ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 12ης Ιουνίου 2015 ( *1 )

«Προστασία των καταναλωτών — Κανονισμός (ΕΕ) 432/2012 — Ισχυρισμοί υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα — Προσφυγή ακυρώσεως — Κανονιστική πράξη μη περιλαμβάνουσα εκτελεστικά μέτρα — Άμεσος επηρεασμός — Παραδεκτό — Παράβαση των άρθρων 13 και 28 του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006 — Αρχή της χρηστής διοικήσεως — Απαγόρευση των διακρίσεων — Εσφαλμένα κριτήρια εκτιμήσεως — Κανονισμός 1924/2006 — Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας — Δικαίωμα ακροάσεως — Ασφάλεια δικαίου — Μη εύλογη μεταβατική περίοδος — Κατάλογος εκκρεμούντων ισχυρισμών»

Στην υπόθεση T‑296/12,

The Health Food Manufacturers’ Association, με έδρα το East Molesey (Ηνωμένο Βασίλειο),

Quest Vitamins Ltd, με έδρα το Birmingham (Ηνωμένο Βασίλειο),

Natures Aid Ltd, με έδρα το Kirkham (Ηνωμένο Βασίλειο),

Natuur-& gezondheidsProducten Nederland, με έδρα το Ermelo (Κάτω Χώρες),

New Care Supplements BV, με έδρα το Oisterwijk (Κάτω Χώρες),

εκπροσωπούμενες από τους B. Kelly και G. Castle, solicitors, και P. Bogaert, δικηγόρο,

προσφεύγουσες,

υποστηριζόμενες από

τη FederSalus, με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία),

τη Medestea biotech SpA, με έδρα το Τορίνο (Ιταλία),

και

τη Naturando Srl, με έδρα το Osio Sotto (Ιταλία),

εκπροσωπούμενες από τους E. Valenti και D. Letizia, δικηγόρους,

παρεμβαίνουσες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους L. Flynn και S. Grünheid,

καθής,

υποστηριζόμενης από

τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους D. Colas και S. Menez, στη συνέχεια, από τους D. Colas και S. Ghiandoni,

από

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους J. Rodrigues και L. Visaggio,

από

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους I. Šulce και M. Moore,

και από

το Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών (ΕΓΕΚ), με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενο από τον Σ. Παππά, δικηγόρο,

παρεμβαίνοντες,

με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΕ) 432/2012 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 2012, σχετικά με τη θέσπιση καταλόγου επιτρεπόμενων ισχυρισμών υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα, εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθένειας και την ανάπτυξη και υγεία των παιδιών (ΕΕ L 136, σ. 1), καθώς και ακύρωση της φερομένης αποφάσεως της Επιτροπής περί εγκρίσεως του καταλόγου των εκκρεμών ισχυρισμών,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Kancheva (εισηγήτρια), προεδρεύουσα, C. Wetter και E. Bieliūnas, δικαστές,

γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 22ας Οκτωβρίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Ιστορικό της διαφοράς

1

Οι προσφεύγουσες, The Health Food Manufacturers’ Association, Quest Vitamins Ltd, Natures Aid Ltd, Natuur-& gezondheidsProducten Nederland και New Care Supplements BV, είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Κάτω Χώρες και είναι, αφενός, επιχειρήσεις οι οποίες παράγουν και εμπορεύονται συμπληρώματα διατροφής και διαιτητικά τρόφιμα στην ευρωπαϊκή αγορά και, αφετέρου, επαγγελματικές ενώσεις οι οποίες αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που επιδίδονται σ’ αυτό το είδος δραστηριότητας. Οι επιχειρήσεις αυτές καταφεύγουν καθημερινά σε ισχυρισμούς υγείας στην επισήμανση των προϊόντων τους και στη διαφήμιση για τα προϊόντα αυτά.

2

Κατόπιν εκδόσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα (EE L 404, σ. 9), οι προσφεύγουσες υπέβαλαν ισχυρισμούς υγείας στις αρχές των αντιστοίχων κρατών μελών τους όσον αφορά τη διαδικασία εγκρίσεως του άρθρου 13, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού αυτού. Ακολούθως, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έλαβε συνολικά περίπου 44000 ισχυρισμούς υγείας εκ μέρους των κρατών μελών δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Βάσει των εν λόγω ισχυρισμών υγείας, η Επιτροπή συνέστησε έναν ενοποιημένο κατάλογο για να αποφεύγονται οι αλληλεπικαλύψεις και επαναλήψεις, καθώς και ένα σύστημα κωδικοποιήσεως, που δημοσιεύθηκε στο Διαδίκτυο, προκειμένου να διασφαλιστεί, κατά την άποψή της, η συνεπής μεταχείριση των εθνικών καταλόγων και η ταυτοποίηση των εν λόγω ισχυρισμών με τη χρήση των αριθμών «ID».

3

Στις 24 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή διαβίβασε επισήμως στην Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) αίτημα για επιστημονική γνώμη δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 (στο εξής: αίτημα επιστημονικής γνώμης). Με την ευκαιρία αυτή, η Επιτροπή διαβίβασε στην EFSA ένα πρώτο μέρος του ενοποιημένου καταλόγου. Τα υπόλοιπα μέρη του ενοποιημένου καταλόγου διαβιβάστηκαν τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2008 μετά από διαβούλευση των κρατών μελών, κατόπιν, με μια προσθήκη, τον Μάρτιο του 2010, αυξάνοντας τον τελικό αριθμό των προς εξέταση ισχυρισμών υγείας σε 4637.

4

Μεταξύ Οκτωβρίου 2009 και Ιουλίου 2011, η EFSA προέβη στην επιστημονική αξιολόγηση των ισχυρισμών υγείας που διαβιβάστηκαν από την Επιτροπή.

5

Στις 16 Μαΐου 2012, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 432/2012, σχετικά με τη θέσπιση καταλόγου επιτρεπόμενων ισχυρισμών υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα, εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθένειας και την ανάπτυξη και υγεία των παιδιών (EE L 136, σ. 1). Με τον κανονισμό αυτό, η Επιτροπή επέτρεψε μερικό κατάλογο 222 ισχυρισμών υγείας, που αντιστοιχούν σε 497 καταχωρίσεις στον ενοποιημένο κατάλογο, για τις οποίες η EFSA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατ’ ουσίαν, βάσει των στοιχείων που υποβλήθηκαν, αποδείχθηκε σχέση αιτίου-αιτιατού μεταξύ μιας κατηγορίας τροφίμων, ενός τροφίμου ή ενός συστατικού και της κατ’ ισχυρισμό επιδράσεως (στο εξής: κατάλογος επιτρεπόμενων ισχυρισμών). Οι εν λόγω ισχυρισμοί, καθώς και άλλοι ισχυρισμοί που απορρίφθηκαν, καταχωρίστηκαν επίσης στο μητρώο της Ένωσης με τους ισχυρισμούς επί θεμάτων διατροφής και υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα, το οποίο θεσπίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία γʹ και δʹ, του κανονισμού 1924/2006. Περαιτέρω, η Επιτροπή όρισε ότι ο κανονισμός 432/2012 θα τεθεί σε εφαρμογή έξι μήνες μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του, ήτοι από τις 14 Δεκεμβρίου 2012, ώστε να μπορέσουν οι επιχειρήσεις τροφίμων να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του, συμπεριλαμβανομένης της απαγορεύσεως, του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1924/2006, των ισχυρισμών υγείας των οποίων η αξιολόγηση από την EFSA και η εξέταση από την Επιτροπή έχουν ολοκληρωθεί.

6

Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή κατάρτισε κατάλογο με περισσότερους από 2000 ισχυρισμούς των οποίων η αξιολόγηση από την EFSA ή επί των οποίων η εξέταση από την Επιτροπή δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, και δημοσίευσε τον κατάλογο αυτό στον διαδικτυακό της τόπο (στο εξής: κατάλογος εκκρεμών ισχυρισμών). Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω ισχυρισμοί υγείας, οι οποίοι διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, ως προς τις επιδράσεις φυτών ή φυτικών ουσιών, κοινώς γνωστών ως «φυτικών ουσιών», παρέμεναν εκκρεμείς και μπορούσαν επομένως να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το μεταβατικό καθεστώς του άρθρου 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006.

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

7

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Ιουλίου 2012, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

8

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, η Τσεχική Δημοκρατία ζήτησε να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής.

9

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Σεπτεμβρίου 2012, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησε να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής.

10

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Σεπτεμβρίου 2012, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών (ΕΓΕΚ) ζήτησε να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής.

11

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Σεπτεμβρίου 2012, η FederSalus, η Medestea biotech SpA και η Naturando Srl ζήτησαν να τους επιτραπεί να παρέμβουν υπέρ των αιτημάτων των προσφευγουσών.

12

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Οκτωβρίου 2012, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής.

13

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Οκτωβρίου 2012, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής.

14

Με έγγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Οκτωβρίου 2012, οι προσφεύγουσες, κατά το άρθρο 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ζήτησαν να εξαιρεθούν ορισμένα εμπιστευτικά στοιχεία από την ανακοίνωση των παραρτημάτων του δικογράφου της προσφυγής στους παρεμβαίνοντες, σε περίπτωση που γίνουν δεκτοί να παρέμβουν στη δίκη. Οι προσφεύγουσες προσκόμισαν, για την ανακοίνωση αυτή, μη εμπιστευτικό κείμενο του επίμαχου δικογράφου.

15

Με διατάξεις της 16ης Ιανουαρίου 2013, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτό το αίτημα παρεμβάσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου, της Γαλλικής Δημοκρατίας και του ΕΓΕΚ, υπέρ της Επιτροπής, καθώς και του αιτήματος της FederSalus, της Medestea Biotech και της Naturando, υπέρ των προσφευγουσών. Περαιτέρω, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε ως προς την απόφαση περί της βασιμότητας της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως και αποφάσισε να ανακοινώνονται προσωρινώς στους εν λόγω διαδίκους μη εμπιστευτικά κείμενα των διαδικαστικών πράξεων, εν αναμονή τυχόν παρατηρήσεων επί του αιτήματος εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.

16

Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Φεβρουαρίου 2013, το ΕΓΕΚ διατύπωσε αντιρρήσεις όσον αφορά το υποβληθέν από τις προσφεύγουσες αίτημα περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.

17

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Απριλίου 2013, η Τσεχική Δημοκρατία πληροφόρησε το Γενικό Δικαστήριο ότι παραιτείται της παρεμβάσεώς της υπέρ της Επιτροπής.

18

Με διάταξη της 5ης Ιουλίου 2013, η Τσεχική Δημοκρατία διαγράφηκε από το πρωτόκολλο ως παρεμβαίνουσα στην υπό κρίση υπόθεση.

19

Κατόπιν τροποποιήσεως της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο όγδοο τμήμα, στο οποίο, κατά συνέπεια, ανατέθηκε η υπό κρίση υπόθεση.

20

Λόγω κωλύματος του προέδρου του ογδόου τμήματος, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου όρισε, σύμφωνα με τη σειρά που προβλέπεται στο άρθρο 6 του Κανονισμού Διαδικασίας, έναν πρώτο δικαστή σε αντικατάσταση του κωλυόμενου προέδρου τμήματος και, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, έναν δεύτερο δικαστή για να συμπληρωθεί η σύνθεση του τμήματος.

21

Στις 22 Απριλίου 2014, οι προσφεύγουσες κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη των επιχειρημάτων τους, δελτίο του Υπουργείου Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου της 16ης Απριλίου 2014.

22

Με απόφαση του προέδρου του ογδόου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 2014, το εν λόγω δελτίο περιελήφθη στη δικογραφία και καθορίστηκε προθεσμία για να μπορέσουν οι λοιποί διάδικοι να διατυπώσουν την άποψή τους επί του θέματος αυτού. Οι διάδικοι αυτοί κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

23

Με διάταξη της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, ο πρόεδρος του ογδόου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου δέχθηκε την αίτηση της εμπιστευτικής μεταχειρίσεως των προσφευγουσών και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

24

Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφάσισε να κινήσει την προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, κάλεσε, αφενός, τις προσφεύγουσες να του προσκομίσουν τον κατάλογο των ισχυρισμών υγείας που τους αφορούσαν και να διευκρινίσουν σαφώς τους εν λόγω ισχυρισμούς, ήτοι αν είχαν εγκριθεί, απορριφθεί ή εκκρεμούν μετά την έκδοση του κανονισμού 432/2012. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να διευκρινίσουν αν ο κανονισμός 432/2012 αποτελούσε, κατά την άποψή τους, κανονιστική πράξη που αφορούσε τις προσφεύγουσες άμεσα χωρίς να επάγεται εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τρίτης περιπτώσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα αυτά εμπροθέσμως.

25

Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Οκτωβρίου 2014.

26

Οι προσφεύγουσες, υποστηριζόμενες από τις FederSalus, Medestea Biotech και Naturando, ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει τον κανονισμό 432/2012·

να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως των εκκρεμών ισχυρισμών·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

27

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, τη Γαλλική Δημοκρατία και το ΕΓΕΚ, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

28

Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι, ενώ, στο πλαίσιο του πρώτου αιτήματός τους, οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει τον κανονισμό 432/2012, από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει ότι η αίτηση ακυρώσεως βασίζεται εν μέρει στον παράνομο χαρακτήρα της πράξεως η οποία αποτέλεσε τη βάση για τον εν λόγω κανονισμό. Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι με το αίτημα αυτό ζητείται επίσης, παρεμπιπτόντως και βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, προς στήριξη των ακυρωτικών αιτημάτων, να κηρυχθεί η μη εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006. Επιπλέον, οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση της φερομένης αποφάσεως της Επιτροπής περί εγκρίσεως του καταλόγου των εκκρεμών ισχυρισμών. Τα τρία αυτά αιτήματα πρέπει να εξετασθούν χωριστά.

1. Επί του αιτήματος ακυρώσεως του κανονισμού 432/2012

Επί του παραδεκτού

29

Η Επιτροπή, χωρίς να προβάλλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, τη Γαλλική Δημοκρατία και το ΕΓΕΚ, υποστηρίζει ότι το αίτημα ακυρώσεως του κανονισμού 432/2012 είναι απαράδεκτο. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν ο κανονισμός 432/2012 θεωρηθεί ως κανονιστική πράξη που δεν επάγεται εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι ο εν λόγω κανονισμός τις αφορούσε άμεσα.

30

Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με το απαράδεκτο της προσφυγής. Κατ’ αρχάς, υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός 432/2012 είναι κανονιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, που δεν επάγεται εκτελεστικά μέτρα. Ακολούθως, υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ο κανονισμός αυτός τις αφορά άμεσα διότι, αφενός, παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής τους καταστάσεως και, αφετέρου, δεν καταλείπει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στους αποδέκτες που είναι επιφορτισμένοι με την εκτέλεσή του.

31

Κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να επάγονται εκτελεστικά μέτρα.

32

Εν προκειμένω, συνομολογείται ότι ο κανονισμός 432/2012 δεν απευθυνόταν στις προσφεύγουσες, οι οποίες, επομένως, δεν είναι αποδέκτριες της πράξεως αυτής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω πράξεως παρά μόνον υπό την προϋπόθεση είτε ότι είναι κανονιστική πράξη που τις αφορά άμεσα χωρίς να επάγεται εκτελεστικά μέτρα είτε ότι τις αφορά άμεσα και ατομικά.

33

Επομένως, κατά πρώτον, πρέπει να εξακριβωθεί αν ο κανονισμός 432/2012 συνιστά κανονιστική πράξη, κατά την έννοια της τρίτης περιπτώσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

34

Κατά τη νομολογία, η έννοια της «κανονιστικής πράξεως» πρέπει να νοηθεί ότι αφορά πράξεις γενικής ισχύος πλην των νομοθετικών πράξεων (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, Συλλογή, EU:C:2013:625, σκέψη 60).

35

Εν προκειμένω, αφενός, ο κανονισμός 432/2012 έχει ως νομική βάση το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, το οποίο παρέχει στην Επιτροπή εντολή να θεσπίσει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 25, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, κατάλογο επιτρεπόμενων ισχυρισμών υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα, εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδηλώσεως ασθένειας και την ανάπτυξη και υγεία των παιδιών. Το άρθρο 25, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 παραπέμπει στο άρθρο 5α της αποφάσεως 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (EE L 184, σ. 23), το οποίο περιορίζεται στη θέσπιση μέτρων που έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων βασικής πράξεως εκδοθείσας σύμφωνα με τη διαδικασία συναποφάσεως. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός 432/2012 εγκρίθηκε από την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της, στο πλαίσιο της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο και, κατά συνέπεια, δεν συνιστά νομοθετική πράξη κατά την έννοια της νομολογίας που διατυπώθηκε με την απόφαση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EU:C:2013:625, σκέψη 34 ανωτέρω).

36

Αφετέρου, εφόσον ο κανονισμός 432/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1924/2006, εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις τροφίμων οι οποίες χρησιμοποιούν τους ισχυρισμούς υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθένειας και την ανάπτυξη και υγεία των παιδιών, επισημαίνεται ότι έχει γενική ισχύ, δεδομένου ότι εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων που καθορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο [βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, Microban International και Microban (Europe) κατά Επιτροπής, T‑262/10, Συλλογή, EU:T:2011:623, σκέψη 23].

37

Επομένως, ο κανονισμός 432/2012 συνιστά κανονιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

38

Κατά δεύτερον, όσον αφορά την έννοια του άμεσου επηρεασμού, έχει κριθεί ότι η προϋπόθεση αυτή απαιτεί, πρώτον, το αμφισβητούμενο μέτρο να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος και, δεύτερον, να μην καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του μέτρου αυτού οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι να το εφαρμόσουν, δεδομένου ότι αυτό έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την αμφισβητούμενη ρύθμιση, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1998, Dreyfus κατά Επιτροπής, C‑386/96 P, Συλλογή, EU:C:1998:193, σκέψη 43, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville Vesuviane και Ente per le Ville Vesuviane κατά Επιτροπής, C‑445/07 P και C‑455/07 P, Συλλογή, EU:C:2009:529, σκέψη 45).

39

Εν προκειμένω, καταρχάς, επισημαίνεται ότι τα αποτελέσματα που απορρέουν από τον κανονισμό 432/2012 συνίστανται, αφενός, στην έγκριση, δυνάμει του άρθρου 1, ενός συνόλου 222 ισχυρισμών υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθένειας και την ανάπτυξη και υγεία των παιδιών. Αφετέρου, όπως εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 12 και 13 του κανονισμού 432/2012, ο κανονισμός αυτός έχει ως αποτέλεσμα την απαγόρευση, δυνάμει της συνδυασμένης εφαρμογής του με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1924/2006, ορισμένων ισχυρισμών του ίδιου είδους, των οποίων η αξιολόγηση και ο έλεγχος δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού ολοκληρώθηκαν από την EFSA και την Επιτροπή, αντιστοίχως, κρίνοντας κατ’ ουσίαν ότι είτε δεν έχουν επιστημονικό έρεισμα είτε δεν συμμορφώνονται με γενικές ή ειδικές απαιτήσεις που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.

40

Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τη νομιμότητα του κανονισμού 432/2012, σ’ αυτές εναπόκειται να εντοπίσουν, προς απόδειξη του ότι αυτές θίγονται άμεσα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τους ισχυρισμούς τους οποίους αφορά ο εν λόγω κανονισμός και υπονομεύουν την έννομη κατάστασή τους. Ειδικότερα, εφόσον, όπως προκύπτει κατ’ ουσίαν από τα δικόγραφά τους, οι επιτρεπόμενοι ισχυρισμοί υγείας δεν αποτελούν αντικείμενο των προσφυγών τους, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες δεν έχουν κανένα συμφέρον για την ακύρωσή τους, αυτές είναι υποχρεωμένες να αποδείξουν ότι, κατά την άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, χρησιμοποιούσαν, στις εμπορικές ανακοινώσεις σχετικά με τα προϊόντα τους, τους απαγορευόμενους μετά την έκδοση του κανονισμού 432/2012 ισχυρισμούς.

41

Εν προκειμένω, σε απάντηση στην ερώτηση που τους απευθύνθηκε στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, οι προσφεύγουσες, μεταξύ άλλων, η δεύτερη, η τρίτη και η πέμπτη προσφεύγουσα, ως παραγωγοί τροφίμων, προσκόμισαν στο Γενικό Δικαστήριο τον κατάλογο των ισχυρισμών υγείας που τις αφορούσαν, ορίζοντας επακριβώς το καθεστώς των εν λόγω ισχυρισμών, ειδικότερα αν απορρίφθηκαν λόγω της εκδόσεως του κανονισμού 432/2012. Επιπλέον, προσκόμισαν βεβαίωση υπογεγραμμένη από τους αντίστοιχους διευθυντές τους, επιβεβαιώνουσα, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί χρησιμοποιούνταν κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, ήτοι στις 2 Ιουλίου 2014. Καθόσον τα έγγραφα αυτά πιστοποιούν ότι οι προσφεύγουσες χρησιμοποιούσαν, για την εμπορία των προϊόντων τους, ισχυρισμούς υγείας που απορρίφθηκαν με τον κανονισμό 432/2012, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός αυτός δύναται να έχει αποτελέσματα επί της νομικής τους καταστάσεως.

42

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής, το οποίο προβλήθηκε τόσο στις απαντήσεις της επί των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας όσο και στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με το οποίο τα έγγραφα που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες στερούνται αποδεικτικής ισχύος. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η δραστηριότητα του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου διέπεται από την αρχή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων και ότι το μόνο εφαρμοστέο κριτήριο εκτιμήσεως των προσκομιζομένων αποδείξεων είναι η αξιοπιστία τους. Επιπλέον, για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας ενός εγγράφου, πρέπει να ελέγχεται η ακρίβεια της περιεχόμενης σ’ αυτό πληροφορίας και να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η προέλευση του εγγράφου, οι περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίστηκε και ο αποδέκτης του, να εξετάζεται δε αν το έγγραφο είναι, ως εκ του περιεχομένου του, λογικό και αξιόπιστο (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Shell Petroleum κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑343/06, Συλλογή, EU:T:2012:478, σκέψη 161 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ωστόσο, εν προκειμένω, πρώτον, τα έγγραφα που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες είναι υπογεγραμμένες από τους διευθυντές τους δηλώσεις, οι οποίες θεωρούνται ότι έχουν την ικανότητα παροχής επακριβών ενδείξεων όσον αφορά τις ζητηθείσες πληροφορίες, δεύτερον, προσκομίσθηκαν κατόπιν ρητής αιτήσεως του Γενικού Δικαστηρίου και, τρίτον, υποβλήθηκαν μέσω του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τις προσφεύγουσες στην προσφυγή τους, ο οποίος ως αρωγός της δικαιοσύνης και λόγω των δεοντολογικών του υποχρεώσεων υποχρεούται να διασφαλίσει τη γνησιότητα και την ορθότητα των εν λόγω εγγράφων. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η αξιοπιστία των στοιχείων αυτών αποδεικνύεται επαρκώς. Εξάλλου, καίτοι η Επιτροπή αμφισβητεί συνολικώς την ορθότητα των δηλώσεων αυτών, δεν προβάλλει κανένα στοιχείο από το οποίο θα προέκυπτε ότι είναι εσφαλμένες οι συγκεκριμένες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο τον οποίο διαβίβασαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας.

43

Περαιτέρω, όσον αφορά την πρώτη και την τέταρτη προσφεύγουσα, οι οποίες, ως ενώσεις παρασκευαστών συμπληρωμάτων διατροφής, δεν διαθέτουν, κατά την Επιτροπή, ενεργητική νομιμοποίηση για την άσκηση προσφυγής στην παρούσα υπόθεση, αρκεί να υπομνησθεί ότι, στον βαθμό που οι προσφεύγουσες άσκησαν μία και μόνη προσφυγή της οποίας το παραδεκτό έναντι της δεύτερης, της τρίτης και της πέμπτης προσφεύγουσας αποδείχθηκε, δεν πρέπει, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, να εξετασθεί το παραδεκτό της προσφυγής όσον αφορά την πρώτη και την τέταρτη προσφεύγουσα (βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2012, Thesing και Bloomberg Finance κατά ΕΚΤ, T‑590/10, EU:T:2012:635, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

44

Τέλος, διαπιστώνεται ότι ο κανονισμός 432/2012 δεν καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του, κατά την έννοια της προαναφερθείσας στην ανωτέρω σκέψη 38 νομολογίας, δεδομένου ότι η διαδικασία εγκρίσεως στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού έχει, προδήλως, αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την αμφισβητούμενη ρύθμιση, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων. Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 432/2012, ο κανονισμός αυτός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

45

Εξ αυτού συνάγεται ότι ο κανονισμός 432/2012 αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες.

46

Τρίτον, όσον αφορά το ζήτημα αν ο κανονισμός 432/2012 επάγεται ή όχι εκτελεστικά μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι, κατά τη νομολογία, η έννοια των «κανονιστικών πράξεων που [...] [δεν] επάγονται εκτελεστικά μέτρα» πρέπει να ερμηνευτεί με γνώμονα τον σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται, όπως προκύπτει από το ιστορικό της θεσπίσεώς της, στην αποτροπή του ενδεχομένου να πρέπει ο ιδιώτης να παραβεί τον νόμο για να έχει πρόσβαση σε δικαστήριο (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής, C‑274/12 P, Συλλογή, EU:C:2013:852, σκέψη 27).

47

Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον μια κανονιστική πράξη επάγεται εκτελεστικά μέτρα, πρέπει να εξετασθεί η κατάσταση του προσώπου που επικαλείται το δικαίωμα προσφυγής δυνάμει της τρίτης περιπτώσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Είναι, επομένως, αδιάφορο αν η επίμαχη πράξη επάγεται εκτελεστικά μέτρα που αφορούν άλλους πολίτες (απόφαση Telefónica κατά Επιτροπής, σκέψη 46 ανωτέρω, EU:C:2013:852, σκέψη 30).

48

Για να εξακριβωθεί αν η προσβαλλόμενη πράξη επάγεται εκτελεστικά μέτρα, η εξέταση πρέπει να γίνεται αποκλειστικά με βάση το αντικείμενο της προσφυγής και, στην περίπτωση που ο προσφεύγων ζητεί τη μερική μόνον ακύρωση της πράξεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον τα εκτελεστικά μέτρα τα οποία επάγεται ενδεχομένως το μέρος αυτό της πράξεως (απόφαση Telefónica κατά Επιτροπής, σκέψη 46 ανωτέρω, EU:C:2013:852, σκέψη 31).

49

Εν προκειμένω, αρκεί να επισημανθεί ότι ο κανονισμός 432/2012 εφαρμόζεται, εξ ορισμού, αυτομάτως έναντι των προσφευγουσών και η εφαρμογή του δεν απαιτεί τη λήψη κανενός είδους μέτρου εκ μέρους των δημοσίων εθνικών ή ευρωπαϊκών αρχών.

50

Επομένως, ο κανονισμός 432/2012 δεν επάγεται εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

51

Συνεπώς, στον βαθμό που ο κανονισμός 432/2012 συνιστά κανονιστική πράξη η οποία αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες και δεν επάγεται εκτελεστικά μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί κατά πόσον η πράξη θίγει τυχόν ατομικά τις προσφεύγουσες.

Επί της ουσίας

52

Προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως του κανονισμού 432/2012, οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά την έλλειψη νομικής βάσεως και την προσβολή των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοικήσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά την έκδοση της αποφάσεως κατατμήσεως της διαδικασίας εγκρίσεως των ισχυρισμών υγείας σε πολλά στάδια. Ο δεύτερος λόγος αφορά την προσβολή των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ασφάλειας δικαίου, καθώς και αθέτηση της υποχρεώσεως συνεργασίας με τις εθνικές αρχές τροφίμων και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως λόγω του ότι πολλοί ισχυρισμοί υγείας δεν περιελήφθησαν στον κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών.

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από έλλειψη νομικής βάσεως και προσβολή των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοικήσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά τη θέσπιση της αποφάσεως να κατατμηθεί η διαδικασία εγκρίσεως των ισχυρισμών υγείας σε πολλά στάδια

53

Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως χωρίζεται σε δύο σκέλη.

– Επί του πρώτου σκέλους, που στηρίζεται σε έλλειψη νομικής βάσεως και προσβολή της αρχής της ασφάλειας δικαίου

54

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προβάλλουν τρεις αιτιάσεις.

55

Η πρώτη αιτίαση αφορά το ότι το μέτρο που προβλέπει ο κανονισμός 432/2012, το οποίο συνίσταται στην κατάτμηση της διαδικασίας εγκρίσεως των ισχυρισμών υγείας σε πολλά στάδια, στερείται νομικής βάσεως, δεδομένου ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1924/2006 προβλέπει αποκλειστικώς τη θέσπιση ενός μόνον τελικού καταλόγου για όλους τους επιτρεπόμενους ισχυρισμούς υγείας στις παραγράφους του 1 έως 3, και επομένως δεν επιτρέπει τη θέσπιση του εν λόγω καταλόγου, όπως έπραξε η Επιτροπή, μερικώς και σταδιακώς. Οι προσφεύγουσες παρατηρούν περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν έχει τηρήσει την προθεσμία που προβλέπει ο κανονισμός 1924/2006 για τη θέσπιση του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών.

56

Η δεύτερη αιτίαση αφορά το ότι το άρθρο 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006 δεν παρέχει στην Επιτροπή την απαραίτητη αρμοδιότητα προκειμένου να προβλέψει συμπληρωματικά μεταβατικά μέτρα για τους ισχυρισμούς τους οποίους το εν λόγω θεσμικό όργανο αποφάσισε να θέσει σε εκκρεμότητα.

57

Η τρίτη αιτίαση αφορά προσβολή της αρχής της ασφάλειας δικαίου, καθόσον δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν, με σαφήνεια και ακρίβεια, οι ισχυρισμοί οι οποίοι, κατά την Επιτροπή, εξακολουθούν να εκκρεμούν, μεταξύ άλλων σε σχέση με τους ισχυρισμούς που απορρίφθηκαν.

58

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη, μεταξύ άλλων, από τη Γαλλική Δημοκρατία και το ΕΓΕΚ, αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών, τα οποία στηρίζονται, κατά την άποψή της, επί μιας εσφαλμένης ερμηνείας των επίμαχων διατάξεων. Προσθέτει επίσης ότι η απόφαση κατατμήσεως της διαδικασίας εγκρίσεως σε πολλά στάδια ήταν δικαιολογημένη από τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.

59

Πρώτον, όσον αφορά την αιτίαση που αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη νομικής βάσεως περί εγκρίσεως της κατατμήσεως της διαδικασίας εγκρίσεως των ισχυρισμών υγείας σε πολλά στάδια, πρέπει να υπομνησθεί, προκαταρκτικώς, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης επιφόρτισε την Επιτροπή, μέσω του άρθρου 13 του κανονισμού 1924/2006, να θεσπίσει σε επίπεδο της Ένωσης, εναρμονισμένο κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών υγείας εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθένειας και την ανάπτυξη και υγεία των παιδιών. Ειδικότερα, κατά το εν λόγω άρθρο, ο κατάλογος πρέπει να περιλαμβάνει τους ισχυρισμούς υγείας οι οποίοι, πέραν του ότι ανήκουν σε μία από τις τρεις κατηγορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, βασίζονται σε γενικώς αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία και μπορούσαν να είναι ευλόγως κατανοητοί από τον μέσο καταναλωτή. Περαιτέρω, από το άρθρο 13, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1924/2006 προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι ο κατάλογος των επιτρεπόμενων ισχυρισμών πρέπει να θεσπιστεί από την Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 25, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, κατόπιν, αφενός, της αποστολής από τα κράτη μέλη των καταλόγων ισχυρισμών υγείας που χρησιμοποιούνται στις αντίστοιχες αγορές τους και, αφετέρου, της διαβουλεύσεως της EFSA, το αργότερο στις 31 Ιανουαρίου 2010.

60

Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γράμμα του άρθρου 13 του κανονισμού 1924/2006 δεν διευκρινίζει αν ο κατάλογος των επιτρεπόμενων ισχυρισμών πρέπει να εκδοθεί άπαξ, όπως διατείνονται οι προσφεύγουσες, ή αν, αντιθέτως, ο κατάλογος αυτός μπορεί να εκδοθεί σε πολλά στάδια, παρεχομένης με τον τρόπο αυτό στην Επιτροπή της δυνατότητας αναβολής της εγκρίσεως των ισχυρισμών υγείας των οποίων δεν έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση είτε ενώπιον της EFSA είτε ενώπιόν της. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί αν η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμώντας ότι η εν λόγω διάταξη της παρέχει τη δυνατότητα να προβεί σταδιακά στη θέσπιση του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών.

61

Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να ερμηνευθεί διάταξη του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται από τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2005, VEMW κ.λπ., C‑17/03, Συλλογή, EU:C:2005:362, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

62

Εφόσον η γραμματική και η ιστορική ερμηνεία ενός κανονισμού και ιδίως μιας από τις διατάξεις του δεν καθιστούν δυνατό να εκτιμηθεί το ακριβές περιεχόμενό του, η επίμαχη ρύθμιση πρέπει να ερμηνευθεί βάσει τόσο του σκοπού όσο και της εν όλης οικονομίας της [βλ. απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2012, Gem-Year και Jinn-Well Auto-Parts (Zhejiang) κατά Συμβουλίου, T‑172/09, EU:T:2012:532, σκέψη 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

63

Περαιτέρω, το διατακτικό μιας πράξεως συνδέεται άρρηκτα με την αιτιολογία της, οπότε πρέπει να ερμηνεύεται, εφόσον παρίσταται ανάγκη, με βάση τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοσή της (βλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Gold East Paper και Gold Huasheng Paper κατά Συμβουλίου, T‑443/11, Συλλογή, EU:T:2014:774, σκέψη 118 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

64

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει τόσο από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 όσο και από το άρθρο του 1, ο κανονισμός 1924/2006 έχει ως σκοπό να εξαλείψει προσκόμματα στο εμπόριο εντός της Ένωσης που προκύπτουν από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών διατάξεων σχετικά με τις εμπορικές ανακοινώσεις των ισχυρισμών που χρησιμοποιούνται στην επισήμανση και τη διαφήμιση των τροφίμων, διασφαλίζοντας συγχρόνως υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και διευκολύνοντας την επιλογή τους με τη διάθεση στην αγορά ασφαλών και επαρκώς επισημασμένων προϊόντων. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 14 του ίδιου κανονισμού, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι οι ουσίες για τις οποίες διατυπώνεται ένας ισχυρισμός έχουν αποδεδειγμένα ευεργετικό θρεπτικό ή φυσιολογικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, η αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού 1924/2006 τονίζει ότι οι ισχυρισμοί υγείας πρέπει να εγκρίνονται στο επίπεδο της Ένωσης μόνον μετά από επιστημονική αξιολόγηση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου η οποία πρέπει να διενεργείται από την EFSA.

65

Ωστόσο, με γνώμονα τους σκοπούς που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει καταρχάς να ερμηνευθεί το άρθρο 13, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1924/2006 υπό την έννοια ότι περιέχει μόνον υποχρέωση αποτελέσματος για την Επιτροπή, η οποία συνίσταται στη θέσπιση, μετά τη διαβούλευση με την EFSA, του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών βάσει των εθνικών καταλόγων που προσκομίζουν τα κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, από κανένα στοιχείο του γράμματος του άρθρου αυτού ή των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 1924/2006 δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να στερήσει την Επιτροπή από τη δυνατότητα σταδιακής καταρτίσεως του εν λόγω καταλόγου και, ειδικότερα, συμπληρώσεώς του καθώς θα ολοκληρώνονται από την EFSA οι τεχνικές αξιολογήσεις και θα ελέγχονται από την Επιτροπή οι προϋποθέσεις που θέτει ο εν λόγω κανονισμός. Αντιθέτως, καθόσον το άρθρο 13, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1924/2006 δεν διευκρινίζει τις λεπτομέρειες σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή πρέπει να εκπληρώνει την αποστολή της, η διάταξη αυτή εξαρτά από την ελεύθερη αξιολόγηση του θεσμικού αυτού οργάνου τον καθορισμό, τηρουμένων των αρχών που θέτει ο κανονισμός 1924/2006 και το δίκαιο της Ένωσης, του ρυθμού θεσπίσεως του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών. Συναφώς, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να επιτευχθούν αποτελεσματικώς οι σκοποί που της έχουν ανατεθεί, και λαμβανομένων υπόψη, ως εν προκειμένω, των περίπλοκων τεχνικών εκτιμήσεων στις οποίες πρέπει να προβαίνει, πρέπει να αναγνωριστεί στην Επιτροπή ευρεία διακριτική ευχέρεια (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, Bayer CropScience κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑75/06, Συλλογή, EU:T:2008:317, σκέψεις 81 και 82, και της 19ης Ιανουαρίου 2012, Xeda International και Pace International κατά Επιτροπής, T‑71/10, EU:T:2012:18, σκέψη 69).

66

Ακολούθως, η προηγούμενη ερμηνεία επιρρωννύεται επίσης, όπως επισημαίνει, μεταξύ άλλων, η Γαλλική Δημοκρατία, από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 13, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1924/2006, ο νομοθέτης προβλέπει τη δυνατότητα τροποποιήσεως του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών είτε βάσει των γενικώς αποδεκτών επιστημονικών στοιχείων είτε βάσει νεοαποκτηθέντων επιστημονικών στοιχείων. Επομένως, θεωρείται ότι ο νομοθέτης δεν αντιτάχθηκε στη σταδιακή συμπλήρωση του καταλόγου αυτού και, συνεπώς, στον εξελικτικό χαρακτήρα του καθώς θα λαμβάνονται υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία.

67

Τέλος, ενώ οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η αιτιολογική σκέψη 26 του κανονισμού 1924/2006 αναφέρεται σε «έναν» κατάλογο επιτρεπόμενων ισχυρισμών υγείας και ότι το άρθρο 28, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού αναφέρεται επίσης «στον» κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών υγείας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή στη δυνατότητα σταδιακής θεσπίσεως του καταλόγου αυτού. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται, όπως φρονεί και η Επιτροπή, ότι η προσέγγιση που στηρίζεται στη θέσπιση του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών σε πολλά στάδια δεν καταλήγει στη θέσπιση διαφόρων καταλόγων, όπως προβάλλουν οι προσφεύγουσες, αλλά στη θέσπιση ενός μόνο καταλόγου ο οποίος συμπληρώνεται σταδιακά.

68

Επομένως, το γράμμα του κανονισμού 1924/2006, ειδικότερα του άρθρου 13, παράγραφοι 1 έως 3, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στην Επιτροπή να θεσπίζει, σε πολλά στάδια, τον κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών.

69

Ως εκ τούτου, συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμώντας ότι η επίμαχη διάταξη της παρέχει τη δυνατότητα σταδιακής θεσπίσεως του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών.

70

Το προηγούμενο συμπέρασμα δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση από τα λοιπά επιχειρήματα τα οποία προβάλλουν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο της εν λόγω πρώτης αιτιάσεως.

71

Πρώτον, καίτοι είναι αληθές, όπως παρατηρούν οι προσφεύγουσες, ότι, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, η Επιτροπή υποχρεούνταν να θεσπίσει τον πλήρη κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών το αργότερο μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2010 και ότι ο εν λόγω κατάλογος εκδόθηκε μόνον εν μέρει με τον κανονισμό 432/2012 στις 16 Μαΐου 2012, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, ελλείψει διατάξεως που να καθορίζει, ρητώς ή σιωπηρώς, τις συνέπειες της παρελεύσεως διαδικαστικής προθεσμίας, όπως η εν προκειμένω προθεσμία, η παρέλευση αυτή συνεπάγεται την εν όλω ή εν μέρει ακύρωση της πράξεως, στη διαδικασία εκδόσεως της οποίας περιλαμβάνεται η επίδικη προθεσμία, μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι, ελλείψει της παρατυπίας αυτής, η εν λόγω πράξη θα μπορούσε να έχει διαφορετικό περιεχόμενο (βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Hagenmeyer και Hahn κατά Επιτροπής, T‑17/12, Συλλογή, EU:T:2014:234, σκέψη 160 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

72

Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες, πλην της διαπιστώσεως της υπερβάσεως της προαναφερθείσας από την Επιτροπή προθεσμίας, δεν προβάλλουν, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτιάσεως, κανένα επιχείρημα για να διαπιστωθεί ότι ο κανονισμός 432/2012 θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο αν είχε εκδοθεί πριν από τις 31 Ιανουαρίου 2010. Συνεπώς, ο κανονισμός 432/2012 δεν μπορεί να ακυρωθεί απλώς και μόνον επειδή δεν εκδόθηκε εντός της ταχθείσας στο άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 προθεσμίας.

73

Δεύτερον, εφόσον η αιτίαση των προσφευγουσών πρέπει να νοηθεί ως αποσκοπούσα στη διαπίστωση ότι η απόφαση κατατμήσεως της διαδικασίας εγκρίσεως δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, δικαιολογημένη, πρέπει να υπομνησθεί εκ προοιμίου ότι, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως η οποία αναγνωρίζεται στο θεσμικό αυτό όργανο, βάσει της παρατιθέμενης νομολογίας στη σκέψη 65 ανωτέρω, ο έλεγχος από τον δικαστή της Ένωσης της βασιμότητας των εκτιμήσεων της Επιτροπής σε περίπλοκο τομέα, μεταξύ άλλων, περιορίζεται στην εξέταση του αν, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, τα όργανα της Ένωσης υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη ή σε κατάχρηση εξουσίας ή ακόμη αν τα όργανα αυτά υπερέβησαν προδήλως τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας [αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Monsanto Agricoltura Italia κ.λπ., C‑236/01, Συλλογή, EU:C:2003:431, σκέψη 135, και της 15ης Οκτωβρίου 2009, Enviro Tech (Europe), C‑425/08, Συλλογή, EU:C:2009:635, σκέψη 47].

74

Ωστόσο, εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή νομίμως εκτίμησε ότι η απόφαση κατατμήσεως της διαδικασίας εγκρίσεως των ισχυρισμών υγείας και αναβολής της εκτιμήσεως ορισμένων από τους εν λόγω ισχυρισμούς ήταν αναγκαία προκειμένου να εκπληρωθούν καλύτερα οι διάφοροι σκοποί του κανονισμού 1924/2006, λαμβανομένων μεταξύ άλλων υπόψη των δυσχερειών που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας, και μολονότι τούτο αντιστοιχεί, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, σε μεταβολή ως προς τον αρχικό σκοπό.

75

Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι διάφορες περιστάσεις, μεταξύ άλλων, οι πλέον των 44000 ισχυρισμοί υγείας που περιλαμβάνονται στους εθνικούς καταλόγους οι οποίοι διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1924/2006, η έλλειψη επακριβών πληροφοριών εκ μέρους ορισμένων εκ των εν λόγω κρατών κατά τη διαβίβαση αυτή και η ανάγκη καταρτίσεως ενοποιημένου καταλόγου και συστήματος κωδικοποιήσεως προκειμένου να εξασφαλισθεί η ταυτοποίηση των προς εξέταση ισχυρισμών, υποχρέωσαν την Επιτροπή να υιοθετήσει εναλλακτική προσέγγιση, με σκοπό να διασφαλίσει, ειδικότερα, την ισορροπία μεταξύ των σκοπών αποσαφηνίσεως της αγοράς και προστασίας του καταναλωτή. Συναφώς, παρατηρείται, όπως φρονεί και η Επιτροπή, ότι απόφαση συνιστάμενη στην αναμονή ολοκληρώσεως της εκτιμήσεως όλων των ισχυρισμών υγείας που προσκομίζουν τα κράτη μέλη πριν από τη θέσπιση του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών θα καθυστερούσε περισσότερο την εφαρμογή των σκοπών του κανονισμού 1924/2006.

76

Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι δεν είχαν την υποχρέωση να δράσουν επειγόντως, ειδικότερα σε σχέση με τις γενικές διατάξεις που προβλέπονται σε θέματα επισημάνσεως, μεταξύ άλλων, από την οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (EE L 109, σ. 29), επισημαίνεται ότι η εν λόγω οδηγία έχει σκοπό μόνο να απαγορεύσει γενικώς τη χρήση πληροφοριών που θα μπορούσαν να παραπλανήσουν τον καταναλωτή ή να αποδώσουν φαρμακευτικές ιδιότητες στα τρόφιμα. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 1924/2006, αυτός και, κατά συνέπεια, ο κανονισμός 432/2012 συμπληρώνουν τις γενικές αρχές της οδηγίας 2000/13 και θεσπίζουν ειδικές διατάξεις όσον αφορά τη χρήση ισχυρισμών υγείας στα τρόφιμα που διατίθενται ως έχουν στον καταναλωτή.

77

Ακολούθως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ουδεμία πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής κατά την απόφαση κατατμήσεως της διαδικασίας εγκρίσεως των ισχυρισμών υγείας σε πολλά στάδια.

78

Επομένως, η πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέα.

79

Δεύτερον, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από παράβαση των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006, παρατηρείται, προκαταρκτικώς, ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 11 του κανονισμού 432/2012, η Επιτροπή πράγματι εξήγησε ότι οι ισχυρισμοί που παρέμεναν εκκρεμείς, μεταξύ άλλων, λόγω της ελλείψεως επιστημονικής εκτιμήσεως από την EFSA ή της υπάρξεως άλλων θεμιτών παραγόντων που εμπόδιζαν την Επιτροπή να αποφανθεί στο στάδιο αυτό περί της εγκρίσεώς τους, μπορούσαν ακόμη να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα προαναφερθέντα άρθρα μεταβατικά μέτρα.

80

Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο διευκρίνισε, στην απόφασή του της 10ης Απριλίου 2014, Ehrmann (C‑609/12, Συλλογή, EU:C:2014:252), ότι το άρθρο 28 του κανονισμού 1924/2006 προβλέπει μέτρα, τα οποία, όπως ορίζει η αιτιολογική του σκέψη 35, αποσκοπούν στο να παρασχεθεί η δυνατότητα στις επιχειρήσεις τροφίμων να προσαρμοσθούν στις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς υγείας, τα εν λόγω μεταβατικά μέτρα παρατίθενται στο άρθρο 28, παράγραφοι 5 και 6, του ίδιου κανονισμού (προπαρατεθείσα απόφαση Ehrmann, EU:C:2014:252, σκέψη 31).

81

Επομένως, αφενός, κατά το άρθρο 28, παράγραφος 5, του κανονισμού 1924/2006, οι ισχυρισμοί υγείας του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του εν λόγω κανονισμού μέχρι την έγκριση του καταλόγου του άρθρου 13, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, με ευθύνη των επιχειρήσεων τροφίμων, υπό τον όρο ότι είναι σύμφωνοι με τον εν λόγω κανονισμό και με τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε αυτούς, υπό την επιφύλαξη της λήψεως μέτρων διασφάλισης κατά το άρθρο 24 του κανονισμού αυτού. Επομένως, από το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφος 5, του κανονισμού 1924/2006 προκύπτει ότι η επιχείρηση τροφίμων μπορούσε, με δική της ευθύνη και υπό τις οριζόμενες προϋποθέσεις, να χρησιμοποιήσει ισχυρισμούς υγείας κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του ίδιου κανονισμού και μέχρι την έγκριση του καταλόγου του άρθρου 13 του ίδιου κανονισμού (απόφαση Ehrmann, σκέψη 80 ανωτέρω, EU:C:2014:252, σκέψεις 32 και 33).

82

Αφετέρου, οι ισχυρισμοί υγείας για τους οποίους, μεταξύ άλλων, γίνεται λόγος στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1924/2006, αποτελούν το αντικείμενο του μεταβατικού μέτρου του άρθρου 28, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού. Η διάταξη αυτή αφορά ισχυρισμούς υγείας που χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1924/2006, δηλαδή πριν από τις 19 Ιανουαρίου 2007 (βλ., συναφώς, απόφαση Ehrmann, σκέψη 80 ανωτέρω, EU:C:2014:252, σκέψεις 34 και 35), και παρέχει τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως των εν λόγω ισχυρισμών, ενδεχομένως, κατά τη διάρκεια περιόδου έξι μηνών μετά την έκδοση αποφάσεως κατά τις διαδικασίες που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.

83

Από το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006 προκύπτει ότι η εφαρμογή των μεταβατικών μέτρων προβλέπεται για τους ισχυρισμούς υγείας που βρίσκονται υπό αξιολόγηση και ως προς τους οποίους δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση από την Επιτροπή. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ανεξάρτητα από την κατάταξή τους στις τρεις κατηγορίες του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, κανένα στοιχείο δεν εμποδίζει τους εκκρεμείς ισχυρισμούς, εν αναμονή της αξιολογήσεώς τους από την EFSA ή της εξετάσεώς τους από την Επιτροπή, να επωφελούνται των μεταβατικών μέτρων που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.

84

Συνεπώς, αντιθέτως προς όσα διατείνονται οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν θέσπισε συμπληρωματικά μεταβατικά μέτρα μη προβλεπόμενα από το άρθρο 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006 και ούτε παραβίασε το εν λόγω άρθρο διευκρινίζοντας ότι οι ισχυρισμοί υγείας που παρέμεναν εκκρεμείς μπορούσαν να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται.

85

Επομένως, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.

86

Τρίτον, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από προσβολή της αρχής της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να υπομνησθεί, προκαταρκτικώς, ότι, κατά πάγια νομολογία, οι κανόνες δικαίου πρέπει να είναι σαφείς και ακριβείς και οι συνέπειές τους να είναι προβλέψιμες (βλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, C‑199/03, Συλλογή, EU:C:2005:548, σκέψη 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

87

Εν προκειμένω, καίτοι οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι οι εκκρεμείς ισχυρισμοί δεν μπορούν ευκόλως να αναγνωρίζονται από τους επιχειρηματίες της αγοράς, οι οποίοι, επομένως, δεν γνωρίζουν ποιοι ισχυρισμοί μπορούν ακόμη να χρησιμοποιούνται κατά το άρθρο 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006, σε σχέση, μεταξύ άλλων, με εκείνους που απορρίφθηκαν, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 4 και 11 του κανονισμού 432/2012 παραπέμπουν στους διαδικτυακούς τόπους της EFSA και της Επιτροπής, αντιστοίχως, που είναι στη διάθεση του κοινού, αφενός, ο ενοποιημένος κατάλογος ο οποίος περιλαμβάνει το σύνολο των κωδικών ID των ισχυρισμών υγείας τους οποίους διαβίβασαν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1924/2006 και, αφετέρου, ο κατάλογος στον οποίο απαριθμούνται οι κωδικοί ID σχετικά με τους εκκρεμείς ισχυρισμούς υγείας, καθώς και ο κατάλογος των κωδικών ID σχετικά με τους ισχυρισμούς υγείας οι οποίοι απορρίφθηκαν. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ταυτοποίηση των υπό αξιολόγηση και εκκρεμών ισχυρισμών υγείας προκύπτει από την εξέταση του ενοποιημένου καταλόγου βάσει των κωδικών ID τους οποίους προσκομίζει η Επιτροπή. Μολονότι θα ήταν ευκταίο η Επιτροπή να θεσπίζει, όσον αφορά τόσο τους εκκρεμείς όσο και τους απορριφθέντες ισχυρισμούς, κατάλογο παρεμφερή με τον κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών, που επισυνάπτεται ως παράρτημα στον κανονισμό 432/2012, προκειμένου να διευκολύνει την εξακρίβωσή τους στους ενδιαφερόμενους, το γεγονός ότι η Επιτροπή ενήργησε, εν προκειμένω, διαφορετικά, δεν αρκεί προς τεκμηρίωση της αιτιάσεως των προσφευγουσών η οποία αντλείται από έλλειψη σαφήνειας ή διευκρινίσεως επί του σημείου αυτού.

88

Εξάλλου, οι προσφεύγουσες κοινοποίησαν στο Γενικό Δικαστήριο, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του επιχειρήματός τους ότι ο κατάλογος των εκκρεμών ισχυρισμών δεν είναι σαφής, δελτίο του Υπουργείου Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου της 16ης Απριλίου 2014, το οποίο επισημαίνει ότι οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους θεώρησαν ότι η έρευνα στον κατάλογο των εκκρεμών ισχυρισμών είναι «δύσκολο έργο».

89

Ωστόσο, συναφώς, αρκεί να επισημανθεί, καταρχάς, ότι το γεγονός ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου φρονούν ότι η έρευνα των εκκρεμών ισχυρισμών υγείας συνεπάγεται ορισμένη δυσκολία δεν αρκεί, αυτή καθαυτήν, για να προσαφθεί στην Επιτροπή έλλειψη διευκρινίσεως ή σαφήνειας, στον βαθμό που, όπως προκύπτει από τη σκέψη 87 ανωτέρω, οι εκκρεμείς ισχυρισμοί μπορούν να ανευρεθούν στα έγγραφα που διατίθενται στο κοινό από την Επιτροπή και από την EFSA. Ακολούθως, μολονότι το δελτίο του Υπουργείου Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου της 16ης Απριλίου 2014 κατευθύνει επίσης τους αναγνώστες προς πίνακα εκκρεμών ισχυρισμών, καταρτισθέντα από το εν λόγω υπουργείο, ο οποίος απλουστεύει τον κατάλογο των ισχυρισμών αυτών, η απόφαση των εθνικών αρχών να προτείνουν μέσο ενισχύσεως στους παρασκευαστές τροφίμων δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αποκαλύπτουσα ελάττωμα του κανονισμού 432/2012, δυνάμενο να επισύρει την ακύρωσή του, αλλά μάλλον ως μηχανισμός ενισχύσεως τον οποίο οι εν λόγω αρχές αποφάσισαν, με δική τους πρωτοβουλία, να θεσπίσουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Τέλος, καίτοι οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, με γνώμονα το εν λόγω δελτίο, ότι η έλλειψη σαφήνειας του καταλόγου των εκκρεμών ισχυρισμών μπορεί επίσης να συναχθεί από την έλλειψη διευκρινίσεων όσον αφορά τη γλώσσα στην οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται οι εν λόγω ισχυρισμοί, διαπιστώνεται, όπως φρονεί και η Επιτροπή, ότι το επιχείρημα αυτό δεν προβλήθηκε από τις προσφεύγουσες στο πλαίσιο των δικογράφων τους, αλλά επ’ ευκαιρία της προσκομίσεως του νέου αποδεικτικού στοιχείου, οπότε πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο διότι προβλήθηκε εκπροθέσμως.

90

Εξ αυτού συνάγεται ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν την εκ μέρους της Επιτροπής προσβολή της αρχής της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά την ταυτοποίηση των εκκρεμών ισχυρισμών.

91

Η τρίτη αιτίαση είναι, κατά συνέπεια, απορριπτέα.

92

Βάσει των ανωτέρω, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

– Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αφορά προσβολή των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων

93

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο αιτιάσεις.

94

Η πρώτη αιτίαση αντλείται από το ότι η απόφαση κατατμήσεως της διαδικασίας εγκρίσεως σε πολλά στάδια παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοικήσεως, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν προέβη σε ενημέρωση και σε διαβούλευση με τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία αφορά η απόφαση αυτή και δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.

95

Η δεύτερη αιτίαση αντλείται από προσβολή της αρχής της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω του ότι ορισμένοι επιχειρηματίες του τομέα των τροφίμων θα μπορούν, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που παρέχεται για τη διατύπωση των εκκρεμών ισχυρισμών υγείας, να συνεχίσουν τις συζητήσεις με τα κράτη μέλη και, επομένως, να έχουν επιπλέον δυνατότητες να εγκριθούν οι ισχυρισμοί που τους αφορούν.

96

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη, μεταξύ άλλων, από τη Γαλλική Δημοκρατία και το ΕΓΕΚ, αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

97

Πρώτον, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από προσβολή της αρχής της χρηστής διοικήσεως, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το δικαίωμα της χρηστής διοικήσεως περιέχει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του.

98

Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το δικαίωμα της χρηστής διοικήσεως, όπως προκύπτει από την εν λόγω διάταξη, δεν αφορά τις διαδικασίες θεσπίσεως πράξεων γενικής ισχύος (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna, C‑221/09, Συλλογή, EU:C:2011:153, σκέψη 49). Συγκεκριμένα, το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας που αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο δεν μπορεί να μεταφερθεί στο πλαίσιο διαδικασίας που καταλήγει στη λήψη γενικών μέτρων (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1996, Atlanta κ.λπ. κατά ΕΚ, T‑521/93, Συλλογή, EU:T:1996:184, σκέψεις 70 και 71, η οποία επικυρώθηκε κατ’ αναίρεση με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1999, Atlanta κατά Ευρωπαϊκής Κοινότητας, C‑104/97 P, Συλλογή, EU:C:1999:498, σκέψεις 31 έως 40).

99

Εν προκειμένω, εφόσον, στη σκέψη 36 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κανονισμός 432/2012 αποτελεί μέτρο γενικής ισχύος, αρκεί να επισημανθεί ότι το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής.

100

Περαιτέρω, και εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι το άρθρο 13, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1924/2006, ως νομική βάση για την έκδοση του κανονισμού 432/2012, δεν προβλέπει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να προβεί σε διαβουλεύσεις με τους παραγωγούς του τομέα και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 13, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι μόνον τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν στην Επιτροπή εθνικούς καταλόγους ισχυρισμών υγείας που χρησιμεύουν ως βάση για την κατάρτιση του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλεστούν υπέρ αυτών ότι η Επιτροπή προσέβαλε κάποιο δικαίωμά τους διαβουλεύσεως, βασιζόμενο στο άρθρο 13, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1924/2006, όσον αφορά την απόφαση εκδόσεως του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών σε πολλά στάδια.

101

Στη συνέχεια, καθόσον η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών πρέπει να γίνει αντιληπτή υπό την έννοια ότι προβάλλουν έλλειψη διαφάνειας εκ μέρους της Επιτροπής, διαπιστώνεται ότι η μομφή αυτή δεν τεκμηριώνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.

102

Συγκεκριμένα, πρώτον, με το ανακοινωθέν Τύπου που δημοσιεύθηκε στις 14 Ιουλίου 2009, η Επιτροπή πληροφόρησε τα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων και των παραγωγών του τομέα τροφίμων, ότι, έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις δυσχέρειες και τις περιστάσεις που περιγράφονται στη σκέψη 75 ανωτέρω, είχε την πρόθεση να εκδώσει τον κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών σταδιακά. Δεύτερον, απαντώντας σε έγγραφο με το οποίο ορισμένες ενώσεις κατασκευαστών διαιτητικών και φυτικών προϊόντων σε ευρωπαϊκή κλίμακα, μέρος των οποίων αποτελούν οι προσφεύγουσες, ζητούσαν επανεκτίμηση του διαβήματος αυτού, η Επιτροπή, με το από 11 Νοεμβρίου 2009 έγγραφό της, επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να καταρτίσει σταδιακά τον κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών. Τρίτον, στις 27 Σεπτεμβρίου 2010 και στις 28 Ιουλίου 2011, η Επιτροπή ανακοίνωσε με δύο ανακοινωθέντα Τύπου, την αναθεώρηση της διαδικασίας εκδόσεως του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών κατά το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, διευκρινίζοντας ότι θα εξετάζονταν αρχικώς οι ισχυρισμοί υγείας σχετικά με ουσίες πλην των φυτικών ουσιών, ενώ οι ισχυρισμοί σχετικά με τις φυτικές ουσίες θα εξετάζονταν στη συνέχεια.

103

Ως εκ τούτου, η απόφαση θεσπίσεως του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών σε πολλά στάδια ελήφθη από την Επιτροπή με διαφάνεια, μεταξύ άλλων ως προς τους παραγωγούς του τομέα.

104

Τέλος, όσον αφορά τη μομφή των προσφευγουσών που αφορά αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι νομικές πράξεις των οργάνων της Ένωσης είναι αιτιολογημένες.

105

Κατά πάγια νομολογία, η κατά το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ απαιτούμενη αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της επίμαχης πράξεως και να εκθέτει, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, τη συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατόν στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, στο μέτρο που το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις επιταγές του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνον βάσει του γράμματός του, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται (βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Μαρτίου 2009, Γαλλία κατά Συμβουλίου, C‑479/07, EU:C:2009:131, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

106

Εν προκειμένω, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι από το ανακοινωθέν Τύπου που δημοσιεύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, για το οποίο γίνεται λόγος στη σκέψη 102 ανωτέρω, προκύπτει ότι η Επιτροπή εξήγησε ότι κάλεσε την EFSA να αναστείλει προσωρινά την αξιολόγηση των ισχυρισμών υγείας σχετικά με τις φυτικές ουσίες και, αντιθέτως, να επικεντρωθεί επί όλων των άλλων ισχυρισμών κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1924/2006 προκειμένου να ολοκληρώσει την εξέτασή τους το συντομότερο δυνατόν. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι, με τον τρόπο αυτό, είχε την πρόθεση να επιταχύνει τη διαδικασία για την κατάρτιση του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών, έχοντας συγχρόνως τη δυνατότητα να εξετάσει και να εκτιμήσει, προσεκτικά, τις ιδιαιτερότητες των ισχυρισμών που αφορούν φυτικές ουσίες και, ειδικότερα, τα τυχόν σημεία τριβής μεταξύ του κανονισμού 1924/2006 και της οδηγίας 2004/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/ΕΚ περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση όσον αφορά τα παραδοσιακά φάρμακα φυτικής προέλευσης (EE L 136, σ. 85).

107

Δεύτερον, στην αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 432/2012, η Επιτροπή επιβεβαίωσε εκ νέου ότι, όσο διαρκούσε η διαδικασία εγκρίσεως του άρθρου 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, ορισμένοι ισχυρισμοί, οι οποίοι διαβιβάστηκαν προς αξιολόγηση και αφορούν τα αποτελέσματα φυτικών ουσιών ή ουσιών με βάση φυτά, δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο οριστικής επιστημονικής αξιολογήσεως εκ μέρους της EFSA. Επιπλέον, κατά την ίδια αιτιολογική σκέψη, για ορισμένους ισχυρισμούς υγείας απαιτούνταν περαιτέρω αξιολόγηση για να μπορέσει να εξετάσει η Επιτροπή τη συμπερίληψή τους στον κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών, ενώ για άλλους είχε ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, αλλά άλλοι λόγοι νομιμότητας την εμπόδιζαν να αποφανθεί στο στάδιο αυτό.

108

Τρίτον, στην αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 432/2012, η Επιτροπή τόνισε ότι, όπως εξετάστηκε στις σκέψεις 79 έως 84 ανωτέρω, οι εκκρεμείς ισχυρισμοί υγείας μπορούσαν να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται κατά το άρθρο 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006 και ότι, επομένως, για τους ισχυρισμούς υπό αξιολόγηση εξακολουθούσε να εφαρμόζεται το μεταβατικό καθεστώς του εν λόγω κανονισμού.

109

Συνεπώς, η Επιτροπή εξέθεσε με σαφήνεια τη συλλογιστική της στο πλαίσιο της αποφάσεώς της περί σταδιακής θεσπίσεως του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν την αιτιολογία της αποφάσεως αυτής καθώς και τις εξ αυτής απορρέουσες συνέπειες.

110

Περαιτέρω, ενώ οι προσφεύγουσες προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι δεν διευκρίνισε λεπτομερέστερα τους λόγους που δικαιολογούν την απόφαση αναβολής της αξιολογήσεως των εκκρεμών ισχυρισμών, μεταξύ άλλων, των ισχυρισμών σχετικά με τις φυτικές ουσίες, αρκεί να υπομνησθεί ότι η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως. Ειδικότερα, όταν πρόκειται για πράξη γενικής εφαρμογής, όπως είναι ο κανονισμός 432/2012, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στην έκθεση, αφενός, της όλης καταστάσεως που οδήγησε στην έκδοσή της και, αφετέρου, των γενικών στόχων που αυτή επιδιώκει. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, αν από την προσβαλλόμενη πράξη προκύπτουν τα ουσιώδη στοιχεία του επιδιωκόμενου από το κοινοτικό όργανο σκοπού, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις επιμέρους τεχνικές επιλογές (αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2001, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου, C‑301/97, Συλλογή, EU:C:2001:621, σκέψη 188, και της 21ης Ιουλίου 2011, Etimine, C‑15/10, Συλλογή, EU:C:2011:504, σκέψη 115).

111

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή τήρησε εν προκειμένω την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπείχε δυνάμει του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

112

Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέα.

113

Δεύτερον, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η εν λόγω αρχή επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ., C‑127/07, Συλλογή, EU:C:2008:728, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

114

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι ορισμένες επιχειρήσεις του τομέα τροφίμων θα μπορούσαν, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που ισχύει για τους εκκρεμείς ισχυρισμούς, να συνεχίσουν περαιτέρω συζητήσεις με τα κράτη μέλη και την Επιτροπή και να έχουν με τον τρόπο αυτό περισσότερες δυνατότητες για έγκριση των ισχυρισμών αυτών.

115

Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Συγκεκριμένα, πέραν του γενικού του χαρακτήρα, διά αυτού προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή μπορούσε να επιφυλάσσει προνομιακή μεταχείριση στις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν οι εκκρεμείς ισχυρισμοί.

116

Ωστόσο, οι προσφεύγουσες δεν εξηγούν κατά πόσον οι παραγωγοί τους οποίους αφορούν οι εκκρεμείς ισχυρισμοί θα μπορούσαν να επωφεληθούν από ευνοϊκότερη απόφαση εκ μέρους της Επιτροπής χάρη στην παρέμβαση των κρατών μελών.

117

Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 100 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν οφείλει να προβεί σε διαβουλεύσεις με τους παραγωγούς του οικείου τομέα ή με λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη στο πλαίσιο της διαδικασίας θεσπίσεως του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών, ούτως ώστε δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εξακριβωθεί προνομιακή μεταχείριση εκ μέρους του θεσμικού αυτού οργάνου.

118

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

119

Κατόπιν των προεκτεθέντων, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, καθώς και ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από προσβολή της αρχής της χρηστής διοικήσεως, της αρχής της ασφάλειας δικαίου καθώς και αθέτηση του καθήκοντος συνεργασίας με τις εθνικές αρχές τροφίμων και μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως λόγω του ότι πολλοί ισχυρισμοί δεν περιελήφθησαν στον κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών

120

Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως διαιρείται σε τρία σκέλη.

– Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αφορά την εφαρμογή εσφαλμένων κριτηρίων για την κατάρτιση του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών

121

Με το πρώτο σκέλος, οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο αιτιάσεις.

122

Η πρώτη αιτίαση στηρίζεται στο ότι η αίτηση παροχής επιστημονικής γνώμης, την οποία απηύθυνε στην EFSA η Επιτροπή για την αξιολόγηση των ισχυρισμών υγείας τους οποίους αφορά το άρθρο 13, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1924/2006, δεν ήταν προσήκουσα λόγω υπερβολικών απαιτήσεων. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού δεν απαιτούσε, εκ μέρους της EFSA, εξαντλητικές και πειστικές επιστημονικές γνώμες, αλλά απλή διαβούλευση. Eπιπλέον, τονίζουν ότι η διάταξη αυτή απαιτούσε διαφορετικό είδος αξιολογήσεως, μεταξύ άλλων σε σχέση με ειδικές και πιο δεσμευτικές διαδικασίες για την έγκριση των ισχυρισμών υγείας δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 5, και του άρθρου 14 του ίδιου κανονισμού.

123

Η δεύτερη αιτίαση στηρίζεται στο ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εξέταση βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1924/2006 θα μπορούσε να είναι πλήρης εξέταση βάσει γενικώς αποδεκτών επιστημονικών στοιχείων, τα κριτήρια που εφαρμόζονται στα επιστημονικά στοιχεία από την Επιτροπή και από την EFSA είναι εσφαλμένα.

124

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τη Γαλλική Δημοκρατία και το ΕΓΕΚ, αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

125

Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι, όπως ισχυρίζεται η Γαλλική Δημοκρατία, με την επιχειρηματολογία τους οι προσφεύγουσες σκοπούν να αποδείξουν ότι το απαιτούμενο επίπεδο επιστημονικής τεκμηριώσεως για την έγκριση των ισχυρισμών υγείας, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1924/2006, όφειλε να είναι λιγότερο απαιτητικό από το επίπεδο που απήτησε η Επιτροπή με την αίτηση παροχής επιστημονικής γνώμης και, ειδικότερα, λιγότερο αυστηρό από εκείνο που εφαρμόζεται στην έγκριση των ισχυρισμών υγείας στα άρθρα 13, παράγραφος 5, και 14 του ίδιου κανονισμού.

126

Συναφώς, καταρχάς, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού 1924/2006, η επιστημονική τεκμηρίωση θα πρέπει να αποτελεί τον κύριο παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χρήση ισχυρισμών επί θεμάτων διατροφής και υγείας και οι επιχειρήσεις τροφίμων που διατυπώνουν ισχυρισμούς θα πρέπει να τους αιτιολογούν. Οι ισχυρισμοί θα πρέπει να τεκμηριώνονται επιστημονικά λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και κατόπιν σταθμίσεως των αποδεικτικών στοιχείων. Περαιτέρω, η αιτιολογική σκέψη 23 του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι οι ισχυρισμοί υγείας θα πρέπει να εγκρίνονται για χρήση στην Ένωση μόνον μετά από επιστημονική αξιολόγηση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η εναρμονισμένη επιστημονική αξιολόγηση των ισχυρισμών αυτών, η EFSA θα πρέπει να πραγματοποιεί την εν λόγω αξιολόγηση.

127

Ακολούθως, το άρθρο 5 του κανονισμού 1924/2006, με τίτλο «Γενικοί όροι», προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι η χρήση ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας επιτρέπεται στην Ένωση μόνον αν, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, αποδεικνύεται, σύμφωνα με γενικώς αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία, πρώτον, ότι η ουσία για την οποία διατυπώνεται ο ισχυρισμός παράγει το προβαλλόμενο ευεργετικό αποτέλεσμα, δεύτερον, ότι η ουσία για την οποία διατυπώνεται ο ισχυρισμός περιέχεται στο τελικό προϊόν σε ποσότητα καθιστώσα δυνατή την παραγωγή του προβαλλόμενου ευεργετικού αποτελέσματος ή δεν περιέχεται και, τρίτον, ότι η ποσότητα του προϊόντος που ευλόγως αναμένεται να καταναλωθεί αποτελεί σημαντική ποσότητα της ουσίας για την οποία διατυπώνεται ο ισχυρισμός καθιστώσα δυνατή την παραγωγή του προβαλλόμενου ευεργετικού αποτελέσματος.

128

Τέλος, κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 1924/2006, με τίτλο «Επιστημονική τεκμηρίωση των ισχυρισμών», οι ισχυρισμοί υγείας πρέπει να τεκμηριώνονται από γενικώς αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία και να αιτιολογούνται βάσει αυτών. Εξάλλου, η επιχείρηση τροφίμων που διατυπώνει ισχυρισμό επί θεμάτων υγείας υποχρεούται να αιτιολογεί τη χρήση του ισχυρισμού αυτού.

129

Από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι ο κανονισμός 1924/2006 απαιτεί, αφενός, μόνον οι ισχυρισμοί υγείας που είναι επιστημονικά τεκμηριωμένοι να χρησιμοποιούνται στην Ένωση και, αφετέρου, οι ισχυρισμοί αυτοί να επιτρέπονται μόνον κατόπιν εναρμονισμένης επιστημονικής αξιολογήσεως του υψηλότερου δυνατού επιπέδου από την EFSA. Τούτο εφαρμόζεται επίσης, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, στη διαδικασία εγκρίσεως την οποία αφορά το άρθρο 13, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1924/2006, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή δεν μπορεί να ζητήσει από την EFSA λιγότερο απαιτητική επιστημονική αξιολόγηση σε σχέση με τους ισχυρισμούς του άρθρου 13, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού ή του άρθρου 14. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως φρονεί και η Επιτροπή, ότι καμία από τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν θέτει διαφορετικές προϋποθέσεις, όσον αφορά την επιστημονική αξιολόγηση που πρέπει να πραγματοποιηθεί, μεταξύ των ισχυρισμών υγείας αναλόγως της διατάξεως που είναι εφαρμοστέα.

130

Περαιτέρω, πρέπει να υπομνησθεί, σύμφωνα με τη νομολογία, ότι η κατά το δυνατόν εξαντλητική επιστημονική αξιολόγηση των κινδύνων βάσει επιστημονικών γνωμών που βασίζονται στις αρχές της γνώσεως των πραγμάτων, της διαφάνειας και της ανεξαρτησίας συνιστά σημαντική διαδικαστική εγγύηση για τη διασφάλιση της επιστημονικής αντικειμενικότητας των μέτρων και προς αποφυγή λήψεως αυθαίρετων μέτρων (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, T‑13/99, Συλλογή, EU:T:2002:209, σκέψη 172, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Γαλλία κατά Επιτροπής, T‑257/07, Συλλογή, EU:T:2011:444, σκέψη 89).

131

Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1924/2006 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι προβλέπει την εφαρμογή γενικού τεκμηρίου υπέρ των υφισταμένων στην αγορά ισχυρισμών υγείας, οι οποίοι πρέπει να θεωρηθεί ότι στηρίζονται σε γενικώς αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, θεωρείται ότι, όπως επισημαίνει η Γαλλική Δημοκρατία, η εφαρμογή γενικού τεκμηρίου όπως εξέθεσαν οι προσφεύγουσες αντίκειται στο άρθρο 6 του κανονισμού 1924/2006, το οποίο στηρίζεται στην υπομνησθείσα στην αιτιολογική σκέψη 14 του ίδιου κανονισμού διαπίστωση ότι μεγάλος αριθμός υφισταμένων στην αγορά ισχυρισμών δεν δικαιολογείται από επιστημονικής απόψεως.

132

Συνεπώς, η Επιτροπή δεν παρέβη το άρθρο 13 του κανονισμού 1924/2006 διατυπώνοντας την αίτηση παροχής επιστημονικής γνώμης την οποία απηύθυνε στην EFSA για την αξιολόγηση των ισχυρισμών υγείας.

133

Επομένως, η πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέα.

134

Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι τα κριτήρια εκτιμήσεως τα οποία εφάρμοσαν η Επιτροπή και η EFSA στα επιστημονικά στοιχεία, όπως προκύπτουν μεταξύ άλλων από την αίτηση παροχής επιστημονικής γνώμης, ήσαν εσφαλμένα.

135

Επομένως, πρώτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η απαίτηση να είναι «σημαντικό» το ευεργετικό αποτέλεσμα της προσλήψεως των τροφίμων για τα οποία διατυπώνεται ο ισχυρισμός υγείας πρέπει να βαίνει πέραν του γενικού κριτηρίου που επιβάλλει το άρθρο 5 του κανονισμού 1924/2006, κατά το οποίο αρκεί «ένα» ευεργετικό για τη φυσιολογία του οργανισμού αποτέλεσμα.

136

Συναφώς, επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, η διαπίστωση ότι, καίτοι, όπως επισημαίνουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή όρισε, στο πλαίσιο της αιτήσεως παροχής γνώμης, ότι το προβαλλόμενο ευεργετικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι σημαντικό, εντούτοις καθόρισε την απαίτηση αυτή ως αποσκοπούσα στο να αποδειχθεί ικανοποιητικώς ότι το εν λόγω αποτέλεσμα επιδρά ευεργετικώς σε συγκεκριμένες σωματικές λειτουργίες ώστε να είναι ωφέλιμο για την υγεία. Ωστόσο, η απαίτηση αυτή συνιστά προϋπόθεση δυνάμενη να συναχθεί από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και δʹ, του κανονισμού 1924/2006. Συγκεκριμένα, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 127 ανωτέρω, η διάταξη αυτή προβλέπει ως προϋποθέσεις για την έγκριση των ισχυρισμών υγείας, αφενός, η ουσία για την οποία διατυπώνεται ο ισχυρισμός να περιέχεται ή να μην περιέχεται σε σημαντική ποσότητα ώστε να παραγάγει το προβαλλόμενο ευεργετικό αποτέλεσμα και, αφετέρου, η ποσότητα του προϊόντος που ευλόγως αναμένεται να καταναλωθεί να αποτελεί σημαντική ποσότητα καθιστώσα δυνατή την παραγωγή του εν λόγω αποτελέσματος. Η απαίτηση σημαντικού ευεργετικού αποτελέσματος, όπως μνημονεύεται στην αίτηση παροχής επιστημονικής γνώμης, τίθεται επομένως ως εγγύηση ώστε οι καταναλωτές να μην παραπλανώνται κατά την αγορά των τροφίμων για τα οποία προβάλλεται ότι περιέχουν ουσίες παράγουσες τέτοιο αποτέλεσμα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αίτηση παροχής επιστημονικής γνώμης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βαίνει πέραν των γενικών όρων χρησιμοποιήσεως των ισχυρισμών υγείας του κανονισμού 1924/2006.

137

Δεύτερον, οι προσφεύγουσες επικρίνουν το γεγονός ότι στην αίτηση παροχής επιστημονικής γνώμης την οποία απηύθυνε στην EFSA η Επιτροπή υπερεκτιμήθηκε η σχέση αιτίου-αποτελέσματος.

138

Ωστόσο, η επίκριση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση αποδείξεως της υπάρξεως σχέσεως αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ του τροφίμου για το οποίο διατυπώνεται ο ισχυρισμός και του προβαλλομένου ευεργετικού αποτελέσματος απορρέει από τον κανονισμό 1924/2006 καθεαυτό. Επομένως, αρκεί να επισημανθεί ότι, στο άρθρο 2, παράγραφος 2, σημείο 5, του κανονισμού 1924/2006, οι ισχυρισμοί υγείας ορίζονται ως κάθε ισχυρισμός που δηλώνει, υπονοεί ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σχέση μεταξύ, αφενός, μιας κατηγορίας τροφίμων, ενός τροφίμου ή ενός συστατικού του και, αφετέρου, της υγείας. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, για να αποδειχθεί αν δικαιολογείται κατά τον εν λόγω κανονισμό ένας ισχυρισμός υγείας, πρέπει να καθορισθεί η ύπαρξη σχέσεως αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ του τροφίμου και συγκεκριμένων λειτουργιών του οργανισμού.

139

Τρίτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η σχετική με την παροχή γνώμης εντολή αποδίδει υπερβολική σημασία στον χαρακτηρισμό των τροφίμων.

140

Ωστόσο, όπως διατείνεται η Επιτροπή, ο χαρακτηρισμός του τροφίμου για το οποίο διατυπώνεται ο ισχυρισμός είναι σημαντική συνιστώσα της αξιολογήσεως. Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι μόνο βάσει του επακριβούς χαρακτηρισμού του τροφίμου ή ενός από τα συστατικά του για το οποίο διατυπώνεται ισχυρισμός μπορεί η EFSA να καθορίσει αν είναι λυσιτελής η επιστημονική δικαιολογία του ισχυρισμού. Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός τροφίμου για το οποίο διατυπώνεται ισχυρισμός εγγυάται ότι ο ισχυρισμός αυτός θα χρησιμοποιηθεί μόνον για τρόφιμα των οποίων έχει αποδειχθεί η επίδραση επί συγκεκριμένης λειτουργίας του οργανισμού.

141

Τέταρτον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 13, παράγραφος 1, σημείο ii, του κανονισμού 1924/2006, κατά την οποία οι ισχυρισμοί υγείας οφείλουν να είναι «ευκόλως κατανοητοί από τον μέσο καταναλωτή», δεν εξετάστηκε ορθώς από την Επιτροπή, καθόσον αυτή ενέκρινε ισχυρισμούς διατυπωμένους σε περίπλοκη επιστημονική γλώσσα. Πάντως, αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι η επίκριση αυτή αφορά μόνον τον κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών, ο οποίος αποκλείεται, όπως τόνισαν επανειλημμένως οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο των δικογράφων τους, από το αντικείμενο της αιτήσεώς τους περί ακυρώσεως του κανονισμού 432/2012. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το επιχείρημά τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

142

Επομένως, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι ήσαν εσφαλμένα τα κριτήρια εκτιμήσεως τα οποία εφάρμοσαν η Επιτροπή και η EFSA κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών υγείας.

143

Κατόπιν των προεκτεθέντων, η δεύτερη αιτίαση των προσφευγουσών πρέπει να απορριφθεί, καθώς και το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως.

– Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αφορά προσβολή των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ασφάλειας δικαίου

144

Με το δεύτερο σκέλος, οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο αιτιάσεις.

145

Η πρώτη αιτίαση αφορά το ότι η εξέταση των ισχυρισμών υγείας την οποία διενήργησε η EFSA προσέβαλε την αρχή της ασφάλειας δικαίου διότι, αφενός, τα κριτήρια που έπρεπε να εφαρμοσθούν κατά την εν λόγω εξέταση δεν είχαν καθορισθεί λεπτομερώς από κατευθυντήριες γραμμές κατά τον χρόνο καταρτίσεως των εθνικών καταλόγων των ισχυρισμών υγείας δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1924/2006, αλλά κατά τον χρόνο που είχε ήδη κινηθεί η διαδικασία αξιολογήσεως και, αφετέρου, η EFSA είχε εκδώσει ασυνεπείς και αντιφατικές επιστημονικές γνώμες.

146

Η δεύτερη αιτίαση αντλείται από προσβολή της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθόσον η διαδικασία αξιολογήσεως δεν εγγυάται ότι όλα τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν από τα ενδιαφερόμενα μέρη εξετάσθηκαν από την EFSA και ότι, επιπλέον, οι γνώμες της EFSA δημοσιοποιήθηκαν χωρίς να μπορέσουν τα ενδιαφερόμενα μέρη να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

147

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη, μεταξύ άλλων, από τη Γαλλική Δημοκρατία και το ΕΓΕΚ, αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

148

Πρώτον, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και, ειδικότερα, του επιχειρήματος των προσφευγουσών ότι η επίμαχη διαδικασία εγκρίσεως δεν ήταν προσαρμοσμένη, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις σχετικά με τη διεξαγόμενη από την EFSA επιστημονική αξιολόγηση, επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι το κεφάλαιο III του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της EFSA και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (EE L 31, σ. 1), ρυθμίζει λεπτομερώς τη μέθοδο εργασίας και τη λειτουργία της EFSA.

149

Ακολούθως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σε αντίθεση προς όσα διατείνονται οι προσφεύγουσες, ούτε ο κανονισμός 1924/2006 ούτε ο κανονισμός 178/2002 περιλαμβάνουν οποιαδήποτε υποχρέωση για την Επιτροπή ή για την EFSA να προσκομίζει, πριν από την έναρξη της διαδικασίας αξιολογήσεως του άρθρου 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, ειδικές επιστημονικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η EFSA προτίθεται να προβεί σε αξιολόγηση των αιτήσεων εγκρίσεως των ισχυρισμών. Το γεγονός ότι, όπως επισημαίνουν οι προσφεύγουσες, η EFSA ενέκρινε μεταγενέστερα τέτοιες κατευθυντήριες γραμμές στις 11 Νοεμβρίου 2009 και στις 25 Μαρτίου 2011, βάσει της εμπειρίας που είχε αποκτήσει κατά τη διενέργεια των πρώτων αξιολογήσεων, δεν μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη προσβολής της ασφάλειας δικαίου. Αντιθέτως, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, πρέπει να θεωρηθεί ότι η έκδοση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών συμβάλλει στην ενίσχυση της ασφάλειας αυτής ιδίως έναντι των ενδιαφερομένων μερών.

150

Τέλος, καίτοι οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν διευκρίνισε, κατά την κατάρτιση των εθνικών καταλόγων ισχυρισμών υγείας, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί υπόκεινται στο ίδιο επίπεδο απαιτήσεως προσκομίσεως επιστημονικών στοιχείων με τους ισχυρισμούς τους οποίους αφορά το άρθρο 13, παράγραφος 5, και το άρθρο 14 του κανονισμού 1924/2006, όπως προκύπτει από τις κατευθυντήριες γραμμές που εκδόθηκαν μεταγενέστερα από την EFSA, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτίαση αυτή δεν τεκμηριώνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.

151

Συγκεκριμένα, επισημαίνεται, όπως φρονεί και η Επιτροπή, ότι το ζήτημα σχετικά με τα επιστημονικά στοιχεία για τους ισχυρισμούς τους οποίους αφορούν τα άρθρα 13 και 14 του κανονισμού 1924/2006 αντιμετωπίστηκε στο πλαίσιο εγγράφου που εκδόθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2007 από την Επιτροπή, το οποίο διατίθεται στον διαδικτυακό της τόπο με τίτλο «Guidance on the implementation of regulation no 1924/2006 on nutrition and health claims made on foods — Conclusions of the standing committee on the food chain and animal health» (Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006 για τους ισχυρισμούς επί θεμάτων διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα — Πορίσματα της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων). Ειδικότερα, από τη σαφή διατύπωση του σημείου III.2.3 του εν λόγω εγγράφου, με τίτλο «Συνέπειες της κατατάξεως στο άρθρο 13 ή στο άρθρο 14», προκύπτει ότι η κατάταξη των ισχυρισμών στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών δεν είχε καμιά επίπτωση επί του επιπέδου της απαιτούμενης επιστημονικής τεκμηριώσεως για την έγκρισή τους.

152

Επομένως, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η ενώπιον του EFSA διαδικασία προσέβαλε την αρχή της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά τα κριτήρια επιστημονικής αξιολογήσεως.

153

Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέα.

154

Δεύτερον, όσον αφορά την αιτίαση περί προσβολής της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθόσον εκ της αρχής αυτής απορρέει το δικαίωμα ακροάσεως, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία παρατέθηκε στη σκέψη 98 ανωτέρω, η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή επί της εκδόσεως πράξεων γενικής ισχύος.

155

Εν προκειμένω, αρκεί να επισημανθεί εκ νέου ότι, εφόσον, στη σκέψη 36 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κανονισμός 432/2012 αποτελούσε μέτρο γενικής ισχύος, το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν εφαρμόζεται.

156

Κατόπιν των προεκτεθέντων, η δεύτερη αιτίαση των προσφευγουσών πρέπει, επομένως, να απορριφθεί, καθώς και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως.

– Επί του τρίτου σκέλους, το οποίο αφορά αθέτηση της υποχρεώσεως συνεργασίας με τις εθνικές αρχές και αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

157

Με το τρίτο σκέλος, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, αφενός, ότι δεν τηρήθηκε η υποχρέωση συνεργασίας με τις εθνικές αρχές τροφίμων, όπως προκύπτει από το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού 178/2002, καθόσον η EFSA δεν προέβη σε λεπτομερή ανάλυση των ελέγχων οι οποίοι είχαν διεξαχθεί προηγουμένως από εθνικούς οργανισμούς και αφορούν ισχυρισμούς υγείας που περιλαμβάνονται σε καταλόγους καταρτισθέντες βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1924/2006. Αφετέρου, διατείνονται ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι έλαβαν χώρα συζητήσεις με τις εθνικές αρχές, η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν τηρήθηκε εν προκειμένω, διότι το περιεχόμενο και η έκταση των εν λόγω συζητήσεων δεν περιελήφθησαν στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 432/2012.

158

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη, μεταξύ άλλων, από τη Γαλλική Δημοκρατία, αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

159

Εισαγωγικώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 30, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 178/2002, με τίτλο «Διιστάμενες επιστημονικές γνώμες», ορίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η EFSA επαγρυπνεί προκειμένου να εξασφαλίσει τον έγκαιρο εντοπισμό μιας ενδεχόμενης πηγής διαφορών μεταξύ των επιστημονικών γνωμών της και των επιστημονικών γνωμών που εκφέρουν άλλοι φορείς οι οποίοι εκτελούν παρόμοια καθήκοντα. Περαιτέρω, η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει ότι, όταν εντοπιστεί ουσιαστική διάσταση απόψεων σχετικά με επιστημονικά θέματα και ο εν λόγω φορέας είναι φορέας κράτους μέλους, η EFSA και ο εθνικός φορέας υποχρεούνται να συνεργαστούν προκειμένου είτε να διευθετήσουν την εν λόγω διάσταση απόψεων είτε να υποβάλουν κοινό έγγραφο, όπου θα διευκρινίζονται τα διαμφισβητούμενα επιστημονικά θέματα και θα εντοπίζονται οι σχετικές ασάφειες όσον αφορά τα δεδομένα. Το έγγραφο αυτό δημοσιοποιείται.

160

Ωστόσο, από το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός 178/2002, μεταξύ άλλων, το άρθρο 30 του εν λόγω κανονισμού, προκύπτει ότι, όσον αφορά τις διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία εκδόσεως επιστημονικής γνώμης, ο κανονισμός αυτός συνιστά συμπληρωματική κανονιστική ρύθμιση σε σχέση με τον κανονισμό 1924/2006 του οποίου η εφαρμογή αποκλείεται εφόσον κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης, όπως ο τελευταίος αυτός κανονισμός, περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για την έγκριση των ισχυρισμών υγείας (βλ., κατ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2005, HLH Warenvertrieb και Orthica, C‑211/03, C‑299/03 και C‑316/03 έως C‑318/03, Συλλογή, EU:C:2005:370, σκέψεις 38 και 39).

161

Εν προκειμένω, στον βαθμό που το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 προβλέπει ρητώς ότι η EFSA έχει διακριτική ευχέρεια να προβεί σε εναρμονισμένη επιστημονική αξιολόγηση των καταλόγων των ισχυρισμών τους οποίους κατέθεσαν τα κράτη μέλη κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, πρέπει να θεωρηθεί, όπως φρονούν η Επιτροπή και η Γαλλική Δημοκρατία, ότι το άρθρο 30, παράγραφος 4, του κανονισμού 178/2002 δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση, οπότε η EFSA δεν υποχρεούνταν ούτε να αρχίσει συζητήσεις με τις εθνικές αρχές ούτε να δημοσιοποιήσει τα σχετικά με τις εν λόγω συζητήσεις έγγραφα στο πλαίσιο των αξιολογήσεων που πραγματοποιήθηκαν.

162

Περαιτέρω, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η ύπαρξη διαφορών μεταξύ της EFSA και των εθνικών φορέων τροφίμων ως προς ορισμένους ισχυρισμούς υγείας είναι πρόδηλη με γνώμονα τις απαριθμούμενες στα παραρτήματα του δικογράφου της προσφυγής τους γνώμες, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, προς κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, για να είναι παραδεκτή μια προσφυγή ή αγωγή, πρέπει τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του σχετικού δικογράφου. Συναφώς, μολονότι το κύριο μέρος του δικογράφου της προσφυγής μπορεί να θεμελιωθεί και να συμπληρωθεί, όσον αφορά συγκεκριμένα σημεία, με παραπομπές σε αποσπάσματα συνημμένων σ’ αυτό εγγράφων, γενική παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και συνημμένα στο δικόγραφο της προσφυγής, δεν μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη ουσιωδών στοιχείων της νομικής επιχειρηματολογίας τα οποία, δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων, πρέπει να περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2005, General Electric κατά Επιτροπής, T‑210/01, Συλλογή, EU:T:2005:456, σκέψη 592). Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

163

Συνεπώς, δεν υπήρξε ούτε παράβαση του άρθρου 30, παράγραφος 4, του κανονισμού 178/2002 ούτε αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών υγείας που κατατέθηκαν στην EFSA.

164

Κατόπιν των προεκτεθέντων, το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως επίσης και ο δεύτερος λόγος στο σύνολό του.

165

Κατά συνέπεια, το αίτημα ακυρώσεως του κανονισμού 432/2012 πρέπει να απορριφθεί.

2. Επί του αιτήματος που αφορά τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006

Επί του παραδεκτού

166

Η Επιτροπή και το Συμβούλιο φρονούν ότι το παρεμπίπτον αίτημα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, ζητώντας τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006 δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, είναι απαράδεκτo διότι η κύρια προσφυγή κατά του κανονισμού 432/2012 δεν είναι παραδεκτή. Περαιτέρω, τονίζουν ότι, εν πάση περιπτώσει, το αντικείμενο της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να περιορίζεται σε αυτό που είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς.

167

Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τα επιχειρήματα αυτά.

168

Κατά το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, παρά τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κάθε διάδικος μπορεί, επ’ ευκαιρία διαφοράς που θέτει υπό αμφισβήτηση πράξη γενικής ισχύος εκδοθείσα από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, να επικαλείται το ανεφάρμοστο της πράξης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έναν από τους λόγους του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο.

169

Κατά πάγια νομολογία, η παρεχόμενη από το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δυνατότητα επικλήσεως της ελλείψεως νομιμότητας πράξεως γενικής ισχύος δεν συνιστά αυτοτελές μέσο έννομης προστασίας και μπορεί να ασκείται μόνον παρεμπιπτόντως, καθόσον το απαράδεκτο της κύριας προσφυγής συνεπιφέρει το απαράδεκτο της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας (βλ., συναφώς, διάταξη της 17ης Ιουνίου 2008, Dow AgroSciences κατά EFSA, T‑397/06, EU:T:2008:208, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

170

Η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας η οποία προβάλλεται παρεμπιπτόντως δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, επ’ αφορμή προσβολής στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας της νομιμότητας μιας άλλης πράξεως, είναι παραδεκτή μόνον εφόσον υπάρχει συνάφεια μεταξύ της πράξεως αυτής και του κανόνα του οποίου αμφισβητείται η νομιμότητα. Καθόσον το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δεν σκοπεί να παράσχει στον διάδικο τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της εφαρμογής πράξεως γενικού χαρακτήρα προς στήριξη προσφυγής, η έκταση της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς. Συνεπώς, η γενική πράξη της οποίας προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας πρέπει να είναι άμεσα ή έμμεσα εφαρμοστέα στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής (βλ., συναφώς, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2007, Ianniello κατά Επιτροπής, T‑308/04, Συλλογή Υπ.Υπ., EU:T:2007:347, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

171

Εν προκειμένω, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, εφόσον η προσφυγή των προσφευγουσών στρέφεται κατά του κανονισμού 432/2012 και, παρεμπιπτόντως, κατά του κανονισμού 1924/2006, το παραδεκτό του αιτήματος βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ εξαρτάται, όπως προκύπτει και από την παρατιθέμενη στη σκέψη 169 ανωτέρω νομολογία, από το παραδεκτό της προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση του κανονισμού 432/2012. Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος στη σκέψη 51 ανωτέρω σχετικά με το παραδεκτό του αιτήματος για την ακύρωση του κανονισμού 432/2012, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

172

Δεύτερον, καθόσον ο κανονισμός 1924/2006, μεταξύ άλλων το άρθρο 13, παράγραφος 3, συνιστά τη βάση επί της οποίας εκδόθηκε ο κανονισμός 432/2012, μπορεί να διαπιστωθεί επαρκώς στενή σχέση μεταξύ των δύο πράξεων κατά την έννοια της παρατιθέμενης στη σκέψη 170 ανωτέρω νομολογίας. Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη τέτοιας σχέσης μπορεί να συναχθεί, μεταξύ άλλων, από τη διαπίστωση ότι η κυρίως προσβαλλόμενη πράξη στηρίζεται ουσιαστικά σε διάταξη της πράξεως της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2006, Carius κατά Επιτροπής, T‑173/04, Συλλογή Υπ.Υπ., EU:T:2006:333, σκέψη 46, και Ianniello κατά Επιτροπής, σκέψη 170 ανωτέρω, EU:T:2007:347, σκέψη 33· βλ., συναφώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαρτίου 1998, De Abreu κατά Δικαστηρίου, T‑146/96, Συλλογή Υπ.Υπ., EU:T:1998:50, σκέψεις 25 και 29).

173

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που προβάλλουν η Επιτροπή και το Συμβούλιο με σκοπό να κριθεί απαράδεκτη η προβληθείσα από τις προσφεύγουσες ένσταση ελλείψεως νομιμότητας όσον αφορά τον κανονισμό 1924/2006.

174

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι οι προσφεύγουσες απλώς αμφισβητούν τη νομιμότητα του άρθρου 13, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1924/2006 και των μεταβατικών περιόδων του άρθρου 28, παράγραφοι 5 και 6, του ίδιου κανονισμού. Υπό τις περιστάσεις αυτές, με γνώμονα την παρατιθέμενη στη σκέψη 170 ανωτέρω νομολογία, μόνον οι εν λόγω διατάξεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως, το Γενικό Δικαστήριο θα περιορίσει επ’ αυτών την εξέτασή του.

Επί της ουσίας

175

Οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο λόγους προς στήριξη του αιτήματος για τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006, οι οποίοι αφορούν την προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως ο οποίος προβάλλεται προς στήριξη του αιτήματος για τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006 και αφορά την προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως

176

Οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 προσβάλλει το δικαίωμά τους ακροάσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Ειδικότερα, θεωρούν ότι, όπως το άρθρο 13, παράγραφος 5, και το άρθρο 14 του κανονισμού 1924/2006, η διαδικασία εγκρίσεως των ισχυρισμών υγείας τους οποίους αφορά το άρθρο 13, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού όφειλε να δώσει στις επιχειρήσεις του τομέα τροφίμων τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις, μεταξύ άλλων, ενώπιον της EFSA, όσον αφορά τους ισχυρισμούς που τις αφορούν. Οι προσφεύγουσες παραπέμπουν στην απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, Primex Produkte Import-Export κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑50/96, Συλλογή, EU:T:1998:223, σκέψεις 58 έως 61), με την οποία έγινε, κατ’ ουσίαν, δεκτό ότι εκείνους τους οποίους αφορά άμεσα κρατικό μέτρο πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους κατά τη λήψη του μέτρου αυτού, ακόμα και αν δεν υφίσταται καμία συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση συναφώς.

177

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο, το ΕΓΕΚ, το Κοινοβούλιο και τη Γαλλική Δημοκρατία, αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.

178

Καταρχάς, όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος για χρηστή διοίκηση, αρκεί να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 97 ανωτέρω, το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων επάγεται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του. Ωστόσο, εν προκειμένω, καθόσον το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 συνεπάγεται, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 36 ανωτέρω, τη λήψη μέτρου γενικής ισχύος, τα επιχειρήματα προκειμένου να διαπιστωθεί προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, όπως αυτό καθιερώνεται από την εν λόγω διάταξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

179

Περαιτέρω, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών που αντλείται από το ότι το άρθρο 13, παράγραφος 5, και το άρθρο 14 του κανονισμού 1924/2006 προβλέπουν διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας γίνεται προσήκουσα ακρόαση των επιχειρήσεων του τομέα, επισημαίνεται, όπως φρονούν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ότι η διαδικασία εγκρίσεως την οποία αφορούν τα δύο αυτά άρθρα διαφέρει εκείνης του άρθρου 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, καθόσον αυτή κινείται τη αιτήσει ιδιωτών, οι οποίοι μπορούν επομένως να διατυπώσουν παρατηρήσεις επί των γνωμών της EFSA και να λάβουν ατομική απόφαση. Αντιθέτως, το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1924/2006 αφορά μόνον διαδικασία εγκρίσεως την οποία κινούν τα κράτη μέλη και, επομένως, δεν προβλέπεται κανένα δικαίωμα ακροάσεως υπέρ των ιδιωτών.

180

Επιπλέον, όσον αφορά την απόφαση Primex Produkte Import-Export κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω (EU:T:1998:223), την οποία επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς την υπό κρίση υπόθεση, η εν λόγω απόφαση αφορούσε ατομικά διοικητικά μέτρα, τα οποία ελήφθησαν στον τομέα των εισαγωγικών δασμών βοείου κρέατος. Συγκεκριμένα, μόνο στο πλαίσιο αυτό το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, όπως υπενθυμίζουν οι προσφεύγουσες, ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία η οποία κινείται κατά ορισμένου προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική πράξη συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, που πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής με τη διαδικασία ρυθμίσεως (απόφαση Primex Produkte Import-Export κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, EU:T:1998:223, σκέψη 59). Ωστόσο, καθόσον ο κανονισμός 432/2012 συνιστά πράξη γενικής ισχύος, η συλλογιστική και το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως δεν ασκούν επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.

181

Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι λύσεις που προκύπτουν από την εν λόγω απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, την οποία επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες, μπορούν να ισχύουν και εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, όπως αναγνωρίζουν οι προσφεύγουσες με το δικόγραφο της προσφυγής τους, πριν από την έκδοση του κανονισμού 432/2012 προηγήθηκε στάδιο δημόσιας διαβουλεύσεως στο πλαίσιο της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων των προσφευγουσών, είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Επομένως, η διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνη με τις κρίσεις του Γενικού Δικαστηρίου στην απόφαση Primex Produkte Import-Export κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω (EU:T:1998:223). Επιπλέον, όπως επισημαίνει το Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως του κανονισμού, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 25 του κανονισμού 1924/2006, οι επιχειρήσεις του τομέα τροφίμων είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις απόψεις τους στο πλαίσιο των τακτικών επαφών τις οποίες είχαν η Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθώς και οι αρχές των κρατών μελών, με τους ενδιαφερόμενους παράγοντες.

182

Ως εκ τούτου οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να διατείνονται βασίμως ότι ο κανονισμός 1924/2006, μεταξύ άλλων το άρθρο 13, παράγραφος 3, προσβάλλει το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως και, ειδικότερα, το δικαίωμα ακροάσεως.

183

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται προς στήριξη του αιτήματος για τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006 πρέπει να απορριφθεί.

Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως ο οποίος προβάλλεται προς στήριξη του αιτήματος για τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006 και αφορά την προσβολή της αρχής της ασφάλειας δικαίου

184

Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως των προσφευγουσών ο οποίος προβάλλεται προς στήριξη του αιτήματος για τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006 διαιρείται σε δύο αιτιάσεις.

185

Με την πρώτη αιτίαση, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός 1924/2006 προσβάλλει την αρχή της ασφάλειας δικαίου καθόσον το άρθρο 28 δεν προβλέπει εύλογες μεταβατικές περιόδους προς συμμόρφωση με τις διατάξεις του. Ουσιαστικά, οι προσφεύγουσες επικρίνουν την υποχρέωση, μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 432/2012, αποσύρσεως από την αλυσίδα διανομής των τροφίμων που είχαν νομίμως κυκλοφορήσει στην αγορά πριν από το 2012.

186

Με τη δεύτερη αιτίασή τους, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το περιεχόμενο της εξετάσεως που απαιτείται για την έγκριση των ισχυρισμών υγείας δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 δεν είχε καθορισθεί σαφώς.

187

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο, το ΕΓΕΚ, το Κοινοβούλιο και τη Γαλλική Δημοκρατία, αμφισβητεί τις δύο αυτές αιτιάσεις.

188

Εισαγωγικώς, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, κατά την παρατιθέμενη στη σκέψη 86 ανωτέρω νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτεί οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς και οι συνέπειές τους να είναι προβλέψιμες.

189

Όσον αφορά, πρώτον, την αιτίαση που αντλείται από τη μη ευλόγως σύντομη μεταβατική περίοδο που προβλέπει ο κανονισμός 1924/2006, μεταξύ άλλων, για τη συμμόρφωση προς τον κανονισμό 432/2012, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καίτοι οι προσφεύγουσες προσάπτουν στο Συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο ότι προέβλεψαν πολύ σύντομες μεταβατικές περιόδους, προβάλλουν, συναφώς, μόνον αόριστα επιχειρήματα και ουδαμώς ισχυρίζονται στα δικόγραφά τους ότι οι εν λόγω μεταβατικές περίοδοι τους δημιούργησαν αβεβαιότητα λόγω της τυχόν ασάφειάς τους.

190

Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το επιχείρημα ότι για τα συμπληρώματα διατροφής ή τα διαιτητικά τρόφιμα, τα οποία έχουν μεγάλη διάρκεια διατηρήσεως, δύο ή τριών ετών, πρέπει να προβλέπεται μεγαλύτερη μεταβατική περίοδος, οι έξι μήνες που τάσσει ο κανονισμός 432/2012 αρκούν προφανώς για να προσαρμοστεί η επισήμανση και η διαφήμισή τους, εφόσον oι προσφεύγουσες δεν διευκρίνισαν, ούτε ως παράδειγμα, ποια είναι, κατά την άποψή τους, η εύλογη διάρκεια την οποία η Επιτροπή έπρεπε να προβλέψει στον εν λόγω κανονισμό. Συναφώς, πρέπει να υπoμνησθεί ότι ο κανονισμός 432/2012 δεν είχε ως σκοπό να απαγορεύσει την εμπορία των προϊόντων των προσφευγουσών καθεαυτή, αλλά απλώς να αποσύρει τους ισχυρισμούς υγείας που αναγράφονταν στην επισήμανσή τους και δεν ήσαν σύμφωνοι με τον κανονισμό 1924/2006.

191

Ως εκ τούτου ο κανονισμός 1924/2006 δεν προσβάλλει την αρχή της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά τις μεταβατικές περιόδους που προβλέπει το άρθρο 28.

192

Επομένως, η πρώτη αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

193

Όσον αφορά, δεύτερον, την αιτίαση που αντλείται από έλλειψη σαφήνειας του κανονισμού 1924/2006, επισημαίνεται ότι το νομικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στους ισχυρισμούς υγείας δυνάμει του εν λόγω κανονισμού ήταν σαφές και οι συνέπειές του ήσαν προβλέψιμες για τις επιχειρήσεις του τομέα τροφίμων, οπότε δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά τη νομολογία καμιά προσβολή της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Συγκεκριμένα, αφενός, από τον συνδυασμό του άρθρου 10, παράγραφος 1, και του άρθρου 13 του κανονισμού 1924/2006 γίνεται αντιληπτό ότι οι ισχυρισμοί υγείας απαγορεύονται εκτός αν, πρώτον, συνάδουν με τις γενικές και ειδικές απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού και αν, δεύτερον, επιτρέπονται κατά τον κανονισμό αυτό. Αφετέρου, το άρθρο 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006, που αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, επιτρέπει τη χρησιμοποίηση των ισχυρισμών υγείας μέχρι τη θέσπιση του καταλόγου των επιτρεπόμενων ισχυρισμών, όπως διευκρινίσθηκε στις σκέψεις 80 έως 83 ανωτέρω.

194

Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η διαδικασία διαβουλεύσεως της EFSA δεν εξηγείται λεπτομερώς στον κανονισμό 1924/2006 και, ειδικότερα, δεν διευκρινίζονται τα επιστημονικά κριτήρια τα οποία η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζει κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών υγείας.

195

Ωστόσο, συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα επιστημονικά κριτήρια που πρέπει να εφαρμοσθούν δυνάμει του κανονισμού 1924/2006 δεν εγείρουν καμία αμφιβολία υπό το πρίσμα των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού. Συγκεκριμένα, καταρχάς, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 135 και 138 ανωτέρω, το άρθρο 2, παράγραφος 2, σημείο 5, του κανονισμού 1924/2006 διευκρινίζει ότι, για να αποδειχθεί αν δικαιολογείται ένας ισχυρισμός υγείας, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη σχέσης αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ του επίμαχου τροφίμου και συγκεκριμένων λειτουργιών του οργανισμού. Ακολούθως, το άρθρο 5 του κανονισμού 1924/2006 προβλέπει ως προϋποθέσεις για την έγκριση των ισχυρισμών υγείας, αφενός, η ουσία για την οποία διατυπώνεται ο ισχυρισμός να περιέχεται ή να μην περιέχεται σε σημαντική ποσότητα ώστε να παραγάγει το προβαλλόμενο ευεργετικό αποτέλεσμα και, αφετέρου, η ποσότητα του προϊόντος που ευλόγως μπορεί να καταναλωθεί να αποτελεί σημαντική ποσότητα καθιστώσα δυνατή την παραγωγή του εν λόγω αποτελέσματος. Τέλος, κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 1924/2006, λαμβανόμενο υπόψη με γνώμονα τις αιτιολογικές σκέψεις 17 και 23 του ίδιου κανονισμού, οι οποίες παρατίθενται στη σκέψη 126 ανωτέρω, οι ισχυρισμοί υγείας πρέπει να στηρίζονται σε γενικώς αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία και να δικαιολογούνται από τα στοιχεία αυτά.

196

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών σχετικά με τη μη ύπαρξη λεπτομερέστερης διατάξεως όσον αφορά την εφαρμογή από την EFSA των κριτηρίων του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1924/2006, όταν ζητείται η γνώμη της στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 13, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού.

197

Επομένως, η δεύτερη αιτίαση των προσφευγουσών δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

198

Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται προς στήριξη του αιτήματος για τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006 πρέπει να απορριφθεί και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση στο σύνολό της.

3. Επί της αιτήσεως ακυρώσεως του καταλόγου των εκκρεμών ισχυρισμών

199

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη, μεταξύ άλλων, από τη Γαλλική Δημοκρατία και το ΕΓΕΚ, διατείνεται ότι το αίτημα ακυρώσεως του καταλόγου που περιλαμβάνει τους εκκρεμείς ισχυρισμούς είναι απαράδεκτο. Συγκεκριμένα, κατ’ αυτήν, ο κατάλογος αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ διότι πρόκειται απλώς για ενδιάμεση πράξη η οποία δεν έχει κανονιστικό περιεχόμενο ή χαρακτήρα αποφάσεως και, επομένως, δεν μπορεί να μεταβάλει τη νομική κατάσταση των προσφευγουσών. Περαιτέρω, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του δικογράφου της προσφυγής, δεν είναι δυνατό να εξακριβωθούν οι προβληθείσες από τις προσφεύγουσες αιτιάσεις προς στήριξη του επί της ουσίας αιτήματός τους.

200

Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ένσταση απαραδέκτου την οποία προβάλλει η Επιτροπή. Φρονούν, κατ’ ουσίαν, ότι ο κατάλογος των εκκρεμών ισχυρισμών συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων εννόμων αποτελεσμάτων, θέτει τους εκκρεμείς ισχυρισμούς υπό τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 28 του κανονισμού 1924/2006. Επί της ουσίας, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι ο κατάλογος των εκκρεμών ισχυρισμών είναι παράνομος και πρέπει να ακυρωθεί «δεδομένου ότι η θέσπισή του […] στερείται νομικής βάσεως και προσβάλλει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοικήσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων», και «για τους ίδιους λόγους με εκείνους που προσδιορίζονται στο κεφάλαιο V […] του δικογράφου της προσφυγής».

201

Κατά πάγια νομολογία, συνιστά πράξη ή απόφαση δεκτική προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, κάθε μέτρο του οποίου τα έννομα αποτελέσματα είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα των προσφευγουσών, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική τους θέση (αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, Συλλογή, EU:C:1981:264, σκέψη 9· της 31ης Μαρτίου 1998, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑68/94 και C‑30/95, Συλλογή, EU:C:1998:148, σκέψη 62, και της 4ης Μαρτίου 1999, Assicurazioni Generali και Unicredito κατά Επιτροπής, T‑87/96, Συλλογή, EU:T:1999:37, σκέψη 37). Για να καθοριστεί αν μια πράξη ή μια απόφαση παράγει τέτοια αποτελέσματα, πρέπει να εξετάζεται η ουσία της (διάταξη της 13ης Ιουνίου 1991, Sunzest κατά Επιτροπής, C‑50/90, Συλλογή, EU:C:1991:253, σκέψη 12, και προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, EU:C:1998:148, σκέψη 63).

202

Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία επίσης, όταν πρόκειται για πράξεις ή αποφάσεις των οποίων η επεξεργασία ακολουθεί διάφορα στάδια, συνιστούν πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν μόνον τα μέτρα τα οποία καθορίζουν οριστικώς τη θέση του οικείου οργάνου μετά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας και όχι τα ενδιάμεσα μέτρα που σκοπούν στην προετοιμασία της τελικής αποφάσεως (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1992, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑10/92 έως T‑12/92 και T‑15/92, Συλλογή, EU:T:1992:123, σκέψη 28).

203

Εν προκειμένω, θεωρείται ότι ο κατάλογος των εκκρεμών ισχυρισμών δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής. Συγκεκριμένα, η θέσπιση καταλόγου του οποίου μοναδικός σκοπός είναι να προσδιορίσει τους ισχυρισμούς υγείας που βρίσκονται ακόμη υπό αξιολόγηση και επί των οποίων η Επιτροπή δεν έχει αποφανθεί οριστικώς αποτελεί απλώς ενδιάμεσο μέτρο του οποίου σκοπός είναι να προετοιμάσει την εγγραφή ή, αντιθέτως, τη μη εγγραφή καθενός από τους εν λόγω ισχυρισμούς στον κατάλογο των επιτρεπόμενων ισχυρισμών, ο οποίος παραμένει η τελική απόφαση.

204

Περαιτέρω, ενώ, όπως τονίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι εκκρεμείς ισχυρισμοί εξακολουθούν να υπάγονται στα μεταβατικά μέτρα του άρθρου 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το στοιχείο αυτό ουδόλως έχει χαρακτήρα αποφάσεως και απλώς υπενθυμίζει τις συνέπειες που απορρέουν από τον εν λόγω κανονισμό καθεαυτό για τους ισχυρισμούς που βρίσκονται υπό αξιολόγηση.

205

Συνεπώς, το αίτημα ακυρώσεως του καταλόγου των εκκρεμών ισχυρισμών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτo.

206

Επιπροσθέτως, ακόμα και αν υποτεθεί ότι ο κατάλογος των εκκρεμών ισχυρισμών μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη δεκτική προσφυγής, κατά την εκτεθείσα από τις προσφεύγουσες έννοια, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, προσφυγή ακυρώσεως είναι παραδεκτή μόνον αν ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως είναι, αυτή καθεαυτήν, ικανή να επάγεται έννομες συνέπειες και, συνεπώς, ότι η προσφυγή μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε και ότι ο διάδικος αυτός έχει αποδεδειγμένα γεγενημένο και ενεστώς έννομο συμφέρον για την ακύρωση της εν λόγω πράξεως (βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2009, Socratec κατά Επιτροπής, T‑269/03, EU:T:2009:211, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

207

Κατά τη νομολογία, στον προσφεύγοντα εναπόκειται να αποδείξει το έννομο συμφέρον του. Αν το συμφέρον που επικαλείται ο προσφεύγων αφορά μελλοντική νομική κατάσταση, πρέπει να αποδείξει ότι είναι από τούδε βέβαιο ότι θα επηρεαστεί η κατάσταση αυτή. Επομένως, ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλείται μελλοντικές και αβέβαιες καταστάσεις για να δικαιολογήσει το έννομο συμφέρον του προς ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως (βλ. απόφαση Hagenmeyer και Hahn κατά Επιτροπής, σκέψη 71 ανωτέρω, EU:T:2014:234, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

208

Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 11 του κανονισμού 432/2012, οι εκκρεμείς ισχυρισμοί εξακολουθούν να απολαύουν του νομικού καθεστώτος που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του κανονισμού 432/2012. Συνεπώς, οι επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν οι ισχυρισμοί αυτοί μπορούν να εξακολουθήσουν να τους χρησιμοποιούν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους εμπορίας των τροφίμων κατά το άρθρο 28, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1924/2006. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κανένα όφελος δεν μπορεί να αντληθεί από την ακύρωση του καταλόγου των εκκρεμών ισχυρισμών. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, ερωτηθείσες, συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από το Γενικό Δικαστήριο, οι προσφεύγουσες δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν τέτοιο όφελος.

209

Εν πάση περιπτώσει, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου να είναι παραδεκτή η αίτηση ακυρώσεως, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε να μπορεί η καθής να προετοιμάσει την άμυνά της και το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς άλλες πληροφορίες. Για τον λόγο αυτό, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να διευκρινίζει σε τι συνίσταται ο λόγος ακυρώσεως στον οποίο στηρίζεται η προσφυγή, πράγμα που σημαίνει ότι η αφηρημένη επίκλησή του δεν ικανοποιεί τις επιταγές του Κανονισμού Διαδικασίας (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Nynäs Petroleum και Nynas Belgium κατά Επιτροπής, T‑347/06, Συλλογή, EU:T:2012:480, σκέψη 107).

210

Εν προκειμένω, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προβληθείσα προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως των προσφευγουσών επιχειρηματολογία, η οποία περιορίζεται, αφενός, στο ότι ο κατάλογος των εκκρεμών ισχυρισμών είναι παράνομος και πρέπει να ακυρωθεί δεδομένου ότι η θέσπισή του στερείται νομικής βάσεως και προσβάλλει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοικήσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, στο ότι παραπέμπει στους εκτεθέντες στο πλαίσιο του κεφαλαίου V του δικογράφου της προσφυγής λόγους, είναι προδήλως ανεπαρκής ώστε βάσει αυτής να εξακριβωθούν επακριβώς οι αιτιάσεις τις οποίες οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ως συντάκτη του εν λόγω καταλόγου.

211

Συνεπώς, τα αιτήματα των προσφευγουσών για την ακύρωση του καταλόγου των εκκρεμών ισχυρισμών πρέπει να κριθούν απαράδεκτα.

212

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

213

Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

214

Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρενέβησαν στη διαδικασία φέρουν τα έξοδά τους, το δε Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ένας παρεμβαίνων φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Εν προκειμένω, η Γαλλική Δημοκρατία, το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, το ΕΓΕΚ, η FederSalus, η Medestea biotech και η Naturando φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

2)

Καταδικάζει τις The Health Food Manufacturers’ Association, Quest Vitamins Ltd, Natures Aid Ltd, Natuur-& gezondheidsProducten Nederland και New Care Supplements BV να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

3)

Η Γαλλική Δημοκρατία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών (ΕΓΕΚ), η FederSalus, η Medestea biotech SpA και η Naturando Srl φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

 

Kancheva

Wetter

Bieliūnas

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουνίου 2015.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.