούν επιφυλάξεις

Βέλγιο

4

5

3

6

1989

Δανία

1

0

0

1

1991

Γερμανία

17

8

8

17

1999

Ελλάδα

13

0

0

13

1997

Ισπανία

3

6

3

6

1999

Γαλλία

9

4

6

7

1993

Ιρλανδία

1

9

0

10

1998

Ιταλία

12

0

1

11

1995

Λουξεμβούργο

3

1

3

1

1997

Κάτω Χώρες

2

1

2

1

2001

Αυστρία

3

5

0

8

1995

Πορτογαλία

5

0

0

5

1996

Φινλανδία

6

1

0

7

1995

Σουηδία

21

1

11

11

1995

Ηνωμένο Βασίλειο

7

0

0

7

1995

Σύνολο

107

41

37

111

 

4.15.

Το Συνέδριο επισημαίνει ότι η άρση μιας επιφύλαξης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την καταλληλότητα της δράσης που αναλαμβάνει το σχετικό κράτος μέλος. Για ορισμένες επιφυλάξεις μπορεί να κινηθεί διαδικασία επί παραβάσει ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Πέραν τούτου, επί του παρόντος δεν υπάρχει κανένα αποτελεσματικό μέσο το οποίο να εξασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες εντός σαφώς καθορισμένων προθεσμιών, επιτρέποντας κατ’ αυτό τον τρόπο στην Επιτροπή να αποφασίσει την άρση των εκκρεμών επιφυλάξεων εντός εύλογων προθεσμιών.

4.15.

Οι εκκρεμείς επιφυλάξεις αποτελούν έναν μηχανισμό για να παραμένουν διαθέσιμα προς διόρθωση τα αδύνατα σημεία των καταστάσεων ΦΠΑ μετά την παρέλευση της τετραετούς προθεσμίας που καθορίζεται στην κοινοτική νομοθεσία. Η Επιτροπή θεωρεί ότι στις περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη εφαρμόζουν εσφαλμένα την κοινοτική νομοθεσία σε θέματα ΦΠΑ ή σε θέματα ιδίων πόρων, η διαδικασία παράβασης μπορεί να αποτελέσει ένα μέσο διόρθωσης. Σε άλλες περιπτώσεις, η Επιτροπή θα εξετάσει την δυνατότητα και τη σκοπιμότητα εισαγωγής, π.χ. στο πλαίσιο του κανονισμού (EOK) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου, ενός μέσου όπως αυτό που πρότεινε το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ίδιος πόρος ΑΕΕ

4.16.

Όσον αφορά τον ίδιο πόρο ΑΕΕ, η επαλήθευση, εκ μέρους της Επιτροπής, των υποκειμένων εθνικών λογαριασμών, επί των οποίων βασίζονται τα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποιούνται με τα ερωτηματολόγια για το ΑΕΕ (12), εξακολουθούσε να είναι ανεπαρκής. Κατά το 2005, οι επιθεωρήσεις της Επιτροπής, ως μέρος των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, περιορίστηκαν σε ελέγχους εγγράφων (13) όσον αφορά την ποιότητα και τη συνοχή των στοιχείων στα ετήσια ερωτηματολόγια σχετικά με το ΑΕΕ που υποβάλλουν τα κράτη μέλη.

4.16.

Το φθινόπωρο, η Επιτροπή θα ελέγξει τα ετήσια ερωτηματολόγια ΑΕΕ χρησιμοποιώντας τον ίδιο τυποποιημένο πίνακα ελέγχου για όλα τα κράτη μέλη, επαφιόμενη σε μεγάλο βαθμό στην γνώση των εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής όσον αφορά τις πρακτικές των κρατών μελών και ζητώντας περαιτέρω πληροφορίες για τα κράτη μέλη εάν αυτό είναι αναγκαίο. Τα ερωτηματολόγια ΑΕΕ εξετάζονται από την επιτροπή ΑΕΕ. Η προσέγγιση αυτή καθιστά τα δεδομένα κατάλληλα για προσωρινή χρήση κατά τους δημοσιονομικούς υπολογισμούς λαμβάνοντας υπόψη τις εκκρεμείς επιφυλάξεις για τα κράτη μέλη.

Για να συμπληρώσει αυτό τον έλεγχο, το 2008, όταν θα είναι διαθέσιμα και θα έχουν μελετηθεί τα νέα ερωτηματολόγια, η Επιτροπή θα αρχίσει πάλι τις αποστολές ελέγχου στα διάφορα κράτη μέλη προσδίδοντας μεγαλύτερη σημασία στις πηγές και τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν και στις εκκρεμείς επιφυλάξεις. Στη διάρκεια αυτού του οικονομικού έτους θα απαιτηθεί να ληφθούν υπόψη τα όρια των διαθεσίμων πόρων.

4.17.

Το Συνέδριο, στην ετήσια έκθεσή του για το οικονομικό έτος 2004 (14), εφιστούσε την προσοχή σε ορισμένες αδυναμίες των εκθέσεων περί ποιότητας που υποβάλλουν τα κράτη μέλη. Από την εξέταση της ποιότητας των εκθέσεων που υποβλήθηκαν το 2005 προέκυψε ότι οι περισσότερες από τις αδυναμίες αυτές είχαν αντιμετωπισθεί. Εντούτοις, δεν υπήρχαν ακόμη πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξάγουν τα κράτη μέλη σχετικά με την ποιότητα του ΑΕΕ και των συνιστωσών του.

4.17.

Η Επιτροπή ζήτησε επίμονα από τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους όσον αφορά την αναφορά των αποτελεσμάτων των ερευνών τους σχετικά με την ποιότητα του ΑΕΕ [βλέπε απάντηση στο 4.30 στοιχείο (γ)).

4.18.

Στα τέλη του οικονομικού έτους 2005 υπήρχαν συνολικά 63 εκκρεμείς συγκεκριμένες επιφυλάξεις (15) (η πλειονότητα αφορούσε τα έτη 1995-2001), οι οποίες κατανέμονταν άνισα μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ των 15, από την άποψη τόσο του αριθμού τους όσο και της δράσης που είχε αναληφθεί για την άρση τους (βλέπε πίνακα 4.3 ).

 

Πίνακας 4.3 — Επιφυλάξεις ΑΕΠ στις 31 Δεκεμβρίου 2005

Κράτη μέλη (16)

Αριθμός εκκρεμών επιφυλάξεων στις 31.12.2004

Επιφυλάξεις διατυπωθείσες το 2005

Επιφυλάξεις αρθείσες το 2005

Αριθμός εκκρεμών επιφυλάξεων στις 31.12.2005 (17)

Βέλγιο

3

3

Δανία

5

5

Γερμανία

1

3

1

3

Ελλάδα

7

7

Ισπανία

5

5

Γαλλία

8

8

Ιρλανδία

4

4

Ιταλία

4

4

Λουξεμβούργο

1

8

1

8

Κάτω Χώρες

4

2

2

Αυστρία

4

3

1

Πορτογαλία

4

4

Φινλανδία

3

3

Σουηδία

0

0

Ηνωμένο Βασίλειο

6

6

Σύνολο

59

11

7

63

4.19.

Η Επιτροπή πρέπει να διατυπώσει και άλλη επιφύλαξη η οποία να ισχύει για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ των 15 όσον αφορά τον συνυπολογισμό παράνομων δραστηριοτήτων στο ΑΕΕ, ώστε να καταστούν δυνατές προσαρμογές στα σχετικά μεγέθη μέχρι και το 2002 (18).

4.19.

Τον Ιούλιο του έτους 2006 η Επιτροπή κοινοποίησε στα κράτη μέλη μια επιφύλαξη σχετικά με τις παράνομες δραστηριότητες.

Υπηρεσίες χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης που μετρώνται έμμεσα (ΥΧΔΜΕ)

4.20.

Από το 2005 ισχύουν νέοι κανόνες σχετικά με την κατανομή των ΥΧΔΜΕ στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών (ΕΣΛ 95) (19). Στόχος είναι να καταστεί δυνατή η ακριβέστερη ενδοκοινοτική σύγκριση των επιπέδων του ΑΕΕ των κρατών μελών. Σύμφωνα με την Eurostat (20), η εφαρμογή των νέων αυτών κανόνων θα επέφερε σημαντική αύξηση του ΑΕΕ, το οποίο ποικίλλει ανάλογα με το κράτος μέλος και το έτος, αλλά κυμαίνεται περίπου μεταξύ του 0,5 και του 2 %.

 

4.21.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι τροποποιήσεις στο ΕΣΛ 95 επιφέρουν σημαντικές μεταβολές στο ΑΕΕ, το Συμβούλιο υποχρεούται να αποφασίσει, βάσει πρότασης της Επιτροπής, εάν οι εν λόγω τροποποιήσεις θα εφαρμοστούν όσον αφορά τους ιδίους πόρους (21). Μολονότι η απόφαση για την κατανομή των ΥΧΔΜΕ στο πλαίσιο του ΕΣΛ 95 ελήφθη ήδη το 2002, η Επιτροπή δεν έχει ακόμη υποβάλει καμία αίτηση για την κατανομή των ΥΧΔΜΕ στο πλαίσιο των ιδίων πόρων. Μια τέτοιου είδους κατανομή θα επηρέαζε τις επιπτώσεις του δημοσιονομικού βάρους επί των κρατών μελών.

4.21.

Οι στατιστικές τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν από την ΕΕ για την βελτίωση της μεθοδολογίας ΕΣΛ για την επίτευξη μιας ακριβέστερης σύγκρισης της οικονομικής δραστηριότητας μεταξύ των κρατών μελών θα εφαρμοστούν επίσης και στους ίδιους πόρους, όταν συμφωνηθεί ότι οι αλλαγές θα εφαρμοστούν κατά ενιαίο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα υποβάλει πρόταση προκειμένου να συμπεριληφθούν οι ΥΧΔΜΕ (Υπηρεσίες Χρηματοπιστωτικής Διαμεσολάβησης που μετρώνται έμμεσα) που κατανέμονται στους ίδιους πόρους στο ΕΣΛ όταν θεωρήσει ότι όλα τα κράτη μέλη είναι σε θέση να εφαρμόσουν αυτή την αλλαγή κατά ενιαίο τρόπο.

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου των κρατών μελών

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

4.22.

Γενικά, διαπιστώθηκε ότι τα συστήματα τελωνειακής εποπτείας και λογιστικής καταχώρισης σχετικά με τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους λειτουργούσαν σωστά. Ωστόσο, από εξέταση της κοινοτικής διαμετακόμισης προέκυψε ότι πολλά κράτη μέλη (22) δεν διέθεταν αποτελεσματικά συστήματα για την έγκαιρη έναρξη των ερευνών σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με την άφιξη των παρτίδων, ενώ σημειώνονταν επίσης σημαντικές καθυστερήσεις σε μεταγενέστερα στάδια των διαδικασιών έρευνας και ανάκτησης. Στις περιπτώσεις αυτές, αυτό είχε ως συνέπεια οι δασμοί συχνά να εισπράττονται καθυστερημένα. Σε πολλά κράτη μέλη (23), ο τελωνειακός έλεγχος των εμπορευμάτων υπό καθεστώς προσωρινής εναπόθεσης (24) δεν αρκούσε για να εξασφαλίσει την τήρηση των προθεσμιών και των λοιπών κανόνων του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Σε ένα κράτος μέλος (25), τα διαστήματα μεταξύ των τελωνειακών ελέγχων των οικονομικών φορέων συνήθως υπερέβαιναν τα τρία χρόνια, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους λόγω παραγραφής.

4.22.

Θα συνεχισθεί η ανάλυση όλων των σχολίων του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Όσον αφορά το μεταβατικό καθεστώς στο πλαίσιο του συστήματος που βασίζεται σε έντυπα έγγραφα δημιουργήθηκαν συχνά ερωτήματα σχετικά με την διακίνηση εμπορευμάτων για την επίλυση των οποίων απαιτήθηκε συχνά πολύς χρόνος. Με την πλήρη εφαρμογή το 2005, του νέου μηχανογραφημένου συστήματος διαμετακόμισης (NCTS), υφίσταται τώρα ένα πολύ βελτιωμένο πλαίσιο. Αναμένεται έτσι ότι θα μειωθεί ο αριθμός των ερωτήσεων όσον αφορά την ακριβή και πλήρη πληρωμή της διαμετακόμισης και ότι θα υπάρξει μια ταχύτερη και με μεγαλύτερη άνεση λύση εκείνων που θα μπορούσαν να προκύψουν. Η Επιτροπή εξετάζει σήμερα την εφαρμογή μεταβατικών διατάξεων στα κράτη μέλη. Τα αρχικά αποτελέσματα δείχνουν ότι οι καθυστερήσεις της λογιστικής που αφορούν τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους αφορούν διαμετακομίσεις τις οποίες είχαν διαχειριστεί σύμφωνα με το παλιό και όχι το νέο σύστημα και ότι οι σημερινές τάσεις είναι ενθαρρυντικές. Άλλωστε, πραγματοποιείται χωριστή αναθεώρηση της διαδικασίας έρευνας.

Οι τελωνειακοί έλεγχοι γίνονται ολοένα συχνότερα σε εσωτερικό επίπεδο μέσω λογιστικού ελέγχου των εμπορικών εγγράφων που βασίζονται στην ανάλυση κινδύνου. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προτίθεται να επανεξετάσει την στρατηγική του προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο παραγραφής.

Ίδιος πόρος ΑΕΕ

4.23.

Το Συνέδριο, στην ετήσια έκθεσή του για το οικονομικό έτος 2004, επεσήμαινε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών ως προς την ύπαρξη και την εφαρμογή ορισμένων στοιχείων των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου στις στατιστικές υπηρεσίες στο πλαίσιο της κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών. Το 2005, ο έλεγχος περιλάμβανε έξι ακόμη κράτη μέλη (26) και είχε ως αποτέλεσμα τη διαπίστωση μιας σειράς αδυναμιών όσον αφορά τα ακόλουθα:

α)

τη διενέργεια μιας τυπικής και συστηματοποιημένης ανάλυσης κινδύνων σχετικά με τη διαδικασία κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών (27)·

β)

την ύπαρξη συμφωνιών ή αντίστοιχων ρυθμίσεων μεταξύ των υπηρεσιών κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών και των μονάδων που παρέχουν τα βασικά στατιστικά στοιχεία, οι οποίες να καθορίζουν τους όρους της παράδοσης και της ποιότητας των δεδομένων (28)·

γ)

τη συστηματική εκπόνηση «εκθέσεων ποιότητας» οι οποίες να συνοδεύουν τις στατιστικές έρευνες (29)·

δ)

τη διενέργεια εσωτερικών ελέγχων επί της διαδικασίας συλλογής και κατάρτισης στατιστικών δεδομένων (30).

4.23.

Βλέπε απάντηση στο σημείο 4.25.

4.24.

Το 2005, εγκρίθηκε ο κώδικας ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές (31), ο οποίος ορίζει τις βασικές αρχές για την ενίσχυση της ποιότητας των στατιστικών προϊόντων (συμπεριλαμβανομένων των εθνικών λογαριασμών). Το 2005, οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες είχαν να προβούν σε αυτοαξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τις βασικές αρχές αυτού του κώδικα. Οι αυτοαξιολογήσεις αυτές θα συμπληρωθούν και θα επικυρωθούν από αξιολογήσεις από ομοτίμους, οι οποίες θα λάβουν χώρα το 2006 και το 2007 υπό το συντονισμό της Επιτροπής.

 

4.25.

Το Συνέδριο εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι διαφορές στην ύπαρξη και στην εφαρμογή των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικούς βαθμούς αξιοπιστίας, συγκρισιμότητας και πληρότητας των εθνικών λογαριασμών.

4.25.

Η Επιτροπή χρησιμοποιεί ένα τυποποιημένο μέσο για την επαλήθευση της αξιοπιστίας, συγκρισιμότητας και πληρότητας των εθνικών λογαριασμών όλων των κρατών μελών για τους ίδιους πόρους, συμπεριλαμβανομένων και λεπτομερών περιγραφών των πηγών και μεθόδων (ερωτηματολόγια ΑΕΕ) με ετήσια ενημέρωση υπό μορφή εκθέσεων για την ποιότητα. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσέγγιση αυτή έχει πρωταρχική σημασία για την επιβεβαίωση της αξιοπιστίας, της συγκρισιμότητας και της πληρότητας των στοιχείων ΑΕΕ.

Η εφαρμογή των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου των εθνικών λογαριασμών εκ μέρους των κρατών μελών θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την αξιοπιστία αυτή. Η Επιτροπή θα ενθαρρύνει συνεπώς ενεργά την ανταλλαγή ορθών πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών.

Συμπεράσματα και συστάσεις

4.26.

Λαμβανομένης υπόψη της εμβέλειας του ελέγχου (βλέπε σημείο 4.3) και με εξαίρεση τα ζητήματα που αφορούν τη λογιστική Β και αναφέρονται στα σημεία 4.6-4.7, το Συνέδριο φρονεί ότι, από κάθε σημαντική άποψη, τα συστήματα τελωνειακής εποπτείας ήταν ικανοποιητικά, η λογιστική των παραδοσιακών ίδιων πόρων ήταν αξιόπιστη και οι υποκείμενες πράξεις ήταν νόμιμες και κανονικές.

 

4.27.

Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους, το Συνέδριο συνιστά:

4.27.

 

α)

προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της αμοιβαίας συνδρομής και να μειωθεί ο κίνδυνος εκπρόθεσμων αιτήσεων, η OLAF και η ΓΔ TAXUD πρέπει να εξορθολογίσουν τα συστήματα υποβολής αναφορών και παρακολούθησης και να εργαστούν προς την κατεύθυνση μιας περισσότερο ολοκληρωμένης προσέγγισης, για παράδειγμα μέσω σχεδίου δράσης που θα περιλαμβάνει όλες τις ΓΔ (σημείο 4.12) και,

α)

Η OLAF και η TAXUD έχουν ήδη εγκαινιάσει ένα καθεστώς συνεργασίας για να επεξεργασθούν μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση βελτίωσης των συστημάτων απόδοσης λογαριασμών και επαλήθευσης (βλέπε απάντηση στην παράγραφο 4.12).

β)

λαμβανομένων υπόψη των συνεχιζόμενων προβλημάτων με τη λογιστική Β, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει σε εύθετο χρόνο κατά πόσον ο ισχύων κανονισμός καθορίζει τις σχετικές υποχρεώσεις με αρκετή σαφήνεια, εάν είναι σκόπιμο να παρασχεθούν οδηγίες σχετικά με τη βέλτιστη πρακτική και κατά πόσο οι διαδικασίες μπορούν να απλοποιηθούν ώστε να μειωθεί ο αριθμός των σφαλμάτων (σημείο 4.7).

β)

Το 2004, το Συμβούλιο ενέκρινε την προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τις αλλαγές των διατάξεων των συμφωνιών σε θέματα της λογιστικής Β. Προβλέπεται μια μεταβατική περίοδος για την εφαρμογή των αλλαγών η οποία λήγει το 2009. Πριν την επιβολή οποιασδήποτε άλλης αλλαγής θα πρέπει να υπολογίζονται οι επιπτώσεις των συγκεκριμένων αλλαγών. Εν τω μεταξύ, η Επιτροπή θα συνεχίσει να ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με την ορθή χρήση της λογιστικής Β και τις εφαρμογές των αποφάσεων του Δικαστηρίου όσον αφορά την λογιστική επεξεργασία των παραδοσιακών ιδίων πόρων.

4.28.

Με δεδομένη την εμβέλεια του ελέγχου, όπως αυτή καθορίζεται στο σημείο 4.5, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι, βάσει των στοιχείων που παρείχαν τα κράτη μέλη, οι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ είχαν, από κάθε σημαντική άποψη, υπολογισθεί, εισπραχθεί και καταχωρισθεί ορθά στους κοινοτικούς λογαριασμούς από την Επιτροπή.

 

4.29.

Όσον αφορά τους ελέγχους της Επιτροπής σχετικά με τα συστήματα που υπόκεινται του υπολογισμού του ιδίου πόρου ΦΠΑ, το Συνέδριο:

4.29.

 

α)

επισημαίνει τις επιπτώσεις των επιφυλάξεων στην ορθότητα των καταστάσεων ΦΠΑ των κρατών μελών, δεδομένου ιδίως του υψηλού αριθμού τους (111), και συνιστά στην Επιτροπή, εφόσον είναι δυνατόν, να προσδιορίσει ποσοτικά τις επιπτώσεις αυτών των επιφυλάξεων σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη (βλέπε σημείο 4.14)·

α)

Εφόσον εκκρεμεί μια επιφύλαξη, η Επιτροπή συνεχίζει τις συζητήσεις με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έως ότου εξευρεθεί μια λύση η οποία θα υποβληθεί στη συνέχεια στην Συμβουλευτική Επιτροπή για τους ίδιους πόρους. Η Επιτροπή εξετάζει την δυνατότητα κατάταξης των εκκρεμών επιφυλάξεων αναλόγως με την δυνάμει δημοσιονομική σημασία τους, ενώ συγχρόνως συνεχίζει τις συζητήσεις με τις εθνικές αρχές προκειμένου να εξευρεθεί η τελική λύση.

β)

συνιστά στην Επιτροπή να εισαγάγει έναν μηχανισμό για την άρση των επιφυλάξεων εντός εύλογων προθεσμιών (βλέπε σημείο 4.15).

β)

Η Επιτροπή θα εξετάσει τη δυνατότητα και την σκοπιμότητα εισαγωγής στον κανονισμό (EOK) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου της πρακτικής σχετικά με τις εκκρεμείς επιφυλάξεις και θα προσδιορίσει τη διαδικασία για την εφαρμογή τους (βλέπε απάντηση στο σημείο 4.15).

4.30.

Από τις ελεγκτικές εργασίες του Συνεδρίου επί του ιδίου πόρου ΑΕΕ εντοπίστηκαν αδυναμίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ποιότητα των δεδομένων βάσει των οποίων υπολογίζονται οι συνεισφορές ΑΕΕ των κρατών μελών. Το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή:

4.30.

 

α)

να διενεργεί περισσότερους ελέγχους επαλήθευσης σε επιλεγμένα μεγέθη των εθνικών λογαριασμών (βλέπε σημείο 4.16)·

α)

Η προσέγγιση η οποία περιγράφεται στην απάντηση στο σημείο 4.16 καθιστά τα στοιχεία κατάλληλα για προσωρινή χρήση για τους δημοσιονομικούς υπολογισμούς, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες εκκρεμείς επιφυλάξεις των κρατών μελών.

Προς το παρόν η Επιτροπή συζητά με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της επιτροπής ΑΕΕ τους δυνατούς τρόπους περισσότερο άμεσου ελέγχου κατά τις υποδείξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και την εμβέλεια και το κατάλληλο χρονοδιάγραμμα για τους ελέγχους αυτούς.

Στη διάρκεια αυτού του ελέγχου θα είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη τα όρια των διαθεσίμων πόρων.

β)

να ενθαρρύνει περαιτέρω τα κράτη μέλη να αναλάβουν δράσεις που θα οδηγούσαν στην άρση των επιφυλάξεων (βλέπε σημεία 4.18-4.19)·

β)

Στην σύνοδο της επιτροπής ΑΕΕ της 3ης και 4ης Ιουλίου 2006, η Επιτροπή ενθάρρυνε ακόμη περισσότερο τα κράτη μέλη να επιταχύνουν τη λήψη μέτρων για την παραγραφή των εκκρεμών επιφυλάξεων.

γ)

να διατυπώσει επακριβέστερες κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών για την ποιότητα του ΑΕΕ και των συνιστωσών του (βλέπε σημείο 4.17)·

γ)

Η σύνοδος της επιτροπής ΑΕΕ της 3ης και 4ης Ιουλίου 2006 εξέτασε το θέμα των ερευνών ποιότητας ΑΕΕ σε εθνικό επίπεδο. Η Επιτροπή ενθάρρυνε ειδικότερα τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους όσον αφορά τις εκθέσεις σχετικά με τις έρευνές τους για την ποιότητα ΑΕΕ.

δ)

να εξετάσει την εφαρμογή, στα κράτη μέλη, της εποπτείας και των ελέγχων που αφορούν την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών και να ενθαρρύνει την εφαρμογή των βέλτιστων πρακτικών (βλέπε σημεία 4.24-4.25)·

δ)

Η Επιτροπή προτίθεται να προωθήσει ενεργά την ανταλλαγή ορθών πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών, παρά το γεγονός ότι οι οργανωτικές πλευρές των εθνικών υπηρεσιών στατιστικής εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

ε)

να υποβάλει πρόταση ώστε οι ΥΧΔΜΕ να περιλαμβάνονται στο ΑΕΕ που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των ιδίων πόρων (βλέπε σημεία 4.20-4.21).

ε)

Η Επιτροπή θα υποβάλει πρόταση για να συμπεριληφθούν οι ΥΧΔΜΕ στο πλαίσιο των ιδίων πόρων ΑΕΕ όταν θεωρήσει ότι όλα τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν την προσαρμογή αυτή με ενιαίο τρόπο, πράγμα το οποίο αναμένεται να συμβεί το έτος 2008 (βλέπε απάντηση στην παράγραφο 4.21).

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι: προσαρμογή της λογιστικής Β

4.31.

Βεβαιωθείσες απαιτήσεις που δεν καλύπτονται από εγγύηση καθώς και απαιτήσεις που αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές δεν χρειάζεται να τεθούν στη διάθεση της Επιτροπής μέχρι τη λήψη της πληρωμής, υπό τον όρο ότι εγγράφονται από τα κράτη μέλη σε χωριστούς λογαριασμούς (στη λογιστική Β). Προς αναγνώριση της αβεβαιότητας της ανάκτησης, η Επιτροπή εγγράφει στον ισολογισμό της ακύρωση βάσει, από το 2004, των εκτιμήσεων που υποβάλλουν τα κράτη μέλη.

 

4.32.

Για το 2004, δεδομένου ότι τα περισσότερα κράτη μέλη δεν είχαν παράσχει πληροφορίες σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για τις εκτιμήσεις τους, το Συνέδριο δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει το ύψος της ακύρωσης (32). Το Συνέδριο εξέτασε τον υπολογισμό για το 2005 ως σύνολο, μαζί με τους ελέγχους που είχε διενεργήσει η Επιτροπή, και, μολονότι ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη αναπτύξει πλήρως διαδικασίες προς εξασφάλιση της συνοχής των εκτιμήσεών τους, το Συνέδριο θεωρεί εύλογη τη συνολική προσαρμογή (33).

 


(1)  Περιλαμβάνει το πλεόνασμα από το προηγούμενο οικονομικό έτος και διάφορα έσοδα.

(2)  Οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι εισπράττονται από τα κράτη μέλη για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης με παρακράτηση του 25 % για την κάλυψη των εξόδων είσπραξης.

(3)  Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους, οι ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ είναι συνεισφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή ενιαίων ποσοστών στις εναρμονισμένες βάσεις του ΦΠΑ των κρατών μελών ή στο ΑΕΕ αυτών και υπολογίζονται σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες.

(4)  Βέλγιο, Τσεχική Δημοκρατία, Γερμανία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Κάτω Χώρες και Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, εξετάσθηκαν τα λογιστικά συστήματα που αφορούν τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους στην Ιταλία, στην Πολωνία και στη Σουηδία.

(5)  Βέλγιο, Τσεχική Δημοκρατία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία, Φινλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο.

(6)  Άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130 της 31.5.2000, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2028/2004 (ΕΕ L 352 της 27.11.2004, σ. 1).

(7)  Άρθρο 6 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000.

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 82 της 22.3.1997, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 807/2003 (ΕΕ L 122 της 16.5.2003, σ. 36).

(9)  Ειδική έκθεση αριθ. 1/2005 (ΕΕ C 202 της 18.8.2005).

(10)  Οι επιφυλάξεις αφορούν τη χρήση αξιόπιστων ποσοτικών δεδομένων και μιας αποδεκτής μεθοδολογίας για την κατάρτιση των καταστάσεων ΦΠΑ από τα κράτη μέλη, καθιστούν δε δυνατή τη διενέργεια διορθώσεων σε αυτές τις καταστάσεις μετά την παρέλευση της τετραετούς προθεσμίας που καθορίζεται στην κοινοτική νομοθεσία.

(11)  Δεν έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις για τα δέκα νέα κράτη μέλη διότι υπέβαλαν τις πρώτες τους καταστάσεις ΦΠΑ το 2005.

(12)  Έγγραφο που βασίζεται σε κοινό υπόδειγμα, με το οποίο οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες κοινοποιούν κάθε χρόνο τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με το ΑΕΕ στην Eurostat. Τα εν λόγω στοιχεία χρησιμεύουν ως βάση για τον υπολογισμό του ιδίου πόρου ΑΕΕ.

(13)  Εξαιρουμένης μιας αποστολής στη Γερμανία.

(14)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημεία 3.36 και 3.37.

(15)  Οι επιφυλάξεις σχετικά με τον ίδιο πόρο ΑΕΕ αφορούν τις πηγές και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για την κατάρτιση των συνόλων των εθνικών λογαριασμών και καθιστούν δυνατή την προσαρμογή των μεγεθών ΑΕΕ μετά την τετραετή προθεσμία που θέτει η κοινοτική νομοθεσία.

(16)  Μέχρι σήμερα δεν έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις για κανένα από τα δέκα νέα κράτη μέλη, καθώς οι κατάλογοι ΕΣΛ 95 δεν χρειάζεται να υποβληθούν πριν από το τέλος του 2006.

(17)  Η Αυστρία, το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες, η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν υποβάλει αναθεωρημένα στοιχεία για ορισμένες από τις εκκρεμείς επιφυλάξεις προκειμένου να δώσουν τη δυνατότητα λήψης απόφασης στην Επιτροπή.

(18)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημεία 3.43-3.44, καθώς και τις σχετικές απαντήσεις της Επιτροπής.

(19)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1889/2002 της Επιτροπής, της 23ης Οκτωβρίου 2002, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 448/98 για τη συμπλήρωση και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2223/96 όσον αφορά την κατανομή των υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης που μετρώνται έμμεσα (ΥΧΔΜΕ) στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών (ΕΣΛ)(ΕΕ L 286 της 24.10.2002, σ. 11).

(20)  «Changes to National Accounts in 2005» (Μεταβολές στους εθνικούς λογαριασμούς κατά το 2005), έγγραφο της Eurostat της 14ης Φεβρουαρίου 2006.

(21)  Άρθρο 2 παράγραφος 7 της απόφασης 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 253 της 7.10.2000, σ. 42).

(22)  Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Λεττονία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβενία και Σουηδία.

(23)  Τσεχική Δημοκρατία, Γερμανία, Μάλτα και Ηνωμένο Βασίλειο.

(24)  Εμπορεύματα που έχουν αφιχθεί και περιλαμβάνονται σε συνοπτική τελωνειακή διασάφηση, αλλά αναμένουν τις διατυπώσεις που είναι αναγκαίες για να διατεθούν σε οριστικό τελωνειακό προορισμό ή χρήση (όπως η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία).

(25)  Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα πρόσθετοι δασμοί κανονικά δεν μπορούν να επιβληθούν μετά την παρέλευση τριετίας από τη γένεση της αρχικής τελωνειακής οφειλής.

(26)  Αυστρία, Βέλγιο, Φινλανδία, Τσεχική Δημοκρατία, Σλοβακική Δημοκρατία και Σουηδία.

(27)  Το στοιχείο αυτό δεν εφαρμοζόταν πλήρως σε κανένα από τα κράτη μέλη στα οποία πραγματοποιήθηκε επίσκεψη.

(28)  Το στοιχείο αυτό εφαρμοζόταν πλήρως στο Βέλγιο, στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Αυστρία, στη Σλοβακική Δημοκρατία και στη Σουηδία.

(29)  Αφορά την Αυστρία, τη Σλοβακική Δημοκρατία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία.

(30)  Το στοιχείο αυτό εφαρμοζόταν πλήρως στην Τσεχική Δημοκρατία και στη Σουηδία.

(31)  COM(2005) 217 τελικό της 25.5.2005.

(32)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημεία 3.21-3.22.

(33)  Η ακύρωση που καταχωρίστηκε στον ισολογισμό ανέρχεται σε 759,2 εκατομμύρια ευρώ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Κοινή γεωργική πολιτική

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια του ελέγχου

Ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ)

Ενίσχυση βάσει έκτασης

Το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ) στα νέα κράτη μέλη

Πριμοδοτήσεις ζώων

Ελαιόλαδο

Αγροτική ανάπτυξη

ΕΕ-15

Προσωρινό μέσο αγροτικής ανάπτυξης για τα νέα κράτη μέλη

Επιστροφές κατά την εξαγωγή

Εκ των υστέρων έλεγχος επιδοτήσεων που καταβάλλονται σε εμπόρους και μεταποιητές

Εκκαθάριση των λογαριασμών από την Επιτροπή

Οργανισμοί πιστοποίησης

Εκκαθάριση συμφωνίας

Έλεγχος των μονάδων εκκαθάρισης λογαριασμών της Επιτροπής

Συμπεράσματα και συστάσεις

Παρακολούθηση προγενέστερων παρατηρήσεων

Αγροτική ανάπτυξη: στήριξη στις μειονεκτικές περιοχές

Η οργάνωση του αναγνώρισης εντοπισμού και καταγραφής βοοειδών στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Ειδικές εκθέσεις που εκδόθηκαν μετά την τελευταία ετήσια έκθεση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

5.1.

Το κεφάλαιο αυτό πραγματεύεται τον έλεγχο του Συνεδρίου επί του τομέα 1 (Γεωργία) των δημοσιονομικών προοπτικών για την περίοδο 2000 έως 2006. Περιλαμβάνει τις δαπάνες για τη ρύθμιση και τη στήριξη των γεωργικών αγορών και για τις άμεσες εισοδηματικές ενισχύσεις των αγροτών. Το 2005 οι δαπάνες για την κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ) (1) ανήλθαν συνολικά σε 48 466 εκατομμύρια ευρώ (2004: 43 579 εκατομμύρια ευρώ) (για λεπτομέρειες βλέπε παραστάσεις 5.1 και 5.2 ).

 

Image

Image

5.2.

Βάσει της συνθήκης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τη συνολική ευθύνη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ. Το σύνολο σχεδόν των δαπανών για τη γεωργία εκτελείται με κοινή διαχείριση (ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων). Αυτό σημαίνει ότι οι πληρωμές στους τελικούς δικαιούχους (παραγωγούς, ιδιωτικές εταιρείες, εμπόρους, ενώσεις ή δημόσιους φορείς) καταβάλλονται από Οργανισμούς Πληρωμών που έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή διαχειρίζεται άμεσα λιγότερο από το 1 % των δαπανών.

 

5.3.

Οι δαπάνες που δηλώνονται από τα κράτη μέλη υπόκεινται σε αρκετά συστήματα ελέγχου:

α)

έλεγχο της εγκυρότητας των υποβαλλόμενων από τους παραγωγούς αιτήσεων στα πλαίσια του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ) (4)·

β)

ειδικούς ανά τομέα ελέγχους, π.χ. για το ελαιόλαδο και την αγροτική ανάπτυξη·

γ)

φυσικούς ελέγχους σε επιδοτούμενες εξαγωγές γεωργικών προϊόντων (5)·

δ)

έλεγχο μετά την πληρωμή των εμπορικών εγγράφων στις εγκαταστάσεις εμπόρων και μεταποιητών γεωργικών προϊόντων (6)·

ε)

τη διαδικασία εκκαθάρισης, η οποία καλύπτει όλες τις δηλωθείσες δαπάνες σε ό,τι αφορά την πληρότητα και την ακρίβεια των ετήσιων λογαριασμών (δημοσιονομική απόφαση) και, σε πολυετή βάση, τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών (αποφάσεις συμφωνίας).

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εμβέλεια του ελέγχου

5.4.

Για να αποκομίσει βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων που υπόκεινται στους λογαριασμούς της Κοινότητας, το Συνέδριο προέβη στον έλεγχο των κύριων συστημάτων εποπτείας και ελέγχου (βλέπε σημείο 5.3) και υπέβαλε σε έλεγχο ένα τυχαίο δείγμα πληρωμών, το οποίο ελήφθη από τις δαπάνες 25 οργανισμών πληρωμών της ΕΕ-15 (οι οποίοι ήταν συλλογικά υπεύθυνοι για το 66 % των δαπανών της ΚΓΠ) (βλέπε πίνακα 5.1 ) καθώς και 20 περιπτώσεις πληρωμών στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης (SAPS/ΚΕΣΕ) (7) στα νέα κράτη μέλη.

 

Πίνακας 5.1 — Οργανισμοί πληρωμών κατά δαπάνη που δηλώθηκε το 2005

Αριθ.

Κράτος μέλος

Οργανισμός πληρωμών

Ποσά που δηλώθηκαν σε εκατ. ευρώ (8)

% του συνόλου

Λογαριασμοί για τους οποίους διατυπώθηκαν επιφυλάξεις

Αποκλεισθέντες λογαριασμοί (9)

1

Γαλλία

ONIC

4 535,37

9,36

×

 

2

Ιταλία

AGEA

3 832,32

7,91

×

×

3

Ηνωμένο Βασίλειο

RPA

2 952,11

6,09

 

 

4

Ελλάδα

ΟΠΕΚΕΠΕ

2 756,08

5,69

 

 

5

Γαλλία

OFIVAL

2 401,35

4,95

 

 

6

Ισπανία

Andalucía

1 817,00

3,75

 

 

7

Ιρλανδία

DAF

1 805,72

3,72

 

 

8

Δανία

EU-direktoratet

1 223,61

2,52

 

 

9

Πολωνία

ARiMR

1 193,04

2,46

 

 

10

Αυστρία

AMA

1 192,37

2,46

 

 

11

Γαλλία

ONIOL

967,48

2,00

 

 

12

Ισπανία

Castilla-León

956,40

1,97

 

 

13

Σουηδία

SJV

954,42

1,97

 

 

14

Φινλανδία

MMM

901,48

1,86

 

 

15

Ισπανία

Castilla-La Mancha

882,45

1,82

 

 

16

Γερμανία

Niedersachsen

881,09

1,82

 

 

17

Πορτογαλία

INGA

801,25

1,65

 

 

18

Ουγγαρία

ARDA

553,72

1,14

 

×

19

Βέλγιο

BIRB

525,63

1,08

 

 

20

Γερμανία

Nordrhein-Westfalen LWK

524,04

1,08

 

 

21

Τσεχική Δημοκρατία

SAIF

424,82

0,88

 

 

22

Κάτω Χώρες

Dienst Regelingen

375,61

0,77

 

 

23

Ισπανία

Cataluña

368,39

0,76

 

 

24

Γερμανία

BLE

307,41

0,63

 

 

25

Ηνωμένο Βασίλειο

NAWAD

297,38

0,61

 

 

26

Γαλλία

ONIFLHOR

276,03

0,57

×

 

27

Βέλγιο

Région Wallonne

256,67

0,53

×

 

28

Λιθουανία

NMA

235,90

0,49

 

 

29

Σλοβακία

APA

205,56

0,42

×

 

30

Πολωνία

ARR

166,46

0,34

 

 

31

Κάτω Χώρες

PT

74,33

0,15

 

 

ΟΠ που ελέγχθηκαν με την DAS 2005

Υποσύνολο  (10)

34 645,52

71,47

 

 

32

Γερμανία

Bayern Landwirtschaft

1 176,61

2,43

×

 

33

Γαλλία

CNASEA

813,81

1,68

×

 

34

Ηνωμένο Βασίλειο

SERAD

644,32

1,33

 

 

35

Ισπανία

Extremadura

633,95

1,31

 

 

36

Ιταλία

AVEPA

560,02

1,16

 

 

37

Ισπανία

Aragón

535,47

1,10

 

 

38

Γερμανία

Baden-Württemberg

474,29

0,98

×

 

39

Ιταλία

AGREA

444,56

0,92

 

 

40

Ιταλία

Region Lombardie

436,96

0,90

 

 

41

Γερμανία

Mecklenburg-Vorpommern

429,65

0,89

 

 

42

Κάτω Χώρες

PZ

416,27

0,86

 

 

43

Γερμανία

Brandenburg

412,50

0,85

 

 

44

Γερμανία

Sachsen-Anhalt

404,81

0,84

 

 

45

Ισπανία

FEGA

389,87

0,80

 

 

46

Γερμανία

Schleswig-Holstein

382,16

0,79

 

 

47

Γερμανία

Hamburg-Jonas

374,01

0,77

 

 

48

Γαλλία

FIRS

355,04

0,73

 

 

49

Γερμανία

Sachsen

345,39

0,71

 

 

50

Γαλλία

ONILAIT

329,50

0,68

 

 

51

Ηνωμένο Βασίλειο

DARD

323,06

0,67

×

 

52

Κάτω Χώρες

HPA

291,47

0,60

 

 

53

Γερμανία

Thüringen

291,31

0,60

 

 

54

Γαλλία

ONIVINS

270,71

0,56

 

 

55

Βέλγιο

ABKL

252,20

0,52

 

 

56

Ιταλία

ENR

248,50

0,51

 

 

57

Γερμανία

Hessen

242,77

0,50

 

 

58

Ιταλία

ARTEA

204,07

0,42

 

 

59

Γερμανία

Rheinland-Pfalz

194,53

0,40

 

 

60

Ισπανία

Valencia

173,04

0,36

 

 

61

Ισπανία

Galicia

151,41

0,31

 

 

62

Γαλλία

ODEADOM

129,73

0,27

×

 

63

Ισπανία

Navarra

128,59

0,27

 

 

64

Ισπανία

Canarias

121,23

0,25

 

 

65

Ισπανία

Murcia

108,91

0,22

×

 

66

Σλοβενία

AAMRD

106,65

0,22

 

 

67

Ιταλία

SAISA

99,10

0,20

 

 

68

Λεττονία

RSS

98,86

0,20

 

 

69

Πορτογαλία

IFADAP

91,52

0,19

×

×

70

Ισπανία

Asturias

81,25

0,17

 

 

71

Εσθονία

PRIA

67,32

0,14

 

 

72

Ισπανία

País Vasco

61,34

0,13

 

 

73

Ισπανία

Madrid

57,94

0,12

 

 

74

Κάτω Χώρες

PVE

52,83

0,11

 

 

75

Κάτω Χώρες

DLG

46,07

0,10

 

 

76

Λουξεμβούργο

Ministère de l'Agriculture

45,07

0,09

×

×

77

Ισπανία

La Rioja

43,77

0,09

 

 

78

Αυστρία

ZA Salzburg

43,31

0,09

 

 

79

Ισπανία

Cantabria

39,45

0,08

×

 

80

Κύπρος

CAPO

38,61

0,08

 

 

81

Ισπανία

Baleares

32,51

0,07

 

 

82

Γερμανία

Bayern Umwelt

26,60

0,05

×

×

83

Ιταλία

ARBEA

25,78

0,05

×

 

84

Γερμανία

Saarland

21,57

0,04

 

 

85

Ηνωμένο Βασίλειο

FC

13,45

0,03

 

 

86

Γαλλία

OFIMER

8,98

0,02

 

 

87

Ιταλία

FINPIEMONTE

8,72

0,02

 

 

88

Γερμανία

Hamburg

7,41

0,02

 

 

89

Μάλτα

MRAE

7,33

0,02

 

×

90

Ηνωμένο Βασίλειο

CCW

4,58

0,01

 

 

91

Γερμανία

Nordrhein-Westfalen LfEJ

4,35

0,01

 

 

92

Γερμανία

Bremen

2,28

0,00

 

 

93

Ισπανία

FROM

1,91

0,00

×

 

94

Ιρλανδία

DCMNR

1,45

0,00

 

 

95

Γαλλία

SDE

0,22

0,00

 

 

 

 

Υποσύνολο

13 830,96

28,53

 

 

ΣΥΝΟΛΟ

48 476,48

100,00

 

 

Πηγή: Συνοπτική έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του τμήματος Εγγυήσεων για το 2005.

Ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ)

5.5.

Το ΟΣΔΕ αποτελεί το βασικό μέσο διαχείρισης και ελέγχου στους τομείς της ενίσχυσης βάσει έκτασης, των πριμοδοτήσεων ζώων και του νέου καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης. Αποτελείται από μία ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις και τις αιτήσεις ενισχύσεων, και συστήματα για την αναγνώριση αγροτεμαχίων καθώς και την αναγνώριση και καταγραφή ζώων.

 

5.6.

Το Συνέδριο ανέλυσε τις στατιστικές των επιθεωρήσεων του ΟΣΔΕ για όλα τα κράτη μέλη και έλεγξε την εφαρμογή του σε έναν αριθμό παλαιών κρατών μελών καθώς και στα πέντε (11) από τα οκτώ νέα κράτη μέλη που επέλεξαν να εφαρμόσουν το ΚΕΣΕ και στα δύο νέα κράτη μέλη (12) που επέλεξαν να εφαρμόσουν το παραδοσιακό καθεστώς άμεσης ενίσχυσης (βλέπε παραρτήματα 5.2 και 5.3 ).

 

Ενίσχυση βάσει έκτασης

5.7.

Το Συνέδριο ανέλυσε τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων του ΟΣΔΕ από τα κράτη μέλη για τις δηλώσεις της περιόδου 2004 (για πληρωμές καταβληθείσες το 2005) (βλέπε πίνακα 5.2 ). Το 40 % των ελεγχθεισών αιτήσεων, από όλα τα κράτη μέλη, περιείχαν σφάλματα. Τα σφάλματα αυτά αντιπροσωπεύουν το 2,1 % της έκτασης που είχαν ελέγξει οι οργανισμοί πληρωμών. Για την ΕΕ-15 αυτό το τελευταίο ποσοστό αυξήθηκε από 1,8 % το 2003 σε 2,2 % το 2004, υπερβαίνοντας με τον τρόπο αυτό το όριο σημαντικότητας (13) του 2 % που τέθηκε σε επίπεδο Επιτροπής. Στα νέα κράτη μέλη το ποσοστό αυτό ήταν μικρότερο: 2,0 % το 2004. Τα λάθη που εντοπίζουν οι οργανισμοί πληρωμών, μέσω του ελέγχου που πραγματοποιούν σε ένα ελάχιστο δείγμα 5 % των αιτήσεων που λαμβάνουν, διορθώνονται πριν από την πληρωμή στο γεωργό. Στα 14 κράτη μέλη τα οποία εφάρμοσαν ικανοποιητικά το ΟΣΔΕ οι τυχαίοι έλεγχοι έδειξαν ποσοστό σφάλματος 1,95 %.

5.7.

Η Επιτροπή δεν όρισε ένα όριο 2 % που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποδεκτό περιθώριο λάθους όσον αφορά τις δαπάνες. Το κύριο στοιχείο των επιφυλάξεων στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας, στο οποίο φαίνεται οτι αναφέρεται το Ελεγκτικό Συνέδριο, είναι η ύπαρξη σημαντικών ανεπαρκειών στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου. Το όριο του 2 % (εκφρασμένο σε δημοσιονομικούς όρους, που εφαρμόζεται στον ΠΒΔ, χωρίς να αποκλείει άλλα ειδικά όρια) χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση σημαντικών ανεπαρκειών που δεν αντισταθμίζονται από διαδικασίες δημοσιονομικής διόρθωσης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα αποτελέσματα των δειγματοληπτικών ελέγχων παρέχουν μια λογική εκτίμηση του πιθανού λάθους στις πληρωμές βάσει δηλώσεων, όπως εμφάνισε το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ετήσια έκθεσή του για το 2004.

Πίνακας 5.2 — Ενισχύσεις βάσει έκτασης, εκτάσεις καλλιέργειας ζωοτροφών και λοιπές καλλιέργειες — Αποτελέσματα των επιτόπιων επιθεωρήσεων και της τηλεανίχνευσης του ΟΣΔΕ το 2004, όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης που πληρώθηκαν το 2005

Κράτος μέλος

Υποβληθείσες αιτήσεις

Ελεγχθείσες αιτήσεις

Αιτήσεις με σφάλματα

Αριθμός

Έκταση (ha)

Μέση έκταση (ha)

Αριθμός

%

Έκταση (ha)

%

Μέση έκταση (ha)

Αριθμός

%

Έκταση (ha)

%

Βέλγιο

39 821

1 000 289,72

25

3 815

9,6

133 656,40

13,4

35

1 584

41,5

1 273,33

1,0

Δανία

47 391

2 329 078,35

49

2 506

5,3

136 454,12

5,9

54

852

34,0

1 185,91

0,9

Γερμανία

298 771

14 050 886,00

47

17 798

6,0

1 093 602,00

7,8

61

7 873

44,2

6 278,00

0,6

Ελλάδα

318 947

3 995 969,16

13

39 169

12,3

1 018 459,45

25,5

26

9 379

23,9

25 872,12

2,5

Ισπανία

420 001

17 456 253,40

42

44 212

10,5

1 895 096,68

10,9

43

18 793

42,5

61 788,13

3,3

Γαλλία

401 827

23 977 233,71

60

27 365

6,8

1 975 055,48

8,2

72

12 212

44,6

11 231,17

0,6

Ιρλανδία

130 508

4 727 823,77

36

8 892

6,8

363 336,38

7,7

41

1 441

16,2

1 468,96

0,4

Ιταλία

599 095

7 219 935,24

12

42 540

7,1

819 002,00

11,3

19

20 212

47,5

51 457,19

6,3

Λουξεμβούργο

1 935

121 623,00

63

113

5,8

7 200,00

5,9

64

118

104,4

251,66

3,5

Κάτω Χώρες

44 996

657 563,25

15

3 154

7,0

50 283,43

7,6

16

1 160

36,8

2 450,47

4,9

Αυστρία

137 677

2 538 918,68

18

8 649

6,3

184 400,41

7,3

21

5 115

59,1

4 169,18

2,3

Πορτογαλία

130 854

1 825 638,94

14

7 641

5,8

431 406,95

23,6

56

5 904

77,3

22 391,65

5,2

Φινλανδία

67 090

2 086 152,39

31

4 290

6,4

160 238,86

7,7

37

2 088

48,7

1 105,08

0,7

Σουηδία

59 058

2 763 403,94

47

3 793

6,4

206 888,21

7,5

55

2 429

64,0

6 550,03

3,2

Ηνωμένο Βασίλειο

131 410

14 101 732,67

107

7 091

5,4

907 565,00

6,4

128

4 335

61,1

6 898,37

0,8

Σύνολο 2004 EU-15

2 829 381

98 852 502,22

35

221 028

7,8

9 382 645,37

9,5

42

93 495

42,3

204 371,25

2,2

Σύνολο 2003 (14)

2 840 153

98 843 983,00

35

230 170

8,1

11 309 077,00

11,4

49

97 729

42,5

199 740,00

1,8

Σύνολο 2002

2 894 917

97 955 796,00

34

248 572

8,6

11 656 029,00

11,9

47

94 717

38,1

198 079,00

1,7

Σύνολο 2001

2 935 273

98 275 675,00

33

299 716

10,2

11 638 423,00

11,8

39

105 099

35,1

240 786,00

2,1

Τσεχική Δημοκρατία

18 759

3 529 134,84

188

1 344

7,2

454 565,96

12,9

338

831

61,8

3 765,64

0,8

Εσθονία

18 954

818 453,31

43

1 068

5,6

259 394,41

31,7

243

548

51,3

1 855,02

0,7

Κύπρος

39 025

173 372,00

4

1 992

5,1

33 691,00

19,4

17

1 770

88,9

5 400,00

16,0

Λεττονία

69 847

1 338 352,28

19

5 220

7,5

366 043,87

27,4

70

2 667

51,1

11 539,71

3,2

Λιθουανία

238 068

2 550 554,55

11

17 413

7,3

352 572,07

13,8

20

7 418

42,6

6 603,17

1,9

Ουγγαρία

208 809

5 002 586,57

24

11 205

5,4

549 871,90

11,0

49

1 763

15,7

9 442,44

1,7

Μάλτα

4 981

5 152,14

1

1 011

20,3

1 940,72

37,7

2

481

47,6

201,36

10,4

Πολωνία

1 400 401

13 689 068,96

10

78 618

5,6

1 235 809,26

9,0

16

23 061

29,3

21 207,68

1,7

Σλοβενία

77 049

166 113,00

2

5 093

6,6

16 725,25

10,1

3

5 232

102,7

8 944,87

53,5

Σλοβακία

12 399

1 831 840,09

148

1 704

13,7

528 587,61

28,9

310

1 042

61,2

8 133,01

1,5

Σύνολο 2004 EU-10

2 088 292

29 104 627,74

14

124 668

6,0

3 799 202

13,1

30

44 813

35,9

77 092,90

2,0

ΣΥΝΟΛΟ

4 917 673

127 957 129,96

26

345 696

7,0

13 181 847,42

10,3

38

138 308

40,0

281 464,15

2,1

Σημ.1: Η τηλεανίχνευση αφορά τη χρήση φωτογραφιών απο δορυφόρο και αεροφωτογραφιών για τον έλεγχο των αιτήσεων στα πλαίσια του ΟΣΔΕ.

Σημ.2: Δοκιμαστικός έλεγχος που διενεργήθηκε το έτος Ν είναι σχετικός με τις πληρωμές που έγιναν το έτος Ν + 1.

Πηγή: Στατιστικές ΟΣΔΕ που διαβίβασαν τα κράτη μέλη στη ΓΔ AGRI.

5.8.

Σχετικά με τις επιτόπιες επιθεωρήσεις, οι εκτάσεις που δεν βρέθηκαν για τις αιτήσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο της επιθεώρησης (15) (βλέπε παράσταση 5.3 ) αφορούν τα αποτελέσματα ελέγχων τόσο σε τυχαία επιλεγμένες αιτήσεις όσο και σε αιτήσεις επιλεγμένες βάσει της ανάλυσης του κινδύνου. Όπως και σε προηγούμενα έτη, στην περίπτωση ορισμένων κρατών μελών, πράξεις βασιζόμενες στο κριτήριο του κινδύνου παρουσίαζαν μικρότερο ποσοστό σφάλματος από τις τυχαία επιλεγείσες πράξεις, κατάσταση αντίθετη από το αναμενόμενο. Παρόλο που η Επιτροπή αντιμετώπισε το πρόβλημα με την έγκριση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 118/2004 (16), τα αποτελέσματα δεν θα είναι εμφανή μέχρι το 2006.

5.8.

Οι έλεγχοι της Επιτροπής έδειξαν ότι ορισμένα κράτη μέλη καταχώρισαν ελέγχους εξ αποστάσεως ως δειγματοληπτικούς ελέγχους, παρόλο που οι γεωργοί είχαν επιλεγεί σε συνάρτηση με τον κίνδυνο μέσα στην περιοχή. Εξ ου και η διαστρέβλωση των στατιστικών. Όσον αφορά τη διαφορά στα αποτελέσματα μεταξύ των δύο μορφών επιλογής, μετά από ενδελεχή εξέταση των διαστρεβλωμένων στοιχείων που προκύπτουν από αυτή τη λανθασμένη αναφορά, η ανάλυση της Επιτροπής δείχνει ότι μόνο στη Δανία και σε μικρότερο βαθμό στην Ιρλανδία τα αποτελέσματα της δειγματοληπτικής επιλογής είναι υψηλότερα εκείνων βάσει επιλογής του κινδύνου (δεν έχει ληφθεί υπόψη η Ελλάδα).

5.9.

Όπως και πέρυσι, διαπιστώθηκε ότι το 40 % περίπου των πληρωμών που υπέβαλε σε έλεγχο το Συνέδριο περιείχε υπερβολικές δηλώσεις της αιτούμενης περιοχής για τους αγρούς που μετρήθηκαν. Σχεδόν η μία στις τρεις πληρωμές επηρεάστηκε από σχετικά μικρά σφάλματα μετρήσεων ενώ ένας μεγάλος αριθμός περιπτώσεων επηρεάστηκε από σοβαρότερα σφάλματα.

5.9.

Η Επιτροπή έλαβε γνώση αυτών των υποθέσεων μόνο πρόσφατα και κατά συνέπεια δεν είναι σε θέση να παραθέσει παρατηρήσεις όσον αφορά τα πορίσματα.

Image

5.10.

Οι διαπιστώσεις του Συνεδρίου για την Ελλάδα δείχνουν ότι δεν σημειώθηκε ιδιαίτερη βελτίωση σε σχέση με πέρυσι:

5.10.

 

α)

η ποιότητα των επιθεωρήσεων είναι χαμηλή και οι διαπιστώσεις τεκμηριώνονται ελάχιστα ή και καθόλου, οι εκθέσεις σχετικά με τα αποτελέσματα είναι αναξιόπιστες ενώ δεν βασίζονται πάντα σε γνήσιους ελέγχους·

β)

σε ορισμένες τοπικές αρχές στην Ελλάδα, οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται κατά τις μετρήσεις αγροτεμαχίων έχουν ως αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη τεχνική ανοχή από τη μέγιστη επιτρεπόμενη (5 %). Η δημοσιονομική επίπτωση της πρακτικής αυτής δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί ποσοτικά·

α) και β)

Όσον αφορά την Ελλάδα, το 2005 η Επιτροπή συνέχισε το εντατικό της πρόγραμμα ελέγχων και άλλων μέτρων εποπτείας. Επί συνόλου 13 αποστολών ελέγχου οκτώ αποστολές διεξήχθησαν για ΟΣΔΕ ή μέτρα σχετικά με ΟΣΔΕ. Τις ανεπάρκειες που βρέθηκαν ακολούθησαν διαδικασίες εκκαθάρισης λογαριασμών.

Με πρωτοβουλία της Επιτροπής, οι ελληνικές αρχές κατήρτισαν ένα σχέδιο δράσης με στόχο τις ανεπάρκειες, ώστε να διασφαλίσουν ότι οι βασικοί παράγοντες ΟΣΔΕ βελτιώνονται και χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά. Αυτό το σχέδιο δράσης καλύπτει τις ανεπάρκειες που ανέφερε το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η Επιτροπή παρακολουθεί αδιαλείπτως την ορθή υλοποίηση του σχεδίου.

γ)

οι συνεταιριστικές οργανώσεις των παραγωγών ελέγχουν την καταχώριση όλων των δεδομένων στο ηλεκτρονικό σύστημα. Κανένα από τα στοιχεία που περιέχονται στο σύστημα δεν είναι ασφαλές και μπορεί να τροποποιηθεί από τις οργανώσεις οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή. Το ηλεκτρονικό σύστημα δεν καταγράφει πότε και γιατί γίνονται αλλαγές στα αρχικά δεδομένα. Πολλές από τις αλλαγές αυτές είναι παράτυπες αλλά δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν ποσοτικά με ακρίβεια·

γ)

Η Επιτροπή κατ’ επανάληψη άσκησε κριτική στο ρόλο των γεωργικών συνδικαλιστικών ενώσεων στη διαδικασία υποβολής των αιτήσεων, και ζήτησε επίσημα από τις αρχές τον Ιούλιο 2004 να καθορίσουν μια νέα διαδικασία. Οι ελληνικές αρχές συμπεριέλαβαν αυτό το σημείο στο νέο σχέδιο δράσης τους προς υλοποίηση το 2006.

Η παρατήρηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχύει μόνο μέχρι το τέλος της δήλωσης 2004 (οικονομικό έτος 2005). Για το έτος δήλωσης 2005, οι ελληνικές αρχές εισήγαγαν ένα μηχανισμό ελέγχου που επιτρέπει την ανίχνευση όλων των μεταβολών στα αρχικά στοιχεία.

δ)

το Συνέδριο εξακολουθεί να εντοπίζει υπερβολικές δηλώσεις των εκτάσεων στις αιτήσεις των παραγωγών.

 

5.11.

Η έκταση που δηλώνεται και για την οποία καταβάλλεται ενίσχυση στον παραγωγό είναι δυνατόν να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από αυτήν που δίνει η μέτρηση της επιθεώρησης, εφόσον βρίσκεται μέσα στα όρια μιας συγκεκριμένης τεχνικής ανοχής. Στη Σλοβενία ωστόσο εάν μια έκταση είναι υπερβολικά δηλωμένη, εφαρμόζεται λανθασμένα η ανοχή του 4 %, καταλήγοντας έτσι σε υπερβολικές πληρωμές.

5.11.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ήδη ανακάλυψαν αυτό το σημείο κατά τη διάρκεια της έρευνάς τους τον Μάρτιο 2005 και πληροφόρησαν το κράτος μέλος με επιστολή τον Σεπτέμβριο 2005. Αυτό το σημείο και άλλα πορίσματα αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας εκκαθάρισης λογαριασμών.

Το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ) στα νέα κράτη μέλη

5.12.

Ένα βασικό στοιχείο του ΟΣΔΕ είναι το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων (LPIS) το οποίο περιλαμβάνει ένα μητρώο όλης της γεωργικής γης. Από τα επτά νέα κράτη μέλη που επισκέφθηκε το Συνέδριο, τέσσερα επέλεξαν τη χρήση γεωτεμαχίου καλλιέργειας για το αγροτεμάχιο αναφοράς (17) του LPIS. Τα άλλα τρία κράτη μέλη όρισαν το αγροτεμάχιο αναφοράς ως το ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο.

 

5.13.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου έδειξε ότι, από τα κράτη μέλη που ελέγχθηκαν, που εφαρμόζουν το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης (ΚΕΣΕ) και επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν γεωτεμάχια καλλιέργειας ως αγροτεμάχια αναφοράς, μόνο στην Τσεχική Δημοκρατία περιέχει το LPIS τα δεδομένα επιλεξιμότητας για τα αγροτεμάχια. Στα άλλα κράτη μέλη το LPIS περιέχει δεδομένα επιλεξιμότητας μόνο για τα αγροτεμάχια αναφοράς. Τα κράτη μέλη αυτά δεν έθεσαν, ωστόσο, ως προϋπόθεση το να υποστηρίζεται η αίτηση με στοιχεία και να συνοδεύεται από έγγραφα τα οποία να επιτρέπουν τον εντοπισμό και τη μέτρηση κάθε αγροτεμαχίου (18), με αποτέλεσμα οι πληροφορίες που διέθεταν οι αρχές να μην είναι επαρκείς για τη διασφάλιση της αξιόπιστης αναγνώρισης κάθε αγροτεμαχίου. Η παράλειψη αυτή επηρέασε την ικανότητα και την αποτελεσματικότητα των ελέγχων στον εντοπισμό και την πρόληψη σφαλμάτων.

5.13.

Στο μέτρο που αγροτεμάχια εμπίπτουν εντός του αγροτεμαχίου αναφοράς ή του γεωτεμαχίου και δεν υπερβαίνουν το σύνολο της επιλέξιμου εμβαδού του αγροτεμαχίου, η επιλεξιμότητα του εν λόγω αγροτεμαχίου είναι καταρχήν καθορισμένη.

Η Επιτροπή διενήργησε επιτόπιους ελέγχους στο καθένα από τα νέα κράτη μέλη κατά την περίοδο 2004-2005 και, παρόλο που ανακάλυψε αδυναμίες σε ορισμένα συστήματα αναγνώρισης αγροτεμαχίων (ΣΑΑ), είναι αρκετά ικανοποιημένη με το βαθμό υλοποίησης κατά τα πρώτα έτη. Ωστόσο, η λειτουργία των διασταυρωμένων ελέγχων εξαρτάται από την ποιότητα των στοιχείων που έχουν καταχωριστεί στο σύστημα για την αναγνώριση αγροτεμαχίων και έτσι στα πλαίσια των ελέγχων τους η Επιτροπή υπογράμμισε την ανάγκη για μείωση του μεγέθους των γεωτεμαχίων και υπέδειξε τρόπους με τους οποίους αυτή η μείωση θα μπορούσε να επιτευχθεί. Από τις πιο πρόσφατες ανταλλαγές είναι πρόδηλο ότι είναι σε εξέλιξη σημαντικές βελτιώσεις χάρη σ’ αυτές τις συστάσεις.

5.14.

Κατά συνέπεια, υπερβολικές δηλώσεις και/ή διπλές δηλώσεις αγροτεμαχίων δεν εντοπίζονται εφόσον το αγροτεμάχιο αναφοράς δεν δηλώνεται υπερβολικά. Αγροτεμάχια για τα οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση ή έχει υποβληθεί μόνο για ένα τμήμα τους από έναν μόνο γεωργό μπορεί να αντισταθμίζουν τις διπλές ή διογκωμένες δηλώσεις από κάποιον άλλον γεωργό, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η σωστή διαπίστωση της πραγματικής έκτασης διογκωμένων και/ή διπλών δηλώσεων μέσα σε ένα αγροτεμάχιο αναφοράς. Για το λόγο αυτό, μειώσεις στις ενισχύσεις και πρόστιμα είτε δεν εφαρμόζονται είτε εφαρμόζονται σε πολύ μικρό βαθμό (19). Στην Ουγγαρία και τη Σλοβακία, για παράδειγμα, η παραπάνω κατάσταση οδήγησε στην επιβολή αυθαίρετων περικοπών και κυρώσεων σε περιπτώσεις υπερβολικών δηλώσεων αγροτεμαχίων αναφοράς, όπου ήταν αδύνατον να αποδοθεί η ευθύνη για την υπερβολική αίτηση σε κάποιον συγκεκριμένο γεωργό. Σε κανένα από τα κράτη μέλη όπου έγινε επίσκεψη δεν υπήρξε υποχρέωση επιθεώρησης όλων των δηλωθέντων αγροτεμαχίων μέσα στο γεωτεμάχιο καλλιέργειας.

5.14.

Οι κίνδυνοι που επισήμανε το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι εγγενείς στο ΣΑΑ που βασίζεται στα φυσικά γεωτεμάχια, τόσο στα νέα όσο και στα παλαιά κράτη μέλη, και πρέπει να αντιμετωπιστούν με περιορισμούς στο μέγεθος των γεωτεμαχίων. Η χρήση σκαριφημάτων χαρτών και άλλων χαρτογραφήσεων μειώνουν περαιτέρω τους κινδύνους, αλλά σε περιπτώσεις αμφιβολίας είναι απαραίτητο να εξετασθούν όλα τα αγροτεμάχια εντός ενός γεωτεμαχίου, γεγονός που αποτελεί και τη συνιστώμενη πρακτική.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα ΣΑΑ βασισμένα σε φυσικά γεωτεμάχια, όταν εφαρμόζονται καταλλήλως, αποτελούν το καταλληλότερο μέσο που διευκολύνει την αναγνώριση των ορίων επιτόπου (σε γενικές γραμμές ευκολότερο να αναγνωριστεί απ’ ό,τι τα ΣΑΑ βασισμένα στο κτηματολόγιο).

5.15.

Κατά τη διάρκεια των επιτόπιων επιθεωρήσεων, οι επί πλέον και επί έλαττον δηλώσεις αγροτεμαχίων μπορεί να συμψηφίζονται μεταξύ τους εφόσον δεν υπάρχει υπέρβαση της εγγεγραμμένης στο κτηματολόγιο έκτασης. Στην Πολωνία, η έκταση που μετρήθηκε πέρα από την ήδη εγγεγραμμένη στο κτηματολόγιο έκταση του αγροτεμαχίου χρησιμοποιήθηκε για συμψηφισμό ελλειμμάτων έκτασης που βρέθηκαν σε άλλα αγροτεμάχια. Η δημοσιονομική επίπτωση του σφάλματος αυτού δεν μπορεί να μετρηθεί ποσοτικά.

5.15.

Αυτό το πρόβλημα έχει εντοπιστεί από την Επιτροπή και βρίσκεται υπό παρακολούθηση.

α)

Η Επιτροπή θα δώσει συνέχεια σ’ αυτό κατά τη διάρκεια των διμερών συναντήσεων με τα κράτη μέλη.

β)

Αυτό θα συνεχιστεί κατά τη διάρκεια της έρευνας των υπηρεσιών της Επιτροπής.

5.16.

Περαιτέρω προβλήματα διαπιστώθηκαν στην:

α)

Ουγγαρία: αποτελέσματα της επιθεώρησης δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν ελήφθησαν σωστά υπόψη για τον υπολογισμό της πληρωμής ΚΕΣΕ (20) ·

β)

Πολωνία: εθνικές συμπληρωματικές πληρωμές (21) καταβάλλονται κάτω από πιο περιοριστικούς όρους από ό,τι οι πληρωμές του ΚΕΣΕ. Κάθε φορά που δεν πληρούνταν τα εθνικά κριτήρια, οι πληρωμές του ΚΕΣΕ, παρά το γεγονός ότι πληρούσαν τα κριτήρια του ΚΕΣΕ, μειώνονταν στον ίδιο βαθμό που μειώνονταν και οι εθνικές πληρωμές. Κάτι τέτοιο δε συμβαδίζει με τη νομοθεσία της ΕΕ. Επιπλέον, οι διοικητικοί διασταυρωτικοί έλεγχοι επιτρέπουν ανοχή για τις διαφορές μεταξύ της αιτούμενης έκτασης και της επιλέξιμης έκτασης η οποία έχει καταχωριστεί στο LPIS, πράγμα το οποίο επιτρέπεται μόνο για αγροτεμάχια που ελέγχονται επί τόπου.

 

5.17.

Σε πέντε κράτη μέλη (22), η αξιολόγηση των εφαρμοζόμενων παραγόντων κινδύνου δεν διενεργήθηκε ή δεν τεκμηριώθηκε για τις αιτήσεις του έτους 2004 και δεν εφαρμόστηκε για τις αιτήσεις του έτους 2005 (που αφορούν το οικονομικό έτος 2006).

5.17.

Από το 2005, οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατά τη διάρκεια των συναντήσεών τους με τα κράτη μέλη παρότρυναν αυτά να αξιολογήσουν την ανάλυση των κινδύνων, ως μέρος ενός γενικού σχεδίου βελτίωσης των στατιστικών και της χρήσης τους.

5.18.

Βάσει του ΚΕΣΕ, εάν η συνολική καταβληθείσα ενίσχυση σε ένα κράτος μέλος υπερέβη το εθνικό δημοσιονομικό κονδύλιο, η ενίσχυση ανά εκτάριο έπρεπε να περικοπεί αναλογικά. Τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να ενημερώσουν την Επιτροπή για το ποσοστό περικοπής μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2004. Οι τσεχικές αρχές δεν κατάφεραν να στηρίξουν με αποδεικτικά στοιχεία το σύνολο της αιτούμενης έκτασης, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της περικοπής της ενίσχυσης κατά 1,63 %. Η Ουγγαρία και η Λιθουανία δεν κοινοποίησαν το συντελεστή της τελικής μείωσης πριν από την προθεσμία.

5.18-5.19.

Η Επιτροπή θα δώσει συνέχεια στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

5.19.

Σύμφωνα με τους κανονισμούς, η ενίσχυση ΚΕΣΕ καταβάλλεται άπαξ, μεταξύ της 16ης Οκτωβρίου 2004 και της 30ής Απριλίου 2005. Στην Ουγγαρία καταβλήθηκαν δύο πληρωμές. Η πρακτική αυτή δεν έχει καμία νομική βάση.

 

5.20.

Από ένα δείγμα 20 πράξεων ΚΕΣΕ που επέλεξε τυχαία το Συνέδριο, βρέθηκαν πέντε διογκωμένες πληρωμές, με σημαντικό επίπεδο σφάλματος. Τέσσερις από αυτές οφείλονταν σε διογκωμένες δηλώσεις από τους αιτούντες και η πέμπτη συμπεριλαμβανόταν σε μία τροποποίηση της αίτησης μετά το πέρας της αποκλειστικής προθεσμίας που έθετε ο κανονισμός.

5.20.

Η Επιτροπή θα εξετάσει τα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Πριμοδοτήσεις ζώων

5.21.

Οι στατιστικές της Επιτροπής για τις πριμοδοτήσεις ζώων παρουσιάζουν τον αριθμό των ζώων που δήλωσαν οι κτηνοτρόφοι, αλλά που οι επιθεωρητές διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχαν ή ότι δεν ήταν επιλέξιμα για επιδότηση. Για το μεγαλύτερο καθεστώς, την πριμοδότηση της θηλάζουσας αγελάδας (βλέπε πίνακα 5.3 και παράσταση 5.4 ), τα κράτη μέλη υπέβαλαν σε έλεγχο το 14,9 % των ζώων για τα οποία είχαν υποβληθεί αιτήσεις και διαπίστωσαν ότι το 1,8 % αυτών δεν υπήρχε ή δεν ήταν επιλέξιμο. Γενικά, αυτό το ποσοστό βοοειδών παρουσιάζει μικρές διακυμάνσεις από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Ωστόσο, για την Ιταλία, τη Μάλτα και τη Σλοβενία είναι πολύ υψηλό (για την πριμοδότηση της θηλάζουσας αγελάδας στην Ιταλία 11,4 % και στη Σλοβενία 48,2 %, και για την ειδική πριμοδότηση βοοειδών στη Μάλτα 11,8 %, στην Ιταλία 21,8 % και στη Σλοβενία 56,2 %).

5.21.

Ενώ μπορεί να υπάρξει συμφωνία ότι οι ιταλικές στατιστικές δείχνουν ένα σχετικά υψηλό ποσοστό μειώσεων, το ποσοστό των σχετικών αγροτών μειώθηκε σημαντικά το 2004, υπονοώντας ότι τα προβλήματα είναι επικεντρωμένα σε λίγους αγρότες. Το ζήτημα θα αντιμετωπιστεί με τις ιταλικές αρχές ώστε να εντοπιστούν καλύτερα οι λόγοι όσον αφορά αυτό το υψηλό ποσοστό.

Οι έλεγχοι όσον αφορά τη Μάλτα και τη Σλοβενία αποκάλυψαν ήδη ότι οι στατιστικές είναι αναξιόπιστες και η Επιτροπή ζήτησε αναθεωρημένες στατιστικές.

Πίνακας 5.3 — Επιθεωρήσεις ΟΣΔΕ σχετικά με τις πριμοδοτήσεις για τις θηλάζουσες αγελάδες — Αποτελέσματα των επιτόπιων ελέγχων το 2004, όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης που πληρώθηκαν το 2005

Κράτος μέλος

Ελεγχθείσες αιτήσεις

Ελεγχθείσες αιτήσεις που απορρίφθηκαν εν μέρει

Ελεγχθείσες αιτήσεις που απορρίφθηκαν εξ ολοκλήρου

Ελεγχθέντα ζώα

Ελεγχθέντα ζώα που απορρίφθηκαν

Συνολικός αριθμός των αιτήσεων που υποβλήθηκαν

Αριθμός

%

Αριθμός

%

Αριθμός

%

Συνολικός αριθμός των δηλωθέντων ζώων

Αριθμός

%

Αριθμός

%

Βέλγιο

14 886

707

4,7

6

0,8

3

0,4

395 197

30 885

7,8

58

0,2

Δανία

8 650

1 047

12,1

5

0,5

3

0,3

109 355

25 066

22,9

18

0,1

Γερμανία

32 899

3 508

10,7

227

6,5

81

2,3

641 781

87 995

13,7

1 125

1,3

Ελλάδα

10 849

3 728

34,4

201

5,4

22

0,6

209 825

125 424

59,8

1 179

0,9

Ισπανία

59 800

5 195

8,7

293

5,6

44

0,8

1 758 858

311 213

17,7

4 188

1,3

Γαλλία

117 249

13 958

11,9

1 024

7,3

217

1,6

4 214 721

548 148

13,0

2 181

0,4

Ιρλανδία

61 840

4 698

7,6

421

9,0

19

0,4

1 104 521

132 916

12,0

603

0,5

Ιταλία

55 850

8 443

15,1

212

2,5

288

3,4

763 119

122 665

16,1

13 954

11,4

Λουξεμβούργο

491

62

12,6

4

6,5

0

0,0

23 288

4 959

21,3

12

0,2

Κάτω Χώρες

4 549

648

14,2

16

2,5

30

4,6

73 105

10 015

13,7

141

1,4

Αυστρία

92 616

6 563

7,1

408

6,2

79

1,2

403 022

69 724

17,3

876

1,3

Πορτογαλία

24 849

2 792

11,2

91

3,3

41

1,5

364 386

59 322

16,3

345

0,6

Φινλανδία

1 666

225

13,5

29

12,9

4

1,8

41 499

6 714

16,2

126

1,9

Σουηδία

9 809

590

6,0

2

0,3

1

0,2

152 363

10 661

7,0

8

0,1

Ηνωμένο Βασίλειο

43 778

5 457

12,5

410

7,5

33

0,6

1 709 788

235 665

13,8

1 499

0,6

Σύνολο EU-15

539 781

57 621

10,7

3 349

5,8

865

1,5

11 964 828

1 781 372

14,9

26 313

1,5

Μάλτα

0

0

0,0

0

0,0

0

0,0

0

0

0,0

0

0,0

Σλοβενία

27 813

2 832

10,2

825

29,1

45

1,6

98 537

13 556

13,8

6 534

48,2

Σύνολο EU-2

27 813

2 832

10,2

825

29,1

45

1,6

98 537

13 556

13,8

6 534

48,2

Σύνολο 2004 — EU-17

567 594

60 453

10,7

4 174

6,9

910

1,5

12 063 365

1 794 928

14,9

32 847

1,8

Σύνολο 2004 — EU-15

539 781

57 621

10,7

3 349

5,8

865

1,5

11 964 828

1 781 372

14,9

26 313

1,5

Σύνολο 2003 — EU-15  (23)

522 146

66 340

12,7

4 596

6,9

1 683

2,5

11 998 677

2 060 855

17,2

25 052

1,2

Σύνολο 2002 — EU-15

539 093

78 087

14,5

6 056

7,8

2 933

3,8

11 934 249

2 230 816

18,7

45 408

2,0

Σημ.1: Μία αίτηση απορρίπτεται πλήρως όταν παρουσιάζει διαφορά άνω του 20 % μεταξύ του αριθμού των δηλωθέντων ζώων και του αριθμού που ορίζεται ως επιλέξιμος, ή όταν η διαφορά συνιστά το αποτέλεσμα ηθελημένων παρατυπιών.

Σημ.2: Δοκιμαστικός έλεγχος που διενεργήθηκε το έτος Ν είναι σχετικός με τις πληρωμές που έγιναν το έτος Ν + 1.

Πηγή: Στατιστικές ΟΣΔΕ που διαβίβασαν τα κράτη μέλη στη ΓΔ AGRI.

Image

5.22.

Για τις πριμοδοτήσεις αιγοπροβάτων, ο αριθμός των ζώων που δηλώθηκαν υπερβολικά μειώθηκε από 8,2 % το 2003 σε 6,3 %. Η Ιταλία και η Σλοβενία αναφέρουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα σφάλματος για τις πριμοδοτήσεις αιγοπροβάτων (10 % και 24,1 % αντίστοιχα) από ό,τι τα άλλα κράτη μέλη (1,2 %). Το Συνέδριο βρήκε προβλήματα στην Ελλάδα, την Ισπανία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα μητρώα των κοπαδιών τηρούνται ανεπαρκώς. Τα μητρώα δεν αποτελούν αξιόπιστη πηγή για επιβεβαίωση της τήρησης των απαιτήσεων της περιόδου διατήρησης ή για τη συμφωνία της αίτησης με τον αριθμό των προβάτων που βρέθηκαν κατά τον έλεγχο.

5.22.

Όσον αφορά τα πορίσματα για την Ιταλία και τη Σλοβενία γίνεται αναφορά στην απάντηση στο σημείο 5.20.

Ολες οι αποστολές ελέγχου της Επιτροπής στην Ελλάδα, την Ισπανία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και άλλα κράτη μέλη το 2005 εντόπισαν αδυναμίες όσον αφορά την τήρηση των μητρώων των ποιμνίων και αυτά τα πορίσματα είναι υπό εξέταση στις διαδικασίες εκκαθάρισης των λογαριασμών.

5.23.

Στη Μάλτα, περικοπές της ενίσχυσης και πρόστιμα που επιβλήθηκαν στις πριμοδοτήσεις βοοειδών και προβάτων υπολογίζονταν εσφαλμένα συστηματικά.

5.23.

Αυτό θα συνεχιστεί στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης μετά από παραλαβή των λεπτομερειών των πορισμάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

5.24.

Γενικά, τα εθνικά στατιστικά στοιχεία για τις πριμοδοτήσεις ζώων εξακολουθούν να είναι λιγότερο αξιόπιστα από εκείνα που αφορούν τις αιτήσεις για ενίσχυση βάσει έκτασης. Ο κίνδυνος υπερβολικής πληρωμής είναι μεγαλύτερος εξαιτίας των συχνών μετακινήσεων των ζώων και των περίπλοκων προϋποθέσεων των καθεστώτων πριμοδοτήσεων για τα ζώα. Γενικά, οι έλεγχοι που πραγματοποιεί το ίδιο το Συνέδριο δεν παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία που να διαφέρουν σημαντικά από τα στατιστικά στοιχεία του ΟΣΔΕ.

 

Ελαιόλαδο

5.25.

Το Συνέδριο εξέτασε εννιά πληρωμές ενίσχυσης παραγωγής ελαιολάδου στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Ιταλία (24) — αυτά τα κράτη μέλη δήλωσαν γύρω στα 2 000 εκατομμύρια ευρώ. Όλες οι πράξεις περιείχαν είτε μια υπερβολική πληρωμή και/ή ένα ή περισσότερα τυπικά σφάλματα, ενώ και οι δύο περιπτώσεις στην Ιταλία αποδείχθηκαν αντικανονικές. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες στον έλεγχο του καθεστώτος ενίσχυσης παραγωγής και επίσης, γενικότερα, στην αξιοπιστία του συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών (ΣΓΠ) για την ελαιοκαλλιέργεια. Αυτό το σύστημα αεροφωτογραφιών χρησιμοποιείται για την επαλήθευση της ύπαρξης των ελαιώνων.

5.25.

Ο έλεγχος των ενισχύσεων στην παραγωγή του ελαιολάδου οδηγεί όχι μόνο στα ελαιοτριβεία, αλλά επίσης και στο ελαιοκομικό ΣΓΠ (Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών). Το τελευταίο κατέστη υποχρεωτικό μόνο από το έτος εμπορίας 2003/2004. Οι έλεγχοι της Επιτροπής που διεξάχθηκαν στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης λογαριασμών από το 2003 καθόρισαν παρόμοιες ανεπάρκειες στα κράτη μέλη που ελέγχθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο, όσον αφορά την ενημέρωση του ελαιοκομικού ΣΓΠ, την εφαρμογή κυρώσεων στα ελαιοτριβεία και τη χρήση του ελαιοκομικού ΣΓΠ στον έλεγχο της παραγωγής ή την εφαρμογή των κανονιστικών κυρώσεων στους παραγωγούς που δηλώνουν υπερβολικό αριθμό ελαιών. Τα κράτη μέλη έχουν ενημερωθεί και η διαδικασία εκκαθάρισης λογαριασμών είναι σε εξέλιξη. Εάν επιβεβαιωθεί ο κίνδυνος για το ΕΓΤΠΕ θα εφαρμοστούν δημοσιονομικές διορθώσεις.

5.26.

Το ΣΓΠ θα έπρεπε να λειτουργεί πλήρως από την περίοδο εμπορίας 2003/2004. Η Επιτροπή ήταν αρχικά υπεύθυνη για την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης του ΣΓΠ, άλλαξε όμως τον κανονισμό έτσι ώστε να είναι τα κράτη μέλη αυτά που θα δηλώσουν το πότε ολοκληρώθηκε το σύστημα. Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία επιβεβαίωσαν την ολοκλήρωσή του, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι, σε όλα τα κράτη μέλη, η αποτυχία αναβάθμισης των δεδομένων του ΣΓΠ (βάση αλφαριθμητικών δεδομένων, πραγματικός αριθμός ελαιοδένδρων, νέες φυτείες και δυναμικό παραγωγής) δείχνει καθαρά ότι το ΣΓΠ δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόμα πλήρως λειτουργικό. Κάτι τέτοιο έχει σημαντικές επιπτώσεις, διότι το ΣΓΠ ελαιοκαλλιέργειας θα συγχωνευτεί με το ΟΣΔΕ και θα χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων πληρωμής και για τη διαχείριση και τον έλεγχο του νέου καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης (25) (οι ελαιοπαραγωγοί θα πληρώνονται βάσει της έκτασης).

5.26.

Οι ανεπάρκειες στο ελαιοκομικό ΣΓΠ είναι γνωστές και στην Επιτροπή, η οποία συμμερίζεται τις ανησυχίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά την υλοποίηση της μεταρρύθμισης. Κατά τη διάρκεια των διαδικασιών εκκαθάρισης λογαριασμών πραγματοποιήθηκαν συστάσεις στα κράτη μέλη. Όταν πραγματοποιηθούν οι δαπάνες για νέα καθεστώτα ο κίνδυνος για το ΕΓΤΠΕ θα αξιολογηθεί και πιθανόν να οδηγήσει σε δημοσιονομικές διορθώσεις.

5.27.

Η μέση απόδοση για τη ζώνη παραγωγής ορίζεται κάθε χρόνο από την Επιτροπή. Η τελευταία δυσκολεύεται να επαληθεύσει ότι τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν κατάλληλα τις μέσες αυτές αποδόσεις για τον έλεγχο της επιλεξιμότητας της δηλωθείσας παραγωγής και δεν πραγματοποιούν παράτυπες πληρωμές (βλέπε για παράδειγμα την Ιταλία, σημείο 5.25).

5.27.

Η τήρηση της μέσης απόδοσης δεν αποτελεί όρο επιλεξιμότητας για την ενίσχυση, αλλά είναι ένα μέσο ελέγχου της πραγματικότητας της παραγωγής ελαιολάδου. Εάν η παραγωγή που υπερβαίνει τη μέση απόδοση δεν είναι δικαιολογημένη ο αγρότης μπορεί να αποκλειστεί από ένα μέρος της ενίσχυσης που δικαιούται.

Η Επιτροπή στους ελέγχους της ζήτησε από τα κράτη μέλη να επιδείξουν την αποτελεσματικότητα των ελέγχων τους επί των αποδόσεων και πραγματοποίησε δημοσιονομικές διορθώσεις στην Ιταλία βάσει, μεταξύ άλλων λόγων, της απουσίας αυτού του ελέγχου. Στην Ισπανία και την Ελλάδα η Επιτροπή άσκησε κριτική:

στην προσέγγιση βάσει ενός μόνο κριτηρίου, μη στηριζόμενου σε καμία ενδελεχή ανάλυση,

στην προφανή έλλειψη αποτελεσματικότητας αυτής της προσέγγισης λόγω του ό,τι το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής υπό έλεγχο κρίθηκε τελικώς επιλέξιμο.

Αγροτική ανάπτυξη

ΕΕ-15

5.28.

Το 2005, οι δαπάνες για την αγροτική ανάπτυξη του ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων ανήλθαν σε 6 311 εκατομμύρια ευρώ (13 % των δαπανών της ΚΓΠ). Το ποσό αυτό καλύπτει τις δαπάνες για τα γεωργοπεριβαλλοντικά καθεστώτα, τα εξισωτικά ποσά για τη γεωργία σε μειονεκτικές περιοχές, τη δασοκομία, τις επενδύσεις, στήριξη των νέων αγροτών και των αγροτών που έχουν σκοπό να συνταξιοδοτηθούν.

 

5.29.

Τα περισσότερα δικαιώματα στις ενισχύσεις αγροτικής ανάπτυξης εξαρτώνται από τη εκπλήρωση (συχνά περίπλοκων) υποχρεώσεων τις οποίες αναλαμβάνουν οι δικαιούχοι, όπως η τήρηση ορθών γεωργικών πρακτικών, και υπολογίζονται βάσει του αριθμού των καλλιεργούμενων εκταρίων. Ο έλεγχος του Συνεδρίου κατέδειξε μεγάλο αριθμό σφαλμάτων γιατί οι αγρότες δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους ή γιατί οι βασικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας δεν ελέγχθηκαν από τις αρχές.

5.29.

Η Επιτροπή θα εξετάσει λεπτομερώς τα προβλήματα που εντόπισε το Ελεγκτικό Συνέδριο όταν θα έχει λάβει τις απαντήσεις των κρατών μελών.

Προσωρινό μέσο αγροτικής ανάπτυξης για νέα κράτη μέλη

5.30.

Στα νέα κράτη μέλη ισχύει ένα ειδικό καθεστώς αγροτικής ανάπτυξης (26) για τη στήριξη των τεσσάρων καλούμενων «συνοδευτικών μέτρων» (27), και κάποια ειδικά μέτρα αγροτικής ανάπτυξης (28) (το 2005 οι πληρωμές ανήλθαν στα 1 069 εκατομμύρια ευρώ).

 

5.31.

Στην Πολωνία, το σημαντικότερο δημοσιονομικά μέτρο είναι οι μειονεκτικές περιοχές, για το οποίο το 2005 καταβλήθηκαν 225,8 εκατομμύρια ευρώ. Μία από τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για το μέτρο αυτό είναι το ότι οι αγρότες πρέπει να εφαρμόζουν τις συνήθεις ορθές γεωργικές πρακτικές. Σχετικά με αυτό, το πολωνικό πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης ορίζει επαληθεύσιμα πρότυπα, τα οποία ελέγχονται επί τόπου στα πλαίσια των ελέγχων του 5 %. Οι επαληθεύσεις αυτές παρουσίασαν υψηλό επίπεδο έλλειψης συμμόρφωσης με τα πρότυπα· σε 3 281 εκμεταλλεύσεις (9,6 % των εκμεταλλεύσεων που ελέγχθηκαν) βρέθηκαν μία ή περισσότερες παραβάσεις.

 

5.32.

Σύμφωνα με τους πολωνικούς νόμους, σε περίπτωση μιας πρώτης παράβασης, ο αγρότης δέχεται απλά μια προειδοποίηση και δεν του επιβάλλονται κυρώσεις. Έτσι συνέβαινε με όλους τους αγρότες, με αποτέλεσμα να μην επιβάλλονται πρόστιμα και κυρώσεις. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τη νομοθεσία της ΕΕ: παραβάσεις μιας προϋπόθεσης επιλεξιμότητας που ορίζεται σε κανονισμό του Συμβουλίου (29) πρέπει να επιφέρουν περικοπές των καταβλητέων ποσών. Η συνολική αξία των πληρωμών που επηρεάστηκαν ήταν 0,8 εκατομμύρια ευρώ.

5.32.

Αυτό το πρόβλημα έχει ήδη εντοπιστεί από την Επιτροπή και η διαδικασία εκκαθάρισης λογαριασμών είναι ήδη σε εξέλιξη και πιθανόν να οδηγήσει σε δημοσιονομικές διορθώσεις.

Επιστροφές κατά την εξαγωγή

5.33.

Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή που καταβάλλονται στους εξαγωγείς των γεωργικών προϊόντων της ΕΕ καλύπτουν τη διαφορά μεταξύ των τιμών της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ και της παγκόσμιας αγοράς και επιτρέπουν τη διάθεση του πλεονάσματος της παραγωγής της ΕΕ στις παγκόσμιες αγορές (30). Το 2005 οι επιστροφές ανήλθαν σε 3 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου, ήτοι στο 7,5 % των δαπανών της ΚΓΠ. Τα κράτη μέλη απαιτείται να διενεργούν φυσικούς ελέγχους στο 5 % των εξαγωγών για να διασφαλίζουν ότι περιγράφονται σωστά και ότι δικαιούνται την αιτούμενη επιστροφή κατά την εξαγωγή. Πρέπει επίσης να διενεργούν ελέγχους στο σημείο εξόδου των προϊόντων από την ΕΕ όταν αυτό είναι διαφορετικό από το μέρος στο οποίο τα προϊόντα παρουσιάστηκαν για φυσικό έλεγχο (έλεγχοι υποκατάστασης). Η Επιτροπή παρακολουθεί την ποιότητα και τον αριθμό των ελέγχων αυτών.

 

5.34.

Δεδομένου του χρόνου που χρειάζεται για την περάτωση των διαδικασιών εκκαθάρισης, οι αδυναμίες που διαπιστώθηκαν από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια ελέγχων σε κράτη μέλη το 2004 (31) δεν έχουν αποτελέσει ακόμα το αντικείμενο οριστικής απόφασης σχετικά με το αν πρέπει να επιβληθεί ή όχι δημοσιονομική διόρθωση. Το 2005, βρέθηκαν στο Βέλγιο προβλήματα σχετικά με προειδοποιήσεις.

5.34.

Εν τω μεταξύ, δύο έρευνες περατώθηκαν χωρίς δημοσιονομική διόρθωση (Πολωνία, Λιθουανία). Για τις υπόλοιπες έρευνες, από τις οποίες διαπιστώθηκαν ανεπάρκειες, οι διαδικασίες εκκαθάρισης λογαριασμών είναι σε εξέλιξη (Ολλανδία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Γαλλία, Ισπανία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο) και μπορεί να καταλήξουν σε δημοσιονομικές διορθώσεις.

5.35.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου σε φυσικούς ελέγχους και/ή ελέγχους υποκατάστασης σε 11 κράτη μέλη την περίοδο 2004 έως 2006 κατέληξε στα παρακάτω συμπεράσματα:

5.35.

 

α)

δεν υπήρξε συστηματική συμμόρφωση με τη βασική προϋπόθεση ότι οι εξαγωγείς δεν θα πρέπει να λαμβάνουν έμμεση προειδοποίηση για τέτοιου είδους ελέγχους στο σημείο φόρτωσης (Βέλγιο, Δανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Ηνωμένο Βασίλειο)·

α)

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής σημείωσαν κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων τους ότι ο χρόνος διεξαγωγής φυσικού ελέγχου μπορεί να καταστεί υπερβολικά προβλέψιμος. Γι’ αυτό τον λόγο έγινε υπόμνηση στα κράτη μέλη κατά τη συνεδρίαση του Μαρτίου 2005 της επιτροπής μηχανισμών συναλλαγών ότι θα έπρεπε να διαφοροποιήσουν τον χρόνο άφιξης κατά τη διεξαγωγή των φυσικού ελέγχου στους αποθηκευτικούς χώρους του εξαγωγέα και συζητήθηκε σχετικά ένα έγγραφο [D(2005) 12998] κατά τη συνεδρίαση του Ιουνίου 2005 της επιτροπής μηχανισμών συναλλαγών. Τρόποι που να το καθιστούν υποχρεωτικό είναι υπό εξέταση.

β)

υπήρξαν σημαντικές αδυναμίες στην επαλήθευση των συστατικών που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των «Εκτός παραρτήματος I» προϊόντων όπως τα μπισκότα, τα προϊόντα ζαχαροπλαστικής, το ουίσκυ κ.λπ. για τα οποία καταβάλλονται επιστροφές [Βέλγιο, Γερμανία, Γαλλία (32), Ιταλία (32), Ηνωμένο Βασίλειο (32)

β)

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα εξετάσουν τα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τις απαντήσεις των κρατών μελών και θα αναλάβουν την κατάλληλη δράση.

γ)

υπερβολικός αριθμός φυσικών ελέγχων είχαν διενεργηθεί σε αποστολές για τις οποίες η αίτηση επιστροφής ήταν μικρότερη από 200 ευρώ (33). Σύμφωνα με τους κανόνες, οι πράξεις αυτές πρέπει να εξαιρούνται εκτός εάν αποσκοπούν στην πρόληψη απάτης και κατάχρησης·

γ)

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής επαληθεύουν αυτή την πλευρά ως συνηθισμένο μέρος των ελέγχων τους επί του φυσικού ελέγχου. Αν και ορισμένα κράτη μέλη διεξάγουν ελέγχους επί των εξαγωγών κάτω από το ελάχιστο όριο, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν ανακάλυψαν ενδείξεις ότι αυτά τα κράτη μέλη το πράττουν σε βάρος της ελάχιστης απαίτησης ελέγχων των εξαγωγών άνω των κατωτάτων ορίων.

δ)

σε σημαντικό αριθμό αποστολών οι οποίες σφραγίστηκαν (με μολυβδοσφραγίδες) στο τελωνείο δεν διενεργούνταν έλεγχοι υποκατάστασης στο σημείο εξόδου από την ΕΕ, παρά το ότι δεν είχαν ελεγχθεί φυσικά κατά τη φόρτωση (34). Συγκεκριμένα, η Δανία (35) και οι Κάτω Χώρες επέτρεψαν σε εξουσιοδοτημένους εξαγωγείς να τοποθετήσουν μόνοι τους τελωνειακές σφραγίδες·

δ)

Το άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 2090/2002 ορίζει ότι κανένας έλεγχος αντικατάστασης δεν θα διεξαχθεί εάν το τελωνείο εξαγωγής έχει ήδη σφραγίσει τα μέσα μεταφοράς. Ωστόσο, στη συνεδρίαση του Μαρτίου 2002 της Επιτροπής μηχανισμού συναλλαγών, η επιτροπή τόνισε ότι η μολυβδοσφραγίδα ενός εξουσιοδοτημένου εμπόρου δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη μολυβδοσφραγίδα του τελωνείου.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής μελετούν την πρόταση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να αποκλεισθεί από τους ελέγχους αντικατάστασης μόνο τα φορτία που υπόκεινταν σε φυσικό έλεγχο. Η Επιτροπή θα εξετάσει τα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά τη Δανία και τις Κάτω Χώρες και τις απαντήσεις αυτών των κρατών μελών και εάν είναι αναγκαίο θα συνεχίσει περαιτέρω τις έρευνές της.

ε)

καθώς η φυσική παρουσία τελωνειακών υπαλλήλων στο σημείο θέσης εμπορευμάτων υπό τελωνειακό έλεγχο στο τελωνείο εξόδου από την ΕΕ αντικαταστάθηκε από ηλεκτρονικά συστήματα απογραφής στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε ορισμένα λιμάνια στη Γαλλία, δεν διενεργούνται πλέον οι αναγκαίοι έλεγχοι για να επιβεβαιωθεί ότι οι τελωνειακές σφραγίδες δεν έσπασαν ή δεν αφαιρέθηκαν.

ε)

Το άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (EΚ) αριθ. 2090/2002 δεν απαιτεί τον πλήρη έλεγχο του αλύμαντου των μολυβδοσφραγίδων των τελωνείων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο συστηματικός έλεγχος του αλύμαντου των μολυβδοσφραγίδων από τα τελωνεία κατά την είσοδο στους λιμένες είναι χρήσιμος, αλλά μπορεί να αντισταθμιστεί από την επάρκεια των πληροφοριών και των εγγυήσεων που έχουν στη διάθεσή τους οι τελωνειακές αρχές από άλλες πηγές.

5.36.

Το Συνέδριο συμπεραίνει ότι απαιτούνται σημαντικές βελτιώσεις στους τομείς αυτούς έως ότου βεβαιωθεί ότι το σύστημα φυσικών ελέγχων στις αποστολές με επιστροφές κατά την εξαγωγή λειτουργεί ικανοποιητικά. Επιπλέον, το Συνέδριο δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ότι διενεργήθηκε ο απαιτούμενος αριθμός ελέγχων κατά το έτος ΕΓΤΠΕ 2005 ούτε ότι αυτοί επαληθεύτηκαν ή έγιναν οι πιθανές διορθώσεις, μια και οι πληροφορίες αυτές θα είναι διαθέσιμες στην Επιτροπή μόνο μετά την 30ή Απριλίου 2006.

5.36.

Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι το σύστημα των φυσικού ελέγχου και των ελέγχων αντικατάστασης λειτουργεί ήδη ικανοποιητικά και συμβάλλει στην παροχή εύλογης βεβαιότητας όσον αφορά τις υποκείμενες πράξεις. Ωστόσο, για να βελτιώσει περαιτέρω το σύστημα, η Επιτροπή προτίθεται να τροποποιήσει τη νομοθεσία σχετικά με τον φυσικό έλεγχο ώστε να καταστήσει το σύστημα ελέγχων λιγότερο προβλέψιμο και να μειώσει τον κίνδυνο αντικατάστασης.

Όσον αφορά τις άλλες ανεπάρκειες που εντόπισε το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Επιτροπή θα εξετάσει τα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τις απαντήσεις των κρατών μελών και εάν είναι αναγκαίο θα αναλάβει την κατάλληλη δράση.

Εκ των υστέρων έλεγχος επιδοτήσεων που καταβάλλονται σε εμπόρους και μεταποιητές

5.37.

Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα (36) να διεξάγουν ετήσια προγράμματα ελέγχων μετά την πληρωμή των εμπορικών εγγράφων για ένα φάσμα επιδοτήσεων της ΚΓΠ, συμπεριλαμβανομένων των επιστροφών κατά την εξαγωγή, των επιδοτήσεων επεξεργασίας και μεταποίησης, της μεταποίησης βαμβακιού, ελαιόλαδου και καπνού και μερικών δαπανών της αγροτικής ανάπτυξης. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξακριβώσουν αν οι πράξεις έχουν λάβει χώρα και έχουν εκτελεστεί σωστά, και πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την ανάκτηση ποσών απολεσθέντων εξαιτίας παρατυπίας ή αμέλειας.

 

5.38.

Η παρακολούθηση της Επιτροπής περιλαμβάνει έναν εποπτικό και συντονιστικό ρόλο για να διασφαλίσει ότι η ανάλυση κινδύνου και τα προγράμματα ελέγχου των κρατών μελών είναι κατάλληλα. Περιλαμβάνει ακόμα ανάλυση των σχετικών εκθέσεων και άλλων εγγράφων που παρέχουν τα κράτη μέλη, ενώ μπορεί να περιλαμβάνει επισκέψεις στα κράτη μέλη για να ελεγχθεί επί τόπου η εφαρμογή του κανονισμού. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι κατά το 2005 η Επιτροπή:

5.38.

 

α)

σημείωσε πρόοδο στην παρακολούθηση και ανάλυση των υποβαλλόμενων εγγράφων, δεν είναι όμως ακόμα σε θέση να παρέχει πλήρεις και συγκρίσιμες πληροφορίες για τις ελεγχθείσες πράξεις και την αξία των παρατυπιών που εντοπίστηκαν και ανακτήθηκαν. Πραγματοποίησε ρυθμιστικές αλλαγές για να βελτιώσει την αναφορά των αποτελεσμάτων των ελέγχων μετά την πληρωμή, παρόλο που τα αποτελέσματα των αλλαγών αυτών δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστά·

α)

Η Επιτροπή χαιρετίζει την αναγνώριση από μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου των προσπαθειών που καταβλήθηκαν για τη βελτίωση των εκθέσεων των κρατών μελών σχετικά με τους ελέγχους μετά από την πληρωμή, καθώς και των προσπαθειών που καταβλήθηκαν για τη βελτίωση της παρακολούθησης και της ανάλυσης των υποβληθέντων εγγράφων.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι λαμβάνει ήδη επαρκείς πληροφορίες όσον αφορά ελεγμένες συναλλαγές και ανακαλυφθείσες ατασθαλίες.

Η υποβολή των εκθέσεων έχει περαιτέρω βελτιωθεί με τη θέσπιση του κανονισμού (ΕΚ) αριδ. 40/2006, που επιτρέπει την εκτίμηση του εν δυνάμει επιπέδου ατασθαλιών σε όλες τις κατηγορίες των δαπανών.

β)

πραγματοποίησε και πάλι ειδικές αποστολές σε τρία κράτη μέλη για να εξετάσει την εφαρμογή του κανονισμού. Οι αποστολές αυτές δεν κάλυψαν όλους τους κινδύνους ή έναν αριθμό ελέγχων σε κράτη μέλη ικανό να συμβάλει στην εκτίμηση της συμμόρφωσης με τον κανονισμό και της ποιότητας των πραγματοποιηθέντων ελέγχων. Τρεις περαιτέρω έλεγχοι περιελάμβαναν αξιολόγηση της ετοιμότητας των νέων κρατών μελών για την εφαρμογή του κανονισμού και 19 έλεγχοι συμμόρφωσης περιελάμβαναν την επανεξέταση ενός τουλάχιστον ελέγχου μετά την πληρωμή στα πλαίσια του έργου που πραγματοποιείται. Αυτοί οι έλεγχοι συμφωνίας δεν ακολουθούν ακόμα μία τυπική μεθοδολογία ή μία συγκεκριμένη μορφή αναφοράς για τους εξετασθέντες ελέγχους, πράγμα που παρακωλύει τη συγκρισιμότητα και την ουσιαστική ανάλυση·

β)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο αριθμός των ελέγχων μετά την πληρωμή που εξετάσθηκαν το 2005 ήταν ικανός και σε συμφωνία με τους στόχους των ελέγχων.

Το 2006, η Επιτροπή διεξήγαγε 3 ειδικές αποστολές για ελέγχους μετά από την πληρωμή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριδ. 4045/89 στην Ιταλία, τη Δανία και τις Κάτω Χώρες. Περαιτέρω αποστολές είναι προγραμματισμένες για το φθινόπωρο 2006. Το 2006, οι υπηρεσίες επιφορτισμένες με την καταλληλότητα συνέχισαν να ελέγχουν την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριδ. 4045/89 ως μέρους της αποστολής τους που καλύπτει θέματα σχετικά με ειδικούς τομείς.

γ)

ξεκίνησε μια διαδικασία για να αξιολογήσει την έκταση της καθυστέρησης των προγραμματισμένων ελέγχων σε ορισμένα κράτη μέλη (κάτι που είχε τονιστεί σε προηγούμενες εκθέσεις του Συνεδρίου). Τα πρώτα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την αποτυχία τεσσάρων κρατών μελών να ολοκληρώσουν τον ελάχιστο αριθμό απαιτούμενων ελέγχων μετά την πληρωμή, ωστόσο μέχρι τώρα δεν έχει αναληφθεί κάποια επανορθωτική δράση·

γ)

Πράγματι, η Επιτροπή αξιολόγησε ήδη το βαθμό της καθυστέρησης. Έχει ήδη αναληφθεί δράση αντιμετώπισης μέσω αποστολών σε δύο κράτη μέλη όπου η καθυστέρηση ήταν περισσότερο σοβαρή. Από τα εν λόγω δύο κράτη μέλη ζητήθηκε να καταρτίσουν σχέδια δράσης για την αντιμετώπιση της καθυστέρησης. Αυτά τα σχέδια δράσης που περιλαμβάνουν ένα σαφή υπολογισμό του αριθμού των καθυστερημένων ελέγχων έναντι των διαθέσιμων πόρων, καθώς επίσης και σαφείς προθεσμίες πρέπει να ανακοινωθούν στην Επιτροπή και η υλοποίησή τους θα παρακολουθείται εκ του σύνεγγυς.

δ)

δεν είναι σε θέση να μετρήσει πλήρως την επιτυχία ή όχι του κανονισμού από την άποψη του εντοπισμού και της ανάκτησης αντικανονικών πληρωμών (37)  (38).

δ)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι δύναται να υπολογίσει την επιτυχία του κανονισμού στην ανακάλυψη των εν δυνάμει παράτυπων πληρωμών.

5.39.

Ως παρακολούθηση της εργασίας που πραγματοποίησε το 2003, το Συνέδριο επισκέφθηκε εκ νέου επτά κράτη μέλη για την αξιολόγηση της επιτευχθείσας προόδου. Παρόλο που η παρακολούθηση του Συνεδρίου κατέδειξε βελτιώσεις στη γενική ποιότητα των ελέγχων που υπεβλήθησαν σε εξέταση, παρέμεναν κάποιες αδυναμίες στο θέμα της ανάκτησης για παρατυπίες που εντοπίστηκαν από τους ελέγχους, ενώ υπήρξε και αποτυχία στην έγκαιρη ολοκλήρωση των προγραμματισμένων ελέγχων μετά την πληρωμή. Σε δύο κράτη μέλη παρατηρήθηκε συνεχιζόμενη αποτυχία ολοκλήρωσης του ελάχιστου αριθμού ελέγχων.

5.39.

Η Επιτροπή χαιρετίζει την αναγνώριση από μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου των βελτιώσεων που πραγματοποιήθηκαν.

Η ανάκτηση των παράτυπων πληρωμών δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα εκείνων που διεξάγουν τους ελέγχους μετά την πληρωμή, αλλά των οργανισμών πληρωμής.

Όσον αφορά τις συνεχιζόμενες καθυστερήσεις στην εκτέλεση των ελέγχων στα δύο κράτη μέλη, η Επιτροπή άρχισε ήδη θεραπευτική δράση, όπως περιγράφτηκε στην απάντηση στο σημείο 5.38 στοιχειο γ).

5.40.

Σύμφωνα με τον κανονισμό, οι έλεγχοι μετά την πληρωμή σε πράξεις του έτους 2005 θα διενεργηθούν κατά την περίοδο Ιουλίου 2006-Ιουλίου 2007. Οι έλεγχοι αυτοί είναι πιθανόν να καλύψουν περισσότερα πράγματα από τις πράξεις του έτους 2005. Τα αποτελέσματα θα αναφερθούν στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2008. Η Επιτροπή τότε θα τα επανεξετάσει και μπορεί να αποφασίσει τον αποκλεισμό δαπανών. Για το λόγο αυτό το Συνέδριο δεν μπορεί να αποκομίσει βεβαιότητα ως προς τις πράξεις του ΕΓΤΠΕ για το έτος 2005.

5.40.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αξιοπιστία μπορεί να προκύψει από τους ελέγχους μετά την πληρωμή λόγω του ό,τι το υφιστάμενο σύστημα ελέγχων είναι λειτουργικό. Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριδ. 4045/89 καθορίζει ένα σύστημα ελέγχου εκ των υστέρων στα πλαίσια του συνολικού συστήματος για τη διαχείριση και τον έλεγχο των γεωργικών δαπανών, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην απάντηση στο σημείο 5.59. Πρόκειται για ένα συμπληρωματικό επίπεδο ελέγχου στους εκ των προτέρων ελέγχους πληρωμών (οι οποίοι για την πλειονότητα των μέτρων παρέχουν ήδη επαρκή αξιοπιστία).

5.41.

Τα ευρήματα του Συνεδρίου στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη δείχνουν ότι, παρόλο που το σύστημα των ελέγχων μετά την πληρωμή βελτιώνεται, η καθυστέρηση μη διενεργηθέντων ελέγχων σε ορισμένα κράτη μέλη περιορίζει τη βεβαιότητα που μπορεί να αποκομισθεί ως προς τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών που έγιναν κατά τα προηγούμενα έτη σε αυτά τα κράτη μέλη.

5.41.

Η Επιτροπή χαιρετίζει την αναγνώριση από μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου των βελτιώσεων που πραγματοποιήθηκαν, και θεωρεί ταυτοχρόνως ότι είναι δυνατόν να δοθεί αξιοπιστία όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πραγματοποιηθεισών πληρωμών.

Το συνολικό σύστημα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των γεωργικών δαπανών, όπως περιγράφεται στην απάντηση του σημείου 5.59, παρέχει εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά την αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου του λάθους στη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων στη γεωργία.

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριδ. 4045/89 προβλέπει ένα σύστημα ελέγχου εκ των υστέρων το οποίο αποτελεί στην πραγματικότητα ένα συμπληρωματικό επίπεδο ελέγχων στους εκ των προτέρων ελέγχους των πληρωμών.

Εκκαθάριση των λογαριασμών από την Επιτροπή

5.42.

Ένα από τα στοιχεία τα οποία η Επιτροπή θεωρεί ότι έχουν μεγάλη σημασία για έναν επαρκή έλεγχο κοινής διαχείρισης στον τομέα της γεωργίας είναι η ελεγκτική εργασία που διενεργείται από τις μονάδες εκκαθάρισης λογαριασμών, η οποία οδηγεί στην απόφαση δημοσιονομικής εκκαθάρισης και στην απόφαση συμφωνίας που λαμβάνονται από την Επιτροπή.

 

5.43.

Η ετήσια δημοσιονομική απόφαση που λαμβάνεται από την Επιτροπή βασίζεται στην εργασία και στις βεβαιώσεις των οργανισμών πιστοποίησης. Οι βεβαιώσεις αυτές περιλαμβάνουν μια δήλωση σχετικά με το εάν οι λογαριασμοί είναι αληθείς, πλήρεις και ακριβείς και εάν οι οργανισμοί πληρωμών έχουν την ικανότητα να διασφαλίσουν ότι η συμφωνία των πληρωμών με τους κανόνες τις Επιτροπής έχει ελεγχθεί. Η ετήσια απόφαση εκκαθάρισης της Επιτροπής περιορίζεται στους λογαριασμούς και αποτελεί το θέμα του κεφαλαίου 1. Η απόφαση να αποκλεισθούν δαπάνες που δεν συμφωνούν με τους κοινοτικούς κανόνες λαμβάνεται σε μεταγενέστερο στάδιο (βλέπε αποφάσεις συμφωνίας). Μέχρι τότε οι δαπάνες έχουν προσωρινό χαρακτήρα (βλέπε επίσης σημεία 1.57 και 1.64 έως 1.66 της παρούσας έκθεσης).

5.43.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι, παρά τη διαδικασία εκκαθάρισης των λογαριασμών, οι δαπάνες δεν έχουν προσωρινό χαρακτήρα.

Οργανισμοί πιστοποίησης

5.44.

Οι εκθέσεις των οργανισμών πιστοποίησης είναι πιθανόν να φέρουν στο φως προβλήματα των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των οργανισμών πληρωμών δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν αξιόπιστη βάση για την παροχή διαβεβαίωσης ως προς τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών που καταβάλλονται στους γεωργούς και στους εμπόρους (39), καθώς οι αιτήσεις για κοινοτική ενίσχυση συνήθως δεν ελέγχονται επιτόπου από τον οργανισμό πιστοποίησης. Όπως επισημαίνεται και στη γνωμοδότηση του Συνεδρίου σχετικά με το πρότυπο του ενιαίου ελέγχου, αυτού του είδους η κάλυψη θα δημιουργούσε μία σταθερότερη και σαφέστερη αλυσίδα λογοδοσίας για τις δαπάνες της ΚΓΠ. Θα παρείχε στην Επιτροπή περισσότερη βεβαιότητα για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων.

5.44.

Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι υπάρχει ένα συνολικό σύστημα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των γεωργικών δαπανών, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην απάντηση του σημείου 5.59, το οποίο ήδη παρέχει εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά την αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου λάθους στη νομιμότητα και στην κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων στη γεωργία. Για να βελτιώσει και να ενισχύσει το συνολικό σύστημα παροχή εύλογης βεβαιότητας, η Επιτροπή είναι έτοιμη να υλοποιήσει τη σύσταση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που προβλέπει ότι οι οργανισμοί πιστοποίησης θα έπρεπε να εργάζονται περισσότερο για την επαλήθευση και την επικύρωση των στατιστικών ελέγχου και των εκ των υστέρων ελέγχων των πληρωμών. Γι’ αυτόν τον σκοπό, θα ζητηθεί από τους οργανισμούς πιστοποίησης, στη νέα κατευθυντήρια γραμμή για την υποβολή εκθέσεων, να προβαίνουν σε περισσότερο λεπτομερή εξέταση της διοικητικής ικανότητας του οργανισμού πληρωμής όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους. Αυτοί θα πρέπει να βεβαιωθούν κατά πόσο το σύστημα σε ισχύ (για τους επιτόπιους ελέγχους) λειτούργησε ικανοποιητικά αναθεωρώντας λεπτομερώς στοιχεία όπως ακρίβεια των στατιστικών ελέγχου, οδηγίες και εγχειρίδια, ανθρώπινοι πόροι, εκπαίδευση και κατάρτιση των ελεγκτών, συμφωνίες με τους εξουσιοδοτημένους οργανισμούς, συστήματα παρακολούθησης και εποπτείας εφαρμοσθέντα από τον οργανισμό πληρωμών, επιβολή κυρώσεων κ.λ.π.

5.45.

Σχετικά με τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου των οργανισμών πληρωμών, η ανάλυση των εκθέσεων 31 οργανισμών πληρωμών (40) από το Συνέδριο έδειξε ότι το μεγαλύτερο μέρος των σοβαρών ατελειών που βρέθηκαν από τους οργανισμούς πιστοποίησης είχαν σχέση με τους ελέγχους και τις διαδικασίες πληρωμών, τη λογιστική (συμπεριλαμβανομένων των οφειλετών) και τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων (41)· σε τέσσερις οργανισμούς πληρωμών βρέθηκαν τέσσερις ή και παραπάνω σοβαρές ατέλειες σχετικά με διάφορα κριτήρια διαπίστευσης (42). Η Επιτροπή εμπιστεύεται την εργασία των οργανισμών πιστοποίησης επανεξετάζοντας τις εκθέσεις και τις βεβαιώσεις τους, δεν αξιολογεί όμως την επιτόπια εργασία των οργανισμών πιστοποίησης σε συστηματική βάση (43).

5.45.

Στον νέο κανονισμό (EΚ) αριθ. 885/2006 της Επιτροπής, οι απαιτήσεις όσον αφορά την παρακολούθηση των οργανισμών πληρωμών αυξήθηκαν σημαντικά υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να τηρούν υπό συνεχή εποπτεία τους οργανισμούς τους πληρωμών και να καθορίσουν ένα σύστημα για την ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά πιθανές περιπτώσεις μη τήρησης. Πρέπει να ορισθεί μια διαδικασία για την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων, που να περιλαμβάνει την υποχρέωση κατάρτισης ενός σχεδίου για την επανόρθωση οποιωνδήποτε αποτυπωμένων ανεπαρκειών εντός ενός ορισμένου χρονικού ορίου. Οι δαπάνες που πραγματοποίησαν οι οργανισμοί πληρωμών, οι οποίοι παραμένουν διαπιστευμένοι από τα κράτη μέλη τους παρόλο που απέτυχαν στην υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου επανόρθωσης εντός του προκαθορισμένου χρονικού ορίου, θα είναι υποκείμενοι στη διαδικασία εκκαθάρισης συμμόρφωσης που προβλέπεται στο άρθρο 31 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1290/2005.

Παρόλο που στο τέλος του 2005 εισήχθη μια συστηματική εξέταση του έργου των οργανισμών πιστοποίησης, η Επιτροπή επισκέφθηκε επιτόπου και επανεξέτασε το έργο των οργανισμών πιστοποίησης από την εισαγωγή της νέας διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών το 1996.

Το πρόγραμμα αποστολών για το 2006, το οποίο βασίζεται σε λεπτομερή ανάλυση του κινδύνου περιλαμβάνει πέντε αποστολές στους οργανισμούς πιστοποίησης. Οι αποστολές έχουν ως στόχο τους οργανισμούς εκείνους όπου εντοπίστηκαν ορισμένα προβλήματα. Επιπλέον, πρέπει να γίνει επίσκεψη σε επτά οργανισμούς πληρωμών.

Εκκαθάριση συμφωνίας

5.46.

Οι αποφάσεις συμφωνίας σκοπό έχουν την εξαίρεση δαπανών από την κοινοτική χρηματοδότηση στους τομείς όπου η Επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Οι υφιστάμενες διαδικασίες δεν έχουν σχεδιαστεί για να διασφαλίζουν την επίτευξη του σκοπού αυτού σε επίπεδο πληρωμών στον τελικό δικαιούχο (αγρότες και εμπόρους). Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, κατ’ αποκοπή διορθώσεις λόγω αδυναμιών στα συστήματα ελέγχου, παρά ένα είδος εκτίμησης της επίπτωσης της μεμονωμένης αντικανονικής πληρωμής. Για το λόγο αυτό οι παράτυπες πληρωμές είναι απίθανο να ανακτηθούν μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών. Για να αποκομισθούν αξιόπιστες πληροφορίες για την νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών στους τελικούς δικαιούχους, ο Γενικός Διευθυντής πρέπει:

α)

είτε να λάβει μέτρα ώστε οι οργανισμοί πιστοποίησης να επεκτείνουν το έργο τους στους τελικούς δικαιούχους, επεκτείνοντας τους δειγματοληπτικούς ελέγχους τους στο επίπεδο των αγροτών ή δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην επαλήθευση και στην επικύρωση των στατιστικών από τις επιθεωρήσεις στα πλαίσια του ΟΣΔΕ και των ελέγχων που διενεργούνται μετά την πληρωμή, είτε

β)

να απαιτήσει από το δικό του προσωπικό, βάσει μιας κατάλληλης δειγματοληπτικής μεθόδου, να επαληθεύσει την νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων του έτους σε επίπεδο τελικών δικαιούχων.

Στο πνεύμα της γνωμοδότησης του Συνεδρίου για τον ενιαίο έλεγχο, η Επιτροπή θα πρέπει, όπου είναι δυνατό, να λαμβάνει υπόψη της τα ήδη υφιστάμενα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, όπως το ΟΣΔΕ.

5.46 και 5.47.

Όπως σωστά επισημαίνει το Ελεγκτικό Συνέδριο, στόχος της εκκαθάρισης συμμόρφωσης είναι να αποκλείσει τις δαπάνες από την κοινοτική χρηματοδότηση που δεν πραγματοποιήθηκαν τηρώντας του κοινοτικούς κανόνες, προστατεύοντας έτσι τον κοινοτικό προϋπολογισμό από δαπάνες που δεν θα έπρεπε να τον επιβαρύνουν. Αντιθέτως, αυτός ο μηχανισμός δεν επιτρέπει την ανάκτηση των παράτυπων πληρωμών από τους δικαιούχους, πράξη που, σύμφωνα με την αρχή της κοινής διαχείρισης, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, όπως σαφώς ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1290/2005.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι βάσει αυτού του ορισμού, ο στόχος της εκκαθάρισης συμμόρφωσης επιτυγχάνεται με την παρούσα προσέγγιση, η οποία συνίσταται στον έλεγχο των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών και σε περίπτωση ανεπαρκειών, στην εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων που δύνανται, εάν η ζημία για το ΕΚΤΠΕ δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί ποσοτικά, να λάβουν τη μορφή ενιαίου συντελεστή. Η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας προσέγγισης έχει αναγνωριστεί από το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο στο σημείο 6.35 της παρούσας έκθεσης.

Επιπλέον, όπως το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει στο σημείο 6.35, οι δημοσιονομικές διορθώσεις αποτελούν ένα σημαντικό μέσο για τη βελτίωση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών και κατά συνέπεια πρόληψης ή ανακάλυψης και ανάκτησης παράτυπων πληρωμών από τους τελικούς δικαιούχους. Εκ τούτου η εκκαθάριση συμμόρφωσης συμβάλλει έμμεσα στη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων σε επίπεδο τελικών δικαιούχων.

Το επίπεδο των παρατυπιών εκτιμάται ήδη σε ορισμένους τομείς δαπανών. Για παράδειγμα, στον τομέα των ενισχύσεων, το λάθος εκτιμάται σε 1,95 % βάσει περίπου 47 000 δειγματοληπτικών ελέγχων που διεξήγαγαν τα κράτη μέλη. Τούτο συνιστά ένα πολύ ευρύ και αντιπροσωπευτικό δείγμα. Σε συμφωνία με την προσέγγιση του ενιαίου ελέγχου δεν θα φαινόταν αποδοτικό οικονομικά η Επιτροπή να επέλεγε ένα ξεχωριστό δείγμα για να επαληθεύσει τη νομιμότητα και κανονικότητα των δαπανών. Είναι πιο αποδοτικό οικονομικά η Επιτροπή να βασιστεί στο έργο που διεξήγαγαν οι οργανισμοί πληρωμών και να επικεντρωθεί στο ελεγκτικό της έργο κατά την επαλήθευση των υφιστάμενων συστημάτων στα κράτη μέλη για να ελέγξει τις δαπάνες.

Η Επιτροπή είναι έτοιμη να, για να βελτιώσει και να ενισχύσει το συνολικό σύστημα για την παροχή εύλογης βεβαιότητας, να υλοποιήσει τη σύσταση του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι οι οργανισμοί πιστοποίησης θα έπρεπε να εργαστούν περισσότερο προς την κατεύθυνση της επαλήθευσης και επικύρωσης των στατιστικών ελέγχου και των εκ των υστέρων ελέγχων πληρωμών (βλέπε απάντηση στην παράγραφο 5.44).

Κατά πόσο το βάρος της δημοσιονομικής διόρθωσης επιβαρύνει τον εθνικό προϋπολογισμό ή τον τελικό δικαιούχο εξαρτάται από τον λόγο της διόρθωσης.

5.47.

Οι δημοσιονομικές διορθώσεις δεν αποτελούν μέσο ανάκτησης παράτυπων πληρωμών σε δικαιούχους, ευθύνη η οποία ανήκει στα κράτη μέλη. Το κόστος των διορθώσεων αυτών βαρύνει τα κράτη μέλη και, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι διορθώσεις δεν επηρεάζουν άμεσα αυτούς που έχουν λάβει την επιδότηση (αγρότες και εμπόρους).

 

5.48.

Οι αποφάσεις συμφωνίας αφορούν συνήθως αρκετά έτη δαπανών και λαμβάνονται με καθυστέρηση μερικών ετών. Κατά συνέπεια, οι διορθώσεις που πραγματοποιήθηκαν στις αποφάσεις συμφωνίας που ελήφθησαν το 2005 αφορούν τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη πριν από το 2005 προς τελικούς δικαιούχους στο πλαίσιο της ΚΓΠ. Οι δαπάνες που πρόκειται να αποκλεισθούν για το έτος 2005 θα αποφασισθούν μόνο κατά τα επόμενα χρόνια. Στο τέλος του 2005, καμία εκκαθάριση δεν ήταν πλήρης για όλα τα οικονομικά έτη μετά το 1998.

5.48.

Η Επιτροπή θα ήθελε να κλείσει με το παρελθόν και οι υποθέσεις μακράς διαρκείας που ακόμα εκκρεμούν εξετάστηκαν με προσοχή κατά τη σύνταξη του προγράμματος ελεγκτικού έργου σχετικά με τις γεωργικές δαπάνες για το 2006. Η κατάσταση τον Ιούνιο 2006 είναι ότι το 97 % των ελέγχων που διενεργήθηκαν το 2001 (γεγονός που επιτρέπει δημοσιονομικές διορθώσεις ακόμη και το 1999) και το 94 % των ελέγχων που διενεργήθηκαν το 2002 (γεγονός που επιτρέπει δημοσιονομικές διορθώσεις μέχρι και το 2000) έχουν κλείσει. Οι ακόμα εκκρεμούσες δημοσιονομικές διορθώσεις για τα έτη 1999 και 2000 εκτιμώνται σε κατ’ ανώτατο όρο αντιστοίχως 41 και 126 εκατ. ευρώ. Για τους ελέγχους που διενεργήθηκαν το 2003 και 2004, τα ποσοστά κλεισίματος ανέρχονται αντιστοίχως σε 83 % και 84 %.

Για τα οικονομικά έτη 2001-2005, οι διορθώσεις για τις οποίες θα αποφασιστεί σε μελλοντικές αποφάσεις συμμόρφωσης εμφαίνονται σαφώς στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων 2005. Αυτές οι πληροφορίες αποκαλύπτονται ως πιθανό ενεργητικό στο λογιστικό σύστημα της Επιτροπής.

Ωστόσο, η πολυετής φύση της διαδικασίας εκκαθάρισης συμμόρφωσης στην οποία αναφέρθηκε το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν επηρεάζει τη βεβαιότητα η οποία μπορεί να προκύψει από τη διαδικασία για το δημοσιονομικό έτος 2005. Επειδή οι έλεγχοι της Επιτροπής καλύπτουν τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών, αυτοί όχι μόνο παρέχουν πληροφορίες για τις ελεγχθείσες δαπάνες, αλλά έμμεσα παρέχουν επίσης πληροφορίες για μελλοντικές δαπάνες που καλύπτονται από τα εν λόγω συστήματα.

Έλεγχος των μονάδων εκκαθάρισης λογαριασμών της Επιτροπής

5.49.

Το 2005, το Συνέδριο διενήργησε έλεγχο των μονάδων εκκαθάρισης λογαριασμών της Επιτροπής, ο οποίος περιελάμβανε την κατανομή προσωπικού καθώς και αξιολόγηση ενός δείγματος ελέγχων συμφωνίας που πραγματοποιήθηκαν το 2004 και το 2005 αντίστοιχα (44).

 

5.50.

Ο έλεγχος αποκάλυψε τις παρακάτω βασικές αδυναμίες:

5.50.

 

α)

η Επιτροπή δεν κατάφερε να αποδείξει ότι λαμβάνει συστηματικά υπόψη της την κεντρική της ανάλυση κινδύνου κατά την κατανομή προσωπικού στα διάφορα μέτρα που πρέπει να ελέγξει·

α)

Όσον αφορά το έργο ελέγχου συμμόρφωσης (αποκλειομένων των άμεσων δαπανών), ο τρέχων διαχωρισμός σε τρεις διαφορετικές μονάδες αντικατοπτρίζει ευρέως τις κύριες κατηγορίες των μέτρων ενισχύσεων στα πλαίσια της ΚΓΠ: παραδοσιακοί μηχανισμοί συναλλαγών, άμεση στήριξη εισοδήματος στα πλαίσια του ΟΣΔΕ και μέτρα αγροτικής ανάπτυξης. Ο διορισμός προσωπικού στα διάφορα τμήματα πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο που εξασφαλίζει ότι μπορεί να διεξαχθεί ένα επαρκές έργο ελέγχων συμμόρφωσης για καθένα από τους τρεις τομείς μέτρων ενισχύσεων στα πλαίσια της ΚΦΠ.

Η ανάλυση του κεντρικού κινδύνου της διεύθυνσης αποτελεί κατά πρώτο ένα μέσο για την επιλογή των ενισχύσεων προς έλεγχο. Επιπλέον, υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία ανάθεσης οι οποίοι υπόκεινται σε ειδική ανάλυση κινδύνων, όπως για παράδειγμα έλεγχοι σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριδ. 4045/89, πιστοποίηση λογαριασμών, διαπίστευση Sapard, δραστηριότητες διοικητικές και παρακολούθησης, καθώς και εμπειρία και διαθεσιμότητα του προσωπικού. Το αποτέλεσμα ήταν κατά τη διάρκεια αρκετών ετών η μετακίνηση πόρων μεταξύ των ομάδων και των μονάδων και η αξιολόγηση της διάθεσης του προσωπικού σε μια εν εξελίξει διαδικασία.

β)

στην περίπτωση έξι ελέγχων συμφωνίας από αυτούς που εξετάστηκαν δεν είχαν καλυφθεί όλοι οι σχετικοί κίνδυνοι και οι βασικοί έλεγχοι, και μάλιστα χωρίς επαρκή αιτιολόγηση·

β)

Το έργο ελέγχου της Επιτροπής στο πεδίο των γεωργικών δαπανών, το οποίο το 2004 και το 2005 συμπεριέλαβε, αντιστοίχως 177 και 163 επιτόπου αποστολές, βασίζεται στους διαθέσιμους ανθρώπινους πόρους και στην ανάλυση του κινδύνου. Σε αυτή τη βάση η αρμόδια διεύθυνση επιλέγει ορισμένους κινδύνους και βασικούς ελέγχους προς εξέταση, που θεωρούνται οι πιο κατάλληλοι για την εν λόγω έρευνα. Ένας τέτοιος περιορισμός του πεδίου εφαρμογής αποτελεί μια απολύτως κανονική και αποδεκτή πρακτική ελέγχου. Σε τρεις από τις έξι περιπτώσεις που ήγειρε το Ελεγκτικό Συνέδριο, ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής προβλεπόταν ρητώς στον προγραμματισμό της αποστολής. Στις άλλες τρεις περιπτώσεις ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής οφειλόταν σε περιστάσεις που διέφευγαν του ελέγχου των ελεγκτών.

γ)

στην περίπτωση πέντε ελέγχων από αυτούς που εξετάστηκαν είτε δεν έγινε καμία χρήση λεπτομερειακών προγραμμάτων ελέγχου είτε δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν.

γ)

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η δική της εργασία ελέγχου είναι γενικά καλά τεκμηριωμένη και παρέχει επαρκείς ενδείξεις των ελέγχων που διενεργήθηκαν και των συμπερασμάτων που πρέπει να εξαχθούν.

Ωστόσο, η Επιτροπή παραμένει δεσμευμένη να βελτιώσει περαιτέρω την τεκμηρίωση των ελέγχων της. Σ’ αυτό το πλαίσιο, γίνεται αναφορά στην υλοποίηση των συστάσεων ΟΣΔΕ το 2005 (βλέπε το επόμενο σημείο).

5.51.

Οι διαπιστώσεις αυτές περιορίζουν τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν σχετικά με την ορθή λειτουργία των συστημάτων ελέγχου των κρατών μελών και τη βεβαιότητα που μπορεί να αποκομισθεί από τους ελέγχους συμφωνίας. Το Συνέδριο επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα που περιγράφονται στην έκθεση της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής για τη γεωργία, η οποία οριστικοποιήθηκε το 2004 (45). Δεν υπήρξε καμία διαφωνία σχετικά με αυτά τα συμπεράσματα στην τελική έκθεση που διαβιβάστηκε στον Γενικό Διευθυντή Γεωργίας.

5.51.

Η Επιτροπή είναι πεπεισμένη ότι οι έλεγχοι συμμόρφωσης αποτελούν το κύριο στοιχείο σε ολόκληρο το σύστημα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των γεωργικών δαπανών, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην απάντηση του σημείου 5.59, και ότι η ποιότητα του δικού της έργου ελέγχων είναι επαρκής για να συμβάλει στη βεβαιότητα που προκύπτει από αυτό το σύστημα. Ωστόσο, η βελτίωση των διαδικασιών αποτελεί μια εν εξελίξει διαδικασία και η έκθεση παρακολούθησης της τελικής έκθεσης ΟΣΔΕ στην οποία αναφέρεται το Ελεγκτικό Συνέδριο, επιβεβαιώνει ότι σημαντικές βελτιώσεις παρατηρήθηκαν κατά το 2005.

Συμπεράσματα και συστάσεις

5.52.

Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, βάσει στοιχείων από όλες τις διαθέσιμες πηγές, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι όλες οι δαπάνες της ΚΓΠ, στο σύνολό τους, εξακολούθησαν να επηρεάζονται από ένα σημαντικό επίπεδο σφάλματος το οποίο δεν εντοπίζεται ούτε αποτρέπεται από τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου. Στις κυριότερες κατηγορίες δαπανών της ΚΓΠ αντιστοιχούν διαφορετικοί βαθμοί κινδύνου και αδυναμιών.

5.52.

Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι η κατάσταση είναι ικανοποιητική σε ό,τι αφορά τις γεωργικές δαπάνες που διαχειρίζονται και ελέγχονται από τα ΟΣΔΕ δεδομένου ότι οι κίνδυνοι που εντοπίστηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο αφορούν άλλα μέτρα σχετικά με την ΚΓΠ. Προς το παρόν, τα ΟΣΔΕ καλύπτουν περίπου το 67 % των δαπανών του ΕΓΤΠΕ Ταμείο Εγγυήσεων. Οι μεταρρυθμίσεις της ΚΓΠ του 2003 και 2004 μειώνουν τον συνολικό κίνδυνο ακόμα περισσότερο επεκτείνοντας τις δαπάνες που καλύπτονται από τα ΟΣΔΕ σε περίπου 89 % το 2013.

Η Επιτροπή θα αναλύσει, εκεί όπου είναι αναγκαίο και σε συνεργασία με τα οικεία κράτη μέλη, τα λάθη που ανακάλυψε το Ελεγκτικό Συνέδριο, μερικά από τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε δημοσιονομική διόρθωση της εκκαθάρισης των λογαριασμών.

Τα ισχύοντα συστήματα επιτρέπουν την αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου λάθους σε ό,τι αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων. Εκεί όπου τα συστήματα δεν εφαρμόζονται κατάλληλα, η Επιτροπή πραγματοποιεί δημοσιονομικές διορθώσεις στα πλαίσια των διαδικασιών εκκαθάρισης των λογαριασμών. Τούτο αποδεικνύεται από τα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά την εφαρμογή των ΟΣΔΕ.

5.53.

Οι δαπάνες της ΚΓΠ που διαχειρίζεται και ελέγχει το ΟΣΔΕ ανέρχονται στα 25 500 εκατομμύρια ευρώ στο σύνολο της ΕΕ-15 και στα 1 400 εκατομμύρια ευρώ στα νέα κράτη μέλη. Το ΟΣΔΕ, όταν εφαρμόζεται σωστά, αποτελεί αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου για τον περιορισμό του κινδύνου σφάλματος ή παράτυπων δαπανών. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην Ελλάδα. Στα νέα κράτη μέλη που υποβλήθηκαν σε έλεγχο από το Συνέδριο, τα συστήματα δεν είναι ακόμα αξιόπιστα: συγκεκριμένα οι πληροφορίες που καταγράφηκαν στο LPIS μαζί με τις πληροφορίες που ζητούνταν στις αιτήσεις ενίσχυσης αποδείχτηκαν ανεπαρκείς για τη συστηματική διασφάλιση της ορθής αναγνώρισης των αγροτεμαχίων. Η αποτυχία αυτή επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των διοικητικών ελέγχων και των επιτόπιων επιθεωρήσεων ενώ οι ανοχές μέτρησης εφαρμόζονται εσφαλμένα.

5.53.

Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι τα ΟΣΔΕ αποτελούν ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου για τον περιορισμό του κινδύνου παράτυπων δαπανών.

Η Επιτροπή συνέχισε το 2005 με το ενισχυμένο πρόγραμμα ελέγχων και άλλα μέτρα εποπτείας στην Ελλάδα και, με πρωτοβουλία της ίδιας, οι ελληνικές αρχές έθεσαν σε εφαρμογή ένα σχέδιο δράσης με στόχο τις ανεπάρκειες (βλέπε απάντηση στην παράγραφο στο σημείο 5.10). Ορισμένες από τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά τα συστήματα αναγνώρισης αγροτεμαχίων των νέων κρατών μελών είναι αποδεκτές, αλλά οι ανεπάρκειες θεωρείται ότι είναι σχετικά μικρότερες δεδομένης της συνολικά επιτυχούς υλοποίησης των ΟΣΔΕ. Επιπλέον, τα προβλήματα θέσης σε λειτουργία που ανέφερε το Ελεγκτικό Συνέδριο αντιμετωπίζονται στα πλαίσια των συνηθισμένων ελέγχων των γεωργικών δαπανών, κατά τη διάρκεια των οποίων όλα τα νέα κράτη μέλη αποτέλεσαν αντικείμενο επιτόπιων ελέγχων τουλάχιστον μία φορά κατά την περίοδο 2004-2005.

5.54.

Τα αποτελέσματα του ελέγχου του ΟΣΔΕ αφορούν την νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών στους αγρότες, οι οποίες όμως επαληθεύονται και επικυρώνονται ανεπαρκώς από ανεξάρτητο οργανισμό. Το έργο των οργανισμών πιστοποίησης δεν αποτελεί αξιόπιστη βάση για την παροχή διαβεβαίωσης σχετικά με τις αιτήσεις των γεωργών και των εμπόρων, καθώς οι αιτήσεις για κοινοτική ενίσχυση συνήθως δεν ελέγχονται επιτόπου.

5.54.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το συνολικό σύστημα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των γεωργικών δαπανών όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην απάντηση στο σημείο 5.59. και το οποίο περιλαμβάνει, ιδίως τα ΟΣΔΕ, ήδη παρέχει εύλογη βεβαιότητα σε ό,τι αφορά την αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου λάθους στη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων στη γεωργία.

Ωστόσο, για να βελτιώσει και να ενισχύσει το συνολικό σύστημα ώστε να παράσχει ακόμα περαιτέρω εύλογη βεβαιότητα, η Επιτροπή είναι έτοιμη να υλοποιήσει τη σύσταση του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι οι οργανισμοί πιστοποίησης θα έπρεπε να τελέσουν περισσότερο έργο (βλέπε απάντηση στο σημείο 5.44).

5.55.

Οι συνεχιζόμενες αδυναμίες των ελέγχων στους τομείς του ελαιολάδου, της αγροτικής ανάπτυξης και των επιστροφών κατά την εξαγωγή υποδηλώνουν ότι υπάρχει ο κίνδυνος οι σχετικές πληρωμές να είναι παράνομες/παράτυπες. Ο έλεγχος του ίδιου του Συνεδρίου απέδειξε ότι οι κίνδυνοι αυτοί είναι πραγματικοί. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση του ελαιολάδου, όπου η αναξιοπιστία του συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών (ΣΓΠ) θέτει υπό αμφισβήτηση τη βάση για τη μελλοντική ενιαία ενίσχυση σε ελαιοπαραγωγούς.

5.55.

Οι ανεπάρκειες στο ελαιοκομικό ΣΓΠ είναι επίσης γνωστές στην Επιτροπή, η οποία συμμερίζεται τις ανησυχίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την υλοποίηση αυτής της μεταρρύθμισης. Η Επιτροπή εξέδωσε συστάσεις στα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια των διαδικασιών εκκαθάρισης των λογαριασμών. Κατά την πραγματοποίηση των δαπανών για τα νέα καθεστώτα, ο κίνδυνος για το ΕΓΤΠΕ θα αξιολογηθεί και μπορεί να οδηγήσει σε δημοσιονομικές διορθώσεις.

5.56.

Παρόλο που τα συστήματα εκκαθάρισης και οι έλεγχοι μετά την πληρωμή σκοπό έχουν τον αποκλεισμό δαπανών οι οποίες δεν είναι σύμφωνες με τους κοινοτικούς κανόνες, επί του παρόντος αποτυγχάνουν σε επίπεδο πληρωμών στους τελικούς δικαιούχους. Το επίπεδο των χρηματοδοτούμενων από την ΚΓΠ αντικανονικών πληρωμών δεν μπορεί να γίνει γνωστό ή να υπολογιστεί από την Επιτροπή (46). Για το λόγο αυτό δεν είναι σαφές το αν το ποσοστό των παράτυπων πληρωμών που ανακτήθηκαν από τέτοια συστήματα είναι ικανοποιητικό.

5.56.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το σύστημα αξιολόγησης των λογαριασμών είναι ένα αποτελεσματικό και αποδοτικό μέσο που αποκλείει από την κοινοτική χρηματοδότηση τις δαπάνες που δεν είναι σύννομες με τους κοινοτικούς κανόνες. Τούτο έχει επιβεβαιωθεί από το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο στο σημείο 6.35 της παρούσας έκθεσης.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι συνολικές δημοσιονομικές διορθώσεις αναφορικά με ένα συγκεκριμένο έτος, μαζί με τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στους τελικούς δικαιούχους σε εθνικό επίπεδο, αποτελούν μια πολύτιμη εκτίμηση του συνολικού επιπέδου των παράτυπων πληρωμών.

5.57.

Οι αποφάσεις συμφωνίας της Επιτροπής δεν είναι πλήρεις για κανένα οικονομικό έτος μετά το 1998. Δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές για τις δαπάνες του 2005 θα ληφθούν στο μέλλον, οι δαπάνες είναι προσωρινές, ενώ διαβεβαίωση για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων που υπόκεινται στους κοινοτικούς λογαριασμούς μπορεί να δοθεί μόνο όταν λειτουργήσει και εφαρμοσθεί μία πλήρης διαδικασία εκκαθάρισης.

5.57.

Η Επιτροπή θα ήθελε να τελειώσει με το παρελθόν και οι υποθέσεις μακράς διαρκείας ακόμα εκκρεμούσες εξετάστηκαν με προσοχή κατά τη σύνταξη του προγράμματος ελεγκτικού έργου σχετικά με τις γεωργικές δαπάνες για το 2006. Η κατάσταση τον Ιούνιο 2006 είναι ότι το 97 % των ελέγχων που διεξήχθησαν το 2001 (γεγονός που επιτρέπει δημοσιονομικές διορθώσεις ακόμη και το 1999) και 94 % των ελέγχων που διεξήχθησαν το 2002 (γεγονός που επιτρέπει δημοσιονομικές διορθώσεις μέχρι και το 2000) έχουν κλείσει. Οι ακόμα εκκρεμούσες δημοσιονομικές διορθώσεις για τα έτη 1999 και 2000 εκτιμώνται σε κατ’ ανώτατο όρο αντιστοίχως 41 και 126 εκατ. ευρώ. Για τους ελέγχους που διεξήχθησαν το 2003 και 2004, τα ποσοστά κλεισίματος ανέρχονται αντιστοίχως σε 83 % και 84 %.

Για τα οικονομικά έτη 2001-2005, οι διορθώσεις για τις οποίες θα αποφασιστεί σε μελλοντικές αποφάσεις συμμόρφωσης εμφαίνονται σαφώς στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων 2005. Αυτές οι πληροφορίες αποκαλύπτονται ως πιθανό ενεργητικό στο λογιστικό σύστημα της Επιτροπής.

Παρά το γεγονός ότι για τα οικονομικά έτη 2001 και ακόλουθα οι διαδικασίες δημοσιονομικής διόρθωσης είναι ακόμα καθ’ οδόν, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι διαθέτει ήδη επαρκείς πληροφορίες για να έχει εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των γεωργικών δαπανών (βλέπε απάντηση στο σημείο 5.59 για λεπτομέρειες).

Επιπλέον, η πολυετής φύση της διαδικασίας εκκαθάρισης συμμόρφωσης την οποία αναφέρθηκε το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν επηρεάζει τη βεβαιότητα η οποία μπορεί να προκύψει από τη διαδικασία για το δημοσιονομικό έτος 2005. Επειδή οι έλεγχοι της Επιτροπής καλύπτουν τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών, αυτοί όχι μόνο παρέχουν πληροφορίες για τις ελεγχθείσες δαπάνες, αλλά έμμεσα παρέχουν επίσης πληροφορίες για μελλοντικές δαπάνες που καλύπτονται από τα εν λόγω συστήματα.

5.58.

Η Επιτροπή πρέπει να συνεχίσει να στηρίζει τις αρμόδιες αρχές του κάθε κράτους μέλους έτσι ώστε να διασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή του ΟΣΔΕ στην Ελλάδα και τη θεραπεία των αδυναμιών που εντοπίστηκαν στα νέα κράτη μέλη.

 

5.59.

Η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίσει ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου παρέχουν διαβεβαίωση σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων σε επίπεδο τελικού δικαιούχου και να μεριμνήσει για την ανάκτηση των παράτυπων πληρωμών. Θα πρέπει να υπολογίσει την αξία των παράτυπων πληρωμών:

α)

είτε διευθετώντας την επέκταση του πεδίου δράσης των οργανισμών πιστοποίησης στους τελικούς δικαιούχους, επεκτείνοντας τους δειγματοληπτικούς τους ελέγχους στο επίπεδο των αγροτών ή προσπαθώντας περισσότερο στον τομέα της επαλήθευσης και της επικύρωσης των στατιστικών ελέγχου του ΟΣΔΕ και των ελέγχων μετά την πληρωμή,

β)

είτε ζητώντας από το προσωπικό της, στη βάση μιας κατάλληλης δειγματοληπτικής μεθόδου, να επαληθεύει την νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων του έτους σε επίπεδο τελικού δικαιούχου.

5.59.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι διαθέτει επαρκείς πληροφορίες για να έχει εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των γεωργικών δαπανών και να διασφαλίσει ότι οι παράτυπες πληρωμές ανακτώνται.

Ένα συνολικό σύστημα διαχείρισης και ελέγχων υπάρχει και βασίζεται σε τέσσερα επίπεδα:

α)

υποχρεωτική διοικητική δομή σε επίπεδο κρατών μελών, επικεντρωμένη στον καθορισμό των οργανισμών πληρωμών και σε μια αρχή υψηλού επιπέδου η οποία είναι αρμόδια για την έκδοση και την ανάκληση της διαπίστευσης του οργανισμού. Η απόφαση για έκδοση διαπίστευσης βασίζεται σε ένα λεπτομερή έλεγχο από μέρους ενός εξωτερικού ελεγκτικού σώματος·

β)

λεπτομερή συστήματα για ελέγχους και αποτρεπτικές κυρώσεις προς εφαρμογή από εκείνους τους οργανισμούς πληρωμών, με κοινά βασικά στοιχεία και ειδικούς κανόνες προσαρμοσμένους στις ιδιαιτερότητες κάθε καθεστώτος ενισχύσεων·

γ)

εκ των υστέρων ελέγχους από εξουσιοδοτημένους οργανισμούς ελέγχου και ειδικές υπηρεσίες (έλεγχοι στα πλαίσια του κανονισμού (ΕΟΚ) αριδ. 4045/89)·

δ)

εκκαθάριση των λογαριασμών από την Επιτροπή (τόσο ετήσια δημοσιονομική εκκαθάριση όσο και πολυετή εκκαθάριση συμμόρφωσης).

Αυτά τα τέσσερα επίπεδα συστήνουν ένα συνολικό σύστημα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των γεωργικών δαπανών και παρέχουν στην Επιτροπή εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά την αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου λάθους αναφορικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων στη γεωργία.

Το επίπεδο παρατυπίας μπορεί ήδη να εκτιμηθεί για τα περισσότερο σημαντικά δημοσιονομικώς μέτρα, ιδίως τα ΟΣΔΕ. Η Επιτροπή εργάζεται για τη βελτίωση της ποιότητας των δεδομένων και για άλλα μέτρα.

Η Επιτροπή, για να βελτιώσει και να ενισχύσει το συνολικό σύστημα ώστε να παράσχει εύλογη βεβαιότητα, είναι έτοιμη να υλοποιήσει τη σύσταση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που προβλέπει ότι οι οργανισμοί πιστοποίησης θα έπρεπε να εργαστούν περισσότερο για να επαληθεύσουν και να επικυρώσουν τις στατιστικές ελέγχου και τους εκ των υστέρων ελέγχους πληρωμής (βλέπε απάντηση στο σημείο 5.44).

5.60.

Όπως είχε αναφερθεί και πέρυσι, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιοποιήσει περισσότερο τους ελέγχους μετά την πληρωμή για τον εντοπισμό των παράτυπων πληρωμών στο πλαίσιο της ΚΓΠ, επιλύοντας το πρόβλημα των ελλείψεων στα δεδομένα που ζητά από τα κράτη μέλη, ιδίως με αναφορά της αξίας των πράξεων που υποβλήθηκαν σε έλεγχο και των παρατυπιών που εντοπίστηκαν ανά κονδύλιο του προϋπολογισμού.

5.60.

Η Επιτροπή έχει ήδη αναλάβει δράση για να βελτιώσει περαιτέρω την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τους εκ των υστέρων ελέγχους πληρωμών τροποποιώντας το νομικό πλαίσιο, Οι βελτιώσεις αναφορικά με την αξία των ελεγχθεισών συναλλαγών και παρατυπιών ανά γραμμή του προϋπολογισμού συμπεριλήφθηκαν στις τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριδ. 4/2004, που εισήχθησαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριδ. 40/2006 ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2006.

5.61.

Η Επιτροπή θα πρέπει να διερευνήσει τους λόγους για τους οποίους, όσον αφορά τους ελέγχους σε εκτάσεις στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ, εκείνοι που πραγματοποιούνται σε τυχαία βάση εξακολουθούν να παρουσιάζουν υψηλότερο ποσοστό σφάλματος από ό,τι αυτοί που επιλέγονται βάσει ανάλυσης κινδύνου.

5.61.

Οι έλεγχοι της Επιτροπής έδειξαν ότι ορισμένα κράτη μέλη καταχώρισαν ελέγχους εξ αποστάσεως ως δειγματοληπτικούς ελέγχους, παρόλο που οι γεωργοί είχαν επιλεγεί σε συνάρτηση με τον κίνδυνο μέσα στην περιοχή. Εξ ου και η διαστρέβλωση των στατιστικών. Όσον αφορά τη διαφορά στα αποτελέσματα μεταξύ των δύο μορφών επιλογής, μετά από ενδελεχή εξέταση των διαστρεβλωμένων στοιχείων που προκύπτουν από αυτή τη λανθασμένη αναφορά, η ανάλυση της Επιτροπής δείχνει ότι μόνο στη Δανία και σε μικρότερο βαθμό στην Ιρλανδία τα αποτελέσματα της δειγματοληπτικής επιλογής είναι υψηλότερα εκείνων βάσει επιλογής του κινδύνου (δεν έχει ληφθεί υπόψη η Ελλάδα). Τούτο υπόκειται σε επαλήθευση.

Η Επιτροπή ανέλαβε ήδη περαιτέρω δράση για να ενισχύσει μια πιο προσεκτική υποβολή των εκθέσεων (βλέπε σημείο 5.8).

5.62.

Η Επιτροπή καλείται να βελτιώσει τους ελέγχους των δαπανών της ΚΓΠ στους τομείς όπου εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις.

5.62.

Η Επιτροπή δεσμεύεται να αντιμετωπίσει τις συνεχιζόμενες ακόμα υπάρχουσες ανεπάρκειες, όπως η εφαρμογή των ΟΣΔΕ στην Ελλάδα. Οι μεταρρυθμίσεις της ΚΓΠ το 2003 και, για τα μεσογειακά προϊόντα το 2004, μειώνουν τον συνολικό κίνδυνο επεκτείνοντας τις δαπάνες που καλύπτονται από τα ΟΣΔΕ σε 89 % το 2013.

5.63.

Όπως ζήτησε το Συμβούλιο (47), η Επιτροπή πρέπει να κάνει τη διάκριση μεταξύ αφενός των δαπανών που έχουν επαληθευτεί (και έχουν υποβληθεί σε διορθώσεις, όπου χρειάζεται) για τις οποίες μπορεί να παράσχει εύλογη (ή καμία) διαβεβαίωση και, αφετέρου, εκείνων που αποτελούν αντικείμενο περαιτέρω επαληθεύσεων (και πιθανών διορθώσεων σε επόμενο στάδιο) (βλέπε επίσης σημεία 1.57 και 1.64 έως 1.66 της παρούσας έκθεσης).

5.63.

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι δεν θα ήταν κατάλληλο να διακρίνει, όπως επισημαίνει το Ελεγκτικό Συνέδριο, μεταξύ δαπανών οι οποίες έχουν ήδη ελεγχθεί και δαπανών οι οποίες αποτελούν αντικείμενο περαιτέρω επαλήθευσης. Δεδομένης της πολυετούς φύσης της διαδικασίας εκκαθάρισης συμμόρφωσης, μια τέτοια διάκριση θα ήταν ευρέως αυθαίρετη, και θα μπορούσε επίσης να πλήξει το δικαίωμα υπεράσπισης των κρατών μελών στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών.

Επιπλέον, στους ετήσιους λογαριασμούς της, η Επιτροπή πραγματοποιεί την απαραίτητη αποκάλυψη για τους λογαριασμούς για τους οποίους αναμένει ακόμα να ανακτηθούν μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ

Αγροτική ανάπτυξη: στήριξη στις μειονεκτικές περιοχές

5.64.

Η ειδική έκθεση αριθ. 4/2003 του Συνεδρίου σχετικά με την αγροτική ανάπτυξη είχε ως αντικείμενο τη στήριξη στις μειονεκτικές περιοχές. Οι βασικές παρατηρήσεις και συστάσεις υιοθετήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (48) κατά τη διαδικασία απαλλαγής για τον προϋπολογισμό του 2002 και επικεντρώθηκαν στην:

α)

ανάγκη να υποβάλει η Επιτροπή στο Κοινοβούλιο μία πλήρη έκθεση αξιολόγησης σχετικά με το μέτρο αυτό·

β)

ανάγκη να προσαρμόσει και να αναβαθμίσει η Επιτροπή τον ορισμό των «ορθών γεωργικών πρακτικών» καθώς και να διασφαλίσει τη συνεπή εφαρμογή της προϋπόθεσης αυτής από τα κράτη μέλη·

γ)

ανάγκη να αναλάβει η Επιτροπή τη σύνταξη μιας πλήρους και εμπεριστατωμένης επανεξέτασης της υφιστάμενης κατάταξης όλων των μειονεκτικών περιοχών.

 

5.65.

Στην έκθεσή της για την παρακολούθηση της διαδικασίας απαλλαγής του 2002 (49), η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι ετοίμαζε μια ειδική μελέτη αξιολόγησης του μέτρου αυτού και ότι τα αποτελέσματα θα ήταν διαθέσιμα στα τέλη του 2005. Η σύμβαση εκπόνησης αυτής της μελέτης υπογράφηκε το Δεκέμβριο του 2005 και η έκθεση θα έχει, σύμφωνα με το πρόγραμμα, οριστικοποιηθεί μέχρι το τέλος του 2006 και δημοσιευθεί στις αρχές του 2007.

 

5.66.

Ο νέος κανονισμός σχετικά με τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης για την περίοδο 2007 έως 2013 (50) περιλαμβάνει τα μέτρα για τις μειονεκτικές περιοχές, ενώ τα δύο άλλα αιτήματα της αρμόδιας για την απαλλαγή αρχής αντιμετωπίστηκαν σ’ αυτό το πλαίσιο.

 

5.67.

Η προϋπόθεση ότι οι αγρότες των μειονεκτικών περιοχών πρέπει να εφαρμόζουν τις συνήθεις ορθές γεωργικές πρακτικές ούτως ώστε να δικαιούνται αντισταθμιστικά επιδόματα δε θα υφίσταται πλέον ως κριτήριο επιλεξιμότητας. Αντίθετα, οι αγρότες αυτοί θα πρέπει να συμμορφώνονται, για το σύνολο της εκμετάλλευσης, με τις υποχρεωτικές προϋποθέσεις που ισχύουν για το περιβάλλον και την καλή μεταχείριση των ζώων, οι οποίες είναι γνωστές ως «πολλαπλή συμμόρφωση» (cross-compliance) έπειτα από τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ το 2003.

 

5.68.

Οι επιλέξιμες για πληρωμές περιοχές υπό την κατηγορία των «πληρωμών αγροτών σε περιοχές με μειονεκτήματα, άλλες από τις ορεινές περιοχές» θα καθορίζονται στη βάση της παραγωγικότητας του εδάφους και των κλιματικών συνθηκών, σπάζοντας έτσι το δεσμό με τα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια. Η αρχή των πληρωμών για φυσικά μειονεκτήματα σε αγρότες ορεινών περιοχών (και των περιοχών βόρεια του 62ου παραλλήλου) διατηρήθηκε.

5.68.

Σύμφωνα με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου αναφορικά με την επόμενη περίοδο προγραμματισμού, οι περιοχές επιλέξιμες για «πληρωμές σε αγρότες σε μειονεκτικές περιοχές πέραν των ορεινών περιοχών» πρέπει να επηρεάζονται από σημαντικά φυσικά μειονεκτήματα (ιδίως χαμηλή παραγωγικότητα του εδάφους ή κακές κλιματικές συνθήκες) και ειδικά μειονεκτήματα, στις οποίες η διαχείριση της γης θα έπρεπε να συνεχίζεται ώστε να διατηρηθεί ή να βελτιωθεί το περιβάλλον, να διατηρηθεί η ύπαιθρος και να προστατευθεί το τουριστικό δυναμικό της περιοχής ώστε να προστατευθεί η ακτή.

5.69.

Ωστόσο, με εξαίρεση την προϋπόθεση της πολλαπλής συμμόρφωσης, η έναρξη ισχύος όλων των άλλων αλλαγών του μέτρου για τις μειονεκτικές περιοχές αναβλήθηκε έως την 1η Ιανουαρίου 2010 και θα χρειαστεί την υιοθέτηση ενός κανονισμού του Συμβουλίου ο οποίος θα βασίζεται σε πρόταση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια τα υφιστάμενα κριτήρια για τον καθορισμό μιας περιοχής ως μειονεκτικής θα παραμείνουν σε ισχύ τουλάχιστον έως το 2010.

5.69.

Όσον αφορά τον ορισμό των μειονεκτικών περιοχών, η πρόταση της Επιτροπής COM(2004) 490 τελικό για μελλοντικό πλαίσιο γεωργικής ανάπτυξης περιείχε μια πρόταση για την επαναταξινόμηση της «ενδιάμεσης κατηγορίας» των μειονεκτικών περιοχών. Ωστόσο, η πρόταση προσέκρουσε σε ισχυρή αντίσταση, ιδίως στο Συμβούλιο.

Στον συμβιβασμό που τελικά επιτεύχθηκε, ο οποίος εγκρίθηκε υπό τη μορφή του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1698/2005, συμφωνήθηκε να προωθηθεί μια περαιτέρω ενδελεχής ανάλυση του θέματος πριν τη λήψη της τελικής απόφασης για την επαναταξινόμηση.

Η οργάνωση του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών στην Ευρωπαϊκή Ένωση

5.70.

Η ειδική έκθεση αριθ. 6/2004 του Συνεδρίου εξέτασε το σύστημα αναγνώρισης βοοειδών, το οποίο αποσκοπεί στην ανιχνευσιμότητα του βοείου κρέατος και χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της επιλεξιμότητας για τις διάφορες πριμοδοτήσεις βοοειδών. Το Συνέδριο βρήκε αδυναμίες στο σύστημα που εισήγαγε η κοινοτική νομοθεσία, και συγκεκριμένα διαπίστωσε ότι δεν εξασφαλιζόταν η ανιχνευσιμότητα των ενδοκοινοτικών μετακινήσεων βοοειδών, καθώς η νομοθεσία δεν περιείχε καμία πρόβλεψη για την εναρμόνιση ή την ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις βάσεις δεδομένων των κρατών μελών.

5.70-5.72.

Το 2004 η Επιτροπή σύστησε το ενοποιημένο μηχανογραφικό κτηνιατρικό σύστημα TRACES το οποίο είναι σε θέση να ανιχνεύσει τη διακίνηση των ζώων εντός της ΕΕ, καθώς και από το εξωτερικό. Το TRACES ενισχύει και απλοποιεί τα υφιστάμενα συστήματα ανιχνευσιμότητας για την εμπορία των ζώων. Τούτο κατέστη υποχρεωτικό για όλα τα κράτη μέλη από την 1η Ιανουαρίου 2005 και πληροί το μεγαλύτερο μέρος των αιτημάτων από τα κράτη μέλη και από τις συστάσεις που εξέδωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ειδική έκθεση 1/2000 σχετικά με την πανώλη (κλασσική) των χοίρων.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου όσον αφορά την ειδική έκθεση αριθ. 6/2004 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η Επιτροπή ανέπτυξε περαιτέρω κατευθυντήριες γραμμές σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Στις 14 Φεβρουαρίου 2005 η Επιτροπή ολοκλήρωσε το συγκριτικό έγγραφο εργασίας των βάσεων δεδομένων των βοοειδών, το οποίο χαιρετίστηκε από τα κράτη μέλη και το οποίο είναι σε χρήση για περαιτέρω ανάπτυξη των εθνικών βάσεων δεδομένων.

Επιπλέον, στις 26 Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή υπέβαλε την έκθεσή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη δυνατότητα εισαγωγής ηλεκτρονικής ταυτότητας των βοοειδών [COM(2005) 9]. Αυτή η έκθεση περιέχει διάφορες εναλλακτικές λύσεις για νομοθετικές προτάσεις, οι οποίες συζητήθηκαν σε επίπεδο Συμβουλίου στην ειδική επιτροπή Γεωργίας στις 7 Μαρτίου 2005. Η Επιτροπή, με την ετοιμασία μιας κατάλληλης νομοθετικής πρότασης, προτίθεται να λάβει υπόψη επίσης την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών βάσεων δεδομένων.

5.71.

Στα πλαίσια της διαδικασίας απαλλαγής για το 2003, το Συμβούλιο (51) επιδίωξε μεγαλύτερη εναρμόνιση ανάμεσα στις βάσεις δεδομένων των κρατών μελών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (52) κάλεσε την Επιτροπή να καταθέσει νομοθετική πρόταση για τη διασφάλιση της συμβατότητας ανάμεσα στις εθνικές βάσεις δεδομένων, και να δράσει συμβουλευτικά στο θέμα της ανταλλαγής δεδομένων.

 

5.72.

Η Επιτροπή αποδέχθηκε τις κύριες διαπιστώσεις της ειδικής έκθεσης αριθ. 6/2004 του Συνεδρίου. Έκανε δεκτή (53) την πρόταση για την οργάνωση ανταλλαγών πληροφοριών και παρουσίασε ένα έγγραφο εργασίας για μια συγκριτική αξιολόγηση των εθνικών βάσεων δεδομένων. Συνεχίζοντας να παρακολουθεί την κατάσταση, η Επιτροπή δεν κατέθεσε περαιτέρω νομοθετικές προτάσεις.

 

5.73.

Το Συνέδριο εξέτασε την εφαρμογή του καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τις σφαγές στο πλαίσιο της παρακολούθησης της ειδικής έκθεσης αριθ. 6/2004 του Συνεδρίου. Το καθεστώς πριμοδοτήσεων για τις σφαγές είναι ένα από τα καθεστώτα πριμοδοτήσεων που βασίζονται στο σύστημα αναγνώρισης βοοειδών (54). Η πριμοδότηση καταβάλλεται για τη σφαγή ή εξαγωγή από την ΕΕ ενήλικων βοοειδών και μόσχων.

 

5.74.

Ο σχεδιασμός του καθεστώτος καθιστά ευκολότερο τον κατάλληλο έλεγχο επί των πληρωμών σε ό,τι αφορά τα ζώα που σφάζονται στο κράτος μέλος της πληρωμής. Ωστόσο οι έλεγχοι σχετικά με τον ελάχιστο αριθμό ζώων (1,2 % κατά μέσο όρο στις περιοχές που εξετάστηκαν) τα οποία σφάζονται σε ένα κράτος μέλος και για τον οποίο καταβάλλεται πριμοδότηση δεν είναι το ίδιο αυστηροί σε ένα άλλο κράτος μέλος. Η μεταφορά σχετικών με τέτοιες περιπτώσεις πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών δεν είναι πλήρης και δεν διασφαλίζει την επαλήθευση όλων των κριτηρίων επιλεξιμότητας για τις πριμοδοτήσεις πριν από την πληρωμή. Η Γερμανία και οι Κάτω Χώρες κατέβαλαν την πριμοδότηση σε ορισμένες περιπτώσεις όπου η επιβεβαίωση της σφαγής δεν είχε ληφθεί πριν από την πληρωμή. Σε ό,τι αφορά τα κράτη μέλη στα οποία έγινε επίσκεψη, μόνο η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο (για ζώα που σφάχθηκαν στη Βόρεια Ιρλανδία) είχαν κανονίσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις σχετικές βάσεις δεδομένων.

5.74.

Η κοινοτική ρύθμιση καθορίζει τις γενικές αρχές διαχείρισης της πριμοδότησης κατά τη σφαγή των ζώων που αποτελεί αντικείμενο ενδοκοινοτικής συναλλαγής μετά την περίοδο υποχρεωτικής παραμονής των ζώων [άρθρο 35 παράγραφος 3 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 2342/1999]. Τα σφαγεία του κράτους μέλους πρέπει να εκδώσουν βεβαίωση που να περιέχει τα πληροφοριακά στοιχεία που θα παρουσιαστούν για την αιτιολόγηση της αίτησης πριμοδότησης.

Κατά γενικό τρόπο, τα κράτη μέλη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή ενόψει της εξασφάλισης ενός αποτελεσματικού ελέγχου της αυθεντικότητας των διαβιβασθέντων εγγράφων και της ακρίβειας των δεδομένων. Το κράτος μέλος που πληρώνει διαβιβάζει τακτικά στο κράτος μέλος σφαγής μια ανακεφαλαίωση των βεβαιώσεων σφαγής που έλαβε από τον τελευταίο. Η τήρηση αυτών των αρχών επαφίεται στην ευθύνη των κρατών μελών.

Η θέση σε εφαρμογή της μεταρρύθμισης των άμεσων πληρωμών που εισήχθη με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου, εφαρμογής από το 2005, τροποποίησε τις συνθήκες εφαρμογής της πριμοδότησης για τα ζώα που αποτελούν αντικείμενο ενδοκοινοτικής συναλλαγής.

Το γεγονός ότι 17 κράτη μέλη αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή το καθεστώς της ασύνδετης ενιαίας πληρωμής χωρίς να διατηρήσουν την πριμοδότηση κατά τη σφαγή συνέβαλε στη μείωση της σημασίας των πληροφοριών σχετικά με τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές ζώων που προορίζονται για σφαγή.

5.75.

Η εξέταση του καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τις σφαγές από το Συνέδριο έδειξε ότι αδυναμίες του συστήματος αναγνώρισης βοοειδών που εντοπίστηκαν στην ειδική έκθεση συνεχίζουν να υπάρχουν, ιδιαίτερα σε σχέση με το εμπόριο βοοειδών μεταξύ των κρατών μελών.

5.75.

Όταν σταθεροποιηθεί η κατάσταση της θέσης σε εφαρμογή της μεταρρύθμισης, οι συνθήκες εφαρμογής της πριμοδότησης κατά τη σφαγή στις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές πρέπει να εξεταστούν τόσο από την άποψη των ανταλλαγών μεταξύ των κρατών μελών που εφαρμόζουν τη συνδεδεμένη πριμοδότηση στη σφαγή όσο και από την άποψη των ανταλλαγών μεταξύ αυτών των κρατών μελών και εκείνων που αποσύνδεσαν αυτή την πριμοδότηση.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ

5.76.

Το Συνέδριο δημοσίευσε δύο ειδικές εκθέσεις σχετικά με τη γεωργία τους τελευταίους δώδεκα μήνες:

α)

Επενδύσεις στην αγροτική ανάπτυξη: Αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα προβλήματα των αγροτικών περιοχών; (ειδική έκθεση αριθ. 7/2006)·

β)

Αυξανόμενη επιτυχία; Αποτελεσματικότητα της στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα επιχειρησιακά προγράμματα των παραγωγών στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ειδική έκθεση αριθ. 8/2006).

Είναι διαθέσιμες στον ιστοχώρο του Συνεδρίου (www.eca.europa.eu).

 


(1)  Μόνο ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων. Για ΕΓΤΠΕ-τμήμα Προσανατολισμού βλέπε κεφάλαιο 6.

(2)  Λοιπές ενισχύσεις: παραγωγής, μεταποίησης ή κατανάλωσης που καταβάλλονται σε παραγωγούς ή οργανώσεις παραγωγών ή μεταποιητών και διοικητικές δαπάνες.

(3)  Παρέμβαση: δημόσια και ιδιωτική αποθεματοποίηση, μέτρα απόσυρσης για οπωροκηπευτικά προϊόντα, υποχρεωτική και εθελοντική απόσταξη.

(4)  Κανονισμοί του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92 (ΕΕ L 355 της 5.12.1992, σ. 1) και (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 (ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 1) σχετικά με τις πριμοδοτήσεις ζώων και την ενίσχυση βάσει έκτασης.

(5)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 386/90 του Συμβουλίου (ΕΕ L 42 της 16.2.1990, σ. 6).

(6)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 του Συμβουλίου (ΕΕ L 388 της 30.12.1989, σ. 18) σχετικά με πληρωμές για επιστροφές κατά την εξαγωγή, για επιδοτήσεις επεξεργασίας και μεταποίησης, βαμβάκι, ελαιόλαδο, καπνό και ορισμένα μέτρα ΑΑ πάνω από ένα συγκεκριμένο όριο.

(7)  Το ΚΕΣΕ αντικαθιστά κάθε είδους άμεση ενίσχυση με μία και μόνη πληρωμή. Αφορά την πληρωμή ενός ενιαίου ποσού ανά εκτάριο γεωργικής γης. Τα οκτώ από τα δέκα νέα κράτη μέλη (με εξαίρεση τη Μάλτα και τη Σλοβενία) την εφαρμόζουν.

(8)  Οι διορθώσεις συμμόρφωσης που δηλώθηκαν, ύψους 174,4 εκατ. ευρώ (Ισπανία) και 0,21 εκατ. ευρώ (Κάτω Χώρες) δεν περιλαμβάνονται διότι δεν μπορούν να κατανεμηθούν στους μεμονωμένους οργανισμούς.

(9)  Λογαριασμοί που αποκλείστηκαν από τη δημοσιονομική απόφαση.

(10)  Το Συνέδριο εξέτασε τις εκθέσεις και τα πιστοποιητικά των εν λόγω 31 οργανισμών πληρωμών, μεταξύ των οποίων επελέγη δείγμα πράξεων προς έλεγχο.

Πηγή: Συνοπτική έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του τμήματος Εγγυήσεων για το 2005.

(11)  Τσεχική Δημοκρατία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία και Σλοβακία.

(12)  Μάλτα και Σλοβενία.

(13)  «Τα κριτήρια σημαντικότητας που χρησιμοποιεί η ΓΔ AGRI» (για επιφυλάξεις και τον συνολικό τους αντίκτυπο στη δήλωση) «είναι αυτά που συνιστά η Επιτροπή στην ανακοίνωση COM(2003) 28 της 21ης Ιανουαρίου 2003 και στις “Κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση της σημαντικότητας των ελλείψεων στη διαχείριση και στα συστήματα ελέγχου υπό το καθεστώς κοινής διαχείρισης στα κράτη μέλη, για τους σκοπούς της ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων” που συμφωνήθηκαν το 2005 μεταξύ των Γενικών Διευθύνσεων διαρθρωτικών ταμείων. Από την άποψη της ποιότητας, η σημαντικότητα μιας έλλειψης κρίνεται από […]. Από την άποψη της ποσότητας, το χρησιμοποιούμενο όριο σημαντικότητας είναι το 2 % που συνιστάται σε επίπεδο Επιτροπής». Ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της ΓΔ AGRI (Μάρτιος 2006), σημείο 3.1. Χρησιμοποιούμενα κριτήρια σημαντικότητας.

(14)  Η Επιτροπή αναπροσάρμοσε τα στοιχεία αυτά το 2004.

Σημ.1: Η τηλεανίχνευση αφορά τη χρήση φωτογραφιών απο δορυφόρο και αεροφωτογραφιών για τον έλεγχο των αιτήσεων στα πλαίσια του ΟΣΔΕ.

Σημ.2: Δοκιμαστικός έλεγχος που διενεργήθηκε το έτος Ν είναι σχετικός με τις πληρωμές που έγιναν το έτος Ν + 1.

Πηγή: Στατιστικές ΟΣΔΕ που διαβίβασαν τα κράτη μέλη στη ΓΔ AGRI.

(15)  Ως ποσοστό των εκτάσεων που δήλωσε ο ελεγχόμενος γεωργός.

(16)  ΕΕ L 17 της 24.1.2004, σ. 7.

(17)  «Αγροτεμάχιο: συνεχές τμήμα εδάφους επί του οποίου πραγματοποιείται μία μόνο καλλιέργεια από έναν μόνο κάτοχο εκμετάλλευσης.» [Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 796/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 30.4.2004, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1187/2006 (ΕΕ L 214 της 4.8.2006, σ. 14), άρθρο 2(1α)]·

«Αγροτεμάχιο αναφοράς: είναι μία γεωγραφικά οριοθετημένη έκταση, η οποία διατηρεί ενιαία στοιχεία αναγνώρισης, όπως έχει καταγραφεί στο ΣΓΠ στο σύστημα αναγνώρισης του κράτους μέλους…» [Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 796/2004 της Επιτροπής, άρθρο 2(26)]·

«Το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων… λειτουργεί σε επίπεδο αγροτεμαχίου αναφοράς, όπως είναι το ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο ή το γεωτεμάχιο καλλιέργειας…» [Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 796/2004 της Επιτροπής, άρθρο 6(1)].

Στην πράξη ένα γεωτεμάχιο καλλιέργειας έχει συχνά φυσικά σύνορα και μπορεί να αποτελεί το σύνολο ενός αριθμού ενταγμένων στο κτηματολόγιο αγροτεμαχίων.

(18)  Όπως απαιτείται για τις αιτήσεις του έτους 2004 από το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2419/2001 της Επιτροπής (ΕΕ L 327 της 12.12.2001, σ. 11), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 118/2004 (ΕΕ L 17 της 24.1.2004, σ. 7) και όπως απαιτείται από το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004 για αιτήσεις περιόδων μεταγενέστερων του 2004.

(19)  Ελλείψει κάθε είδους πληροφορίας δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η δημοσιονομική επίπτωση αυτής της έλλειψης.

(20)  Σε δείγμα 30 εκθέσεων επιθεωρήσεων που εξετάσθηκαν, οι οποίες αντιπροσωπεύουν πληρωμές βάσει αιτήσεων που ανέρχονται συνολικά σε 23 800 ευρώ, βρέθηκαν επί πλέον και επί έλαττον πληρωμές που ανέρχονται συνολικά σε 3 122 ευρώ, εξαιτίας ανεπαρκούς ανάλυσης των εκθέσεων επιθεωρήσεων. Οι αποκλίσεις ανέρχονται στο 13 % των πληρωμών.

(21)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, άρθρο 143γ.

(22)  Τσεχική Δημοκρατία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Σλοβενία και Μάλτα.

(23)  Η Επιτροπή αναπροσάρμοσε τα στοιχεία αυτά το 2004.

Σημ.1: Μία αίτηση απορρίπτεται πλήρως όταν παρουσιάζει διαφορά άνω του 20 % μεταξύ του αριθμού των δηλωθέντων ζώων και του αριθμού που ορίζεται ως επιλέξιμος, ή όταν η διαφορά συνιστά το αποτέλεσμα ηθελημένων παρατυπιών.

Σημ.2: Δοκιμαστικός έλεγχος που διενεργήθηκε το έτος Ν είναι σχετικός με τις πληρωμές που έγιναν το έτος Ν + 1.

Πηγή: Στατιστικές ΟΣΔΕ που διαβίβασαν τα κράτη μέλη στη ΓΔ AGRI.

(24)  Μία πράξη επίσης ελέγχθηκε και στην Πορτογαλία. Δεν εντοπίστηκαν σημαντικά σφάλματα.

(25)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 864/2004 του Συμβουλίου (ΕΕ L 161 της 30.4.2004, σ. 48).

(26)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 27/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 5 της 9.1.2004, σ. 36).

(27)  Γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα, πρόωρη συνταξιοδότηση, αναδάσωση και αντισταθμιστικές πληρωμές για μειονεκτικές περιοχές και περιοχές που υπόκεινται σε περιβαλλοντικό περιορισμό.

(28)  Ημισυντηρούμενες γεωργικές εκμεταλλεύσεις που τελούν υπό αναδιάρθρωση, ομάδες παραγωγών, συμμόρφωση με τα κοινοτικά πρότυπα, τεχνική βοήθεια, συμπληρώματα των άμεσων πληρωμών.

(29)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 80).

(30)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 386/90.

(31)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημείο 4.12.

(32)  Εκ των υστέρων επαλήθευση των συνταγών βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1520/2000 της Επιτροπής (ΕΕ L 177 της 15.7.2000, σ. 1).

(33)  Ανάλυση δεδομένων που αναφέρθηκαν στην Επιτροπή βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2390/1999 της Επιτροπής (ΕΕ L 295 της 16.11.1999, σ. 1) δείχνει ότι όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ-15 (με εξαίρεση την Ελλάδα και την Ισπανία, οι οποίες δεν προσκόμισαν τα δεδομένα, και το Λουξεμβούργο, το οποίο είχε έναν ασήμαντο αριθμό πράξεων) διενήργησαν, σε διαφορετικό βαθμό το καθένα, ελέγχους σε τέτοιου είδους αποστολές.

(34)  Η τοποθέτηση τελωνειακών σφραγίδων σε αποστολές στις οποίες δεν έχει διενεργηθεί φυσικός έλεγχος δεν αντιβαίνει την τρέχουσα νομοθεσία.

(35)  Η Δανία εγκατέλειψε την πρακτική αυτή από την 1η Φεβρουαρίου 2006.

(36)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89.

(37)  Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου, συνδέει τον κανονισμό με το καθήκον των κρατών μελών να «διώξουν ανωμαλίες και να ανακτήσουν τα απωλεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά».

(38)  Σύμφωνα με το τρέχον σύστημα μόνον ανωμαλίες άνω των 4 000 ευρώ αναφέρονται στη συνέχεια στην OLAF βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 595/91 του Συμβουλίου (ΕΕ L 67 της 14.3.1991, σ. 11).

(39)  Το κρίσιμο ζήτημα στον έλεγχο της νομιμότητας και της κανονικότητας των πράξεων είναι η ύπαρξη και η ακρίβεια των πληροφοριών που δηλώνουν οι δικαιούχοι, πολλές από τις οποίες μπορούν να επαληθευτούν μόνο με φυσικό έλεγχο σε επίπεδο τελικού δικαιούχου.

(40)  Οι εκθέσεις των 31 οργανισμών πιστοποίησης πράξεις των οποίων υποβλήθηκαν σε έλεγχο (βλέπε  Πίνακα 5.1 ).

(41)  Η Επιτροπή αντιμετώπισε το τελευταίο αυτό θέμα με μία έρευνα που ξεκίνησε το 2002. Παρά το γεγονός ότι βρήκε εκτεταμένες αδυναμίες στη διαχείριση εξουσιοδοτημένων φορέων από τον AGEA (Ιταλία) οι οποίες παρέμειναν, η Επιτροπή δεν έχει σκοπό να επιβάλει κάποια δημοσιονομική διόρθωση. Επιπλέον, δεν έχει σταλεί ακόμα ξεχωριστό έγγραφο του άρθρου 8 δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1663/95 της Επιτροπής (ΕΕ L 158 της 8.7.1995, σ. 6) για την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων της αποστολής που πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία το 2003.

(42)  AGEA (έλεγχοι και διαδικασίες πληρωμών, οφειλέτες, ηλεκτρονική ασφάλεια, εσωτερικός έλεγχος, εξουσιοδοτημένοι φορείς), ΟΠΕΚΕΠΕ (έλεγχοι και διαδικασίες πληρωμών, οφειλέτες, εσωτερικός έλεγχος, εξουσιοδοτημένοι φορείς), ARDA (έλεγχοι και διαδικασίες πληρωμών, λογιστική, ηλεκτρονική ασφάλεια, εξουσιοδοτημένοι φορείς), ONIFLHOR (έγγραφες διαδικασίες, οφειλέτες, ηλεκτρονική ασφάλεια, εξουσιοδοτημένοι φορείς). Οι εν λόγω οργανισμοί πληρωμών δήλωσαν περίπου 7 418 εκατομμύρια ευρώ, ποσό το οποίο πρόκειται να αναλυθεί περαιτέρω από την Επιτροπή.

(43)  Το 2005 μόνο στον οργανισμό πιστοποίησης του ΟΠΕΚΕΠΕ πραγματοποιήθηκε επιτόπια αξιολόγηση. Επιπλέον, στα πλαίσια της επιθεώρησης διαπίστευσης της Επιτροπής, πραγματοποιήθηκαν δέκα αποστολές σε νέα κράτη μέλη.

(44)  Η επιλογή των δέκα ελέγχων συμφωνίας έγινε τυχαία, με κριτήριο τη σημαντικότητα. Η διαδικασία αυτή κατέληξε σε μία επιλογή ελέγχων συμφωνίας στους τομείς των αροτραίων καλλιεργειών (3), των πριμοδοτήσεων ζώων (2), της αγροτικής ανάπτυξης (2), των επιστροφών κατά την εξαγωγή (1), του ελαιολάδου (1) και των οπωροκηπευτικών (1).

(45)  «Ο έλεγχος κατέδειξε κινδύνους που μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα των Ομάδων αυτών να εκτελέσουν αποτελεσματικά τις ανατεθείσες δραστηριότητες για να παράσχουν στο γενικό διευθυντή, ως κύριο διατάκτη στο πλαίσιο της κοινής διαχείρισης, ικανοποιητική διαβεβαίωση ότι τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που έχουν τεθεί σε λειτουργία από τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων.»

(46)  Για να εκτιμηθεί το επίπεδο των παρατυπιών, πρέπει να ορισθεί σαφώς κατάλληλη δειγματοληπτική μέθοδος (γνωμοδότηση του Συνεδρίου αριθ. 2/2004 σχετικά με το πρότυπο του ενιαίου ελέγχου, σημείο 48), ενώ η νομιμότητα και η κανονικότητα των δαπανών πρέπει να επαληθεύεται σε επίπεδο τελικού δικαιούχου (γνωμοδότηση του Συνεδρίου αριθ. 1/2005 για τη χρηματοδότηση της ΚΓΠ, σημείο 24).

(47)  Έγγραφο του Συμβουλίου αριθ. 5971/06 ADD1 — Χορήγηση απαλλαγής στην Επιτροπή σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2004.

(48)  Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνοδευτικό της απόφασης απαλλαγής σχετικά με την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2002 (Επιτροπή) [SEC(2003) 1104-C5-0564/2003-2003/2210(DEC)].

(49)  COM(2004) 648 της 30ής Σεπτεμβρίου 2004 και συνοδευτικό έγγραφο εργασίας.

(50)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ L 277 της 21.10.2005, σ. 1).

(51)  Έγγραφο του Συμβουλίου 5665/05 ADD 2 της 17ης Φεβρουαρίου 2005 — «Χορήγηση απαλλαγής στην Επιτροπή σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2003 — Συμπεράσματα του Συμβουλίου επί των ειδικών εκθέσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου — Παράρτημα 9».

(52)  Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που περιλαμβάνει τα σχόλια τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης απαλλαγής σχετικά με την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2003, τμήμα III — Επιτροπή [SEC(2004) 1181 — C6-0012/2005-2004/2040(DEC) — SEC(2004) 1182 — C6-0013/2005-2004/2040(DEC)].

(53)  Έγγραφο εργασίας προσωπικού της Επιτροπής SEC(2005) 1193 της 26ης Σεπτεμβρίου 2005.

(54)  Το Συνέδριο εξέτασε την εφαρμογή του από την Επιτροπή και σε επιλεγμένα κράτη μέλη [Γερμανία (Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία), Ισπανία (Αραγονία), Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Κάτω Χώρες και Ηνωμένο Βασίλειο (Αγγλία)].

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5.1

Εξέλιξη των κυριότερων παρατηρήσεων — Γεωργία

 

2004

2005

Παρατηρήσεις

Απαντήσεις της Επιτροπής

Παρατηρήσεις

Συστάσεις

ΟΣΔΕ

Καθεστώτα ενίσχυσης βάσει έκτασης

 

 

 

Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι πράξεις που επιλέχθηκαν βάσει κινδύνου αποδείχθηκε ότι περιέχουν μικρότερο ποσοστό σφάλματος από ό,τι οι πράξεις που επιλέχθηκαν τυχαία (4.37).

Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο χαρακτηρισμό των ελέγχων με τηλεανίχνευση ως «τυχαίων» από ορισμένα κράτη μέλη, όταν στην πραγματικότητα τουλάχιστον εν μέρει πραγματοποιούνται βάσει εκτίμησης των κινδύνων.

Όπως και σε προηγούμενα έτη, στην περίπτωση ορισμένων κρατών μελών, πράξεις βασιζόμενες στο κριτήριο του κινδύνου παρουσίαζαν μικρότερο ποσοστό σφάλματος από τις τυχαία επιλεγείσες πράξεις (5.8).

Η Επιτροπή θα πρέπει να διερευνήσει τους λόγους για τους οποίους, όσον αφορά τους ελέγχους σε εκτάσεις στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ, εκείνοι που πραγματοποιούνται σε τυχαία βάση εξακολουθούν να παρουσιάζουν υψηλότερο ποσοστό σφάλματος από ό,τι αυτοί που επιλέγονται βάσει ανάλυσης κινδύνου.

Καθεστώτα πριμοδοτήσεων ζώων

 

 

 

Οι στατιστικές για τις πριμοδοτήσεις ζώων είναι ακόμη λιγότερο αξιόπιστες από εκείνες που αφορούν τις αιτήσεις για ενίσχυση βάσει έκτασης (4.39).

Οι στατιστικές για τα (έξι) καθεστώτα πριμοδότησης για ζώα παρουσιάζουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία από εκείνες για τις αροτραίες καλλιέργειες.

Γενικά, τα εθνικά στατιστικά στοιχεία για τις πριμοδοτήσεις ζώων εξακολουθούν να είναι λιγότερο αξιόπιστα από εκείνα που αφορούν τις αιτήσεις για ενίσχυση βάσει έκτασης (5.24).

 

Περισσότερα από επτά χρόνια μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την πλήρη εφαρμογή του ΟΣΔΕ, στην Ελλάδα το σύστημα δεν μπορεί ακόμη να εξασφαλίσει την τήρηση της νομιμότητας και της κανονικότητας των πληρωμών των ενισχύσεων βάσει έκτασης και των πριμοδοτήσεων ζώων (4.8).

 

Οι διαπιστώσεις του Συνεδρίου για την Ελλάδα στα πλαίσια της DAS δείχνουν ότι δεν σημειώθηκε ιδιαίτερη βελτίωση σε σχέση με πέρυσι (5.10).

Η Επιτροπή πρέπει να μεριμνήσει για τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του ΟΣΔΕ στην Ελλάδα.

Επιδοτήσεις που καταβάλλονται βάσει των παραγόμενων ποσοτήτων

Οι πράξεις για το ελαιόλαδο παρουσιάζουν ορισμένες αδυναμίες:

 

 

 

α)

στην Ελλάδα, ορισμένες αιτήσεις για επιδοτήσεις ελαιολάδου δεν κατέστη δυνατό να επαληθευτούν, διότι τα δηλωθέντα αγροτεμάχια δεν βρίσκονταν στην υποδεικνυόμενη τοποθεσία·

β)

η Ελλάδα δεν είχε θέσει ακόμη σε λειτουργία ΣΓΠ για το ελαιόλαδο για την περίοδο στην οποία ανάγονται οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2004·

γ)

στην Ελλάδα διαπιστώθηκαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι οργανώσεις των παραγωγών δεν πραγματοποιούσαν τους αναγκαίους ελέγχους, για παράδειγμα, σχετικά με τη διάθεση του ελαιολάδου·

α)-γ)

Η Επιτροπή κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα στο πλαίσιο των ελέγχων της εκκαθάρισης λογαριασμών.

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι, σε όλα τα κράτη μέλη, η αποτυχία αναβάθμισης των δεδομένων του ΣΓΠ (βάση αλφαριθμητικών δεδομένων, πραγματικός αριθμός ελαιοδένδρων, νέες φυτείες και δυναμικό παραγωγής) δείχνει καθαρά ότι το ΣΓΠ δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόμα πλήρως λειτουργικό (5.25-5.26).

Η Επιτροπή καλείται να βελτιώσει τους ελέγχους των δαπανών της ΚΓΠ στους τομείς όπου εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις.

δ)

στην Ανδαλουσία διαπιστώθηκαν εσφαλμένοι υπολογισμοί για την επιβολή κυρώσεων στους ελαιοπαραγωγούς που είχαν δηλώσει περισσότερα ελαιόδενδρα από όσα είχαν καταχωριστεί στο ΣΓΠ (4.44).

δ)

Προηγούμενες εκκαθαριστικές αποστολές της Επιτροπής σε διάφορες αυτόνομες περιοχές της Ισπανίας έδειξαν, επίσης, ότι προστίθεται συστηματικά, κατά παράβαση, κάποιο περιθώριο κατά τον υπολογισμό των κυρώσεων σε περίπτωση δήλωσης υπερβολικού αριθμού δένδρων. Οι υποθέσεις αυτές παρακολουθούνται στενά από την Επιτροπή.

Λοιπές δαπάνες

Το Συνέδριο εξέτασε την παρακολούθηση, εκ μέρους της Επιτροπής, των ελέγχων που προβλέπει ο κανονισμός (EOK) αριθ. 4045/89:

 

 

 

α)

ο ισχύων κανονισμός δεν απαιτεί από τα συντονιστικά όργανα να παρουσιάζουν στατιστικά στοιχεία σε μορφή η οποία να επιτρέπει λογικές αναλύσεις·

α)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες. Ωστόσο δέχεται ότι η παροχή πληροφόρησης βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 μπορεί να βελτιωθεί. Προς το σκοπό αυτόν θα υποβάλει πρόταση τροποποίησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2004 της Επιτροπής.

Η Επιτροπή δεν είναι ακόμα σε θέση να παρέχει πλήρεις και συγκρίσιμες πληροφορίες για τις ελεγχθείσες πράξεις και την αξία των παρατυπιών που εντοπίστηκαν και ανακτήθηκαν. Πραγματοποίησε ρυθμιστικές αλλαγές για να βελτιώσει την αναφορά των αποτελεσμάτων των ελέγχων μετά την πληρωμή, παρόλο που τα αποτελέσματα των αλλαγών αυτών δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστά (5.38).

Η Επιτροπή θα πρέπει να βελτιώσει τη μορφή των εκθέσεων που παραθέτουν τα αποτελέσματα όλων των συστημάτων εποπτείας.

β)

το 2003, το Συνέδριο εξέτασε τη διενέργεια ελέγχων μετά την πληρωμή σε ένδεκα κράτη μέλη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι λιγότερο από ένας στους τρεις ήταν πλήρως ικανοποιητικός. Σε συνέχεια αυτού, η Επιτροπή επισκέφθηκε τρία κράτη μέλη το 2004, η πρώτη επίσκεψη από τον Ιανουάριο του 2001·

β)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι εξαιτίας της πολυπλοκότητας των ελέγχων μετά την πληρωμή, συχνά υπάρχει περιθώριο βελτίωσης χωρίς να τίθεται υπό αμφισβήτηση η αξία των διεξαχθέντων ελέγχων.

Το 2004, η ΓΔ Γεωργίας πραγματοποίησε τρεις αποστολές προκειμένου να ελέγξει τις γενικές πτυχές της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89, ήτοι την ετήσια έκθεση, την ανάλυση κινδύνου και το πρόγραμμα ελέγχου. Το 2005, πραγματοποιούνται άλλες έξι αποστολές.

Ως παρακολούθηση της εργασίας που πραγματοποίησε το 2003 [εξέταση της παρακολούθησης των ελέγχων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 από την Επιτροπή], το Συνέδριο επισκέφθηκε εκ νέου επτά κράτη μέλη για την αξιολόγηση της επιτευχθείσας προόδου. Παρόλο που η παρακολούθηση του Συνεδρίου κατέδειξε βελτιώσεις στην γενική ποιότητα των ελέγχων που υπεβλήθησαν σε εξέταση, παρέμεναν κάποιες αδυναμίες στο θέμα της ανάκτησης για παρατυπίες που εντοπίστηκαν από τους ελέγχους, ενώ υπήρξε και αποτυχία στην έγκαιρη ολοκλήρωση των προγραμματισμένων ελέγχων μετά την πληρωμή. Σε δύο κράτη μέλη παρατηρήθηκε συνεχιζόμενη αποτυχία ολοκλήρωσης του ελάχιστου αριθμού ελέγχων (5.39).

 

γ)

οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των ετήσιων προγραμμάτων ελέγχων μετά την πληρωμή των κρατών μελών εξακολουθούν να υπάρχουν. Στο τέλος του 2004, σχεδόν το 40 % των προγραμματισμένων ελέγχων δεν είχε ολοκληρωθεί.

Δεδομένου ότι τα στοιχεία δεν παρέχουν τη δυνατότητα ανάλυσης κατά ποσό ή κατά είδος δαπάνης, δεν είναι δυνατό να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με το μέγεθος και τα αίτια των διαφοροποιήσεων στην αναφερόμενη συχνότητα των παρατυπιών (4.10).

(βλέπε επίσης σημείο 4.51).

γ)

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι υπήρξαν καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των ελέγχων μετά την πραγματοποίηση των πληρωμών σε ορισμένα κράτη μέλη. Ωστόσο, ο αριθμός των ελέγχων που προγραμματίζουν τα περισσότερα κράτη μέλη υπερβαίνει κατά πολύ τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό. Στη βάση αυτή οι ελλείψεις αντιστοιχούν σε λιγότερο από 40 %.

Η Επιτροπή ξεκίνησε μια διαδικασία για να αξιολογήσει την έκταση της καθυστέρησης των προγραμματισμένων ελέγχων σε ορισμένα κράτη μέλη (κάτι που είχε τονιστεί σε προηγούμενες εκθέσεις του Συνεδρίου). Τα πρώτα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την αποτυχία τεσσάρων κρατών μελών να ολοκληρώσουν τον ελάχιστο αριθμό απαιτούμενων ελέγχων μετά την πληρωμή, ωστόσο μέχρι τώρα δεν έχει αναληφθεί κάποια επανορθωτική δράση (5.38).

 

Έλεγχοι των επιστροφών κατά την εξαγωγή:

 

 

 

Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την αξία των πράξεων που υποβλήθηκαν σε φυσικό έλεγχο καθώς και την αξία των παρατυπιών που εντοπίστηκαν. Το 2004 η Επιτροπή ενέκρινε κανονισμό ο οποίος επιβάλλει στα κράτη μέλη να αναφέρουν αυτό το στοιχείο, αρχής γενομένης από την έκθεση για το 2005. Το Συνέδριο ελπίζει ότι ο εν λόγω κανονισμός θα διορθώσει αποτελεσματικά αυτές τις ατέλειες (4.13 και 4.52-4.53).

Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στη σύσταση του Συνεδρίου εκδίδοντας τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1454/2004 ο οποίος ορίζει ότι από το 2005 τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν την αξία των ελεγμένων συναλλαγών, καθώς και παρατυπίες που υπερβαίνουν τα 200 ευρώ.

Οι αδυναμίες που διαπιστώθηκαν από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια ελέγχων σε κράτη μέλη το 2004 δεν έχουν αποτελέσει ακόμα το αντικείμενο οριστικής απόφασης σχετικά με το αν πρέπει να επιβληθεί ή όχι δημοσιονομική διόρθωση (5.34).

 

Αγροτική ανάπτυξη

Τα περισσότερα δικαιώματα στις ενισχύσεις αγροτικής ανάπτυξης εξαρτώνται από την εκπλήρωση ορισμένων υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν οι δικαιούχοι, όπως η τήρηση ορθών γεωργικών πρακτικών. Το Συνέδριο, στην ειδική έκθεσή του σχετικά με τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επαλήθευση αυτού του είδους των δαπανών δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα και ότι σπάνια μπορεί να οδηγήσει, με λογικό κόστος, σε εύλογη βεβαιότητα (4.48).

Ο έλεγχος των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων, εξαιτίας του πολύπλοκου χαρακτήρα του, είναι πολύ απαιτητικός τόσο από τεχνική όσο και από χρηματοδοτική άποψη. Ως εκ τούτου, ένας διεξοδικότερος έλεγχος των μέτρων αυτών θα είχε δυσανάλογο πρόσθετο κόστος με περιορισμένη προστιθέμενη αξία όσον αφορά την ελαχιστοποίηση των κινδύνων. Βλέπε επίσης απάντηση στα σημεία 4.98 και 4.99.

Το Συνέδριο συνεχίζει να βρίσκει μεγάλη συχνότητα σφαλμάτων γιατί οι αγρότες δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους ή γιατί οι βασικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας δεν ελέγχθηκαν από τις αρχές (5.29).

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5.2

Στοίχεια παρακολούθησης του ΟΣΔΕ — Κλασικά καθεστώτα ενίσχυσης

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο, επισκόπηση του συστήματος ΟΣΔΕ των οργανισμών πληρωμών (απόσπασμα).

Κράτος μέλος

Ενίσχυση βάσει έκτασης

Πριμοδοτήσεις ζώων

Διοικητικές διαδικασίες και έλεγχοι για εξασφάλιση της ορθής πληρωμής

Ανάλυση κινδύνου και διαδικασίες επιλογής για τις επιθεωρήσεις

Μεθοδολογία επιθεωρήσεων και αναφορά των επιμέρους αποτελεσμάτων

Κατάρτιση και αξιοπιστία των στατιστικών για τις επιθεωρήσεις και τα αποτελέσματα

Διοικητικές διαδικασίες και έλεγχοι για εξασφάλιση της ορθής πληρωμής

Ανάλυση κινδύνου και διαδικασίες επιλογής για τις επιθεωρήσεις

Μεθοδολογία επιθεωρήσεων και αναφορά των επιμέρους αποτελεσμάτων

Κατάρτιση και αξιοπιστία των στατιστικών για τις επιθεωρήσεις και τα αποτελέσματα

Μάλτα

 

4

2

9

6

 

 

9

Σλοβενία

1/3/7

4/5

2

10

8

5

11

10


 

Α

Λειτουργεί καλά· απαιτούνται ελάχιστες ή μικρές βελτιώσεις

 

Β

Λειτουργεί, αλλά χρειάζεται βελτιώσεις

 

Γ

Δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε


1

Οι πληροφορίες που περιέχονται στο LPIS μαζί με τις πληροφορίες που ζητούνται από τα κράτη μέλη στις αιτήσεις ενίσχυσης δεν εξασφαλίζουν συστηματικά την ορθή αναγνώριση και τοποθεσία κάθε ζητούμενου αγροτεμαχίου μέσα στο αγροτεμάχιο αναφοράς. Αυτό επηρεάζει την ποιότητα των διοιηκητικών και των επιτόπιων ελέγχων και την επιβολή μειώσεων και ποινών (βλέπε υποσημείωση 3 του παραρτήματος 5.3).

2

Στο LPIS δεν καταγράφονταν τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων (για παράδειγμα τα μόνιμα χαρακτηριστικά), ώστε να αποφεύγονται οι διογκωμένες δηλώσεις κατά τα επόμενα χρόνια.

3

Η ελεγκτική υπηρεσία δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.

4

Δεν διενεργήθηκε ή δεν τεκμηριώθηκε η αξιολόγηση των παραγόντων κινδύνου.

5

Δεν έγινε, ή έγινε ανεπαρκώς, η ανάλυση των σημαντικών διαφορών που διαπιστώθηκαν κατά τις επιθεωρήσεις ή/και στην περίπτωση σημαντικών παρατυπιών δεν αυξήθηκε κατά το ίδιο έτος το ποσοστό ελέγχων [άρθρο 18 παράγαφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2419/2001].

6

Χορηγήθηκε από τα κοινοτικά κεφάλαια ειδική πριμοδότηση και πριμοδότηση σφαγής για βοοειδή που εσφάγησαν πριν την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι μειώσεις ενίσχυσης και οι ποινές για τις πριμοδοτήσεις βοοειδών και προβατοειδών συστηματικά υπολογίζονταν εσφαλμένα. Για τις δηλώσεις βοοειδών εφαρμόζονταν μόνο αναλογικές μειώσεις της ενίσχυσης αλλά όχι ποινές, ενώ οι κυρώσεις που επιβάλλονταν για μη δηλωθέντα βοοειδή ήταν πολύ υψηλές. Για τις πριμοδοτήσεις αιγοπροβάτων οι διοικητικές υπηρεσίες υπολόγιζαν πολύ μικρή μείωση.

7

Εάν η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει τη μετρηθείσα περισότερο από το όριο ανοχής μετρήσεων, η έκταση που γίνεται δεκτή για την πληρωμή είναι η μετρηθείσα, προσαυξημένη κατά το περιθώριο ανοχής του 4 %.

8

Χορηγήθηκε από τα κοινοτικά κεφάλαια ειδική πριμοδότηση και πριμοδότηση σφαγής για βοοειδή που εσφάγησαν πριν την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λόγω καθυστερημένης δημοσίευσης των διοικητικών διαδικασιών, ορισμένες αιτήσεις συμπληρώθηκαν λανθασμένα. Δεν υπήρχε ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων με τα σφαγεία σχετικά με τις πριμοδοτήσεις σφαγής και τις ειδικές πριμοδοτήσεις για το βοοειδών. Οι πληρωμές άμεσης ενίσχυσης σε φυσικά πρόσωπα μετά την 1η Ιανουαρίου 2005 δεν καταβάλλονταν στο ακέραιο αλλά μειώνονταν κατά 4 % για προκαταβολή φόρου εισοδήματος.

9

Μικρής σημασίας ανεξήγητες διαφορές μεταξύ του αριθμού των επιθεωρήσεων ή/και των αποτελεσμάτων των επιθεωρήσεων που αναφέρθηκαν στην Επιτροπή και των σχετικών στοιχείων που διαβιβάστηκαν στους ελεγκτές ή/και μικρές καθυστερήσεις στη διαβίβαση των στατιστικών στην Επιτροπή.

10

Σημαντικές ανεξήγητες διαφορές μεταξύ του αριθμού των επιθεωρήσεων ή/και των αποτελεσμάτων των επιθεωρήσεων που αναφέρθηκαν στην Επιτροπή και των σχετικών στοιχείων που διαβιβάστηκαν στους ελεγκτές ή/και σημαντικές καθυστερήσεις στη διαβίβαση των στατιστικών στην Επιτροπή.

11

Για το καθεστώς πριμοδότησης βοοειδών δεν επιτεύχθηκε το ελάχιστο ποσοστό ελέγχου του 10 %.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5.3

Στοίχεια παρακολούθησης του ΟΣΔΕ — Καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης βάσει της έκτασης (SAPS)

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο, επισκόπηση του συστήματος ΟΣΔΕ των οργανισμών πληρωμών (απόσπασμα).

Κράτος μέλος

Διοικητικές διαδικασίες και έλεγχοι για εξασφάλιση της ορθής πληρωμής

Ανάλυση κινδύνου και διαδικασίες επιλογής για τις επιθεωρήσεις

Μεθοδολογία επιθεωρήσεων και αναφορά των επιμέρους αποτελεσμάτων

Κατάρτιση και αξιοπιστία των στατιστικών για τις επιθεωρήσεις και τα αποτελέσματα

Τσεχική Δημοκρατία

2

4/5

13

14

Ουγγαρία

1/2/3/9/7

4

13

15

Λιθουανία

1/2/3

12

6

14

Πολωνία

1/2/3/8/10/11

5

13

15

Σλοβακία

1/3

4

13

 


 

Α

Λειτουργεί καλά· απαιτούνται ελάχιστες ή μικρές βελτιώσεις

 

Β

Λειτουργεί, αλλά χρειάζεται βελτιώσεις

 

Γ

Δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε


1

Οι πληροφορίες που περιέχονται στο LPIS μαζί με τις πληροφορίες που ζητούνται από τα κράτη μέλη στις αιτήσεις ενίσχυσης δεν εξασφαλίζουν συστηματικά την ορθή αναγνώριση και τοποθεσία κάθε ζητούμενου αγροτεμαχίου μέσα στο αγροτεμάχιο αναφοράς. Αυτό επηρεάζει την ποιότητα των διοιηκητικών και των επιτόπιων ελέγχων και την επιβολή μειώσεων και ποινών (βλέπε υποσημείωση 3).

2

Οι τοπικοί επιθεωρητές αντιμετώπιζαν το πρόβλημα του καθορισμού των ορίων του προς μέτρηση αγροτεμαχίου.

3

Αγροτεμάχια που δεν δηλώθηκαν ή δηλώθηκαν εν μέρει από ένα μόνο παραγωγό μπορεί να αντισταθμίζουν τις διπλές ή διογκωμένες δηλώσεις άλλου παραγωγού, έτσι που να μην είναι δυνατό να προσδιοριστεί η πραγματική εμβέλεια των διογκωμένων ή/και διπλών δηλώσεων εντός ενός καταχωρισμένου αγροτεμαχίου. Κατά συνέπεια, οι μειώσεις ενίσχυσης και οι ποινές είτε δεν εφαρμόζονται ή είναι πολύ χαμηλές.

4

Δεν διενεργήθηκε ή δεν τεκμηριώθηκε η αξιολόγηση των παραγόντων κινδύνου.

5

Δεν έγινε, ή έγινε ανεπαρκώς, η ανάλυση των σημαντικών διαφορών που διαπιστώθηκαν κατά τις επιθεωρήσεις ή/και στην περίπτωση σημαντικών παρατυπιών δεν αυξήθηκε κατά το ίδιο έτος το ποσοστό ελέγχων [άρθρο 18 παράγαφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2419/2001].

6

Οι μετρήσεις επανάληψης των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν από τους ελεγκτές δεν ήταν σε θέση, στο 18 % των αγροτεμαχίων που μετρήθηκαν, να επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα της αρχικής μέτρησης.

7

Τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων δεν λαμβάνονταν καθόλου ή λαμβάνονταν εσφαλμένα υπόψη για τον υπολογισμό της πληρωμής SAPS.

8

Οι διοικητικοί διασταυρωτικοί έλεγχοι επιτρέπουν υπέρβαση της δηλούμενης έκτασης σε σχέση με την επιλέξιμη έκταση που έχει καταχωριστεί στο LPIS μέχρι και 5 %.

9

Η συνολική έκταση που διαπιστώθηκε με τηλεανίχνευση για κάθε καλλιέργεια εντός ενός καταχωρισμένου αγροτεμαχίου κατανεμήθηκε στους ενδιαφερόμενους γεωργούς κατ' αναλογία της έκτασης που είχαν δηλώσει.

10

Ανέκυψαν δυσκολίες στον καθορισμό των ορίων του δηλωθέντος αγροτεμαχίου, όταν δε τα αποτελέσματα της μέτρησης υπερέβαιναν τη συνολική έκταση του μετρηθέντος αγροτεμαχίου στο κτηματολόγιο, τότε η μετρηθείσα έκταση θεωρούνταν διαπιστωθείσα.

11

Οι μειώσεις λόγω μη τήρησης των όρων που ισχύουν για τις εθνικές συμπληρωματικές πληρωμές επεκτάθηκαν στις πληρωμές SAPS, μολονότι είχαν τηρηθεί οι όροι για το SAPS.

12

Οι επιθεωρήσεις βάσει τυχαίας επιλογής έδιναν μεγαλύτερες διαφορές έκτασης και μεγαλύτερο ποσοστό διογκωμένων δηλώσεων από ό,τι οι επιθεωρήσεις βάσει ανάλυσης κινδύνου. Αυτό δείχνει ότι οι σχετικές παράμετροι κινδύνου δεν ήταν αποτελεσματικές.

13

Στο LPIS δεν καταγράφονταν τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων (για παράδειγμα τα μόνιμα μη επιλέξιμα χαρακτηριστικά), ώστε να αποφεύγονται οι διογκωμένες δηλώσεις κατά τα επόμενα χρόνια.

14

Μικρής σημασίας ανεξήγητες διαφορές μεταξύ του αριθμού των επιθεωρήσεων ή/και των αποτελεσμάτων των επιθεωρήσεων που αναφέρθηκαν στην Επιτροπή και των σχετικών στοιχείων που διαβιβάστηκαν στους ελεγκτές ή/και μικρές καθυστερήσεις στη διαβίβαση των στατιστικών.

15

Σημαντικές ανεξήγητες διαφορές μεταξύ του αριθμού των επιθεωρήσεων ή/και των αποτελεσμάτων των επιθεωρήσεων που αναφέρθηκαν στην Επιτροπή και των σχετικών στοιχείων που διαβιβάστηκαν στους ελεγκτές ή/και σημαντικές καθυστερήσεις στη διαβίβαση των στατιστικών στην Επιτροπή.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Διαρθρωτικές πράξεις: περιφερειακή πολιτική, απασχόληση και κοινωνική πολιτική, αγροτική ανάπτυξη και αλιεία

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Ειδικά χαρακτηριστικά των διαρθρωτικών ενεργειών

Ο έλεγχος του Συνεδρίου

Τρέχοντα προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων

Δαπάνες σχεδίων που επηρεάζονται από σφάλματα

Οι έλεγχοι από τα κράτη μέλη δεν τηρούν τις βασικές κανονιστικές απαιτήσεις

Προηγούμενα προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων

Μη πραγματοποίηση διορθώσεων και παρατεταμένες καθυστερήσεις στο κλείσιμο των προγραμμάτων

Οι δαπάνες σχεδίων επηρεάζονται από σφάλματα

Οι έλεγχοι δεν πληρούν τις βασικές κανονιστικές απαιτήσεις

Το Ταμείο Συνοχής

Δημοσιονομικές διορθώσεις και αναφορά ανακτήσεων στα διαρθρωτικά ταμεία

Περιορισμένη έκταση των καθαρών δημοσιονομικών διορθώσεων

Ανεπαρκής αναφορά της διορθωτικής δράσης από τα κράτη μέλη

Συμπεράσματα και συστάσεις

Συμπεράσματα

Συστάσεις

Παρακολούθηση προγενέστερων παρατηρήσεων

Ειδικές εκθέσεις που εκδόθηκαν έπειτα από την τελευταία ετήσια έκθεση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

6.1.

Οι διαρθρωτικές πράξεις καλύπτουν τέσσερις τομείς πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με αλληλοσυνδεόμενους στόχους: περιφερειακή πολιτική, απασχόληση και κοινωνική πολιτική, αγροτική ανάπτυξη και αλιεία.

 

6.2.

Τα μέτρα χρηματοδοτούνται από τα τέσσερα διαρθρωτικά ταμεία: το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Προσανατολισμού (ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός) και το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ). Χρηματοδοτούνται επίσης από το Ταμείο Συνοχής.

 

6.3.

Τα διαρθρωτικά ταμεία συγχρηματοδοτούν προγράμματα κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης. Τα διαρθρωτικά ταμεία συγχρηματοδοτούν επίσης κοινοτικές πρωτοβουλίες. Πρόκειται για τις Interreg, Urban, Leader και Equal. Το Ταμείο Συνοχής συγχρηματοδοτεί σχέδια για τη βελτίωση του περιβάλλοντος και την ανάπτυξη της υποδομής στον τομέα των μεταφορών στα κράτη μέλη των οποίων το κατά κεφαλή ακαθάριστο εθνικό εισόδημα είναι χαμηλότερο του 90 % του κοινοτικού μέσου όρου.

 

6.4.

Για τα διαρθρωτικά ταμεία, στα οποία αντιστοιχεί το 92 % των δαπανών των διαρθρωτικών πράξεων, η χρηματοδότηση χορηγείται σε ολόκληρη την ΕΕ κυρίως βάσει τριών στόχων:

στόχος 1: προώθηση της ανάπτυξης και διαρθρωτικές προσαρμογές περιφερειών με καθυστερημένη ανάπτυξη·

στόχος 2: στήριξη της οικονομικής και κοινωνικής μετατροπής περιφερειών που αντιμετωπίζουν διαρθρωτικές δυσκολίες·

στόχος 3: στήριξη της προσαρμογής και του εκσυγχρονισμού πολιτικών και συστημάτων εκπαίδευσης, επιμόρφωσης και απασχόλησης.

 

6.5.

Το σύνολο των δαπανών του 2005 ανήλθε σε 32 763 εκατομμύρια ευρώ ( Διαγράμματα 6.1α και 6.1β ). Η χρηματοδότηση παρέχεται στο πλαίσιο πολυετών περιόδων που αντιστοιχούν στις δημοσιονομικές προοπτικές. Η τρέχουσα περίοδος χρηματοδότησης εκτείνεται από το 2000 έως το 2006. Η προηγούμενη περίοδος χρηματοδότησης εκτεινόταν από το 1994 έως το 1999. Για την τρέχουσα περίοδο χρηματοδότησης υπάρχουν 545 προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων και 1 200 σχέδια του Ταμείου Συνοχής. Για την προηγούμενη περίοδο χρηματοδότησης η Επιτροπή ενέκρινε 1 104 προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων και 920 σχέδια του Ταμείου Συνοχής. Τα προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων ποικίλλουν σε μέγεθος από λιγότερο από 500 000 ευρώ έως και περισσότερο από 8 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι δαπάνες των σχεδίων στους κόλπους των εν λόγω προγραμμάτων μπορούν να ποικίλουν σημαντικά, από λίγες εκατοντάδες ευρώ ενίσχυσης σε έναν μεμονωμένο δικαιούχο έως και αρκετές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για μείζονα σχέδια υποδομών. Τα σχέδια στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής κυμαίνονται από 50 000 ευρώ έως μόλις άνω του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ.

 

Image

Image

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Ειδικά χαρακτηριστικά των διαρθρωτικών ενεργειών

6.6.

Η κοινοτική χρηματοδότηση ενός προγράμματος ή ενός σχεδίου διαρθρωτικών πράξεων λαμβάνει τη μορφή προκαταβολής που ακολουθείται από επιστροφή στο κράτος μέλος δαπανών τις οποίες δηλώνει ο ανάδοχος του σχεδίου (1). Οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για την επιστροφή των δαπανών των σχεδίων ορίζονται από λεπτομερείς κανονισμούς.

 

6.7.

Απαιτείται από τα κράτη μέλη να ελέγχουν εάν οι δαπάνες των σχεδίων δηλώνονται ορθά και εάν πληρούν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας. Η Επιτροπή επιβλέπει εάν οι διατάξεις των κρατών μελών για την επαλήθευση των δαπανών συμφωνούν με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Αυτό καλείται επιμερισμένη διαχείριση. Η αλυσίδα της υποχρέωσης λογοδοσίας ξεκινά από τους τελικούς αποδέκτες της κοινοτικής χρηματοδότησης, περνά από τους εθνικούς κυβερνητικούς οργανισμούς και λοιπούς βοηθητικούς φορείς στο κράτος μέλος και καταλήγει στην Επιτροπή μέσω των Γενικών Διευθύνσεών της. Συνεπώς, η Επιτροπή παραμένει τελικά υπεύθυνη για την κανονικότητα των δαπανών των διαρθρωτικών πράξεων.

 

6.8.

Συνοπτικά, υπάρχει μεγάλος αριθμός προγραμμάτων και σχεδίων που εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια αρκετών ετών, μεγάλος αριθμός προϋποθέσεων επιλεξιμότητας που είναι σε ορισμένες περιπτώσεις ανοικτές σε αποκλίνουσες ερμηνείες, καθώς και ποικιλία φορέων οι οποίοι παρεμβαίνουν στη διαχειριστική διαδικασία. Οι εν λόγω παράγοντες αυξάνουν τον εγγενή κίνδυνο ύπαρξης εσφαλμένα δηλωθεισών ή μη επιλέξιμων για επιστροφή δαπανών σχεδίων. Προκειμένου να μετριαστεί ο εν λόγω κίνδυνος απαιτούνται ισχυροί έλεγχοι στα κράτη μέλη, καθώς και αποτελεσματική εποπτεία από την Επιτροπή.

6.8.

Οι κανόνες της Επιτροπής καθορίζουν τις διατάξεις σχετικά με την επιλεξιμότητα σε ορισμένους σημαντικούς τομείς και η Επιτροπή παρέχει κατευθυντήριες γραμμές για τα θέματα επιλεξιμότητας.

Οι αναφερόμενοι εγγενείς κίνδυνοι αντιμετωπίζονται στους κανονισμούς των διαρθρωτικων ταμείων, που απαιτούν από τα κράτη μέλη το σχεδιασμό και την εφαρμογή αποτελεσματικών συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και που προβλέπουν ότι η Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιήσει τις αρμοδιότητές της για να ελέγξει τη λειτουργία αυτών των συστημάτων και, ενδεχομένως, να στείλει πληρωμές και να επιβάλει δημοσιονομικές διορθώσεις. Το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου [COM(2006) 9] περιλαμβάνει συμπληρωματικά μέτρα για τη βελτίωση της κοινής διαχείρισης.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου

6.9.

Το Συνέδριο διενέργησε έλεγχο σε 16 προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων: έξι προγράμματα από την προηγούμενη περίοδο χρηματοδότησης και 10 προγράμματα από την τρέχουσα περίοδο χρηματοδότησης. Στα προγράμματα από την προηγούμενη περίοδο χρηματοδότησης, το Συνέδριο διενέργησε έλεγχο σε 65 σχέδια. Στα προγράμματα από την τρέχουσα περίοδο χρηματοδότησης, το Συνέδριο διενέργησε έλεγχο σε 95 σχέδια.

 

6.10.

Το Συνέδριο διενήργησε έλεγχο του κλεισίματος εκ μέρους της Επιτροπής σε ένα περαιτέρω δείγμα 30 προγραμμάτων των διαρθρωτικών ταμείων από την προηγούμενη περίοδο χρηματοδότησης.

 

6.11.

Επιπλέον, το Συνέδριο διενέργησε έλεγχο σε εννέα ολοκληρωθέντα σχέδια του Ταμείου Συνοχής (επτά από την προηγούμενη περίοδο χρηματοδότησης και δύο από την τρέχουσα περίοδο χρηματοδότησης): οκτώ στην Επιτροπή και ένα τόσο στην Επιτροπή όσο και στο κράτος μέλος.

 

6.12.

Επίσης, το Συνέδριο εξέτασε την εφαρμογή των διαδικασιών αναφοράς ανακτήσεων και πραγματοποίησης δημοσιονομικών διορθώσεων για τα προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων και για τα σχέδια του Ταμείου Συνοχής για την τρέχουσα περίοδο χρηματοδότησης.

 

Τρέχοντα προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων

Δαπάνες σχεδίων που επηρεάζονται από σφάλματα

6.13.

Το Συνέδριο διαπίστωσε σημαντικά σφάλματα στις δηλωθείσες δαπάνες σχεδίων για όλα τα ελεγχθέντα προγράμματα της τρέχουσας περιόδου χρηματοδότησης. Από τα 95 προγράμματα που ελέγχθηκαν, 60 επηρεάστηκαν από σημαντικά σφάλματα.

6.13.

Η Επιτροπή θα δώσει συνέχεια στα συμπεράσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και θα μεριμνήσει για την εφαρμογή των απαιτούμενων διορθώσεων.

6.14.

Τα συχνότερα σφάλματα ήταν τα ακόλουθα:

έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για δηλωθείσες δαπάνες (διαπιστώθηκε σε 35 σχέδια)·

μη τήρηση των κανόνων σχετικά με τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων ή τις κρατικές ενισχύσεις (16 σχέδια)·

δήλωση προκαταβολών ή δαπανών που δεν είχαν όντως καταβληθεί (21 σχέδια)·

ασαφής κατανομή γενικών εξόδων μεταξύ συγχρηματοδοτούμενων και μη συγχρηματοδοτούμενων σχεδίων (13 σχέδια)·

δήλωση δαπανών άσχετων με τη συγχρηματοδοτούμενη από την ΕΕ δράση (13 σχέδια)·

δήλωση βασιζόμενη σε κατ’ αποκοπή ποσά αντί για πραγματικές δαπάνες (10 σχέδια).

 

6.15.

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι ορισμένα είδη σφαλμάτων εμφανίζονταν συστηματικά στα σχέδια για ορισμένα προγράμματα. Παραδείγματος χάρη:

6.15.

 

ΕΤΠΑ Στόχος 1: Ηνωμένο Βασίλειο (Νότιο Γιορκσάιρ) δήλωση κοινοτικής επιχορήγησης που υπερέβαινε το ποσοστό συγχρηματοδότησης χωρίς τη δέουσα αιτιολόγηση·

Η Επιτροπή είχε ελέγξει το σχέδιο του Νότιου Γιορκσάιρ πριν το Ελεγκτικό Συνέδριο και είχε επίσης ανιχνεύσει τα εν λόγω σφάλματα. Ο έλεγχος αποτελεί αντικείμενο παρακολούθησης και θα αποφασιστούν οι κατάλληλες δημοσιονομικές συνέπειες.

ΕΚΤ κοινοτική πρωτοβουλία Equal Ισπανία: ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τις δηλωθείσες δαπάνες διότι οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί που έλαβαν τη χρηματοδότηση δεν παρουσίασαν σαφώς τη δραστηριότητα του ΕΚΤ στα λογιστικά συστήματά τους·

Η Επιτροπή γνωρίζει το συστημικό αυτό ισπανικό πρόβλημα και ξεκίνησε το 2004 δράση έναντι της ισπανικής αρμόδιας αρχής διαχείρισης και πληρωμών, για όλα τα προγράμματα, ώστε να ενισχύσει τον έλεγχο ανά πράξη και να καθορίσει μια σαφή σχέση μεταξύ των συγχρηματοδοτούμενων πράξεων και των λογιστικών συστημάτων. Στο σημείο αυτό, αποφασίστηκε δημοσιονομική διόρθωση 173 εκατ. ευρώ από το κράτος μέλος, βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999, μετά την κίνηση διαδικασίας από την Επιτροπή και τη σύσταση ομάδας παρακολούθησης της διόρθωσης, που αποτελείται από εκπροσώπους της Επιτροπής και του κράτους μέλους.

ΧΜΠΑ Γαλλία: οι δραστηριότητες επαλήθευσης και ελέγχου που πραγματοποίησε η Direction Départementale des Affaires Maritimes πριν από την πληρωμή ενός τιμολογίου δεν βασίζονταν σε επαρκή δικαιολογητικά.

 

Οι έλεγχοι από τα κράτη μέλη δεν τηρούν τις βασικές κανονιστικές απαιτήσεις

6.16.

Το Συνέδριο εκτίμησε εάν τα κράτη μέλη ελέγχουν τις δαπάνες όπως απαιτούν οι κοινοτικοί κανονισμοί. Ο πίνακας 6.1 συνοψίζει την εκτίμηση του Συνεδρίου. Αναφέρει ότι διαπιστώθηκαν ελλείψεις στους ελέγχους σε όλα τα ελεγχθέντα προγράμματα.

 

6.17.

Σύμφωνα με τους κανονισμούς, το κράτος μέλος πρέπει να διασφαλίσει ότι τηρούνται αρχεία τα οποία καθιστούν δυνατή τη συμφωνία των δηλώσεων δαπανών που υποβάλλονται στην Επιτροπή με τα λογιστικά αρχεία και τα δικαιολογητικά των μεμονωμένων σχεδίων. Αυτό είναι γνωστό ως απαίτηση παρακολούθησης της διαδρομής του ελέγχου. Ο πίνακας 6.1 καταδεικνύει ότι υπήρξε επαρκής παρακολούθηση της διαδρομής του ελέγχου μόλις σε τρία από τα δέκα εξετασθέντα προγράμματα. Στα λοιπά προγράμματα, υπήρχαν ελάχιστα ή καθόλου αποδεικτικά στοιχεία για τμήματα των δηλωθεισών δαπανών. Η αδυναμία συλλογής ή διατήρησης των δικαιολογητικών δυσχεραίνει τον έλεγχο της κανονικότητας των δηλωθεισών δαπανών.

6.17.

Σε 3 από τα υπόλοιπα 7 προγράμματα, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε ότι τα συστήματα ανταποκρίνονταν εν μέρει στις απαιτήσεις.

Πίνακας 6.1 — Συμφωνία των ελέγχων με τις βασικές κανονιστικές απαιτήσεις

Ελεγχθέντα προγράμματα

Κανονιστικές απαιτήσεις

Διαχωρισμός καθηκόντων

Παρακολούθηση της διαδρομής του ελέγχου

Έλεγχοι καθημερινής διαχείρισης

Διαδικασίες ανάκτησης

Ενδιάμεση πιστοποίηση

Ανεξάρτητοι δειγματοληπτικοί έλεγχοι

Πρόοδος των ανεξάρτητων δειγματοληπτικών ελέγχων

Αποκατάσταση του φορέα εκκαθάρισης

Προετοιμασίες για τελική επικύρωση

ΕΤΠΑ Interreg IIIA Γαλλία-Βέλγιο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΤΠΑ Στόχος 1 ΗΒ (Νότιο Γιόρκσαϊρ)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΤΠΑ Στόχος 2 Ιταλία (Λάτσιο)

 

 

 

δ.ε.

 

 

 

 

 

ΕΤΠΑ Στόχος 2 Γερμανία (Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΤΠΑ Στόχος 1 Ελλάδα (Ανταγωνιστικότητα)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΚΤ EQUAL Κοινοτική Πρωτοβουλία Ιταλία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΚΤ Στόχος 1 Γερμανία (SPALAR)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΚΤ Στόχος 3 ΗΒ (Αγγλία)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΚΤ EQUAL Κοινοτική Πρωτοβουλία Ισπανία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΧΜΠΑ Στόχος 1 Γαλλία

 

 

 

 

 

 

 

δ.ε.

δ.ε.

Υπόμνημα

 

Ο έλεγχος συμφώνησε με τις κανονιστικές απαιτήσεις.

 

Ο έλεγχος συμφώνησε εν μέρει με τις κανονιστικές απαιτήσεις.

 

Ο έλεγχος δεν συμφώνησε με τις κανονιστικές απαιτήσεις.

δ.ε. = δεν εκτιμήθηκε.

6.18.

Επιπλέον της παρακολούθησης της διαδρομής του ελέγχου, απαιτείται ποικιλία άλλων ελέγχων. Αυτοί περιλαμβάνουν ελέγχους της καθημερινής διαχείρισης. Το κράτος μέλος πρέπει να έχει θεσπίσει διαχειριστικό σύστημα το οποίο να καθιστά δυνατό τον έλεγχο του εάν εφαρμόζονται τα σχέδια σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς. Οι έλεγχοι της καθημερινής διαχείρισης αποτελούν τον αποτελεσματικότερο μηχανισμό εντοπισμού ή αντιμετώπισης οποιωνδήποτε δυνητικών προβλημάτων προτού υποβληθεί δήλωση δαπανών στην Επιτροπή. Ο πίνακας 6.1 καταδεικνύει ότι οι έλεγχοι της καθημερινής διαχείρισης δεν διενεργήθηκαν σύμφωνα με τα απαιτούμενα σε κανένα από τα ελεγχθέντα προγράμματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν διενεργήθηκαν αρκετοί έλεγχοι. Στις περιπτώσεις όπου οι εν λόγω έλεγχοι είχαν διενεργηθεί, δεν κάλυπταν πάντοτε τις πτυχές της επιλεξιμότητας των δαπανών σε αρκετό βάθος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, περιορίζονταν σε ελέγχους γραφείου, οι οποίοι δεν καθιστούν δυνατό τον έλεγχο της πραγματικότητας των δηλωθεισών δαπανών ούτε της επιλεξιμότητάς τους για στήριξη από τον κοινοτικό προϋπολογισμό.

6.18.

Σε 4 από τα εξεταζόμενα 10 προγράμματα, το Ελεγκτικό Συνέδριιο διαπίστωσε ότι τα συστήματα ανταποκρίνονταν εν μέρει στις απαιτήσεις. Η Επιτροπή συμφωνεί με το Ελεγκτικό Συνέδριο για τη ζωτική σημασία των ελέγχων και διαβίβασε πρόσφατα στα κράτη μέλη σημείωμα στο οποίο καθορίζει τις ορθές πρακτικές βάσει των αποτελεσμάτων των ελέγχων της.

6.19.

Η αρμόδια αρχή πληρωμών πρέπει να πιστοποιεί ότι οι δαπάνες που δηλώνονται στην Επιτροπή (συγχώνευση των δηλώσεων δαπανών από τα σχέδια) είναι σύμφωνες με όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Εντούτοις, ο πίνακας 6.1 καταδεικνύει ότι, σε επτά περιπτώσεις, αυτή η ενδιάμεση πιστοποίηση δαπανών δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με τα απαιτούμενα. Οι εν λόγω ελλείψεις υποδεικνύουν ότι συχνά οι δαπάνες υποβλήθηκαν προς επιστροφή χωρίς οι διαχειριστικές αρχές ή οι αρχές πληρωμής να έχουν διενεργήσει τους απαιτούμενους ελέγχους αποτελεσματικά.

6.19.

Σε 2 από τα 7 εξεταζόμενα προγράμματα, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε ότι τα συστήματα ανταποκρίνονται εν μέρει στις απαιτήσεις. Η Επιτροπή διαβίβασε πρόσφατα σημείωμα στα κράτη μέλη στο οποίο καθορίζονται οι ορθές πρακτικές σχετικά με την πιστοποίηση βάσει των αποτελεσμάτων των ελέγχων της Επιτροπής στα κράτη μέλη.

6.20.

Επιπλέον, ένα ανεξάρτητο όργανο στο κράτος μέλος πρέπει να διενεργεί, αφενός, πρόσθετους ελέγχους προκειμένου να επαληθεύεται η αποτελεσματικότητα των συστημάτων που έχουν θεσπιστεί, καθώς και να επικυρώνεται η ακρίβεια δείγματος δηλώσεων δαπανών που έχουν περάσει από την καθημερινή διαχείριση και, αφετέρου, ελέγχους των πληρωμών. Εν συντομία, οι κανονισμοί απαιτούν τη διενέργεια ανεξάρτητων δειγματοληπτικών ελέγχων. Ο πίνακας 6.1 καταδεικνύει ότι σε τέσσερα από τα εξετασθέντα προγράμματα η πρόοδος που σημειώθηκε στους ανεξάρτητους δειγματοληπτικούς ελέγχους δεν ήταν η απαιτούμενη.

6.20.

Σε 1 από τα 4 εξεταζόμενα προγράμματα, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε ότι τα συστήματα ανταποκρίνονταν εν μέρει στις απαιτήσεις. Η Επιτροπή δημοσίευσε το 2003 σημείωμα προσανατολισμού σχετικά με την εκτέλεση ανεξάρτητων δειγματοληπτικών ελέγχων ενόψει της προώθησης ικανοποιητικών και συνεπών προτύπων για τις εργασίες αυτές. Η Επιτροπή ανέλυσε συστηματικά την πρόοδο των δειγματοληπτικών ελέγχων στα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια ετήσιων διμερών συναντήσεων για τον εντοπισμό των καθυστερήσεων.

6.21.

Τέλος, στο κλείσιμο κάθε προγράμματος, απαιτείται από το κράτος μέλος να παράσχει στην Επιτροπή τελική δήλωση επικύρωσης όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών, την οποία πρέπει να εκδίδει όργανο ανεξάρτητο από την διορισμένη διαχειριστική αρχή, από το άτομο ή το τμήμα στους κόλπους της αρχής πληρωμής που είναι υπεύθυνο για την κατάρτιση των ενδιάμεσων και των τελικών δηλώσεων, καθώς και από τα ενδιάμεσα όργανα. Ο πίνακας 6.1 καταδεικνύει ότι σε έξι από τα ελεγχθέντα προγράμματα η προετοιμασία της επικύρωσης της τελικής πληρωμής είναι ικανοποιητική.

 

Προηγούμενα προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων

Μη πραγματοποίηση διορθώσεων και παρατεταμένες καθυστερήσεις στο κλείσιμο των προγραμμάτων

6.22.

Το 2005, η Επιτροπή συνέχισε να πραγματοποιεί πληρωμές κλεισίματος για προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων από την προηγούμενη περίοδο χρηματοδότησης. Όπως στην περίπτωση των τρεχόντων προγραμμάτων, στο κλείσιμο ενός προγράμματος 1994-1999, τα κράτη μέλη πιστοποιούν τη νομιμότητα και κανονικότητα όλων των δαπανών που δηλώθηκαν καθ’ όλη την πορεία του προγράμματος. Η Επιτροπή ελέγχει την αξιοπιστία των εν λόγω πιστοποιητικών κατά τρεις τρόπους. Διενεργεί ελέγχους πριν από το κλείσιμο σε δείγμα προγραμμάτων στα κράτη μέλη, διενεργεί ελέγχους γραφείου για την τεκμηρίωση κλεισίματος που υποβάλλεται από τα κράτη μέλη για το σύνολο των προγραμμάτων. Τέλος, διενεργεί εκ των υστέρων ελέγχους σε δείγμα προγραμμάτων τα οποία έχουν κλείσει ή βρίσκονται σε διαδικασία κλεισίματος.

 

6.23.

Ο πίνακας 6.2 καταδεικνύει ότι σημαντικός αριθμός προγραμμάτων παρέμεναν ανοικτά στα τέλη Μαρτίου του 2006.

6.23.

Τα προγράμματα θεωρείται ότι έχουν κλείσει μόνο αφού πραγματοποιηθούν η τελική πληρωμή και, ενδεχομένως, η ανάληψη υποχρέωσης. Το σύνολο των αναλήψεων υποχρεώσεων που απέμενε να εκκαθαριστούν για τα προγράμματα 1994-1999 είχε μειωθεί σε 1,4 δισεκατ. ευρώ (0,89 % της κοινοτικής συνεισφοράς που είχε αποφασιστεί) στα τέλη του 2005, κάτι που αποτελεί ένδειξη για το ποσό των πληρωμών και των αποδεσμεύσεων που πραγματοποιήθηκαν.

Τα προγράμματα που παραμένουν ανοικτά είναι αυτά όπου το κράτος μέλος αμφισβητεί τις δημοσιονομικές διορθώσεις και για τα οποία δεν έχουν ληφθεί ακόμη επίσημες αποφάσεις, καθώς και τα προγράμματα στα οποία ορισμένα σχέδια αποτελούν αντικείμενο δικαστικών διαδικασιών στο κράτος μέλος, που εμποδίζουν την πληρωμή ή την αποδέσμευση του υπολοίπου.

6.24.

Κατά τον έλεγχο της διαδικασίας κλεισίματος που διενέργησε, το Συνέδριο διαπίστωσε την ύπαρξη τριών περιπτώσεων όπου η Επιτροπή έκλεισε προγράμματα χωρίς να πραγματοποιήσει δημοσιονομική διόρθωση, παρά την ύπαρξη σημαντικών επιφυλάξεων ως προς τις πιστοποιούμενες δαπάνες.

6.24.

Η Επιτροπή θα δώσει συνέχεια στα συμπεράσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και θα πραγματοποιήσει τις διορθώσεις που απαιτούνται ενδεχομένως.

6.25.

Επίσης, το Συνέδριο εντόπισε αρκετές περιπτώσεις όπου προγράμματα έκλεισαν καθυστερημένα λόγω της μεγάλης διάρκειας της διαδικασίας κλεισίματος της Επιτροπής. Μολονότι ενδέχεται να προκύπτουν περίπλοκα ζητήματα, αυτό δεν εξηγεί πλήρως τις καθυστερήσεις (οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις υπερέβαιναν το ένα έτος) εκ μέρους της Επιτροπής ως προς τη διαβίβαση αλληλογραφίας στα κράτη μέλη.

6.25.

Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν μεγάλες καθυστερήσεις χωρίς λόγο, για τις οποίες ορισμένες φορές χρειάστηκαν διαβουλεύσεις για νομικά ή χρηματοδοτικά θέματα.

Πίνακας 6.2 — Προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων της περιόδου 1994 έως 1999 που έκλεισαν στις 31 Δεκεμβρίου 2005 και στις 31 Μαρτίου 2006

Τομέας του προϋπολογισμού (2)

Σύνολο

Έκλεισαν πριν από το 2005

Έκλεισαν στις 31 Δεκεμβρίου 2005

Έκλεισαν στις 31 Μαρτίου 2006

Αριθμός προγραμμάτων (3)

Αποφασισθείσα κοινοτική συνεισφορά (ευρώ)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (ευρώ)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (ευρώ)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (ευρώ)

Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης

Στόχος 1

181

57 571 255 951

94

37 550 653 114

112

42 887 087 630

112

42 887 087 630

Στόχος 2 1994-1996

84

5 165 903 927

79

4 194 775 934

82

4 581 143 406

82

4 581 143 406

Στόχος 2 1997-1999

73

7 157 716 211

48

3 132 569 307

62

4 760 119 585

64

4 803 858 386

Στόχος 5 (β)

84

3 302 548 791

62

2 458 401 459

80

3 099 127 079

80

3 099 127 079

Στόχος 6

2

355 453 472

2

333 854 319

2

333 854 319

2

333 854 319

Κοινοτικές πρωτοβουλίες

520

9 223 064 769

326

3 916 629 881

425

5 660 960 735

431

6 189 811 196

Σύνολο

944

82 775 943 121

611

51 586 884 014

763

61 322 292 754

771

61 894 882 016

Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο

Στόχος 1

102

22 806 888 948

59

9 800 246 487

76

16 659 397 467

89

18 121 641 456

Στόχος 2 1994-1996

82

1 597 251 132

79

1 341 684 839

79

1 358 409 253

81

1 362 443 873

Στόχος 2 1997-1999

72

2 112 708 834

43

732 343 850

55

1 180 807 704

62

1 481 524 409

Στόχος 3

56

13 221 222 835

30

6 568 750 561

37

7 498 226 022

44

8 564 234 926

Στόχος 4

16

2 614 128 525

11

1 324 982 251

12

1 691 290 757

12

1 691 290 757

Στόχος 5 (β)

83

1 057 483 760

54

489 410 848

67

632 292 214

77

719 766 953

Στόχος 6

2

177 902 801

2

161 300 249

2

161 300 249

2

161 300 249

Κοινοτικές πρωτοβουλίες

373

4 664 895 421

244

1 497 206 934

303

1 887 130 714

334

2 000 499 278

Σύνολο

786

48 252 482 256

522

21 915 926 019

631

31 068 854 380

701

34 102 701 900

Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων — Τμήμα Προσανατολισμού

Στόχος 1

69

14 301 716 000

34

4 721 652 121

45

8 217 740 619

46

8 220 980 619

Στόχος 5 (α)

66

5 544 906 000

43

1 728 707 188

52

3 641 981 610

53

3 661 092 924

Στόχος 5 (β)

84

3 163 701 000

46

1 772 582 355

68

2 529 075 438

70

2 574 734 130

Στόχος 6

2

288 794 000

1

211 137 456

2

280 353 550

2

280 353 550

Κοινοτικές πρωτοβουλίες

167

1 156 618 000

106

534 783 853

143

814 595 982

144

814 903 270

Σύνολο

388

24 455 735 000

230

8 968 862 973

310

15 483 747 199

315

15 552 064 493

Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας

Στόχος 1

18

1 797 039 031

2

127 659 610

8

288 574 118

8

288 574 118

Στόχος 5 (α)

12

850 431 000

2

23 715 837

5

116 682 777

6

154 373 993

Στόχος 6

2

8 260 000

1

3 523 447

2

6 761 577

2

6 761 577

Κοινοτικές πρωτοβουλίες

20

127 103 242

6

14 058 058

12

22 225 543

12

22 225 543

Σύνολο

52

2 782 833 273

11

168 956 952

27

434 244 015

28

471 935 231

ΣΥΝΟΛΟ

2 170

158 266 993 650

1 374

82 640 629 958

1 731

108 309 138 348

1 815

112 021 583 640

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

Οι δαπάνες σχεδίων επηρεάζονται από σφάλματα

6.26.

Το Συνέδριο διαπίστωσε σημαντικό επίπεδο σφαλμάτων στις δηλώσεις δαπανών σχεδίων σε ολόκληρο το δείγμα προγραμμάτων για την περίοδο 1994-1999 (4). Από τα 65 σχέδια που εξετάστηκαν, 33 επηρεάστηκαν από σημαντικό σφάλμα. Τα συχνότερα σφάλματα ήταν παρόμοια με αυτά που διαπιστώθηκαν στο δείγμα των τρεχόντων προγραμμάτων (παράγραφος 6.14).

6.26.

Η Επιτροπή θα δώσει συνέχεια στα συμπεράσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και θα μεριμνήσει για την εφαρμογή των απαιτούμενων διορθώσεων.

6.27.

Για τρία προγράμματα στο δείγμα ελέγχου (ΕΤΠΑ στόχος 1 Ιρλανδία (βιομηχανική ανάπτυξη), ΕΚΤ στόχος 1 Γερμανία (Σαξονία) και ΕΚΤ στόχος 3 Σουηδία), ορισμένοι από τους δικαιούχους που επελέγησαν προς έλεγχο δεν είχαν διατηρήσει τα δικαιολογητικά για τις δαπάνες που δήλωσαν (5).

6.27.

Σε ό,τι αφορά την τρίτη υποσημείωση, σχετικά με την επόμενη περίοδο προγραμματισμού, η προθεσμία διατήρησης των δικαιολογητικών δεν πρέπει να περιοριστεί παρά για τις πράξεις που περιλαμβάνονται σε μερικό κλείσιμο. Στο πλαίσιο της ρύθμισης αυτής, τα κράτη μέλη θα υποβάλουν ειδική δήλωση δαπανών και δήλωση κλεισίματος για τα σχέδια που θα έχουν συμπληρωθεί στο τέλος ενός συγκεκριμένου έτους και, για τις συγκεκριμένες πράξεις, η προθεσμία διατήρησης των τριών ετών θα αρχίσει από το ξεκίνημα του επόμενου έτους μετά το μερικό κλείσιμο. Η δυνατότητα αυτή απαντά στο αίτημα των κρατών μελών για την απλούστευση των διοικητικών εργασιών σχετικά με το κλείσιμο και τη μείωση του φόρτου εργασίας των δικαιούχων.

6.28.

Ομοίως με τα προγράμματα 2000-2006, ορισμένα σφάλματα εμφανίστηκαν επίσης συστηματικά στα σχέδια που ελέγχθηκαν για ορισμένα μεμονωμένα προγράμματα 1994-1999. Παραδείγματος χάρη:

ΕΤΠΑ στόχος 1 Ιρλανδία (βιομηχανική ανάπτυξη): ασαφής κατανομή γενικών εξόδων μεταξύ συγχρηματοδοτούμενων και μη συγχρηματοδοτούμενων σχεδίων·

ΕΚΤ στόχος 3 Σουηδία: δήλωση δαπανών για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από εταιρείες που συνδέονται με τους αναδόχους του σχεδίου, αλλά χωρίς υποκείμενη αιτιολόγηση των ποσών που χρεώθηκαν·

ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός Δανία: μη ενημέρωση των παραγωγών ότι οι ενισχύσεις συγχρηματοδοτούνταν από την ΕΕ και, συνεπώς, υπόκεινται σε συγκεκριμένους κανόνες επιλεξιμότητας.

 

Οι έλεγχοι δεν πληρούν τις βασικές κανονιστικές απαιτήσεις

6.29.

Με την εξέταση του Συνεδρίου σχετικά με τα συστήματα ελέγχου στα κράτη μέλη στο δείγμα των έξι προγραμμάτων που έκλεισαν προέκυψαν παρατηρήσεις παρόμοιες με αυτές που διατύπωσε κατά τα προηγούμενα έτη. Αυτές περιλαμβάνουν την έλλειψη διασφάλισης κατάλληλης παρακολούθησης της διαδρομής του ελέγχου, ελλείψεις στους ελέγχους πράξεων και αδυναμίες στους ελέγχους που διενεργήθηκαν από τους ανεξάρτητους ελεγκτικούς φορείς. Οι ελλείψεις αυτές στον έλεγχο καθιστούν επισφαλή την αξιοπιστία των δηλώσεων τελικών δαπανών που καταρτίζονται από τα κράτη μέλη.

6.29.

Η Επιτροπή γνώριζε τις αδυναμίες των συστημάτων από τους ελέγχους που είχε πραγματοποιήσει στα κράτη μέλη πριν από το κλείσιμο. Για το λόγο αυτό, προκειμένου να μετριάσει τον κίνδυνο, η Επιτροπή πραγματοποίησε αυστηρή εξέταση των εγγράφων κλεισίματος, εφάρμοσε δημοσιονομικές διορθώσεις στη διαδικασία κλεισίματος και επιπλέον πραγματοποίησε δειγματοληπτικούς ελέγχους για το κλείσιμο προγραμμάτων. Η Επιτροπή παρακολουθεί αυτούς τους ελέγχους με δημοσιονομικές διορθώσεις σχετικά με τις παράτυπες δαπάνες. Οι διορθώσεις θα προσαρμοστούν ανάλογα αν το επίπεδο των σφαλμάτων είναι ουσιώδες ή αν υπάρχουν συστημικά προβλήματα.

Ταμείο Συνοχής

6.30.

Το Συνέδριο πραγματοποίησε περιορισμένη εξέταση εννέα σχεδίων του Ταμείου Συνοχής, η οποία δεν οδήγησε σε σημαντικές παρατηρήσεις. Εντούτοις, το Συνέδριο σημείωσε επίσης ότι η ετήσια δήλωση του γενικού διευθυντή περιφερειακής πολιτικής για το 2005 περιλαμβάνει επιφύλαξη σχετικά με τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου για το Ταμείο Συνοχής στην Ισπανία (τον κύριο δικαιούχο του Ταμείου Συνοχής).

 

Δημοσιονομικές διορθώσεις και αναφορά ανακτήσεων στα διαρθρωτικά ταμεία

6.31.

Σύμφωνα με τους κανόνες των διαρθρωτικών ταμείων, τα κράτη μέλη φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για την πραγματοποίηση δημοσιονομικών διορθώσεων. Ήτοι, την απόσυρση της κοινοτικής συνεισφοράς από δικαιούχους, σε περίπτωση εντοπισμού μεμονωμένων ή συστηματικών παρατυπιών. Όταν τα κράτη μέλη πραγματοποιούν τέτοιου είδους διορθώσεις, μπορούν να υποκαθιστούν τα παράτυπα ποσά με άλλες επιλέξιμες δαπάνες προκειμένου να αποφεύγεται η καθαρή ζημία.

6.31.

Το δικαίωμα του κράτους μέλους να ανακυκλώσει για άλλα σχέδια τις συνεισφορές του διαρθρωτικού ταμείου που ακυρώνουν λόγω παρατυπιών παρέχεται από το άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999. Η διάταξη αυτή ευθυγραμμίζεται με το στόχο να αντλήσει το κράτος μέλος τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια από τα διαρθρωτικά ταμεία.

Τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν τον κίνδυνο ανάκτησης δαπανών που έχουν ήδη πληρωθεί σε δικαιούχους σε τέτοιες περιπτώσεις και συνεπώς μπορεί να υποστούν δημοσιονομικές ζημίες. Όταν δεν υπάρχουν άλλες δαπάνες που να μπορούν να υποκατασταθούν, ιδίως μετά την προθεσμία για την εκτέλεση του προγράμματος, η διόρθωση προκαλεί καθαρή ζημία για τα κοινοτικά ταμεία.

6.32.

Εάν τα κράτη μέλη δεν αναλάβουν δράση, η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει δημοσιονομικές διορθώσεις. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, οι διορθωθείσες δαπάνες δεν μπορούν να υποκατασταθούν από άλλες επιλέξιμες δαπάνες, οδηγώντας σε καθαρή μείωση της συνεισφοράς των διαρθρωτικών ταμείων (καθαρή δημοσιονομική διόρθωση).

 

Περιορισμένη έκταση των καθαρών δημοσιονομικών διορθώσεων

6.33.

Εφαρμόστηκαν δημοσιονομικές διορθώσεις συνολικού ύψους 1,4 δισεκατομμυρίων ευρώ σε προγράμματα και σχέδια της περιόδου 2000-2006 των διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής έως το τέλος του 2005. Οι εν λόγω διορθώσεις προέκυψαν σχεδόν αποκλειστικά ως αποτέλεσμα των ελέγχων που διενέργησαν οι Γενικές Διευθύνσεις των διαρθρωτικών ταμείων στα κράτη μέλη. Ωστόσο, οι δημοσιονομικές διορθώσεις εφαρμόστηκαν μόλις από το 2004. Οι διορθωτικές αυτές διαδικασίες μπορεί να αποδειχθούν μεγάλης διάρκειας και να διαρκέσουν έως και δύο έτη.

6.33.

Σχετικά με τα δικαιώματα του κράτους μέλους ως ελεγχόμενου να απαντήσει στα ευρήματα του ελέγχου και τη διαδικασία για τις δημοσιονομικές διορθώσεις που καθορίζεται στους ισχύοντες κανονισμούς, είναι απαπόφευκτος ένας ετεροχρονισμός μεταξύ των ευρημάτων του ελέγχου και των δημοσιονομικών διορθώσεων.

6.34.

Μολονότι η πλειονότητα των παρατυπιών εντοπίστηκε μέσω των δικών της ελέγχων, η Επιτροπή, σύμφωνα με τους κανονισμούς, ζήτησε από τα κράτη μέλη να αναλάβουν την αναγκαία διορθωτική δράση. Συνεπώς, τα κράτη μέλη ήταν επίσης σε θέση να αντικαταστήσουν τα εν λόγω ποσά με άλλες επιλέξιμες δαπάνες.

6.34.

Όπως σημειώνεται στην απάντηση στο σημείο 6.31, τα κράτη μέλη δεν είναι πάντα σε θέση να αντικαθιστούν παράτυπα ποσά. Στο κλείσιμο, συνήθως οι δημοσιονομικές διορθώσεις οδηγούν σε καθαρή μείωση της χρηματοδότησης της ΕΕ.

6.35.

Η περιορισμένη έκταση των καθαρών δημοσιονομικών διορθώσεων (0,5 δισεκατομμύρια ευρώ) δεν ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναλάβουν δράση ούτε για την πρόληψη των παρατυπιών ούτε για τη βελτίωση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου τους.

6.35.

Οι έλεγχοι της Επιτροπής δεν καταλήγουν απαραίτητα σε δημοσιονομικές διορθώσεις, κάτι που, βάσει των διατάξεων του άρθρου 39 παράγραφος 1 του κανονισμού του (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμθούλιο, εφαρμόζεται όταν δεν αναλαμβάνει δράση το κράτος μέλος.

Ανεπαρκής αναφορά της διορθωτικής δράσης από τα κράτη μέλη

6.36.

Απαιτείται από τα κράτη μέλη, αφενός, να υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις στην Επιτροπή σχετικά με την ακύρωση της κοινοτικής συνεισφοράς και με τις προσαρμογές στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου αλλά και σχετικά με τα εισπραχθέντα ποσά. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι τα κράτη μέλη δεν παρείχαν συστηματικά τις εν λόγω πληροφορίες στην Επιτροπή. Αυτό στέρησε την Επιτροπή από ένα σημαντικό δείκτη σχετικά με τη λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.

6.36.

Η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα προκειμένου να υπενθυμίσει στα κράτη μέλη τις υποχρεώσεις τους και ελέγχει την τήρησή τους.

Ωστόσο, η Επιτροπή λαμβάνει ορισμένες πληροφορίες για την αντιμετώπιση των παρατυπιών από τα κράτη μέλη και τις σχετικές δημοσιονομικές διορθώσεις και ανακτήσεις από διάφορες πηγές: το σύστημα αναφοράς παρατυπιών, τις ετήσιες εκθέσεις ελέγχου, τις ετήσιες συναντήσεις συντονισμού και τους ελέγχους. Η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές για την εκτίμηση των κινδύνων και τον προγραμματισμό των ελέγχων.

6.37.

Επιπλέον των τακτικών εκθέσεων που αναφέρονται ανωτέρω, κάθε δήλωση δαπανών που υποβάλλουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή προς επιστροφή πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομέρειες σχετικά με τις ανακτήσεις που πραγματοποιήθηκαν έπειτα από την προηγούμενη δήλωση. Μολονότι τα κράτη μέλη δεν παρείχαν συστηματικά ούτε τις εν λόγω πληροφορίες, η Επιτροπή δεν αρνήθηκε την πραγματοποίηση πληρωμών. Μόλις το 2005 η Επιτροπή εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές προς τα κράτη μέλη σχετικά με τη φύση των απαιτούμενων πληροφοριών.

6.37.

Τον Δεκέμβριο του 2003 η Επιτροπή απέστειλε σημείωμα με κατευθυντήριες γραμμές στα κράτη μέλη. Ωστόσο, η πείρα δείχνει ότι δεν αντιμετωπίστηκαν όλα τα θέματα, εξ ου και η ανάγκη για το εν λόγω σημείωμα. Νωρίτερα, τον Ιούνιο του 2003, είχε αποσταλεί υπενθύμιση στα κράτη μέλη σχετικά με την υποχρέωση να υποβάλουν πληροφορίες για τις ανακτήσεις με κάθε δήλωση δαπανών.

Πλέον, οι πληροφορίες για τις ανακτήσεις με τις αιτήσεις πληρωμής ελέγχονται συστηματικά και διακόπτονται οι διαδικασίες πληρωμής αν λείπει το εν λόγω στοιχείο.

Συμπεράσματα και συστάσεις

Συμπεράσματα

6.38.

Στο Συνέδριο παρασχέθηκαν αποδεικτικά στοιχεία ελέγχου τα οποία υποδεικνύουν ότι κατά το οικονομικό έτος 2005 οι δαπάνες των διαρθρωτικών ταμείων επηρεάζονταν από σημαντικά σφάλματα (παράγραφοι 6.13 έως 6.15 και 6.26 έως 6.28).

 

6.39.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου υποδεικνύει ότι η Επιτροπή δεν ασκεί αποτελεσματική εποπτεία έτσι ώστε να μετριάζεται ο κίνδυνος να αποτυγχάνουν οι έλεγχοι που εκχωρούνται στα κράτη μέλη στην αποτροπή επιστροφής υπέρογκων ή μη επιλέξιμων δαπανών (παράγραφοι 6.16 έως 6.21 και 6.29).

6.39.

Η Επιτροπή ανέλαβε μέτρα για να μετριάσει τους κινδύνους και να παρακολουθήσει αποτελεσματικά τις επιδόσεις των κρατών μελών σε σχέση με τη διαχείριση και τον έλεγχο στο πλαίσιο της κοινής διαχείρισης με τους ακόλουθους τρόπους: υλοποίηση ελέγχων των συστημάτων. Ως τα τέλη του 2005 πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι σε 274 προγράμματα στα αρχικά 15 κράτη μέλη που αντιπροσώπευαν το 62 % του συνόλου των συνεισφορών των διαρθρωτικών ταμείων· εφαρμόστηκαν σχέδια δράσης στα κράτη μέλη για τη διόρθωση των συστημικών ανεπαρκειών που ανιχνεύθηκαν· διακόπηκε η πιστοποίηση δαπανών μέχρι να διορθωθούν σοβαρές ανεπάρκειες που συνεπάγονταν ουσιώδη κίνδυνο στις αιτήσεις πληρωμής· εφαρμόστηκαν δημοσιονομικές διορθώσεις για μεμονωμένα σφάλματα ή συστημικές ανεπάρκειες που διαπιστώθηκαν στους ελέγχους· χορηγήθηκαν οδηγίες για σημαντικούς ελέγχους που προωθούν τη βελτιωμένη αναφορά των αποτελεσμάτων των ελέγχων των εθνικών ελεγκτών — το 2005 πραγματοποιήθηκαν διμερείς συναντήσεις και με τα 25 κράτη μέλη.

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων των γενικών διευθύνσεων για τα διαρθρωτικά ταμεία αναφέρεται στις δράσεις αυτές και παρέχει ενδείξεις βελτίωσης στα συστήματα των κρατών μελών. Είναι εγγενές στο σύστημα της κοινής διαχείρισης ορισμένα σφάλματα και ανεπάρκειες να ανιχνεύονται από την Επιτροπή μόνο μετά την πληρωμή των σχετικών δαπανών. Ο μηχανισμός δημοσιονομικών διορθώσεων, καθώς και η διαδικασία κλεισίματος του προγράμματος, παρέχουν τα μέσα για τη διόρθωση των παράτυπων πληρωμών.

6.40.

Η Επιτροπή έκλεισε τρία προγράμματα της περιόδου 1994-1999 χωρίς εύλογη βάση. Ορισμένα προγράμματα παρέμειναν ανοιχτά ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητων καθυστερήσεων στην επεξεργασία τους από την Επιτροπή (παράγραφοι 6.22 έως 6.25).

6.40.

Στο συγκεκριμενο στάδιο της διαδικασίας κλεισίματος, ξεχωρίζουν πολύπλοκες και αμφισβητούμενες υποθέσεις, που αυξάνουν τον κίνδυνο καθυστερήσεων. Μολονότι σε ορισμένες υποθέσεις παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες καθυστερήσεις, συνολικά η Επιτροπή κατάφερε να κλείσει τη μεγάλη πλειονότητα των προγραμμάτων.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η στρατηγική κλεισίματος που περιλαμβάνει εκ των υστέρων ελέγχους για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2064/97, η αυστηρή ανάλυση των εγγράφων κλεισίματος και τα αποτελέσματα των ελέγχων κλεισίματος περιορίζουν τον κίνδυνο παράτυπων τελικών πληρωμών.

6.41.

Οι διαδικασίες των διαρθρωτικών ταμείων σχετικά με την αναφορά ανακτήσεων και την πραγματοποίηση δημοσιονομικών διορθώσεων δεν λειτουργούν αποτελεσματικά. Το γεγονός αυτό αποβαίνει εις βάρος του βασικού σκοπού των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, ο οποίος είναι η διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των δαπανών (παράγραφοι 6.31 έως 6.37).

6.41.

Οι αδυναμίες στην αναφορά ανακτήσεων διορθώνονται. Οι επιπτώσεις στην απόδοση του εποπτικού ρόλου της Επιτροπής είναι περιορισμένες, δεδομένων των άλλων πηγών πληροφοριών που διαθέτει.

Σχετικά με τις διαδικασίες για τις τελικές διορθώσεις, η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα κράτη μέλη πραγματοποιούν δημοσιονομικές διορθώσεις μετά τους δικούς τους ελέγχους και τους ελέγχους της Επιτροπής. Ακόμη και διορθώσεις που δεν συνεπάγονται καθαρή μείωση της συνεισφοράς της ΕΕ μπορεί να επηρεάζουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς.

Συστάσεις

6.42.

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να προετοιμαστούν καλύτερα για το κλείσιμο των προγραμμάτων 2000-2006 σε σύγκριση με τα προγράμματα 1994-1999. Η μεγάλης διάρκειας διαδικασία κλεισίματος για την περίοδο 1994-1999 στέρησε πόρους από τη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου για την τρέχουσα περίοδο.

6.42.

Για την περίοδο κλεισίματος 2000-2006, η Επιτροπή συζήτησε ήδη τις προετοιμασίες με τα κράτη μέλη και ολοκληρώνει την έκδοση λεπτομερούς εγγράφου με κατευθυντήριες γραμμές. Οι απαιτήσεις κλεισίματος είναι εξάλλου πιο οικείες. Στη νέα περίοδο, οι νέες κανονιστικές απαιτήσεις (εκ των υστέρων αξιολόγηση συμμόρφωσης, ετήσιοι έλεγχοι) θα διασφαλίσουν ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου λειτουργούν αποτελεσματικά εξαρχής, παρά τις παρόμοιες εργασίες για το κλείσιμο των προγραμμάτων 2000-2006. Επίσης, αναμένεται να βελτιωθούν ακόμη περισσότερο οι διατάξεις για το μερικό κλείσιμο με τις ρυθμίσεις κλεισίματος.

6.43.

Η Επιτροπή πρέπει να αποκομίσει βεβαιότητα σχετικά με την ορθή εφαρμογή των ρυθμίσεων για την αναφορά των ακυρώσεων της κοινοτικής συνεισφοράς, την αναφορά των προσαρμογών στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου αλλά και αυτή των εισπραχθέντων ποσών. Η Επιτροπή πρέπει να επιζητήσει πλέον ισομερή κατανομή της ελεγκτικής της δραστηριότητας σε κάθε περίοδο προγραμματισμού και να διασφαλίσει ότι οι διαδικασίες για τις δημοσιονομικές διορθώσεις χρησιμοποιούνται ως κίνητρο για την πραγματοποίηση βελτιώσεων στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου.

6.43.

Η Επιτροπή εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές στα κράτη μέλη για την αναφορά των ανακτήσεων και λαμβάνει μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι υποβάλλονται οι υπόλοιπες απαιτούμενες πληροφορίες. Η Επιτροπή εφαρμόζει μια πολυετή στρατηγική για τους ελέγχους της λαμβάνοντας υπόψη διάφορες προτεραιότητες κατά τον κύκλο της υλοποίησης του προγράμματος και το γεγονός ότι έχει υποχρεώσεις για τρεις διαφορετικές περιόδους προγραμμάτων ταυτόχρονα. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το βασικό κίνητρο για τη βελτίωση των συστημάτων είναι οι αποτελεσματικοί έλεγχοι και η έγκαιρη παρακολούθηση τους ώστε να διασφαλιστεί ότι εφαρμόζονται οι σχετικές συστάσεις. Οι αποφάσεις για τελικές διορθώσεις αποτελούν ένα σημαντικό μέτρο που επιτρέπει στην Επιτροπή να ασκεί τα καθήκοντά της αλλά πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ως έσχατο μέσο.

6.44.

Οι διαρθρωτικές πράξεις θα αντιστοιχούν στο ήμισυ σχεδόν του συνολικού προϋπολογισμού της ΕΕ σύμφωνα με τις δημοσιονομικές προοπτικές 2007-2013. Οι νομοθετικές διατάξεις που ενέκρινε το Συμβούλιο σχετικά με τις διαρθρωτικές πράξεις για την επόμενη περίοδο χρηματοδότησης στηρίζονται στις αρχές του δημοσιονομικού ελέγχου που έχουν θεσπίσει οι ισχύοντες κανονισμοί.

 

6.45.

Στη γνωμοδότησή του αριθ. 2/2005, το Συνέδριο επεσήμανε ορισμένους τομείς στις προτάσεις της Επιτροπής οι οποίοι χρήζουν περαιτέρω διασάφησης. Εντούτοις, το νομοθετικό πλαίσιο συνολικά πρέπει να ενισχύσει τους μηχανισμούς που προορίζονται για την παροχή βεβαιότητας ως προς τη νομιμότητα και κανονικότητα των δαπανών. Η κύρια πρόκληση που αντιμετωπίζουν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη — όπως απέδειξαν επανειλημμένα τα αποτελέσματα των ελέγχων του Συνεδρίου — είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των εν λόγω μηχανισμών.

6.45.

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι η διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των μηχανισμών ελέγχου αποτελεί πρόκληση. Θεωρεί ότι το βελτιωμένο πλαίσιο, η ενισχυμένη συνεργασία και συμμετοχή των κρατών μελών σε συνδυασμό με την προσέγγιση του ενιαίου ελέγχου, και το σχέδιο δράσης για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου θα συμβάλουν ώστε να επιτευχθεί ένα υψηλότερο επίπεδο συμμόρφωσης και αποτελεσματικού ελέγχου.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ

6.46.

Τα αποτελέσματα της παρακολούθησης εκ μέρους του Συνεδρίου των κύριων παρατηρήσεων στις πρόσφατες ετήσιες εκθέσεις παρουσιάζονται στο παράρτημα 6.1 .

 

6.47.

Όσον αφορά τα συγκεκριμένα σφάλματα που εντοπίστηκαν με τους ελέγχους του Συνεδρίου για σχέδια στις πρόσφατες δηλώσεις αξιοπιστίας, η Επιτροπή δεν πραγματοποίησε κατάλληλη παρακολούθηση σε ορισμένες περιπτώσεις. Αυτές αφορούν κυρίως προγράμματα που ελέγχθηκαν για τη δήλωση αξιοπιστίας 2003 και περιλαμβάνουν ορισμένες περιπτώσεις σοβαρών αδυναμιών συστημάτων, για τις οποίες η Επιτροπή δεν έχει αναλάβει δράση.

6.47.

Οι περιπτώσεις που αναφέρει το Ελεγκτικό Συνέδριο αφορούν το ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχει αναληφθεί δράση παρακολούθησης όπου χρειάζεται, με ορισμένες καθυστερήσεις που οφείλονται σε εσωτερικές διαβουλεύσεις.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ

6.48.

Το Συνέδριο εξέδωσε δύο ειδικές εκθέσεις σχετικά με τις διαρθρωτικές πράξεις έπειτα από την τελευταία ετήσια έκθεσή του:

ειδική έκθεση αριθ. 1/2006 σχετικά με τη συμβολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου στην καταπολέμηση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και

ειδική έκθεση αριθ. 10/2006 για τις εκ των υστέρων αξιολογήσεις των προγραμμάτων στο πλαίσιο των στόχων αριθ. 1 και αριθ. 3 των προγραμμάτων 1994-1999 (Διαρθρωτικά Ταμεία).

 


(1)  Οι ανάδοχοι σχεδίων ποικίλλουν από ιδιώτες έως συνδέσμους και από ιδιωτικές ή δημόσιες εταιρείες έως τοπικούς, περιφερειακούς ή εθνικούς οργανισμούς.

(2)  Οι στόχοι των διαρθρωτικών ταμείων ομαδοποιήθηκαν έκτοτε για την περίοδο προγραμματισμού 2000 έως 2006.

(3)  Για τα πολυετή προγράμματα, το μερίδιο κάθε ταμείου σε ένα πρόγραμμα υπολογίζεται χωριστά.

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

(4)  Τα ελεγχθέντα προγράμματα ήταν: ΕΓΤΠΕ στόχος 1 στην Ισπανία, Ιρλανδία (βιομηχανική ανάπτυξη) και Πορτογαλία (περιφερειακή ανάπτυξη)· ΕΚΤ στόχος 1 Γερμανία (Σαξονία), ΕΚΤ στόχος 3 Σουηδία και ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 5α Δανία (βελτίωση της αποδοτικότητας των γεωργικών δομών).

(5)  Η Επιτροπή έχει προτείνει τη χαλάρωση των διατάξεων σχετικά με το χρονικό διάστημα διατήρησης των δικαιολογητικών για την επόμενη περίοδο προγραμματισμού (2007 έως 2013). Στη γνωμοδότησή του αριθ. 2/2005, το Συνέδριο επεσήμανε τους σοβαρούς περιορισμούς που θα δημιουργούσε το γεγονός αυτό στις ελεγκτικές του απαιτήσεις, καθώς και στην εμβέλεια των ελέγχων για τα προγράμματα στο τέλος της περιόδου.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6.1

Συνέχεια που δόθηκε στις βασικές παρατηρήσεις σε πρόσφατες δηλώσεις αξιοπιστίας

Βασική παρατήρηση του Συνεδρίου

Συνοπτική έκθεση της δράσης που αναλήφθηκε από την Επιτροπή

Σχόλια του Συνεδρίου

Απάντηση της Επιτροπής

Αδυναμίες στη διαχείριση και τον έλεγχο, συνεχιζόμενες παρατυπίες

Οι έλεγχοι αξιοπιστίας των υποκειμένων πράξεων (δαπάνες σχεδίων) αποκάλυψαν σημαντικά σφάλματα που επηρεάζουν τη νομιμότητα και κανονικότητα (σημεία 6.13-6.15 και 6.26-6.28). Το Συνέδριο εξακολούθησε να διαπιστώνει σημαντικές αδυναμίες στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου (σημεία 6.16-6.21 και 6.29-6.30).

(Βλέπε επίσης ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2001, σημεία 3.56 έως 3.64· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002, σημεία 5.22 έως 5.32· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 5.12 έως 5.27 και 5.41 έως 5.56· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημεία 5.19 έως 5.27 και 5.35 έως 5.36).

Για τις δαπάνες της περιόδου 1994-1999, η Επιτροπή έχει εφαρμόσει στρατηγική κλεισίματος που περιλαμβάνει ελέγχους συμμόρφωσης πριν από το κλείσιμο, ελέγχους από ανεξάρτητο φορέα των δηλώσεων που συνοδεύουν τις αιτήσεις τελικής πληρωμής και εκ των υστέρων ελέγχους των προγραμμάτων που έχουν κλείσει.

Για την περίοδο 2000-2006, η Επιτροπή επανεξετάζει την εφαρμογή των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου από τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανόμενων ελέγχων προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές και το 2005 εξέδωσε παραδείγματα ορθής πρακτικής στον τομέα των ελέγχων διαχείρισης.

Η Επιτροπή πρέπει να εντείνει τους ελέγχους σχεδίων για την περίοδο 2000-2006 και να βελτιώσει το συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων για τις διαρθρωτικές ενέργειες Γενικών Διευθύνσεων σε θέματα διαχείρισης και ελέγχου.

Τα κράτη μέλη πρέπει να επιζητήσουν τη διασφάλιση ότι τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου πληρούν τα απαιτούμενα πρότυπα, ιδίως όσον αφορά την προσέγγιση στον έλεγχο των δαπανών.

Η Επιτροπή διενεργεί ελέγχους στα συστήματα των κρατών μελών και συγχρόνως παρακολουθεί το ελεγκτικό έργο των ίδιων των κρατών μελών. Με τους ελέγχους που διενεργεί η Επιτροπή, τα έργα εξετάζονται με σκοπό τον έλεγχο της καλής λειτουργίας των συστημάτων. Οι αρμόδιες για τα διαρθρωτικά μέτρα Γενικές Διευθύνσεις συντονίζουν στενά τις δραστηριότητες ελέγχου βάσει κοινής ελεγκτικής στρατηγικής. Τα κράτη μέλη πραγματοποιούν ελέγχους των συστημάτων και πρέπει να θέτουν σε εφαρμογή τις σχετικές συστάσεις. Η Επιτροπή δημοσίευσε σημειώσεις ορθών πρακτικών για τα κράτη μέλη όσον αφορά τους καθημερινούς ελέγχους διαχείρισης και την πιστοποίηση των δαπανών πληρωμής από τις αρχές πληρωμής.

Καθυστερήσεις και αδυναμίες στο κλείσιμο των προγραμμάτων 1994 έως 1999

Η τεκμηρίωση που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή από τα κράτη μέλη παρουσίαζε άνιση ποιότητα, καθιστώντας συχνά αναγκαίες περαιτέρω έρευνες. Η Επιτροπή έχει κλείσει ορισμένα προγράμματα παρά την ύπαρξη προβλημάτων στις δηλώσεις κλεισίματος. Έχουν σημειωθεί αδικαιολόγητες καθυστερήσεις (σημεία 6.22-6.25).

(Βλέπε επίσης ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002, σημεία 5.36 έως 5.38· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 5.28 έως 5.39· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημεία 5.28 έως 5.34).

η Επιτροπή έχει εφαρμόσει στρατηγική κλεισίματος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πραγματοποίησε δημοσιονομικές διορθώσεις.

Η Επιτροπή συνέταξε σημείωμα κατευθυντήριων γραμμών για το κλείσιμο των προγραμμάτων 2000-2006.

Οι αδυναμίες που εντοπίστηκαν στη διαδικασία κλεισίματος για τα προγράμματα της περιόδου 1994–1999 πρέπει να αντιμετωπιστούν προτού αρχίσει το κλείσιμο των προγραμμάτων της τρέχουσας περιόδου.

Η Επιτροπή κατάφερε να κλείσει τη μεγάλη πλειοψηφία των προγραμμάτων. Η στρατηγική κλεισίματος για την περίοδο 1994-1999 περιόρισε τον κίνδυνο παράτυπων τελικών πληρωμών.

Όσον αφορά το κλείσιμο της περιόδου 2000-2006, η Επιτροπή έχει ήδη συζητήσει τα θέματα προετοιμασίας με τα κράτη μέλη και είναι έτοιμη να εκδώσει έγγραφο με λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές.

Αναγκαίες βελτιώσεις στο περιβάλλον εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής

Είναι αναγκαία η λήψη περαιτέρω μέτρων από τις Γενικές Διευθύνσεις διαρθρωτικών ενεργειών προκειμένου να συμμορφωθούν με τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου (σημεία 2.21-2.23).

(Βλέπε επίσης ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002, σημεία 5.7 έως 5.8· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 5.9 έως 5.10· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημεία 5.14 έως 5.18).

Οι αρμόδιες για τις διαρθρωτικές ενέργειες Γενικές Διευθύνσεις έχουν καθιερώσει σχέδια δράσης που στοχεύουν στην αντιμετώπιση των αδυναμιών οι οποίες εντοπίστηκαν στην εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου.

Το Συνέδριο θα εξακολουθήσει να παρακολουθεί την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου.

Η Επιτροπή συνεχίζει να βελτιώνει την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου.

Περιορισμοί στη διαβεβαίωση εκ μέρους της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Οι γενικοί διευθυντές που είναι αρμόδιοι για τις διαρθρωτικές ενέργειες βεβαιώνουν ότι τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής παρέχουν εύλογη βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων, αλλά περιλαμβάνουν επιφυλάξεις σχετικά με τη λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου στα κράτη μέλη (σημεία 2.14-2.19).

(Βλέπε επίσης ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002, σημεία 5.10 έως 5.14 και 5.21· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 5.40 και 5.57 έως 5.62· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημεία 5.39 έως 5.45).

Οι αρμόδιες για τις διαρθρωτικές ενέργειες Γενικές Διευθύνσεις συνέχισαν να εξετάζουν τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου ως προς την τήρηση των κανονιστικών απαιτήσεων, προκειμένου να διαβεβαιώνονται ότι τα συστήματα πληρούν τα απαιτούμενα πρότυπα.

Οι ελλείψεις που σημείωσε το Συνέδριο στην εφαρμογή των ελέγχων εποπτείας από την Επιτροπή πρέπει να αντιμετωπιστούν προκειμένου η Επιτροπή να αποκομίσει μεγαλύτερη βεβαιότητα σχετικά με τη λειτουργία των συστημάτων.

Οι Γενικές Διευθύνσεις συνεχίζουν να αυξάνουν το επίπεδο βεβαιότητας όσον αφορά τα συστήματα που χρησιμοποιούνται στα κράτη μέλη χάρη στους ελέγχους που πραγματοποιούν, τη βελτίωση του συντονισμού με τις εθνικές ελεγκτικές αρχές και τη διάδοση κατευθυντήριων γραμμών και ορθών πρακτικών.

Η εφαρμογή του σχεδίου δράσης για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου (COM(2006) 9) πρέπει να προωθήσει ακόμη περισσότερο την καθιέρωση ολοκληρωμένου συστήματος εσωτερικού ελέγχου.

Καθυστερήσεις στην παρακολούθηση των διαπιστώσεων ελέγχου του Συνεδρίου εκ μέρους της Επιτροπής

Σε γενικές γραμμές, η Επιτροπή έχει βελτιώσει την παρακολούθηση που πραγματοποιεί σχετικά με τις διαπιστώσεις ελέγχου του Συνεδρίου, μολονότι συνεχίζεται η ύπαρξη καθυστερήσεων (σημεία 6.46-6.47).

(Βλέπε επίσης ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002, σημεία 5.44 έως 5.52· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 5.63 έως 5.65· ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημείο 5.46).

Η Επιτροπή έχει καθιερώσει βάση δεδομένων για την παροχή συνδρομής στη δραστηριότητα παρακολούθησής της.

Η Επιτροπή πρέπει να επιζητήσει τη διασφάλιση συνολικής παρακολούθησης, αποφεύγοντας αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

Η Επιτροπή προσπαθεί να αξιοποιήσει τα πορίσματα του Συνεδρίου το ταχύτερο δυνατό.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Εσωτερικές πολιτικές συμπεριλαμβανομένης της έρευνας

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια του ελέγχου

Νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων

Δήλωση διογκωμένων εξόδων

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Σύστημα πιστοποίησης των ελέγχων σχετικά με το έκτο ΠΠ

Κατασταλτικοί δημοσιονομικοί έλεγχοι της Επιτροπής

Εποπτεία των εθνικών οργανισμών στον τομέα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού

Συμπεράσματα και συστάσεις

Ειδικές εκθέσεις που εκδόθηκαν μετά την τελευταία ετήσια έκθεση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

7.1.

Ο τομέας του προϋπολογισμού των εσωτερικών πολιτικών (ΕΠ), ο οποίος καλύπτει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ενιαίας αγοράς, συνεπήχθη, το 2005, την ανάληψη υποχρεώσεων ύψους 9 549 εκατομμυρίων ευρώ (βλέπε παράσταση 7.1 ) και την πραγματοποίηση πληρωμών ύψους 7 972 εκατομμυρίων ευρώ (βλέπε παράσταση 7.2 ). Πάνω από το ήμισυ των πληρωμών αφορούσε την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (Ε & ΤΑ).

 

7.2.

Η Επιτροπή ασκεί απευθείας τη διαχείριση της πλειονότητας των δράσεων που εμπίπτουν στις ΕΠ (1). Κατά γενικό κανόνα, οι δράσεις στο πλαίσιο των ΕΠ τίθενται σε εφαρμογή μέσω πολυετών προγραμμάτων, που αποσκοπούν στη χορήγηση επιχορηγήσεων σε δικαιούχους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Οι επιχορηγήσεις καταβάλλονται συνήθως με τη μορφή προπληρωμών και επακολουθούν ενδιάμεσες και τελικές πληρωμές, βασιζόμενες κυρίως στην εκταμίευση των εξόδων που δηλώνουν οι δικαιούχοι. Ο κύριος εγγενής κίνδυνος όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων συνίσταται στο ότι οι δικαιούχοι ενδέχεται να διογκώνουν τα έξοδα στις δηλώσεις που υποβάλλουν λόγω, εν μέρει, των περίπλοκων κανονιστικών και συμβατικών διατάξεων, όπως οι ανεπαρκώς εναργείς ορισμοί σχετικά με τα επιλέξιμα έξοδα. Η έλλειψη επαρκών μηχανισμών επιβολής κυρώσεων επαυξάνει τον κίνδυνο.

7.2.

Η Επιτροπή έλαβε ήδη μέτρα για να περιορίσει περισσότερο τους εγγενείς κινδύνους σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων, για παράδειγμα στις προτάσεις σχετικά με το έθδομο πρόγραμμα πλαίσιο έρευνας· ωστόσο, ένα σύστημα που βασίζεται στην επιστροφή του πραγματικού κόστους παραμένει πολύπλοκο. Διατίθεται μεγάλος αριθμός κατευθυντηρίων γραμμών για τη μεγαλύτερη δυνατή παροχή συμβουλών και συνδρομής στους συμμετέχοντες.

Εισήχθησαν πιο αποτρεπτικές κυρώσεις. Προτάθηκαν επίσης τροποποιήσεις για την απλούστευση του δημοσιονομικού κανονισμού και των λεπτομερειών εφαρμογής του, γεγονός που θα συμβάλλει στη μείωση της πολυπλοκότητας.

7.3.

Το περιβάλλον του είδους αυτού απαιτεί τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων σε επίπεδο Επιτροπής. Οι διαδικασίες που εφαρμόζει η Επιτροπή συνίστανται, κυρίως, σε δειγματοληπτικούς ελέγχους των δηλώσεων εξόδων, πριν από την πραγματοποίηση της πληρωμής, καθώς και σε δημοσιονομικούς ελέγχους σε επίπεδο τελικού δικαιούχου, μετά την πραγματοποίηση της πληρωμής. Στο πλαίσιο διαφόρων προγραμμάτων απαιτείται οι δηλώσεις εξόδων (2) που υποβάλλουν οι δικαιούχοι να πιστοποιούνται από ανεξάρτητο ελεγκτή. Η Επιτροπή, από το 2003 και εξής, άρχισε την εφαρμογή σχεδίων δράσης που αποσκοπούσαν στη μείωση του κινδύνου της υποβολής δηλώσεων με υπερεκτίμηση των εξόδων.

 

Image

Image

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εμβέλεια του ελέγχου

7.4.

Ο έλεγχος εστιάστηκε στα ακόλουθα:

α)

σε δείγμα αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών που εγκρίθηκαν το 2005·

β)

στα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή για τη μείωση της υποβολής δηλώσεων με διογκωμένα έξοδα·

γ)

στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν ορισμένα συστήματα εποπτείας και ελέγχου κατ’ επιλογή:

το σύστημα πιστοποιητικών ελέγχου που θεσπίστηκε για το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης (έκτο ΠΠ),

ανάλυση της εξέλιξης των κατασταλτικών δημοσιονομικών ελέγχων της Επιτροπής στον τομέα των ΕΠ και εξέταση του καθήκοντος κατασταλτικού ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Πολιτισμού (ΓΔ EAC) και της Γενικής Διεύθυνσης Επιχειρήσεις και Βιομηχανία (ΓΔ ENTR),

τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της ΓΔ EAC για τις δράσεις που υλοποιούν εθνικοί οργανισμοί (ΕΟ).

 

Νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων

7.5.

Το Συνέδριο εξέτασε δείγμα 11 αναλήψεων υποχρεώσεων και 69 πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν από την Επιτροπή κατά το 2005. Σχετικά με 22 πληρωμές, η εξέταση της νομιμότητας και κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων επεκτάθηκε προκειμένου να συμπεριλάβει έλεγχο σε επίπεδο τελικού δικαιούχου. Επίσης, το Συνέδριο διενήργησε δειγματοληπτικό έλεγχο σε 13 από αυτές τις πληρωμές προκειμένου να αξιολογήσει το σύστημα πιστοποιητικών ελέγχου.

 

Επίπεδο σημαντικότητας των σφαλμάτων σχετικά με τα έξοδα που δήλωσαν οι δικαιούχοι

7.6.

Tο Συνέδριο επισήμανε ότι τα τρία τέταρτα των πράξεων που ελέγχθηκαν σε επίπεδο τελικού δικαιούχου, εμφανίζουν, γενικώς, σημαντικό επίπεδο σφαλμάτων. Τα είδη των σφαλμάτων που παρατηρήθηκαν συχνότερα ήταν τα ακόλουθα:

7.6.

Η Επιτροπή ελέγχει τα ευρήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς τους δικαιούχους και αν χρειαστεί, θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα τόσο για τους συγκεκριμένους δικαιούχους όσο και στο επίπεδο των συστημάτων.

α)

έλλειψη δικαιολογητικών, ιδίως όσον αφορά το χρόνο εργασίας που καταλογίστηκε ή διπλός καταλογισμός εξόδων·

α)

Οι συμβατικές διατάξεις προβλέπουν ότι όλες οι δηλώσεις δαπανών πρέπει να αιτιολογούνται κατάλληλα από τους συμβαλλόμενους. Η Επιτροπή θα μελετήσει τα αποτελέσματα λαμβάνοντας υπόψη όλες τις αποδείξεις για την καταγραφή του χρόνου εργασίας.

β)

χρήση μέσων ποσοστών για τις δαπάνες προσωπικού, γεγονός που αποκλίνει αισθητά από τα πραγματικά έξοδα·

β)

Οι έλεγχοι της Επιτροπής σε παρόμοιες συμβάσεις δίνουν τα ίδια αποτελέσματα: παρατηρούνται αποκλίσεις τόσο πάνω όσο και κάτω από τα συνήθη ποσοστά. Τα μέσα ποσοστά μπορούν να γίνουν δεκτά υπό τον όρο ότι υπολογίζονται βάσει συνεπούς μεθοδολογίας που να μην παράγει συστηματικά υψηλότερα μέσα ποσοστά από το πραγματικό κόστος.

γ)

αδικαιολόγητος καταλογισμός έμμεσων εξόδων στη δράση·

γ)

Βάσει των εξηγήσεων των ενδιαφερομένων δικαιούχων, η Επιτροπή θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα.

δ)

αιτήσεις απόδοσης εξόδων που δεν πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας.

δ)

Η Επιτροπή θα εξετάσει τα ευρήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα.

Συχνή έλλειψη αξιόπιστου συστήματος καταγραφής του χρόνου

7.7.

Σχετικά με 5 από τις 22 πληρωμές που ελέγχθηκαν σε επίπεδο δικαιούχου, το Συνέδριο διατύπωσε επιφυλάξεις όσον αφορά την ποιότητα των δελτίων καταγραφής του χρόνου εργασίας. Στις περιπτώσεις αυτές, θα μπορούσε να απορριφθεί ένα μέρος ή το σύνολο των δαπανών προσωπικού που δηλώθηκαν. Το κανονιστικό πλαίσιο ορίζει ότι όλες οι δαπάνες προσωπικού που πραγματοποιήθηκαν και καταλογίστηκαν πρέπει να τεκμηριώνονται (3). Ωστόσο, οι συμβάσεις επιχορήγησης δεν περιέχουν σαφείς διατάξεις σχετικά με τον τρόπο εκπλήρωσης αυτής της υποχρέωσης. Όπως εισηγήθηκε το Συνέδριο στη γνωμοδότησή του αριθ. 1/2006 σχετικά με το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και ανάπτυξης (4), έχει ουσιαστική σημασία να προβλέπουν σαφώς οι συμβάσεις επιχορήγησης την υποχρέωση τεκμηρίωσης του χρόνου εργασίας του προσωπικού που εμπλέκεται στη δράση.

7.7.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι νομικές και συμβατικές απαιτήσεις για την τεκμηρίωση των δαπανών προσωπικού είναι σαφείς και επαρκείς και τα θέματα σχετικά με την αξιόπιστη καταγραφή του χρόνου εργασίας φαίνονται ανεξάρτητα από το επίπεδο λεπτομέρειας των συμβατικών διατάξεων.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να δείξει ευελιξία και να επιτρέψει τη χρήση ισοδύναμων εναλλακτικών λύσεων για τη λογιστική απεικόνιση του κόστους των συμμετεχόντων και θα διασαφηνίσει τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την καταγραφή του χρόνου εργασίας.

7.8.

Με την πάροδο των ετών και με την εφαρμογή διαφόρων προγραμμάτων στον τομέα των ΕΠ, η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την εφαρμογή, από τους δικαιούχους, αξιόπιστου συστήματος για την καταχώριση των δαπανών προσωπικού. Το Συνέδριο, στη γνωμοδότησή του αριθ. 1/2006, εξηγούσε υπό ποίους όρους και σε ποιες περιπτώσεις η απόδοση των εξόδων θα μπορούσε, στον τομέα των ερευνών, να αντικατασταθεί με τη χρηματοδότηση με κατ' αποκοπή ποσά. Λαμβανομένων υπόψη των πλεονεκτημάτων που παρέχει ένα σύστημα χρηματοδότησης που βασίζεται στα αποτελέσματα σχετικά με την επιστημονική υπευθυνότητα για τα ερευνητικά προγράμματα, το Συνέδριο ενθάρρυνε επίσης την Επιτροπή να εξακολουθήσει τους προβληματισμούς της σχετικά με την ευρύτερη χρήση της χρηματοδότησης με κατ’ αποκοπή ποσά.

7.8.

Η Επιτροπή μπορεί να διευκρινίσει τους στόχους που πρέπει να πετύχουν οι δικαιούχοι, αλλά δεν μπορεί να διασφαλίσει απολύτως την αξιοπιστία πολλών χιλιάδων συστημάτων που εφαρμόζουν οι δικαιούχοι. Ο ρεαλιστικός στόχος είναι να μειωθεί ο κίνδυνος παρανομίας και παρατυπίας στον τομέα σε αποδεκτά επίπεδα. Η πρόοδος θα συνεχιστεί στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης της Επιτροπής για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου [COM(2006) 9 της 17ης Ιανουαρίου 2006].

Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για την ενθάρρυνση του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οποιαδήποτε μετάβαση σε συστήματα που βασίζονται στην εκτεταμένη χρήση πινάκων μοναδιαίου κόστους ή κατ' αποκοπή ποσών πρέπει να προετοιμαστεί προσεκτικά και να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε βάθος προηγουμένως. Για παράδειγμα, ένα σύστημα που θα βασιζόταν στα κατ' αποκοπή ποσά δημιουργεί άλλα προβλήματα παρακολούθησης σ' ότι αφορά ειδικότερα την αντιμετώπιση των πληρωμών αν τα προβλεπόμενα αποτελέσματα δεν επιτευχθούν ή επιτευχθούν μόνο εν μέρει. Όπως αναφέρεται στην συγκεφαλαιωτική έκθεση των επιτευγμάτων της Επιτροπής όσον αφορά τη διαχείριση του 2005 [COM(2006) 277 τελικό], η Επιτροπή θα αναπτύξει τη χρήση απλουστευμένων μηχανισμών χρηματοδότησης όπως τα κατ' αποκοπή ποσά, οι πίνακες μοναδιαίου κόστους και τα μέσα ποσοστά, περιλαμβανομένων και στο πλαίσιο των κανόνων συμμετοχής που προτείνονται για το έθδομο ΠΠ.

Σφάλματα που διέπραξε η Επιτροπή κατά την εφαρμογή των κανόνων του προγράμματος

7.9.

Tο Συνέδριο εντόπισε ορισμένα σφάλματα που διέπραξε η Επιτροπή κατά την εφαρμογή των κανόνων του προγράμματος στην περίπτωση 13 από τις 69 πληρωμές που ελέγχθηκαν. Σχετικά με μία πράξη ΔΕΔ-Μ, η συνεισφορά της ΕΕ ανερχόταν σε 50 %, αντί του ανωτάτου ορίου του 10 % που όριζαν οι κανόνες, γεγονός που είχε ως συνέπεια την καταβολή αχρεωστήτως ποσού ύψους 146 εκατομμυρίων ευρώ. Δύο άλλες πράξεις (συνολικού ύψους 78 εκατομμυρίων ευρώ), αφορούσαν χρηματοδοτικές συνδρομές στην Κοινή Επιχείρηση Galileo. Το Συνέδριο παρατηρεί ότι οι εν λόγω πληρωμές έλαβαν τη μορφή εισφορών σε κεφάλαιο, σύμφωνα με το καταστατικό της Κοινής Επιχείρησης Galileo [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 876/2002 του Συμβουλίου], ενώ η διαχείρισή τους ομοίαζε με εκείνη των επιχορηγήσεων των ΔΕΔ-Μ, παρά το γεγονός ότι η νομική βάση των ΔΕΔ-Μ δεν επιτρέπει εισφορές σε κεφάλαιο.

7.9.

Δύο από τα σφάλματα που διαπίστωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι αποτέλεσμα ανεπαρκειών στη διαχείριση των τροποποιήσεων της σύμβασης. Για δύο επιπλέον περιπτώσεις, η Επιτροπή δεν συμφωνεί σχετικά με το επίπεδο της κοινοτικής συνεισφοράς που ισχύει για τον ελεγχθέντα δικαιούχο.

Η πράξη ΔΕΔ-Μ αφορά το σχέδιο ERTMS (5) για το οποίο, μεταξύ του 1995 και 2003, χορηγήθηκε σύνολο 182,7 εκατ. ευρώ με 10 μεταγενέστερες αποφάσεις της Επιτροπής, το οποίο κάλυπτε 50 % του σχετικού κόστους μελετών. Οι εν λόγω 10 αποφάσεις της Επιτροπής αναφέρουν σαφώς ότι έχουν ως αντικείμενο μελέτες που μπορούν να επωφεληθούν από ποσοστό συγχρηματοδότησης το οποίο μπορεί να φθάσει το 50 % του κόστους, εφόσον η συνολική ενίσχυση για όλη τη διάρκεια του σχεδίου δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κόστους του σχεδίου.

Σύμφωνα με την ερμηνεία από την Επιτροπή των ισχυόντων κανόνων, ένα σχέδιο περιλαμβάνει το σύνολο του σταδίου ανάπτυξης μετά το στάδιο μελέτης. Το σύστημα ERTMS δεν μπορεί να αναπτυχθεί μεμονωμένα και η Επιτροπή υπέδειξε μάλιστα έναν ευρωπαίο συντονιστή για το στάδιο αυτό. Το κόστος του σχεδίου εκτιμήθηκε έτσι σε 5 δις ευρώ [COM(2005) 298]. Το ποσό για τις μελέτες βρίσκεται εντός του ανωτάτου ορίου του 10 %.

Εφαρμόζοντας τα λογιστικά πρότυπα IPSAS, η Επιτροπή έχει τον κοινό έλεγχο της κοινής επιχείρησης GJU αλλά δεν κατέχει μετοχές της οντότητας που αποτελεί συνεπώς μία «οντότητα που ελέγχεται από κοινού». Η Επιτροπή εκτιμά ότι το γεγονός αυτό και άλλα επιχειρησιακά επιχειρήματα της επιτρέπουν να επιβεβαιώσει τα χαρακτηριστικά της χρηματοδοτικής ενίσχυσης της ΕΕ.

7.10.

Με τους ελέγχους που διενήργησε το Συνέδριο σε δείγμα πληρωμών αποκαλύφθηκε ότι ένδεκα πληρωμές πραγματοποιήθηκαν με καθυστέρηση. Με την ανάλυση των στατιστικών σχετικά με τις καθυστερημένες πληρωμές που αναφέρθηκαν από πέντε γενικές διευθύνσεις αποκαλύφθηκε ότι η ΓΔ EAC δεν διέθετε στατιστικές του είδους αυτού, σχετικά με τη Γενική Διεύθυνση Έρευνας (ΓΔ RTD) και τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνίας της Πληροφορίας και Μέσων Επικοινωνίας (ΓΔ INFSO), η κατάσταση βελτιώθηκε κατά την τελευταία τριετία και σχετικά με τη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και Μεταφορών (ΓΔ TREN) και τη Γενική Διεύθυνση ENTR η κατάσταση επιδεινώθηκε σε σύγκριση με το 2003.

7.10.

Καθυστερήσεις στην ανάπτυξη του συστήματος πληροφοριών διαχείρισης της ΓΔ EAC οδήγησαν σε καθυστέρηση της διάθεσης αξιόπιστων στατιστικών το 2005.

Στις ΓΔ ENTR και TREN η επίδοση του 2005 επηρεάστηκε από ένα συνδυασμό παραγόντων όπως η σημαντική αναδιοργάνωση των ΓΔ και η ακατάλληλη καταγραφή των ανακλήσεων εγκρίσεων και των περιόδων πληρωμής. Το 2006, η κατάσταση βελτιώνεται χάρη σε διορθωτικά μέτρα.

Δήλωση διογκωμένων εξόδων

Έλλειψη σαφούς στρατηγικής για το συντονισμό των υφιστάμενων ελέγχων

7.11.

Η Επιτροπή δεν διαθέτει σαφή μέθοδο ή στρατηγική σχετικά με το συντονισμό των βασικών διαδικασιών ελέγχου, όπως είναι η χρήση των πιστοποιητικών ελέγχου, ο έλεγχος βάσει εγγράφων των αιτήσεων απόδοσης εξόδων (βασικοί ή εμπεριστατωμένοι έλεγχοι βάσει εγγράφων) και οι έλεγχοι επιτόπου, προκειμένου να μειωθεί η δήλωση υπέρογκων εξόδων στις αιτήσεις απόδοσής τους και δεν παραβάλλει τα έξοδα των ελέγχων με τα οφέλη που αυτοί παρέχουν.

7.11.

Το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου της 17ης Ιανουαρίου 2006 καθορίζει τις δράσεις που πρέπει να αναλάβει η Επιτροπή και οι υπηρεσίες της, με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας πιστοποίησης των εσωτερικών ελέγχων, τον καθορισμό κατευθυντηρίων γραμμών για την δειγματοληψία των επιτόπιων ελέγχων και την προσφυγή σε εξωτερικούς ελεγκτές. Το σχέδιο δράσης προβλέπει επίσης τη βελτιωμένη παρουσίαση των στρατηγικών ελέγχου και την εκτίμηση από επαγγελματίες ώστε να διασφαλιστεί η εναρμόνιση σε πολιτικό επίπεδο. Συμφωνήθηκε η εκπόνηση εξαμηνιαίων εκθέσεων δραστηριότητας προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Έλλειψη αξιόπιστων δεικτών σχετικά με τις δηλώσεις διογκωμένων εξόδων

7.12.

Η Επιτροπή δεν διαθέτει αξιόπιστη σειρά δεικτών για την παρακολούθηση της επίπτωσης της διόγκωσης των εξόδων στις δηλώσεις και του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα σχετικά συστήματα ελέγχου. Οι μόνοι δείκτες που υπάρχουν βασίζονται στους συντελεστές προσαρμογής που απορρέουν από τους κατασταλτικούς ελέγχους. Δεν υπάρχει κοινή προσέγγιση σχετικά με την αναφορά των συντελεστών προσαρμογής, τα δε δείγματα δεν είναι αντιπροσωπευτικά. Κατά συνέπεια, το Συνέδριο δεν μπορεί να αποκομίσει βεβαιότητα από τους δείκτες της Επιτροπής σχετικά με την αποτελεσματικότητα των συστημάτων ελέγχων όσον αφορά τη διόγκωση των δαπανών στις δηλώσεις (6).

7.12.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα αποτελέσματα των εκ των υστέρων ελέγχων αποτελούν τους πιο αξιόπιστους δείκτες γιατί μόνο ένας επιτόπιος πλήρης έλεγχος μπορεί να καθορίσει με βεβαιότητα την επιλεξιμότητα των δηλώσεων δαπανών και τη συμβατότητά τους με τις διατάξεις της σύμβασης. Το 2005, αναπτύχθηκε μία κοινή μέθοδος από τις υπηρεσίες της Επιτροπής στον τομέα της έρευνας βάσει της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης της Επιτροπής του 2004 για την εναρμόνιση της εκτίμησης των σφαλμάτων που εμφανίζονται κατά την εκτέλεση του προγράμματος από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Στο σχέδιο δράσης για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου θα αναφερθούν βελτιώσεις ως προς την αντιπροσωπευτικότητα της δειγματοληψίας.

Ανεπαρκής εφαρμογή των σχεδίων δράσης

7.13.

Όπως διευκρινίστηκε στην παράγραφο 7.3, η Επιτροπή θέσπισε σχέδια δράσης, προορισμός των οποίων ήταν η μείωση της διόγκωσης των εξόδων στις δηλώσεις. Οι παρακάτω βασικές πλευρές των σχεδίων δεν εκτελέστηκαν κατά τρόπο ικανοποιητικό:

7.13.

 

α)

αύξηση του αριθμού των «ελέγχων βάσει εγγράφων», συμπεριλαμβανομένων των δειγματοληπτικών ελέγχων σε επιπλέον απαιτούμενα δικαιολογητικά (όπως δελτία καταγραφής του χρόνου ή τιμολόγια)·

α)

Μολονότι μπορεί να ληφθεί συμπληρωματική εξασφάλιση, το εύρος και η έκταση των επιτόπιων ελέγχων παραμένουν περιορισμένα. Η εφαρμογή τους για το πέμπτο ΠΠ πραγματοποιείται κατά περίπτωση βάση απόφασης του διατάκτη και λαμβάνοντας υπόψη τους διαθέσιμους πόρους.

β)

αύξηση του αριθμού των ελέγχων επιτόπου (βλέπε σημεία 7.19 έως 7.20)·

β)

Το 2005 πρέπει να θεωρηθεί ατυπικό για τους λόγους που αναπτύχθηκαν στην απάντηση στα σημεία 7.19-7.20 Για το πέμπτο ΠΠ η Επιτροπή αύξησε το συνολικό αριθμό ελέγχων των συμμετεχόντων σε σχέση με τα προηγούμενα προγράμματα πλαίσια.

γ)

ανάπτυξη εναρμονισμένης μεθοδολογίας για την επιλογή των κατασταλτικών ελέγχων καθώς και την κατάρτιση των σχετικών εκθέσεων (βλέπε σημείο 7.12)·

γ)

Θα αναπτυχθούν κοινές αρχές για τις στρατηγικές ελέγχου στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης της Επιτροπής για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου. Σήμερα, αναπτύσσεται μια κοινή πολιτική εσωτερικού ελέγχου για τις ΓΔ Έρευνα στο πλαίσιο της «οικογένειας έρευνα» και η ΓΔ ENV καταρτίζει ένα σχέδιο εκ των υστέρων ελέγχων καθώς και ένα κατάλογο εφεδρικών ελέγχων για κάθε έτος. Το σχέδιο ελέγχων βασίζεται σε εσωτερικά κριτήρια αξιολόγησης του κινδύνου και λαμβάνει υπόψη τις αιτήσεις ελέγχου των επιχειρησιακών μονάδων και αποστέλλεται στις μονάδες αυτές, μετά την έγκρισή του, για ενημέρωση.

δ)

εφαρμογή κοινού συστήματος πληροφορικής για το έκτο ΠΠ (7)

δ)

Τα συστήματα πληροφορικής της Επιτροπής για τη διαχείριση του έκτου ΠΠ στηρίζουν τη διαχείριση των σχεδίων έρευνας στις ΓΔ Έρευνα σεβόμενα την οργάνωση των υπηρεσιών της Επιτροπής. Οι εργασίες συνεχίζονται στον τομέα αυτό.

ε)

απλούστευση της δημοσιονομικής διαχείρισης των ΠΠ στον τομέα της έρευνας (βλέπε σημείο 7.16).

ε)

Η απλούστευση παραμένει κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος και δράσης για την Επιτροπή. Στο έθδομο ΠΠ, εισάγονται μέτρα που περιλαμβάνουν την ευρεία χρήση της χρηματοδότησης με ποσά κατ' αποκοπή, ένα κοινό γραφείο ηλεκτρονικής καταγραφής των κυριότερων, νομικών, διοικητικών και οικονομικών στοιχείων των συμμετεχόντων, την απλουστευμένη παρουσίαση των δηλώσεων δαπανών βάση της συνήθους λογιστικής των συμβαλλομένων, καθώς και διαχειριστικές πρακτικές και αρχές.

(Βλέπε επίσης σημείο 7.16).

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

7.14.

Η συχνότητα και το επίπεδο σημαντικότητας των σφαλμάτων, που προέρχονται κυρίως από περίπλοκες συμβατικές διατάξεις και κατευθυντήριες οδηγίες, καθώς και από τον εγγενή σημαντικό κίνδυνο της δήλωσης διογκωμένων εξόδων, καταδεικνύει τη σπουδαιότητα της διενέργειας αποτελεσματικών ελέγχων σε επίπεδο Επιτροπής. Ωστόσο, με τον έλεγχο που διενήργησε το Συνέδριο στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου αποκαλύφθηκαν αδυναμίες στους εξής τομείς:

α)

στο σύστημα πιστοποίησης των ελέγχων για το έκτο ΠΠ·

β)

στους κατασταλτικούς δημοσιονομικούς ελέγχους της Επιτροπής στο σύνολο του τομέα των εσωτερικών πολιτικών·

γ)

στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου των εθνικών οργανισμών στον τομέα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού.

7.14.

Βλ. απάντηση στο σημείο 7.2.

Σχετικά με τις λεπτομερείς παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βλέπε τις απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 7.16 ως 7.27.

Σύστημα πιστοποίησης των ελέγχων σχετικά με το έκτο ΠΠ

7.15.

Βασικό έλεγχο, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή στο πλαίσιο του έκτου ΠΠ με σκοπό τη μείωση της δήλωσης διογκωμένων εξόδων, αποτελεί η υποχρέωση πιστοποίησης, από ανεξάρτητο ελεγκτή ή από αρμόδια δημόσιο υπάλληλο στην περίπτωση ορισμένων δημόσιων φορέων, των αιτήσεων απόδοσης εξόδων σχετικά με τις ενδιάμεσες και/ή τις τελικές πληρωμές (8). Το Συνέδριο ανέλυσε αυτό το σύστημα πιστοποίησης, προκειμένου να αξιολογήσει τη συμβολή του στην παροχή βεβαιότητας σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων.

 

Η πολυπλοκότητα των δημοσιονομικών διατάξεων για το έκτο ΠΠ πλήττει το σύστημα πιστοποίησης των ελέγχων

7.16.

Τα συστήματα χρηματοδότησης του έκτου ΠΠ εξακολουθούν να είναι πολύπλοκα. Οι συμβατικές διατάξεις είναι ιδιαίτερα γενικές και όχι αρκετά σαφείς, ιδίως όσον αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας και την ανεξαρτησία των αρμόδιων για την πιστοποίηση ελεγκτών (ιδίως των αρμόδιων δημοσίων υπαλλήλων), καθίστανται δε ακόμη πιο πολύπλοκες λόγω περίπλοκων μη δεσμευτικών κατευθυντήριων οδηγιών. Η Επιτροπή δημοσίευσε τις κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τα πιστοποιητικά ελέγχου μόνον αφού είχε ήδη υποβληθεί σημαντικό μέρος των πιστοποιητικών ελέγχου. Συνολικά, αυτό δημιούργησε αβεβαιότητα μεταξύ δικαιούχων και ελεγκτών σχετικά με τους ισχύοντες κανόνες.

7.16.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι συμβατικές διατάξεις, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών σχετικά με τα κριτήρια επιλεξιμότητας, είναι επαρκώς σαφείς και ότι οι συμμετέχοντες μπορούν να αναζητήσουν συμπληρωματική συνδρομή για την ερμηνεία αυτών των διατάξεων στον οδηγό για δημοσιονομικά θέματα. Ο εν λόγω οδηγός περιλαμβάνει ορισμένες πτυχές σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών ελέγχου. Ένας μεγάλος αριθμός συμβάσεων του έκτου ΠΠ δεν απαιτεί πιστοποιητικά παρά στο τέλος του σχεδίου.

Η Επιτροπή δεσμεύτηκε (9) να απλουστεύσει το κανονιστικό πλαίσιο και να διασαφηνίσει τη χρήση των πιστοποιητικών ελέγχου. Αυτό θα γίνει βάση της κτηθείσας πείρας.

Μεγάλη συχνότητα σημαντικών σφαλμάτων παρά την έκδοση πιστοποιητικών ελέγχου χωρίς επιφύλαξη

7.17.

Tο Συνέδριο διενήργησε έλεγχο σε 16 αιτήσεις απόδοσης εξόδων, για τις οποίες είχε εκδοθεί πιστοποιητικό χωρίς επιφύλαξη. Στα δύο τρίτα των περιπτώσεων, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι οι εν λόγω αιτήσεις απόδοσης πλήττονταν σημαντικά από σφάλματα, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονταν με τις δαπάνες προσωπικού και τα σχετικά γενικά έξοδα. Ωστόσο, αυτό το μέσο ελέγχου δεν μπορεί ακόμη να παράσχει επαρκή βεβαιότητα σχετικά με τα έξοδα των οποίων ζητείται η απόδοση (10) (βλέπε παράρτημα 7.2 σχετικά με τη γενική αξιολόγηση του συστήματος πιστοποίησης ελέγχων).

7.17.

Τα ποσοστά σφαλμάτων που διαπιστώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο στις 16 δηλώσεις δαπανών που εξετάστηκαν είναι σαφώς χαμηλότερα απ' ότι στους προηγούμενους ελέγχους μη πιστοποιηθεισών δηλώσεων δαπανών.

Βάσει των ευρημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την αξιολόγηση του συστήματος πιστοποίησης που βασίζεται στην εκ των υστέρων δραστηριότητα και την έρευνα της Επιτροπής, η τελευταία θα βελτιώσει το σύστημα πιστοποίησης των ελέγχων στο μέτρο του δυνατού. Θα συνεχίσει να αξιολογεί και να ελέγχει την αξιοπιστία του συστήματος πιστοποίησης των ελέγχων αφού αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της κοινής στρατηγικής ελέγχου για το έκτο ΠΠ.

Κατασταλτικοί δημοσιονομικοί έλεγχοι της Επιτροπής

7.18.

Ορισμένα είδη σφαλμάτων δεν μπορούν να εντοπιστούν παρά μόνο σε επίπεδο τελικού δικαιούχου. Κατά συνέπεια, πρέπει να διενεργείται επαρκής αριθμός ελέγχων επιτόπου, προκειμένου να εντοπίζονται και να διορθώνονται οι δηλώσεις διογκωμένων εξόδων και να αποκομίζεται βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Για το λόγο αυτό, το Συνέδριο ανέλυσε τις πληροφορίες σχετικά με τους κατασταλτικούς ελέγχους που διενεργήθηκαν από την Επιτροπή ή για λογαριασμό της και στο πλαίσιό τους εξετάστηκε ο τρόπος με τον οποίο η ΓΔ EAC και η ΓΔ ENTR διενεργούν τους κατασταλτικούς ελέγχους.

 

Σημαντική μείωση των κατασταλτικών ελέγχων που ολοκληρώθηκαν

7.19.

Παρά το γεγονός ότι το μέσο επίπεδο των δηλώσεων διογκωμένων εξόδων, που εντοπίστηκαν από τους κατασταλτικούς ελέγχους της Επιτροπής, εξακολουθεί να είναι σημαντικό, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι ο συνολικός αριθμός των κατασταλτικών ελέγχων που περατώθηκαν μειώθηκε από 491 ελέγχους το 2004 σε 267 το 2005 (βλέπε πίνακα 7.1 και παράρτημα 7.1 ). Κατά τη διάρκεια του 2005, υποβλήθηκε σε έλεγχο μόνο το 1 % του συνόλου των εκκρεμών συμβάσεων.

7.19.-7.20.

Η Επιτροπή χρειάστηκε να επανεξετάσει το συνολικό της στόχο για έλεγχο του 10 % των συμβαλλόμενων στο πέμπτο ΠΠ γιατί ο τελικός αριθμός των συμβαλλομένων που μπορούσαν να υποβληθούν σε έλεγχο στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος είναι πολύ υψηλότερος από ότι προβλεπόταν (βλέπε σημείο 6.20 της ετήσιας έκθεσης 2004). Δεύτερον, οι εκ των υστέρων έλεγχοι του 2005 κάλυψαν κυρίως πληρωμές του πέμπτου ΠΠ, και δεν προβλέπεται να μειωθεί ο αριθμός των δημοσιονομικών ελέγχων. Οι στατικές του πίνακα 7.1 αναφέρονται στους ελέγχους που ολοκληρώθηκαν και λόγω της αδυναμίας να διατεθεί ικανότητα εξωτερικού ελέγχου για ένα μεγάλο μέρος του 2004 και της καθυστέρησης που σημείωσε η εταιρία ελέγχου που μόλις αναδείχθηκε, το 2005 πρέπει να θεωρηθεί ως ατυπικό. Ωστόσο, το 2004 και το 2005 πραγματοποιήθηκε μεγάλος αριθμός ελέγχων.

Υπογράφηκε μία νέα σύμβαση πλαίσιο για τους ελέγχους του έκτου ΠΠ ώστε να υπάρξει κατάλληλη εξωτερική στήριξη στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων εσωτερικού ελέγχου για το έκτο ΠΠ [βλέπε σημείο 7.13. στοιχείο (β)]. Μία στρατηγική ελέγχου για το έκτο ΠΠ, περιλαμβανομένου και ενός συγκεκριμένου στόχου ελέγχου, βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης. Θα αναθεωρηθεί βάση των αποτελεσμάτων του ελέγχου, κριτηρίων κόστους/οφέλους, και ως στοιχείο της συνολικής στρατηγικής ελέγχου.

7.20.

Η μείωση του αριθμού των κατασταλτικών ελέγχων είναι σημαντικότερη στον τομέα της έρευνας, όπου από 313 το 2004 μειώθηκαν σε 68 το 2005 (βλέπε πίνακα 7.1 και παράρτημα 7.1 ). Η Επιτροπή υπολείπεται, ακόμα μια φορά, του στόχου της σχετικά με τον έλεγχο του 10 % των αντισυμβαλλομένων του πέμπτου ΠΠ και δεν έχει θέσει ακόμη συγκεκριμένο ελεγκτικό στόχο για το έκτο ΠΠ, παρότι το Συνέδριο της συνέστησε να το πράξει (11). Κατά τη διάρκεια του 2005, διενεργήθηκαν μόνον τρεις έλεγχοι σχετικά με τις συμβάσεις επιχορήγησης στο πλαίσιο του έκτου ΠΠ. Αυτό μειώνει τη δυνατότητα για τη λήψη εγκαίρως διορθωτικών μέτρων σχετικά με τους προβληματικούς τομείς και μειώνει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που απορρέει από τις ελεγκτικές δραστηριότητες της Επιτροπής.

 

Πίνακας 7.1 — Κατασταλτικοί έλεγχοι που ολοκληρώθηκαν το 2005

Γενική διεύθυνση

Αριθμός των ελέγχων που ολοκληρώθηκαν

Αριθμός των συμβάσεων που ελέγχθηκαν

Αριθμός των εκκρεμών συμβάσεων

Αξία των συμβάσεων που ελέγχθηκαν (εκατομμύρια ευρώ)

Αξία των εκκρεμών συμβάσεων (εκατομμύρια ευρώ)

Προσαρμογές των επιλέξιμων δαπανών υπέρ της Επιτροπής συνεπεία των ελέγχων

Ποσοστά % των ελεγχθεισών/εκκρεμών συμβάσεων

Σύνολο των προγραμμάτων

Ερευνητικά προγράμματα

2004

2005

2004

2005

2004

2005

2004

2005

2004

2005

2004

2005

2004

2005

2004

2005

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αξία (εκατ. ευρώ)

% της αξίας των συμβάσεων που ελέγχθηκαν

Αξία (εκατ. ευρώ)

% της αξίας των συμβάσεων που ελέγχθηκαν

 

 

AGRI — Γεωργία

5

7

 

 

6

20

245

153

16,18

22,67

42,54

35,48

0,00

0,0

1,68

7,4

2,4

13,1

EAC — Εκπαίδευση και Πολιτισμός

75

66

 

 

80

66

15 884

11 748

24,10

23,14

740,30

570,46

7,80

32,4

3,20

13,8

0,5

0,6

EMPL — Απασχόληση και Κοινωνικές Υποθέσεις

25

33

 

 

27

37

1 639

1 553

11,53

14,47

139,56

131,11

0,19

1,7

0,37

2,6

1,6

2,4

ENV — Περιβάλλον

42

44

 

 

73

49

1 748

1 774

35,07

68,60

385,87

431,30

1,18

3,4

0,47

0,7

4,2

2,8

JLS — Δικαιοσύνη, Ελευθερία και Ασφάλεια

8

11

 

 

47

46

901

1 055

28,60

17,90

117,00

177,00

2,53

8,8

1,10

6,1

5,2

4,4

SANCO — Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών

8

7

 

 

12

7

522

476

6,29

5,34

153,90

165,58

0,36

5,8

0,27

5,1

2,3

1,5

TREN — Ενέργεια και Μεταφορές (12)

54

16

53

7

81

20

1 077

1 099

87,09

21,49

689,41

899,46

9,95

1,8

0,85

0,0

7,5

1,8

ENTR — Επιχειρήσεις και Βιομηχανία

43

8

34

1

64

8

1 684

1 672

38,12

22,28

221,96

305,75

1,00

2,6

1,38

6,2

3,8

0,5

FISH — Αλιεία και Θάλασσα

18

11

15

7

41

29

238

239

12,23

50,25

270,01

174,51

1,16

9,5

1,39

2,8

17,2

12,1

INFSO — Κοινωνία της Πληροφορίας και Μέσα Επικοινωνίας (13)

95

41

93

30

230

83

2 320

5 727

115,37

57,75

1 745,00

2 030,00

8,20

7,1

5,17

8,9

9,9

1,4

RTD — Έρευνα

118

23

118

23

167

35

7 696

8 906

263,40

38,25

3 451,39

5 032,43

2,79

1,1

0,72

1,9

2,2

0,4

Σύνολο

491

267

313

68

828

400

33 954

34 402

637,99

342,15

7 956,94

9 953,07

35,16

5,5

16,59

4,8

2,4

1,2

Ανεπάρκειες στο πλαίσιο της παρακολούθησης των κατασταλτικών ελέγχων που διενεργήθηκαν από τη ΓΔ ΕΑC και τη ΓΔ ENTR

7.21.

Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, με τους κατασταλτικούς ελέγχους που περατώθηκαν από τη ΓΔ EAC κατά το 2005, αποκαλύφθηκε σημαντικός αριθμός δηλώσεων διογκωμένων εξόδων. Σε 41 από τους 62 ελέγχους που διενεργήθηκαν, εντοπίστηκαν μη επιλέξιμα έξοδα σημαντικού ύψους.

7.21.

Η ΓΔ EAC συνεχίζει την στρατηγικής σχετικά με τον έλεγχο προσφεύγοντας στις υπηρεσίες εξωτερικής εταιρίας ελέγχου. Έγινε αλλαγή του εξωτερικού συνεργάτη γιατί κατά την περίοδο αναφοράς διαπιστώθηκαν σημαντικές ανεπάρκειες στην εργασία που είχε πραγματοποιηθεί. Η ποιότητα των ελέγχων βελτιώθηκε σημαντικά χάρη στη συνεργασία του νέου εξωτερικού συνεργάτη. Έτσι, αναμένονται καλύτερα αποτελέσματα στο μέλλον.

7.22.

Το μέσο διάστημα που παρεμβλήθηκε μεταξύ της ημερομηνίας διενέργειας του ελέγχου και της τελικής έκθεσης ελέγχου, υπερέβη το ένα έτος. Εξάλλου, οι διαδικασίες σχετικά με την παρακολούθηση των ελέγχων ήταν ανεπαρκείς. Από τους 43 ελέγχους που ολοκληρώθηκαν κατά τη διάρκεια του 2004, με τους οποίους αποκαλύφθηκαν εισπρακτέα ποσά, σχετικά με 19 ελέγχους, στο τέλος του 2005, δεν είχε πραγματοποιηθεί ακόμη καμία ανάκτηση. Τόσο το Συνέδριο όσο και η Επιτροπή έχουν ήδη αναφερθεί στις ανεπάρκειες αυτές που πλήττουν τους κατασταλτικούς ελέγχους της ΓΔ EAC (14). Ωστόσο, αφότου διατυπώθηκαν οι παρατηρήσεις αυτές η κατάσταση δεν βελτιώθηκε σημαντικά.

7.22.

Η ΓΔ EAC τερμάτισε τη συνεργασία της με την εξωτερική εταιρία ελέγχου ιδίως λόγω της πολύ καθυστερημένης υποβολής των εκθέσεων. Η συνεργασία με το νέο συμβαλλόμενο απέδωσε καλύτερα αποτελέσματα σχετικά. Η ΓΔ EAC υπογραμμίζει ωστόσο, ότι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν συχνά σε «δύσκολους» δικαιούχους και δημιούργησαν αμφιβολίες κατά τη διάρκεια της συμβατικής περιόδου. Η νομική τους κατάσταση κατέστησε πολυπλοκότερη σε ορισμένες περιπτώσεις τη διαδικασία ανάκτησης. Η ΓΔ EAC καταρτίζει ένα σχέδιο δράσης για να βελτιώσει την κατάσταση.

7.23.

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι ο αριθμός των ελέγχων που είχε ολοκληρώσει η ΓΔ ENTR μειώθηκε από 43 το 2004 σε 8 το 2005, κυρίως λόγω λειτουργικών καθυστερήσεων κατά την εκτέλεση των σχεδιασθέντων ελέγχων. Η παρακολούθηση των ευρημάτων του ελέγχου ήταν, επίσης, ανεπαρκής. Όσον αφορά τους 32 ελέγχους που ολοκληρώθηκαν κατά το 2004, σχετικά με τους οποίους δεν είχαν εντοπιστεί ανακτήσιμα ποσά, σε 15 περιπτώσεις δεν είχε ληφθεί κανένα διορθωτικό μέτρο στο τέλος του 2005.

7.23.

Η μείωση του αριθμού ελέγχων που ολοκληρώθηκαν εξηγείται από τις καθυστερήσεις της εξωτερικής εταιρίας ελέγχου στην εκτέλεση των καθηκόντων της. Η ΓΔ διατήρησε το επίπεδο δραστηριότητάς της ως προς τους ελέγχους: πέρα από τους 8 ελέγχους που ολοκληρώθηκαν, 52 έλεγχοι βρίσκονταν σε διάφορα στάδια εκτέλεσης το 2005. Εξάλλου, από το ξεκίνημα του πέμπτου ΠΠ, η ΓΔ άρχισε ελέγχους για το 21 % των συμβαλλόμενων στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος.

Όσο για την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων του ελέγχου ελήφθησαν διορθωτικά μέτρα το 2005 που ενισχύθηκαν το 2006 ώστε να διασφαλιστεί η συστηματική και σωστή εφαρμογή των αποτελεσμάτων των ελέγχων.

Εποπτεία των εθνικών οργανισμών στον τομέα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού

7.24.

Η ΓΔ EAC αναθέτει την εκτέλεση ποσοστού άνω του 60 % (15) του προϋπολογισμού της σε ΕΟ. Η ΓΔ EAC, προκειμένου να παρέχει εύλογη βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων, οφείλει να παρακολουθεί τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των ΕΟ.

7.24.

Η ΓΔ EAC αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη ως προς την υποχρέωση εποπτείας του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου των εθνικών οργανισμών καταρτίζοντας και διασφαλίζοντας την παρακολούθηση ενός σχεδίου δράσης για τους εν λόγω ΕΟ, περιλαμβανομένων των ελέγχων του συστήματος του συνόλου των 99 ΕΟ στο τέλος της περιόδου 2004-2006.

Ανεπαρκείς προηγούμενοι έλεγχοι στα συστήματα ελέγχου των ΕΟ

7.25.

Ο δημοσιονομικός κανονισμός (ΔΚ) (16) ορίζει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να διενεργεί ελέγχους στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των ΕΟ, προτού τους ανατεθεί η εφαρμογή κοινοτικών δράσεων. Η ΓΔ EAC, στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας που συνέταξε για το 2003, διατύπωσε επιφύλαξη σχετικά με τη μη τήρηση αυτής της υποχρέωσης. Η ΓΔ EAC, προκειμένου να επανορθώσει αυτή την κατάσταση, κατάρτισε σχέδιο δράσης, στο οποίο προβλεπόταν, κατά την περίοδο 2004-2006, η διενέργεια 99 συστηματικών ελέγχων σε ΕΟ. Εφόσον το εν λόγω σχέδιο δράσης εξακολουθεί να εφαρμόζεται (ολοκληρώθηκαν 44 εκθέσεις ελέγχου), το Συνέδριο θεωρεί ότι η ΓΔ EAC εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται προς την απαίτηση του ΔΚ.

7.25.

Η ΓΔ EAC εξήγησε την έλλειψη επιφύλαξης για το 2004 στην απάντηση για την ανάλυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την ετήσια έκθεση δραστηριότητας. Η ΓΔ EAC εξέφρασε επιφύλαξη στην έκθεση 2005 σχετικά με τη διαχείριση των ΕΟ. Περιλαμβάνονται διατάξεις στη νομική βάση για τα νέα προγράμματα που καλύπτουν την περίοδο 2007-2013, οι οποίες επιτρέπουν στην Επιτροπή να διασφαλίσει εύλογα τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων που πραγματοποιήθηκαν από τους ΕΟ.

Οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι των συστημάτων ελέγχου δεν παρέχουν επαρκή βεβαιότητα

7.26.

Το Συνέδριο δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι έλεγχοι των συστημάτων περιλάμβαναν ελέγχους επιτόπου στα σχέδια που εφαρμόζουν οι δικαιούχοι κονδυλίων από ΕΟ. Αυτό περιορίζει τη βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων που μπορούν να παράσχουν οι εν λόγω έλεγχοι.

7.26.

Ενώ οι επιτόπιοι έλεγχοι δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των καθηκόντων του εξωτερικού ελεγκτή, οι οργανισμοί είναι συμβατικά υποχρεωμένοι να τους πραγματοποιούν. Στις περιπτώσεις που οι έλεγχοι του συστήματος αποκάλυψαν ανεπάρκειες σχετικά, ελήφθησαν διορθωτικά μέτρα. Εξάλλου, ο κατάλογος των καθηκόντων του εξωτερικού συμβαλλόμενου από τις αρχές του 2006, διευρύνθηκε και περιλαμβάνει πλέον τον έλεγχο των δραστηριοτήτων των εθνικών οργανισμών στον τομέα.

7.27.

Με την εξέταση από το Συνέδριο δείγματος εκθέσεων ελέγχου συστημάτων (17) αποκαλύφθηκαν ορισμένες ανεπάρκειες στις εν λόγω εκθέσεις, όπως μη ενδεδειγμένη ή ασυνεπής ταξινόμηση των ευρημάτων σε συνάρτηση με τη σπουδαιότητά τους, καθώς και ανεπαρκή μέτρα για τη θεραπεία των ανεπαρκειών που εντοπίστηκαν (βλέπε παράρτημα 7.2 για τη γενική αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής σχετικά με τους εθνικούς οργανισμούς).

7.27.

Το θέμα διασαφηνίστηκε με το νέο εξωτερικό συνεργάτη μετά από συζητήσεις σε βάθος. Θα τηρηθεί μια συμφωνία για τις εκθέσεις που δεν έχουν ακόμη καταρτισθεί. Σε ότι αφορά τις ανεπάρκειες που εντοπίστηκαν, η ΓΔ EAC λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.

Συμπεράσματα και συστάσεις

7.28.

Με τον έλεγχο του Συνεδρίου αποκαλύφθηκε μεγάλος αριθμός σημαντικών σφαλμάτων στις πληρωμές στους δικαιούχους, τα οποία πλήττουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων. Εξάλλου, με την αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής αποκαλύφθηκε ότι τα εν λόγω συστήματα δεν παρέχουν βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών.

7.28.

Λαμβανομένου υπόψη του απαγορευτικού κόστους που αντιπροσωπεύει ο επιτόπιος έλεγχος κάθε σχεδίου, η Επιτροπή πρέπει να ανεχθεί ένα ορισμένο περιθώριο σφάλματος, το επίπεδο του οποίου είναι αναλογικό με τη φύση της χορηγούμενης ενίσχυσης στο πλαίσιο των εσωτερικών πολιτικών. Οι γενικοί διευθυντές χρησιμοποιούν διάφορες πηγές πληροφοριών και δείκτες για να καταρτίσουν την ετήσια δήλωση αξιοπιστίας. Οι συγκεκριμένες πηγές και δείκτες θεωρήθηκαν επαρκείς για τη χορήγηση εύλογης βεβαιότητας (σε ορισμένες περιπτώσεις με επιφυλάξεις). Η εργασία συνεχίζεται με την βελτίωση του συστήματος συνολικού ελέγχου που περιλαμβάνει όλα τα μέρη (δικαιούχους, ανεξάρτητους ελεγκτές) στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ελέγχου.

7.29.

Tο Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή:

7.29.

 

να εξακολουθήσει τις προσπάθειες που καταβάλλει, προκειμένου να απλουστευθούν και να διευκρινιστούν περαιτέρω οι κανόνες που διέπουν τα προγράμματα επιμερισμένου κόστους, όσον αφορά τις ελάχιστες απαιτήσεις για την καταγραφή του χρόνου και, οσάκις είναι αναγκαίο, να επεκταθεί η χρήση της κατ' αποκοπήν χρηματοδότησης για τη μετάβαση σε σύστημα χρηματοδότησης βάσει αποτελεσμάτων (σημεία 7.7 και 7.8 και 7.16 και 7.17) (18),

Η Επιτροπή επιδιώκει την πραγματοποίηση αυτών των στόχων μέσω των εσωτερικών πολιτικών και προγραμμάτων της. Οι προτάσεις της για το έθδομο ΠΠ αναφέρουν ότι είναι δυνατό να γίνει μεγαλύτερη προσφυγή, ενδεχομένως, στα κατ' αποκοπή ποσοστά (περιλαμβανομένων των πινάκων μοναδιαίου κόστους) και τα κατ' αποκοπή ποσά σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό και τις λεπτομέρειες εφαρμογής του. Εξάλλου, οι συμφωνίες επιχορήγησης που θα εκπονηθούν για το πρόγραμμα πλαίσιο για την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα θα περιλαμβάνουν μία μέθοδο και τα μέσα στήριξής που θα επιτρέπουν στο δικαιούχο να δηλώνει τις δαπάνες προσωπικού του.

Η ΓΔ EAC σκοπεύει να επιτρέψει απλούς και σαφείς κανόνες που θα διέπουν την υλοποίηση των νέων προγραμμάτων μέσω της δημιουργίας μιας νομικής βάσης που θα προβλέπει επίσης την προσφυγή σε κατ' αποκοπή χρηματοδότηση, ενδεχομένως.

να εξασφαλίσει αυστηρή και ευαισθητοποιημένη ως προς το κόστος εφαρμογή των βασικών ελέγχων, προκειμένου να μειωθεί η υποβολή δηλώσεων με διογκωμένα έξοδα (σημεία 7.11 και 7.13),

Πρόκειται για το στόχο που καθορίζει ο οδικός χάρτης για το ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου που περιγράφεται στο σημείο 7.28.

να αυξήσει την εμβέλεια και να βελτιώσει την ποιότητα και την παρακολούθηση των ελέγχων συστημάτων των ΕΟ (σημεία 7.24 και 7.27),

Η ΓΔ EAC έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για να βελτιώσει τη συνολική ποιότητα του τρέχοντος συστήματος επιθεώρησης των εθνικών οργανισμών που εργάζονται στο πλαίσιο των σημερινών προγραμμάτων. Τα νέα προγράμματα για την περίοδο 2007-2013 λαμβάνουν ήδη υπόψη τις συστάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον καθορισμό της υλοποίησης.

προσεκτική εξέταση της νομικής μορφής των Κοινών Επιχειρήσεων προκειμένου 1. να τους παρέχεται η δυνατότητα να επωφελούνται από σταθερά συστήματα χρηματοδότησης και 2. να καθίσταται δυνατή η ορθή αναγνώριση της φύσης τους και των συναφών κινδύνων (σημείο 7.9).

Η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις σχετικά.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ

7.30.

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2005 σχετική με το διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών (ΔΕΔ-Μ).

 


(1)  Ωστόσο, η διαχείριση ορισμένων προγραμμάτων, όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες και η διευκόλυνση Schengen, ασκείται από κοινού με τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή διαχειρίζεται ορισμένα μέρη των προγραμμάτων Socrates, Leonardo και Νεότητα, μέσω εθνικών οργανισμών.

(2)  Π.χ. το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη (έκτο ΠΠ), το χρηματοδοτικό μέσο για το περιβάλλον (LIFE), τα διευρωπαϊκά δίκτυα στον τομέα της ενέργειας (ΔΕΔ-Ενέργεια).

(3)  Βλέπε π.χ. τα επόμενα υποδείγματα συμβάσεων: πέμπτο ΠΠ άρθρο 23 παράρτημα II· έκτο ΠΠ άρθρο 19 παράρτημα II· ΔΕΔ-Μ άρθρο II, 14.1.

(4)  Γνωμοδότηση αριθ. 1/2006 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων σε δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος-πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013).

(5)  Μελέτη βιωσιμότητας της εναρμόνισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο της διαχείρισης της σιδηροδρομικής κίνησης και της ασφάλειας.

(6)  Γνωμοδότηση αριθ. 2/2004 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με το «πρότυπο του ενιαίου ελέγχου», σημείο 48.

(7)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημείο 6.10 και γνωμοδότηση αριθ. 1/2006, σημεία 41 και 42.

(8)  Πρέπει να πιστοποιούνται μόνον οι ενδιάμεσες ή/και οι τελικές πληρωμές που ανταποκρίνονται σε ορισμένα κριτήρια.

(9)  Στη συγκεφαλαιωτική της έκθεσης των επιτευγμάτων όσον αφορά τη διαχείριση το 2005 [COM(2006) 277 τελικό].

(10)  Γνωμοδότηση αριθ. 1/2006 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, σημεία 74 έως 77.

(11)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004 κεφάλαιο 6 παράρτημα 1.

(12)  Eξαιρουμένων των ΔΕΔ-Μ.

(13)  Οι έλεγχοι που ολοκληρώθηκαν το 2005 και αφορούσαν το Media δεν περιελήφθησαν στις στατιστικές της ΓΔ INFSO.

(14)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 6.32 και 6.33.

(15)  Πληρωμές ύψους 609 εκατομμυρίων ευρώ για το 2005.

(16)  Άρθρο 35 των εκτελεστικών διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των ΕΚ.

(17)  Το δείγμα περιλάμβανε 11 από τις 44 εκθέσεις ελέγχου που ολοκληρώθηκαν.

(18)  Γνωμοδότηση αριθ. 1/2006 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, σημεία 58 έως 70 και 94.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7.1

Εσωτερικές πολιτικές — Αξιολόγηση των βασικών πλευρών για τις οποίες έχουν διατυπωθεί προγενέστερα παρατηρήσεις

Παρατηρήσεις

Μέτρα που ελήφθησαν το 2005

Εισήγηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Παρατηρήσεις της Επιτροπής

1. Συστήματα εποπτείας και ελέγχου — Προγράμματα-πλαίσια Ε & ΤΑ

Το 1998, οι πέντε γενικές διευθύνσεις που είναι υπεύθυνες για τη διαχείριση των προγραμμάτων-πλαισίων Ε & ΤΑ, διατύπωσαν από κοινού μια μέθοδο ελέγχου, θέτοντας οι ίδιες ως στόχο, σχετικά με το 5ο ΠΠ, τον έλεγχο του 10 % των αντισυμβαλλομένων (βλέπε τις ετήσιες εκθέσεις για τα οικονομικά έτη 2001, 2002 και 2003, σημείο 6.30). Οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται, ως επί το πλείστον, από εταιρείες εξωτερικού ελέγχου για λογαριασμό της Επιτροπής.

Το 2004, η Επιτροπή υιοθέτησε κοινή μέθοδο ελέγχου για το 6ο ΠΠ. Εξακολουθούσε να εκκρεμεί ο καθορισμός μετρήσιμων στόχων ελέγχου για το 6ο ΠΠ, που να μπορούν πράγματι να επιτευχθούν.

Ο συνολικός αριθμός των ελέγχων που περατώθηκαν στο πλαίσιο του 5ου ΠΠ εξακολουθεί να υπολείπεται του στόχου.

Παρά το γεγονός ότι η νέα σύμβαση-πλαίσιο για τον έλεγχο των έμμεσων δράσεων της Ε & ΤΑ σχετικά με το 5ο ΠΠ υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 2004, η Επιτροπή αντιμετώπισε λειτουργικά προβλήματα που είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των ελέγχων που διενεργήθηκαν.

Η διαδικασία σύναψης σύμβασης για τον έλεγχο των έμμεσων δράσεων Ε & ΤΑ στο πλαίσιο του 6ου ΠΠ δεν οριστικοποιήθηκε κατά το 2005.

Εφόσον δεν επανεξετάστηκε ο καθολικός στόχος του ελέγχου του 10 % των αντισυμβαλλομένων στο πλαίσιο του 5ου ΠΠ, η Επιτροπή πρέπει να ενισχύσει τις ελεγκτικές της δραστηριότητές της προκειμένου να επιτύχει τον ελεγκτικό της στόχο για το 5ο ΠΠ, χωρίς να επηρεαστεί ο αριθμός των ελέγχων σχετικά με το 6ο ΠΠ.

Δεν έχει καθοριστεί ακόμη κανένας στόχος ελέγχου για το 6ο ΠΠ.

Πρέπει να υπογραφεί νέα σύμβαση-πλαίσιο για το 6ο ΠΠ, προκειμένου να παρασχεθεί στην Επιτροπή κατάλληλη εξωτερική υποστήριξη για να μπορέσει να εφαρμόσει τη μέθοδο ελέγχου της για το 6ο ΠΠ.

Η έμφαση που δίνεται στη πολιτική ελέγχου του έκτου προγράμματος πλαισίου (ΠΠ6) είναι περισσότερο ποιοτική παρά ποσοτική.

Επανεξετάστηκε ο στόχος του πέμπτου προγράμματος πλαισίου (ΠΠ5) (βλέπε ετήσια έκθεση 2004).

Το 2005 είναι ένα άτυπο έτος. Η Επιτροπή δεν μειώνει τον αριθμό των ελέγχων. Οι δραστηριότητες ελέγχου συνεχίζονται σε εντατικό επίπεδο.

Η σύμβαση πλαίσιο υπογράφθηκε το 2006.

2. Συστήματα εποπτείας και ελέγχου — ΔΕΔ-Μ

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι οι δράσεις ΔΕΔ-Μ δεν καλύπτονται από το πρόγραμμα ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας και Μεταφορών. Η ΓΔ TREN, μετά τις συστάσεις του Συνεδρίου, καθόρισε ειδική σύμβαση-πλαίσιο για τον έλεγχο των δράσεων ΔΕΔ-Μ. Η ΓΔ TREN έθεσε ως στόχο τον έλεγχο, κάθε χρόνο, του 20 % τουλάχιστον των σχεδίων και του 35 % των συνολικών εξόδων των σχεδίων που ολοκληρώθηκαν κατά το προηγούμενο έτος.

Το 2005, η ΓΔ TREN διενήργησε έλεγχο σε 20 αποφάσεις χρηματοδότησης ΔΕΔ-Μ, που αντιστοιχούν στο 12 % των σχεδίων και στο 49 % των συνολικών εξόδων των σχεδίων που είχαν περατωθεί κατά το προηγούμενο έτος.

Παρά το γεγονός ότι ο στόχος που έθεσε η ΓΔ TREN επιτεύχθηκε μόνον εν μέρει, δηλαδή το να ελέγχεται κάθε χρόνο τουλάχιστον το 35 % των συνολικών εξόδων των σχεδίων που περατώθηκαν κατά το προηγούμενο έτος, ο στόχος του ελέγχου του 20 % των σχεδίων δεν επιτεύχθηκε. Πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της επίτευξης του στόχου που έθεσε η ΓΔ TREN.

Το 2004, όταν η ΓΔ TREN άρχισε να ελέγχει τα έργα των διευρωπαϊκών δικτύων (ΔΕΔ) το δείγμα που επιλέχτηκε αρχικά κάλυπτε πάνω από το 35% των συνολικών δαπανών των έργων που ολοκληρώθηκαν το 2003. Έτσι, ο στόχος που καθορίστηκε τότε είναι η διατήρηση αυτού του επιπέδου μαζί με την πρόθεση κάλυψης του 20% των ολοκληρωμένων έργων. Η ΓΔ TREN, αφού ενέκρινε τα έργα της πρώτης σειράς 20 ελέγχων, συνειδητοποίησε ότι για λόγους κόστους/ αποδοτικότητας, ο στόχος ελέγχου του 20% των έργων δεν έχει νόημα, επειδή οι έλεγχοι των έργων ΔΕΔ σπάνια ακολουθούνται από δημοσιονομικές προσαρμογές. Οι ελεγκτικές προσαρμογές αντισταθμίζονται από επιλέξιμες δαπάνες που υπερβαίνουν το ποσό που προβλέπεται στην απόφαση.

Η ΓΔ TREN αποφάσισε να συνεχίσει την πολιτική της όσον αφορά τον λογιστικό έλεγχο μεγάλου μέρους του προϋπολογισμού και να καλύψει όσο το δυνατό περισσότερους δικαιούχους, αλλά σύμφωνα με προσέγγιση βασισμένη στους κινδύνους και με λογικές δαπάνες ελέγχου.

Τα επιλέξιμα και μη επιλέξιμα έξοδα σχετικά με τις δράσεις ΔΕΔ-Μ καθορίζονται στη νομική βάση και στις αποφάσεις της Επιτροπής (ετήσιες εκθέσεις 2001 και 2002).

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι οι ορισμοί αυτοί δεν είναι επαρκώς ακριβείς για τον προσδιορισμό των πραγματικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο δικαιούχος. Το 2004 εγκρίθηκε νέο υπόδειγμα απόφασης της Επιτροπής, που περιλαμβάνει ορισμό των επιλέξιμων και μη επιλέξιμων εξόδων, καθώς και τροποποιημένο ορισμό των μελετών και των έργων.

Το 2005, σημειώθηκε μία περαιτέρω πρόοδος για τα νέα σχέδια, ενσωματώνοντας στο κείμενο της απόφασης δεσμευτικά υποδείγματα για την κατάρτιση δημοσιονομικών και τεχνικών εκθέσεων.

Όπως προτάθηκε από το Συνέδριο, προκειμένου να αποφεύγεται η χρηματοδότηση κατασκευαστικών έργων με προσαυξημένο συντελεστή για τις μελέτες, εξακολουθεί να απομένει η μεταφορά, τόσο στη νομική βάση όσο και στις αποφάσεις χρηματοδότησης, σαφών όρων για την εμβέλεια των δύο κύριων μορφών ενίσχυσης, των «μελετών» και των «εργασιών».

Η ΓΔ TREN εισήγαγε ήδη στο κείμενο της απόφασης σαφείς ορισμούς δεσμευτικών υποδειγμάτων για τη σύνταξη των χρηματοοικονομικών και τεχνικών εκθέσεων. Η προσθήκη αυτή εγκρίθηκε από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή στην έκθεση 2004. Το νέο σχέδιο κανονισμού ΔΕΔ (που θα εφαρμοστεί το 2007) περιέχει σαφείς ορισμούς έργων και μελετών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7.2

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

A

Λειτουργεί ορθά, απαιτούνται ελάχιστες ή ήσσονος σημασίας βελτιώσεις.

B

Λειτουργεί αρκετά ικανοποιητικά, είναι όμως επιθυμητό/αναγκαίο να επέλθουν βελτιώσεις.

Γ

Λειτουργεί, όχι όμως ικανοποιητικά.

Σύστημα πιστοποίησης των ελέγχων στο πλαίσιο του 6ου ΠΠ

Επιτροπή

Ενδιάμεσο επίπεδο

Δικαιούχος

Γενική εκτίμηση

Σχεδιασμός

Γ

Γ

Πρακτική μετάβαση σε διάφορα στάδια της διαδικασίας

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

B

B

Πραγματική λειτουργία

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

Γ

Γ

Γ

Αποτελέσματα

επανορθωτικό αποτέλεσμα

αποτρεπτικό αποτέλεσμα

B

Γ

Γ

Συνολική εκτίμηση

B

Γ

B


Συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής σχετικά με τους εθνικούς οργανισμούς (ΕΟ)

Επιτροπή

Ενδιάμεσο επίπεδο

Δικαιούχος

Γενική εκτίμηση

Σχεδιασμός

B

B

Πρακτική μετάβαση σε διάφορα στάδια της διαδικασίας

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

Γ

Γ

Πραγματική λειτουργία

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

Γ

Γ

Αποτελέσματα

επανορθωτικό αποτέλεσμα

αποτρεπτικό αποτέλεσμα

Γ

Γ

Συνολική εκτίμηση

Γ

Γ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ (ΕΥ)

Τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής σχετικά με τις εθνικές υπηρεσίες περιλαμβάνουν εξωτερικούς ελεγκτές. Στα μέσα της περιόδου αναφοράς, έγιναν ορισμένες αλλαγές τόσο όσον αφορά την ελεγκτική εταιρία όσο και τους συμβατικούς όρους με σκοπό τη βελτίωση των λογιστικών ελέγχων και των εκθέσεων. Ήδη από το τέλος του 2005 σημειώθηκαν θετικά αποτελέσματα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Εξωτερικές δράσεις

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια του ελέγχου

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε επίπεδο αντιπροσωπειών

Πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε επίπεδο φορέων υλοποίησης

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Ανάλυση κινδύνου

Πληροφόρηση και κοινοποίηση

Ελεγκτικές δραστηριότητες της Επιτροπής

Εσωτερικός έλεγχος

Αποκέντρωση στο πλαίσιο του προγράμματος CARDS

Συμπεράσματα και συστάσεις

Παρακολούθηση των προγενέστερων παρατηρήσεων

Έλεγχοι των οργανώσεων των Ηνωμένων Εθνών

Εισαγωγή

Οικονομική και Διοικητική Συμφωνία-Πλαίσιο (ΟΔΣΠ)

Πρόοδος σημειωθείσα το 2005 με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας με τα Ηνωμένα Έθνη σχετικά με τις πτυχές του δημοσιονομικού ελέγχου

Συμπέρασμα

Ειδική έκθεση αριθ. 25/98 σχετικά με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (ΧΚΑΕ) και στα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη (ΝΑΚ) από το 1990 έως το 1997

Εισαγωγή

Σαφής στρατηγική παρέμβασης, όχι όμως χωρίς ελλείψεις

Βελτίωση όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους και τη διαχείριση του προγράμματος

Η εφαρμογή των σχεδίων βελτιώθηκε, ορισμένα προβλήματα όμως παραμένουν

Η συμμετοχή των δικαιούχων βελτιώθηκε ελάχιστα

Συμπεράσματα και συστάσεις

Ειδικές εκθέσεις που εκδόθηκαν μετά την τελευταία ετήσια έκθεση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

8.1.

Το παρόν κεφάλαιο πραγματεύεται την εξωτερική βοήθεια που χρηματοδοτείται από το γενικό προϋπολογισμό (1). Τους κύριους τομείς ενδιαφέροντος αποτελούν η επισιτιστική βοήθεια/επισιτιστική ασφάλεια, η ανθρωπιστική βοήθεια, η συγχρηματοδότηση ΜΚΟ, καθώς και οι σχέσεις με την Ασία, τη Λατινική Αμερική, τα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη, τα Δυτικά Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και τη Νότια Μεσόγειο. Οι Γενικές Διευθύνσεις Εξωτερικών Σχέσεων και Ανάπτυξης είναι αρμόδιες για τη χάραξη πολιτικών στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας, καθώς και για τη διαμόρφωση εθνικών/περιφερειακών στρατηγικών και πολυετών προγραμμάτων, ενώ το γραφείο συνεργασίας EuropeAid είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή τους. Η Γενική Διεύθυνση Ανθρωπιστικής Βοήθειας (ΓΔ ECHO) και Διεύρυνσης (ΓΔ ELARG) είναι υπεύθυνες τόσο για τη διαμόρφωση της πολιτικής και της στρατηγικής όσο και για την εφαρμογή της· η ΓΔ ECHO για την ανθρωπιστική βοήθεια και η ΓΔ ELARG για το CARDS (2). Στα διαγράμματα III και IV του παραρτήματος I  παρουσιάζονται τα κεφάλαια που δαπανήθηκαν το 2005 στο πλαίσιο του τομέα 4 των δημοσιονομικών προοπτικών «Εξωτερικές δράσεις» (αναλήψεις υποχρεώσεων: 5 516 εκατ. ευρώ· πληρωμές: 5 013 εκατ. ευρώ). Το πρόγραμμα CARDS εφαρμόζεται είτε μέσω των αντιπροσωπειών της ΕΚ (Αλβανία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη και Κροατία) ή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για την Ανασυγκρότηση (Σερβία και Μαυροβούνιο, Κοσσυφοπέδιο και ΠΓΔΜ).

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εμβέλεια του ελέγχου

8.2.

Ο γενικότερος στόχος της ειδικής εκτίμησης ήταν η εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων όσον αφορά τις εξωτερικές δράσεις. Ο έλεγχος του Συνεδρίου συνίσταται σε αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου που είναι σχεδιασμένα ούτως ώστε να εξασφαλίζουν τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων με τη βοήθεια δοκιμαστικών ελέγχων των πράξεων στις αντιπροσωπείες και στους φορείς υλοποίησης. Στο δείγμα του ελέγχου του Συνεδρίου δεν συμπεριλήφθησαν οι πράξεις που εξετάστηκαν από τις κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής και οι οποίες αφορούν κυρίως την άμεση στήριξη του προϋπολογισμού και τα πολυπεριφερειακά σχέδια. Το σκέλος του προγράμματος CARDS, το οποίο εφαρμόζεται μέσω της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης (3), αποτελεί αντικείμενο χωριστού ετήσιου δημοσιονομικού ελέγχου.

 

8.3.

Η πλειοψηφία των πληρωμών στον τομέα των εξωτερικών δράσεων συνίσταται σε προπληρωμές που πραγματοποιούνται στους φορείς υλοποίησης των σχεδίων (διεθνείς οργανισμούς, δημόσιους φορείς, ΜΚΟ ή διαχειριστικές μονάδες που έχουν δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό). Οι τελικές πληρωμές πραγματοποιούνται συνήθως όταν περατωθούν τα σχέδια και εγκριθούν οι τελικές εκθέσεις τους από την Επιτροπή. Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι η τήρηση των καθορισμένων διαδικασιών σύναψης συμβάσεων και η επιλεξιμότητα των δαπανών σε επίπεδο σχεδίων αποτελούσαν τομείς με τους υψηλότερους κινδύνους.

 

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε επίπεδο αντιπροσωπειών

8.4.

Το Συνέδριο, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, προέβη σε έλεγχο δείγματος 33 πληρωμών (συνολικού ύψους 23 εκατ. ευρώ) και 17 προσφορών (συνολικού ύψους 29 εκατ. ευρώ) επικεντρώνοντας την προσοχή του σε ποσά υψηλής αξίας στις έξι αντιπροσωπείες (4). Δεν διαπιστώθηκε κανένα σφάλμα όσον αφορά τις πληρωμές, δύο όμως σφάλματα εντοπίστηκαν στις προσφορές: σε μία περίπτωση η επιλεγείσα προσφορά δεν συμφωνούσε με τις απαιτήσεις του διαγωνισμού και στην άλλη περίπτωση οι όροι πληρωμής τροποποιήθηκαν μετά την ανάθεση της σύμβασης.

8.4.

Όσον αφορά την περίπτωση για την οποίο το Συνέδριο πιστεύει ότι οι όροι πληρωμής μεταβλήθηκαν μετά από την κατακύρωση της σύμβασης, η Επιτροπή πιστεύει ότι τηρήθηκε πλήρως η γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης των ενδεχόμενων αιτούντων. Η εν λόγω τροποποίηση του χρονοδιαγράμματος πληρωμών, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά από την επίσημη έγκριση παρέκκλισης, βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τους εφαρμοστέους δημοσιονομικούς κανόνες και ρυθμίσεις, κατευθυντήριες γραμμές και διαδικασίες της Επιτροπής.

Πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε επίπεδο φορέων υλοποίησης

8.5.

Το Συνέδριο πραγματοποίησε επισκέψεις σε 17 σχέδια τα οποία διαχειρίζονται φορείς υλοποίησης, όπου ελέγχθηκε, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, δείγμα 170 πληρωμών (συνολικού ύψους 6,2 εκατ. ευρώ) και 40 προσφορών (συνολικού ύψους 5,8 εκατ. ευρώ) εστιάζοντας την προσοχή του σε ποσά υψηλής αξίας. Στις πράξεις που εξετάστηκαν διαπιστώθηκε σημαντική εμφάνιση σφαλμάτων, όπως η μη τήρηση των καθορισμένων διαδικασιών σύναψης συμβάσεων (αντιμετωπίστηκαν σε 7 σχέδια από τα 17 που ελέγχθηκαν επιτόπου), μη επιλέξιμες δαπάνες (3 από τα 17) και ανεπάρκεια δικαιολογητικών εγγράφων (2 από τα 17).

8.5.

Η Επιτροπή έχει συνεχίσει να βελτιώνει το σύστημα επιτήρησης και ελέγχου της, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή των συμβασιακών διαδικασιών εκ μέρους των δικαιούχων. Οι όροι εντολής για τους δημοσιονομικούς ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται από τους δικαιούχους έχουν αναθεωρηθεί έτσι ώστε να ενισχυθεί η επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους όρους της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τη σύναψη των συμβάσεων και την επιλεξιμότητα.

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Ανάλυση κινδύνου

Γραφείο συνεργασίας EuropeAid σε κεντρικό επίπεδο

8.6.

Το 2005 το EuropeAid πραγματοποίησε δύο αναλύσεις κινδύνου. Η μία, η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο για το ετήσιο σχέδιο διαχείρισης του 2005, εξετάστηκε από το Συνέδριο στην ετήσια έκθεσή του για το οικονομικό έτος 2004 (5), όπου διατυπώθηκε η παρατήρηση ότι το EuropeAid δεν θεώρησε ότι είναι ύψιστοι οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι στο επίπεδο των φορέων υλοποίησης των σχεδίων. Η ανάλυση κινδύνων, η οποία οριστικοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2005 για το ετήσιο σχέδιο διαχείρισης του 2006, εντοπίζει τώρα τον κίνδυνο στη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων σε επίπεδο σχεδίου βάσει των προγενέστερων παρατηρήσεων του Συνεδρίου. Εντούτοις, στην ανάλυση δεν έγινε μνεία των διαπιστώσεων των ίδιων των υπηρεσιών της Επιτροπής ή εκείνων των εξωτερικών ελεγκτών των σχεδίων και της ανάλυσης των κινδύνων για τους διάφορους τύπους των φορέων υλοποίησης (ΜΚΟ, διεθνείς οργανισμούς, δημόσιους φορείς κ.λπ.) και για τη μέθοδο χρηματοδότησης (επιχορήγηση, στήριξη του προϋπολογισμού, καταπιστευματικό κεφάλαιο κ.λπ.).

8.6.

Τα κριτήρια που αναφέρονται από το Συνέδριο έχουν ήδη ληφθεί υπόψη από το EuropeAid στην προσέγγισή του σχετικά με τη διαχείριση κινδύνων. Η Επιτροπή θα προσπαθήσει να ενδυναμώσει περαιτέρω τον επί του παρόντος ισχύοντα μηχανισμό και να βελτιώσει την επικοινωνία της σχετικά με τη βάση των αναλύσεών της.

Γενική Διεύθυνση Ανθρωπιστικής Βοήθειας (ΓΔ ECHO)

8.7.

Η ΓΔ ECHO, στην ανάλυση κινδύνων της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πολλοί κίνδυνοι ήταν εγγενείς στον τομέα ανθρωπιστικής βοήθειας και για τον λόγο αυτό ήταν εκτός του πεδίου ελέγχου της, με εξαίρεση την ποιότητα των εταίρων υλοποίησης. Όπως και κατά το παρελθόν, η προσέγγιση διαχείρισης του κινδύνου αυτού πραγματοποιήθηκε μέσω των διαδικασιών επιλογής των φορέων υλοποίησης.

8.7.

Η ΓΔ ECHO, στην ανάλυση κινδύνων που πραγματοποίησε, εξήγαγε το συμπέρασμα ότι οι κίνδυνοι αυτοί, οι οποίοι είναι εγγενείς στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, αντισταθμίζονται στο μέτρο του δυνατού από μέτρα ελέγχου που εφαρμόζονται από την Επιτροπή στις Βρυξέλλες (όπως η επιλογή και η αξιολόγηση των εταίρων υλοποίησης) και επί τόπου (π.χ. παρακολούθηση και έλεγχος των έργων).

Πληροφόρηση και κοινοποίηση

Γραφείο συνεργασίας EuropeAid σε κεντρικό επίπεδο

8.8.

Το κοινό σύστημα πληροφόρησης Relex (CRIS) παρέχει στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή των δραστηριοτήτων. Προς το παρόν η χρήση του είναι περιορισμένη λόγω του γεγονότος ότι η πλήρωση όλων των πεδίων των δεδομένων δεν πραγματοποιείται συστηματικά με αποτέλεσμα να υπάρχουν ελλιπείς ή μη συνεκτικές δημοσιονομικές πληροφορίες διαθέσιμες κατά είδος φορέα υλοποίησης ή χρηματοδοτικής μεθόδου ώστε να μπορεί να βασίζεται μια λεπτομερέστερη ανάλυση κινδύνων, όπως αναφέρεται στο σημείο 8.6.

8.8.

Η Επιτροπή εργάζεται για τη βελτίωση της ποιότητας της εισαγωγής δεδομένων. Εντούτοις, είναι δυνατό να αντλούνται πληροφορίες δημοσιονομικής φύσης ανά οργανισμό υλοποίησης, κατηγορία σύμβασης και τρόπο διαχείρισης για σκοπούς ανάλυσης κινδύνων.

8.9.

Κατά τα προηγούμενα έτη (6) το Συνέδριο επέστησε την προσοχή στην έλλειψη μιας βάσης δεδομένων που να περιέχει πλήρη στοιχεία για τους ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων των διαπιστώσεων και των διορθωτικών μέτρων που χρειάζονται και εκείνων που ελήφθησαν. Αυτή η βάση δεδομένων θα αποτελούσε μια χρήσιμη πηγή πληροφοριών για την ανάλυση κινδύνων, καθώς και για τη διαμόρφωση και παρακολούθηση της στρατηγικής του EuropeAid σχετικά με τον έλεγχο. Το CRIS-audit είναι μια ενότητα που αποσκοπεί να παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες, αλλά επί του παρόντος μόνο ένα μικρό ποσοστό εξωτερικών ελέγχων έχει εισαχθεί και η σύνδεση μεταξύ των εν λόγω ελέγχων και των σχετικών πληροφοριών διαχείρισης των σχεδίων είναι δυσχερής. Τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργήθηκαν από τους υπαλλήλους της Επιτροπής δεν συμπεριλήφθηκαν στην ενότητα αυτή.

8.9.

Το τρέχον σύστημα σχεδιασμού και κεντρικής παρακολούθησης των εξωτερικών ελέγχων επιτρέπει στον EuropeAid να παρέχει όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται για την ανάλυση των κινδύνων και την στρατηγική ελέγχου του EuropeAid.

Το CRIS-Audit πρέπει να θεωρηθεί ως ένα μέσο το οποίο συμπληρώνει το τρέχον σύστημα. Από αυτή την οπτική γωνία, ο EuropeAid έχει την πρόθεση να βελτιώσει περαιτέρω τη λειτουργία του CRIS-Audit, βασιζόμενος στην κτηθείσα πείρα. Σκοπός είναι η απλούστευση και η τυποποίηση των προς εισαγωγή δεδομένων, έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η βελτίωση της εκμετάλλευσης του συστήματος, τόσο στην έδρα όσο και στις αντιπροσωπείες.

8.10.

Οι εκθέσεις για τη διαχείριση της εξωτερικής βοήθειας δίνουν τη δυνατότητα στις αντιπροσωπείες να παρέχουν στα κεντρικά γραφεία της Επιτροπής σημαντικές δημοσιονομικές και τεχνικές πληροφορίες σε εξαμηνιαία βάση. Η εξέταση του Συνεδρίου που πραγματοποίησε σε ένα δείγμα 16 παρόμοιων εκθέσεων έδειξε ότι οι πληροφορίες που περιλάμβαναν σχετικά με τους εξωτερικούς ελέγχους για το 2005 ήταν ελλιπείς (μόνο μία έκθεση παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα) και μη συνεκτικές ως προς τους ελέγχους που εμφαίνονταν (οι οποίοι προγραμματίστηκαν ή/και βρίσκονταν σε εξέλιξη, τελούσαν υπό τη διαχείριση της αντιπροσωπείας ή επίσης των φορέων υλοποίησης του σχεδίου). Παρόμοιες διαπιστώσεις αναφέρθηκαν στην ετήσια έκθεση του παρελθόντος έτους (7).

8.10.

Στις εκθέσεις διαχείρισης εξωτερικών δράσεων, οι αντιπροσωπείες οφείλουν να συντάσσουν έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του σχεδίου ελέγχου τους. Για το 2006, οι αντιπροσωπείες δίνουν επίσης έμφαση, όταν χρειάζεται, πέραν των καθοριστικών στοιχείων που συμβάλλουν στην ωριμότητα και την κανονικότητα των συναλλαγών, και σε στοιχεία γενικού ενδιαφέροντος. Οι σχέσεις μεταξύ του EuropeAid και των αντιπροσωπειών σχετικά με την εκμετάλλευση των πορισμάτων του δημοσιονομικού ελέγχου επιτρέπουν την κατάλληλη ανταλλαγή πληροφοριών, συχνότερα και λεπτομερέστερα.

Στο ετήσιο σχέδιο ελέγχου περιλαμβάνεται το σύνολο των δραστηριοτήτων των διαφόρων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των υποχρεωτικών ελέγχων που έχουν εντοπιστεί στο πλαίσιο της ανάλυσης κινδύνων και έχουν πραγματοποιηθεί από την Επιτροπή ή για λογαριασμό της εκ μέρους εξωτερικών ελεγκτών. Οι πληροφορίες που αφορούν τους υποχρεωτικούς ελέγχους τους οποίους διενεργούν οι συμβαλλόμενοι αποτελούν, επομένως, επιπρόσθετη πληροφορία που υπερβαίνει τις υποχρεώσεις εκπόνησης εκθέσεων.

Στην πραγματικότητα, στις προαναφερόμενες εκθέσεις, ορισμένες αντιπροσωπείες έχουν επίσης εγγράψει τον σχεδιασμό, ο οποίος είχε πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 2005, των ελέγχων που έπρεπε να διενεργηθούν το 2006.

Γενική Διεύθυνση Ανθρωπιστικής Βοήθειας (ΓΔ ECHO)

8.11.

Τα συστήματα κατάρτισης εκθέσεων και πληροφοριών για τη διαχείριση της ΓΔ ECHO είναι επαρκή ως προς τις δραστηριότητές της. Εντούτοις, όπως παρατήρησε το Συνέδριο στην ειδική έκθεσή του για το τσουνάμι (8), η ΓΔ ECHO μερικές φορές δεν διαθέτει λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις δραστηριότητες των σχεδίων που παρουσιάζουν περίπλοκες οργανωτικές ρυθμίσεις, όπως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εταίροι υλοποίησης των σχεδίων της ΓΔ ECHO έχουν αναθέσει υπεργολαβικά δραστηριότητες σε τρίτους.

8.11.

Η Επιτροπή, όπως δηλώνει στις απαντήσεις της στην ειδική έκθεση του Συνεδρίου, πρόκειται να ενισχύσει το σύστημα παρακολούθησης έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι συστάσεις του Συνεδρίου κατά τον καταλληλότερο δυνατό τρόπο.

Ελεγκτικές δραστηριότητες της Επιτροπής

Γραφείο συνεργασίας EuropeAid

8.12.

Το EuropeAid διαθέτει ένα πρόγραμμα κατασταλτικών ελέγχων, το οποίο δειγματοληπτικά αξιολογεί κατά πόσο οι διατάκτες διενέργησαν τους απαιτούμενους ελέγχους. Μέχρι σήμερα, τα αποτελέσματα συμφωνούν με τις διαπιστώσεις του ίδιου του Συνεδρίου (βλ. σημείο 8.4) ότι οι πληρωμές σε επίπεδο Επιτροπής παρουσιάζουν χαμηλό κίνδυνο. Επειδή οι έλεγχοι δεν καλύπτουν τις πράξεις σε επίπεδο φορέων υλοποίησης σχεδίων, μπορούν να συμβάλουν περιορισμένα μόνο στη συνολική διαβεβαίωση όσον αφορά τα συστήματα και τις διαδικασίες, καθώς και τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων.

8.12.

Ο ορισμός των χαρακτηριστικών (πεδίο εφαρμογής, τυπολογία…) των εκ των υστέρων ελέγχων των συναλλαγών βασίζεται σε εκτίμηση του υπολειπόμενου κινδύνου, καθώς επίσης και στον συνδυασμό του εκ των υστέρων ελέγχου των συναλλαγών με τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου.

Οι έλεγχοι επικεντρώνονται στα κύρια στοιχεία όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των συναλλαγών, δηλαδή την επιλεξιμότητα (ουσιαστική και τυπική), τον δικαιούχο και τον τραπεζικό λογαριασμό καθώς επίσης και τις τραπεζικές εγγυήσεις. Η πείρα που έχει αποκτηθεί κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο ετών θα αποτελέσει τη βάση για τη μελλοντική βελτίωση των εκ των υστέρων ελέγχων των συναλλαγών.

8.13.

Οι δημοσιονομικές μονάδες των δύο από τις τρεις γεωγραφικές διευθύνσεις, που διαχειρίζονται ενέργειες των οποίων η ευθύνη έχει ανατεθεί στις αντιπροσωπείες (9), εφάρμοσαν ένα ενδεδειγμένο ετήσιο πρόγραμμα για τον έλεγχο των αντιπροσωπειών, το οποίο συνίσταται σε εξέταση των δημοσιονομικών συστημάτων τους για την επεξεργασία πράξεων, του συστήματος σύναψης συμβάσεων και των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου και συμπληρώνεται από ελέγχους πράξεων που επεξεργάζονται οι αντιπροσωπείες και ορισμένοι φορείς υλοποίησης σχεδίων. Η τρίτη δημοσιονομική μονάδα διενέργησε ελέγχους μόνο σε δύο αντιπροσωπείες.

8.13.

Όλες οι γεωγραφικές Διευθύνσεις πραγματοποιούν αξιολογήσεις της διαχείρισης του τρόπου με τον οποίο οι αντιπροσωπείες τους διαχειρίζονται τις αποκεντρωμένες συναλλαγές, χρησιμοποιώντας διάφορους συνδυασμούς επαληθεύσεων, επιθεωρήσεων και ελέγχων.

Το ΕuropeAid προτίθεται να προωθήσει τη χρήση των βέλτιστων πρακτικών επί τη βάσει της κτηθείσας πείρας και προετοιμάζει μια τυποποιημένη μεθοδολογία.

8.14.

Η στρατηγική ελέγχου του ΕuropeAid αποβλέπει στον έλεγχο της νομιμότητας και της κανονικότητας των δαπανών σε επίπεδο σχεδίων. Οι έλεγχοι πιστοποίησης που απαιτούνται στις περισσότερες χρηματοδοτικές συμβάσεις σχεδίων αποτελούν το πρώτο σκέλος, ενώ το δεύτερο σκέλος συνίσταται στο ετήσιο πρόγραμμα ελέγχου που αφορά 140 σχέδια τα οποία επιλέχθηκαν βάσει ανάλυσης κινδύνου. Τα σχέδια που διαχειρίζονται οι διεθνείς οργανισμοί, τα οποία αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποσοστό δαπανών και απαιτούν ειδικές μεθόδους ελέγχου, δεν συμπεριλήφθησαν στο ετήσιο πρόγραμμα ελέγχου.

8.14.

Σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανονισμούς και τις επί του παρόντος ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες, τα έργα που συγχρηματοδοτούνται με τους διεθνείς οργανισμούς αποτελούν αντικείμενο συγκεκριμένων αποστολών επαλήθευσης οι οποίες διενεργούνται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

8.15.

Στις χώρες, όπου πραγματοποιήθηκε επίσκεψη από το Συνέδριο, εξετάστηκαν 13 εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου πιστοποίησης σχεδίων. Οι κυριότερες αδυναμίες που διαπιστώθηκαν ήταν ότι σε 10 από τις 13 εκθέσεις που εξετάστηκαν οι εξωτερικοί ελεγκτές δεν διέθεταν πλήρεις όρους εντολής, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ορισμένοι τομείς ελέγχου δεν καλύπτονταν από τους ελέγχους, όπως η ανάγκη να ελεγχθεί η τήρηση των καθορισμένων διαδικασιών σύναψης συμβάσεων. Το 2006 το EuropeAid συμπεριέλαβε στον πρακτικό οδηγό του τυποποιημένους όρους εντολής για τους εξωτερικούς ελέγχους.

8.15.

Οι τυποποιημένοι όροι εντολής για τους εξωτερικούς ελέγχους που εισήχθησαν μέσω της αναθεώρησης του Πρακτικού Οδηγού του 2006, αφορούν ειδικά την τήρηση των όρων της σύμβασης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι όροι που έχουν σχέση με τις διαδικασίες διαγωνισμού εκ μέρους των δικαιούχων.

Γενική Διεύθυνση Ανθρωπιστικής Βοήθειας (ΓΔ ECHO)

8.16.

Η ΓΔ ECHO εφάρμοσε μια συνολική προσέγγιση για τον έλεγχο των εταίρων της που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή των σχεδίων. Στους ελέγχους συμπεριλαμβάνονταν αξιολόγηση των εσωτερικών ελέγχων των εταίρων υλοποίησης και έλεγχος δείγματος δαπανών των σχεδίων που εκτελέστηκαν από τους εταίρους αυτούς.

 

Εσωτερικός έλεγχος

8.17.

Το 2005 η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου (ΥΕΕ) οριστικοποίησε τις εκθέσεις για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων μέσω των MKO από τη ΓΔ ECHO και το EuropeAid. Οι διαπιστώσεις της εν λόγω υπηρεσίας συμφωνούν με εκείνες του Συνεδρίου και η ΥΕΕ διατύπωσε συναφείς συστάσεις σχετικά με την κατάρτιση εκθέσεων, την πραγματοποίηση μιας ανάλυσης κινδύνου ειδικής για τους ΜΚΟ και για τους εξωτερικούς ελέγχους.

8.17.

Ο EuropeAid και η ΓΔ ECHO έχουν εκπονήσει και εφαρμόζουν ένα σχέδιο δράσης επί τη βάσει των συστάσεων των ΔΛΠ.

Ένας ορισμένος αριθμός συστάσεων των ΔΛΠ αποτελούσαν ήδη μέρος των προβληματισμών και των πρωτοβουλιών των δύο αυτών υπηρεσιών, όπως, στην περίπτωση του EuropeAid η ενίσχυση των εσωτερικών ελέγχων, ο καθορισμός στρατηγικής ελέγχου και η αναθεώρηση του ελέγχου πιστοποίησης και της τυποποιημένης συμφωνίας για τις επιχορηγήσεις, στο πλαίσιο διαδικασίας αποκέντρωσης η οποία βρίσκεται σε προχωρημένο εξελικτικό στάδιο.

8.18.

Το 2005 το κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου ολοκλήρωσε ορισμένα καθήκοντα, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης της εφαρμογής των προτύπων εσωτερικού ελέγχου στις διευθύνσεις του EuropeAid. Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας του κλιμακίου εσωτερικού ελέγχου δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί, κυρίως λόγω έλλειψης ανθρωπίνων πόρων.

8.18.

Tο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας είναι ένα δυναμικό έγγραφο που προσαρμόζεται έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι προτεραιότητες οι οποίες ανακύπτουν καθώς επίσης και η κτηθείσα πείρα. Ανάλογα με την περίπτωση, ορισμένα καθήκοντα μπορούν να αναβληθούν για το επόμενο έτος.

Αποκέντρωση στο πλαίσιο του προγράμματος CARDS

8.19.

Η διαχείριση ενός σχεδίου CARDS στην Αλβανία και επτά σχεδίων στην Κροατία είχε αποκεντρωθεί σε εθνικές υπηρεσίες υλοποίησης με προληπτικό έλεγχο των αποφάσεων σχετικά με τις προμήθειες και τη σύναψη συμβάσεων. Πριν από την αποκέντρωση ωστόσο, η διαχειριστική ικανότητα των εν λόγω υπηρεσιών υλοποίησης δεν είχε αξιολογηθεί σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στα άρθρα 53 και 164 του δημοσιονομικού κανονισμού. Η διαχείριση των σχεδίων στην Κροατία ασκήθηκε χωρίς προβλήματα, για το σχέδιο όμως στην Αλβανία οι αρμοδιότητες διαχείρισης έπρεπε να ασκηθούν από την αντιπροσωπεία.

8.19.

Όσον αφορά την Κροατία, η απόφαση PE/1378/2002 της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 2002 για την έγκριση του εθνικού προγράμματος CARDS 2002 αποτελεί το ενδεδειγμένο νομικό πλαίσιο για τη χορήγηση της αποκεντρωμένης διαχείρισης. Ως συνέπεια αυτής της απόφασης της Επιτροπής, στις 9 Οκτωβρίου 2002 συνάφθηκε με τις αρχές τις Κροατίας χρηματοδοτική σύμβαση, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα αποκεντρωμένης μεθόδου υλοποίησης. Επ’ αυτής της βάσης και σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό που ήταν εφαρμοστέος τότε (κανονισμός της 21ης Δεκεμβρίου 1977 του Συμβουλίου), η Επιτροπή και οι αρχές της Κροατίας σύναψαν στις 13 Φεβρουαρίου 2003 ένα μνημόνιο συμφωνίας σχετικά με τη δημιουργία της Κεντρικής Μονάδας Χρηματοδότησης και ανάθεσης των συμβάσεων.

Όσον αφορά την Αλβανία, μεταξύ της 1ης και της 4ης Ιουλίου 2003 η Επιτροπή πραγματοποίησε επιτόπου επίσκεψη στην ομάδα διαχείρισης του προγράμματος. Ως συνέπεια αυτής της αποστολής, στις 14 Ιουλίου 2003 υπογράφηκε με τις αλβανικές αρχές μνημόνιο συμφωνίας για χορήγηση αποκεντρωμένης διαχείρισης σ’ αυτή τη μονάδα διαχείρισης προγράμματος με σκοπό την υλοποίηση των προγραμμάτων ανάπτυξης των τοπικών κοινοτήτων.

Συμπεράσματα και συστάσεις

8.20.

Όπως και στο παρελθόν, ο έλεγχος του Συνεδρίου έφερε στην επιφάνεια λίγα σφάλματα που επηρεάζουν τις πράξεις σε επίπεδο αντιπροσωπειών (βλέπε σημείο 8.4). Εντούτοις, στο δείγμα που ελέγχθηκε, διαπιστώθηκε σημαντική εμφάνιση σφαλμάτων με οικονομικό αντίκτυπο στο επίπεδο των φορέων υλοποίησης των σχεδίων (βλέπε σημείο 8.5). Το πλέον συχνό είδος σφάλματος ήταν η αδυναμία να διασφαλιστεί ότι οι διαδικασίες ανάθεσης, περιλαμβανομένων των δημόσιων διαγωνισμών, ήταν σύμφωνες προς τις απαιτήσεις της Επιτροπής.

8.20.

Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της επειδή, όπως και τα προηγούμενα έτη, το Συνέδριο εκτιμά ότι η δημοσιονομική διαχείριση των υπηρεσιών της Επιτροπής, και ιδίως των αντιπροσωπειών, λειτουργεί ικανοποιητικά. Η Επιτροπή έχει επίγνωση των κινδύνων που υφίστανται στο επίπεδο της οργάνωσης της υλοποίησης των έργων και, κατά τη διάρκεια των παρελθόντων ετών, έχει λάβει έναν ορισμένο αριθμό αποφάσεων που αποσκοπούν στον περιορισμό των κινδύνων αυτών και στην απάντηση στα ερωτήματα τα οποία θέτει το Συνέδριο (βλέπε επίσης σημείο 8.5).

8.21.

Η συνολική αξιολόγηση του Συνεδρίου το 2005 σχετικά με τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής παρουσιάζεται στον πίνακα 8.1 . Όπως εξηγήθηκε στα σημεία 8.14 έως 8.15, εξακολούθησαν να υφίστανται αδυναμίες στα συστήματα που απέβλεπαν στη διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των πράξεων σε επίπεδο φορέων υλοποίησης των σχεδίων.

8.21.

Έχει ήδη δημιουργηθεί ένας ορισμένος αριθμός μέσων τα οποία αποσκοπούν στον περιορισμό του κινδύνου καταλογισμού στον προϋπολογισμό μη επιλέξιμων δαπανών που πραγματοποιούνται σχετικά με έργα. Επιπρόσθετα ειδικά μέτρα που έχουν εισαχθεί προσφάτως ενίσχυσαν περαιτέρω τους μηχανισμούς ελέγχου. Οι νέες τυποποιημένες συμβάσεις και όροι εντολής για επαληθεύσεις δαπανών οι οποίες προσαρτώνται στον αναθεωρημένο πρακτικό οδηγό, παραδείγματος χάριν, αναφέρονται συγκεκριμένα στις συμβασιακές πτυχές που αναφέρονται από το Συνέδριο.

Πίνακας 8.1

α) Αξιολόγηση εκ μέρους του Συνεδρίου των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου κατά το 2005

 

ΓΔ Ανθρωπιστικής Βοήθειας (ECHO)

Γραφείο συνεργασίας EuropeAid

Αντιπροσωπείες

Γενικός σχεδιασμός

A

B

Διαδικασίες και εγχειρίδια

A

A

A

Λειτουργία στην πράξη

A

B (10)

B (10)

Εσωτερικοί έλεγχοι

B (11)

B (11)

B (11)

Εκθέσεις των υπευθύνων διαχείρισης

A

B (10)

B


β) Αξιολόγηση εκ μέρους του Συνεδρίου των εξωτερικών ελέγχων σε επίπεδο φορέων που υλοποιούν έργα χρηματοδοτούμενα από το EuropeAid

Ποιότητα των ελέγχων

A

Ποσότητα των ελέγχων

B

Καθορισμός των όρων εντολής

B (12)

Συμμετοχή της Επιτροπής στο διορισμό ελεγκτών

B (12)

Ενσωμάτωση των διαδικασιών δημόσιων διαγωνισμών στο πεδίο ελέγχου

B (12)

Αναφορά των αποτελεσμάτων της επισκόπησης των λογιστικών συστημάτων

C

Αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη χρήση και την παρακολούθηση των εκθέσεων ελέγχου

B


Επεξήγηση δεικτών

Κλίμακα αξιολόγησης των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Λειτουργεί καλά. Χρειάζονται μερικές ή δευτερεύουσας σημασίας βελτιώσεις

A

Λειτουργεί, αλλά χρειάζονται βελτιώσεις

B

Δεν λειτουργεί κατά τον επιθυμητό τρόπο

C


γ) Σημαντικοί τομείς που παρακολούθησε το Ελεγκτικό Συνέδριο το 2005

 

ΓΔ Ανθρωπιστικής Βοήθειας (ECHO)

Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid

Αντιπροσωπείες

Ανάλυση κινδύνων

Πραγματοποίηση ανάλυσης όπως και κατά τα προηγούμενα έτη.

Η ανάλυση κινδύνων του Δεκεμβρίου του 2005 αναφέρει για πρώτη φορά τους δημοσιονομικούς κινδύνους σε επίπεδο σχεδίου.

Συστήματα υποβολής εκθέσεων

Τήρηση καλών προτύπων.

Τα συστήματα υποβολής εκθέσεων χρειάζονται περαιτέρω ανάπτυξη:

η ενότητα CRIS-Audit εξακολουθεί να μη χρησιμοποείται και δεν συνδέεται ικανοποιητικά με τις πληροφορίες διαχείρισης·

οι εκθέσεις διαχείρισης εξωτερικών δράσεων (EAMRs) δεν είναι πλήρεις.

Οι αντιπροσωπείες υπέβαλαν εξαμηνιαίες εκθέσεις για τη διαχείριση της εξωτερικής βοήθειας.

Σχεδιασμός των εξωτερικών ελέγχων και των μηχανισμών ελέγχου

Πλήρης εφαρμογή.

Σημειώθηκε πρόοδος το 2005.

Υλοποίηση εξωτερικών ελέγχων και παρακολούθηση

Διενέργεια και παρακολούθηση ελέγχων.

Οι όροι εντολής εκδόθηκαν τον Φεβρουάριο του 2006. Η παρακολούθηση χρειάζεται να βελτιωθεί περισσότερο.

8.22.

Η διαχείριση ορισμένων σχεδίων του CARDS στην Αλβανία και στην Κροατία είχε αποκεντρωθεί χωρίς τις προηγούμενες απαιτούμενες αξιολογήσεις.

8.22.

Όσον αφορά την Κροατία, η απόφαση αποκέντρωσης της διαχείρισης που είχε ληφθεί το 2002 ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του προηγούμενου δημοσιονομικού κανονισμού.

Σχετικά με την Αλβανία, η απόφαση αποκέντρωσης της διαχείρισης είχε βασιστεί στην αποστολή που είχε πραγματοποιηθεί στην ΜΔΠ τον Ιούλιο 2003, μετά από την οποία είχε υπογραφεί μνημόνιο συμφωνίας με τις αλβανικές αρχές στις 14 Ιουλίου 2003.

8.23.

Το Συνέδριο, με βάση τις προαναφερθείσες διαπιστώσεις του, συνιστά:

8.23.

 

α)

το EuropeAid να αναπτύξει περισσότερο την αξιολόγηση κινδύνων κάνοντας αναφορά στις διαπιστώσεις των εσωτερικών και εξωτερικών ελεγκτών σε επίπεδο σχεδίων και διαφοροποιώντας τους διάφορους τύπους φορέων υλοποίησης και τις μεθόδους χρηματοδότησης (βλ. σημείο 8.6)·

α)

Tα κριτήρια που αναφέρονται από το Συνέδριο λαμβάνονται ήδη υπόψη από το EuropeAid στην προσέγγισή του σχετικά με τη διαχείριση κινδύνων. Η Επιτροπή θα προσπαθήσει να ενισχύσει περαιτέρω τον τρέχοντα μηχανισμό και να βελτιώσει την επικοινωνία της σχετικά με τη βάση των αναλύσεών της.

β)

όλοι οι εξωτερικοί ελεγκτές των σχεδίων να εκτελούν τις εργασίες τους βάσει των όρων εντολής που καλύπτουν όλους τους γνωστούς τομείς κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας προς τις απαιτήσεις της Επιτροπής όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων και την επιλεξιμότητα των δαπανών (βλ. σημείο 8.15)·

β)

Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του Συνεδρίου και έχει ήδη λάβει σχετικά έναν ορισμένο αριθμό μέτρων. Οι νέες τυποποιημένες συμβάσεις και όροι εντολής για επαληθεύσεις δαπανών που προσαρτώνται στον αναθεωρημένο πρακτικό οδηγό, ο οποίος ετέθη σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2006, αφορούν συγκεκριμένα τις συμβασιακές πτυχές τις οποίες αναφέρει το Συνέδριο.

γ)

το πρόγραμμα CRIS να συμπεριλάβει τα πληροφοριακά στοιχεία για όλους τους ελέγχους των σχεδίων, είτε διενεργούνται αυτοί από εξωτερικούς ελεγκτές, είτε από το προσωπικό της Επιτροπής και τα στοιχεία αυτά να συνδέονται καλύτερα με τα αντίστοιχα στοιχεία διαχείρισης των σχεδίων (βλ. σημείο 8.9)·

γ)

Ο EuropeAid προτίθεται να βελτιώσει περαιτέρω τη λειτουργία του CRIS-Audit, βασιζόμενος στην κτηθείσα πείρα. Σκοπός είναι η απλούστευση και η τυποποίηση των προς εισαγωγή δεδομένων έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η βελτίωση της εκμετάλλευσης του συστήματος, τόσο στην έδρα όσο και στις αντιπροσωπείες.

δ)

τα δημοσιονομικά στοιχεία που παρέχονται από τις αντιπροσωπείες σχετικά με τους ελέγχους να ελέγχονται καλύτερα από τις κεντρικές υπηρεσίες του EuropeAid ώστε να διασφαλίζεται ότι είναι πλήρη και συνεπή. Η εξέταση αυτή θα πρέπει να ενισχύεται με ελέγχους των κεντρικών υπηρεσιών διενεργούμενους από όλες τις διευθύνσεις (βλ. σημεία 8.10 και 8.13)·

δ)

Όπως εξηγείται στο σημείο 8.10, οι πληροφορίες σχετικά με τους ελέγχους διαβιβάζονται μέσω του τρέχοντος συστήματος. Επιπλέον, για να βελτιώνεται και να επικεντρώνεται περαιτέρω η πληροφόρηση που παρέχεται από τις αντιπροσωπείες, το μορφότυπο των τακτικών εκθέσεων των αντιπροσωπειών αναθεωρήθηκε προσφάτως, συμπεριλαμβανομένων του τμήματος και του παραρτήματος σχετικά με τους ελέγχους.

Όλες οι Διευθύνσεις πραγματοποιούν αποστολές παρακολούθησης/επαλήθευσης του τρόπου με τον οποίο η αντιπροσωπεία τους εκτελεί την αποκεντρωμένη διαχείριση. Ο EuropeAid προτίθεται να προωθήσει τη χρήση των βέλτιστων πρακτικών για αυτές τις αξιολογήσεις, επί τη βάσει της κτηθείσας πείρας, και προετοιμάζει εναρμονισμένη μεθοδολογία.

ε)

να φροντίζει η Επιτροπή να αξιολογείται πριν από την αποκέντρωση η διαχειριστική ικανότητα των εθνικών υπηρεσιών υλοποίησης των σχεδίων (βλέπε σημείο 8.19).

ε)

Η Επιτροπή ανέκαθεν είχε επίγνωση της ανάγκης αξιολόγησης της ικανότητας και της ποιότητας των εθνικών υπηρεσιών υλοποίησης και θα εξακολουθήσει να εξασφαλίζει την τήρηση όλων των απαιτήσεων που συνδέονται με την υλοποίηση αυτή.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ

Έλεγχοι των οργανώσεων των Ηνωμένων Εθνών

Εισαγωγή

8.24.

Στις προηγούμενες ετήσιες εκθέσεις δόθηκε έμφαση από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο στα προβλήματα πρόσβασης σε έγγραφα των οργανώσεων των ΗΕ (13). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του για τη χορήγηση απαλλαγής σχετικά με το γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ για το 2004, ζήτησε από την Επιτροπή να αποσαφηνίσει το δικαίωμα πρόσβασης του Συνεδρίου στα σχέδια που διαχειρίζονται οι υπηρεσίες των ΗΕ (14).

8.24.

Tο δικαίωμα του Συνεδρίου να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που έχουν σχέση με τα έργα τα οποία διαχειρίζεται συζητήθηκε και επιβεβαιώθηκε από την 3η ομάδα εργασίας της Οικονομικής και Διοικητικής Συμφωνίας Πλαισίου (ΟΔΣΠ) μεταξύ της Επιτροπής και τον ΟΗΕ.

Οικονομική και Διοικητική Συμφωνία-Πλαίσιο (ΟΔΣΠ)

8.25.

Στην Οικονομική και Διοικητική Συμφωνία-Πλαίσιο (ΟΔΣΠ) καθορίζεται το πλαίσιο για τη διαχείριση των χρηματοδοτικών συμμετοχών που πραγματοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα Ηνωμένα Έθνη. Το πλαίσιο περιλαμβάνει μία ρήτρα ελέγχου, η οποία συμφωνήθηκε κατ' αρχήν το 1994 και η οποία δίνει τη δυνατότητα στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους σχετικά με πράξεις που έχουν χρηματοδοτήσει. Στην ίδια ρήτρα απαιτείται από τα Ηνωμένα Έθνη να διαθέτουν στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες όλες τις σχετικές δημοσιονομικές πληροφορίες.

 

Πρόοδος σημειωθείσα το 2005 με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας με τα Ηνωμένα Έθνη σχετικά με τις πτυχές του δημοσιονομικού ελέγχου

8.26.

Η Επιτροπή και τα Ηνωμένα Έθνη δημιούργησαν μία επιμέρους ομάδα εργασίας ελέγχου εντός της ομάδας εργασίας ΟΔΣΠ μεταξύ άλλων για την αντιμετώπιση προβλημάτων πρόσβασης σε έγγραφα που αντιμετώπισαν τόσο το Ελεγκτικό Συνέδριο όσο και η Επιτροπή (15). Αυτή η επιμέρους ομάδα εργασίας συνήλθε τον Δεκέμβριο του 2005 και πρότεινε μέτρα για τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, με σκοπό να καταδειχθεί η ορθότητα της διαβεβαίωσης που παρέχουν οι υπηρεσίες των ΗΕ στους διατάκτες της Επιτροπής και να βελτιωθεί ο συντονισμός με την Επιτροπή. Αυτή η επιμέρους ομάδα εργασίας τόνισε επίσης ότι βραχυπρόθεσμα ήταν αναγκαίο να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για την επίλυση διαφορών που προκύπτουν κατά τη διάρκεια ελέγχου.

8.26.

Ορθώς επικεντρώνεται το Συνέδριο στη σημασία της επιτυχούς υλοποίησης της ρήτρας επαλήθευσης στην οποία βασίζεται η ΟΔΣΠ και αναγνωρίζει τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί από την Επιτροπή και τον ΟΗΕ για την εμβάθυνση της ανανεωμένης εταιρικής σχέσης.

8.27.

Δημιουργήθηκε επίσης μια επιμέρους ομάδα εργασίας για την έκδοση οδηγιών σχετικά με ένα συμφωνημένο επίπεδο αναγκαίων πληροφοριών όταν οι υπηρεσίες των ΗΕ λογοδοτούν για την εκτέλεση των σχεδίων. Μόνο όταν οι εκθέσεις των ΗΕ δεν είναι επαρκώς λεπτομερείς, το άρθρο 2 της ΟΔΣΠ δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να ζητήσει μία συγκεκριμένη παρουσίαση των πληροφοριών. Η επιμέρους ομάδα εργασίας για την κατάρτιση των εκθέσεων συνήλθε τον Μάρτιο και τον Δεκέμβριο του 2005 και επιβεβαίωσε ότι οι πρακτικές οδηγίες ήταν αναγκαίες για την αντιμετώπιση των αδυναμιών στον τομέα αυτό.

 

Συμπέρασμα

8.28.

Η Επιτροπή διεξάγει συζητήσεις με τα Ηνωμένα Έθνη στο πλαίσιο της ΟΔΣΠ για ορισμένες πτυχές του ελέγχου. Καταβάλλονται επιπλέον προσπάθειες για να διαμορφωθούν σαφείς οδηγίες και διαδικασίες με σκοπό την ενίσχυση της διαβεβαίωσης που παρέχεται από τους αποτελεσματικούς ελέγχους των σχεδίων των ΗΕ τα οποία χρηματοδοτούνται από την Επιτροπή (16).

8.28.

Όπως αναγνωρίζεται από το Συνέδριο, η Επιτροπή, με πνεύμα εταιρικής σχέσης, επιδίδεται από κοινού με τον ΟΗΕ στην αναζήτηση λύσεων αποδεκτών εκατέρωθεν στους τομείς τους οποίους αναφέρει το Συνέδριο.

Η ομάδα εργασίας της ΟΔΣΠ είναι το θεσμικό φόρουμ στο οποίο πρέπει να απευθύνονται αυτά και άλλα μελλοντικά θέματα.

Ειδική έκθεση αριθ. 25/98 σχετικά με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (ΧΚΑΕ) και στα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη (ΝΑΚ) από το 1990 έως το 1997

Εισαγωγή

8.29.

Το 1998 το Συνέδριο δημοσίευσε μια ειδική έκθεση αριθ. 25/98 σχετικά με δραστηριότητες στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας χρηματοδοτούμενες στο πλαίσιο των προγραμμάτων PHARE και TACIS (17). Το Συνέδριο, στην ετήσια έκθεσή του για το οικονομικό έτος 2000, δημοσίευσε τα αποτελέσματα της πρώτης ανασκόπησης της συνέχειας που δόθηκε στην εν λόγω έκθεση και διατύπωσε τα ακόλουθα συμπεράσματα:

α)

η Επιτροπή είχε καθορίσει τη στρατηγική της, αλλά δεν διέθετε ακριβείς δείκτες απόδοσης για τη μέτρηση της προόδου που σημειώθηκε στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας·

β)

ήταν αναγκαίο να χορηγηθούν επαρκείς ανθρώπινοι πόροι για τη διαχείριση του προγράμματος και να αυξηθεί η συμμετοχή των αντιπροσωπειών·

γ)

θα έπρεπε να επιβληθούν αυστηρά χρονικά όρια για την προετοιμασία των προσκλήσεων υποβολής προσφορών·

δ)

γενικότερα, ήταν αναγκαίοι αυστηρότεροι όροι για τις παρεμβάσεις, και

ε)

έπρεπε να αντιμετωπιστεί η περιορισμένη ιδιοποίηση και δέσμευση των δικαιούχων, καθώς και ο ελλιπής συντονισμός μεταξύ των σχεδίων.

Στη συνέχεια, το Συμβούλιο (18) εξέφρασε την ικανοποίησή του για τα μέτρα που έλαβε η Επιροπή σε απάντηση της αρχικής ειδικής έκθεσης του Συνεδρίου και έλαβε υπόψη τις απομένουσες ελλείψεις.

 

8.30.

Στόχος αυτής της δεύτερης ανασκόπησης της συνέχειας που δόθηκε ήταν να αξιολογηθεί σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις του Συνεδρίου είχαν ληφθεί υπόψη. Η έκταση της δεύτερης ανασκόπησης περιορίστηκε στις παρεμβάσεις στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος TACIS στην Ομοσπονδία της Ρωσίας και στην Ουκρανία (εξαιρουμένου του πυρηνικού σταθμού του Τσέρνομπιλ).

 

8.31.

Τα κεφάλαια που χορηγήθηκαν στο πρόγραμμα TACIS στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας ανήλθαν σε 774 εκατ. ευρώ κατά την περίοδο 1991 έως 2000. Από το 2001 έως το 2005 η χορήγηση ανήλθε σε 342 εκατ. ευρώ (εξαιρουμένων των κεφαλαίων για τον πυρηνικό σταθμό του Τσέρνομπιλ).

 

Σαφής στρατηγική παρέμβασης, όχι όμως χωρίς ελλείψεις

8.32.

Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Σεπτέμβριο του 2000 (19), παρουσίασε τη νέα της στρατηγική για μελλοντική βοήθεια στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας, στα ΝΑΚ και ΧΚΑΕ. Το εν λόγω έγγραφο στρατηγικής είναι συνεκτικό και πλήρες· ωστόσο η εφαρμογή του παρουσιάζει ελλείψεις.

8.32.

Όσον αφορά την υλοποίηση της στρατηγικής παρέμβασης, παραπέμπουμε στις κάτωθι απαντήσεις.

8.33.

Κύριος στόχος όλων των παρεμβάσεων που υπάγονται στο TACIS ήταν η μεταφορά της δυτικής νοοτροπίας ασφάλειας στις πυρηνικές εγκαταστάσεις των κρατών ΝΑΚ. Σε επίπεδο πυρηνικών εγκαταστάσεων το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίστηκε με τη χορήγηση μιας «ελαφράς» τεχνικής βοήθειας επιτόπου και ενός σύγχρονου εξοπλισμού. Από το 2001, η Επιτροπή εφάρμοσε μια νέα προσέγγιση δύο φάσεων με την οποία εφαρμόζονται τα σημερινά σχέδια βελτίωσης των εγκαταστάσεων μόνο ύστερα από ολοκλήρωση μιας προκαταρκτικής φάσης προγραμματισμού των σχεδίων. Το 2005 το Συνέδριο διαπίστωσε ότι το σύστημα προγραμματισμού ήταν καλά σχεδιασμένο και ότι τα σχέδια που εγκρίθηκαν ήταν συναφή και έτοιμα προς εφαρμογή.

 

8.34.

Ενώ η ΕΕ συνέβαλε στη μεταφορά της νοοτροπίας για την ασφάλεια στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, μόνο πρόσφατα δόθηκε μεγαλύτερη προσοχή στην επεξεργασία των ραδιενεργών αποβλήτων, μολονότι αποτελεί μέρος της στρατηγικής παρέμβασης. Παρά τη σημασία που απέδωσαν όλα τα μέρη στο εν λόγω θέμα, κατά τα τέλη του 2005 οι εθνικές στρατηγικές διαχείρισης των αποβλήτων βρίσκονταν μόνο σε αρχικά στάδια της εξέλιξης και στις δύο χώρες, και ένας περιορισμένος αριθμός σχεδίων επεξεργασίας ραδιενεργών αποβλήτων για τις πυρηνικές εγκαταστάσεις είχε αρχίσει να εφαρμόζεται σε προκαταρκτική φάση.

8.34.

Τα τελευταία χρόνια, αποδίδεται μεγαλύτερη σημασία στην επεξεργασία των ραδιενεργών αποβλήτων, δεδομένου ότι αποτελεί μέρος της στρατηγικής παρέμβασης. Διάφορα έργα σχετικά με την επεξεργασία των ραδιενεργών αποβλήτων εγκαινιάσθηκαν στο επίπεδο των πυρηνικών σταθμών, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία την οποία αποδίδουν στο ζήτημα αυτό όλα τα μέρη.

8.35.

Η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΔΥΑΕ), καθώς και άλλοι οργανισμοί καθόρισαν δείκτες απόδοσης για τους πυρηνικούς σταθμούς. Οι εθνικές αρχές αρμόδιες για την κανονιστική ρύθμιση λογοδοτούν συνολικά στη ΔΥΑΕ για τα πρότυπα ασφαλείας. Σύμφωνα με πληροφορίες τους, οι δείκτες παρουσίασαν σταδιακές βελτιώσεις. Η Επιτροπή έχει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες και φρονεί ότι δεν είναι αναγκαίο να διαμορφώσει τους δικούς της γενικούς δείκτες ασφάλειας.

 

8.36.

Εντούτοις, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχει την αποτελεσματικότητα των δαπανών του προγράμματος TACIS. Έως τα τέλη του 2005 δεν ήταν δυνατό να καθορίσει η Επιτροπή κατά πόσο συνέβαλε το πρόγραμμα TACIS στη βελτίωση της ασφάλειας στους διάφορους πυρηνικούς σταθμούς. Η Επιτροπή δεν λαμβάνει πληροφορίες από τους πυρηνικούς σταθμούς ή από τις δικές της ομάδες τεχνικής βοήθειας. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι δύσκολο (αν όχι αδύνατο) να καθοριστούν ορθολογικά οι στόχοι για τις μελλοντικές δαπάνες στον τομέα αυτό, να προγραμματιστούν οι δραστηριότητες και να σχεδιαστεί μια πιθανή στρατηγική αποδέσμευσης.

8.36.

Το 2006 εγκαινιάσθηκε η αξιολόγηση όλων των έργων επί τόπου αρωγής έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί ανάλυση των επιπτώσεών τους.

Για να καθοριστούν οι στόχοι των μελλοντικών δαπανών σ’ αυτόν τον τομέα και για να σχεδιαστούν οι μελλοντικές δραστηριότητες, πρόκειται να αναληφθεί πρωτοβουλία σε συνεργασία με τον ΔΟΑΕ (στη Βιένη), η οποία αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε συνολική κοινή αξιολόγηση του σημερινού επιπέδου ασφάλειας των αντιδραστήρων τύπου VVER στην Ουκρανία και τη Ρωσία.

Βελτίωση όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους και τη διαχείριση του προγράμματος

8.37.

Η Επιτροπή, σε επίπεδο των κεντρικών υπηρεσιών της, ενίσχυσε τη μονάδα που είναι αρμόδια για την επιχειρησιακή διαχείριση του προγράμματος TACIS στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας διαθέτοντας κατά 50 % περισσότερους μονίμους υπαλλήλους. Επίσης, εξασφάλισε τις υπηρεσίες του Ινστιτούτου Ενέργειας του Κοινού Κέντρου Ερευνών για τη διαχείριση του προγράμματος.

 

8.38.

Στη Μόσχα και στο Κίεβο, η Επιτροπή επιστράτευσε τις αντιπροσωπείες της να συμμετέχουν στον προγραμματισμό και στην εφαρμογή. Κατά τα τέλη του 2004 ένα κοινό γραφείο στήριξης συστάθηκε στο Κίεβο για να στηρίξει τις δικαιούχους οργανώσεις και την Επιτροπή. Το γραφείο αυτό, παρόμοιο με την κοινή μονάδας διαχείρισης που δημιουργήθηκε στη Μόσχα το 1997, συνέβαλε στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των παρεμβάσεων στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας, όπως εξηγείται παρακάτω. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν έχει επαρκώς καθορίσει τους ρόλους, τα καθήκοντα και τις εντολές των αντιπροσωπειών και των γραφείων στήριξης.

8.38.

Λόγω της συγκεντρωτικής διαχείρισης του προγράμματος, ήταν περιορισμένη η συμμετοχή της αντιπροσωπείας. Σε περίπτωση που η αποκέντρωση πραγματοποιηθεί όντως στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας, και εφόσον θα ανταποκρίνεται στον στόχο της βελτίωσης της πυρηνικής ασφάλειας και της διαχείρισης των προγραμμάτων, ο ρόλος, τα καθήκοντα και οι εντολές των αντιπροσωπειών και των γραφείων στήριξης θα καθοριστούν αναλόγως.

Η εφαρμογή των σχεδίων βελτιώθηκε, ορισμένα προβλήματα όμως παραμένουν

8.39.

Ο συσσωρευμένος όγκος των συμβάσεων (20) παρέμεινε σταθερός έως τα τέλη του 2002 όταν ανήλθε σε 168 εκατ. ευρώ και μειώθηκε σε 108 εκατ. ευρώ περίπου κατά τα τέλη του 2004. Η μέση προθεσμία που είναι αναγκαία για την υπογραφή μιας σύμβασης μειώθηκε από 700 ημέρες περίπου το 2000 σε 200 ημέρες το 2005.

 

8.40.

Κατά την εφαρμογή του σχεδίου οι καθυστερήσεις εξακολουθούν να συσσωρεύονται καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Η Επιτροπή δεν επέβαλε αυστηρά χρονικά όρια στα εμπλεκόμενα μέρη. Οι στατιστικές της Επιτροπής δείχνουν ότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι ο χρόνος αντίδρασης των δικαιούχων οργανώσεων ήταν αρκετά μεγάλος. Ο κανόνας Ν + 3, ο οποίος θεσπίστηκε με το δημοσιονομικό κανονισμό (21), ενθαρρύνει ωστόσο όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να αντιδρούν γρηγορότερα.

8.40.

Λόγω του πολύπλοκου χαρακτήρα των έργων κτιριακής ασφάλειας, ενδέχεται να σημειωθούν καθυστερήσεις κατά τη διάρκεια της υλοποίησης των έργων. Η Επιτροπή αποφάσισε να μην επιβάλει αυστηρά όρια στα ενδιαφερόμενα μέρη λόγω του στόχου υψηλής προτεραιότητας της βελτίωσης της πυρηνικής ασφάλειας μέσω της ολοκλήρωσης των έργων, ο οποίος είναι σημαντικότερος από το ζήτημα των καθυστερήσεων των έργων. Εντούτοις, έχουν ληφθεί μετρα για την αποφυγή των καθυστερήσεων αυτών· η Επιτροπή επιβλέπει τους εταίρους των έργων (συμβαλλόμενα μέρη, δικαιούχοι και αναθέτουσες αρχές), έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η βέλτιστη δυνατή αποδοτικότητα και εκτέλεση.

8.41.

Τα πολλά προβλήματα που έχουν σχέση με τις προμήθειες εξοπλισμού εξακολούθησαν να προκαλούν πολύ μεγάλες καθυστερήσεις στα σχέδια των πυρηνικών σταθμών (σε ορισμένες περιπτώσεις έως τέσσερα έτη). Τα προβλήματα αυτά αφορούσαν τα σημεία 8.29 α) το σχεδιασμό και την έγκριση των τεχνικών προδιαγραφών, 8.29 β) τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων, τις οποίες οι πολυάριθμοι και συχνά χωρίς πείρα συμμετέχοντες έκριναν ότι ήταν πολύπλοκες και ανελαστικές, και 8.29 γ) τον περιορισμένο ανταγωνισμό λόγω της πολύ ειδικευμένης τεχνολογίας και του μικρού αριθμού των πιθανών προμηθευτών.

8.41.

Δεδομένης της τεχνικής πολυπλοκότητας, κάθε ένα από τα βιομηχανικά έργα (ΕΒΜ — Έργο Βελτίωσης των Μονάδων) αποφασίζεται μόνο μετά από την εκτέλεση ενός προκαταρκτικού έργου (ΠΕΜ — Προκαταρκτικό Έργο Μονάδων). Το ΠΕΜ επιτρέπει την ταυτοποίηση των καθηκόντων και των όρων που θα αποτελέσουν τη βάση του ΕΒΜ σε δεύτερο στάδιο. Αυτά τα αρχικά στάδια είναι απαραίτητα για τον ώριμο ορισμό και την έγκριση των δραστηριοτήτων που απαιτούνται για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού αποτελέσματος όσον αφορά την ασφάλεια.

8.42.

Το Συνέδριο δεν διαπίστωσε καμία παράβαση κανονισμών κατά τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων σχετικά με την παροχή συμβάσεων και προμηθειών που εξετάστηκαν το 2005. Εντούτοις, εξακολούθησαν να υφίστανται προβλήματα όσον αφορά την απαλλαγή του ΦΠΑ για την αγορά εξοπλισμού στην εσωτερική αγορά ή κατόπιν εισαγωγής.

8.42.

Η Επιτροπή έχει επίγνωση των προβλημάτων που παραμένουν σχετικά με τη συμμόρφωση εκ μέρους των αρχών των δικαιούχων χωρών με τους κανόνες οι οποίοι διέπουν την απαλλαγή από τον ΦΠΑ, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό ΤACIS. Εφιστάται τακτικά η προσοχή σ’ αυτό το πρόβλημα σε πολιτικό επίπεδο, μάταια όμως μέχρι σήμερα.

Η συμμετοχή των δικαιούχων βελτιώθηκε ελάχιστα

8.43.

Οι δομές και οι διοικητικές ικανότητες των ρωσικών και ουκρανικών αρχών στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας ενισχύθηκαν σε κεντρικό επίπεδο. Το 2005 οι αρχές και των δύο χωρών εξέφρασαν την ικανοποίησή τους όσον αφορά την αυξημένη συμμετοχή τους στον προγραμματισμό και την εφαρμογή των δραστηριοτήτων TACIS.

 

8.44.

Οι επιτόπου δυτικοί εμπειρογνώμονες και οι αρμόδιοι των πυρηνικών σταθμών τόνισαν ότι η συνεργασία τους βελτιώθηκε στο σύνολο. Η ιδιοποίηση των σχεδίων από τους ίδιους τους αρμόδιους των πυρηνικών σταθμών και η γενική δέσμευσή τους για τη βελτίωση της ασφάλειας ήταν ικανοποιητική. Ωστόσο, σε κεντρικό επίπεδο οι αρμόδιοι των εταιρειών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή οι ιδιοκτήτες των πυρηνικών σταθμών, δεν συμμετείχαν αποτελεσματικά στη διάδοση ή στην κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των σχεδίων.

8.44.

Η Επιτροπή έχει εκπονήσει, με τη συμβολή του ΙΕ του Petten του ΚΚΕρ δύο έργα (ένα για τη Ρωσία και ένα, προσφάτως, για την Ουκρανία) σκοπός των οποίων είναι η διάδοση των κυριότερων αποτελεσμάτων των έργων μεταξύ των τελικών χρηστών (πυρηνικοί σταθμοί και ινστιτούτα).

Στο προσεχές πρόγραμμα, θα καταβληθούν σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση της νοοτροπίας σχετικά με την ασφάλεια στις δικαιούχες χώρες Ρωσία και Ουκρανία. Σ’ αυτές τις προσπάθειες θα περιλαμβάνεται η διάδοση των βέλτιστων πρακτικών, καθώς επίσης και οι δραστηριότητες που απαιτούνται για τη μεταφορά των αποτελεσμάτων των έργων στο επίπεδο του τελικού χρήστη (πυρηνικοί σταθμοί).

8.45.

Παρά τις θετικές εξελίξεις, παραμένει δύσκολη η λήψη των αναγκαίων πληροφοριών και στοιχείων από τα ρωσικά και ουκρανικά ινστιτούτα σχετικά με τις παραμέτρους σχεδιασμού των εγκαταστάσεων των πυρηνικών σταθμών.

 

Συμπεράσματα και συστάσεις

8.46.

Από το 2000 και μετά η Επιτροπή βελτίωσε σημαντικά τη διαχείριση της πολιτικής της πυρηνικής ασφάλειας. Για τη μεγαλύτερη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του προγράμματος το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή να ενισχύσει περισσότερο:

8.46.

Η Επιτροπή θα ενισχύσει περαιτέρω:

α)

την εφαρμογή της στρατηγικής παρέμβασής της:

α)

την υλοποίηση της στρατηγικής παρέμβασής της:

 

i)

αναπτύσσοντας ένα σύστημα μέτρησης του αποτελέσματος του προγράμματος TACIS όσον αφορά την πολιτική της πυρηνικής ασφάλειας στους διάφορους πυρηνικούς σταθμούς και καθορίζοντας ελέγξιμους στόχους για τη νέα περίοδο προγραμματισμού,

 

i)

Η Επιτροπή εργάζεται επί του παρόντος με σκοπό την εξεύρεση μεθόδου για τη μέτρηση του αντικτύπου των έργων Tacis στο επίπεδο κάθε μεμονωμένου πυρηνικού σταθμού και τη διάδοσή τους σ’ ολόκληρο τον πυρηνικό τομέα. Οι προσπάθειες αυτές θα πρέπει να ενσωματωθούν κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του επόμενου προγράμματος.

 

ii)

αυξάνοντας τις προσπάθειες με σκοπό να επισημανθούν και να εφαρμοστούν σχέδια επίσης και στον τομέα των ραδιενεργών αποβλήτων, και

 

ii)

Η Επιτροπή θα εξετάσει μαζί με τους δικαιούχους επιπρόσθετα έργα στον τομέα των ραδιενεργών αποβλήτων, λαμβάνοντας υπόψη τις σημαντικότερες προτεραιότητες.

 

iii)

θεσπίζοντας μια προσέγγιση στην οποία να συμμετέχει το σύνολο των εταιρειών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάδοση και κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των σχεδίων· και

 

iii)

Η Επιτροπή έχει σκοπό να υλοποιήσει τα έργα με τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή του δικαιούχου και των τελικών χρηστών σε τεχνικό, διαχειριστικό και χρηματικό επίπεδο, χωρίς παρόλα αυτά να επιβάλει αυτή τη συμμετοχή σαν απαράβατο όρο.

β)

τη διαχείριση του προγράμματος

β)

τη διαχείριση του προγράμματος:

 

i)

αυξάνοντας τη συμμετοχή των αντιπροσωπειών, διαθέτοντας επαρκείς ανθρώπινους πόρους και καθορίζοντας τις αρμοδιότητές τους,

 

i)

Η Επιτροπή θα εξετάσει τις δυνατότητες ενίσχυσης της συμμετοχής των αντιπροσωπειών, εφόσον αυτό θα ανταποκρίνεται στους στόχους της βελτίωσης της πυρηνικής ασφάλειας και της διαχείρισης των προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένης της παροχής κατάλληλων ανθρώπινων πόρων και του ορισμού των καθηκόντων τους.

 

ii)

προβλέποντας για κάθε νέα χρηματοδότηση την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων από τους δικαιούχους,

 

ii)

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να ασκεί πίεση στις δικαιούχες χώρες για να είναι συνεπείς με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.

 

iii)

αναλύοντας λεπτομερώς όλη τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων εξοπλισμού και εφαρμόζοντας τις καλύτερες ελεγχθείσες πρακτικές, π.χ. συγχρηματοδότηση, για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των εν λόγω διαδικασιών.

 

iii)

Η Επιτροπή θα επανεξετάσει το σύνολο της διαδικασίας αγοράς εξοπλισμών, έχοντας υπόψη ότι δεν πρέπει να παρεμποδιστεί ο στόχος της βελτίωσης της πυρηνικής ασφάλειας και ότι θα πρέπει να βελτιωθούν οι όροι διαχείρισης των έργων.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ

8.47.

Το Συνέδριο δημοσίευσε τέσσερις ειδικές εκθέσεις που αφορούσαν τις εξωτερικές δράσεις κατά τους δώδεκα τελευταίους μήνες σχετικά με:

α)

την απόδοση των σχεδίων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του προγράμματος TACIS στη Ρωσική Ομοσπονδία (ειδική έκθεση αριθ. 2/2006)·

β)

την ανθρωπιστική βοήθεια που χορήγησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανταποκρινόμενη στις ανάγκες που προκλήθηκαν από το τσουνάμι (ειδική έκθεση αριθ. 3/2006)·

γ)

το πρόγραμμα MEDA (ειδική έκθεση αριθ. 5/2006)·

δ)

τις περιβαλλοντικές πτυχές της συνεργασίας για την ανάπτυξη που αναπτύσσει η Επιτροπή (ειδική έκθεση αριθ. 6/2006).

Διατίθενται στο δικτυακό τόπο του Συνεδρίου (www.eca.europa.eu).

 


(1)  Οι ενισχύσεις που παρέχονται μέσω των Ευρωπαϊκών Ταμείων Ανάπτυξης αναφέρονται χωριστά καθώς δεν χρηματοδοτούνται από το γενικό προϋπολογισμό.

(2)  Το πρόγραμμα CARDS προωθεί τη σταθερότητα και την ειρήνη στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων.

(3)  Περισσότερο από το 60 % των αναλήψεων υποχρεώσεων του CARDS το 2005.

(4)  Οι αντιπροσωπείες στις οποίες πραγματοποιήθηκε επίσκεψη ήταν της Αλβανίας, της Κολομβίας, της Κροατίας, της Ινδίας, της Γεωργίας και του Λιβάνου.

(5)  Σημείο 7.17.

(6)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημείο 7.21.

(7)  Βλέπε την ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημείο 7.19.

(8)  Βλέπε την ειδική έκθεση αριθ. 3/2006 σχετικά με την ανθρωπιστική βοήθεια που χορήγησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανταποκρινόμενη στις ανάγκες που προκλήθηκαν από το τσουνάμι, σημείο 37.

(9)  Οι γεωγραφικές διευθύνσεις είναι: Ασία και Κεντρική Ασία, Ευρώπη, Νότια Μεσόγειος, Μέση Ανατολή και Πολιτική Γειτονίας· Λατινική Αμερική.

(10)  Τα περισσότερα στοιχεία λειτουργούν, ωστόσο ορισμένα χρειάζονται βελτίωση.

(11)  Το κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου επικεντρώθηκε στην ανάλυση των συστημάτων και μέχρι στιγμής δεν προέβη σε δοκιμαστικούς ελέγχους των συστημάτων· στην περίπτωση της ΓΔ ECHO, οι δοκιμαστικοί έλεγχοι άρχισαν το 2005, σύμφωνα με την Επιτροπή, και η διαδικασία αυτή θα ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια του 2006.

(12)  Για τους εξωτερικούς ελέγχους που διενεργούνται με εντολή των φορέων υλοποιήσης απαιτούνται βελτιώσεις· τα νέα μέτρα που ενέκρινε η Επιτροπή θα πρέπει να έχουν αποτέλεσμα το 2006.

(13)  Οι ετήσιες εκθέσεις για τα οικονομικά έτη 2001 και 2004 περιέγραψαν τις δυσκολίες του Συνεδρίου κατά την πρόσβαση στοιχείων στις υπηρεσίες των ΗΕ. Η ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004 συνέστησε στην Επιτροπή να καταστήσει σαφές, με τις υπηρεσίες των ΗΕ, το δικαίωμα πρόσβασης του Συνεδρίου στην πληροφόρηση όσον αφορά έργα που αυτές διαχειρίζονται. Το 2005 καμία υπηρεσία των ΗΕ δεν επιλέχθηκε για τις εργασίες του Συνεδρίου σχετικά με τη δήλωση αξιοπιστίας.

(14)  Σημείο 171 του ψηφίσματος που περιλαμβάνεται στην έκθεση για την απαλλαγή σχετικά με την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2004, έγγραφο A6-0108/2006.

(15)  Το άρθρο 13 της Οικονομικής και Διοικητικής Συμφωνίας-Πλαισίου (ΟΔΣΠ) ορίζει ότι μία ομάδα εργασίας συνέρχεται τουλάχιστον μία φορά ετησίως με σκοπό την προώθηση μιας τακτικής ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με όλα τα θέματα που προκύπτουν από τη συμφωνία.

(16)  Στην περίπτωση ενός σχεδίου των ΗΕ στην Ινδονησία, ύστερα από κάποιες επιφυλάξεις στην αρχή, η ΓΔ ECHO είχε πρόσβαση το 2005 στην πληροφόρηση μέσω της ορθής εφαρμογής της ΟΔΣΠ.

(17)  ΕΕ C 35 της 9.2.1999.

(18)  Σύσταση του Συμβουλίου για την απαλλαγή για το οικονομικό έτος 2000.

(19)  COM(2000) 493 τελικό, 6.9.2000.

(20)  RAC [«reste à contracter» (απομένουν προς σύναψη)].

(21)  Βλέπε άρθρο 166 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου της 15ης Ιουνίου 2002 (ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1): «Οι χρηματοδοτικές συμβάσεις με δικαιούχους τρίτες χώρες.... συνάπτονται το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου του έτους Ν +1, όπου το έτος Ν είναι αυτό στη διάρκεια του οποίου εγκρίθηκε η δημοσιονομική δέσμευση. Οι ατομικές συμβάσεις και συμφωνίες που υλοποιούν αυτές τις χρηματοδοτικές συμβάσεις συνάπτονται το αργότερο τρία έτη από την ημερομηνία της δημοσιονομικής δέσμευσης. Οι ατομικές συμβάσεις και συμφωνίες που αφορούν τον εσωτερικό έλεγχο και την αξιολόγηση μπορούν να συναφθούν μεταγενέστερα».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Προενταξιακή στρατηγική

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια του ελέγχου

Διαπιστώσεις ελέγχου

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Συμπεράσματα και συστάσεις

Ειδικές εκθέσεις που εκδόθηκαν μετά την τελευταία ετήσια έκθεση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

EIΣΑΓΩΓΗ

9.1.

Το παρόν κεφάλαιο της ετήσιας έκθεσης πραγματεύεται τον τομέα 7 των δημοσιονομικών προοπτικών, ο οποίος καλύπτει τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια των προενταξιακών μέσων (Phare, ISPA και Sapard) για τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (1), καθώς και του προγράμματος της προενταξιακής βοήθειας για την Τουρκία.

 

9.2.

Η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης διαχειρίζεται το πρόγραμμα Phare (2) και το πρόγραμμα προενταξιακής βοήθειας για την Τουρκία (3). Τα προενταξιακά αυτά προγράμματα παρέχουν στήριξη για θεσμική ανάπτυξη και επενδύσεις. Το ISPA (4) θεσπίστηκε προκειμένου να διευκολύνει την ένταξη στους τομείς του περιβάλλοντος και των μεταφορών και το διαχειρίζεται η Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Ανάπτυξης. Το Sapard (5) εφαρμόζεται υπό την ευθύνη της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και αποβλέπει να βοηθήσει τις δικαιούχους χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα τα οποία προκύπτουν από διαρθρωτική προσαρμογή στους τομείς γεωργίας και αγροτικής ανάπτυξης και να συμβάλει στην εφαρμογή της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής.

 

9.3.

Τα προγράμματα και σχέδια Phare, Τουρκίας και ISPA εφαρμόζονται κυρίως μέσω ενός συστήματος αποκεντρωμένης διαχείρισης (DIS) με προληπτικό έλεγχο των αποφάσεων ανάθεσης και σύναψης συμβάσεων διενεργούμενο από τις αντιπροσωπείες της Επιτροπής, ή μέσω ενός συστήματος εκτεταμένης διαχειριστικής αποκέντρωσης της εφαρμογής στο πλαίσιο του οποίου η Επιτροπή θα παύσει να διενεργεί προληπτικούς ελέγχους των προσκλήσεων υποβολής προσφορών και της σύναψης συμβάσεων (EDIS) (6). Στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης διαχείρισης οι πληρωμές προς τους αναδόχους και τους δικαιούχους πραγματοποιούνται από τις εθνικές αρχές με κατασταλτικό έλεγχο από την Επιτροπή.

 

9.4.

Από την άλλη πλευρά το Sapard εφαρμόζεται επίσης με αποκεντρωμένη διαχείριση, αλλά χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Επιτροπής για την επιλογή των σχεδίων, την πρόσκληση υποβολής προσφορών και τη σύναψη συμβάσεων. Η Επιτροπή, με βάση τις δικές της εκτιμήσεις, μεταβίβασε την αρμοδιότητα διαχείρισης του προγράμματος σε κάθε δικαιούχο χώρα. Τα καθήκοντα εκτέλεσης και πληρωμής υπάγονται στην αρμοδιότητα των διαπιστευμένων οργανισμών πληρωμής, οι οποίοι πληρώνουν τις δαπάνες που δημιούργησαν οι δικαιούχοι. Κάθε οργανισμός πληρωμής υποχρεούται να προσκομίζει κάθε χρόνο στην Επιτροπή πιστοποιητικό των λογαριασμών του και έκθεση ελέγχου από ανεξάρτητο οργανισμό πιστοποίησης. Η Επιτροπή φροντίζει ώστε τα συστήματα να είναι ενδεδειγμένα και να λειτουργούν όπως είχε προβλεφθεί και προβαίνει σε εκκαθάριση λογαριασμών κατά το τέλος του οικονομικού έτους.

 

9.5.

Το 2005, οι πληρωμές για τα προενταξιακά προγράμματα ανήλθαν συνολικά σε 2 985 εκατομμύρια ευρώ. Η παράσταση 9.1 παρουσιάζει αναλυτικά τα κεφάλαια που αναλήφθηκαν και καταβλήθηκαν το 2005. Για τις οκτώ χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες κατέστησαν κράτη μέλη το 2004, δεν αναλήφθηκε καμία νέα δαπάνη μετά την ένταξη (εκτός από το Sapard, όπου πραγματοποιήθηκαν ορισμένες αναλήψεις υποχρεώσεων κατά τα τέλη του 2004), μολονότι οι πληρωμές θα εξακολουθήσουν τουλάχιστον μέχρι το 2006. Στις εν λόγω χώρες τα πρώην σχέδια ISPA θεωρούνται στο εξής σχέδια που υπάγονται στο Ταμείο Συνοχής.

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εμβέλεια του ελέγχου

9.6.

Για τα προγράμματα Phare και Τουρκίας, το Συνέδριο:

α)

διενέργησε ελέγχους τεκμηρίωσης σε πράξεις υπό κεντρική διαχείριση σε επίπεδο Επιτροπής (οκτώ πληρωμές) και σε πράξεις υπό αποκεντρωμένη διαχείριση στη Βουλγαρία, Ρουμανία και Τουρκία (26 προσκλήσεις υποβολής προσφορών και 39 πληρωμές για 13 σχέδια) και

 

Image

Image

β)

αξιολόγησε τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου εστιάζοντας ιδιαίτερα την προσοχή του στη λειτουργία των συστημάτων για τον έλεγχο των εθνικών συμβάσεων συγχρηματοδότησης (έντεκα σχέδια τα οποία εξετάστηκαν στη Βουλγαρία, Λετονία, Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία), στο σύστημα ανάθεσης συμβάσεων στο πλαίσιο του EDIS (13 προσκλήσεις υποβολής προσφορών που ελέγχθηκαν στη Λεττονία, Πολωνία και Σλοβακία) και στην αποκεντρωμένη διαχείριση στην Κροατία (7).

 

9.7.

Για το ISPA, το Συνέδριο πραγματοποίησε περιορισμένη εξέταση στην Επιτροπή, η οποία αφορούσε κυρίως τον έλεγχο των δραστηριοτήτων της Επιτροπής σχετικά με τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου σε μία από τις υποψήφιες χώρες (Κροατία) και στις υπό ένταξη χώρες (Βουλγαρία και Ρουμανία), συμπεριλαμβανομένης μιας εξέτασης σχετικά με την κατάσταση προόδου της εφαρμογής του EDIS στις τελευταίες αυτές δύο χώρες. Στον έλεγχο δεν περιλαμβανόταν εξέταση των ειδικών υποκειμένων πράξεων.

 

9.8.

Για το Sapard, ο έλεγχος του Συνεδρίου συνίστατο σε ελέγχους των διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου και ελέγχους πράξεων στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία σε πέντε σχέδια στην κάθε χώρα, οι οποίοι κάλυψαν τα κυριότερα μέτρα που εφαρμόστηκαν κατά την εποχή του ελέγχου. Οι εν λόγω έλεγχοι αφορούσαν την εξέταση της τεκμηρίωσης των σχεδίων στους αντίστοιχους οργανισμούς πληρωμής, καθώς και τη νομιμότητα και κανονικότητα των σχεδίων επιτόπου. Ο έλεγχος συνίστατο επίσης σε αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης που πραγματοποίησε η Επιτροπή στις εκθέσεις του οργανισμού πιστοποίησης.

 

Διαπιστώσεις ελέγχου

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

9.9.

Για τα προγράμματα Phare και Τουρκίας οι πράξεις που ελέγχθηκαν από το Συνέδριο δεν επηρεάστηκαν από σημαντικά σφάλματα. Εντούτοις, για το πρόγραμμα Phare το Συνέδριο διαπίστωσε, μεταξύ των δαπανών που δηλώθηκαν ως παράλληλη εθνική συγχρηματοδότηση, ορισμένες μη επιλέξιμες δαπάνες, οι οποίες αντιστοιχούσαν κυρίως στο ΦΠΑ, καθώς και δαπάνες που δημιουργήθηκαν εκτός επιλέξιμης περιόδου. Ύστερα από την απάντηση της Επιτροπής, το Συνέδριο επιθυμεί να επαναλάβει ότι η αποδοχή, από τη Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης, του ΦΠΑ ως επιλέξιμης δαπάνης στο πλαίσιο της παράλληλης συγχρηματοδότησης δεν διαθέτει νομική βάση. Ο κανονισμός Phare αποκλείει τον ΦΠΑ από την κοινοτική χρηματοδότηση, και ο σκοπός του εν λόγω αποκλεισμού θα παρακαμπτόταν εάν ο ΦΠΑ ήταν επιλέξιμος για συγχρηματοδότηση (8).

9.9.

Στις πράξεις αυτές δεν διαπιστώθηκαν ουσιώδη σφάλματα. Η αντιμετώπιση του ΦΠΑ ως επιλέξιμης δαπάνης σε ορισμένες περιπτώσεις παράλληλης εθνικής συγχρηματοδότησης είναι σύμφωνη με τον κανονισμό Phare, αφού η Επιτροπή θεωρεί ότι ο εν λόγω κανονισμός καθορίζει τους ισχύοντες κανόνες μόνο για τις κοινοτικές χρηματοδοτήσεις.

Στο χρηματοδοτικό μνημόνιο, οι προθεσμίες που καθορίζονται για την υπογραφή των συμβάσεων και τις εκταμιεύσεις αναφέρονται σε «κοινοτική χορήγηση». Οι εθνικές αρχές μπορούν συνεπώς να υποστηρίξουν ότι οι ημερομηνίες αυτές δεν ισχύουν παρά για τη συνεισφορά της ΕΕ, και όχι για τη συγχρηματοδότησή τους.

9.10.

Οι πράξεις του προγράμματος Sapard, που ελέγχθηκαν από το Συνέδριο, επηρεάστηκαν από σημαντικά σφάλματα. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι δεν είχε δοθεί η αναγκαία εκ των προτέρων έγκριση της Επιτροπής σε τροποποιήσεις διαδικασιών για την έγκριση σχεδίων Sapard στη Βουλγαρία. Συνεπώς, οι δαπάνες στο πλαίσιο του προγράμματος Sapard, ύψους 3,4 εκατομμυρίων ευρώ που αφορούσαν 53 σχέδια, δεν ήταν επιλέξιμες. Τόσο στη Ρουμανία όσο και στη Βουλγαρία το Συνέδριο διαπίστωσε σχέδια όπου οι δικαιούχοι δεν τήρησαν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Ιδιαίτερα, για ένα σχέδιο που ελέγχθηκε στη Ρουμανία διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν επιλέξιμο για τη χρηματοδότηση της ΕΕ διότι δεν πληρούσε τους βασικούς όρους που καθορίστηκαν για τη χρήση εγκαταστάσεων που χρηματοδοτήθηκαν. Επιπλέον, ορισμένες απαιτήσεις δεν είχαν επαρκώς ελεγχθεί από τους οργανισμούς πληρωμής, πράγμα που οδήγησε σε περιπτώσεις κατά τις οποίες εγκρίθηκαν σχέδια και καταβλήθηκαν σ' αυτά πληρωμές χωρίς να υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να εξακριβωθεί η συμφωνία τους με τα κριτήρια επιλεξιμότητας.

9.10.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα λάθη αυτά, περιλαμβανομένων και όσων συνεπάγονται τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων για τους δικαιούχους, δεν είναι ουσιώδη στην περίπτωση της Βουλγαρίας.

Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι βουλγαρικές αρχές δεν ζήτησαν την προηγούμενη έγκριση για τις διαδικαστικές τροποποιήσεις πριν τις εισαγάγουν. Τους εξέφρασε την ανησυχία της σχετικά, υπενθυμίζοντας τους την υποχρέωση να υποβάλουν οποιαδήποτε πρόταση τροποποίησης σχετικά με διαδικασίες στην έγκριση της Επιτροπής πριν την εισαγωγή της. Θεωρεί ωστόσο ότι η παράλειψη αυτή δεν επηρεάζει την επιλεξιμότητα των σχεδίων. Το 2005, ένας εσθονός σύμβουλος απέρριψε τη νέα διαδικασία, αλλά ο έλεγχος που πραγματοποιήθηκε μεταγενέστερα από εξωτερικό ελεγκτή συμπέρανε ότι δεν προέκυπτε κανένας σημαντικός κίνδυνος από την εφαρμογή της «διαδικασίας περιορισμένου χρόνου». Όλοι οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν πριν την πληρωμή.

Προκειμένου για σχέδια που δεν τηρούσαν τους συμβατικούς όρους και τις προϋποθέσεις ελέγχου των απαιτήσεων, η Επιτροπή εξέτασε τις συμπληρωματικές πληροφορίες και συμπέρανε ότι δεν υφίστανται σημαντικά λάθη.

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

9.11.

Οι εξετασθείσες εκθέσεις ελέγχου κλεισίματος, οι οποίες αφορούσαν σχέδια που χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο των εθνικών προγραμμάτων Phare 1999 και 2000 και οι οποίες υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους από τους εξωτερικούς ελεγκτές που προσελήφθησαν για το έργο αυτό, επιβεβαιώθηκαν από τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενέργησε το Συνέδριο στις πράξεις όπου διαπιστώθηκε ποσοστό σφάλματος χωρίς σημαντική οικονομική επίπτωση.

 

9.12.

Για τα προγράμματα Phare και ISPA ο προληπτικός έλεγχος που διενέργησαν οι αντιπροσωπείες της ΕΚ στις διαδικασίες προσκλήσεων υποβολής προσφορών και ανάθεσης συμβάσεων στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης διαχείρισης εξακολούθησε να αποτελεί αποτελεσματικό βασικό έλεγχο για τη διασφάλιση της νομιμότητας και της κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων.

 

9.13.

Για τα προγράμματα Phare και Τουρκίας ο έλεγχος του Συνεδρίου αποκάλυψε ότι λαμβάνονταν, σχετικά συχνά, διορθωτικά μέτρα ύστερα από τους προληπτικούς ελέγχους των αντιπροσωπειών, πράγμα που αποδεικνύει την κακή λειτουργία των εθνικών συστημάτων εποπτείας και ελέγχου στις υπό ένταξη και υποψήφιες χώρες. Ωστόσο, η διαδικασία της εκ των προτέρων έγκρισης δεν είχε τυποποιηθεί και η εμβέλεια των ελέγχων δεν είχε σαφώς καθοριστεί.

9.13.

Ο προληπτικός έλεγχος αποτελεί το στοιχείο κλειδί μιας διαδικασίας εκμάθησης μέσω της οποίας εξετάζονται οι εθνικοί οργανισμοί εφαρμογής έτσι ώστε να βελτιωθεί σταδιακά η διαχειριστική τους ικανότητα ενόψει της πιστοποίησής τους για το σύστημα EDIS. Συνεπώς, η αυστηρότητα των ελέγχων μπορεί να χαλαρώσει με το χρόνο, μόλις διαπιστωθεί η βελτίωση της διαχειριστικής ικανότητας, έτσι ώστε δεν είναι απαραίτητη η κωδικοποίηση της διαδικασίας.

9.14.

Ο έλεγχος των εθνικών συμβάσεων συγχρηματοδότησης στο πλαίσιο του Phare βελτιώθηκε, ιδιαίτερα στη Ρουμανία, όπου οι φορείς υλοποίησης συμπεριέλαβαν την παρακολούθηση της παράλληλης εθνικής συγχρηματοδότησης στην κανονική τους διαδικασία ελέγχου. Εντούτοις, σε επίπεδο Επιτροπής, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι στη Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης δεν υπήρχε καμία συστηματική διαδικασία για την υπενθύμιση των εθνικών αρχών όσον αφορά την υποχρέωσή τους να υποβάλλουν έγκαιρα τις τελικές δηλώσεις και δεν είχε καταρτιστεί κανένα ερωτηματολόγιο ελέγχου για τη διαδικασία εξέτασης.

9.14.

Η Επιτροπή κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να λάβει τις τελικές δηλώσεις εντός των προθεσμιών που καθόριζαν οι συμφωνίες χρηματοδότησης, ορισμένες φορές αναστέλλοντας αιτήσεις πληρωμής. Ορισμένες χώρες αντιμετωπίζουν ωστόσο δυσκολίες για την τήρηση των ταχθεισών προθεσμιών για την υποβολή των εγγράφων. Προκειμένου να δοθεί περισσότερος χρόνος στα εθνικά ταμεία για τη συγκέντρωση των απαραίτητων πληροφοριών, παρατάθηκε η περίοδος για την υποβολή των δηλώσεων.

9.15.

Με την παροχή του EDIS στα νέα κράτη μέλη εγκρίθηκαν ειδικοί φορείς υλοποίησης του προγράμματος Phare χωρίς να διενεργείται προληπτικός έλεγχος από την Επιτροπή στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών και στη σύναψη συμβάσεων. Ωστόσο, το Συνέδριο διαπίστωσε περιπτώσεις (9), κατά τις οποίες οι διαπιστευθέντες φορείς υλοποίησης δεν ήταν οι πραγματικές αρχές που ήταν επιφορτισμένες με τη σύναψη συμβάσεων και δεν ασκούσαν πάντοτε τον τύπο του ελέγχου που προβλεπόταν στην έγκριση του EDIS. Παρόλα αυτά, η διαδικασία εφαρμογής του EDIS αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς τη βελτίωση της διαχειριστικής ικανότητας και των συστημάτων ελέγχου στα νέα κράτη μέλη.

9.15.

Λαμβανομένου υπόψη του εύρους των συστημάτων ελέγχων για τις πιστοποιήσεις, δεν είναι περίεργο ότι ορισμένοι έλεγχοι που προβλέπονταν δεν πραγματοποιήθηκαν. Κατά τη διάρκεια των ελέγχων παρακολούθησης που πραγματοποιήθηκαν στις χώρες όπου το σύστημα EDIS είναι εγκατεστημένο, παρατηρήθηκαν καταστάσεις παρόμοιες με αυτές που περιγράφει το ελεγκτικό συνέδριο. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή απαίτησε από τις εθνικές αρχές να υποβάλουν πληροφορίες και να λάβουν μέτρα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εξέτασε το ενδεχόμενο να δράσει (αναστολή πληρωμών, υ.λπ).

9.16.

Η διαδικασία έγκρισης του EDIS για τα προγράμματα Phare και ISPA στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία καθυστέρησε ακόμη περισσότερο. Η Ρουμανία υπέβαλε την αίτησή της για την έγκριση του EDIS κατά τα τέλη του 2005, ενώ η Βουλγαρία δεν είχε υποβάλει αίτηση μέχρι την ημερομηνία αυτή. Και οι δύο χώρες είχαν προγραμματίσει τη θέσπιση του EDIS έως τον Ιανουάριο του 2006 (10). Επιπλέον, στην περίπτωση του ISPA, το Συνέδριο παρατήρησε ένα συνδυασμό ασυμβίβαστων καθηκόντων διαχείρισης και ελέγχου εντός του Υπουργείου Οικονομικών στη Βουλγαρία, ενώ η αρχή η αρμόδια για τη διαχείριση της υποδομής με την ιδιότητα του εθνικού συντονιστή ISPA στη Ρουμανία δεν διέθετε επαρκείς πόρους.

9.16.

Οι καθυστερήσεις στις οποίες αναφέρεται το ελεγκτικό συνέδριο παρατηρήθηκαν παρά τις πιέσεις που άσκησε η Επιτροπή στις ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές, προκειμένου να κινηθούν.

Στη Ρουμανία, αναλήφθηκαν επιτόπιες αποστολές ελέγχου βάσει των αιτήσεων που υποβλήθηκαν. Η Επιτροπή χορήγησε το EDIS σε όλους τους οργανισμούς εφαρμογής του ISPA στις 28 Ιουνίου 2006. Ελπίζει ότι θα ακολουθήσει η πιστοποίηση Phare στα τέλη του 2006.

Δεδομένου ότι η Βουλγαρία υπέβαλε τις αιτήσεις της για έγκριση ISPA και Phare αργότερα, η διαδικασία έγκρισης θα ολοκληρωθεί μόνο αφού πραγματοποιηθούν επιτόπιοι έλεγχοι, που και στις δύο περιπτώσεις αναμένεται να λάβουν χώρα πριν από το φθινόπωρο του 2006.

Το Μάρτιο του 2006, το πρόβλημα του διαχωρισμού των καθηκόντων σχετικά με το ISPA στη Βουλγαρία επιλύθηκε με ανακατανομή των αρμοδιοτήτων. Σύμφωνα με τις συστάσεις της Επιτροπής, ενισχύθηκε σημαντικά το προσωπικό του εθνικού διατάκτη ISPA στη Ρουμανία το 2006.

9.17.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία έδειξε ότι τα συστήματα Sapard περιλάμβαναν τις βασικές έννοιες, αλλά ότι η λειτουργία τους παρουσίαζε αδυναμίες:

9.17.

 

α)

από τα έγγραφα σχετικά με τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών στη Ρουμανία δεν διαπιστωνόταν η εμπρόθεσμη παραλαβή των προσφορών εντός των προθεσμιών και η δέουσα εξέτασή τους·

α)

Οι ρουμανικές αρχές έλαβαν ήδη μέτρα για να ρυθμίσουν τα προβλήματα που συνδέονται με τις διαδικασίας δημόσιων διαγωνισμών στους δήμους. Από τον Ιούνιο του 2005, εμπειρογνώμονες εξουσιοδοτημένοι από τα περιφερειακά γραφεία συμμετείχαν σε όλα τα ανοίγματα προσφορών και έλαβαν αντίγραφα όλων των προσφορών που υποβλήθηκαν ώστε να υπάρχει πρόσθετη εγγύηση ότι τηρούνται οι διαδικασίες προκήρυξης και ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων. Η Επιτροπή εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο εκτελέστηκαν οι δημόσιοι διαγωνισμοί στη Ρουμανία και θα λάβει υπόψη τις σχετικές παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου χάρη στη διαδικασία εκκαθάρισης των λογαριασμών.

β)

για την πληρωμή ορισμένων δαπανών (11) στους δικαιούχους δεν είχαν παρασχεθεί τα ενδεδειγμένα δικαιολογητικά, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι ο οργανισμός πληρωμής δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει αν οι εν λόγω δαπάνες είχαν πράγματι δημιουργηθεί ή/και ήταν επιλέξιμες (Ρουμανία). Στη Βουλγαρία, πραγματοποιήθηκε πληρωμή ορισμένων δαπανών (από το Sapard) σε κατ’ αποκοπή βάση. Η ακριβής σύσταση και αιτιολόγηση των εν λόγω ποσών δεν μπορούσε να εξακριβωθεί·

β)

Οι ρουμανικές αρχές ανακοίνωσαν στην Επιτροπή τη μέθοδο που εφαρμόζουν για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού κόστους και θεωρούν ότι επισυνάπτονται όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στοιχεία στους φακέλους πληρωμής. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο υπολογισμός των αυξήσεων των τιμών υπερβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις το ανώτατο όριο του 5 % ή 10 %, δημιουργείται η εντύπωση ότι εφαρμόζονται αυτόματα τα ανώτατα όρια, κάτι που δεν συμβαίνει. Το γεγονός θα ελεγχθεί κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης των λογαριασμών.

Σε ότι αφορά την επιστροφή ορισμένων δαπανών από το βουλγαρικό οργανισμό SAPARD, οι δικαιούχοι λαμβάνουν το χαμηλότερο κατ’ αποκοπή ποσοστό (συνήθως ανά τετραγωνικό μέτρο) και το ποσό που έχει τιμολογηθεί. Έτσι διασφαλίζεται ότι θα συγχρηματοδοτηθούν το πολύ τα τιμολογηθέντα ποσά.

γ)

στη Ρουμανία δεν έχουν ακόμη καθιερωθεί συστήματα για να ελέγχεται η ευλογοφάνεια των τιμών (όπως μια βάση δεδομένων τιμών) τα οποία επηρεάζουν τα επιλέξιμα ποσά και στη Βουλγαρία τα συστήματα αυτά δεν ήταν πλήρως λειτουργικά και τεκμηριωμένα·

γ)

Η Επιτροπή συμμερίζεται τις ανησυχίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η ύπαρξη βάσεων δεδομένων, μολονότι δεν αποτελεί νομοθετική υποχρέωση, θα πρόσφερε υψηλότερο βαθμό ασφάλειας σε θέματα υγιούς χρηματοδοτικής διαχείρισης των ιδιωτικών αγορών.

δ)

ορισμένα τιμολόγια που αντιστοιχούν σε είδη υψηλής αξίας εξοφλήθηκαν από το δικαιούχο τοις μετρητοίς (Βουλγαρία), πράξη η οποία είναι δυσκολότερο να ελεγχθεί και κατά συνέπεια παρουσιάζει υψηλότερο κίνδυνο.

δ)

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι πληρωμές τοις μετρητοίς παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο.

9.18.

Στην ετήσια έκθεση του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2004 (12) υπογραμμίστηκε ότι η ποιότητα της αξιολόγησης των αιτήσεων Sapard και οι σχετικές αιτήσεις για πληρωμές οι οποίες διεκπεραιώθηκαν κατά το τέλος της περιόδου σύναψης συμβάσεων παρουσίαζαν υψηλότερο κίνδυνο λόγω περιορισμένου χρονικού διαστήματος και πιθανής έλλειψης προσωπικού. Η σπουδαιότητα του κινδύνου αυτού επιβεβαιώθηκε από την κατάσταση που διαπιστώθηκε στην Ουγγαρία το 2005, όπου η διαδικασία για την έγκριση σχεδίων τροποποιήθηκε με τη μείωση των ελέγχων στις αιτήσεις σχεδίων. Οι τροποποιήσεις αυτές εφαρμόστηκαν από τον Απρίλιο του 2004 χωρίς να έχουν εγκριθεί προηγουμένως από την Επιτροπή. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να τονιστεί εκ νέου η σημασία του εν λόγω κινδύνου.

9.18.

Είναι λυπηρό ότι η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε για τις τροποποιήσεις που εισήχθησαν στις ουγγρικές διαδικασίες. Στο μεταξύ, εξέτασε τις σχετικές επιπτώσεις από τις τροποποιήσεις και έχει τη γνώμη ότι υπάρχουν επαρκείς έλεγχοι.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Ελεγκτικού Σ

9.19.

Γενικά, λαμβανομένης υπόψη της εμβέλειας του ελέγχου (Σημεία 9.6 έως 9.8), οι πράξεις που ελέγχθηκαν από το Συνέδριο δεν επηρεάστηκαν σημαντικά από σφάλματα εκτός από τις πράξεις που χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος Sapard, όπου διαπιστώθηκαν σημαντικά σφάλματα. Ενώ το Συνέδριο παρατήρησε ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου βελτιώθηκαν σε επίπεδο Επιτροπής, διαπιστώθηκαν σημαντικές αδυναμίες σε εθνικό επίπεδο. Στην περίπτωση των προγραμμάτων Phare και Τουρκίας, καθώς και των σχεδίων ISPA, η σχετικά υψηλή συχνότητα των αδυναμιών αυτών αντισταθμίστηκε από διορθωτικά μέτρα που προέκυψαν από τους προληπτικούς ελέγχους των αντιπροσωπειών.

9.19.

Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε βελτίωση των συστημάτων ελέγχου και εποπτείας στην Επιτροπή. Η ειδική έκθεση αριθμός 4/2006 του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τα επενδυτικά σχέδια στο πλαίσιο του Phare στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία συμπεραίνει ότι ο έλεγχος των σχεδίων από την Επιτροπή πριν από τη χρηματοδότησή τους αποδείχθηκε αποτελεσματικός για την πρόληψη των παρατυπιών σχετικά με τις διαδικασίες ανάθεσης των συμβάσεων.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ανιχνεύθηκαν λάθη στο Sapard, αλλά, με εξαίρεση ίσως τους δημόσιους διαγωνισμούς στη Ρουμανία, δεν είναι κατά τη γνώμη της ουσιώδη.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι η γενική κατάσταση υλοποίησης του Sapard το 2005 είναι συνολικά παρόμοια με αυτή του 2004.

9.20.

Το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή:

9.20.

 

να παρακολουθεί στενά την αποτελεσματική λειτουργία των εθνικών συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, ιδίως όσον αφορά τις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων και πληρωμής·

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να εποπτεύει στενά την καλή λειτουργία των εθνικών συστημάτων ελέγχου και εποπτείας.

να καθορίσει σαφώς τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζουν οι αντιπροσωπείες κατά τη διαδικασία των προληπτικών ελέγχων·

Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι εν λόγω διαδικασίες είναι σαφείς. Ωστόσο, είναι διατεθειμένη να εξετάσει τις διαδικασίες βάσει της πείρας των τελευταίων ετών.

να δώσει υψηλότερη προτεραιότητα στην παρακολούθηση των τελικών δηλώσεων δαπανών για τα προγράμματα Phare, ιδίως όσον αφορά την παράλληλη συγχρηματοδότηση·

Η Επιτροπή κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να λάβει τις τελικές δηλώσεις εντός των προθεσμιών που προέβλεπαν οι συμφωνίες χρηματοδότησης.

όσον αφορά το Sapard, να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στους κινδύνους που έχουν σχέση με την έγκριση σχεδίων κατά το τέλος της περιόδου σύναψης συμβάσεων·

Η Επιτροπή συνειδητοποιεί τους πιθανούς κινδύνους αλλά δεν έχει ακόμη αποδείξεις για σχετικούς χρηματοδοτικούς κινδύνους.

να φροντίσει, μέσω στενής παρακολούθησης, οι οργανισμοί πληρωμών του Sapard να μην τροποποιούν τις εγκριθείσες διαδικασίες χωρίς την προηγούμενη έγκρισή της.

Η υποχρέωση υποβολής των σχεδίων τροποποίησης των διαδικασιών στην Επιτροπή πριν την εισαγωγή τους υπενθυμίζεται τακτικά στις ενδιαφερόμενες χώρες. Η Επιτροπή θα εξετάσει τις τροποποιήσεις που δεν της υποβλήθηκαν για έγκριση και θα αξιολογήσει, ενδεχομένως τις επιπτώσεις τους στους ελέγχους.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ

9.21.

Το Συνέδριο δημοσίευσε μία ειδική έκθεση σχετική με την προενταξιακή στρατηγική κατά τους δώδεκα τελευταίους μήνες όσον αφορά τα επενδυτικά σχέδια Phare στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία (ειδική έκθεση αριθ. 4/2006). Διατίθεται στο δικτυακό τόπο του Συνεδρίου (www.eca.europa.eu).

 


(1)  Τα οκτώ νέα κράτη μέλη (Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Λεττονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία), οι δύο υπό ένταξη χώρες (Βουλγαρία, Ρουμανία) και η υποψήφια χώρα Κροατία.

(2)  Πολωνία, Ουγγαρία και αναδιάρθρωση στις Ανατολικές Χώρες, κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3906/89 του Συμβουλίου (ΕΕ L 375 της 23.12.1989, σ. 11).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2500/2001 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2001, για την παροχή προενταξιακής χρηματοδοτικής βοήθειας στην Τουρκία (ΕΕ L 342 της 27.12.2001, σ. 1, όπως διορθώθηκε με την ΕΕ L 285 της 23.10.2002, σ. 26).

(4)  Μέσο προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1267/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 73).

(5)  Ειδικό πρόγραμμα προσχώρησης για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1268/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 87).

(6)  Το EDIS παρασχέθηκε στα οκτώ νέα κράτη μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στα οποία έχουν εγκριθεί ειδικοί φορείς υλοποίησης των προγραμμάτων Phare και ISPA χωρίς η Επιτροπή να διενεργεί προληπτικό έλεγχο στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών και στη σύναψη συμβάσεων.

(7)  Οι υποχρεώσεις για το πρώτο πρόγραμμα Phare στην Κροατία αναλήφθηκαν το 2005. Το Συνέδριο, προκειμένου να ελέγξει τη διαχειριστική ικανότητα της Κροατίας, προέβη σε έλεγχο των πράξεων που χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος CARDS και εφαρμόστηκαν από τις εθνικές αρχές.

(8)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημεία 8.24 έως 8.26.

(9)  Λεττονία, Πολωνία.

(10)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημείο 8.18.

(11)  Ονομαζόμενα «έξοδα αναπροσαρμογής τιμών» και «έξοδα για απρόβλεπτα».

(12)  Σημείο 4.70.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Διοικητικές δαπάνες

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Δαπάνες διοικητικής λειτουργίας των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια του ελέγχου

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Ειδικές παρατηρήσεις

Κοινοβούλιο

Συμβούλιο

Επιτροπή

Δικαστήριο

Ελεγκτικό Συνέδριο

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

Επιτροπή των Περιφερειών

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων

Γενικό συμπέρασμα

Ειδικές εκθέσεις που εκδόθηκαν μετά την τελευταία ετήσια έκθεση

Οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ευρωπαϊκά σχολεία

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

 

ΔΑΠΑΝΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

Εισαγωγή

10.1.

Το παρόν κεφάλαιο αφορά τις δαπάνες διοικητικής λειτουργίας των θεσμικών οργάνων και λοιπών οργανισμών. Η διαχείριση των πιστώσεων που αφορούν τις εν λόγω δαπάνες ασκείται άμεσα από κάθε θεσμικό όργανο ή οργανισμό και οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται για την καταβολή των μισθών, των επιδομάτων και των συντάξεων των προσώπων που απασχολούνται στα κοινοτικά όργανα, καθώς και για την καταβολή μισθωμάτων, την πραγματοποίηση αγορών και την κάλυψη διαφόρων δαπανών. Το 2005, οι δαπάνες διοικητικής λειτουργίας που πραγματοποιήθηκαν από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήλθαν σε 6 191 εκατομμύρια ευρώ, όπως διευκρινίζεται περαιτέρω στον πίνακα 10.1 .

 

Πίνακας 10.1 — Πληρωμές ανά Όργανο

(εκατομμύρια ευρώ)

 

2004

2005

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

1 166

1 235

Συμβούλιο

507

533

Επιτροπή

3 721

3 952

Δικαστήριο

216

211

Ελεγκτικό Συνέδριο

84

92

Eυρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

92

96

Επιτροπή των Περιφερειών

63

64

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

5

6

Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων

1

2

Σύνολο

5 856

6 191

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια του ελέγχου

10.2.

Με τον έλεγχο εκτιμήθηκε η νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων στους λογαριασμούς πράξεων για τις δαπάνες διοικητικής λειτουργίας των οργάνων προκειμένου να παρασχεθεί ειδική αξιολόγηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας. Το Συνέδριο διενέργησε ελέγχους τεκμηρίωσης σε αντιπροσωπευτικό δείγμα πράξεων και αξιολόγησε τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου που καθιέρωσαν οι διατάκτες των οργάνων.

10.2.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι αυτοαξιολογήσεις των ελαχίστων προδιαγραφών διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου που καθόρισαν το 2005 οι εντεταλμένοι διατάκτες δείχνουν ότι τα συστήματα ελέγχου και επιτήρησης που δημιουργήθηκαν συνεχίζουν να βελτιώνονται από άποψη ποιότητας και αξιοπιστίας, όσο προχωρεί η εφαρμογή των σχεδίων δράσης και των συστάσεων που εκδίδει ο εσωτερικός ελεγκτής.

10.3.

Οι προγενέστεροι έλεγχοι του Συνεδρίου είχαν καταδείξει ότι τα σφάλματα που διαπιστώθηκαν δεν ήταν σημαντικά ούτε και οφείλονταν σε σοβαρές αδυναμίες των συστημάτων ελέγχου. Στον πίνακα 10.2 παρουσιάζεται η συνέχεια που δόθηκε σε παρατηρήσεις προγενέστερων ετήσιων εκθέσεων.

10.3.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Βλέπε απάντηση στον πίνακα 10.2, τελευταία στήλη.

10.3.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Το Ελεγκτικό Συνέδριο παρουσιάζει στον πίνακα 10.2 τη συνέχεια που δόθηκε σε προγενέστερες παρατηρήσεις, συγκεκριμένα όσον αφορά την πληρωμή της πρόσθετης ετήσιας άδειας. Συμπεραίνει μεν ότι η ΓΓΣ έλαβε τα ενδεδειγμένα μέτρα προκειμένου να εξαλειφθούν σταδιακά τα αποθέματα αντισταθμιστικής άδειας, αλλά αναφέρει, από την άλλη πλευρά, ότι η πληρωμή της πρόσθετης ετήσιας άδειας, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της δράσης που αναλήφθηκε, πρέπει να διακοπεί.

 

Η ΓΓΣ έχει πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι ορισμένοι από τους εσωτερικούς της κανόνες που αφορούν την αντιστάθμιση για υπερωρίες υπερβαίνουν τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και συνεπώς είναι «praeter legem» («πέραν του ισχύοντος δικαίου»). Οι κανόνες αυτοί είχαν ως στόχο να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις στην υγεία των υπαλλήλων των ιδιαίτερα απαιτητικών ωραρίων εργασίας (ιδίως λόγω παρατεταμένων νυκτερινών συνόδων και συνόδων κατά τη διάρκεια αργιών) οι οποίες επιβάλλονται από τις πολιτικές επιταγές που συνδέονται με τον ιδιαίτερο ρόλο του Συμβουλίου στη νομοθετική διαδικασία.

Ωστόσο, η ΓΣΓ, βασιζόμενη σε ορισμένες θεμελιώδεις αλλαγές των μεθόδων εργασίας του Συμβουλίου, έλαβε ευρύ φάσμα μέτρων με την πρόθεση να επανορθώσει τις παρεκτροπές που προέκυψαν με την πάροδο των ετών. Αυτά τα ειδικά μέτρα έχουν ως στόχο να ευθυγραμμίσουν τους κανόνες και τις πρακτικές της ΓΓΣ προς τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης το ταχύτερο δυνατό. Ταυτόχρονα, πρέπει να αποφύγουν τις αποδιοργανωτικές για τη λειτουργία της ΓΓΣ συνέπειες μιας λύσης που θα βασιζόταν αποκλειστικά στην άδεια. Επιπλέον, λαμβάνουν υπόψη τις νόμιμες προσδοκίες τις οποίες τρέφουν οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι βάσει των κανόνων που εφήρμοζε επί σειρά ετών η ΓΓΣ και οι οποίες δυσχεραίνουν την αιτιολόγηση του αιφνίδιου τερματισμού της πρακτικής.

Η δράση η οποία αναλήφθηκε για να εξαλειφθούν τα αποθέματα πρόσθετης άδειας που είχε δοθεί έως την 31η Δεκεμβρίου 1997 και την οποία το Ελεγκτικό Συνέδριο θεωρεί αρμόζουσα, έχει συνοπτικά ως εξής:

Η έκκληση προς τους υπαλλήλους να εξαντλήσουν τα αποθέματα αντισταθμιστικής άδειας σε εθελοντική βάση (ανακοίνωση προς το προσωπικό αριθ. 80/05 της 17ης Μαΐου 2005) έχει ήδη οδηγήσει σε μείωση των αποθεμάτων περίπου κατά το ένα τρίτο.

Ειδικά μέτρα για την εξάλειψη των εναπομενόντων αποθεμάτων αναγγέλθηκαν στην ανακοίνωση προς το προσωπικό αριθ. 25/06 της 10ης Φεβρουαρίου 2006 και επιβεβαιώθηκαν στην ανακοίνωση προς το προσωπικό αριθ. 115/06 της 30ής Ιουνίου 2006.

 

υποχρεωτική ρευστοποίηση όλων των αποθεμάτων πέραν των 25 ημερών,

 

ρευστοποίηση το αργότερο εντός 4 ετών (2006-2009) με ελάχιστο ποσοστό 25 % ανά έτος,

 

ρευστοποίηση υπό μορφή άδειας ή πληρωμής, με αυτόματη πληρωμή στο τέλος κάθε έτους του τμήματος του υποχρεωτικού 25 % που δεν θα έχει εξαντληθεί μέσω παροχής «ελεύθερου χρόνου»,

 

πληρωμή του αποθέματος που θα έχει εναπομείνει κατά την αναχώρηση από τη ΓΓΣ.

Εν κατακλείδι, όπως διευκρινίσθηκε παραπάνω, η ΓΓΣ συμμερίζεται τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι τα υφιστάμενα αποθέματα πρέπει να εξαλειφθούν το συντομότερο δυνατό.

Πίνακας 10.2 — Συνέχεια που δόθηκε σε παρατηρήσεις προγενέστερων ετήσιων εκθέσεων

Παρατηρήσεις

Δράση που ανελήφθη

Είναι αναγκαία περαιτέρω δράση;

Απάντηση του Κοινοβουλίου

Πληρωμή πρόσθετης ετήσιας αδείας η οποία δεν χρησιμοποιήθηκε

Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004, σημείο 9.18:

Στο Συμβούλιο η πρόσθετη ετήσια άδεια που χορηγούνταν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1997 ως αντιστάθμιση για υπερωρίες καταβάλλεται σε χρήμα πριν τη συνταξιοδότηση εάν ο υπάλληλος δεν έχει χρησιμοποιήσει την πρόσθετη άδεια. Δεδομένου ότι οι υπάλληλοι κατηγορίας Α και Β δεν δικαιούνται αντιστάθμιση για υπερωρίες, τέτοιου είδους πληρωμές αντιβαίνουν στο άρθρο 56 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Η Γενική Γραμματεία έλαβε ενδεδειγμένα μέτρα προκειμένου να εξαλείψει σταδιακά τη συσσωρευμένη άδεια αντισταθμιστικού χαρακτήρα για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Α και Β που είχε δοθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1997.

Θα πρέπει να διακοπεί η πληρωμή της πρόσθετης ετήσιας αδείας η οποία δεν χρησιμοποιήθηκε.

 

Επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

 

 

Νομική βάση συμμετοχής Κοινοβουλίου στο μη κερδοσκοπικό σωματείο «Ταμείο Συντάξεων Βουλευτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου»:

Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002, σημεία 9.17 έως 9.20:

Εάν πρόκειται να διατηρηθεί το επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρέπει να δημιουργηθεί το ταχύτερο δυνατόν επαρκής νομική βάση. Πρέπει να θεσπιστούν σαφείς κανόνες στο καθεστώς που να καθορίζουν τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και των ασφαλισμένων στο καθεστώς μελών σε περίπτωση ελλείμματος.

Το επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς αναφέρεται στο άρθρο 27 του καθεστώτος βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο στις 28 Σεπτεμβρίου 2005. Το καθεστώς θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη ημέρα της κοινοβουλευτικής περιόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η οποία αρχίζει το 2009. Δεν έχουν θεσπιστεί κανόνες που να καθορίζουν τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και των ασφαλισμένων στο καθεστώς μελών σε περίπτωση ελλείμματος.

Μέχρι την πρώτη ημέρα της κοινοβουλευτικής περιόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που αρχίζει το 2009 το καθεστώς δεν έχει καμία νομική ισχύ και δεν μπορεί να παρέχει νομική βάση για την κοινοβουλευτική συνεισφορά στο ταμείο συντάξεων του Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Θα πρέπει να καθοριστούν ενδεδειγμένοι κανόνες που να καθορίζουν τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και των ασφαλισμένων στο καθεστώς μελών σε περίπτωση ελλείμματος.

Το άρθρο 27 του καθεστώτος των βουλευτών ορίζει ότι το Ταμείο Συντάξεων«διατηρείται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος καθεστώτος, για τους βουλευτές ή πρώην βουλευτές που ήδη απέκτησαν ή που είναι στη φάση της απόκτησης δικαιωμάτων σε αυτό το Ταμείο». Με την έκφραση «διατηρείται», το καθεστώς αναγνωρίζει σιωπηρά στο Ταμείο Συντάξεων μια νομική βάση και για το χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος. Η μεταβατική περίοδος, από την έγκριση του καθεστώτος με την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 απόφαση του Κοινοβουλίου, μέχρι την έναρξη ισχύος του το 2009, μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από το άρθρο 27. Η δε έγκυρη νομική βάση για την περίοδο πριν από την έγκριση του καθεστώτος διευκρινίζεται στην απάντηση του Κοινοβουλίου στην παράγραφο 9.18 της ετήσιας έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη χρήση 2002.

Κανόνες για τις υποχρεώσεις και ευθύνες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και των δικαιούχων του καθεστώτος, σε περίπτωση ελλείμματος:

Στη συνεδρίασή του στις 30/11/2005, το Προεδρείο εξέτασε την κατάσταση του Εθελοντικού Ταμείου Συντάξεων εν όψει της έγκρισης του καθεστώτος των Βουλευτών. Ανέλαβε να καταρτίσει κανόνες για τις αμοιβαίες σχέσεις και ευθύνες του Ταμείου και του Κοινοβουλίου επί τη βάσει ανεξάρτητης αναλογιστικής μελέτης και μετά τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πληρωμής των επικουρικών συντάξεων μετά την έναρξη ισχύος του νέου καθεστώτος το 2009, στο πλαίσιο των αποφάσεων περί της εφαρμογής του καθεστώτος των Βουλευτών που θα κληθεί να εκδώσει δυνάμει του άρθρου 24 του καθεστώτος. Θα δημοσιευθεί προσεχώς ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών για μια ανεξάρτητη αναλογιστική μελέτη. Η ομάδα εργασίας που είναι αρμόδια για την εκτέλεση των μέτρων εφαρμογής του καθεστώτος των Βουλευτών επίσης ξεκίνησε τις εργασίες της.

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

10.4.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου δεν αποκάλυψε κανένα σημαντικό σφάλμα.

 

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

10.5.

Το 2005 όλα τα θεσμικά όργανα διέθεταν συστήματα εποπτείας και ελέγχου προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις του νέου δημοσιονομικού κανονισμού. Εντούτοις, ορισμένα θεσμικά όργανα δεν είχαν εφαρμόσει πλήρως όλα τα πρότυπα του εσωτερικού ελέγχου τους (ΠΕΕ) (1).

10.5.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2006, η διοίκηση προέβη σε εκτίμηση της κατάστασης των ελαχίστων προτύπων εσωτερικού ελέγχου. Η εκτίμηση αυτή συνοδεύτηκε με προτάσεις βελτίωσης των ισχυόντων συστημάτων και καταρτίστηκε σχέδιο δράσης για να υλοποιηθούν οι βελτιώσεις αυτές εντός εύλογης προθεσμίας.

10.6.

Το 2005, χρησιμοποιούνταν από όλα τα θεσμικά όργανα η NAP (Nouvelle Application Paie), μια εφαρμογή πληροφορικής για τον υπολογισμό των αποδοχών του προσωπικού την οποία δημιούργησε το 2003 και τη διαχειριζόταν το γραφείο μισθοδοσίας της Επιτροπής. Το 2005 αντιμετωπίστηκαν οι τεχνικές αδυναμίες που παρατηρήθηκαν το 2004 ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο εσφαλμένου υπολογισμού των διαφόρων στοιχείων των αποδοχών προσωπικού. Εντούτοις, τα θεσμικά όργανα δεν χρησιμοποίησαν συστηματικά τους μηχανισμούς σχετικά με την υποβολή πληροφοριακών στοιχείων της ΝΑΡ προκειμένου να ελέγξουν, πριν από τον οριστικό υπολογισμό των αποδοχών, όλα τα στοιχεία που αφορούν ειδικές καταστάσεις των διαφόρων υπαλλήλων (π.χ. αντισταθμιστικές αποζημιώσεις, υπάλληλοι που έχουν μετατεθεί σε ένα άλλο θεσμικό όργανο, προαγωγές και, γενικά, στοιχεία ΝΑΡ τα οποία τροποποιήθηκαν χειρόγραφα). Δεν διενεργήθηκαν τακτικοί εκ των υστέρων έλεγχοι, με εξαίρεση την Επιτροπή, για αποδοχές που καταβλήθηκαν στο Λουξεμβούργο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Οι εκ των υστέρων έλεγχοι, παρόλο που δεν είναι υποχρεωτικοί σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό, θα μπορούσαν να αυξήσουν την αξιοπιστία των διοικητικών διαδικασιών για τη διαχείριση των αποδοχών του προσωπικού και θα βοηθούσαν να αποκαλυφθούν πιθανές αδυναμίες και σφάλματα του συστήματος.

10.6.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Σε σύγκριση με το προηγούμενο σύστημα, η εφαρμογή ΝΕΜ προσφέρει μεγαλύτερες ευκολίες ως προς τη μεταφορά και εξαγωγή δεδομένων για στατιστικούς και ελεγκτικούς σκοπούς. Όμως, το 2005 δεν κατέστη δυνατόν να δημιουργηθεί η αναγκαία εμπειρία για την πλήρη αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων. Γι' αυτό, η ΓΔ Προσωπικού διενήργησε και το 2005 όπως και τα προηγούμενα έτη συστηματικούς ελέγχους ισοζυγίων στην Μονάδα Πληρωμών και Επιδομάτων και, μέχρι το Δεκέμβριο 2005, όλες οι αποφάσεις της αρμόδιας επί των διορισμών αρχής (που επηρεάζουν καθοριστικά τη μισθοδοσία) υποβλήθηκαν σε ατομικούς ελέγχους προτού ενσωματωθούν στις μισθοδοτικές καταστάσεις. Οι έλεγχοι ισοζυγίων που διενεργούνται για κάθε μισθοδοτική κατηγορία («centre de paie») αποδίδουν ιδιαίτερα για τον εντοπισμό ανωμαλιών που προκύπτουν ιδιαίτερα από διοργανικές μετατάξεις. Τέλος, διπλά ελέγχονται στη Μονάδα Πληρωμών και Επιδομάτων τα στοιχεία που εισάγονται με το χέρι στο σύστημα.

Ακόμη, συζητήσιμο είναι το κατά πόσον οι δυνατότητες που προσφέρει η ΝΕΜ μπορούν λογικά να αξιοποιηθούν για την εκτέλεση ενός σωστού προγράμματος επαλήθευσης και ελέγχου πριν από την τελική πληρωμή του μισθού. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η ΓΔ Προσωπικού θεώρησε ότι οι έλεγχοι των μισθοδοτικών καταστάσεων μπορούν να γίνονται αποτελεσματικότερα εκ των υστέρων. Οι περιορισμένοι πόροι και τα προβλήματα από την εισαγωγή του νέου Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εμπόδισαν τη γενικευμένη διενέργεια ελέγχων εκ των υστέρων το 2005, όμως από το Μάρτιο 2006 τέθηκε σε λειτουργία ένα συστηματικό πρόγραμμα τέτοιων ελέγχων.

10.6.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Η ΓΓΣ θα ήθελε να επισημάνει ότι η περιορισμένη χρησιμοποίηση των εργαλείων διαχείρισης του ΝΑΡ (Νέου Συστήματος Μισθοδοσίας) οφείλεται σε συνθήκες που συνδέονται με το ΝΑΡ — το ΝΑΡ διαθέτει λίγα μόνο εργαλεία, που δεν είναι τεκμηριωμένα και συχνά δυσλειτουργούν. Η ΓΓΣ θεωρεί τα υφιστάμενα εργαλεία (τα οποία το PMO [Γραφείο Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων] γνωστοποίησε εκτενώς στους χρήστες μόλις τον Μάιο του 2006) πολύ χρήσιμα, εφόσον αποτελούν έναν τρόπο ελέγχου των αποτελεσμάτων, η δε υπεύθυνη υπηρεσία τα χρησιμοποιεί, παρά την απουσία υποστηρικτικής τεκμηρίωσης, όσο το δυνατό περισσότερο.

10.6.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Σε κάθε κοινοτικό όργανο, κάθε εντολοδόχος διατάκτης εφαρμόζει τις διαδικασίες ελέγχου προσαρμοσμένες στη συγκεκριμένη κατάσταση. Ουδέποτε προβλεπόταν η συστηματική χρησιμοποίηση από κάθε θεσμικό όργανο όλων των προτεινόμενων μηχανισμών πληροφόρησης. Εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, τo γραφείο μισθοδοσίας της Επιτροπής θέτει τις εκθέσεις στη διάθεση κάθε διατάκτη.

 

Όσον αφορά τους εκ των προτέρων ελέγχους, το γραφείο μισθοδοσίας της Επιτροπής καθόρισε τους πίνακες που έπρεπε να ελεγχθούν το 2002 όταν η NAP τέθηκε σε εφαρμογή για μια πρώτη ομάδα υπαλλήλων της Επιτροπής· στη συνέχεια τεκμηρίωσε τη διεργασία αυτή το 2003 όταν η NAP άρχισε να χρησιμοποιείται για άλλους πληθυσμούς, και έκτοτε εφαρμόζει αυτούς τους εκ των προτέρων ελέγχους. Τα σχετικά έγγραφα τέθηκαν επίσης στη διάθεση των άλλων κοινοτικών οργάνων και πρόσφατα όλοι οι χρήστες της NAP έλαβαν ένα επικαιροποιημένο έγγραφο στο οποίο περιγράφονται οι ελάχιστοι έλεγχοι που προτείνει το γραφείο μισθοδοσίας της Επιτροπής.

Βάσει της αποκτηθείσας πείρας, ιδίως για τις αμοιβές που καταβάλλονται στο Λουξεμβούργο, το γραφείο μισθοδοσίας της Επιτροπής θεωρεί τους τρέχοντες ελέγχους του επαρκείς και δεν προτίθεται, στο παρόν στάδιο, να ενισχύσει τους εκ των υστέρων ελέγχους. Οι έλεγχοι αυτοί κινητοποιούν τους πιο έμπειρους υπαλλήλους και το γραφείο μισθοδοσίας της Επιτροπής σκοπεύει να τους χρησιμοποιήσει το 2006 και το 2007 για την ενσωμάτωση μεγάλου αριθμού αυτόματων εκ των προτέρων ελέγχων σε ένα νέο σύστημα πληροφορικής (IRIS) για τη διαχείριση των ατομικών δικαιωμάτων. Μόλις το σύστημα τεθεί σε λειτουργία, το γραφείο μισθοδοσίας της Επιτροπής θα αναθεωρήσει την στρατηγική ελέγχου του.

10.7.

Ο τροποποιημένος κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2004, αναφέρει ότι οι δαπάνες διαμονής κατά τη διάρκεια αποστολών επιστρέφονται, εφόσον προσκομισθούν σχετικά δικαιολογητικά, εντός των ορίων ανωτάτου ποσού καθοριζόμενου για κάθε χώρα (άρθρο 13 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης). Σε αντίθεση με τον εν λόγω κανόνα, όλα τα θεσμικά όργανα, εκτός από το Δικαστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τον Διαμεσολαβητή, προέβλεψαν στους εσωτερικούς κανόνες τους την πληρωμή κατ’ αποκοπή ποσού που κυμαίνεται από 30 έως 60 % του ανώτατου επιτρεπόμενου ποσού στους υπαλλήλους που δεν προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία για δαπάνες διαμονής. Μετά τη δημοσίευση της ετήσιας έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου που αφορούσε το οικονομικό έτος 2004, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή τροποποίησε τους εσωτερικούς κανόνες της τον Δεκέμβριο του 2005, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

10.7.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Το Κοινοβούλιο αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα ως προς τις υπηρεσιακές αποστολές, λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων του και της διασποράς τους σε τρεις τόπους εργασίας.

Η εφαρμογή ενός συστήματος κατ' αποκοπήν τιμών, είναι σύμφωνη με τη νομική γνωμάτευση που υπεβλήθη στο Προεδρείο του Κοινοβουλίου για το θέμα αυτό και αποσκοπεί στο να επιτύχει μια λογική ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του κανονιστικού πλαισίου και στις απαιτήσεις του ειδικού εργασιακού περιβάλλοντος του Κοινοβουλίου. Αφετέρου, οι απλοποιημένες διατάξεις που ετέθησαν σε εφαρμογή επιτρέπουν τη μείωση των διοικητικών δαπανών διαχείρισης του εξαιρετικά υψηλού αριθμού υπηρεσιακών αποστολών.

10.7.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Η ΓΓΣ κίνησε το θέμα αυτό κατά τη συνάντηση των προϊσταμένων διοίκησης στις 26.1.2006. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης κατέστη σαφές ότι μερικά άλλα θεσμικά όργανα δεν έχουν πεισθεί ότι είναι αναγκαίο να μεταβάλουν τις πρακτικές τους. Η ΓΓΣ προτίθεται να συνεχίσει τις συζητήσεις για το θέμα προκειμένου να επιτευχθεί λύση μέσω συντονισμού μεταξύ των θεσμικών οργάνων.

10.7.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Ο οδηγός αποστολών —οι εσωτερικοί κανόνες της Επιτροπής που διέπουν τις αποστολές του προσωπικού της— βρίσκεται σήμερα υπό αναθεώρηση ώστε να λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις του Συνεδρίου. Οι νέοι κανόνες πρόκειται να εγκριθούν στις αρχές του 2007.

10.7.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Όσον αφορά τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν για αποστολές, η Επιτροπή των Περιφερειών έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και, κατά συνέπεια, δεν κατέβαλε το 2005 κανένα κατ' αποκοπή ποσό στους υπαλλήλους που δεν είχαν προσκομίσει δικαιολογητικά ότι είχαν υποβληθεί σε δαπάνες για κατάλυμα. Το 2006, οι εσωτερικοί κανόνες της Επιτροπής των Περιφερειών θα υποστούν ορισμένες τροποποιήσεις και ο κανόνας αυτός θα εισαχθεί επισήμως στον Οδηγό Αποστολών.

Ειδικές παρατηρήσεις

10.8.

Το ακόλουθο τμήμα αφορά ειδικές παρατηρήσεις σχετικά με το κάθε θεσμικό όργανο.

 

Κοινοβούλιο

10.9.

Παρατηρήθηκαν αδυναμίες, όπως και κατά το παρελθόν (βλέπε παράγραφο 9.16 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2004), στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου όσον αφορά την καταβολή αποζημιώσεων σε Μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ευρωβουλευτές).

10.9.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Κατόπιν των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2004, η υπό ανάπτυξη πληροφορική εφαρμογή για τις πληρωμές των αποζημιώσεων τέλους θητείας θα περιλαμβάνει στο μέλλον υπόψιν του δικαιούχου μια πληροφορία ως προς τους όρους διατήρησης το δικαιώματος αποζημίωσης. Το ζήτημα θα εξετασθεί επίσης στο πλαίσιο των εργασιών για την εφαρμογή του καθεστώτος των βουλευτών.

 

Για τις δαπάνες βουλευτικής επικούρησης, βλέπε απάντηση στο σημείο 10.10.

10.10.

Οι κανόνες που διέπουν την καταβολή αποζημιώσεων βοηθού τροποποιήθηκαν το 2004 από το Προεδρείο (σώμα που αποτελείται από τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου και από 14 αντιπροέδρους). Σχετικά με την υποβολή δικαιολογητικών από τους ευρωβουλευτές θεσπίστηκαν νέες διατάξεις. Οι υποχρεώσεις που προέκυψαν από τις νέες διατάξεις αποσαφηνίστηκαν και παρασχέθηκαν εξηγήσεις με ανακοίνωση των κοσμητόρων προς τους ευρωβουλευτές τον Ιούλιο του 2005 που απαιτούσε από τα Μέλη να υποβάλουν μέχρι την 1η Νοεμβρίου του 2005 δικαιολογητικά σχετικά με τη χρήση της αποζημίωσής τους. Κατά τα τέλη Νοεμβρίου είχε υποβληθεί λιγότερο από το 20 % των εγγράφων που απαιτούνταν. Τον Ιανουάριο του 2006, οι κοσμήτορες παρέτειναν την προθεσμία μέχρι τις 17 Μαρτίου του 2006. Έτσι, οι τροποποιηθέντες κανονισμοί δεν εφαρμόστηκαν επαρκώς το 2005 και οι πληρωμές στους παρέχοντες υπηρεσίες ή οι πληρωμές που καταβλήθηκαν στους βοηθούς μέσω εντολοδόχων πληρωμών (2) εξακολουθούσαν να μη βασίζονται σε ενδεδειγμένα δικαιολογητικά, όπως τιμολόγια που πληρώθηκαν από τους ευρωβουλευτές και λεπτομερείς αιτιολογήσεις των δαπανών του εντολοδόχου πληρωμών.

10.10.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Η ανακοίνωση των Κοσμητόρων μπόρεσε να σταλεί στους βουλευτές μόλις στα τέλη Ιουλίου 2005. Οι διευκρινίσεις που έκαναν οι νέες διατάξεις ήταν ένα σημαντικό πρώτο βήμα. Μετά τη διεύρυνση της Ευρώπης με τα δέκα νέα μέλη και τις βουλευτικές εκλογές του 2004, με όλες τις επιπτώσεις τους, δεν εκπλήσσει το ότι η προθεσμία της 1ης Νοεμβρίου 2005 αποδείχθηκε πολύ στενή. Το ενημερωτικό έργο της διοίκησης αποδείχθηκε επίσης δύσκολο, λόγω των περίπλοκων κανόνων, των εθνικών υποχρεώσεων που διαφέρουν σε καθένα από τα 25 κράτη μέλη, και του μεγάλου αριθμού γλωσσών που πρέπει να καλυφθούν.

Οι Κοσμήτορες παρέτειναν λοιπόν την προθεσμία κατάθεσης δικαιολογητικών μια πρώτη φορά τον Ιανουάριο 2006 και μια δεύτερη φορά τον Απρίλιο 2006. Όμως η εφαρμογή των τροποποιημένων κανονισμών άρχισε το 2005. Μερικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν πλήρως από τις αρχές του 2005, όπως η υποχρέωση των ευρωβουλευτών να υποβάλουν αποδεικτικά κοινωνικής ασφάλισης και ασφάλισης έναντι ατυχημάτων εντός τριών μηνών από την έναρξη της σύμβασης εργασίας. Στα μέσα του 2006, είχε κατατεθεί το 54 % περίπου των τιμολογίων των παρόχων υπηρεσιών για την περίοδο Ιουλίου 2004 — Ιουνίου 2005. Το 29 % περίπου των τρίτων πληρωτών κατέθεσαν τα αναγκαία έγγραφα για την ίδια περίοδο.

Συμβούλιο

10.11.

Το Συμβούλιο πραγματοποίησε μεταρρύθμιση του συστήματός του σχετικά με την επιστροφή των εξόδων ταξιδίου των αντιπροσώπων των μελών του Συμβουλίου με την απόφαση αριθ. 190/2003/ΕΚ, η οποία άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου του 2004. Η επιστροφή των εξόδων καταβάλλεται στο όριο ενός κατ' αποκοπή κονδυλίου κατά κράτος μέλος. Σε κάθε κράτος μέλος καταβάλλονται δύο δόσεις ετησίως: μία τον Ιανουάριο και μία άλλη τον Ιούλιο. Πριν από τη λήξη του Φεβρουαρίου, κάθε κράτος μέλος προσκομίζει στη Γενική Γραμματεία αναλυτική κατάσταση της χρησιμοποίησης των συνολικών πιστώσεων που χορηγήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος. Τα ποσά που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή δεν αιτιολογήθηκαν αφαιρούνται από τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν στην επόμενη προθεσμία. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι το νέο σύστημα μείωσε κατά ένα μεγάλο μέρος το διοικητικό φόρτο που βάρυνε το Συμβούλιο από τα έξοδα ταξιδίου των αντιπροσώπων, αλλά ότι ήταν ελλιπείς οι έλεγχοι για το βάσιμο των δηλώσεων των κρατών μελών που διενεργήθηκαν πριν από την πληρωμή της δόσης του Ιουλίου 2005.

10.11.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Βάσει εκθέσεως της Υπηρεσίας Εσωτερικού Λογιστικού Ελέγχου της ΓΓΣ σχετικά με τη λειτουργία του νέου συστήματος των εξόδων ταξιδίου των αντιπροσώπων των μελών του Συμβουλίου ένα έτος μετά τη θέσπισή του το 2004, η ΓΓΣ επανεξετάζει τη στιγμή αυτή το εν λόγω σύστημα.

Επιτροπή (3)

10.12.

Η πληρωμή των διαφόρων τύπων οικογενειακών επιδομάτων βασίζεται σε πληροφοριακά στοιχεία που υποβάλλει το προσωπικό. Οι υπάλληλοι που λαμβάνουν το επίδομα στέγης χωρίς να έχουν συντηρούμενα τέκνα δεν καλούνται τακτικά να ενημερώνουν τα εν λόγω στοιχεία. Πράγματι, δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι 676 από τους 1 605 ενδιαφερόμενους υπαλλήλους της Επιτροπής, που είναι εγκατεστημένοι στις Βρυξέλλες, είχαν κληθεί να επιβεβαιώσουν ή να ενημερώσουν τις αρχικές δηλώσεις τους. Επίσης, διενεργήθηκαν ανεπαρκείς έλεγχοι όσον αφορά περιπτώσεις κατά τις οποίες πιθανόν να καταβλήθηκαν επιδόματα συντηρούμενου τέκνου σε εθνικό επίπεδο τα οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, έπρεπε να είχαν εκπέσει από τα καταβληθέντα επιδόματα.

10.12.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Για κάθε είδος οικογενειακού επιδόματος εφαρμόζεται ειδική στρατηγική ελέγχου.

Όσον αφορά το επίδομα στέγης, το αποτέλεσμα των ελέγχων άρχισε να καταχωρίζεται συστηματικά μόνο μετά το 2002.

Όσον αφορά το προσωπικό που απασχολείται στις Βρυξέλλες, η Επιτροπή έχει μέχρι σήμερα προβεί σε δειγματοληπτικούς ελέγχους με βάση την αξιολόγηση των κινδύνων. Ωστόσο, όλες οι περιπτώσεις που αναφέρονται εδώ θα ελεγχθούν κατά τα δύο προσεχή έτη ώστε να καταστεί δυνατός ο τακτικός έλεγχος όλου του εξεταζόμενου πληθυσμού. Σε γενικές γραμμές, οι φάκελοι πρέπει να ελέγχονται το αργότερο κάθε τέσσερα έτη ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών, έχοντας υπόψη την πενταετή προθεσμία που επιβάλλει το άρθρο 83 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Όσον αφορά τα εθνικά οικογενειακά επιδόματα, προβλέπεται η χρησιμοποίηση του ίδιου μηχανισμού ελέγχου που αναφέρθηκε σχετικά με το επίδομα στέγης.

Δικαστήριο

10.13.

Στο σημείο 9.21 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2004 το Ελεγκτικό Συνέδριο παρατήρησε ότι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου ήταν υπεύθυνος για τον προληπτικό έλεγχο των πράξεων των διατακτών. Η ίδια κατάσταση παρατηρήθηκε και κατά το οικονομικό έτος 2005. Τέτοιου είδους ανάμειξη στην εκτέλεση των δημοσιονομικών πράξεων δεν είναι συμβατή με την πλήρη ανεξαρτησία με την οποία ο εσωτερικός ελεγκτής θα έπρεπε να εκτελεί τα ελεγκτικά του καθήκοντα σύμφωνα με την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 86 του δημοσιονομικού κανονισμού.

10.13.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην απάντηση που δόθηκε στο σημείο 9.21 της ετήσιας έκθεσης 2004, οι ενέργειες επαληθεύσεως ex ante, αφενός, και ο εσωτερικός έλεγχος, αφετέρου, διενεργούνται από διαφορετικά πρόσωπα εντός μιας διοικητικής μονάδας η οποία τελεί υπό την ευθύνη ενός μόνου υπαλλήλου, ο οποίος έχει οριστεί και εσωτερικός ελεγκτής. Η διοικητική αυτή δομή καθιερώθηκε αρχικά λαμβανομένων υπόψη των διαστάσεων του Δικαστηρίου και λόγω ελλείψεως προσωπικού εξειδικευμένου σε καθήκοντα ελέγχου και δημοσιονομικής διαχείρισης. Περαιτέρω, είχε θεωρηθεί ότι η διοικητική ευθύνη που ανατίθεται στον εσωτερικό ελεγκτή, επικεφαλής μιας μικρής ομάδας ελεγκτών, ουδόλως θίγει την ανεξαρτησία του κατά τη διενέργεια της ελεγκτικής του αποστολής.

Υπό το φως όμως των παρατηρήσεων που διατύπωσαν σχετικώς οι αρχές ελέγχου και απαλλαγής, η διοίκηση του Δικαστηρίου πρότεινε, στο πλαίσιο της κατάστασης προβλεπομένων εσόδων και δαπανών για το έτος 2007, την τροποποίηση αυτής της οργανωτικής δομής με τη δημιουργία μιας διοικητικής μονάδας αποκλειστικά αρμόδιας για την επαλήθευση των δαπανών, η οποία θα διαθέτει δύο νέες θέσεις (έναν υπάλληλο διοικήσεως που θα τη διαχειρίζεται και ένα βοηθό υπάλληλο διοικήσεως προς ενίσχυση της ομάδας που είναι επιφορτισμένη με τις επαληθεύσεις). Η νέα αυτή διοικητική δομή θα μπορέσει έτσι να δημιουργηθεί εντός των προσεχών μηνών.

10.14.

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 2005 ο εσωτερικός ελεγκτής διενέργησε ορισμένους ειδικούς ελέγχους και προέβη σε συστάσεις στις αντίστοιχες υπηρεσίες. Εντούτοις, κατά τη διενέργεια του ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεν ήταν διαθέσιμη καμία έκθεση του εσωτερικού ελεγκτή.

10.14.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Κατά την επίσκεψη του ελεγκτή του Ελεγκτικού Συνεδρίου τον Απρίλιο 2006 στον εσωτερικό έλεγχο του Δικαστηρίου, συμφωνήθηκε ότι θα μπορούσε να του δοθεί επίσημα αντίγραφο των εκθέσεων επί των ελέγχων που διενεργήθηκαν το 2005, μετά από κοινοποίησή τους στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Η κοινοποίηση αυτή έγινε τον Μάιο του 2006 και αντίγραφο των εκθέσεων απευθύνθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Ελεγκτικό Συνέδριο

10.15.

Στο Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργήθηκε έλεγχος από μια ανεξάρτητη εξωτερική ελεγκτική εταιρεία, η οποία εξέδωσε «πιστοποιητικό για την κανονικότητα και την ειλικρίνεια των οικονομικών καταστάσεων της 31ης Δεκεμβρίου 2005», συνοδευόμενο από έκθεση με τίτλο «Έκθεση σχετική με τις διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση καθώς και το σύστημα εσωτερικού ελέγχου». Στην έκθεση αυτή, ο ελεγκτής εκτιμά ότι οι εργασίες του «δεν επισήμαναν γεγονότα τα οποία να θέτουν υπό αμφισβήτηση την επάρκεια των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και του εσωτερικού ελέγχου και τη συμμόρφωση της δημοσιονομικής διαχείρισης προς τους ισχύοντες κανονισμούς». Το πιστοποιητικό και η έκθεση θα δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα.

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

10.16.

Κατά το 2005 η συγκρότηση μιας μονάδας αρμόδιας για το συντονισμό των οικονομικών και συμβατικών δραστηριοτήτων στο σύνολο των κοινών υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και της Επιτροπής των Περιφερειών βελτίωσε τον ετήσιο προγραμματισμό των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων και παρέσχε οδηγίες στις επιχειρησιακές μονάδες σχετικά με τις διαδικασίες πρόσκλησης για την υποβολή προσφορών. Εντούτοις, εξακολούθησαν να παρουσιάζονται ορισμένες αδυναμίες σχετικά με την επιχειρησιακή διαχείριση ορισμένων διαδικασιών ανάθεσης συμβάσεων (παραδείγματος χάρη: καθορίστηκε πολύ μικρό χρονικό διάστημα για τον έλεγχο σχεδίων των σύνθετων συμβάσεων) και οι διαδικασίες συντονισμού μεταξύ της νέας μονάδας και των επιχειρησιακών μονάδων δεν είχαν σαφώς καθοριστεί.

10.16.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΜΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Οι δύο επιτροπές (ΕΟΚΕ και ΕΤΠ) εκφράζουν την ικανοποίησή τους για την αναγνώριση εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι ο ετήσιος προγραμματισμός των προμηθειών έχει βελτιωθεί και ότι οι επιχειρησιακές υπηρεσίες έχουν επωφεληθεί από την ύπαρξη σαφών οδηγιών σχετικά με τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών. Κατά το 2005, υιοθετήθηκαν και δημοσιοποιήθηκαν στο Ενδοδίκτυο (Intranet) οι διαδικασίες συντονισμού μεταξύ της νέας μονάδας «χρηματοοικονομικών υποθέσεων και συμβάσεων» των Κοινών Υπηρεσιών ΕΟΚΕ/ΕΤΠ και των επιχειρησιακών υπηρεσιών. Βάσει της αποκτηθείσας πείρας, είναι δυνατόν να καταρτισθούν λεπτομερέστερες οδηγίες κατά το δεύτερο ήμισυ του 2006. Επιπλέον, το 2006, συμμετέχουν περισσότερο συστηματικά ελεγκτές στα πρώιμα στάδια των διαδικασιών δημόσιων προσκλήσεων για την υποβολή προσφορών, ενώ έχουν εγκριθεί από τις νομικές υπηρεσίες και δημοσιοποιηθεί στο Ενδοδίκτυο 28 πρότυπα έγγραφα για τις διαδικασίες δημόσιων προσκλήσεων για την υποβολή προσφορών.

Επιτροπή των Περιφερειών

10.17.

Οι παρατηρήσεις που διατυπώνονται στην παράγραφο 10.16 ισχύουν επίσης και για την Επιτροπή των Περιφερειών.

 

10.18.

Ύστερα από τον έλεγχο του Συνεδρίου στο πλαίσιο της DAS 2004 και τους δύο εσωτερικούς ελέγχους, η διοίκηση της Επιτροπής των Περιφερειών ζήτησε από ορισμένους υπαλλήλους που δικαιούνταν μεταφορά των αποδοχών τους με εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή να υποβάλουν πρόσθετα δικαιολογητικά έγγραφα. Αρκετές μεταφορές, οι οποίες δεν είχαν πραγματοποιηθεί κανονικά πριν από τον Μάιο του 2004 ή/και για τις οποίες οι δικαιούχοι δεν είχαν υποβάλει επαρκή δικαιολογητικά, διεκόπησαν. Το 2005 η διοίκηση δεν εισέπραξε κανένα αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό, μολονότι σύμφωνα με το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης «κάθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως αναζητείται αν ο λαβών εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα αυτή ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί».

10.18.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Ο εσωτερικός έλεγχος σχετικά με τη μεταφορά των αποδοχών, η διενέργεια του οποίου είχε ζητηθεί από το Γενικό Γραμματέα, ολοκληρώθηκε μόλις τον Φεβρουάριο του 2006, αντίγραφο δε της σχετικής έκθεσης διαβιβάστηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Κατά συνέπεια, η διοίκηση προβαίνει επί του παρόντος σε ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, που αφορούν περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων. Δόθηκε ήδη συνέχεια στις περισσότερες συστάσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του ελέγχου.

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων

10.19.

Από τον έλεγχο δεν προέκυψαν σημαντικές παρατηρήσεις.

 

Γενικό συμπέρασμα

10.20.

Πραγματοποιήθηκαν βελτιώσεις από όλα τα θεσμικά όργανα προκειμένου να προσαρμόσουν τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου τους στις απαιτήσεις του νέου δημοσιονομικού κανονισμού. Από τον έλεγχο του Συνεδρίου διαπιστώθηκε ότι, παρά τις αδυναμίες που αναφέρθηκαν στα προηγούμενα σημεία, τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου ήταν επαρκή για τη διαχείριση του κινδύνου όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων στις οποίες βασίζονταν οι λογαριασμοί των διοικητικών δαπανών των θεσμικών οργάνων. Από τον έλεγχο του Συνεδρίου δεν αποκαλύφθησαν σημαντικά σφάλματα που επηρέαζαν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των διοικητικών δαπανών.

 

Ειδικές εκθέσεις που εκδόθηκαν μετά την τελευταία ετήσια έκθεση

10.21.

Ειδική έκθεση αριθ. 9/2006 σχετικά με τις δαπάνες μετάφρασης της Επιτροπής, του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

 

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

10.22.

Ό έλεγχος των οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ονομαζόμενοι παρακάτω οργανισμοί) αποτελεί αντικείμενο ειδικών ετήσιων εκθέσεων. Για το οικονομικό έτος 2005 το Συνέδριο διενέργησε ελέγχους σε 18 οργανισμούς. Το σύνολο των προϋπολογισμών των οργανισμών ανήλθε σε 926,8 εκατομμύρια ευρώ το 2005, έναντι 885,3 εκατομμύρια ευρώ το 2004. Οι θέσεις που είχαν εγκριθεί για το σύνολο των οργανισμών αυξήθηκαν από 2 233 το 2004 σε 2 644 το 2005. Τα κύρια δεδομένα σχετικά με τους οργανισμούς παρουσιάζονται στον πίνακα 10.3 .

10.22.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Οι υπηρεσίες είναι ανεξάρτητες και διαθέτουν ξεχωριστή διαδικασία απαλλαγής για τις διοικητικές τους δαπάνες. Συνεπώς, οι παρατηρήσεις του Συνεδρίου αφορούν τις ίδιες τις υπηρεσίες. Σε περίπτωση που υποβληθεί σχετικό αίτημα, η Επιτροπή παρέχει συνδρομή και στήριξη στις Υπηρεσίες, για να τις βοηθήσει, παραδείγματος χάρη, στην κατανόηση και την ερμηνεία των κανονιστικών διατάξεων, καθώς και στην καθιέρωση μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου.

Πίνακας 10.3 — Οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Κύρια στοιχεία

Οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Έδρα

Έτος δημιουργίας

Προϋπολογισμός (4)

(εκατομμύρια ευρώ)

Οργανικές θέσεις

2004

2005

2004

2005

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης

Θεσσαλονίκη

1975

16,6

16,6

88

91

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας

Δουβλίνο

1975

18,1

18,8

91

94

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος

Κοπεγχάγη

1990

33,6

32,1

115

115

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης

Τορίνο

1990

18,4

26,7

104

104

Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας

Λισαβόνα

1993

12,2

13

77

77

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων

Λονδίνο

1993

99,1

110,1

314

379

Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Λουξεμβούργο

1994

29,8

28,4

181

181

Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών

Ανζέ

1994

11,3

10,5

38

38

Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά

Αλικάντε

1994

190

218,4

675

675

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία

Μπιλμπάο

1995

10,7

13,4

38

40

Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας

Βιέννη

1997

7,9

8,2

34

37

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ανασυγκρότησης

Θεσσαλονίκη

2000

374,6

276,5

114

114

Eurojust

Χάγη

2002

9,3

13

76

87

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας

Κολονία

2002

11,3

57,5

95

200

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα

Λισαβόνα (5)

2002

13,3

35,3

55

95

Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων

Πάρμα

2002

29,1

36,7

138

194

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών

Ηράκλειο (6)

2003

6,8

38

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων (7)

Βαλανσιέν

2003

Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων

Στοκχόλμη

2005

4,8

85

Σύνολο

885,3

926,8

2 233

2 644

10.23.

Για πολλούς οργανισμούς η εκτέλεση του προϋπολογισμού χαρακτηρίζεται από μικρή ανάλωση των πιστώσεων. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται κυρίως σε προγραμματισμό στον οποίο δεν λαμβάνονται υπόψη οι οργανωτικές ικανότητες των οργανισμών. Η μικρή απορρόφηση των πιστώσεων έρχεται σε αντίθεση με τα σημαντικά περιθώρια του ταμείου που διαθέτουν ορισμένοι από τους οργανισμούς αυτούς. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή προέβαινε σε εκταμιεύσεις κεφαλαίων υπέρ των οργανισμών χωρίς να τηρεί πάντοτε τον κανόνα που απαιτεί οι μεταβιβάσεις κεφαλαίων να βασίζονται σε ενδεδειγμένες και αιτιολογημένες εκτιμήσεις των ταμειακών αναγκών των οργανισμών.

10.23.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Κατά τους λογιστικούς ελέγχους που πραγματοποιεί η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου (IAS) με την ιδιότητά του εσωτερικού ελεγκτή των υπηρεσιών, διαπιστώνονται συστηματικά αδυναμίες κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού στις υπηρεσίες.

Σύμφωνα με το άρθρο 50 του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου (EK) αριθ. 2343/2002, ο κοινοτικός οργανισμός «υποβάλλει στην Επιτροπή, υπό όρους και με περιοδικότητα που έχουν συμφωνηθεί με αυτήν, αιτήσεις πληρωμής ολόκληρης ή μέρους της κοινοτικής επιχορήγησης, βάσει ταμειακής πρόβλεψης.» Κατά κανόνα, η Επιτροπή πραγματοποιεί τις πληρωμές σε δόσεις. Μόλις η Επιτροπή λάβει τους ετήσιους λογαριασμούς των υπηρεσιών οι οποίοι έχουν εγκριθεί από το διοικητικό τους συμβούλιο, υποχρεούται να προβεί σε ανάκτηση των ποσών που δεν περιλαμβάνονται στις δαπάνες. Η Επιτροπή πρόκειται ωστόσο να εξετάσει με προσοχή τις περιπτώσεις που αναφέρει το Ελεγκτικό Συνέδριο και, εν ανάγκη, να υπενθυμίσει τις διαδικασίες στους εντολοδόχους διατάκτες, τους μόνους υπεύθυνους για την εγκριση των αιτήσεων των υπηρεσιών.

10.24.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι οργανισμοί δεν προέβησαν στην αξιολόγηση των επιχειρησιακών κινδύνων. Όσον αφορά την πρόσληψη υπαλλήλων και τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων, το Συνέδριο διαπίστωσε εκ νέου αδυναμίες όσον αφορά την τήρηση της αρχής της διαφάνειας των αποφάσεων που ελήφθησαν. Το Συνέδριο θεωρεί ότι ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής, ο οποίος είναι επίσης εσωτερικός ελεγκτής του κάθε οργανισμού που χρηματοδοτείται με κοινοτικά κεφάλαια, θα έπρεπε να συνεχίσει τις προσπάθειές του προκειμένου να βελτιώσει το σύστημα εσωτερικού ελέγχου των οργανισμών.

10.24.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η εφαρμογή του εσωτερικού ελέγχου, η εκτίμηση των επιχειρησιακών κινδύνων, καθώς και η τήρηση των διαδικασιών πρόσληψης και σύναψης συμβάσεων εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της διεύθυνσης της υπηρεσίας. Ωστόσο, οι υποβληθείσες από το 2004 εκθέσεις λογιστικού ελέγχου της IAS σχετικά με τις υπηρεσίες περιλαμβάνουν πολύ συγκεκριμένες συστάσεις όσον αφορά τον εσωτερικό έλεγχο. Όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων, η Επιτροπή δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές, παρέχει στις υπηρεσίες πρόσβαση στις βιβλιοθήκες της για την άντληση χρηματοοικονομικών πληροφοριών, καθώς και στο γραφείο παροχής βοήθειας, και επίσης παρέχει κατάρτιση στο «Νομικό Δίκτυο Αποκεντρωμένων Οργανισμών» (IALN). Στις 16 Δεκεμβρίου 2005, η Επιτροπή εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την πολιτική προσωπικού στους ρυθμιστικούς οργανισμούς, οι οποίες συνιστούν την εναρμόνιση των διαδικασιών επιλογής προσωπικού των οργανισμών μέσω μεγαλύτερης συμμετοχής της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO).

10.25.

Γενικά, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι η διαχείριση βάσει δραστηριοτήτων δεν εφαρμόστηκε στους οργανισμούς παρόλο που το συνιστά ο δημοσιονομικός κανονισμός πλαίσιο ο οποίος εφαρμόζεται στους οργανισμούς αυτούς, όπως εφαρμόστηκε στο γενικό προϋπολογισμό. Επιβάλλεται επίσης από το δημοσιονομικό κανονισμό να καθιερωθεί λογιστική σε δεδουλευμένη βάση από το οικονομικό έτος 2005 και μετά. Καθώς οι οικονομικές καταστάσεις των οργανισμών είναι ενοποιημένες με τους λογαριασμούς των κοινοτικών οργάνων, η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει πιο άμεση υποστήριξη για να βοηθήσει τους οργανισμούς να συμμορφωθούν προς τους κανόνες που έχει καθορίσει ο υπόλογος της Επιτροπής.

10.25.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό τους (ο οποίος έχει καταρτιστεί με βάση το δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο (EK) αριθ. 2343/2002), και ειδικότερα το άρθρο 30, οι υπηρεσίες υποχρεούνται να συντάσσουν την κατάσταση δαπανών σύμφωνα με: «ονοματολογία η οποία να περιλαμβάνει ταξινόμηση κατά προορισμό».

Η Επιτροπή εκτιμά ότι θα πρέπει σταδιακά να καθιερωθεί στις υπηρεσίες η διαχείριση του προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων, ιδίως μετά τη διενέργεια των λογιστικών ελέγχων της IAS που τονίζουν συστηματικά αυτή την ανάγκη.

Η Επιτροπή περιμένει από τις υπηρεσίες να εφαρμόσουν του νέους κανόνες της αυτοτέλειας των χρήσεων και προσδοκά επίσης ότι οι κανόνες αυτοί θα διέπουν απόλυτα τόσο τις πληροφορίες που παρέχονται για λόγους εξυγίανσης όσο και τη λογιστική των υπηρεσιών. Η Επιτροπή έχει παράσχει αναλυτικές οδηγίες στις υπηρεσίες, στο πλαίσιο συσκέψεων, καθώς και μέσω εγχειριδίων, σχετικά με την ορθή εφαρμογή των κανόνων αυτών.

10.26.

Το Συνέδριο, κατά τη διάρκεια των ελέγχων που διενέργησε στους οργανισμούς, διαπίστωσε ότι η Επιτροπή προσέφερε επιτόπου περιορισμένη υποστήριξη στους οργανισμούς παρά την αυξανόμενη πολυπλοκότητα των κανόνων της κοινοτικής διαχείρισης και παρά τις αυξανόμενες αρμοδιότητες της Επιτροπής έναντι των οργανισμών (8). Η ανεξαρτησία των οργανισμών δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει να αποφεύγει συνολικές πρωτοβουλίες που αποβλέπουν στην παροχή αναγκαίας τεχνικής υποστήριξης την οποία χρειάζονται δεδομένου του μικρού τους μεγέθους.

10.26.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή παρέχει υποστήριξη στις υπηρεσίες, σε τομείς όπως η λογιστική, η σύναψη συμβάσεων, η πολιτική προσωπικού και ο λογιστικός έλεγχος (βλέπε απαντήσεις στα σημεία 10.23, 10.24 και 10.25), αλλά λόγω του μεγάλου αριθμού των ενδιαφερόμενων υπηρεσιών δεν είναι σε θέση να παρέχει επιτόπια βοήθεια.

10.27.

Πολλοί οργανισμοί έχουν συστήσει μία κοινή υπηρεσία προκειμένου να βοηθήσει τους χρήστες στους οργανισμούς να τροποποιήσουν τα πληροφορικά συστήματα δημοσιονομικής διαχείρισης για να τα καταστήσουν συμβατά με τα συστήματα που χρησιμοποιεί η Επιτροπή. Η υπηρεσία αυτή, ονομαζόμενη «Common Support Service» (Κοινή Υπηρεσία Στήριξης) της οποίας ο ετήσιος προϋπολογισμός πλησιάζει τα 400 000 ευρώ, δεν αποτελεί η ίδια νομικό πρόσωπο (9). Από το οικονομικό έτος 2000 και μετά τα κεφάλαια αυτά (1,8 εκατομμύρια ευρώ περίπου) τα διαχειριζόταν η Κοινή Υπηρεσία Στήριξης εκτός συστημάτων προϋπολογισμού των οργανισμών. Μολονότι η ιδέα της συνεργασίας μεταξύ των οργανισμών πρέπει να ενισχυθεί, η μορφή μιας τέτοιας διαδικασίας δεν θα πρέπει να αγνοεί τις αρχές του προϋπολογισμού, ήτοι της ενότητας και της διαφάνειας. Η κατάσταση αυτή θα πρέπει να επανορθωθεί, κυρίως με τη διαχείριση των συνεισφορών των οργανισμών στην Κοινή Υπηρεσία Στήριξης ως εσόδων ειδικού προορισμού με τη στήριξη της Επιτροπής.

10.27.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Κοινή Υπηρεσία Στήριξης (Common Support Service) αποτελεί παράδειγμα χρηστής συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών για τον καταμερισμό του κόστους και των γνώσεων. Οι καταβαλλόμενες στην Κοινή Υπηρεσία Στήριξης προκαταβολές περιλαμβάνονται στις δημοσιονομικές δαπάνες των υπηρεσιών που χρησιμοποιούν το σύστημα. Το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού της Κοινής Υπηρεσίας Στήριξης εμφανίζεται στους προσωρινούς λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMEA) για το οικονομικό έτος 2005 (το 2005 ο EMEA προήδρευε της Κοινής Υπηρεσίας Στήριξης). Ωστόσο, όπως ανέφερε το Συνέδριο, κατά την εμφάνιση αυτής της συνεργασίας στους λογαριασμούς των υπηρεσιών θα πρέπει να τηρούνται οι δημοσιονομικές αρχές της ενότητας και της διαφάνειας. Οι υπηρεσίες είναι εντελώς ανεξάρτητες από την Επιτροπή, η οποία δεν έχει κανένα δικαίωμα ελέγχου στις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητές τους. Η Επιτροπή θα εξετάσει, ωστόσο, τα πορίσματα του Συνεδρίου μαζί με τις υπηρεσίες.

Οι περισσότεροι σημερινοί χρήστες του συστήματος χρηματοοικονομικής διαχείρισης που υποστηρίζεται από την Κοινή Υπηρεσία Στήριξης έχουν ζητήσει, εξάλλου, απευθείας σύνδεση με το ABAC, και υποστήριξη από την Επιτροπή. Το αίτημα αυτό προβλέπεται να ικανοποιηθεί το 2007.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

10.28.

Η ετήσια ειδική έκθεση του Συνεδρίου για τα Ευρωπαϊκά Σχολεία (η οποία δεν δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα) διαβιβάζεται στο Ανώτατο Συμβούλιο και στους διευθυντές των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Ο προϋπολογισμός των σχολείων για το 2005, ο οποίος ανήλθε σε 227 εκατομμύρια ευρώ, χρηματοδοτήθηκε κυρίως από επιχορηγήσεις της Επιτροπής (127 εκατομμύρια ευρώ) και από συνεισφορές των κρατών μελών (50 εκατομμύρια ευρώ). Τα κύρια δεδομένα σχετικά με τα Ευρωπαϊκά Σχολεία παρουσιάζονται στον πίνακα 10.4 .

 

10.29.

Για το οικονομικό έτος 2005 η έκθεση του Συνεδρίου σχετικά με τα σχολεία δεν έχει ακόμη εγκριθεί.

 

Πίνακας 10.4 — Ευρωπαϊκά Σχολεία — Κύρια στοιχεία

Ευρωπαϊκό Σχολείο

Χώρα

Έτος δημιουργίας

Προϋπολογισμός (10)  (11)

(εκατομμύρια ευρώ)

Επιχορήγηση από την Επιτροπή (11)

(εκατομμύρια ευρώ)

Πληθυσμός σχολείου (12)

2005

2004

2005

2004

2005

2004

Γραφείο

Βέλγιο

1957

8,5

7,9

6,6

5,7

Λουξεμβούργο I

Λουξεμβούργο

1953

33,3

34,6

19,4

20,3

3 190

3 101

Λουξεμβούργο II

Λουξεμβούργο

2004

6,6

2,7

3,7

1,2

891

827

Βρυξέλλες I Uccle

Βέλγιο

1958

27,1

26,0

16,0

17,0

2 617

2 394

Βρυξέλλες II (Woluwé)

Βέλγιο

1974

27,3

27,1

17,1

17,7

3 014

2 917

Βρυξέλλες III (Ixelles)

Βέλγιο

1999

25,6

24,2

16,9

15,7

2 781

2 773

Μολ

Βέλγιο

1960

10,7

10,9

6,0

6,4

622

643

Βαρέζε

Ιταλία

1960

16,4

15,8

8,4

7,8

1 318

1 317

Καρλσρούη

Γερμανία

1962

11,8

11,8

4,3

3,9

1 044

1 074

Μόναχο

Γερμανία

1977

18,7

18,6

0,9

1,0

1 557

1 504

Φρανκφούρτη

Γερμανία

2002

9,4

8,8

3,5

4,2

876

809

Αλικάντε

Ισπανία

2002

10,4

9,9

3,2

5,7

987

950

Μπέργκεν

Κάτω Χώρες

1963

10,8

11,5

5,0

6,3

626

664

Culham

Ηνωμένο Βασίλειο

1978

11,2

12,3

5,4

5,5

856

889

Σύνολο

227,8

222,1

116,4

118,4

20 379

19 862

Σημείώση: Οι αποκλίσεις στα σύνολα οφείλονται στις στρογγυλοποιήσεις.


(1)  Το Συμβούλιο ενέκρινε τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου του τον Ιούλιο του 2005, αλλά κατά τα τέλη του 2005 εξακολουθούσε να εκπονεί ένα σχέδιο δράσης για την εφαρμογή τους· το Δικαστήριο δεν είχε εφαρμόσει αρκετά από τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου· στο Κοινοβούλιο τα ΠΕΕ δεν είχαν ακόμη εφαρμοστεί κατά βέλτιστο τρόπο· στην Επιτροπή των Περιφερειών ορισμένα ΠΕΕ δεν είχαν πλήρως εφαρμοστεί.

(2)  Η κοινοβουλευτική αποζημίωση γραμματείας μπορεί να καταβάλλεται σε εντολοδόχο πληρωμών, ο οποίος είναι επιφορτισμένος από τον βουλευτή, βάσει συμβάσεως, με τη συνολική ή μερική διοικητική διαχείριση, της κοινοβουλευτικής αποζημίωσης γραμματείας του.

(3)  Οι υπηρεσίες της Επιτροπής που είναι υπεύθυνες για το μεγαλύτερο τμήμα των δαπανών διοικητικής λειτουργίας είναι οι ακόλουθες: Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοίκησης, Γενική Διεύθυνση Μετάφρασης, Γενική Διεύθυνση Διερμηνείας, Γενική Διεύθυνση Τύπου και Επικοινωνίας, Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων, Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης — Λουξεμβούργο, Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης — Βρυξέλλες, Γραφείο Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων, Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού, Υπηρεσία Εκδόσεων.

(4)  Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.

(5)  Το 2005 ο εν λόγω οργανισμός είχε προσωρινά την έδρα του στις Βρυξέλλες.

(6)  Ο εν λόγω οργανισμός είχε προσωρινά την έδρα του στις Βρυξέλλες για ένα μέρος του 2005.

(7)  Το 2005, υπεύθυνη για τη διαχείριση του προϋπολογισμού του εν λόγω οργανισμού ήταν η Επιτροπή. Δεν υπήρξε ειδική έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του εν λόγω προϋπολογισμού.

(8)  Για όλους τους οργανισμούς εκτός του OHMI και του OCVV, οι οποίοι χρηματοδοτούνται βασικά από ιδίους πόρους, η Επιτροπή παρεμβαίνει καθοριστικά στο διορισμό του διευθυντή και ορισμένων μελών του διοικητικού συμβουλίου, λαμβάνει θέση για τα προγράμματα εργασίας, προτείνει και καταβάλλει το ποσό της επιχορήγησης για τη διοικητική λειτουργία, ενοποιεί τους λογαριασμούς και ορίζει έναν από τους υπαλλήλους της για την άσκηση των καθηκόντων του εσωτερικού ελεγκτή.

(9)  Στη συμφωνία σύστασης της υπηρεσίας η οποία συνήφθη το 1998 προβλεπόταν ότι ένας από τους οργανισμούς θα εξασφάλιζε τη διαχείριση και ότι θα ενσωμάτωνε τις πράξεις της υπηρεσίας στους δικούς του λογαριασμούς. Τούτο δεν συνέβη από το οικονομικό έτος 2000 και μετά.

(10)  Σύνολο των εσόδων και των δαπανών που προβλέπονται στον προϋπολογισμό κάθε Ευρωπαϊκού Σχολείου και του Γραφείου, συμπεριλαμβανόμενων όλων των τροποποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν στους αρχικά εγκριθέντες προϋπολογισμούς.

(11)  Πηγή: Ευρωπαϊκά Σχολεία.

(12)  Πηγή: Ετήσια έκθεση για το 2005 του γενικού γραμματέα του Ανωτάτου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων.

Σημείώση: Οι αποκλίσεις στα σύνολα οφείλονται στις στρογγυλοποιήσεις.


KΕΦΑΛΑΙΟ 11

Χρηματοδοτικά μέσα και τραπεζικές δραστηριότητες

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Τριμερής συμφωνία με το ΕΤΑΕ

Σταδιακή κατάργηση των πράξεων επιχειρηματικού κεφαλαίου

Ιστορικό

Χρηματοδοτικό μέσο «EC Investment Partners» (ECIP)

Πρόγραμμα MEDIA

Σταδιακή κατάργηση των πράξεων επιχειρηματικού κεφαλαίου που διαχειρίζεται η ΓΔ ECFIN

Συμπεράσματα και συστάσεις

Ταμείο Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις

Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα υπό εκκαθάριση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

11.1.

Τα χρηματοδοτικά μέσα της Κοινότητας σχετικά με τις τραπεζικές δραστηριότητες είναι τα ακόλουθα:

δάνεια χορηγούμενα είτε από πόρους του προϋπολογισμού είτε από κεφάλαια δανεισμού, συμπεριλαμβανόμενων των πράξεων επιχειρηματικού κεφαλαίου (1),

επιδοτήσεις επιτοκίων από κεφάλαια του προϋπολογισμού,

εγγυήσεις για συναφθέντα δάνεια και για δάνεια χορηγούμενα από τρίτους, συμπεριλαμβανόμενου του Ταμείου Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις,

συμμετοχές σε οργανισμούς κοινού ενδιαφέροντος (2) και

συμμετοχή σε ειδικές πράξεις, όπως παροχή επιχειρηματικού κεφαλαίου.

 

11.2.

Τα χρηματοδοτικά αυτά μέσα χρησιμοποιούνται τόσο στα κράτη μέλη όσο, και σε ένα μεγαλύτερο βαθμό, εκτός της Ένωσης στο πλαίσιο εξωτερικών πολιτικών. Κύριος στόχος τους είναι η ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης, η βελτίωση των υποδομών και η δημιουργία θέσεων εργασίας, ιδίως στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) μέσω μέτρων που έχουν στόχο να ενισχύσουν την πρόσβασή τους στη χρηματοδότηση. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα υπό εκκαθάριση συμμετέχει σε παρόμοιες πράξεις.

 

11.3.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου κάλυψε τη σταδιακή κατάργηση των πράξεων επιχειρηματικού κεφαλαίου, τη λειτουργία του Ταμείου Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις και τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα υπό εκκαθάριση (ΕΚΑΧυε).

 

ΤΡΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟ ΕΤΑΕ

11.4.

Η τριμερής συμφωνία με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΑΕ) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνήφθη για πρώτη φορά το 2001. Στη συνέχεια, το Συνέδριο ανανέωσε τη συμφωνία για δύο επιπλέον έτη, έως τον Σεπτέμβριο του 2005. Το άρθρο 2 της συμφωνίας όριζε ότι, για το σκοπό του ελέγχου, εκ μέρους του Συνεδρίου, της εγγραφής της Κοινότητας για το κεφάλαιο του ΕΤΑΕ, η ελεγκτική επιτροπή του ΕΤΑΕ θα παρέχει πρόσβαση στις εκθέσεις της, στις εκθέσεις των εξωτερικών ελεγκτών και σε οποιαδήποτε έγγραφα εργασίας που είναι πρόσφορα για τον έλεγχο του Συνεδρίου. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια σύσκεψης στις 10 Ιουνίου 2005 με την ελεγκτική επιτροπή του ΕΤΑΕ, η πρόσβαση σε έγγραφα εργασίας των ελεγκτών δεν παραχωρήθηκε. Συνεπώς, το Συνέδριο αποφάσισε να μην ανανεώσει περαιτέρω τη συμφωνία πέραν του Σεπτεμβρίου 2005.

11.4.

Η πρόσβαση σε πρόσθετες πληροφορίες εξετάζεται στο πλαίσιο της αναδιαπραγμάτευσης της τριμερούς συμφωνίας όπως αναφέρεται στο σημείο 11.5.

11.5.

Η πρόθεση επαναδιαπραγμάτευσης της συμφωνίας κοινοποιήθηκε με επιστολή του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) τον Ιούνιο του 2005. Οι συνομιλίες με το ΕΤΑΕ και την Επιτροπή συνεχίζονταν ακόμα τον Ιούλιο του 2006.

 

ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Ιστορικό

11.6.

Η ΕΕ έχει συμμετάσχει σε διάφορες πράξεις επιχειρηματικού κεφαλαίου και, καθώς τα προγράμματα έφθασαν στο τέλος τους, ορισμένες από αυτές τις πράξεις εισήλθαν σε διαδικασία σταδιακής κατάργησης κατά τα τελευταία έτη. Προβλέπονταν επανακαταβολές επιχορηγήσεων και δανείων υπό ορισμένες προϋποθέσεις έπειτα από συγκεκριμένη περίοδο. Ο έλεγχος του Συνεδρίου κάλυψε πέντε πράξεις επιχειρηματικού κεφαλαίου, υπό τη διαχείριση των ΓΔ AIDCO, ΓΔ INFSO και ΓΔ ECFIN. Τα συνολικά εκκρεμή ποσά για τις ελεγχθείσες πράξεις παρουσιάζονται στον πίνακα 11.1 . Επί σειρά ετών, το Συνέδριο διαπίστωσε συνεχιζόμενα προβλήματα συμφωνίας και αποτίμησης, καθώς και μη αντιμετώπιση των ζητημάτων που έθετε η Επιτροπή (3). Στόχος του τρέχοντος ελέγχου ήταν να εξακριβωθεί το εάν η Επιτροπή έχει λάβει κατάλληλα μέτρα για την παρακολούθηση της σταδιακής κατάργησης των πράξεων και για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, καθώς και το εάν τα σχετικά στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων είναι πλήρη και αξιόπιστα.

 

Πίνακας 11.1 — Σύνοψη των πράξεων επιχειρηματικού κεφαλαίου που ελέγχθηκαν

(εκατομμύρια ευρώ)

Μέτρο

Σύνολο πληρωμών

Στοιχεία ενεργητικού στον ισολογισμό

Προσαρμογές αξίας στον ισολογισμό

έως τις 31.12.2005

31.12.2004

31.12.2005

31.12.2004

31.12.2005

«EC Investment Partners» ECIP

224,2

63,66

51,19

–38,88

–8,9

MEDIA II

302,3 (4)

41,66

36,53

–28,07

–24,53

«Venture consort»

10,2

1,49

0,77

–1,49

–0,77

Πρόγραμμα «Eurotech Capital»

9,5

1,63

0,46

–1,63

–0,46

Πρόγραμμα «Joint Venture»

10,3

5,76

4,41

–5,76

–4,41

«EC Investment Partners» (ECIP)

11.7.

Το ECIP ήταν ένα πρόγραμμα προώθησης της σύστασης κοινών επιχειρήσεων στις αναδυόμενες αγορές της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής, της Μεσογείου και της Νοτίου Αφρικής. Οι πληρωμές για το ECIP ανήλθαν συνολικά σε 224,2 εκατομμύρια ευρώ. Καθώς το πρόγραμμα ECIP σταμάτησε το 1999, οι δύο εξωτερικές μονάδες τεχνικής βοήθειας στις οποίες η Επιτροπή ανέθεσε τη διοικητική και χρηματοοικονομική διαχείριση των πράξεων ολοκλήρωσαν τις δραστηριότητές τους στο τέλος του 2000 (5). Εντούτοις, σε ό, τι αφορά τη διαχείριση της σύμβασης, η Επιτροπή δεν σημείωσε σημαντική πρόοδο ως προς το κλείσιμο του προγράμματος μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2005, όταν κατέστη επιχειρησιακή ειδική μονάδα που συγκροτήθηκε στους κόλπους της ΓΔ AIDCO. Η εν λόγω μονάδα χρειάστηκε να ανασυγκροτήσει τη βάση δεδομένων και εντόπισε 1 843 εκκρεμούσες υποθέσεις από διάφορες πηγές αλλά, λόγω της μη παρακολούθησης των δραστηριοτήτων κατά την προηγούμενη πενταετία, δεν μπορεί να διασφαλιστεί η αξιοπιστία και η πληρότητα των δεδομένων. Στο τέλος του 2005, 1 276 από τους πλέον προβληματικούς φακέλους εξακολουθούσαν να παραμένουν ανοικτοί. Βασικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες έλειπαν για πολυάριθμους φακέλους. Ο έλεγχος του Συνεδρίου κατέδειξε ότι δεν είχαν παρακολουθηθεί λανθασμένες πληρωμές ύψους 207 000 ευρώ, που χρονολογούνταν πριν από πολλά έτη (6), και ότι διάφορες εντολές πληρωμών είτε δεν είχαν παρακολουθηθεί (4 εκατομμύρια ευρώ) είτε δεν είχαν εκδοθεί (62,3 εκατομμύρια ευρώ). Το Μάρτιο του 2006, η ειδική μονάδα της ΓΔ AIDCO εκτίμησε ότι το ποσό που παρέμενε προς είσπραξη ανερχόταν στα 21 εκατομμύρια ευρώ.

11.7.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι κυρίως την περίοδο 2001-2004 δεν δόθηκε επαρκής προσοχή στην εκκαθάριση του χρηματοδοτικού μέσου «ECΙP» και η κατάσταση αυτή εξακολουθεί να επηρεάζει την αξιοπιστία και την πληρότητα των δημοσιονομικών καταστάσεων. Ωστόσο, πριν από τη δημιουργία της ειδικής μονάδας στο πλαίσιο του EuropeAid, ελήφθησαν περιορισμένα μέτρα για το κλείσιμο των φακέλων ECIP.

Το πρόγραμμα ECIP αποτελεί πλέον αντικείμενο τακτικής και κατάλληλης παρακολούθησης. Στις 31.5.2006, απέμεναν ακόμη 800 δράσεις ECIP που έπρεπε να αναλυθούν και προβλέπεται ότι όλοι οι φάκελοι θα έχουν αναλυθεί πριν από τα τέλη του 2006. Στο στάδιο αυτό, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να παρουσιάσει πλήρεις και αξιόπιστες δημοσιονομικές καταστάσεις.

Πρόγραμμα MEDIA

11.8.

Τα προγράμματα MEDIA (7) στοχεύουν στην ενθάρρυνση της Ευρωπαϊκής οπτικοακουστικής βιομηχανίας. Με την απόφαση 95/563/ΕΚ του Συμβουλίου της 10ης Ιουλίου 1995 (8) θεσπίστηκε το MEDIA II, το οποίο επί του παρόντος ολοκληρώνεται. Το πρόγραμμα αυτό αφορά 302,3 εκατομμύρια ευρώ συνολικά, εκ των οποίων 130,3 εκατομμύρια ευρώ διατέθηκαν για δάνεια ή για υπό όρους επιστρεπτέες προκαταβολές, 149,6 εκατομμύρια ευρώ για επιδοτήσεις και τα υπόλοιπα εξαντλήθηκαν στις δράσεις οριζόντιου χαρακτήρα του προγράμματος (MEDIA Desks, κόστος των γραφείων τεχνικής βοήθειας…). Στο τέλος του 2005, οι ανοικτές πληρωμές προχρηματοδότησης ανέρχονταν σε 48,6 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων 6,9 εκατομμύρια ευρώ μετετράπησαν σε επιχορηγήσεις, εξεδόθησαν εντολές ανάκτησης ύψους 10,4 εκατομμυρίων ευρώ και 31,3 εκατομμύρια ευρώ ταξινομήθηκαν ως εισπρακτέα.

 

11.9.

Τα δάνεια και οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν στην οπτικοακουστική βιομηχανία δυνάμει του εν λόγω προγράμματος υπόκεινται σε ιδιαίτερα πολύπλοκες προϋποθέσεις, οι οποίες απαιτούν συνεχή παρακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παραδείγματος χάρη, εάν ένα σχέδιο δεν πέρασε την παραγωγή ή εγκαταλείφθηκε εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, το 25 % του ληφθέντος δανείου έπρεπε να επιστρέφεται. Εντούτοις, εάν το σχέδιο πέρασε στην παραγωγή εντός τριετίας, οφειλόταν το πλήρες ποσό του δανείου, αλλά η συμφωνία με τις εν λόγω προϋποθέσεις δεν παρακολουθήθηκε ποτέ από την Επιτροπή. Έως το τέλος του 2005 (9), με τη διαχείριση του προγράμματος Media II ήταν επιφορτισμένο ένα γραφείο τεχνικής βοήθειας (ΓΤΒ) για λογαριασμό της Επιτροπής. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι, για τις χρηματοοικονομικές πράξεις πριν από το 2001, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν διέθεταν λεπτομερείς λογιστικές πληροφορίες για το πρόγραμμα ούτε ειδικό πιστοποιητικό ελεγκτή για τις σχετικές οικονομικές πράξεις. Για πλέον πρόσφατες πράξεις, η τεκμηρίωση ήταν συχνά ελλιπής και η παρακολούθηση ανεπαρκής, γεγονός που οδήγησε, σε ορισμένες περιπτώσεις στη μη έγκαιρη έκδοση εντολών ανάκτησης (10).

11.9.

Παρά τις καθυστερήσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, το Γραφείο Τεχνικής Βοήθειας (ΓΤΒ) προέβη, υπό την επιτήρηση της Επιτροπής, στην παρακολούθηση των σχεδίων κατά τη διάρκεια των τριών ετών της συμβατικής διάρκειας των συμβάσεων στήριξης της ανάπτυξης.

Η ανάληψη των φακέλων του προγράμματος MEDIA από το νέο εκτελεστικό «οργανισμό εκπαίδευσης, οπτικοακουστικών μέσων και πολιτισμού» (EACEA) την 1η Ιανουαρίου 2006 οδήγησε στη μεταφορά των φακέλων του ΓΤΒ καθώς και εκείνων που τηρούσε η Επιτροπή.

Με την ολοκλήρωση της ανάληψης των φακέλων του προγράμματος MEDIA από τον εκτελεστικό οργανισμό επιλύονται οι διαρθρωτικές ελλείψεις του παρελθόντος.

Σταδιακή κατάργηση των πράξεων επιχειρηματικού κεφαλαίου που διαχειρίζεται η ΓΔ ECFIN

11.10.

Στόχος των τριών επενδυτικών προγραμμάτων επιχειρηματικού κεφαλαίου, τα οποία αντιστοιχούσαν σε συνολική κοινοτική συνεισφορά 30 εκατομμυρίων ευρώ περίπου, είναι η τόνωση των επενδύσεων σε ελκυστικά αλλά επισφαλή τμήματα της αγοράς. Ο έλεγχος κατέδειξε την ύπαρξη αδυναμιών στη διαχείριση, την παρακολούθηση και το κλείσιμο των προγραμμάτων στο παρελθόν: προβλήματα στη διαχείριση των εσόδων, έλλειψη αποτίμησης των επενδύσεων, διακοπή της διαδικασίας παρακολούθησης και κατάρτισης εκθέσεων, καθυστέρηση στο κλείσιμο των φακέλων. Συνεπώς, δεν ήταν δυνατό να αποκομισθεί βεβαιότητα ούτε ως προς τη χρηστότητα της δημοσιονομικής διαχείρισης, ούτε ως προς την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, ούτε ως προς τη συναφή ακρίβεια των ποσών που καταγράφονται στις κοινοτικές οικονομικές καταστάσεις. Το κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου (ΚΕΕ) της ΓΔ ECFIN κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα ως αποτέλεσμα του προγενέστερου ελέγχου της που διενεργήθηκε κατά το 2005.

11.10.

Μετά τον έλεγχο της μονάδας εσωτερικού ελέγχου της ΓΔ ECFIN (IAC) τον Ιούλιο του 2005, εφαρμόστηκε μια ενεργή και συνολική στρατηγική κλεισίματος για τα τρία συστήματα επενδύσεων προκειμένου να κλείσουν οι εναπομένοντες φάκελοι (επί συνόλου 91 φακέλων, μόνο 14 ήταν ακόμη ανοικτοί στα τέλη του 2005). Η πολιτική αυτή οδήγησε ήδη σε συμπληρωματικά κλεισίματα το 2006. Ορισμένοι φάκελοι (7) δεν μπορούν να κλείσουν πριν από το 2012 λόγω των συμβατικών ημερομηνιών εξόδου.

Βάσει του σχεδίου δράσης που καταρτίστηκε μετά τον έλεγχος της IAC της ΓΔ ECFIN, η Επιτροπή θεωρεί ότι διαθέτει πλέον εύλογη βεβαιότητα σχετικά με την ακρίβεια και την πληρότητα των αριθμών για τα τρία προγράμματα σύμφωνα με διάφορους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν το περασμένο έτος.

Συμπεράσματα και συστάσεις

11.11.

Παρά την πολυπλοκότητα των διαφόρων προγραμμάτων, η Επιτροπή ποτέ δεν διέθετε τη δυναμικότητα που χρειαζόταν για την επιτυχή διαχείριση τέτοιου είδους μέτρων σε μακροπρόθεσμη βάση. Μολονότι η Επιτροπή έχει αναλάβει διορθωτική δράση, με τον έλεγχο επιβεβαιώθηκε, σύμφωνα με προγενέστερες παρατηρήσεις του Συνεδρίου (εκτός από το MEDIA II), η ύπαρξη συνεχιζόμενων αδυναμιών παρακολούθησης και η αδυναμία προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας στο παρελθόν.

11.11.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το πρόγραμμα ECIP αποτελεί πλέον αντικείμενο τακτικής και κατάλληλης παρακολούθησης και προβλέπεται ότι όλοι οι φάκελοι θα έχουν αναλυθεί ως τα τέλη του 2006. Η Επιτροπή θα είναι σε θέση στο στάδιο αυτό να κοινοποιήσει πλήρεις και αξιόπιστες δημοσιονομικές καταστάσεις.

11.12.

Όσον αφορά τα προγράμματα ECIP και MEDIA II, τα σχετικά στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων δεν παρέχουν ούτε πλήρη ούτε αξιόπιστη αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού στον ισολογισμό της Επιτροπής. Όσον αφορά το ECIP, απομένει ακόμη να πραγματοποιηθεί ουσιαστικό έργο εκκαθάρισης.

11.12.

Οι λεπτομέρειες διαχείρισης του προγράμματος Media II δεν κατέστησαν δυνατή τη λεπτομερή λογιστική απεικόνιση των πράξεων εκτέλεσης.

Από τον Μάρτιο του 2005, το ECIP ανέλαβε ένα σημαντικό έργο ελέγχου που αναμένεται να ολοκληρωθεί ως τα τέλη του 2006.

11.13.

Το Συνέδριο συνιστά τα ακόλουθα:

11.13.

 

πρέπει να εκδίδονται εντολές ανάκτησης αμέσως μόλις βεβαιώνεται το προς ανάκτηση ποσό. Οι πληρωμές πρέπει να εκκαθαριστούν έναντι των ανακτήσεων, η εκκαθάριση των φακέλων δράσης πρέπει να επιταχυνθεί μέσω βελτιωμένης εσωτερικής παρακολούθησης με καθορισμό εβδομαδιαίων και μηνιαίων στόχων και η διαδικασία σταδιακής κατάργησης πρέπει να βελτιωθεί,

Η Επιτροπή δέχεται ότι οι πληρωμές πρέπει να αντισταθμίζονται από τις ανακτήσεις.

Το EuropeAid παρακολουθεί ήδη σε εβομαδιαία βάση τις επιδόσεις σε σχέση με τους στόχους και εκτιμά ότι υπάρχουν πλέον σωστές διαδικασίες κατάργησης.

όσον αφορά τη σταδιακή κατάργηση του MEDIA II, πρέπει να αναληφθεί δράση προς τη δημιουργία συνολικού σχεδίου επιτάχυνσης της διαδικασίας εκκαθάρισης. Ένα τμήμα της διαδικασίας παρακολούθησης (11) θα μπορούσε να εξορθολογιστεί περαιτέρω. Προκειμένου να επιλύονται περιπτώσεις συνεχιζόμενων προβλημάτων επιτόπου, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επισκέψεων ελέγχου,

Ο εκτελεστικός οργανισμός EACEA, ανέλαβε, μετά τη συγχώνευσή τους, τους φακέλους που μεταφέρθηκαν από το ΓΤΒ στην Επιτροπή καθώς και αυτούς που μεταφέρθηκαν απ’ ευθείας από την Επιτροπή. Βάσει της απογραφής που πραγματοποιήθηκε, ο οργανισμός θα καθορίσει τις διαδικασίες και τα στάδια για την εκκαθάριση των φακέλων του MEDIA II. Αυτό θα γίνει σε συνεργασία με τη ΓΔ INFSO, υπεύθυνη διεύθυνση για τον οργανισμό σε ότι αφορά τα προγράμματα ΜΕDIA.

δεδομένου ότι ο τρέχων έλεγχος επιβεβαίωσε εκ νέου τις διοικητικές αδυναμίες που διαπιστώθηκαν στο παρελθόν (εκτός από το MEDIA II) και οι οποίες καταλήγουν σε σημαντικές οικονομικές απώλειες για την Κοινότητα, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο ανάληψης κατάλληλων δράσεων.

Η Επιτροπή έλαβε από το Μάρτιο του 2005 τα κατάλληλα μέτρα για την εκκαθάριση του ECIP και πραγματοποίησε σημαντική πρόοδο έκτοτε. Αναμένεται ότι το σύνολο των δράσεων ECIP θα ολοκληρωθούν ως τα τέλη του 2006 και ότι θα είναι δυνατό το 2007 να εκκαθαριστεί το ECIP και να κλείσουν οι σχετικοί λογαρισμοί.

ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

11.14.

Σκοπός του Ταμείου Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις (12) (εφεξής «το Ταμείο»), το οποίο εγγυάται δάνεια προς τρίτες χώρες, είναι η αποπληρωμή των πιστωτών της Κοινότητας (13) στην περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του δικαιούχου δανείου και η αποφυγή απευθείας πρόσβασης στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Με τη διοικητική διαχείριση του Ταμείου είναι επιφορτισμένη η ΓΔ ECFIN, ενώ η ΕΤΕπ είναι αρμόδια για την ταμειακή διαχείρισή του (14). Στις 31 Δεκεμβρίου 2005, οι συνολικοί (προσωρινοί) πόροι του Ταμείου ανέρχονταν σε 1 323,9 εκατομμύρια ευρώ.

 

11.15.

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι η διαχείριση του Ταμείου Εγγύησης υπήρξε ικανοποιητική κατά τη διάρκεια του 2005. Το 2005, δεν υποβλήθηκε στο Ταμείο καμία αξίωση καταβολής της εγγύησης.

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΝΘΡΑΚΑ ΚΑΙ ΧΑΛΥΒΑ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

11.16.

Έπειτα από τη λήξη της ισχύος της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα στις 23 Ιουλίου 2002, τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της ΕΚΑΧ περιήλθαν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (15). Στόχος του ελέγχου του Συνεδρίου ήταν η αποκόμιση εύλογης βεβαιότητας ως προς την αξιοπιστία των λογαριασμών και τη συμφωνία με τους κανόνες που διέπουν την ΕΚΑΧυε.

 

11.17.

Κατά τη διάρκεια του 2005, η επενδυτική στρατηγική δεν είχε ακόμη επιτύχει την προτεινόμενη κατανομή των ημερομηνιών λήξης (16) το στόχο του χαρτοφυλακίου, ενώ σημειώθηκε συνεχής υπέρβαση της ρευστότητας.

11.17.

Η διάρθρωση ωρίμανσης — στόχος αναθεωρήθηκε το 2004 προκειμένου να προσαρμοστεί στις δημοσιονομικές κατευθυντήριες γραμμές που εκτίθενται στην απόφαση του Συμβουλίου. Η προσαρμογή συνίσταται στην επέκταση της διάρκειας με σημαντικές μεταβάσεις από βραχυπρόθεσμες σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

Στο πλαίσιο ενός περιβάλλοντος με χαμηλά επιτόκια, έπρεπε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να επενδυθεί ένα μείζον τμήμα το χαρτοφυλακίου μακροπρόθεσμα με ιστορικά χαμηλά επιτόκια ή να υπάρχει υπερβάλλουσα ρευστότητα. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος αυτός, εκπονήθηκε μια στρατηγική βάση αντικειμενικών δεικτών, για την πραγματοποίηση κλιμακωτών μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Η στρατηγική αυτή βρίσκεται στο στάδιο της υλοποίησης.

11.18.

Το 2005, η ΓΔ ECFIN ενέκρινε απόφαση διάθεσης των μετοχών του Eurotunnel και του απομένοντος τμήματος της δευτερεύουσας οφειλής (17), που αποκτήθηκαν σε παλαιότερη αναδιάρθρωση. Εντούτοις, η διάθεση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού πραγματοποιήθηκε την περίοδο του έτους με τις χαμηλότερες τιμές. Η ζημία ανέρχεται σε 34,4 εκατομμύρια ευρώ για τις μετοχές και σε 4,6 εκατομμύρια ευρώ για τη δευτερεύουσα οφειλή.

11.18.

Η Επιτροπή αποφάσισε να πωλήσει τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία αναφέρεται το Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με την πάγια στρατηγική της αποεπένδυσης. Τα στοιχεία αυτά δεν συμβιβάζονταν με τα πάγια επενδυτικά κριτήρια της ΕΚΑΧ, αλλά αποκτήθηκαν μετά από προηγούμενη αναδιάρθρωση και δεν είναι αποτέλεσμα ηθελημένων επενδυτικών αποφάσεων. Η πώληση του 2005 είναι η τελευταία μιας τέτοιας σειράς.

Την άνοιξη του 2005, οι τράπεζες που συμμετέχουν πιο ενεργά στο εμπόριο αυτών των περιουσιακών στοιχείων θεώρησαν ότι οι τιμές των μεριδίων και των δευτερευουσών οφειλών θα μειώνονταν αισθητά στην περίπτωση και άλλης αναδιάρθρωσης. Για να καταστεί βιώσιμη η εν λόγω επιχείρηση, αναμενόταν ευρεία μετατροπή των χρεών σε ίδια κεφάλαια, κάτι που θα μείωνε ακόμη περισσότερο την τιμή της μετοχής. Φάνηκε συνεπώς σκόπιμο να γίνουν πωλήσεις στα επίπεδα του Απριλίου — Ιουνίου 2005 ώστε να αποφευχθούν μεγαλύτερες ζημίες. Ωστόσο, σε μια αγορά που δε χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και στην οποία δραστηριοποιείται μικρός αριθμός επενδυτών, οι τιμές εξαρτώνται από τα γεγονότα και τις προσδοκίες και είναι αβέβαιες.

Η επίπτωση στο λογαριασμό κερδών και ζημιών το 2005 περιορίστηκε σε 1 εκατ. ευρώ γιατί το υπόλοιπο καλυπτόταν από την προηγούμενη σύσταση προμηθειών και διόρθωση της τιμής.

11.19.

Το Συνέδριο επισημαίνει την ύπαρξη καθυστερημένων πληρωμών 7,7 εκατομμυρίων ευρώ που αφορούν ερευνητικά σχέδια στον τομέα του άνθρακα εν αναμονή επεξεργασίας από την Επιτροπή. Αυτό είχε αρνητικό αντίκτυπο στη διαχείριση της ρευστότητας. Επίσης, το Συνέδριο εντόπισε έλλειψη παρακολούθησης των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων, ιδίως όσον αφορά την εκπνοή της προθεσμίας εφαρμογής.

11.19.

Σε ότι αφορά τα σχέδια άνθρακα ΕΚΑΧ, η Επιτροπή άρχισε να παίρνει τα απαραίτητα μέτρα για την εκκαθάριση των υπερήμερων χρηματοπιστωτικών πράξεων. Οι αναλήψεις υποχρεώσεων των οποίων η «ημερομηνία λήξης» είχε ξεπεραστεί, έκλεισαν στις 6 Απριλίου 2006.

11.20.

Συνεχίστηκε η ύπαρξη αδυναμιών στον τομέα της πληροφορικής και, επιπλέον, η εφαρμογή του νέου λογιστικού συστήματος, η οποία προβλεπόταν για το 2005, καθυστέρησε σημαντικά και χρειάστηκε να αναβληθεί για το 2006. Αυτός ο χρονικός περιορισμός είχε σημαντικό αντίκτυπο στην ΕΚΑΧ υπό εκκαθάριση όσον αφορά την αυτοματοποίηση και τη συμφωνία, και προξένησε τόσο καθυστερήσεις στην κατάρτιση των λογαριασμών όσο και έλλειψη λειτουργικής αποδοτικότητας.

11.20.

Όλα τα ηλεκτρονικά προβλήματα που εντοπίστηκαν στο παρελθόν, εκτός από ένα, επιλύθηκαν. Το εναπομένον πρόβλημα (νέες εγκαταστάσεις μετά την καταστροφή του SWIFT) απαιτούσε την αναζήτηση κατάλληλου χώρου και τις απαραίτητες εργασίες υποδομής. Οι εργασίες αυτές συνεχίζονται και αναμένεται να ολοκληρωθούν το 2006. Οι νέες εγκαταστάσεις που θα υποδεχθούν την αρμόδια υπηρεσία το 2006 θα διαθέτουν αυτόματο σύστημα πυρόσβεσης.

Σε ότι αφορά το νέο λογισμικό λογιστικής, ο συγκεκριμένος υπεργολάβος δεν εκτίμησε σωστά τον απαιτούμενο φόρτο εργασίας για την αντιμετώπισή των συγκεκριμένων αναγκών στο πλαίσιο των τραπεζικών πράξεων. Έτσι, προέκυψε σημαντικός επιπλέον λειτουργικός φόρτος εργασίας ο οποίος ωστόσο δεν επηρέασε την ακρίβεια των λογαριασμών.

11.21.

Η εκκαθάριση των χρηματοπιστωτικών πράξεων της ΕΚΑΧυε προχωρεί σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, συμπεριλαμβανόμενων των δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών πολυετούς διάρκειας, μολονότι έχουν διαπιστωθεί ορισμένες λειτουργικές αδυναμίες (βλέπε σημεία 11.17 έως 11.20).

11.21.

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να διαχειρίζεται την εκκαθάριση της ΕΚΑΧ σύμφωνα με τους κανόνες και, λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις στα σημεία 11.17. και 11.18. δεν θεωρεί σκόπιμο να αναφερθεί σε λειτουργικές ανεπάρκειες.


(1)  Το επιχειρηματικό κεφάλαιο είναι επένδυση σε επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου αλλά με προοπτικές ανάπτυξης, όπως οι επενδύσεις σε νέες εταιρείες, μικρές επιχειρήσεις και νέες τεχνολογίες.

(2)  Παραδείγματος χάρη, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΑΕ) και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ).

(3)  Ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2004, σημείο 1.19 και πίνακας 1.1· ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 1.10 και πίνακας 1.1· ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2002, σημεία 1.18 έως 1.22· ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2001, σημείο 9.20.

(4)  130,3 εκατομμύρια ευρώ από το συνολικό ποσό αφορούν δάνεια κaι υπό όρους επιστρεπτέες προκαταβολές.

(5)  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 772/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 2001 (ΕΕ L 112 της 21.4.2001, σ. 1) όριζε μεταξύ άλλων ότι η Επιτροπή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκκαθάριση των έργων ECIP.

(6)  Παραδείγματος χάρη, τρεις περιπτώσεις συνολικού ύψους 207 000 ευρώ. Πρόκειται για ποσά που υπερέβησαν τις αρχικές αναλήψεις υποχρεώσεων και καταβλήθηκαν εκ σφάλματος σε λανθασμένους τραπεζικούς λογαριασμούς. Θα μπορούσε να υπάρχει υπέρβαση των αρχικών αναλήψεων υποχρεώσεων διότι καταχωρίστηκαν μόνον συνολικές αναλήψεις υποχρεώσεων.

(7)  MEDIA I 1991-1996 (έχει σχεδόν κλείσει, με εξαίρεση δύο περιπτώσεις, όλα τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού, ύψους 26,7 εκατομμυρίων ευρώ, διεγράφησαν στο τέλος του 2003 και δεν υπάρχει πρόθεση πραγματοποίησης περαιτέρω ανακτήσεων), MEDIA II 1996-2000, MEDIA plus 2001-2006 (συνεχίζεται).

(8)  ΕΕ L 321 της 30.12.1995, σ. 25.

(9)  Από την 1η Ιανουαρίου 2006, η διαχείριση και τα διοικητικά καθήκοντα του προγράμματος μεταβιβάστηκαν στο νέο «Οργανισμό Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών μέσων και Πολιτισμού» της Επιτροπής.

(10)  Σε 9 από τις 32 ελεγχθείσες πράξεις, το εκτιμώμενο συνολικό ποσό ανέρχεται σε 1,1 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Περιλαμβάνεται μία προσβαλλόμενη περίπτωση που δεν έχει παρακολουθηθεί από το 2003 και εκτιμάται ότι αντιστοιχεί σε 1 εκατομμύριο ευρώ.

(11)  Όπως η αποστολή επιστολών υπενθύμισης.

(12)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2728/94 του Συμβουλίου της 31ης Οκτωβρίου 1994 (ΕΕ L 293 της 12.11.1994, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2273/2004 της 22ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 396 της 31.12.2004, σ. 28).

(13)  Πρόκειται κυρίως για την ΕΤΕπ, αλλά και για τον εξωτερικό δανεισμό της Ευρατόμ και τα δάνεια μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής της ΕΕ προς τρίτες χώρες.

(14)  Συμφωνία διαχείρισης μεταξύ της ΕΤΕπ και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε τελευταία στις 28 Απριλίου 2002 και στις 8 Μαΐου 2002.

(15)  Πρωτόκολλο σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες από τη λήξη της συνθήκης ΕΚΑΧ και με το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και το Χάλυβα (ΕΕ C 80 της 10.3.2001, σ. 67).

(16)  Ημερομηνία λήξης είναι ο χρόνος που πρέπει να επιστραφεί το κύριο ποσό της ομολογίας.

(17)  Δευτερεύουσα οφειλή είναι αυτή που είτε δεν εξασφαλίζεται είτε έχει χαμηλή προτεραιότητα, προσομοιάζει δε με την παρεπόμενη οφειλή.


31.10.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 263/205


ΕΤΉΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΌΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΫΝΤΑΙ ΑΠΌ ΤΟ ΕΚΤΟ, ΕΒΔΟΜΟ, ΟΓΔΟΟ ΚΑΙ ΕΝΑΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΌ ΤΑΜΕΊΟ ΑΝΆΠΤΥΞΗΣ (ΕΤΑ)

(2006/C 263/02)


ΠΑΡΑΡΤΉΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΤΉΣΙΑΣ ΈΚΘΕΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΈΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΎΠΟΛΟΓΙΣΜΟΫ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Δημοσιονομικές πληροφορίες για το γενικό προϋπολογισμό

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

1.

Προέλευση του προϋπολογισμού

2.

Νομική βάση

3.

Αρχές του προϋπολογισμού που διατυπώνονται στις συνθήκες και στο δημοσιονομικό κανονισμό

4.

Περιεχόμενο και δομή του προϋπολογισμού

5.

Χρηματοδότηση του προϋπολογισμού (έσοδα προϋπολογισμού)

6.

Είδη των πιστώσεων του προϋπολογισμού

7.

Εκτέλεση του προϋπολογισμού

7.1.

Ευθύνη της εκτέλεσης

7.2.

Εκτέλεση των εσόδων

7.3.

Εκτέλεση των δαπανών

7.4.

Ενοποιημένες καταστάσεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και προσδιορισμός του υπολοίπου του οικονομικού έτους

8.

Απόδοση των λογαριασμών

9.

Εξωτερικός έλεγχος

10.

Χορήγηση απαλλαγής και ακόλουθες ενέργειες

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Πηγές των δημοσιονομικών στοιχείων

Νομισματική μονάδα

Χρησιμοποιούμενες συντομογραφίες και σύμβολα

ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

1.   ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει τις δαπάνες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ). Περιλαμβάνει επίσης τις διοικητικές δαπάνες της συνεργασίας στον τομέα της «δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων», της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας, καθώς και όλες τις άλλες δαπάνες που το Συμβούλιο θεωρεί ότι πρέπει να βαρύνουν τον προϋπολογισμό για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση των πολιτικών αυτών.

2.   ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Ο προϋπολογισμός διέπεται από τις δημοσιονομικές διατάξεις των συνθηκών της Ρώμης (1)  (2) (άρθρα 268 μέχρι 280 ΕΚ και άρθρα 171 μέχρι 183 ΕΚΑΕ), καθώς και από δημοσιονομικούς κανονισμούς (3).

3.   ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ

'Όλα τα έσοδα και όλες οι δαπάνες των Κοινοτήτων πρέπει να συγκεντρώνονται σε ενιαίο προϋπολογισμό (ενότητα και αυθεντικότητα). Ο προϋπολογισμός ψηφίζεται για ένα οικονομικό έτος (ετήσια διάρκεια). Τα έσοδα και οι δαπάνες ισοσκελίζονται (ισοσκέλιση). Η κατάρτιση, η εκτέλεση και η απόδοση λογαριασμών πραγματοποιούνται σε ευρώ (ενιαία νομισματική μονάδα). Τα έσοδα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη χωρίς διάκριση χρηματοδότηση του συνόλου των δαπανών και πρέπει, όπως και οι δαπάνες, να εγγράφονται στον προϋπολογισμό, και κατόπιν στις οικονομικές καταστάσεις, για ολόκληρο το ποσό τους και χωρίς συμψηφισμό μεταξύ τους (καθολικότητα). Οι πιστώσεις εξειδικεύονται κατά τίτλους και κεφάλαια· τα κεφάλαια υποδιαιρούνται σε άρθρα και θέσεις (ειδικότητα). Οι πιστώσεις του προϋπολογισμού πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας (χρηστή δημοσιονομική διαχείριση). Η κατάρτιση του προϋπολογισμού, η εκτέλεσή του και η απόδοση των λογαριασμών πραγματοποιούνται με τήρηση της αρχής της διαφάνειας (διαφάνεια). Στις βασικές αυτές αρχές γίνονται μερικές ήσσονος σημασίας εξαιρέσεις.

4.   ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει μία «συνοπτική κατάσταση των εσόδων και των δαπανών» και τμήματα υποδιαιρούμενα σε «καταστάσεις εσόδων και δαπανών» κάθε οργάνου. Τα οκτώ τμήματα είναι: τμήμα I — Κοινοβούλιο, τμήμα II — Συμβούλιο, τμήμα III — Επιτροπή, τμήμα IV — Δικαστήριο, τμήμα V — Ελεγκτικό Συνέδριο, τμήμα VI — Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, τμήμα VII — Επιτροπή των Περιφερειών και τμήμα VIII — Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων.

Μέσα σε κάθε τμήμα, τα έσοδα και οι δαπάνες κατατάσσονται κατά κονδύλια προϋπολογισμού (τίτλους, κεφάλαια, άρθρα και ενδεχομένως θέσεις) ανάλογα με τη φύση ή τον προορισμό τους.

5.   ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ (ΕΣΟΔΑ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ)

Ο προϋπολογισμός χρηματοδοτείται, κυρίως, από τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων: ιδίους πόρους βάσει του ΑΕΕ, ιδίους πόρους που προέρχονται από τον ΦΠΑ, τελωνειακούς δασμούς, γεωργικά τέλη και εισφορές ζάχαρης και ισογλυκόζης (4).

Εκτός από τους ιδίους πόρους υπάρχουν άλλα έσοδα που είναι επουσιώδη (βλέπε γραφική παράσταση I ).

6.   ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Για την κάλυψη των προβλεπόμενων δαπανών, στον προϋπολογισμό διακρίνονται τα εξής είδη πιστώσεων:

α)

Οι διαχωριζόμενες πιστώσεις (ΔΠ) προορίζονται για τη χρηματοδότηση πολυετών δράσεων σε ορισμένους δημοσιονομικούς τομείς. Αποτελούνται από πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων (ΠΑΥ) και πιστώσεις πληρωμών (ΠΠ):

οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων επιτρέπουν τη σύναψη, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, νομικών υποχρεώσεων για ενέργειες των οποίων η πραγματοποίηση εκτείνεται σε περισσότερα οικονομικά έτη·

οι πιστώσεις πληρωμών επιτρέπουν τη χρηματοδότηση δαπανών που προκύπτουν από υποχρεώσεις οι οποίες αναλήφθηκαν κατά το τρέχον και κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη·

β)

οι μη διαχωριζόμενες πιστώσεις (ΜΔΠ) επιτρέπουν την εξασφάλιση της ανάληψης και της πληρωμής των δαπανών για ετήσιες ενέργειες κατά τη διάρκεια κάθε οικονομικού έτους.

Συνεπώς, για κάθε οικονομικό έτος είναι σημαντικό να οριστούν τα εξής δύο σύνολα:

α)

το σύνολο των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων (ΠΓΑΥ) (5) = μη διαχωριζόμενες πιστώσεις (ΜΔΠ) + πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων (ΠΑΥ) (5)·

β)

το σύνολο των πιστώσεων για πληρωμές (ΠΓΠ) (5) = μη διαχωριζόμενες πιστώσεις (ΜΔΠ) + πιστώσεις πληρωμών (ΠΠ) (5).

Τα έσοδα του προϋπολογισμού χρησιμεύουν στην κάλυψη όλων των πιστώσεων για πληρωμές. Οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων δεν χρειάζεται να καλύπτονται από έσοδα.

Το ακόλουθο απλοποιημένο σχήμα (με εικονικά ποσά) δείχνει την επίπτωση αυτών των ειδών πιστώσεων σε κάθε οικονομικό έτος:

Image

7.   ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

7.1.   Ευθύνη της εκτέλεσης

Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό, με δική της ευθύνη και μέσα στα όρια των χορηγούμενων πιστώσεων, εκχωρεί δε στα άλλα όργανα τις απαραίτητες εξουσίες για την εκτέλεση των τμημάτων του προϋπολογισμού που αφορούν το καθένα από αυτά (6). Ο δημοσιονομικός κανονισμός καθορίζει τις διαδικασίες εκτέλεσης και ιδίως την ευθύνη των διατακτών, των υπολόγων, των υπολόγων παγίων προκαταβολών και των εσωτερικών ελεγκτών των οργάνων. Στους δύο ευρύτερους τομείς δαπανών (ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις και Διαρθρωτικά Ταμεία) η διαχείριση των κοινοτικών κεφαλαίων ασκείται από κοινού με τα κράτη μέλη.

7.2.   Εκτέλεση των εσόδων

Τα προβλεπόμενα έσοδα εγγράφονται στον προϋπολογισμό υπό την επιφύλαξη των ενδεχόμενων τροποποιήσεων που επέρχονται με τους διορθωτικούς προϋπολογισμούς.

Η εκτέλεση του σκέλους των εσόδων του προϋπολογισμού συνίσταται στη βεβαίωση των δικαιωμάτων και στην είσπραξη των ποσών που οφείλονται στις Κοινότητες (ίδιοι πόροι και άλλα έσοδα). Διέπεται από ειδικές διατάξεις (7). Τα πραγματικά έσοδα ενός οικονομικού έτους ορίζονται ως το άθροισμα των εισπράξεων από βεβαιωθέντα δικαιώματα του τρέχοντος οικονομικού έτους και των εισπράξεων από δικαιώματα που απομένουν να εισπραχθούν από προηγούμενα οικονομικά έτη.

7.3.   Εκτέλεση των δαπανών

Οι προβλεπόμενες δαπάνες εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

Η εκτέλεση των δαπανών κατά τον προϋπολογισμό, δηλαδή η εξέλιξη και η χρησιμοποίηση των πιστώσεων, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

α)

πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων:

i)

εξέλιξη των πιστώσεων: το διαθέσιμο σύνολο των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους αποτελείται από τα εξής στοιχεία: αρχικός προϋπολογισμός (ΜΔΠ και ΠΑΥ) + διορθωτικοί προϋπολογισμοί + διατεθέντα έσοδα + μεταφορές + πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων που μεταφέρονται από το προηγούμενο έτος + μη αυτόματες μεταφορές πιστώσεων από το προηγούμενο οικονομικό έτος που δεν έχουν ακόμη αναληφθεί + αποδεσμευθείσες και ανασυσταθείσες πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων προηγουμένων ετών·

ii)

χρησιμοποίηση των πιστώσεων: Οι πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων διατίθενται κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους για την ανάληψη υποχρεώσεων (χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων = ποσό των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί)·

iii)

μεταφορές πιστώσεων του οικονομικού έτους στο επόμενο έτος: οι πιστώσεις του οικονομικού έτους που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί μπορούν να μεταφερθούν στο επόμενο οικονομικό έτος έπειτα από απόφαση του οικείου οργάνου. Οι πιστώσεις που είναι διαθέσιμες από διατεθέντα έσοδα μεταφέρονται αυτόματα·

iv)

ακύρωση πιστώσεων: το υπόλοιπο ακυρώνεται·

β)

πιστώσεις για πληρωμές:

i)

εξέλιξη των πιστώσεων: το διαθέσιμο σύνολο των πιστώσεων για πληρωμές κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους αποτελείται από τα εξής στοιχεία: αρχικός προϋπολογισμός (ΜΔΠ και ΠΠ) + διορθωτικοί προϋπολογισμοί + διατεθέντα έσοδα + μεταφορές + πιστώσεις που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος υπό μορφή αυτόματων μεταφορών ή μη αυτόματων μεταφορών·

ii)

χρησιμοποίηση των πιστώσεων του οικονομικού έτους: οι πιστώσεις για πληρωμές του οικονομικού έτους διατίθενται κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους για την εκτέλεση πληρωμών. Δεν περιλαμβάνουν τις πιστώσεις που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος (χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις για πληρωμές = ποσό των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν έναντι πιστώσεων του οικονομικού έτους)·

iii)

μεταφορές πιστώσεων του οικονομικού έτους στο επόμενο οικονομικό έτος: οι μη χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις του οικονομικού έτους μπορούν να μεταφερθούν στο επόμενο οικονομικό έτος έπειτα από απόφαση του οικείου οργάνου. Οι πιστώσεις που είναι διαθέσιμες από διατεθέντα έσοδα μεταφέρονται αυτόματα·

iv)

ακύρωση πιστώσεων: το υπόλοιπο ακυρώνεται·

v)

σύνολο πληρωμών κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους: πληρωμές από πιστώσεις για πληρωμές του οικονομικού έτους + πληρωμές από πιστώσεις για πληρωμές που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος·

vi)

πραγματικές δαπάνες στα πλαίσια ενός οικονομικού έτους: δαπάνες των ενοποιημένων καταστάσεων για την εκτέλεση του προϋπολογισμού (βλέπε σημείο 7.4) = πληρωμές από πιστώσεις για πληρωμές του οικονομικού έτους + πιστώσεις για πληρωμές του οικονομικού έτους που μεταφέρονται στο επόμενο οικονομικό έτος.

7.4.   Ενοποιημένες καταστάσεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και προσδιορισμός του υπολοίπου του οικονομικού έτους

Οι ενοποιημένες καταστάσεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού καταρτίζονται κατά το κλείσιμο κάθε οικονομικού έτους. Αυτές προσδιορίζουν το υπόλοιπο του οικονομικού έτους, που εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού.

8.   ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Οι λογαριασμοί του οικονομικού έτους κοινοποιούνται στο Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο το αργότερο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους. Οι λογαριασμοί αυτοί παρουσιάζονται με τη μορφή οικονομικών καταστάσεων και καταστάσεων σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού, συνοδεύονται δε από ανάλυση της δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής διαχείρισης.

9.   ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Από το οικονομικό έτος 1977, ο εξωτερικός έλεγχος του προϋπολογισμού διενεργείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο των Κοινοτήτων (8). Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει τους λογαριασμούς για το σύνολο των εσόδων και δαπανών του προϋπολογισμού. Χορηγεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο δήλωση σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών, καθώς και τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Εξετάζει επίσης τη νομιμότητα και την κανονικότητα των εσόδων και των δαπανών και εξακριβώνει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. Οι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιηθούν πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών του εξεταζόμενου οικονομικού έτους. Γίνονται βάσει εγγράφων και, εν ανάγκη, επιτόπου στα όργανα των Κοινοτήτων, στα κράτη μέλη και στις τρίτες χώρες. Το Ελεγκτικό Συνέδριο καταρτίζει μια ετήσια έκθεση για κάθε οικονομικό έτος· μπορεί επίσης να διατυπώνει ανά πάσα στιγμή παρατηρήσεις πάνω σε ειδικά ζητήματα, καθώς και να γνωμοδοτεί ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε οργάνου των Κοινοτήτων.

10.   ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Από το 1977 εφαρμόζονται οι εξής διατάξεις (9): μέχρι τις 30 Απριλίου του μεθεπόμενου οικονομικού έτους από το εξεταζόμενο, το Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου, χορηγεί στην Επιτροπή απαλλαγή από την ευθύνη εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Για το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εξετάζουν τους λογαριασμούς που έχει υποβάλει η Επιτροπή καθώς και την ετήσια έκθεση και τις ειδικές εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τα όργανα οφείλουν να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να δώσουν συνέχεια στις παρατηρήσεις που διατυπώνονται στις αποφάσεις περί απαλλαγής και να υποβάλουν απολογισμό των ληφθέντων μέτρων.

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΠΗΓΕΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Τα δημοσιονομικά στοιχεία που παρουσιάζονται στο παρόν παράρτημα προέρχονται από τους ετήσιους λογαριασμούς των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (10), καθώς και από διάφορες άλλες οικονομικές καταστάσεις που υποβλήθηκαν από την Επιτροπή. Η γεωγραφική κατανομή πραγματοποιήθηκε με βάση τους κωδικούς χώρας του συστήματος λογιστικής πληροφόρησης της Επιτροπής (ABAC). Όπως τονίζει η Επιτροπή, είτε πρόκειται για έσοδα είτε για δαπάνες, όλα τα δεδομένα που κατανέμονται κατά κράτος μέλος είναι το αποτέλεσμα αριθμητικών πράξεων που παρέχουν ελλιπή εικόνα των οφελών που αποκομίζει το κάθε κράτος μέλος από την Ένωση. Πρέπει επομένως να ερμηνεύονται με σύνεση.

ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ

'Όλα τα δημοσιονομικά στοιχεία παρουσιάζονται σε εκατομμύρια ευρώ. Όταν παρουσιάζονται σύνολα, στρογγυλοποιούνται από την εκάστοτε ακριβή αξία και, επομένως, δεν αντιστοιχούν κατ' ανάγκη στο άθροισμα των στρογγυλοποιημένων στοιχείων.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ

AT

Αυστρία

BE

Βέλγιο

CY

Κύπρος

CZ

Τσεχική Δημοκρατία

DE

Γερμανία

DK

Δανία

EE

Εσθονία

EL

Ελλάδα

ES

Ισπανία

EU-25

Σύνολο για τα 25 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

FI

Φινλανδία

FR

Γαλλία

HU

Ουγγαρία

IE

Ιρλανδία

IT

Ιταλία

LT

Λιθουανία

LV

Λεττονία

LU

Λουξεμβούργο

MT

Μάλτα

NL

Κάτω Χώρες

PL

Πολωνία

PT

Πορτογαλία

SE

Σουηδία

SI

Σλοβενία

SK

Σλοβακία

UK

Ηνωμένο Βασίλειο

ΑΕΕ

Ακαθάριστο εθνικό εισόδημα

ΓΠ

Γραφική παράσταση στην οποία γίνεται παραπομπή από άλλες γραφικές παραστάσεις (π.χ.: ΓΠ IΙΙ)

ΔΚ

Δημοσιονομικός κανονισμός της 25ης Ιουνίου 2002

ΔΠ

Διαχωριζόμενες πιστώσεις

ΕΕ

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΕ

Ευρωπαϊκή Ένωση

ΕΖΕΣ

Ευρωπαϊκή ζώνη ελεύθερων συναλλαγών

ΕΚ

Ευρωπαϊκή(-ές) Κοινότητα(-ες)

ΕΚΑΕ ή Ευρατόμ

Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας

ΕΟΚ

Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα

ΜΔΠ

Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις

ΠΑΥ

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

ΠΓΑΥ

Πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων

ΠΓΠ

Πιστώσεις για πληρωμές

ΠΠ

Πιστώσεις πληρωμών

Τ

Τίτλος του προϋπολογισμού

ΤΜ

Τμήμα του προϋπολογισμού

ΦΠΑ

Φόρος προστιθέμενης αξίας

0,0

Στοιχεία μεταξύ μηδέν και 0,05

Έλλειψη στοιχείων

ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2005 ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2005

ΓΠ I

Προϋπολογισμός 2005 — Προβλεπόμενα έσοδα και οριστικές πιστώσεις για πληρωμές

ΓΠ II

Προϋπολογισμός 2005 — Πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων

ΓΠ III

Πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων διαθέσιμες το 2005 και χρησιμοποίησή τους

ΓΠ IV

Πιστώσεις για πληρωμές διαθέσιμες το 2005 και χρησιμοποίησή τους

ΓΠ V

Ίδιοι πόροι του 2005 — Πραγματικά έσοδα κατά κράτος μέλος

ΓΠ VI

Πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2005, σε κάθε κράτος μέλος

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟŸΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ (2001-2005)

ΓΠ VII

Εξέλιξη και χρησιμοποίηση των πιστώσεων για πληρωμές κατά την περίοδο 2001-2005, κατά τομέα δημοσιονομικών προοπτικών


(1)  Συνθήκη της Ρώμης (25 Μαρτίου 1957 ): συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ).

(2)  Συνθήκη της Ρώμης (25 Μαρτίου 1957): συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ).

(3)  Κυρίως ο δημοσιονομικός κανονισμός (ΔΚ) της 25ης Ιουνίου 2002 (ΕΕ L 248 της 16.9.2002).

(4)  Κυριότερες νομικές πράξεις που αφορούν τους ιδίους πόρους: απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000 (ΕΕ L 253 της 7.10.2000)· κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000 ((ΕΕ L 130 της 31.5.2000)· κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989 (ΕΕ L 155 της 7.6.1989)· έκτη οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977, κοινό σύστημα ΦΠΑ: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ L 145 της 13.6.1977)· οδηγία 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 3ης Φεβρουαρίου 19891, για την εναρμόνιση του καθορισμού του ΑΕΕ (ΕΕ L 49 της 21.2.1989), κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, για την εναρμόνιση του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος σε τιμές αγοράς (ΕΕ L 181 της 19.7.2003).

(5)  Είναι πολύ σημαντικό να ληφθεί υπόψη η διαφορά μεταξύ «πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων» και «πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων» καθώς και μεταξύ «πιστώσεων για πληρωμές» και «πιστώσεων πληρωμών». Οι δύο έννοιες «πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων» και «πιστώσεις πληρωμών» χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στα πλαίσια των διαχωριζόμενων πιστώσεων.

(6)  Βλέπε άρθρα 274 της συνθήκης ΕΚ, 179 της συνθήκης Ευρατόμ και 50 του ΔΚ.

(7)  Βλέπε άρθρα 69 έως 74 του ΔΚ και τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000.

(8)  Βλέπε άρθρα 246, 247 και 248 της συνθήκης ΕΚ, 160Α, 160Β και 160Γ της συνθήκης Ευρατόμ, καθώς και τα άρθρα 139 έως 147 του ΔΚ.

(9)  Βλέπε άρθρα 276 της συνθήκης ΕΚ, 180β της συνθήκης Ευρατόμ.

(10)  Για το οικονομικό έτος 2005: οριστικοί ετήσιοι λογαριασμοί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [SEC (2006) ΧΧΧΧ].

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις που εγκρίθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο από το 2001

Σύμφωvα με τις διατάξεις τωv συνθηκώv, τo Ελεγκτικό Συvέδριo έχει την υπoχρέωση να καταρτίζει ετήσια έκθεση. Έχει επίσης την υπoχρέωση, σύμφωνα με τις συνθήκες και άλλες ισχύoυσες καvoνιστικές ρυθμίσεις, vα καταρτίζει ειδικές ετήσιες εκθέσεις για oρισμέvα όργανα και δραστηριότητες των Κoιvoτήτων. Οι συνθήκες δίνoυv επιπλέoν την εξoυσία στo Συνέδριo να υπoβάλλει τις παρατηρήσεις τoυ για ιδιαίτερα θέματα και vα γνωμoδoτεί ύστερα από αίτηση ενός από τα όργαvα. Οι εκθέσεις και γνωμoδoτήσεις πoυ εγκρίθηκαν από τo Συvέδριo από το 2001 παρoυσιάζoνται στoν παρακάτω πίνακα.

Τίτλος

Δημοσίευση

Ετήσιες εκθέσεις και δηλώσεις αξιοπιστίας

Εικοστή τέταρτη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2000:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου και όγδοου ΕΤΑ

ΕΕ C 359 της 15.12.2001, ΕΕ C 92 της 17.4.2002 και ΕΕ C 36 της 15.2.2003

Εικοστή πέμπτη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2001:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου και όγδοου ΕΤΑ

ΕΕ C 295 της 28.11.2002

Εικοστή έκτη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου και όγδοου ΕΤΑ

ΕΕ C 286 της 28.11.2003

Εικοστή έβδομη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου ΕΤΑ

ΕΕ C 293 της 30.11.2004

Εικοστή όγδοη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου ΕΤΑ

ΕΕ C 301 της 30.11.2005

Εικοστή ένατη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2005:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου ΕΤΑ

Δημοσιεύεται στην παρούσα ΕΕ

Ειδικές εκθέσεις

Ίδιοι πόροι

 

Κοινή γεωργική πολιτική

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2001 σχετικά με τον έλεγχο του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις — εφαρμογή του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης και Ελέγχου (ΟΣΔΕ)

ΕΕ C 214 της 31.7.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2001 σχετικά με το καθεστώς των ποσοστώσεων γάλακτος

ΕΕ C 305 της 30.10.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2001 σχετικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή — Προορισμός και διάθεση στην αγορά

ΕΕ C 314 της 8.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 8/2001 σχετικά με τις επιστροφές κατά την παραγωγή αμύλου γεωμήλων και αμύλων σιτηρών, καθώς και τις ενισχύσεις για το άμυλο γεωμήλων

ΕΕ C 294 της 19.10.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 14/2001 όσον αφορά την παρακολούθηση της ειδικής έκθεσης του Συνεδρίου αριθ. 19/98 σχετικά με τη ΣΕΒ

ΕΕ C 324 της 20.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2002 για τις πριμοδοτήσεις εκτατικοποίησης και τα καθεστώτα ενισχύσεων στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος

ΕΕ C 290 της 25.11.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2002 σχετικά με τον έλεγχο της διαχείρισης από την Επιτροπή του κοινοτικού καθεστώτος στήριξης για τους ελαιούχους σπόρους συνοδευόμενη από τις απαντήσεις της Επιτροπής

ΕΕ C 254 της 22.10.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2002 για τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της μπανάνας

ΕΕ C 294 της 28.11.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2003 σχετικά με την προχρηματοδότηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή

ΕΕ C 98 της 24.4.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2003 σχετικά με την αγροτική ανάπτυξη: στήριξη στις μειονεκτικές περιοχές

ΕΕ C 151 της 27.6.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 9/2003 σχετικά με το σύστημα καθορισμού των ποσών των επιστροφών κατά τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων (επιστροφές κατά την εξαγωγή)

ΕΕ C 211 της 5.9.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 12/2003 σχετικά με τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα των αποξηραμένων ζωοτροφών

ΕΕ C 298 της 9.12.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 13/2003 σχετικά με την ενίσχυση της βαμβακοπαραγωγής

ΕΕ C 298 της 9.12.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 14/2003 για την αποτίμηση του γεωργικού εισοδήματος από την Επιτροπή [άρθρο 33 παράγραφος 1 στοιχείο β) της συνθήκης ΕΚ]

ΕΕ C 45 της 20.2.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2004 για την ανάκτηση παράτυπων πληρωμών στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής

ΕΕ C 269 της 4.11.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2004 για τη θέσπιση του Συστήματος Αναγνώρισης και Καταγραφής των Βοοειδών (ΣΑΚΒ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση

ΕΕ C 29 της 4.2.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2004 για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού

ΕΕ C 41 της 17.2.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 8/2004 σχετικά με τη διαχείριση και την εποπτεία εκ μέρους της Επιτροπής των μέτρων καταπολέμησης και των δαπανών που αφορούν τον αφθώδη πυρετό

ΕΕ C 54 της 3.3.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 9/2004 σχετικά με τα μέτρα για τα δάση στο πλαίσιο της πολιτικής αγροτικής ανάπτυξης

ΕΕ C 67 της 18.3.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2005 σχετικά με την αγροτική ανάπτυξη: επαλήθευση των γεωργοπεριβαλλοντικών δαπανών

ΕΕ C 279 της 11.11.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2006 — Επενδύσεις για την Αγροτική Ανάπτυξη: Αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα προβλήματα των αγροτικών περιοχών;

Υπό δημοσίευση

Ειδική έκθεση αριθ. 8/2006 — Καλλιέργεια της επιτυχίας; Αποτελεσματικότητα της στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα επιχειρησιακά προγράμματα των παραγωγών στον τομέα των οπωροκηπευτικών

Υπό δημοσίευση

Διαρθρωτικές ενέργειες

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2001 σχετικά με την κοινοτική πρωτοβουλία URBAN

ΕΕ C 124 της 25.4.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2001 σχετικά με το δημοσιονομικό έλεγχο των διαρθρωτικών ταμείων — κανονισμοί της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 2064/97 και (ΕΚ) αριθ. 1681/94

ΕΕ C 314 της 8.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 12/2001 σχετικά με ορισμένες διαρθρωτικές παρεμβάσεις υπέρ της απασχόλησης: — αντίκτυπος των ενισχύσεων του ΕΤΠΑ στην απασχόληση — μέτρα του ΕΚΤ κατά της μακροχρόνιας ανεργίας

ΕΕ C 334 της 28.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2002 σχετικά με την κοινοτική πρωτοβουλία Aπασχόληση — Integra

ΕΕ C 263 της 29.10.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2002 σχετικά με τις τοπικές δράσεις για την απασχόληση

ΕΕ C 263 της 29.10.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2003 σχετικά με την εφαρμογή του προγραμματισμού των παρεμβάσεων της περιόδου 2000-2006 στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων

ΕΕ C 174 της 23.7.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2004 σχετικά με τον προγραμματισμό της κοινοτικής πρωτοβουλίας διευρωπαϊκής συνεργασίας Interreg III

ΕΕ C 303 της 7.12.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2006 σχετικά με τη συμβολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου στην καταπολέμηση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου

ΕΕ C 99 της 26.4.2006

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2006 για τις εκ των υστέρων αξιολογήσεις των προγραμμάτων στο πλαίσιο των στόχων αριθ. 1 και 3 1994-1999 (διαρθρωτικά ταμεία)

Υπό δημοσίευση

Εσωτερικές πολιτικές

Ειδική έκθεση αριθ. 9/2001 σχετικά με το πρόγραμμα επιμόρφωσης και κινητικότητας των ερευνητών

ΕΕ C 349 της 10.12.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2002 σχετικά με τα προγράμματα κοινοτικών δράσεων «Σωκράτης» και «Νεολαία για την Ευρώπη»

ΕΕ C 136 της 7.6.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 11/2003 σχετικά με το χρηματοδοτικό μέσο για το περιβάλλον (LIFE)

ΕΕ C 292 της 2.12.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2004 σχετικά με τη διαχείριση των έμμεσων δράσεων Ε & ΤΑ του 5ου προγράμματος-πλαισίου (ΠΠ5) για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (1998-2002)

ΕΕ C 99 της 23.4.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2005 σχετικά με το διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών (ΔΕΔ-Μ)

ΕΕ C 94 της 21.4.2006

Εξωτερικές ενέργειες

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2001 σχετικά με τη διαχείριση επείγουσας ανθρωπιστικής βοήθειας για τα θύματα της κρίσης του Κοσσυφοπεδίου (ΕCHO)

ΕΕ C 168 της 12.6.2001 και ΕΕ C 159 της 3.7.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2001 σχετικά με τη διαχείριση των διεθνών αλιευτικών συμφωνιών εκ μέρους της Επιτροπής

ΕΕ C 210 της 27.7.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2001 σχετικά με τα ανταλλαγματικά κεφάλαια της στήριξης διαρθρωτικής προσαρμογής που διατίθενται για ενισχύσεις του προϋπολογισμού (έβδομο και όγδοο ΕΤΑ)

ΕΕ C 257 της 14.9.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 11/2001 σχετικά με το πρόγραμμα διασυνοριακής συνεργασίας Tacis

ΕΕ C 329 της 23.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 13/2001 σχετικά με τη διαχείριση της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ)

ΕΕ C 338 της 30.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2002 σχετικά με τη μακροοικονομική χρηματοδοτική συνδρομή (ΜΧΣ) σε τρίτες χώρες και τις διευκολύνσεις διαρθρωτικής προσαρμογής (ΔΔΠ) στις μεσογειακές χώρες

ΕΕ C 121 της 23.5.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2003 σχετικά με την εφαρμογή της πολιτικής της επισιτιστικής ασφάλειας στις αναπτυσσόμενες χώρες που χρηματοδοτείται από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΕ C 93 της 17.4.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 8/2003 σχετικά με την εκτέλεση των έργων υποδομής που χρηματοδοτούνται από το ΕΤΑ

ΕΕ C 181 της 31.7.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2003 σχετικά με την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης, από την Επιτροπή, της αναπτυξιακής βοήθειας στην Ινδία ως προς τη στόχευση των φτωχών και την επίτευξη βιώσιμων οφελών

ΕΕ C 211 της 5.9.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 15/2003 σχετικά με τον έλεγχο των προγραμμάτων μικρών έργων που χρηματοδοτεί το ΕΤΑ

ΕΕ C 63 της 11.3.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2004 σχετικά με την ανάθεση της διαχείρισης της εξωτερικής βοήθειας της ΕΚ στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής

ΕΕ C 72 της 22.3.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2005 διαχείριση από την Επιτροπή του σκέλους «μεταρρύθμιση των δημόσιων οικονομικών»

ΕΕ C 249 της 7.10.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2005 σχετικά με τη διαχείριση της οικονομικής συνεργασίας στην Ασία από την Επιτροπή

ΕΕ C 260 της 19.10.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2006 σχετική με την απόδοση των σχεδίων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του προγράμματος Tacis στη Ρωσική Ομοσπονδία

ΕΕ C 119 της 19.5.2006

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2006 σχετικά με την ανθρωπιστική βοήθεια που χορήγησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανταποκρινόμενη στις ανάγκες που προκλήθηκαν από το τσουνάμι

ΕΕ C 170 της 21.7.2006

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2006 σχετικά με το πρόγραμμα MEDA

ΕΕ C 200 της 24.8.2006

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2006 σχετικά με τις περιβαλλοντικές πτυχές της συνεργασίας για την ανάπτυξη που αναπτύσσει η Επιτροπή

ΕΕ C 235 της 29.9.2006

Προενταξιακή στρατηγική

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2003 σχετικά με τη χρηματοδότηση περιβαλλοντικών σχεδίων στις υποψήφιες χώρες στο πλαίσιο των μέσων Phare και ISPA

ΕΕ C 167 της 17.7.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2003 σχετικά με την αδελφοποίηση υπηρεσιών (Twinning) ως το κύριο μέσο στήριξης της θεσμικής ενίσχυσης στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες

ΕΕ C 167 της 17.7.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2004 σχετικά με τις προενταξιακές ενισχύσεις: Εξέταση της χρηστής διαχείρισης του Sapard

ΕΕ C 295 της 30.11.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2004 σχετικά με την υποστήριξη που παρέχει το πρόγραμμα Phare στο πλαίσιο της προετοιμασίας των υποψήφιων χωρών σχετικά με τη διαχείριση των διαρθρωτικών ταμείων

ΕΕ C 15 της 20.1.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2006 σχετική με τα σχέδια επενδύσεων Phare στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία

ΕΕ C 174 της 26.7.2006

Διοικητικές δαπάνες

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2003 σχετικά με το καθεστώς συντάξεων αναπηρίας των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΕ C 109 της 7.5.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2005 σχετικά με τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

ΕΕ C 202 της 18.8.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2005: Δαπάνες διερμηνείας του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου

ΕΕ C 291 της 23.11.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 9/2006 σχετικά με τις δαπάνες μετάφρασης της Επιτροπής, του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

Υπό δημοσίευση

Χρηματοδοτικά μέσα και τραπεζικές δραστηριότητες

 

Ειδικές ετήσιες εκθέσεις

Οικονομικές καταστάσεις της ΕΚΑΧ

Έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις της 31ης Δεκεμβρίου 2000 της ΕΚΑΧ

ΕΕ C 185 της 30.6.2001 και ΕΕ C 363 της 19.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις της 31ης Δεκεμβρίου 2001 της ΕΚΑΧ

ΕΕ C 158 της 3.7.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις της 23ης Ιουλίου 2002 της ΕΚΑΧ

ΕΕ C 127 της 29.5.2003

Ετήσια έκθεση σχετικά με την ΕΚΑΧ

Ετήσια έκθεση σχετικά με την ΕΚΑΧ για το οικονομικό έτος 2000

ΕΕ C 366 της 20.12.2001

Ετήσια έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με την ΕΚΑΧ για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 302 της 5.12.2002

Ετήσια έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με την ΕΚΑΧ για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 23 Ιουλίου 2002

ΕΕ C 224 της 19.9.2003

Οργανισμός εφοδιασμού της Ευρατόμ

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος 2001

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος 2002

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος 2003

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος 2004

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος 2005

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Joint European Torus (JET)

Έκθεση για τους λογαριασμούς του 2000 της Κοινής Επιχείρησης «Joint European Torus (JET)»

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους λογαριασμούς του 2001 της Κοινής Επιχείρησης «Joint European Torus (JET)»

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Δουβλίνο)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Ίδρυμα του Δουβλίνου) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop, Θεσσαλονίκη)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop — Θεσσαλονίκη) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκά Σχολεία

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος 2001

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος 2002

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος 2003

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος 2004

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ, Φρανκφούρτη)

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 2000

ΕΕ C 341 της 4.12.2001

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 259 της 25.10.2002

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 45 της 20.2.2004

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 286 της 23.11.2004

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 119 της 19.5.2006

Διαχείριση των συμβάσεων Σένγκεν

Ειδική ετήσια έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις που αφορούν τη διαχείριση, από το Γενικό Γραμματέα/Ύπατο Εκπρόσωπο του Συμβουλίου, των συμβάσεων που έχει συνάψει, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών, σχετικά με την εγκατάσταση και τη λειτουργία του εξυπηρετητή παροχής βοήθειας («Help Desk Server») της μονάδας διαχείρισης και του δικτύου «Sirene φάση II» («συμβάσεις Σένγκεν») για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις που αφορούν τη διαχείριση, από το Γενικό Γραμματέα/Ύπατο Εκπρόσωπο του Συμβουλίου, των συμβάσεων που έχει συνάψει, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών, σχετικά με την εγκατάσταση και τη λειτουργία του εξυπηρετητή παροχής βοήθειας («Help Desk Server») της μονάδας διαχείρισης και του δικτύου «Sirene φάση II» («συμβάσεις Σένγκεν») για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2001

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις σχετικά με τις «συμβάσεις Σένγκεν» για το οικονομικό έτος 2002

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Διαχείριση των συμβάσεων «Sisnet»

Ειδική ετήσια έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις που αφορούν τη διαχείριση, από το Γενικό Γραμματέα/Ύπατο Εκπρόσωπο του Συμβουλίου, των συμβάσεων που έχει συνάψει, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών, σχετικά με την εγκατάσταση και τη λειτουργία της υποδομής επικοινωνίας για το περιβάλλον Σένγκεν, ονομαζόμενης «Sisnet», για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις που αφορούν τη διαχείριση, από τον Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου, των συμβάσεων που έχει συνάψει, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών, σχετικά με την εγκατάσταση και τη λειτουργία της υποδομής επικοινωνίας για το περιβάλλον Σένγκεν, ονομαζόμενης «Sisnet», για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2001

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις σχετικά με το «Sisnet», για το οικονομικό έτος 2002

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις σχετικά με το «Sisnet», για το οικονομικό έτος 2003

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις σχετικά με το «Sisnet», για το οικονομικό έτος 2004

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις σχετικά με το «Sisnet», για το οικονομικό έτος 2005

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ, Angers)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ Angers) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (OHMI, Αλικάντε)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (Αλικάντε) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (ΕΟΑΥΕ — Μπιλμπάο)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (ΕΟΑΥΕ — Μπιλμπάο) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ — Κοπεγχάγη)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ — Κοπεγχάγη) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ — Λισσαβόνα)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ — Λισσαβόνα) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων (ΕΜΕΑ — Λονδίνο)

Έκθεση σχετική με τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων (ΕΜΕΑ — Λονδίνο) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση σχετική με τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση σχετική με τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Μεταφραστικό Κέντρο των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΜΚΟΕΕ — Λουξεμβούργο)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΜΚΟΕΕ — Λουξεμβούργο) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (Τορίνο)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (Τoρίvo) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας (Βιέννη)

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας (Βιέννη) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ανασυγκρότησης (Θεσσαλονίκη)

Έκθεση σχετικά με τους δημοσιονομικούς λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ανασυγκρότησης και την εκτέλεση της ενίσχυσης στο Κοσσυφοπέδιο για το οικονομικό έτος 2000

ΕΕ C 355 της 13.12.2001

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 41 της 17.2.2005

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια στη Θάλασσα για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια στη Θάλασσα για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας (Κολωνία)

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Ευρωπαϊκή Αρχή για την Aσφάλεια των Τροφίμων (Πάρμα)

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Aσφάλεια των Τροφίμων για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Aσφάλεια των Τροφίμων για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Εurojust

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις της Eurojust για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς της Eurojust για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς της Eurojust για το οικονομικό έτος 2004

ΕΕ C 332 της 28.12.2005

Συνέλευση

Έκθεση σχετικά με τους λογαριασμούς που καταρτίστηκαν από τον Γενικό Γραμματέα της Συνέλευσης για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2002

ΕΕ C 122 της 22.5.2003

Έκθεση σχετικά με τους λογαριασμούς που καταρτίστηκαν από τον Γενικό Γραμματέα της Συνέλευσης για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2003

ΕΕ C 157 της 14.6.2004

Κοινή Επιχείρηση Galileo

Έκθεση για τους λογαριασμούς της Κοινής Επιχείρησης Galileo για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2003

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους λογαριασμούς της Κοινής Επιχείρησης Galileo για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2004

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδοτήσεις

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2001 για πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1258/1999 του Συμβουλίου περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής καθώς και άλλων διαφόρων κανονισμών για την κοινή γεωργική πολιτική

ΕΕ C 55 της 21.2.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2001 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 162 της 5.6.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 3/2001 για πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση ειδικών μέτρων για την οριστική έξοδο από την υπηρεσία υπαλλήλων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της Επιτροπής

ΕΕ C 162 της 5.6.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 4/2001 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 δεύτερη παράγραφος και 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων (θέμα: φορολόγηση των δικαιούχων της αποζημίωσης οριστικής εξόδου από την υπηρεσία)

ΕΕ C 162 της 5.6.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 5/2001 για πρόταση τροποποίησης του δημοσιονομικού κανονισμού του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (Αλικάντε)

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 6/2001 για σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής που τροποποιεί τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ) αριθ. 3418/93 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 7/2001 για πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 8/2001 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση των κοινοτικών προγραμμάτων

ΕΕ C 345 της 6.12.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 9/2001 για μια πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας [σχετ. 2001/0115 COD — COM (2001) 272 τελικό]

ΕΕ C 14 της 17.1.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2002 σχετικά με πρόταση τροποποίησης του δημοσιονομικού κανονισμού του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (ΓΕΕΑ-Αλικάντε)

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2002 σχετικά με τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 92 της 17.4.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 3/2002 σχετικά με πρόταση για το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον προϋπολογισμό της Eurojust

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 4/2002 σχετικά με τροποποιημένη πρόταση που αφορά κανονισμό του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 δεύτερη παράγραφος και 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων

ΕΕ C 225 της 20.9.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 5/2002 σχετικά με τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου, παράλληλα με τη μεταρρύθμιση της Επιτροπής, για τη θέσπιση των ιδιαίτερων μέτρων που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων υπαλλήλων της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 236 της 1.10.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 6/2002 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση των ιδιαίτερων μέτρων που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΕ C 236 της 1.10.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 7/2002 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση των ιδιαίτερων μέτρων που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων μόνιμων υπαλλήλων καθώς και έκτακτων υπαλλήλων των πολιτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

ΕΕ C 236 της 1.10.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 8/2002 σχετικά με πρόταση τροποποίησης του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 9/2002 σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής

ΕΕ C 285 της 21.11.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 10/2002 σχετικά με πρόταση τροποποίησης των συστατικών πράξεων των κοινοτικών οργανισμών μετά την έκδοση του νέου δημοσιονομικού κανονισμού (υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΕΕ C 285 της 21.11.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 11/2002 σχετικά με πρόταση κανονισμού της Επιτροπής για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 12 της 17.1.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 12/2002 σχετικά με το σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο ένατο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης δυνάμει της συμφωνίας εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ που υπογράφηκε στην Κοτονού στις 23 Ιουνίου 2000

ΕΕ C 12 της 17.1.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 13/2002 σχετικά με σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής για τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 12 της 17.1.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 14/2002 για πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 21 της 28.1.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2003 σχετικά με πρόταση κανονισμού της επιτροπής προϋπολογισμού του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) για τη θέσπιση των δημοσιονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται στο Γραφείο («δημοσιονομικός κανονισμός»)

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2003 σχετικά με πρόταση κανονισμού του διοικητικού συμβουλίου του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών για τη θέσπιση των δημοσιονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται στο Γραφείο («δημοσιονομικός κανονισμός»)

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 3/2003 σχετικά με σχέδιο δημοσιονομικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 4/2003 σχετικά με σχέδιο δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 5/2003 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση ειδικών και προσωρινών μέτρων για την πρόσληψη υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την ευκαιρία της προσχώρησης της Κύπρου, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Ουγγαρίας, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβακίας και της Σλοβενίας

ΕΕ C 224 της 19.9.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 6/2003 σχετικά με το σχέδιο δημοσιονομικού κανονισμού του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 7/2003 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων

ΕΕ C 318 της 30.12.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 8/2003 σχετικά με πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης για την προώθηση ενεργειών στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας

ΕΕ C 318 της 30.12.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 9/2003 σχετικά με σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού-προτύπου των εκτελεστικών οργανισμών, κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 58/2003 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων

ΕΕ C 19 της 23.1.2004

Γνωμοδότηση αριθ. 10/2003 σχετική με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2728/94 που αφορά την ίδρυση Ταμείου Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις

ΕΕ C 19 της 23.1.2004

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2004 σχετικά με τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών

ΕΕ C 75 της 24.3.2004

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2004 σχετικά με το πρότυπο του «ενιαίου ελέγχου» (single audit) (και με πρόταση για πλαίσιο εσωτερικού κοινοτικού ελέγχου)

ΕΕ C 107 της 30.4.2004

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2005 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής

ΕΕ C 121 της 20.5.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2005 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής

ΕΕ C 121 της 20.5.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 3/2005 σχετικά με το σχέδιο κανονισμού (ΕΚ) της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 124 της 23.5.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 4/2005 σχετικά με πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τα μέτρα εφαρμογής της διόρθωσης των ανισορροπιών του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της απόφασης του Συμβουλίου της (…) για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 167 της 7.7.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 5/2005 σχετικά με το σχέδιο τροποποίησης του δημοσιονομικού κανονισμού του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών που εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο του Γραφείου στις 16 Σεπτεμβρίου 2004

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 6/2005 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 και (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

ΕΕ C 202 της 18.8.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 7/2005 για το σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1653/2004 όσον αφορά τη θέση υπολόγων των εκτελεστικών οργανισμών

ΕΕ C 249 της 7.10.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 8/2005 για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την αμοιβαία διοικητική συνδρομή για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας κατά της απάτης και οποιασδήποτε άλλης παράνομης δραστηριότητας

ΕΕ C 313 της 9.12.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 9/2005 σχετική με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2728/94 σχετικά με την ίδρυση Ταμείου Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις [COM(2005) 130 τελικό]

ΕΕ C 313 της 9.12.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 10/2005 σχετικά με το σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 της 25ης Ιουνίου 2002 για το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 13 της 18.1.2006

Γνωμοδότηση αριθ. 11/2005 σχετικά με το σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 13 της 18.1.2006

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2006 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων σε δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013)

ΕΕ C 203 της 25.8.2006

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2006 σχετικά με πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 203 της 25.8.2006

Γνωμοδότηση αριθ. 3/2006 του σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση ειδικών προσωρινών μέτρων για την πρόσληψη υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την ευκαιρία της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας

Υπό δημοσίευση

Γνωμοδότηση αριθ. 4/2006 σχετικά με το σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 της 25ης Ιουνίου 2002 για το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Υπό δημοσίευση