25.7.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 270/17


Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Østre Landsret (Δανία) στις 25 Φεβρουαρίου 2016 — N Luxembourg 1 κατά Skatteministeriet

(Υπόθεση C-115/16)

(2016/C 270/28)

Γλώσσα διαδικασίας: η δανική

Αιτούν δικαστήριο

Østre Landsret

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Προσφεύγουσα: N Luxembourg 1

Καθού: Skatteministeriet

Προδικαστικά ερωτήματα

1)

Πρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/49/EΚ (1), σε συνδυασμό με το άρθρο της 1, παράγραφος 4, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εταιρία κάτοικος κράτους μέλους η οποία εμπίπτει στο άρθρο 3 της οδηγίας και, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, εισπράττει τόκους από θυγατρική εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, είναι ο «δικαιούχος» των εν λόγω τόκων κατά την οδηγία;

1.1.

Πρέπει η έννοια του όρου «δικαιούχος» στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/49/EΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο της 1, παράγραφος 4, να ερμηνευθεί σύμφωνα με την αντίστοιχη έννοια η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 11 του υποδείγματος φορολογικής συμβάσεως του ΟΟΣΑ του 1977;

1.2.

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1.1, πρέπει η έννοια αυτή να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα μόνο των σχολίων του άρθρου 11 του υποδείγματος φορολογικής συμβάσεως του 1977 (σημείο 8), ή μπορούν κατά την ερμηνεία να ληφθούν υπόψη μεταγενέστερα σχόλια, συμπεριλαμβανομένων των προσθηκών που πραγματοποιήθηκαν το 2003 σχετικά με τις «εταιρίες οχήματα» (σημείο 8.1, νυν σημείο 10.1) και το 2014 σχετικά με τις «συμβατικές ή νομικές υποχρεώσεις» (σημείο 10.2);

1.3.

Αν τα σχόλια του 2003 μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την ερμηνεία, αποτελεί προϋπόθεση ώστε μια εταιρία να μη θεωρηθεί ως ο «δικαιούχος» κατά την έννοια της οδηγίας 2003/49/ΕΚ το γεγονός ότι όντως υπήρξε διοχέτευση κεφαλαίων προς τα πρόσωπα τα οποία από το κράτος κατοικίας του πληρωτή των τόκων θεωρούνται ως «οι δικαιούχοι» των επίμαχων τόκων και, αν ναι, αποτελεί περαιτέρω προϋπόθεση το γεγονός ότι η πραγματική διοχέτευση πραγματοποιήθηκε σε χρονική σημείο που δεν απείχε πολύ από τον χρόνο πληρωμής των τόκων και/ή πραγματοποιήθηκε ως πληρωμή τόκων;

1.3.1.

Ποια σημασία έχει συναφώς το γεγονός ότι ίδια κεφάλαια χρησιμοποιήθηκαν για το δάνειο, ότι οι επίμαχοι τόκοι εγγράφτηκαν στο κεφάλαιο, ότι ο λήπτης των τόκων προέβη εν συνεχεία σε μεταφορά εντός του ομίλου προς την εδρεύουσα στο ίδιο κράτος μέλος μητρική του εταιρία, με σκοπό την αναπροσαρμογή των κερδών για φορολογικούς σκοπούς σύμφωνα με τους εφαρμοστέους στο εν λόγω κράτος κανόνες, ότι οι επίμαχοι τόκοι στη συνέχεια μετατράπηκαν σε ίδια κεφάλαια εντός της δανειολήπτριας εταιρίας, ότι ο λήπτης των τόκων είχε συμβατική ή νομική υποχρέωση να μεταφέρει τους τόκους σε άλλο πρόσωπο, και ότι τα περισσότερα από τα πρόσωπα που από το κράτος κατοικίας του πληρωτή των τόκων θεωρούνται ως οι «δικαιούχοι» των τόκων είναι κάτοικοι άλλων κρατών μελών ή τρίτων χωρών με τις οποίες η Δανία έχει συνάψει σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας, οπότε στο δανικό φορολογικό δίκαιο δεν θα υπήρχε βάση επιτρέπουσα την παρακράτηση φόρου στην πηγή αν τα εν λόγω πρόσωπα ήσαν δανειστές και επομένως είχαν απευθείας εισπράξει τους τόκους;

1.4.

Για την εκτίμηση του ζητήματος αν ο λήπτης των τόκων πρέπει να θεωρηθεί ως «δικαιούχος» κατά την έννοια της οδηγίας, ποια είναι η σημασία του γεγονότος ότι το αιτούν δικαστήριο, κατόπιν αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, θα μπορέσει να διαπιστώσει ότι ο λήπτης, χωρίς να έχει συμβατική ή νομική υποχρέωση να μεταφέρει σε τρίτον τους τόκους που εισέπραξε, δεν είχε «πλήρες» δικαίωμα «χρήσεως και απολαύσεως» των τόκων όπως εκτίθεται στα σχόλια του 2014 επί του υποδείγματος φορολογικής συμβάσεως του 1977;

2)

Προϋποθέτει η από κράτος μέλος επίκληση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο αφορά την εφαρμογή εθνικών διατάξεων για την πρόληψη της απάτης και των καταχρήσεων, ή του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας ότι το εν λόγω κράτος μέλος έχει θεσπίσει ειδική εθνική διάταξη για την εφαρμογή του άρθρου 5 της οδηγίας, ή ότι το εθνικό δίκαιο περιέχει γενικές διατάξεις ή γενικές αρχές σχετικά με την απάτη, τις καταχρήσεις και τη φοροδιαφυγή που μπορούν να ερμηνευθούν σε συμφωνία με το άρθρο 5;

2.1.

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2, δύναται το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του νόμου περί του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων, το οποίο ορίζει ότι η περιορισμένη φορολογική υποχρέωση επί του εισοδήματος από τόκους δεν περιλαμβάνει τους «τόκους που απαλλάσσονται από φόρους […] κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 2003/49/ΕΚ για την καθιέρωση κοινού συστήματος φορολογήσεως των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιριών διαφορετικών κρατών μελών», να θεωρηθεί ειδική εθνική διάταξη την οποία αφορά το άρθρο 5 της οδηγίας;

3)

Αποτελεί συμβατική διάταξη για την πρόληψη των καταχρήσεων εμπίπτουσα στο άρθρο 5 της οδηγίας η διάταξη σε σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας που έχουν συνάψει δύο κράτη μέλη και έχει συνταχθεί σύμφωνα με το υπόδειγμα φορολογικής συμβάσεως του ΟΟΣΑ, κατά την οποία η φορολογία των τόκων εξαρτάται από το ζήτημα αν ο λήπτης των τόκων θεωρείται ως ο δικαιούχος των τόκων;

4)

Συνιστά κατάχρηση κατά την έννοια της οδηγίας 2003/49/EΚ το γεγονός ότι στο κράτος μέλος κατοικίας του πληρωτή των τόκων επιτρέπεται η φορολογική έκπτωση των τόκων, ενώ οι τόκοι δεν φορολογούνται στο κράτος μέλος κατοικίας του λήπτη των τόκων;

5)

Οφείλει βάσει της οδηγίας 2003/49/ΕΚ ή του άρθρου 10 ΕΚ ένα κράτος μέλος, το οποίο αρνείται να αναγνωρίσει ότι εταιρία άλλου κράτους μέλους είναι ο δικαιούχος των τόκων και διατείνεται ότι η εταιρία αυτή είναι επίπλαστη εταιρία-όχημα, να αναφέρει ποιον τότε θεωρεί ότι είναι ο δικαιούχος;

6)

Όταν εταιρία κάτοικος κράτους μέλους (η μητρική εταιρία) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυνάμενη να τύχει, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 2003/49/ΕΚ, απαλλαγής από τον φόρο στην πηγή όσον αφορά τόκους που προέρχονται από εταιρία κάτοικο άλλου κράτους μέλους (τη θυγατρική) και όταν το τελευταίο κράτος μέλος θεωρεί ότι η μητρική εταιρία έχει εκεί περιορισμένη φορολογική υποχρέωση επί των τόκων αυτών, αντιτίθεται το άρθρο 43 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 48 ΕΚ, σε νομοθεσία βάσει της οποίας το τελευταίο κράτος μέλος επιβάλλει στην υπόχρεη για την παρακράτηση του φόρου στην πηγή εταιρία (στη θυγατρική) να καταβάλει τόκους υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερήσεως σχετικά με την πληρωμή της παρακρατήσεως στην πηγή, και τούτο με επιτόκιο υψηλότερο από το επιτόκιο που το ίδιο κράτος μέλος εφαρμόζει για την είσπραξη του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων (ο οποίος πλήττει επίσης τα εισοδήματα από τόκους) κατά εταιρίας που είναι κάτοικος του εν λόγω κράτους μέλους;

7)

Όταν εταιρία κάτοικος κράτους μέλους (η μητρική εταιρία) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυνάμενη να τύχει, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 2003/49/ΕΚ, απαλλαγής από τον φόρο στην πηγή όσον αφορά τόκους που προέρχονται από εταιρία κάτοικο άλλου κράτους μέλους (τη θυγατρική) και όταν το τελευταίο κράτος μέλος θεωρεί ότι η μητρική εταιρία έχει εκεί περιορισμένη φορολογική υποχρέωση επί των τόκων αυτών, αντιτίθεται το άρθρο 43 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 48 ΕΚ (και/ή με το άρθρο 56 ΕΚ), χωριστά ή από κοινού, σε νομοθεσία βάσει της οποίας:

α)

το τελευταίο κράτος μέλος υποχρεώνει τον πληρωτή των τόκων να παρακρατήσει στην πηγή τον φόρο επί των τόκων αυτών και καθιστά τον εν λόγω πληρωτή υπεύθυνο έναντι του κράτους για τους μη παρακρατηθέντες φόρους στην πηγή, ενώ τέτοια υποχρέωση παρακρατήσεως δεν υπάρχει όταν ο λήπτης των τόκων είναι κάτοικος του ίδιου κράτους μέλους;

β)

μητρική εταιρία κάτοικος του τελευταίου κράτους μέλους δεν θα είχε υποβληθεί στην υποχρέωση να προκαταβάλει φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων κατά τα δύο πρώτα φορολογικά έτη, αλλά η εταιρία αυτή θα έπρεπε να καταβάλει φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο της ημερομηνίας κατά την οποία έγιναν απαιτητές οι παρακρατήσεις του φόρου στην πηγή;

Για την απάντηση στο ερώτημα 7, ζητείται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λάβει υπόψη την απάντηση στο ερώτημα 6.


(1)  Οδηγία 2003/49/EΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για την καθιέρωση κοινού συστήματος φορολογήσεως των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιριών διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ 2003 L, 157, σ. 49).