Συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών σε θέματα νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών

ΣΥΝΟΨΗ ΤΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2394 — συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ;

Σκοπός του κανονισμού είναι να προστατεύονται οι καταναλωτές από διασυνοριακές παραβάσεις της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για την προστασία των καταναλωτών, μέσω του εκσυγχρονισμού της συνεργασίας των σχετικών εθνικών αρχών των χωρών της ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) μεταξύ τους καθώς και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι νέοι κανόνες συμβάλλουν στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των επιχειρήσεων στο ηλεκτρονικό εμπόριο εντός της ΕΕ.

Καταργεί και αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 από τις .

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ

Πεδίο εφαρμογής

Ο κανονισμός καλύπτει τις 26 νομοθεσίες της ΕΕ που προστατεύουν τα συμφέροντα των καταναλωτών, οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημά του (μπορεί να προστεθούν και καινούργιες νομοθεσίες στο μέλλον για να επεκταθεί η εφαρμογή του κανονισμού και σε νέα νομοθετικά πεδία), και εφαρμόζεται σε περιπτώσεις παράβασης των εν λόγω νομοθεσιών.

Αυτές οι παραβάσεις μπορεί να είναι:

Η παράβαση μπορεί να είναι πράξη ή παράλειψη, και μπορεί να έπαυσε πριν από την έναρξη ή την ολοκλήρωση της επιβολής του νόμου.

Αρμόδιες αρχές

Κάθε χώρα της ΕΕ πρέπει να ορίσει και να παρέχει πόρους για:

Οι χώρες της ΕΕ μπορεί επίσης να εμπλέκουν εντεταλμένους φορείς, όπου αρμόζει, για τη συλλογή πληροφοριών σε σχέση με μια παράβαση ή για τη λήψη μέτρων επιβολής, υπό ορισμένους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό.

Στον κανονισμό αναφέρονται οι ελάχιστες εξουσίες έρευνας και επιβολής των αρμόδιων αρχών, περιλαμβανομένης της εξουσίας λήψης δεσμεύσεων από τον έμπορο για την παύση της παράβασης ή την προσφορά διορθωτικών μέτρων στους θιγόμενους καταναλωτές.

Πέρα από αυτά, οι αρχές μπορούν επίσης:

Αμοιβαία συνδρομή

Για τις ενδοενωσιακές παραβάσεις, ο κανονισμός θεσπίζει τη διαδικασία για τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών από μία χώρα της ΕΕ προς άλλη και λήψης μέτρων επιβολής.

Οι αρχές οφείλουν να απαντήσουν στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών εντός 30 ημερών, εκτός εάν συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, και οφείλουν να εφαρμόζουν δεόντως τα μέτρα επιβολής χωρίς καθυστέρηση, και κανονικά εντός 6 μηνών. Επίσης, ο κανονισμός αναφέρει τους όρους υπό τους οποίους η εν λόγω αίτηση μπορεί να απορριφθεί.

Συντονισμένη δράση

Εάν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες για εκτεταμένη παράβαση, οι σχετικές αρχές θα πρέπει να προειδοποιούν αμέσως την Επιτροπή, τις λοιπές αρμόδιες αρχές και τα γραφεία σύνδεσης, και να ξεκινήσουν συντονισμένη δράση, όπου υπάρχει συμφωνία γι’ αυτό, με έναν εντεταλμένο συντονιστή.

Η Επιτροπή πρέπει να αναφέρει τυχόν εικαζόμενες παραβάσεις τις οποίες έχει αντιληφθεί στις εθνικές αρχές. Εάν υπάρχουν υπόνοιες για εκτεταμένη παράβαση με ενωσιακή διάσταση, οι εθνικές αρχές πρέπει να διεξαγάγουν τις κατάλληλες έρευνες και να ξεκινήσουν συντονισμένη δράση, εάν οι εν λόγω έρευνες επιβεβαιώσουν ότι ενδέχεται να διαπράττεται παράβαση. Οι συντονισμένες δράσεις για την αντιμετώπιση των εκτεταμένων παραβάσεων με ενωσιακή διάσταση πρέπει πάντα να συντονίζονται από την Επιτροπή.

Μια χώρα της ΕΕ μπορεί να αρνηθεί να συμμετάσχει σε συντονισμένη δράση, για παράδειγμα, εάν ήδη έχει κινηθεί δικαστική διαδικασία ή εάν η έρευνα έχει καταδείξει ότι τα πραγματικά ή πιθανά αποτελέσματα της εικαζόμενης παράβασης είναι ασήμαντα σε εκείνη τη χώρα.

Δραστηριότητες σε επίπεδο Ένωσης

Επίσης, ο κανονισμός προβλέπει νέο σύστημα προειδοποίησης σε επίπεδο ενωσιακής αγοράς, έτσι ώστε τυχόν νέες απειλές να εντοπίζονται γρηγορότερα. Το νέο σύστημα προειδοποίησης συνδυάζει το ήδη υφιστάμενο σύστημα στο πλαίσιο του κανονισμού για τη συνεργασία με σκοπό την προστασία των καταναλωτών [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2006/2004] με μια ευρύτερη ανταλλαγή σχετικών και αναγκαίων πληροφοριών.

Άλλωστε, ορισμένοι εξωτερικοί φορείς (όπως ενώσεις καταναλωτών, εμπόρων, ευρωπαϊκά κέντρα καταναλωτών και εντεταλμένοι φορείς, στους οποίους ανατίθεται η εν λόγω εξουσία από τις χώρες της ΕΕ ή από την Επιτροπή) μπορούν επίσης να αποστέλλουν προειδοποιήσεις («εξωτερικές προειδοποιήσεις»). Αυτό ενισχύει τον ρόλο των ενδιαφερομένων στην επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών.

Οι αρχές μπορούν επίσης να αποφασίσουν να διεξαγάγουν σαρώσεις1 για τον εντοπισμό παραβάσεων, όμως τις σαρώσεις πρέπει κανονικά να τις συντονίζει η Επιτροπή.

Προστασία των δεδομένων

Οι αρχές μπορούν να ζητήσουν σχετικά δεδομένα απευθείας από τρίτους σύμφωνα με την οδηγία 2000/31/ΕΚ (για το ηλεκτρονικό εμπόριο) και εφόσον σέβονται τη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 για τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 — γενικός κανονισμός για την προστασία των δεδομένων (GDPR) και οδηγία (ΕΕ) 2016/680 — Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όταν αυτά χρησιμοποιούνται από την αστυνομία και τις αρχές ποινικής δικαιοσύνης].

ΑΠΟ ΠΟΤΕ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ;

Εφαρμόζεται από τις .

ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στα εξής:

ΒΑΣΙΚΟΙ ΟΡΟΙ

  1. Σαρώσεις: συντονισμένες έρευνες μιας καταναλωτικής αγοράς.

ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2394 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της , σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και με την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 (ΕΕ L 345 της , σ. 1-26)

τελευταία ενημέρωση