ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 23ης Απριλίου 2020 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Άρθρο 45, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Αποδοχές – Κατάταξη στα κλιμάκια συστήματος αποδοχών – Σύστημα αποδοχών που συνδέει τη χορήγηση υψηλότερων αποδοχών με την προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη – Περιορισμός στην προσμέτρηση της συναφούς προϋπηρεσίας σε εργοδότη ευρισκόμενο σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής»

Στην υπόθεση C‑710/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesarbeitsgericht (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο εργατικών διαφορών, Γερμανία) με απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Νοεμβρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

WN

κατά

Land Niedersachsen,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. G. Xuereb, πρόεδρο τμήματος, A. Arabadjiev (εισηγητή) και A. Kumin, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η WN, εκπροσωπούμενη από τον K. Otte, Rechtsanwalt,

το Land Niedersachsen, εκπροσωπούμενο από την J. Rasche, Rechtsanwältin,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Möller και την S. Eisenberg,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και B.‑R. Killmann,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ και του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης (ΕΕ 2011, L 141, σ. 1).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της WN και του Land Niedersachsen (ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας, Γερμανία) σε σχέση με τη μερική προσμέτρηση, στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους των αποδοχών της αναιρεσείουσας στην κύρια δίκη, της συναφούς προϋπηρεσίας της σε εργοδότη εγκατεστημένο στη Γαλλία.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 492/2011 ορίζει τα εξής:

«Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγένειάς του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχόλησης και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.»

4

Το άρθρο 1 της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43, στο εξής: συμφωνία‑πλαίσιο), προβλέπει την υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας που εμφαίνεται στο παράρτημα της οδηγίας αυτής.

5

Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», ορίζει:

«1. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως “εργαζόμενος ορισμένου χρόνου” νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.

2. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως “αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου” νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων. Όπου δεν υπάρχει αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου στην ίδια εκμετάλλευση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αναφορά στην εκάστοτε εφαρμοζόμενη συλλογική σύμβαση, ή όταν δεν υπάρχει οικεία συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ή τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές.»

6

Η ρήτρα 4 της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, η οποία φέρει τον τίτλο «Αρχή της μη διάκρισης», ορίζει τα εξής:

«1. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

2. Όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή “pro rata temporis”.

3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας καθορίζονται από τα κράτη μέλη ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και από τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβάνοντας υπόψη την κοινοτική νομοθεσία και τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και την πρακτική σε εθνικό επίπεδο.

4. Η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης θα είναι η ίδια για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου όπως και για τους εργαζομένους αορίστου χρόνου εκτός από την περίπτωση που δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας.»

Το γερμανικό δίκαιο

7

Η Tarifvertrag für den öffentlichen Dienst der Länder (συλλογική σύμβαση εργασίας για τις δημόσιες υπηρεσίες των ομόσπονδων κρατών), ως έχει κατόπιν της τροποποιήσεώς της με την υπ’ αριθ. 7 σύμβαση της 9ης Μαρτίου 2013, που έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της διαφοράς στην κύρια δίκη (στο εξής: TV-L), προβλέπει στο άρθρο της 12, που επιγράφεται «Κατάταξη», τα εξής:

«1.   Ο μισθωτός λαμβάνει τις αποδοχές που αναλογούν στον βαθμό στον οποίον έχει καταταγεί.

[…]»

8

Το άρθρο 16 της TV-L καθορίζει τα κλιμάκια κάθε βαθμού στη μισθολογική κλίμακα ως εξής:

«1.   Οι βαθμοί 9 έως 15 περιλαμβάνουν πέντε κλιμάκια […]

2.   Κατά την πρόσληψη, οι μισθωτοί κατατάσσονται στο κλιμάκιο 1 εφόσον δεν διαθέτουν συναφή επαγγελματική πείρα. Εάν οι μισθωτοί έχουν αποκτήσει συναφή επαγγελματική πείρα ενός τουλάχιστον έτους στο πλαίσιο προγενέστερης σχέσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου με τον ίδιον εργοδότη, για την κατάταξη σε κλιμάκιο προσμετρώνται οι περίοδοι συναφούς επαγγελματικής πείρας η οποία αποκτήθηκε στο πλαίσιο αυτής της προγενέστερης σχέσεως εργασίας. Εάν η συναφής επαγγελματική πείρα ενός τουλάχιστον έτους αποκτήθηκε στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας με άλλον εργοδότη, η κατάταξη γίνεται στο κλιμάκιο 2, ή –σε περίπτωση προσλήψεως μετά την 31η Ιανουαρίου 2010, και υπό την προϋπόθεση ότι ο μισθωτός διαθέτει συναφή επαγγελματική πείρα τουλάχιστον τριών ετών– στο κλιμάκιο 3. Ανεξαρτήτως τούτου, ο εργοδότης μπορεί, σε περίπτωση νέων προσλήψεων για την κάλυψη των αναγκών σε προσωπικό, να προσμετρήσει εν όλω ή εν μέρει περιόδους προϋπηρεσίας για την κατάταξη σε κλιμάκιο, εάν η δραστηριότητα αυτή είναι χρήσιμη για την προβλεπόμενη δραστηριότητα.

Διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο 16, παράγραφος 2:

1. Ως συναφής επαγγελματική πείρα νοείται η επαγγελματική πείρα στην ανατεθείσα δραστηριότητα ή σε δραστηριότητα αντίστοιχη προς το αντικείμενό της.

[…]

3. Υφίσταται προγενέστερη σχέση εργασίας κατά την έννοια της δεύτερης περιόδου οσάκις ο διαδραμών χρόνος μεταξύ της λήξεως της προγενέστερης σχέσεως εργασίας και της ενάρξεως της νέας δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες· […]

[…]

3.   Οι μισθωτοί μεταβαίνουν στο εκάστοτε επόμενο κλιμάκιο –από το κλιμάκιο 3, αναλόγως της αποδόσεώς τους, συμφώνως προς το άρθρο 17, παράγραφος 2– αφού συμπληρώσουν, στον εργοδότη τους, τις ακόλουθες περιόδους αδιάλειπτης δραστηριότητας στον ίδιο βαθμό (προαγωγή κατά κλιμάκιο):

Κλιμάκιο 2, κατόπιν ενός έτους στο κλιμάκιο 1,

Κλιμάκιο 3, κατόπιν δύο ετών στο κλιμάκιο 2,

Κλιμάκιο 4, κατόπιν τριών ετών στο κλιμάκιο 3,

Κλιμάκιο 5, κατόπιν τεσσάρων ετών στο κλιμάκιο 4 […]».

9

Η οδηγία 1999/70, περί υλοποιήσεως της συμφωνίας‑πλαισίου, μεταφέρθηκε στην γερμανική έννομη τάξη με τον νόμο Gesetz über Teilzeitarbeit und befristete Arbeitsverträge (Teilzeit- und Befristungsgesetz) (νόμο περί εργασίας με καθεστώς μερικής απασχολήσεως και περί συμβάσεων ορισμένου χρόνου), της 21ης Δεκεμβρίου 2000, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 20ής Δεκεμβρίου 2011 (στο εξής: TzBfG).

10

Υπό τον τίτλο «Αρχή της μη διάκρισης», το άρθρο 4 του TzBfG προβλέπει στην παράγραφό του 2 τα εξής:

«Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνον επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δικαιούνται αμοιβής ή άλλης διαιρετής εις χρήμα παροχής η οποία καταβάλλεται για ορισμένη περίοδο αναφοράς και της οποίας το ύψος πρέπει να είναι αντίστοιχο προς τη διάρκεια απασχολήσεώς τους εντός της περιόδου αναφοράς. Εάν ορισμένοι όροι εργασίας εξαρτώνται από την προϋπηρεσία στην ίδια εκμετάλλευση ή στην ίδια επιχείρηση, πρέπει να προσμετρώνται, για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, οι ίδιες περίοδοι με αυτές που προσμετρώνται για τους εργαζομένους αορίστου χρόνου, εκτός αν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

11

Μεταξύ των ετών 1997 και 2014, η WN, Γερμανίδα υπήκοος, δίδαξε αδιαλείπτως στη Γαλλία σε διάφορα κολλέγια και λύκεια. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2014, ήτοι λιγότερο από έξι μήνες αφότου έπαυσε τη δραστηριότητα αυτή, προσελήφθη ως εκπαιδευτικός από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας. Η σχέση της εργασίας διέπεται από την TV‑L, η οποία καθορίζει την κατάταξή της βάσει του κλιμακίου της στη μισθολογική κλίμακα.

12

Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η επαγγελματική πείρα που είχε αποκτήσει η WN στη Γαλλία αναγνωρίσθηκε από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας ως συναφής, κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 2, της TV‑L, στο πλαίσιο της κατατάξεώς της στην κλίμακα αυτή.

13

Εντούτοις, η προϋπηρεσία που είχε αποκτήσει στη Γαλλία προσμετρήθηκε εν μέρει μόνον από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας στο πλαίσιο του καθορισμού του κλιμακίου στο οποίο έπρεπε να καταταγεί η WN. Κατά συνέπεια, κατετάγη στο τρίτο κλιμάκιο του ενδέκατου βαθμού της μισθολογικής κλίμακας. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 2, της TV-L, που προβλέπει την επιβολή ανώτατου ορίου ως προς την προσμέτρηση της συναφούς επαγγελματικής πείρας σε άλλον εργοδότη, προσμετρήθηκαν τρία έτη μόνον από τα 17 έτη της προϋπηρεσίας της WN στη Γαλλία.

14

Η WN φρονεί ότι, εάν είχε αποκτήσει συναφή επαγγελματική πείρα 17 ετών στο πλαίσιο προηγούμενης σχέσεως εργασίας με τον ίδιον εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου αυτού 16, παράγραφος 2, εν προκειμένω με το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας, θα είχε καταταγεί, από της ενάρξεως της νέας εργασιακής σχέσεώς της με τον εργοδότη αυτόν, στο κλιμάκιο 5 του ιδίου βαθμού της μισθολογικής κλίμακας, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής.

15

Ως εκ τούτου, στις 20 Οκτωβρίου 2014, η WN ζήτησε από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας να καταταγεί στο πέμπτο κλιμάκιο του ενδέκατου βαθμού της μισθολογικής κλίμακας και να της καταβληθούν, αναδρομικώς, οι αντίστοιχες αποδοχές. Το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας απέρριψε την αίτηση αυτή για τον λόγο ότι η συναφής επαγγελματική πείρα άνω των τριών ετών την οποία μπορεί να επικαλεσθεί η WN είχε αποκτηθεί σε άλλον εργοδότη πλην του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας και δεν μπορούσε, ως εκ τούτου, να προσμετρηθεί καθ’ ολοκληρίαν.

16

Η WN άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αρμόδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εργατικών διαφορών, το οποίο την έκανε δεκτή και διέταξε την επανεξέταση της κατατάξεως της ενδιαφερομένης. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η WN είχε υποστηρίξει ότι η κατάταξή της στο τρίτο κλιμάκιο του βαθμού αυτού είναι εσφαλμένη, για τον λόγο ότι η μη προσμέτρηση του συνόλου της συναφούς επαγγελματικής πείρας την οποία είχε αποκτήσει στη Γαλλία συνιστά διαφορετική μεταχείριση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Το Landesarbeitsgericht (περιφερειακό δικαστήριο εργατικών διαφορών, Γερμανία) έκανε δεκτή την ασκηθείσα από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Κατόπιν αυτού, η WN άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesarbeitsgericht (Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου εργατικών διαφορών, Γερμανία), εξαιτούμενη την επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως.

17

Καθώς το δικαστήριο αυτό είχε αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της σχετικής εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«Πρέπει το άρθρο 45, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του [κανονισμού 492/2011] να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 16, παράγραφος 2, [της TV-L], κατά την οποία η αποκτηθείσα στον μέχρι τούδε εργοδότη συναφής επαγγελματική πείρα αντιμετωπίζεται προνομιακά κατά την κατάταξη στα κλιμάκια μισθολογικού συστήματος που καθιερώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας μετά την επαναπρόσληψη, καθώς κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της TV‑L η αναγνώριση της εν λόγω επαγγελματικής πείρας δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς, ενώ η αποκτηθείσα σε άλλους εργοδότες συναφής επαγγελματική πείρα λαμβάνεται υπόψη κατ’ ανώτατο όριο μέχρι τρία έτη, αν η εν λόγω προνομιακή αντιμετώπιση είναι επιβεβλημένη από το δίκαιο της Ένωσης και δη από τη ρήτρα 4, παράγραφος 4, της [συμφωνίας-πλαισίου];»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

18

Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, εναπόκειται στο Δικαστήριο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση, η οποία να του παρέχει δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, ένα εθνικό δικαστήριο διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα παραπέμποντας σε ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να είναι χρήσιμα για να αποφανθεί επί της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, ασχέτως του αν στα ερωτήματά του γίνεται μνεία των στοιχείων αυτών. Συναφώς, στο Δικαστήριο εναπόκειται να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Cogeco Communications, C‑637/17, EU:C:2019:263, σκέψη 35).

19

Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως στο σύνολο των εργαζομένων που προσλαμβάνονται από ένα Land, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας τους. Αντιθέτως, εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων αναλόγως του εργοδότη στον οποίον αποκτήθηκε η επαγγελματική πείρα.

20

Εν αντιθέσει προς την υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2013, Zentralbetriebsrat der gemeinnützigen Salzburger Landeskliniken (C‑514/12, EU:C:2013:799), στην οποία το επίμαχο εθνικό μέτρο αφορούσε γιατρούς και επαγγελματίες του κλάδου της υγείας από άλλο κράτος μέλος πλην της Δημοκρατίας της Αυστρίας και απασχολούμενους από το ομόσπονδο κράτος του Salzburg (Land Salzburg, Αυστρία), στην παρούσα υπόθεση, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η WN είναι Γερμανίδα υπήκοος, η οποία, πριν προσληφθεί ως εκπαιδευτικός σε σχολείο του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας στη Γερμανία, διέμενε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους όπου δίδασκε σε διάφορα σχολεία και λύκεια. Ως εκ τούτου, βάσει της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η WN είναι εργαζόμενη υπήκοος κράτους μέλους η οποία, λόγω της ιθαγενείας της, έτυχε διαφορετικής μεταχειρίσεως, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, όσον αφορά τις προϋποθέσεις απασχολήσεως και εργασίας.

21

Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η υπόθεση της κύριας δίκης χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 492/2011.

22

Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, πρέπει, προκειμένου να παρασχεθούν στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμα ερμηνευτικά στοιχεία, να αναδιατυπωθεί το υποβληθέν ερώτημα.

23

Πράγματι, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι το Bundesarbeitsgericht (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο εργατικών διαφορών) διερωτάται, στην πραγματικότητα, κατά πόσον το άρθρο 45, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους των αποδοχών ενός εργαζομένου ως εκπαιδευτικού σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, προσμετρά μέχρι το ανώτατο όριο των τριών συνολικά ετών τη συναφή προϋπηρεσία του εν λόγω εργαζομένου σε άλλον εργοδότη, πλην του συγκεκριμένου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως, εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος.

24

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το σύνολο των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, καθώς και οι διατάξεις του κανονισμού 492/2011, αποσκοπούν στο να διευκολυνθεί η άσκηση, από τους υπηκόους των κρατών μελών, πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο έδαφος της Ένωσης, και απαγορεύουν μέτρα τα οποία μπορούν να θέσουν σε δυσμενέστερη μοίρα τους υπηκόους αυτούς σε περίπτωση που επιθυμούν να ασκήσουν μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2019, Krah, C‑703/17, EU:C:2019:850, σκέψη 40).

25

Στο πλαίσιο αυτό, οι υπήκοοι των κρατών μελών έχουν, ιδίως, το δικαίωμα, το οποίο αρύονται απευθείας από τη Συνθήκη, να εγκαταλείπουν το κράτος μέλος καταγωγής τους και να μεταβαίνουν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους προκειμένου να διαμείνουν σ’ αυτό και να ασκήσουν εκεί δραστηριότητα. Κατά συνέπεια, το άρθρο 45 ΣΛΕΕ απαγορεύει κάθε εθνικό μέτρο το οποίο δύναται να θίξει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους υπηκόους της Ένωσης, της θεμελιώδους ελευθερίας που κατοχυρώνεται από το άρθρο αυτό (απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2019, Krah, C‑703/17, EU:C:2019:850, σκέψη 41).

26

Πράγματι, εθνική ρύθμιση κατά την οποία δεν προσμετράται το σύνολο της ισοδύναμης προϋπηρεσίας που έχει πραγματοποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος από αυτό της καταγωγής του διακινούμενου εργαζομένου είναι ικανή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, κατά παράβαση του άρθρου 45, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 74, και της 10ης Οκτωβρίου 2019, Krah, C‑703/17, EU:C:2019:850, σκέψη 54).

27

Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 2, της TV-L, η συναφής επαγγελματική πείρα προσώπου προσληφθέντος από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας, η οποία αποκτήθηκε σε άλλους εργοδότες πλην του συγκεκριμένου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως, προσμετράται εν μέρει μόνον.

28

Πάντως, όπως συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όσον αφορά, ειδικότερα, τη μερική προσμέτρηση της συναφούς επαγγελματικής πείρας, πρέπει να διαφοροποιείται η ισοδύναμη επαγγελματική πείρα, αφενός, από κάθε άλλη μορφή επαγγελματικής πείρας που είναι απλώς χρήσιμη για την άσκηση καθηκόντων εκπαιδευτικού σε σχολείο, αφετέρου (απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2019, Krah, C‑703/17, EU:C:2019:850, σκέψη 51).

29

Όσον αφορά την ισοδύναμη επαγγελματική πείρα, επισημαίνεται ότι οι Γερμανοί διακινούμενοι εργαζόμενοι, περιλαμβανομένων αυτών που κατάγονται από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας, οι οποίοι προτίθενται να ασκήσουν επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα τρία έτη καθήκοντα εκπαιδευτικού ή ισοδύναμα καθήκοντα σε ένα ή περισσότερα σχολεία ή σε παρεμφερή ιδρύματα κείμενα εκτός του Land αυτού ή σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα αποτραπούν από το να υλοποιήσουν την πρόθεσή τους αυτή. Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι αυτοί θα αποτραπούν από το να εγκαταλείψουν το κράτος μέλος καταγωγής τους για να μεταβούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους προκειμένου να ασκήσουν σε αυτό καθήκοντα εκπαιδευτικού ή ισοδύναμα καθήκοντα εάν, κατόπιν της επανόδου τους στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας, παρά το γεγονός ότι εκτελούσαν, κατ’ ουσίαν, την ίδια εργασία σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας δεν προσμετρήσει, κατά τον καθορισμό της μισθολογικής κατατάξεώς τους, ολόκληρη την ισοδύναμη επαγγελματική πείρα τους (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 74, και της 10ης Οκτωβρίου 2019, Krah, C‑703/17, EU:C:2019:850, σκέψη 47).

30

Εν προκειμένω, η προσμέτρηση του συνόλου της ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας την οποία έχουν αποκτήσει οι Γερμανοί διακινούμενοι εργαζόμενοι, περιλαμβανομένων αυτών που κατάγονται από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας, σε σχολείο ή σε παρεμφερές εκπαιδευτικό ίδρυμα κείμενο σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα είχε ως συνέπεια οι εργαζόμενοι αυτοί, οι οποίοι άσκησαν, επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα τρία έτη, καθήκοντα εκπαιδευτικού ή ισοδύναμα καθήκοντα, να υπόκεινται, στο πλαίσιο της μισθολογικής κατατάξεώς τους, στις ίδιες προϋποθέσεις με τους εργαζομένους του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας οι οποίοι εργάζονται ως εκπαιδευτικοί για το ίδιο συνολικά χρονικό διάστημα σε σχολεία του εν λόγω Land. Επομένως, μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι πρόκειται για στοιχείο που ασκεί επιρροή στην απόφαση των εργαζομένων αυτών να υποβάλουν υποψηφιότητα για θέση εκπαιδευτικού σε σχολεία άλλου κράτους μέλους πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και να εγκαταλείψουν το κράτος μέλος καταγωγής τους (πρβλ. απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2019, Krah, C‑703/17, EU:C:2019:850, σκέψη 49).

31

Δεύτερον, όσον αφορά, αντιθέτως, την προσμέτρηση του συνόλου της επαγγελματικής πείρας η οποία, χωρίς να είναι ισοδύναμη, είναι απλώς χρήσιμη για την άσκηση των καθηκόντων εκπαιδευτικού, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, η οποία καθιερώνεται στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ, δεν επιβάλλει μια τέτοια προσμέτρηση, δεδομένου ότι δεν είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι που απασχολούνται από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας χωρίς ποτέ να έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και οι εργαζόμενοι που το άσκησαν υπόκεινται στους ίδιους όρους όσον αφορά τη μισθολογική κατάταξή τους. Ειδικότερα, η εκτίμηση ότι ένας εργαζόμενος, του οποίου ολόκληρη η ισοδύναμη επαγγελματική πείρα που ενδεχομένως αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος μέλος καταγωγής του θα προσμετρηθεί για την αρχική μισθολογική κατάταξή του ως εκπαιδευτικού σε σχολείο του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας, θα αποτρεπόταν από το να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του αν δεν προσμετράται εξ ολοκλήρου κάθε άλλη μορφή επαγγελματικής πείρας την οποία ενδεχομένως αποκτήσει στο άλλο αυτό κράτος μέλος φαίνεται να θεμελιώνεται σε σύνολο περιστάσεων οι οποίες είναι υπερβολικά αβέβαιες και έμμεσες ώστε η κατάσταση αυτή να μπορεί να θεωρηθεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (πρβλ. απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2019, Krah, C‑703/17, EU:C:2019:850, σκέψη 50).

32

Εν προκειμένω, από τη δικογραφία συνάγεται ότι, κατ’ εφαρμογήν των εθνικών κανόνων, οι οποίοι πρέπει να ερμηνεύονται στενά, η επαγγελματική πείρα που απέκτησε η WN στη Γαλλία αναγνωρίσθηκε από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας ως επαγγελματική πείρα η οποία αποκτήθηκε στο πλαίσιο δραστηριότητας κατ’ ουσίαν ισοδύναμης προς αυτήν για την οποία προσελήφθη από το εν λόγω Land.

33

Κατά συνέπεια, εφόσον, δυνάμει κανονιστικής ρυθμίσεως όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δεν προσμετράται το σύνολο της ισοδύναμης προϋπηρεσίας που έχει αποκτηθεί σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής του διακινούμενου εργαζομένου, η ρύθμιση αυτή είναι ικανή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, κατά παράβαση του άρθρου 45, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και, ως εκ τούτου, συνιστά εμπόδιο στην εν λόγω ελευθερία.

34

Ένα τέτοιο μέτρο μπορεί να γίνει δεκτό μόνον αν επιδιώκει έναν από τους θεμιτούς σκοπούς που διακηρύσσονται στη Συνθήκη ΛΕΕ ή αν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Περαιτέρω επιβάλλεται, σε μια τέτοια περίπτωση, η εφαρμογή του να είναι κατάλληλη να διασφαλίσει την υλοποίηση του επίμαχου σκοπού και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο (απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2019, Krah, C‑703/17, EU:C:2019:850, σκέψη 55).

35

Όσον αφορά, πρώτον, το ζήτημα κατά πόσον το εν λόγω μέτρο μπορεί να είναι δικαιολογημένο από τον σκοπό που συνίσταται στη διασφάλιση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι το άρθρο 16, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της TV‑L είναι προσαρμοσμένο στις περιπτώσεις επαναπροσλήψεως εργαζομένων ορισμένου χρόνου από τον ίδιον εργοδότη. Το δικαστήριο αυτό διευκρινίζει ότι η εν λόγω εθνική διάταξη σκοπεί να παράσχει στους εργαζομένους που αποτελούν το αντικείμενο επαναλαμβανομένων προσλήψεων τη δυνατότητα προσβάσεως στα ανώτερα κλιμάκια. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του TzBfG, το οποίο συνιστά εφαρμογή της ρήτρας 4, σημείο 4, της συμφωνίας-πλαισίου, είναι σχεδιασμένο ώστε να αντιμετωπίζει ισότιμα τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου και τους εργαζομένους αορίστου χρόνου, όσον αφορά την αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους.

36

Τονίζεται, συναφώς, ότι από τη δικογραφία συνάγεται ότι η προσμέτρηση, δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 2, της TV-L, του συνόλου της αποκτηθείσας ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας ουδόλως προβλέπεται αποκλειστικώς για τα πρόσωπα τα οποία απέκτησαν την επαγγελματική πείρα τους στο πλαίσιο συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ουδόλως αποκλείεται πρόσωπο που έχει καταγγείλει τη σχέση εργασίας αορίστου χρόνου την οποία είχε συνάψει με το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας να αποφασίσει, πριν από την παρέλευση εξαμήνου μεταξύ του τέλους της προηγούμενης σχέσεως και της ενάρξεως της νέας σχέσεως, να συνάψει εκ νέου σύμβαση εργασίας με αυτό το ομόσπονδο κράτος και να μπορέσει να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 16, παράγραφος 2, της TV-L.

37

Εν προκειμένω, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει εάν η σχέση εργασίας της WN στη Γαλλία ήταν αορίστου χρόνου. Εντούτοις, το πραγματικό αυτό στοιχείο έχει μικρή σημασία. Πράγματι, η WN υπόκειται, εν πάση περιπτώσει, στην εφαρμογή ενός ανώτατου ορίου που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 2, της TV-L κατά τη σύναψη συμβάσεως εργασίας με το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας, ενώ ένας εργαζόμενος ο οποίος άσκησε ισοδύναμη δραστηριότητα προς αυτήν της WN στο πλαίσιο προγενέστερης σχέσεως εργασίας με αυτό το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας θα υπαγόταν στην ευνοϊκή ρύθμιση περί προσμετρήσεως του συνόλου της ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας του κατά τη σύναψη νέας συμβάσεως με αυτό, ανεξαρτήτως του εάν η προηγούμενη σχέση του εργασίας ήταν ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

38

Εξάλλου, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ισότιμη μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου, δεν είναι αναγκαίο να μην προσμετράται μέρος της ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας των εργαζομένων οι οποίοι έχουν εργασθεί σε άλλον εργοδότη. Περαιτέρω, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ουδόλως απαιτεί να ευνοούνται οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου εν σχέσει προς κάποια άλλη ομάδα εργαζομένων.

39

Δεύτερον, το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας και η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλουν, εν είδει δικαιολογητικού λόγου, ότι η αποκτηθείσα στον ίδιο εργοδότη πείρα επιτρέπει στον οικείο εργαζόμενο να εκπληρώνει καλύτερα τα καθήκοντά του. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλισθεί η μισθολογική ισότητα, το πλεονέκτημα αυτό θα μπορούσε να επιβραβευθεί με την καταβολή υψηλότερων αποδοχών στους εργαζομένους οι οποίοι διαθέτουν μια τέτοια επαγγελματική πείρα.

40

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο συνάγεται ότι η επαγγελματική πείρα που απέκτησε η WN στη Γαλλία αναγνωρίσθηκε από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας ως επαγγελματική πείρα αποκτηθείσα στο πλαίσιο δραστηριότητας κατ’ ουσίαν ισοδύναμης προς αυτήν την οποία υποχρεούται να ασκεί στο πλαίσιο της σχέσεώς της εργασίας με το Land αυτό. Πάντως, στον βαθμό που, εν προκειμένω, η πείρα αυτή θεωρήθηκε ως κατ’ ουσίαν ισοδύναμη με την πείρα η οποία έχει αποκτηθεί στα σχολεία του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας, το γεγονός ότι αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσμέτρησή της μόνο μέχρις ενός ανώτατου ορίου. Εθνικό μέτρο όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, το οποίο λαμβάνει υπόψη κατά τρόπο περιορισμένο την ισοδύναμη πείρα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στην πλήρη αξιοποίηση της πείρας αυτής και, επομένως, δεν μπορεί να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού ο οποίος προβάλλεται με αυτόν τον δικαιολογητικό λόγο (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Österreichischer Gewerkschaftsbund, C‑24/17, EU:C:2019:373, σκέψη 88).

41

Τρίτον, το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο δικαιολογείται από τον σκοπό της διατηρήσεως της αφοσιώσεως των εργαζομένων έναντι των εργοδοτών τους. Στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας αυτής, η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, εν αντιθέσει προς την υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler (C‑224/01, EU:C:2003:513), στην οποία τα διάφορα αυστριακά πανεπιστήμια ήσαν σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, ορισμένοι εργασιακοί όροι, όπως το περιεχόμενο της διδασκαλίας και οι αποδοχές, είναι παρεμφερείς σε όλα τα δημόσια σχολεία του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας. Υποστηρίζουν, ως εκ τούτου, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση μπορεί να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού της διατηρήσεως της αφοσιώσεως των εργαζομένων.

42

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler (C‑224/01, EU:C:2003:513), το τρίτο ερώτημα που είχε θέσει το αιτούν δικαστήριο αφορούσε, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον το ειδικό επίδομα αρχαιότητας το οποίο προέβλεπε η αυστριακή νομοθεσία μπορούσε να θεωρηθεί ως ανταμοιβή για τη διατήρηση της αφοσιώσεως των καθηγητών αυστριακού πανεπιστημίου έναντι του ενιαίου εργοδότη τους, ήτοι του Αυστριακού Δημοσίου. Ακριβώς όπως και στην υπόθεση αυτή, στην υπόθεση της κύριας δίκης, καίτοι όλοι οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται σε δημόσια σχολεία μισθοδοτούνται από έναν ενιαίο εργοδότη, ήτοι το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας, εντούτοις είναι τοποθετημένοι σε διάφορα δημόσια σχολεία του εν λόγω Land.

43

Στο πλαίσιο αυτό, τονίζεται, αφενός, ότι, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι ορισμένοι εργασιακοί όροι, όπως το περιεχόμενο της διδασκαλίας και οι αποδοχές, είναι παρεμφερείς σε όλα τα δημόσια σχολεία του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλοι όροι οι οποίοι ενδέχεται να δημιουργούν ανταγωνισμό μεταξύ των σχολείων αυτών όπως είναι, επί παραδείγματι, η φήμη των αντίστοιχων σχολείων. Εν πάση περιπτώσει, τα εν λόγω σχολεία ανταγωνίζονται, στην αγορά εργασίας των εκπαιδευτικών δημόσιων σχολείων, με αυτά άλλων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, άλλων κρατών μελών καθώς και με αυτά τρίτων χωρών.

44

Συνεπώς, εν αντιθέσει προς την επιχειρηματολογία του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας και της Γερμανικής Κυβερνήσεως η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, το επίμαχο στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης μέτρο δεν είναι ικανό να ευνοήσει τη διατήρηση της αφοσιώσεως ενός εκπαιδευτικού, στον βαθμό που οι αποδοχές του εκπαιδευτικού αυτού, οι οποίες καθορίζονται αναλόγως της επαγγελματικής πείρας του, του οφείλονται ακόμη και εάν αλλάξει σχολείο εντός του Land αυτού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 84, και διάταξη της 10ης Μαρτίου 2005, Marhold, C‑178/04, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2005:164, σκέψη 36).

45

Αφετέρου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δύναται να επηρεάσει την επιλογή από τους εκπαιδευτικούς μεταξύ μιας θέσεως εργασίας σε σχολείο του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας και μιας θέσεως εργασίας σε σχολείο ευρισκόμενο εκτός του εδάφους του Land αυτού ή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 85, και διάταξη της 10ης Μαρτίου 2005, Marhold, C‑178/04, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2005:164, σκέψη 37).

46

Συνεπώς, η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση συνεπάγεται τη στεγανοποίηση της αγοράς εργασίας των εκπαιδευτικών στο έδαφος του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξονίας και αντιβαίνει προς την ίδια την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 86, και διάταξη της 10ης Μαρτίου 2005, Marhold, C‑178/04, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2005:164, σκέψη 38).

47

Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του επίμαχου στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης μέτρου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εμπόδιο το οποίο αυτό συνεπάγεται δεν μπορεί, εν προκειμένω, να δικαιολογηθεί από τον σκοπό της διατηρήσεως της αφοσιώσεως των εργαζομένων έναντι των εργοδοτών τους.

48

Τέταρτον, το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας υποστηρίζει ότι η αναγνώριση του συνόλου της επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε στον ίδιο εργοδότη αποτελεί κίνητρο για την επαναπρόσληψη από αυτόν, εντός εξαμήνου από της λήξεως της προηγούμενης σχέσεως εργασίας, των εργαζομένων οι οποίοι απέκτησαν τέτοια πείρα.

49

Συναφώς, διευκρινίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως, η WN προσελήφθη ως εκπαιδευτικός από το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας λιγότερο από έξι μήνες μετά τη λήξη της προηγούμενης σχέσεώς της εργασίας με άλλον εργοδότη.

50

Υπενθυμίζεται ότι η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση περιλαμβάνει δύο στοιχεία, ήτοι, πρώτον, την προσμέτρηση του συνολικού χρόνου προϋπηρεσίας που διανύθηκε στην υπηρεσία του οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως και, δεύτερον, τη μη προσμέτρηση μέρους της ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας η οποία αποκτήθηκε σε εργοδότη διαφορετικό από τον συγκεκριμένο οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως. Το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας υποστηρίζει ότι η προσμέτρηση του συνολικού χρόνου προϋπηρεσίας στην υπηρεσία του οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως αποτελεί κίνητρο για την επανένταξη των εργαζομένων μετά τη λήξη της σχέσεώς τους εργασίας, αλλά δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι η προσμέτρηση μόνο μέχρις ενός ανώτατου ορίου της ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας η οποία αποκτήθηκε σε εργοδότη διαφορετικό από τον συγκεκριμένο οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως συμβάλλει στην επανένταξη στις υπηρεσίες του εν λόγω Land.

51

Εν πάση περιπτώσει, εθνικό μέτρο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, το οποίο αποκλείει την προσμέτρηση μέρους της ισοδύναμης επαγγελματικής πείρας η οποία αποκτήθηκε σε εργοδότη διαφορετικό από τον αναιρεσίβλητο στην κύρια δίκη οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως ή σε εργοδότη ευρισκόμενο σε άλλο κράτος μέλος δεν αποτελεί, εκ της φύσεώς του, κίνητρο για την επανένταξη των εργαζομένων οι οποίοι απέκτησαν πείρα σε αυτόν τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως. Αντιθέτως, τους εμποδίζει να αποκτήσουν ισοδύναμη επαγγελματική πείρα σε ευρισκόμενο σε άλλο κράτος μέλος εργοδότη διαφορετικό από τον εν λόγω οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως. Συνεπώς, το μέτρο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυνάμενο να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

52

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 45, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους των αποδοχών ενός εργαζομένου ως εκπαιδευτικού σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, προσμετρά μέχρι το ανώτατο όριο των τριών συνολικά ετών τον χρόνο προϋπηρεσίας του εν λόγω εργαζομένου σε ευρισκόμενο σε άλλο κράτος μέλος εργοδότη διαφορετικό από αυτόν τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, στην περίπτωση που η ασκηθείσα στο πλαίσιο της προϋπηρεσίας αυτής δραστηριότητα είναι ισοδύναμη προς εκείνη την οποία ο εργαζόμενος υποχρεούται να ασκήσει στο πλαίσιο των εν λόγω καθηκόντων εκπαιδευτικού.

Επί των δικαστικών εξόδων

53

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 45, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους των αποδοχών ενός εργαζομένου ως εκπαιδευτικού σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, προσμετρά μέχρι το ανώτατο όριο των τριών συνολικά ετών τον χρόνο προϋπηρεσίας του εν λόγω εργαζομένου σε ευρισκόμενο σε άλλο κράτος μέλος εργοδότη διαφορετικό από αυτόν τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, στην περίπτωση που η ασκηθείσα στο πλαίσιο της προϋπηρεσίας αυτής δραστηριότητα είναι ισοδύναμη προς εκείνη την οποία ο εργαζόμενος υποχρεούται να ασκήσει στο πλαίσιο των εν λόγω καθηκόντων εκπαιδευτικού.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.