ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 10ης Ιουλίου 2014 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Δημόσιες συμβάσεις — Συμβάσεις των οποίων η αξία υπολείπεται του κατώτατου χρηματικού ορίου που προβλέπει η οδηγία 2004/18/ΕΚ — Άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ — Αρχή της αναλογικότητας — Προϋποθέσεις αποκλεισμού από διαδικασία αναθέσεως — Κριτήρια ποιοτικής επιλογής σχετικά με την προσωπική κατάσταση του διαγωνιζομένου — Υποχρεώσεις σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών — Έννοια του όρου “σοβαρή παράβαση” — Απόκλιση μεταξύ των οφειλόμενων και των καταβληθέντων ποσών μεγαλύτερη από 100 ευρώ και από το 5 % των οφειλόμενων ποσών»

Στην υπόθεση C‑358/12,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia (Ιταλία) με απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Ιουλίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης

Consorzio Stabile Libor Lavori Pubblici

κατά

Comune di Milano,

παρισταμένης της:

Pascolo Srl,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Rosas, προεδρεύοντα του δέκατου τμήματος, D. Šváby και C. Vajda (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Ιουλίου 2013,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Consorzio Stabile Libor Lavori Pubblici, εκπροσωπούμενη από τους N. Seminara, R. Invernizzi και M. Falsanisi, avvocati,

ο Comune di Milano, εκπροσωπούμενος από τους M. Maffey και S. Pagano, avvocati,

η Pascolo Srl, εκπροσωπούμενη από τους A. Tornitore, F. Femiano, G. Fuzier και G. Sorrentino, avvocati,

η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον G. Aiello, avvocato dello Stato,

η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Smolek,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους B. Majczyna και M. Szpunar,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Tokár και την L. Pignataro-Nolin,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 49 ΣΛΕΕ, 56 ΣΛΕΕ και 101 ΣΛΕΕ.

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Consorzio Stabile Libor Lavori Pubblici (στο εξής: Libor) και του Comune di Milano [Δήμου του Μιλάνο], με αντικείμενο την απόφαση του δευτέρου να ακυρώσει την οριστική ανάθεση στη Libor δημόσιας συμβάσεως έργου, με την αιτιολογία ότι η Libor δεν ήταν ασφαλιστικώς ενήμερη λόγω μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών ύψους 278 ευρώ.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Η οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1177/2009 της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ L 314, σ. 64, στο εξής: οδηγία 2004/18), προβλέπει στην αιτιολογική της σκέψη 2 τα εξής:

«Η ανάθεση των συμβάσεων που συνάπτονται στα κράτη μέλη για λογαριασμό του κράτους, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης ή περιφερειακής διοίκησης και άλλων οργανισμών δημοσίου δικαίου, υπόκειται στην τήρηση των αρχών της Συνθήκης, ιδίως στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, στην αρχή της ελευθερίας της εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και στις αρχές που απορρέουν από αυτές, όπως η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η αρχή της αποφυγής των διακρίσεων, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της διαφάνειας. Εντούτοις, για δημόσιες συμβάσεις που υπερβαίνουν κάποια αξία, είναι σκόπιμο να εκπονούνται διατάξεις κοινοτικού συντονισμού των εθνικών διαδικασιών για τη σύναψη αυτών των συμβάσεων, οι οποίες να βασίζονται σε αυτές τις αρχές προκειμένου να διασφαλίζουν τα αποτελέσματά τους και να εγγυώνται το άνοιγμα των δημοσίων συμβάσεων στον ανταγωνισμό. Συνεπώς, αυτές οι διατάξεις συντονισμού θα πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που αναφέρονται ανωτέρω καθώς και σύμφωνα με τους άλλους κανόνες της Συνθήκης.»

4

Το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής καθορίζει τα κατώτατα χρηματικά όρια εφαρμογής των κανόνων περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών τους οποίους προβλέπει η οδηγία αυτή. Όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις έργων, το άρθρο 7, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει κατώτατο χρηματικό όριο 4845000 ευρώ.

5

Το άρθρο 45 της οδηγίας 2004/18 αφορά τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής σχετικά με την προσωπική κατάσταση του υποψηφίου ή του προσφέροντος. Η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου προβλέπει τα εξής:

«Κάθε οικονομικός φορέας μπορεί να αποκλείεται από τη συμμετοχή στη σύμβαση, όταν:

[...]

ε)

δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τις νομοθετικές διατάξεις της χώρας της αναθέτουσας αρχής·

στ)

δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την πληρωμή των φόρων και τελών σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τις νομοθετικές διατάξεις της χώρας της αναθέτουσας αρχής·

[...]

Τα κράτη μέλη καθορίζουν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο και τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου, τους όρους εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.»

Το ιταλικό δίκαιο

6

Το νομοθετικό διάταγμα 163, για τη θέσπιση κώδικα δημοσίων συμβάσεων έργων, υπηρεσιών και προμηθειών κατ’ εφαρμογή των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ (decreto legislativo n. 163 —Codice dei contratti pubblici relativi a lavori, servizi e forniture in attuazione delle direttive 2004/17/CE e 2004/18/CE), της 12ης Απριλίου 2006 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 100, της 2ας Μαΐου 2006), όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 70 της 13ης Μαΐου 2011 (GURI αριθ. 110, της 13ης Μαΐου 2011, σ. 1), και απέκτησε ισχύ νόμου δυνάμει του νόμου 106 της 12ης Ιουλίου 2011 (GURI αριθ. 160, της 12ης Ιουλίου 2011, σ. 1, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 163/2006), διέπει στην Ιταλία, στο σύνολό τους, τις διαδικασίες για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων στους τομείς των έργων, των υπηρεσιών και των προμηθειών.

7

Το νομοθετικό διάταγμα 163/2006, στο τμήμα II, περιλαμβάνει, μεταξύ των κανόνων που εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της χρηματικής αξίας της συμβάσεως, το άρθρο 38, το οποίο ορίζει τις γενικές προϋποθέσεις συμμετοχής στις διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως και δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο i, του διατάγματος αυτού ορίζει τα εξής:

«1.   Αποκλείονται από τη συμμετοχή στις διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως και δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και από τη σύναψη συμβάσεων υπεργολαβίας ή συμφωνιών σχετικών με τέτοιες συμβάσεις:

[...]

i)

όποιοι έχουν διαπράξει σοβαρές και οριστικά αποδεδειγμένες παραβάσεις των κανόνων περί ασφαλιστικών εισφορών κατά την ιταλική νομοθεσία ή κατά τη νομοθεσία του κράτους εγκαταστάσεώς τους».

8

Το άρθρο 38, παράγραφος 2, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος καθορίζει το κριτήριο της σοβαρότητας των παραβάσεων των κανόνων που εφαρμόζονται σχετικά με την καταβολή εισφορών στους οργανισμούς κοινωνικής πρόνοιας. Η διάταξη αυτή προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι, για τους σκοπούς του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο i, του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, ως σοβαρές χαρακτηρίζονται οι παραβάσεις που έχουν ως συνέπεια την άρνηση χορηγήσεως της ενιαίας βεβαιώσεως ασφαλιστικής ενημερότητας (documento unico di regolarità contributiva, στο εξής: DURC).

9

Οι παραβάσεις που έχουν ως συνέπεια την άρνηση χορηγήσεως της DURC καθορίζονται με την απόφαση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας σχετικά με τις ρυθμίσεις περί ενιαίας βεβαιώσεως ασφαλιστικής ενημερότητας (Decreto del ministero del lavoro e della previdenza sociale — che disciplina il documento unico di regolarità contributiva), της 24ης Οκτωβρίου 2007 (GURI αριθ. 279, της 30ής Νοεμβρίου 2007, σ. 11). Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως:

«Για τους σκοπούς και μόνον της συμμετοχής σε δημόσιους διαγωνισμούς, τυχόν αμελητέα απόκλιση μεταξύ των οφειλόμενων και των καταβληθέντων ποσών σε οργανισμό κοινωνικής πρόνοιας και σε ταμείο εργοληπτών δεν συνεπάγεται άρνηση χορήγησης της DURC. Μη σημαντική θεωρείται η απόκλιση που είναι μικρότερη ή ίση με ποσοστό 5 % μεταξύ των οφειλόμενων και των καταβληθέντων ποσών για κάθε περίοδο καταβολής αποδοχών ή εισφορών ή, εν πάση περιπτώσει, μικρότερη από 100 ευρώ, υπό τον όρο καταβολής του οφειλόμενου ποσού εντός τριάντα ημερών από τη χορήγηση του DURC.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

10

Με ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στις 6 Ιουνίου 2011, ο Comune di Milano προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό για την ανάθεση «εργασιών επιδιορθώσεως και εγκαταστάσεως μέσων αντιδιαρρηκτικής προστασίας σε κατοικίες κυριότητας του Comune di Milano» με κριτήριο αναθέσεως τη χαμηλότερη τιμή και προϋπολογιζόμενη αξία του έργου 4784914, 61 ευρώ.

11

Η προκήρυξη επέβαλλε ρητώς σε καθέναν από τους διαγωνιζομένους, επί ποινή αποκλεισμού από τη διαδικασία, την υποχρέωση να υποβάλει δήλωση ότι πληροί τις γενικές προϋποθέσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό οι οποίες προβλέπονται με το άρθρο 38 του νομοθετικού διατάγματος 163/2006.

12

Η Libor υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον διαγωνισμό και δήλωσε, αναπαράγοντας τη διατύπωση του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο i, του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, ότι «δεν είχε διαπράξει σοβαρές και οριστικά αποδεδειγμένες παραβάσεις των προβλεπόμενων από την ιταλική νομοθεσία κανόνων περί καταβολής εισφορών στους οργανισμούς κοινωνικής προνοίας».

13

Μετά το πέρας της διαδικασίας, ο Comune di Milano ανέθεσε το έργο στη Libor και της κοινοποίησε την απόφαση αυτή με σημείωμα της 28ης Ιουλίου 2011. Στη συνέχεια, προέβη σε έλεγχο της προαναφερθείσας δηλώσεως του αναδόχου. Προς τον σκοπό αυτό, έλαβε από την αρμόδια διοικητική αρχή την DURC από την οποία προέκυπτε ότι η Libor, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως συμμετοχής της στον διαγωνισμό, δεν ήταν ασφαλιστικώς ενήμερη, διότι δεν είχε προβεί, εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, σε καταβολή εισφορών για τον μήνα Μάιο 2011, ύψους 278 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε στο σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών που όφειλε για τον μήνα αυτό. Η Libor προέβη σε εκπρόθεσμη καταβολή του ως άνω ποσού στις 28 Ιουλίου 2011.

14

Ο Comune di Milano, λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω παράβαση που προέκυπτε από την DURC, ακύρωσε την οριστική ανάθεση στη Libor και την απέκλεισε από τη σχετική διαδικασία. Νέος ανάδοχος ανακηρύχθηκε η Pascolo Srl.

15

Η Libor προσέβαλε την ως άνω απόφαση περί ακυρώσεως ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 38, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 163/2006 δεν είναι συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης.

16

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο προαναφερθείς διαγωνισμός δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18, καθόσον η αξία της επίμαχης στην κύρια δίκη συμβάσεως είναι χαμηλότερη από το κατώτατο χρηματικό όριο του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής. Εντούτοις, εκτιμά ότι ο εν λόγω διαγωνισμός εμφανίζει διασυνοριακό ενδιαφέρον, με συνέπεια να πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να τηρηθούν οι θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ. Συναφώς, εκφράζει αμφιβολίες ως προς το συμβατό του άρθρου 38, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 163/2006 με τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως κατά το δίκαιο της Ένωσης.

17

Κατά το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη διάταξη, καθόσον εισάγει το αμιγώς νομικό κριτήριο της «σοβαρότητας» της παραβάσεως όσον αφορά την υποχρέωση καταβολής εισφορών, έχει ως αποτέλεσμα να αφαιρεί από την αναθέτουσα αρχή κάθε περιθώριο διακριτικής ευχέρειας ως προς την εκτίμηση του αν πληρούνται τα κριτήρια συμμετοχής τα σχετικά με την ύπαρξη ανεξόφλητων ασφαλιστικών εισφορών. Η εν λόγω ρύθμιση περί αποκλεισμού είναι αυτή καθαυτή συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, καθόσον ενισχύει την ίση μεταχείριση των διαφόρων οικονομικών φορέων που μετέχουν σε διαγωνισμό.

18

Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τα κριτήρια που έχει καθορίσει ο εθνικός νομοθέτης συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας. Επισημαίνει ότι η προϋπόθεση σχετικά με την εκπλήρωση της υποχρεώσεως καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που υπέχει επιχείρηση προβλέφθηκε προκειμένου να παρέχεται η διαβεβαίωση ότι η διαγωνιζόμενη επιχείρηση είναι αξιόπιστη, επιμελής και σοβαρή καθώς και ότι έχει την προσήκουσα συμπεριφορά έναντι των εργαζομένων της. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, σε μια συγκεκριμένη διαδικασία διαγωνισμού, η μη τήρηση της προϋποθέσεως αυτής αποτελεί πράγματι σημαντική ένδειξη ελλείψεως αξιοπιστίας της επιχειρήσεως. Πράγματι, πρόκειται για αφηρημένο κριτήριο, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου διαγωνισμού, όπως το αντικείμενο και την πραγματική αξία της συμβάσεως, ούτε το εύρος του κύκλου εργασιών και της χρηματοοικονομικής ικανότητας της επιχειρήσεως που διέπραξε την παράβαση. Επιπλέον, ο αποκλεισμός επιχειρήσεως από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό συνιστά δυσανάλογο μέτρο στην περίπτωση, όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, κατά την οποία η παράβαση αφορά αμελητέο ποσό.

19

Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το αν υφίσταται συνοχή μεταξύ των προϋποθέσεων αποκλεισμού από διαγωνισμό λόγω μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, αφενός, και των προϋποθέσεων σχετικά με τη μη τήρηση των φορολογικών υποχρεώσεων, αφετέρου, δεδομένου ότι στη δεύτερη περίπτωση ως σοβαρές χαρακτηρίζονται μόνον οι παραβάσεις που αφορούν ποσό μεγαλύτερο των 10000 ευρώ.

20

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από το δικαίωμα ελεύθερης εγκαταστάσεως και από τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της προστασίας του ανταγωνισμού, κατά τα άρθρα 49 [ΣΛΕΕ], 56 [ΣΛΕΕ] και 101 [ΣΛΕΕ], καθώς και στον σύμφυτο με την αρχή αυτή κανόνα της εύλογης αιτίας η εθνική ρύθμιση η οποία, τόσο για διαγωνισμούς αξίας μεγαλύτερης από το κατώτατο χρηματικό όριο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] όσο και για διαγωνισμούς αξίας χαμηλότερης από το όριο αυτό, χαρακτηρίζει ως σοβαρή την οριστικά αποδεδειγμένη παράβαση όσον αφορά την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, όταν το σχετικό ποσό είναι μεγαλύτερο από 100 ευρώ και συγχρόνως υπερβαίνει κατά 5 % τη διαφορά μεταξύ των οφειλόμενων και των καταβληθέντων ποσών για κάθε περίοδο καταβολής αποδοχών ή εισφορών, με αποτέλεσμα η αναθέτουσα αρχή να έχει την υποχρέωση να αποκλείσει από τον διαγωνισμό τον διαγωνιζόμενο εκείνο που διέπραξε την παράβαση αυτή χωρίς να λάβει υπόψη άλλα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ειδικώς η αξιοπιστία του διαγωνιζομένου αυτού ως αντισυμβαλλομένου;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

21

Επισημαίνεται προκαταρκτικώς ότι, παρά το γεγονός, το οποίο μνημονεύεται στο προδικαστικό ερώτημα, ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται για διαγωνισμούς τόσο μεγαλύτερης όσο και χαμηλότερης αξίας από τα κατώτατα χρηματικά όρια των δημοσίων συμβάσεων που καθορίζονται με το άρθρο 7 της οδηγίας 2004/18, η αξία της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης δημόσιας συμβάσεως είναι κατώτερη από το όριο που καθορίζεται με το προαναφερθέν άρθρο 7, στοιχείο γʹ.

22

Εξάλλου, τόσο από το γράμμα του υποβληθέντος ερωτήματος όσο και από τις παρατηρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου, όπως αυτές συνοψίστηκαν στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο αυτό έχει αμφιβολίες ιδίως ως προς το αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας.

23

Επομένως, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν αντιβαίνει στα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 56 ΣΛΕΕ και 101 ΣΛΕΕ καθώς και στην αρχή της αναλογικότητας η εθνική ρύθμιση η οποία, όσον αφορά δημόσιες συμβάσεις έργων αξίας χαμηλότερης από το κατώτατο χρηματικό όριο του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18, επιβάλλει στις αναθέτουσες αρχές την υποχρέωση να αποκλείουν από τη διαδικασία για την ανάθεση τέτοιας συμβάσεως τον διαγωνιζόμενο εκείνο που έχει διαπράξει παράβαση σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, αν η απόκλιση μεταξύ των οφειλόμενων και των καταβληθέντων ποσών αντιστοιχεί σε ποσό μεγαλύτερο συγχρόνως από 100 ευρώ και από το 5 % των οφειλόμενων ποσών.

24

Υπενθυμίζεται εξαρχής ότι η εφαρμογή της οδηγίας αυτής σε ορισμένη δημόσια σύμβαση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η εκτιμώμενη αξία της συμβάσεως δεν υπολείπεται του κατώτερου χρηματικού ορίου που καθορίζεται με το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας. Σε αντίθετη περίπτωση, εφαρμόζονται οι θεμελιώδεις κανόνες και οι γενικές αρχές της Συνθήκης, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση εμφανίζει βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, της σημασίας της και του τόπου εκτελέσεώς της (βλ., επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, απόφαση Ordine degli Ingegneri della Provincia di Lecce κ.λπ., C‑159/11, EU:C:2012:817, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει την ύπαρξη τέτοιου ενδιαφέροντος (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Belgacom, C‑221/12, EU:C:2013:736, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

25

Επίσης, μολονότι η αξία της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης δημόσιας συμβάσεως έργου υπολείπεται του κατώτατου χρηματικού ορίου του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, της ίδιας οδηγίας, εντούτοις, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η σύμβαση αυτή εμφανίζει βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον, διαπιστώνεται ότι οι εν λόγω θεμελιώδεις κανόνες και γενικές αρχές εφαρμόζονται στην υπόθεση της κύριας δίκης.

26

Όσον αφορά τις διατάξεις της Συνθήκης τις οποίες μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο, η περίπτωση αποκλεισμού από διαδικασία για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αποτελεί συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, απόφαση ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Επομένως, η εξέταση εθνικής διατάξεως, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν πρέπει να γίνει υπό το πρίσμα του άρθρου αυτού.

27

Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2004/18, μεταξύ των αρχών της Συνθήκης που πρέπει να τηρούνται κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων καταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι αρχές της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και η αρχή της αναλογικότητας.

28

Όσον αφορά τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα άρθρα αυτά αντιτίθενται σε κάθε εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη και αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, ενδέχεται να αποκλείσει, να δυσχεράνει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που διασφαλίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις της Συνθήκης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Serrantoni και Consorzio stabile edili, C‑376/08, EU:C:2009:808, σκέψη 41).

29

Όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, η εξασφάλιση του ευρύτερου δυνατού ανταγωνισμού προκειμένου περί δημοσίων διαγωνισμών εξυπηρετεί το συμφέρον της Ένωσης στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (βλ., επ’ αυτού, απόφαση CoNISMa, C‑305/08, EU:C:2009:807, σκέψη 37). Πάντως, η εφαρμογή διατάξεως δυνάμει της οποίας αποκλείονται από τη συμμετοχή σε διαδικασίες για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων έργων όσοι έχουν διαπράξει σοβαρές παραβάσεις των κανόνων που ισχύουν σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, όπως είναι η διάταξη που προβλέπεται με το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο i, του νομοθετικού διατάγματος 163/2006, ενδέχεται να εμποδίσει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή διαγωνιζομένων στις διαδικασίες δημοσίων διαγωνισμών.

30

Η εθνική διάταξη αυτή η οποία ενδέχεται να εμποδίσει τη συμμετοχή διαγωνιζομένων σε διαδικασία δημόσιας συμβάσεως που εμφανίζει βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον συνιστά περιορισμό κατά την έννοια των άρθρων 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ.

31

Εντούτοις, ο περιορισμός αυτός μπορεί να δικαιολογείται, στο μέτρο κατά το οποίο επιδιώκει θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος και εφόσον είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή είναι κατάλληλος για την επίτευξη του σκοπού αυτού και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Serrantoni και Consorzio stabile edili, C‑376/08, EU:C:2009:808, σκέψη 44).

32

Συναφώς, καταρχάς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο σκοπός που επιδιώκεται με τον λόγο αποκλεισμού από διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων, τον οποίο καθορίζει το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο i, του νομοθετικού διατάγματος 163/2006, είναι να παρέχεται η διαβεβαίωση ότι η διαγωνιζόμενη επιχείρηση είναι αξιόπιστη, επιμελής και σοβαρή καθώς και ότι έχει την προσήκουσα συμπεριφορά έναντι των εργαζομένων της. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παροχή της διαβεβαιώσεως ότι ο διαγωνιζόμενος διαθέτει τις ως άνω ιδιότητες αποτελεί θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος.

33

Στη συνέχεια, διαπιστώνεται ότι λόγος αποκλεισμού όπως ο προβλεπόμενος με το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο i, του νομοθετικού διατάγματος 163/2006 είναι κατάλληλος να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δεδομένου ότι η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών εκ μέρους οικονομικού φορέα τείνει να καταδείξει την έλλειψη αξιοπιστίας, επιμέλειας και σοβαρότητας στο πρόσωπό του όσον αφορά την τήρηση των εκ του νόμου και των εν γένει ασφαλιστικών υποχρεώσεών του.

34

Τέλος, όσον αφορά την αναγκαιότητα του μέτρου αυτού, επισημαίνεται, κατά πρώτο λόγο, ότι ο καθορισμός από την εθνική ρύθμιση επακριβούς ορίου αποκλεισμού από τη συμμετοχή σε διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων, το οποίο συνίσταται σε απόκλιση μεταξύ των οφειλόμενων και των καταβληθέντων ποσών που αντιστοιχεί σε ποσό μεγαλύτερο συγχρόνως από 100 ευρώ και από το 5 % των οφειλόμενων ποσών, διασφαλίζει όχι μόνο την ίση μεταχείριση των διαγωνιζομένων αλλά εγγυάται και την ασφάλεια δικαίου, η διαφύλαξη της οποίας αποτελεί προϋπόθεση του μη δυσανάλογου χαρακτήρα μέτρου που επιβάλλει περιορισμό (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Itelcar, C‑282/12, EU:C:2013:629, σκέψη 44).

35

Κατά δεύτερο λόγο, ως προς το επίπεδο του εν λόγω ορίου αποκλεισμού, όπως αυτό έχει καθοριστεί με την προαναφερθείσα εθνική ρύθμιση, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά δημόσιες συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18, το άρθρο 45, παράγραφος 2, αυτής, αφενός, καταλείπει την εφαρμογή των προβλεπόμενων με αυτό περιπτώσεων αποκλεισμού στην εκτίμηση των κρατών μελών, όπως προκύπτει από τη φράση «μπορεί να αποκλείεται από τη συμμετοχή στη σύμβαση [...]» που περιλαμβάνεται στην αρχή της διατάξεως αυτής, και, αφετέρου, παραπέμπει ρητώς, ιδίως με τα στοιχεία εʹ και στʹ, στις διατάξεις του εθνικού δικαίου [βλ., όσον αφορά το άρθρο 29 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), απόφαση La Cascina κ.λπ., C‑226/04 και C‑228/04, EU:C:2006:94, σκέψη 21]. Εξάλλου, δυνάμει του δευτέρου εδαφίου του προαναφερθέντος άρθρου 45, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη καθορίζουν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο και τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης, τους όρους εφαρμογής της παραγράφου αυτής.

36

Κατά συνέπεια, το άρθρο 45, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/18 δεν επιχειρεί να επιβάλει ομοιομορφία σε επίπεδο Ένωσης ως προς την εφαρμογή των διαλαμβανομένων σε αυτό λόγων αποκλεισμού, στο μέτρο κατά το οποίο τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να μην εφαρμόσουν καθόλου αυτούς τους λόγους αποκλεισμού ή, αντιθέτως, να τους ενσωματώσουν στην εθνική νομοθεσία με βαθμό αυστηρότητας που μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση, αναλόγως εκτιμήσεων νομικής, οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως που υπερισχύουν σε εθνικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να καθιστούν ελαστικότερα ή ηπιότερα τα κριτήρια που προβλέπει η διάταξη αυτή (βλ., όσον αφορά το άρθρο 29 της οδηγίας 92/50, απόφαση La Cascina κ.λπ., EU:C:2006:94, σκέψη 23).

37

Πάντως, το άρθρο 45, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2004/18 επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων οποιονδήποτε οικονομικό φορέα δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, χωρίς να προβλέπεται συναφώς κάποιο ελάχιστο ποσό ανεξόφλητων εισφορών. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η πρόβλεψη τέτοιου ελάχιστου ποσού στο εθνικό δίκαιο αποτελεί άμβλυνση του κριτηρίου αποκλεισμού το οποίο θεσπίζει η διάταξη αυτή και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο και για τις δημόσιες συμβάσεις που υπολείπονται του κατώτατου χρηματικού ορίου του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής και, ως εκ τούτου, δεν υπόκεινται στις ειδικές και αυστηρές διαδικασίες της οδηγίας.

38

Επιπλέον, το μνημονευόμενο από το αιτούν δικαστήριο γεγονός ότι το όριο αποκλεισμού που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για τη μη καταβολή φόρων και ανάλογων επιβαρύνσεων είναι σαφώς υψηλότερο από το όριο σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν επηρεάζει αφ’ εαυτού τον μη δυσανάλογο χαρακτήρα του δεύτερου. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να ενσωματώνουν στην εθνική νομοθεσία τους λόγους αποκλεισμού, τους οποίους προβλέπει, ιδίως, το άρθρο 45, παράγραφος 2, στοιχεία εʹ και στʹ, της εν λόγω οδηγίας, με βαθμό αυστηρότητας που μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση, αναλόγως εκτιμήσεων νομικής, οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως που υπερισχύουν σε εθνικό επίπεδο.

39

Εξάλλου, η εξεταζόμενη περίπτωση διαφέρει από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Hartlauer (C‑169/07, EU:C:2009:141), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη εθνική ρύθμιση δεν ήταν κατάλληλη να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, διότι δεν αποσκοπούσε στην επίτευξη του σκοπού αυτού με συνοχή και συστηματικότητα. Σε αντίθεση με τη ρύθμιση που εξετάστηκε στην υπόθεση εκείνη, το μέτρο περί του οποίου πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης στηρίζεται, όπως προκύπτει από τη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, σε κριτήρια που είναι αντικειμενικά, δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι εκ των προτέρων γνωστά (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Hartlauer, EU:C:2009:141, σκέψη 64).

40

Από τα ανωτέρω έπεται ότι εθνικό μέτρο όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

41

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ καθώς και η αρχή της αναλογικότητας έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία, όσον αφορά δημόσιες συμβάσεις έργων αξίας χαμηλότερης από το κατώτατο χρηματικό όριο του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18, επιβάλλει στις αναθέτουσες αρχές την υποχρέωση να αποκλείουν από τη διαδικασία για την ανάθεση τέτοιας συμβάσεως τον διαγωνιζόμενο εκείνο που έχει διαπράξει παράβαση σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, αν η απόκλιση μεταξύ των οφειλόμενων και των καταβληθέντων ποσών αντιστοιχεί σε ποσό μεγαλύτερο συγχρόνως από 100 ευρώ και από το 5 % των οφειλόμενων ποσών.

Επί των δικαστικών εξόδων

42

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ καθώς και η αρχή της αναλογικότητας έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία, όσον αφορά δημόσιες συμβάσεις έργων αξίας χαμηλότερης από το κατώτατο χρηματικό όριο του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1177/2009 της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009, επιβάλλει στις αναθέτουσες αρχές την υποχρέωση να αποκλείουν από τη διαδικασία για την ανάθεση τέτοιας συμβάσεως τον διαγωνιζόμενο εκείνο που έχει διαπράξει παράβαση σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, αν η απόκλιση μεταξύ των οφειλόμενων και των καταβληθέντων ποσών αντιστοιχεί σε ποσό μεγαλύτερο συγχρόνως από 100 ευρώ και από το 5 % των οφειλόμενων ποσών.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.