ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 17ης Μαρτίου 2021 ( *1 )

[Κείμενο όπως έχει διορθωθεί με τη διάταξη της 15ης Απριλίου 2021]

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων – Οργάνωση του χρόνου εργασίας – Οδηγία 2003/88/ΕΚ – Άρθρο 2 – Έννοια του “χρόνου εργασίας” – Άρθρο 3 – Ελάχιστη περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης – Εργαζόμενοι οι οποίοι έχουν συνάψει πλείονες συμβάσεις εργασίας με τον ίδιο εργοδότη – Εφαρμογή ανά εργαζόμενο»

Στην υπόθεση C-585/19,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunalul Bucureşti (πολυμελές πρωτοδικείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) με απόφαση της 24ης Ιουλίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Αυγούστου 2019, στο πλαίσιο της δίκης

Academia de Studii Economice din Bucureşti

κατά

Organismul Intermediar pentru Programul Operaţional Capital Uman – Ministerul Educaţiei Naţionale,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič, E. Juhász, Κ. Λυκούργο (εισηγητή) και I. Jarukaitis, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Academia de Studii Economice din Bucureşti, εκπροσωπούμενη από τους N Istudor και D. G. Dumitrescu καθώς και από την E. Găman,

η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Gane και A. Rotăreanu καθώς και από τον S.-A. Purza,

η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Van den Broeck και M. Jacobs καθώς και από τον S. Baeyens,

η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη αρχικά από τον J. Nymann-Lindegren καθώς και από τις P. Ngo και M. S. Wolff, στη συνέχεια από τον J. Nymann‑Lindegren και την M. S. Wolff,

η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη αρχικά από τις V. Soņeca και L. Juškeviča, στη συνέχεια από την V. Soneca,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Bulterman και C.S. Schillemans,

η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. Schmoll,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη αρχικά από την A. Laine, στη συνέχεια από την H. Leppo,

η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις I. Thue και J. T. Kaasin,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικά από την C. Gheorghiu και τον M. van Beek, στη συνέχεια από την C. Gheorghiu,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Νοεμβρίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

H αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 1, του άρθρου 3 και του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 2003, L 299, σ. 9).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Academia de Studii Economice din Bucureşti (Ακαδημίας Οικονομικών Σπουδών Βουκουρεστίου, Ρουμανία) (στο εξής: ASE) και του Organismul Intermediar pentru Programul Operaţional Capital Uman – Ministerul Educaţiei Naţionale (ενδιάμεσου φορέα για το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Ανθρώπινο Κεφάλαιο» – Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, Ρουμανία) (στο εξής: OI POCU MEN), σχετικά με δημοσιονομική διόρθωση την οποία επέβαλε ο τελευταίος, στο πλαίσιο προγράμματος χρηματοδοτήσεως, λόγω μη τηρήσεως εκ μέρους της ASE του ανώτατου αριθμού ωρών κατά τις οποίες ένας εργαζόμενος μπορεί να εργασθεί ημερησίως.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/88 ορίζει τα εξής:

«1.   Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας.

2.   Εφαρμόζεται:

α)

στις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ετήσιας άδειας, στο χρόνο διαλείμματος και στη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, και

β)

σε ορισμένες πλευρές της νυκτερινής εργασίας, της κατά βάρδιες εργασίας και του ρυθμού εργασίας.

3.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτιώσεως της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ 1989, L 183, σ. 1)], με την επιφύλαξη των άρθρων 14, 17, 18 και 19 της παρούσας οδηγίας.

[…]»

4

Το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/88 ορίζει τα εξής:

«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1.

“χρόνος εργασίας”: κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές·

2.

“περίοδος ανάπαυσης”: κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας·

[…]».

5

Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ημερήσια ανάπαυση», προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει, ανά εικοσιτετράωρο, περίοδο ανάπαυσης ελάχιστης διάρκειας ένδεκα συναπτών ωρών.»

6

Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας», ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, σε συνάρτηση με τις επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων:

α)

η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας να περιορίζεται με νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ή με συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων·

β)

ο χρόνος εργασίας να μην υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις 48 ώρες κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.»

7

Το άρθρο 17 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη, τηρώντας τις γενικές αρχές για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, μπορούν να παρεκκλίνουν από τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 8 και 16, εφόσον η διάρκεια του χρόνου εργασίας, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της ασκούμενης δραστηριότητας, δεν υπολογίζεται ή/και δεν προκαθορίζεται ή μπορεί να καθορίζεται από τους ίδιους τους εργαζόμενους, ιδίως δε εφόσον πρόκειται για:

α)

διευθυντικά στελέχη ή άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να λαμβάνουν αποφάσεις αυτόνομα·

β)

οικογενειακό προσωπικό, ή

γ)

εργαζόμενους στον τελετουργικό τομέα των εκκλησιών και των θρησκευτικών κοινοτήτων.

[…]»

8

Το άρθρο 23 της οδηγίας 2003/88 προβλέπει τα εξής:

«Μη θιγομένου του δικαιώματος των κρατών μελών να εκπονήσουν, προϊούσης της κατάστασης, διαφορετικές νομοθετικές, κανονιστικές και συμβατικές διατάξεις περί του χρόνου εργασίας, εφόσον οι ελάχιστες απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας τηρούνται, η θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν συνιστά βάσιμη δικαιολογία για υποβάθμιση της γενικής προστασίας των εργαζομένων.»

Το ρουμανικό δίκαιο

9

Το άρθρο 111 του Legea nr. 53/2003 privind Codul muncii (νόμου 53/2003 περί εργατικού κώδικα), της 24ης Ιανουαρίου 2003, όπως τροποποιήθηκε (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 345 της 18ης Μαΐου 2011) (στο εξής: εργατικός κώδικας), ορίζει τα εξής:

«Ως χρόνος εργασίας νοείται κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τους όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας, της ισχύουσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή/και των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας.»

10

Το άρθρο 112, παράγραφος 1, του εργατικού κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Για τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, ο κανονικός χρόνος εργασίας ανέρχεται σε 8 ώρες την ημέρα, 40 ώρες την εβδομάδα.»

11

Το άρθρο 114, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα ορίζει τα εξής:

«Ο μέγιστος επιτρεπόμενος χρόνος εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει, ανά εβδομάδα, τις 48 ώρες, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.»

12

Το άρθρο 119 του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Ο εργοδότης υποχρεούται να τηρεί αρχείο των ωρών εργασίας που παρέχει κάθε μισθωτός και να υποβάλλει το μητρώο αυτό στον έλεγχο της επιθεώρησης εργασίας κάθε φορά που του ζητείται.»

13

Το άρθρο 120 του ίδιου κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1.   Η εργασία που παρέχεται εκτός του κανονικού εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 112, θεωρείται υπερωριακή εργασία.

2.   Η υπερωριακή εργασία δεν μπορεί να παρασχεθεί χωρίς τη συναίνεση του εργαζομένου, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή επείγοντα καθήκοντα για την πρόληψη ατυχημάτων ή την εξάλειψη των συνεπειών τους.»

14

Το άρθρο 135, παράγραφος 1, του εργατικού κώδικα ορίζει τα εξής:

«Οι εργαζόμενοι δικαιούνται, ανά δύο ημέρες εργασίας, περίοδο ανάπαυσης ελάχιστης διάρκειας δώδεκα συναπτών ωρών.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15

Η ASE συμμετέχει στο έργο POSDRU/89/1.5/S/59184, τομεακό επιχειρησιακό πρόγραμμα για την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, με τίτλο «Επιδόσεις και αριστεία στη μεταδιδακτορική έρευνα στον τομέα των οικονομικών επιστημών στη Ρουμανία» (στο εξής: έργο).

16

Με πράξη διαπίστωσης παρατυπιών και προσδιορισμού δημοσιονομικών διορθώσεων της 4ης Ιουνίου 2018 (στο εξής: πράξη διαπίστωσης παρατυπιών), ο OI POCU MEN βεβαίωσε σε βάρος της ASE οφειλή ύψους 13490,42 ρουμανικών λέι (RON) (περίπου 2800 ευρώ), η οποία αφορούσε μισθολογικές δαπάνες για εργαζομένους της ομάδας που είχε αναλάβει την εκτέλεση του προγράμματος. Τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις δαπάνες αυτές κρίθηκαν μη επιλέξιμα λόγω υπερβάσεως του ανώτατου αριθμού ωρών κατά τις οποίες οι εν λόγω υπάλληλοι μπορούσαν να εργασθούν σε καθημερινή βάση.

17

Η αίτηση θεραπείας που υπέβαλε η ASE κατά της πράξης διαπίστωσης παρατυπιών απορρίφθηκε από τον OI POCU MEN, βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88, το οποίο προβλέπει όριο δεκατριών ωρών εργασίας ημερησίως για τους εργαζομένους, όριο το οποίο δεν ισχύει, κατά την εν λόγω αρχή, για κάθε σύμβαση εργασίας του οικείου εργαζομένου θεωρούμενη μεμονωμένα.

18

Με προσφυγή που άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η ASE βάλλει κατά της ανωτέρω απορριπτικής αποφάσεως.

19

Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι τα ποσά που κρίθηκαν μη επιλέξιμα αφορούν δαπάνες μισθοδοσίας ορισμένων εμπειρογνωμόνων οι οποίοι, κατά το διάστημα από τον Οκτώβριο του 2012 έως τον Ιανουάριο του 2013, υπολόγισαν σωρευτικά, για κάποιες συγκεκριμένες ημέρες, τις ώρες εργασίας στο πλαίσιο του βασικού ωραρίου, ήτοι 8 ώρες ημερησίως, και τις ώρες απασχόλησης στο πλαίσιο του έργου και στο πλαίσιο άλλων έργων ή δραστηριοτήτων. Ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας ημερησίως υπερέβαινε όσον αφορά τους εμπειρογνώμονες αυτούς το ανώτατο όριο των δεκατριών ωρών ημερησίως το οποίο προβλεπόταν από οδηγίες της αρχής διαχείρισης του έργου και το οποίο απορρέει, κατά τον OI POCU MEN, από τα άρθρα 3 και 6 της οδηγίας 2003/88.

20

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunalul București (πολυμελές πρωτοδικείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Νοείται ως “χρόνος εργασίας”, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88[…], “κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του” στο πλαίσιο μίας και μόνον συμβάσεως (πλήρους απασχόλησης) ή στο πλαίσιο όλων των συμβάσεων (εργασίας) που συνάπτει ο εργαζόμενος;

2)

Πρέπει οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα κράτη μέλη με το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88 (υποχρέωση θεσπίσεως των αναγκαίων μέτρων ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει, ανά εικοσιτετράωρο, περίοδο ανάπαυσης ελάχιστης διάρκειας ένδεκα συναπτών ωρών) και με το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 (καθορισμός μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας που δεν υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ ώρες, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών) να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι θέτουν όρια σε σχέση με μία και μόνον σύμβαση ή σε σχέση με όλες τις συμβάσεις που συνάπτονται με τον ίδιο εργοδότη ή με διαφορετικούς εργοδότες;

3)

Στην περίπτωση που από τις απαντήσεις στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα προκύψει ερμηνεία η οποία αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν, σε εθνικό επίπεδο, ότι το άρθρο 3 και το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 εφαρμόζονται ανά σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ότι, ελλείψει εθνικών νομοθετικών διατάξεων οι οποίες να προβλέπουν ότι η ελάχιστη περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης και ο μέγιστος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας συνδέονται με τον εργαζόμενο (ανεξάρτητα από τον αριθμό των συμβάσεων εργασίας που συνάπτει με τον ίδιο εργοδότη ή με διαφορετικούς εργοδότες), δημόσιος φορέας κράτους μέλους, που ενεργεί εξ ονόματος του κράτους, δύναται να επικαλεσθεί την άμεση εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3 και του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 και να επιβάλει κυρώσεις σε εργοδότη λόγω μη τήρησης των ορίων που θέτει η οδηγία για την ημερήσια ανάπαυση και/ή τον μέγιστο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων

21

[Κείμενο όπως έχει διορθωθεί με τη διάταξη της 15ης Απριλίου 2021] Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πραγματική και νομική κατάσταση την οποία εκθέτει το αιτούν δικαστήριο δεν περιέχει επαρκείς διευκρινίσεις και επεξηγήσεις οι οποίες να δικαιολογούν την υποβολή των ερωτημάτων καθώς και την ανάγκη να δοθεί απάντηση σε αυτά. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει, όπως και η Ρουμανική Κυβέρνηση, ότι το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτα καθόσον αφορούν το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/88. Η Ρουμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι μια απάντηση του Δικαστηρίου σχετικά με την περίπτωση στην οποία ένας εργαζόμενος έχει συνάψει συμβάσεις με πλείονες διαφορετικούς εργοδότες στερείται χρησιμότητας για το αιτούν δικαστήριο, δεδομένου ότι η ανάλυση που παρατίθεται στο πλαίσιο προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να σχετίζεται με την επίμαχη στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης κατάσταση, ήτοι, εν προκειμένω, κατάσταση στην οποία ο εργαζόμενος έχει συνάψει πλείονες συμβάσεις με έναν και μόνον εργοδότη. Εξάλλου, η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2003/88 στη διαφορά της κύριας δίκης, για τον λόγο ότι η διαφορά αυτή θέτει το ζήτημα της αμοιβής των εργαζομένων, ενώ, κατά τη νομολογία, η εν λόγω οδηγία δεν ρυθμίζει το ζήτημα αυτό.

22

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την ανάγκη προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να απαντήσει (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Darie, C-592/18, EU:C:2019:1140, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23

Συνεπώς, συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας για τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2020, Union des industries de la protection des plantes, C-514/19, EU:C:2020:803, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24

Εν προκειμένω, κατά πρώτον, σε σχέση με τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα καθόσον αυτά αφορούν την ελάχιστη περίοδο ημερήσιας ανάπαυσης, επισημαίνεται ότι η απόφαση περί παραπομπής παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και μνημονεύει τις εφαρμοστέες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης καθώς και της εθνικής νομοθεσίας, καθιστώντας δυνατή την επαρκή κατανόηση του αντικειμένου της διαφοράς καθώς και των υποβληθέντων ερωτημάτων.

25

Ειδικότερα, πέραν της μνείας των διατάξεων του εργατικού κώδικα σχετικά με τον χρόνο εργασίας και τον χρόνο ημερήσιας ανάπαυσης, ήτοι των άρθρων 111, 112 και 135 του εργατικού κώδικα, η απόφαση περί παραπομπής αναφέρει ότι ο OI POCU MEN εξέδωσε την πράξη προσδιορισμού οφειλής για τον λόγο ότι η ASE δεν είχε τηρήσει τη ρύθμιση σχετικά με τον ανώτατο ημερήσιο αριθμό ωρών εργασίας ενός εργαζομένου και παρέχει διευκρινίσεις για τον υπολογισμό των ωρών εργασίας που παρέχουν ημερησίως οι απασχολούμενοι από την ASE εμπειρογνώμονες.

26

Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά από την άποψη αυτή.

27

Κατά δεύτερον, σε σχέση με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα καθόσον αυτά αφορούν τη μη τήρηση της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, επισημαίνεται ότι, μολονότι, κατά την απόφαση περί παραπομπής, ο OI POCU MEN επικαλέστηκε, προκειμένου να δικαιολογήσει το πρακτικό διαπίστωσης παρατυπιών, τόσο το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88 όσο και το άρθρο της 6, στοιχείο βʹ, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 23 των προτάσεών του, καμία ένδειξη όσον αφορά τον λόγο για τον οποίο η τελευταία αυτή διάταξη είναι κρίσιμη, δεδομένου ότι λεπτομερώς εκτίθεται μόνον η προσαπτόμενη στην ASE μη τήρηση της ελάχιστης περιόδου ημερήσιας ανάπαυσης.

28

Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, καθόσον αφορούν το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/88, είναι απαράδεκτα.

29

Κατά τρίτον, σε σχέση με τα υποβληθέντα ερωτήματα καθόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2003/88 στην περίπτωση συμβάσεων εργασίας τις οποίες συνήψε εργαζόμενος με πλείονες εργοδότες, επισημαίνεται ότι από την απόφαση περί παραπομπής ουδόλως προκύπτει ότι οι αμοιβές τις οποίες ο OI POCU MEN θεώρησε, με το πρακτικό διαπίστωσης παρατυπιών, ως μη επιλέξιμες δαπάνες συνδέονταν με συμβάσεις εργασίας που οι εμπειρογνώμονες είχαν συνάψει, αφενός, με την ASE και, αφετέρου, με άλλους εργοδότες. Συγκεκριμένα, μνημονεύονται μόνον οι δαπάνες που συνδέονται με τις συμβάσεις εργασίας τις οποίες οι εμπειρογνώμονες αυτοί συνήψαν με την ASE.

30

Επομένως, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι ομοίως απαράδεκτα καθόσον αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 1, και του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88 στην περίπτωση συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται από εργαζόμενο με πλείονες εργοδότες.

31

Κατά τέταρτον, όσον αφορά την άποψη που εξέφρασε η Επιτροπή ότι, εφόσον η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την αμοιβή των εργαζομένων, δεν αφορά την οδηγία 2003/88, υπενθυμίζεται ότι, εξαιρουμένης της ιδιαίτερης περίπτωσης της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών στην οποία αναφέρεται το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, η εν λόγω οδηγία ρυθμίζει απλώς ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας προς εξασφάλιση της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, με αποτέλεσμα, κατ’ αρχήν, να μην εφαρμόζεται στις αμοιβές των εργαζομένων (απόφαση της 30ής Απριλίου 2020, Készenléti Rendőrség, C-211/19, EU:C:2020:344, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32

Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα στην υπό κρίση υπόθεση.

33

Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι είναι αναγκαία η ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2003/88, προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί επί του ζητήματος της νομιμότητας της οφειλής την καταβολή της οποίας αξιώνει ο OI POCU MEN. Ειδικότερα, προκειμένου να προσδιορίσει αν ορθώς η ASE κατέβαλε αμοιβή για τις ώρες εργασίας των εμπειρογνωμόνων της, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν τήρησε τη ρύθμιση περί του ανώτατου ημερήσιου αριθμού ωρών εργασίας ενός εργαζομένου.

34

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, καθόσον αφορούν τη μη τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 2003/88 σχετικά με τον ανώτατο ημερήσιο αριθμό ωρών εργασίας ενός εργαζομένου, είναι κρίσιμα για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και ότι, επομένως, τα ερωτήματα αυτά είναι παραδεκτά.

Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

35

Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, σημείο 1, και το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι, οσάκις ο εργαζόμενος συνήψε πλείονες συμβάσεις εργασίας με τον ίδιο εργοδότη, η ελάχιστη περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης, η οποία προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 3, έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές θεωρούμενες στο σύνολό τους ή σε καθεμία από τις συμβάσεις θεωρούμενη χωριστά.

36

Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα κάθε εργαζομένου σε περιορισμό της μέγιστης διάρκειας της εργασίας και σε ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης δεν συνιστά απλώς ιδιαίτερης σημασίας κανόνα του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, αλλά έχει και ρητώς κατοχυρωθεί στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον οποίο το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ προσδίδει την ίδια νομική ισχύ με αυτήν των Συνθηκών (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, CCOO, C‑55/18, EU:C:2019:402, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37

Οι διατάξεις της οδηγίας 2003/88, και ιδίως το άρθρο της 3, εξειδικεύουν το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα και πρέπει, ως εκ τούτου, να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, CCOO, C-55/18, EU:C:2019:402, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38

Τούτου λεχθέντος, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Jobcenter Krefeld, C-181/19, EU:C:2020:794, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39

Όσον αφορά, κατά πρώτον, το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 1, και του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88, επισημαίνεται ότι το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας αυτής ορίζει ως «χρόνο εργασίας» κάθε περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.

40

Όσον αφορά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε «κάθε εργαζόμενος» να διαθέτει, ανά εικοσιτετράωρο, περίοδο ανάπαυσης ελάχιστης διάρκειας ένδεκα συναπτών ωρών (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, CCOO, C-55/18, EU:C:2019:402, σκέψη 38).

41

Η χρήση του όρου «κάθε εργαζόμενος» συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας του ως άνω άρθρου 3 υπό την έννοια της εφαρμογής του ανά εργαζόμενο, οσάκις μεταξύ ενός εργαζομένου και του ίδιου εργοδότη έχουν συναφθεί πλείονες συμβάσεις εργασίας. Πράγματι, με τη χρήση του αορίστου επιθετικού προσδιορισμού «κάθε», το εν λόγω άρθρο 3 εστιάζει στον εργαζόμενο προκειμένου, ανά εικοσιτετράωρο, να μπορεί να επωφεληθεί περιόδου ανάπαυσης ελάχιστης διάρκειας ένδεκα συναπτών ωρών, όποιος και αν είναι αυτός, είτε έχει συνάψει πλείονες συμβάσεις με τον εργοδότη του είτε όχι.

42

Όσον αφορά, κατά δεύτερον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται το άρθρο 2, σημείο 1, και το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88, επισημαίνεται ότι, στο άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας αυτής, ως «περίοδος ανάπαυσης» ορίζεται κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας.

43

Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η έννοια αυτή και η έννοια του «χρόνου εργασίας» αποκλείουν η μία την άλλη και ότι η οδηγία 2003/88 δεν προβλέπει κάποια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ περιόδου εργασίας και περιόδου ανάπαυσης (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras, C-266/14, EU:C:2015:578, σκέψεις 25 και 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

44

Επιπλέον, το άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας δεν συγκαταλέγεται στις διατάξεις της από τις οποίες χωρεί παρέκκλιση (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras, C-266/14, EU:C:2015:578, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

45

Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, ήτοι κάθε εργαζόμενος να δικαιούται καθημερινά ανάπαυση διάρκειας ένδεκα τουλάχιστον συναπτών ωρών, αν αυτές οι περίοδοι ανάπαυσης εξετάζονται χωριστά ανά σύμβαση που συνδέει τον εν λόγω εργαζόμενο με τον εργοδότη του. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι ώρες που θεωρούνται ως περίοδοι ανάπαυσης στο πλαίσιο μιας συμβάσεως θα μπορούσαν, όπως καταδεικνύει η διαφορά της κύριας δίκης, να συνιστούν χρόνο εργασίας στο πλαίσιο άλλης συμβάσεως. Η ίδια περίοδος, όμως, δεν μπορεί, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, να χαρακτηρίζεται συγχρόνως ως χρόνος εργασίας και ως περίοδος ανάπαυσης.

46

Επομένως, οι συμβάσεις εργασίας που συνάπτει ένας εργαζόμενος με τον εργοδότη του πρέπει να εξετάζονται από κοινού προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η περίοδος που χαρακτηρίζεται ως ημερήσια ανάπαυση αντιστοιχεί στον ορισμό της περιόδου ανάπαυσης κατά το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας 2003/88, ήτοι ότι πρόκειται για περίοδο που δεν είναι χρόνος εργασίας.

47

Κατά τρίτον, η ερμηνεία που απορρέει από το γράμμα και το πλαίσιο του άρθρου 2, σημείο 1, και του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88 επιβεβαιώνεται επίσης από τον σκοπό της οδηγίας.

48

Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η οδηγία 2003/88 έχει ως σκοπό τον καθορισμό των στοιχειωδών προδιαγραφών για τη βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεως και εργασίας των εργαζομένων διά της προσεγγίσεως των εθνικών διατάξεων, ιδίως όσον αφορά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας (απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, CCOO, C-55/18, EU:C:2019:402, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49

Η εναρμόνιση αυτή, στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οργανώσεως του χρόνου εργασίας αποσκοπεί στην εξασφάλιση καλύτερης προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, παρέχοντάς τους κατώτατες περιόδους ανάπαυσης, ειδικότερα δε ημερήσιας ανάπαυσης (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, CCOO, C-55/18, EU:C:2019:402, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50

Αν οι ελάχιστες προδιαγραφές του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88 ερμηνεύονταν υπό την έννοια ότι ισχύουν αυτοτελώς για κάθε σύμβαση που συνάπτει ο εργαζόμενος με τον εργοδότη του, θα υπονομευόταν η εγγύηση καλύτερης προστασίας του εν λόγω εργαζομένου, δεδομένου ότι, με τη σώρευση του χρόνου εργασίας τον οποίο προβλέπει χωριστά καθεμία από τις συμβάσεις που συνήφθησαν με τον εργοδότη, θα καθίστατο ενδεχομένως αδύνατο να εξασφαλιστεί η περίοδος ανάπαυσης ένδεκα συναπτών ωρών ανά εικοσιτετράωρο, μολονότι η περίοδος αυτή θεωρήθηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης ως το ελάχιστο που απαιτείται προκειμένου ο εργαζόμενος να αναλάβει από την κόπωση που είναι συνυφασμένη με την καθημερινή εργασία.

51

Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο εργαζόμενος πρέπει να θεωρείται ως το ασθενές μέρος στο πλαίσιο της σχέσεως εργασίας και, επομένως, είναι αναγκαίο να μην παρέχεται στον εργοδότη η ευχέρεια να του επιβάλει περιορισμό των δικαιωμάτων του (απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, CCOO, C‑55/18, EU:C:2019:402, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

52

Λαμβανομένης υπόψη της ως άνω ιδιότητάς του ως ασθενούς μέρους, ο εργαζόμενος μπορεί να αποτραπεί από το να προβάλει ρητώς τα δικαιώματά του έναντι του εργοδότη του, εφόσον η διεκδίκηση των δικαιωμάτων αυτών ενδέχεται να τον εκθέσει στη λήψη μέτρων, εκ μέρους του εργοδότη του, ικανών να επηρεάσουν τη σχέση εργασίας εις βάρος του εν λόγω εργαζομένου (απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, CCOO, C-55/18, EU:C:2019:402, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

53

Αν όμως οι διατάξεις της οδηγίας 2003/88 σχετικά με την ελάχιστη περίοδο ημερήσιας ανάπαυσης ερμηνεύονταν υπό την έννοια ότι έχουν εφαρμογή αυτοτελώς σε κάθε σύμβαση εργασίας που συνάπτει ένας εργαζόμενος με τον ίδιο εργοδότη, τούτο θα σήμαινε ότι ο εργαζόμενος θα μπορούσε να δεχθεί πιέσεις από τον εργοδότη του με σκοπό να κατανείμει τον χρόνο εργασίας του σε περισσότερες συμβάσεις, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει τις διατάξεις αυτές άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.

54

Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το περιθώριο εκτιμήσεως, που επικαλούνται η ASE καθώς και η Πολωνική και η Ρουμανική Κυβέρνηση, το οποίο διαθέτουν τα κράτη μέλη για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88, δεν ασκεί επιρροή για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα. Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 57 των προτάσεών του, το ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο δεν αφορά τον συγκεκριμένο τρόπο εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αλλά το περιεχόμενό τους. Κατά το άρθρο 23 της εν λόγω οδηγίας, όμως, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να εκπονήσουν διαφορετικές νομοθετικές, κανονιστικές και συμβατικές διατάξεις περί του χρόνου εργασίας, οι ελάχιστες απαιτήσεις της οδηγίας 2003/88 πρέπει να τηρούνται.

55

Από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον ορισμένοι εμπειρογνώμονες που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση του έργου συνδέονται με την ASE με πλείονες συμβάσεις εργασίας, είναι αναγκαίο, προκειμένου να εξακριβωθεί η τήρηση των διατάξεων του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88, οι συμβάσεις αυτές να εξεταστούν από κοινού.

56

Επιπροσθέτως επισημαίνεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εμπλεκόμενων στην κύρια δίκη εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή παρατηρεί, κατ’ ουσίαν, ότι η οδηγία 2003/88 εφαρμόζεται μόνο στους κατά την έννοια της οδηγίας αυτής «εργαζομένους».

57

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, σε άλλο και υπό τις οδηγίες του, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2018, Sindicatul Familia Constanţa κ.λπ., C‑147/17, EU:C:2018:926, σκέψη 41).

58

Κατά συνέπεια, η σχέση εργασίας προϋποθέτει σχέση εξαρτήσεως μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη του. Η ύπαρξη σχέσεως εξαρτήσεως πρέπει να εκτιμάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε συνάρτηση με όλα τα στοιχεία και όλες τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των μερών (απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Bosworth και Hurley, C-603/17, EU:C:2019:310, σκέψη 26).

59

Επομένως, ο χρόνος που αφιέρωσαν οι εμπειρογνώμονες της υποθέσεως της κύριας δίκης στην παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο του έργου ασκεί επιρροή, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τηρήθηκε η ελάχιστη περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88, μόνον εφόσον, στο πλαίσιο του έργου αυτού, υπήρχε σχέση εξαρτήσεως μεταξύ της ASE και των εμπειρογνωμόνων. Από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο φαίνεται να προκύπτει ότι τούτο ίσχυε, πλην όμως στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να το εξακριβώσει.

60

Επιπλέον, η ASE και η Δανική Κυβέρνηση επικαλέστηκαν τις εισάγουσες παρεκκλίσεις διατάξεις της οδηγίας 2003/88, ειδικότερα δε το άρθρο της 17, παράγραφος 1, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη εφαρμογή του άρθρου 3 της οδηγίας αυτής σε ορισμένους εργαζομένους.

61

Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όσον αφορά τις δυνατότητες παρεκκλίσεως τις οποίες προβλέπει η οδηγία 2003/88, ιδίως στο άρθρο 17, ως εξαιρέσεις από το καθεστώς της Ένωσης στον τομέα της οργανώσεως του χρόνου εργασίας που προβλέπει η οδηγία αυτή, οι παρεκκλίσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των οποίων την προστασία καθιστούν δυνατή οι εν λόγω παρεκκλίσεις (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2018, Matzak, C-518/15, EU:C:2018:82, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

62

Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 εφαρμόζεται σε εργαζομένους των οποίων ο χρόνος εργασίας, καθ’ ολοκληρίαν, δεν υπολογίζεται ή δεν προκαθορίζεται ή μπορεί να καθορίζεται από τους ίδιους τους εργαζομένους λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ασκούμενης δραστηριότητας (απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Hälvä κ.λπ., C‑175/16, EU:C:2017:617, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63

Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι εμπειρογνώμονες περί των οποίων πρόκειται στη διαφορά της κύριας δίκης είχαν συμβάσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης, οι οποίες προέβλεπαν σαράντα ώρες εργασίας εβδομαδιαίως. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανές ότι τουλάχιστον ένα μέρος του χρόνου εργασίας των εμπειρογνωμόνων, ακόμη και στην περίπτωση του πανεπιστημιακού διδακτικού προσωπικού, καθοριζόταν από τον εργοδότη τους, γεγονός το οποίο αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής στην περίπτωσή τους της παρεκκλίσεως του άρθρου 17, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88. Εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει τούτο.

64

Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, σημείο 1, και το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι, οσάκις ο εργαζόμενος συνήψε πλείονες συμβάσεις εργασίας με τον ίδιο εργοδότη, η ελάχιστη περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης, η οποία προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 3, έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές θεωρούμενες στο σύνολό τους και όχι σε καθεμία από τις συμβάσεις θεωρούμενη χωριστά.

Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

65

Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, σε περίπτωση που το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι η ελάχιστη περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης, την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη, αφορά το σύνολο των συμβάσεων εργασίας που έχει συνάψει ο εργαζόμενος με τον ίδιο εργοδότη, δημόσιος φορέας ο οποίος ενεργεί εξ ονόματος του κράτους δύναται να επικαλεσθεί το άμεσο αποτέλεσμα της εν λόγω διατάξεως έναντι εργοδότη ο οποίος δεν συμμορφώνεται με τη διάταξη αυτή.

66

Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις οδηγίας είναι, από απόψεως του περιεχομένου τους, ανεπιφύλακτες και αρκούντως ακριβείς, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλούνται έναντι του κράτους μέλους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, είτε σε περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος αυτό παρέλειψε να μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη είτε σε περίπτωση κατά την οποία τη μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη πλημμελώς (πρβλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Max-Planck-Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften, C-684/16, EU:C:2018:874, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

67

Εντούτοις, υπογραμμίζεται εξαρχής ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 81 των προτάσεών του, κανένας εθνικός κανόνας δεν αμφισβητήθηκε, εν προκειμένω, ως αντιβαίνων στις διατάξεις της οδηγίας 2003/88.

68

Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι το ζήτημα αν εθνική διάταξη πρέπει να μείνει ανεφάρμοστη ως αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης τίθεται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή καμία σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία της διατάξεως αυτής (απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Bauer και Willmeroth, C-569/16 και C-570/16, EU:C:2018:871, σκέψη 65).

69

Η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου, βάσει της οποίας τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, κατά το μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο συμφώνως προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης, είναι εγγενής στο σύστημα των Συνθηκών, καθόσον παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης όταν αποφαίνονται επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί (απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Staatsanwaltschaft Offenburg, C-615/18, EU:C:2020:376, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

70

Εν προκειμένω, η Ρουμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι στη Ρουμανία, σε περίπτωση συνάψεως από μισθωτό πλειόνων συμβάσεων με τον ίδιο εργοδότη, πρέπει να τύχει εφαρμογής το άρθρο 135, παράγραφος 1, του εργατικού κώδικα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 119 και 120 του κώδικα αυτού.

71

Το εν λόγω άρθρο 135, παράγραφος 1, προβλέπει ότι οι μισθωτοί δικαιούνται, μεταξύ δύο ημερών εργασίας, ανάπαυση η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δώδεκα συναπτών ωρών.

72

Επομένως, τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το εν λόγω άρθρο 135, παράγραφος 1, φαίνεται να έχουν ισχυρότερο προστατευτικό χαρακτήρα σε σχέση με εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88, κατά το οποίο η προβλεπόμενη ελάχιστη περίοδος ανάπαυσης ανά εικοσιτετράωρο είναι διάρκειας ένδεκα συναπτών ωρών.

73

Υπό τις περιστάσεις αυτές, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 82 των προτάσεών του, ουδείς λόγος συντρέχει να θεωρηθεί ότι ο OI POCU MEN δεν μπορούσε να θεμελιώσει την απόφασή του στις διατάξεις του ρουμανικού δικαίου ερμηνευομένου κατά τρόπο σύμφωνο προς τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2003/88.

74

Ελλείψει οποιασδήποτε αμφισβητήσεως της συμβατότητας του ρουμανικού δικαίου με το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88 και, εν πάση περιπτώσει, στο μέτρο που είναι πρόδηλο ότι το δίκαιο αυτό είναι δυνατόν να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο προς το ως άνω άρθρο, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως

75

Η Ρουμανική Κυβέρνηση και η ASE ζητούν από το Δικαστήριο, με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας αποφάσεως.

76

Όσον αφορά, καταρχάς, το αίτημα που διατύπωσε η Ρουμανική Κυβέρνηση για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί την εφαρμογή του άρθρου 2, σημείο 1, και του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88 ανά εργαζόμενο, επισημαίνεται ότι η προβαλλόμενη αιτιολογία έγκειται στον συστημικό αντίκτυπο που θα είχε η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στην αγορά εργασίας στη Ρουμανία, όπου, κατά τη Ρουμανική Κυβέρνηση, πολλοί εργαζόμενοι έχουν συμβάσεις με πλείονες εργοδότες. Επομένως, το αίτημα αφορά την περίπτωση στην οποία η παρούσα απόφαση θα έκρινε επί συμβάσεων εργασίας συναπτόμενων με πλείονες εργοδότες. Δεδομένου ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κρίθηκε απαράδεκτη όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2003/88 για τις περιπτώσεις αυτές, παρέλκει η απάντηση στο σχετικό αίτημα περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως.

77

Όσον αφορά, στη συνέχεια, το αίτημα που διατύπωσε η Ρουμανική Κυβέρνηση για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί την εφαρμογή του άρθρου 2, σημείο 1, και του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/88 για καθεμία, χωριστά, από τις συμβάσεις που συνάπτει ο εργαζόμενος με τον εργοδότη του, παρέλκει ομοίως η απάντηση σε αυτό, δεδομένου ότι από τη σκέψη 64 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η ελάχιστη περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας, αφορά το σύνολο των συμβάσεων που συνάπτει ο εργαζόμενος με τον ίδιο εργοδότη.

78

Όσον αφορά, τέλος, το αίτημα που διατύπωσε η ASE, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ερμηνεία που δίδει το Δικαστήριο σε κανόνα δικαίου της Ένωσης, ασκώντας την αρμοδιότητα που του απονέμει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, αποσαφηνίζει και εξειδικεύει την έννοια και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού όπως πρέπει ή θα έπρεπε να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται από της θέσεώς του σε ισχύ. Επομένως, ο κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείς κανόνας δικαίου μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια και επί εννόμων σχέσεων που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί του αιτήματος ερμηνείας, εφόσον συντρέχουν κατά τα λοιπά οι προϋποθέσεις εισαγωγής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου της σχετικής με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα δικαίου διαφοράς (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Schuch‑Ghannadan, C-274/18, EU:C:2019:828, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

79

Μόνον όλως εξαιρετικώς μπορεί το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της συμφυούς με την έννομη τάξη της Ένωσης γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας που έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί διάταξη την οποία έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο, προκειμένου να αμφισβητήσει έννομες σχέσεις που έχουν καλοπίστως συναφθεί. Για να αποφασισθεί ένας τέτοιος περιορισμός, είναι αναγκαία η συνδρομή δύο βασικών προϋποθέσεων, συγκεκριμένα δε της καλής πίστεως των ενδιαφερομένων και του κινδύνου σημαντικών διαταραχών (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Schuch‑Ghannadan, C-274/18, EU:C:2019:828, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

80

Ειδικότερα, το Δικαστήριο κατέφυγε στη λύση αυτή μόνον υπό πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις, και δη όταν υπήρχε κίνδυνος σοβαρών οικονομικών συνεπειών οφειλομένων, ιδίως, στον μεγάλο αριθμό των εννόμων σχέσεων που είχαν συσταθεί καλοπίστως βάσει ρυθμίσεως η οποία εθεωρείτο νομίμως ισχύουσα και εφόσον προέκυπτε ότι οι ιδιώτες και οι εθνικές αρχές είχαν παρακινηθεί σε συμπεριφορά αντιβαίνουσα προς το δίκαιο της Ένωσης λόγω αντικειμενικής και σοβαρής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, αβεβαιότητας στη δημιουργία της οποίας είχε ενδεχομένως συμβάλει η ίδια η συμπεριφορά άλλων κρατών μελών ή της Επιτροπής (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Schuch-Ghannadan, C-274/18, EU:C:2019:828, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

81

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η ASE διατείνεται απλώς, χωρίς να επικαλείται κάποιο άλλο στοιχείο, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη τόσο η καλή πίστη των ενδιαφερομένων όσο και ο κίνδυνος σοβαρών διαταραχών της οικονομίας στη Ρουμανία. Δεν επικαλείται επομένως επαρκή στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι πληρούται το κριτήριο της καλής πίστεως των ενδιαφερομένων ούτε παρέχει στο Δικαστήριο συγκεκριμένα στοιχεία ως προς τον αριθμό των οικείων εννόμων σχέσεων ή ως προς τη φύση και την έκταση των ενδεχόμενων οικονομικών επιπτώσεων της παρούσας αποφάσεως. Ως εκ τούτου, τα δύο κριτήρια που μνημονεύονται στη σκέψη 79 της παρούσας αποφάσεως, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι πληρούνται.

82

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν συντρέχει λόγος να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας αποφάσεως.

Επί των δικαστικών εξόδων

83

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 2, σημείο 1, και το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, έχουν την έννοια ότι, οσάκις ο εργαζόμενος συνήψε πλείονες συμβάσεις εργασίας με τον ίδιο εργοδότη, η ελάχιστη περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης, η οποία προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 3, έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές θεωρούμενες στο σύνολό τους και όχι σε καθεμία από τις συμβάσεις θεωρούμενη χωριστά.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Langue de procédure : le roumain.