ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 24ης Μαΐου 2016 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Επείγουσα προδικαστική διαδικασία — Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις — Απόφαση‑πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ — Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως — Άρθρο 4α, παράγραφος 1 — Διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών — Προϋποθέσεις εκτελέσεως — Λόγοι προαιρετικής μη εκτελέσεως — Εξαιρέσεις — Υποχρεωτική εκτέλεση — Ποινή επιβληθείσα ερήμην — Έννοιες της “προσωπικής κλητεύσεως ενώπιον του δικαστηρίου” και της “επίσημης κοινοποιήσεως δι’ άλλων μέσων” — Αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης»

Στην υπόθεση C‑108/16 PPU,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Rechtbank Amsterdam (Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο αυθημερόν, στο πλαίσιο της δίκης σχετικά με την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος κατά του

Paweł Dworzecki,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Arabadjiev, Κ. Λυκούργο, E. Juhász και C. Vajda, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Bobek

γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Απριλίου 2016,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο Paweł Dworzecki, εκπροσωπούμενος από τους J. Dobosz και A. de Boon, advocaten,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Bulterman, M. Noort και B. Koopman,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις J. Sawicka και M. Pawlicka,

η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την V. Kaye, επικουρούμενη από τον J. Holmes, barrister,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον R. Troosters και την S. Grünheid,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Μαΐου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

H αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δίκης σχετικά με την εκτέλεση, στις Κάτω Χώρες, ενός ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από το Sąd Okręgowy w Zielonej Górze (περιφερειακό δικαστήριο της Zielona Góra, Πολωνία) κατά του Paweł Dworzecki.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 5 και 7 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχουν ως εξής:

«(5)

[...] [Η] εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. […]

[…]

(7)

Δεδομένου ότι ο στόχος της αντικαταστάσεως του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως το οποίο έχει δημιουργηθεί επί τη βάσει της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη ενεργούντα μονομερώς και, συνεπώς, λόγω της διαστάσεως και των αποτελεσμάτων της, δύναται να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, το Συμβούλιο δύναται να εγκρίνει μέτρα, σύμφωνα προς την αρχή της επικουρικότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο τελευταίο αυτό άρθρο, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.»

4

Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, με τίτλο «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», προβλέπει:

«1.   Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς τον σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

2.   Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου.

3.   H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΕΕ].»

5

Με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299 διευκρινίζονται οι λόγοι της αρνήσεως εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως αν ο ενδιαφερόμενος δεν εμφανίστηκε στη δίκη αυτοπροσώπως. Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 4, 6 έως 8 και 14 της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου έχουν ως εξής:

«(1)

Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη περιλαμβάνεται στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που προβλέπεται από το άρθρο 6 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως ερμηνεύεται από το [Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου]. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το εν λόγω δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη δεν είναι απόλυτο και ότι, υπό ορισμένους όρους, ο κατηγορούμενος μπορεί, εξ ιδίας βουλήσεως, να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού ρητώς ή σιωπηρώς αλλά κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση.

(2)

Οι διάφορες αποφάσεις-πλαίσια για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεν ασχολούνται συστηματικά με το θέμα των αποφάσεων που εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Η ποικιλομορφία αυτή ενδέχεται να περιπλέξει το έργο των νομικών και να παρεμποδίσει τη δικαστική συνεργασία.

[...]

(4)

Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να παρασχεθούν σαφείς και κοινές βάσεις για τη μη αναγνώριση των αποφάσεων, που εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Στόχος της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι να επανοριστούν οι εν λόγω κοινές βάσεις που θα επιτρέπουν στην εκτελούσα αρχή να εκτελέσει την απόφαση παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη, τηρουμένου πλήρως του δικαιώματος υπεράσπισης του ενδιαφερομένου. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν έχει εκπονηθεί για να ρυθμίζει τις μορφές και μεθόδους, περιλαμβανομένων και των δικονομικών απαιτήσεων, που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των αποτελεσμάτων που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο και που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαίων των κρατών μελών.

[...]

(6)

Οι διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου για την τροποποίηση άλλων αποφάσεων-πλαισίων θέτουν προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν χωρεί άρνηση της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεως που εκδόθηκε σε δίκη στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Πρόκειται για εναλλακτικές προϋποθέσεις: σε περίπτωση που πληρούται μία από τις προϋποθέσεις, η εκδούσα αρχή, συμπληρώνοντας το αντίστοιχο τμήμα του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή του σχετικού πιστοποιητικού δυνάμει των άλλων αποφάσεων-πλαισίων, παρέχει τη διασφάλιση ότι πληρούνται ή πρόκειται να πληρωθούν οι απαιτήσεις που επαρκούν για τον σκοπό της εκτέλεσης της απόφασης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.

(7)

Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεως εκδοθείσας σε δίκη κατά την οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο κλητεύθηκε αυτοπροσώπως και με την κλήτευση ενημερώθηκε σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως ή εφόσον, δι’ άλλων μέσων, ενημερώθηκε πραγματικά και επισήμως σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι το πρόσωπο τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης. Εννοείται εν προκειμένω ότι το πρόσωπο θα πρέπει να έχει ενημερωθεί “εν ευθέτω χρόνω”, ήτοι εγκαίρως, ώστε να μπορεί να συμμετάσχει στη δίκη και να ασκήσει το δικαίωμα της υπεράσπισής του.

(8)

Το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη κατοχυρώνεται από τη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως ερμηνεύεται από το [Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου]. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου προσώπου να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στη δίκη. Προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα αυτό, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο χρειάζεται να τελεί εν γνώσει της προγραμματιζόμενης δίκης. Βάσει της παρούσας απόφασης-πλαισίου, η επίγνωση του προσώπου όσον αφορά τη δίκη θα πρέπει να εξασφαλίζεται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, ενώ εξυπακούεται ότι αυτό πρέπει να συνάδει προς τις απαιτήσεις της εν λόγω σύμβασης. Σύμφωνα με τη νομολογία του [Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου], όταν εξετάζεται κατά πόσον ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται η πληροφορία επαρκεί ώστε να εξασφαλίζεται η επίγνωση του προσώπου όσον αφορά τη δίκη, ιδιαίτερη προσοχή μπορεί, κατά περίπτωση, να προσδίδεται και στη δέουσα προσπάθεια που καταβάλλει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο προκειμένου να λάβει πληροφορίες που απευθύνονται σε αυτόν.

[...]

(14)

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο περιορίζεται να επανορίσει τους λόγους μη αναγνώρισης σε νομικές πράξεις που υλοποιούν την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων, όπως εκείνες που αφορούν το δικαίωμα νέας δίκης, περιορίζεται στον ορισμό των λόγων μη αναγνώρισης. Δεν αποβλέπει στην εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν θίγει τις μελλοντικές νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπούν στην προσέγγιση των νόμων των κρατών μελών στον τομέα του ποινικού δικαίου.»

6

Το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 εισήχθη με το άρθρο 2 της αποφάσεως‑πλαισίου 2009/299 και τιτλοφορείται «Αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως». Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:

«Η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, εάν το πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης:

α)

εν ευθέτω χρόνω:

i)

είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης,

και

ii)

είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη·

[…]».

Το ολλανδικό δίκαιο

7

Ο Overleveringswet (νόμος περί παραδόσεως εκζητουμένων προσώπων, στο εξής: OLW) μεταφέρει στο ολλανδικό δίκαιο την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584. Το άρθρο 12 του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:

«Η παράδοση δεν επιτρέπεται εφόσον το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, ενώ ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι ο εκζητούμενος, βάσει των δικονομικών απαιτήσεων του κράτους μέλους εκδόσεως:

a)

εν ευθέτω χρόνω, είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης και είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που αυτός δεν εμφανιστεί στη δίκη· ή

[…]».

8

Το σημείο D του παραρτήματος 2 του OLW, που τιτλοφορείται «Υπόδειγμα ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του OLW», αντιστοιχεί στο στοιχείο δʹ του παραρτήματος της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

9

Στις 30 Νοεμβρίου 2015, ο officier van justitie bij de rechtbank (εισαγγελέας πρωτοδικών) υπέβαλε στο Rechtbank Amsterdam (Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) αίτηση περί εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2015 από το Sąd Okręgowy w Zielonej Górze (περιφερειακό δικαστήριο της Zielona Góra, Πολωνία).

10

Το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδόθηκε με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση του P. Dworzecki, Πολωνού υπηκόου που διαμένει στη Χάγη (Κάτω Χώρες), προκειμένου να εκτελεσθούν στην Πολωνία τρεις ποινές φυλακίσεως διάρκειας, αντιστοίχως, δύο ετών, οκτώ μηνών και έξι μηνών. Οι δύο τελευταίες ποινές πρέπει να εκτελεσθούν στο ακέραιο, ενώ, όσον αφορά την πρώτη ποινή, απομένουν προς έκτιση, εκ μέρους του P. Dworzecki, επτά μήνες και δώδεκα ημέρες. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά μόνον την παράδοση του P. Dworzecki για την εκτέλεση της δεύτερης ποινής φυλακίσεως.

11

Όσον αφορά την τελευταία αυτή ποινή, στο σημείο D του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως αποσαφηνίζεται ότι ο ενδιαφερόμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη η οποία οδήγησε στην έκδοση της σχετικής καταδικαστικής αποφάσεως. Επομένως, η δικαστική αρχή εκδόσεως επέλεξε το σημείο 1, στοιχείο b, που εμφαίνεται υπό το σημείο D του εντύπου του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που αντιστοιχεί στο σημείο 3.1.β του στοιχείου δʹ του εντύπου που επισυνάπτεται ως παράρτημα της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, και έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες «το πρόσωπο δεν κλητεύθηκε αυτοπροσώπως αλλά […] είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δε ενημερωθεί σχετικά με το γεγονός ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη».

12

Όσον αφορά τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο έχει εκπληρωθεί η σχετική προϋπόθεση, τα οποία πρέπει να παρατίθενται βάσει του σημείου 4 που εμφαίνεται υπό το στοιχείο δʹ του εν λόγω εντύπου, στο ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως διευκρινίζονται, στην αγγλική γλώσσα, τα εξής:

«Το έγγραφο κλητεύσεως απεστάλη στη διεύθυνση την οποία ο Paweł Dworzecki είχε δηλώσει για τις επιδόσεις δικογράφων και παρελήφθη από ενήλικο πρόσωπο που διαμένει στη διεύθυνση αυτή, τον παππού του Paweł Dworzecki, σύμφωνα με το άρθρο 132 του κώδικα ποινικής δικονομίας το οποίο ορίζει ότι “σε περίπτωση που ο προς ον η επίδοση απουσιάζει από την οικία του, το διαδικαστικό έγγραφο πρέπει να παραδοθεί σε ενήλικο πρόσωπο που είναι μέλος του νοικοκυριού του προς ον η επίδοση και αν το πρόσωπο αυτό επίσης απουσιάζει, το διαδικαστικό έγγραφο δύναται να παραδοθεί στον ιδιοκτήτη ή στον θυρωρό ή στον επικεφαλής του χωριού, υπό την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνουν να το παραδώσουν στον προς ον η επίδοση”. Επίσης, αντίγραφο της αποφάσεως απεστάλη στην ίδια διεύθυνση και παρελήφθη από ενήλικο πρόσωπο που διαμένει στη διεύθυνση αυτή. Επιπλέον, ο Paweł Dworzecki ομολόγησε την ενοχή του και δέχθηκε εκ των προτέρων την ποινή που είχε προτείνει ο εισαγγελέας.»

13

Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι έχει ήδη ερμηνεύσει τις διατάξεις του ολλανδικού δικαίου με τις οποίες μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, υπό την έννοια ότι η εξέταση της τηρήσεως των προϋποθέσεων που εκτίθενται στα στοιχεία αʹ έως δʹ της τελευταίας αυτής διατάξεως πρέπει να πραγματοποιείται λαμβάνοντας υπόψη το δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως. Ως εκ τούτου, ιδίως σε περίπτωση που το έγγραφο κλητεύσεως είχε παραδοθεί σε μέλος του νοικοκυριού του εκζητουμένου προσώπου, το ως άνω δικαστήριο δεν θα είχε προβεί σε εφαρμογή του λόγου μη εκτελέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 12 του OLW.

14

Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν μια τέτοια ερμηνεία του εθνικού δικαίου συνάδει με το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, με την έκφραση «βάσει [των λοιπών] δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης», η οποία προηγείται της παραθέσεως των στοιχείων αʹ έως δʹ του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως—πλαισίου 2002/584, είχε την πρόθεση, ιδίως με τον επιθετικό προσδιορισμό «λοιπών», να υπογραμμίσει ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2009/299 δεν απέβλεπε στην εναρμόνιση του δικαίου των κρατών μελών στον τομέα της ποινικής δικονομίας όσον αφορά εν γένει τις εκδιδόμενες ερήμην αποφάσεις, και ειδικότερα τον τρόπο κλητεύσεως σε ποινικές υποθέσεις, αλλά μόνο στον καθορισμό κοινών λόγων μη αναγνωρίσεως όσον αφορά τις αποφάσεις οι οποίες έχουν εκδοθεί ερήμην σε ποινικές υποθέσεις. Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, οι εκφράσεις που περιέχονται στα στοιχεία αʹ έως δʹ του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 αποτελούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης.

15

Όσον αφορά την ερμηνεία των εννοιών αυτών, το αιτούν δικαστήριο είναι της γνώμης ότι οι προϋποθέσεις που παρατίθενται στο στοιχείο αʹ του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 δεν πληρούνται εν προκειμένω, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι οι πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης περιήλθαν πραγματικά και επισήμως σε γνώση του P. Dworzecki.

16

Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η εκ μέρους του προτεινόμενη ερμηνεία του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 ενδέχεται να είναι αυστηρότερη από τις απαιτήσεις που απορρέουν από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950. Συγκεκριμένα, το τελευταίο αυτό δικαιοδοτικό όργανο, ιδίως στις σκέψεις 99 και 101 της αποφάσεως της 1ης Μαρτίου 2006, Sejdovic κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2006:0301JUD005658100), θέτει μόνον την απαίτηση ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να τελεί «επαρκώς σε γνώση των εις βάρος του ποινικών διώξεων και κατηγοριών».

17

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rechtbank Amsterdam (Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Είναι οι περιεχόμενες στο άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έννοιες

“εν ευθέτω χρόνω είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως”

και

“εν ευθέτω χρόνω είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης”

αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης;

2)

Αν ναι:

α)

κατά ποιον τρόπο πρέπει εν γένει να ερμηνευθούν αυτές οι αυτοτελείς έννοιες και

β)

εμπίπτει μια περίπτωση όπως η επίμαχη, η οποία χαρακτηρίζεται από το ότι:

κατά το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, η κλήτευση πραγματοποιήθηκε με παράδοση, στη διεύθυνση του εκζητούμενου, σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού του, το οποίο μέλος ανέλαβε να παραδώσει το έγγραφο κλητεύσεως στον εκζητούμενο·

χωρίς να προκύπτει από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αν, και πότε, το εν λόγω μέλος του νοικοκυριού πράγματι παρέδωσε το έγγραφο κλητεύσεως στον εκζητούμενο·

ενώ από τις δηλώσεις στις οποίες ο εκζητούμενος προέβη κατά τη συνεδρίαση του αιτούντος δικαστηρίου δεν δύναται να συναχθεί αν ο εκζητούμενος έλαβε —εγκαίρως— γνώση της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της προγραμματισμένης δίκης,

σε μια από τις δύο αυτοτελείς έννοιες τις οποίες αφορά το πρώτο ερώτημα;»

Επί της επείγουσας διαδικασίας

18

Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εξεταστεί η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατά την επείγουσα προδικαστική διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

19

Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, το ως άνω δικαστήριο επικαλείται, ιδίως, το γεγονός ότι ο P. Dworzecki στερείται επί του παρόντος της ελευθερίας του εν αναμονή της παραδόσεώς του στη Δημοκρατία της Πολωνίας.

20

Επιπλέον, το ως άνω δικαστήριο τονίζει ότι η εκ μέρους του Δικαστηρίου απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα έχει άμεσο και καθοριστικό αντίκτυπο επί της διάρκειας της κρατήσεως του P. Dworzecki στις Κάτω Χώρες, στο μέτρο που το ως άνω δικαστήριο δεν θα μπορούσε, ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου, να αποφανθεί επί της παραδόσεως του ενδιαφερομένου όσον αφορά το σύνολο των αποφάσεων τις οποίες αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

21

Πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι η παρούσα προδικαστική παραπομπή αφορά την ερμηνεία της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, η οποία εμπίπτει στους τομείς τους οποίους αφορά ο τίτλος V του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ, σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια, είναι δυνατή η εκδίκασή της με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία.

22

Δεύτερον, όσον αφορά το κριτήριο σχετικά με το επείγον, πρέπει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος στην υπόθεση της κύριας δίκης στερείται επί του παρόντος της ελευθερίας του και ότι η συνέχιση της κρατήσεώς του εξαρτάται από τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Lanigan, C‑237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 24). Εξάλλου, η κατάσταση του ενδιαφερομένου πρέπει να εκτιμάται όπως αυτή εμφανίζεται κατά τον χρόνο εξετάσεως του αιτήματος για υπαγωγή της προδικαστικής παραπομπής στην επείγουσα διαδικασία (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N., C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 40).

23

Εν προκειμένω, αφενός, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο P. Dworzecki στερούνταν της ελευθερίας του. Αφετέρου, η συνέχιση της κρατήσεώς του εξαρτάται από την έκβαση της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεδομένου ότι το μέτρο της κρατήσεώς του διατάχθηκε, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, στο πλαίσιο της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε κατ’ αυτού.

24

Υπό τις συνθήκες αυτές, στις 10 Μαρτίου 2016 το τέταρτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου να εφαρμοστεί η επείγουσα προδικαστική διαδικασία επί της παρούσας προδικαστικής παραπομπής.

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

25

Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι οι εκφράσεις «είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως» καθώς και «είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», οι οποίες περιλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη, αποτελούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης.

26

Εισαγωγικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως προκύπτει ειδικότερα από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, αυτής, καθώς και από τις αιτιολογικές της σκέψεις 5 και 7, έχει ως αντικείμενο την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος έκδοσης, το οποίο έχει δημιουργηθεί επί τη βάσει της ευρωπαϊκής σύμβασης έκδοσης, της 13ης Δεκεμβρίου 1957, με σύστημα παράδοσης, εφαρμοζόμενο μεταξύ δικαστικών αρχών, των ατόμων εκείνων τα οποία έχουν καταδικασθεί ή τα οποία φέρονται ως ύποπτα, προκειμένου να εκτελεσθεί εκδοθείσα απόφαση ή να ασκηθούν διώξεις, δοθέντος ότι το σύστημα αυτό στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

27

Έτσι, η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 αποβλέπει, μέσω της δημιουργίας ενός νέου απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παράδοσης των ατόμων τα οποία έχουν καταδικασθεί ή είναι ύποπτα για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στηριζόμενος στον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των κρατών μελών (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από τις απαιτήσεις τόσο της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας συνάγεται ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχουν ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου τους πρέπει, κατά κανόνα, να ερμηνεύονται κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο σε ολόκληρη την Ένωση, βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται και του σκοπού της επίμαχης ρυθμίσεως (αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Kozłowski, C‑66/08, EU:C:2008:437, σκέψη 42, καθώς και της 15ης Οκτωβρίου 2015, Axa Belgium, C‑494/14, EU:C:2015:692, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29

Συναφώς, καίτοι η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584, και ιδίως το άρθρο της 4α, παράγραφος 1, περιέχει αρκετές ρητές παραπομπές στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, ωστόσο, καμία από τις παραπομπές αυτές δεν αφορά τις έννοιες που περιλαμβάνονται στο άρθρο της 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i.

30

Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως υποστήριξαν όλοι οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εκφράσεις που αποτελούν το αντικείμενο του πρώτου ερωτήματος πρέπει να θεωρηθούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης και να ερμηνεύονται κατά τρόπο ενιαίο στο έδαφος της Ένωσης.

31

Εξάλλου, η ως άνω ερμηνεία επιρρωννύεται από τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως‑πλαισίου 2009/299. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 4 της τελευταίας αυτής αποφάσεως‑πλαισίου, ο νομοθέτης της Ένωσης, έχοντας διαπιστώσει ότι η έλλειψη ενιαίας ρυθμίσεως των ζητημάτων που σχετίζονται με τις αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται σε δίκες όπου το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως θα μπορούσε, ιδίως, να παρεμποδίσει τη δικαστική συνεργασία, έκρινε αναγκαίο το να προβλεφθούν σαφείς και κοινοί λόγοι μη αναγνωρίσεως των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται σε δίκες όπου το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, χωρίς, ωστόσο, να προβεί σε ρύθμιση ως προς τον τύπο και τις μεθόδους, περιλαμβανομένων και των δικονομικών απαιτήσεων που εμπίπτουν στα δίκαια των κρατών μελών και εξυπηρετούν την επίτευξη των αποτελεσμάτων περί των οποίων γίνεται λόγος στην ως άνω απόφαση‑πλαίσιο.

32

Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι οι εκφράσεις «είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως» καθώς και «είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», οι οποίες περιλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη, αποτελούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ενιαίο σε ολόκληρη την Ένωση.

Επί του δεύτερου ερωτήματος

33

Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι πληροί τις τεθείσες με τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις μια κλήτευση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία δεν παραδόθηκε απευθείας στον ενδιαφερόμενο, αλλά η οποία πραγματοποιήθηκε με παράδοση, στη διεύθυνση του τελευταίου, σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού του, το οποίο μέλος ανέλαβε να παραδώσει το έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο, χωρίς να προκύπτει από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αν και, ενδεχομένως, πότε το εν λόγω ενήλικο μέλος του νοικοκυριού πράγματι παρέδωσε το ως άνω έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο.

34

Κατά το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αναφέρεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται με την εν λόγω παράγραφο 1, στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ ή δʹ.

35

Επομένως, η εκτελούσα δικαστική αρχή υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να προβεί στην εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ ή δʹ, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584.

36

Ειδικότερα, όσον αφορά το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου, η εκτελούσα δικαστική αρχή υπέχει μια τέτοια υποχρέωση εφόσον ο ενδιαφερόμενος είτε «είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως» είτε «είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης».

37

Λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που επιδιώκονται με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299, όπως αυτοί υπομνήστηκαν στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι κανόνες κλητεύσεως που προβλέπονται από το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 αποσκοπούν, ως εκ του ότι είναι σαφείς και κοινοί, στην κατοχύρωση υψηλού επιπέδου προστασίας και στο να παράσχουν στην εκτελούσα αρχή τη δυνατότητα να προβεί στην παράδοση του ενδιαφερομένου παρά την απουσία του από τη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως, τηρουμένων συγχρόνως πλήρως των δικαιωμάτων άμυνας.

38

Πράγματι, η τήρηση των προϋποθέσεων κλητεύσεως που προβλέπονται από το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 διασφαλίζει ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε εν ευθέτω χρόνω τις πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του και, ως εκ τούτου, η εκτελούσα αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι τα δικαιώματα άμυνας έγιναν σεβαστά.

39

Ακριβώς υπό το πρίσμα των ως άνω εκτιμήσεων πρέπει να ερμηνευθούν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584.

40

Η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονούν, κατ’ ουσίαν, ότι ένα έγγραφο κλητεύσεως, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση που προβλέπεται από το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, οι ως άνω κυβερνήσεις εκτιμούν ότι βάσει εγγράφου κλητεύσεως, το οποίο λόγω απουσίας του προς ον η επίδοση παραδόθηκε σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού του, το οποίο ανέλαβε να το παραδώσει σ’ αυτόν, μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο προς ον η επίδοση ενημερώθηκε με τον τρόπο αυτόν επαρκώς κατά νόμον σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του. Ειδικότερα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου μνημονεύει συναφώς την αιτιολογική σκέψη 8 της αποφάσεως‑πλαισίου 2009/299, σύμφωνα με την οποία, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδιαίτερη προσοχή μπορεί, κατά περίπτωση, να αποδίδεται και στην επιμέλεια που επέδειξε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο προκειμένου να λάβει τις πληροφορίες που απευθύνονται σε αυτό.

41

Αντιθέτως, κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένα έγγραφο κλητεύσεως, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Μολονότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ότι οι πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του προς ον η κλήτευση δύνανται να διαβιβασθούν σ’ αυτόν με έμμεσο τρόπο, ή μέσω άλλων προσώπων, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο προς ον η κλήτευση έλαβε πράγματι γνώση, όπως επιτάσσει η εν λόγω διάταξη, των πληροφοριών αυτών, γεγονός παραμένει ότι η δικαστική αρχή εκδόσεως οφείλει να παράσχει στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο ενδιαφερόμενος πράγματι έλαβε γνώση των πληροφοριών αυτών. Επομένως, κατά τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μια επίδοση στηριζόμενη σε πλάσμα δικαίου, χωρίς η δικαστική αρχή εκδόσεως να παρέχει συμπληρωματικά στοιχεία δυνάμενα να καταδείξουν ότι ο προς ον η κλήτευση όντως ενημερώθηκε από την εν λόγω αρχή σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του, όπως φαίνεται ότι συμβαίνει εν προκειμένω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάδει με την εν λόγω διάταξη.

42

Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, καίτοι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη συνιστά ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, εντούτοις η απαίτηση αυτή δεν είναι απόλυτη. Ο κατηγορούμενος μπορεί, εξ ιδίας βουλήσεως, να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού ρητώς ή σιωπηρώς, υπό την προϋπόθεση ότι η παραίτηση χωρεί κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, συνδυάζεται με κατ’ ελάχιστον εγγυήσεις αντίστοιχες της σοβαρότητας της παραβάσεως της ποινικής νομοθεσίας εξαιτίας της οποίας έχει ασκηθεί δίωξη κατά του κατηγορουμένου και δεν προσκρούει σε κανένα σημαντικό δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα, δεν στοιχειοθετείται προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, αφ’ ης στιγμής ενημερώθηκε σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης ή την υπεράσπισή του ανέλαβε δικηγόρος στον οποίον ο ίδιος έδωσε σχετική εντολή (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, C‑399/11, Melloni,EU:C:2013:107, σκέψη 49).

43

Ως εκ τούτου, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη ενός προσώπου που έχει κλητευθεί προς εμφάνιση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου επιτάσσει ότι το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να έχει ενημερωθεί κατά τρόπον ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να οργανώσει κατά αποτελεσματικό τρόπο την υπεράσπισή του. Το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 αποβλέπει στην επίτευξη του σκοπού αυτού, χωρίς, ωστόσο, να αποσαφηνίζει περιοριστικώς ποια είναι τα μέσα που ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν προς τούτο. Συγκεκριμένα, πέραν της ενημερώσεως μέσω προσωπικής κλητεύσεως, οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η εν λόγω διάταξη πληρούνται εάν ο ενδιαφερόμενος έχει «δι’ άλλων μέσων» ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του.

44

Συναφώς, όπως αποσαφηνίζεται στην αιτιολογική σκέψη 4 της αποφάσεως‑πλαισίου 2009/299, η τελευταία αυτή απόφαση‑πλαίσιο δεν έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση, σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης, των μορφών και των μεθόδων, περιλαμβανομένων και των δικονομικών απαιτήσεων που είναι εφαρμοστέες σύμφωνα με το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, τις οποίες χρησιμοποιούν οι αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της διαδικασίας παραδόσεως.

45

Ο σκοπός του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, ο οποίος υπομνήστηκε στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, οπωσδήποτε επιτυγχάνεται όταν ο ενδιαφερόμενος έχει κλητευθεί «αυτοπροσώπως», όπως μνημονεύεται στο πρώτο τμήμα της περιόδου που περιλαμβάνεται στην εν λόγω διάταξη, με δεδομένο ότι ένας τέτοιος τρόπος κλητεύσεως διασφαλίζει ότι ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος έλαβε το έγγραφο κλητεύσεως και, επομένως, ενημερώθηκε σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του.

46

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις περί των οποίων γίνεται λόγος στο δεύτερο τμήμα της περιόδου της ίδιας διατάξεως, αυτές αποβλέπουν στην επίτευξη του ίδιου υψηλού επιπέδου προστασίας του προς ον η κλήτευση, ενώ ταυτόχρονα μεριμνούν ώστε ο προς ον η κλήτευση να διαθέτει τις πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του.

47

Λαμβανομένου υπόψη, ιδίως, του γράμματος του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, κατά το οποίο πρέπει να αποδεικνύεται σαφώς ότι ο ενδιαφερόμενος «τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», το γεγονός ότι ένα έγγραφο κλητεύσεως παραδόθηκε σε τρίτο πρόσωπο το οποίο ανέλαβε να παραδώσει το εν λόγω έγγραφο στον ενδιαφερόμενο, ανεξάρτητα από το αν αυτό το τρίτο πρόσωπο αποτελεί ή όχι μέλος του νοικοκυριού του εν λόγω ενδιαφερομένου, δεν μπορεί, αυτό καθαυτό, να πληροί τις απαιτήσεις αυτές. Συγκεκριμένα, ένας τέτοιος τρόπος κλητεύσεως δεν παρέχει τη δυνατότητα να αποδειχθούν αδιαμφισβήτητα ούτε το ότι ο ενδιαφερόμενος «πράγματι» έλαβε τις πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του ούτε, ενδεχομένως, το ακριβές χρονικό σημείο της λήψεως των εν λόγω πληροφοριών.

48

Βεβαίως, όπως επισήμανε η Επιτροπή, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η παράδοση ενός εγγράφου κλητεύσεως σε τρίτο πρόσωπο να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Ωστόσο, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω διάταξη, πρέπει να αποδεικνύεται σαφώς ότι αυτό το τρίτο πρόσωπο πράγματι παρέδωσε το έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο.

49

Συναφώς, εναπόκειται στη δικαστική αρχή εκδόσεως να μνημονεύσει, στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, τα στοιχεία βάσει των οποίων διαπίστωσε ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε πραγματικά και επισήμως τις πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του. Όταν η εκτελούσα δικαστική αρχή βεβαιώνεται ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 πληρούνται, αυτή μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένων και περιστάσεων των οποίων αυτή έλαβε γνώση στο πλαίσιο ακροάσεως του ενδιαφερομένου.

50

Εξάλλου, δεδομένου ότι οι περιπτώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 νοούνται ως εξαιρέσεις ενός λόγου προαιρετικής μη αναγνωρίσεως, η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αφού έχει διαπιστώσει ότι η εκάστοτε επίμαχη κατάσταση δεν εμπίπτει στις ως άνω περιπτώσεις, να λαμβάνει υπόψη άλλες περιστάσεις που της παρέχουν τη δυνατότητα να βεβαιωθεί ότι η παράδοση του ενδιαφερομένου δεν συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς του.

51

Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο μιας τέτοιας εκτιμήσεως του ως άνω λόγου προαιρετικής μη αναγνωρίσεως, η εκτελούσα δικαστική αρχή μπορεί να λάβει υπόψη της τη συμπεριφορά την οποία επέδειξε ο ενδιαφερόμενος. Συγκεκριμένα, ακριβώς κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας παραδόσεως είναι δυνατό να αποδοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν πρόδηλη έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους του ενδιαφερομένου, ιδίως όταν καθίσταται φανερό ότι ο ενδιαφερόμενος επιχείρησε να αποφύγει την παραλαβή της κοινοποιήσεως των σχετικών πληροφοριών.

52

Ομοίως, η εκτελούσα δικαστική αρχή μπορεί να λάβει υπόψη της το γεγονός, περί του οποίου έκανε λόγο η Πολωνική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως παρέχει, εν πάση περιπτώσει, στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να ζητήσει τη διεξαγωγή νέας δίκης, όταν, όπως εν προκειμένω, η επίδοση του εγγράφου κλητεύσεως λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε διά της παραδόσεώς του σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού του ενδιαφερομένου.

53

Εν πάση περιπτώσει, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται να ζητήσει επειγόντως, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, συμπληρωματικές πληροφορίες εάν εκτιμά ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος εκδόσεως δεν αρκούν ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση του εκζητουμένου προσώπου.

54

Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι δεν πληροί τις τεθείσες με τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις μια κλήτευση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία δεν παραδόθηκε απευθείας στον ενδιαφερόμενο, αλλά η οποία πραγματοποιήθηκε με παράδοση, στη διεύθυνση του τελευταίου, σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού του, το οποίο ανέλαβε να παραδώσει το έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο, χωρίς να προκύπτει με βεβαιότητα από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εάν και, ενδεχομένως, πότε το εν λόγω ενήλικο μέλος του νοικοκυριού πράγματι παρέδωσε το ως άνω έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο.

Επί των δικαστικών εξόδων

55

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, έχει την έννοια ότι οι εκφράσεις «είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως» καθώς και «είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», οι οποίες περιλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη, αποτελούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ενιαίο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

2)

Το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της αποφάσεως πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299, έχει την έννοια ότι δεν πληροί τις τεθείσες με τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις μια κλήτευση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία δεν παραδόθηκε απευθείας στον ενδιαφερόμενο, αλλά η οποία πραγματοποιήθηκε με παράδοση, στη διεύθυνση του τελευταίου, σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού του, το οποίο ανέλαβε να παραδώσει το έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο, χωρίς να προκύπτει με βεβαιότητα από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εάν και, ενδεχομένως, πότε το εν λόγω ενήλικο μέλος του νοικοκυριού πράγματι παρέδωσε το ως άνω έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.