ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο πενταμελές τμήμα)

της 15ης Ιουνίου 2022 ( *1 )

«Ανταγωνισμός – Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης – Αγορά συνόλων τσιπ LTE – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ και του άρθρου 54 της Συμφωνίας ΕΟΧ – Πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας – Δικαιώματα άμυνας – Άρθρο 19 και άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 – Εκτοπισμός ανταγωνιστών από την αγορά»

Στην υπόθεση T‑235/18,

Qualcomm Inc., με έδρα το Σαν Ντιέγκο, Καλιφόρνια (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους Μ. Pinto de Lemos Fermiano Rato, Μ. Davilla και Μ. English, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους N. Khan, A. Dawes και C. Urraca Caviedes,

καθής,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Μαρκουλλή (εισηγήτρια), πρόεδρο, S. Frimodt Nielsen, J. Schwarcz, Κ. Ηλιόπουλο και R. Norkus, δικαστές,

γραμματέας: C. Kristensen, προϊσταμένη μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν των συνεδριάσεων της 4ης, 5ης και 6ης Μαΐου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ προσφυγή, η προσφεύγουσα, Qualcomm Inc., ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως C(2018) 240 final της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 2018, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ και του άρθρου 54 της [Σ]υμφωνίας ΕΟΧ [υπόθεση AT.40220 – Qualcomm (πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας)], με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της από τις 25 Φεβρουαρίου 2011 έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2016 (στο εξής: επίμαχο χρονικό διάστημα) και της επέβαλε πρόστιμο ύψους 997439000 ευρώ (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

I. Ιστορικό της διαφοράς

Α. Ως προς την προσφεύγουσα

2

Η προσφεύγουσα είναι αμερικανική εταιρία που ιδρύθηκε το 1985 και δραστηριοποιείται στον τομέα των κυψελωτών και ασύρματων τεχνολογιών. Αναπτύσσει και προμηθεύει σύνολα τσιπ (chipsets) και λογισμικό που χρησιμοποιούνται στις επικοινωνίες φωνής και δεδομένων. Τα σύνολα τσιπ της προσφεύγουσας πωλούνται, και το λογισμικό του συστήματός της διατίθεται με άδεια χρήσης, σε εταιρίες οι οποίες τα χρησιμοποιούν στον εξοπλισμό κινητών τηλεφώνων, ταμπλετών, φορητών υπολογιστών, μονάδων δεδομένων και άλλων ηλεκτρονικών ειδών ευρείας κατανάλωσης. Η προσφεύγουσα προμηθεύει, μεταξύ άλλων, σύνολα τσιπ βασικής ζώνης (baseband chipsets, στο εξής: σύνολα τσιπ).

3

Τα σύνολα τσιπ παρέχουν τη δυνατότητα σε έξυπνα τηλέφωνα (smartphones) και ταμπλέτες (tablets) να συνδέονται σε κυψελωτά δίκτυα τηλεπικοινωνιών και καθιστούν δυνατή τη μετάδοση τόσο ομιλίας όσο και δεδομένων. Κάθε σύνολο τσιπ συνδυάζει τρία στοιχεία, ήτοι έναν επεξεργαστή βασικής ζώνης, ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα ραδιοσυχνοτήτων και ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα τροφοδοσίας, τα οποία συνήθως περιέχονται σε ξεχωριστά τσιπ ή, σπανιότερα, στο ίδιο τσιπ. Εκτός από τον επεξεργαστή βασικής ζώνης, ορισμένες συσκευές απαιτούν έναν επεξεργαστή εφαρμογής, ο οποίος μπορεί να είναι ενσωματωμένος στο ίδιο τσιπ με τον επεξεργαστή βασικής ζώνης ή να περιέχεται σε ξεχωριστό τσιπ. Συνεπώς, ένα σύνολο τσιπ μπορεί να είναι είτε «ενσωματωμένο» είτε «αυτόνομο» (επίσης γνωστό ως «λεπτό» σύνολο τσιπ), ανάλογα με το εάν ενσωματώνει ή όχι επεξεργαστή εφαρμογής. Τα σύνολα τσιπ μπορεί να είναι συμβατά με ένα ή περισσότερα πρότυπα κυψελωτών επικοινωνιών, όπως τα πρότυπα GSM (Global System for Mobile Communications), UMTS (Universal Mobile Telecommunications System) ή LTE (Long Term Evolution). Τα σύνολα τσιπ πωλούνται σε κατασκευαστές αρχικού εξοπλισμού (original equipment manufacturers, στο εξής: OEM), όπως η Apple Inc. (Apple), η HTC Corporation (HTC), η Huawei Technologies Co. Ltd (Huawei), η LG Corp. (LG), η Samsung Group (Samsung) και η ZTE Corporation (ZTE), οι οποίοι τα ενσωματώνουν στις συσκευές τους.

4

Η υπό κρίση υπόθεση αφορά, ειδικότερα, την προμήθεια από την προσφεύγουσα στην Apple, κατά τo χρονικό διάστημα από το 2011 έως το 2016, συνόλων τσιπ συμβατών με το πρότυπο LTE καθώς και με τα πρότυπα UMTS και GSM (στο εξής: σύνολα τσιπ LTE).

Β. Ως προς τη διοικητική διαδικασία

1.   Η διαδικασία όσον αφορά την προσφεύγουσα

5

Τον Αύγουστο του 2014 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε έρευνα σχετικά με συμφωνίες που αφορούσαν την αγορά και τη χρήση συνόλων τσιπ της προσφεύγουσας.

6

Κατά το χρονικό διάστημα από τις 13 Οκτωβρίου 2014 έως τις 14 Ιανουαρίου 2015, η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα αιτήσεις παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 18, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).

7

Στις 16 Ιουλίου 2015 η Επιτροπή κίνησε διαδικασία κατά της προσφεύγουσας με σκοπό την έκδοση αποφάσεως κατ’ εφαρμογήν του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού 1/2003.

8

Στις 8 Δεκεμβρίου 2015 η Επιτροπή απέστειλε στην προσφεύγουσα ανακοίνωση αιτιάσεων, στην οποία η προσφεύγουσα απάντησε στις 27 Ιουνίου 2016. Στις 27 Ιουλίου 2016 η προσφεύγουσα συμπλήρωσε την απάντηση αυτή.

9

Κατά το χρονικό διάστημα από τις 22 Νοεμβρίου 2016 έως τις 5 Μαΐου 2017 η Επιτροπή απέστειλε στην προσφεύγουσα νέες αιτήσεις παροχής πληροφοριών.

10

Στις 10 Φεβρουαρίου 2017 η Επιτροπή απέστειλε στην προσφεύγουσα έκθεση των πραγματικών περιστατικών, στην οποία η προσφεύγουσα απάντησε στις 13 Μαρτίου 2017.

11

Στις 29 Μαΐου 2017 η προσφεύγουσα υπέβαλε συμπληρωματικές παρατηρήσεις επί των αποδεικτικών στοιχείων του φακέλου μετά την αποστολή της ανακοινώσεως αιτιάσεων.

12

Κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η προσφεύγουσα έγινε πολλές φορές δεκτή από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, σε ορισμένες δε από τις συναντήσεις αυτές ήταν παρούσα η ομάδα του επικεφαλής οικονομολόγου.

13

Στις 24 Ιανουαρίου 2018 η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

2.   Οι άλλες επιχειρήσεις και τα ενδιαφερόμενα μέρη

14

Προτού η Επιτροπή ξεκινήσει την έρευνα που αναφέρεται στη σκέψη 5 ανωτέρω, πραγματοποίησε συνάντηση με έναν τρίτο πληροφοριοδότη ο οποίος ζήτησε να διατηρηθεί η ανωνυμία του (στο εξής: τρίτος πληροφοριοδότης), συνάντηση η οποία οργανώθηκε κατόπιν αιτήματος του τελευταίου.

15

Κατά το χρονικό διάστημα από τις 12 Αυγούστου 2014 έως τις 23 Ιουλίου 2015, η Επιτροπή απέστειλε αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε ορισμένους πελάτες και ανταγωνιστές της προσφεύγουσας.

16

Πριν από την αποστολή της ανακοινώσεως αιτιάσεων στην προσφεύγουσα, η Επιτροπή πραγματοποίησε συναντήσεις και τηλεφωνικές διασκέψεις με ορισμένα τρίτα μέρη.

17

H Apple και η Nvidia έγιναν δεκτές στη διαδικασία από την Επιτροπή ως ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2004, L 123, σ. 18). Η Apple είναι επιχείρηση-πελάτης της προσφεύγουσας η οποία προμηθεύεται σύνολα τσιπ, συμπεριλαμβανομένων των συνόλων τσιπ LTE. Η Nvidia είναι επιχείρηση ανταγωνίστρια της προσφεύγουσας η οποία προμηθεύει ορισμένους τύπους συνόλων τσιπ.

18

Στις 15 Μαρτίου 2016 η Επιτροπή χορήγησε στην Apple μη εμπιστευτικό κείμενο της ανακοινώσεως αιτιάσεων. Στις 2 Μαΐου 2016 η Apple διαβίβασε την άποψή της επί της ανακοινώσεως αιτιάσεων.

19

Στις 31 Μαρτίου 2016 η Επιτροπή χορήγησε στην Nvidia μη εμπιστευτικό κείμενο της ανακοινώσεως αιτιάσεων. Στις 31 Μαΐου 2016 η Nvidia διαβίβασε την άποψή της επί της ανακοινώσεως αιτιάσεων.

20

Στις 19 Οκτωβρίου 2016 η Επιτροπή χορήγησε στην Apple ένα μη εμπιστευτικό κείμενο της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων. Στις 21 Νοεμβρίου 2016 η Apple διαβίβασε την άποψή της επί της απαντήσεως στην ανακοίνωση αιτιάσεων.

21

Κατά το χρονικό διάστημα από τις 22 Νοεμβρίου 2016 έως τις 5 Μαΐου 2017 η Επιτροπή απέστειλε αιτήσεις παροχής πληροφοριών στην Apple και σε ανταγωνιστές της προσφεύγουσας.

3.   Η πρόσβαση στον φάκελο

22

Στις 21 Δεκεμβρίου 2015, μετά την κοινοποίηση της ανακοινώσεως αιτιάσεων, η Επιτροπή παρέσχε στην προσφεύγουσα πρόσβαση (σε CD-ROM) στον φάκελο της υποθέσεως. Κατόπιν αιτημάτων της προσφεύγουσας, η Επιτροπή της χορήγησε μη εμπιστευτικές εκδοχές ορισμένων άλλων εγγράφων τα οποία η Επιτροπή δεν της είχε ακόμη διαβιβάσει καθώς και λιγότερο αναδιατυπωμένες μη εμπιστευτικές εκδοχές ορισμένων εγγράφων τα οποία η Επιτροπή της είχε ήδη διαβιβάσει.

23

Στις 23 και 24 Μαΐου 2016 ο σύμβουλος ακροάσεων μερίμνησε για την παροχή προσβάσεως στους εξωτερικούς συμβούλους της προσφεύγουσας σε μια πρώτη αίθουσα δεδομένων σε σχέση με ορισμένα έγγραφα. Την 1η Ιουνίου 2016 ο σύμβουλος ακροάσεων μερίμνησε για την παροχή προσβάσεως στους εξωτερικούς συμβούλους της προσφεύγουσας και σε μια δεύτερη αίθουσα δεδομένων σε σχέση με ορισμένα άλλα έγγραφα. Στις 28 και 30 Ιουνίου 2016 παρασχέθηκε στους εξωτερικούς συμβούλους της προσφεύγουσας πρόσβαση σε μια τρίτη αίθουσα δεδομένων, προκειμένου να μπορέσουν να διατυπώσουν εμπιστευτικές επί της ουσίας παρατηρήσεις επί των εγγράφων που τους είχαν διατεθεί στην πρώτη και στη δεύτερη αίθουσα δεδομένων.

24

Στις 13 Φεβρουαρίου 2017, μετά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, η Επιτροπή χορήγησε στην προσφεύγουσα περαιτέρω πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης (σε CD-ROM) όσον αφορά τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν μετά την κοινοποίηση της ανακοινώσεως αιτιάσεων. Στις 17 Φεβρουαρίου 2017 ο σύμβουλος ακροάσεων μερίμνησε για την παροχή προσβάσεως στους εξωτερικούς συμβούλους της προσφεύγουσας σε μια τέταρτη αίθουσα δεδομένων σε σχέση με ορισμένα από αυτά τα έγγραφα.

25

Στις 25 Ιανουαρίου 2018, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή να της διαβιβάσει τον κατάλογο των συναντήσεων ή/και ακροάσεων που είχε διοργανώσει με τρίτα μέρη σε σχέση με το αντικείμενο της έρευνας. Στις 2 Μαρτίου 2018 η Επιτροπή απάντησε ότι είχαν λάβει χώρα ορισμένες συναντήσεις και τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη και διαβίβασε τις σχετικές σημειώσεις.

Γ. Επί της προσβαλλομένης αποφάσεως

26

Η προσβαλλόμενη απόφαση διαιρείται σε δεκατέσσερα τμήματα, τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, την εισαγωγή (τμήμα 1), τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις (τμήμα 2), τη διαδικασία (τμήμα 3), τις διαδικαστικές αιτιάσεις της προσφεύγουσας (τμήμα 4), τα πρότυπα (τμήμα 5), την τεχνολογία και τα σχετικά προϊόντα (τμήμα 6), τις δραστηριότητες της προσφεύγουσας σχετικά με τα σύνολα τσιπ (τμήμα 7), τις συμφωνίες της προσφεύγουσας με την Apple (τμήμα 8), τον ορισμό της αγοράς (τμήμα 9), τη δεσπόζουσα θέση (τμήμα 10), την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης (τμήμα 11), τη δικαιοδοσία (τμήμα 12), τις επιπτώσεις στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (τμήμα 13) και τα διορθωτικά μέτρα και τα πρόστιμα (τμήμα 14).

1.   Οι συμφωνίες μεταξύ της προσφεύγουσας και της Apple

27

Στο τμήμα 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι, στις 25 Φεβρουαρίου 2011, η προσφεύγουσα είχε συνάψει συμφωνία με την Apple (στο εξής: μεταβατική συμφωνία) σχετικά με την παράδοση συνόλων τσιπ και ότι η συμφωνία αυτή τροποποιήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2013 με τη σύναψη μεταγενέστερης συμφωνίας (στο εξής: πρώτη τροποποίηση της μεταβατικής συμφωνίας), η οποία τέθηκε σε ισχύ αναδρομικώς από την 1η Ιανουαρίου 2013 (στο εξής, από κοινού: επίμαχες συμφωνίες).

28

Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι επίμαχες συμφωνίες προέβλεπαν την παροχή πληρωμών υπό τη μορφή κινήτρων από την προσφεύγουσα στην Apple υπό τον όρο να καλύψει η Apple από την προσφεύγουσα όλες τις ανάγκες της σε σύνολα τσιπ LTE (στο εξής: επίμαχες πληρωμές). Επί του τελευταίου αυτού σημείου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, για τους σκοπούς της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα σύνολα τσιπ LTE περιλαμβάνουν τα σύνολα τσιπ τα οποία είναι σύμφωνα με το πρότυπο LTE, καθώς και με τα πρότυπα GSM και UMTS.

29

Η Επιτροπή ανέφερε ότι, από το 2011 έως το 2015, η Apple προμηθευόταν σύνολα τσιπ LTE αποκλειστικά από την προσφεύγουσα και ότι η προσφεύγουσα είχε καταβάλει στην Apple από 2 έως 3 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ (USD).

30

Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, μολονότι οι επίμαχες συμφωνίες επρόκειτο να λήξουν στις 31 Δεκεμβρίου 2016, για τους σκοπούς της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι επίμαχες συμφωνίες καταγγέλθηκαν μετά τη θέση σε κυκλοφορία από την Apple, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, συσκευών iPhone 7 που ενσωμάτωναν σύνολα τσιπ LTE της Intel.

2.   Ο ορισμός της αγοράς

31

Στο τμήμα 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σχετική αγορά προϊόντων ήταν η αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE και ότι η αγορά αυτή είναι παγκόσμιας κλίμακας (στο εξής: σχετική αγορά). Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η σχετική αγορά περιλάμβανε τόσο τα αυτόνομα όσο και τα ενσωματωμένα σύνολα τσιπ LTE, αλλά απέκλειε την ιδιοπαραγωγή αυτών των συνόλων τσιπ. Συναφώς, η Επιτροπή έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι τα σύνολα τσιπ LTE δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα συμβατά με το πρότυπο GSM σύνολα τσιπ ούτε τα συμβατά με το πρότυπο UMTS σύνολα τσιπ (στο εξής: σύνολα τσιπ UMTS).

3.   Η δεσπόζουσα θέση

32

Στο τμήμα 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα κατείχε δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2011 έως την 31η Δεκεμβρίου 2016. Προς τούτο, η Επιτροπή ανέφερε ότι η προσφεύγουσα διέθετε μεγάλα μερίδια στη σχετική αγορά από το 2010, ότι η εν λόγω αγορά χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ορισμένων φραγμών στην είσοδο και στην επέκταση και ότι η εμπορική ισχύς των πελατών της προσφεύγουσας που αγοράζουν σύνολα τσιπ δεν είναι ικανή να επηρεάσει τη δεσπόζουσα θέση της προσφεύγουσας.

4.   Η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης

33

Στο τμήμα 11 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα, με τις επίμαχες πληρωμές, καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της στη σχετική αγορά. Προς τούτο, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι επίμαχες πληρωμές συνιστούσαν πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας, ότι οι πληρωμές αυτές είχαν δυνητικά αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα, ότι η ανάλυση κρίσιμου περιθωρίου που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν ασκούσε επιρροή στο συμπέρασμα της Επιτροπής και ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι οι επίμαχες πληρωμές αντισταθμίζονταν ή υπερκαλύπτονταν από πλεονεκτήματα σε σχέση με την αποδοτικότητα τα οποία ωφελούσαν επίσης τον καταναλωτή.

34

Η Επιτροπή ανέφερε ότι η κατάχρηση εκ μέρους της προσφεύγουσας έλαβε χώρα κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα.

5.   Το πρόστιμο

35

Η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να επιβληθεί πρόστιμο στην προσφεύγουσα και, κατόπιν υπολογισμού, συμπέρανε ότι το πρόστιμο έπρεπε να καθοριστεί σε 997439000 ευρώ.

6.   Το διατακτικό

36

Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:

«Άρθρο 1

Η Qualcomm Inc. παρέβη το άρθρο 102 της Συνθήκης [για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης] και το άρθρο 54 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, παρέχοντας πληρωμές στην Apple Inc. υπό τον όρο να καλύψει η Apple από την Qualcomm όλες τις ανάγκες της σε σύνολα τσιπ βασικής ζώνης (baseband chipsets) τα οποία είναι σύμφωνα με το πρότυπο ‟Long-Term Evolution”, καθώς και με τα πρότυπα ‟Global System for Mobile Communications” και ‟Universal Mobile Telecommunications System”.

Η παράβαση διήρκεσε από τις 25 Φεβρουαρίου 2011 έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2016.

Άρθρο 2

Για την παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 1, επιβάλλεται στην Qualcomm Inc. πρόστιμο ύψους 997439000 ευρώ.

[…]

Άρθρο 3

Η Qualcomm Inc. οφείλει να απέχει από την επανάληψη της πρακτικής που αναφέρεται στο άρθρο 1, καθώς και από κάθε πράξη ή συμπεριφορά που θα είχε ίδιο ή ισοδύναμο αντικείμενο ή αποτέλεσμα.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Qualcomm Inc. […]».

II. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

Α. Κύρια διαδικαστικά στοιχεία

1.   Έγγραφη διαδικασία

37

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Απριλίου 2018, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

38

Στις 5 Ιουνίου 2018 η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως λόγω της εκτάσεως της προσφυγής και του αριθμού των συνημμένων εγγράφων. Η ζητηθείσα παράταση της χορηγήθηκε.

39

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2018 η Επιτροπή κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου το υπόμνημα αντικρούσεως.

40

Στις 5 Οκτωβρίου 2018 η προσφεύγουσα ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή του υπομνήματος απαντήσεώς της λόγω της εκτάσεως του υπομνήματος αντικρούσεως και του αριθμού των συνημμένων εγγράφων. Η ζητηθείσα παράταση της χορηγήθηκε.

41

Στις 4 Ιανουαρίου 2019 η προσφεύγουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου το υπόμνημα απαντήσεώς της.

42

Στις 12 Φεβρουαρίου 2019 η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή του υπομνήματος ανταπαντήσεώς της λόγω της εκτάσεως του υπομνήματος απαντήσεως και του αριθμού των συνημμένων εγγράφων. Η ζητηθείσα παράταση της χορηγήθηκε.

43

Στις 8 Μαΐου 2019 η Επιτροπή κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου υπόμνημα ανταπαντήσεως.

44

Η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε στις 20 Μαΐου 2019.

45

Στις 7 Ιουνίου 2019 η προσφεύγουσα ζήτησε να διατυπώσει προφορικές παρατηρήσεις στο πλαίσιο διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

2.   Αίτηση παρεμβάσεως της Apple

46

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Ιουλίου 2018, η Apple ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.

47

Η εν λόγω αίτηση παρεμβάσεως επιδόθηκε στους κύριους διαδίκους σύμφωνα με το άρθρο 144, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

48

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν είχε παρατηρήσεις επί της αιτήσεως παρεμβάσεως της Apple.

49

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, η προσφεύγουσα ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση παρεμβάσεως και να καταδικάσει την Apple στα δικαστικά έξοδα.

50

Στις 16 Νοεμβρίου και στις 14 Δεκεμβρίου 2018 και στις 13 Φεβρουαρίου 2019, η προσφεύγουσα και η Επιτροπή ζήτησαν την εμπιστευτική μεταχείριση έναντι της Apple ορισμένων στοιχείων που περιέχονταν στα διαδικαστικά έγγραφα, σε περίπτωση που η αίτηση παρεμβάσεως γινόταν δεκτή.

51

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 2019, η Apple γνωστοποίησε στο Γενικό Δικαστήριο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 144, παράγραφος 8, του Κανονισμού Διαδικασίας, αποσύρει την αίτησή της παρεμβάσεως στην υπό κρίση υπόθεση.

52

Στις 5 Ιουνίου 2019 η πρόεδρος του έβδομου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε τη διαγραφή της Apple ως παρεμβαίνουσας στην υπό κρίση υπόθεση και την καταδίκη των διαδίκων στα δικαστικά τους έξοδα όσον αφορά την εν λόγω αίτηση παρεμβάσεως.

3.   Το αίτημα για λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας ή για διεξαγωγή αποδείξεων

53

Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Ιανουαρίου 2019, η προσφεύγουσα ζήτησε τη λήψη μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας ή τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να της χορηγηθούν, αφενός, οι πλήρεις, δηλαδή «μη αναδιατυπωμένες», εκδοχές ορισμένων εγγράφων τρίτων μερών και, αφετέρου, τα δύο έγγραφα με τις «εμπιστευτικές επί της ουσίας παρατηρήσεις» που είχαν περιληφθεί στην τρίτη αίθουσα δεδομένων της 28ης Ιουνίου 2016.

4.   Πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία προσκομισθέντα μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας

54

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Μαΐου 2019, ήτοι μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, η Επιτροπή προσκόμισε, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο συνιστάμενο στη διαβίβαση της αποφάσεως της 21ης Μαΐου 2019, εκτάσεως 233 σελίδων, του United States District Court for the Northern District of California (Περιφερειακού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου για τη Βόρεια Περιφέρεια της Καλιφόρνιας, Ηνωμένες Πολιτείες, στο εξής: District Court) στην υπόθεση Federal Trade Commission κατά Qualcomm Incorporated.

55

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιουνίου 2019, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του πρόσθετου αποδεικτικού στοιχείου που προσκομίστηκε από την Επιτροπή.

56

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Ιουλίου 2019, η προσφεύγουσα προσκόμισε, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία συνιστάμενα σε υπόμνημα 62 σελίδων συνοδευόμενο από μεγάλο αριθμό εγγράφων από ένδικες διαδικασίες που είχαν διεξαχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες (στο εξής: πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019).

57

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Αυγούστου 2019, λόγω του μεγάλου αριθμού εγγράφων που επισυνάπτονταν στα προσκομιζόμενα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019, η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή σχετικών παρατηρήσεων. Η ζητηθείσα παράταση της χορηγήθηκε.

58

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Οκτωβρίου 2019, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, με υπόμνημα 63 σελίδων μετά παραρτημάτων, αμφισβητώντας, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της προσκομίσεως των στοιχείων αυτών.

59

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Μαΐου 2020, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των παρατηρήσεων της Επιτροπής της 30ής Οκτωβρίου 2019. Στις 3 Ιουνίου 2020, η πρόεδρος του έκτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να μη συμπεριληφθεί το συγκεκριμένο δικόγραφο στη δικογραφία, ενημερώνοντας συγχρόνως την προσφεύγουσα ότι θα είχε τη δυνατότητα να προβάλει τα επιχειρήματά της συναφώς στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας.

60

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Αυγούστου 2020, η προσφεύγουσα προσκόμισε, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο συνιστάμενο στη διαβίβαση της αποφάσεως της 11ης Αυγούστου 2020, εκτάσεως 56 σελίδων, του United States Court of Appeals for the Ninth Circuit (Ομοσπονδιακού εφετείου της 9ης περιφέρειας, Ηνωμένες Πολιτείες) στην υπόθεση Federal Trade Commission κατά Qualcomm Incorporated, με την οποία ανετράπη η απόφαση του District Court που μνημονεύεται στη σκέψη 54 ανωτέρω.

61

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2020, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του πρόσθετου αποδεικτικού στοιχείου που προσκόμισε η προσφεύγουσα στις 25 Αυγούστου 2020.

62

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Νοεμβρίου 2020, η προσφεύγουσα προσκόμισε, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο συνιστάμενο στη διαβίβαση της από 28 Οκτωβρίου 2020 δισέλιδης διατάξεως του United States Court of Appeals for the Ninth Circuit (Ομοσπονδιακού εφετείου της 9ης περιφέρειας) στην υπόθεση Federal Trade Commission κατά Qualcomm Incorporated, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα επανεξετάσεως της αποφάσεως που μνημονεύεται στη σκέψη 60 ανωτέρω.

63

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Νοεμβρίου 2020, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του πρόσθετου αποδεικτικού στοιχείου που προσκομίστηκε από την προσφεύγουσα στις 9 Νοεμβρίου 2020.

5.   Αιτήματα για μη δημοσιοποίηση ορισμένων στοιχείων

64

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 31 Μαΐου 2019, η προσφεύγουσα ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κανονισμού Διαδικασίας, τη μη δημοσιοποίηση ορισμένων στοιχείων σε σχέση με τα διαδικαστικά έγγραφα και τα οικεία παραρτήματά τους, τα οποία είχαν κατατεθεί μέχρι την ημερομηνία της αιτήσεως αυτής καθώς και μετά την ημερομηνία αυτή.

65

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Αυγούστου 2019, η προσφεύγουσα ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κανονισμού Διαδικασίας, τη μη δημοσιοποίηση ορισμένων στοιχείων σε σχέση με τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019.

66

Κατόπιν προτάσεως της εισηγήτριας δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα), στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε στις 28 Μαΐου 2020 ερωτήσεις στην προσφεύγουσα προς γραπτή απάντηση, ζητώντας της να προσδιορίσει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία περιέχονται σε ορισμένα διαδικαστικά έγγραφα και στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία αφορούν οι αιτήσεις για τη μη δημοσιοποίηση ορισμένων στοιχείων, σύμφωνα με το σημείο 75 των διατάξεων για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του Κανονισμού Διαδικασίας.

67

Στις 15 Ιουνίου 2020 η προσφεύγουσα ζήτησε παράταση της προθεσμίας προκειμένου να απαντήσει στις ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο στις 28 Μαΐου 2020. Η ζητηθείσα παράταση της χορηγήθηκε.

68

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Ιουνίου 2020, η Επιτροπή διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο αντίγραφο του μη εμπιστευτικού κειμένου της προσβαλλομένης αποφάσεως η οποία δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα στον διαδικτυακό της τόπο. Στις 16 Ιουνίου 2020, η πρόεδρος του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να συμπεριληφθεί το συγκεκριμένο δικόγραφο στη δικογραφία.

69

Στις 10 Σεπτεμβρίου 2020 η προσφεύγουσα ζήτησε περαιτέρω παράταση της προθεσμίας προκειμένου να απαντήσει στις ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο στις 28 Μαΐου 2020. Της χορηγήθηκε μια τελευταία παράταση.

70

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Οκτωβρίου 2020, η προσφεύγουσα απάντησε στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας.

6.   Τοποθέτηση της εισηγήτριας δικαστή στο έκτο τμήμα

71

Κατόπιν μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, η εισηγήτρια δικαστής τοποθετήθηκε στο έκτο τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου, στο οποίο ανατέθηκε, ως εκ τούτου, η εκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως.

7.   Παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον πενταμελούς τμήματος

72

Κατόπιν προτάσεως του έκτου τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, στις 11 Ιουνίου 2020, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας, να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον πενταμελούς τμήματος.

8.   Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και διεξαγωγή αποδείξεων

73

Κατόπιν προτάσεως της εισηγήτριας δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο πενταμελές τμήμα), στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε στις 8 Οκτωβρίου 2020 στην προσφεύγουσα και στην Επιτροπή ερωτήσεις προς γραπτή απάντηση, ζήτησε δε από την Επιτροπή να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα.

74

Στις 12 Οκτωβρίου 2020 η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας προκειμένου να απαντήσει στις ερωτήσεις και τα αιτήματα που είχε υποβάλει το Γενικό Δικαστήριο στις 8 Οκτωβρίου 2020. Η παράταση χορηγήθηκε στην Επιτροπή, η ίδια δε προθεσμία ορίστηκε και για την προσφεύγουσα.

75

Στις 19 και στις 20 Νοεμβρίου 2020 η Επιτροπή και η προσφεύγουσα απάντησαν στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας.

76

Κατόπιν προτάσεως της εισηγήτριας δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο πενταμελές τμήμα), με διάταξη της 12ης Οκτωβρίου 2020 και στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων που προβλέπεται στο άρθρο 91, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, διέταξε την Επιτροπή να προσκομίσει ορισμένες πληροφορίες και ορισμένα έγγραφα.

77

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Νοεμβρίου 2020 (στο εξής: δικόγραφο της 19ης Νοεμβρίου 2020), η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς την ως άνω διάταξη.

78

Σύμφωνα με το άρθρο 103, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο, με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 10ης Δεκεμβρίου 2020, κάλεσε τους εκπροσώπους της προσφεύγουσας να αναλάβουν προσήκουσα δέσμευση όσον αφορά την εμπιστευτική μεταχείριση του δικογράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020 στο στάδιο αυτό της διαδικασίας.

79

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Δεκεμβρίου 2020, οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας απάντησαν στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 10ης Δεκεμβρίου 2020 διαβιβάζοντας υπογεγραμμένη δέσμευση εμπιστευτικότητας.

80

Με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2021, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο πενταμελές τμήμα) έκρινε ότι το δικόγραφο της 19ης Νοεμβρίου 2020 ήταν κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 103, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

81

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Ιανουαρίου 2021, οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας οι οποίοι είχαν αναλάβει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί του δικογράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020.

82

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Ιανουαρίου 2021, το οποίο συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία της υπό κρίση υποθέσεως με απόφαση της προέδρου του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, της 3ης Φεβρουαρίου 2021, οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας οι οποίοι είχαν αναλάβει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας ζήτησαν την άρση της δεσμεύσεως αυτής και τη διαβίβαση του δικογράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020 στην προσφεύγουσα. Η Επιτροπή κλήθηκε να υποβάλει συναφώς τις παρατηρήσεις της.

83

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού δικαστηρίου στις 22 Φεβρουαρίου 2021, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του δικογράφου που κατέθεσαν στις 21 Ιανουαρίου 2021 οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας οι οποίοι είχαν αναλάβει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας.

84

Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που υπέβαλαν η Επιτροπή και οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας οι οποίοι είχαν αναλάβει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο πενταμελές τμήμα), με διάταξη της 20ής Απριλίου 2021 και στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων του άρθρου 91, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, διέταξε την Επιτροπή να προσκομίσει μη εμπιστευτική εκδοχή του δικογράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020.

85

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Απριλίου 2021, η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς την ως άνω διάταξη.

86

Η μη εμπιστευτική εκδοχή του δικογράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020 επιδόθηκε στην προσφεύγουσα, με την επισήμανση ότι μπορούσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επ’ αυτής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και, ενδεχομένως, εγγράφως κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

87

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Μαΐου 2021, στο πλαίσιο της κεκλεισμένων των θυρών συνεδριάσεως σχετικά με το δικόγραφο της 19ης Νοεμβρίου 2020, το οποίο προσκομίστηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 103 του Κανονισμού Διαδικασίας και για το οποίο είχαν αναλάβει υπογεγραμμένη δέσμευση εμπιστευτικότητας οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας, το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν των ανταλλαγών απόψεων που πραγματοποιήθηκαν επ’ αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απηύθυνε στην Επιτροπή το ερώτημα εάν μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο άρσεως έναντι της προσφεύγουσας του απορρήτου ορισμένων στοιχείων τα οποία περιέχονταν στο εν λόγω δικόγραφο και παρέμεναν εμπιστευτικά έναντι αυτής. Καθότι η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε μια τέτοια αίτηση παροχής πληροφοριών κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, της χορηγήθηκε προθεσμία δύο εβδομάδων προκειμένου να απαντήσει εγγράφως.

88

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Μαΐου 2021, η Επιτροπή, ανέφερε κατ’ ουσίαν ότι, στο στάδιο εκείνο, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στην εν λόγω αίτηση παροχής πληροφοριών και ζήτησε να της επιτραπεί να απαντήσει στην εν λόγω αίτηση στο πλαίσιο διεξαγωγής αποδείξεων σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης να της επιτραπεί να ακούσει την ηχητική εγγραφή σχετικά με το όσα ειπώθηκαν ως προς το θέμα αυτό κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 115 του Κανονισμού Διαδικασίας.

89

Ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε στην Επιτροπή να αποκτήσει πρόσβαση σε μέρος της ηχητικής εγγραφής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

90

Αφότου η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως της Επιτροπής για τη διεξαγωγή αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν, αφενός, του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, του άρθρου 91, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 92, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, με διάταξη της 4ης Ιουνίου 2021 διέταξε την Επιτροπή να δηλώσει, εντός προθεσμίας καθορισθείσας από τη Γραμματεία, αν αίρει έναντι της προσφεύγουσας τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων στοιχείων που περιέχονταν στο δικόγραφο της 19ης Νοεμβρίου 2020.

91

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Ιουνίου 2021, η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς την προμνησθείσα διάταξη, υποστηρίζοντας ότι δεν δικαιολογείται η έναντι της προσφεύγουσας άρση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των επίμαχων στοιχείων που περιέχονταν στο δικόγραφο της 19ης Νοεμβρίου 2020.

92

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Ιουλίου 2021, οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας που είχαν αναλάβει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της από 11 Ιουνίου 2021 απαντήσεως της Επιτροπής.

9.   Προφορική διαδικασία

93

Στις 18 Νοεμβρίου 2020, με απόφαση της προέδρου του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, οι διάδικοι κλήθηκαν σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία προγραμματίστηκε για τις 2, 3 και 4 Φεβρουαρίου 2021.

94

Σύμφωνα με το άρθρο 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, ενόψει του αιτήματος της προσφεύγουσας για την κεκλεισμένων των θυρών διεξαγωγή οποιασδήποτε συζητήσεως η οποία ενδέχεται να αφορά ορισμένα από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ως πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε τη διεξαγωγή μέρους της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών.

95

Με επιστολή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 2020, η οποία συμπληρώθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2020, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζητήσεως λόγω, αφενός, της υγειονομικής καταστάσεως και, αφετέρου, της αιτήσεως που είχε υποβάλει στις Ηνωμένες Πολιτείες για την άρση του εμπιστευτικού χαρακτήρα ορισμένων από τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019.

96

Με επιστολή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Δεκεμβρίου 2020, η Επιτροπή, αφενός, ανέφερε ότι μπορούσε να δικαιολογηθεί η διεξαγωγή μέρους της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών όσον αφορά ορισμένα από τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019 και, αφετέρου, διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την οργάνωση της συζητήσεως.

97

Με επιστολή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Δεκεμβρίου 2020, η προσφεύγουσα, αφενός, ζήτησε τη διεξαγωγή της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών όσον αφορά ορισμένα από τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019 και, αφετέρου, επισήμανε το ενδεχόμενο το αίτημα αυτό να καταστεί περιττό ανάλογα με την έκβαση της αίτησης για την άρση του εμπιστευτικού χαρακτήρα που είχε υποβληθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες.

98

Στις 22 Δεκεμβρίου 2020 η πρόεδρος του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε την αναβολή της συζητήσεως.

99

Στις 29 Ιανουαρίου 2021, με απόφαση της προέδρου του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, οι διάδικοι κλήθηκαν σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση για τις 4, 5 και 6 Μαΐου 2021.

100

Στις 22 Μαρτίου 2021 η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις όσον αφορά τη διοργάνωση της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

101

Στις 26 Μαρτίου 2021 η προσφεύγουσα υπέβαλε δεύτερη αίτηση αναβολής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

102

Στις 29 Μαρτίου 2021 η προσφεύγουσα υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με τις προτάσεις της Επιτροπής για τη διοργάνωση της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

103

Στις 31 Μαρτίου 2021 η πρόεδρος του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να απορρίψει τη δεύτερη αίτηση αναβολής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

104

Στις 9 Απριλίου 2021 το Γενικό Δικαστήριο (έκτο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να καλέσει τους διαδίκους σε άτυπη συνάντηση σχετικά με την οργάνωση της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

105

Στις 14 Απριλίου 2021 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτημα για τη συμμετοχή των υπαλλήλων της στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω τηλεδιάσκεψης.

106

Η άτυπη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 15 Απριλίου 2021.

107

Στις 16 Απριλίου 2021, αφενός, η πρόεδρος του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να αρνηθεί τη μέσω τηλεδιασκέψεως συμμετοχή των υπαλλήλων της προσφεύγουσας στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση και, αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε τη διεξαγωγή μέρους της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών.

108

Στις 16 Απριλίου 2021 η προσφεύγουσα υπέβαλε τρίτη αίτηση αναβολής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

109

Στις 19 Απριλίου 2021 η πρόεδρος του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να απορρίψει την τρίτη αίτηση αναβολής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

110

Στις 21 Απριλίου 2021 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτημα για τη χρήση τεχνικών μέσων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

111

Στις 22 Απριλίου 2021 η πρόεδρος του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να επιτρέψει τη χρήση τεχνικών μέσων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

112

Με επιστολή της 28ης Απριλίου 2021, η οποία συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία της υπό κρίση υποθέσεως με απόφαση της προέδρου του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, της 29ης Απριλίου 2021, η Επιτροπή κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου επιστολή η οποία αφορά την έκταση της κεκλεισμένων των θυρών συνεδριάσεως και αντανακλά την κοινή θέση των διαδίκων.

113

Με επιστολή της 3ης Μαΐου 2021, η προσφεύγουσα επιβεβαίωσε την κοινή θέση των διαδίκων σχετικά με την έκταση της κεκλεισμένων των θυρών συνεδριάσεως και παρέσχε στο Γενικό Δικαστήριο κατάλογο των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, των οποίων ο εμπιστευτικός χαρακτήρας είχε αρθεί εν όλω ή εν μέρει.

114

Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 4, 5 και 6 Μαΐου 2021.

115

Η προφορική διαδικασία περατώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2021.

Β. Αιτήματα των διαδίκων

116

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

επικουρικώς, να ακυρώσει ή να μειώσει ουσιωδώς το επιβληθέν πρόστιμο·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

117

Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

III. Σκεπτικό

118

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει επτά λόγους ακυρώσεως:

με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πρόδηλα διαδικαστικά σφάλματα·

με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, στερείται αιτιολογίας και παραμορφώνει τα αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας·

με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο καθώς και πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τα αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα·

με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντων και τη διαπίστωση δεσπόζουσας θέσης·

με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο καθώς και πλάνη εκτιμήσεως και στερείται αιτιολογίας ως προς τη διάρκεια της προβαλλόμενης παραβιάσεως·

με τον έκτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2) και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας·

με τον έβδομο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά την αρμοδιότητα της Επιτροπής και τις επιπτώσεις στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

119

Για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης, πρέπει να εξεταστούν ο πρώτος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως της προσφυγής.

120

Προκαταρκτικώς, προσήκει η εξέταση του παραδεκτού των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, το οποίο αμφισβητεί η Επιτροπή.

Α. Σχετικά με το παραδεκτό των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019

121

Προκαταρκτικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019 συνίστανται, αφενός, κατά την πλειονότητά τους, σε ένα σύνολο εγγράφων που παρασχέθηκαν από την Apple στην προσφεύγουσα κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούνιο του 2019, ως αποτέλεσμα ένδικης διαδικασίας που κινήθηκε στις 20 Αυγούστου 2018 από την προσφεύγουσα κατά της Apple ενώπιον του District Court σύμφωνα με το άρθρο 1782 του τίτλου 28 του Κώδικα των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο επιγράφεται «Συνδρομή προς αλλοδαπά και διεθνή δικαστήρια και προς διαδίκους ενώπιον των δικαστηρίων αυτών» (στο εξής: διαδικασία του 1782), και, αφετέρου, ένα μικρότερο μέρος τους συνίσταται σε ένα σύνολο εγγράφων προερχομένων από την ένδικη διαδικασία την οποία κίνησε η Federal Trade Commission (Ομοσπονδιακή υπηρεσία ανταγωνισμού, Ηνωμένες Πολιτείες) κατά της προσφεύγουσας ενώπιον του District Court και η οποία οδήγησε, κατόπιν δημόσιας δίκης που άρχισε στις 4 Ιανουαρίου 2019, στην έκδοση της αποφάσεως της 21ης Μαΐου 2019 που μνημονεύεται στη σκέψη 54 ανωτέρω (στο εξής: διαδικασία FTC). Επιπλέον, τα εν λόγω πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνουν, σε περιορισμένο βαθμό, και ορισμένα άρθρα στον Τύπο.

122

Επίσης προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, πριν από τη διεξαγωγή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η προσφεύγουσα διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο κατάλογο των εγγράφων που είχαν προσκομιστεί ως πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019 τα οποία προέρχονταν από τη διαδικασία του 1782 και για τα οποία είχε γίνει ολική ή μερική άρση του εμπιστευτικού τους χαρακτήρα (βλ. σκέψη 113 ανωτέρω) και ότι, κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως που διεξήχθη δημόσια, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε σε ορισμένα από τα έγγραφα αυτά καθώς και στην ύπαρξη της διαδικασίας του 1782.

123

Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι ούτε η ίδια ούτε οι Ευρωπαίοι δικηγόροι της είχαν στη διάθεσή τους τα έγγραφα αυτά κατά τον χρόνο καταθέσεως της προσφυγής ή του υπομνήματος απαντήσεως και ότι το υπόμνημα για την προσκόμιση των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019 κατατέθηκε από την ίδια το συντομότερο δυνατόν. Αφενός, όσον αφορά τα έγγραφα της διαδικασίας του 1782, η προσφεύγουσα αναφέρει ότι, κατόπιν διατάξεως εκδοθείσας τον Φεβρουάριο του 2019, η Apple της διαβίβασε 2300 έγγραφα κατά το χρονικό διάστημα από τις 23 Φεβρουαρίου έως τις 24 Ιουνίου 2019 σε εννέα ξεχωριστές αποστολές και ότι οι δικηγόροι της εξέτασαν τα έγγραφα αυτά και προσδιόρισαν εκείνα που έπρεπε να προσκομιστούν στο Γενικό Δικαστήριο. Αφετέρου, όσον αφορά τα έγγραφα από τη διαδικασία FTC, η προσφεύγουσα εξηγεί ότι δυνάμει διατάξεως ασφαλιστικών μέτρων (protective order) απαγορεύθηκε στους Αμερικανούς δικηγόρους της να διαβιβάσουν τα εν λόγω έγγραφα στους Ευρωπαίους δικηγόρους της.

124

Η Επιτροπή αντιτείνει ότι τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019 προσκομίζονται απαραδέκτως. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι ορισμένα έγγραφα προϋπήρχαν της προσφυγής, όπως ορισμένα άρθρα του Τύπου, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ της προσφεύγουσας και της Apple καθώς και παρουσιάσεις της προσφεύγουσας. Δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα δεν διευκρίνισε, αφενός, γιατί δεν υπέβαλε αίτημα ενώπιον του District Court για την κοινοποίηση των εγγράφων πριν από τις 20 Αυγούστου 2018 και, ιδίως, πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ή αμέσως μετά και, αφετέρου, γιατί δεν ενημέρωσε με το υπόμνημα απαντήσεώς της το Γενικό Δικαστήριο για το συγκεκριμένο αίτημα ή για την εξέλιξή του. Τρίτον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα δεν παρέσχε καμία εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν ζήτησε νωρίτερα την άδεια της Apple να κάνει χρήση των αποδεικτικών στοιχείων από τη διαδικασία FTC, και ιδίως πριν από την ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2019. Τέταρτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 92, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται ως απάντηση σε μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων και δεν παρέχει το δικαίωμα σε κύριο διάδικο να υποβάλει, με δική του πρωτοβουλία και χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία. Πέμπτον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα απλώς αναφέρεται σε ορισμένα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να παρέχει καμία επεξήγηση των ζητημάτων που θίγονται ή να αποδεικνύει πώς τα στοιχεία αυτά τεκμηριώνουν τα επιχειρήματά της.

125

Κατά πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, προς στήριξη του παραδεκτού της προσκομίσεως των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, η προσφεύγουσα, αφενός, επικαλείται το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας και, αφετέρου, αναφέρει ότι τα εν λόγω στοιχεία προσκομίζονται υπό το πρίσμα του άρθρου 92, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας.

126

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι μεν προϋποθέσεις της πρώτης διατάξεως δεν πληρούνται, η δε δεύτερη διάταξη κατ’ ουσίαν προβάλλεται αλυσιτελώς.

127

Αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, «[κ]ατ’ εξαίρεση, οι κύριοι διάδικοι μπορούν επίσης να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ή να προτείνουν αποδεικτικά μέσα πριν από την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή πριν από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, εφόσον δικαιολογήσουν την καθυστέρηση αυτή». Ειδικότερα, η δυνατότητα αυτή αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα που περιέχεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία τα αποδεικτικά στοιχεία προσκομίζονται και τα αποδεικτικά μέσα προτείνονται στο πλαίσιο της πρώτης ανταλλαγής υπομνημάτων.

128

Από το γράμμα της προμνησθείσας διατάξεως προκύπτει ότι, για να γίνει χρήση της δυνατότητας αυτής, η καθυστέρηση προσκόμισης των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, HX κατά Συμβουλίου, C‑540/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:707, σκέψη 67).

129

Συνακόλουθα, το Γενικό Δικαστήριο επιτρέπει την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων μετά το υπόμνημα ανταπαντήσεως μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δηλαδή εάν το πρόσωπο που προσκομίζει τα αποδεικτικά στοιχεία δεν ήταν σε θέση, πριν από την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, να αποκτήσει στην κατοχή του τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία (βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Achemos Grupė και Achema κατά Επιτροπής, T‑417/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:597, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της προσκομίσεως αυτής συνεπάγεται ότι η προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων νωρίτερα ήταν αδύνατη ή δεν μπορούσε ευλόγως να απαιτηθεί (πρβλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2016, TestBioTech κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑177/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:736, σκέψη 251).

130

Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας διαφέρει από εκείνη που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η οποία επιτρέπει στους κύριους διαδίκους, προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας τους, να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία με τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως, εφόσον δικαιολογήσουν την καθυστέρηση αυτή, ενώ η τελευταία εξαίρεση δεν απαιτεί να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.

131

Αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι, όσον αφορά τη διεξαγωγή αποδείξεων, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, «[α]νταπόδειξη και συμπλήρωση των αποδείξεων είναι δυνατή».

132

Στην επίδικη περίπτωση, η προσφεύγουσα δεν βασίζεται στην τελευταία αυτή διάταξη αυτή καθεαυτήν αλλά την επικαλείται στον βαθμό που έχει κριθεί από τη νομολογία ότι το άρθρο 85 του Κανονισμού Διαδικασίας πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 92, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο προβλέπει ότι η ανταπόδειξη και η συμπλήρωση των αποδείξεων είναι δυνατή [αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2017, Biogena Naturprodukte κατά EUIPO (ZUM wohl), T‑236/16, EU:T:2017:416, σκέψη 17, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑46/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:396, σκέψη 30].

133

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το υπόμνημα με το οποίο προσκομίστηκαν τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019, τα στοιχεία αυτά προσκομίστηκαν προς στήριξη του πρώτου, του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής. Μολονότι η προσφεύγουσα επισημαίνει, σε γενικές γραμμές, ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία προσκομίζονται για να ενισχύσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν με την προσφυγή και με το υπόμνημα απαντήσεως και προς αντίκρουση των επιχειρημάτων της Επιτροπής που διατυπώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και στα υπομνήματα αντικρούσεως και ανταπαντήσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι, ειδικότερα, ούτε αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία προς αντίκρουση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή ούτε αποδεικτικά στοιχεία προς ενίσχυση προηγουμένως προταθέντων αποδεικτικών μέσων, αλλά νέα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη ορισμένων λόγων ακυρώσεως της προσφυγής.

134

Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί εάν, εν προκειμένω, η προσκόμιση των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019 δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

135

Συναφώς, κατά δεύτερον, πρέπει να εξεταστούν οι αιτιάσεις της Επιτροπής οι οποίες σκοπούν να αποδείξουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

136

Πρώτον, όσον αφορά τα έγγραφα της διαδικασίας του 1782, πρέπει να σημειωθεί προκαταρκτικώς ότι τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν μέρος ενός συνόλου εγγράφων που διαβίβασε η Apple στην προσφεύγουσα κατά το χρονικό διάστημα από τις 23 Φεβρουαρίου έως τις 24 Ιουνίου 2019 μετά την περάτωση της διαδικασίας του 1782. Κατ’ άλλη διατύπωση, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα έλαβε τα εν λόγω έγγραφα, μέσω διαφόρων αποστολών, μετά την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεως με ημερομηνία 4 Ιανουαρίου 2019. Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν είχε στη διάθεσή της τα εν λόγω έγγραφα όταν υπέβαλε τα κύρια υπομνήματά της και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να τα προσκομίσει στο πλαίσιο των υπομνημάτων αυτών, αλλά ότι μπόρεσε να τα αποκτήσει μόνο μετά την περάτωση της διαδικασίας του 1782.

137

Αφενός, η Επιτροπή αντιλέγει, ωστόσο, ότι η προσφεύγουσα δεν εξήγησε γιατί δεν κίνησε νωρίτερα τη διαδικασία του 1782 κατά της Apple ενώπιον του District Court.

138

Πλην όμως, η αντιλογία της Επιτροπής είναι αλυσιτελής όσον αφορά την εκτίμηση της συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων, κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας. Πράγματι, το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι εάν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία ήταν διαθέσιμα ή όχι κατά το στάδιο της ασκήσεως της προσφυγής ή της καταθέσεως του υπομνήματος απαντήσεως (πρβλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Haeberlen κατά ENISA, T‑632/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:957, σκέψεις 184 και 185), και όχι αν η προσφεύγουσα θα μπορούσε, κατ’ εικασίαν, να είχε λάβει μέτρα τα οποία, υποθετικά, θα της παρείχαν τη δυνατότητα να αποκτήσει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία νωρίτερα.

139

Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η εν λόγω αιτίαση ερείδεται σε εσφαλμένες παραδοχές.

140

Συγκεκριμένα, η διαδικασία του 1782 που κίνησε η προσφεύγουσα κατά της Apple ενώπιον του District Court αποσκοπούσε στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων για την αντίκρουση ορισμένων από τις διαπιστώσεις της Επιτροπής στην προσβαλλόμενη απόφαση ενόψει της παρούσας ένδικης διαδικασίας. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν ήταν σε θέση να κινήσει τη διαδικασία του 1782 πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και, εξάλλου, ακόμη και αν αυτό ήταν δυνατό, δεν είχε καμία υποχρέωση να το πράξει ως προληπτικό και υποθετικό μέτρο για την περίπτωση ενδεχόμενης δικαστικής αντιδικίας πριν ακόμη εκδοθεί η απόφαση αυτή.

141

Συνεπώς, δεν μπορεί να καταλογιστεί στην προσφεύγουσα ότι δεν κίνησε την εν λόγω διαδικασία πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

142

Περαιτέρω, στο μέτρο που η Επιτροπή επικαλείται το γεγονός ότι η προσφεύγουσα θα μπορούσε να είχε κινήσει την εν λόγω διαδικασία «κατά τις ημέρες και εβδομάδες που ακολούθησαν την έκδοση της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2018», πρέπει να παρατηρηθεί ότι το επιχείρημα αυτό είναι επίσης υποθετικό και, επιπλέον, ισοδυναμεί με την επιβολή στην προσφεύγουσα μιας υποχρεώσεως η οποία είναι παράλογη ή και αδύνατο να τηρηθεί. Αντιθέτως, δικαιολογείται το γεγονός ότι η προσφεύγουσα, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προετοίμασε και άσκησε πρώτα την υπό κρίση προσφυγή στις 6 Απριλίου 2018 και στη συνέχεια, δεδομένου του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως και της εν λόγω προσφυγής, κίνησε τη διαδικασία του 1782 προκειμένου να αποκτήσει περαιτέρω πιθανά αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της προσφυγής της. Η προσέγγιση της Επιτροπής παραβλέπει επίσης τον αναπόφευκτο χρόνο που απαιτείται για τον συντονισμό μεταξύ της προσφεύγουσας, των Ευρωπαίων εκπροσώπων της και των Αμερικανών εκπροσώπων της προκειμένου να τεθεί σε κίνηση η ένδικη διαδικασία του 1782 στις Ηνωμένες Πολιτείες για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Επιπλέον, δεδομένου ότι, μετά το πέρας της διαδικασίας του 1782, η προσφεύγουσα έλαβε τα έγγραφα από την Apple εντός χρονικού διαστήματος έξι έως δέκα μηνών από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας, ακόμη και αν υποτεθεί, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, ότι θα ήταν δυνατόν να κινηθεί η εν λόγω διαδικασία κατά το στάδιο της προετοιμασίας της προσφυγής της (μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου του 2018), η προσφεύγουσα κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχε λάβει όλα τα έγγραφα εγκαίρως ώστε να τα εξετάσει και να τα προσκομίσει με την προσφυγή της στις 6 Απριλίου 2018 ή με το υπόμνημα απαντήσεώς της στις 4 Ιανουαρίου 2019.

143

Αφετέρου, η Επιτροπή αντιλέγει ότι η προσφεύγουσα δεν ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο για την ύπαρξη και την εξέλιξη της αιτήσεως που είχε υποβάλει ενώπιον του District Court, ιδίως με το υπόμνημα απαντήσεως. Η αιτίαση αυτή της Επιτροπής προβάλλεται, ωστόσο, επίσης αλυσιτελώς, δεδομένου ότι το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας ουδόλως απαιτεί την προηγούμενη ενημέρωση του Γενικού Δικαστηρίου.

144

Δεύτερον, όσον αφορά το σύνολο των εγγράφων που προέρχονται από τη διαδικασία FTC, πρέπει προκαταρκτικώς να σημειωθεί ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούν μέρος του φακέλου της διαδικασίας FTC ενώπιον του District Court και ότι, πριν από την έναρξη της δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του εν λόγω District Court τον Ιανουάριο του 2019, η γνώση και η χρήση των εν λόγω εγγράφων περιορίστηκαν με διάταξη ασφαλιστικών μέτρων (protective order) της 24ης Οκτωβρίου 2017.

145

Τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων, όπως δεν αμφισβητείται μεταξύ τους και το γεγονός ότι, κατά την ημερομηνία υποβολής του υπομνήματος απαντήσεως στις 4 Ιανουαρίου 2019, η προσφεύγουσα δεν είχε ελεύθερη πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα διότι, αφενός, καθόσον η γνώση και η χρήση τους περιορίζονταν σε περιορισμένο αριθμό Αμερικανών δικηγόρων και in-house δικηγόρων της προσφεύγουσας, τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούσαν να τα διαβιβάσουν στους Ευρωπαίους δικηγόρους της προσφεύγουσας ή να τα χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ή για τους σκοπούς της παρούσας ένδικης διαδικασίας, και, αφετέρου, η δημόσια ακροαματική διαδικασία ενώπιον του District Court που δημοσιοποίησε τα εν λόγω έγγραφα διεξήχθη από τις 4 έως τις 29 Ιανουαρίου 2019.

146

Η Επιτροπή, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα, βάσει ορισμένων διατάξεων της διατάξεως ασφαλιστικών μέτρων της 24ης Οκτωβρίου 2017, θα μπορούσε, χωρίς να περιμένει την έναρξη της δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας που θα διεξαγόταν τον Ιανουάριο του 2019, να είχε ζητήσει νωρίτερα από την Apple άδεια για τη χρήση των εν λόγω εγγράφων στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.

147

Ούτε η αιτίαση αυτή της Επιτροπής μπορεί όμως να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι στηρίζεται σε αμιγώς υποθετική βάση, η οποία δεν δύναται να αποτελέσει βάση για τον δικαστικό έλεγχο από το Γενικό Δικαστήριο. Όπως επισημαίνει η ίδια η Επιτροπή, ακόμη και αν οι Αμερικανοί δικηγόροι της προσφεύγουσας και οι in‑house δικηγόροι που είχαν πρόσβαση στα έγγραφα αυτά ήταν σε θέση να εκτιμήσουν την κρισιμότητά τους για την παρούσα δίκη, οποιαδήποτε χρήση για τον σκοπό αυτό απαιτούσε την προηγούμενη συναίνεση της Apple. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, θα συνέβαινε οποιοδήποτε από τα δύο αυτά ενδεχόμενα.

148

Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 138 ανωτέρω, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία ήταν ή όχι διαθέσιμα κατά το στάδιο της ασκήσεως της προσφυγής ή της καταθέσεως του υπομνήματος απαντήσεως. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που αναφέρονται στη σκέψη 145 ανωτέρω, αυτό δεν ίσχυε εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα κατέθεσε το υπόμνημα απαντήσεώς της στις 4 Ιανουαρίου 2019, δηλαδή την ίδια ημέρα κατά την οποία έληξε η παραταθείσα προθεσμία για την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου, και δεδομένου ότι η δημόσια ακροαματική διαδικασία της διαδικασίας FTC, στο πλαίσιο της οποίας δημοσιοποιήθηκαν τα επίμαχα έγγραφα, ξεκίνησε επίσης στις 4 Ιανουαρίου 2019. Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα κατά τον χρόνο υποβολής του υπομνήματος απαντήσεώς της.

149

Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η προσφεύγουσα καθυστέρησε αδικαιολόγητα να προσκομίσει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τα έγγραφα της διαδικασίας FTC. Συγκεκριμένα, καθόσον, τον Ιανουάριο του 2019, η διαδικασία του 1782 εξακολουθούσε να είναι εκκρεμής και η προσφεύγουσα έλαβε τα έγγραφα της εν λόγω διαδικασίας κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Φεβρουαρίου έως το τέλος Ιουνίου του 2019, δικαιολογείτο να εξετάσει στο σύνολό τους και στη συνέχεια να προσκομίσει από κοινού τον Ιούλιο του 2019 τα σχετικά έγγραφα από αμφότερες τις διαδικασίες.

150

Τρίτον, όσον αφορά τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή και τα οποία είχε στη διάθεσή της η προσφεύγουσα πριν από την κατάθεση της υπό κρίση προσφυγής, αν και προέρχονταν από τη διαδικασία του 1782 ή τη διαδικασία FTC, ήτοι ορισμένα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ αυτής και της Apple και ορισμένες παρουσιάσεις της προσφεύγουσας, πρέπει να σημειωθεί ότι, ομολογουμένως, η προσφεύγουσα είχε στη διάθεσή της τα έγγραφα αυτά ως μεμονωμένα έγγραφα. Ωστόσο, τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν μέρος είτε του συνόλου των εγγράφων που απέστειλε η Apple στην προσφεύγουσα μετά την περάτωση της διαδικασίας του 1782 είτε του συνόλου των εγγράφων που αποτελούν τον φάκελο της υποθέσεως στη διαδικασία FTC στο πλαίσιο της δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας τον Ιανουάριο του 2019, οπότε δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη μεμονωμένως έναντι των λοιπών εγγράφων που αποτελούν τα εν λόγω σύνολα εγγράφων. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα και οι δικηγόροι της δεν μπορούσαν κατ’ ανάγκην να αξιολογήσουν τη σημασία τους για την υπό κρίση υπόθεση ανεξάρτητα από τα λοιπά έγγραφα που απαρτίζουν τα εν λόγω σύνολα εγγράφων. Κατ’ άλλη διατύπωση, λαμβανομένης υπόψη της προελεύσεώς τους, τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019 δεν μπορούν να τμηματοποιηθούν κατά τρόπο τεχνητό, αλλά, στο βαθμό που προέρχονται είτε από τη διαδικασία του 1782 είτε από τη διαδικασία FTC, το παραδεκτό τους πρέπει να εκτιμηθεί λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων ως συνόλου.

151

Τέταρτον, το ίδιο ισχύει και για τα τρία άρθρα στον Τύπο που περιλαμβάνονται στα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019 τα οποία είχαν δημοσιευθεί πριν από την κατάθεση της προσφυγής, καθόσον η όψιμη προσκόμισή τους δικαιολογείται από την προσκόμιση άλλων πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων στην τεκμηρίωση των οποίων αποβλέπουν μέσω υποσημειώσεων στο υπόμνημα με το οποίο προσκομίστηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.

152

Πέμπτον, όσον αφορά τον γενικότερο ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η προσφεύγουσα, στο υπόμνημα με το οποίο προσκόμισε τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019, περιορίζεται στην απλή αναφορά των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων χωρίς να παρέχει οποιεσδήποτε επεξηγήσεις, το γεγονός αυτό προβάλλεται αλυσιτελώς όσον αφορά την εκτίμηση που απαιτεί το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, αλλά συνδέεται, κατά περίπτωση, με τη δυνατότητα κατανόησης των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξετάσεως των λόγων της προσφυγής.

153

Υπό το πρίσμα του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η προσκόμιση, στο σύνολό τους, των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019 μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις και ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία πρέπει, επομένως, να γίνουν δεκτά σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

Β. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως περί πρόδηλων διαδικαστικών σφαλμάτων

154

Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη. Με το πρώτο σκέλος προβάλλεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον η προσφεύγουσα φέρεται να στερήθηκε της δυνατότητας να διατυπώσει παρατηρήσεις επί σημαντικών πτυχών της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με το δεύτερο σκέλος προβάλλεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθόσον η Επιτροπή φέρεται να μη διεξήγαγε ενδελεχή, αντικειμενική και επιμελή έρευνα. Με το τρίτο σκέλος προβάλλεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον η Επιτροπή φέρεται να παρέλειψε να γνωστοποιήσει στην προσφεύγουσα αποδεικτικά στοιχεία κρίσιμα για την άμυνά της. Με το τέταρτο σκέλος προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθόσον η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από την Επιτροπή φέρεται να ήταν ανακριβής, μεροληπτική και ελλιπής.

155

Ενδείκνυται η εξέταση του πρώτου και το τρίτου σκέλους, με τα οποία προβάλλεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.

1.   Εισαγωγικές παρατηρήσεις

156

Τα δικαιώματα άμυνας είναι θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, Solvay κατά Επιτροπής, C‑109/10 P, EU:C:2011:686, σκέψη 52).

157

Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία έχει εφαρμογή όταν η Διοίκηση προτίθεται να εκδώσει βλαπτική πράξη εις βάρος ενός προσώπου (απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2019, Επιτροπή κατά United Parcel Service, C‑265/17 P, EU:C:2019:23, σκέψη 28).

158

Η γενική αυτή αρχή του δικαίου της Ένωσης κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφαση της 25ης Μαρτίου 2021, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, C‑152/19 P, EU:C:2021:238, σκέψη 105).

159

Στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται την παροχή στον λήπτη αποφάσεως, με την οποία βεβαιώνεται ότι αυτός παρέβη τους κανόνες του ανταγωνισμού, της δυνατότητας, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή του σχετικά με το υποστατό και τον κρίσιμο χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων των οποίων γίνεται συναφώς επίκληση καθώς και σχετικά με τα έγγραφα που έλαβε υπόψη η Επιτροπή για να στηρίξει την εκτίμησή της ότι συντρέχει μια τέτοια παράβαση (αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2011, C‑109/10 P, Solvay κατά Επιτροπής,EU:C:2011:686, σκέψη 53, και της 25ης Μαρτίου 2021, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, C‑152/19 P, EU:C:2021:238, σκέψη 106).

160

Κατά πάγια νομολογία, προσβάλλονται τα δικαιώματα άμυνας οσάκις υφίσταται το ενδεχόμενο, λόγω διαδικαστικής παρατυπίας εκ μέρους της Επιτροπής, η κινηθείσα από αυτή διοικητική διαδικασία να καταλήξει πιθανώς σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Η κινούσα δίκη επιχείρηση αποδεικνύει ότι έλαβε χώρα παρόμοια προσβολή εφόσον αποδεικνύει επαρκώς όχι ότι η απόφαση της Επιτροπής θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο, αλλ’ ότι θα μπορούσε να υποστηρίξει καλύτερα την άμυνά της ελλείψει της διαδικαστικής παρατυπίας (αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής, C‑194/99 P, EU:C:2003:527, σκέψη 31, και της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, T‑827/14, EU:T:2018:930, σκέψη 129).

161

Η εκτίμηση αυτή πρέπει να γίνεται σε συνάρτηση με τις πραγματικές και νομικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως (απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά QR, C‑831/18 P, EU:C:2020:481, σκέψη 107).

2.   Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, όσον αφορά την έλλειψη σημειώσεων και πληροφοριών σχετικά με συναντήσεις και τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη

162

Το τρίτο σκέλος βασίζεται σε δύο αιτιάσεις. Με την πρώτη αιτίαση προβάλλεται ότι η Επιτροπή δεν παρείχε στην προσφεύγουσα επαρκή πρόσβαση στον φάκελο της υποθέσεως. Με τη δεύτερη αιτίαση προβάλλεται ότι από τον φάκελο της υποθέσεως ελλείπουν σημειώσεις και πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο των συναντήσεων και των τηλεφωνικών διασκέψεων που είχε η Επιτροπή με τρίτα μέρη.

163

Είναι σκόπιμο να εξεταστεί η δεύτερη αιτίαση.

164

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να τηρεί σημειώσεις για τις επίσημες ή ανεπίσημες συναντήσεις της με τρίτα μέρη και ότι οφείλει να κοινοποιεί τις σημειώσεις αυτές στα υπό έρευνα μέρη. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν παρέσχε στην προσφεύγουσα σημειώσεις για τις συναντήσεις της με τρίτα μέρη. Μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, και κατόπιν αιτήσεως της προσφεύγουσας, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι είχαν πραγματοποιηθεί συναντήσεις και τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη και της διαβίβασε ορισμένες άνευ νοήματος σημειώσεις. Πληρέστερες σημειώσεις θα συνέδραμαν την προσφεύγουσα στην άμυνά της από πολλές απόψεις. Περαιτέρω, η Επιτροπή αρνήθηκε να δηλώσει εάν είχε συναντηθεί με συγκεκριμένο τρίτο μέρος κατά τη διάρκεια της έρευνας, αν και θα ήταν κρίσιμο για την άμυνα της προσφεύγουσας να γνωρίζει κατά πόσον είχαν πραγματοποιηθεί οι συναντήσεις αυτές και ποια θέματα είχαν εξετασθεί.

165

Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι ο κανονισμός 1/2003 δεν προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των ακροάσεων και των άλλων τύπων συναντήσεων ή τηλεφωνικών διασκέψεων. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης ή μιας τηλεφωνικής διασκέψεως να καθορίζει τι θα ήταν απαλλακτικό των κατηγοριών και τι όχι, αλλά εναπόκειται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση να αποφασίσει κατά πόσον συγκεκριμένα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης θα μπορούσαν να είναι κρίσιμα για τους σκοπούς της άμυνάς της. Εν προκειμένω, οι σημειώσεις τις οποίες διαβίβασε η Επιτροπή στην προσφεύγουσα δεν ήταν ενδεδειγμένες διότι δεν περιλάμβαναν καμία χρήσιμη πληροφορία σχετικά με το περιεχόμενο των συζητήσεων ή τη φύση των πληροφοριών που είχαν παρασχεθεί σε σχέση με τα αναφερόμενα θέματα, αλλά μόνον πανομοιότυπες και αόριστες διατυπώσεις. Η προσφεύγουσα αρνείται ότι είχε τη δυνατότητα να προσδιορίσει τις πληροφορίες που είχαν ανταλλαγεί κατά την επίμαχη συνάντηση και τις επίμαχες τηλεφωνικές διασκέψεις επί τη βάσει των απαντήσεων που παρείχαν τα τρίτα μέρη στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών, καθόσον οι σημειώσεις δεν περιείχαν αναφορές στις εν λόγω απαντήσεις, και αντιστρόφως. Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι δεν εναπόκειται στην Επιτροπή η διαπίστωση του κατά πόσον ένα τρίτο μέρος έχει παράσχει ή όχι απαλλακτικά στοιχεία, καθόσον η Επιτροπή υπέχει την υποχρέωση να τηρεί σημειώσεις και να τις κοινοποιεί.

166

Πρώτον, η Επιτροπή, αφού αναφέρει ότι είχαν ληφθεί ενδεδειγμένες σημειώσεις των συναντήσεων και των τηλεφωνικών διασκέψεων με τρίτα μέρη, αντιτείνει ότι δεν υπέχει καμία γενική υποχρέωση να κρατά σημειώσεις κατά τις συναντήσεις και τις τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη, καθώς οι υποχρεώσεις της είναι πιο περιορισμένες. Η Επιτροπή υποστηρίζει, αφενός, ότι υποχρεούται μεν να τηρεί «πλήρεις σημειώσεις» των συναντήσεων ή των τηλεφωνικών διασκέψεων που συνιστούν «ακροάσεις» κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, σκοπός των οποίων είναι η συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με μια έρευνα, πλην όμως η προσφεύγουσα δεν υποστήριξε εν προκειμένω ότι οι συναντήσεις ή οι τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη συνιστούσαν «ακροάσεις». Αφετέρου, η Επιτροπή υποχρεούται να τηρεί «συνοπτικές σημειώσεις» των συναντήσεων ή τηλεφωνικών διασκέψεων σκοπός των οποίων είναι η συλλογή πληροφοριών σχετικά με μια έρευνα μόνον όταν τρίτα μέρη παρέχουν επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία η Επιτροπή προτίθεται να χρησιμοποιήσει ή απαλλακτικά στοιχεία τα οποία η επιχείρηση θα μπορούσε να επικαλεστεί. Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τηρήθηκαν δεόντως «συνοπτικές σημειώσεις» για τις εν λόγω συναντήσεις και τηλεφωνικές διασκέψεις. Αναφέρει ότι, εν προκειμένω, μετά από αίτημα της προσφεύγουσας, διαπίστωσε ότι είχε παραλείψει εκ παραδρομής να παράσχει στην προσφεύγουσα τις σημειώσεις μιας συναντήσεως και τριών τηλεφωνικών διασκέψεων με τρίτα μέρη, αλλά ότι στη συνέχεια της διαβίβασε τις σημειώσεις αυτές, μνημονεύοντας τις επιχειρήσεις, τον χρόνο και τα θέματα που εξετάσθηκαν. Ομοίως, η Επιτροπή αναφέρει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίζεται σε κανένα επιβαρυντικό στοιχείο το οποίο είχε παρασχεθεί από τα συγκεκριμένα τρίτα μέρη κατά τη διάρκεια των εν λόγω συναντήσεων και τηλεφωνικών διασκέψεων. Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε γιατί θα ήταν κρίσιμο για την άμυνά της να γνωρίζει αν είχε συναντηθεί με συγκεκριμένο τρίτο μέρος, στο μέτρο που η απόφαση βασίζεται σε στοιχεία που είχαν παρασχεθεί από την Apple και θα ήταν δύσκολο να υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το εν λόγω τρίτο μέρος ενδέχεται να είχε παράσχει απαλλακτικά στοιχεία.

167

Η Επιτροπή προσθέτει ότι η προσφεύγουσα δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το τρίτο μέρος με το οποίο είχε πραγματοποιηθεί συνάντηση δεν προσκόμισε κανένα απαλλακτικό στοιχείο και ότι τα τρίτα μέρη με τα οποία η Επιτροπή είχε τηλεφωνικές διασκέψεις ανέφεραν ότι δεν είχαν εξετασθεί θέματα τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στις πληροφορίες που είχαν παρασχεθεί με τις απαντήσεις τους στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Κατά την Επιτροπή, είναι εύλογο ορισμένες από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια των εν λόγω τηλεφωνικών διασκέψεων να περιέχονταν ήδη στις απαντήσεις επί των αιτήσεων παροχής πληροφοριών, όπως είναι επίσης εύλογο οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν στη συνέχεια στις απαντήσεις επί των αιτήσεων παροχής πληροφοριών να αντικατοπτρίζουν το περιεχόμενο των τηλεφωνικών διασκέψεων, όπερ είναι λογικό. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας σύμφωνα με το οποίο η επίμαχη συνάντηση και οι επίμαχες τηλεφωνικές διασκέψεις συνιστούν«ακροάσεις» κατά την έννοια του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003 προβάλλεται εκπροθέσμως και απαραδέκτως. Επιπλέον, η Επιτροπή αναφέρει ότι η προσφεύγουσα δεν επεξηγεί γιατί οι πληροφορίες σχετικά με τις συναντήσεις με τρίτα μέρα είναι σημαντικές.

168

Κατ’ αρχάς, δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν παρέσχε στην προσφεύγουσα καμία πληροφορία σχετικά με την ύπαρξη ή το περιεχόμενο των συναντήσεων και των τηλεφωνικών διασκέψεων που είχε πραγματοποιήσει με τρίτα μέρη.

169

Ωστόσο, η Επιτροπή παρέσχε στην προσφεύγουσα ορισμένες πληροφορίες όσον αφορά επτά συναντήσεις ή τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες σχετικά με τέσσερις από αυτές είχαν παρασχεθεί, κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας, πριν από την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, ενώ οι πληροφορίες σχετικά με τις άλλες τρεις παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης, είτε ως απάντηση στα επιχειρήματα της προσφεύγουσας τα οποία βασίζονταν στα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019 είτε ως απάντηση στα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων που διέταξε το Γενικό Δικαστήριο στις 12 Οκτωβρίου 2020.

170

Επομένως, πρέπει να εξεταστεί εάν, υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας.

α)   Οι συναντήσεις και οι τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη για τις οποίες διαβιβάστηκαν πληροφορίες στην προσφεύγουσα πριν από την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής

1) Συνοπτική έκθεση του ιστορικού

171

Από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση συνάγεται ότι, μετά την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή στις 25 Ιανουαρίου 2018 να την ενημερώσει για τυχόν συναντήσεις ή ακροάσεις που είχε πραγματοποιήσει με τρίτα μέρη και για τις οποίες δεν είχε ενημερωθεί. Στις 2 Μαρτίου 2018 η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι είχε ελέγξει εάν είχε εκ παραδρομής παραλείψει να την ενημερώσει για «οποιεσδήποτε συναντήσεις ή [οποιεσδήποτε] ακροάσεις» που είχαν τυχόν λάβει χώρα «στο πλαίσιο της υποθέσεως AT.40220». Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανε στην προσφεύγουσα ότι είχε εκ παραδρομής παραλείψει να την ενημερώσει για τη διεξαγωγή μιας συναντήσεως και τριών τηλεφωνικών διασκέψεων με τρίτα μέρη. Με το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η Επιτροπή διαβίβασε στην προσφεύγουσα έγγραφα που περιείχαν τις σημειώσεις της για την εν λόγω συνάντηση και τις εν λόγω τηλεφωνικές διασκέψεις, καθώς και μια παρουσίαση που φέρεται να έγινε κατά την προμνησθείσα συνάντηση.

172

Πιο συγκεκριμένα, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε μία συνάντηση με [εμπιστευτικό] ( 1 ) στις [εμπιστευτικό], μία τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό] και δύο τηλεφωνικές διασκέψεις στις [εμπιστευτικό], η μια με [εμπιστευτικό] και η άλλη με [εμπιστευτικό].

173

Συναφώς, πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι η επίμαχη συνάντηση και οι επίμαχες τηλεφωνικές διασκέψεις πραγματοποιήθηκαν πριν από την κοινοποίηση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και μετά την αποστολή των πρώτων αιτήσεων παροχής πληροφοριών που μνημονεύονται στις σκέψεις 6 και 15 ανωτέρω. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη συνάντηση και οι επίμαχες τηλεφωνικές διασκέψεις πραγματοποιήθηκαν, όπως δήλωσε η Επιτροπή, «στο πλαίσιο της υποθέσεως AT.40220». Αφετέρου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα συγκεκριμένα τρίτα μέρη είναι δύο ανταγωνιστές και δύο πελάτες της προσφεύγουσας, οι οποίοι είχαν επίσης απαντήσει σε ορισμένες από τις εν λόγω αιτήσεις παροχής πληροφοριών.

174

[εμπιστευτικό] είναι ανταγωνιστής της προσφεύγουσας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο εν λόγω ανταγωνιστής [εμπιστευτικό]. Επιπλέον, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, [εμπιστευτικό].

175

[εμπιστευτικό] είναι ανταγωνιστής της προσφεύγουσας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι, μαζί με [εμπιστευτικό], ένας από [εμπιστευτικό] ανταγωνιστές που [εμπιστευτικό].

176

Εξάλλου, [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] είναι [εμπιστευτικό].

177

[εμπιστευτικό] είναι ΟΕΜ που προμηθεύεται σύνολα τσιπ LTE και [εμπιστευτικό].

178

[εμπιστευτικό] είναι ΟΕΜ που προμηθεύεται σύνολα τσιπ LTE [εμπιστευτικό].

2) Επί της υπάρξεως διαδικαστικής παρατυπίας

179

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση που υπέχει να τηρήσει σημειώσεις της επίμαχης συναντήσεως και των επίμαχων τηλεφωνικών διασκέψεων και να τις διαβιβάσει σ’ αυτήν. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι οι σημειώσεις που της διαβίβασε η Επιτροπή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι ενδεδειγμένες και στερούνται οποιουδήποτε νοήματος.

180

Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ αρχάς, ότι η προσφεύγουσα δεν υποστηρίζει στην προσφυγή της ότι η επίμαχη συνάντηση και οι επίμαχες τηλεφωνικές διασκέψεις συνιστούν «ακροάσεις» κατά την έννοια του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003 και ότι, συνεπώς, το επιχείρημα της προσφεύγουσας περί παραβάσεως της διατάξεως αυτής το οποίο αναπτύχθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως είναι απαράδεκτο. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η επίμαχη συνάντηση και οι επίμαχες τηλεφωνικές διασκέψεις δεν συνιστούσαν «ακροάσεις» κατά την έννοια του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003, καθόσον δεν αποσκοπούσαν στη συλλογή πληροφοριών σχετικών με το αντικείμενο της έρευνας. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να κρατήσει πλήρεις σημειώσεις για την επίμαχη συνάντηση και τις επίμαχες τηλεφωνικές διασκέψεις, αλλά μόνο συνοπτικές σημειώσεις, στον βαθμό που τα τρίτα μέρη είχαν παράσχει επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία η Επιτροπή σκόπευε να χρησιμοποιήσει ή είχαν παράσχει απαλλακτικά στοιχεία τα οποία η επιχείρηση μπορούσε να επικαλεστεί.

181

Όσον αφορά το παραδεκτό του επιχειρήματος της προσφεύγουσας, είναι αληθές ότι η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε ρητώς στην προσφυγή της το άρθρο 19 του κανονισμού 1/2003. Ωστόσο, υποστήριξε ρητώς ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση που υπέχει να τηρεί σημειώσεις ή να τηρεί ενδεδειγμένες σημειώσεις της επίμαχης συναντήσεως και των επίμαχων τηλεφωνικών διασκέψεων και επικαλέστηκε προς τούτο τη σκέψη 91 της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής (C‑413/14 P, EU:C:2017:632), η οποία αφορά συγκεκριμένα τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 19 του κανονισμού 1/2003. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα με την προσφυγή αποσκοπούσε σαφώς στο να υποστηρίξει ότι η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή και τη σχετική νομολογία. Συνεπώς, η ένσταση περί απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.

182

Όσον αφορά την ουσία του επιχειρήματος της προσφεύγουσας, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 αποτελεί τη νομική βάση δυνάμει της οποίας δύναται η Επιτροπή να διενεργεί ακροάσεις με φυσικά ή νομικά πρόσωπα στο πλαίσιο έρευνας (απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 86).

183

Από τη διατύπωση του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 συνάγεται ότι η διάταξη αυτή ισχύει για κάθε ακρόαση που αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων σχετικών με το αντικείμενο της έρευνας. Δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό της διατάξεως αυτής κάποιο στοιχείο που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης θέλησε να εξαιρέσει ορισμένες ακροάσεις από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως (απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψεις 84 και 87).

184

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τον κανονισμό 1/2003, η προμνησθείσα νομική βάση αναφέρεται στο απλό γεγονός της ακροάσεως ενός φυσικού ή νομικού προσώπου με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών {βλ. πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 [ΕΚ] και με την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 [COM(2000) 582 τελικό, ΕΕ 2000, C 365 E, σ. 284]}.

185

Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι οι ακροάσεις που διεξαγάγει η Επιτροπή με τρίτα μέρη μπορεί να έχουν τη μορφή συναντήσεων ή τηλεφωνικών διασκέψεων δεν είναι ικανό να τις εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003, εφόσον σκοπός τους είναι η συλλογή πληροφοριών σχετικών με το αντικείμενο ορισμένης έρευνας.

186

Εν προκειμένω, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, από ένα πλήθος συγκλινόντων στοιχείων αποδεικνύεται ότι σκοπός της επίμαχης συναντήσεως και των επίμαχων τηλεφωνικών διασκέψεων ήταν η συλλογή πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

187

Αφενός, από τυπικής απόψεως, η επίμαχη συνάντηση και οι επίμαχες τηλεφωνικές διασκέψεις διεξήχθησαν μετά την έναρξη της έρευνας από την Επιτροπή τον Αύγουστο του 2014 (αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και, ειδικότερα, μετά την αποστολή των πρώτων αιτήσεων παροχής πληροφοριών που μνημονεύονται στις σκέψεις 6 και 15 ανωτέρω. Εξάλλου, σε όλες τις σημειώσεις που συνέταξε η Επιτροπή γίνεται μνεία στη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι στην «AT.40220». Περαιτέρω, η ίδια μνεία γίνεται και στην ανταλλαγείσα επικοινωνία που είχε η Επιτροπή με την προσφεύγουσα όταν της διαβίβασε τις εν λόγω σημειώσεις (βλ. σκέψη 171 ανωτέρω) όπου γίνεται ρητή αναφορά σε «συναντήσεις ή ακροάσεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της υποθέσεως AT.40220».

188

Αφετέρου, από ουσιαστικής απόψεως, όλες αυτές οι σημειώσεις καταδεικνύουν ότι η επίμαχη συνάντηση και οι επίμαχες τηλεφωνικές διασκέψεις αφορούσαν την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ, τη θέση της προσφεύγουσας στην αγορά αυτή ή ορισμένες εμπορικές πρακτικές της προσφεύγουσας στη συγκεκριμένη αγορά. Ειδικότερα, στις σημειώσεις από τη συνάντηση με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό] αναφέρεται ότι αφορούσαν την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ και τη θέση της προσφεύγουσας στη εν λόγω αγορά· στις σημειώσεις από την τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό] αναφέρεται ότι αφορούσαν ορισμένες επιχειρηματικές πρακτικές της προσφεύγουσας στον τομέα των συνόλων τσιπ και ότι δεν παρασχέθηκαν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής διασκέψεως· στις σημειώσεις από την τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό] αναφέρεται ότι αφορούσαν την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ και ορισμένες επιχειρηματικές πρακτικές της προσφεύγουσας· και στις σημειώσεις από την τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό] αναφέρεται ότι επικεντρώνονταν στην αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ.

189

Καθόσον η συνάντηση με [εμπιστευτικό] και οι τηλεφωνικές διασκέψεις με [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] διεξήχθησαν με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας, όσον αφορά τη σχετική αγορά, τη θέση της προσφεύγουσας στην αγορά αυτή ή τις εμπορικές πρακτικές της προσφεύγουσας στη συγκεκριμένη αγορά, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003.

190

Οσάκις δε η Επιτροπή διεξαγάγει ακρόαση σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού 1/2003, με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο ορισμένης έρευνας, υπέχει την υποχρέωση να καταγράφει με όποιον τρόπο επιλέξει κάθε τέτοια ακρόαση. Για τον σκοπό αυτό, δεν αρκεί να συντάξει η Επιτροπή μια συνοπτική παράθεση των θεμάτων που εξετάστηκαν κατά την ακρόαση. Η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να παράσχει ενδείξεις για το περιεχόμενο των συζητήσεων που διεξήχθησαν κατά την ακρόαση, ιδίως όσον αφορά τη φύση των πληροφοριών που προσκομίστηκαν κατά την ακρόαση σχετικά με τα θέματα που εξετάστηκαν (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψεις 91 και 92).

191

Εν προκειμένω, οι σημειώσεις που διαβίβασε η Επιτροπή στην προσφεύγουσα μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως περιορίζονται στο να αναφέρουν, εκτός από την ημερομηνία και τα ονόματα των συμμετεχόντων, μια πολύ γενική ένδειξη –περιοριζόμενη κατ’ ουσίαν σε δύο ή τρεις γραμμές– σχετικά με τα θέματα που εξετάσθηκαν, ήτοι την αγορά των συνόλων τσιπ, τη θέση της προσφεύγουσας στην αγορά αυτή ή τις εμπορικές πρακτικές της προσφεύγουσας στη συγκεκριμένη αγορά. Αντιθέτως, στις σημειώσεις αυτές δεν υπήρχε καμία ένδειξη του περιεχομένου των συζητήσεων που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια των ακροάσεων, ιδίως όσον αφορά τη φύση των πληροφοριών που παρασχέθηκαν σχετικά με τα ζητήματα που συζητήθηκαν, όπως απαιτεί η μνημονευόμενη στη σκέψη 190 ανωτέρω νομολογία.

192

Εξάλλου, το γεγονός ότι οι σημειώσεις αυτές ήταν ελλιπείς καταδεικνύεται σαφώς από δύο πραγματικά περιστατικά που ανέδειξε η προσφεύγουσα.

193

Αφενός, στις σημειώσεις για την τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] αναφέρεται ότι το εν λόγω τρίτο μέρος παρέσχε τις «απόψεις» του σχετικά με «ορισμένες επιχειρηματικές πρακτικές της προσφεύγουσας στον τομέα των συνόλων τσιπ» και ότι δεν παρασχέθηκαν «συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία». Όπως ορθώς επισημαίνει η προσφεύγουσα, οι σημειώσεις αυτές εγείρουν ερωτήματα ως προς το περιεχόμενο των συζητήσεων που διεξήχθησαν μεταξύ της Επιτροπής και του τρίτου μέρους, ως προς τις πληροφορίες που το τελευταίο παρείχε και ως προς την απουσία «αποδεικτικών στοιχείων» –και μάλιστα «συγκεκριμένων»– σχετικά με τις πληροφορίες αυτές. Συνεπώς, από τις σημειώσεις αυτές δεν καθίσταται δυνατή η κατανόηση των πληροφοριών τις οποίες [εμπιστευτικό] διαβίβασε στην Επιτροπή χωρίς να προσκομίσει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία με αποτέλεσμα η προσφεύγουσα να μην είναι σε θέση να γνωρίζει ποια στοιχεία συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω τηλεφωνικής διασκέψεως και, ιδίως, το ενδεχόμενο το εν λόγω τρίτο μέρος, δηλαδή [εμπιστευτικό], να ανέφερε επιβαρυντικά ή ακόμη και απαλλακτικά στοιχεία, χωρίς να παράσχει κανένα συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο.

194

Αφετέρου, στις σημειώσεις σχετικά με τη συνάντηση με [εμπιστευτικό] γίνεται μνεία ότι η επίμαχη συνάντηση αφορούσε την αγορά των συνόλων τσιπ και τη θέση της προσφεύγουσας στη συγκεκριμένη αγορά. Ωστόσο, πέραν του γεγονότος ότι από μια τέτοια περιγραφή δεν καθίσταται δυνατή η κατανόηση των πληροφοριών που φέρεται να διαβίβασε συναφώς [εμπιστευτικό] στην Επιτροπή, είναι σαφές ότι οι εν λόγω σημειώσεις δεν αναφέρουν ότι, κατά τη συνάντηση αυτή, το εν λόγω τρίτο μέρος πραγματοποίησε προφορική παρουσίαση, ούτε κατά μείζονα λόγο το περιεχόμενο της παρουσιάσεως αυτής. Ωστόσο, αντίγραφο της εν λόγω παρουσιάσεως διαβιβάστηκε στην προσφεύγουσα από την Επιτροπή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 2 Μαρτίου 2018, σε απάντηση του από 25 Ιανουαρίου 2018 αιτήματος της προσφεύγουσας. Από την εν λόγω δεκασέλιδη παρουσίαση προκύπτει σαφώς ότι αφορούσε συγκεκριμένα την έρευνα που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (όπως προκύπτει από το εξώφυλλο της εν λόγω παρουσιάσεως, στο οποίο παρατίθεται η ονομασία και ο αριθμός της εν λόγω διαδικασίας), ότι μία σελίδα ήταν αφιερωμένη στη δεσπόζουσα θέση της προσφεύγουσας στην αγορά των συνόλων τσιπ και ότι πέντε σελίδες ήταν αφιερωμένες σε [εμπιστευτικό]. Η έλλειψη, στις σημειώσεις που συνέταξε η Επιτροπή, οποιασδήποτε αναφοράς στην εν λόγω παρουσίαση ή στο περιεχόμενό της καταδεικνύει την αποσπασματικότητά τους.

195

Εξάλλου, πέραν του ότι οι εν λόγω σημειώσεις ήταν ελλιπείς, από τα προσκομισθέντα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αποδεικτικά στοιχεία συνάγεται ότι οι σημειώσεις αυτές είχαν μεν συνταχθεί από την Επιτροπή κατά τις ημερομηνίες των τηλεφωνικών διασκέψεων ή λίγο μετά την ημερομηνία της συναντήσεως, αντιστοίχως, πλην όμως προκύπτει επίσης ότι δεν ήταν πλήρεις κατά τις ημερομηνίες αυτές και ότι συμπληρώθηκαν ή οριστικοποιήθηκαν μεταγενέστερα, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας στις 25 Ιανουαρίου 2018, επομένως περίπου τρία έτη μετά την ημερομηνία διεξαγωγής των εν λόγω ακροάσεων, αφενός, επικοινώνησε με [εμπιστευτικό] για να λάβει ένα αντίγραφο της παρουσιάσεως στην οποία είχε προβεί το εν λόγω τρίτο μέρος κατά τη συνάντηση και, αφετέρου, επικοινώνησε με [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] για να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο των σημειώσεων που είχε ετοιμάσει για τις τηλεφωνικές διασκέψεις, ο/η δε [εμπιστευτικό] πρότεινε μάλιστα και τροποποιήσεις στις σημειώσεις, οι οποίες έγιναν δεκτές από την Επιτροπή. Εξάλλου, από τα προσκομισθέντα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει επίσης ότι η διευκρίνιση ότι «δεν προσκομίστηκαν συγκεκριμένα στοιχεία κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής διασκέψεως» δεν περιλαμβανόταν στο αρχικό κείμενο των σημειώσεων και προστέθηκε μετά την προμνησθείσα επικοινωνία μεταξύ της Επιτροπής και [εμπιστευτικό].

196

Επομένως, κατά παράβαση του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή δεν προέβη σε δέουσα καταγραφή των ακροάσεων που διεξήγαγε με [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό].

197

Περαιτέρω, καθόσον η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή παρέλειψε να της διαβιβάσει σημειώσεις για τις επίμαχες ακροάσεις, πρέπει, αφενός, να σημειωθεί ότι, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι σημειώσεις για τη συνάντηση με [εμπιστευτικό] είχαν περιληφθεί στον φάκελο της υποθέσεως στις [εμπιστευτικό] ως μη προσβάσιμο έγγραφο, δηλαδή ως εσωτερικό έγγραφο της Επιτροπής, και χωρίς να περιλαμβάνεται αντίγραφο της παρουσιάσεως που είχε πραγματοποιήσει [εμπιστευτικό] κατά την εν λόγω συνάντηση. Αφετέρου, οι σημειώσεις για τις τηλεφωνικές διασκέψεις με [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] δεν είχαν περιληφθεί στον φάκελο της υποθέσεως.

198

Ανεξαρτήτως των λόγων που οδήγησαν σε αυτό, δεν αμφισβητείται, επομένως, ότι η προσφεύγουσα δεν είχε λάβει καμία ενημέρωση σχετικά με την ύπαρξη και το περιεχόμενο των ακροάσεων αυτών κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ούτε γίνεται μνεία των επίμαχων ακροάσεων στην περιγραφή της διοικητικής διαδικασίας που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

199

Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι, καίτοι βεβαίως επιτρέπεται να αποκλεισθούν από τη διοικητική διαδικασία τα στοιχεία που δεν έχουν καμία σχέση με τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που περιέχονται στην ανακοίνωση αιτιάσεων και τα οποία δεν έχουν, κατά συνέπεια, καμία σημασία για την έρευνα, δεν μπορεί εντούτοις να εναπόκειται μόνο στην Επιτροπή να καθορίζει τα στοιχεία που είναι κρίσιμα για την άμυνα της οικείας επιχειρήσεως (αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 126, και της 16ης Ιουνίου 2011, FMC Foret κατά Επιτροπής, T‑191/06, EU:T:2011:277, σκέψη 306). Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι οι καταγραφές ακροάσεων οι οποίες διεξήχθησαν με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας και οι οποίες εμπίπτουν, ως εκ τούτου, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003, όπως οι επίμαχες ακροάσεις, δεν πρέπει να παραλείπονται από τον φάκελο της υποθέσεως.

200

Μολονότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παράλειψή της να διαβιβάσει στην προσφεύγουσα τις πληροφορίες ή τις σημειώσεις αυτές οφειλόταν σε απλή «αβλεψία» και ότι διαβίβασε τις εν λόγω πληροφορίες ευθύς μόλις έλαβε γνώση αυτών κατόπιν της αιτήσεως της προσφεύγουσας της 25ης Ιανουαρίου 2018, οι περιστάσεις αυτές, μεταγενέστερες της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι ικανές να θεραπεύσουν τη διαδικαστική παρατυπία στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή. Πρώτον, οι σημειώσεις τις οποίες διαβίβασε η Επιτροπή στην προσφεύγουσα, λόγω της μη πληρότητάς τους, δεν αποκαθιστούν την παράλειψη καταγραφής κατά την έννοια του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003, καθόσον δεν μνημονεύουν τα πληροφοριακά στοιχεία που συνελέγησαν κατά τη διεξαγωγή των επίμαχων ακροάσεων. Πρέπει, δεύτερον, να υπομνησθεί ότι το γεγονός ότι μια επιχείρηση πληροφορείται καθυστερημένα, κατόπιν της εκδόσεως μιας αποφάσεως, ορισμένα στοιχεία που θα έπρεπε να έχουν συμπεριληφθεί στον φάκελο της υποθέσεως δεν αποκαθιστά την επιχείρηση αυτή στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν εάν είχε μπορέσει να στηριχθεί στα ίδια στοιχεία για να υποβάλει γραπτώς και προφορικώς τις παρατηρήσεις της ενώπιον της Επιτροπής (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, Solvay κατά Επιτροπής, C‑109/10 P, EU:C:2011:686, σκέψη 56).

201

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι, όσον αφορά τη συνάντηση με [εμπιστευτικό] και τις τηλεφωνικές διασκέψεις με [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις περί καταγραφής που υπέχει βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003 καθώς και, κατά συνέπεια, περί συμπερίληψης των αρχείων καταγραφής των επίμαχων ακροάσεων στον φάκελο της υποθέσεως.

3) Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας

202

Όσον αφορά τις συνέπειες που πρέπει να εξαχθούν από τη διαπίστωση στη σκέψη 201 ανωτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 160 και 161 ανωτέρω, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον, υπό το πρίσμα των ειδικών πραγματικών και νομικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, αποδείχθηκε επαρκώς από την προσφεύγουσα ότι θα ήταν σε θέση να οργανώσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της εάν δεν υπήρχαν οι εν λόγω διαδικαστικές παρατυπίες.

203

Πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ταυτότητα των εμπλεκομένων τρίτων μερών, το περιεχόμενο των σημειώσεων που συνέταξε η Επιτροπή και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι τα εν λόγω τρίτα μέρη θα μπορούσαν να είχαν παράσχει πληροφορίες που θα μπορούσαν να τη συνδράμουν στην άμυνά της, ιδίως όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς, τον συσχετισμό δυνάμεων στην αγορά αυτή και τη δεσπόζουσα θέση, το αποτέλεσμα περί εκτοπισμού των ανταγωνιστών από την αγορά και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας. Προς τούτο, η προσφεύγουσα υπέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ένα παράρτημα στην προσφυγή της (παράρτημα A.9.7), με το οποίο αποσκοπούσε στην αποσαφήνιση των ζητημάτων που ενδεχομένως είχαν εξετασθεί κατά τις εν λόγω ακροάσεις και του τρόπου με τον οποίο το υλικό αυτό θα μπορούσε να την είχε συνδράμει στην άμυνά της. Η Επιτροπή, ενώ αρχικά αμφισβήτησε το παραδεκτό του εν λόγω παραρτήματος, αρνήθηκε το περιεχόμενό του σε παράρτημα αντίκρουσης (παράρτημα B.5). Εν συνεχεία, τα μέρη εξακολούθησαν την ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος αυτού σε παράρτημα του υπομνήματος απαντήσεως (παράρτημα C.12) και σε παράρτημα του υπομνήματος ανταπαντήσεως (παράρτημα D.9).

204

Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσάπτει στην προσφεύγουσα ότι, μέσω των πληρωμών βάσει αποκλειστικότητας, μείωσε τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της στην αγορά συνόλων τσιπ LTE (τμήματα 11.4.1 και 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επί του τελευταίου σημείου, στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή μνημονεύει ρητώς [εμπιστευτικό] και μνημονεύει επίσης και [εμπιστευτικό].

205

Ούτως, τα τρίτα μέρη που μετείχαν στις επίμαχες ακροάσεις που διεξήγαγε η Επιτροπή ήταν δύο από τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας οι οποίοι φέρονται να εκτοπίστηκαν από την αγορά λόγω της συμπεριφοράς της τελευταίας ([εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό]) και δύο OEM που προμηθεύονται ομάδες τσιπ LTE, δηλαδή ανταγωνιστές του πελάτη της προσφεύγουσας ο οποίος είχε λάβει τις επίμαχες πληρωμές ([εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό]).

206

Δεύτερον, αφενός, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα –όπως και το Γενικό Δικαστήριο– δεν διαθέτει καμία ακριβή ένδειξη σε σχέση με τις πληροφορίες που συνέλεξε η Επιτροπή κατά τις επίμαχες ακροάσεις, μολονότι οι ακροάσεις αυτές αφορούσαν το αντικείμενο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ότι, όπως μόλις επισημάνθηκε, στα εν λόγω τρίτα μέρη περιλαμβάνονταν οι ανταγωνιστές της προσφεύγουσας οι οποίοι φέρονται να εκτοπίστηκαν από την αγορά λόγω της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας, μεταξύ των οποίων, ιδίως [εμπιστευτικό], δηλαδή [εμπιστευτικό].

207

Κανένα από τα έγγραφα της δικογραφίας που αφορούν τις επίμαχες ακροάσεις δεν καθιστά δυνατό να αποκατασταθούν με βεβαιότητα οι ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας που παρείχαν τα εν λόγω τρίτα μέρη κατά τη διάρκεια των επίμαχων ακροάσεων και τον βαθμό στον οποίο το περιεχόμενό τους θα μπορούσε να αποτελέσει απαλλακτικό, επιβαρυντικό ή ακόμη και ουδέτερο αποδεικτικό υλικό.

208

Συναφώς, όσον αφορά τις τηλεφωνικές διασκέψεις με τους [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], θα ήταν εικασία να ισχυριστεί κανείς, όπως πράττει η Επιτροπή, ότι οι πληροφορίες που παρείχαν τα εν λόγω τρίτα μέρη ήταν παρεμφερείς με εκείνες που είχαν παράσχει στις απαντήσεις τους σε ορισμένες αιτήσεις παροχής πληροφοριών και ότι οι πληροφορίες αυτές δεν περιλάμβαναν, επομένως, κανένα δυνητικό απαλλακτικό υλικό. Πρώτον, στις σημειώσεις για τις επίμαχες ακροάσεις δεν περιλαμβάνεται καμία αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, συμπεριλαμβανομένων των απαντήσεων που δόθηκαν σε αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Συνεπώς, το περιεχόμενό τους δεν μπορεί να ανασυγκροτηθεί από άλλες πηγές του φακέλου της υποθέσεως. Ακολούθως, το γεγονός ότι τα εν λόγω τρίτα μέρη, περίπου τρία έτη μετά τη διεξαγωγή των επίμαχων ακροάσεων και μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιβεβαίωσαν στην Επιτροπή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κατόπιν αιτήματός της και προκειμένου να απαντήσει στο αίτημα της προσφεύγουσας της 25ης Ιανουαρίου 2018, ότι το περιεχόμενο των επίμαχων ακροάσεων «αντανακλάται» στις απαντήσεις τους σε ορισμένες αιτήσεις παροχής πληροφοριών, δεν επιτρέπει την εξαγωγή οριστικού συμπεράσματος ως προς το περιεχόμενο των συζητήσεων αυτών, ιδίως ως προς την ακριβή φύση των πληροφοριών που είχαν παρασχεθεί επί των θεμάτων που εξετάστηκαν.

209

Όσον αφορά τη συνάντηση με [εμπιστευτικό], αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η παρουσίαση την οποία πραγματοποίησε το εν λόγω τρίτο μέρος κατά την επίμαχη συνάντηση δεν αποκλείει σε καμία περίπτωση να έχουν συζητηθεί άλλα θέματα πέραν εκείνων που αναφέρονται στην εν λόγω παρουσίαση, δεδομένου ότι η εν λόγω παρουσίαση δεν μνημονεύεται στις σημειώσεις της συναντήσεως, μόνο δε μία σελίδα της παρουσιάσεως αυτής πραγματεύεται τα θέματα που αναφέρονται στις εν λόγω σημειώσεις. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η παρουσίαση [εμπιστευτικού] θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά εξαντλητική απεικόνιση του περιεχομένου της εν λόγω συναντήσεως και ότι καθιστά δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το εν λόγω τρίτο μέρος να έχει παράσχει κρίσιμα για την άμυνα της προσφεύγουσας στοιχεία, τούτο δεν θα επηρέαζε τις διαπιστώσεις που έγιναν όσον αφορά τις ακροάσεις με [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό].

210

Αφετέρου, ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που μνημονεύονται στις σκέψεις 204 και 205 ανωτέρω, πλείονα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από την προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση συνιστούν αρχή απόδειξης προς θεμελίωση του επιχειρήματός της ότι οι πληροφορίες που ενδεχομένως αντάλλαξαν η Επιτροπή και οι [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] κατά τις επίμαχες ακροάσεις θα μπορούσαν να της είχαν παράσχει τη δυνατότητα να οργανώσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της.

211

Κατ’ αρχάς, όπως προκύπτει από τις σημειώσεις και την παρουσίαση που προσκομίστηκαν από την προσφεύγουσα, δεν αμφισβητείται ότι οι επίμαχες ακροάσεις στο σύνολό τους αφορούσαν, στο πλαίσιο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ, τη θέση της προσφεύγουσας στην αγορά αυτή ή τις επιχειρηματικές πρακτικές της προσφεύγουσας στη συγκεκριμένη αγορά. Ειδικότερα, στις σημειώσεις για δύο από τις επίμαχες ακροάσεις, και συγκεκριμένα για την ακρόαση με [εμπιστευτικό] και την ακρόαση με [εμπιστευτικό], αναφέρεται ρητώς ότι οι επιχειρηματικές πρακτικές της προσφεύγουσας συζητήθηκαν μεταξύ της Επιτροπής και των εν λόγω τρίτων μερών. Μολονότι στις σημειώσεις για τις άλλες δύο ακροάσεις δεν γίνεται μνεία στις επιχειρηματικές πρακτικές της προσφεύγουσας, δεν φαίνεται αληθοφανές, κατά την ακρόαση με [εμπιστευτικό] την ίδια ημέρα με την ακρόαση με [εμπιστευτικό], να μην επεδίωξε η Επιτροπή να λάβει πληροφορίες σχετικά με τις υπό έρευνα επιχειρηματικές πρακτικές της προσφεύγουσας και από έναν από τους ανταγωνιστές που φέρεται να είχε εκτοπιστεί από την αγορά. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παρουσίαση που διαβίβασε η Επιτροπή στην προσφεύγουσα, η συνάντηση με [εμπιστευτικό] αφορούσε επίσης τις επιχειρηματικές πρακτικές της προσφεύγουσας στην αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ. Ακόμη και αν το εν λόγω τρίτο μέρος είχε παράσχει πληροφορίες σχετικά με [εμπιστευτικό], δεν φαίνεται επίσης αληθοφανές να μην επεδίωξε η Επιτροπή να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με τις υπό έρευνα πρακτικές της προσφεύγουσας.

212

Κατά συνέπεια, υπό αυτές τις συνθήκες, όπως ισχυρίζεται και η προσφεύγουσα, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι πληροφορίες που συνέλεξε η Επιτροπή από τα εν λόγω τρίτα μέρη κατά τις επίμαχες ακροάσεις, και ιδίως από τους ανταγωνιστές που φέρονται να εκτοπίστηκαν από την αγορά, θα μπορούσαν να είναι κρίσιμες για την άμυνά της.

213

Εν συνεχεία, για λόγους πληρότητας, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και τις ειδικές περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, στους πίνακες του παραρτήματος Α.9.7 υπογράμμισε το γεγονός ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε εξετάσει ορισμένα συγκεκριμένα ζητήματα με τα εν λόγω τρίτα μέρη.

214

Συναφώς, πρέπει προκαταρκτικώς να επισημανθεί ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το παράρτημα Α.9.7 της προσφυγής που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί απαράδεκτο. Η προσφεύγουσα επιδιώκει να τεκμηριώσει σχηματικά, μέσω πινάκων, τα επιχειρήματα που προβάλλονται στην προσφυγή σε σχέση με καθεμία από τις επίμαχες ακροάσεις, με αναφορά στο περιεχόμενο των εκάστοτε σημειώσεων. Εξάλλου, το εύρος της ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των διαδίκων επί του θέματος αυτού, που περιέχεται σε πίνακες που παρατίθενται στο παράρτημα Β.5 του υπομνήματος αντικρούσεως, στο παράρτημα Γ.12 του υπομνήματος απαντήσεως και στο παράρτημα Δ.9 του υπομνήματος ανταπαντήσεως, καταλαμβάνοντας συνολικά έναν σημαντικό αριθμό σελίδων, καταδεικνύει ότι οι πίνακες αυτοί είναι σκόπιμο να παρατίθενται στα παραρτήματα και να μην αναπαράγονται στο σώμα των κύριων δικογράφων.

215

Εν προκειμένω, οι διευκρινίσεις που παρέσχε η προσφεύγουσα αφορούν ορισμένα ζητήματα τα οποία θεωρεί κρίσιμα για την άμυνά της.

216

Πρώτον, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι η τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] θα μπορούσε να αφορά, μεταξύ άλλων, την ικανότητα [εμπιστευτικό] να προμηθεύει την Apple με σύνολα τσιπ LTE για συσκευές iPhone και iPad κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, τους λόγους και τη σημασία της απουσίας ανταγωνιστικών ολοκληρωμένων συνόλων τσιπ LTE από [εμπιστευτικό], τη φύση και την έκταση των επενδύσεων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της Apple και τη σχετική συμβατική προστασία και [εμπιστευτικό] καθώς και το ενδεχόμενο [εμπιστευτικό] να μην είχε αντιρρήσεις για τις επίμαχες συμφωνίες ή την καταγγελία [εμπιστευτικό], το σύνολο δε των ανωτέρω θα συνιστούσαν απαλλακτικά στοιχεία. Κατά την προσφεύγουσα, εφόσον, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, [εμπιστευτικό] ήταν [εμπιστευτικό], κάθε πληροφορία που παρείχε [εμπιστευτικό] θα είχε προφανή σημασία για την άμυνα της προσφεύγουσας.

217

Δεύτερον, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι η τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] θα μπορούσε να αφορά, μεταξύ άλλων, τα συγκριτικά χαρακτηριστικά των συνόλων τσιπ LTE παραγωγής της και εκείνων [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], τις απαιτήσεις της Apple έναντι των δυνητικών προμηθευτών της, τη φύση και την έκταση των συγκεκριμένων επενδύσεων που απαιτούνται από την Apple και τη σχετική συμβατική προστασία, και τη δυναμική της αγοράς και τους λόγους [εμπιστευτικό]. Κατά την προσφεύγουσα, στον βαθμό που, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα σύνολα τσιπ LTE [εμπιστευτικό] είχαν θεωρηθεί από την Apple ως πιθανές ανταγωνιστικές εναλλακτικές λύσεις έναντι των συνόλων τσιπ της προσφεύγουσας για ορισμένα μοντέλα iPad, οποιαδήποτε ένδειξη παρέχονταν από [εμπιστευτικό] θα είχε προφανή σημασία για την άμυνα της προσφεύγουσας.

218

Τρίτον, η προσφεύγουσα τόνισε ότι η συνάντηση με [εμπιστευτικό] και η τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] θα μπορούσαν να αφορούν ιδίως τις απαιτήσεις της Apple έναντι των προμηθευτών της σε σύγκριση με εκείνες άλλων κατασκευαστών ΟΕΜ και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των συνόλων τσιπ παραγωγής της και εκείνων των ανταγωνιστών της.

219

Προς αντίκρουση των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας, η Επιτροπή επισήμανε στο παράρτημα Β.5 του υπομνήματος αντικρούσεως ότι οι απαντήσεις του/της [εμπιστευτικό] στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών με ημερομηνία [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] επιβεβαιώνουν ότι οι σημειώσεις για την τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] δεν θα αποκάλυπτε κανένα απαλλακτικό στοιχείο σε σχέση με τα ζητήματα που ανέφερε η προσφεύγουσα, για τον λόγο ότι, στις προμνησθείσες απαντήσεις, [εμπιστευτικό] δεν παρέσχε καμία πληροφορία σχετικά με τα ζητήματα αυτά. Η Επιτροπή προέβαλε πανομοιότυπη επιχειρηματολογία όσον αφορά τα ζητήματα που ανέφερε η προσφεύγουσα σε σχέση με [εμπιστευτικό], βασιζόμενη στις απαντήσεις του εν λόγω τρίτου μέρους με ημερομηνία [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], όσον αφορά τα ζητήματα που αναφέρει η προσφεύγουσα σε σχέση με [εμπιστευτικό], επικαλούμενη την παρουσίαση που πραγματοποίησε το εν λόγω τρίτο μέρος στην επίμαχη συνάντηση και όσον αφορά τα ζητήματα που έθεσε η προσφεύγουσα σε σχέση με [εμπιστευτικό], επικαλούμενη τις απαντήσεις του εν λόγω τρίτου μέρους με ημερομηνίες [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό].

220

Κατ’ αρχάς, στο βαθμό που η Επιτροπή αναφέρεται στις απαντήσεις των [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών και στην παρουσίαση του [εμπιστευτικό] για να υποστηρίξει ότι τα εν λόγω τρίτα μέρη δεν αναφέρθηκαν σε απαλλακτικά στοιχεία, αρκεί να σημειωθεί ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι απορριπτέα για τους λόγους που αναφέρονται στις σκέψεις 208 και 209 ανωτέρω.

221

Ωστόσο, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, οι διευκρινίσεις που παρέσχε η προσφεύγουσα σε παράρτημα της προσφυγής αποσκοπούν στο να καταδείξουν συγκεκριμένα ότι οι ακροάσεις που διεξήγαγε η Επιτροπή με τα εν λόγω τρίτα μέρη ενδέχεται να αφορούσαν θέματα όπως αυτά που αναφέρονται στις σκέψεις 216 έως 218 ανωτέρω, τα οποία, ανάλογα με τις περιστάσεις, θα μπορούσαν να συνδράμουν την προσφεύγουσα στο να οργανώσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της όσον αφορά, ιδίως, τα αποτελέσματα και την αιτιολόγηση της συμπεριφοράς της στην αγορά συνόλων τσιπ LTE.

222

Τέλος, και για λόγους περαιτέρω πληρότητας, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, πρέπει να σημειωθεί ότι, στα υποτμήματα 11.4.1 και 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτός από τις πληροφορίες που παρείχε η ίδια η προσφεύγουσα, η Επιτροπή αναφέρθηκε αποκλειστικά σε πληροφορίες και έγγραφα που είχαν παρασχεθεί από την Apple. Αντιθέτως, στα προμνησθέντα τμήματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε σε κανένα στοιχείο που είχε παρασχεθεί από [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], και ιδίως από ανταγωνιστές που φέρονται να εκτοπίστηκαν από την αγορά από την προσφεύγουσα. Οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από ορισμένα από αυτά τα τρίτα μέρη ([εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό]) αναφέρονται μόνο στο υποτμήμα 11.4.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 475, 476 και 478) προκειμένου να υποστηριχθεί το επιχείρημα ότι η Apple αποτελούσε «ελκυστικό πελάτη».

223

Ωστόσο, μια τέτοια διαπίστωση, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, κάθε άλλο παρά αποκλείει το ενδεχόμενο προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, αλλά, όπως η προσφεύγουσα κατ’ ουσίαν ισχυρίζεται, καταδεικνύει ότι η γνώση του περιεχομένου των εν λόγω ακροάσεων θα μπορούσε να αποδειχθεί κρίσιμη για την άμυνά της. Η γνώση του γεγονότος ότι τα εν λόγω τρίτα μέρη, και ιδίως οι ανταγωνιστές της προσφεύγουσας που φέρονται να εκτοπίστηκαν από την αγορά λόγω της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας ([εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό]), δεν είχαν προσκομίσει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο με το οποίο να επιρρωννύεται το αποτέλεσμα εκτοπισμού που προβάλλει η Επιτροπή κατά την ακρόασή τους στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, θα μπορούσε να παράσχει στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να παρουσιάσει υπό διαφορετικό πρίσμα τη συμπεριφορά που της προσάπτεται και να τεκμηριώσει διαφορετικά την άμυνά της.

224

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας, καθόσον, αφενός, δεν κατέγραψε δεόντως τις επίμαχες ακροάσεις, αφετέρου δε, η προσφεύγουσα ή οι εκπρόσωποί της ενημερώθηκαν για την ίδια την ύπαρξη των ακροάσεων αυτών μόνο μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και πριν από την άσκηση της παρούσας προσφυγής. Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε στη δίκη η προσφεύγουσα καταδεικνύουν ότι οι ακροάσεις με [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], δηλαδή δύο από τους φερόμενους ως εκτοπισθέντες από την αγορά ανταγωνιστές της προσφεύγουσας, και με τους [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], δηλαδή δύο OEM που προμηθεύονται σύνολα τσιπ LTE, θα μπορούσαν να παράσχουν πληροφορίες ουσιώδεις για την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας οι οποίες θα μπορούσαν να είναι κρίσιμες για την προσφεύγουσα, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να οργανώσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της.

225

Λόγω της προσβολής αυτής των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτό κατά το μέρος που αφορά τη συνάντηση με [εμπιστευτικό] και τις τηλεφωνικές διασκέψεις με [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], για τις οποίες κοινοποιήθηκαν πληροφορίες στην προσφεύγουσα πριν από την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής.

226

Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, είναι σκόπιμο να συνεχιστεί η εξέταση του παρόντος σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως όσον αφορά τη συνάντηση και την τηλεφωνική διάσκεψη με ορισμένο τρίτο μέρος, για την οποία παρασχέθηκαν πληροφορίες στην προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης σε απάντηση των επιχειρημάτων που βασίζονται στα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019.

β)   Σχετικά με την τηλεφωνική διάσκεψη και τη συνάντηση με τρίτο μέρος, για τις οποίες παρασχέθηκαν πληροφορίες στην προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης σε απάντηση των επιχειρημάτων που βασίζονται στα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019

1) Συνοπτική έκθεση του ιστορικού

227

Από τα προσκομισθέντα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι, μετά την απάντηση της Επιτροπής της 2ας Μαρτίου 2018, με την οποία διαβιβάστηκαν στην προσφεύγουσα, μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 5ης Μαρτίου 2018, πληροφορίες για την ύπαρξη της συναντήσεως με [εμπιστευτικό] και των τηλεφωνικών διασκέψεων με [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι δεν είχε συναντηθεί επισήμως ή ανεπισήμως με [εμπιστευτικό]. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 13ης Μαρτίου 2018, η Επιτροπή επανέλαβε ότι, κατόπιν του αιτήματος της προσφεύγουσας της 25ης Ιανουαρίου 2018, είχε ελέγξει αν είχε εκ παραδρομής παραλείψει να ενημερώσει την προσφεύγουσα για «οποιεσδήποτε συναντήσεις ή [οποιεσδήποτε] συζητήσεις» είχαν τυχόν λάβει χώρα «στο πλαίσιο της υποθέσεως AT.40220» και ότι είχε παράσχει τις σχετικές πληροφορίες με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 2ας Μαρτίου 2018 για λόγους χρηστής διοικήσεως. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, αφ’ ης στιγμής είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν θα απαντούσε πλέον σε ερωτήματα αυτού του τύπου.

228

Οι απαντήσεις που παρέσχε η Επιτροπή στην προσφεύγουσα στις 2 και 13 Μαρτίου 2018 θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν σχετικά με τις συναντήσεις ή τις τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη ήταν εξαντλητικές και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είχε καμία συνάντηση ή τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό], αλλά μόνο με [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό].

229

Στην προσφυγή της, ωστόσο, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι δεν είχε καμία ρητή ένδειξη που να επιβεβαιώνει ή να διαψεύδει την ύπαρξη και το περιεχόμενο οποιωνδήποτε συναντήσεων ή τηλεφωνικών διασκέψεων μεταξύ της Επιτροπής και [εμπιστευτικό].

230

Η Επιτροπή δεν επιβεβαίωσε αλλά ούτε και διέψευσε την πραγματοποίηση των επίμαχων συναντήσεων και τηλεφωνικών διασκέψεων είτε με το υπόμνημα αντικρούσεως είτε με το υπόμνημα ανταπαντήσεως.

231

Μόνον αφότου η προσφεύγουσα προσκόμισε τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019, αναφέρθηκε η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις της 30ής Οκτωβρίου 2019 επί των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, στην ύπαρξη τηλεφωνικής διασκέψεως με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό] και συναντήσεως με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό], δήλωσε δε ρητώς ότι δεν είχε στη διάθεσή της ούτε σημειώσεις ούτε πρακτικά της εν λόγω τηλεφωνικής διάσκεψης και της εν λόγω συναντήσεως.

232

Καθώς, ωστόσο, η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι ήταν διατεθειμένη να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το υπόβαθρο της τηλεφωνικής διάσκεψης με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό] στο πλαίσιο μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο προέβη στη λήψη τέτοιων μέτρων προς απόκτηση των πληροφοριών αυτών. Ο χειρισμός της απαντήσεως της Επιτροπής στα εν λόγω μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων οδήγησε στις διαδικαστικές ενέργειες που μνημονεύονται στις σκέψεις 78 έως 92 ανωτέρω.

233

Συναφώς, πρέπει, αφενός, να σημειωθεί ότι η τηλεφωνική διάσκεψη και η συνάντηση με [εμπιστευτικό] διεξήχθησαν πριν από την κοινοποίηση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και μετά την αποστολή των πρώτων αιτήσεων παροχής πληροφοριών που μνημονεύονται στη σκέψη 15 ανωτέρω. Αφετέρου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εν λόγω τρίτο μέρος [εμπιστευτικό], και απάντησε σε ορισμένες από τις προμνησθείσες αιτήσεις παροχής πληροφοριών.

234

Ωστόσο, [εμπιστευτικό] έχει ιδιαίτερη θέση στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Υπάρχουν όντως διάφοροι παράγοντες που καταδεικνύουν τη σημασία του συγκεκριμένου τρίτου μέρους για το σύστημα της προσβαλλομένης αποφάσεως: [εμπιστευτικό]. Επιπλέον, από διαδικαστικής απόψεως, το εν λόγω τρίτο μέρος [εμπιστευτικό].

2) Επί της υπάρξεως διαδικαστικής παρατυπίας

235

Με τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα επιδιώκει να υποστηρίξει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση που υπέχει να ενημερώσει την προσφεύγουσα για την επίμαχη τηλεφωνική διάσκεψη και την επίμαχη συνάντηση και να κρατήσει σχετικές σημειώσεις.

236

Η Επιτροπή, όταν δεν είχε ακόμη επιβεβαιωθεί ότι η επίμαχη τηλεφωνική διάσκεψη και η επίμαχη συνάντηση είχαν όντως πραγματοποιηθεί (κατά το στάδιο της αντικρούσεως και της ανταπαντήσεως), υποστήριξε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι οι σχετικές πληροφορίες ήταν κρίσιμες. Εν συνεχεία, η Επιτροπή, αφού παραδέχθηκε ότι είχαν όντως πραγματοποιηθεί (κατά το στάδιο των παρατηρήσεων επί των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019), υποστήριξε, πρώτον, ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι η ατυχής απουσία σημειώσεων για την τηλεφωνική διάσκεψη στις [εμπιστευτικό] την είχε βλάψει και, δεύτερον, ότι η συνάντηση της [εμπιστευτικό] αφορούσε γενικότερα θέματα και όχι την υπόθεση AT.40220.

237

Κατ’ αρχάς, όσον αφορά τις σημειώσεις της επίμαχης τηλεφωνικής διασκέψεως και της επίμαχης συναντήσεως, δεν αμφισβητείται, όπως αναγνώρισε και η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της επί των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, ότι δεν κρατήθηκαν σημειώσεις ούτε για την τηλεφωνική διάσκεψη στις [εμπιστευτική] αλλά ούτε και για τη συνάντηση στις [εμπιστευτική]. Η Επιτροπή αναγνώρισε επίσης ότι η μη τήρηση σημειώσεων για την τηλεφωνική διάσκεψη στις [εμπιστευτικό] αποτελεί ατυχή παράλειψη εκ μέρους της.

238

Εν πάση περιπτώσει, στον βαθμό που τα επιχειρήματα της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί ότι υπονοούν ότι η επίμαχη τηλεφωνική διάσκεψη και η επίμαχη συνάντηση δεν υπέκειντο στις απαιτήσεις περί καταγραφής του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, τις οποίες επικαλείται η προσφεύγουσα στην προσφυγή της, αρκεί να σημειωθεί ότι από τα προσκομισθέντα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αποδεικτικά στοιχεία συνάγεται ότι τόσο η τηλεφωνική διάσκεψη στις [εμπιστευτικό] όσο και η συνάντηση στις [εμπιστευτικό] –πέραν του γεγονότος ότι διεξήχθησαν αφού η Επιτροπή είχε αρχίσει την έρευνα τον Αύγουστο του 2014 (αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και, ιδίως, αφού είχαν αποσταλεί οι πρώτες αιτήσεις παροχής πληροφοριών που μνημονεύονται στη σκέψη 15 ανωτέρω– αποσκοπούσαν στη συλλογή πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

239

Όσον αφορά, πρώτον, την τηλεφωνική διάσκεψη με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό], το μη εμπιστευτικό κείμενο του εγγράφου που περιέχει την ηλεκτρονική ημερολογιακή εγγραφή της εν λόγω τηλεφωνικής διασκέψεως, το οποίο προσκομίστηκε από την Επιτροπή στις 26 Απριλίου 2021 σε απάντηση στο μέτρο διεξαγωγής αποδείξεων της 12ης Οκτωβρίου 2020, αναφέρει στο πεδίο που αφορά το «θέμα» της την ονομασία της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι «Sapphire». Επιπλέον, στις παρατηρήσεις της επί των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019 και στο μη εμπιστευτικό κείμενο του εγγράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020, η ίδια η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η επίμαχη τηλεφωνική διάσκεψη είχε ως σκοπό τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τον ορισμό και τη δυναμική της αγοράς την οποία αφορούσε η προμνησθείσα διαδικασία, προκειμένου να αποκτήσει μια βασική επισκόπηση της οικείας αγοράς και να προετοιμάσει τις σχετικές ερωτήσεις που θα συμπεριλαμβάνονταν στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Εντεύθεν συνάγεται ότι η επίμαχη τηλεφωνική διάσκεψη αποσκοπούσε στη συλλογή πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

240

Όσον αφορά, δεύτερον, τη συνάντηση με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό], η Επιτροπή ανέφερε ότι σκοπός της ήταν να συζητηθούν γενικότερες πτυχές του δικαίου του ανταγωνισμού και οι πρακτικές της προσφεύγουσας στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σχετικά με τη διοργάνωση της εν λόγω συναντήσεως που προσκόμισε η Επιτροπή ως απάντηση στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας της 8ης Οκτωβρίου 2020 επιβεβαιώνει πράγματι ότι [εμπιστευτικό] είχε ζητήσει τη διεξαγωγή της συναντήσεως προκειμένου να συζητηθούν «τρέχοντα ζητήματα ανταγωνισμού και διανοητικής ιδιοκτησίας». Ωστόσο, η πληροφορία αυτή ουδόλως αποκλείει το ενδεχόμενο να είχε συζητηθεί το αντικείμενο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η ίδια η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, κατά την επίμαχη συνάντηση, [εμπιστευτικό] υποστήριξε ότι ορισμένες από τις πρακτικές διανοητικής ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στο πεδίο της εν λόγω έρευνας. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που το τρίτο μέρος αναφέρθηκε ρητώς στο πεδίο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκειμένου να το διευρύνει, πρέπει να θεωρηθεί ότι η συνάντηση αυτή αφορούσε επίσης, εν όλω ή εν μέρει, πληροφορίες σχετικές με το αντικείμενο της εν λόγω έρευνας.

241

Επιπλέον, η τελευταία αυτή διαπίστωση επιρρωννύεται από τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019.

242

Σε μια πρώτη παρουσίαση του/της [εμπιστευτικό] με ημερομηνία [εμπιστευτικό] σχετικά με την προσφεύγουσα και πριν από τη συνάντηση στις [εμπιστευτικό], η οποία προσκομίστηκε από την προσφεύγουσα στο πλαίσιο των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, αναφέρεται ρητώς ότι [εμπιστευτικό] σκόπευε να έχει συνάντηση με την Επιτροπή την εβδομάδα της [εμπιστευτικό] σχετικά με τις έρευνες της Επιτροπής κατά της προσφεύγουσας όσον αφορά, πρώτον, τις «εκπτώσεις υπέρ πιστών πελατών», δηλαδή τα κίνητρα που προσφέρονταν στους πελάτες για την αγορά αποκλειστικά των συνόλων τσιπ της προσφεύγουσας, και, δεύτερον, [εμπιστευτικό]. Στην ίδια παρουσίαση αναφερόταν, όσον αφορά τις ως άνω «εκπτώσεις υπέρ πιστών πελατών», ότι [εμπιστευτικό] και τέθηκε το ζήτημα [εμπιστευτικό]. Επιπλέον, η εν λόγω παρουσίαση περιείχε μία σελίδα σχετικά με [εμπιστευτικό], η οποία ανέφερε ότι [εμπιστευτικό].

243

Μια δεύτερη παρουσίαση από [εμπιστευτικό] με ημερομηνία [εμπιστευτικό] σχετικά με την προσφεύγουσα και μετά τη συνάντηση στις [εμπιστευτικό], η οποία προσκομίστηκε από την προσφεύγουσα στο πλαίσιο των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, αφενός, παρείχε ενημέρωση σχετικά με την έρευνα της Επιτροπής, σημειώνοντας ότι επέκειτο η κοινοποίηση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και ότι η Επιτροπή είχε συναντηθεί με την προσφεύγουσα στις [εμπιστευτικό], ότι η έρευνα αυτή αφορούσε τις εκπτώσεις υπέρ πιστών πελατών και τους όρους της αποκλειστικότητας, ότι ήταν [εμπιστευτικό] και ότι ήταν [εμπιστευτικό]. Αφετέρου, μετά την περιγραφή [εμπιστευτικό], η προμνησθείσα παρουσίαση ανέφερε ότι υπήρχαν πολλά [εμπιστευτικό], συγκεκριμένα [εμπιστευτικό], σύμφωνα με τα οποία [εμπιστευτικό], και ότι ήταν πιθανό να επιβληθεί σημαντικό πρόστιμο ύψους περίπου ενός δισεκατομμυρίου USD.

244

Οι ως άνω παρουσιάσεις του/της [εμπιστευτικό] που προηγήθηκαν και ακολούθησαν τη συνάντηση που είχε το συγκεκριμένο τρίτο μέρος με την Επιτροπή στις [εμπιστευτικό] απλώς επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση ότι, κατά τη συνάντηση αυτή, η Επιτροπή και το εν λόγω τρίτο μέρος συζήτησαν τις πληροφορίες σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

245

Δεδομένου ότι η τηλεφωνική διάσκεψη και η συνάντηση με [εμπιστευτικό] αποσκοπούσαν στη συλλογή πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη δυναμική της αγοράς, το πεδίο της έρευνας και ορισμένους ακόμη από τους αμυντικούς ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003.

246

Εν προκειμένω δε, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 237 ανωτέρω, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε καμίας μορφής καταγραφή των εν λόγω ακροάσεων.

247

Εξάλλου, μια τέτοια παράλειψη δεν φαίνεται να συνάδει με τα έγγραφα που προσκόμισε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, τα οποία αποκαλύπτουν ότι, από την πλευρά του, το τρίτο μέρος που συναντήθηκε με την Επιτροπή είχε πρώτα προετοιμάσει και στη συνέχεια εξασφαλίσει την εσωτερική παρακολούθηση (follow-up) της συναντήσεως της [εμπιστευτικό] (βλ. σκέψεις 242 και 243 ανωτέρω), γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημασία της για την έρευνα που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

248

Κατά συνέπεια, κατά παράβαση του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή δεν προέβη στη δέουσα καταγραφή των ακροάσεων που είχε διεξαγάγει με [εμπιστευτικό].

249

Εξάλλου, στον βαθμό που η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν την ενημέρωσε για τις επίμαχες ακροάσεις, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε όντως στις ακροάσεις που είχε πραγματοποιήσει με [εμπιστευτικό]. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 199 ανωτέρω, η Επιτροπή οφείλει να μην παραλείψει να συμπεριλάβει στον φάκελο της υποθέσεως αρχείο με τις καταγραφές των ακροάσεων όπως αυτές που είχε πραγματοποιήσει με [εμπιστευτικό].

250

Εξάλλου, η παράβαση αυτή δεν θεραπεύεται από το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή παρείχε ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις ακροάσεις που είχε διεξαγάγει με [εμπιστευτικό] κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εξέταση των προβληθέντων ισχυρισμών δεν έχει ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα την υποκατάσταση της πλήρους έρευνας της υποθέσεως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, Solvay κατά Επιτροπής, C‑109/10 P, EU:C:2011:686, σκέψη 56). Επιπλέον, πρώτον, στην παρούσα διαδικασία, η Επιτροπή δεν προσκόμισε καμία καταγραφή με τις πληροφορίες που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια των επίμαχων ακροάσεων. Δεύτερον, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 200 ανωτέρω, η καθυστερημένη λήψη γνώσης ορισμένων εγγράφων που θα έπρεπε να έχουν συμπεριληφθεί στον φάκελο της υποθέσεως δεν αποκαθιστά την επιχείρηση η οποία έχει ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως της Επιτροπής στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν εάν είχε μπορέσει να στηριχθεί στα ίδια έγγραφα για να υποβάλει γραπτώς και προφορικώς τις παρατηρήσεις της ενώπιον του θεσμικού αυτού οργάνου.

251

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, όσον αφορά την τηλεφωνική διάσκεψη και τη συνάντηση με [εμπιστευτικό], η Επιτροπή παρέλειψε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση καταγραφής που υπέχει βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003 και, ως εκ τούτου, παρέλειψε να συμπεριλάβει καταγραφή των ακροάσεων αυτών στον φάκελο της υποθέσεως.

3) Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας

252

Όσον αφορά τα συμπεράσματα που πρέπει να εξαχθούν από τη διαπίστωση στη σκέψη 251 ανωτέρω, σύμφωνα με τη μνημονευόμενη στις σκέψεις 160 και 161 ανωτέρω νομολογία, πρέπει να καθοριστεί κατά πόσον, υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η προσφεύγουσα απέδειξε επαρκώς ότι θα μπορούσε να έχει οργανώσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της εάν δεν συνέτρεχαν οι προμνησθείσες διαδικαστικές παρατυπίες.

253

Επ’ αυτού, πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί ότι, λόγω της ταυτότητας του τρίτου αυτού μέρους και του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα ανέφερε ότι θα ήταν σαφώς σημαντικό για την άμυνά της να γνωρίζει τι είχε συζητηθεί μεταξύ της Επιτροπής και του τρίτου αυτού μέρους. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι η τήρηση ενδεδειγμένων σημειώσεων για τις επίμαχες ακροάσεις θα τη βοηθούσαν σε σχέση με διάφορες πτυχές της άμυνάς της, παρέσχε δε περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το θέμα αυτό στο παράρτημα Α.9.7 της προσφυγής. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι το εν λόγω τρίτο μέρος ήταν εχθρικό προς αυτή δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να της παρείχε πληροφορίες κρίσιμες για την άμυνά της, είτε επειδή οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να είναι απαλλακτικές είτε επειδή θα μπορούσαν μεν να είναι επιβαρυντικές πλην όμως ελλιπείς ή εσφαλμένες.

254

Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσάπτει στην προσφεύγουσα ότι μείωσε τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της στην αγορά συνόλων τσιπ LTE (σκέψη 204 ανωτέρω).

255

Συνεπώς, το τρίτο μέρος το οποίο έτυχε ακροάσεως από την Επιτροπή στο πλαίσιο των δύο επίμαχων ακροάσεων [εμπιστευτικό]. Επιπλέον, από διαδικαστικής απόψεως, το εν λόγω τρίτο μέρος [εμπιστευτικό].

256

Δεύτερον, αφενός δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα –όπως και το Γενικό Δικαστήριο– δεν διαθέτει καμία ακριβή ένδειξη σχετικά με τις πληροφορίες που συνέλεξε η Επιτροπή κατά τις επίμαχες ακροάσεις, μολονότι οι ακροάσεις αυτές αφορούσαν το αντικείμενο της έρευνας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και, όπως μόλις επισημάνθηκε, το εν λόγω τρίτο μέρος [εμπιστευτικό].

257

Κανένα από τα έγγραφα της του φακέλου της υποθέσεως σχετικά με τις επίμαχες ακροάσεις δεν καθιστά δυνατή τη μετά βεβαιότητας ανασύσταση των σχετικών με το αντικείμενο της έρευνας πληροφοριών που παρείχε το εν λόγω τρίτο μέρος κατά τις επίμαχες ακροάσεις ή σε ποιον βαθμό θα μπορούσε το περιεχόμενό τους να αποτελέσει απαλλακτικό, επιβαρυντικό ή ακόμη και ουδέτερο αποδεικτικό υλικό.

258

Συναφώς, τα επιχειρήματα της Επιτροπής –ότι, όσον αφορά την τηλεφωνική διάσκεψη με ημερομηνία [εμπιστευτικό], αφενός, δεν είναι «εύλογο» ότι [εμπιστευτικό] θα μπορούσε να παράσχει απαλλακτικά στοιχεία και, αφετέρου, ότι είναι «εύλογο» τα θέματα που εξετάσθηκαν κατά την επίμαχη τηλεφωνική διάσκεψη να περιλαμβάνονται στις απαντήσεις του/της [εμπιστευτικό] στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών– συνιστούν απλώς εικασίες, δεδομένου ότι η Επιτροπή βασίζεται σε αμιγώς υποθετικές παραδοχές και δεν είναι σε θέση να εκθέσει επακριβώς το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων που παρέσχε [εμπιστευτικό] κατά την επίμαχη ακρόαση.

259

Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε αίτημα στο Γενικό Δικαστήριο να εξεταστούν ενώπιόν του οι υπάλληλοι του/της [εμπιστευτικό] που συμμετείχαν στην εν λόγω τηλεφωνική διάσκεψη και ότι δεν επικοινώνησε απευθείας με τους υπαλλήλους αυτούς προκειμένου να επιβεβαιώσει αν είχαν παράσχει απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία. Πέραν του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα έλαβε γνώση της βαρύνουσας σημασίας της εν λόγω τηλεφωνικής διασκέψεως μόλις σε πολύ προχωρημένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας και ότι, επιπλέον, η Επιτροπή δεν διευκρίνισε την ταυτότητα των υπαλλήλων ή των εκπροσώπων του/της [εμπιστευτικό] που συμμετείχαν σε αυτήν, πρέπει να σημειωθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν εναπόκειται στην προσφεύγουσα –ούτε, άλλωστε, στο Γενικό Δικαστήριο– να διεξαγάγει ακροάσεις με ορισμένο τρίτο μέρος (ή με υπαλλήλους ή εκπροσώπους του) το οποίο είχε τύχει ακροάσεως από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της έρευνας, με σκοπό να διαπιστώσει εκ των υστέρων τις πληροφορίες που είχαν περιέλθει στην Επιτροπή προκειμένου να αντισταθμίσει την παράλειψη της Επιτροπής να προβεί σε καταγραφή, καθόσον η τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 19 του κανονισμού 1/2003 βαρύνει την Επιτροπή. Εξάλλου, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα –όπως και το Γενικό Δικαστήριο– δεν έχει στη διάθεσή της κανένα έγγραφο που να της παρέχει τη δυνατότητα να ανασυνθέσει τις πληροφορίες που είχε το εν λόγω τρίτο μέρος, σε αντίθεση με την κατάσταση που αναφέρεται στις σκέψεις 99 έως 101 της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής (C‑413/14 P, EU:C:2017:632), την οποία επικαλείται η Επιτροπή, η οποία χαρακτηρίστηκε από το γεγονός ότι, στην περίπτωση εκείνη, είχε κοινοποιηθεί στην προσφεύγουσα επιχείρηση κατά τη διοικητική διαδικασία το μη εμπιστευτικό κείμενο ενός καταρτισθέντος από την Επιτροπή εσωτερικού σημειώματος σε σχέση με την επίδικη ακρόαση και ένα «ενημερωτικό έγγραφο» το οποίο περιείχε έγγραφες απαντήσεις σε προφορικές ερωτήσεις που είχαν τεθεί κατά τη συγκεκριμένη ακρόαση.

260

Αφετέρου, ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που αναφέρονται στις σκέψεις 254 και 255 ανωτέρω, πλείονα προσκομισθέντα από την προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αποδεικτικά στοιχεία συνιστούν αρχή απόδειξης που τεκμηριώνει τον ισχυρισμό της ότι οι πληροφορίες που ενδεχομένως αντάλλαξαν η Επιτροπή και [εμπιστευτικό] κατά τις επίμαχες ακροάσεις θα μπορούσαν να της παράσχουν τη δυνατότητα να οργανώσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της.

261

Κατ’ αρχάς, όπως ανέφερε η προσφεύγουσα στο έγγραφο με το οποίο προσκόμισε τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019, η γνώση των πληροφοριών που παρέσχε [εμπιστευτικό] σχετικά με τον ορισμό της αγοράς κατά την τηλεφωνική διάσκεψη της [εμπιστευτικό] θα μπορούσε να είναι κρίσιμη για την άμυνά της. Όπως επισημαίνεται στη σκέψη 239 ανωτέρω, η ίδια η Επιτροπή διευκρίνισε ότι σκοπός της εν λόγω τηλεφωνικής διασκέψεως ήταν να αποσαφηνιστούν βασικές έννοιες του ορισμού της αγοράς και της δυναμικής της αγοράς, ώστε να καταστεί δυνατή η συμπερίληψη σχετικών ερωτημάτων στον δεύτερο γύρο των αιτήσεων παροχής πληροφοριών. Προκύπτει ότι [εμπιστευτικό], σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, συνέβαλε στην αποσαφήνιση των βασικών εννοιών που διέπουν τα ερωτήματα τα οποία έθεσε η Επιτροπή στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που απηύθυνε στη συνέχεια στην προσφεύγουσα, στους ανταγωνιστές της και στους πελάτες της, χωρίς να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ποιες πληροφορίες παρασχέθηκαν πράγματι εν προκειμένω και χωρίς η προσφεύγουσα να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις επί των βασικών εννοιών στην αποσαφήνιση των οποίων συνέβαλε [εμπιστευτικό].

262

Ακολούθως, στο έγγραφο με το οποίο προσκομίστηκαν τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019, η προσφεύγουσα υποστήριξε κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή και [εμπιστευτικό] είχαν ανταλλάξει απόψεις σχετικά με ορισμένες εμπιστευτικές πτυχές της έρευνας, όσον αφορά [εμπιστευτικό]. Στις παρατηρήσεις της επί των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της26ης Ιουλίου 2019, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν είχε κοινοποιήσει εμπιστευτικές πληροφορίες σε [εμπιστευτικό], ιδίως όσον αφορά [εμπιστευτικό] που αναφέρεται στη δεύτερη παρουσίαση του [εμπιστευτικό] με ημερομηνία [εμπιστευτικό] (βλ. σκέψη 243 ανωτέρω). Ωστόσο, ανεξαρτήτως ακόμη και του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών αυτών, πρέπει να σημειωθεί ότι, στον βαθμό που, κατά τη διάρκεια της ακροάσεως του/της [εμπιστευτικό] που προηγήθηκε της εν λόγω παρουσιάσεως, η Επιτροπή και [εμπιστευτικό] αντάλλαξαν πληροφορίες σχετικά με [εμπιστευτικό], η γνώση των πληροφοριών που είχε συλλέξει η Επιτροπή κατά τις συζητήσεις αυτές θα μπορούσε να παράσχει στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να οργανώσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της.

263

Τέλος, στο παράρτημα Α.9.7 της προσφυγής της, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι οι σημειώσεις για τις ακροάσεις που ενδεχομένως είχε πραγματοποιήσει η Επιτροπή με [εμπιστευτικό] θα μπορούσαν να τη συνδράμουν στην άμυνά της, ώστε, αφενός, να αποδείξει ότι οι επίμαχες συμφωνίες δεν προκαλούσαν τον εκτοπισμό από την αγορά των εξίσου αποτελεσματικών ανταγωνιστών και οδηγούσαν σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας υπέρ του ανταγωνισμού και, αφετέρου, να λάβει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι, εάν δεν είχαν συναφθεί οι επίμαχες συμφωνίες, [εμπιστευτικό].

264

Συναφώς, εκ προοιμίου, και στον βαθμό που τα επιχειρήματα της Επιτροπής αποσκοπούν στο να αμφισβητήσουν το παραδεκτό του εν λόγω παραρτήματος καθόσον αφορά τις ακροάσεις με [εμπιστευτικό], τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Πέραν του γεγονότος ότι το εν λόγω παράρτημα προορίζεται να τεκμηριώσει τα επιχειρήματα που προβάλλονται στην προσφυγή (βλ. σκέψεις 214 και 253 ανωτέρω), πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τις ακροάσεις με [εμπιστευτικό], κατά το στάδιο της προσφυγής, η προσφεύγουσα δεν είχε καμία πληροφορία για την ύπαρξή τους. Κατά συνέπεια, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην προσφεύγουσα ότι παρέσχε τα στοιχεία αυτά με το παράρτημα της προσφυγής για να τεκμηριώσει τα επιχειρήματά της σχετικά με τις συναντήσεις και τις τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη.

265

Επομένως, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα στο εν λόγω παράρτημα, δεδομένης της ταυτότητας του εν λόγω τρίτου μέρους και του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή, κατά τις επίμαχες ακροάσεις, θα μπορούσε πράγματι να είχε λάβει πληροφορίες κρίσιμες για την άμυνά της, όσον αφορά τα συγκριτικά χαρακτηριστικά των συνόλων τσιπ της ιδίας και των ανταγωνιστών της, τις απαιτήσεις της Apple σε σχέση με τις απαιτήσεις άλλων κατασκευαστών ΟΕΜ ή ακόμη τη δυνατότητα της Apple να προμηθεύεται από τους ανταγωνιστές της για όλα ή για ορισμένα από τα μοντέλα των συσκευών της. Επιπλέον, στην αιτιολογική σκέψη 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε, χωρίς να παράσχει λεπτομέρειες ή παραπομπές, ότι η Apple δεν είχε καμία εναλλακτική τεχνική λύση έναντι της προσφεύγουσας για τις ανάγκες της σε σύνολα τσιπ LTE για τις συσκευές iPhone όσον αφορά το χρονικό διάστημα από το 2011 έως το 2015.

266

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, εφόσον η Επιτροπή δεν συνέταξε σημειώσεις για τις εν λόγω ακροάσεις και η προσφεύγουσα ή οι εκπρόσωποί της δεν έλαβαν καμία πληροφορία για την ίδια την ύπαρξη των ακροάσεων αυτών παρά μόνο κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης σε απάντηση των επιχειρημάτων που βασίζονται στα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019, η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας. Ειδικότερα, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα καταδεικνύουν ότι οι ακροάσεις με [εμπιστευτικό], δηλαδή [εμπιστευτικό], θα μπορούσαν να αποκαλύψουν πληροφορίες ουσιώδεις για την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, οι οποίες ενδέχεται να αφορούσαν την προσφεύγουσα και να της παρείχαν τη δυνατότητα να οργανώσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της.

267

Υπό το πρίσμα αυτής της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής πρέπει να γίνει δεκτό κατά το μέρος που αφορά την τηλεφωνική διάσκεψη και τη συνάντηση με [εμπιστευτικό], για τις οποίες η προσφεύγουσα έλαβε πληροφορίες κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας σε απάντηση των επιχειρημάτων που βασίζονται στα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019.

268

Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, κρίνεται σκόπιμο να συνεχιστεί η εξέταση του παρόντος σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως όσον αφορά και τη συνάντηση με ορισμένο τρίτο μέρος για την οποία η προσφεύγουσα έλαβε πληροφορίες κατά την παρούσα διαδικασία σε απάντηση των μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων της 12ης Οκτωβρίου 2020.

γ)   Σχετικά με τη συνάντηση με ορισμένο τρίτο μέρος για την οποία η προσφεύγουσα έλαβε πληροφορίες κατά την παρούσα διαδικασία σε απάντηση των μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων της 12ης Οκτωβρίου 2020

1) Συνοπτική έκθεση του ιστορικού

269

Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση συνάγεται ότι, ανταποκρινόμενη στα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων της 12ης Οκτωβρίου 2020 με τα οποία ζητήθηκαν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό της τηλεφωνικής διασκέψεως με [εμπιστευτικό] στις [εμπιστευτικό], η Επιτροπή, στο εμπιστευτικό κείμενο του εγγράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020, αναφέρθηκε σε συνάντηση με τρίτο πληροφοριοδότη που είχε ζητήσει τη διατήρηση της ανωνυμίας του, η οποία συνάντηση οργανώθηκε κατόπιν αιτήματος του εν λόγω τρίτου μέρους και έλαβε χώρα προτού η Επιτροπή κινήσει την έρευνα που αναφέρεται στην σκέψη 5 ανωτέρω και, ιδίως, πριν από την αποστολή των αιτήσεων παροχής πληροφοριών που μνημονεύονται στις σκέψεις 6 και 15 ανωτέρω.

270

Η Επιτροπή προσκόμισε επίσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου την ηλεκτρονική ημερολογιακή εγγραφή της ημερομηνίας της επίμαχης συναντήσεως και δύο εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία είχαν στην ουσία πανομοιότυπο περιεχόμενο σχετικά με την εν λόγω συνάντηση (στο εξής: εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).

271

Υπενθυμίζεται ότι το εμπιστευτικό κείμενο του εγγράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020 περιήλθε σε γνώση των εκπροσώπων της προσφεύγουσας, υπό την προϋπόθεση ότι θα είχαν προηγουμένως αναλάβει δέσμευση περί τηρήσεως εμπιστευτικότητας, μεταξύ άλλων και έναντι της προσφεύγουσας, ενώ το μη εμπιστευτικό κείμενο του εγγράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020, το οποίο προσκομίστηκε από την Επιτροπή στις 26 Απριλίου 2021, περιήλθε σε γνώση της προσφεύγουσας.

272

Μετά την προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων, η προσφεύγουσα, διά των εκπροσώπων της που είχαν υπογράψει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας, υποστήριξε κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή όφειλε να τηρήσει σημειώσεις της εν λόγω συναντήσεως και να τις παράσχει σ’ αυτήν, σύμφωνα με την απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής (C‑413/14 P, EU:C:2017:632), προκειμένου να μη θιγούν τα δικαιώματα άμυνας της υπό έρευνα επιχείρησης. Εν προκειμένω, ωστόσο, η Επιτροπή παρέλειψε να τηρήσει πρακτικά της εν λόγω συναντήσεως, μολονότι η υποχρέωσή της να κρατά σημειώσεις και να τις παρέχει στην υπό έρευνα επιχείρηση είναι σαφέστατη. Η προσφεύγουσα, διά των εκπροσώπων της που είχαν υπογράψει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας, υπογράμμισε ότι το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικονομικά δικαιώματα και μια από τις εγγυήσεις που είναι αναγκαίες για την ορθή άσκηση των δικαιωμάτων της άμυνας και ότι, εν προκειμένω, υπέστη ζημία λόγω του ότι η Επιτροπή παρέλειψε να κρατήσει σημειώσεις για την εν λόγω συνάντηση και γνωστοποίησε την ύπαρξή της μόλις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

273

Η Επιτροπή αντέτεινε ότι η υποχρέωση περί καταγραφής που απορρέει από το άρθρο 19 του κανονισμού 1/2003 δεν ισχύει ως προς τη συγκεκριμένη συνάντηση.

2) Επί της υπάρξεως διαδικαστικής παρατυπίας

274

Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν ενημέρωσε την προσφεύγουσα ή τους εκπροσώπους της για την ύπαρξη ούτε, κατά μείζονα λόγο, για το περιεχόμενο της επίμαχης συναντήσεως. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ούτε η ηλεκτρονική ημερολογιακή εγγραφή της ημερομηνίας της συναντήσεως ούτε τα εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που προσκόμισε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είχαν περιληφθεί στον φάκελο της υποθέσεως.

275

Η Επιτροπή υποστήριξε, ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η συνάντηση με τον τρίτο πληροφοριοδότη είχε λάβει χώρα προτού η Επιτροπή εκδώσει την πρώτη πράξη διεξαγωγής αποδείξεων και ότι, κατά συνέπεια, για τη συνάντηση αυτή δεν ισχύει η υποχρέωση καταγραφής που απορρέει από το άρθρο 19 του κανονισμού 1/2003, όπως επιβεβαιώθηκε στις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2020, Casino, Guichard-Perrachon και AMC κατά Επιτροπής (T‑249/17, υπό αναίρεση, EU:T:2020:458), και της 5ης Οκτωβρίου 2020, Les Mousquetaires και ITM Entreprises κατά Επιτροπής (T‑255/17, υπό αναίρεση, EU:T:2020:460).

276

Αφενός, είναι αληθές, όπως επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι από τη μνημονευόμενη στη σκέψη 275 ανωτέρω νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η υποχρέωση καταγραφής που απορρέει από το άρθρο 19 του κανονισμού 1/2003 δεν επιβάλλεται όσον αφορά ακροάσεις που πραγματοποιούνται πριν από την κίνηση της πρώτης πράξης διεξαγωγής αποδείξεων (πρβλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2020, Casino, Guichard‑Perrachon και AMC κατά Επιτροπής, T‑249/17, υπό αναίρεση, EU:T:2020:458, σκέψεις 193 και 195).

277

Αφετέρου, ωστόσο, ανεξαρτήτως του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα επικαλούμενη την υποχρέωση της Επιτροπής να της παράσχει τις σημειώσεις που όφειλε να είχε τηρήσει κατά την επίμαχη συνάντηση και τη σημασία του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο για την άσκηση των δικαιωμάτων της άμυνας (βλ. σκέψη 272 ανωτέρω), η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει όσον αφορά το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της υποθέσεως [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2005, Groupe Danone κατά Επιτροπής, T‑38/02, EU:T:2005:367, σκέψη 67, και της 5ης Οκτωβρίου 2020, HeidelbergCement και Schwenk Zement κατά Επιτροπής, T‑380/17, EU:T:2020:471, σκέψη 652 (μη δημοσιευθείσα)], το δικαίωμα δε αυτό αποτελεί απόρροια της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας (απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 68).

278

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι στις υποθέσεις ανταγωνισμού, σκοπός της προσβάσεως στον φάκελο είναι ιδίως να παρασχεθεί στους αποδέκτες της ανακοινώσεως των αιτιάσεων η δυνατότητα να λάβουν γνώση των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο της Επιτροπής, ώστε να μπορέσουν, βάσει των στοιχείων αυτών, να λάβουν λυσιτελώς θέση επί των συμπερασμάτων στα οποία έχει καταλήξει η Επιτροπή με την ανακοίνωση των αιτιάσεών της (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑191/98 και T‑212/98 έως T‑214/98, EU:T:2003:245, σκέψη 334).

279

Ειδικότερα, από τις υποχρεώσεις αυτές προκύπτει ότι, εάν η Επιτροπή προτίθεται να χρησιμοποιήσει, στην απόφασή της, ένα επιβαρυντικό στοιχείο το οποίο της διαβιβάστηκε προφορικώς από τρίτο πληροφοριοδότη ή καταγγέλλοντα, οφείλει να παράσχει στις επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνεται η ανακοίνωση αιτιάσεων τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στο στοιχείο αυτό, ενδεχομένως με τη σύνταξη προς τούτο ενός εγγράφου προοριζόμενου να περιληφθεί στον φάκελό της. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω της πρακτικής των προφορικών σχέσεων με τους τρίτους [πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑191/98 και T‑212/98 έως T‑214/98, EU:T:2003:245, σκέψη 352, της 25ης Οκτωβρίου 2005, Groupe Danone κατά Επιτροπής, T‑38/02, EU:T:2005:367, σκέψη 67, και της 5ης Οκτωβρίου 2020, HeidelbergCement και Schwenk Zement κατά Επιτροπής, T‑380/17, EU:T:2020:471, σκέψη 652 (μη δημοσιευθείσα)].

280

Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, υποστήριξε τη θέση ότι, ανεξαρτήτως του άρθρου 19 του κανονισμού 1/2003, υπείχε η ίδια την υποχρέωση, σύμφωνα με τη μνημονευόμενη στη σκέψη 279 ανωτέρω νομολογία, να τηρεί «συνοπτικές σημειώσεις» των συναντήσεων με τρίτα μέρη όταν τα μέρη αυτά παρείχαν επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία η Επιτροπή σκόπευε να χρησιμοποιήσει (βλ. σκέψη 166 ανωτέρω).

281

Αυτό συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση όσον αφορά τη συνάντηση με τον τρίτο πληροφοριοδότη. Πράγματι, από τα εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που προσκόμισε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο τρίτος πληροφοριοδότης διατύπωσε ισχυρισμούς εις βάρος της προσφεύγουσας οι οποίοι, στην ουσία, συνέκλιναν προς τη θέση την οποία υιοθέτησε η Επιτροπή μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως αναφέρεται στον τίτλο του υποτμήματος 11.4.1 και στη διατύπωση της αιτιολογικής σκέψης 412 της ίδιας αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία «[ο]ι πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας της [προσφεύγουσας] μείωσαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί σε ανταγωνιστικούς προμηθευτές συνόλων τσιπ LTE».

282

Ωστόσο, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν κατέγραψε, έστω και συνοπτικά, σε κανένα έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο μέσο τα στοιχεία που είχε παράσχει ο τρίτος πληροφοριοδότης σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ή ακόμη και τις απαντήσεις σε τυχόν ερωτήσεις που θα μπορούσε να του είχε θέσει συναφώς η Επιτροπή. Επιπλέον, ούτε τα εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφέρουν τέτοια στοιχεία.

283

Εντεύθεν συνάγεται ότι η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις της, καθόσον ουδόλως αναφέρθηκε στη συνάντηση που είχε πραγματοποιήσει με τον τρίτο πληροφοριοδότη και καθόσον δεν συμπεριέλαβε στον φάκελο της υποθέσεως έγγραφο που να καθιστά προσβάσιμα τα επιβαρυντικά στοιχεία που είχε διαβιβάσει προφορικώς ο τρίτος πληροφοριοδότης.

284

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 250 ανωτέρω, η παράβαση αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί εκ μόνου του γεγονότος ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε στη συνάντηση αυτή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

285

Περαιτέρω, το γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος πληροφοριοδότης δεν επιθυμούσε να υποβάλει επίσημη καταγγελία και να συμμετάσχει στην έρευνα ως καταγγέλλων, καθώς και το γεγονός ότι ζήτησε να τηρηθεί η ανωνυμία και το απόρρητο ως προς το πρόσωπό του, δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει και δεν της επιτρέπει να προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας της υπό έρευνα επιχείρησης.

286

Συγκεκριμένα, η προστασία την οποία η Επιτροπή μπορεί ενδεχομένως, υπό ορισμένες συνθήκες, νομίμως να παράσχει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προβάλλει επιβαρυντικούς ισχυρισμούς για φερόμενη ως αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά μιας επιχειρήσεως πρέπει να συμβιβάζεται με τον σεβασμό των εν λόγω δικαιωμάτων άμυνας και, κατά περίπτωση, να παρέχεται κατά τρόπο που να μην καθιστά μάταιη την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, ιδίως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, διά της κατάρτισης μη εμπιστευτικής και ανώνυμης εκδοχής του εγγράφου ή, λόγω των πολύ ιδιαίτερων, ακόμη και μοναδικών, πραγματικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, διά της παροχής πρόσβασης στην εμπιστευτική εκδοχή του εν λόγω εγγράφου μόνο στους εκπροσώπους της εμπλεκόμενης επιχείρησης που έχουν υπογράψει δέσμευση εμπιστευτικότητας.

287

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όσον αφορά τη συνάντηση με τον τρίτο πληροφοριοδότη, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει να καθιστά προσβάσιμα τα επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία είχε διαβιβάσει προφορικώς ο τρίτος πληροφοριοδότης.

3) Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας

288

Όσον αφορά τις συνέπειες που πρέπει να εξαχθούν από τη διαπίστωση στη σκέψη 287 ανωτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 160 και 161 ανωτέρω, πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσον, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η προσφεύγουσα απέδειξε επαρκώς ότι θα ήταν σε θέση να διασφαλίσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της εάν δεν είχαν παρεισφρήσει οι προμνησθείσες διαδικαστικές παρατυπίες.

289

Πρέπει εκ προοιμίου να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα, διά των εκπροσώπων της που είχαν υπογράψει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας, υποστήριξε ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς της, καθόσον τυχόν επαρκής καταγραφή της επίμαχης συναντήσεως θα μπορούσε να περιέχει απαλλακτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τα κίνητρα του τρίτου πληροφοριοδότη, καθόσον η Επιτροπή δέχθηκε άκριτα τις δηλώσεις του τρίτου πληροφοριοδότη και βάσισε την υπόθεσή της στις δηλώσεις αυτές και καθόσον η προστασία της ανωνυμίας του εν λόγω τρίτου πληροφοριοδότη δεν ήταν δικαιολογημένη. Η προσφεύγουσα, διά των εκπροσώπων της που είχαν υπογράψει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας, προσέθεσε ότι, εάν είχε λάβει γνώση της επίμαχης συναντήσεως κατά τη διοικητική διαδικασία, θα ήταν σε θέση να οργανώσει διαφορετικά την άμυνά της, να προβάλει πρόσθετα επιχειρήματα, να παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με την εγκυρότητα και την αξιοπιστία του αιτήματος ανωνυμίας του τρίτου πληροφοριοδότη, να θέσει το ζήτημα στον σύμβουλο ακροάσεων, στο αρμόδιο για τον ανταγωνισμό μέλος της Επιτροπής ή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και να ζητήσει πρόσβαση σε εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής.

290

Κατ’ αρχάς, στον βαθμό που, όπως σημειώνεται στη σκέψη 281 ανωτέρω, τα εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφέρονται σε επιβαρυντικούς ισχυρισμούς που διατύπωσε ο τρίτος πληροφοριοδότης κατά την επίμαχη συνάντηση, αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει σαφώς ότι η θέση την οποία υιοθέτησε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση –όπως αναφέρεται στον τίτλο του υποτμήματος 11.4.1 και στη διατύπωση της αιτιολογικής σκέψης 412 της εν λόγω αποφάσεως– συγκλίνει προς τους επιβαρυντικούς ισχυρισμούς που είχε διατυπώσει ο τρίτος πληροφοριοδότης κατά την επίμαχη συνάντηση. Αφετέρου, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα –όπως και το Γενικό Δικαστήριο– δεν έχει στη διάθεσή της καμία ακριβή ένδειξη σχετικά με τα επιβαρυντικά στοιχεία που είχε προσκομίσει προφορικώς ο τρίτος πληροφοριοδότης προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται, επομένως, να προσδιορίσει σε ποιο βαθμό η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, βασίστηκε σε τέτοια στοιχεία, πολλώ δε μάλλον σε ποιο βαθμό επηρεάστηκε αδικαιολόγητα από τις δηλώσεις του τρίτου πληροφοριοδότη, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα διά των εκπροσώπων της που είχαν υπογράψει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας.

291

Ωστόσο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, όπως ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν η προσφεύγουσα διά των εκπροσώπων της που είχαν υπογράψει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας, η επίμαχη συνάντηση είχε αντίκτυπο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς η προσφεύγουσα να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της σχετικά με την προέλευση, τη βάση και την αξιοπιστία των επιβαρυντικών ισχυρισμών του τρίτου πληροφοριοδότη, οι οποίοι συγκλίνουν προς μια κεντρική πτυχή του σκεπτικού που υιοθέτησε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά της προσφεύγουσας. Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο οι πληροφορίες που είχε παράσχει ο τρίτος πληροφοριοδότης κατά την επίμαχη συνάντηση δεν χρησιμοποιήθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι αιτιάσεις της οποίας τεκμηριώθηκαν μέσω άλλων αποδεικτικών στοιχείων. Πράγματι, το επιχείρημα αυτό αφήνει να εννοηθεί ότι ο τρίτος πληροφοριοδότης είχε παράσχει άλλες, ενδεχομένως επιβαρυντικές, πληροφορίες, τις οποίες η Επιτροπή δεν έχει ακόμη αναφέρει. Εν πάση περιπτώσει, οι ακριβείς πληροφορίες που είχε παράσχει το εν λόγω τρίτο μέρος κατά την επίμαχη συνάντηση παραμένουν άγνωστες.

292

Εν συνεχεία, πρέπει να σημειωθεί ότι τα εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παρέχουν επίσης κάποιες ενδείξεις σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν την Επιτροπή στο να δεχθεί την τήρηση της ανωνυμίας και εμπιστευτικότητας ως προς τον τρίτο πληροφοριοδότη. Όπως εύστοχα αναφέρει η προσφεύγουσα διά των εκπροσώπων της που είχαν υπογράψει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας, θα μπορούσε να διασφαλίσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της εάν της είχε παρασχεθεί η δυνατότητα, κατά περίπτωση, υπό τις πολύ ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, να διατυπώσει παρατηρήσεις, διά των εκπροσώπων της που ενεργούσαν βάσει δέσμευσης εμπιστευτικότητας, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, επί των στοιχείων που είχε επικαλεστεί ο τρίτος πληροφοριοδότης προς στήριξη του αιτήματός του για την τήρηση ανωνυμίας και εμπιστευτικότητας. Η ενδεχόμενη απόρριψη του εν λόγω αιτήματος θα μπορούσε όντως να επηρεάσει την άμυνα της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της απαντήσεώς της στην ανακοίνωση αιτιάσεων ή ακόμη και την ίδια τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας, καθώς θα συνεπαγόταν, μεταξύ άλλων, μια διαδικασία επαλήθευσης των επιβαρυντικών ισχυρισμών του τρίτου πληροφοριοδότη με ακρόαση των μερών.

293

Τέλος, πέραν των ενδείξεων που περιέχονται στα εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σχετικά, αφενός, με τους επιβαρυντικούς ισχυρισμούς του τρίτου πληροφοριοδότη και, αφετέρου, με τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή του παρέσχε ανωνυμία και εμπιστευτικότητα (βλ. σκέψεις 290 και 292 ανωτέρω), δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα –όπως και το Γενικό Δικαστήριο– δεν έχει στη διάθεσή της καμία ένδειξη ως προς το κατά πόσον συζητήθηκαν κατά την επίμαχη συνάντηση μεταξύ του τρίτου πληροφοριοδότη και της Επιτροπής άλλες πτυχές σχετικές με την έρευνα που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

294

Συνακόλουθα, το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται να προσδιορίσει με βεβαιότητα όλα όσα μπορεί να συζητήθηκαν κατά την επίμαχη συνάντηση και σε ποιο βαθμό μπορεί να διαβιβάσθηκαν προφορικώς στην Επιτροπή από τον τρίτο πληροφοριοδότη απαλλακτικά στοιχεία, ουδέτερα στοιχεία ή ακόμη και πραγματικά στοιχεία (βλ., κατ’ αναλογίαν, σκέψεις 207 και 257 ανωτέρω).

295

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, λαμβανομένων επίσης υπόψη των διευκρινίσεων που παρείχε η Επιτροπή στην εμπιστευτική εκδοχή του εγγράφου της 19ης Νοεμβρίου 2020, στην οποία μπόρεσαν να έχουν πρόσβαση οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας που είχαν υπογράψει τη δέσμευση εμπιστευτικότητας, η γνώση της υπάρξεως της επίμαχης συναντήσεως και των στοιχείων που είχε διαβιβάσει στην Επιτροπή ο τρίτος πληροφοριοδότης θα μπορούσε να είναι χρήσιμη για την άμυνα της προσφεύγουσας.

296

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, στον βαθμό που η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία καταγραφή της συναντήσεως με τον τρίτο πληροφοριοδότη και στον βαθμό που ούτε η προσφεύγουσα ούτε οι εκπρόσωποί της έλαβαν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με το εάν η συνάντηση αυτή έλαβε καν χώρα, παρά μόνο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας σε απάντηση των μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων της 12ης Οκτωβρίου 2020, η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας. Ειδικότερα, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατόπιν του μέτρου διεξαγωγής αποδείξεων της 12ης Οκτωβρίου 2020, καταδεικνύουν ότι κατά την επίμαχη συνάντηση θα μπορούσαν να έχουν αναφερθεί πληροφορίες ουσιώδεις για την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, δυνητικά κρίσιμες για την προσφεύγουσα, καθόσον θα της παρείχαν τη δυνατότητα να οργανώσει αποτελεσματικότερα την άμυνά της.

297

Δεδομένης της εν λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, πρέπει να γίνει δεκτό το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής κατά το μέρος που αφορά τη συνάντηση με τρίτο μέρος για την οποία παρασχέθηκαν πληροφορίες στην προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας σε απάντηση των μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων της 12ης Οκτωβρίου 2020.

298

Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, είναι σκόπιμο να συνεχιστεί η εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως όσον αφορά το πρώτο σκέλος του.

3.   Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον αφορά τις διαφορές μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της προσβαλλομένης αποφάσεως

299

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως προβάλλεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον η ανακοίνωση αιτιάσεων και η προσβαλλόμενη απόφαση διαφέρουν ως προς βασικές πτυχές της αναλύσεως και των αιτιάσεων που διατυπώθηκαν κατά της προσφεύγουσας.

300

Το σκέλος αυτό διαρθρώνεται, κατ’ ουσίαν, σε πέντε αιτιάσεις. Ειδικότερα, η πρώτη αιτίαση βασίζεται στο γεγονός ότι η ανακοίνωση αιτιάσεων αναφέρεται σε κατάχρηση στις αγορές συνόλων τσιπ UMTS και συνόλων τσιπ LTE, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σε κατάχρηση μόνο στην αγορά συνόλων τσιπ LTE. Με την τέταρτη αιτίαση προβάλλεται ότι, λόγω του περιορισμού στην έκταση της κατάχρησης, «το “διεκδικήσιμο” μέρος της ζήτησης της Apple που ελήφθη υπόψη στην ανακοίνωση αιτιάσεων ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνο που εξετάστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση».

301

Εξάλλου, στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής, και ειδικότερα της έκτης αιτιάσεως, η προσφεύγουσα, αναφερόμενη στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ισχυρίστηκε ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματα άμυνάς της και το δικαίωμα ακροάσεώς της λόγω του γεγονότος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέκκλινε από τη θεωρία περί ζημίας περί της οποίας έγινε λόγος στην ανακοίνωση αιτιάσεων.

302

Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να εξεταστούν από κοινού η πρώτη και η τέταρτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, υπό το πρίσμα και της έκτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως.

303

Συναφώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ναι μεν οι επίμαχες συμφωνίες και οι επίμαχες πληρωμές αφορούν αμφότερους τους τύπους συνόλων τσιπ που χρησιμοποιούνται στις συσκευές της Apple (UMTS και LTE), πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση, σε αντίθεση με την ανακοίνωση αιτιάσεων, αναφέρεται αποκλειστικά σε κατάχρηση στην αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE. Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι στερήθηκε της δυνατότητας να διατυπώσει την άποψή της επί της αναλύσεως του κρίσιμου περιθωρίου που παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού –διεκδικήσιμου– μεριδίου της ζήτησης της Apple, ενώ το μεν στενότερο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν λειτουργεί προς όφελός της συναφώς, τα δε στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη για την εκτίμηση της ικανότητας της οικείας πρακτικής να επιφέρει τον εκτοπισμό από την αγορά των ανταγωνιστών σύμφωνα με τη σκέψη 140 της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής (C‑413/14 P, EU:C:2017:632). Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι, παρά το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποκλίνει αισθητά από την ανακοίνωση αιτιάσεων, δεν της παρασχέθηκε η δυνατότητα να απαντήσει στις αντιρρήσεις σχετικά με την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου ή να διορθώσει την αναθεωρημένη ανάλυση της Επιτροπής.

304

Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η μεταβολή των πορισμάτων σχετικά με τα εν λόγω σύνολα τσιπ και με το διεκδικήσιμο μερίδιο της ζήτησης της Apple δεν είναι ευνοϊκή για αυτήν. Η Επιτροπή απέσυρε από την προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις που αφορούσαν την προμήθεια τουλάχιστον [εμπιστευτικό] συνόλων τσιπ UMTS, οπότε οι σχετικές με τα εν λόγω σύνολα τσιπ πληρωμές ήταν νόμιμες. Ωστόσο, κατά την προσφεύγουσα, στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις μονάδες αυτές, στρεβλώνοντας την ανάλυση εις βάρος της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι οι πληρωμές που αφορούσαν τα σύνολα τσιπ UMTS θα έπρεπε να είχαν εξαιρεθεί από την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου.

305

Η Επιτροπή αντιτείνει ότι οι διαφορές που επισήμανε η προσφεύγουσα αφορούν την ίδια συμπεριφορά και δεν προέκυψε εξ αυτών νέο δικαίωμα ακροάσεως, καθώς και ότι η ίδια δεν ήταν υποχρεωμένη να κοινοποιήσει στην προσφεύγουσα πρόσθετη ανακοίνωση αιτιάσεων. Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, ο περιορισμός των αιτιάσεων αποκλειστικά στα σύνολα τσιπ LTE είναι ευνοϊκός για την προσφεύγουσα και αποδεικνύει ότι η Επιτροπή σεβάστηκε το δικαίωμα ακροάσεώς της. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να συζητήσει με την προσφεύγουσα τις αμφιβολίες της σχετικά με τις εικασίες στις οποίες βασιζόταν η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου στην οποία προέβη η προσφεύγουσα. Η Επιτροπή δεν βασίστηκε σε κανένα οικονομικό μοντέλο για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας ήταν ικανές να προκαλέσουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα, κατέληξε δε μόνο στη διαπίστωση ότι η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου της προσφεύγουσας δεν αναιρεί τα συμπεράσματά της. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως, στον βαθμό που η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου είχε προσκομιστεί από την προσφεύγουσα και η Επιτροπή δεν βασίστηκε σε άλλη εκδοχή της αναλύσεως αυτής. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να παράσχει σε μια επιχείρηση τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της τελικής εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά τα μέσα άμυνας της επιχείρησης πριν από την έκδοση της αποφάσεώς της.

306

Η Επιτροπή προσθέτει ότι το επιχείρημα κατά το οποίο ένας ανταγωνιστικός προμηθευτής θα μπορούσε επίσης να έχει κατανείμει το κόστος αντιστάθμισης των πληρωμών βάσει αποκλειστικότητας σε [εμπιστευτικό] σύνολα τσιπ UMTS είναι απαράδεκτο, καθόσον δεν προβλήθηκε με την προσφυγή, και δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, διότι οι συσκευές UMTS της Apple ήταν υφιστάμενες συσκευές και δεν υπόκειντο σε αμφισβήτηση για τους σκοπούς της ανάλυσης του κρίσιμου περιθωρίου, δεδομένου ότι η τελευταία από αυτές τις συσκευές κυκλοφόρησε το 2011, ενώ ως πρώτο έτος αναφοράς για την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου λαμβάνεται το 2012. Ομοίως, το επιχείρημα περί του δυσμενούς χαρακτήρα της απόσυρσης των αιτιάσεων σχετικά με τα σύνολα τσιπ UMTS, πέραν του ότι είναι για τους ίδιους λόγους απαράδεκτο, είναι και αβάσιμο, διότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε πώς αυτό θα είχε δυσμενείς συνέπειες, ιδίως δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ήταν εκείνη που, στην απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, υποστήριξε ότι η Επιτροπή όφειλε να αποσύρει τις αιτιάσεις της σχετικά με τα σύνολα τσιπ UMTS.

307

Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 προβλέπει την αποστολή της ανακοινώσεως αιτιάσεων στους εμπλεκομένους. Στην εν λόγω ανακοίνωση πρέπει να γίνεται σαφής μνεία όλων των ουσιωδών στοιχείων επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή στο συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας (διάταξη της 7ης Ιουλίου 2016, Panasonic κατά Επιτροπής, C‑608/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:538, σκέψη 20).

308

Ωστόσο, η μνεία των εν λόγω στοιχείων μπορεί να γίνει συνοπτικά, η δε απόφαση δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να είναι πιστό αντίγραφο της εκθέσεως των αιτιάσεων, καθόσον η ανακοίνωση αυτή συνιστά προκαταρκτικό έγγραφο, του οποίου οι πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις έχουν καθαρά προσωρινό χαρακτήρα. Επομένως, η Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε ακρόαση των αποδεκτών μιας ανακοίνωσης αιτιάσεων και, εφόσον απαιτείται, να λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις τους με τις οποίες απαντούν στις αιτιάσεις που τους απηύθυνε τροποποιώντας την ανάλυσή της, ακριβώς για να κάνει σεβαστά τα δικαιώματα άμυνάς τους (διάταξη της 7ης Ιουλίου 2016, Panasonic κατά Επιτροπής, C‑608/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:538, σκέψη 21).

309

Επιπλέον, η ανακοίνωση των αιτιάσεων συνιστά διαδικαστικά πράξη προπαρασκευαστική σε σχέση με την απόφαση που συνιστά την κατάληξη της διοικητικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, μέχρι την έκδοση τελικής αποφάσεως, η Επιτροπή μπορεί, ενόψει ιδίως των γραπτών ή προφορικών παρατηρήσεων των μερών, είτε να εγκαταλείψει ορισμένες ή ακόμη και όλες τις αιτιάσεις που αρχικά διατύπωσε κατ’ αυτών και να μεταβάλει έτσι τη θέση της υπέρ των ως άνω μερών είτε, αντιθέτως, να αποφασίσει να προσθέσει νέες αιτιάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα παράσχει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να διατυπώσουν συναφώς την άποψή τους (απόφαση της 27ης Ιουνίου 2012, Microsoft κατά Επιτροπής, T‑167/08, EU:T:2012:323, σκέψη 184).

310

Ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων προς τους ενδιαφερομένους καθίσταται αναγκαία μόνο στην περίπτωση που το αποτέλεσμα των ερευνών οδηγεί την Επιτροπή στον καταλογισμό νέων πραγματικών περιστατικών στις επιχειρήσεις ή στην αισθητή τροποποίηση των στοιχείων που αποδεικνύουν τις αμφισβητούμενες παραβάσεις και όχι όταν η Επιτροπή επιτελεί το καθήκον της περί άρσεως των αιτιάσεων που, ενόψει των απαντήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, αποδείχθηκαν αβάσιμες (απόφαση της 27ης Ιουνίου 2012, Microsoft κατά Επιτροπής, T‑167/08, EU:T:2012:323, σκέψη 191).

311

Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των αρχών πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

312

Τα επιχειρήματα αυτά αφορούν, κατ’ ουσίαν, τρία διακριτά ζητήματα.

313

Πρώτον, στον βαθμό που τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας αφορούν γενικότερα τη διαπίστωση εκ μέρους της Επιτροπής, στην αιτιολογική σκέψη 388 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατάχρησης μόνο στην αγορά των συνόλων τσιπ LTE, ενώ, στις αιτιολογικές σκέψεις 254 και 256 της ανακοινώσεως αιτιάσεων, η Επιτροπή διέβλεπε κατάχρηση τόσο στην αγορά συνόλων τσιπ LTE όσο και στην αγορά συνόλων τσιπ UMTS, το γεγονός αυτό, μολονότι είναι ακριβές, δεν συνεπάγεται από μόνον του διαδικαστική παρατυπία, ούτε κατά μείζονα λόγο προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας.

314

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή περιόρισε τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν εις βάρος της προσφεύγουσας σε σχέση με εκείνες που είχε διαβλέψει στην ανακοίνωση αιτιάσεων, εγκαταλείποντας την παράβαση στην αγορά συνόλων τσιπ UMTS. Άλλως ειπείν, η Επιτροπή δεν πρόσθεσε νέες αιτιάσεις ή στοιχεία εις βάρος της προσφεύγουσας, αλλά απέσυρε ορισμένες αιτιάσεις οι οποίες, λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων στην ανακοίνωση αιτιάσεων, αποδείχθηκαν αβάσιμες. Όμως, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 309 και 310 ανωτέρω, μια τέτοια μεταβολή δεν συνεπάγεται υποχρέωση για την Επιτροπή να κοινοποιήσει στην προσφεύγουσα συμπληρωματική ανακοίνωση αιτιάσεων.

315

Δεύτερον, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας αναφέρονται στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή της σχετικά με τους λόγους που την οδήγησαν, στην προσβαλλόμενη απόφαση, στο να απορρίψει την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που είχε υποβάλει με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων. Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη, προτού εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, να παράσχει στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να εκθέσει τις παρατηρήσεις της όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους έκλινε προς την απόρριψη της εν λόγω αναλύσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, το δικαίωμα ακροάσεως εκτείνεται σε όλα τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που συνιστούν τη βάση της πράξεως στην οποία περιλαμβάνεται η απόφαση, όχι όμως στην τελική θέση που προτίθεται να λάβει η Διοίκηση (βλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2006, BASF κατά Επιτροπής, T‑15/02, EU:T:2006:74, σκέψη 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2010, IMI κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑18/05, EU:T:2010:202, σκέψη 109, και της 9ης Μαρτίου 2015, Deutsche Börse κατά Επιτροπής, T‑175/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:148, σκέψη 344).

316

Τρίτον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι, ενώ απέσυρε τις αιτιάσεις σχετικά με τα σύνολα τσιπ UMTS, δεν έλαβε υπόψη την απόσυρση αυτή κατά την εξέταση της αναλύσεως του κρίσιμου περιθωρίου και δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σε σχέση με τις διαπιστώσεις που θα έπρεπε να εξαχθούν από το γεγονός αυτό όσον αφορά την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου, όπερ ήταν δυσμενές για την ίδια. Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα της προσφεύγουσας και τις επεξηγήσεις της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να ακουστεί σχετικά με τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν στην ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις σχετικά με τα σύνολα τσιπ UMTS είχαν αποσυρθεί, και να προσαρμόσει τα στοιχεία αυτά αναλόγως.

317

Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως συνάγεται από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 159 ανωτέρω, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται την παροχή στον λήπτη αποφάσεως, με την οποία βεβαιώνεται ότι αυτός παρέβη τους κανόνες του ανταγωνισμού, της δυνατότητας, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή του επί των εις βάρος του αιτιάσεων.

318

Ειδικότερα, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση μπορεί να υποστηρίξει, κατά τη διοικητική διαδικασία, προσκομίζοντας σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και, ειδικότερα, να προκαλέσει, όπως της προσάπτεται, τον εκτοπισμό ανταγωνιστών από την αγορά (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 138).

319

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η ανακοίνωση αιτιάσεων που απέστειλε η Επιτροπή στην προσφεύγουσα προέβλεπε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης τόσο στην αγορά συνόλων τσιπ LTE όσο και στην αγορά συνόλων τσιπ UMTS. Κατ’ άλλη διατύπωση, η ανακοίνωση αιτιάσεων προέβλεπε κατάχρηση εκτεινόμενη σε δύο αγορές.

320

Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, στην απάντησή της επί της ανακοινώσεως αιτιάσεων, η προσφεύγουσα παρουσίασε μια «ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου» με σκοπό να αποδείξει ότι η συμπεριφορά που της προσάπτεται δεν ήταν ικανή να επιφέρει αποτελέσματα εκτοπισμού των ανταγωνιστών και στις δύο αυτές αγορές.

321

Όπως επιβεβαίωσε ρητώς η προσφεύγουσα στην απάντησή της σε μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, χωρίς να διαψευσθεί από την Επιτροπή, η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που υποβλήθηκε σε απάντηση στην ανακοίνωση αιτιάσεων αφορούσε τα σύνολα τσιπ UMTS και τα σύνολα τσιπ LTE που καλύπτονταν από τις επίμαχες συμφωνίες και βασιζόταν στα δεδομένα που αφορούσαν τους δύο αυτούς τύπους συνόλων τσιπ.

322

Η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που παρουσίασε η προσφεύγουσα περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 487 της προσβαλλομένης αποφάσεως και συνοψίζεται στον πίνακα 16 της ίδιας αιτιολογικής σκέψης.

323

Στην ουσία, πρόκειται για μια οικονομική ανάλυση που επιδιώκει να αποδείξει ότι ένας υποθετικός ανταγωνιστής εξίσου αποτελεσματικός με την προσφεύγουσα θα μπορούσε να ανταγωνιστεί την προσφεύγουσα για την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE και συνόλων τσιπ UMTS στην Apple, δεδομένου ότι ο εν λόγω ανταγωνιστής θα ήταν σε θέση να προσφέρει μια τιμή που θα κάλυπτε το κόστος του, αποζημιώνοντας παράλληλα την Apple για την απώλεια των επίμαχων πληρωμών.

324

Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα έκανε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της αποκλειστικά στην αγορά συνόλων τσιπ LTE, δεν έλαβε υπόψη την ίδια ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που υπέβαλε η προσφεύγουσα σε απάντηση στην ανακοίνωση αιτιάσεων. Όπως η Επιτροπή επισήμανε ρητώς με τα υπομνήματά της, δεν εξέφρασε άποψη σχετικά με οποιαδήποτε άλλη εκδοχή της εν λόγω αναλύσεως.

325

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή παρουσίασε την εν λόγω ανάλυση, ανέφερε τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή και παρουσίασε μια «αναθεωρημένη» ανάλυση στην οποία περιλαμβάνονταν οι διορθώσεις της.

326

Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή απέρριψε την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα για τον λόγο ότι υπήρχαν τρεις δήθεν εσφαλμένες παραδοχές, τις οποίες η Επιτροπή διόρθωσε στην «αναθεωρημένη» ανάλυσή της, και ότι η Επιτροπή ουδόλως αμφισβήτησε το γεγονός ότι η εν λόγω ανάλυση αποτελούσε, αυτή καθεαυτήν, εργαλείο για την αμφισβήτηση της ικανότητας των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αποτελέσματα εκτοπισμού των ανταγωνιστών από την αγορά.

327

Κατ’ άλλη διατύπωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, αφενός, δεν έλαβε υπόψη την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου η οποία υποβλήθηκε σε απάντηση στην ανακοίνωση αιτιάσεων και τα δεδομένα της οποίας αφορούσαν τόσο τα σύνολα τσιπ LTE όσο και τα σύνολα τσιπ UMTS και, αφετέρου, κατήρτισε μια «αναθεωρημένη» ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου, η οποία εξακολουθούσε να βασίζεται σε δεδομένα που αφορούσαν τόσο τα σύνολα τσιπ LTE όσο και τα σύνολα τσιπ UMTS, μολονότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 487, 491, 492, 498, 499 και 503 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφερόμενη στην εν λόγω ανάλυση, μνημονεύει εσφαλμένως μόνον τα σύνολα τσιπ LTE.

328

Συνεπώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή παρουσίασε, εξέτασε και αναθεώρησε μια ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου (αφορώσα τόσο την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ UMTS όσο και την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE), η οποία δεν ήταν, ή δεν ήταν πλέον, σχετική με την κατάχρηση που διαπιστώθηκε στην προμνησθείσα απόφαση (η οποία αφορούσε αποκλειστικά την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE).

329

Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανεξαρτήτως του βασίμου των τριών αντιρρήσεων που διατυπώθηκαν κατά των γενομένων παραδοχών κατά την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου της προσφεύγουσας και των διορθώσεων που έγιναν σε αυτήν στην «αναθεωρημένη» ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου, η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας.

330

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 318 ανωτέρω, η προσφεύγουσα μπορούσε να επικαλεστεί στοιχεία όπως η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που υπέβαλε σε απάντηση στην ανακοίνωση αιτιάσεων προκειμένου να υποστηρίξει ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και, ιδίως, να προκαλέσει τον εκτοπισμό ανταγωνιστών από την αγορά.

331

Η προσφεύγουσα επικαλέστηκε τη δυνατότητα αυτή αφιερώνοντας, στο τμήμα της απαντήσεώς της στην ανακοίνωση αιτιάσεων με το οποίο επιχειρούσε να αποδείξει ότι δεν επέρχονταν αποτελέσματα εκτοπισμού των ανταγωνιστών από την αγορά (τμήμα VII), ένα υποτμήμα για την παρουσίαση της αναλύσεώς της για το κρίσιμο περιθώριο (τμήμα VII.F). Η συγκεκριμένη ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου διαδραμάτισε επομένως σημαντικό ρόλο στην άμυνα της προσφεύγουσας έναντι των αιτιάσεων της Επιτροπής. Επιπλέον, στο τμήμα της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την ύπαρξη κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης (τμήμα 11), η Επιτροπή αφιέρωσε ένα τμήμα στην εξέταση και στην αντίκρουση της εν λόγω αναλύσεως του κρίσιμου περιθωρίου (τμήμα 11.5).

332

Πλην όμως, η δυνατότητα μιας επιχείρησης να ισχυριστεί ότι ορισμένη συμπεριφορά δεν είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και, ιδίως, να προκαλέσει τον εκτοπισμό των ανταγωνιστών από την αγορά βασιζόμενη σε οικονομική ανάλυση, όπως η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που υπέβαλε εν προκειμένω η προσφεύγουσα, είναι άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας εάν το περιεχόμενο της προσαπτόμενης συμπεριφοράς μεταβληθεί από την Επιτροπή μετά την ανακοίνωση αιτιάσεων ιδίως όσον αφορά τις σχετικές αγορές.

333

Ο καθορισμός του περιεχομένου της προσαπτόμενης συμπεριφοράς έχει αντίκτυπο στα οικονομικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της ανάλυσης αυτής, ιδίως όσον αφορά το κόστος και τις τιμές μονάδας των σχετικών προϊόντων, το διεκδικήσιμο μερίδιο της αγοράς ή ακόμη το κόστος που θα έπρεπε να επωμιστεί ένας εξίσου αποτελεσματικός ανταγωνιστής.

334

Η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που αφορά δύο φερόμενες ως διακριτές και μη υποκατάστατες αγορές προϊόντων (όπως, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αγορές εμπορίας συνόλων τσιπ UMTS και συνόλων τσιπ LTE) αναγκαστικά διαφέρει από την ανάλυση που αφορά μία μόνον από τις δύο αυτές αγορές (όπως η αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE μεμονωμένα).

335

Ειδικότερα, εν προκειμένω, το γεγονός ότι η προσαπτόμενη κατάχρηση περιορίστηκε αποκλειστικά στην αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE έχει αντίκτυπο στις βασικές παραμέτρους μιας αναλύσεως όπως η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου. Τέτοιες βασικές παράμετροι είναι, ιδίως, κατ’ αρχάς, το ποσό των επίμαχων πληρωμών, δεδομένου ότι, όπως υπογραμμίζει η προσφεύγουσα, οι πληρωμές που αντιστοιχούν σε σύνολα τσιπ UMTS έπρεπε να έχουν εξαιρεθεί από την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου. Εν συνεχεία, πρόκειται για το διεκδικήσιμο μερίδιο που ελήφθη υπόψη κατά την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου, δηλαδή το μερίδιο της ζήτησης της Apple για το οποίο ένας ανταγωνιστής εξίσου αποτελεσματικός με την προσφεύγουσα θα μπορούσε να την ανταγωνιστεί και στο οποίο θα μπορούσε να κατανείμει το κόστος που απαιτείται προκειμένου να αποζημιώσει την Apple για την απώλεια των επίμαχων πληρωμών. Τέλος, πρόκειται για το κόστος και τις τιμές των συνόλων τσιπ που ελήφθησαν υπόψη κατά την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου, δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι μέσες τιμές των συνόλων τσιπ UMTS και LTE δεν ήταν παρόμοιες (σκέψη 217 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

336

Κατά συνέπεια, στον βαθμό που η τροποποίηση των αιτιάσεων από την Επιτροπή είχε αντίκτυπο στη συνάφεια των στοιχείων στα οποία βασίστηκε η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που υπέβαλε η προσφεύγουσα σε απάντηση στην ανακοίνωση αιτιάσεων, προκειμένου να υποστηρίξει ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν δυνατόν να προκαλέσει τον εκτοπισμό ανταγωνιστή από την αγορά, η εν λόγω επιχείρηση, προκειμένου να είναι σε θέση να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα άμυνάς της, έπρεπε να της έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να ακουστεί και, ενδεχομένως, να προσαρμόσει την εν λόγω οικονομική ανάλυση, και τούτο έστω και αν, σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να της κοινοποιήσει «συμπληρωματική ανακοίνωση αιτιάσεων» σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 310 ανωτέρω και τις διαπιστώσεις που διατυπώνονται στις σκέψεις 313 και 314 ανωτέρω.

337

Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση των αιτιάσεων είναι, λόγω της φύσεώς της, προσωρινή και ενδέχεται να τροποποιηθεί κατά την αξιολόγηση στην οποία προβαίνει στη συνέχεια η Επιτροπή βάσει των παρατηρήσεων που τα μέρη της υπέβαλαν ως απάντηση καθώς και βάσει άλλων διαπιστώσεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Λόγω αυτού του προσωρινού χαρακτήρα, η ανακοίνωση των αιτιάσεων ουδόλως εμποδίζει την Επιτροπή να τροποποιήσει την άποψή της υπέρ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, χωρίς να υποχρεούται να εξηγεί τις ενδεχόμενες διαφορές σε σχέση με τις προσωρινές εκτιμήσεις της οι οποίες περιέχονται στην ανακοίνωση αυτή (απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2019, C‑265/17 P, Επιτροπή κατά United Parcel Service, EU:C:2019:23, σκέψη 36).

338

Εντούτοις, εκ των ανωτέρω δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δύναται να τροποποιήσει, μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, το περιεχόμενο των αιτιάσεων υπό το πρίσμα των οποίων η ενδιαφερόμενη επιχείρηση έχει υποβάλει μια οικονομική ανάλυση, όπως η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που υπέβαλε εν προκειμένω η προσφεύγουσα, χωρίς η τροποποίηση αυτή να περιέλθει σε γνώση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης και χωρίς να της παράσχει τη δυνατότητα να εκθέσει συναφώς τις παρατηρήσεις της, προσαρμόζοντας, εάν είναι αναγκαίο, την οικονομική ανάλυση που είχε προηγουμένως υποβάλει. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και προς τις διατάξεις του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, οι οποίες επιβάλλουν να δίνεται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η ευχέρεια να γνωστοποιήσει λυσιτελώς την άποψή της επί των ζητημάτων στα οποία βασίζονται οι αιτιάσεις της Επιτροπής (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2019, Επιτροπή κατά United Parcel Service, C‑265/17 P, EU:C:2019:23, σκέψεις 31 και 37).

339

Συγκεκριμένα, ενώ, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή απέρριψε την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που υπέβαλε η προσφεύγουσα και η οποία αφορούσε την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE και την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ UMTS, κρίνοντας ότι δεν αναιρεί τα συμπεράσματά της όσον αφορά αποκλειστικά την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE, δεν μπορεί να συναχθεί ότι θα μπορούσε να απορρίψει με τον ίδιο τρόπο μια ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που αφορούσε μόνον την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE.

340

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, προκειμένου η προσφεύγουσα να μπορέσει να γνωστοποιήσει λυσιτελώς την άποψή της σχετικά με το προσαπτόμενο αποτέλεσμα εκτοπισμού των ανταγωνιστών από την αγορά και, ως εκ τούτου, να μπορέσει να αμυνθεί αποτελεσματικότερα, θα έπρεπε να της παρασχεθεί η δυνατότητα να ακουστεί και, εφόσον ήταν αναγκαίο, να προσαρμόσει την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου προκειμένου να λάβει υπόψη την απόσυρση των αιτιάσεων σχετικά με τα σύνολα τσιπ UMTS, η προμήθεια των οποίων δεν της προσαπτόταν πλέον από την Επιτροπή.

341

Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από τους ισχυρισμούς της Επιτροπής με τους οποίους αμφισβητείται το παραδεκτό και η συνάφεια του επιχειρήματος της προσφεύγουσας σχετικά με τον αριθμό των συνόλων τσιπ UMTS που δεν ελήφθησαν υπόψη προς ζημία της προσφεύγουσας (σκέψη 306 ανωτέρω). Αφενός, το εν λόγω επιχείρημα προβλήθηκε από την προσφεύγουσα με το υπόμνημα απαντήσεώς της για να στηρίξει τον ισχυρισμό που περιέχεται στην προσφυγή ότι η τροποποίηση της εκτάσεως της κατάχρησης με την εξαίρεση των συνόλων τσιπ UMTS θα ήταν δυσμενής για την ίδια όσον αφορά την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου. Συνεπώς, το εν λόγω επιχείρημα είναι παραδεκτό. Αφετέρου, η προσφεύγουσα συμπεριέλαβε τα σύνολα τσιπ UMTS στην ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που υπέβαλε στην απάντησή της επί της ανακοινώσεως αιτιάσεων, δεδομένου ότι η τελευταία διέβλεπε κατάχρηση και στην αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ UMTS και, συναφώς, ανέφερε ρητώς, βάσει των στοιχείων που παρέσχε η Apple, ότι η Apple προμηθεύτηκε σύνολα τσιπ UMTS από την προσφεύγουσα από το 2011 έως το 2014 για συνολικό αριθμό μονάδων που αντιστοιχεί, επί της ουσίας, στον αριθμό που επικαλείται η προσφεύγουσα (βλ. πίνακα 14 της ανακοινώσεως αιτιάσεων). Συνεπώς, το επιχείρημα της προσφεύγουσας δεν είναι άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.

342

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας, καθόσον η τελευταία δεν έτυχε ακροάσεως από την Επιτροπή σχετικά με τις συνέπειες που έπρεπε να συναχθούν από την απόσυρση των αιτιάσεων όσον αφορά την αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ UMTS επί της αναλύσεως του κρίσιμου περιθωρίου που υπέβαλε η προσφεύγουσα προκειμένου να αποδείξει ότι η συμπεριφορά που της προσάπτεται δεν ήταν ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και, ιδίως, να προκαλέσει τον εκτοπισμό ανταγωνιστών από την αγορά.

343

Λαμβανομένης υπόψη της προσβολής αυτής των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, πρέπει να γίνει δεκτό και το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

4.   Συμπέρασμα

344

Από την εξέταση του πρώτου λόγου της προσφυγής, και ιδίως του πρώτου και του τρίτου σκέλους του, συνάγεται ότι η διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως πάσχει από σειρά διαδικαστικών παρατυπιών που θίγουν τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας.

345

Για τους λόγους αυτούς, λαμβανομένων υπόψη των προσβολών των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας που διαπιστώθηκαν κατά την εξέταση του πρώτου και του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, είτε αυτοτελώς είτε από κοινού, και χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί των λοιπών σκελών αυτού της προσφεύγουσας, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της προσφυγής πρέπει να γίνει δεκτός και, βάσει αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.

346

Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης, είναι επίσης σκόπιμο να εξεταστεί και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως.

Γ. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως ως προς τη διαπίστωση ότι οι επίμαχες συμφωνίες ήταν ικανές να επιφέρουν δυνητικά αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα

347

Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει τρία σκέλη. Με το πρώτο σκέλος προβάλλεται πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο και παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον η Επιτροπή δεν εφάρμοσε τον ορθό νομικό κανόνα. Με το δεύτερο σκέλος προβάλλεται πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, καθόσον η Επιτροπή φέρεται να μην εφάρμοσε τη σχετική με τις πρακτικές τιμολόγησης νομολογία. Με το τρίτο σκέλος προβάλλεται πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, καθόσον η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι επίμαχες συμφωνίες μπορούσαν να επιφέρουν εν δυνάμει αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα.

348

Είναι σκόπιμο να εξεταστεί το τρίτο σκέλος.

1.   Εισαγωγικές παρατηρήσεις

α)   Υπόμνηση των νομολογιακών αρχών

349

Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 102 ΣΛΕΕ ουδόλως έχει ως σκοπό να εμποδίσει μια επιχείρηση να κατακτήσει, με τις δικές της ικανότητες, δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά. Η διάταξη αυτή, επίσης, δεν έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει ότι θα παραμείνουν στην αγορά οι λιγότερο αποτελεσματικοί ανταγωνιστές της επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση (αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 2012, Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψη 21, και της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 133).

350

Το άρθρο 102 ΣΛΕΕ απαγορεύει, μεταξύ άλλων, σε κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να εφαρμόζει πρακτικές που οδηγούν σε εκτοπισμό των θεωρούμενων ως εξίσου αποτελεσματικών με αυτήν ανταγωνιστών της από την αγορά και να ενισχύει κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δεσπόζουσα θέση της, καταφεύγοντας σε άλλα μέσα εκτός από εκείνα που εντάσσονται στο πλαίσιο του υγιούς ανταγωνισμού (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 136 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

351

Συνεπώς, ο εκτοπισμός ανταγωνιστή από την αγορά δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι πλήττεται η λειτουργία του ανταγωνισμού. Εξ ορισμού, ο υγιής ανταγωνισμός μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση από την αγορά ή την περιθωριοποίηση ανταγωνιστών λιγότερο αποτελεσματικών και, ως εκ τούτου, λιγότερο ελκυστικών για τους καταναλωτές από άποψη τιμών, επιλογών, ποιότητας ή καινοτομίας (αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 2012, Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψη 22, και της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 134).

352

Στο πλαίσιο αυτό, ωστόσο, η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση υπέχει ειδική υποχρέωση να μη θίγει, με τη συμπεριφορά της, τον αποτελεσματικό και ανόθευτο ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά (απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 135).

353

Στο πλαίσιο αυτό, έχει κριθεί ότι η πρακτική μιας επιχείρησης που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά να δεσμεύει τους αγοραστές της, έστω και κατόπιν αιτήματός τους, επιβάλλοντάς τους την υποχρέωση ή τη δέσμευση να καλύπτουν το σύνολο ή σημαντικό μέρος των αναγκών τους αποκλειστικά από την εν λόγω επιχείρηση συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, ανεξαρτήτως του αν η υποχρέωση αυτή συμφωνήθηκε χωρίς αντάλλαγμα είτε με αντάλλαγμα τη χορήγηση εκπτώσεως. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που η εν λόγω επιχείρηση, χωρίς να δεσμεύει τους αγοραστές με ρητή υποχρέωση, εφαρμόζει, είτε βάσει συμφωνιών με τους αγοραστές αυτούς είτε μονομερώς, σύστημα εκπτώσεων υπέρ των πιστών πελατών, δηλαδή εκπτώσεων που εξαρτώνται από τον όρο ότι ο πελάτης θα καλύπτει το σύνολο ή σημαντικό μέρος των αναγκών του αποκλειστικά από την επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 137 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

354

Ωστόσο, σε περίπτωση που η ενδιαφερόμενη επιχείρηση υποστηρίζει, κατά τη διοικητική διαδικασία, προσκομίζοντας σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και, ειδικότερα, να προκαλέσει, όπως της προσάπτεται, τον εκτοπισμό ανταγωνιστών από την αγορά, εναπόκειται στην Επιτροπή να προβεί σε ανάλυση της ικανότητας της επίμαχης πρακτικής να επιφέρει τον εκτοπισμό από την αγορά των ανταγωνιστών που είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικοί (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψεις 138 έως 140).

355

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας συμπεριφοράς προϋποθέτει ότι αυτή είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και, ιδίως, να προκαλέσει, όπως της προσάπτεται, τον εκτοπισμό ανταγωνιστών από την αγορά, η δε σχετική εκτίμηση πρέπει να γίνεται βάσει του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που πλαισιώνουν την εν λόγω συμπεριφορά [βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Generics (UK) κ.λπ., C‑307/18, EU:C:2020:52, σκέψη 154 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

356

Εφόσον η Επιτροπή, με απόφασή της, διενεργεί μια τέτοια ανάλυση, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το σύνολο των επιχειρημάτων του προσφεύγοντος διαδίκου, με τα οποία επιδιώκεται να αμφισβητηθεί το βάσιμο των διαπιστώσεων της Επιτροπής όσον αφορά την εγγενή ικανότητα της επίμαχης πρακτικής να επιφέρει τον εκτοπισμό από την αγορά των ανταγωνιστών που είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικοί (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 141).

357

Εξάλλου, επί του τελευταίου αυτού σημείου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η έκταση του ελέγχου νομιμότητας τον οποίο προβλέπει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ καλύπτει όλα τα στοιχεία των αποφάσεων της Επιτροπής οι οποίες αφορούν τις διαδικασίες εφαρμογής του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, τον εμπεριστατωμένο έλεγχο των οποίων διασφαλίζει το Γενικό Δικαστήριο, τόσο από νομικής όσον και από πραγματικής απόψεως, υπό το πρίσμα των λόγων που προβάλλει ο προσφεύγων και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που αυτός υποβάλλει στην κρίση του, είτε τα στοιχεία αυτά είναι προγενέστερα είτε μεταγενέστερα της εκδοθείσας αποφάσεως, είτε αυτά είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε, για πρώτη φορά, στο πλαίσιο της προσφυγής της οποίας έχει επιληφθεί το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον τα εν λόγω στοιχεία είναι ουσιώδη για τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 72).

358

Ακόμη και όταν απαιτούνται πολύπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, ειδικότερα, όχι μόνο να εξετάζει την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά και να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να εκτιμηθεί η κατάσταση και αν τεκμηριώνουν τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτά (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής, C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 54).

359

Τέλος, στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, σε περίπτωση που ερίζεται η ύπαρξη παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδεικνύει τις παραβάσεις τις οποίες διαπιστώνει και να προσκομίζει στοιχεία που να θεμελιώνουν, επαρκώς κατά νόμον, τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση. Τυχόν αμφιβολία του δικαστηρίου είναι υπέρ της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, E.ON Energie κατά Επιτροπής, C‑89/11 P, EU:C:2012:738, σκέψεις 71 και 72).

β)   Υπενθύμιση της δομής της προσβαλλομένης αποφάσεως

360

Στο τμήμα 11 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία αποτελείται από οκτώ τμήματα, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα είχε καταχραστεί τη δεσπόζουσα θέση της (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω).

361

Ειδικότερα, στο τμήμα 11.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι επίμαχες πληρωμές συνιστούσαν πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας (αιτιολογική σκέψη 395 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

362

Στο τμήμα 11.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ανέφερε ότι το τεκμήριο κατά το οποίο η χορήγηση από την προσφεύγουσα πληρωμών βάσει αποκλειστικότητας συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης επιβεβαιώνεται, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, από την ανάλυση της ικανότητας των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα (αιτιολογική σκέψη 406 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Το τμήμα αυτό αποτελείται από τέσσερις υποενότητες.

363

Πρώτον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι επίμαχες πληρωμές είχαν μειώσει τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς ανταγωνιστικούς προμηθευτές συνόλων τσιπ LTE (υποτμήμα 11.4.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

364

Δεύτερον, η Επιτροπή ανέφερε ότι τα εσωτερικά έγγραφα και οι επεξηγήσεις της Apple επιβεβαίωναν ότι οι επίμαχες πληρωμές είχαν μειώσει τα κίνητρα της Apple να στραφεί σε ανταγωνιστικούς προμηθευτές συνόλων τσιπ LTE (υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

365

Τρίτον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι επίμαχες πληρωμές κάλυπταν σημαντικό μερίδιο της αγοράς εμπορίας συνόλων τσιπ LTE κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (υποτμήμα 11.4.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

366

Τέταρτον, η Επιτροπή θεώρησε ότι η Apple ήταν ένας ελκυστικός πελάτης λόγω της σημασίας της για την είσοδο ή την επέκταση στη σχετική αγορά (υποτμήμα 11.4.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

367

Στο τμήμα 11.5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου της προσφεύγουσας δεν αποδείκνυε ότι οι πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας δεν μπορούσαν να έχουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα (αιτιολογική σκέψη 488 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

γ)   Υπενθύμιση των αιτιάσεων της προσφεύγουσας

368

Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 361 και 362 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε στο να χαρακτηρίσει τις επίμαχες πληρωμές ως πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας, αλλά προέβη σε ανάλυση της ικανότητας των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 356 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που αποσκοπούν στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας της αναλύσεως αυτής.

369

Συναφώς, στο τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει οκτώ αιτιάσεις και ορισμένα ενισχυτικά προς αυτές επιχειρήματα με τα οποία προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως κατά την ανάλυσή της σχετικά με το εάν οι επίμαχες πληρωμές είναι ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα και κατά την εκτίμηση της αναλύσεως του κρίσιμου περιθωρίου που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα.

370

Όσον αφορά την ανάλυση της ικανότητας των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα, είναι σκόπιμο να εξεταστούν οι τρεις πρώτες αιτιάσεις του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως και τα σχετικά ενισχυτικά προς αυτές επιχειρήματα.

2.   Επί της πρώτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά τη μη συνεκτίμηση όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών

371

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποδεικνύεται ότι οι επίμαχες συμφωνίες ήταν ικανές να επιφέρουν τον εκτοπισμό των ανταγωνιστών από την αγορά κατά παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Intel ή οποιαδήποτε άλλη ανταγωνιστική επιχείρηση ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτητικές τεχνικές και χρονοδιαγραμματικές απαιτήσεις της Apple. Αντιθέτως, κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίζει ότι κανένας ανταγωνιστής δεν ήταν σε θέση να προμηθεύσει σύνολα τσιπ LTE για τις συσκευές iPhone καθ’ όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα και δεν περιλαμβάνει κανέναν ισχυρισμό ότι οι επίμαχες πληρωμές είχαν οποιαδήποτε επίπτωση στις αποφάσεις της Apple περί της προμήθειας σε σχέση με τις συσκευές iPad που κυκλοφόρησαν τα έτη 2011 έως 2013 και το έτος 2016. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδιώκει να καταδείξει τον εκτοπισμό ενός και μόνον ανταγωνιστή (της Intel) όσον αφορά την προμήθεια συσκευών iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015, όπερ αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1 % της σχετικής αγοράς και συνεπάγεται ότι οι επίμαχες πληρωμές δεν μπορούσαν να εκτοπίσουν κανέναν ανταγωνιστή.

372

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέλειψε να προσδιορίσει, να αναλύσει ή να ερμηνεύσει ορισμένα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανακρίβειες όσον αφορά τις οικείες συσκευές και τους οικείους ανταγωνιστές. Υποστηρίζει ότι, όπως αναγνωρίζει η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι επίμαχες συμφωνίες δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον εκτοπισμό κανενός ανταγωνιστή από την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE που χρησιμοποιούνται σε μοντέλα iPhone τα οποία τέθηκαν σε κυκλοφορία ενώ οι συμφωνίες αυτές παρέμεναν σε ισχύ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το χρονικό διάστημα από το 2011 έως το 2015, η Apple δεν διέθετε καμία εναλλακτική τεχνική λύση για την κάλυψη των αναγκών σε σύνολα τσιπ LTE για τις συσκευές της iPhone. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε ότι οι επίμαχες συμφωνίες ήταν ικανές να παρεμποδίσουν τυχόν ανταγωνιστές από την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE που χρησιμοποιούνταν στα μοντέλα iPad που τέθηκαν σε κυκλοφορία τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2016. Επομένως, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή επικαλείται μόνον τον πιθανό εκτοπισμό της Intel από την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE που προορίζονταν για χρήση στις συσκευές iPad που τέθηκαν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015.

373

Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει στο υπόμνημα αντικρούσεώς της ότι η Apple δεν θεωρούσε την Intel αξιόπιστο προμηθευτή συνόλων τσιπ LTE για χρήση σε κινητά τηλέφωνα. Η προσφεύγουσα απέδειξε ότι το ίδιο ίσχυε και για οποιονδήποτε άλλο ανταγωνιστή. Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε κανένα από τα επιχειρήματα σύμφωνα με τα οποία η ικανότητα εκτοπισμού θα έπρεπε να είχε καθοριστεί με αναφορά σε όλους τους πελάτες συνόλων τσιπ στην ευρύτερη σχετική αγορά. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται καν σε ενδεχόμενο εκτοπισμό ανταγωνιστών από την αγορά κατά παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού, σε αντίθεση με την παρεμπόδιση εφοδιασμού συγκεκριμένου πελάτη.

374

Η Επιτροπή αντιτείνει ότι τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας βασίζονται σε θεμελιωδώς εσφαλμένη κατανόηση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του επίμαχου χρονικού διαστήματος η προσφεύγουσα είχε καταβάλει στην Apple πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας τόσο για τις συσκευές iPhone όσο και για τις συσκευές iPad ικανές να έχουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα, με την Intel να αποτελεί απλώς ένα συγκεκριμένο παράδειγμα αυτής της ικανότητας. Οι διαπιστώσεις της Επιτροπής περιλαμβάνουν, επομένως, ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικώς, το γεγονός ότι οι επίμαχες πληρωμές επηρέασαν όντως τις αποφάσεις της Apple όσον αφορά τις προμήθειες για τις συσκευές iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, λόγω της παρερμηνείας της προσφεύγουσας, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση από το Γενικό Δικαστήριο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, αλλά, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή προβάλλει επιχειρήματα προς αντίκρουση των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.

375

Κατά συνέπεια, αφενός, η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι η προσφεύγουσα δεν προσδιόρισε με σαφήνεια τις σχετικές περιστάσεις ή τους λόγους για τους οποίους έσφαλε η Επιτροπή αποδίδοντας βαρύτητα στους παράγοντες στους οποίους βασίστηκε. Ακολούθως, η Επιτροπή υπενθυμίζει τις περιστάσεις που μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 411 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, αναφέρει ότι η έκταση της δεσπόζουσας θέσης της προσφεύγουσας, ο βαθμός κάλυψης της αγοράς και οι όροι υπό τους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι πληρωμές αποτελούν παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη, επισημαίνει ότι το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως δεν εξετάζει το ζήτημα της διάρκειας των επίμαχων συμφωνιών, αναφέρει ότι το ποσό των επίμαχων πληρωμών ήταν υψηλό και εξηγεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν βασίζεται στην ύπαρξη στρατηγικής εκτοπισμού των ανταγωνιστών από την αγορά. Τέλος, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να έχουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα καθ’ όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα και ότι είχαν όντως αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα στις αποφάσεις περί προμήθειας συνόλων τσιπ LTE για τις συσκευές iPad που η Apple σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015.

376

Αφετέρου, η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η Intel ήταν λιγότερο αποτελεσματικός ανταγωνιστής. Κατά την Επιτροπή, η προσφεύγουσα δεν λαμβάνει υπόψη τη διαπίστωση στην αιτιολογική σκέψη 464 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η Apple θεωρούσε την Intel ως ελκυστικό προμηθευτή συνόλων τσιπ LTE για τις συσκευές της iPad. Εν πάση περιπτώσει, το συμπέρασμα της αιτιολογικής σκέψης 486 δεν βασιζόταν μόνο στην αποδοχή της Intel ως εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή, καθόσον η Επιτροπή έλαβε υπόψη την ικανότητα των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αποτελέσματα εκτοπισμού για οποιονδήποτε εξίσου αποτελεσματικό ανταγωνιστή κατά παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού, ενώ στην αιτιολογική σκέψη 426 της προσβαλλομένης αποφάσεως επισημαίνεται ότι η Apple είχε εξετάσει τρεις εναλλακτικούς προμηθευτές για τις συσκευές iPad που σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία το 2014.

377

Η Επιτροπή προσθέτει ότι αλυσιτελώς εμμένει η προσφεύγουσα στο ότι η Intel δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εξίσου αποτελεσματικός ανταγωνιστής, καθόσον το συμπέρασμα σχετικά με την ικανότητα των επίμαχων πληρωμών να έχουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα ισχύει και για έναν εξίσου αποτελεσματικό ανταγωνιστή.

378

Προκαταρκτικώς, και αν υποτεθεί ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής –ότι η εξέταση του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως θα ήταν αλυσιτελής– πρέπει να εκληφθούν ως ισχυρισμοί περί του αλυσιτελούς χαρακτήρα του εν λόγω σκέλους, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Στο πλαίσιο του εν λόγω σκέλους, τα διάδικα μέρη ερίζουν, κατ’ ουσίαν, ως προς την εγκυρότητα των αποδείξεων που επικαλείται η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το εάν οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως κριθεί βάσιμο, θα είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

379

Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να εξεταστούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, πρέπει πρώτα να υπομνησθούν ορισμένα στοιχεία σχετικά με τη δομή και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.

380

Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι, ενώ η σχετική αγορά που έλαβε υπόψη η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι η παγκόσμια αγορά εμπορίας συνόλων τσιπ LTE (βλ. σκέψη 31 ανωτέρω), η συμπεριφορά που προσάπτεται στην προσφεύγουσα εντάσσεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της συμβατικής της σχέσεως με την Apple. Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η παραβατική συμπεριφορά συνίστατο στο ότι η προσφεύγουσα κατέβαλε τις επίμαχες πληρωμές στην Apple (άρθρο 1 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως).

381

Εν συνεχεία, υπενθυμίζεται ότι, στο τμήμα 11.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πληρωμές συνιστούσαν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης εκ του λόγου ότι επρόκειτο για πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα (αιτιολογική σκέψη 406 της προσβαλλομένης αποφάσεως), καθόσον μείωσαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας (αιτιολογική σκέψη 407 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

382

Ειδικότερα, η Επιτροπή απέδειξε τη μείωση των κινήτρων της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας στα υποτμήματα 11.4.1 και 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 407 και 408 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

383

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να προκαλέσουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα, η Επιτροπή ανέφερε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε επίσης υπόψη το σημαντικό μερίδιο της σχετικής αγοράς που καλύπτουν οι επίμαχες πληρωμές που μνημονεύεται στο υποτμήμα 11.4.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 409 και 411 της προσβαλλομένης αποφάσεως), τη σημασία της Apple ως πελάτη για την είσοδο ή την επέκταση στη σχετική αγορά που μνημονεύεται στο υποτμήμα 11.4.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 410 και 411 της προσβαλλομένης αποφάσεως), καθώς και την έκταση της δεσπόζουσας θέσης της προσφεύγουσας που μνημονεύεται στο τμήμα 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τους όρους χορήγησης των επίμαχων πληρωμών που μνημονεύονται στο τμήμα 11.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως και τη διάρκεια και το ύψος των πληρωμών αυτών που μνημονεύονται στο τμήμα 11.4.1 και στο τμήμα 11.8 της προσβαλλομένης αποφάσεως (αιτιολογική σκέψη 411 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως επιβεβαίωσε η Επιτροπή με τα υπομνήματά της, δεν βασίστηκε στην ύπαρξη στρατηγικής εκτοπισμού των ανταγωνιστών από την αγορά, δηλαδή στην πρόθεση της προσφεύγουσας να παραβιάσει τους κανόνες του ανταγωνισμού.

384

Στον βαθμό που, όπως προκύπτει από τη σκέψη 381 ανωτέρω, το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα βασίζεται, κυρίως, στην εκτίμηση ότι οι πληρωμές αυτές μείωσαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας, είναι σκόπιμο να εξεταστεί κατ’ αρχάς αν, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, η Επιτροπή προέβη στην εκτίμηση αυτή χωρίς να έχει λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

385

Κατά πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως παρατηρήθηκε στη σκέψη 382 ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στην εκτίμηση ότι οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας επί τη βάσει της αναλύσεως που διαλαμβάνεται στα υποτμήματα 11.4.1 και 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

386

Αφενός, στο υποτμήμα 11.4.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε στην εκτίμηση αυτή (αιτιολογική σκέψη 412 της προσβαλλομένης αποφάσεως) επί τη βάσει μιας συγκριτικής αναλύσεως του ποσού των επίμαχων πληρωμών που εισπράχθηκαν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (αιτιολογική σκέψη 413 της προσβαλλομένης αποφάσεως), του ποσού των επίμαχων πληρωμών που η Apple θα είχε απολέσει σε περίπτωση που θα είχε θέσει σε κυκλοφορία συσκευή με σύνολο τσιπ LTE από ανταγωνιστή της προσφεύγουσας καθ’ όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα (αιτιολογική σκέψη 414 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και του ποσού των επίμαχων πληρωμών που η Apple θα έπρεπε να επιστρέψει σε περίπτωση που θα είχε θέσει σε κυκλοφορία συσκευή με σύνολο τσιπ LTE από ανταγωνιστή της προσφεύγουσας τα έτη 2013, 2014 και 2015 (αιτιολογική σκέψη 416 της προσβαλλομένης αποφάσεως), καθώς και τις πιθανές σωρευτικές επιπτώσεις της εν λόγω απώλειας και της εν λόγω επιστροφής των επίμαχων πληρωμών (αιτιολογική σκέψη 417 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

387

Αφετέρου, στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι τα εσωτερικά έγγραφα και οι επεξηγήσεις της Apple επιβεβαίωναν την εκτίμηση αυτή (αιτιολογική σκέψη 423 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Το υποτμήμα 11.4.2 αποτελείται από τέσσερα επιμέρους τμήματα: το πρώτο περιλαμβάνει την ανάλυση της Επιτροπής επί των εσωτερικών εγγράφων και επεξηγήσεων της Apple (τμήμα 11.4.2.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως)· με το δεύτερο επιχειρείται να δοθεί απάντηση στο επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι τα εν λόγω εσωτερικά έγγραφα και επεξηγήσεις δεν είναι αξιόπιστα (τμήμα 11.4.2.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως)· με το τρίτο επιχειρείται να δοθεί απάντηση στο επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Apple ζήτησε την αποκλειστικότητα (τμήμα 11.4.2.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως)· και με το τέταρτο επιχειρείται να δοθεί απάντηση στο επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Apple την επέλεξε, εν πάση περιπτώσει, λόγω της υψηλότερης ποιότητας των συνόλων τσιπ LTE παραγωγής της και περιέχει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι, σε αντίθεση με τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, οι επίμαχες πληρωμές είχαν αντίκτυπο στη στρατηγική προμηθειών της Apple (τμήμα 11.4.2.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

388

Κατά δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους και από τις επεξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το πεδίο των αποδείξεων που περιλαμβάνονται στα τμήματα 11.4.1 και 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι διαφορετικό.

389

Αφενός, στο υποτμήμα 11.4.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδιώκεται να αποδειχθεί ότι οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα προκειμένου να προμηθευτεί σύνολα τσιπ LTE για όλες τις συσκευές της, δηλαδή τις συσκευές iPhone και iPad. Στο πλαίσιο αυτό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως διευκρίνισε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, βασίστηκε σε ανάλυση της ικανότητας των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα.

390

Επιπλέον, όσον αφορά τη ζήτηση εκ μέρους της Apple για σύνολα τσιπ LTE που καλύπτονται από την ανάλυση της Επιτροπής, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο τμήμα 11.4.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή, προκειμένου να προσδιορίσει την κάλυψη της αγοράς από τις επίμαχες πληρωμές, αναφέρθηκε επίσης σε όλα τα σύνολα τσιπ LTE που προμηθεύτηκε η Apple από την προσφεύγουσα, χωρίς να προβεί σε καμία διάκριση μεταξύ συσκευών iPhone και συσκευών iPad. Ομοίως, στο τμήμα 11.4.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Apple ήταν ένας ελκυστικός πελάτης για τους προμηθευτές συνόλων τσιπ LTE, χωρίς να προβεί σε καμία διάκριση μεταξύ των συσκευών iPhone και iPad.

391

Κατά συνέπεια, το υποτμήμα 11.4.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως και τα υποτμήματα 11.4.3 και 11.4.4 αυτής, αφορά το σύνολο της ζήτησης της Apple για σύνολα τσιπ LTE όσον αφορά τις συσκευές iPhone και iPad. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε, εξάλλου, στα υπομνήματά της, τη διαπίστωσή της ότι, καθ’ όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα, οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα σε σχέση με τα σύνολα τσιπ LTE που προορίζονται τόσο για συσκευές iPhone όσο και για συσκευές iPad.

392

Αφετέρου, το υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδιώκει να επιβεβαιώσει, ουσιαστικά βάσει των εσωτερικών εγγράφων και επεξηγήσεων της Apple, την εκτίμηση που διαλαμβάνεται στο τμήμα 11.4.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως διευκρίνισε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, να αποδείξει ότι οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν όντως τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας προκειμένου να προμηθευτεί σύνολα τσιπ LTE για ορισμένες συσκευές της.

393

Συναφώς, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ρητώς, με το υπόμνημα αντικρούσεώς της, ότι το συγκεκριμένο υποτμήμα της προσβαλλομένης αποφάσεως αποσκοπούσε στο να καταδείξει ότι οι επίμαχες πληρωμές «επηρέασαν όντως» ή είχαν την «πραγματική συνέπεια να επηρεάσουν» τις αποφάσεις της Apple όσον αφορά την αγορά συνόλων τσιπ LTE για «τις συσκευές iPad που αυτή σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015». Κατά συνέπεια, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε εν προκειμένω αφορούσε τις «πραγματικές συνέπειες» των επίμαχων πληρωμών.

394

Επιπλέον, όσον αφορά την εκ μέρους της Apple ζήτηση για σύνολα τσιπ LTE που αναφέρεται στη διαλαμβανόμενη στην υποενότητα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως ανάλυσή της, η Επιτροπή, όταν ερωτήθηκε στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας σχετικά με την έννοια των όρων και φράσεων «συσκευές», «τεθεί σε κυκλοφορία» (το 2014 και το 2015) και «πρόκειται να τεθούν σε κυκλοφορία» (το 2014 και το 2015) που χρησιμοποιούνται στο εν λόγω υποτμήμα, επιβεβαίωσε ρητώς ότι το εν λόγω υποτμήμα δεν αφορούσε τις συσκευές iPhone αλλά μόνον τις συσκευές iPad, ανέφερε ότι συνιστούσε ένα ατυχές «λάθος εκ παραδρομής» το γεγονός ότι το εν λόγω υποτμήμα αναφερόταν σε συσκευές iPad οι οποίες όντως «τέθηκαν σε κυκλοφορία» τα έτη 2014 και 2015 και ακολούθως επιβεβαίωσε ρητώς ότι το εν λόγω υποτμήμα αφορούσε αποκλειστικά ορισμένες συσκευές iPad «μη-CDMA» οι οποίες «επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία» από την Apple τα έτη 2014 και το 2015.

395

Εντεύθεν συνάγεται ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και όπως επιβεβαίωσε η Επιτροπή τόσο στις γραπτές παρατηρήσεις της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αφενός, το σύνολο της αναλύσεως της Επιτροπής που διαλαμβάνεται στο τμήμα 11.4.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως αφορά το εάν οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα σε σχέση τόσο με τις συσκευές iPhone όσο και με τις συσκευές iPad, όπως άλλωστε υποδηλώνει και ο τίτλος του τμήματος 11.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αναφέρεται γενικότερα στα «εν δυνάμει» αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα των επίμαχων πληρωμών. Στην ανάλυση αυτή εστιάζουν η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως. Αφετέρου, η ανάλυση της Επιτροπής που διαλαμβάνεται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως επικεντρώνεται στα αποτελέσματα που θα είχαν όντως οι επίμαχες πληρωμές σε σχέση με ορισμένα μοντέλα iPad που η Apple σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015. Η ανάλυση αυτή αναπτύσσεται στη δεύτερη και την τρίτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 429 επ. κατωτέρω).

396

Κατά τρίτον, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 355 ανωτέρω, η εκτίμηση του κατά πόσον οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό και, ειδικότερα, να εκτοπίσουν τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές από την αγορά πρέπει να γίνεται βάσει του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που πλαισιώνουν την εν λόγω συμπεριφορά.

397

Εντεύθεν συνάγεται ότι, καθόσον πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν την συμπεριφορά που προσάπτεται, η ανάλυση του κατά πόσον η εν λόγω συμπεριφορά είναι ικανή να προκαλέσει αποτελέσματα αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν μπορεί να έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Post Danmark, C‑23/14, EU:C:2015:651, σκέψεις 65 και 68).

398

Κατά τέταρτον, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, πρέπει να εξεταστεί εάν, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, η Επιτροπή κατέληξε στην εκτίμηση ότι οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE για τις συσκευές iPhone και iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, χωρίς να έχει λάβει δεόντως υπόψη όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

399

Πρώτον, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι, για τα μοντέλα iPhone και iPad που τέθηκαν σε κυκλοφορία πριν από το 2011, η Apple προμηθεύτηκε σύνολα τσιπ UMTS από την Infineon, της οποίας οι σχετικές με την προμήθεια συνόλων τσιπ δραστηριότητες εξαγοράστηκαν από την Intel το 2011 (αιτιολογικές σκέψεις 89 και 90 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Από το 2011 έως το 2015, και μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου 2016, δηλαδή κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, η Apple προμηθεύτηκε τα σύνολα τσιπ LTE για τις συσκευές iPhone και iPad αποκλειστικά από την προσφεύγουσα (αιτιολογική σκέψη 168 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Αρχής γενομένης από το iPhone 7, το οποίο κυκλοφόρησε στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, η Apple ενσωμάτωσε τα σύνολα τσιπ LTE της Intel σε ορισμένες εκδόσεις του εν λόγω μοντέλου (αιτιολογικές σκέψεις 91 και 169 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

400

Δεύτερον, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα, πρέπει να σημειωθεί ότι, στην αιτιολογική σκέψη 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο του τμήματος 10 αυτής σχετικά με τη δεσπόζουσα θέση της προσφεύγουσας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, από το 2011 έως το 2015, «η Apple δεν είχε καμία εναλλακτική λύση όσον αφορά τις ανάγκες της σε σύνολα τσιπ LTE για τις συσκευές της iPhone».

401

Συναφώς, πρέπει, αφενός, να επισημανθεί ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τη βάση για τη διαπίστωση στην οποία προέβη στην αιτιολογική σκέψη 322 της εν λόγω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η σχετική υποσημείωση 392 στη μεν έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα παραπέμπει σε τμήμα της προσβαλλομένης αποφάσεως το οποίο δεν υφίσταται (τμήμα 0), στη δε δημόσια έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως παραπέμπει, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις, στο τμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι, όπως επιβεβαίωσε η Επιτροπή σε απάντησή της στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, το υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αφορά τις συσκευές iPhone, αλλά μόνον ορισμένα μοντέλα των συσκευών iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015 (σκέψη 394 ανωτέρω). Σε σχετική δε ερώτηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η παραπομπή στο τμήμα 0, η οποία περιλαμβάνεται στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα, οφειλόταν σε τεχνικό σφάλμα και ότι η παραπομπή στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία περιλαμβάνεται στη δημόσια έκδοση αυτής, έπρεπε να εκληφθεί κατ’ αντίθετο τρόπο, δηλαδή υπό την έννοια ότι ναι μεν η Apple δεν είχε εναλλακτική λύση έναντι των συνόλων τσιπ LTE της προσφεύγουσας για τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία από το 2011 έως το 2015, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πλην όμως είχε μια τέτοια εναλλακτική λύση για ορισμένες συσκευές iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015, σύμφωνα με το υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

402

Αφετέρου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η διαπίστωση που διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 322 της εν λόγω αποφάσεως αναφέρεται στην απουσία εναλλακτικής τεχνικής λύσης όσον αφορά τις ανάγκες της Apple για σύνολα τσιπ LTE σε σχέση με τις συσκευές της iPhone. Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 447 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή, επικαλούμενη τις παρατηρήσεις της Apple επί της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων, ανέφερε ότι, για τις συσκευές που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2016, η βελτίωση της Intel σε «κρίσιμες τεχνολογίες» θα την καθιστούσε υποψήφια προμηθεύτρια και για τις συσκευές iPhone και όχι μόνο για τις συσκευές iPad. Ομοίως, στις αιτιολογικές σκέψεις 491, 492 και 495 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι ανάγκες της Apple για σύνολα τσιπ LTE σε σχέση με τις συσκευές iPhone δεν ήταν διεκδικήσιμες από το 2012 έως το 2015, τονίζοντας μεταξύ άλλων το γεγονός ότι τα σύνολα τσιπ LTE της Intel στερούνταν ορισμένων τεχνικών λειτουργιών.

403

Απαντώντας στα ερωτήματα που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η διαπίστωση στην αιτιολογική σκέψη 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τόσο η Επιτροπή όσο και η προσφεύγουσα επιβεβαίωσαν ρητώς, αφενός, ότι η διαπίστωση αυτή πρέπει όντως να εκληφθεί ως αναφερόμενη στην απουσία εναλλακτικής τεχνικής λύσης ενόψει των αναγκών της Apple σε σύνολα τσιπ LTE για τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία από το 2011 έως το 2015 και, αφετέρου, ότι η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή ως προς τα πραγματικά περιστατικά.

404

Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο της υπό κρίση ένδικης διαφοράς, δεν είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί ποιο ή ποια τεχνικά χαρακτηριστικά αφορούσε η εν λόγω απουσία εναλλακτικής λύσης για τα διάφορα μοντέλα συσκευών iPhone που η Apple έπρεπε να θέσει σε κυκλοφορία στην αγορά από το 2011 έως το 2015, και ιδίως εάν επρόκειτο για το πρότυπο «Code Division Multiple Access» (CDMA), το οποίο μνημονεύεται, μεταξύ άλλων, στις δηλώσεις που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 187, παράγραφος 2, και στις αιτιολογικές σκέψεις 454 και 461 της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την τεχνολογία «Voice over LTE» (VoLTE) που μνημονεύεται, μεταξύ άλλων, στη δήλωση της υποσημειώσεως 586 της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά (μέσω παραπομπής στην υποσημείωση 587) την αιτιολογική σκέψη 447 της εν λόγω αποφάσεως, για τη «φωνητική συνδεσιμότητα» ή τη «φωνητική λειτουργία» για την οποία γίνεται μνεία στις δηλώσεις της αιτιολογικής σκέψης 492 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ή για άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά.

405

Όποια και αν είναι η τεχνική εξήγηση σε σχέση με τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι η Apple δεν είχε καμία εναλλακτική τεχνική λύση έναντι των συνόλων τσιπ LTE της προσφεύγουσας όσον αφορά τις ανάγκες της για τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία από το 2011 έως το 2015.

406

Επιπλέον, κανένα στοιχείο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υποδηλώνει, αφενός, ότι η Apple σκόπευε να προμηθευτεί, για τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία από το 2011 έως το 2015, σύνολα τσιπ LTE τα οποία δεν πληρούσαν τις τεχνικές απαιτήσεις της και, αφετέρου, ότι η απουσία εναλλακτικής λύσης για τις συσκευές iPhone, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οφειλόταν σε άλλους λόγους πλην των τεχνικών.

407

Τρίτον, στις αιτιολογικές σκέψεις 491, 493 και 495 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι μόνον το ήμισυ περίπου των αναγκών της Apple σε σύνολα τσιπ LTE για τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2016 ήταν διεκδικήσιμο. Για τον σκοπό αυτό, στην αιτιολογική σκέψη 493 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλέστηκε δήλωση της Apple, η οποία περιλαμβάνεται στις παρατηρήσεις της τελευταίας επί της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων, σύμφωνα με την οποία ήταν σε θέση να προμηθεύεται από την Intel μόνο λιγότερο από το ήμισυ των σε όγκο αναγκών της σε σχέση με τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2016. Οι πληροφορίες που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το θέμα αυτό αναφέρονται επίσης σε τεχνικές εκτιμήσεις. Στην υποσημείωση 586 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία επαναλαμβάνει τις παρατηρήσεις της Apple επί της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων, αναφέρεται ότι η Apple μπορούσε να προμηθευτεί από την Intel μόνον το «μη-CDMA μερίδιο» των αναγκών της σε σύνολα τσιπ LTE για τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2016, υπονοώντας ότι η Apple δεν μπορούσε να προμηθευτεί από την Intel το «CDMA μερίδιο» των αναγκών αυτών.

408

Τέταρτον, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι συσκευές iPhone αντιπροσώπευαν περίπου το 90 % των πωλήσεων της Αpple σε συσκευές LTE κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα και, ως εκ τούτου, το 90 % των αναγκών της σε σύνολα τσιπ LTE, ενώ οι συσκευές iPad αντιπροσώπευαν περίπου το 10 % των πωλήσεων της Apple σε συσκευές LTE κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και, ως εκ τούτου, το 10 % των ίδιων ως άνω αναγκών της σε σύνολα τσιπ LTE (βλ. αιτιολογική σκέψη 421 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

409

Συνάγεται ότι, για ένα πολύ μεγάλο μερίδιο των αναγκών της Apple σε σύνολα τσιπ LTE για συσκευές που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δηλαδή για όλες τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία από το 2011 έως το 2015 και για πλέον του ημίσεος των συσκευών iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2016, η Apple δεν είχε καμία εναλλακτική τεχνική λύση έναντι των συνόλων τσιπ LTE της προσφεύγουσας και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να στραφεί σε ανταγωνιστικούς προμηθευτές.

410

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στη σχετική αγορά δεν υπήρχε εναλλακτική τεχνική λύση έναντι των συνόλων τσιπ LTE της προσφεύγουσας για ένα πολύ μεγάλο μερίδιο των αναγκών της Apple κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα αποτελεί κρίσιμο πραγματικό περιστατικό το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την ανάλυση του κατά πόσον οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αποτελέσματα εκτοπισμού των ανταγωνιστών από την αγορά, δεδομένου ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη την ικανότητα αυτή υπό το πρίσμα του συνόλου των αναγκών της Apple σε σύνολα τσιπ LTE και, ιδίως, της μειώσεως των κινήτρων της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για όλες τις ανάγκες της.

411

Πέμπτον, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό, καθόσον μείωσαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE για το σύνολο της ζήτησής της όσον αφορά τις συσκευές iPhone και iPad, επί τη βάσει μιας αναλύσεως κατά την οποία η Επιτροπή δεν έλαβε δεόντως υπόψη όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν την προσαπτόμενη συμπεριφορά.

412

Συγκεκριμένα, καίτοι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Apple δεν είχε καμία εναλλακτική τεχνική λύση έναντι των συνόλων τσιπ LTE της προσφεύγουσας για όλες τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία από το 2011 έως το 2015 και για πλέον του ημίσεος των συσκευών iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2016, δεν συσχέτισε το συγκεκριμένο κρίσιμο πραγματικό περιστατικό, το οποίο συνεπαγόταν ότι κανένας ανταγωνιστής δεν ήταν σε θέση να προμηθεύσει την Apple με σύνολα τσιπ LTE για τις εν λόγω συσκευές iPhone, με την υποτιθέμενη μείωση των κινήτρων της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE προς κάλυψη του συνόλου των αναγκών της, συμπεριλαμβανομένων, επομένως, των συνόλων τσιπ για συσκευές iPhone, μολονότι οι συσκευές αυτές αντιπροσώπευαν ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των αναγκών αυτών.

413

Εξάλλου, στο τμήμα 11.5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τρόπο αντιφατικό, η Επιτροπή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο ως άνω πραγματικό περιστατικό προκειμένου να απορρίψει την ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου της προσφεύγουσας, με την αιτιολογία ότι το διεκδικήσιμο μερίδιο της εκ μέρους της Apple ζήτησης που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η Apple δεν μπορούσε να αλλάξει προμηθευτή για τα σύνολα τσιπ LTE όσον αφορά τις συσκευές iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2012, 2013, 2014 και 2015 και για πλέον του ημίσεος των συσκευών iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2016 (αιτιολογική σκέψη 491 και αιτιολογική σκέψη 495, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως).

414

Υπό τις συνθήκες αυτές, καθόσον η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η Apple δεν μπορούσε να στραφεί σε κανέναν άλλο προμηθευτή για να καλύψει τις τεχνικές απαιτήσεις της σε σχέση με ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζήτησής της για σύνολα τσιπ LTE (που αντιστοιχεί στις συσκευές iPhone, εκτός από λιγότερο από το ήμισυ των συσκευών iPhone που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2016), δεν μπορούσε να συμπεράνει βασίμως ότι οι επίμαχες πληρωμές είχαν μειώσει τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για το σύνολο των αναγκών της που κάλυπταν όλες τις συσκευές iPhone και iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα και ότι οι πληρωμές αυτές ήταν, επομένως, ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό σε ολόκληρη τη σχετική αγορά των συνόλων τσιπ LTE. Το γεγονός –το οποίο δεν ελήφθη δεόντως υπόψη στην προσβαλλόμενη απόφαση– ότι η Apple προμηθεύτηκε τα σύνολα τσιπ LTE από την προσφεύγουσα, και όχι από τους ανταγωνιστές της, λόγω της απουσίας εναλλακτικών λύσεων που να πληρούν τις δικές της τεχνικές απαιτήσεις, θα μπορούσε να εντάσσεται στο πλαίσιο του υγιούς ανταγωνισμού και να μην προκαλεί, συνεπεία των επίμαχων πληρωμών, αποτέλεσμα εκτοπισμού των ανταγωνιστών από την αγορά κατά παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.

415

Είναι αληθές ότι το άρθρο 102 ΣΛΕΕ απαγορεύει τη συμπεριφορά μιας κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της θέσης αυτής και στην καταχρηστική εκμετάλλευσή της, ιδίως όταν η συμπεριφορά αυτή αποσκοπεί στο να στερήσει αποδεδειγμένους δυνητικούς ανταγωνιστές από την πραγματική πρόσβαση σε μια αγορά [πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Generics (UK) κ.λπ., C‑307/18, EU:C:2020:52, σκέψη 151]. Εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της θεωρίας περί ζημίας που διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία βασίζεται στη μείωση των κινήτρων της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για το σύνολο των αναγκών της σε σύνολα τσιπ LTE κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, η Επιτροπή δεν μπορούσε να μη λάβει υπόψη το γεγονός ότι η Apple, λόγω των δικών της τεχνικών απαιτήσεων, δεν μπορούσε να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζήτησής της για σύνολα τσιπ LTE κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα.

416

Πρέπει περαιτέρω να επισημανθεί ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή ουδόλως υποστήριξε ότι η συμπεριφορά της προσφεύγουσας παρεμπόδισε λιγότερο αποτελεσματικούς από την προσφεύγουσα ανταγωνιστές να αναπτύξουν προϊόντα που ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της Apple, αλλά μόνον ότι μειώθηκαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για όλες τις ανάγκες της σε σύνολα τσιπ LTE. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 351 ανωτέρω, ο υγιής ανταγωνισμός μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση από την αγορά ή την περιθωριοποίηση ανταγωνιστών λιγότερο αποτελεσματικών και, ως εκ τούτου, λιγότερο ελκυστικών για τους καταναλωτές από άποψη τιμών, επιλογών, ποιότητας ή καινοτομίας.

417

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής σχετικά με την ικανότητα των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αποτελέσματα εκτοπισμού των ανταγωνιστών από την αγορά για τον λόγο ότι μειώθηκαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας προκειμένου να προμηθεύεται σύνολα τσιπ LTE για το σύνολο της ζήτησής της βασίζεται σε ανάλυση η οποία δεν διενεργήθηκε υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και η οποία, για τον λόγο αυτό, είναι μη σύννομη.

418

Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή.

419

Κατ’ αρχάς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή επικαλέστηκε την αιτιολογική σκέψη 421 της προσβαλλομένης αποφάσεως για να υποστηρίξει ότι περιγράφει τη «μόχλευση» επί της οποίας ερείδεται η απόδειξη ότι οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα. Κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με την Επιτροπή, ακόμη και αν δεν ήταν τεχνικά δυνατό για τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας να προμηθεύουν σύνολα τσιπ για τις συσκευές iPhone, μέσω των επίμαχων συμφωνιών κατέστη δυνατό στην προσφεύγουσα να «χρησιμοποιήσει ως μοχλό» το μη διεκδικήσιμο τμήμα της ζητήσεως της Apple όσον αφορά τις συσκευές iPhone, προκειμένου να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές από το διεκδικήσιμο τμήμα της εν λόγω ζητήσεως όσον αφορά συσκευές iPad και, κατά τον τρόπο αυτό, να παρεμποδίσει τους ανταγωνιστές να επεκταθούν και να αναπτυχθούν στην αγορά.

420

Επ’ αυτού, πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι το επιχείρημα της Επιτροπής δεν ευθυγραμμίζεται με τη θεωρία περί ζημίας που διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία θεωρία αναφέρεται στην ικανότητα των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα στο σύνολο της σχετικής αγοράς εμπορίας συνόλων τσιπ LTE, εκ του λόγου ότι η Apple αποτράπηκε από το να προμηθεύεται από τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας το σύνολο των αναγκών της σε σύνολα τσιπ LTE για τις συσκευές της iPhone και iPad. Κατ’ άλλη διατύπωση, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σε αποτέλεσμα εκτοπισμού ανταγωνιστών από την αγορά που αφορά αδιακρίτως όλα τα σύνολα τσιπ LTE τόσο για τις συσκευές iPhone όσο και για τις συσκευές iPad και όχι σε αποτέλεσμα εκτοπισμού ανταγωνιστών από την αγορά που περιορίζεται αποκλειστικά στην προμήθεια από την Apple συνόλων τσιπ LTE για συσκευές iPad. Εξάλλου, αφενός, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η προσαπτόμενη στην προσφεύγουσα παράβαση προσδιορίζεται σε σχέση με τη συνολική ζήτηση της Apple όσον αφορά τις συσκευές iPhone και iPad και, αφετέρου, η ίδια η έννοια της πρακτικής της «χρησιμοποιήσεως ως μοχλού» από την προσφεύγουσα σε σχέση με τις διάφορες συσκευές της Apple δεν εκτίθεται στο σκεπτικό της Επιτροπής στο τμήμα 11.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

421

Ακολούθως, πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ αποτελεί μέρος του τμήματος 11.4.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αιτιολογική σκέψη 421 αυτής αποσκοπεί στο να απαντήσει, από κοινού με τις αιτιολογικές σκέψεις 419 και 420 της ίδιας αποφάσεως, σε επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά τη διοικητική διαδικασία σχετικά με τη δυνατότητα των ανταγωνιστών της προσφεύγουσας να προσφέρουν πανομοιότυπα κίνητρα στην Apple. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η περί ζημίας θεωρία που διέπει την ικανότητα των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα διατυπώνεται στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η αιτιολογική σκέψη 421 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν περιέχει καμία σαφή ένδειξη ότι η προσφεύγουσα, μέσω του μη διεκδικήσιμου τμήματος της ζητήσεως της Apple για σύνολα τσιπ LTE, απέκτησε «μοχλό πίεσης» επί του διεκδικήσιμου τμήματος της ζήτησης αυτής.

422

Τέλος, για λόγους πληρότητας, πρέπει να σημειωθεί ότι το επιχείρημα που αντλεί η Επιτροπή από την αιτιολογική σκέψη 421 της προσβαλλομένης αποφάσεως βασίζεται στην παραδοχή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικνύει ότι οι επίμαχες πληρωμές είναι ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα σε σχέση με τις συσκευές iPad. Αφενός, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 391 ανωτέρω, στα υποτμήματα 11.4.1, 11.4.3 και 11.4.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προέβη σε συνολική ανάλυση της ικανότητας των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα, χωρίς να προβεί σε ειδική ανάλυση σε σχέση με τις συσκευές iPad. Αφετέρου, όπως παρατηρήθηκε στις σκέψεις 392 έως 394 ανωτέρω, σε σχέση με τις συσκευές iPad, στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή περιορίστηκε στην εξέταση των φερόμενων πραγματικών συνεπειών των επίμαχων πληρωμών όσον αφορά τα «μη CDMA» μοντέλα iPad τα οποία επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015, ανάλυση στην οποία εστιάζουν η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση, οι οποίες εξετάζονται κατωτέρω.

423

Δεύτερον, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 375 ανωτέρω, η Επιτροπή επικαλείται τα στοιχεία που μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 411 της προσβαλλομένης αποφάσεως και υπενθυμίζονται στη σκέψη 383 ανωτέρω προκειμένου να αποδείξει ότι είχε λάβει υπόψη τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.

424

Αφενός, στον βαθμό που η Επιτροπή επικαλείται τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση των επίμαχων πληρωμών στο τμήμα 11.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο τμήμα αυτό, η Επιτροπή περιορίστηκε στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πληρωμές συνιστούσαν πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας και ότι η ανάλυση της φερόμενης ικανότητας των πληρωμών αυτών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα περιλαμβάνεται στο τμήμα 11.4 της εν λόγω αποφάσεως. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, ο χαρακτηρισμός των επίμαχων πληρωμών ως πληρωμών βάσει αποκλειστικότητας δεν αρκούσε για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι πληρωμές αυτές συνιστούσαν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 354 ανωτέρω, λαμβανομένων υπόψη των αντιρρήσεων που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά τη διοικητική διαδικασία, η Επιτροπή όφειλε να προβεί σε ανάλυση του κατά πόσον οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα και, ιδίως, του κατά πόσον είναι ικανές να προκαλέσουν τον εκτοπισμό των ανταγωνιστών που είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικοί.

425

Αφετέρου, αν και η Επιτροπή ορθώς τονίζει, κατ’ ουσίαν, ότι τα στοιχεία που μνημονεύονται στη σκέψη 383 ανωτέρω δεν πρέπει να παραβλέπονται, γεγονός παραμένει ότι τα στοιχεία αυτά, ενώ είναι στοιχεία που μπορεί να έχουν σημασία για την αξιολόγηση του κατά πόσον μια συμπεριφορά είναι ικανή να επιφέρει αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα, δεν αποδεικνύουν εν προκειμένω, αυτά καθεαυτά, ένα αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτέλεσμα και, ιδίως, τον εκτοπισμό των ανταγωνιστών από την αγορά. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την έκταση της δεσπόζουσας θέσης της προσφεύγουσας (που αναφέρεται στο τμήμα 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως), τη διάρκεια και το ύψος των επίμαχων πληρωμών (που αναφέρονται στο υποτμήμα 11.4.1 και στο τμήμα 11.8 της προσβαλλομένης αποφάσεως), το μερίδιο της αγοράς που καλύπτουν οι πληρωμές αυτές (που αναφέρεται στο υποτμήμα 11.4.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και τη σημασία της Apple ως πελάτη (που αναφέρεται στο υποτμήμα 11.4.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η αναφορά στα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να αναιρέσει το γεγονός ότι, εν προκειμένω, η απόδειξη από την Επιτροπή του κατά πόσον οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα, ιδίως όσον αφορά το εάν η επίμαχη πρακτική ήταν ικανή να εκτοπίζει από την αγορά τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές, δεν έγινε υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που πλαισιώνουν την προσαπτόμενη συμπεριφορά δεδομένης της φερόμενης μειώσεως των κινήτρων της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για όλες τις ανάγκες της σε σύνολα τσιπ LTE για συσκευές iPhone και iPad.

426

Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως η Επιτροπή δήλωσε ρητώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν βασίστηκε σε ορισμένο οικονομικό μοντέλο, όπως το τεστ του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα και, στο τμήμα 11.5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δήλωσε απλώς ότι η ανάλυση του κρίσιμου περιθωρίου που υπέβαλε η προσφεύγουσα δεν αναιρεί τα συμπεράσματά της.

427

Τρίτον, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της Επιτροπής στις αιτιολογικές σκέψεις 426, 464 και 486 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι αιτιολογικές σκέψεις 426 και 464, οι οποίες σχετίζονται με το υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορούν μόνον ορισμένα μοντέλα iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015 και, επομένως, δεν μπορούν να αναιρέσουν τις διαπιστώσεις που παρατίθενται στη σκέψη 409 ανωτέρω σχετικά με τις συσκευές iPhone. Τέλος, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το συμπέρασμα που διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 486 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι επίσης ικανό να αναιρέσει τις προμνησθείσες διαπιστώσεις.

428

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, η πρώτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτή.

3.   Επί της δεύτερης και της τρίτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τις οποίες προβάλλεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες συμφωνίες επηρέασαν τις αποφάσεις περί προμηθειών της Apple όσον αφορά τις συσκευές iPad «του 2014» και «του 2015»

429

Η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως στρέφονται κατά της αποδείξεως που διαλαμβάνεται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

430

Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τις διαπιστώσεις της Επιτροπής στις αιτιολογικές σκέψεις 424 και 451 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποδεικνύει, όσον αφορά την πρώτη από τις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις, ότι οι επίμαχες συμφωνίες μείωσαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί σε ανταγωνιστικούς προμηθευτές για«συσκευές που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2014 και το 2015» ή, όσον αφορά τη δεύτερη από τις ως άνω αιτιολογικές σκέψεις, ότι είχαν αντίκτυπο στη στρατηγική προμηθειών της Apple για τις «συσκευές που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2014 και το 2015».

431

Αφενός, όσον αφορά τις συσκευές iPad «του 2014», η προσφεύγουσα ισχυρίζεται κατ’ αρχάς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η Apple εξέτασε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει σύνολα τσιπ της Intel στις συσκευές iPad που «πράγματι τέθηκαν σε κυκλοφορία τον Οκτώβριο του 2014». Ακολούθως, η Επιτροπή αναφέρεται πολλές φορές σε ένα μοντέλο της συσκευής iPad το οποίο η Apple «[εμπιστευτικό]», με την ονομασία «[εμπιστευτικό]», αλλά δεν αποδεικνύει ότι οι επίμαχες συμφωνίες επηρέασαν την περί προμήθειας απόφαση της Apple όσον αφορά το εν λόγω μοντέλο. Ωστόσο, η Apple ουδέποτε εξέτασε σοβαρά το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει σύνολα τσιπ της Intel για το εν λόγω μοντέλο, αντιθέτως συνειδητοποίησε ότι το σύνολο τσιπ της Intel δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί, γεγονός που επιβεβαιώνεται στην έκθεση που προσκόμισε η προσφεύγουσα στο παράρτημα απαντήσεώς της επί της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Τέλος, η αδυναμία των συνόλων τσιπ της Intel να ανταποκριθούν στις τεχνικές και χρονοδιαγραμματικές απαιτήσεις της Apple εξηγεί γιατί δεν επιλέχθηκαν για τον εξοπλισμό των συσκευών iPad «του 2014».

432

Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η παραδοχή της Επιτροπής ότι γνώριζε τις συσκευές για τις οποίες η Apple εξέταζε το ενδεχόμενο προμήθειας από την Intel είναι ανακριβής. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία ανάλυση σχετικά με την επιλογή του προμηθευτή για το μοντέλο «[εμπιστευτικό]» και δεν αποδεικνύει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πρώτης τροποποιήσεως της μεταβατικής συμφωνίας και της αποφάσεως να χρησιμοποιηθούν τα σύνολα τσιπ της προσφεύγουσας για το μοντέλο «[εμπιστευτικό]».

433

Η Επιτροπή επισημαίνει κατ’ αρχάς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά συσκευές οι οποίες «επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2014» και όχι εκείνες οι οποίες «είχαν πράγματι τεθεί σε κυκλοφορία». Η προσφεύγουσα γνώριζε πολύ καλά τις συσκευές για τις οποίες η Apple εξέταζε το ενδεχόμενο να προμηθευτεί από την Intel. Η Apple επιβεβαίωσε επίσης ότι επιδίωκε τη διαφοροποίηση ως προς τις προμήθειές της. Ακολούθως, όσον αφορά το μοντέλο «[εμπιστευτικό]», η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 428 έως 435 της προσβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύουν τον αντίκτυπο των επίμαχων συμφωνιών. Επιπλέον, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της προσφεύγουσας και της Apple σχετικά με την πρώτη τροποποίηση της μεταβατικής συμφωνίας επηρέασαν την απόφαση αγοράς που έλαβε η Apple στις αρχές του 2013. Η μεταβατική συμφωνία ήταν, εν πάση περιπτώσει, αρκετή για να επηρεάσει την Apple, η οποία εξέταζε το ενδεχόμενο να προμηθεύεται από την Intel για ορισμένες από τις συσκευές iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2014. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η Apple ουδέποτε εξέτασε σοβαρά το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει τα σύνολα τσιπ της Intel στο μοντέλο «[εμπιστευτικό]» δεν τεκμηριώνεται. Τέλος, όσον αφορά την έκθεση που προσκόμισε η προσφεύγουσα ως παράρτημα της απαντήσεώς της επί της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η Επιτροπή παραπέμπει στη σχετική απάντηση που έδωσε η Apple στις παρατηρήσεις της επί της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων.

434

Η Επιτροπή προσθέτει ότι η Apple είχε αποφασίσει [εμπιστευτικό] και ότι η απόφαση αυτή είχε επηρεαστεί από τη σύναψη της πρώτης τροποποιήσεως της μεταβατικής συμφωνίας και από την απώλεια των επίμαχων πληρωμών που απέρρεαν από τη μεταβατική συμφωνία. Κατ’ αυτήν, τα έγγραφα της Apple αποδεικνύουν ότι οι επίμαχες πληρωμές όντως επηρέασαν την απόφαση να αγοράσει σύνολα τσιπ LTE για «συσκευές iPad τις οποίες σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία το 2014».

435

Αφετέρου, όσον αφορά τις συσκευές iPad «του 2015», η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν αναφέρεται στα μοντέλα iPad που «τέθηκαν σε κυκλοφορία» την άνοιξη ή τον Σεπτέμβριο και τον Νοέμβριο του 2015, ούτε σε εκείνα τα οποία «επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία την άνοιξη του 2015», αλλά αναφέρεται σε ένα απροσδιόριστο μοντέλο «που επρόκειτο να τεθεί σε κυκλοφορία το φθινόπωρο του 2015». Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι τα σύνολα τσιπ της Intel εξετάστηκαν σοβαρά, η προσβαλλόμενη απόφαση βασίζεται σε ένα μόνο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός μηχανικού της Apple, το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται εσφαλμένως από την Επιτροπή. Ο φάκελος δεν περιέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ιδίως από υπαλλήλους της Apple που είχαν λάβει όντως αποφάσεις για την αγορά συνόλων τσιπ, από το οποίο να προκύπτει ότι το σύνολο τσιπ της Intel αποτελούσε πραγματική επιλογή. Επιπλέον, τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου καταδεικνύουν ότι τα σύνολα τσιπ της Intel δεν πληρούσαν τις τεχνικές απαιτήσεις και τις απαιτήσεις ως προς το χρονοδιάγραμμα της Apple.

436

Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η Επιτροπή ερμηνεύει ορισμένα εσωτερικά έγγραφα της Apple για πρώτη φορά στο υπόμνημα αντικρούσεως.

437

Όσον αφορά τις πραγματικές συνέπειες των επίμαχων πληρωμών στις αγορές συνόλων τσιπ, η Επιτροπή σημειώνει ότι τα εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple αποδεικνύουν το ενδιαφέρον της Apple να χρησιμοποιήσει έναν άλλον προμηθευτή. Ακολούθως, στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός μηχανικού της Apple που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 436 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν υπάρχει καμία αβεβαιότητα όσον αφορά το σύνολο τσιπ της Intel, όπερ επιρρωννύεται από μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου άλλου υπαλλήλου της Apple. Τέλος, η Επιτροπή παραπέμπει στην αιτιολογική σκέψη 437 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία περιέχει τη δήλωση υπαλλήλου της Apple ο οποίος χαρακτηρίζει τη μετάβαση σε σύνολα τσιπ της Intel ως μη βιώσιμη από εμπορικής απόψεως, λόγω των επίμαχων πληρωμών, καθώς και σε δήλωση που περιλαμβάνεται στις παρατηρήσεις της Apple επί της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τον χρονικό προγραμματισμό των συνόλων τσιπ της Intel είναι συνεπώς αλυσιτελή και, εν πάση περιπτώσει, εσφαλμένα.

438

Η Επιτροπή προσθέτει ότι η έκθεση που προσκόμισε η προσφεύγουσα ως παράρτημα της απαντήσεώς της στην ανακοίνωση αιτιάσεων βασίζεται σε δοκιμές που διενεργήθηκαν σε σύνολα τσιπ που χρησιμοποιούνται σε συσκευές άλλων κατασκευαστών και ότι τα συμπεράσματά της δεν προκαλούν επομένως έκπληξη. Εξάλλου, η προσφεύγουσα παραλείπει να διευκρινίσει γιατί η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του υπαλλήλου της Apple που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 437 της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι εσφαλμένη και δεν θέτει εν αμφιβόλω τη δήλωση της Apple την οποία επικαλείται στο υπόμνημα αντικρούσεως. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας καταρρίπτονται από τα ίδια τα αποδεικτικά στοιχεία της στο πλαίσιο της διαδικασίας FTC.

α)   Εισαγωγικές παρατηρήσεις

439

Υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 392 έως 394 ανωτέρω, το υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδιώκει να αποδείξει ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, τα εσωτερικά έγγραφα και οι επεξηγήσεις της Apple επιβεβαιώνουν ότι οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν όντως τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE ειδικά σε σχέση με τις ανάγκες της για ορισμένες από τις συσκευές της. Όπως επιβεβαίωσε ρητώς η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η απόδειξη αυτή αφορά τις «πραγματικές συνέπειες» των επίμαχων πληρωμών σε σχέση με τις εν λόγω συσκευές.

440

Κατ’ άλλη διατύπωση, το εν λόγω υποτμήμα αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει την ικανότητα των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα αποδεικνύοντας τις πραγματικές συνέπειές τους σε σχέση με ορισμένες συσκευές.

441

Ειδικότερα, όσον αφορά τη ζήτηση εκ μέρους της Apple που αφορά η ανάλυση της Επιτροπής στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι το εν λόγω υποτμήμα αναφέρεται μόνο στις φερόμενες ως πραγματικές συνέπειες των επίμαχων πληρωμών σε σχέση με ορισμένες εκδόσεις ορισμένων μοντέλων iPad που δεν είναι CDMA, οι οποίες «τέθηκαν σε κυκλοφορία» ή «έπρεπε να τεθούν σε κυκλοφορία» τα έτη 2014 και 2015. Ωστόσο, το προμνησθέν υποτμήμα δεν αναφέρεται σε άλλες συσκευές iPad που «τέθηκαν σε κυκλοφορία» ή «έπρεπε να τεθούν σε κυκλοφορία» κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα.

442

Πρέπει, εκ προοιμίου, να σημειωθεί ότι μια τέτοια ειδική απόδειξη των υποτιθέμενων πραγματικών συνεπειών των επίμαχων πληρωμών, η οποία περιορίζεται σε ορισμένες εκδόσεις μοντέλων iPad του 2014 και του 2015, δεν δύναται να θεραπεύσει τη μη συνεκτίμηση όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στο πλαίσιο της γενικής αποδείξεως εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία διερευνήθηκε κατά την εξέταση της πρώτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, όσον αφορά το κατά πόσον οι επίμαχες πληρωμές ήταν ικανές να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα σε σχέση με το σύνολο των αναγκών της Apple σε σύνολα τσιπ LTE τόσο για τις συσκευές iPhone όσο και για τις συσκευές iPad.

443

Κατ’ άλλη διατύπωση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμες και ότι, ως εκ τούτου, η ανάλυση που διαλαμβάνεται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν κλονίζεται, το εν λόγω υποτμήμα, δεδομένου ότι το περιεχόμενό του περιορίζεται σε ορισμένες συσκευές iPad των ετών 2014 και 2015, δεν δύναται να θεμελιώσει έγκυρα το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τον αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού χαρακτήρα των επίμαχων πληρωμών κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα σε σχέση με το σύνολο των αναγκών της Apple σε σύνολα τσιπ LTE, τόσο για τις συσκευές iPhone όσο και για τις συσκευές iPad.

444

Επομένως, για λόγους πληρότητας πρέπει, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, να εξεταστεί το βάσιμο του εν λόγω υποτμήματος και, ως εκ τούτου, εάν, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, αποδείχθηκαν επαρκώς από την Επιτροπή οι πραγματικές συνέπειες των επίμαχων πληρωμών στα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για τα μοντέλα των συσκευών iPad που μνημονεύονται στο εν λόγω υποτμήμα.

445

Εν προκειμένω, η δεύτερη και η τρίτη από τις αιτιάσεις του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως αποτελούνται, κατ’ ουσίαν, από τρεις επιμέρους αιτιάσεις, οι οποίες αφορούν, η μεν πρώτη, τον προσδιορισμό των συσκευών που εξετάστηκαν στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δε δεύτερη, τα στοιχεία που έλαβε υπόψη η Επιτροπή στο εν λόγω υποτμήμα και, τέλος, η τρίτη, τη μη συνεκτίμηση άλλων κρίσιμων στοιχείων.

446

Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, είναι σκόπιμο να εξετασθεί αρχικά η πρώτη επιμέρους αιτίαση, στη συνέχεια η τρίτη και, τέλος, η δεύτερη, υπό το πρίσμα της νομολογίας που μνημονεύεται στις σκέψεις 357 έως 359 ανωτέρω.

β)   Επί της πρώτης επιμέρους αιτιάσεως, σχετικά με τις συσκευές που μνημονεύονται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως

447

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν, προκαταρκτικώς, ότι η Επιτροπή παρέλειψε να προσδιορίσει τις συσκευές τις οποίες αφορά η ανάλυσή της. Η αιτίαση αυτή ευθυγραμμίζεται με την πρώτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με την οποία η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το σκεπτικό της Επιτροπής ήταν αόριστο, καθόσον αναφερόταν γενικότερα σε «συσκευές» και μνημόνευε εσφαλμένως το «iPad [εμπιστευτικό]» ως «[εμπιστευτικό]».

448

Συναφώς, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι το υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως αποτελείται από τέσσερα επιμέρους τμήματα: το πρώτο (11.4.2.1) περιλαμβάνει την ανάλυση των εσωτερικών εγγράφων και επεξηγήσεων της Apple, η οποία οδήγησε την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν όντως τα κίνητρα της Apple να στραφεί σε ανταγωνιστικούς προμηθευτές, ενώ τα τρία τελευταία (11.4.2.2, 11.4.2.3 και 11.4.2.4), στην ουσία, περιορίζονται στην απάντηση σε επιχειρήματα της προσφεύγουσας που δεν ασκούν επιρροή επί του εν λόγω συμπεράσματος (βλ. αιτιολογική σκέψη 423 της προσβαλλομένης αποφάσεως και σκέψη 387 ανωτέρω).

449

Κατά πρώτον, το επιμέρους τμήμα 11.4.2.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιλαμβάνει τις αιτιολογικές σκέψεις 424 έως 439 της αποφάσεως αυτής και, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 424, επιδιώκει να αποδείξει ότι οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας, ιδίως την Intel, της οποίας τα σύνολα τσιπ είχαν αξιολογηθεί σοβαρά από την Apple προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε «συσκευές που τέθηκαν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015».

450

Στο σώμα δε του συγκεκριμένου υποτμήματος, η Επιτροπή δεν αναφέρεται πλέον στις συσκευές αυτές, αλλά σε αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν «μοντέλα iPad που δεν είναι CDMA» (αιτιολογική σκέψη 425 της επίδικης αποφάσεως), στη «θέση σε κυκλοφορία το 2014 μοντέλων iPad που δεν είναι CDMA» (αιτιολογική σκέψη 426 της προσβαλλομένης αποφάσεως), σε «κινητές συσκευές του 2014» (αιτιολογική σκέψη 427 της προσβαλλομένης αποφάσεως), σε «[εμπιστευτικό]» και σε «[εμπιστευτικό]» (αιτιολογική σκέψη 428 της προσβαλλομένης αποφάσεως), σε «ορισμένες από τις συσκευές iPad το 2014» και σε «ολόκληρο τον κατάλογο συσκευών iPad με κυψελοειδή σύνδεση το 2015» (αιτιολογική σκέψη 430 της προσβαλλομένης αποφάσεως), σε «μοντέλα iPad του 2014 και του 2015» καθώς και στο «μοντέλο iPhone του 2015» (αιτιολογική σκέψη 431 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στο «[εμπιστευτικό] που αρχικά είχε προγραμματιστεί να τεθεί σε κυκλοφορία την άνοιξη του 2014» και που «τελικά τέθηκε σε κυκλοφορία το φθινόπωρο του 2013» (αιτιολογική σκέψη 433 και υποσημείωση 558 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στις «κινητές συσκευές του 2014 και του 2015» (αιτιολογική σκέψη 435 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στο «μοντέλο iPad του φθινοπώρου του 2015» (αιτιολογική σκέψη 436 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στη «παρουσίαση ενός iPad […] το 2015» (αιτιολογική σκέψη 437 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στις «ανάγκες της Apple για σύνολα τσιπ μη CDMA» (αιτιολογική σκέψη 438 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και στα «μοντέλα συσκευών του 2015» καθώς και στη σειρά κινητών συσκευών για το φθινόπωρο του 2015» (αιτιολογική σκέψη 439 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επιβάλλεται συνεπώς η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν ήταν συνεπής κατά την περιγραφή των συσκευών και των χρονικών περιόδων στις οποίες αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε.

451

Ακολούθως, όσον αφορά τα επιμέρους υποτμήματα 11.4.2.2 και 11.4.2.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σκοπός τους είναι να απαντήσουν στα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που επιδιώκουν, πρώτον, να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία των εσωτερικών εγγράφων και επεξηγήσεων της Apple και, δεύτερον, να υποστηρίξουν ότι η αποκλειστικότητα είχε ζητηθεί από την Apple.

452

Στο πρώτο από τα επιμέρους αυτά υποτμήματα, η Επιτροπή αναφέρθηκε τόσο σε «συσκευές που τέθηκαν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015» (αιτιολογική σκέψη 442 της προσβαλλομένης αποφάσεως) όσο και σε «συσκευές επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2014» (αιτιολογική σκέψη 445 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ή ακόμη, σε μία μόνο φράση, σε «συσκευές που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία το 2015» και σε «συσκευές που τέθηκαν σε κυκλοφορία το 2015» (αιτιολογική σκέψη 446 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

453

Τέλος, όσον αφορά το επιμέρους υποτμήμα 11.4.2.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, απαντώντας στα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ότι η Apple θα επέλεγε σε κάθε περίπτωση να προμηθεύεται από την προσφεύγουσα λόγω της υπεροχής των συνόλων τσιπ της (αιτιολογική σκέψη 423 της προσβαλλομένης αποφάσεως), η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πληρωμές είχαν αντίκτυπο στη στρατηγική προμηθειών της Apple όσον αφορά τις «συσκευές που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015» (αιτιολογική σκέψη 451 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

454

Ενώ στο σώμα του εν λόγω επιμέρους υποτμήματος η Επιτροπή αναφέρεται σε «συσκευές που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015» (αιτιολογική σκέψη 455 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και σε «συσκευές iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015» (αιτιολογική σκέψη 464 της προσβαλλομένης αποφάσεως), αναφέρεται εντούτοις πλείονες φορές και σε «συσκευές που τέθηκαν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015» (αιτιολογικές σκέψεις 456 έως 458, 462 και 463 της προσβαλλομένης αποφάσεως) καθώς και «στην έκδοση CDMA του iPhone 4 που τέθηκε σε κυκλοφορία τον Φεβρουάριο του 2011» (αιτιολογική σκέψη 460 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και σε «[εμπιστευτικό]» (αιτιολογική σκέψη 465 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

455

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναπτύσσει μια γενική συλλογιστική η οποία αφορά και αντιμετωπίζει από κοινού τόσο τις «συσκευές» όσο και τις συσκευές iPad, οι οποίες προσδιορίζονται ποικιλοτρόπως ως, μεταξύ άλλων, εκείνες των ετών «2014 και 2015», ως εκείνες που «τέθηκαν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015» ή ως εκείνες που «επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015», χωρίς να αποσαφηνίζει το περιεχόμενο των εν λόγω φράσεων ή να επεξηγεί πώς συσχετίζονται μεταξύ τους.

456

Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 424 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την παράθεση της διαπιστώσεως που συνάγεται από το επιμέρους υποτμήμα 11.4.2.1 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρεται σε συσκευές οι οποίες «τέθηκαν σε κυκλοφορία» τα έτη 2014 και 2015, ενώ στην αιτιολογική σκέψη 451 της ίδιας αποφάσεως, κατά την παράθεση της διαπιστώσεως που συνάγεται από το επιμέρους υποτμήμα 11.4.2.4 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρεται σε συσκευές οι οποίες «επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία» τα έτη 2014 και 2015. Ωστόσο, στο σώμα καθενός από τα εν λόγω επιμέρους υποτμήματα, η Επιτροπή αναφέρεται επίσης και σε άλλες συσκευές, η διατύπωση των οποίων δεν αντιστοιχεί στις συσκευές τις οποίες αφορά η απόδειξή της.

457

Είναι αληθές ότι, στο υπόμνημα αντικρούσεώς της, και σε απάντηση στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η απόδειξη των συνεπειών που πράγματι επέρχονται λόγω των επίμαχων πληρωμών, η οποία διαλαμβάνεται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όχι μόνο δεν αφορούσε τις συσκευές iPhone, αλλά αφορούσε αποκλειστικά ορισμένα «μη CDMA» μοντέλα iPad, τα οποία «έπρεπε να τεθούν σε κυκλοφορία» τα έτη 2014 και 2015, και όχι τις συσκευές iPad που πράγματι «τέθηκαν σε κυκλοφορία» τα έτη 2014 και 2015, η δε Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για οποιαδήποτε τυχόν παρανόηση προκλήθηκε λόγω του συγκεκριμένου «λάθους εκ παραδρομής».

458

Ωστόσο, σε αντίθεση με την άποψη της Επιτροπής, ο εσφαλμένος προσδιορισμός των συσκευών που αναφέρονται στην απόδειξη των πραγματικών συνεπειών των επίμαχων πληρωμών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλό λάθος εκ παραδρομής. Ειδικότερα, το μοντέλο [εμπιστευτικό] που προσδιορίζεται με το ακρωνύμιο «[εμπιστευτικό]» και το οποίο μνημονεύεται στις αιτιολογικές σκέψεις 433 και 465 της προσβαλλομένης αποφάσεως αντιστοιχεί, από εμπορικής απόψεως, στο μοντέλο που αναφέρεται ως «[εμπιστευτικό]» και το μοντέλο αυτό, όπως η ίδια η Επιτροπή επισημαίνει στην προσβαλλόμενη απόφαση, «τέθηκε σε κυκλοφορία» το φθινόπωρο του 2013. Καθόσον το εν λόγω μοντέλο «τέθηκε σε κυκλοφορία» το 2013, δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο μιας απόδειξης όπως αυτή που διαλαμβάνεται στο επιμέρους υποτμήμα 11.4.2.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο αποσκοπεί στην εξέταση των πραγματικών συνεπειών των επίμαχων πληρωμών στα μοντέλα που «τέθηκαν σε κυκλοφορία» τα έτη 2014 και 2015.

459

Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι ο έλεγχος νομιμότητας που προβλέπεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ αφορά την προσβαλλόμενη πράξη και όχι το περιεχόμενο των υπομνημάτων που κατατέθηκαν από τον καθού ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Orange Polska κατά Επιτροπής, C‑123/16 P, EU:C:2018:590, σκέψη 85).

460

Εξάλλου, ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προσφεύγουσα γνώριζε τις συσκευές για τις οποίες η Apple σκόπευε να προμηθευτεί από την Intel είναι άνευ σημασίας, καθόσον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 459 ανωτέρω, ο έλεγχος του Γενικού Δικαστηρίου αφορά το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Περαιτέρω, λόγω των όρων που χρησιμοποιούνται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η προσφεύγουσα έκρινε αναγκαίο να αμφισβητήσει το σκεπτικό της Επιτροπής όσον αφορά τόσο τις συσκευές που «τέθηκαν σε κυκλοφορία» όσο και εκείνες που «επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία» (σκέψη 430 ανωτέρω).

461

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής διευκρινίσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να προσδιορίσει εκ των υστέρων τις συσκευές στις οποίες αναφέρεται κάθε μία από τις φράσεις που χρησιμοποιεί η Επιτροπή σε κάθε μία από τις αιτιολογικές σκέψεις του υποτμήματος 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

462

Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίστηκε η Επιτροπή για να στηρίξει τα συμπεράσματά της στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατικά, τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με τα συμπεράσματα στην τεκμηρίωση των οποίων αποσκοπούσαν στο πλαίσιο των επιμέρους υποτμημάτων 11.4.2.1, 11.4.2.2 και 11.4.2.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, γεγονός το οποίο, εξάλλου, έχει αντίκτυπο στην εσωτερική συνοχή του υποτμήματος 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

463

Κατά συνέπεια, η εκτίμηση της Επιτροπής στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τα αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα τα οποία πραγματικά επέφεραν οι επίμαχες πληρωμές, δηλαδή ότι αυτές μείωσαν όντως τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς ανταγωνιστικούς προμηθευτές συνόλων τσιπ LTE για ορισμένες συσκευές, πάσχει λόγω ελλείψεως συνέπειας των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία βασίστηκε προς θεμελίωση των διαπιστώσεών της.

γ)   Επί της τρίτης επιμέρους αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται μη συνεκτίμηση ορισμένων κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο της αποδείξεως που διαλαμβάνεται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως

464

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι τα σύνολα τσιπ της Intel δεν επιλέχθηκαν από την Apple επειδή δεν πληρούσαν τις τεχνικές και χρονοδιαγραμματικές απαιτήσεις της Apple όσον αφορά τις συγκεκριμένες συσκευές, και όχι εξαιτίας των επίμαχων πληρωμών, γεγονός το οποίο η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη.

465

Συναφώς, μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ήδη από την έλλειψη συνέπειας που διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της πρώτης επιμέρους αιτιάσεως (βλ. σκέψη 463 ανωτέρω), είναι απαραίτητο να εξακριβωθεί επιπλέον κατά πόσον η Επιτροπή έλαβε υπόψη στην ανάλυσή της όλα τα κρίσιμα στοιχεία τα οποία όφειλε να συνεκτιμήσει. Προς τούτο, η ανάλυση είναι σκόπιμο να συνεχιστεί με την παραδοχή ότι, όπως ανέφερε η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι συσκευές στις οποίες εστίαζε η εν λόγω ανάλυση ήταν οι «μη CDMA» εκδόσεις του μοντέλου «[εμπιστευτικό]» (ή «[εμπιστευτικό]») για το 2014 και τα μοντέλα «[εμπιστευτικό]» και «[εμπιστευτικό]» για το 2015 (στο εξής: φερόμενα ως σχετικά μοντέλα), χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω το ζήτημα κατά πόσον οι συσκευές αυτές προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία.

466

Πρέπει εκ προοιμίου να σημειωθεί ότι το ερώτημα κατά πόσον τα σύνολα τσιπ LTE των ανταγωνιστών της προσφεύγουσας ανταποκρίνονταν όντως στις τεχνικές και χρονοδιαγραμματικές απαιτήσεις της Apple όσον αφορά τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα είναι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, ένα κρίσιμο στοιχείο το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την ανάλυση των συνεπειών που πράγματι προκάλεσαν οι επίμαχες πληρωμές στις αποφάσεις περί προμηθειών της Apple σε σχέση με τις ανάγκες της σε σύνολα τσιπ LTE για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα. Ειδικότερα, εάν, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, η Apple δεν είχε καμία τεχνική ή χρονοδιαγραμματική εναλλακτική λύση έναντι των συνόλων τσιπ LTE της προσφεύγουσας για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα, η κατάσταση αυτή θα είχε αναγκαστικά αντίκτυπο στις αποφάσεις της για την προμήθεια των συγκεκριμένων μοντέλων και, επομένως, στις όποιες συνέπειες είχαν οι επίμαχες πληρωμές στις αποφάσεις αυτές.

467

Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα εγείρουν συναφώς αμφιβολίες.

468

Πρώτον, όσον αφορά το φερόμενο ως σχετικό μοντέλο το οποίο επρόκειτο να «τεθεί σε κυκλοφορία» το 2014, το οποίο προσδιορίζεται με το ακρωνύμιο «[εμπιστευτικό]», όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι η ανάπτυξη του συνόλου τσιπ της Intel ([εμπιστευτικό]), το οποίο η Apple είχε εξετάσει για πιθανή χρήση στο μοντέλο «[εμπιστευτικό]», ήταν [εμπιστευτικό].

469

Ειδικότερα, η εσωτερική παρουσίαση της Apple στις [εμπιστευτικό], την οποία μνημονεύει η Επιτροπή στην υποσημείωση 612 της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την αιτιολογική σκέψη 464 αυτής, αναφέρει [εμπιστευτικό].

470

Τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019 επιβεβαιώνουν τις διαπιστώσεις αυτές. Συγκεκριμένα, σε εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple με ημερομηνία [εμπιστευτικό] αναφέρεται, όσον αφορά τη χρήση του συνόλου τσιπ [εμπιστευτικό] για τις συσκευές iPad που έχει σχεδιαστεί για [εμπιστευτικό], δηλαδή το μοντέλο «[εμπιστευτικό]», ότι [εμπιστευτικό] και ότι [εμπιστευτικό]. Από έτερο εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple με ημερομηνία [εμπιστευτικό] συνάγεται ότι το εν λόγω σύνολο τσιπ ήταν [εμπιστευτικό] και ότι, εάν [εμπιστευτικό].

471

Εξάλλου, στον βαθμό που η Apple σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία το 2014 μοντέλα iPad διαφορετικά από το μοντέλο «[εμπιστευτικό]», πρέπει να σημειωθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, από τα έγγραφα του φακέλου προκύπτει ότι τα σύνολα τσιπ των ανταγωνιστών της προσφεύγουσας δεν πληρούσαν τις τεχνικές και χρονοδιαγραμματικές απαιτήσεις της Apple. Ούτως, ο πίνακας υπό τον τίτλο [εμπιστευτικό] όσον αφορά το 2014, ο οποίος επισυνάφθηκε σε εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple με ημερομηνία [εμπιστευτικό], καταδεικνύει ότι τα σύνολα τσιπ των ανταγωνιστών της προσφεύγουσας, και ιδίως εκείνα της Intel, δεν ανταποκρίνονταν πλήρως στις τεχνικές ή χρονοδιαγραμματικές απαιτήσεις της Apple, όπως προκύπτει από [εμπιστευτικό].

472

Ειδικότερα, όπως επιβεβαίωσε εξάλλου η Επιτροπή στην απάντησή της στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, το σύνολο τσιπ της Intel το οποίο είχε εξεταστεί για το μοντέλο «[εμπιστευτικό]» [εμπιστευτικό] ανταποκρινόταν «εν μέρει» στις «απαιτήσεις της Apple», καθόσον το ελλείπον χαρακτηριστικό συνδεόταν με την απουσία τεχνολογίας [εμπιστευτικό]. Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι σε εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple με ημερομηνία [εμπιστευτικό], και θέμα [εμπιστευτικό], αναφέρεται κατ’ ουσίαν ότι [εμπιστευτικό], ότι, ωστόσο, [εμπιστευτικό] και ότι, σε αυτό το νέο πλαίσιο, [εμπιστευτικό]. Από την άποψη αυτή, σε εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple με ημερομηνία [εμπιστευτικό] αναφέρει [εμπιστευτικό]. Εξάλλου, η σημασία της τεχνολογίας αυτής για τα άλλα iPad τα οποία η Apple σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία το 2014 δεν δύναται να τεθεί εν αμφιβόλω από τα επιχειρήματα της Επιτροπής που βασίζονται σε δηλώσεις υπαλλήλων της Apple σχετικά με το μοντέλο «[εμπιστευτικό]» ή που συνδέονται με την ισχύουσα κατάσταση όταν η συγκεκριμένη τεχνολογία δεν είχε αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον τα επιχειρήματα αυτά προβάλλονται αλυσιτελώς.

473

Δεύτερον, όσον αφορά τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα τα οποία επρόκειτο να «τεθούν σε κυκλοφορία» το 2015, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα, από τα έγγραφα του φακέλου προκύπτει ότι τα σύνολα τσιπ των ανταγωνιστών της προσφεύγουσας, και ιδίως τα σύνολα τσιπ της Intel, τα οποία η Apple είχε εξετάσει για ενδεχόμενη χρήση στις συσκευές iPad που σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία το 2015, δεν πληρούσαν τις τεχνικές και χρονοδιαγραμματικές απαιτήσεις της Apple.

474

Αφενός, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε τον πίνακα υπό τον τίτλο [εμπιστευτικό] για το 2015, ο οποίος επισυνάφθηκε σε εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple με ημερομηνία [εμπιστευτικό]. Ο πίνακας αυτός καταδεικνύει ότι τα σύνολα τσιπ της Intel δεν ανταποκρίνονταν πλήρως στις τεχνικές και χρονοδιαγραμματικές απαιτήσεις της Apple, όπως προκύπτει από το [εμπιστευτικό].

475

Αφετέρου, πρέπει να σημειωθεί ότι, στην ανταλλαγή εσωτερικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple με ημερομηνία 18 Φεβρουαρίου 2014, η οποία ακολούθησε το εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 436 της προσβαλλομένης αποφάσεως και το περιεχόμενο του οποίου γνωστοποιήθηκε στο πλαίσιο των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, δύο μηχανικοί της Apple ανέφεραν ότι το σύνολο τσιπ της Intel το οποίο εξεταζόταν να χρησιμοποιηθεί σε μια συσκευή iPad η οποία επρόκειτο να τεθεί σε κυκλοφορία το φθινόπωρο του 2015 «δεν ήταν πραγματικά» ισοδύναμο ως προς τα χαρακτηριστικά με το σύνολο τσιπ της προσφεύγουσας. Σημειωτέον δε ότι οι εν λόγω δύο μηχανικοί διευκρίνισαν ότι η διαφορά αυτή οφειλόταν στην απουσία από το σύνολο τσιπ της Intel τεχνολογίας [εμπιστευτικό], η οποία θεωρούνταν [εμπιστευτικό].

476

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι πλείονα πραγματικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή, τα οποία επιβεβαιώθηκαν εξάλλου από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εγείρουν αμφιβολίες ως προς το εάν τα σύνολα τσιπ της Intel, ή και άλλων ανταγωνιστών της προσφεύγουσας, μπορούσαν να ανταποκριθούν στις τεχνικές και χρονοδιαγραμματικές απαιτήσεις της Apple σε σχέση με τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα, και κατά περίπτωση, τα άλλα μοντέλα iPad που η Apple σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

477

Η Επιτροπή δεν θα μπορούσε βασίμως να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πληρωμές είχαν όντως μειώσει τα κίνητρα της Apple να στραφεί σε ανταγωνιστικούς προμηθευτές συνόλων τσιπ LTE χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι, σε σχέση με τις απαιτήσεις της Apple για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα, δεν υπήρχε τεχνική ή χρονοδιαγραμματική εναλλακτική λύση έναντι των συνόλων τσιπ της προσφεύγουσας.

478

Είναι αληθές ότι, στην αιτιολογική σκέψη 464 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ανέφερε ότι η Apple εξέτασε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει τα σύνολα τσιπ της Intel στις συσκευές «iPad που επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015 λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους, όχι μόνον την τεχνική υπεροχή, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών απαιτήσεων των συγκεκριμένων μοντέλων», και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι η Intel δεν ήταν λιγότερο ελκυστική από την προσφεύγουσα, τουλάχιστον όσον αφορά τα συγκεκριμένα μοντέλα. Ωστόσο, το περιεχόμενο του ισχυρισμού αυτού της Επιτροπής δεν προκύπτει σαφώς από τη διατύπωσή του, ιδίως όσον αφορά την αναφερόμενη «τεχνική υπεροχή».

479

Εξάλλου, ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός εκλαμβανόταν υπό την έννοια ότι, κατά την Επιτροπή, τα σύνολα τσιπ LTE της Intel αποτελούσαν βιώσιμη εναλλακτική λύση για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα, τόσο από τεχνικής απόψεως όσο και από απόψεως χρονοδιαγράμματος, πρέπει να σημειωθεί ότι, προς επίρρωση της εκτιμήσεως αυτής, στην υποσημείωση 612 της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την αιτιολογική σκέψη 464 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή αρκέστηκε να παραπέμψει, ενδεικτικά, σε τρία εσωτερικά έγγραφα της Apple, τα οποία, ωστόσο, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα σύνολα τσιπ της Intel πληρούσαν τις τεχνικές απαιτήσεις ή τις απαιτήσεις χρονοδιαγράμματος της Apple για τα εν λόγω μοντέλα. Ειδικότερα, το πρώτο έγγραφο, στο οποίο παραπέμπει η Επιτροπή επικαλούμενη μόνον το εξώφυλλό του, είναι μια παρουσίαση της Apple [εμπιστευτικό] η οποία αναφέρεται μάλλον στο [εμπιστευτικό] των συνόλων τσιπ της Intel (βλ. επίσης, συναφώς, σκέψη 469 ανωτέρω)· το δεύτερο έγγραφο είναι ένα εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple του Οκτωβρίου του 2012, μνημονευόμενο επίσης στην αιτιολογική σκέψη 433 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο οποίο αναφέρεται μεν ότι ομολογουμένως η Intel θα αποτελούσε ένα «καλό σχέδιο» για το μοντέλο «[εμπιστευτικό]», πλην όμως δεν περιέχει καμία ένδειξη ως προς τη δυνατότητα υλοποιήσεως ενός τέτοιου «σχεδίου» από απόψεως χρονοδιαγράμματος· και το τρίτο έγγραφο είναι ένα εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple του Ιουνίου του 2012, μνημονευόμενο επίσης στην αιτιολογική σκέψη 428 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο αναφέρεται σε μια πρόταση της Intel η οποία δεν ήταν ικανοποιητική από απόψεως τιμήματος. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η Intel δεν ήταν λιγότερο ελκυστική από την προσφεύγουσα για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα όχι μόνο δεν τεκμηριώνεται από τα τρία αυτά έγγραφα, αλλά δεν δύναται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Apple θα μπορούσε πράγματι να είχε πραγματοποιήσει προμήθειες από τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας σε σχέση τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα, λαμβανομένων υπόψη των τεχνικών της απαιτήσεων και των απαιτήσεών της ως προς το χρονοδιάγραμμα.

480

Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, η διαπίστωση ότι, στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ουδόλως εξέτασε κατά πόσον υπήρχαν ανταγωνιστικοί προμηθευτές συνόλων τσιπ LTE από τους οποίους η Apple θα μπορούσε να είχε προμηθευτεί σύνολα τσιπ LTE για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα λαμβανομένων υπόψη των τεχνικών της απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων και των απαιτήσεών της ως προς το χρονοδιάγραμμα.

481

Εντεύθεν συνάγεται ότι η εκτίμηση της Επιτροπής στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τα αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα που πράγματι επέφεραν οι επίμαχες πληρωμές, δηλαδή η μείωση των κινήτρων της Apple να στραφεί σε ανταγωνιστικούς προμηθευτές συνόλων τσιπ LTE για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα, δεν διενεργήθηκε υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων στοιχείων που έπρεπε να ληφθούν υπόψη.

δ)   Επί της δεύτερης επιμέρους αιτιάσεως, σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη στην απόδειξη που διαλαμβάνεται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως

482

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι, σε σχέση με τις συσκευές τις οποίες αφορά η ανάλυσή της, οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν τα κίνητρα της Apple να προμηθεύεται από τους ανταγωνιστές της.

483

Συναφώς, μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ήδη από την έλλειψη συνέπειας που διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της πρώτης επιμέρους αιτιάσεως (βλ. σκέψη 463 ανωτέρω) και από την παράλειψη συνεκτιμήσεως όλων των κρίσιμων στοιχείων που διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της τρίτης επιμέρους αιτιάσεως (βλ. σκέψη 481 ανωτέρω), είναι απαραίτητο να εξεταστεί εάν, περαιτέρω, τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται η Επιτροπή είναι ικανά να τεκμηριώσουν τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτά όσον αφορά τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα.

484

Προκαταρκτικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, με εξαίρεση το μοντέλο «[εμπιστευτικό]», κανένα από τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα δεν μνημονεύεται ρητώς στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Από το εν λόγω υποτμήμα προκύπτει σαφώς ότι η απόδειξη εκ μέρους της Επιτροπής δεν αφορούσε το κάθε σχετικό μοντέλο ειδικά, αλλά ήταν συνολική απόδειξη που αποσκοπούσε στο να καλύψει, στο σύνολό τους, τις συσκευές iPad που «τέθηκαν σε κυκλοφορία» ή «επρόκειτο να τεθούν σε κυκλοφορία» τα έτη 2014 και 2015, εξετάζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις τα δύο έτη από κοινού.

485

Αφετέρου, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή βασίστηκε κυρίως σε αποδεικτικά στοιχεία της Apple, καθόσον το επιμέρους υποτμήμα 11.4.2.1 της ίδιας αποφάσεως βασίζεται αποκλειστικά στην απάντηση της Apple στο ερώτημα [εμπιστευτικό] της αιτήσεως παροχής πληροφοριών με ημερομηνία [εμπιστευτικό] και σε εσωτερικά έγγραφα της Apple που επισυνάπτονται στην εν λόγω απάντηση.

486

Κατά πρώτον, όσον αφορά το σχετικό μοντέλο το οποίο «επρόκειτο να τεθεί σε κυκλοφορία» το 2014, δηλαδή, κατά την Επιτροπή, το μοντέλο το οποίο προσδιορίζεται με το ακρωνύμιο «[εμπιστευτικό]» (ή «[εμπιστευτικό]»), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως διευκρίνισε η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεώς της, στις αιτιολογικές σκέψεις 428 έως 435 της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνεται η απόδειξη των φερόμενων αποτελεσμάτων των επίμαχων πληρωμών επί της αποφάσεως της Apple σχετικά με την αγορά συνόλων τσιπ LTE.

487

Πρώτον, πρέπει συναφώς να σημειωθεί ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 425 έως 433 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ουσιαστικά επισήμανε τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή της, αποδεικνύουν ότι, πριν από τη σύναψη της πρώτης τροποποιήσεως της μεταβατικής συμφωνίας, η Apple είχε εξετάσει το ενδεχόμενο να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα και ότι αυτό θα μπορούσε να ενδιαφέρει την Apple από οικονομικής απόψεως, δεδομένου ότι «η δυνατότητα εξοικονόμησης χρημάτων μακροπρόθεσμα υπερέβαινε τις πληρωμές που προέκυπταν από τη μεταβατική συμφωνία».

488

Ούτως, ενώ είναι αληθές ότι από τις εκτιμήσεις που διαλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 425 έως 433 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Apple είχε λάβει υπόψη την ύπαρξη των πληρωμών που απέρρεαν από τη μεταβατική συμφωνία, εντούτοις δεν καταδεικνύεται από αυτές ότι οι επίμαχες πληρωμές που απέρρεαν από τη μεταβατική συμφωνία είχαν όντως μειώσει τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα και ιδίως για το μοντέλο «[εμπιστευτικό]».

489

Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 434 και 435 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η πρώτη τροποποίηση της μεταβατικής συμφωνίας εξηγούσε γιατί η Apple έπαψε να εξετάζει ανταγωνιστικούς προμηθευτές για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα τα οποία σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015.

490

Κατά συνέπεια, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Επιτροπής, δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μεταβατική συμφωνία είχε, αυτή καθεαυτήν, όντως μειώσει τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα.

491

Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι η εκτίμηση στην αιτιολογική σκέψη 435 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, «ως αποτέλεσμα της πρώτης τροποποιήσεως της μεταβατικής συμφωνίας, η Apple “έπαυσε να εξετάζει τυχόν εναλλακτικούς της προσφεύγουσας προμηθευτές συνόλων τσιπ βασικής ζώνης για κινητές συσκευές των ετών 2014 και 2015”», βασίζεται αποκλειστικά σε δήλωση περιεχόμενη στην απάντηση της Apple στην ερώτηση [εμπιστευτικό] της αιτήσεως παροχής πληροφοριών [εμπιστευτικό].

492

Πρέπει να επισημανθεί ότι η απάντηση αυτή δεν αφορά το μοντέλο «[εμπιστευτικό]» (ή «[εμπιστευτικό]»), το οποίο, σύμφωνα με την Επιτροπή, είναι το μόνο φερόμενο ως σχετικό μοντέλο για το 2014 το οποίο μνημονεύεται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Όσον αφορά τα μοντέλα του 2014 που δεν είναι CDMA, η προμνησθείσα απάντηση αναφέρεται αποκλειστικά στα μοντέλα [εμπιστευτικό]. Περαιτέρω, η δήλωση της Apple που επαναλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 435 της προσβαλλομένης αποφάσεως προέρχεται από το τμήμα της απαντήσεώς της που αφορά τα δύο τελευταία αυτά μοντέλα. Συνεπώς, η δήλωση αυτή φαίνεται να είναι άνευ σημασίας υπό το πρίσμα της αποδείξεως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το μοντέλο «[εμπιστευτικό]».

493

Τρίτον, πρέπει να σημειωθεί ότι στην αιτιολογική σκέψη 465 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο του επιμέρους υποτμήματος 11.4.2.4 της ίδιας αποφάσεως, η Επιτροπή ανέφερε [εμπιστευτικό] και, προς τούτο, επικαλέστηκε δύο δηλώσεις της Apple από την τρίτη περίπτωση του σημείου 52 των παρατηρήσεών της επί της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων.

494

Ωστόσο, όπως ορθώς επισημαίνει η προσφεύγουσα, οι δηλώσεις αυτές δεν αναφέρουν [εμπιστευτικό] λόγω των επίμαχων πληρωμών. Ειδικότερα, οι προμνησθείσες δηλώσεις δεν παρέχουν καμία ένδειξη ως προς το γιατί [εμπιστευτικό]. Καθόσον δε η Επιτροπή δεν προσκόμισε με την προσβαλλόμενη απόφαση πειστικά αποδεικτικά στοιχεία, το Γενικό Δικαστήριο δεν οφείλει να προσδιορίσει τους λόγους που οδήγησαν [εμπιστευτικό].

495

Κατά δεύτερον, όσον αφορά τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα τα οποία η Apple σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία το 2015, δηλαδή, σύμφωνα με την Επιτροπή, τα μοντέλα «[εμπιστευτικό]» και «[εμπιστευτικό]», όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως επεξήγησε η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεώς της, οι φερόμενες συνέπειες των επίμαχων πληρωμών αποδεικνύονται βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 436 και 437 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

496

Προκαταρκτικώς, στον βαθμό που η δήλωση της Apple που επαναλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 435 της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται γενικότερα και από κοινού σε «κινητές συσκευές των ετών 2014 και 2015», αρκεί να υπομνησθεί ότι η δήλωση αυτή έγινε σε σχέση με ορισμένα μοντέλα iPad του 2014, εκτός από το «[εμπιστευτικό]» (σκέψη 492 ανωτέρω). Επομένως, δεν αποδείχθηκε ούτε η συνάφεια της δηλώσεως αυτής με τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα του 2015.

497

Πρώτον, στην αιτιολογική σκέψη 436 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλέστηκε εσωτερικό έγγραφο της Apple που περιείχε εσωτερική ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 18 Φεβρουαρίου 2014, στην οποία αναφερόταν ότι ένας μηχανικός της Apple είχε προτείνει τη χρήση του συνόλου τσιπ της Intel για ένα μοντέλο iPad «του φθινοπώρου του 2015», καθόσον ήταν «ισοδύναμο ως προς τα χαρακτηριστικά» με το σύνολο τσιπ της προσφεύγουσας.

498

Αφενός, ούτε η αιτιολογική σκέψη 436 της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε η εν λόγω ανταλλαγή εσωτερικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προσδιορίζουν το μοντέλο iPad το οποίο σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία η Apple το 2015 και το οποίο αφορούσε η δήλωση του μηχανικού της Apple. Αφετέρου, στο πλαίσιο των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019, η προσφεύγουσα προσκόμισε μια άλλη ανταλλαγή εσωτερικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple της ίδιας ημερομηνίας, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του υπαλλήλου της Apple που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 436 της προσβαλλομένης αποφάσεως είχε όντως αμφισβητηθεί από τον επικεφαλής της ομάδας μηχανικών της Apple. Ο τελευταίος, απαντώντας, είχε αναφέρει ότι το σύνολο τσιπ της Intel «δεν ήταν ακριβώς ισοδύναμο ως προς τα χαρακτηριστικά» με το σύνολο τσιπ της προσφεύγουσας, η δε αγγλική λέξη με την οποία δηλώνεται άρνηση «not» [δεν] ήταν γραμμένη με κεφαλαία γράμματα στο εν λόγω εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Επιπλέον, η τελευταία αυτή εκτίμηση επιβεβαιώθηκε και από άλλον υπάλληλο της Apple στην ίδια ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

499

Τα στοιχεία αυτά εγείρουν επομένως αμφιβολίες για την ουσία της εκτιμήσεως που διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 436 της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε ένα μόνον εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple, το οποίο διαψεύδεται από δύο άλλα.

500

Δεύτερον, στην αιτιολογική σκέψη 437 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή παραπέμπει σε μια εσωτερική ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Apple με ημερομηνία 20 Φεβρουαρίου 2014, σε απάντηση στο εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 436 της εν λόγω αποφάσεως, στο πλαίσιο της οποίας, αφενός, ένας υπάλληλος της Apple ανέφερε ότι έτερος υπάλληλος διατηρούσε «ορισμένες ανησυχίες για εμπορικές ποινικές ρήτρες σε σχέση με την τήρηση του χρονοδιαγράμματος» όσον αφορά την κυκλοφορία μιας συσκευής iPad η οποία θα ενσωμάτωνε σύνολο τσιπ άλλου προμηθευτή και, αφετέρου, ο τελευταίος υπάλληλος επιβεβαιώνει ότι μια τέτοια κυκλοφορία θα ήταν «εμπορικά επισφαλής».

501

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι στα εν λόγω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στην αιτιολογική σκέψη 437 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν γίνεται καμία συγκεκριμένη αναφορά σε οποιοδήποτε μοντέλο iPad, ούτε στις επίμαχες πληρωμές και στις επίμαχες συμφωνίες. Επομένως, ουδόλως μπορεί να συναχθεί μετά βεβαιότητας ότι τα εν λόγω εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αφορούσαν την απώλεια και την επιστροφή των επίμαχων πληρωμών.

502

Εξάλλου, στον βαθμό που η Επιτροπή, στο υπόμνημα αντικρούσεώς της, επικαλέστηκε δήλωση της Apple στο πλαίσιο των παρατηρήσεών της επί της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων προκειμένου να συνδέσει τα εν λόγω εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τις επίμαχες πληρωμές, διαπιστώνεται ότι η δήλωση αυτή δεν περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 437 της προσβαλλομένης αποφάσεως και, επιπλέον, δεν αφορά τα εσωτερικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που μνημονεύονται στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη.

503

Τρίτον, επιπλέον, στην αιτιολογική σκέψη 438 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή παρέπεμψε σε μια οικονομική ανάλυση της ομάδας προμηθειών της Apple με ημερομηνία 29 Ιανουαρίου 2014, για τον οικονομικό αντίκτυπο της αλλαγής προμηθευτή το 2015 σε σχέση με τις ανάγκες σε σύνολα τσιπ μη‑CDMA, την οποία προσκόμισε η Apple με την απάντησή της στην ερώτηση [εμπιστευτικό] της αιτήσεως παροχής πληροφοριών με ημερομηνία [εμπιστευτικό].

504

Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι, όπως διευκρινίζει η Apple στην απάντησή της στην ερώτηση [εμπιστευτικό] της αιτήσεως παροχής πληροφοριών με ημερομηνία [εμπιστευτικό], η εν λόγω οικονομική ανάλυση «δεν αποτέλεσε τη βάση για οποιαδήποτε απόφαση περί προμηθειών εκ μέρους της διοικήσεως της Apple», με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους η διοίκηση της Apple δεν βασίστηκε σε μια τέτοια ανάλυση, όπερ δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξακριβώσει, η προμνησθείσα οικονομική ανάλυση δεν επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τις επιπτώσεις που είχαν όντως οι επίμαχες πληρωμές στις αποφάσεις της Apple όσον αφορά την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE.

505

Εντεύθεν συνάγεται ότι η Επιτροπή, στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο μιας συνολικής αναλύσεως που συνδυάζει μοντέλα και έτη, βασίστηκε σε στοιχεία που δεν είναι συναφή, που αντικρούονται από άλλα στοιχεία ή που δεν είναι ικανά να τεκμηριώσουν τα συμπεράσματά της σε σχέση με τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα και τα οποία, ως εκ τούτου, δεν καθιστούν δυνατό να αποδειχθεί ότι οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν όντως τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας για την προμήθεια συνόλων τσιπ LTE για τα εν λόγω μοντέλα.

506

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει, αφενός, ότι το υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να θεραπεύσει την παρανομία που διαπιστώθηκε κατόπιν της εξετάσεως της πρώτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως (σκέψεις 442 και 443 ανωτέρω) και, αφετέρου, ότι, εν πάση περιπτώσει, στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν προέβη σε κάποια ανάλυση που να στηρίζει τη διαπίστωση ότι οι επίμαχες πληρωμές μείωσαν όντως τα κίνητρα της Apple να στραφεί προς τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας προκειμένου να προμηθευτεί σύνολα τσιπ LTE για τα φερόμενα ως σχετικά μη-CDMA μοντέλα iPad τα οποία η Apple σκόπευε να θέσει σε κυκλοφορία τα έτη 2014 και 2015.

507

Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό βάσει μιας συλλογιστικής η οποία πάσχει, πρώτον, λόγω της έλλειψης συνέπειας των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλέστηκε προς τεκμηρίωση των διαπιστώσεών της (βλ. σκέψη 463 ανωτέρω), δεύτερον, διότι δεν συνεκτιμήθηκαν, επιπλέον, όλοι οι κρίσιμοι σχετικοί παράγοντες (βλ. σκέψη 481 ανωτέρω) και, τρίτον, επειδή βασίζεται, επιπροσθέτως, σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τα συμπεράσματά της (βλ. σκέψη 505 ανωτέρω).

508

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση της Επιτροπής ότι οι επίμαχες πληρωμές επέφεραν όντως αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα, επιβεβαιώνοντας την ικανότητά τους να επιφέρουν τέτοια αποτελέσματα, δεν είναι σύννομη.

509

Περαιτέρω, για τους ίδιους λόγους και σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η συλλογιστική του υποτμήματος 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να αποδείξει, επικουρικά, ότι οι επίμαχες πληρωμές είχαν την ικανότητα να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα σε σχέση με τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τούτο ισχύει, πρέπει να υπομνησθεί ότι η θεωρία περί ζημίας που υιοθετείται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού ικανότητα των επίμαχων πληρωμών που περιορίζεται στις ανάγκες της Apple αποκλειστικά για τα φερόμενα ως σχετικά μοντέλα, αλλά καλύπτει το σύνολο των αναγκών της Apple κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα τόσο για τις συσκευές iPhone όσο και για τις συσκευές iPad (βλ. σκέψεις 420, 442 και 443 ανωτέρω).

510

Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής πρέπει να γίνουν δεκτές.

4.   Συμπέρασμα

511

Από την εξέταση της πρώτης, της δεύτερης και της τρίτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιπές αιτιάσεις του σκέλους αυτού, συνάγεται ότι η κρίση ότι οι επίμαχες πληρωμές συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης δεν είναι σύννομη, καθόσον, πρώτον, η εξέταση της ικανότητας των επίμαχων πληρωμών να επιφέρουν αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα βασίζεται σε μια ανάλυση η οποία δεν διενεργήθηκε υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και, δεύτερον, η εξέταση των αποτελεσμάτων που όντως προκάλεσαν οι επίμαχες πληρωμές βασίζεται σε μια ανάλυση η οποία δεν καθιστά δυνατή την τεκμηρίωση των διαπιστώσεων στις οποίες κατέληξε η Επιτροπή.

512

Για τους λόγους αυτούς, λαμβανομένων υπόψη των παρανομιών που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της εξετάσεως του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, και χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν οι ισχυρισμοί που προβάλλει η προσφεύγουσα στα λοιπά σκέλη, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός και, επί τη βάσει αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.

Δ. Γενικό συμπέρασμα

513

Καθόσον τόσο ο πρώτος λόγος ακυρώσεως (κατά το πρώτο και το τρίτο σκέλος του) όσο και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως (κατά το τρίτο σκέλος του) έγιναν δεκτοί, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως ούτε τα αιτήματα της προσφεύγουσας περί λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας ή μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων, στον βαθμό που τα αιτήματα αυτά υπερβαίνουν τα μέτρα που αποφασίζει ή διατάζει το Γενικό Δικαστήριο, αλλά ούτε να εξεταστούν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία πλην των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019.

IV. Επί των δικαστικών εξόδων

514

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

515

Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Ακυρώνει την απόφαση C(2018) 240 final της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 2018, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 102 [ΣΛΕΕ] και του άρθρου 54 της [Σ]υμφωνίας ΕΟΧ [υπόθεση AT.40220 – Qualcomm (πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας)].

 

2)

Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

 

Μαρκουλλή

Frimodt Nielsen

Schwarcz

Ηλιόπουλος

Norkus

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιουνίου 2022.

(υπογραφές)

Περιεχόμενα

 

I. Ιστορικό της διαφοράς

 

Α. Ως προς την προσφεύγουσα

 

Β. Ως προς τη διοικητική διαδικασία

 

1. Η διαδικασία όσον αφορά την προσφεύγουσα

 

2. Οι άλλες επιχειρήσεις και τα ενδιαφερόμενα μέρη

 

3. Η πρόσβαση στον φάκελο

 

Γ. Επί της προσβαλλομένης αποφάσεως

 

1. Οι συμφωνίες μεταξύ της προσφεύγουσας και της Apple

 

2. Ο ορισμός της αγοράς

 

3. Η δεσπόζουσα θέση

 

4. Η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης

 

5. Το πρόστιμο

 

6. Το διατακτικό

 

II. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

 

Α. Κύρια διαδικαστικά στοιχεία

 

1. Έγγραφη διαδικασία

 

2. Αίτηση παρεμβάσεως της Apple

 

3. Το αίτημα για λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας ή για διεξαγωγή αποδείξεων

 

4. Πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία προσκομισθέντα μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας

 

5. Αιτήματα για μη δημοσιοποίηση ορισμένων στοιχείων

 

6. Τοποθέτηση της εισηγήτριας δικαστή στο έκτο τμήμα

 

7. Παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον πενταμελούς τμήματος

 

8. Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και διεξαγωγή αποδείξεων

 

9. Προφορική διαδικασία

 

Β. Αιτήματα των διαδίκων

 

III. Σκεπτικό

 

A. Σχετικά με το παραδεκτό των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων της 26ης Ιουλίου 2019

 

Β. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως περί πρόδηλων διαδικαστικών σφαλμάτων

 

1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 

2. Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, όσον αφορά την έλλειψη σημειώσεων και πληροφοριών σχετικά με συναντήσεις και τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη

 

α) Οι συναντήσεις και οι τηλεφωνικές διασκέψεις με τρίτα μέρη για τις οποίες διαβιβάστηκαν πληροφορίες στην προσφεύγουσα πριν από την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής

 

1) Συνοπτική έκθεση του ιστορικού

 

2) Επί της υπάρξεως διαδικαστικής παρατυπίας

 

3) Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας

 

β) Σχετικά με την τηλεφωνική διάσκεψη και τη συνάντηση με τρίτο μέρος, για τις οποίες παρασχέθηκαν πληροφορίες στην προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης σε απάντηση των επιχειρημάτων που βασίζονται στα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της 26ης Ιουλίου 2019

 

1) Συνοπτική έκθεση του ιστορικού

 

2) Επί της υπάρξεως διαδικαστικής παρατυπίας

 

3) Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας

 

γ) Σχετικά με τη συνάντηση με ορισμένο τρίτο μέρος για την οποία η προσφεύγουσα έλαβε πληροφορίες κατά την παρούσα διαδικασία σε απάντηση των μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων της 12ης Οκτωβρίου 2020

 

1) Συνοπτική έκθεση του ιστορικού

 

2) Επί της υπάρξεως διαδικαστικής παρατυπίας

 

3) Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας

 

3. Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον αφορά τις διαφορές μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της προσβαλλομένης αποφάσεως

 

4. Συμπέρασμα

 

Γ. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως ως προς τη διαπίστωση ότι οι επίμαχες συμφωνίες ήταν ικανές να επιφέρουν δυνητικά αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα

 

1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 

α) Υπόμνηση των νομολογιακών αρχών

 

β) Υπενθύμιση της δομής της προσβαλλομένης αποφάσεως

 

γ) Υπενθύμιση των αιτιάσεων της προσφεύγουσας

 

2. Επί της πρώτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά τη μη συνεκτίμηση όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών

 

3. Επί της δεύτερης και της τρίτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τις οποίες προβάλλεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες συμφωνίες επηρέασαν τις αποφάσεις περί προμηθειών της Apple όσον αφορά τις συσκευές iPad «του 2014» και «του 2015»

 

α) Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 

β) Επί της πρώτης επιμέρους αιτιάσεως, σχετικά με τις συσκευές που μνημονεύονται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως

 

γ) Επί της τρίτης επιμέρους αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται μη συνεκτίμηση ορισμένων κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο της αποδείξεως που διαλαμβάνεται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως

 

δ) Επί της δεύτερης επιμέρους αιτιάσεως, σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη στην απόδειξη που διαλαμβάνεται στο υποτμήμα 11.4.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως

 

4. Συμπέρασμα

 

Δ. Γενικό συμπέρασμα

 

IV. Επί των δικαστικών εξόδων


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.

( 1 ) Μη δημοσιοποιούμενα εμπιστευτικά στοιχεία.