ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 6ης Οκτωβρίου 2015 ( * )

«Προδικαστική παραπομπή — Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων — Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος — Προϊόντα που τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Γερμανία — Προϊόντα που υπόκεινται σε ελέγχους για την πιστοποίησή τους στη Ρουμανία — Πιστοποιητικό συμμορφώσεως που έχει χορηγηθεί από διανομέα άλλου κράτους μέλους — Πιστοποιητικό το οποίο θεωρείται ότι δεν αρκεί ώστε να επιτρέπεται η ελεύθερη διάθεση των προϊόντων αυτών στο εμπόριο — Αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως — Μερικώς απαράδεκτο»

Στην υπόθεση C‑354/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunalul Cluj (Δικαστήριο Γενικής Δικαιοδοσίας της Cluj, Ρουμανία) με απόφαση της 18ης Ιουνίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Ιουλίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

SC Capoda Import‑Export SRL

κατά

Registrul Auto Român,

Benone‑Nicolae Bejan,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους J.‑C. Bonichot (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. L. da Cruz Vilaça και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η SC Capoda Import‑Export SRL, εκπροσωπούμενη από τον C. Costaş, avocat,

ο B.‑.N. Bejan, αυτοπροσώπως,

η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R.‑H. Radu και την A. Buzoianu,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις L. Nicolae και K. Talabér‑Ritz καθώς και από τον G. Wilms,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 34 ΣΛΕΕ καθώς και των άρθρων 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (οδηγία-πλαίσιο) (EE L 263, σ. 1) και 1, παράγραφος 1, στοιχεία κʹ και καʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1400/2002 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας (EE L 203, σ. 30).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της SC Capoda Import‑Export SRL (στο εξής: Capoda) και των Registrul Auto Român (Ρουμανικού Μητρώου Αυτοκινήτων, στο εξής: RAR) και B.‑.N. Bejan σχετικά με την εμπορία εκ μέρους της Capoda καινουργών ανταλλακτικών μηχανοκίνητων οχημάτων.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2007/46

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 14 και 15 της οδηγίας 2007/46 έχουν ως εξής:

«(14)

Ο κύριος στόχος της νομοθεσίας για την έγκριση οχημάτων είναι να εξασφαλίζεται ότι τα νέα οχήματα, κατασκευαστικά στοιχεία και χωριστές τεχνικές μονάδες που διατίθενται στην αγορά παρέχουν υψηλό επίπεδο ασφάλειας και περιβαλλοντικής προστασίας. Ο στόχος αυτός δεν θα πρέπει να ανατρέπεται με την εγκατάσταση ορισμένων εξαρτημάτων ή εξοπλισμού μετά τη διάθεση του οχήματος στην αγορά ή τη θέση του σε κυκλοφορία. Συνεπώς, θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζεται ότι, για την εγκατάσταση, στα οχήματα, εξαρτημάτων ή εξοπλισμού που παρεμποδίζουν σημαντικά τη λειτουργία συστημάτων ουσιαστικής σημασίας για την ασφάλεια ή την περιβαλλοντική προστασία, απαιτείται προηγούμενος έλεγχος από εγκριτική αρχή πριν τα οχήματα αυτά προσφερθούν προς πώληση. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να συνίστανται σε τεχνικές διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις προς τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται τα εξαρτήματα ή ο εξοπλισμός.

(15)

Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνον σε περιορισμένο αριθμό εξαρτημάτων ή εξοπλισμού. […] Στο πλαίσιο της κατάρτισης του καταλόγου [των ως άνω εξαρτημάτων ή εξοπλισμού], η Επιτροπή […] επιδιώκει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων βελτίωσης της οδικής ασφάλειας και της προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς και ανάμεσα στα συμφέροντα των καταναλωτών, των κατασκευαστών και των διανομέων όσον αφορά τη διασφάλιση του ανταγωνισμού στη δευτερογενή αγορά.»

4

Το άρθρο 1 της ως άνω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει εναρμονισμένο πλαίσιο με τις διοικητικές διατάξεις και τις γενικές τεχνικές απαιτήσεις για την έγκριση όλων των νέων οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της καθώς και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά, με σκοπό να διευκολύνει την έκδοση άδειας κυκλοφορίας, την πώληση και τη θέση σε κυκλοφορία των οχημάτων αυτών εντός της Κοινότητας.

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης διατάξεις για την πώληση και τη θέση σε κυκλοφορία εξαρτημάτων και εξοπλισμού που προορίζονται για οχήματα εγκεκριμένα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

[…]»

5

Κατά το άρθρο 3, σημείο 26, της εν λόγω οδηγίας τα «αυθεντικά εξαρτήματα ή εξοπλισμός» ορίζονται ως «εξαρτήματα ή εξοπλισμός τα οποία κατασκευάζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα παραγωγής που ορίζει ο κατασκευαστής του οχήματος για την παραγωγή εξαρτημάτων ή εξοπλισμού για τη συναρμολόγηση του συγκεκριμένου οχήματος. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα εξαρτήματα ή ο εξοπλισμός που κατασκευάζονται στην ίδια γραμμή παραγωγής με αυτά τα εξαρτήματα ή εξοπλισμό. Εκτός αποδείξεως του εναντίου, θεωρείται ότι τα εξαρτήματα είναι αυθεντικά εξαρτήματα εάν ο κατασκευαστής των εξαρτημάτων πιστοποιεί ότι τα εξαρτήματα είναι της ίδιας ποιότητας με τα κατασκευαστικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τη συναρμολόγηση του συγκεκριμένου οχήματος και έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα παραγωγής του κατασκευαστή του οχήματος».

6

Το άρθρο 31 της οδηγίας 2007/46, που φέρει τον τίτλο «Πώληση και θέση σε κυκλοφορία εξαρτημάτων και εξοπλισμού που είναι δυνατόν να συνιστούν σημαντικό κίνδυνο για την ορθή λειτουργία ουσιωδών συστημάτων», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την πώληση, την προσφορά προς πώληση ή τη θέση σε κυκλοφορία εξαρτημάτων ή εξοπλισμού που μπορούν να παρουσιάζουν σημαντικό κίνδυνο για την ορθή λειτουργία συστημάτων που έχουν ουσιώδη σημασία για την ασφάλεια του οχήματος ή για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του μόνον εάν τα εν λόγω εξαρτήματα ή ο εξοπλισμός έχουν εγκριθεί από εγκριτική αρχή σύμφωνα με τις παραγράφους 5 έως 10.

2.   Τα εξαρτήματα ή ο εξοπλισμός που υπόκεινται σε έγκριση σύμφωνα με την παράγραφο 1, εγγράφονται στον κατάλογο του παραρτήματος XIII. […]

[…]

11.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε εξάρτημα ή μέρος εξοπλισμού πριν αυτό περιληφθεί στον κατάλογο του παραρτήματος XIII. […]

12.   Μέχρι τη λήψη απόφασης όσον αφορά την εγγραφή ενός εξαρτήματος ή μέρους εξοπλισμού στον κατάλογο της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν εθνικές διατάξεις για τα εξαρτήματα ή τον εξοπλισμό που μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την ορθή λειτουργία συστημάτων που έχουν ουσιώδη σημασία για την ασφάλεια του οχήματος ή τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του.

Μόλις ληφθεί απόφαση επί του θέματος, παύουν να ισχύουν οι εθνικές διατάξεις για τα εν λόγω εξαρτήματα και τον εν λόγω εξοπλισμό.

[…]»

Ο κανονισμός 1400/2002

7

Το άρθρο 1 του κανονισμού 1400/2002 προβλέπει τα εξής:

«1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:

[…]

κ)

“γνήσια ανταλλακτικά”: ανταλλακτικά της ίδιας ποιότητας με τα συστατικά που χρησιμοποιούνται για τη συναρμολόγηση του αυτοκινήτου οχήματος και τα οποία παράγονται με τις τυποποιημένες προδιαγραφές και διαδικασίες που καθορίζει ο κατασκευαστής του αυτοκινήτου οχήματος για την παραγωγή συστατικών μερών ή ανταλλακτικών για το οικείο αυτοκίνητο. […] Εφόσον δεν αποδεικνύεται το αντίθετο, τεκμαίρεται ότι πρόκειται για γνήσια ανταλλακτικά εάν ο κατασκευαστής των ανταλλακτικών πιστοποιεί ότι όλα αυτά τα μέρη είναι εφάμιλλης ποιότητας με τα συστατικά που χρησιμοποιήθηκαν για τη συναρμολόγηση του οικείου αυτοκινήτου οχήματος και κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα παραγωγής του κατασκευαστή του αυτοκινήτου οχήματος·

κα)

“ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας”: μόνον τα ανταλλακτικά που κατασκευάζονται από οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να πιστοποιήσει ότι τα ανταλλακτικά αυτά έχουν την ίδια ποιότητα με τα συστατικά μέρη που χρησιμοποιήθηκαν για τη συναρμολόγηση των σχετικών αυτοκινήτων οχημάτων·

[…]».

8

Το άρθρο 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 1400/2002 ορίζει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός λήγει στις 31 Μαΐου 2010.»

Το ρουμανικό δίκαιο

9

Το άρθρο 1 του κυβερνητικού διατάγματος 80/2000 για την πιστοποίηση και την έγκριση των προϊόντων και των αναλώσιμων υλικών που χρησιμοποιούνται στα οδικά οχήματα και για τις προϋποθέσεις θέσεως σε κυκλοφορία και εμπορίας τους, όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής: κυβερνητικό διάταγμα 80/2000), ορίζει, στις παραγράφους του 1, 2, 4, 5 και 8, τα εξής:

«1.   Τα καινουργή προϊόντα και αναλώσιμα υλικά, τα οποία προορίζονται για χρήση στα οδικά οχήματα, δύνανται να τεθούν σε κυκλοφορία και/ή να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας μόνον εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παρόν διάταγμα.

2.   Τα καινουργή προϊόντα και αναλώσιμα υλικά, τα οποία περιλαμβάνονται στην κατηγορία εκείνων που αφορούν την οδική ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος, την ενεργειακή απόδοση […] δύνανται να τεθούν σε κυκλοφορία και/ή να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας μόνον εφόσον διαθέτουν έγκριση ή πιστοποίηση, ανάλογα με την περίπτωση.

[…]

4.   Η πιστοποίηση των κατά την παράγραφο 2 προϊόντων πραγματοποιείται από τον αυτόνομο οργανισμό [RAR], ειδικευμένο τεχνικό οργανισμό ο οποίος υπάγεται στον Υπουργό Μεταφορών και Υποδομών […], βάσει των αποτελεσμάτων των δοκιμών που διεξάγει το RAR ή τεχνικές υπηρεσίες που αξιολογούνται από το RAR.

5.   Η έγκριση των κατά την παράγραφο 2 προϊόντων και αναλώσιμων υλικών πραγματοποιείται από το RAR, βάσει των αποτελεσμάτων των δοκιμών που διεξάγει το RAR ή τεχνικές υπηρεσίες που αξιολογούνται από το RAR.

[…]

8.   Οι παράγραφοι 4 και 5 δεν έχουν εφαρμογή:

a)

στα προϊόντα που έχουν πιστοποιηθεί από τις αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων μερών των Συμφωνιών της Γενεύης·

b)

στα προϊόντα που έχουν πιστοποιηθεί ή εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τις οδηγίες/τους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

c)

στα γνήσια προϊόντα ή στα γνήσια ανταλλακτικά·

d)

στα καινουργή προϊόντα και αναλώσιμα υλικά που έχουν κατασκευαστεί με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιούνται σε οχήματα που προορίζονται για αθλητικούς αγώνες και όχι για την κυκλοφορία στο δημόσιο οδικό δίκτυο. Η παρούσα εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που τα εν λόγω προϊόντα και αναλώσιμα υλικά έχουν διττή χρήση, τόσο στα οχήματα που προορίζονται για αθλητικούς αγώνες όσο και στα οχήματα που προορίζονται για την κυκλοφορία στο δημόσιο οδικό δίκτυο.»

10

Το άρθρο 1ter του ως άνω κυβερνητικού διατάγματος έχει ως εξής:

«Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος διατάγματος, οι όροι και οι εκφράσεις που ακολουθούν έχουν την ακόλουθη έννοια:

1.   προϊόν — σύστημα, εξοπλισμός, εξάρτημα, κατασκευαστικό στοιχείο ή χωριστή τεχνική μονάδα που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή οχήματος, για την αντικατάσταση υπαρχόντων τέτοιων στοιχείων σε όχημα ή για τη μεταγενέστερη τοποθέτηση/χρήση σε όχημα που έχει πιστοποιηθεί. Μπορεί να πρόκειται για:

1.1.

γνήσιο προϊόν — προϊόν κατασκευασμένο σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα παραγωγής που προβλέπονται από τον κατασκευαστή του οχήματος για την κατασκευή προϊόντων που χρησιμοποιούνται για τη συναρμολόγηση του εν λόγω οχήματος. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα προϊόντα που κατασκευάζονται στην ίδια γραμμή παραγωγής με τα εν λόγω προϊόντα. Εκτός αποδείξεως του αντιθέτου, τα προϊόντα θεωρούνται γνήσια αν ο κατασκευαστής τους πιστοποιεί ότι τα προϊόντα είναι εφάμιλλης ποιότητας με τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη συναρμολόγηση του εν λόγω οχήματος και ότι κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα παραγωγής του κατασκευαστή του οχήματος.

[…]»

11

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κυβερνητικού διατάγματος προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της θέσεως σε κυκλοφορία ή/και της εμπορίας, τα προϊόντα και τα αναλώσιμα υλικά πρέπει να συνοδεύονται από τα έγγραφα που προβλέπονται από το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο».

12

Το άρθρο 6 του κυβερνητικού διατάγματος 80/2000 ορίζει τα εξής:

«Συνιστούν παράβαση και τιμωρούνται ως ακολούθως:

a)

η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφος 2 […]: με πρόστιμο από 1000 έως 5000 [ρουμανικά] λέου (RON) [(περίπου 227 έως 1135 ευρώ)]·

[…]».

13

Το παράρτημα του υπ’ αριθ. 2135 διατάγματος της 8ης Δεκεμβρίου 2005, του Υπουργού Μεταφορών, Κατασκευαστικών Έργων και Τουρισμού, σχετικά με την έγκριση του κανονιστικού πλαισίου για την έγκριση και την πιστοποίηση των προϊόντων και των αναλώσιμων υλικών που χρησιμοποιούνται στα οδικά οχήματα και σχετικά με τις προϋποθέσεις θέσεώς τους σε κυκλοφορία, περιλαμβάνει το κεφάλαιο II που φέρει τον τίτλο «Μέθοδος και προϋποθέσεις εγκρίσεως ή πιστοποιήσεως των προϊόντων που χρησιμοποιούνται στα οδικά οχήματα». Στο κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνεται το σημείο 2.1, το οποίο προβλέπει τα εξής:

«Τα προϊόντα που κατασκευάζονται στην ημεδαπή ή εισάγονται, τα οποία απαριθμούνται στον κατάλογο του κεφαλαίου V, μπορούν να τεθούν σε κυκλοφορία μόνον εφόσον διαθέτουν έγκριση ή πιστοποίηση από το RAR. Την έγκριση ή πιστοποίηση ζητούν οι κατασκευαστές, οι εκπρόσωποί τους, οι εισαγωγείς ή οι διανομείς. […]»

14

Το κεφάλαιο V του ως άνω παραρτήματος περιλαμβάνει κατάλογο των προϊόντων και των αναλώσιμων υλικών για τα οποία απαιτείται τέτοια έγκριση ή πιστοποίηση του RAR προκειμένου να διατεθούν στην αγορά. Στον κατάλογο αυτό απαριθμούνται τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται στα οδικά οχήματα και τα οποία είναι σχετικά με την οδική ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος, την ενεργειακή απόδοση και την προστασία κατά της κλοπής. Το ως άνω κεφάλαιο V περιλαμβάνει το σημείο 5.1.3. που αφορά τα φίλτρα καυσίμου και το σημείο 5.3.2 που αφορά τις αντλίες νερού.

Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15

Η Capoda, εταιρία με έδρα τη Ρουμανία, αγοράζει από εταιρίες εδρεύουσες σε άλλα κράτη μέλη και εμπορεύεται στο ως άνω κράτος μέλος προϊόντα και ανταλλακτικά τα οποία χρησιμοποιούνται για την επιδιόρθωση, τη συντήρηση και τη λειτουργία αυτοκινήτων οχημάτων.

16

Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατόπιν ελέγχου τον οποίο πραγματοποίησε το RAR στις 21 Ιουνίου 2011, διαπίστωσε ότι η ως άνω εταιρία εμπορευόταν στη Ρουμανία αντλίες νερού και φίλτρα καυσίμου προορισμένα για τα οδικά οχήματα, προϊόντα τα οποία ενέπιπταν στην κατηγορία των σχετικών με την οδική ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος εξαρτημάτων, χωρίς τα εν λόγω προϊόντα να διαθέτουν έγκριση ή πιστοποίηση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Συνεπώς, με έκθεση διαπιστώσεως παραβάσεως και επιβολής κυρώσεως της 28ης Ιουνίου 2011, το RAR επέβαλε στην Capoda πρόστιμο ύψους 2000 ρουμανικών λέου (RON) (περίπου 454 ευρώ).

17

Η ως άνω εταιρία υποστήριξε ότι τα προϊόντα αυτά είχαν αγορασθεί από εταιρίες με έδρα τη Γερμανία και ότι συνοδεύονταν από πιστοποιητικά που βεβαίωναν ότι επρόκειτο για γνήσια ανταλλακτικά ή για ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1400/2002, τα οποία είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη. Εξάλλου, τα έγγραφα αυτά βεβαίωναν ακόμη ότι τα επίμαχα προϊόντα κατασκευάστηκαν στις ίδιες μονάδες παραγωγής όπως και ο αυθεντικός εξοπλισμός και ότι πιστοποιήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παραγωγής τους. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Capoda θεώρησε ότι, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, τα προϊόντα αυτά έπρεπε να εξαιρεθούν από την υποχρέωση εγκρίσεως ή πιστοποιήσεως την οποία προβλέπει το ρουμανικό δίκαιο.

18

Η Capoda προσέφυγε ενώπιον του Judecătoria Cluj‑Napoca (Πρωτοδικείου Cluj‑Napoca, Ρουμανία) με αίτημα την ακύρωση της ως άνω εκθέσεως της 28ης Ιουνίου 2011. Με απόφαση που εξέδωσε το 2012, το εν λόγω δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα αυτό, εκτιμώντας ότι, παρά το γεγονός ότι τα επίδικα εξαρτήματα ενέπιπταν στην κατηγορία των εξαρτημάτων για τα οποία το ρουμανικό δίκαιο επιβάλλει διαδικασία εγκρίσεως ή πιστοποιήσεως, δύνανται, βάσει των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία κʹ και καʹ, του κανονισμού 1400/2002 ορισμών των «γνήσιων ανταλλακτικών» και των «ανταλλακτικών εφάμιλλης ποιότητας», να εξομοιωθούν προς γνήσια προϊόντα, κατά την έννοια του άρθρου 1 ter, σημείο 1.1, του κυβερνητικού διατάγματος 80/2000. Συνεπώς, έκρινε ότι τα ως άνω εξαρτήματα έπρεπε να εξαιρεθούν από τη διαδικασία πιστοποιήσεως ή εγκρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 8, του ως άνω διατάγματος.

19

Κατόπιν ενδίκου μέσου ασκηθέντος κατά της ως άνω αποφάσεως από το RAR και από τον υπάλληλο ο οποίος είχε καταρτίσει την έκθεση της 28ης Ιουνίου 2011, B.‑.N. Bejan, το Tribunalul Cluj μεταρρύθμισε την απόφαση του Judecătoria Cluj-Napoca και διατήρησε σε ισχύ την ως άνω έκθεση, κρίνοντας ότι τα προσκομισθέντα από την Capoda έγγραφα δεν αποδείκνυαν ότι τα επίδικα εξαρτήματα είχαν πιστοποιηθεί από το RAR ούτε βεβαίωναν την ιδιότητά τους ως αυθεντικών εξαρτημάτων, δεδομένου ότι επρόκειτο για έγγραφα τα οποία είχαν καταρτισθεί από διανομείς και όχι από τους κατασκευαστές.

20

Στις 26 Οκτωβρίου 2013, η Capoda ζήτησε από το Tribunalul Cluj την αναθεώρηση της αποφάσεως αυτής. Η ως άνω εταιρία υποστηρίζει ειδικότερα ότι η εφαρμογή διαδικασίας πιστοποιήσεως ή εγκρίσεως στα επίδικα εξαρτήματα αντιβαίνει στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

21

Στο πλαίσιο αυτό, το Tribunalul Cluj αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Μπορεί το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 34 ΣΛΕΕ, το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/46 και το άρθρο 1, [παράγραφος 1], στοιχεία κʹ και καʹ, του κανονισμού 1400/2002, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κυβερνητικού διατάγματος 80/2000, για τον λόγο ότι η ρύθμιση αυτή επιβάλλει μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, δεδομένου ότι βάσει της εν λόγω ρυθμίσεως, για την ελεύθερη κυκλοφορία (πώληση, διανομή) των καινουργών προϊόντων και αναλώσιμων υλικών που περιλαμβάνονται στην κατηγορία εκείνων που αφορούν την οδική ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος, την ενεργειακή απόδοση και την προστασία κατά της κλοπής οδικών οχημάτων, απαιτούνται είτε η υποβολή από τον πωλητή/διανομέα/έμπορο βεβαιώσεως για την πιστοποίηση ή έγκρισή τους ενόψει της θέσεώς τους σε κυκλοφορία και/ή της διαθέσεώς τους στο εμπόριο η οποία χορηγείται από τον κατασκευαστή, είτε, αν ο πωλητής/διανομέας/έμπορος δεν έχει εξασφαλίσει ή δεν κατέχει τέτοια βεβαίωση, η διεκπεραίωση διαδικασίας πιστοποιήσεως των εν λόγω προϊόντων από το [RAR] και η εξασφάλιση βεβαιώσεως για την πιστοποίησή τους ενόψει της θέσεώς τους σε κυκλοφορία και/ή της διαθέσεώς τους στο εμπόριο χορηγηθείσας από το εν λόγω [RAR], στο μέτρο που, μολονότι ο πωλητής/διανομέας/έμπορος κατέχει πιστοποιητικό συμμορφώσεως για τους σκοπούς της θέσεως σε κυκλοφορία και/ή της διαθέσεως στο εμπόριο το οποίο του χορήγησε ο διανομέας των εξαρτημάτων σε άλλο κράτος μέλος της Ένωσης, ο οποίος διανέμει ελεύθερα τα εν λόγω εξαρτήματα εντός του ως άνω κράτους μέλους, το ως άνω πιστοποιητικό δεν επαρκεί για την ελεύθερη κυκλοφορία/πώληση/διανομή των εν λόγω εμπορευμάτων;

2)

Μπορεί το δίκαιο της Ένωσης, συγκεκριμένα το άρθρο 34 ΣΛΕΕ και ειδικότερα η προβλεπόμενη σε αυτό έννοια του “μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό”, το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/46 και το άρθρο 1, [παράγραφος 1], στοιχεία κʹ και καʹ, του κανονισμού 1400/2002, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι το πιστοποιητικό συμμορφώσεως για τους σκοπούς της θέσεως σε κυκλοφορία και/ή της διαθέσεως στο εμπόριο, το οποίο χορηγείται από διανομέα άλλου κράτους μέλους για καινουργή προϊόντα και αναλώσιμα υλικά που περιλαμβάνονται στην κατηγορία εκείνων που αφορούν την οδική ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος, την ενεργειακή απόδοση και την προστασία κατά της κλοπής οδικών οχημάτων, δεν αρκεί για την ελεύθερη εμπορία των ως άνω προϊόντων και αναλώσιμων υλικών, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εν λόγω διανομέας άλλου κράτους μέλους διανέμει ελεύθερα τα ως άνω εξαρτήματα εντός του εν λόγω [κράτους μέλους] και ότι το εν λόγω πιστοποιητικό βεβαιώνει ότι τα επίμαχα εξαρτήματα μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο στο έδαφος της Ένωσης;»

Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων

22

Η Ρουμανική Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση απαραδέκτου των προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 34 ΣΛΕΕ και 1, παράγραφος 1, στοιχεία κʹ και καʹ, του κανονισμού 1400/2002. Αφενός, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η οδηγία 2007/46 εναρμονίζει πλήρως τον τομέα τον οποίο διέπει, μην παρέχοντας πλέον δυνατότητα επικλήσεως του πρωτογενούς δικαίου. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 1400/2002 είχε παύσει να ισχύει κατά την ημερομηνία πραγματοποιήσεως του ελέγχου από το RAR και ότι στις νέες διατάξεις της Ένωσης δεν περιέχονται πλέον οι ορισμοί την ερμηνεία των οποίων ζητεί το αιτούν δικαστήριο.

23

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με το οποίο το Δικαστήριο τους παρέχει τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν (βλ., ιδίως, απόφαση Klarenberg, C‑466/07, EU:C:2009:85, σκέψη 25).

24

Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της αποφάσεως την οποία πρόκειται να εκδώσει, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί (βλ., ιδίως, απόφαση Klarenberg, C‑466/07, EU:C:2009:85, σκέψη 26).

25

Επομένως, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα τα οποία υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, απολαύουν τεκμηρίου λυσιτελείας. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η αιτούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβάλλονται (βλ., ιδίως, απόφαση Klarenberg, C‑466/07, EU:C:2009:85, σκέψη 27).

26

Εν προκειμένω, δεν μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 34 ΣΛΕΕ προδήλως δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Εξάλλου, το ζήτημα κατά πόσον δεν πρέπει να γίνει ερμηνεία του άρθρου αυτού για τον λόγο ότι η οδηγία 2007/46 επέφερε πλήρη εναρμόνιση δεν συνιστά λόγο απαραδέκτου και πρέπει να εκτιμηθεί στο πλαίσιο της απαντήσεως των προδικαστικών ερωτημάτων. Κατά συνέπεια, η προβληθείσα από τη Ρουμανική Κυβέρνηση ένσταση απαραδέκτου σε ό,τι αφορά το άρθρο 34 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

27

Απεναντίας, στο άρθρο 12 του κανονισμού 1400/2002 έχει καθοριστεί, ως ημερομηνία λήξεως της ισχύος αυτού, η 31η Μαΐου 2010. Κατά συνέπεια, εφόσον η επίδικη στην κύρια δίκη έκθεση συντάχθηκε στις 28 Ιουνίου 2011, ο κανονισμός 1400/2002 δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης. Επισημαίνεται ακόμη ότι οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο του 1, παράγραφος 1, στοιχεία κʹ και καʹ, ορισμοί των γνήσιων ανταλλακτικών ή των ανταλλακτικών εφάμιλλης ποιότητας εν πάση περιπτώσει ίσχυαν αποκλειστικώς στο πλαίσιο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, ο οποίος δεν αφορά παρά μόνο την εφαρμογή του παλαιού άρθρου 81, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας.

28

Κατά συνέπεια, τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν είναι παραδεκτά στο μέτρο που αφορούν τον ως άνω κανονισμό.

29

Η Ρουμανική Κυβέρνηση εκτιμά επίσης ότι οι διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/46 είναι σαφείς και δεν αφήνουν περιθώριο εύλογης αμφιβολίας το οποίο θα δικαιολογούσε αίτημα ερμηνείας. Το επιχείρημα αυτό, δεδομένου ότι δεν στοιχειοθετεί λόγο απαραδέκτου προδικαστικού ερωτήματος, πρέπει να απορριφθεί.

30

Βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα κατά το μέτρο που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχεία κʹ και καʹ, του κανονισμού 1400/2002.

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

31

Με τα δύο ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/46 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά την εμπορία σε κράτος μέλος καινουργών ανταλλακτικών για οδικά οχήματα —στην προκειμένη περίπτωση, αντλιών νερού και φίλτρων καυσίμου— από την εφαρμογή διαδικασίας εγκρίσεως ή πιστοποιήσεως στο κράτος μέλος αυτό, εκτός αν αποδεικνύεται, με βεβαίωση πιστοποιήσεως ή εγκρίσεως, ότι τα προϊόντα αυτά έχουν ήδη υποβληθεί σε τέτοια διαδικασία σε άλλο κράτος μέλος ή ότι πρόκειται για γνήσια εξαρτήματα ή για ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας, κατά την έννοια της ως άνω νομοθεσίας, χωρίς πάντως να θεωρείται ότι αρκεί σχετικό έγγραφο καταρτισθέν από τον διανομέα.

32

Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι από το άρθρο 1 της οδηγίας 2007/46 προκύπτει ότι η οδηγία αυτή θεσπίζει όχι μόνο εναρμονισμένο πλαίσιο με τις διοικητικές διατάξεις και τις γενικές τεχνικές απαιτήσεις για την έγκριση όλων των νέων οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της καθώς και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά, με σκοπό να διευκολύνει την έκδοση άδειας κυκλοφορίας, την πώληση και τη θέση σε κυκλοφορία των οχημάτων αυτών εντός της Ένωσης, αλλά και διατάξεις για την πώληση και τη θέση σε κυκλοφορία εξαρτημάτων και εξοπλισμού που προορίζονται για οχήματα εγκεκριμένα σύμφωνα με την ως άνω οδηγία.

33

Από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία μάλλον συνάγεται ότι η υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στη δεύτερη αυτή κατηγορία διατάξεων, πράγμα που είναι πάντως έργο του αιτούντος δικαστηρίου να επαληθεύσει.

34

Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/46 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη επιτρέπουν την πώληση, την προσφορά προς πώληση ή τη θέση σε κυκλοφορία εξαρτημάτων ή εξοπλισμού που μπορούν να παρουσιάζουν σημαντικό κίνδυνο για την ορθή λειτουργία συστημάτων τα οποία έχουν ουσιώδη σημασία για την ασφάλεια του οχήματος ή για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του μόνον εάν τα ως άνω εξαρτήματα ή ο εξοπλισμός έχουν εγκριθεί από εγκριτική αρχή, σύμφωνα με τις παραγράφους 5 έως 10 του ως άνω άρθρου.

35

Πάντως, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 2 και 11 του άρθρου 31 της οδηγίας 2007/46, τα εξαρτήματα ή ο εξοπλισμός που υπόκεινται σε έγκριση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου πρέπει να εγγράφονται στον κατάλογο του παραρτήματος XIII της ως άνω οδηγίας. Όπως όμως επισημαίνει η Επιτροπή, η ίδια δεν έχει θεσπίσει κατάλογο στο πλαίσιο του ως άνω παραρτήματος.

36

Στην περίπτωση αυτή, όπως υποστηρίζουν η Ρουμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, πρέπει να γίνει παραπομπή στην παράγραφο 12 του ως άνω άρθρου 31 η οποία προβλέπει ότι, μέχρι τη λήψη αποφάσεως από την Επιτροπή όσον αφορά την εγγραφή ενός εξαρτήματος ή μέρους εξοπλισμού στον κατάλογο του παραρτήματος XIII της ως άνω οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν εθνικές διατάξεις για τα εξαρτήματα ή τον εξοπλισμό που μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την ορθή λειτουργία συστημάτων τα οποία έχουν ουσιώδη σημασία για την ασφάλεια του οχήματος ή τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του, οι οποίες όμως εθνικές διατάξεις παύουν να ισχύουν μόλις ληφθεί απόφαση επί του θέματος.

37

Η διάταξη αυτή αφορά έτσι την πώληση και τη θέση σε κυκλοφορία εξαρτημάτων ή μερών εξοπλισμού τα οποία, εκτός του ότι δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος XIII της οδηγίας 2007/46, μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την ορθή λειτουργία συστημάτων που έχουν ουσιώδη σημασία για την ασφάλεια του οχήματος στο οποίο έχουν τοποθετηθεί ή για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του, πράγμα που είναι έργο του αιτούντος δικαστηρίου να επαληθεύσει σε ό,τι αφορά τα επίμαχα στην κύρια δίκη εξαρτήματα.

38

Εν συνεχεία πρέπει να εξετασθεί αν το δίκαιο του κράτους μέλους σχετικά με την πώληση και τη θέση σε κυκλοφορία των εξαρτημάτων αυτών, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 31, παράγραφος 12, της ως άνω οδηγίας, είναι σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως προς το άρθρο 34 ΣΛΕΕ.

39

Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι κάθε μέτρο κράτους μέλους δυνάμενο να παρακωλύσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο εντός της Ένωσης πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Dassonville, 8/74, EU:C:1974:82, σκέψη 5, και Juvelta, C‑481/12, EU:C:2014:11, σκέψη 16).

40

Εξ αυτού συνάγεται ειδικότερα ότι, ακόμη και χωρίς να υπάρχουν μέτρα εναρμονίσεως του δικαίου της Ένωσης, τα προϊόντα που νομίμως κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε κράτος μέλος πρέπει να μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο και σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να υπόκεινται σε πρόσθετους ελέγχους. Εθνική νομοθεσία που επιβάλλει τέτοιου είδους ελέγχους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον αν εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 36 ΣΛΕΕ ή αν ανταποκρίνεται σε μία από τις επιτακτικές απαιτήσεις που έχει δεχθεί η νομολογία του Δικαστηρίου, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις υπό την προϋπόθεση ότι είναι κατάλληλη να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού (βλ. αποφάσεις ATRAL, C‑14/02, EU:C:2003:265, σκέψη 65, και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑432/03, EU:C:2005:669, σκέψη 42).

41

Από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι η επίδικη στην κύρια δίκη νομοθεσία επιβάλλει την εφαρμογή διαδικασίας πιστοποιήσεως ή εγκρίσεως στα επίμαχα στην κύρια δίκη προϊόντα, η οποία δύναται να αποτελέσει μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ, εκτός αν η νομοθεσία αυτή προβλέπει και εξαιρέσεις από τις ως άνω διαδικασίες ικανές να εξασφαλίσουν ότι τα προϊόντα που νομίμως κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο στα λοιπά κράτη μέλη απαλλάσσονται από τις διαδικασίες αυτές.

42

Πάντως, επίσης από την ως άνω δικογραφία, φαίνεται να προκύπτει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 8, του κυβερνητικού διατάγματος 80/2000 προβλέπει τέτοιες εξαιρέσεις, πράγμα που είναι έργο του αιτούντος δικαστηρίου να επαληθεύσει.

43

Σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι ισχύει το αντίθετο, θα απέκειτο στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποδείξουν ότι το εμπόδιο αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί, λαμβανομένων υπόψη των προϊόντων που μπορεί να θίγονται, από τους σκοπούς της προστασίας της οδικής ασφάλειας και της προστασίας του περιβάλλοντος, οι οποίοι συνιστούν, κατά τη νομολογία, επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος δυνάμενους να δικαιολογήσουν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, και ότι είναι όχι μόνο απαραίτητο, αλλά και τελεί σε αναλογία προς τους σκοπούς αυτούς (βλ., ιδίως, απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑150/11, EU:C:2012:539, σκέψεις 54 και 55).

44

Σε ό,τι αφορά το ζήτημα αν το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει να θεωρείται ότι έγγραφα, όπως τα προσκομισθέντα από την Capoda, δεν αρκούν ώστε να αποδείξουν ότι εξαρτήματα, όπως τα επίδικα στην κύρια δίκη, έχουν ήδη πιστοποιηθεί ή εγκριθεί ή ότι πρόκειται για γνήσια εξαρτήματα ή για ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας, κατά την έννοια του εθνικού δικαίου, εξαιρούμενα, για τον λόγο αυτό, από τη διαδικασία πιστοποιήσεως ή εγκρίσεως από το RAR, πρέπει να διευκρινισθεί ότι απόκειται στα κράτη μέλη, ελλείψει ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, να καθορίσουν τα αποδεικτικά μέσα που μπορούν να προσκομισθούν σχετικά με το ζήτημα αυτό, υπό την επιφύλαξη των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

45

Επομένως, υπό την επιφύλαξη αυτή, το δίκαιο της Ένωσης δεν απαγορεύει να μπορούν καταρχήν μόνο πιστοποιητικά προερχόμενα από τον κατασκευαστή και όχι από τον διανομέα να βεβαιώσουν ότι πρόκειται για ήδη πιστοποιημένα ή εγκεκριμένα εξαρτήματα ή για γνήσια εξαρτήματα ή για ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας, κατά την έννοια του εθνικού δικαίου. Επισημαίνεται εξάλλου ότι το άρθρο 3, σημείο 26, της οδηγίας 2007/46, που ορίζει την έννοια των «αυθεντικών εξαρτημάτων ή εξοπλισμού» για τους σκοπούς της ως άνω οδηγίας προβλέπει ότι, εκτός αποδείξεως του εναντίου, θεωρείται ότι τα εξαρτήματα είναι αυθεντικά εξαρτήματα εάν ο κατασκευαστής των εξαρτημάτων πιστοποιεί τούτο.

46

Επομένως, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 31, παράγραφοι 1 και 12, της οδηγίας 2007/46 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά την εμπορία σε κράτος μέλος καινουργών ανταλλακτικών για οδικά οχήματα —στην προκειμένη περίπτωση, αντλιών νερού και φίλτρων καυσίμου— από την εφαρμογή διαδικασίας εγκρίσεως ή πιστοποιήσεως στο κράτος μέλος αυτό, εφόσον η ως άνω νομοθεσία προβλέπει κατά τα λοιπά εξαιρέσεις ικανές να εξασφαλίσουν ότι τα εξαρτήματα που νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο στα λοιπά κράτη μέλη απαλλάσσονται από τη διαδικασία αυτή ή, άλλως, εφόσον τα επίμαχα εξαρτήματα μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την ορθή λειτουργία συστημάτων που έχουν ουσιώδη σημασία για την ασφάλεια του οχήματος ή τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του, η δε διαδικασία αυτή πιστοποιήσεως ή εγκρίσεως έχει χαρακτήρα αυστηρώς αναγκαίο και αναλογικό σε σχέση με την εκπλήρωση των σκοπών της προστασίας της οδικής ασφάλειας ή της προστασίας του περιβάλλοντος. Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να παρασχεθεί απόδειξη περί του ότι τέτοια εξαρτήματα έχουν ήδη πιστοποιηθεί ή εγκριθεί ή ότι συνιστούν αυθεντικά εξαρτήματα ή εξαρτήματα εφάμιλλης ποιότητας υπάγονται, ελλείψει ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, στο δίκαιο των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

Επί των δικαστικών εξόδων

47

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 31, παράγραφοι 1 και 12, της οδηγίας 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (οδηγία-πλαίσιο), πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά την εμπορία σε κράτος μέλος καινουργών ανταλλακτικών για οδικά οχήματα —στην προκειμένη περίπτωση, αντλιών νερού και φίλτρων καυσίμου— από την εφαρμογή διαδικασίας εγκρίσεως ή πιστοποιήσεως στο κράτος μέλος αυτό, εφόσον η ως άνω νομοθεσία προβλέπει κατά τα λοιπά εξαιρέσεις ικανές να εξασφαλίσουν ότι τα εξαρτήματα που νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο στα λοιπά κράτη μέλη απαλλάσσονται από τη διαδικασία αυτή ή, άλλως, εφόσον τα επίμαχα εξαρτήματα μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την ορθή λειτουργία συστημάτων που έχουν ουσιώδη σημασία για την ασφάλεια του οχήματος ή τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του, η δε διαδικασία αυτή πιστοποιήσεως ή εγκρίσεως έχει χαρακτήρα αυστηρώς αναγκαίο και αναλογικό σε σχέση με την εκπλήρωση των σκοπών της προστασίας της οδικής ασφάλειας ή της προστασίας του περιβάλλοντος.

 

Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να παρασχεθεί απόδειξη περί του ότι τέτοια εξαρτήματα έχουν ήδη πιστοποιηθεί ή εγκριθεί ή ότι συνιστούν αυθεντικά εξαρτήματα ή εξαρτήματα εφάμιλλης ποιότητας υπάγονται, ελλείψει ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, στο δίκαιο των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

 

(υπογραφές)


( * )   Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική.