ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 18ης Σεπτεμβρίου 2025 ( 1 )

Υπόθεση C‑131/24

Umweltorganisation VIRUS – Verein Projektwerkstatt für Umwelt und Soziales κ.λπ.

[αίτηση του Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Οδηγία 2009/147/ΕΚ – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Απαγόρευση σκόπιμης ενόχλησης πτηνών – Έργο κατασκευής εθνικής οδού το οποίο είναι πιθανό να προκαλέσει ενόχληση σε μεμονωμένα πτηνά συγκεκριμένου είδους – Μέτρα βελτίωσης οικοτόπων – Απόδειξη της αποτελεσματικότητας – Γνώμη εμπειρογνώμονα»

I. Εισαγωγή

1.

Το άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά ( 2 ) προβλέπει απαγόρευση της σκόπιμης ενόχλησης των πτηνών, όταν αυτή έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η απαγόρευση αυτή καλύπτει και τις ενοχλήσεις που απλώς γίνονται αποδεκτές ως πιθανές ( 3 ). Εμπίπτει, ωστόσο, μια ενόχληση στην απαγόρευση ακόμη και αν οι δυσμενείς επιπτώσεις της στον οικότοπο των πτηνών αντισταθμίζονται από τη βελτίωση του οικοτόπου των συγκεκριμένων ειδών σε άλλες περιοχές; Και πώς μπορεί να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα του μέτρου βελτίωσης πριν από την εφαρμογή του; Αυτά είναι τα ερωτήματα που υποβάλλονται στο Δικαστήριο από το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία).

II. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Η οδηγία για τα πτηνά

2.

Στις αιτιολογικές σκέψεις 3, 5, 7 και 8 της οδηγίας για τα πτηνά διευκρινίζονται οι σκοποί της:

«(3)

Στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών, ένας μεγάλος αριθμός ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση υφίσταται μείωση του πληθυσμού του, η οποία είναι ταχύτατη σε ορισμένες περιπτώσεις και η μείωση αυτή αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, ιδίως εξαιτίας των απειλητικών συνεπειών της για τη βιολογική ισορροπία.

[…]

(5)

Η διατήρηση των πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών είναι αναγκαία για την πραγμάτωση των στόχων της Κοινότητας στους τομείς της βελτιώσεως των συνθηκών ζωής και της αειφόρου ανάπτυξης.

[…]

(7)

Η διατήρηση αυτή έχει ως αντικείμενο τη μακροπρόθεσμη προστασία και τη διαχείριση φυσικών πόρων ως αναπόσπαστο μέρος της κληρονομιάς των ευρωπαϊκών λαών. Επιτρέπει τη ρύθμιση των πόρων αυτών και ρυθμίζει την εκμετάλλευσή τους με βάση τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση και την προσαρμογή των φυσικών ισορροπιών των ειδών στα όρια του λογικά δυνατού.

(8)

Η διαφύλαξη, η διατήρηση ή η αποκατάσταση μιας επαρκούς ποικιλίας και εκτάσεως οικοτόπων είναι απαραίτητες για τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών. Ορισμένα είδη πτηνών πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρων ειδικής διατηρήσεως σε σχέση με τον οικότοπό τους, ώστε να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή τους στην περιοχή εξαπλώσεώς τους. Αυτά τα μέτρα πρέπει ομοίως να λαμβάνουν υπόψη τα αποδημητικά είδη και να είναι συντονισμένα, με σκοπό τη δημιουργία συνεκτικού δικτύου.»

3.

Κατά την αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας για τα πτηνά απαιτείται, μεταξύ άλλων, να διατηρούνται ορισμένα είδη πτηνών σε «ικανοποιητικό επίπεδο»:

«Λόγω του επιπέδου του πληθυσμού τους, της γεωγραφικής κατανομής τους και του ρυθμού αναπαραγωγής τους στο σύνολο της Κοινότητας, ορισμένα είδη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θήρας, πράγμα που αποτελεί αποδεκτή εκμετάλλευση, εφόσον θεσπισθούν και τηρηθούν σεβαστά ορισμένα όρια, καθότι η θήρα αυτή πρέπει να είναι συμβατή με τη διατήρηση του πληθυσμού αυτών των ειδών σε ικανοποιητικό επίπεδο.»

4.

Το άρθρο 1 της οδηγίας για τα πτηνά ρυθμίζει το πεδίο εφαρμογής της:

«Η παρούσα οδηγία αφορά τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη. Έχει αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών και κανονίζει την εκμετάλλευσή τους.»

5.

Το άρθρο 2 της οδηγίας για τα πτηνά περιέχει τη θεμελιώδη υποχρέωση των κρατών μελών όσον αφορά τη διατήρηση των διαφόρων ειδών πτηνών:

«Τα κράτη μέλη υιοθετούν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διατηρηθεί ή να προσαρμοσθεί ο πληθυσμός όλων των ειδών των πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 σε επίπεδο που να ανταποκρίνεται μεταξύ άλλων στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις.»

6.

Το άρθρο 3 της οδηγίας για τα πτηνά θεσπίζει γενικές υποχρεώσεις για την εφαρμογή του άρθρου 2:

«1)   Λαμβάνοντας υπόψη τις κατά το άρθρο 2 απαιτήσεις, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διαφυλαχθεί, διατηρηθεί ή αποκατασταθεί για όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 είδη πτηνών επαρκής ποικιλία και επιφάνεια οικοτόπων.

2)   Η διαφύλαξη, η συντήρηση και η αποκατάσταση των βιοτόπων και των οικοτόπων περιλαμβάνουν προπάντων τα ακόλουθα μέτρα:

α)

δημιουργία ζωνών προστασίας·

β)

συντήρηση και διευθέτηση σύμφωνα με τις οικολογικές απαιτήσεις των οικοτόπων που βρίσκονται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό των ζωνών προστασίας·

γ)

αποκατάσταση των κατεστραμμένων βιοτόπων·

δ)

δημιουργία βιοτόπων.»

7.

Το άρθρο 5 της οδηγίας για τα πτηνά περιέχει απαγορεύσεις ανεξαρτήτως περιοχής:

«Με την επιφύλαξη των άρθρων 7 και 9, τα κράτη μέλη υιοθετούν τα αναγκαία μέτρα για να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας όλων των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και περιλαμβάνουν ειδικότερα την απαγόρευση:

[…]

δ)

της σκόπιμης ενόχλησης των πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, όταν αυτή έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς σκοπούς της παρούσας οδηγίας·»

8.

Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα πτηνά επιτρέπει παρεκκλίσεις από τις απαγορεύσεις του άρθρου 5:

«1)   Εφόσον δεν υπάρχουν άλλες ικανοποιητικές λύσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 8 για τους εξής λόγους:

α)

για λόγους υγείας και δημόσιας ασφάλειας,

για λόγους αεροπορικής ασφάλειας,

για να προληφθούν σοβαρές ζημιές στις καλλιέργειες, στα οικιακά ζώα, στα δάση, στην αλιεία και στα ύδατα,

για την προστασία της χλωρίδας και πανίδας·

β)

για ερευνητικούς και διδακτικούς σκοπούς, για σκοπούς εμπλουτισμού πληθυσμών και επανεισαγωγής, καθώς και για εκτροφή σχετική με αυτές τις ενέργειες·

γ)

για να επιτραπεί με αυστηρά ελεγχόμενους όρους και τρόπο επιλεκτικό η σύλληψη, η κράτηση και η ορθολογική εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών σε μικρές ποσότητες.»

Β.   Η οδηγία για τους οικοτόπους

9.

Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους ( 4 ) ρυθμίζει τη λεγόμενη εκτίμηση των επιπτώσεων:

«Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.»

10.

Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους οικοτόπους περιέχει θεμελιώδεις απαγορεύσεις σχετικά με την προστασία των ειδών:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεσπισθεί ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο σημείο α) του παραρτήματος IV, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, που να απαγορεύει:

α)

κάθε μορφή σύλληψης ή θανάτωσης, εκ προθέσεως, δειγμάτων αυτών των ειδών λαμβανομένων στη φύση·

β)

να παρενοχλούνται εκ προθέσεως τα εν λόγω είδη, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, την περίοδο κατά την οποία τα νεογνά εξαρτώνται από τη μητέρα, τη χειμερία νάρκη και τη μετανάστευση·

γ)

την εκ προθέσεως καταστροφή ή τη συλλογή των αυγών στο φυσικό περιβάλλον·

δ)

τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης.»

11.

Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους οικοτόπους προβλέπει παρεκκλίσεις από το άρθρο 12:

«Τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση και ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής του κατανομής, μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14 και 15 στοιχεία α) και β):

α)

για να προστατεύσουν την άγρια πανίδα και χλωρίδα και να διατηρήσουν τους φυσικούς οικοτόπους·

β)

για να προλάβουν σοβαρές ζημίες, ιδίως των καλλιεργειών, της κτηνοτροφίας, των δασών, των πληθυσμών ιχθύων και των υδάτων και ιδιοκτησιών άλλης μορφής·

γ)

για λόγους δημόσιας υγείας και ασφαλείας ή για άλλους επιτακτικούς λόγους προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον·

δ)

για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς λόγους, για λόγους αποκατάστασης πληθυσμών και επανεισαγωγής των εν λόγω ειδών και για επιχειρήσεις αναπαραγωγής που απαιτούνται για τους σκοπούς αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής αναπαραγωγής των φυτών·

ε)

για να επιτρέψουν, υπό όρους αυστηρά ελεγχόμενους, την επιλεκτική και ποσοτικά περιορισμένη σύλληψη ή κράτηση περιορισμένου αριθμού, προσδιορισμένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, μερικών δειγμάτων των ειδών που αναφέρει το παράρτημα IV.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως

12.

Κατόπιν εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η Niederösterreichische Landesregierung (κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας) χορήγησε άδεια για το επίμαχο έργο οδοποιίας στις 12 Νοεμβρίου 2019. Η περιβαλλοντική οργάνωση VIRUS – Verein Projektwerkstatt für Umwelt und Soziales καθώς και άλλες περιβαλλοντικές ενώσεις και πολίτες άσκησαν ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία) προσφυγή κατά της άδειας αυτής, υποστηρίζοντας, ειδικότερα, ότι παραβιάζονταν οι διατάξεις περί προστασίας των ειδών κατά την οδηγία για τα πτηνά. Διάφορα είδη πτηνών, ιδίως είδη δασικών πτηνών, όπως ο μεσοδιάστικτος δρυοκολάπτης (dendrocopos medius και leiopicus medius), χρησιμοποιούν περιοχές που θα επηρεάζονταν, μεταξύ άλλων, από τον θόρυβο που θα προερχόταν από τη νέα οδό.

13.

Σύμφωνα, ωστόσο, με την έκθεση ενός εμπειρογνώμονα σε θέματα προστασίας της φύσης στον οποίο απευθύνθηκε το [αιτούν] δικαστήριο, μπορούσε να αναμένεται ότι τα συγκεκριμένα είδη πτηνών θα επωφελούνταν από τον περιορισμό, όπως προβλέπεται στο σχέδιο, της περιόδου κατασκευής του έργου σε συγκεκριμένους μήνες και από τα μέτρα βελτίωσης των οικοτόπων σε περιοχές εκτός της ζώνης όχλησης, τα οποία μπορούν να διατυπωθούν ως όροι.

14.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας, αμφισβητείται ειδικότερα η αποτελεσματικότητα των μέτρων που προτείνει ο κύριος του έργου για τη βελτίωση των δασών και τη διασφάλιση των δένδρων μεγάλης ηλικίας εντός μιας περιφερειακής περιοχής σε απόσταση τουλάχιστον 300 μέτρων από την οδό και συνολικής επιφάνειας 6,6 εκταρίων, προς όφελος του μεσοδιάστικτου δρυοκολάπτη και άλλων ειδών δασικών πτηνών.

15.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις των δύο εμπειρογνωμόνων που διορίστηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας, η εφαρμογή των προτεινόμενων μέτρων δεν θα προκαλέσει στα εν λόγω είδη ενόχληση η οποία θα μπορούσε να έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους σκοπούς της οδηγίας για τα πτηνά. Ωστόσο, τα μέτρα δεν είναι δυνατόν να μειώσουν την ενόχληση ορισμένων μεμονωμένων πτηνών στο δάσος που επηρεάζεται συγκεκριμένα από το έργο. Ωστόσο, κατά τους εμπειρογνώμονες, τα προτεινόμενα μέτρα διασφαλίζουν τον οικότοπο και τις συνθήκες για την παρουσία των ειδών ως φωλεοποιών πτηνών.

16.

Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο εμπειρογνώμονας εξέθεσε ότι δεν είχε γνώση καμίας εργασίας που να θέτει υπό αμφισβήτηση την καταλληλότητα των προτεινόμενων μέτρων για την προστασία του μεσοδιάστικτου δρυοκολάπτη. Επίσης, δεν υφίστανται ενδείξεις βάσει της οικολογίας του είδους. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν αρκούντως βάσιμοι λόγοι για την αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών. Το μόνο στοιχείο που εξακολουθεί να λείπει, κατά τον εμπειρογνώμονα, είναι μια ολοκληρωμένη και τεχνικά τεκμηριωμένη παρακολούθηση, η οποία όχι μόνο θα διέλυε τις όποιες αμφιβολίες, αλλά θα μπορούσε επίσης να αποδείξει την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Σε ερώτηση του [αιτούντος] δικαστηρίου σχετικά με το αν υπάρχει έστω και μία αξιόπιστα τεκμηριωμένη περίπτωση στην οποία τα προτεινόμενα μέτρα της αποχής από την κοπή και εκμετάλλευση είχαν ως αποτέλεσμα την αποτροπή της ενόχλησης του μεσοδιάστικτου δρυοκολάπτη από κάποιο έργο ή ακόμη και τη βελτίωση της κατάστασης διατήρησης του είδους στην περιοχή του έργου, ο εμπειρογνώμονας απάντησε ότι, παρά την εντατική έρευνα και την ανταλλαγή εμπειριών με συναδέλφους, δεν είχε βρει καμία τόσο σαφή μελέτη.

17.

Το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) υποβάλλει, ως εκ τούτου, στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

1)

Έχει το άρθρο 5 της οδηγίας για τα πτηνά την έννοια ότι η πράξη της σκόπιμης ενόχλησης του στοιχείου δʹ του άρθρου αυτού δεν στοιχειοθετείται όταν είναι μεν πιθανό να προκληθεί ενόχληση σε μεμονωμένα πτηνά συγκεκριμένου είδους, πλην όμως με μέτρα που εφαρμόζονται αποτελεσματικά, εγκαίρως και προσηκόντως αποτρέπεται οποιαδήποτε συνέπεια σε σχέση με τους αντικειμενικούς σκοπούς του άρθρου 2 της οδηγίας αυτής;

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: Πρέπει να αποκλείεται κάθε επιστημονική αμφιβολία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των μέτρων υπό την έννοια ότι αρκεί προς τούτο η δεόντως τεκμηριωμένη πραγματογνωμοσύνη εμπειρογνώμονα διορισμένου από το δικαστήριο ή, αντιθέτως, πρέπει να υπάρχει αντικειμενική επιστημονική τεκμηρίωση επιτυχούς πρακτικής εμπειρίας σε σχέση με τα μέτρα αυτά;

18.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η περιβαλλοντική οργάνωση VIRUS – Verein Projektwerkstatt für Umwelt und Soziales, υποστηριζόμενη από την πρωτοβουλία πολιτών «Nein zur Spange Wörth», η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας, η Autobahnen- und Schnellstraßen-Finanzierungs-Aktiengesellschaft (στο εξής: ASFINAG), ο Δήμος Sankt Pölten, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Σουηδίας καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

19.

Το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση εκτιμώντας ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς προκειμένου να αποφανθεί.

20.

Το Δικαστήριο ανέστειλε, εντούτοις, τη διαδικασία στις 19 Νοεμβρίου 2024 εν αναμονή της αποφάσεως της 1ης Αυγούστου 2025, Voore Mets και Lemeks Põlva (C‑784/23, EU:C:2025:609).

IV. Νομική εκτίμηση

21.

Τα δύο ερωτήματα έχουν ως βάση το γεγονός ότι τόσο η κατασκευή όσο και η λειτουργία της επίμαχης οδού προκαλούν ενόχληση, ιδίως, στον μεσοδιάστικτο δρυοκολάπτη, αλλά και σε άλλα είδη δασικών πτηνών. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η απαγόρευση ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά αντιτίθεται στο έργο.

22.

Σύμφωνα με το άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά, τα κράτη μέλη οφείλουν να απαγορεύουν τη σκόπιμη ενόχληση των ευρωπαϊκών ειδών πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, όταν αυτή έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους σκοπούς της οδηγίας.

23.

Η απαγόρευση αυτή συμπληρώνει τις λοιπές απαγορεύσεις του άρθρου 5, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας για τα πτηνά, οι οποίες αφορούν, ιδίως, την εκ προθέσεως θανάτωση ή σύλληψη των ειδών αυτών, καθώς και την εκ προθέσεως καταστροφή ή βλάβη των φωλιών και των αυγών τους. Το Δικαστήριο έκρινε προσφάτως ότι οι απαγορεύσεις αυτές εφαρμόζονται όχι μόνο στις ανθρώπινες δραστηριότητες που έχουν ως σκοπό να βλάψουν τα πτηνά, αλλά και στις δραστηριότητες ως προς τις οποίες, αν και προδήλως δεν έχουν τέτοιο σκοπό, γίνεται αποδεκτή η πιθανότητα βλάβης ( 5 ).

24.

Προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή της απαγόρευσης ενόχλησης, θα πρέπει να εφαρμοσθούν μέτρα προς όφελος του μεσοδιάστικτου δρυοκολάπτη και άλλων ειδών δασικών πτηνών εντός μιας περιφερειακής περιοχής σε απόσταση τουλάχιστον 300 μέτρων από την οδό και συνολικής επιφάνειας 6,6 εκταρίων. Μεταξύ άλλων, θα πρέπει να διατηρηθούν ορισμένα δένδρα μεγάλης ηλικίας τα οποία, σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσαν να κοπούν.

25.

Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον να αποφευχθεί, με τη χρήση τέτοιων μέτρων, η εφαρμογή των απαγορεύσεων του άρθρου 5 της οδηγίας για τα πτηνά. Όπως έχω εκθέσει προσφάτως, η συνεπής εφαρμογή των απαγορεύσεων αυτών θα περιόριζε σημαντικά τις ανθρώπινες δραστηριότητες ( 6 ). Ως εκ τούτου, είναι αμφίβολο κατά πόσον οι απαγορεύσεις αυτές συνάδουν με την προστασία της ιδιοκτησίας και της οικονομικής ελευθερίας σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ( 7 ). Αντιθέτως, εάν η εφαρμογή των απαγορεύσεων μπορούσε να αποφευχθεί με μέτρα βελτίωσης οικοτόπων που βρίσκονται σε άλλες περιοχές, όπως προβλέπεται πλέον ρητά για ορισμένα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ( 8 ), η σύγκρουση αυτή θα αμβλυνόταν.

26.

Όπως θα εκθέσω κατωτέρω, τα επίμαχα μέτρα μπορούν, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη μόνον επειδή το άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά προϋποθέτει ότι η ενόχληση έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας (βλ. υπό Α). Οι λοιπές απαγορεύσεις δεν περιέχουν τέτοια προϋπόθεση. Στη συνέχεια, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, θα εξετάσω με ποιον τρόπο πρέπει να εκτιμάται η αποτελεσματικότητα των μέτρων αυτών (βλ. υπό Β).

Α.   Πρώτο προδικαστικό ερώτημα – Απαγόρευση ενόχλησης και αντισταθμιστικά μέτρα

27.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η εφαρμογή της απαγόρευσης ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά μπορεί να αποφευχθεί με μέτρα βελτίωσης του οικοτόπου των συγκεκριμένων ειδών πτηνών σε άλλες περιοχές.

28.

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, ιδίως, αν η απόφαση People over Wind ( 9 ) αποκλείει να λαμβάνονται υπόψη τα μέτρα αυτά (βλ. υπό 1). Η απόφαση αυτή αφορά τον προέλεγχο της αναγκαιότητας να διενεργηθεί επίσημη εκτίμηση των επιπτώσεων σε ζώνες διατήρησης κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Τα αντισταθμιστικά μέτρα πρέπει, ωστόσο, να ενταχθούν στο κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά (βλ. υπό 2).

1. Απόφαση People over Wind

29.

Η απόφαση People over Wind αφορούσε ασφαλώς τη συνεκτίμηση μέτρων για την αποτροπή ή τη μείωση των επιπτώσεων στον τομέα της προστασίας της φύσης, πλην όμως, κατόπιν προσεκτικότερης εξέτασης, δεν ασκεί καμία επιρροή στην ερμηνεία της απαγόρευσης ενόχλησης.

30.

Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε τον προέλεγχο της αναγκαιότητας να διενεργηθεί επίσημη εκτίμηση των επιπτώσεων ενός έργου σε συγκεκριμένη ζώνη προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του.

31.

Σύμφωνα με την απόφαση People over Wind, κατά το στάδιο προελέγχου της αναγκαιότητας της εκτίμησης αυτής, δεν απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη τα μέτρα που αποσκοπούν στην αποτροπή ή στη μείωση των επιβλαβών συνεπειών του σχεδίου ή έργου αυτού στον εν λόγω τόπο ( 10 ). Συγκεκριμένα, ο βαθμός της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών πρέπει να εκτιμάται στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εκτίμησης, η οποία έχει διαφορετική ποιότητα από τον προέλεγχο και περιέχει ευρύτερες εγγυήσεις ( 11 ).

32.

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και ορισμένοι μετέχοντες στη διαδικασία υπογραμμίζουν, ορθώς, ότι η εν λόγω επιχειρηματολογία δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην υπό κρίση υπόθεση, ήδη εκ του λόγου ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, η απαγόρευση ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά δεν προβλέπει, αναφορικά με την προστασία των περιοχών, ούτε προέλεγχο ούτε έστω επίσημη διαδικασία εκτίμησης, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να εκτιμώνται οι συνέπειες της ενόχλησης.

2. Ένταξη στο κανονιστικό πλαίσιο της απαγόρευσης ενόχλησης

33.

Η συνεκτίμηση μέτρων βελτίωσης του οικοτόπου των συγκεκριμένων ειδών σε άλλες περιοχές πρέπει, αντιθέτως, να ενταχθεί στο κανονιστικό πλαίσιο της απαγόρευσης ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά, κατά το οποίο απαγορεύονται ενοχλήσεις που έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους σκοπούς της οδηγίας. Συναφώς, πρέπει κατ’ αρχάς να εξετασθούν τα μέτρα για τη μείωση ή την αποτροπή των ενοχλήσεων (βλ. υπό α), στη συνέχεια η σημασία των αντισταθμιστικών μέτρων για τη διατήρηση του πληθυσμού των πτηνών σε ικανοποιητικό επίπεδο (βλ. υπό β) και, τέλος, η ιδιαίτερη περίπτωση κατά την οποία, λόγω των αντισταθμιστικών μέτρων, η ενόχληση δεν εμποδίζει την επαναφορά του πληθυσμού ενός είδους σε ικανοποιητικό επίπεδο (βλ. υπό γ).

α) Μέτρα για τον μετριασμό ή την αποτροπή ενοχλήσεων

34.

Όταν τα μέτρα αποτρέπουν την ενόχληση πτηνών από ένα έργο, η απαγόρευση ενόχλησης που προβλέπει το άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά δεν εφαρμόζεται, δεδομένου ότι δεν υφίσταται ενόχληση. Και όταν τα μέτρα αυτά δεν αποτρέπουν, αλλά τουλάχιστον μετριάζουν μια ενόχληση, ενδέχεται η ενόχληση να μην έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους σκοπούς της οδηγίας για τα πτηνά. Επομένως, κατά την εξέταση του ζητήματος αν η απαγόρευση ενόχλησης αντιτίθεται σε ένα έργο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τέτοια μέτρα ( 12 ).

35.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η συνεκτίμηση μέτρων που αποσκοπούν στην πρόληψη ή τον μετριασμό ζημιών στο πλαίσιο της ήδη αναφερθείσας επίσημης διαδικασίας εκτίμησης κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Μέσω της εκτίμησης αυτής θα φανεί αν ένα έργο θα έχει επιπτώσεις σε μια ζώνη προστασίας. Όταν το έργο περιλαμβάνει μέτρα προστασίας με σκοπό την αποτροπή ή τον μετριασμό των επιβλαβών συνεπειών στη συγκεκριμένη ζώνη προστασίας, τα μέτρα αυτά πρέπει φυσικά να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση ( 13 ).

36.

Ασφαλώς, είναι νοητά μέτρα που θα μπορούσαν να αποτρέψουν ή να μετριάσουν τις ενοχλήσεις στην υπόθεση της κύριας δίκης, πλην όμως, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, διαδραματίζουν απλώς δευτερεύοντα ρόλο. Συναφώς, προτείνονται μόνον περιορισμοί όσον αφορά τον χρόνο κατασκευής του έργου προκειμένου να αποτραπεί η ενόχληση των πτηνών από τις κατασκευαστικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια ιδιαίτερα ευαίσθητων περιόδων.

37.

Επιπλέον, θα ήταν νοητά, για παράδειγμα, προστατευτικά φράγματα που μειώνουν τον θόρυβο ή τις οπτικές ενοχλήσεις που προκαλούνται από τη χρήση της οδού, καθώς και τον κίνδυνο σύγκρουσης μεταξύ πτηνών και οχημάτων. Νοητοί είναι, επίσης, περιορισμοί στη χρήση, όπως, για παράδειγμα, απαγόρευση οδήγησης ή, τουλάχιστον, περιορισμός της ταχύτητας κατά την περίοδο αναπαραγωγής και εξαρτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν περιέχει, ωστόσο, καμία πληροφορία σχετικά με την ύπαρξη τέτοιων πρόσθετων μέτρων για την αποτροπή ή τον μετριασμό της ενόχλησης.

β) Αντισταθμιστικά μέτρα

38.

Μέτρα που βελτιώνουν τον οικότοπο των συγκεκριμένων ειδών σε άλλες περιοχές δεν συνιστούν, αντιθέτως, μέτρα για την αποτροπή ή τον μετριασμό ενοχλήσεων ( 14 ). Είναι προφανές ότι, όπως αναγνωρίζει και το αιτούν δικαστήριο, δεν μπορούν ούτε να αποτρέψουν ενόχληση συγκεκριμένων πτηνών ούτε να μετριάσουν τις επιπτώσεις της σε αυτά τα πτηνά.

39.

Τέτοια μέτρα συνιστούν, αντιθέτως, προσπάθεια αντιστάθμισης των συνεπειών της ενόχλησης. Γίνεται γενικώς αποδεκτό ότι ο θόρυβος καθιστά λιγότερο ελκυστικό ένα μέρος του οικοτόπου των συγκεκριμένων ειδών ή ακόμη τα απομακρύνει εντελώς από τις περιοχές αυτές. Σε αντάλλαγμα, βελτιώνονται άλλες εκτάσεις, οπότε, στην ιδανική περίπτωση, προστίθενται στο σύνολο τουλάχιστον ισάριθμοι οικότοποι οι οποίοι είναι στον ίδιο βαθμό κατάλληλοι και οι οποίοι χρησιμοποιούνται αντίστοιχα από τα θιγόμενα είδη –ακόμη και αν ενδεχομένως δεν χρησιμοποιούνται από τα συγκεκριμένα πτηνά.

40.

Δεδομένου ότι τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν επιδρούν στην ενόχληση δεν μπορούν να αποτρέψουν την εφαρμογή της απαγόρευσης ενόχλησης παρά μόνον αν, λόγω των μέτρων αυτών, η ενόχληση δεν έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους σκοπούς της οδηγίας υπό την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά.

41.

Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 3, 5, 7 και 8 καθώς και με το άρθρο 2, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας για τα πτηνά, ο σκοπός αυτός συνίσταται στη διατήρηση ή την προσαρμογή του πληθυσμού όλων των ευρωπαϊκών ειδών πτηνών σε ικανοποιητικό επίπεδο ( 15 ).

42.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας για τα πτηνά, το επίπεδο αυτό πρέπει να ανταποκρίνεται, μεταξύ άλλων, στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, ωστόσο, να σταθμίζουν ελεύθερα τους παράγοντες αυτούς προκειμένου να καθορίσουν το ικανοποιητικό επίπεδο του πληθυσμού. Κύριος σκοπός της οδηγίας είναι, αντιθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 1, η διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών. Συνεπώς, όπως και για την κατάσταση διατήρησης των ειδών που αποτελεί βασική έννοια της οδηγίας για τους οικοτόπους ( 16 ), αυτό το οποίο έχει σημασία είναι κατά πόσον το είδος αποτελεί μακροπρόθεσμα ένα βιώσιμο στοιχείο των φυσικών οικοτόπων στους οποίους ανήκει. Προς τούτο, είναι καθοριστικές οι οικολογικές και επιστημονικές απαιτήσεις του εκάστοτε είδους. Ειδικότερα, πρέπει να υφίσταται μόνιμα ένας οικότοπος σε επαρκή έκταση και η περιοχή εξαπλώσεως θα πρέπει να παραμένει τουλάχιστον σταθερή. Οι μορφωτικές, οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις μπορούν, αντιθέτως, να τύχουν εφαρμογής μόνο αφότου και στο μέτρο που έχει εξασφαλισθεί η μακροπρόθεσμη διατήρηση του είδους.

43.

Λόγω του ότι η απαγόρευση συνδέεται με τον σκοπό αυτό αντιτίθεται, ως εκ τούτου, σε ενοχλήσεις που θα μείωναν τον πληθυσμό ενός είδους πτηνών σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να μην είναι πλέον επαρκής ή θα μείωναν ακόμη περισσότερο τον ήδη ανεπαρκή πληθυσμό.

44.

Σε περίπτωση που είναι πιθανή τέτοια ενόχληση, το άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά δεν προβλέπει τη συνεκτίμηση αντισταθμιστικών μέτρων ( 17 ). Ακόμη και αν το αντισταθμιστικό μέτρο αυξάνει τον πληθυσμό του είδους, η ενόχληση εξακολουθεί να τον μειώνει. Ο κανόνας δεν περιέχει καμία ένδειξη ότι τα δύο αποτελέσματα μπορούν να αντισταθμισθούν μεταξύ τους.

45.

Επιπλέον, υφίσταται σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων στο πλαίσιο της προστασίας των ειδών. Τούτο καταδεικνύεται από το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Λόγω των αμφιβολιών αυτών ως προς την αποτελεσματικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων, το Δικαστήριο αρνείται παγίως να τα λάβει υπόψη στο πλαίσιο της εκτίμησης των επιπτώσεων σε ζώνες προστασίας ( 18 ).

46.

Ένα άλλο επιχείρημα, το οποίο διαδραματίζει ρόλο στη συζήτηση περί αντισταθμιστικών μέτρων για την προστασία των τόπων, δεν μπορεί, αντιθέτως, να εφαρμοσθεί εκ πρώτης όψεως στην απαγόρευση ενόχλησης.

47.

Στην περίπτωση της προστασίας των τόπων, τα αντισταθμιστικά μέτρα ρυθμίζονται ως προϋπόθεση για τις παρεκκλίσεις από τη ζώνη προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους υπό τη μορφή μέτρων για τη διασφάλιση της συνοχής του δικτύου των ζωνών προστασίας (Natura 2000). Εντούτοις, στην ως άνω διάταξη, ο νομοθέτης τα συνδύασε με περαιτέρω απαιτήσεις, ιδίως με την εξέταση εναλλακτικών λύσεων και με τη διαπίστωση επιτακτικών λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Οι εν λόγω περαιτέρω απαιτήσεις θα καταστρατηγούνταν σε περίπτωση που λαμβάνονταν υπόψη αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 3 ( 19 ).

48.

Αντιθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας για τα πτηνά, οι παρεκκλίσεις από την απαγόρευση ενόχλησης δεν προϋποθέτουν την ύπαρξη αντισταθμιστικών μέτρων. Συνεπώς, δεν υφίσταται κίνδυνος καταστρατήγησης της διάταξης περί παρέκκλισης.

49.

Κατόπιν προσεκτικότερης εξέτασης, ωστόσο, εάν λαμβάνονταν υπόψη αντισταθμιστικά μέτρα στο πλαίσιο της απαγόρευσης ενόχλησης, τούτο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη πιο εμφανή καταστρατήγηση.

50.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας για τα πτηνά, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται απλώς να διατηρούν επαρκή ποικιλία και επιφάνεια οικοτόπων όλων των πτηνών, ανεξάρτητα από τυχόν ενοχλήσεις. Αντιθέτως, πρέπει επίσης να αποκαθιστούν ή να δημιουργούν τέτοιους οικοτόπους, όταν αυτοί είναι ανεπαρκείς ( 20 ). Ο κανονισμός για την επιστροφή στη φυσική κατάσταση ( 21 ) συγκεκριμενοποιεί ασφαλώς τις υποχρεώσεις αυτές και προβλέπει γενναιόδωρες προθεσμίες για τα μέτρα που απαιτεί ο κανονισμός. Ωστόσο, τούτο ουδόλως μεταβάλλει τη θεμελιώδη υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 3 της οδηγίας για τα πτηνά, η οποία υφίσταται εδώ και σαράντα χρόνια και, στην περίπτωση της Αυστρίας, από την προσχώρησή της ( 22 ).

51.

Στην περίπτωση κατά την οποία ο επαρκής πληθυσμός του συγκεκριμένου είδους εξαρτάται πράγματι από τον οικότοπό του –μόνο δε τότε θα μπορούσαν τα μέτρα βελτίωσης οικοτόπων να έχουν θετικό αντίκτυπο σε έναν ανεπαρκή πληθυσμό– τα κράτη μέλη θα έπρεπε, επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας για τα πτηνά, να αποκαταστήσουν ή να δημιουργήσουν, σε κάθε περίπτωση, τους αναγκαίους οικοτόπους του είδους.

52.

Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιτρέψουν την περαιτέρω επιδείνωση ανεπαρκούς πληθυσμού για τον λόγο και μόνο ότι η επιδείνωση συνδέεται με μέτρα βελτίωσης τα οποία, παρά ταύτα, δεν θα επαρκούσαν για την επίτευξη επαρκούς πληθυσμού.

53.

Αντιθέτως, το αποτέλεσμα των αντισταθμιστικών μέτρων μπορεί να ληφθεί, κατ’ αρχήν, υπόψη κατά την εκτίμηση της ενόχλησης μόνον αν τα μέτρα αυτά διασφαλίζουν ότι ο πληθυσμός του συγκεκριμένου είδους βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο, παρά την ενόχληση. Το αν το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί απόρροια των αντισταθμιστικών μέτρων ή μέτρων βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας για τα πτηνά, στερείται σημασίας στην περίπτωση αυτή.

γ) Δυνατότητα αποκατάστασης

54.

Το συμπέρασμα αυτό, ωστόσο, είναι απαραίτητο να μετριασθεί, όπως και στην περίπτωση των παρεμφερών απαγορεύσεων της προστασίας των ειδών βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους, υπό την έννοια ότι μια ενόχληση μπορεί κατ’ εξαίρεση να επιτραπεί ακόμη και στην περίπτωση ανεπαρκούς πληθυσμού, εφόσον δεν εμποδίζει την αποκατάσταση του επαρκούς πληθυσμού.

55.

Στην περίπτωση της προστασίας των ειδών βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους, η διατήρηση της ικανοποιητικής κατάστασης διατηρήσεως των πληθυσμών των συγκεκριμένων ζωικών ειδών στη φυσική περιοχή που διαβιούν τίθεται ως προϋπόθεση για τις παρεκκλίσεις, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους οικοτόπους, από τις απαγορεύσεις του άρθρου 12 της οδηγίας αυτής ( 23 ). Η προϋπόθεση αυτή έχει την ίδια έννοια με την απαίτηση, που μνημονεύεται εν προκειμένω, να διασφαλίζεται επαρκής πληθυσμός των θιγόμενων ειδών πτηνών.

56.

Εξ αυτού θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι παρεκκλίσεις βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους οικοτόπους επιτρέπονται μόνο σε περίπτωση ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης. Το Δικαστήριο επιτρέπει, ωστόσο, παρεκκλίσεις ακόμη και στην περίπτωση μη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης όταν αυτές δεν εμποδίζουν την αποκατάσταση των πληθυσμών σε ικανοποιητική κατάστασης διατήρησης ( 24 ).

57.

Η διαπίστωση αυτή αφορούσε μια περίπτωση στην οποία ο πληθυσμός του συγκεκριμένου είδους ήταν πολύ μικρός για να θεωρηθεί ότι υφίσταται ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, πλην όμως τα προηγούμενα έτη ο πληθυσμός αυτός είχε αυξηθεί σημαντικά ( 25 ). Ως εκ τούτου, φαινόταν εύλογη η πρόβλεψη ότι η μη ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης του είδους θα εξακολουθήσει να βελτιώνεται παρά τη θανάτωση μεμονωμένων ζώων, γεγονός που θα καθιστούσε δυνατή την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης. Σε περίπτωση μιας τέτοιας ευνοϊκής πρόβλεψης, ο σκοπός της οδηγίας για τους οικοτόπους να επιτευχθεί μια ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης δεν απαιτεί από ένα κράτος μέλος να αναμείνει την επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης, προτού χορηγήσει άδεια για μια δυσμενή επίπτωση, παρά την ύπαρξη κατά τα λοιπά υπέρτερων συμφερόντων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μια παρέκκλιση μπορεί να είναι ουδέτερη για το συγκεκριμένο είδος, μολονότι θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια μεμονωμένων ζώων.

58.

Αν, ωστόσο, η δυνατότητα αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης αρκεί στην περίπτωση παρέκκλισης από την απαγόρευση θανάτωσης βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, τούτο θα πρέπει κατά μείζονα λόγο να αρκεί για τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία για τα πτηνά με την απαγόρευση της ενόχλησης των πτηνών που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, όταν η ενόχληση δεν θα εμποδίσει την αποκατάσταση ενός πληθυσμού σε ικανοποιητικό επίπεδο.

59.

Συγκεκριμένα, οι ενοχλήσεις έχουν καταφανώς ηπιότερες δυσμενείς επιπτώσεις από ό,τι οι θανατώσεις. Ταυτόχρονα, οι ενοχλήσεις είναι από τη φύση τους πολύ συχνότερες από ό,τι οι θανατώσεις. Επιπλέον, οι απαγορεύσεις της οδηγίας για τα πτηνά ισχύουν για όλα τα πτηνά και, επομένως, έχουν σαφώς ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από τις απαγορεύσεις της οδηγίας για τους οικοτόπους που ισχύουν για ορισμένα σπάνια είδη. Η απαγόρευση ενόχλησης βάσει του άρθρου 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά μπορεί, ως εκ τούτου, να περιορίσει τις ανθρώπινες δραστηριότητες πολύ περισσότερο από ό,τι η απαγόρευση θανάτωσης βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους.

60.

Κατά την εξέταση της απαγόρευσης ενόχλησης, τα αντισταθμιστικά μέτρα που αποσκοπούν στη βελτίωση του οικοτόπου των συγκεκριμένων ειδών σε άλλες περιοχές μπορούν, επομένως, να στηρίξουν την πρόβλεψη ότι η ενόχληση δεν θα εμποδίσει την αποκατάσταση σε ικανοποιητικό επίπεδο. Ωστόσο, δεδομένου ότι πρόκειται για πρόβλεψη, μπορούν στο πλαίσιο αυτό να ληφθούν υπόψη τόσο τα αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία έχουν ήδη εφαρμοσθεί όσο και εκείνα τα οποία πρόκειται να εφαρμοσθούν. Συναφώς, τα αντισταθμιστικά μέτρα, εκ της φύσεώς τους, δεν μπορούν ασφαλώς να εφαρμοσθούν απευθείας στον τόπο της ενόχλησης, καθόσον ο τόπος αυτός έχει επηρεασθεί ως οικότοπος. Εντούτοις, πρέπει να εφαρμοσθούν σε ένα τόπο που παρουσιάζει γεωγραφική εγγύτητα με τον τόπο της ενόχλησης, διότι άλλως είναι αναμενόμενο η κατάσταση των ειδών που επηρεάζονται να μη μπορεί να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί, τουλάχιστον σε τοπικό επίπεδο.

3. Απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα

61.

Στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι ενόχληση πτηνών που οδηγεί σε μείωση του πληθυσμού των συγκεκριμένων ειδών πτηνών είναι συμβατή με το άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά μόνον εφόσον ο πληθυσμός αυτός παραμένει, παρά την ενόχληση, σε ικανοποιητικό επίπεδο ή αν μπορεί να υποτεθεί ότι η ενόχληση δεν θα εμποδίσει τη μελλοντική αποκατάσταση ικανοποιητικού επιπέδου. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος αυτού, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις των μέτρων βελτίωσης οικοτόπων του είδους σε άλλη περιοχή.

Β.   Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα – Εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των αντισταθμιστικών μέτρων

62.

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν πρέπει να αποκλείεται οποιαδήποτε επιστημονική αμφιβολία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των μέτρων για τη βελτίωση των οικοτόπων των εν λόγω ειδών σε άλλους τόπους υπό την έννοια ότι αρκεί προς τούτο η δεόντως τεκμηριωμένη εκτίμηση ενός εμπειρογνώμονα διορισμένου από το δικαστήριο ή, αντιθέτως, αν πρέπει να υπάρχει αντικειμενική επιστημονική τεκμηρίωση επιτυχούς πρακτικής εμπειρίας σε σχέση με τα μέτρα αυτά.

63.

Μια αντικειμενική επιστημονική τεκμηρίωση θα απαιτούσε, κατόπιν προσεκτικότερης εξέτασης, δύο χρονοβόρες μελέτες. Αφενός, θα έπρεπε να προσδιορισθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις της ενόχλησης στον πληθυσμό των συγκεκριμένων ειδών. Αφετέρου, θα ήταν αναγκαίο να διαπιστωθούν τα ευεργετικά αποτελέσματα των αντισταθμιστικών μέτρων στον πληθυσμό αυτόν. Αμφότερες οι μελέτες θα απαιτούσαν, ιδίως όσον αφορά δασικούς οικοτόπους, μια σύγκριση μακροπρόθεσμα της κατάστασης πριν και μετά από το εκάστοτε μέτρο. Επομένως, ειδικά το αποτέλεσμα της διατήρησης του μεγάλης ηλικίας και των νεκρών δέντρων εξαρτάται από την πάροδο του χρόνου. Ομοίως, τα αποτελέσματα της ενόχλησης που προκύπτει από το έργο θα μεταβληθούν στην πορεία του χρόνου. Επιπλέον, η εξέλιξη των δύο εξεταζόμενων αντικειμένων πρέπει να απομονωθεί από άλλους παράγοντες, όπως οι καιρικές συνθήκες, η διαθέσιμη τροφή ή οι ασθένειες.

64.

Ακόμη και αν υπήρχαν τέτοιες μελέτες για παρόμοιες καταστάσεις, θα εξακολουθούσε να είναι αμφίβολο –όπως υπογραμμίζουν η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας, ο Δήμος Sankt Pölten και η ASFINAG– σε ποιον βαθμό θα μπορούσαν πράγματι να εφαρμοσθούν εν προκειμένω τα συμπεράσματά τους.

65.

Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο εμπειρογνώμονας δεν μπόρεσε να βρει μελέτη η οποία να αποσαφηνίζει οριστικά το ζήτημα της αποτελεσματικότητας των επίμαχων αντισταθμιστικών μέτρων. Υπάρχουν μόνο μελέτες που έχουν ορισμένη ενδεικτική αξία ( 26 ).

66.

Επομένως, πρέπει, ακολούθως, να διευκρινισθεί ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να εκτιμάται η αποτελεσματικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων. Συναφώς, πρέπει κατ’ αρχάς να εξετασθεί η θέση από την οποία εκκινεί το αιτούν δικαστήριο και κατά την οποία οποιαδήποτε επιστημονική αμφιβολία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων πρέπει να αποκλείεται (βλ. υπό 1) και, στη συνέχεια, πρέπει να εξετασθούν τα γενικά κριτήρια του δικαίου της Ένωσης για την εκτίμηση σύνθετων επιστημονικών ζητημάτων (βλ. υπό 2).

1. Πρέπει να αποκλείεται οποιαδήποτε επιστημονική αμφιβολία;

67.

Το αιτούν δικαστήριο συνάγει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε εύλογη επιστημονική αμφιβολία ή οποιαδήποτε εύλογη, από επιστημονικής απόψεως, αμφιβολία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων, πρέπει να αποκλείεται.

68.

Ασφαλώς ούτε στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, ούτε σε άλλες διατάξεις της οδηγίας για τα πτηνά ή στη νομολογία υπάρχει ρητή αναφορά στην εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου στην απαγόρευση ενόχλησης. Ωστόσο, το Δικαστήριο ερμηνεύει διάφορες άλλες διατάξεις υπό το πρίσμα του κριτηρίου αυτού, στηριζόμενο σε μια ιδιαίτερα αυστηρή ανάγνωση της αρχής της προφύλαξης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ( 27 ). Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί διεξοδικότερα αν το περιοριστικό αυτό κριτήριο μπορεί να εφαρμοσθεί και στην εκτίμηση αντισταθμιστικών μέτρων σε σχέση με την απαγόρευση ενόχλησης.

69.

Εντούτοις, θα καταδείξω ότι ούτε η νομολογία σχετικά με την παρέκκλιση από το άρθρο 16 της οδηγίας για τους οικοτόπους (βλ. υπό α), ούτε η νομολογία σχετικά με την έγκριση σχεδίων βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας αυτής (βλ. υπό β), ούτε η νομολογία σχετικά με το άρθρο 14 της οδηγίας αυτής (βλ. υπό γ) μπορούν να εφαρμοσθούν στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά.

α) Η νομολογία σχετικά με το άρθρο 16 της οδηγίας για τους οικοτόπους

70.

Κατ’ αρχάς, θα μπορούσε να εξετασθεί η εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με το άρθρο 16 της οδηγίας για τους οικοτόπους εν προκειμένω. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η διατήρηση ή η αποκατάσταση της ικανοποιητικής κατάστασης διατηρήσεως του συγκεκριμένου είδους αποτελεί προϋπόθεση για την παρέκκλιση από τις απαγορεύσεις του άρθρου 12 της οδηγίας αυτής που αποσκοπούν στην προστασία των ειδών ( 28 ). Το κράτος μέλος οφείλει να απόσχει από την υιοθέτηση της παρέκκλισης, αν από την εξέταση των βέλτιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων εξακολουθεί να υφίσταται αβεβαιότητα ως προς το αν μια παρέκκλιση θα έθιγε ή όχι τη διατήρηση ή την αποκατάσταση των πληθυσμών ενός απειλούμενου με εξαφάνιση είδους, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης ( 29 ).

71.

Ισχύει όμως το ίδιο και για την εφαρμογή της απαγόρευσης ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά; Αντιτίθεται η ως άνω απαγόρευση σε ένα έργο, αν από την εξέταση των βέλτιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων εξακολουθεί, παρά τα αντισταθμιστικά μέτρα, να υφίσταται αβεβαιότητα ως προς το αν είναι δυνατή η διατήρηση ή η αποκατάσταση των συγκεκριμένων ειδών πτηνών σε ικανοποιητικό επίπεδο;

72.

Η προϋπόθεση της διατήρησης ή της αποκατάστασης ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 16 της οδηγίας για τους οικοτόπους επιτελεί παρόμοια λειτουργία με εκείνη της προϋποθέσεως του άρθρου 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά, σύμφωνα με την οποία ο πληθυσμός των συγκεκριμένων πτηνών παραμένει, παρά την ενόχληση, σε ικανοποιητικό επίπεδο ή μπορεί να υποτεθεί ότι η ενόχληση δεν θα εμποδίσει τη μελλοντική αποκατάσταση του ικανοποιητικού επιπέδου. Εφόσον η προϋπόθεση αυτή πληρούται, ενδεχομένως λόγω αντισταθμιστικών μέτρων, η απαγόρευση ενόχλησης δεν τυγχάνει, κατά τη γνώμη μου, εφαρμογής.

73.

Το άρθρο 16 της οδηγίας για τους οικοτόπους εισάγει, ωστόσο, παρέκκλιση από τις απαγορεύσεις του άρθρου 12 και, ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς ( 30 ). Το Δικαστήριο, απαιτεί κατά κανόνα μια συσταλτική ερμηνεία όσον αφορά τις παρεκκλίσεις, φοβούμενο ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα καταστούν κενές περιεχομένου οι διατάξεις από τις οποίες επιτρέπονται παρεκκλίσεις ( 31 ). Η ιδέα αυτή αντικατοπτρίζεται στο περιοριστικό κριτήριο ελέγχου, το οποίο απαιτεί να αποκλείεται οποιαδήποτε αβεβαιότητα προτού εφαρμοσθεί η παρέκκλιση.

74.

Αντιθέτως, η βλάβη του πληθυσμού των συγκεκριμένων ειδών πτηνών ή της δυνατότητας αποκατάστασής τους αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της απαγόρευσης ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά. Η νομολογία σχετικά με το άρθρο 16 δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να τύχει απευθείας εφαρμογής εν προκειμένω.

β) Η νομολογία σχετικά με το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους

75.

Το Δικαστήριο δεν ερμηνεύει, ωστόσο, μόνον τις παρεκκλίσεις στηριζόμενο σε μια αυστηρή προσέγγιση της αρχής της προφύλαξης. Αντιθέτως, η προσέγγιση αυτή απορρέει από την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, στην οποία αναφέρεται και το αιτούν δικαστήριο. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα της ζώνης προστασίας Natura 2000.

76.

Αναφορικά με τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα διάφορα σχέδια που θα μπορούσαν να παραβλάψουν την ακεραιότητα ζώνης προστασίας μπορούν να εγκριθούν μόνον εφόσον έχει διαμορφωθεί, από επιστημονικής απόψεως, η πεποίθηση ότι αυτά δεν θα έχουν επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα αυτού του τόπου ( 32 ).

77.

Σε αντίθεση με το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, η απαγόρευση ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά δεν είναι, ωστόσο, διατυπωμένη κατά τρόπο που, προκειμένου να επιτρέπονται ενοχλήσεις, να πρέπει να αποκλείονται οι σημαντικές επιπτώσεις στους σκοπούς της οδηγίας. Αντιθέτως, απαιτείται η θετική διαπίστωση τέτοιων επιπτώσεων, προκειμένου να ισχύσει η απαγόρευση ενοχλήσεων ( 33 ). Ούτε η νομολογία σχετικά με το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, μπορεί, ως εκ τούτου, να τύχει απευθείας εφαρμογής εν προκειμένω.

γ) Η νομολογία σχετικά με το άρθρο 14 της οδηγίας για τους οικοτόπους

78.

Η νομολογία σχετικά με το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους οικοτόπους είναι εκείνη που προσεγγίζει περισσότερο τη νομολογία σχετικά με το άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά. Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη εκδίδουν μέτρα, ώστε τα λαμβανόμενα δείγματα ορισμένων ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος, καθώς και η εκμετάλλευσή τους, να μην αντιβαίνουν προς τη διατήρησή τους σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης.

79.

Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι, αν κατόπιν της εξέτασης των βέλτιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων εξακολουθεί να υφίσταται αβεβαιότητα ως προς το αν η εκμετάλλευση ενός είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος συμβιβάζεται με τη διατήρηση του είδους αυτού σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος οφείλει να μην επιτρέψει τη συλλογή ή εκμετάλλευση ενός είδους ( 34 ).

80.

Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους οικοτόπους και το άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά έχουν παρόμοια διατύπωση, δεδομένου ότι αμφότερες οι διατάξεις απαιτούν τη θετική διαπίστωση κατά πόσον η συλλογή ή η εκμετάλλευση, αφενός, ή η ενόχληση, αφετέρου, είναι συμβατές με μια ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης ή ένα ικανοποιητικό επίπεδο πληθυσμού του συγκεκριμένου είδους.

81.

Ωστόσο, τα προστατευόμενα είδη διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους οικοτόπους προστατεύει είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο ζʹ, της εν λόγω οδηγίας. Αντιθέτως, η απαγόρευση ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά ισχύει για όλα τα πτηνά, ανεξαρτήτως της διακινδύνευσης και της ανάγκης προστασίας τους.

82.

Επιπλέον, η απαγόρευση της απλώς αποδεκτής ( 35 ) ενόχλησης πτηνών είναι από τη φύση της εμφανώς ευρύτερη από τους περιορισμούς της συλλογής ή της εκμετάλλευσης ειδών που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας. Οι ενοχλήσεις πτηνών γίνονται συχνά αποδεκτές, ενώ η συλλογή ή η εκμετάλλευση ειδών που χρήζουν προστασίας και, ως εκ τούτου, είναι συνήθως σπάνια είδη συμβαίνουν λιγότερο συχνά, στηρίζονται δε σε συνειδητή επιλογή.

83.

Οι διαφορές αυτές δικαιολογούν την αναγνώριση ευρέος πεδίου εφαρμογής στο άρθρο 14 της οδηγίας για τους οικοτόπους, αλλά όχι στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά.

δ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα

84.

Από τα ανωτέρω συνάγω ότι η απαγόρευση ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά δεν εφαρμόζεται άνευ ετέρου, όταν κατόπιν εξέτασης των βέλτιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων εξακολουθεί να υφίσταται αβεβαιότητα ή εύλογη αμφιβολία ως προς το αν μπορεί να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο πληθυσμού των συγκεκριμένων ειδών πτηνών. Αντιθέτως, απαιτείται η θετική διαπίστωση ότι η ενόχληση επηρεάζει το ικανοποιητικό επίπεδο των συγκεκριμένων ειδών πτηνών ή εμποδίζει την αποκατάστασή τους, προτού εφαρμοσθεί η απαγόρευση.

2. Κριτήρια του δικαίου της Ένωσης για τη διενέργεια σύνθετων επιστημονικών εκτιμήσεων

85.

Οι σύνθετες επιστημονικές εκτιμήσεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή της απαγόρευσης ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά θα πρέπει να διενεργούνται βάσει των συνήθων κριτηρίων.

86.

Συναφώς, όπως υποστηρίζει ο Δήμος Sankt Pölten, ελλείψει ρυθμίσεως στο δίκαιο της Ένωσης σχετικά με την εξέταση της απαγόρευσης ενόχλησης, πρέπει να αναφερθεί πρωτίστως η αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών. Δεδομένου ότι η αρχή αυτή ισχύει και για ζητήματα αποδείξεως ( 36 ), εφαρμόζεται και στην εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των αντισταθμιστικών μέτρων. Επομένως, ο τρόπος με τον οποίο αυτή εξετάζεται, πρέπει, κατ’ αρχήν, να ρυθμίζεται από τα κράτη μέλη.

87.

Οι ρυθμίσεις των κρατών μελών πρέπει, εντούτοις, να πληρούν τη διττή προϋπόθεση να μην είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που ρυθμίζουν παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εθνικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και να μην καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 37 ).

88.

Η αρχή της αποτελεσματικότητας σε σχέση με την απαγόρευση ενόχλησης σημαίνει κυρίως ότι δεν πρέπει να δυσχεραίνεται αδικαιολόγητα η απόδειξη σημαντικών επιπτώσεων στους σκοπούς της οδηγίας για τα πτηνά.

89.

Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, ορισμένοι από τους μετέχοντες στη διαδικασία επισημαίνουν ότι τα αυστριακά δικαστήρια ζητούν τακτικά από εμπειρογνώμονες διορισμένους από δικαστήριο να διατυπώσουν επιστημονικά τεκμηριωμένες γνώμες.

90.

Επιπλέον, πρέπει να τηρούνται και άλλες αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως η αρχή της χρηστής διοίκησης και η προαναφερθείσα αρχή της προφύλαξης.

91.

Τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν την αρχή της χρηστής διοίκησης κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, όχι βάσει του άρθρου 41 του Χάρτη ( 38 ), αλλά ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης ( 39 ). Η αρχή αυτή επιβάλλει να προβαίνει μια διοικητική αρχή, μεταξύ άλλων, σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση όλων των κρίσιμων πτυχών, ώστε, κατά την έκδοση της απόφασής της, να διαθέτει τα κατά το δυνατόν πληρέστερα και πλέον αξιόπιστα στοιχεία ( 40 ).

92.

Επιπλέον, τα μέτρα που βασίζονται στην αρχή της προφύλαξης, ήτοι ιδίως η εφαρμογή διατάξεων του περιβαλλοντικού δικαίου της Ένωσης, προϋποθέτουν, κατά κανόνα, μια συνολική αξιολόγηση των σχετικών κινδύνων βάσει των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και πρόσφατων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας ( 41 ). Το Δικαστήριο απαιτεί τακτικά και ορθώς μια τέτοια αξιολόγηση στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος ( 42 ) και ιδίως για την απόδειξη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις παρέκκλισης από τις προστατευτικές διατάξεις της οδηγίας για τα πτηνά ( 43 ), χωρίς ωστόσο να αναφέρεται ρητώς στις εν λόγω αρχές.

93.

Τέλος, οι σχετικές διαπιστώσεις πρέπει επίσης να αιτιολογούνται δεόντως. Αυτό συνάγεται επίσης από το δικαίωμα χρηστής διοίκησης ( 44 ) και, επιπλέον, όσον αφορά τις αποφάσεις για περιβαλλοντικά θέματα που απαιτούν τη συμμετοχή του κοινού σύμφωνα με το άρθρο 6 της Σύμβασης του Aarhus ( 45 ), κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 9, της εν λόγω σύμβασης. Ωστόσο, ο αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων και η αποτελεσματική έννομη προστασία προϋποθέτουν επίσης ότι το επιληφθέν δικαστήριο και οι αιτούντες έννομη προστασία έχουν πρόσβαση στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε με την απόφαση είτε, τουλάχιστον, κατόπιν αιτήματος ( 46 ).

94.

Κατά συνέπεια, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι σύνθετες εκτιμήσεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή της απαγόρευσης ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για τα πτηνά μπορούν να στηρίζονται, στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, σε τεκμηριωμένες γνώμες εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι, με τη σειρά τους, πρέπει να βασίζονται στα πλέον αξιόπιστα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και στα πρόσφατα αποτελέσματα της διεθνούς έρευνας.

V. Πρόταση

95.

Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:

1)

Ενόχληση πτηνών που οδηγεί σε μείωση του πληθυσμού των συγκεκριμένων ειδών πτηνών είναι συμβατή με το άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2009/147/EK περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, μόνον εφόσον ο πληθυσμός αυτός παραμένει, παρά την ενόχληση, σε ικανοποιητικό επίπεδο ή αν μπορεί να υποτεθεί ότι η ενόχληση δεν θα εμποδίσει τη μελλοντική αποκατάσταση ενός ικανοποιητικού επιπέδου πληθυσμού. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος αυτού, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις μέτρων βελτίωσης οικοτόπων του είδους σε άλλη περιοχή.

2)

Οι σύνθετες εκτιμήσεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή της απαγόρευσης ενόχλησης που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2009/147 μπορούν, στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, να στηρίζονται σε τεκμηριωμένες γνώμες εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι, με τη σειρά τους, πρέπει να βασίζονται στα πλέον αξιόπιστα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και στα πλέον πρόσφατα αποτελέσματα της διεθνούς έρευνας.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.

( 2 ) Οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ 2010, L 20, σ. 7).

( 3 ) Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Voore Mets και Lemeks Põlva (C‑784/23, EU:C:2025:609, σκέψη 49).

( 4 ) Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/17/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ 2013, L 158, σ. 193).

( 5 ) Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Voore Mets και Lemeks Põlva (C‑784/23, EU:C:2025:609, σκέψη 49).

( 6 ) Προτάσεις μου στην υπόθεση Voore Mets και Lemeks Põlva (C‑784/23, EU:C:2025:67, σημεία 39, 40 και 47).

( 7 ) Προτάσεις μου στην υπόθεση Voore Mets και Lemeks Põlva (C‑784/23, EU:C:2025:67, σημεία 92 έως 101).

( 8 ) Κατ’ αρχάς, άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2577 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για την επιτάχυνση της ανάπτυξης ανανεώσιμης ενέργειας (ΕΕ 2022, L 335, σ. 36), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/223, του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2023 (ΕΕ L, 2024/223), έπειτα, άρθρο 15γ, παράγραφος 1, άρθρο 15ε, παράγραφοι 2 και 4, καθώς και άρθρο 16α, παράγραφος 5, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ 2018, L 328, σ. 82), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2023/2413 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Οκτωβρίου 2023 για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και της οδηγίας 98/70/ΕΚ όσον αφορά την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου (ΕΕ L, 2023/2413).

( 9 ) Απόφαση της 12ης Απριλίου 2018, People Over Wind και Sweetman (C‑323/17, EU:C:2018:244).

( 10 ) Απόφαση της 12ης Απριλίου 2018, People Over Wind και Sweetman (C‑323/17, EU:C:2018:244, σκέψη 40).

( 11 ) Απόφαση της 12ης Απριλίου 2018, People Over Wind και Sweetman (C‑323/17, EU:C:2018:244, σκέψεις 37 έως 39).

( 12 ) Με τον τρόπο αυτό αντιλαμβάνομαι την απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Δάσος της Białowieża) (C‑441/17, EU:C:2018:255, σκέψεις 255 και 259).

( 13 ) Αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2014, Briels κ.λπ. (C‑521/12, EU:C:2014:330, σκέψη 28), και της 25ης Ιουλίου 2018, Grace & Sweetman (C‑164/17, EU:C:2018:593, σκέψη 51).

( 14 ) Βλ., σχετικά με την προστασία μιας περιοχής, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, Coöperatie Mobilisation for the Environment κ.λπ. (C‑293/17 και C‑294/17, EU:C:2018:882, σκέψη 125). Η προηγηθείσα απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Moorburg) (C‑142/16, EU:C:2017:301, σκέψη 38), δεν είναι σαφής ως προς το σημείο αυτό.

( 15 ) Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Voore Mets και Lemeks Põlva (C‑784/23, EU:C:2025:609, σκέψη 51).

( 16 ) Βλ. άρθρο 1, στοιχείο θʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους, καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση Eesti Suurkiskjad (C‑629/23, EU:C:2024:1029, ιδίως σημεία 43 έως 46).

( 17 ) Ομοίως, σχετικά με την προστασία μιας περιοχής κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Orleans κ.λπ. (C‑387/15 και C‑388/15, EU:C:2016:583, σκέψη 57).

( 18 ) Αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2014, Briels κ.λπ. (C‑521/12, EU:C:2014:330, σκέψη 32), της 21ης Ιουλίου 2016, Orleans κ.λπ. (C‑387/15 και C‑388/15, EU:C:2016:583, σκέψη 55), της 26ης Απριλίου 2017, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Moorburg) (C‑142/16, EU:C:2017:301, σκέψεις 37 και 38), της 25ης Ιουλίου 2018, Grace και Sweetman (C‑164/17, EU:C:2018:593, σκέψεις 51 έως 53), και της 7ης Νοεμβρίου 2018, Coöperatie Mobilisation for the Environment κ.λπ. (C‑293/17 και C‑294/17, EU:C:2018:882, σκέψη 126).

( 19 ) Αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2014, Briels κ.λπ. (C‑521/12, EU:C:2014:330, σκέψεις 33 έως 38), και της 21ης Ιουλίου 2016, Orleans κ.λπ. (C‑387/15 και C‑388/15, EU:C:2016:583, σκέψεις 60 έως 63).

( 20 ) Βλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Χιονόκοτα) (C‑117/00, EU:C:2002:366, σκέψεις 15 έως 21).

( 21 ) Κανονισμός (EE) 2024/1991 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2024, για την αποκατάσταση της φύσης και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869 (ΕΕ L, 2024/1991).

( 22 ) Πρβλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑209/04, EU:C:2006:195, σκέψη 43).

( 23 ) Απόφαση της 10ης Μαΐου 2007, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Μεταφορά της οδηγίας για τους οικοτόπους στα ομόσπονδα κράτη) (C‑508/04, EU:C:2007:274, σκέψη 115).

( 24 ) Αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2007, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Θήρα του λύκου) (C‑342/05, EU:C:2007:341, σκέψη 29), και της 10ης Οκτωβρίου 2019, Luonnonsuojeluyhdistys Tapiola (C‑674/17, EU:C:2019:851, σκέψη 68).

( 25 ) Βλ. απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Θήρα του λύκου) (C‑342/05, EU:C:2007:341, σκέψη 26), και προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Θήρα του λύκου) (C‑342/05, EU:C:2006:752, σημείο 44).

( 26 ) Βλ., για παράδειγμα, Michalek, K. G., Auer, J. A., Großberger, H., Schmalzer, A., και Winkler, H. (2001), «Die Einflüsse von Lebensraum, Witterung und Waldbewirtschaftung auf die Brutdichte von Bunt-und Mittelspecht (Picoides major und P. medius)», σε Wienerwald, Abhandlungen und Berichte aus dem Museum Heineanum, 5, σ. 31 έως 58, ή Mollet, P., Zbinden, N., και Schmid, H. (2009), «Steigende Bestandszahlen bei Spechten und anderen Vogelarten dank Zunahme von Totholz?| An increase in the population of woodpeckers and other bird species thanks to an increase in the quantities of deadwood?», Schweizerische Zeitschrift für Forstwesen, 160(11), σ. 334 έως 340.

( 27 ) Εκτός από τις αποφάσεις σχετικά με την οδηγία για τους οικοτόπους που μνημονεύονται κατωτέρω, βλ. επίσης, σχετικά με τη νομοθεσία περί αποβλήτων, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2019, Prato Nevoso Termo Energy (C‑212/18, EU:C:2019:898, σκέψη 58), και, αναφορικά με την οδηγία 2010/75/ΕΕ της 24ης Νοεμβρίου 2010 περί βιομηχανικών εκπομπών (ΕΕ 2010, L 334, σ. 17), απόφαση της 9ης Μαρτίου 2023, Sdruzhenie Za Zemyata – dostap do pravosadie κ.λπ. (C‑375/21, EU:C:2023:173, σκέψη 53). Βλ. επίσης, επ’ αυτού, Sobotta, C. (2020), «Recent applications of the precautionary principle in the jurisprudence of the CJEU – a new yardstick in EU environmental decision making?», ERA Forum Vol. 21, σ. 723.

( 28 ) Βλ. σημεία 55 έως 57 των παρουσών προτάσεων.

( 29 ) Απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2019, Luonnonsuojeluyhdistys Tapiola (C‑674/17, EU:C:2019:851, σκέψεις 66, 68 και 69).

( 30 ) Αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Μεταφορά της οδηγίας για τους οικοτόπους) (C‑6/04, EU:C:2005:626, σκέψη 111), και της 10ης Οκτωβρίου 2019, Luonnonsuojeluyhdistys Tapiola (C‑674/17, EU:C:2019:851, σκέψη 30). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση ASCEL (C‑436/22, EU:C:2024:83, σημείο 66).

( 31 ) Αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1962, Acciaierie Ferriere e Fonderie di Modena κατά Ανωτάτης Αρχής ΕΚΑΧ [16/61, EU:C:1962:29, σ. 783 (σ. 610 στη γερμανική έκδοση)], της 14ης Δεκεμβρίου 1962, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου και Βελγίου [2/62 και 3/62, EU:C:1962:45, σ. 799 (σ. 884 στη γερμανική έκδοση)], και της 30ής Απριλίου 2024, Procura della Repubblica presso il Tribunale di Bolzano (C‑178/22, EU:C:2024:371, σκέψη 48).

( 32 ) Αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging (C‑127/02, EU:C:2004:482, σκέψεις 58 και 59), της 17ης Απριλίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Δάσος της Białowieża) (C‑441/17, EU:C:2018:255, σκέψη 117), και της 15ης Ιουνίου 2023, Eco Advocacy (C‑721/21, EU:C:2023:477, σκέψη 38).

( 33 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση ASCEL (C‑436/22, EU:C:2024:83, σημείο 67) και στην υπόθεση PAN Europe κατά Επιτροπής (C‑316/24 P, EU:C:2025:422, σημεία 117 και 128).

( 34 ) Αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2024, ASCEL (C‑436/22, EU:C:2024:656, σκέψη 72), και της 12ης Ιουνίου 2025, Eesti Suurkiskjad (C‑629/23, EU:C:2025:429, σκέψη 42).

( 35 ) Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Voore Mets und Lemeks Põlva (C‑784/23, EU:C:2025:609, σκέψη 49).

( 36 ) Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2017, W κ.λπ. (C‑621/15, EU:C:2017:484, σκέψη 25), και της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ. (C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791, σκέψεις 222 και 223).

( 37 ) Αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Rewe-Zentralfinanz και Rewe-Zentral (33/76, EU:C:1976:188, σκέψη 5), της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψεις 44 και 46), και της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Deutsche Umwelthilfe (C‑752/18, EU:C:2019:1114, σκέψη 33).

( 38 ) Αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2014, YS κ.λπ. (C‑141/12 και C‑372/12, EU:C:2014:2081, σκέψη 67), και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 83).

( 39 ) Αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2014, N. (C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψεις 49 και 50), της 14ης Μαΐου 2020, Agrobet CZ (C‑446/18, EU:C:2020:369, σκέψη 43), και της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság κ.λπ. (C‑159/21, EU:C:2022:708, σκέψη 35).

( 40 ) Αποφάσεις της 14ης Μαΐου 2020, Agrobet CZ (C‑446/18, EU:C:2020:369, σκέψη 44), και της 21ης Οκτωβρίου 2021, CHEP Equipment Pooling (C‑396/20, EU:C:2021:867, σκέψη 48).

( 41 ) Πρβλ. αποφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑333/08, EU:C:2010:44, σκέψη 92), της 1ης Οκτωβρίου 2019, Blaise κ.λπ. (C‑616/17, EU:C:2019:800, σκέψη 46, βλ., επίσης, σκέψεις 93 και 94), και της 9ης Νοεμβρίου 2023, Global Silicones Council κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑558/21 P, EU:C:2023:839, σκέψη 66).

( 42 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging (C‑127/02, EU:C:2004:482, σκέψη 54), και της 12ης Ιουνίου 2025, Eesti Suurkiskjad (C‑629/23, EU:C:2025:429, σκέψη 42).

( 43 ) Αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2020, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Εαρινή θήρα της αρσενικής πουπουλόπαπιας) (C‑217/19, EU:C:2020:291, σκέψη 70), και της 17ης Μαρτίου 2021, One Voice και Ligue pour la protection des oiseaux (C‑900/19, EU:C:2021:211, σκέψη 30).

( 44 ) Αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2019, PI (C‑230/18, EU:C:2019:383, σκέψη 57), της 24ης Νοεμβρίου 2020, Minister van Buitenlandse Zaken (C‑225/19 και C‑226/19, EU:C:2020:951, σκέψη 34), και της 24ης Φεβρουαρίου 2022, SC Cridar Cons (C‑582/20, EU:C:2022:114, σκέψη 54).

( 45 ) Σύμβαση του 1998 για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος (ΕΕ 2005, L 124, σ. 4), η οποία υιοθετήθηκε με την απόφαση 2005/370/ΕΕ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ 2005, L 124, σ. 1).

( 46 ) Πρβλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1987, Heylens κ.λπ. (222/86, EU:C:1987:442, σκέψη 15), και της 30ής Απριλίου 2009, Mellor (C‑75/08, EU:C:2009:279, σκέψη 59). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Holohan κ.λπ. (C‑461/17, EU:C:2018:649, σημείο 65).