ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 7ης Ιουνίου 2016 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Κανονισμός (ΕΕ) 604/2013 — Προσδιορισμός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως ασύλου κατατεθείσας σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας — Άρθρο 12 — Χορήγηση άδειας διαμονής ή θεωρήσεως εισόδου — Άρθρο 27 — Προσφυγή — Έκταση του δικαστικού ελέγχου»

Στην υπόθεση C‑63/15,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο της Χάγης, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 2 Φεβρουαρίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης

Mehrdad Ghezelbash

κατά

Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Tizzano, αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, L. Bay Larsen (εισηγητή), J. L. da Cruz Vilaça, A. Arabadjiev, C. Toader, D. Šváby και F. Biltgen, προέδρους τμήματος, J.-C. Bonichot, M. Safjan, E. Jarašiūnas, C. G. Fernlund, C. Vajda και S. Rodin, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Δεκεμβρίου 2015,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

ο M. Ghezelbash, εκπροσωπούμενος από τους Y. G. F. M. Coenders, P. J. Schüller και A. Eikelboom, advocaten,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Μ. K. Bulterman, H. Stergiou και B. Koopman,

η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčíl,

η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Μιχελογιαννάκη,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους F. X. Bréchot και D. Colas,

η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Falk,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη M. Κοντού‑Durande, καθώς και από τους R. Troosters και K. Simonsson,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 27 του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ 2013, L 180, σ. 31).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Mehrdad Ghezelbash, Ιρανού υπηκόου, και του Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, Κάτω Χώρες, στο εξής: Staatssecretaris), σχετικά με απόφαση του Staatssecretaris περί απορρίψεως της αιτήσεως προσωρινής άδειας διαμονής την οποία υπέβαλε ο M. Ghezelbash βάσει της νομοθεσίας περί ασύλου.

Το νομικό πλαίσιο

O κανονισμός (EK) 343/2003

3

Το άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (EE 2003, L 50, σ. 1), όριζε:

«1.   Όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δέχεται την αναδοχή του αιτούντος, το κράτος μέλος στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση ασύλου κοινοποιεί στον αιτούντα την απόφασή του να μην εξετάσει την αίτηση και την υποχρέωση μεταφοράς του αιτούντος προς το υπεύθυνο κράτος μέλος.

2.   Η απόφαση της παραγράφου 1 πρέπει να είναι αιτιολογημένη. [...] Κατά της αποφάσεως αυτής μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ή αναθεώρηση. Το ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής ή η αναθεώρησή της δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την εκτέλεση της μεταφοράς, εκτός αν τα δικαστήρια ή τα αρμόδια όργανα το αποφασίσουν κατά περίπτωση, εφόσον αυτό επιτρέπεται από την εθνική νομοθεσία.»

Ο κανονισμός 604/2013

4

Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 4, 5, 9, 19 και 40 του κανονισμού 604/2013 έχουν ως εξής:

«(1)

Στον κανονισμό [343/2003] πρέπει να επέλθουν ορισμένες ουσιαστικές αλλαγές. [...]

[...]

(4)

Τα συμπεράσματα [του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, κατά την ειδική σύνοδο] του Τάμπερε [στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999] προσδιόρισαν επίσης ότι το [κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου] θα πρέπει να περιλαμβάνει, σε μία βραχυχρόνια προοπτική, ένα σαφή και λειτουργικό καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων ασύλου.

(5)

Μια τέτοια μέθοδος θα πρέπει να θεμελιώνεται σε αντικειμενικά και δίκαια κριτήρια τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Θα πρέπει, ιδίως, να επιτρέπει τον ταχύ προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο, προκειμένου να κατοχυρώνεται η πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες χορήγησης διεθνούς προστασίας και να μην διακυβεύεται ο στόχος της ταχύτητας κατά την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

[...]

(9)

Ενόψει των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν όσον αφορά την εφαρμογή των μέσων της πρώτης φάσης, ενδείκνυται, στο παρόν στάδιο, να επιβεβαιωθούν οι αρχές στις οποίες βασίζεται ο κανονισμός [343/2003], καθώς επίσης και να επέλθουν οι αναγκαίες βελτιώσεις, βάσει της εμπειρίας, στην αποτελεσματικότητα του συστήματος του Δουβλίνου και στην προστασία που χορηγείται στους αιτούντες στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος. [...]

[...]

(19)

Για την εγγύηση της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων, θα πρέπει να θεσπιστούν νομικές εγγυήσεις και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής όσον αφορά αποφάσεις για μεταφορές στο υπεύθυνο κράτος μέλος, σύμφωνα, ιδίως, με τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προκειμένου να τηρείται το διεθνές δίκαιο, η πραγματική προσφυγή κατά των ανωτέρω αποφάσεων θα πρέπει να καλύπτει την εξέταση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και της νομικής και της πραγματικής κατάστασης στο κράτος μέλος στο οποίο μεταφέρεται ο αιτών.

[...]

(40)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, κυρίως η θέσπιση κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα, είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων του παρόντος κανονισμού, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως εκτίθεται στο άρθρο 5 [ΣΕΕ]. [...]»

5

Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη εξετάζουν κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα στο έδαφος οποιουδήποτε από αυτά, συμπεριλαμβανομένων των συνόρων ή των ζωνών διέλευσης. Η αίτηση εξετάζεται από ένα μόνο κράτος μέλος, το οποίο είναι το οριζόμενο ως υπεύθυνο σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ.

2.   Εάν δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί το υπεύθυνο κράτος μέλος βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης είναι το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας.

Όταν είναι αδύνατη η μεταφορά αιτούντος στο κράτος μέλος που έχει προσδιορισθεί πρωτίστως ως υπεύθυνο, εξαιτίας βάσιμων λόγων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων στο εν λόγω κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το προσδιορίζον κράτος μέλος εξακολουθεί να εξετάζει τα κριτήρια του κεφαλαίου ΙΙΙ, ώστε να διαπιστώσει αν άλλο κράτος μέλος μπορεί να προσδιοριστεί ως υπεύθυνο.

Όταν η μεταφορά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, βάσει της παρούσας παραγράφου, σε κάποιο κράτος μέλος που έχει προσδιορισθεί σύμφωνα με τα κριτήρια του κεφαλαίου ΙΙΙ ή στο πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, το προσδιορίζον κράτος μέλος καθίσταται το υπεύθυνο κράτος μέλος.»

6

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Μόλις υποβληθεί σε κράτος μέλος αίτηση διεθνούς προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές του ενημερώνουν τον αιτούντα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και ιδίως για:

[...]

β)

τα κριτήρια για τον καθορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους, την ιεράρχηση των κριτηρίων αυτών, τα διαφορετικά στάδια της διαδικασίας και τη διάρκειά τους, καθώς και το ενδεχόμενο η αίτηση διεθνούς προστασίας που έχει υποβληθεί σε ένα κράτος μέλος να έχει ως αποτέλεσμα το εν λόγω κράτος μέλος να προσδιορισθεί ως υπεύθυνο βάσει του παρόντος κανονισμού, ακόμη και αν τέτοιου είδους ευθύνη δεν προκύπτει από τα εν λόγω κριτήρια,

γ)

την προσωπική συνέντευξη σύμφωνα με το άρθρο 5 και τη δυνατότητα υποβολής πληροφοριών σχετικά με την παρουσία στα κράτη μέλη μελών της οικογένειας, συγγενών ή οποιωνδήποτε άλλων προσώπων με τα οποία έχει σχέση, συμπεριλαμβανομένων των μέσων με τα οποία ο αιτών μπορεί να υποβάλλει τις πληροφορίες αυτές,

δ)

τη δυνατότητα προσβολής της απόφασης μεταφοράς και, κατά περίπτωση, υποβολής αίτησης για αναστολή της μεταφοράς,

[...]».

7

Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 έως 3 και 6, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι:

«1.   Προκειμένου να διευκολύνει τη διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους, το προσδιορίζον κράτος μέλος διεξάγει προσωπική συνέντευξη με τον αιτούντα. Η συνέντευξη επιτρέπει επίσης την ορθή κατανόηση των πληροφοριών που παρέχονται στον αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 4.

2.   Η προσωπική συνέντευξη μπορεί να παραλείπεται, εφόσον:

α)

ο αιτών έχει διαφύγει ή

β)

μετά την παραλαβή των πληροφοριών του άρθρου 4, ο αιτών έχει ήδη παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους με άλλο μέσο. Το κράτος μέλος που παραλείπει τη συνέντευξη δίνει στον αιτούντα τη δυνατότητα να παράσχει όλες τις περαιτέρω πληροφορίες σχετικές για τον ορθό προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους, πριν από τη λήψη απόφασης για τη μεταφορά του αιτούντος στο υπεύθυνο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1.

3.   Η προσωπική συνέντευξη πραγματοποιείται εγκαίρως και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη λήψη απόφασης μεταφοράς του αιτούντος στο υπεύθυνο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1.

[...]

6.   Το κράτος μέλος που διεξάγει την προσωπική συνέντευξη συντάσσει γραπτή περίληψη η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τις κύριες πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον αιτούντα κατά τη συνέντευξη. Η περίληψη μπορεί να έχει τη μορφή έκθεσης ή έντυπου υποδείγματος. Το κράτος μέλος παρέχει εγκαίρως στον αιτούντα και/ή τον νομικό ή άλλο σύμβουλο που εκπροσωπεί τον αιτούντα έγκαιρη πρόσβαση στην περίληψη.»

8

Προκειμένου να προσδιορισθεί το υπεύθυνο κράτος μέλος, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013, το κεφάλαιο III αυτού θεσπίζει κατάλογο αντικειμενικών και ιεραρχικώς εφαρμοζόμενων κριτηρίων.

9

Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει:

«Τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του υπευθύνου κράτους μέλους εφαρμόζονται με τη σειρά με την οποία παρατίθενται στο παρόν κεφάλαιο.»

10

Το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 4, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.   Εάν ο αιτών είναι κάτοχος εν ισχύ[ι] τίτλου διαμονής, το κράτος μέλος που εξέδωσε τον τίτλο είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας.

[...]

4.   Εάν ο αιτών είναι μόνον κάτοχος ενός ή περισσοτέρων τίτλων διαμονής που έχουν λήξει ήδη από διάστημα μικρότερο των δύο ετών ή μιας ή περισσοτέρων θεωρήσεων που έχουν λήξει ήδη από διάστημα μικρότερο των έξι μηνών βάσει των οποίων μπορούσε να εισέλθει στο έδαφος κράτους μέλους, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1, 2 και 3 για όσο χρονικό διάστημα ο αιτών δεν έχει εγκαταλείψει το έδαφος των κρατών μελών.

[...]»

11

Το κεφάλαιο IV αυτού του κανονισμού ορίζει τους κανόνες σχετικά με την επανένωση των εξαρτώμενων προσώπων και τις ρήτρες διακριτικής ευχέρειας.

12

Το άρθρο 21 του κανονισμού 604/2013 ορίζει:

«1.   Εάν το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση διεθνούς προστασίας θεωρεί ότι άλλο κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέτασή της, μπορεί να απευθύνει σε αυτό αίτημα περί αναδοχής του αιτούντος, το συντομότερο δυνατό και, σε κάθε περίπτωση, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 2.

[...]

3.   Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2, το αίτημα αναδοχής από άλλο κράτος μέλος γίνεται μέσω τυποποιημένου εντύπου και συμπεριλαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία ή έμμεσα αποδεικτικά στοιχεία, όπως περιγράφονται στους δύο καταλόγους του άρθρου 22 παράγραφος 3 και/ή άλλα συναφή στοιχεία από τη δήλωση του αιτούντος, τα οποία επιτρέπουν στις αρχές του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα να επαληθεύει εάν είναι υπεύθυνο βάσει των κριτηρίων του παρόντος κανονισμού. [...]»

13

Το άρθρο 22, παράγραφοι 2 έως 5, του ως άνω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«2.   Κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους, χρησιμοποιούνται αποδεικτικά στοιχεία και έμμεσες αποδείξεις.

[...]

4.   Οι απαιτήσεις για τα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να μην υπερβαίνουν ό,τι είναι απαραίτητο για την καλή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

5.   Εάν δεν υπάρχουν τυπικές αποδείξεις, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα αναγνωρίζει την ευθύνη του, εάν οι έμμεσες αποδείξεις έχουν συνοχή, μπορούν να εξακριβωθούν και είναι αρκούντως λεπτομερείς για να θεμελιωθεί η ευθύνη.»

14

Το άρθρο 26 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.   Όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δέχεται την αναδοχή ή την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος [...], το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα κοινοποιεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο την απόφαση για τη μεταφορά του προς το υπεύθυνο κράτος μέλος και, κατά περίπτωση, για την απόφαση περί μη εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία.

2.   Η απόφαση της παραγράφου 1 περιλαμβάνει πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αίτησης αναστολής, κατά περίπτωση, και για τις προθεσμίες προσφυγής και μεταφοράς [...]

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης ότι οι πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα και τις οντότητες που μπορούν να παράσχουν νομική συνδρομή στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τού ανακοινώνονται μαζί με την απόφαση της παραγράφου 1, όταν οι εν λόγω πληροφορίες δεν έχουν ήδη ανακοινωθεί.

3.   Όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν επικουρείται ή δεν εκπροσωπείται από νομικό ή άλλο σύμβουλο, τα κράτη μέλη το ενημερώνουν σχετικά με τα κύρια στοιχεία της απόφασης· η ενημέρωση αυτή πάντοτε περιλαμβάνει πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα και τις προθεσμίες άσκησής τους, σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή ευλόγως τεκμαίρεται ότι κατανοεί το ενδιαφερόμενο πρόσωπο.»

15

Το άρθρο 27 του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:

«1.   Ο αιτών [...] έχει το δικαίωμα άσκησης πραγματικής προσφυγής, με τη μορφή ένδικου μέσου ή επανεξέτασης, ενώπιον δικαστηρίου, τόσο για τα πραγματικά όσο και για τα νομικά στοιχεία, κατά απόφασης μεταφοράς.

2.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Για τους σκοπούς ένδικων μέσων κατά αποφάσεων μεταφοράς ή επανεξετάσεων των αποφάσεων αυτών, τα κράτη μέλη προβλέπουν στο εθνικό δίκαιο:

α)

ότι το ένδικο μέσο ή η επανεξέταση παρέχει στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να παραμείνει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος εν αναμονή του αποτελέσματος του ένδικου μέσου ή της επανεξέτασης ή

β)

η μεταφορά αναστέλλεται αυτόματα και παύει να ισχύει μετά την παρέλευση εύλογου χρονικού διαστήματος, κατά τη διάρκεια του οποίου το δικαστήριο, μετά από λεπτομερή και αυστηρή εξέταση του αιτήματος, λαμβάνει απόφαση για την αναστολή ή μη του ένδικου μέσου ή της επανεξέτασης ή

γ)

το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να ζητήσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από δικαστήριο να αναστείλει την εφαρμογή της απόφασης μεταφοράς εν αναμονή του ένδικου μέσου ή της επανεξέτασης που αιτήθηκε. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής αναστέλλοντας τη μεταφορά, έως ότου ληφθεί η απόφαση επί του πρώτου αιτήματος αναστολής. Η απόφαση για την αναστολή ή μη της εφαρμογής της απόφασης μεταφοράς λαμβάνεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, επιτρέποντας, παράλληλα, τη λεπτομερή και αυστηρή εξέταση του αιτήματος αναστολής. Η απόφαση για τη μη αναστολή της εφαρμογής της απόφασης μεταφοράς αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίζεται.

4.   Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν αυτεπάγγελτα να αναστείλουν την εφαρμογή της απόφασης μεταφοράς εν αναμονή του ένδικου μέσου ή της επανεξέτασης.

5.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει πρόσβαση σε νομική συνδρομή και/ή εκπροσώπηση και, εάν απαιτείται, σε γλωσσική βοήθεια.

6.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη χορήγηση, κατόπιν αιτήματος, δωρεάν νομικής συνδρομής, όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν μπορεί να καταβάλει τις σχετικές δαπάνες [...]».

16

Το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013 ορίζει:

«Η μεταφορά του αιτούντος [...] από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα προς το υπεύθυνο κράτος μέλος πραγματοποιείται [...] μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν και το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου από άλλο κράτος μέλος ή από την έκδοση οριστικής απόφασης επί ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 3 υπάρχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

[...]»

17

Το άρθρο 36, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν, διμερώς, διοικητικούς διακανονισμούς σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να διευκολύνεται η εφαρμογή του και να αυξάνεται η αποτελεσματικότητά του. Αυτοί οι διακανονισμοί μπορούν να αφορούν:

α)

ανταλλαγές υπαλλήλων συνδέσμων,

β)

απλούστευση των διαδικασιών και μείωση των προθεσμιών διαβίβασης και εξέτασης των αιτημάτων αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης αιτούντων.

[...]

4.   Εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διακανονισμοί της παραγράφου 1 στοιχείο β) είναι ασύμβατοι με τον παρόντα κανονισμό, ενημερώνει, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, τα συγκεκριμένα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την τροποποίηση του εν λόγω διακανονισμού εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ώστε να εξαλειφθούν τυχόν ασυμβατότητες που έχουν παρατηρηθεί.»

18

Το άρθρο 37 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι, όταν τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιλύσουν διαφορά τους για θέμα σχετικό με την εφαρμογή του κανονισμού αυτού, μπορούν να προσφύγουν στη διαδικασία συνδιαλλαγής.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

19

Κατόπιν ακροάσεώς του, στις 3 Μαρτίου 2014, από τις ολλανδικές αρχές, ο M. Ghezelbash υπέβαλε στις αρχές αυτές, στις 4 Μαρτίου 2014, αίτηση χορηγήσεως άδειας προσωρινής διαμονής, βάσει της νομοθεσίας περί ασύλου.

20

Καθότι από έρευνα στο Σύστημα πληροφοριών για τις θεωρήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (VIS) προέκυψε ότι η εξωτερική αντιπροσωπεία της Γαλλίας στο Ιράν είχε χορηγήσει στον προσφεύγοντα θεώρηση, η οποία ίσχυε από τις 17 Δεκεμβρίου 2013 μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 2014, ο Staatssecretaris ζήτησε από τις γαλλικές αρχές, στις 7 Μαρτίου 2014, να αναλάβουν τον ενδιαφερόμενο, βάσει του κανονισμού 604/2013.

21

Οι γαλλικές αρχές αποδέχθηκαν το αίτημα αυτό στις 5 Μαΐου 2014.

22

Ο M. Ghezelbash έτυχε εκ νέου ακροάσεως από τις ολλανδικές αρχές στις 15 Μαΐου 2014 και με την ευκαιρία αυτή εξετάστηκε διεξοδικότερα. Με υπόμνημα παρατηρήσεων που κατέθεσε στις 20 Μαΐου 2014, ζήτησε από τον Staatssecretaris να εξετάσει την αίτηση ασύλου του, στο πλαίσιο της παρατεταμένης διαδικασίας ασύλου, προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να προσκομίσει τα πρωτότυπα έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν ότι είχε επιστρέψει στο Ιράν από τις 19 Δεκεμβρίου 2013 έως τις 20 Φεβρουαρίου 2014, ήτοι αφού είχε μεταβεί στη Γαλλία, γεγονός το οποίο συνεπάγεται, σύμφωνα με τον αιτούντα, ότι το κράτος μέλος αυτό δεν ήταν υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του παροχής ασύλου.

23

Με απόφαση της 21ης Μαΐου 2014, ο Staatssecretaris απέρριψε την αίτηση χορηγήσεως άδειας προσωρινής διαμονής, βάσει της νομοθεσίας περί ασύλου, την οποία είχε υποβάλει ο M. Ghezelbash.

24

Στις 22 Μαΐου 2014, ο M. Ghezelbash άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής και ζήτησε από τον δικαστή του Rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο της Χάγης, Κάτω Χώρες) τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Περαιτέρω, προσκόμισε στις 28 Μαΐου 2014, προκειμένου να αποδείξει ότι επέστρεψε στο Ιράν μετά τη διαμονή του στη Γαλλία, διάφορες έμμεσες αποδείξεις: δήλωση του εργοδότη του, ένα ιατρικό πιστοποιητικό και ένα συμφωνητικό αγοράς ακινήτου.

25

Με απόφαση της 13ης Ιουνίου 2014, ο δικαστής του Rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου της Χάγης, Κάτω Χώρες) δέχθηκε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσε ο M. Ghezelbash και διέταξε την αναστολή των έννομων συνεπειών της από 21 Μαΐου 2014 αποφάσεως του Staatssecretaris.

26

Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση αυτή είναι ακυρωτέα λόγω ελλείψεως επιμέλειας της διοικήσεως και πλημμελούς αιτιολογίας, καθότι ο Staatssecretaris όφειλε να εξετάσει την αίτηση ασύλου του M. Ghezelbash, στο πλαίσιο της παραταθείσας διαδικασίας ασύλου, προκειμένου να ληφθούν πλήρως υπόψη τα έγγραφα που αυτός προσκόμισε. Ωστόσο, προκειμένου να προσδιοριστεί εάν οι έννομες συνέπειες της ακυρωθείσας αποφάσεως πρέπει να διατηρηθούν, το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι πρέπει επίσης να προσδιοριστεί εάν ο M. Ghezelbash έχει δικαίωμα να προσβάλει την ανάληψη της ευθύνης από τη Γαλλική Δημοκρατία περί εξετάσεως της αιτήσεώς του παροχής ασύλου, κατόπιν αποδοχής της ευθύνης αυτής από το εν λόγω κράτος μέλος.

27

Εξάλλου το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι, κατά τη συνέντευξη της 3ης Μαρτίου 2014, η ενημέρωση του M. Ghezelbash για την υποχρέωσή του να προσκομίσει αποδείξεις προκειμένου να προσδιοριστεί το υπεύθυνο κράτος μέλος έγινε κατά τρόπο τόσο γενικόλογο ώστε δεν μπορεί να του αντιταχθεί ότι, κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας, δεν επικαλέστηκε έγγραφα τα οποία προσκόμισε αργότερα. Το αίτημα αναδοχής το οποίο εστάλη στις γαλλικές αρχές ήταν συνεπώς πρόωρο ή τουλάχιστον ελλιπές, και οι αρχές αυτές απάντησαν επί του αιτήματος αυτού χωρίς να έχουν γνώση των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτών άσυλο.

28

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο της Χάγης, Κάτω Χώρες) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Ποια είναι η έκταση εφαρμογής του άρθρου 27 του κανονισμού 604/2013, σε συνδυασμό ή όχι με την αιτιολογική σκέψη 19 του εν λόγω κανονισμού;

Μήπως βάσει του άρθρου αυτού ο αιτών άσυλο, σε μια κατάσταση όπως η προκείμενη, στην οποία ο αλλοδαπός μόνο μετά την αποδοχή του αιτήματος αναγνωρίσεως της ευθύνης για τη διαδικασία ασύλου βρίσκεται αντιμέτωπος με αίτημα αναδοχής και προσκομίζει αποδεικτικά έγγραφα τα οποία ενδεχομένως επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως ασύλου δεν είναι το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνθηκε το αίτημα αλλά το αιτούν κράτος μέλος, το οποίο στη συνέχεια δεν εξετάζει τα έγγραφα αυτά ούτε τα διαβιβάζει στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνθηκε το αίτημα, έχει δικαίωμα ασκήσεως (αποτελεσματικής) προσφυγής κατά της εφαρμογής των κριτηρίων του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού 604/2013 για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους;

2)

Μήπως στην περίπτωση που υπό τον κανονισμό 604/2013, επίσης όπως υπό τον κανονισμό 343/2003, ο αλλοδαπός κατ’ αρχήν δεν δύναται να προβάλει την εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους, όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνθηκε αίτημα αναδοχής δέχθηκε το αίτημα αυτό, είναι ορθό ότι η αρχή αυτή, όπως προβάλλει ο καθού, δέχεται εξαίρεση μόνο σε οικογενειακές καταστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού 604/2013, ή μπορούν να νοηθούν και άλλα ιδιαίτερα γεγονότα και περιστάσεις βάσει των οποίων ο αλλοδαπός δύναται να προβάλει την εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους;

3)

Αν η απάντηση στο ερώτημα 2 είναι ότι και άλλες περιστάσεις, πέρα από τις οικογενειακές καταστάσεις, μπορούν να συνεπάγονται ότι ο αλλοδαπός δύναται να προβάλει την εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους, μπορούν τα γεγονότα και οι περιστάσεις που περιγράφονται στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως να αποτελέσουν τέτοια ιδιαίτερα γεγονότα και περιστάσεις;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

29

Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013, υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 19 του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, ο αιτών άσυλο μπορεί να επικαλεστεί, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας κατά αποφάσεως μεταφοράς, την εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων περί ευθύνης που ορίζονται στο κεφάλαιο III του εν λόγω κανονισμού, ιδίως του κριτηρίου σχετικά με τη χορήγηση θεωρήσεως, το οποίο διατυπώνεται στο άρθρο 12 του κανονισμού αυτού.

30

Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013, ο αιτών άσυλο έχει δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, με τη μορφή ενδίκου βοηθήματος ή αιτήσεως επανεξετάσεως ενώπιον δικαστηρίου, τόσο ως προς τα πραγματικά όσο και ως προς τα νομικά στοιχεία, κατά της αποφάσεως περί μεταφοράς.

31

Όπως προκύπτει από τον πίνακα αντιστοιχίας που παρατίθεται στο παράτημα ΙΙ του κανονισμού αυτού, η διάταξη αυτή αντιστοιχεί στο άρθρο 19, παράγραφος 2 του κανονισμού 343/2003.

32

Στην απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2013, Abdullahi (C-394/12, EU:C:2013:813), το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι ο αιτών άσυλο δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ευθύνη κράτους μέλους, υπό την ιδιότητα του κράτους μέλους της πρώτης εισόδου του αιτούντος άσυλο στην επικράτεια της Ένωσης, παρά μόνον επικαλούμενος την ύπαρξη συστημικών πλημμελειών όσον αφορά τη διαδικασία χορηγήσεως ασύλου και τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο στο κράτος μέλος αυτό, οι οποίες αποτελούν σοβαρούς και αποδεδειγμένους λόγους που να πείθουν ότι ο εν λόγω αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

33

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον πρέπει να εφαρμοστεί η νομολογία αυτή για τον προσδιορισμό του περιεχομένου του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης.

34

Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι, όσον αφορά τα δικαιώματα που παρέχονται στον αιτούντα άσυλο, ο κανονισμός 604/2013 διαφέρει ουσιωδώς από τον κανονισμό 343/2003, ο οποίος εφαρμοζόταν στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2013, Abdullahi (C-394/12, EU:C:2013:813).

35

Το περιεχόμενο της προσφυγής του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013 πρέπει συνεπώς να προσδιοριστεί υπό το φως του γράμματος των διατάξεων του κανονισμού αυτού, της γενικής οικονομίας του, των σκοπών του και του πλαισίου του, ιδίως της εξελίξεως την οποία έχει σημειώσει σε σχέση με το σύστημα εντός του οποίου εντάσσεται (βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2013, Abdullahi, C-394/12, EU:C:2013:813, σκέψη 51).

36

Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 27, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, η προσφυγή η οποία προβλέπεται στη διάταξη αυτή πρέπει να είναι αποτελεσματική και να αφορά τόσο τα πραγματικά όσο και τα νομικά ζητήματα. Επιπλέον, το γράμμα της διατάξεως δεν προβλέπει κανέναν περιορισμό σχετικά με τα επιχειρήματα που δύναται να επικαλεστεί ο αιτών άσυλο στο πλαίσιο αυτής της προσφυγής. Το ίδιο ισχύει και για το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού αυτού, σχετικά με την ενημέρωση που πρέπει να παρέχουν στον αιτούντα άσυλο οι αρμόδιες αρχές σχετικά με τη δυνατότητα προσβολής της αποφάσεως μεταφοράς.

37

Συγκεκριμένα, πρέπει να επισημανθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν προέβλεψε ειδική σχέση, πόσω μάλλον αποκλειστική σχέση, μεταξύ των ενδίκων μέσων που θεσπίζονται στο άρθρο 27 του κανονισμού 604/2013 και του κανόνα που ορίζεται πλέον στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού και ο οποίος περιορίζει τη δυνατότητα μεταφοράς του αιτούντος άσυλο προς το κράτος μέλος το οποίο είχε αρχικώς οριστεί ως υπεύθυνο, σε περίπτωση που υφίστανται συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων στο εν λόγω κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

38

Περαιτέρω, το περιεχόμενο της προσφυγής που παρέχεται στον αιτούντα άσυλο κατά αποφάσεως μεταφοράς διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 604/2013, η οποία δεν υφίστατο στον κανονισμό 343/2013.

39

Η αιτιολογική αυτή σκέψη καταδεικνύει ότι, για να εξασφαλίζεται η τήρηση του διεθνούς δικαίου, η αποτελεσματική προσφυγή η οποία θεσπίζεται από τον κανονισμό 604/2013 κατά των αποφάσεων μεταφοράς πρέπει να καλύπτει την εξέταση αφενός της εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού και αφετέρου της νομικής και πραγματικής καταστάσεως στο κράτος μέλος προς το οποίο μεταφέρεται ο αιτών.

40

Ενώ η δεύτερη εξέταση που αναφέρεται στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη παραπέμπει αποκλειστικά στον έλεγχο της ισχύουσας καταστάσεως στο κράτος μέλος προς το οποίο μεταφέρεται ο αιτών και αποσκοπεί, ιδίως, να διασφαλίσει ότι δεν είναι αδύνατη η μεταφορά του αιτούντος για τους λόγους που παρατίθενται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, η πρώτη εξέταση που αναφέρεται στην ίδια αιτιολογική σκέψη αποσκοπεί, γενικότερα, στον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανονισμού αυτού.

41

Όπως προκύπτει πάντως από τη γενική οικονομία του κανονισμού 604/2013, η εφαρμογή του βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διενέργεια διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους, το οποίο ορίζεται βάσει των κριτηρίων που διατυπώνονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ του κανονισμού αυτού.

42

Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 4, 5 και 10 του κανονισμού 604/2013, ο κανονισμός αυτός έχει ως σκοπό να θεσπίσει μια σαφή και λειτουργική μέθοδο, η οποία θεμελιώνεται σε αντικειμενικά και δίκαια κριτήρια, τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, για τον καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων ασύλου. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 3, παράγραφος 1, και από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι υπεύθυνο κράτος μέλος είναι κατ’ αρχάς αυτό το οποίο ορίζεται βάσει των κριτηρίων του κεφαλαίου ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού. Το κεφάλαιο IV του κανονισμού αυτού διευκρινίζει, άλλωστε, με σαφή τρόπο, τις περιπτώσεις στις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως ασύλου, κατά παρέκκλιση από τα κριτήρια αυτά.

43

Όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 604/2013, η σημασία της διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ του κανονισμού αυτού επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το άρθρο 21, παράγραφος 1 αυτού προβλέπει τη δυνατότητα για το κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση διεθνούς προστασίας να ζητήσει από άλλο κράτος μέλος να αναλάβει κάποιον αιτούντα άσυλο μόνον όταν το πρώτο κράτος μέλος θεωρεί ότι το δεύτερο κράτος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως αυτής. Επιπλέον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 21, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, το αίτημα αναδοχής πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία εκείνα που επιτρέπουν στις αρχές του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα να ελέγξουν αν το κράτος αυτό είναι υπεύθυνο βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στον ως άνω κανονισμό. Επίσης, όπως προκύπτει από το άρθρο 22 του κανονισμού 604/2013, η απάντηση στο αίτημα αυτό πρέπει να στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και έμμεσες αποδείξεις που καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ του κανονισμού αυτού.

44

Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναφορά που περιέχεται στην αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 604/2013 σχετικά με την εξέταση της εφαρμογής του κανονισμού αυτού, στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως μεταφοράς που προβλέπεται στο άρθρο 27, παράγραφος 1 αυτού, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί, ιδίως, στον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των κριτηρίων προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους, τα οποία ορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού, περιλαμβανομένου του κριτηρίου ευθύνης που μνημονεύεται στο άρθρο 12 του κανονισμού αυτού.

45

Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τη γενική εξέλιξη του συστήματος προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως ασύλου υποβληθείσας σε κράτος μέλος (στο εξής: σύστημα του Δουβλίνου), (όπως η εξέλιξη αυτή υπαγορεύθηκε από την έκδοση 604/2013 καθώς και από τους σκοπούς που ο κανονισμός αυτός επιδιώκει.

46

Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, την εξέλιξη αυτή, διαπιστώνεται ότι, καθώς ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε ή ενίσχυσε διαφορετικά δικαιώματα και μηχανισμούς που εγγυώνται τη συμμετοχή των αιτούντων άσυλο στη διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους, κανονισμός 604/2013 διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από τον κανονισμό 343/2003, ο οποίος εφαρμοζόταν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2013, Abdullahi (C‑394/12, EU:C:2013:813).

47

Πρώτον, το άρθρο 4 του κανονισμού 604/2013 καθιερώνει δικαίωμα ενημερώσεως του αιτούντος, το οποίο αφορά, ιδίως, τα κριτήρια προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους και την ιεραρχία των κριτηρίων αυτών, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία υποβάλλεται σε κράτος μέλος, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον καθορισμό του εν λόγω κράτους μέλους ως υπεύθυνου, ακόμη κι αν η ευθύνη αυτή δεν θεμελιώνεται στα παραπάνω κριτήρια.

48

Δεύτερον, το άρθρο 5, παράγραφοι 1, 3 και 6, του κανονισμού αυτού, προβλέπει ότι το κράτος μέλος το οποίο προβαίνει στον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους, διεξάγει εγκαίρως και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη λήψη αποφάσεως μεταφοράς, προσωπική συνέντευξη με τον αιτούντα άσυλο, πρέπει δε να παρέχεται στον αιτούντα ή στον νομικό σύμβουλο που τον εκπροσωπεί πρόσβαση στην περίληψη της συνεντεύξεως αυτής. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, η συνέντευξη μπορεί να παραλείπεται εφόσον ο αιτών έχει ήδη παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους και, στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος δίνει στον αιτούντα τη δυνατότητα να παράσχει όλες τις σχετικές περαιτέρω πληροφορίες για τον ορθό προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους, πριν από τη λήψη αποφάσεως μεταφοράς.

49

Τρίτον, το τμήμα IV του κεφαλαίου VI του κανονισμού 604/2013, με τίτλο «Διαδικαστικές εγγυήσεις», αναπτύσσει εκτενώς τους τρόπους κοινοποιήσεως των αποφάσεων μεταφοράς και τους κανόνες που εφαρμόζονται επί των ενδίκων μέσων που παρέχονται κατά των αποφάσεων αυτών, ενώ τα ζητήματα αυτά δεν αποτελούσαν αντικείμενο τέτοιων διευκρινίσεων στον κανονισμό 343/2003.

50

Όπως προκύπτει από το άρθρο 27, παράγραφοι 3 έως 6, του κανονισμού 604/2013, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα αυτών των ενδίκων μέσων, στον αιτούντα άσυλο παρέχεται αφενός η δυνατότητα να ζητήσει από δικαστήριο, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της αποφάσεως μεταφοράς εν αναμονή της εκβάσεως του ενδίκου μέσου, και αφετέρου η πρόσβαση σε νομική συνδρομή.

51

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν περιορίστηκε να θεσπίσει οργανωτικές ρυθμίσεις που διέπουν αποκλειστικά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, με σκοπό τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους, αλλά αποφάσισε να περιλάβει τους αιτούντες άσυλο στη διαδικασία αυτή, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να τους ενημερώνουν για τα κριτήρια ευθύνης και να τους προσφέρει τη δυνατότητα να παράσχουν πληροφορίες οι οποίες επιτρέπουν την ορθή εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, καθώς και διασφαλίζοντας υπέρ αυτών δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής κατά της αποφάσεως μεταφοράς που ενδέχεται να ληφθεί κατά το πέρας της διαδικασίας.

52

Όσον αφορά, εν συνεχεία, τους σκοπούς που επιδιώκονται με τον κανονισμό 604/2013, από την αιτιολογική σκέψη 9 αυτού προκύπτει ότι ο κανονισμός, επιβεβαιώνοντας τις αρχές επί των οποίων βασίζεται ο κανονισμός 343/2003, αποσκοπεί στο να επιφέρει τις απαιτούμενες βελτιώσεις, βάσει της αποκτηθείσας πείρας, όχι μόνο στην αποτελεσματικότητα του συστήματος του Δουβλίνου, αλλά και στην προστασία που παρέχεται στους αιτούντες, η οποία διασφαλίζεται ιδίως από τη δικαστική προστασία τους.

53

Τυχόν περιοριστική ερμηνεία του περιεχομένου της προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013 θα προσέκρουε στην πραγμάτωση του σκοπού αυτού, καταργώντας την πρακτική αποτελεσματικότητα των λοιπών δικαιωμάτων του αιτούντος άσυλο τα οποία καθιερώνονται από τον κανονισμό 604/2013. Συνεπώς, οι κατά το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού επιταγές, βάσει των οποίων προσφέρεται στους αιτούντες άσυλο η ευκαιρία να παράσχουν πληροφορίες που αποσκοπούν στην ορθή εφαρμογή των κριτηρίων ευθύνης του εν λόγω κανονισμού και διασφαλίζεται η πρόσβασή τους στις περιλήψεις των συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό, θα στερούνταν ενδεχομένως της πρακτικής αποτελεσματικότητάς τους, αν η εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων αυτών δεν ήταν δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, όπως σε περίπτωση μη συνεκτιμήσεως των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τους αιτούντες.

54

Στο πλαίσιο αυτό, η άσκηση προσφυγής βάσει του κανονισμού 604/2013 δεν μπορεί να εξομοιωθεί, όπως αναφέρει και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 74 των προτάσεών της, με το forum shopping το οποίο αποσκοπεί στο να αποτρέψει το σύστημα του Δουβλίνου (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N. S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψη 79). Πράγματι, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται τέτοιας προσφυγής δεν καλείται να αναθέσει την ευθύνη της εξετάσεως αιτήσεως ασύλου σε κάποιο κράτος μέλος το οποίο ορίζεται κατά την προαίρεση του προσφεύγοντος, αλλά να ελέγξει εάν τα κριτήρια ευθύνης που τίθενται από τον νομοθέτη της Ένωσης εφαρμόστηκαν ορθά.

55

Συναφώς, πρέπει να αναφερθεί ότι η ενδεχόμενη διαπίστωση σφάλματος στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής δεν είναι ικανή να πλήξει την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, επί της οποίας βασίζεται το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου (βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2013, Abdullahi, C-394/12, EU:C:2013:813, σκέψεις 52 και 53), καθότι η διαπίστωση αυτή σημαίνει απλώς ότι το κράτος μέλος προς το οποίο ο αιτών πρέπει να μεταφερθεί δεν είναι το υπεύθυνο κράτος, βάσει των κριτηρίων του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού 604/2013.

56

Όσον αφορά, εξάλλου, τον στόχο καθιερώσεως μεθόδου που να καθιστά δυνατό τον ταχύ προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους, χωρίς να διακυβεύεται ο στόχος της ταχύτητας κατά την εξέταση των αιτήσεων ασύλου, ο οποίος αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού αυτού, πρέπει, ασφαλώς, να αναφερθεί ότι η άσκηση ενδίκου μέσου ενδέχεται να καθυστερήσει την ολοκλήρωση της διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους.

57

Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ήδη, στο πλαίσιο του κανονισμού 343/2002, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε πρόθεση να θυσιάσει τη δικαστική προστασία των αιτούντων άσυλο χάριν της επιταγής της ταχείας εξετάσεως των αιτήσεων ασύλου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2009, Petrosian, C-19/08, EU:C:2009:41, σκέψη 48). Η διαπίστωση αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά τον κανονισμό 604/2013, καθόσον ο νομοθέτης της Ένωσης ενίσχυσε σημαντικά τις διαδικαστικές εγγυήσεις που παρέχονται στους αιτούντες άσυλο στο πλαίσιο του συστήματος του Δουβλίνου.

58

Επισημαίνεται, συναφώς, ότι ο κίνδυνος υπερβολικών καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση της διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους, λόγω του ελέγχου της ορθής εφαρμογής των κριτηρίων ευθύνης, εμβλύνεται από το γεγονός ότι ο έλεγχος αυτός πρέπει να ασκείται εντός του καθορισθέντος από τον κανονισμό 604/2013 πλαισίου, και ειδικότερα, από το άρθρο 22, παράγραφοι 4 και 5, το οποίο προβλέπει, αφενός, ότι οι απαιτήσεις για τα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να μην υπερβαίνουν ό,τι είναι απαραίτητο για την ορθή εφαρμογή του κανονισμού αυτού και, αφετέρου, ότι, εάν δεν υπάρχουν τυπικές αποδείξεις, αναγνωρίζεται η ευθύνη του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, εάν οι έμμεσες αποδείξεις έχουν συνοχή, μπορούν να εξακριβωθούν και είναι αρκούντως λεπτομερείς για να θεμελιωθεί η ευθύνη του.

59

Περαιτέρω, όσον αφορά τον κίνδυνο καθυστερήσεων κατά την εκτέλεση των αποφάσεων μεταφοράς, όπως προκύπτει από το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 604/2013, ο νομοθέτης της Ένωσης, διευκρινίζοντας ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τη δυνατότητα να ζητήσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από δικαστήριο να αναστείλει την εφαρμογή της αποφάσεως μεταφοράς εν αναμονή της εκβάσεως της προσφυγής του, αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι μόνον η υποβολή προσφυγής κατά αποφάσεως μεταφοράς δεν αρκεί για την αναστολή της μεταφοράς, η οποία, ως εκ τούτου, μπορεί να λάβει χώρα προτού εξεταστεί η προσφυγή, εφόσον δεν ζητήθηκε αναστολή ή απορρίφθηκε το αίτημα αναστολής.

60

Εν τέλει, όσον αφορά την εξέλιξη του συστήματος του Δουβλίνου κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 604/2013, το γεγονός και μόνον ότι οι ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στις αιτήσεις ασύλου αποτέλεσαν αντικείμενο ελάχιστης, κατά τα λοιπά, εναρμονίσεως (βλ. συναφώς, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, B και D, C-57/09 και C-101/09, EU:C:2010:661, σκέψη 114), δεν δύναται να έχει ως αποτέλεσμα ερμηνεία η οποία περιορίζει το περιεχόμενο της προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 27 του κανονισμού αυτού.

61

Βάσει του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013, υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 19 του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, ο αιτών άσυλο μπορεί να επικαλεστεί, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας κατά αποφάσεως μεταφοράς, την εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων περί ευθύνης που ορίζονται στο κεφάλαιο III του εν λόγω κανονισμού, ιδίως του κριτηρίου σχετικά με τη χορήγηση θεωρήσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 12 του κανονισμού αυτού.

Επί του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

62

Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα.

Επί των δικαστικών εξόδων

63

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 19 του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, ο αιτών άσυλο μπορεί να επικαλεστεί, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας κατά αποφάσεως μεταφοράς, την εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων περί ευθύνης που ορίζονται στο κεφάλαιο III του εν λόγω κανονισμού, ιδίως του κριτηρίου σχετικά με τη χορήγηση θεωρήσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 12 του κανονισμού αυτού.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.