ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 24ης Μαΐου 2023 ( *1 )

«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αίτηση για την επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχωρίσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Λεκτικό σήμα EMMENTALER – Απόλυτος λόγος απαραδέκτου – Περιγραφικός χαρακτήρας – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 – Συλλογικό σήμα – Άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Άρθρο 94 του κανονισμού 2017/1001»

Στην υπόθεση T‑2/21,

Emmentaler Switzerland, με έδρα τη Βέρνη (Ελβετία), εκπροσωπούμενη από τους S. Völker και M. Pemsel, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενο από την A. Graul και τον D. Hanf,

καθού,

υποστηριζόμενο από την

Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller, M. Hellmann, U. Bartl και J. Heitz,

από τη

Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την A.‑L. Desjonquères και τον G. Bain,

και από το

Centre national interprofessionnel de l’économie laitière (CNIEL), με έδρα το Παρίσι (Γαλλία), εκπροσωπούμενο από τους E. Baud και P. Marchiset, δικηγόρους,

παρεμβαίνοντες,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους A. Kornezov, πρόεδρο, K. Kowalik‑Bańczyk και D. Petrlík (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: R. Ūkelytė, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα Emmentaler Switzerland ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 28ης Οκτωβρίου 2020 (υπόθεση R 2402/2019‑2) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

Ιστορικό της διαφοράς

2

Στις 4 Οκτωβρίου 2017 το διεθνές γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας δέχθηκε την αίτηση της προσφεύγουσας για τη διεθνή καταχώριση του υπ’ αριθ. 1378524 λεκτικού σήματος EMMENTALER. Στις 7 Δεκεμβρίου 2017 η διεθνής καταχώριση κοινοποιήθηκε στο EUIPO, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1).

3

Τα προϊόντα των οποίων ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στην κλάση 29, κατά την έννοια της Συμφωνίας της Νίκαιας που αφορά τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Τυριά προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης “emmentaler”».

4

Με απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2019, η εξετάστρια απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2017/1001, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, αυτού.

5

Στις 25 Οκτωβρίου 2019 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO κατά της αποφάσεως της εξετάστριας.

6

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001, με την αιτιολογία ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ήταν περιγραφικό.

Αιτήματα των διαδίκων

7

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,

να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών.

8

Το EUIPO, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Γαλλική Δημοκρατία και το Centre national interprofessionnel de l’économie laitière (εθνικό διεπαγγελματικό κέντρο γαλακτοκομίας, CNIEL) ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή,

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

9

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 και ο δεύτερος παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του ίδιου κανονισμού.

10

Το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 προβλέπει ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού, συλλογικά σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να αποτελέσουν σημεία ή ενδείξεις που δύνανται να χρησιμεύσουν στο εμπόριο προς δήλωση της γεωγραφικής προελεύσεως των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών.

11

Ωστόσο, δεδομένου ότι η ανωτέρω διάταξη προβλέπει παρέκκλιση από τον απόλυτο λόγο απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ως άνω κανονισμού, πρέπει να ερμηνεύεται στενά και, ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής της δεν μπορεί να καταλαμβάνει τα σημεία που θα θεωρηθούν ως δηλωτικά του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, του χρόνου παραγωγής ή άλλου χαρακτηριστικού γνωρίσματος των επίμαχων προϊόντων, αλλά μόνον τα σημεία που θα θεωρηθούν ως δηλωτικά της γεωγραφικής προέλευσης των εν λόγω προϊόντων [πρβλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 2011, Consejo Regulador de la Denominación de Origen Txakoli de Álava κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (TXAKOLI), T‑341/09, EU:T:2011:220, σκέψεις 33 και 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

12

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών, πρέπει να εξεταστεί κατ’ αρχάς ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο η προσφεύγουσα υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το υπό κρίση σημείο δεν δηλώνει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των επίμαχων προϊόντων, ήτοι έναν τύπο τυριού.

Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2017/1001

13

Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2017/1001. Ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως έχει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, καθώς στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού. Με το δεύτερο σκέλος προβάλλεται, αφενός, ότι το τμήμα προσφυγών εκτίμησε εσφαλμένως τα αποδεικτικά στοιχεία και, ως εκ τούτου, κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ήταν περιγραφικό των επίμαχων προϊόντων και, αφετέρου, ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει.

Επί του πρώτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001

14

Κατά το EUIPO και τη Γαλλική Δημοκρατία, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως είναι απαράδεκτο, καθόσον η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, ενώ η εν λόγω απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού.

15

Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001 συνιστά lex specialis σε σχέση με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού και, ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά στην πρώτη εκ των διατάξεων αυτών δεν έχει καμία σημασία εν προκειμένω. Κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε ανάλυση υπό το πρίσμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001, αλλά πρέπει επίσης να λάβει υπόψη και το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού.

16

Κατά πάγια νομολογία, καθένας από τους λόγους άρνησης της καταχωρίσεως που παρατίθενται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001 είναι ανεξάρτητος των άλλων και χρήζει χωριστής εξέτασης [βλ. αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Henkel κατά ΓΕΕΑ, C‑456/01 P και C‑457/01 P, EU:C:2004:258, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 31ης Ιανουαρίου 2018, Novartis κατά EUIPO – SK Chemicals (Αναπαράσταση εμπλάστρου), T‑44/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:48, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

17

Πέραν τούτου, από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001 προκύπτει ότι αρκεί να συντρέχει ένας από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή προκειμένου να μην είναι δυνατή η καταχώριση σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ. αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2008, Lancôme κατά ΓΕΕΑ – CMS Hasche Sigle (COLOR EDITION), T‑160/07, EU:T:2008:261, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 17ης Απριλίου 2013, Continental Bulldog Club Deutschland κατά ΓΕΕΑ (CONTINENTAL), T‑383/10, EU:T:2013:193, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

18

Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, σήμα που είναι περιγραφικό των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων προϊόντων ή υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001, στερείται οπωσδήποτε, εκ του λόγου αυτού, διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα ίδια αυτά προϊόντα ή υπηρεσίες, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (βλ. απόφαση της 17ης Απριλίου 2013, CONTINENTAL, T‑383/10, EU:T:2013:193, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

19

Επομένως, το τμήμα προσφυγών μπορούσε να περιοριστεί στην εξέταση του κατά πόσον το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ήταν περιγραφικό κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001, χωρίς να αποφανθεί σχετικά με την εφαρμογή άλλων απολύτων λόγων απαραδέκτου, όπως είναι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού.

20

Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, χωρίς να είναι αναγκαίο να κριθεί το παραδεκτό του.

Επί του δευτέρου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001 καθώς και παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

21

Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001, δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, προς δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών τους.

22

Τα εν λόγω σημεία ή ενδείξεις τεκμαίρονται ως ακατάλληλα να επιτελέσουν την κύρια λειτουργία του σήματος, δηλαδή τη συνιστάμενη στον προσδιορισμό της εμπορικής προελεύσεως του προϊόντος ή της υπηρεσίας [αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2003, ΓΕΕΑ κατά Wrigley, C‑191/01 P, EU:C:2003:579, σκέψη 30, της 27ης Φεβρουαρίου 2002, Eurocool Logistik κατά ΓΕΕΑ (EUROCOOL), T‑34/00, EU:T:2002:41, σκέψη 37, και της 24ης Φεβρουαρίου 2021, Liga Nacional de Fútbol Profesional κατά EUIPO (El Clasico), T‑809/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:100, σκέψη 29].

23

Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού εφαρμόζεται ακόμη και αν οι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα τέτοιο τμήμα μπορεί να αποτελείται, κατά περίπτωση, από ένα μόνον κράτος μέλος (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, Storck κατά ΓΕΕΑ, C‑25/05 P, EU:C:2006:422, σκέψεις 81 και 83).

24

Προκειμένου ένα σημείο να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως που επιβάλλεται με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001, πρέπει να έχει αρκούντως άμεση και συγκεκριμένη σχέση με τα σχετικά προϊόντα και υπηρεσίες, ικανή να δημιουργήσει στο ενδιαφερόμενο κοινό, αμέσως και χωρίς περαιτέρω σκέψη, την αντίληψη ότι πρόκειται για μια περιγραφή των σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών ή ενός χαρακτηριστικού γνωρίσματός τους [βλ. αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2005, Deutsche Post EURO EXPRESS κατά ΓΕΕΑ (EUROPREMIUM), T‑334/03, EU:T:2005:4, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 22ας Ιουνίου 2005, Metso Paper Automation κατά ΓΕΕΑ (PAPERLAB), T‑19/04, EU:T:2005:247, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

25

Η εκτίμηση του περιγραφικού χαρακτήρα ενός σημείου πρέπει να γίνεται, αφενός, σε σχέση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που αφορά και, αφετέρου, σε σχέση με το πώς το εκλαμβάνει το ενδιαφερόμενο κοινό [βλ. αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2005, Peek & Cloppenburg κατά ΓΕΕΑ (Cloppenburg), T‑379/03, EU:T:2005:373, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 7ης Οκτωβρίου 2015, Κύπρος κατά ΓΕΕΑ (XAΛΛOYMI και HALLOUMI), T‑292/14 και T‑293/14, EU:T:2015:752, σκέψη 16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

26

Εν προκειμένω, τα προϊόντα τα οποία αφορά το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, όπως παρατίθενται στη σκέψη 3 ανωτέρω, είναι προϊόντα και υπηρεσίες που προορίζονται για το σύνολο των καταναλωτών. Κατά συνέπεια, το ενδιαφερόμενο κοινό είναι το ευρύ κοινό, όπως ορθώς διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα.

27

Στο σημείο 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε στη συνέχεια ότι, κατ’ ουσίαν, το σημείο EMMENTALER θα γινόταν αμέσως αντιληπτό από το τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού που ομιλεί τη βουλγαρική, τη δανική, τη γερμανική, την εσθονική, την ιρλανδική, τη γαλλική, την κροατική, την ουγγρική, την ολλανδική, την πολωνική, τη ρουμανική, τη σλοβακική, τη φινλανδική, τη σουηδική ή την αγγλική γλώσσα ως δηλωτικό ενός είδους σκληρού τυριού με τρύπες.

28

Το τμήμα προσφυγών αιτιολόγησε το ανωτέρω συμπέρασμα στηριζόμενο σε μια σειρά στοιχείων τα οποία αφορούσαν ιδίως το γερμανόφωνο και το γαλλόφωνο τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού.

29

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών, στηρίζοντας την προσβαλλόμενη απόφαση στα ανωτέρω στοιχεία, παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001.

30

Στο σημείο 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών στηρίχθηκε σε διάφορα στοιχεία –των οποίων τη λυσιτέλεια αμφισβητεί η προσφεύγουσα– προκειμένου να τεκμηριώσει το συμπέρασμά του ότι το ενδιαφερόμενο γερμανικό κοινό αντιλαμβανόταν το σημείο EMMENTALER ως δηλωτικό ενός τύπου τυριού. Τα στοιχεία αυτά θα εξετασθούν κατωτέρω.

– Επί του ορισμού του όρου «emmentaler» στο λεξικό Duden

31

Προκειμένου να αποδείξει ότι το σημείο EMMENTALER είναι δηλωτικό ενός τύπου τυριού, το τμήμα προσφυγών στηρίχθηκε στον ορισμό του αντίστοιχου όρου στο λεξικό Duden, κατά τον οποίο ο όρος αυτός δηλώνει ένα «λιπαρό ελβετικό τυρί με τρύπες μεγέθους κερασιού, το οποίο έχει γεύση παρόμοια με της ψίχας καρυδιού· τυρί έμμενταλ».

32

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών κακώς στηρίχθηκε στον εν λόγω ορισμό, διότι το λεξικό Duden δεν αναφέρει ότι ο συγκεκριμένος όρος, στη γερμανική γλώσσα, δηλώνει έναν τύπο τυριού, αλλά διευκρινίζει ρητώς ότι πρόκειται για ελβετικό τυρί.

33

Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο προαναφερθείς ορισμός περιλαμβάνει μεν τη φράση «ελβετικό τυρί», πλην όμως συμπληρώνεται από έναν δεύτερο ορισμό, ήτοι «τυρί έμμενταλ». Η συνοπτικότητα του ορισμού αυτού, ο οποίος δεν περιέχει άλλο προσδιορισμό, ιδίως όσον αφορά τη γεωγραφική προέλευση του οικείου προϊόντος, ενισχύει το συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με το εν λόγω λεξικό, ο όρος «emmentaler» νοείται ως δηλωτικός συγκεκριμένου τύπου τυριού.

34

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται επίσης από το ότι ο ανωτέρω ορισμός παραπέμπει στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός τυριού αυτού καθεαυτό, καθόσον διευκρινίζει ότι ο συγκεκριμένος όρος αφορά τυρί «με τρύπες μεγέθους κερασιού, το οποίο έχει γεύση ψίχας καρυδιού».

35

Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον ορισμό του όρου «emmentaler» στο λεξικό Duden ως ένδειξη, μεταξύ άλλων, του περιγραφικού χαρακτήρα του σημείου πρέπει να απορριφθεί.

– Επί της παραγωγής του emmentaler

36

Για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι το σημείο EMMENTALER προσδιορίζει έναν τύπο τυριού, το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο καταθέσεως του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, το emmentaler ήταν τυρί παραγόμενο σε πλείονα κράτη μέλη, περιλαμβανομένης της Γερμανίας.

37

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η πραγματική διαπίστωση του τμήματος προσφυγών, κατά την οποία το emmentaler είναι τυρί παραγόμενο εντός πλειόνων κρατών μελών, περιλαμβανομένης της Γερμανίας, δεν έχει αποδειχθεί. Το τμήμα προσφυγών, στηρίζοντας το συμπέρασμά του όσον αφορά τον περιγραφικό χαρακτήρα της ονομασίας Emmentaler στην κρίση αυτή, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει.

38

Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, μολονότι αληθεύει ότι το emmentaler ήταν τυρί παραγόμενο στα εν λόγω κράτη μέλη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος, δεν μπορούσε ωστόσο νομίμως να διατεθεί στην αγορά των κρατών αυτών με την ονομασία Emmentaler χρησιμοποιούμενη μεμονωμένα, δηλαδή χωρίς ένδειξη του τόπου παραγωγής. Όσον αφορά ειδικότερα τη Γερμανία, τούτο απορρέει από το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεσμεύεται από τη συναφθείσα με την Ελβετία Συνθήκη της 7ης Μαρτίου 1967 σχετικά με την προστασία των ενδείξεων προέλευσης και των λοιπών γεωγραφικών ονομασιών (στο εξής: Συμφωνία Ελβετίας‑Γερμανίας). Συγκεκριμένα, η συμφωνία αυτή προβλέπει τη χρήση μιας τέτοιας ονομασίας μόνο για το τυρί που παράγεται στην Ελβετία και επιτρέπει τη χρήση της ονομασίας Emmentaler για τον προσδιορισμό τυριών τα οποία παρασκευάζονται στο γερμανικό έδαφος, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω ονομασία συνοδεύεται από την ένδειξη της χώρας παρασκευής με χαρακτήρες πανομοιότυπους, ως προς τον τύπο, τις διαστάσεις και τα χρώματα, με εκείνους που χρησιμοποιούνται για την ονομασία.

39

Όσον αφορά, πρώτον, την αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας, από το άρθρο 94, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2017/1001 προκύπτει ότι οι αποφάσεις του EUIPO πρέπει να αιτιολογούνται. Ωστόσο, από τη νομολογία προκύπτει ότι η αιτιολογία μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση του τμήματος προσφυγών, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του [βλ. αποφάσεις της 25ης Μαρτίου 2009, Anheuser-Busch κατά ΓΕΕΑ – Budějovický Budvar (BUDWEISER), T‑191/07, EU:T:2009:83, σκέψη 128 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 13ης Απριλίου 2011, Safariland κατά ΓΕΕΑ – DEF-TEC Defense Technology (FIRST DEFENSE AEROSOL PEPPER PROJECTOR), T‑262/09, EU:T:2011:171, σκέψη 92 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

40

Υπό το πρίσμα αυτό, αιτιολόγηση διά παραπομπής σε άλλο έγγραφο μπορεί να γίνει δεκτή υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η σχετική απόφαση, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του [πρβλ. αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2000, Kish Glass κατά Επιτροπής, T‑65/96, EU:T:2000:93, σκέψη 51, της 12ης Μαΐου 2016, Zuffa κατά EUIPO (ULTIMATE FIGHTING CHAMPIONSHIP), T‑590/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:295, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 5ης Φεβρουαρίου 2018, Edeka-Handelsgesellschaft Hessenring κατά Επιτροπής, T‑611/15, EU:T:2018:63, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

41

Βεβαίως, εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών δεν προσδιόρισε ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στήριξε τη διαπίστωσή του σχετικά με την παραγωγή emmentaler στα οικεία κράτη μέλη.

42

Εντούτοις, στο σημείο 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών παρέπεμψε συναφώς «στις μνημονευόμενες [στο σημείο 4 της εν λόγω αποφάσεως] παρατηρήσεις τρίτων».

43

Η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα, αφενός, να λάβει γνώση των ως άνω παρατηρήσεων και να υποβάλει επ’ αυτών τις δικές της κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO και ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Αφετέρου, οι εν λόγω παρατηρήσεις περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την παραγωγή emmentaler στα οικεία κράτη μέλη, οι οποίες είναι αρκούντως ακριβείς, περιλαμβάνουν αριθμητικά στοιχεία και είναι συγκλίνουσες, και, ως εκ τούτου, παρέχουν τη δυνατότητα στη μεν προσφεύγουσα να λάβει γνώση των λόγων για τους οποίους το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμά του σχετικά με την παραγωγή αυτή, στο δε Γενικό Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του.

44

Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται ότι το τμήμα προσφυγών δεν παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει.

45

Όσον αφορά, δεύτερον, την παραγωγή emmentaler στη Γερμανία, προκύπτει, κατ’ αρχάς, από τις παρατηρήσεις του Bundesministerium für Ernährung und Landwirtschaft (Ομοσπονδιακού Υπουργείου Τροφίμων και Γεωργίας, Γερμανία), της Milchwirtschaftlicher Verein Bayern eV (γαλακτοκομικής ένωσης Βαυαρίας, Γερμανία) και του MIV Milchindustrie-Verband eV (συνδέσμου βιομηχανιών γαλακτοκομικών προϊόντων, Γερμανία), στις οποίες παραπέμπει το τμήμα προσφυγών στο σημείο 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Γερμανία παρήγαγε 135000 τόνους emmentaler το 2016.

46

Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι σημαντικό μέρος της παραγωγής αυτής διατέθηκε στη γερμανική αγορά. Συναφώς, από τις παρατηρήσεις της γαλακτοκομικής ένωσης Βαυαρίας προκύπτει ότι από τους 135000 τόνους emmentaler που παρήχθησαν στη Γερμανία το 2016 εξήχθησαν μόνον οι 80000. Επομένως, σημαντικό μέρος της ποσότητας emmentaler που παρήχθη στη Γερμανία διατέθηκε απευθείας στην αγορά της Γερμανίας.

47

Τέλος, από τις ανωτέρω παρατηρήσεις προκύπτει ότι η παραγωγή και η διάθεση του τυριού στο εμπόριο οι οποίες μνημονεύονται στις σκέψεις 45 και 46 ανωτέρω αφορούσαν την ονομασία Emmentaler, χρησιμοποιούμενη μεμονωμένα. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από πολλά παραδείγματα για το emmentaler, τα οποία παρατίθενται στις παρατηρήσεις που μνημονεύονται στο σημείο 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, τα εν λόγω τυριά, τα οποία προέρχονται από πλείονες επιχειρηματίες και έχουν παραχθεί και διατεθεί στην αγορά της Γερμανίας, φέρουν τη συγκεκριμένη ονομασία χωρίς ένδειξη της χώρας ή του τόπου παρασκευής τους.

48

Εξάλλου, όσον αφορά την ονομασία με την οποία τα εν λόγω προϊόντα διατέθηκαν στο εμπόριο στη Γερμανία, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι τα προϊόντα αυτά είχαν διατεθεί στη γερμανική αγορά με την ονομασία Emmentaler χρησιμοποιούμενη μεμονωμένα. Ωστόσο, παρότι στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας η προσφεύγουσα κλήθηκε να λάβει θέση επί των πληροφοριακών στοιχείων που μνημονεύονται στις σκέψεις 45 έως 47 ανωτέρω, περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι η διάθεση τέτοιων προϊόντων στην αγορά ήταν αντίθετη στη Συμφωνία Ελβετίας‑Γερμανίας. Αντιθέτως, δεν υπέβαλε στο Γενικό Δικαστήριο κανένα συγκεκριμένο στοιχείο προς αμφισβήτηση των μνημονευόμενων στις σκέψεις αυτές δεδομένων.

49

Όσον αφορά τον αντίκτυπο που έχει η εν λόγω παραγωγή emmentaler στη Γερμανία στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού ως προς τον περιγραφικό χαρακτήρα του σημείου EMMENTALER, από τη νομολογία προκύπτει ότι η παραγωγή και η διάθεση στο εμπόριο ενός προϊόντος με ορισμένη ονομασία, χωρίς αυτή να χρησιμοποιείται κατά τρόπο που να παραπέμπει στην προέλευση του προϊόντος, μπορούν να αποτελούν κρίσιμη ένδειξη προκειμένου να καθοριστεί αν η εν λόγω ονομασία έχει καταστεί κοινή (πρβλ. αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2005, Γερμανία και Δανία κατά Επιτροπής, C‑465/02 και C‑466/02, EU:C:2005:636, σκέψεις 75 έως 100, και της 26ης Φεβρουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑132/05, EU:C:2008:117, σκέψεις 53 έως 57).

50

Τα συμπεράσματα που αντλούνται από τη νομολογία αυτή, παρότι αφορούν τον κοινό χαρακτήρα μιας ονομασίας, είναι επίσης κρίσιμα για την εξέταση του περιγραφικού χαρακτήρα των σημείων. Πράγματι, υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του χαρακτηρισμού ενός σημείου ως γενικού ή ως περιγραφικού, δεδομένου ότι, και στις δύο περιπτώσεις ένα τέτοιο σήμα στερείται διακριτικού χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 24ης Μαΐου 2012, Formula One Licensing κατά ΓΕΕΑ, C‑196/11 P, EU:C:2012:314, σκέψη 41).

51

Επομένως, ειδικότερα, το γεγονός ότι πλείονες επιχειρηματίες παράγουν και εμπορεύονται σε κράτος μέλος προϊόντα τα οποία φέρουν ορισμένο σημείο, χωρίς το εν λόγω σημείο να παραπέμπει στην εμπορική ή γεωγραφική προέλευση των προϊόντων, μπορεί να υποδηλώνει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται το σημείο αυτό ως δηλωτικό ενός χαρακτηριστικού γνωρίσματος των συγκεκριμένων προϊόντων και, ως εκ τούτου, ως περιγραφικό.

52

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, αφενός, ότι η προσφεύγουσα δεν κατόρθωσε να αντικρούσει το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρατίθενται στις σκέψεις 45 έως 47 ανωτέρω, σημαντική ποσότητα παραγόμενου στη Γερμανία τυριού διατέθηκε στο εμπόριο εντός του εν λόγω κράτους μέλους με την ονομασία Emmentaler χρησιμοποιούμενη μεμονωμένα. Αφετέρου, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 49 έως 51 ανωτέρω, το γεγονός αυτό συνιστά βάσιμη ένδειξη ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τη συγκεκριμένη ονομασία ως δηλωτική ενός χαρακτηριστικού γνωρίσματος των συγκεκριμένων προϊόντων και, ως εκ τούτου, ως περιγραφική.

53

Υπό τις συνθήκες αυτές, το ζήτημα αν η διάθεση στη γερμανική αγορά τυριών παραγόμενων στη Γερμανία με την ονομασία Emmentaler, χρησιμοποιούμενη μεμονωμένα, είναι συμβατή με τη Συμφωνία Ελβετίας-Γερμανίας δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού, σε σχέση με την οποία πρέπει να εκτιμηθεί ο περιγραφικός χαρακτήρας του επίμαχου σημείου σύμφωνα με τη μνημονευόμενη στη σκέψη 25 ανωτέρω νομολογία, οφείλεται ιδίως στην έκθεση του εν λόγω κοινού στο εν λόγω σήμα, όπως αυτό χρησιμοποιείται στην αγορά. Πράγματι, το ενδιαφερόμενο κοινό θα υποθέσει κατά κανόνα ότι τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο σε ένα κράτος μέλος έχουν νομίμως διατεθεί στην αγορά του κράτους μέλους αυτού, χωρίς κατ’ ανάγκην να διερωτηθεί αν υπάρχει προβαλλόμενη σύγκρουση νομικών κανόνων.

54

Κατά συνέπεια, η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να στηριχθεί στην παραγωγή του τυριού με την ονομασία Emmentaler στη Γερμανία, ως ένδειξη, μεταξύ άλλων, του περιγραφικού χαρακτήρα του εν λόγω σημείου, πρέπει να απορριφθεί.

– Επί της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως για τα τυριά

55

Προκειμένου να αποδείξει ότι το σημείο EMMENTALER προσδιορίζει έναν τύπο τυριού, το τμήμα προσφυγών στηρίχθηκε, επιπλέον, στη γερμανική κανονιστική απόφαση για τα τυριά, κατά την οποία το emmentaler κατατάσσεται στους συνήθεις τύπους τυριού.

56

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν δυνατόν να στηριχθεί στην ως άνω κανονιστική απόφαση, διότι αυτή δεν είναι συμβατή με τη Συμφωνία Ελβετίας-Γερμανίας, η οποία υπερισχύει της κανονιστικής αποφάσεως.

57

Συναφώς, από την παράγραφο 7 και το παράρτημα 1 της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως για τα τυριά προκύπτει ότι το emmentaler κατατάσσεται ως «Standardsorte», δηλαδή ως κοινός τύπος τυριού.

58

Μια τέτοια κατάταξη μπορεί να αντανακλά την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού όσον αφορά τον περιγραφικό χαρακτήρα ενός τέτοιου σημείου.

59

Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η γερμανική κανονιστική απόφαση για τα τυριά δεν είναι συμβατή με τη Συμφωνία Ελβετίας-Γερμανίας είναι αλυσιτελές για λόγους ανάλογους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 53 ανωτέρω.

60

Κατά συνέπεια, η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να στηριχθεί στη γερμανική κανονιστική απόφαση για τα τυριά, ως ένδειξη, μεταξύ άλλων, του περιγραφικού χαρακτήρα του σημείου, πρέπει να απορριφθεί.

– Επί της θέσεως της Ένωσης κατά τις διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης

61

Προκειμένου να διαπιστώσει ότι το σημείο EMMENTALER προσδιορίζει έναν τύπο τυριού, το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, κατά τη διαπραγμάτευση της συμφωνίας της 17ης Μαΐου 2011 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την προστασία των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων, η οποία τροποποιεί τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων (ΕΕ 2011, L 297, σ. 3) (στο εξής: Συμφωνία μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης), η Ένωση αντιτάχθηκε στην αναγραφή της ονομασίας «Emmentaler» στον κατάλογο των γεωγραφικών ενδείξεων που προστατεύονται βάσει της συμφωνίας αυτής.

62

Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ορθότητα του συμπεράσματος του τμήματος προσφυγών ότι ο περιγραφικός χαρακτήρας του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση μπορεί επίσης να συναχθεί από το γεγονός ότι η Ένωση είχε αντιταχθεί στη μνεία της ονομασίας «Emmentaler», αυτής καθεαυτήν, μεταξύ των ονομασιών προελεύσεως και των γεωγραφικών ενδείξεων που προστατεύονται βάσει της Συμφωνίας μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης.

63

Κατά την προσφεύγουσα, η Ένωση δεν δέχθηκε, βεβαίως, να συμπεριλάβει την ονομασία αυτή στον κατάλογο των γεωγραφικών ενδείξεων που προστατεύονται βάσει της Συμφωνίας μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης. Εντούτοις, από το γεγονός αυτό και μόνο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η προστασία της ονομασίας Emmentaler, χρησιμοποιούμενης μεμονωμένα, δεν είναι δυνατή μέσω συλλογικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

64

Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι η Συμφωνία μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης περιλαμβάνει, στο προσάρτημα 1, κατάλογο των ονομασιών τυριών που προστατεύονται αμοιβαίως από τα συμβαλλόμενα μέρη ως ονομασίες προέλευσης και γεωγραφικές ενδείξεις.

65

Πλην όμως, η ονομασία Emmentaler δεν συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο αυτόν.

66

Αφετέρου, οι λόγοι για τους οποίους δεν έγινε η μνεία αυτή περιγράφηκαν σε δελτίο Τύπου της ελβετικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Γεωργίας της 17ης Δεκεμβρίου 2009, στο οποίο και παρέπεμψε το τμήμα προσφυγών με το σημείο 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

67

Στο δελτίο Τύπου η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Γεωργίας επισήμανε ότι οι διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης είχαν εμποδιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω των εκατέρωθεν αποκλινουσών θέσεων όσον αφορά την αναγραφή της ονομασίας Emmentaler στον κατάλογο των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, δεδομένου ότι «[η Ένωση είχε θεωρήσει] την ονομασία “[E]mmentaler” ως κοινή ονομασία» και «[είχε] απα[ιτήσει] να μπορεί η ονομασία αυτή να χρησιμοποιείται σε όλα τα κράτη μέλη». Κατά το δελτίο Τύπου, ακριβώς λόγω των αποκλινουσών αυτών απόψεων, η Ελβετία και η Ένωση αποφάσισαν να μη συμπεριλάβουν την ονομασία Emmentaler στον εν λόγω κατάλογο.

68

Είναι εύλογο η θέση αυτή της Ένωσης να οφείλεται στο γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 48 ανωτέρω, τα προϊόντα με την ονομασία Emmentaler, χρησιμοποιούμενη μεμονωμένα, διετίθεντο στην αγορά σε ορισμένα τουλάχιστον κράτη μέλη, όπως η Γερμανία, και, ως εκ τούτου, η εν λόγω θέση μπορεί να αντανακλά την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού των κρατών μελών, περιλαμβανομένου του γερμανικού κοινού.

69

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να στηριχθεί στη θέση αυτή ως ένδειξη, μεταξύ άλλων, του ότι ο όρος «emmentaler» θα γινόταν αντιληπτός από το γερμανικό κοινό ως περιγραφικός ενός τύπου τυριού.

– Επί του γενικού προτύπου για το έμμενταλ που καταρτίσθηκε από την Επιτροπή του Codex Alimentarius

70

Η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι έλαβε υπόψη το γενικό πρότυπο για το έμμενταλ που καταρτίσθηκε από την Επιτροπή του Codex Alimentarius. Το πρότυπο αυτό δεν περιέχει δεσμευτικούς κανόνες για τη σχετική με τα σήματα διαδικασία εντός της Ένωσης και, επομένως, δεν μπορεί να υπερισχύσει της Συμφωνίας Ελβετίας-Γερμανίας, η οποία χορήγησε προστασία στην ονομασία Emmentaler όπως περιγράφεται στη σκέψη 38 ανωτέρω.

71

Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει κατ’ αρχάς ότι το γεγονός ότι μια ονομασία ορίζεται ως κοινή στον Codex Alimentarius αποτελεί κρίσιμη πτυχή προκειμένου να εκτιμηθεί αν το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση μπορεί να είναι περιγραφικό ενός τύπου τυριού [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Consorzio per la tutela del formaggio Grana Padano κατά ΓΕΕΑ – Biraghi (GRANA BIRAGHI), T‑291/03, EU:T:2007:255, σκέψη 67, και της 14ης Δεκεμβρίου 2017, Consejo Regulador Torta del Casar κατά EUIPO – Consejo Regulador Queso de La Serena (QUESO Y TORTA DE LA SERENA), T‑828/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:918, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

72

Στη συνέχεια, σύμφωνα με το γενικό πρότυπο για το έμμενταλ (CXS 269-1967) που επεξεργάστηκε η Επιτροπή του Codex Alimentarius, ο όρος «έμμενταλ» προσδιορίζει ένα σκληρό τυρί το οποίο έχει υποστεί ωρίμανση και το οποίο πληροί τις απαιτήσεις που απαριθμούνται στο πρότυπο αυτό. Κατά το άρθρο 7.1 του εν λόγω προτύπου, το σημείο EMMENTALER μπορεί να χρησιμοποιείται σύμφωνα με το γενικό πρότυπο για την επισήμανση των προσυσκευασμένων τροφίμων, υπό την προϋπόθεση ότι το προϊόν ανταποκρίνεται στο πρότυπο για το έμμενταλ.

73

Επομένως, το σημείο EMMENTALER γίνεται αντιληπτό, στο πλαίσιο του Codex Alimentarius, ως ονομασία ενός τύπου τυριού το οποίο έχει τα χαρακτηριστικά του εν λόγω προτύπου.

74

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το άρθρο 7.2 του ίδιου προτύπου για το έμμενταλ, κατά το οποίο το όνομα της χώρας προελεύσεως πρέπει να αναγράφεται στην ετικέτα του προϊόντος. Πράγματι, στα πρακτικά της 35ης συνόδου της Ομάδας για την επισήμανση των τροφίμων της Επιτροπής του Codex Alimentarius, διευκρινίστηκε, με τη συγκατάθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και όλων των κρατών μελών της Ένωσης, ότι ο κανόνας αυτός σχετικά με την ονομασία αποσκοπούσε στη διατήρηση του κοινού χαρακτήρα της ονομασίας του τυριού.

75

Ομοίως, η κρισιμότητα του προαναφερθέντος γενικού προτύπου για το έμμενταλ δεν τίθεται εν αμφιβόλω από τη Συμφωνία Ελβετίας-Γερμανίας, στην οποία παραπέμπει η προσφεύγουσα, για λόγους ανάλογους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 53 ανωτέρω.

76

Υπό τις συνθήκες αυτές, το τμήμα προσφυγών μπορούσε να στηριχθεί στο γενικό πρότυπο για το έμμενταλ που καταρτίσθηκε από την Επιτροπή του Codex Alimentarius, ως ένδειξη, μεταξύ άλλων, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο όρος «emmentaler» ήταν περιγραφικός των επίμαχων προϊόντων.

– Επί της αποφάσεως της 5ης Δεκεμβρίου 2000, Guimont (C‑448/98)

77

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι από την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2000, Guimont (C‑448/98, EU:C:2000:663), δεν προκύπτει ο κοινός χαρακτήρας του όρου «emmentaler». Βεβαίως, στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ήταν αναμφισβήτητο ότι το έμμενταλ ήταν τυρί παρασκευαζόμενο και διατιθέμενο στο εμπόριο νομίμως σε άλλα κράτη μέλη πλην της Γαλλίας. Ωστόσο, κατά το Δικαστήριο, το γεγονός αυτό αποτελεί ένα μόνον από τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της δυνατότητας καταχωρίσεως του όρου «emmentaler» ως σήματος.

78

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στη σκέψη 32 της αποφάσεως της 5ης Δεκεμβρίου 2000, Guimont (C‑448/98, EU:C:2000:663), το Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 45 έως 53 ανωτέρω, το τυρί έμμενταλ παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο νομίμως σε άλλα κράτη μέλη πλην της Γαλλίας.

79

Όπως παραδέχεται και η ίδια η προσφεύγουσα, το γεγονός αυτό αποτελεί ένα από τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί η δυνατότητα καταχώρισης του όρου «emmentaler» ως σήματος. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν ισχυρίστηκε, πολλώ δε μάλλον δεν απέδειξε, ότι το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, έστω και ως μία από τις ενδείξεις οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, για την εκτίμηση του περιγραφικού χαρακτήρα της ονομασίας Emmentaler.

80

Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να στηριχθεί στην απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2000, Guimont (C‑448/98, EU:C:2000:663), ως ένδειξη, μεταξύ άλλων, του περιγραφικού χαρακτήρα του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση πρέπει να απορριφθεί.

– Συμπέρασμα επί του περιγραφικού χαρακτήρα

81

Υπό το πρίσμα των ενδείξεων που εξετάστηκαν στις σκέψεις 31 έως 80 ανωτέρω, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, στο σημείο 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη εκτιμήσεως, ότι το ενδιαφερόμενο γερμανικό κοινό αντιλαμβανόταν αμέσως το σημείο EMMENTALER ως δηλωτικό ενός τύπου τυριού.

82

Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 23 ανωτέρω, το τμήμα προσφυγών ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σημείο αυτό είχε περιγραφικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001, υπενθυμίζεται δε ότι αρκεί να υφίσταται ο λόγος αυτός απαραδέκτου σε τμήμα της Ένωσης, το οποίο μπορεί να αποτελείται, κατά περίπτωση, από ένα μόνον κράτος μέλος.

83

Τέλος, δεδομένου ότι οι ενδείξεις που εξετάστηκαν στις σκέψεις 31 έως 76 ανωτέρω αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμον ότι το σημείο EMMENTALER έχει περιγραφικό χαρακτήρα στη Γερμανία, παρέλκει η εξέταση του βασίμου των λοιπών αιτιάσεων που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τα λοιπά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται το τμήμα προσφυγών στο σημείο 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν την αντίληψη του γερμανικού ενδιαφερόμενου κοινού.

84

Κατόπιν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001

85

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η ονομασία Emmentaler, χρησιμοποιούμενη μεμονωμένα, πρέπει να τύχει προστασίας ως συλλογικό σήμα, βάσει του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001, δεδομένου ότι παραπέμπει στη γεωγραφική προέλευση των επίμαχων προϊόντων.

86

Το EUIPO, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Γαλλική Δημοκρατία αμφισβητούν το εν λόγω επιχείρημα.

87

Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 10 και 11 ανωτέρω, η παρέκκλιση από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 74 παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Ειδικότερα, το πεδίο εφαρμογής της δεν μπορεί να καταλαμβάνει τα σημεία που θα θεωρηθούν ως δηλωτικά του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, του χρόνου παραγωγής ή άλλου χαρακτηριστικού γνωρίσματος των επίμαχων προϊόντων, αλλά μόνον τα σημεία που θα θεωρηθούν ως δηλωτικά της γεωγραφικής προελεύσεως των εν λόγω προϊόντων.

88

Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 31 έως 82 ανωτέρω προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο όρος «emmentaler» ήταν για το ενδιαφερόμενο γερμανικό κοινό περιγραφικός ενός τύπου τυριού και ότι δεν γινόταν αντιληπτός ως ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως του εν λόγω τυριού.

89

Ομοίως, η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε στο Γενικό Δικαστήριο άλλα συγκεκριμένα στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι το ως άνω κοινό αντιλαμβάνεται το εν λόγω σημείο υπό την έννοια αυτή.

90

Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση πρέπει να προστατευτεί βάσει του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001.

91

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

92

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

93

Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του EUIPO, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας και του CNIEL.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

2)

Καταδικάζει την Emmentaler Switzerland στα δικαστικά έξοδα.

 

Kornezov

Kowalik-Bańczyk

Petrlík

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 24 Μαΐου 2023.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.