ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 25ης Οκτωβρίου 2017 ( *1 )

«ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση – Παρατυπίες στη διαπίστωση του ύψους των οφειλόμενων ποσών – Καθυστερήσεις στη διαδικασία εισπράξεως των οφειλόμενων ποσών – Έλλειψη δυνατότητας συμψηφισμού μεταξύ ταμείων – Προσδιορισμός του ποσού των τόκων – Αναλογικότητα – Δημοσιονομική διόρθωση κατ’ αποκοπήν – Άρθρα 31 έως 33 του κανονισμού (EK) 1290/2005 – Ατομικές περιπτώσεις»

Στην υπόθεση T-26/16,

Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Κανελλόπουλο, Ο. Τσιρκινίδου και Α. Βασιλοπούλου,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους Δ. Τριανταφύλλου και A. Sauka,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα τη μερική ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2015/2098 της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 2015, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2015, L 303, σ. 35), κατά το μέρος που αφορά την Ελληνική Δημοκρατία,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους V. Tomljenović, πρόεδρο, Α. Μαρκουλλή και A. Kornezov (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: L. Grzegorczyk, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Φεβρουαρίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση ( 1 )

Ιστορικό της διαφοράς

1

Στο πλαίσιο της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διενήργησε ορισμένους ελέγχους των δαπανών στις οποίες προέβη η προσφεύγουσα, η Ελληνική Δημοκρατία. Πραγματοποίησε καταρχάς έλεγχο των σχετικών εγγράφων (IR/2009/017/GR) σε ορισμένες μεμονωμένες περιπτώσεις, κατόπιν της επιστολής της παρατηρήσεων της 10ης Φεβρουαρίου 2009, και, στη συνέχεια, από τις 8 μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου 2009, διεξήγαγε επιτόπιο έλεγχο (IR/2009/004/GR).

2

Με επιστολή παρατηρήσεων της 4ης Ιανουαρίου 2010, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία τις ελλείψεις και τις παρατυπίες που είχε διαπιστώσει κατά τον τελευταίο αυτόν επιτόπιο έλεγχο, οι οποίες αφορούσαν, πρώτον, καθυστερήσεις στη διαδικασία ανακτήσεως, είτε επειδή μεσολάβησαν περισσότερα από τέσσερα έτη μεταξύ της ημερομηνίας εκθέσεως ελέγχου και εκείνης της πρώτης σχετικής διοικητικής ή δικαστικής πράξεως είτε επειδή μεσολάβησε διάστημα άνω του έτους μεταξύ της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής διαπιστώσεως και της εκδόσεως εντολής ανακτήσεως, δεύτερον, τον μη συμψηφισμό οφειλών μεταξύ Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), τρίτον, τον εσφαλμένο προσδιορισμό του ποσού των οφειλόμενων τόκων καθώς και, ενίοτε, την έλλειψη μνείας των οφειλόμενων τόκων σε περίπτωση μη ανακτήσεως και, τέταρτον, μεμονωμένες περιπτώσεις όπου σημειώθηκαν καθυστερήσεις ανακτήσεως. Πρότεινε, κατά συνέπεια, τον αποκλεισμό ποσού 11467310,85 ευρώ από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον καταλογισμό του ποσού αυτού στην Ελληνική Δημοκρατία.

3

Με έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2010, η Ελληνική Δημοκρατία γνωστοποίησε τη διαφωνία της με την ανάλυση αυτή. Tην 1η Απριλίου 2011 πραγματοποιήθηκε διμερής σύσκεψη, κατόπιν της οποίας συντάχθηκαν πρακτικά με ημερομηνία 12 Ιουλίου 2011. Η Επιτροπή εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της επειδή οι ελληνικές αρχές δεν ήταν σε θέση να προσκομίσουν στοιχεία για το σύνολο των περιπτώσεων που παρουσίαζαν καθυστερήσεις ανακτήσεως, πέραν των μεμονωμένων περιπτώσεων που είχε ήδη επισημάνει. Η Ελληνική Δημοκρατία προέβαλε δυσχέρειες σχετικές με τη διαδικασία συμψηφισμού μεταξύ ταμείων και ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε υποτίμηση εκ μέρους της του ποσού των καταβλητέων τόκων. Όσον αφορά τις μεμονωμένες περιπτώσεις, η Ελληνική Δημοκρατία δήλωσε ότι το γεγονός ότι αυτές ανέτρεχαν στο απώτερο παρελθόν ή αποτελούσαν αντικείμενο δικαστικής αμφισβητήσεως εμπόδιζε τον συνυπολογισμό των σχετικών δαπανών.

4

Με έγγραφο της 24ης Ιανουαρίου 2013, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία, στην ελληνική γλώσσα, την πρότασή της περί αποκλεισμού από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ποσού 11467310,85 ευρώ (στο εξής: κοινοποίηση). Στις 7 Μαρτίου 2013, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε την παρέμβαση του οργάνου συμβιβασμού.

5

Κατά τη διαδικασία συμβιβασμού, το όργανο συμβιβασμού σημείωσε, στην από 19 Οκτωβρίου 2013 γνώμη του, καταρχάς, ότι τα μέρη μπορούσαν να καταλήξουν σε συμφωνία όσον αφορά, ιδίως, τη βάση υπολογισμού της προτεινόμενης κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικής διορθώσεως 10 %, περαιτέρω ότι, όσον αφορά το ύψος της εν λόγω διορθώσεως, δεν μπορούσε να βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο τα μέρη, επειδή οι ελληνικές αρχές δεν είχαν προσκομίσει τον πίνακα των περιπτώσεων στις οποίες δεν είχαν τηρηθεί οι προθεσμίες, και, τέλος, ότι έπρεπε να επιστηθεί η προσοχή της Επιτροπής στο άρθρο 33, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (EK) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2005, L 209, σ. 1), το οποίο «όπως φαίνεται αποκλείει τον συμψηφισμό στην περίπτωση που τα ποσά που έχει καταβάλει το ΕΓΤΑΑ αποτελούν το αντικείμενο ανακτήσεως». Κατά τα λοιπά, το όργανο συμβιβασμού ανέφερε ότι δεν θεωρούσε ότι υπήρχε λόγος να αμφισβητήσει τα συμπεράσματα των υπηρεσιών της Επιτροπής.

6

Η Επιτροπή, η οποία εν τω μεταξύ είχε λάβει νέα στοιχεία, αφενός, αναθεώρησε αυξητικά, με ένα έγγραφο της 17ης Ιουλίου 2015 (στο εξής: έγγραφο της 17ης Ιουλίου 2015), τη βάση υπολογισμού της δημοσιονομικής διορθώσεως 10 % και, αφετέρου, δέχθηκε, σε μία περίπτωση, να μην επιβάλει διόρθωση και, σε μιαν άλλη, να μειώσει το σχετικό ποσό κατά το ήμισυ. Έτσι, προέκυψε αύξηση του τελικού ποσού που αντιστοιχεί στις δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ένωσης σε 11534827,97 ευρώ.

7

Με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/2098, της 13ης Νοεμβρίου 2015, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του [ΕΓΤΕ] και του [ΕΓΤΑΑ] (ΕΕ 2015, L 303, σ. 35, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή απέκλεισε τελικά από τη χρηματοδότηση της Ένωσης τις δαπάνες που είχε πραγματοποιήσει ο Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΟΠΕΚΕΠΕ), συνολικού ύψους 12647843,53 ευρώ.

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

8

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 22 Ιανουαρίου 2016, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

[παραλειπόμενα]

15

Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Φεβρουαρίου 2017.

16

Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει μερικώς την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον με αυτήν η Επιτροπή τής επέβαλε δημοσιονομικές διορθώσεις ύψους 11534827,97 ευρώ·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

17

Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

[παραλειπόμενα]

Επί των λόγων που προβλήθηκαν με την προσφυγή

19

Προς στήριξη των ακυρωτικών αιτημάτων της, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται αντιστοίχως:

σε έλλειψη νομίμου βάσεως προς επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως κατ’ αποκοπήν όσον αφορά τις ελλείψεις που διαπιστώθηκαν σχετικά με τη διαδικασία ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων·

στο ότι η δημοσιονομική διόρθωση κατ’ αποκοπήν, επιβληθείσα το 2015 λόγω ελλείψεων του συστήματος ελέγχου, συνδέεται ενίοτε με καταστάσεις προγενέστερες του έτους 2000, βάσει διαπιστώσεων που φέρεται να έγιναν για πρώτη φορά το 2011, με αποτέλεσμα προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας· υποστηρίζει επίσης ότι η διόρθωση επάγεται δυσανάλογα υψηλό βάρος και παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της εντός ευλόγου χρόνου δράσεως κατά τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών·

σε έλλειψη αιτιολογίας και σε προφανή πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τις προβαλλόμενες καθυστερήσεις στη διαδικασία εισπράξεως με συμψηφισμό μεταξύ ταμείων·

σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από την Επιτροπή του άρθρου 32, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 1290/2005, όσον αφορά, αφενός, τον υπολογισμό των τόκων που εκκαθαρίστηκαν σύμφωνα με τον κανόνα ότι οι οικονομικές συνέπειες της μη ανακτήσεως βαρύνουν κατά το ήμισυ το εμπλεκόμενο κράτος μέλος και κατά το άλλο ήμισυ τον προϋπολογισμό της Ένωσης (στο εξής: κανόνας επιμοιρασμού) και, αφετέρου, σε μη αναγραφή τους στους πίνακες του παραρτήματος III του κανονισμού (EK) 885/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1290/2005 σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2006, L 171, σ. 90), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1034/2008 της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 279, σ. 13

σε σφάλματα σχετικά με διάφορες μεμονωμένες περιπτώσεις.

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως

20

Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, προς στήριξη του πρώτου λόγου, ότι η κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση που επιβλήθηκε εν προκειμένω στερείται νομίμου βάσεως. Συγκεκριμένα, οι διαπιστωθείσες παρατυπίες δεν αφορούσαν ελλείψεις σχετικές με τους ελέγχους επιλεξιμότητας των δαπανών, σχετικά με τις οποίες μπορούν να επιβληθούν διορθώσεις κατ’ αποκοπήν δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005, αλλά τη μεταγενέστερη διαχείριση των παράτυπων πληρωμών, για τις οποίες δεν μπορούν να επιβληθούν παρά ειδικές διορθώσεις δυνάμει των άρθρων 32 και 33 του ίδιου κανονισμού. Μόνον όμως το άρθρο 31, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού έχει εφαρμογή στις ειδικές περιπτώσεις παρατυπιών περί των οποίων γίνεται λόγος στα προαναφερθέντα άρθρα 32 και 33, δεδομένου ότι τα ως άνω άρθρα παραπέμπουν ρητώς σε αυτό. Η κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση διέπεται αποκλειστικά από το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005, που δεν έχει εφαρμογή στις παρατυπίες οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο των άρθρων 32 και 33 του εν λόγω κανονισμού. Το γράμμα του άρθρου 31, παράγραφοι 4 και 5, του ίδιου κανονισμού επιρρωννύει την ως άνω ανάλυση. Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται επίσης τη συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, περίπτωση iii, του κανονισμού 1290/2005 και των αιτιολογικών σκέψεων 25 και 26 του κανονισμού αυτού.

21

Επιπλέον, το έγγραφο VI/5330/97 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, υπό τον τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον υπολογισμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων κατά την προετοιμασία της αποφάσεως εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων» (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), αφορά αποκλειστικά τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005, όπως επισημαίνεται στη νομολογία, ιδίως στην απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T-588/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:688, σκέψη 98). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έχει αυτοπεριοριστεί κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας και δεν είναι δυνατή η επιβολή εν προκειμένω της κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικής διορθώσεως με την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμα και αν αποδειχθούν οι επίμαχες παρατυπίες.

22

Υπογραμμίζοντας τον εξαιρετικό χαρακτήρα της προσφυγής σε δημοσιονομικές διορθώσεις κατ’ αποκοπήν, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, είναι απολύτως δυνατός ο προσδιορισμός του πραγματικού ύψους των μη ανακτηθέντων ποσών, ιδίως χάρη στους πίνακες που προβλέπονται στο παράρτημα III του κανονισμού 885/2006, τους οποίους κοινοποιούν στην Επιτροπή τα κράτη μέλη, λόγος για τον οποίο η μέθοδος των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων καθίσταται άνευ αντικειμένου.

23

Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι, αν ήταν ορθή η ερμηνεία και η εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων από την Επιτροπή, θα ήταν επίσης δυνατή η επιβολή κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικών διορθώσεων και στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων ή των παραβάσεων κράτους μέλους, που αποτελούν την περίπτωση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 31, παράγραφος 5, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1290/2005.

24

Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

25

Η εξέταση του πρώτου λόγου προϋποθέτει την εξακρίβωση, πρώτον, του αν η Επιτροπή διαθέτει νομική βάση για να επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση κατ’ αποκοπήν σε περίπτωση διαπιστώσεως παρατυπιών βάσει των άρθρων 32 και 33 του κανονισμού 1290/2005 και, δεύτερον, σε περίπτωση που όντως διαθέτει, του αν η επιβολή μιας τέτοιας διορθώσεως ήταν εν προκειμένω δικαιολογημένη για τις διαπιστωθείσες ελλείψεις.

26

Προκαταρκτικώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, εν προκειμένω, η δράση της Επιτροπής, από τους ελέγχους βάσει εγγράφων και τους επιτόπιους ελέγχους τους οποίους διενήργησε από το 2009 μέχρι την εκ μέρους της ανάλυση της γνώμης του οργάνου συμβιβασμού, εκδοθείσας στις 19 Οκτωβρίου 2013, διεπόταν από τον κανονισμό 1290/2005, ο οποίος ίσχυε τότε. Στην αιτιολογική σκέψη 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στο άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 352/78, (ΕΚ) 165/94, (ΕΚ) 2799/98, (ΕΚ) 814/2000, (ΕΚ) 1290/2005 και (ΕΚ) 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549), εφαρμοστέου από 1ης Ιανουαρίου 2015 δυνάμει του άρθρου 121, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του ίδιου κανονισμού. Το άρθρο 52 του κανονισμού 1306/2013, óμως, επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 και το αναπτύσσει. Ως εκ τούτου, και στο μέτρο που οι διάδικοι στηρίζουν τα επιχειρήματά τους στον τελευταίο αυτό κανονισμό, αρκεί, προς επίλυση της παρούσας διαφοράς, να εξεταστούν οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 1290/2005.

27

Η δυνατότητα επιβολής κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικής διορθώσεως προκύπτει από την ευρεία διακριτική ευχέρεια που έχει η Επιτροπή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 31, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1290/2005. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αποφασίζει «τι ποσά πρέπει να αποκλειστούν από την […] χρηματοδότηση» [της Ένωσης], εφόσον διαπιστώσει ότι «δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, και στο άρθρο 4 δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους […] κανόνες [της Ένωσης]» και προβλέπουν την εξουσία της να εκτιμήσει «τα προς αποκλεισμό ποσά με γνώμονα κυρίως την έκταση της έλλειψης συμμόρφωσης που διαπίστωσε, […] λαμβάν[οντας] υπόψη το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η [Ένωση]» (βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T-294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψεις 150 έως 154 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28

Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι έχει αναγνωρισθεί ότι ο μηχανισμός της κατ’ αποκοπήν διορθώσεως και τα κριτήρια που περιλαμβάνονται στις κατευθυντήριες γραμμές συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C-332/01, EU:C:2004:496, σκέψη 70· της 7ης Οκτωβρίου 2004, Ισπανία κατά Επιτροπής, C-153/01, EU:C:2004:589, σκέψη 73, και της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T-294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 155), καθόσον διόρθωση αποφασιζόμενη από την Επιτροπή σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές αποσκοπεί στην αποφυγή της επιβαρύνσεως του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ με ποσά που δεν χρησιμοποιήθηκαν προς χρηματοδότηση σκοπού επιδιωκόμενου από την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης και δεν αποτελεί κύρωση (αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T-214/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:130, σκέψη 136, και της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T-294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 175). Κατά τη νομολογία, με τα καθοριζόμενα στις κατευθυντήριες γραμμές κατ’ αποκοπήν ποσοστά καθίστανται δυνατές η τήρηση του δικαίου της Ένωσης και συγχρόνως η αποτελεσματική διαχείριση των πόρων της Ένωσης, καθώς και η αποφυγή της εκ μέρους της Επιτροπής ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειάς της κατά τρόπο που να συνεπάγεται για τα κράτη μέλη υπέρμετρες και δυσανάλογες διορθώσεις (αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, Ιταλία κατά Επιτροπής, T-181/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:331, σκέψη 234, και της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T-294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 175).

29

Όσον αφορά το ζήτημα αν υφίσταται νομική βάση που να παρέχει τη δυνατότητα προσφυγής σε δημοσιονομική διόρθωση κατ’ αποκοπήν για τις παρατυπίες περί των οποίων γίνεται λόγος στα άρθρα 32 και 33 του κανονισμού 1290/2005, πρέπει να σημειωθεί ότι καμία διάταξη του εν λόγω κανονισμού, ειδικότερα τα άρθρα 31 έως 33, δεν αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού στις παρατυπίες περί των οποίων γίνεται λόγος στα άρθρα 32 και 33 του κανονισμού αυτού.

30

Ασφαλώς, τα άρθρα 32 και 33 του κανονισμού 1290/2005 αναφέρονται στο άρθρο 31 του ίδιου κανονισμού μόνο προς μνεία της υποχρεώσεως της Επιτροπής να ακολουθεί «τη διαδικασία του άρθρου 31, παράγραφος 3» του εν λόγω κανονισμού όταν η ίδια, κατ’ εφαρμογήν των εν λόγω άρθρων 32 και 33, αποφασίζει «να καταλογίσει τα προς ανάκτηση ποσά στο κράτος μέλος» (άρθρο 32, παράγραφος 4, και άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005) ή «να αποκλείσει από τη […] χρηματοδότηση [της Ένωσης] τα ποσά που έχουν καταλογιστεί στον […] προϋπολογισμό [της Ένωσης]» (άρθρο 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005). Πρέπει να υπομνησθεί, συναφώς, ότι η διάταξη αυτή, αμιγώς διαδικαστικής φύσεως, προβλέπει ότι, «[π]ριν από κάθε απόφαση απόρριψης της χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα των ελέγχων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους κοινοποιούνται εγγράφως και, κατόπιν, τα δύο μέρη επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν», και ότι, «[ε]άν δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος δύναται να ζητήσει, εντός τεσσάρων μηνών, την έναρξη διαδικασίας συμβιβασμού των αντίστοιχων θέσεων. Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία τα εξετάζει, πριν αποφασίσει να απορρίψει ενδεχομένως τη χρηματοδότηση». Αυτή ακριβώς είναι η διαδικασία που εφαρμόστηκε εν προκειμένω.

31

Εντούτοις, το γεγονός ότι τα άρθρα 32 και 33 του κανονισμού 1290/2005 παραπέμπουν ρητώς μόνο στο άρθρο 31, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού δεν σημαίνει ότι η προσφυγή σε δημοσιονομική διόρθωση κατ’ αποκοπήν αποκλείεται στην περίπτωση των παρατυπιών που προβλέπουν τα εν λόγω άρθρα 32 και 33.

32

Πράγματι, από το γράμμα του άρθρου 31, παράγραφος 5, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1290/2005 προκύπτει ότι το άρθρο 31, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού «δεν εφαρμόζεται στις οικονομικές συνέπειες που προκύπτουν από τις παρατυπίες που αναφέρονται στα άρθρα 32 και 33», πράγμα το οποίο συνεπάγεται, a contrario, ότι οι λοιπές παράγραφοι του άρθρου 31 του κανονισμού 1290/2005, συμπεριλαμβανομένης της παραγράφου 2, μπορούν να τύχουν εφαρμογής στις παρατυπίες περί των οποίων γίνεται λόγος στα άρθρα 32 και 33 του ίδιου κανονισμού.

33

Η ερμηνεία αυτή είναι, άλλωστε, σύμφωνη προς τον μνημονευόμενο στις αιτιολογικές σκέψεις 25 και 26 του κανονισμού 1290/2005 σκοπό της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, που συνιστά τη βάση των κανόνων ελέγχου της ορθής εκτελέσεως του προϋπολογισμού των γεωργικών ταμείων τα οποία προβλέπει ο τίτλος IV του εν λόγω κανονισμού, μέρος του οποίου αποτελούν τα άρθρα 31 έως 33. Πράγματι, ο αποκλεισμός της δυνατότητας επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως κατ’ αποκοπήν θα είχε ως αποτέλεσμα, αφενός, να στερήσει την Επιτροπή από κάθε μέσο προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης στις περιπτώσεις που δεν είναι σε θέση να υπολογίσει με ακρίβεια τα ποσά που δεν πρέπει να χρηματοδοτηθούν από τον προϋπολογισμό της Ένωσης στο πλαίσιο των άρθρων 32 και 33 του κανονισμού 1290/2005, και μάλιστα για τον λόγο ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν της έχει παράσχει τις αναγκαίες προς τούτο πληροφορίες, και, αφετέρου, να παράσχει στο μη συμμορφούμενο προς τις υποχρεώσεις του κράτος μέλος τη δυνατότητα να απαλλαγεί από αυτές, έτσι ώστε να αντλεί πλεονεκτήματα από τις δικές του παραλείψεις.

34

Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Ελληνική Δημοκρατία, όταν εφαρμόζονται τα άρθρα 32 και 33 του κανονισμού 1290/2005 δεν απαγορεύεται αυτή καθαυτήν η προσφυγή σε δημοσιονομική διόρθωση κατ’ αποκοπήν

35

Κανένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί κλονίσει το εν λόγω συμπέρασμα.

36

Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας που μνημονεύεται στη σκέψη 23 ανωτέρω, το οποίο στηρίζεται στο ότι, αν ήταν δυνατή η επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως κατ’ αποκοπήν όσον αφορά τις δημοσιονομικές συνέπειες των παρατυπιών περί των οποίων γίνεται λόγος στα άρθρα 32 και 33 του κανονισμού 1290/2005, τότε θα ήταν επίσης δυνατή στην περίπτωση που μνημονεύεται στο άρθρο 31, παράγραφος 5, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις και τις παραβάσεις κράτους μέλους, αρκεί να σημειωθεί ότι η προβλεπόμενη από την τελευταία αυτή διάταξη περίπτωση μη εφαρμογής έχει ως αντικείμενο να διευκρινίσει ότι η προθεσμία των 24 μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού προφανώς δεν έχει εφαρμογή στις διαδικασίες που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις και τις παραβάσεις κράτους μέλους, οι οποίες δεν εμπίπτουν στον κανονισμό 1290/2005.

37

Δεύτερον, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, περίπτωση iii, του κανονισμού 1290/2005 και οι αιτιολογικές σκέψεις 25 και 26 του κανονισμού αυτού, που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία, χωρίς ωστόσο να προβάλλει ειδικά επιχειρήματα στηριζόμενα στις εν λόγω διατάξεις, δεν φαίνεται να συνδέονται συγκεκριμένα με το ζήτημα της νομικής βάσεως της επιβληθείσας εν προκειμένω δημοσιονομικής διορθώσεως κατ’ αποκοπήν και, επομένως, δεν ασκούν επιρροή επί του ζητήματος αυτού.

38

Τρίτον, ούτε τα επιχειρήματα τα οποία η Ελληνική Δημοκρατία αντλεί από τις κατευθυντήριες γραμμές μπορούν να γίνουν δεκτά.

39

Συναφώς, πρέπει, καταρχάς, να διευκρινιστεί ότι καμία διάταξη των κατευθυντήριων γραμμών δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005 στις δημοσιονομικές συνέπειες των παρατυπιών περί των οποίων γίνεται λόγος στα άρθρα 32 και 33 του εν λόγω κανονισμού. Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές «περιορίζονται στον καθορισμό της μεθόδου και των παραμέτρων που η Επιτροπή θα χρησιμοποιεί για τον υπολογισμό των ποσών που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση, βάσει των προβλεπομένων στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005 κριτηρίων» (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T-588/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:688, σκέψη 98).

40

Περαιτέρω, από το παράρτημα 2 των κατευθυντήριων γραμμών προκύπτει ότι, όταν είναι αδύνατος ο καθορισμός του πραγματικού ύψους των παράτυπων πληρωμών και, ως εκ τούτου, του ποσού της οικονομικής ζημίας που υπέστη η Ένωση, επιβάλλονται κατ’ αποκοπήν διορθώσεις βάσει της εκτιμήσεως του κινδύνου προκλήσεως ζημίας τον οποίο ενέχει για τον προϋπολογισμό της Ένωσης η διενέργεια πλημμελών ελέγχων. Μια τέτοια, óμως, αδυναμία προσδιορισμού του ακριβούς ποσού των παράτυπων πληρωμών μπορεί να επέλθει τόσο στο πλαίσιο των ελέγχων επιλεξιμότητας των δαπανών όσο και στο πλαίσιο των ελέγχων σχετικά με την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, τούτο δε, όπως ορίζουν οι ίδιες οι κατευθυντήριες γραμμές, «από την ίδια τη φύση του εκ των υστέρων ελέγχου».

41

Τέλος, και εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν έχουν εφαρμογή στις παρατυπίες περί των οποίων γίνεται λόγος στα άρθρα 32 και 33 του κανονισμού 1290/2005, αυτή και μόνον η περίσταση δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να καταστήσει άνευ νομικής βάσεως την προσφυγή σε μια τέτοια κατ’ αποκοπήν διόρθωση, δεδομένου ότι η ερμηνεία των εν λόγω παρατυπιών δεν μπορεί να αντιφάσκει προς την ερμηνεία του παραγώγου δικαίου. Η Επιτροπή, óμως, θέσπισε τον μηχανισμό της κατ’ αποκοπήν διορθώσεως που περιλαμβάνεται στις κατευθυντήριες γραμμές βάσει του ίδιου του κανονισμού 1290/2005 και, ειδικότερα, βάσει της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που αυτός παρέχει στην Επιτροπή (βλ. σκέψεις 27 και 28 ανωτέρω).

42

Κατά συνέπεια, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι υφίστατο συναφώς νομική βάση, ήτοι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005, που παρείχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να επιβάλλει δημοσιονομική διόρθωση κατ’ αποκοπήν για τις δημοσιονομικές συνέπειες των παρατυπιών που διαπιστώνονταν στο πλαίσιο των άρθρων 32 και 33 του εν λόγω κανονισμού όταν δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το ακριβές ύψος των μη ανακτηθέντων ποσών. Η ίδια συλλογιστική μπορεί πλέον να ακολουθηθεί, εξάλλου, και όσον αφορά το άρθρο 52 του κανονισμού 1306/2013, καθόσον μάλιστα το άρθρο 52, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων κατ’ αποκοπήν «όταν, λόγω της φύσης της περίπτωσης ή επειδή το κράτος μέλος δεν διαβίβασε στην Επιτροπή τις απαραίτητες πληροφορίες, δεν είναι εφικτό, με μια λογική προσπάθεια, να προσδιοριστεί ακριβέστερα η οικονομική ζημία που υπέστη η Ένωση».

43

Στη συνέχεια, πρέπει να εξακριβωθεί αν η επιβολή της διορθώσεως αυτής ήταν δικαιολογημένη εν προκειμένω υπό το πρίσμα των διαπιστωθεισών ελλείψεων (βλ. σκέψη 25 ανωτέρω).

44

Πρέπει να υπομνησθεί εξαρχής η υποχρέωση των κρατών μελών να ενημερώνουν την Επιτροπή, όσον αφορά τόσο τις δαπάνες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ όσο και εκείνες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ. Έτσι, τόσο το άρθρο 32, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1290/2005 όσο και το άρθρο 33, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού ορίζουν ότι, κατά «τη διαβίβαση των ετήσιων λογαριασμών, που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο iii, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή ανακεφαλαιωτική κατάσταση των διαδικασιών ανάκτησης που κίνησαν κατόπιν παρατυπιών, με ανάλυση των ποσών που δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί κατά διοικητική ή/και δικαστική διαδικασία και έτος της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξης με την οποία διαπιστώθηκε η παρατυπία». Επιπλέον, από το άρθρο 32, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1290/2005 προκύπτει ότι «[τ]α κράτη μέλη διατηρούν στη διάθεση της Επιτροπής την αναλυτική κατάσταση των επιμέρους διαδικασιών ανάκτησης και των ποσών που δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί».

45

Όπως, όμως, επισήμανε το όργανο συμβιβασμού στο σημείο 6.2 της από 19 Οκτωβρίου 2013 γνώμης του, «οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν πίνακα των περιπτώσεων στις οποίες δεν είχαν τηρηθεί οι προθεσμίες». Έτσι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία στο σημείο 32 του δικογράφου της προσφυγής, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς τα μη ανακτηθέντα ποσά, διότι το κράτος μέλος αυτό δεν είχε συμπληρώσει δεόντως τους πίνακες του παραρτήματος III του κανονισμού 885/2006, καίτοι κλήθηκε επανειλημμένως από την Επιτροπή να το πράξει. Η ως άνω παράλειψη, όπως τούτο προκύπτει από το σημείο 19.6.3 της συνοπτικής εκθέσεως, περιλαμβάνεται μεταξύ των βασικών ελέγχων που «δεν είχαν διενεργηθεί ή διενεργούνταν τόσο αραιά ώστε να είναι εντελώς ακατάλληλοι για την επιβολή κυρώσεων λόγω των παρατυπιών σύμφωνα με τις επιταγές [που προκύπτουν από την ισχύουσα ρύθμιση]». Οι ως άνω βασικοί έλεγχοι συνίσταντο σε κατάλληλες διαδικασίες και ελέγχους με σκοπό την επιβεβαίωση του ότι, πρώτον, τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά εντοπίζονταν, ανακτώνταν και επιστρέφονταν εγκαίρως στα ταμεία, δεύτερον, του ότι οι λογιστικές εγγραφές και τα δεδομένα σχετικά με τη διαχείριση των στοιχείων ήταν ακριβή και, τρίτον, του ότι το βιβλίο οφειλετών και το παράρτημα III του κανονισμού 885/2006 ήταν πλήρη.

46

Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, κατά τις κατευθυντήριες γραμμές, η έλλειψη βασικών ελέγχων ή η ατελής ή αραιή διενέργειά τους μπορεί να δικαιολογεί την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως κατ’ αποκοπήν.

47

Ως εκ τούτου, καθόσον από τους διεξαχθέντες το 2009 ελέγχους είχε διαπιστωθεί, κατά την εξέταση διαφόρων ατομικών φακέλων, επανειλημμένα έλλειψη ή καθυστέρηση εισπράξεως των σχετικών οφειλών προς τα ταμεία, η Επιτροπή βασίμως είχε υπόνοιες ότι παρόμοια κενά υπήρχαν όσον αφορά το σύνολο των φακέλων και, επομένως, με γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές, εφόσον δεν ήταν δυνατό να εκτιμηθεί επακριβώς η ζημία σε βάρος της Ένωσης, επέβαλε κατ’ αποκοπήν διόρθωση (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, όσον αφορά τους διενεργούμενους από κράτος μέλος ελέγχους, απόφαση της 24ης Απριλίου 2008, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-418/06 P, EU:C:2008:247, σκέψη 136 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

48

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[παραλειπόμενα]

Επί του τρίτου και του τετάρτου λόγου ακυρώσεως

65

Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, την ορθότητα της κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικής διορθώσεως όσον αφορά τον προβαλλόμενο μη συμψηφισμό των οφειλών μεταξύ γεωργικών ταμείων και θεωρεί, στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου, παράνομο το έρεισμα της εν λόγω διορθώσεως, που στηρίζεται στην υποχρέωση αναγραφής των τόκων στους πίνακες τους οποίους προβλέπει το παράρτημα III του κανονισμού 885/2006.

66

Επιβάλλεται η διαπίστωση, συναφώς, ότι από την κοινοποίηση προκύπτει ρητώς ότι η κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 10 % που προτείνεται στο σημείο 1.1 του παραρτήματός της λόγω των καθυστερήσεων στη διαδικασία εισπράξεως «καλύπτει επίσης τον κίνδυνο για το Ταμείο που περιγράφεται στο σημείο 1.2. (Συμψηφισμός) και στο σημείο 1.3 (Αναγραφή τόκων στο παράρτημα III [του κανονισμού 885/2006])». Διευκρινίζεται, ακόμη, στο σημείο 1.2 in fine του παραρτήματος της κοινοποιήσεως, ότι, «[σ]υνεπώς, δεν προτ[άθηκε] επιπλέον διόρθωση» λόγω ελλείψεως ειδικής διαδικασίας συμψηφισμού μεταξύ των ταμείων. Η ίδια συλλογιστική ακολουθείται όσον αφορά την έλλειψη μνείας των τόκων στους πίνακες του παραρτήματος III του κανονισμού 885/2006, καθόσον η Επιτροπή αναφέρει, στο σημείο 1.3 in fine του παραρτήματος της κοινοποιήσεως, ότι η σχετική διόρθωση «καλύπτεται από την κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % που προτείνεται στο σημείο 1.1 (Καθυστερήσεις στη διαδικασία ανάκτησης)».

67

Το έγγραφο της 17ης Ιουλίου 2015 περιλαμβάνει επίσης ένα παράρτημα που συνοψίζει τη θέση της Επιτροπής μετά την παρέμβαση του οργάνου συμβιβασμού. Το παράρτημα αυτό υπογραμμίζει, στο σημείο 2, δεύτερη περίπτωση, ότι «η κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % που προτείνεται στο σημείο A (Καθυστερήσεις στη διαδικασία ανάκτησης) καλύπτει επίσης τα σημεία B και Γ (Συμψηφισμός [μεταξύ ταμείων] και Παροχή στοιχείων για στον πίνακα του παραρτήματος III [του κανονισμού 885/2006])». Η ίδια διατύπωση χρησιμοποιείται στη συνοπτική έκθεση, στο σημείο 19.6.5, δεύτερη περίπτωση, in fine.

68

Αυτός ο τρόπος προσεγγίσεως είναι εξάλλου σύμφωνος προς τις κατευθυντήριες γραμμές, κατά τις οποίες, σε περίπτωση στην οποία διαπιστώνονται πλείονες πλημμέλειες στο ίδιο σύστημα, οι κατ’ αποκοπήν διορθώσεις δεν είναι σωρευτικές, αλλά λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότερη πλημμέλεια ως ενδεικτική των κινδύνων που ενέχει το σύστημα ελέγχου στο σύνολό του.

69

Κατά συνέπεια, από τις ανωτέρω διαπιστώσεις προκύπτει σαφώς ότι οι δύο ελλείψεις που αποτελούν το αντικείμενο του τρίτου και του τετάρτου λόγου δεν οδήγησαν σε καμία αύξηση της κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικής διορθώσεως 10 % που επιβλήθηκε λόγω των καθυστερήσεων κατά την είσπραξη των οφειλών. Επομένως, από την εξέταση του τρίτου και του τετάρτου λόγου δεν προκύπτουν στοιχεία που να επηρεάζουν το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.

70

Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι, στο μέτρο που ορισμένα σημεία του αιτιολογικού μιας αποφάσεως είναι, αφεαυτών, ικανά να δικαιολογήσουν επαρκώς από νομικής απόψεως την απόφαση, οι πλημμέλειες τις οποίες ενδεχομένως πάσχουν άλλα σημεία του αιτιολογικού της πράξεως δεν ασκούν, εν πάση περιπτώσει, επιρροή στο διατακτικό της. Επιπλέον, εφόσον το διατακτικό αποφάσεως της Επιτροπής στηρίζεται σε πλείονες άξονες συλλογισμού έκαστος των οποίων θα αρκούσε από μόνος του να στηρίξει το διατακτικό αυτό, η ακύρωση της εν λόγω πράξεως επιβάλλεται, καταρχήν, μόνον εάν έκαστος των αξόνων αυτών πάσχει έλλειψη νομιμότητας. Στην περίπτωση αυτή, σφάλμα ή άλλη παρανομία που επηρεάζει έναν μόνον άξονα της συλλογιστικής δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την ακύρωση της αποφάσεως, εφόσον το σφάλμα αυτό δεν άσκησε καθοριστική επιρροή ως προς το διατακτικό στο οποίο κατέληξε το όργανο που εξέδωσε την απόφαση (διάταξη της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Castiglioni κατά Επιτροπής, T-591/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:94, σκέψη 44· αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 2015, Γαλλία κατά Επιτροπής, T-1/12, EU:T:2015:17, σκέψη 73, και της 28ης Σεπτεμβρίου 2016, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, T-437/14, EU:T:2016:577, σκέψη 73).

71

Κατά συνέπεια, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς.

Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως

72

Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αυτή αφορά εννέα μεμονωμένες περιπτώσεις, προβάλλοντας όσον αφορά καθεμία από αυτές διάφορες αιτιάσεις, οι οποίες θα εξετασθούν κατά περίπτωση.

[παραλειπόμενα]

114

Βάσει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, ο πέμπτος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του και, κατά συνέπεια, η προσφυγή καθ’ ολοκληρίαν.

Επί των δικαστικών εξόδων

115

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

116

Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

2)

Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

 

Tomljenović

Μαρκουλλή

Kornezov

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Οκτωβρίου 2017.

Ο Γραμματέας

E. Coulon

Η Πρόεδρος

V. Tomljenović


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.

( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.