ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 25ης Ιουλίου 2018 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Πολιτική ασύλου – Οδηγία 2013/32/ΕΕ – Άρθρα 31, παράγραφος 8, και άρθρο 32, παράγραφος 2 – Αίτηση διεθνούς προστασίας προδήλως αβάσιμη – Έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής – Απουσία εθνικών κανόνων σχετικά με την έννοια αυτή – Δηλώσεις του αιτούντος οι οποίες θεωρούνται αξιόπιστες αλλά ανεπαρκείς δεδομένου του ικανοποιητικού χαρακτήρα της προστασίας που παρέχεται από τη χώρα καταγωγής του αιτούντος»

Στην υπόθεση C‑404/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Förvaltningsrätten i Malmö – Migrationsdomstolen (διοικητικό πρωτοδικείο Malmö αποφαινόμενο επί ζητημάτων μεταναστεύσεως, Σουηδία) με απόφαση της 3ης Ιουλίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιουλίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

A

κατά

Migrationsverket,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, J.-C. Bonichot (εισηγητή), A. Arabadjiev, S. Rodin, και E. Regan, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Falk, C. Meyer-Seitz, H. Shev και L. Zettergren,

η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τις R. Fadoju και C. Crane καθώς και από τον S. Brandon, επικουρούμενους από τον D. Blundell, barrister,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον K. Simonsson και την M. Κοντού-Durande,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 31, παράγραφος 8, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Α και της Migrationsverket (Υπηρεσίας μεταναστεύσεως, Σουηδία) (στο εξής: Υπηρεσία), με αντικείμενο την απόφαση της δεύτερης να απορρίψει την αίτηση του Α περί υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα και περί χορηγήσεως άδειας διαμονής, να διατάξει την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του και να του απαγορεύσει την επιστροφή στη Σουηδία για διάστημα δύο ετών.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Το άρθρο 23, παράγραφος 4, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ 2005, L 326, σ. 13), έχει ως εξής:

«Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι μια διαδικασία εξέτασης σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ μπορεί να λάβει προτεραιότητα ή να επιταχυνθεί εφόσον:

[…]

ζ)

ο αιτών έχει παρουσιάσει ασυνεπείς, αντιφατικές, απίθανες ή μη τεκμηριωμένες πληροφορίες που καθιστούν σαφώς μη πειστική τη δήλωσή του ότι αποτέλεσε θύμα διώξεων δυνάμει της οδηγίας […]».

4

Οι αιτιολογικές σκέψεις 11, 12, 18, 40, 41 και 42 της οδηγίας 2013/32 έχουν ως εξής:

«(11)

Με σκοπό να διασφαλισθεί η σφαιρική και αποτελεσματική εκτίμηση των αναγκών διεθνούς προστασίας των αιτούντων κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας [(ΕΕ 2011, L 337, σ. 9)], το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης διεθνούς προστασίας ενδείκνυται να στηρίζεται στην έννοια ενιαίας διαδικασίας.

(12)

Κύριος στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η περαιτέρω ανάπτυξη απαιτήσεων για τις διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης της διεθνούς προστασίας στα κράτη μέλη ενόψει της δημιουργίας κοινής διαδικασίας ασύλου στην Ένωση.

[…]

(18)

Είναι προς το συμφέρον τόσο των κρατών μελών όσο και των αιτούντων διεθνή προστασία να λαμβάνεται απόφαση επί των αιτήσεων το συντομότερο δυνατό, με την επιφύλαξη της διεξαγωγής κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.

[…]

(40)

Κομβικό κριτήριο για το βάσιμο μιας αίτησης διεθνούς προστασίας είναι η ασφάλεια του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του. Όταν μια τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να τη χαρακτηρίσουν ως ασφαλή για το συγκεκριμένο αιτούντα, εκτός αν αυτός προβάλει αντεπιχειρήματα.

(41)

Δεδομένου του επιπέδου εναρμόνισης ως προς τον χαρακτηρισμό υπηκόων τρίτων χωρών και ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, θα πρέπει να θεσπισθούν κοινά κριτήρια για το χαρακτηρισμό τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής.

(42)

Ο χαρακτηρισμός τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί να αποτελεί απόλυτη εγγύηση ασφάλειας για τους υπηκόους της εν λόγω χώρας. Εκ φύσεως, η αξιολόγηση στην οποία βασίζεται ο χαρακτηρισμός λαμβάνει υπόψη μόνο τις γενικές κοινωνικές, νομικές και πολιτικές συνθήκες της χώρας και το κατά πόσον οι υπεύθυνοι δίωξης, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας υφίστανται πράγματι κυρώσεις όταν αποδεικνύεται η ενοχή τους στην εν λόγω χώρα. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να εξασφαλισθεί ότι, όταν ο αιτών καταδεικνύει ότι υπάρχουν έγκυροι λόγοι για τους οποίους η χώρα δεν πρέπει να θεωρείται ασφαλής στην περίπτωσή του, ο χαρακτηρισμός της ως ασφαλούς δεν θα ισχύει πλέον καθόσον τον αφορά.»

5

Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής:

«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση κοινών διαδικασιών για τη χορήγηση και ανάκληση της διεθνούς προστασίας […]».

6

Το άρθρο 31 της εν λόγω οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Διαδικασία εξέτασης» και με το οποίο αρχίζει το κεφάλαιο III με τίτλο «Διαδικασίες σε πρώτο βαθμό», προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη εξετάζουν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο διαδικασίας εξέτασης σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαδικασία εξέτασης ολοκληρώνεται το ταχύτερο δυνατό με την επιφύλαξη κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαδικασία εξέτασης ολοκληρώνεται εντός έξι μηνών από την κατάθεση της αίτησης.

[…]

8.   Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι μια διαδικασία εξέτασης σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ μπορεί να επιταχυνθεί και/ή να διενεργηθεί στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 43, εφόσον:

α)

ο αιτών, κατά την υποβολή της αίτησης και την παρουσίαση των περιστατικών, απλώς έθεσε θέματα τα οποία είναι άνευ σημασίας για την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας [2011/95]· ή

β)

ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής κατά την έννοια της οδηγίας αυτής· ή

[…]

ε)

ο αιτών έχει παρουσιάσει προδήλως ασυνεπείς και αντιφατικές πληροφορίες ή σαφώς ψευδείς ή προφανώς απίθανες πληροφορίες οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με επαρκώς τεκμηριωμένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, καθιστώντας έτσι σαφώς μη πειστική τη δήλωσή του ως προς το εάν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας [2011/95]· ή

[…]».

7

Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32:

«Στις περιπτώσεις αβάσιμων αιτήσεων για τις οποίες ισχύουν οποιεσδήποτε από τις περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 31 παράγραφος 8, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεωρούν μια αίτηση προδήλως αβάσιμη, εφόσον λαμβάνει το χαρακτηρισμό αυτό στην εθνική νομοθεσία.»

8

Το άρθρο 36 της οδηγίας αυτής, το οποίο τιτλοφορείται «Έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής», έχει ως εξής:

«1.   Τρίτη χώρα που έχει χαρακτηρισθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με την παρούσα οδηγία μπορεί, έπειτα από ατομική εξέταση της αίτησης, να θεωρηθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής για συγκεκριμένο αιτούντα μόνο εφόσον ο αιτών:

α)

έχει την ιθαγένεια της χώρας αυτής· ή

β)

είναι ανιθαγενής και είχε προηγουμένως τη συνήθη διαμονή του στην εν λόγω χώρα

και δεν έχει προβάλει σοβαρούς λόγους για να θεωρηθεί ότι η χώρα δεν είναι ασφαλής χώρα καταγωγής υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ευρίσκεται και όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία [2011/95].

2.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν στην εθνική νομοθεσία τους περαιτέρω κανόνες και λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας.»

9

Το άρθρο 37 της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εθνικός χαρακτηρισμός τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν νομοθεσία που προβλέπει, σύμφωνα με το παράρτημα I, τον εθνικό χαρακτηρισμό ασφαλών χωρών καταγωγής για την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

2.   Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τακτικά την κατάσταση στις τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται ασφαλείς χώρες καταγωγής σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

3.   Η αξιολόγηση του κατά πόσον μια τρίτη χώρα είναι ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με το παρόν άρθρο βασίζεται σε σειρά πηγών πληροφοριών, περιλαμβανομένων ειδικότερα πληροφοριών από άλλα κράτη μέλη, την [Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (ΕΥΥΑ)], τον [Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες (UNHCR)], το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς.

4.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις χώρες που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς χώρες καταγωγής βάσει του παρόντος άρθρου.»

10

Κατά το παράρτημα I της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Χαρακτηρισμός των ασφαλών χωρών καταγωγής κατά την έννοια του άρθρο 37 παράγραφος 1»:

«Μια χώρα θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής εάν, βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, καταδεικνύεται σαφώς ότι γενικά και μόνιμα δεν υφίσταται δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της οδηγίας [2011/95] ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

Κατά την εκτίμηση αυτή λαμβάνεται μεταξύ άλλων υπόψη ο βαθμός στον οποίο παρέχεται προστασία κατά της δίωξης ή της κακομεταχείρισης με τα εξής:

α)

σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις της χώρας και τρόπος εφαρμογής τους·

β)

τήρηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που ορίζονται στην Ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών[, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950,] και/ή στο διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα[, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1966,] και/ή στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων, ιδίως δε των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 15 παράγραφος 2 της εν λόγω Ευρωπαϊκής σύμβασης·

γ)

τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τη [Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951]·

δ)

πρόβλεψη μηχανισμού πραγματικής προσφυγής κατά των παραβιάσεων των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών.»

11

Το άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32, με τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής», ορίζει, στις παραγράφους 5 και 6, τα εξής:

«5.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους αιτούντες να παραμείνουν στο έδαφός τους μέχρι να λήξει η προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε πραγματική προσφυγή και, σε περίπτωση άσκησης εντός της προθεσμίας του εν λόγω δικαιώματος, εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής.

6.   Σε περίπτωση απόφασης:

α)

με την οποία κρίνεται μια αίτηση προδήλως αβάσιμη, σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 2 […]

[…]

η δυνατότητα παραμονής του αιτούντος στο έδαφος του κράτους μέλους κρίνεται από δικαστήριο είτε με αίτημα του ενδιαφερόμενου αιτούντος είτε αυτεπάγγελτα, εάν η εν λόγω απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την παύση ισχύος του δικαιώματος παραμονής του αιτούντος στο κράτος μέλος και εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής δεν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.»

Το σουηδικό δίκαιο

12

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το σουηδικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει καμία νομοθετική ή κανονιστική διάταξη σχετικά με τις ασφαλείς χώρες καταγωγής κατά την έννοια της οδηγίας 2013/32.

13

Ως είχε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2016, η παράγραφος 19 του κεφαλαίου 8 του utlänningslag (νόμου περί αλλοδαπών) (SFS 2005, αριθ. 716) προέβλεπε ότι η Υπηρεσία μπορούσε να διατάξει την άμεση εκτέλεση των αποφάσεών της περί απομάκρυνσης, ακόμη και πριν αυτές καταστούν τελεσίδικες, αν η αίτηση ασύλου ήταν προδήλως αβάσιμη και αν δεν υπήρχε προδήλως άλλος λόγος να χορηγήσει στον αιτούντα άδεια διαμονής.

14

Κατά το αιτούν δικαστήριο, η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2017 προκειμένου να ληφθεί υπόψη, στο σουηδικό δίκαιο, η αναδιατύπωση όσον αφορά τις διαδικασίες ασύλου που επήλθε με την οδηγία 2013/32, μεταξύ άλλων όσον αφορά το άρθρο 31, παράγραφος 8, αυτής. Ως εκ τούτου, από την ημερομηνία αυτή, η Υπηρεσία μπορεί να διατάξει την άμεση εκτέλεση των αποφάσεών της περί απομάκρυνσης, ακόμη και πριν αυτές καταστούν τελεσίδικες, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλει ο αλλοδαπός υπήκοος είναι «άνευ σημασίας» για τους σκοπούς της αιτήσεως ασύλου, ή δεν είναι «αξιόπιστα», με αποτέλεσμα η αίτηση ασύλου να πρέπει να θεωρηθεί προδήλως αβάσιμη, ενώ δεν μπορεί προδήλως να του χορηγηθεί άδεια διαμονής για άλλο λόγο.

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

15

Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Α, Σέρβος υπήκοος, υπέβαλε τον Μάρτιο του 2017 αίτηση ασύλου και χορηγήσεως άδειας διαμονής στη Σουηδία.

16

Προς στήριξη της αιτήσεώς του, ισχυρίστηκε ότι, μεταξύ των ετών 2001 και 2003, είχε υπάρξει θύμα απειλών και βίας εκ μέρους μιας παράνομης παραστρατιωτικής ομάδας και ότι κατά της ομάδας αυτής είχε υποβάλει καταγγελία το 2003. Αναφέρθηκε στο γεγονός ότι, μέχρι το 2012, είχε τύχει της προστασίας των μαρτύρων που παρείχαν οι σερβικές αρχές και η Αποστολή Προσωρινής Διοίκησης των Ηνωμένων Εθνών στο Κοσσυφοπέδιο (UNMIK), αλλά ότι η προστασία αυτή είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε διάφορες τοποθεσίες στη Σερβία, μεταξύ άλλων στη φυλακή. Οι συνθήκες αυτές τον οδήγησαν, από το 2012, να παραιτηθεί από το καθεστώς του προστατευόμενου μάρτυρα και να προτιμήσει να αναζητήσει καταφύγιο στο χωριό καταγωγής του, τούτο δε παρά τις απειλές που συνέχιζε να λαμβάνει κατά της ζωής του.

17

Η Υπηρεσία απέρριψε την εν λόγω αίτηση, εκτιμώντας ότι ήταν προδήλως αβάσιμη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε παράσχει ο ίδιος ο αιτών, η Δημοκρατία της Σερβίας ήταν σε θέση να του προσφέρει αποτελεσματική προστασία και ότι, καταρχήν, εναπέκειτο στις αρχές της χώρας καταγωγής να παράσχουν προστασία από απειλές όπως εκείνες τις οποίες ισχυρίζεται ότι δέχθηκε.

18

Η απόρριψη αυτή συνοδευόταν από υποχρέωση εγκαταλείψεως της επικράτειας που κατέστη αμέσως εκτελεστή, δεδομένης της πρόδηλης ελλείψεως οποιουδήποτε στοιχείου βάσει του οποίου θα μπορούσε να γίνει δεκτή η αίτηση ασύλου και του γεγονότος ότι ο A δεν προέβαλε πειστικά επιχειρήματα προς στήριξη της αιτήσεώς του για χορήγηση άδειας διαμονής.

19

Ο A άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της Υπηρεσίας ενώπιον του Förvaltningsrätten i Malmö – Migrationsdomstolen (διοικητικού πρωτοδικείου Malmö, αποφαινόμενου επί ζητημάτων μεταναστεύσεως, Σουηδία), το οποίο ανέστειλε την εκτέλεση της υποχρεώσεως εγκαταλείψεως της επικράτειας.

20

Το ως άνω δικαστήριο διερωτάται με ποιον τρόπο πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 31, παράγραφος 8, της οδηγίας 2013/32, το οποίο, σε συνδυασμό με το άρθρο 32, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, επιτρέπει στα κράτη μέλη να απορρίπτουν ορισμένες αιτήσεις ως προδήλως αβάσιμες.

21

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Förvaltningsrätten i Malmö – Migrationsdomstolen (διοικητικό πρωτοδικείο Malmö, αποφαινόμενο επί ζητημάτων μεταναστεύσεως) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει αίτηση περιέχουσα πληροφορίες τις οποίες παρέχει ο [αιτών] και οι οποίες θεωρούνται αξιόπιστες –και επομένως χρησιμεύουν ως βάση για την εξέταση της εν λόγω αιτήσεως– αλλά ανεπαρκείς για τη στοιχειοθέτηση ανάγκης διεθνούς προστασίας, για τον λόγο ότι από τις πληροφορίες σχετικά με τη χώρα [καταγωγής] προκύπτει ότι οι αρχές παρέχουν αποδεκτή προστασία, να θεωρηθεί προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 8, της αναθεωρημένης οδηγίας 2013/32;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

22

Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 31, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το άρθρο 32, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι αίτηση διεθνούς προστασίας μπορεί να θεωρηθεί προδήλως αβάσιμη σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης στην οποία, αφενός, από τις πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής του αιτούντος προστασία προκύπτει ότι σε αυτή μπορεί να του παρασχεθεί αποδεκτή προστασία και, αφετέρου, ο αιτών παρέσχε ανεπαρκείς πληροφορίες προκειμένου να δικαιολογήσει τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, όταν το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση δεν έχει θεσπίσει κανόνες για την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής.

23

Όπως προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, η Υπηρεσία απέρριψε, κατ’ ουσίαν, την αίτηση του Α ως προδήλως αβάσιμη κατ’ εφαρμογήν του εθνικού δικαίου περί μεταφοράς της οδηγίας 2013/32 στην εσωτερική έννομη τάξη, στηριζόμενη στον συνδυασμό των λόγων ότι στη χώρα καταγωγής του, τη Σερβία, υφίστατο αποτελεσματική προστασία και ότι αυτός δεν είχε αποδείξει ότι η εν λόγω χώρα δεν του παρείχε επαρκή προστασία από τις απειλές τις οποίες ισχυριζόταν ότι δέχθηκε.

24

Με τον τρόπο αυτό, η Υπηρεσία στήριξε την απόφασή της σε σκεπτικό ανάλογο με εκείνο το οποίο προβλέπουν τα άρθρα 36 και 37 της οδηγίας 2013/32 για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από υπηκόους ασφαλών χωρών καταγωγής.

25

Οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν ένα ειδικό καθεστώς ελέγχου που βασίζεται σε μια μορφή μαχητού τεκμηρίου επαρκούς προστασίας στη χώρα καταγωγής, το οποίο μπορεί να ανατραπεί από τον αιτούντα εφόσον αυτός προβάλλει επιτακτικούς λόγους που σχετίζονται με την ιδιαίτερη κατάστασή του.

26

Ελλείψει τέτοιων επιτακτικών λόγων, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 32, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32, αν η επίμαχη περίσταση –εν προκειμένω το γεγονός ότι ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής– λαμβάνει αυτό τον χαρακτηρισμό στην εθνική νομοθεσία.

27

Μια από τις συνέπειες για τον ενδιαφερόμενο του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε επί της ανωτέρω βάσεως είναι ότι, αντίθετα προς ό,τι προβλέπεται σε περίπτωση απλής απόρριψης, αυτός ενδέχεται να μην έχει δικαίωμα παραμονής στην επικράτεια του κράτους στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής του, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας 2013/32.

28

Στο πλαίσιο αυτό, απόκειται σε κάθε κράτος μέλος να προβεί στον χαρακτηρισμό των ασφαλών χωρών καταγωγής κατά την έννοια της εν λόγω νομοθεσίας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 36 και 37 και στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/32, ήτοι, μεταξύ άλλων, με την κατάρτιση από τον εθνικό νομοθέτη καταλόγου τρίτων χωρών σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα Ι, με τη θέσπιση πρόσθετων κανόνων και διαδικασιών εφαρμογής, με την κοινοποίηση στην Επιτροπή του καταλόγου ασφαλών χωρών καταγωγής ή ακόμη με την περιοδική επανεξέτασή του.

29

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι, κατά την ημερομηνία της προσβαλλομένης στην κύρια δίκη αποφάσεως, κατά την οποία η προθεσμία για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 2013/32 είχε λήξει, το Βασίλειο της Σουηδίας δεν είχε θεσπίσει διατάξεις όπως αυτές που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη ούτε είχε προβλέψει ότι το γεγονός της καταγωγής από ασφαλή χώρα καταγωγής μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αιτήσεως ως προδήλως αβάσιμης κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.

30

Υπενθυμίζεται ότι, βάσει των αιτιολογικών σκέψεων 11 και 12 καθώς και του άρθρου 1 της οδηγίας 2013/32, το πλαίσιο χορηγήσεως της διεθνούς προστασίας στηρίζεται στην έννοια της ενιαίας διαδικασίας και σε ελάχιστους κοινούς κανόνες (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2013, D. και A., C‑175/11, EU:C:2013:45, σκέψη 57).

31

Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να καταφύγει στο μαχητό τεκμήριο που καθιερώνεται από τους κανόνες της οδηγίας 2013/32 σχετικά με τις διαδικασίες που βασίζονται στην έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής χωρίς να έχει, επίσης, εφαρμόσει πλήρως τους εν λόγω κανόνες όσον αφορά τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που οφείλει να θεσπίσει.

32

Όσον αφορά τις αμφιβολίες που διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο αναφορικά με τη δυνατότητα, βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 8, της οδηγίας 2013/32, να θεωρείται μια αίτηση ως προδήλως αβάσιμη για τον λόγο ότι οι δηλώσεις του αιτούντος είναι ανεπαρκείς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία αυτή προέβη στην αναδιατύπωση της οδηγίας 2005/85.

33

Μολονότι είναι αληθές ότι το άρθρο 23, παράγραφος 4, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2005/85 αφορούσε την περίπτωση «ανεπαρκών» δηλώσεων του αιτούντος, το άρθρο 31, παράγραφος 8, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32, που αντικατέστησε την εν λόγω διάταξη, δεν μνημονεύει πλέον την περίπτωση αυτή.

34

Επομένως, από το γράμμα του άρθρου 31, παράγραφος 8, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το άρθρο 32, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεωρούν αίτηση διεθνούς προστασίας ως προδήλως αβάσιμη λόγω του ανεπαρκούς χαρακτήρα των δηλώσεων του αιτούντος.

35

Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 31, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το άρθρο 32, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι αίτηση διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να θεωρείται προδήλως αβάσιμη σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης στην οποία, αφενός, από τις πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής του αιτούντος προστασία προκύπτει ότι σε αυτή μπορεί να του παρασχεθεί αποδεκτή προστασία και, αφετέρου, ο αιτών παρέσχε ανεπαρκείς πληροφορίες προκειμένου να δικαιολογήσει τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, όταν το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση δεν έχει θεσπίσει κανόνες για την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής.

Επί των δικαστικών εξόδων

36

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 31, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 32, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι αίτηση διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να θεωρείται προδήλως αβάσιμη σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης στην οποία, αφενός, από τις πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής του αιτούντος προστασία προκύπτει ότι σε αυτή μπορεί να του παρασχεθεί αποδεκτή προστασία και, αφετέρου, ο αιτών παρέσχε ανεπαρκείς πληροφορίες προκειμένου να δικαιολογήσει τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, όταν το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση δεν έχει θεσπίσει κανόνες για την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.