Θεσπίζει τους κανόνες και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ως κράτη σημαίας, μπορούν να εξουσιοδοτούν έναν αναγνωρισμένο οργανισμό1 να εκτελεί θεσμοθετημένες επιθεωρήσεις και πιστοποιήσεις εκ μέρους της.
Οι χώρες της ΕΕ πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρχές τους εφαρμόζουν τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις2 για την επιθεώρηση και την πιστοποίηση των πλοίων που φέρουν τη σημαία τους.
Οι χώρες της ΕΕ μπορούν να εξουσιοδοτούν οργανισμούς να αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τις επιθεωρήσεις και τους ελέγχους σχετικά με την έκδοση ή την ανανέωση θεσμοθετημένων πιστοποιητικών3 πλοίων. Τα καθήκοντα αυτά μπορούν να ανατεθούν μόνο σε αναγνωρισμένους οργανισμούς.
Ωστόσο, τα καθήκοντα σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικού ασφαλείας ραδιοεπικοινωνιών φορτηγού πλοίου είναι δυνατόν να ανατίθενται σε αναγνωρισμένους ιδιωτικούς οργανισμούς με επαρκή ικανότητα και ειδικευμένο προσωπικό.
Οι χώρες της ΕΕ δεν μπορούν να αρνούνται να εξουσιοδοτήσουν οποιονδήποτε από τους αναγνωρισμένους οργανισμούς. Ωστόσο, μπορούν να αποφασίσουν να περιορίσουν τον αριθμό των οργανισμών που θα εξουσιοδοτήσουν με βάση αντικειμενικά κριτήρια χωρίς διακρίσεις.
Οι οργανισμοί που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες μπορούν να αναγνωρίζονται σε επίπεδο ΕΕ και, στη συνέχεια, να εξουσιοδοτούνται από αρχές των χωρών της ΕΕ. Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να ζητούνται ρυθμίσεις αμοιβαίας μεταχείρισης.
Όταν μια χώρα της ΕΕ εξουσιοδοτεί έναν αναγνωρισμένο οργανισμό, δημιουργεί «σχέση συνεργασίας» με αυτόν. Η σχέση αυτή διέπεται από μια συμφωνία που περιλαμβάνει ρήτρες σχετικά με την οικονομική ευθύνη, τον περιοδικό έλεγχο των καθηκόντων, τις τυχαίες και λεπτομερείς επιθεωρήσεις των πλοίων και την υποχρεωτική διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με την κατάταξη των πλοίων σε κλάσεις (η «κλάση» ενός πλοίου είναι μια ομάδα πλοίων του ίδιου σχεδιασμού). Οι αναγνωρισμένοι οργανισμοί μπορεί να υποχρεούνται να διατηρούν τοπική αντιπροσωπεία στην οικεία χώρα.
Οι χώρες της ΕΕ οφείλουν να ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά τις σχέσεις συνεργασίας που έχουν δημιουργήσει.
Οι χώρες της ΕΕ μπορούν να αναστείλουν ή να ανακαλέσουν την εξουσιοδότηση ενός αναγνωρισμένου οργανισμού αν θεωρούν ότι ο οργανισμός δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις για την εκπλήρωση των καθηκόντων του.
Οι χώρες της ΕΕ οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι αναγνωρισμένοι οργανισμοί που ενεργούν για λογαριασμό τους εκτελούν πράγματι τα καθήκοντά τους. Πρέπει να τους παρακολουθούν ανά 2 έτη και να ενημερώνουν τις άλλες χώρες της ΕΕ και την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων παρακολούθησης.
Κατά την παρακολούθηση πλοίων ως κράτος λιμένα, οι χώρες της ΕΕ πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή και τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ αν:
Οι χώρες της ΕΕ θα πρέπει να αναφέρουν μόνο περιπτώσεις πλοίων που συνιστούν σοβαρή απειλή για την ασφάλεια και το περιβάλλον ή όταν υπάρχουν στοιχεία που μαρτυρούν ιδιαιτέρως πλημμελή συμπεριφορά εκ μέρους του αναγνωρισμένου οργανισμού. Οι οργανισμοί πρέπει να διατηρούνται ενήμεροι σχετικά για να μπορούν να λαμβάνουν τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα.
Η οδηγία εφαρμόζεται από τις και έπρεπε να γίνει νόμος στις χώρες της ΕΕ έως τις .
Η παρούσα οδηγία εκδόθηκε παράλληλα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 391/2009 σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων. Οι εν λόγω νομοθετικές πράξεις καταργούν την οδηγία 94/57/ΕΚ. Ο κανονισμός θεσπίζει σύστημα αδειοδότησης σε επίπεδο ΕΕ, το οποίο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εξουσιοδότηση οποιουδήποτε οργανισμού από χώρα της ΕΕ στο πλαίσιο της οδηγίας 2009/15/ΕΚ.
Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε:
Οδηγία 2009/15/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της , σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων και για τις συναφείς δραστηριότητες των ναυτικών αρχών (ΕΕ L 131 της , σ. 47–56)
Διαδοχικές τροποποιήσεις της οδηγίας 2009/15/ΕΚ έχουν ενσωματωθεί στο αρχικό κείμενο. Η παρούσα ενοποιημένη απόδοση έχει μόνο αξία τεκμηρίωσης.
τελευταία ενημέρωση