ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 5ης Ιουνίου 2014 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Κανονισμός (EΚ) 44/2001 — Αναγνώριση και εκτέλεση ασφαλιστικών μέτρων και συντηρητικής κατασχέσεως — Ανάκληση της αρχικής αποφάσεως — Το αιτούν δικαστήριο εμμένει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως — Κατάργηση της δίκης»

Στην υπόθεση C‑350/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Augstākās tiesas Senāts (Λεττονία) με απόφαση της 12ης Ιουνίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Ιουνίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης

Antonio Gramsci Shipping Corp.,

Apollo Holdings Corp.,

Arctic Seal Shipping Co. Ltd,

Atlantic Leader Shipping Co. Ltd,

Cape Wind Trading Co. Ltd,

Clipstone Navigation SA,

Dawnlight Shipping Co. Ltd,

Dzons Rids Shipping Co.,

Faroship Navigation Co. Ltd,

Gaida Shipping Co.,

Gevostar Shipping Co. Ltd,

Hose Marti Shipping Co.,

Imanta Shipping Co. Ltd,

Kemeri Navigation Co.,

Klements Gotvalds Shipping Co.,

Latgale Shipping Co. Ltd,

Limetree Shipping Co. Ltd,

Majori Shipping Co. Ltd,

Noella Marītime Co. Ltd,

Razna Shipping Co.,

Sagewood Trading Inc.,

Samburga Shipping Co. Ltd,

Saturn Trading Co.,

Taganroga Shipping Co.,

Talava Shipping Co. Ltd,

Tangent Shipping Co. Ltd,

Viktorio Shipping Co.,

Wilcox Holding Ltd,

Zemgale Shipping Co. Ltd,

Zoja Shipping Co. Ltd

κατά

Aivars Lembergs,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. G. Fernlund, πρόεδρο τμήματος, A. Ó Caoimh και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την J. Beeko, επικουρούμενη από τον B. Kennelly, barrister,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Sauka και την A‑M. Rouchaud-Joët,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 34, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2

Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς μεταξύ της Antonio Gramsci Shipping Corp. και άλλων 29 αιτουσών και του Α. Lembergs με αντικείμενο την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως του High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Commercial Court) (Ηνωμένο Βασίλειο), με την οποία διατάχθηκε συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν ή τελούν υπό τον έλεγχο του καθού η αίτηση στην κύρια δίκη (στο εξής: διάταξη περί συντηρητικής κατασχέσεως).

3

Κατά το αιτούν δικαστήριο, απόφαση περί συντηρητικής κατασχέσεως, η οποία καλείται «injonction Mareva» στο «Common law», αναπτύσσει αποτελέσματα in personam, στον βαθμό που απαγορεύει τη διάθεση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων από συγκεκριμένο πρόσωπο. Δεν αφορά τα περιουσιακά στοιχεία αυτά καθαυτά αλλά συγκεκριμένο πρόσωπο.

4

Κατά το αιτούν δικαστήριο, είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί αν, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγνωρίσεως αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως, η προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην κύρια δίκη μπορεί να αποτελέσει λόγο εφαρμογής της ρήτρας της δημοσίας τάξεως την οποία προβλέπει το άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Augstākās tiesas Senāts αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)   Έχει το άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγνωρίσεως αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως, η ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων προσώπων που δεν μετείχαν στην κύρια δίκη μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή της ρήτρας της δημόσιας τάξεως, την οποία προβλέπει το εν λόγω άρθρο 34, παράγραφος 1, και την άρνηση αναγνωρίσεως της εν λόγω αλλοδαπής αποφάσεως, στον βαθμό που θίγει πρόσωπα τα οποία δεν μετείχαν στην κύρια δίκη;

2)   Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, έχει το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης την έννοια ότι η αρχή της δίκαιης δίκης, την οποία κατοχυρώνει ο Χάρτης, επιτρέπει, οσάκις διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα, να επιβάλλονται περιορισμοί σε εμπράγματα δικαιώματα προσώπου που δεν ήταν διάδικος στην εν λόγω δίκη, έστω και αν προβλέπεται ότι οποιοσδήποτε θίγεται από τη διάταξη με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα έχει δικαίωμα ανά πάσα στιγμή να ζητήσει από το δικαστήριο να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει την επίμαχη δικαστική απόφαση, και να επαφίεται στους αιτούντες το ασφαλιστικό μέτρο η κοινοποίηση της αποφάσεως στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα;»

5

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμανε ότι η διάταξη περί συντηρητικής κατασχέσεως ανακλήθηκε. Συγκεκριμένα, από το σύνολο των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η ως άνω διάταξη ανακλήθηκε, με την από 12 Ιουλίου 2012 απόφαση από το δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο επελήφθη, υπό διαφορετική πλέον σύνθεση, της δίκης που αφορούσε την κύρια υπόθεση. Στον δεύτερο βαθμό, η έφεση κατά της συγκεκριμένης αποφάσεως απορρίφθηκε με την από 19 Ιουνίου 2013 απόφαση του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division). Στις 26 Ιουλίου 2013 το Supreme Court of the United Kingdom απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, με αποτέλεσμα η ανάκληση της διατάξεως περί συντηρητικής κατασχέσεως να καταστεί αμετάκλητη.

6

Κατόπιν της επισημάνσεως αυτής, η Γραμματεία του Δικαστηρίου κάλεσε το αιτούν δικαστήριο, με το από 8 Νοεμβρίου 2013 έγγραφο, να διευκρινίσει αν εμμένει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Με το από 3 Φεβρουαρίου 2014 έγγραφο, το συγκεκριμένο δικαστήριο επισήμανε ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Ιανουαρίου 2014, η εκπρόσωπος του εφεσίβλητου, A. Lembergs, εξέφρασε την άποψη ότι, μολονότι οι απαντήσεις του Δικαστηρίου στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου δεν παρουσίαζαν πλέον ενδιαφέρον ως προς την υπό κρίση υπόθεση, καθόσον η διάταξη περί συντηρητικής κατασχέσεως ανακλήθηκε, εντούτοις, οι απαντήσεις του Δικαστηρίου θα ήταν χρήσιμες, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο επελήφθη ανάλογης υποθέσεως. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να εμμείνει στα προδικαστικά του ερωτήματα.

7

Καταρχάς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι κατά το σημείο 40 των συστάσεων προς τα εθνικά δικαστήρια σχετικά με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ 2012, C 338, σ. 1) «(π)ρος το συμφέρον της εύρυθμης διεξαγωγής της προδικαστικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και προς διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητά της, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ενημερώνει το Δικαστήριο για κάθε διαδικαστική ενέργεια δυνάμενη να επηρεάσει την ενώπιόν του διαδικασία».

8

Περαιτέρω, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, μόνο στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει τη διαφορά και πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως, απόκειται να εκτιμήσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσει να εκδώσει την απόφασή του όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που θέτει στο Δικαστήριο (βλ. απόφαση Di Donna, C‑492/11, EU:C:2013:428, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

9

Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει. Άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα το οποίο τέθηκε από εθνικό δικαστήριο είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητηθείσα ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει σχέση με υπαρκτή διαφορά ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικό ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του τέθηκαν (βλ. απόφαση Di Donna, EU:C:2013:428, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

10

Επομένως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, από το περιεχόμενο αλλά και από την οικονομία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προϋποθέτει ότι εκκρεμεί πράγματι διαφορά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της οποίας αυτά καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση (βλ., απόφαση Di Donna, EU:C:2013:428, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Pohotovosť, C‑470/12, EU:C:2014:101, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

11

Στην υπό κρίση υπόθεση, το ίδιο το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διάταξη περί συντηρητικής κατασχέσεως, η αναγνώριση και εκτέλεση της οποίας ζητήθηκε, ανακλήθηκε. Επομένως, ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου δεν εκκρεμεί πλέον ένδικη διαφορά και, κατά συνέπεια, τα υποβληθέντα στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως ερωτήματα έχουν καταστεί υποθετικά. Το γεγονός ότι ανάλογες ένδικες διαφορές εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δεν ασκεί επιρροή στη διαπίστωση αυτή.

12

Εν πάση περιπτώσει, σε περίπτωση που είναι αναγκαία η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης για την επίλυση άλλης ένδικης διαφοράς, το αιτούν δικαστήριο διαθέτει, ανά περίπτωση, στο πλαίσιο της λειτουργίας του, και δυνάμει πάντοτε του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, την ευχέρεια να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.

13

Από τις προεκτεθείσες εκτιμήσεις προκύπτει ότι παρέλκει η έκδοση της αιτηθείσας προδικαστικής αποφάσεως.

14

Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) διατάσσει:

 

Παρέλκει η έκδοση της προδικαστικής αποφάσεως που ζήτησε το Augstākās tiesas Senāts (Λεττονία) με την από 12 Ιουνίου 2013 απόφαση.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λεττονική.