ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

PEDRO CRUZ VILLALÓN

της 18ης Ιουλίου 2013 ( 1 )

Υπόθεση C‑176/12

Association de médiation sociale

κατά

Union locale des syndicats CGT,

Hichem Laboubi,

Union départementale CGT des Bouche-du-Rhône,

Confédération générale du travail (CGT)

[αίτηση του Cour de cassation (Γαλλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρο 27 — Δικαίωμα των εργαζομένων στην ενημέρωση και τη διαβούλευση στο πλαίσιο της επιχειρήσεως — Οδηγία 2002/14/ΕΚ — Εθνική διάταξη η οποία αποκλείει ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων από το δικαίωμα εκπροσωπήσεως στο πλαίσιο της επιχειρήσεως — Αποτελέσματα των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών — Θεώρηση θεμελιώδους δικαιώματος του Χάρτη ως “αρχής” — Άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη — Άρθρο 52, παράγραφος 5, του Χάρτη — Δυνατότητα επικλήσεως “αρχής” σε διαφορά μεταξύ ιδιωτών — Πράξεις της Ένωσης που εξειδικεύουν ουσιωδώς και άμεσα μια “αρχή” — Εξειδίκευση μέσω οδηγίας — Πρακτική αποτελεσματικότητα — Καθήκον του εθνικού δικαστηρίου να αφήσει ανεφάρμοστες τις εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν στις πράξεις με τις οποίες εξειδικεύεται ουσιωδώς και άμεσα το περιεχόμενο “αρχής” — Σύμφωνη ερμηνεία του εθνικού δικαίου — Όρια»

1. 

Διατυπωμένο όσο το δυνατόν πιο απλά, το βασικό ερώτημα που υποβάλλεται από το Cour de cassation είναι αν ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν το περιεχόμενό του έχει εξειδικευθεί από οδηγία, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επικλήσεως στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει ένα πολύ πιο συγκεκριμένο ερώτημα, ως προς το οποίο το Δικαστήριο διαθέτει νομολογία που θα διευκολύνει σημαντικά το έργο του. Καταρχάς όμως πρέπει να εξετασθεί το βασικό ερώτημα.

2. 

Η υπό κρίση υπόθεση έχει ως απαρχή τις αμφιβολίες του Cour de cassation όσον αφορά το συμβατό εθνικής νομοθετικής διατάξεως με το δικαίωμα των εργαζομένων σε ενημέρωση και διαβούλευση, όπως το δικαίωμα αυτό εξειδικεύεται από την οδηγία 2002/14/ΕΚ, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 2 ). Ειδικότερα, η ως άνω οδηγία ρύθμισε λεπτομερώς το δικαίωμα το οποίο σήμερα διακηρύσσεται στο άρθρο 27 του Χάρτη και ως προς το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί αν έχει τον χαρακτήρα «δικαιώματος» ή «αρχής», κατά την έννοια των γενικών διατάξεων του Χάρτη (άρθρα 51, παράγραφος 1, και 52, παράγραφος 5). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι αμφιβολίες του Cour de cassation έχουν ως υπόβαθρο τη διαφορά μεταξύ ενός συνδικαλιστικού σωματείου και ενός εργοδότη, εξ αφορμής της οποίας γεννώνται ερωτήματα όσον αφορά τα αποτελέσματα τόσο του επίμαχου δικαιώματος όσο και της εξειδικεύσεως του δικαιώματος αυτού από την οδηγία 2002/14 στο πεδίο των σχέσεων μεταξύ ιδιωτών.

3. 

Έχοντας έτσι εκθέσει συνοπτικώς τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, είναι πρόδηλον ότι το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί διαφόρων ζητημάτων τα οποία έχουν αναμφίβολα συνταγματική σημασία.

4. 

Το πρώτο εξ αυτών, σε μια λογική αλληλουχία, είναι το σημαντικότατο ζήτημα που δεν θίγεται ρητώς από τον Χάρτη και που αφορά τα αποτελέσματα τα οποία παράγουν τα θεμελιώδη δικαιώματα στο πεδίο των σχέσεων μεταξύ ιδιωτών («οριζόντια» αποτελέσματα), καθώς και η τυχόν έκτασή τους στην περίπτωση του δικαιώματος που μας απασχολεί ειδικώς εν προκειμένω.

5. 

Ομοίως, η υπό κρίση περίπτωση θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη ευκαιρία για γενική και εξειδικευμένη εξέταση του ελάχιστα αποσαφηνιζόμενου στον Χάρτη και στις επεξηγήσεις του ζητήματος της διακρίσεως, με την αντίστοιχη διαφορά μεταχειρίσεως, η οποία εξαγγέλλεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, και διαρθρώνεται στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του Χάρτη, μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών».

6. 

Αυτομάτως, τούτο θα μπορούσε να αποτελέσει επίσης την ευκαιρία ώστε να ερευνηθεί για πρώτη φορά η πολύ περίπλοκη παράγραφος 5 του ως άνω άρθρου 52 του Χάρτη. Έτσι, τίθεται όλως ειδικώς το ζήτημα της «εφαρμογής» των «αρχών», ως προαπαιτούμενο της λειτουργικότητάς τους. Ταυτοχρόνως τίθεται όμως και το ζήτημα του εύρους της δικαστικής κατοχυρώσεως των ως άνω «αρχών», όπως προσδιορίζεται από τη δεύτερη περίοδο της ως άνω παραγράφου.

7. 

Τέλος, εφόσον δεχθεί τον συλλογισμό που θα προτείνω εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το πιο ευαίσθητο ίσως σημείο της προδικαστικής παραπομπής του Cour de cassation: σε περίπτωση που η πράξη της Ένωσης με την οποία εφαρμόζεται και εξειδικεύεται άμεσα η «αρχή» είναι μια οδηγία, ποιες είναι οι συνέπειες του γεγονότος ότι πρόκειται για διαφορά μεταξύ δύο ιδιωτών. Το τελευταίο αυτό ερώτημα υπογραμμίζει εκ νέου τα όρια του οριζόντιου άμεσου αποτελέσματος των οδηγιών, οδηγώντας εν τέλει αναπόφευκτα την παρούσα υπόθεση στη γραμμή που χάραξαν, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Mangold και Kükükdeveci.

I – Το νομικό πλαίσιο

Α. Το δίκαιο της Ένωσης

8.

Το άρθρο 27 του Χάρτη διακηρύσσει το δικαίωμα των εργαζομένων, όπως δηλώνεται στον τίτλο του, στην ενημέρωση και διαβούλευση στο πλαίσιο της επιχειρήσεως. Η εν λόγω διάταξη έχει ως εξής:

«Εξασφαλίζεται στους εργαζομένους ή τους εκπροσώπους τους, στα ενδεδειγμένα επίπεδα, εγκαίρως ενημέρωση και διαβούλευση, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές.»

9.

Στα άρθρα του 51, παράγραφος 1, και 52, παράγραφος 5, ο Χάρτης εκθέτει τη διάκριση μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών» ως εξής:

«Άρθρο 51

Πεδίο εφαρμογής

1.   Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες.

[…]

Άρθρο 52

Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών

5.   Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη που περιέχουν αρχές μπορούν να εφαρμόζονται με νομοθετικές και εκτελεστικές πράξεις των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης και με πράξεις των κρατών μελών όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους. Η επίκληση των διατάξεων αυτών ενώπιον δικαστηρίου είναι παραδεκτή μόνον για την ερμηνεία των εν λόγω πράξεων και τον έλεγχο της νομιμότητάς τους».

10.

Η οδηγία 2002/14, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ένωση, προβλέπει στο άρθρο 2 αυτής μια σειρά ορισμών μεταξύ των οποίων και τον ορισμό της έννοιας του εργαζομένου. Η ως άνω διάταξη ορίζει, στο στοιχείο δʹ αυτής, τα εξής:

«ως “εργαζόμενος” νοείται κάθε πρόσωπο, το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας και πρακτικής».

11.

Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/14 ορίζεται στο άρθρο της 3 ως εξής:

«Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, κατ’ επιλογή των κρατών μελών:

α)

στις επιχειρήσεις που απασχολούν σε ένα κράτος μέλος τουλάχιστον 50 εργαζόμενους ή

β)

στις εγκαταστάσεις που απασχολούν σε ένα κράτος μέλος τουλάχιστον 20 εργαζόμενους.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο υπολογισμού των κατωτάτων ορίων απασχολούμενων εργαζομένων.

2.   Τα κράτη μέλη, σεβόμενα τις αρχές και τους στόχους της παρούσας οδηγίας, μπορούν να εισάγουν ειδικές διατάξεις για τις επιχειρήσεις ή τις εγκαταστάσεις που επιδιώκουν αμέσως και κυρίως σκοπούς πολιτικούς, επαγγελματικής οργάνωσης, θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς ή καλλιτεχνικούς, καθώς και σκοπούς ενημέρωσης ή διατύπωσης απόψεων, εφόσον κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας οι ειδικές αυτές διατάξεις υπάρχουν ήδη στο εθνικό δίκαιο.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αποκλίνουν από την παρούσα οδηγία, μέσω ειδικών διατάξεων που εφαρμόζονται στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων.»

12.

Η οδηγία 2002/14 τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 2002. Η προθεσμία μεταφοράς της έληξε στις 23 Μαρτίου 2005.

Β. Το εθνικό δίκαιο

13.

Το άρθρο L. 1111-3 του εργατικού κώδικα προβλέπει την ακόλουθη εξαίρεση από το γενικό καθεστώς υπολογισμού του προσωπικού της επιχειρήσεως:

«Στο προσωπικό της επιχειρήσεως δεν συνυπολογίζονται:

1o

Οι μαθητευόμενοι·

2o

Οι δικαιούχοι συμβάσεως “πρωτοβουλία για την απασχόληση” κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως κατά το άρθρο L. 5134-66·

3o

[καταργήθηκε]

4o

Οι δικαιούχοι συμβάσεως υποστηριζόμενης απασχολήσεως, κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως αυτής·

5o

[καταργήθηκε]

6o

Οι δικαιούχοι συμβάσεως επαγγελματικής καταρτίσεως μέχρι τον προβλεπόμενο από τη σύμβαση χρόνο λήξεως, όταν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου χρόνου, ή μέχρι το πέρας της περιόδου επαγγελματικής καταρτίσεως, όταν πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου·

Οι ως άνω εργαζόμενοι λαμβάνονται όμως υπόψη για τους σκοπούς της εφαρμογής των νομοθετικών διατάξεων που αφορούν την αποτίμηση των κινδύνων εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας.»

II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων

14.

Η Association de Médiation Sociale (στο εξής: AMS) είναι ένωση ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η οποία διέπεται από τον γαλλικό νόμο περί ενώσεων του 1901, κύριος σκοπός της οποίας είναι η πρόληψη της εγκληματικότητας στην ευρύτερη περιοχή της Μασσαλίας. Προς τον σκοπό αυτό, η AMS προβαίνει σε δραστηριότητες κοινωνικής και επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη βάση των οποίων ευρίσκεται η πρόσληψη νέων με τις καλούμενες «συμβάσεις υποστηριζόμενης απασχολήσεως», προκειμένου να τους προσανατολίσει αργότερα σε σταθερότερες επαγγελματικές ή κοινωνικές δραστηριότητες. Ειδικότερα, μέσω των συμβάσεων αυτών, η AMS επιδιώκει την επαγγελματική και κοινωνική επανένταξη προσώπων που ευρίσκονται σε ιδιαιτέρως επισφαλή θέση. Κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο προέκυψε η διαφορά της κύριας δίκης, ο αριθμός των «συμβάσεων υποστηριζόμενης απασχολήσεως» που είχε συνάψει η AMS ευρισκόταν μεταξύ του 120 και του 170.

15.

Ενώ πρόκειται, όπως προαναφέρθηκε, για ιδιωτική ένωση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η AMS απολαύει παρ’ όλ’ αυτά της υποστηρίξεως διαφόρων θεσμικών φορέων στο επίπεδο της περιφέρειας και του δήμου, καθώς και της υποστηρίξεως άλλων τοπικών κοινωνικών φορέων εκπροσωπήσεως με ιδιωτικό χαρακτήρα.

16.

Για την άσκηση των δραστηριοτήτων της, η AMS διαθέτει δικό της προσωπικό βάσει συμβάσεων αορίστου χρόνου, το οποίο αριθμεί συνολικά οκτώ εργαζόμενους. Ο Hichem Laboubi είναι ένας από αυτούς τους μόνιμους εργαζόμενους. Προσελήφθη με σύμβαση αορίστου χρόνου στις 28 Νοεμβρίου 2005 και είναι υπεύθυνος για τις δραστηριότητες επιτόπιας διαμεσολαβήσεως στα collèges (πρώτος κύκλος της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως) της Μασσαλίας.

17.

Συνεπεία της εξαιρέσεως της κατηγορίας των «συμβάσεων υποστηριζόμενης απασχολήσεως» βάσει του άρθρου L.1111-3 του γαλλικού εργατικού κώδικα, η AMS λαμβάνει υπόψη, για τον υπολογισμό του προσωπικού της, μόνο τους οκτώ εργαζομένους της που έχουν συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ο υπολογισμός αυτός έχει συνέπειες, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, στο καθεστώς εκπροσωπήσεως των εργαζομένων στο πλαίσιο της επιχειρήσεως. Σε αντίθεση με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες υπολογίζονται σε συνάρτηση με τη διάρκειά τους, οι «συμβάσεις υποστηριζόμενης απασχολήσεως» εξαιρούνται πλήρως από τον εν λόγω υπολογισμό. Βάσει της εθνικής νομοθεσίας, μολονότι η AMS διαθέτει περί τους εκατό εργαζόμενους με συμβάσεις «υποστηριζόμενης απασχολήσεως», που προστίθενται στους οκτώ μόνιμους εργαζομένους της ενώσεως, η ως άνω επιχείρηση δεν φθάνει το ελάχιστο όριο των πενήντα εργαζομένων από το οποίο και μετά θα είχαν εφαρμογή οι οικείες διατάξεις της οδηγίας 2002/14.

18.

Εντούτοις, στις 4 Ιουνίου 2010, η Union Locale des Syndicats CGT Quartiers Nord γνωστοποίησε στον διευθυντή της AMS την ίδρυση συνδικαλιστικού τμήματος της CGT στην AMS, διορίζοντας ως εκπρόσωπό της τον H. Laboubi. Στο έγγραφο του συνδικαλιστικού σωματείου, η AMS αντέτεινε το επιχείρημα ότι, εφόσον δεν έφθανε το ελάχιστο όριο των πενήντα εργαζομένων, δεν υποχρεούτο να εισαγάγει μέτρα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων.

19.

Στις 18 Ιουνίου 2010, η AMS κάλεσε τον H. Laboubi σε συνάντηση κατά την οποία τού κοινοποίησε την προσωρινή αναστολή της σχέσεως εργασίας. Την ίδια ημέρα, η AMS προσέφυγε στο tribunal d’instance de Marseille [ειρηνοδικείο της Μασσαλίας], ζητώντας να κηρυχθεί άκυρος ο διορισμός του H. Laboubi ως εκπροσώπου του συνδικαλιστικού τμήματος της CGT.

20.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του tribunal d’instance, το τελευταίο υπέβαλε στο Conseil constitutionnel (γαλλικό Συνταγματικό Δικαστήριο) προκριματικό ζήτημα συνταγματικότητας, με το σκεπτικό ότι ο μη συνυπολογισμός των «συμβάσεων υποστηριζόμενης απασχολήσεως» στο προσωπικό της επιχειρήσεως θα μπορούσε να θίξει τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Με απόφαση της 29ης Απριλίου 2011, το Conseil constitutionnel έκρινε ότι ο ως άνω μη υπολογισμός δεν ήταν αντισυνταγματικός.

21.

Κατόπιν του παρεμπίπτοντος αυτού ελέγχου συνταγματικότητας, το tribunal d’instance de Marseille έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου L.1111-3 του γαλλικού εργατικού κώδικα ερχόταν σε αντίθεση με το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα με την οδηγία 2002/14, οπότε άφησε ανεφάρμοστη την εθνική νομοθετική διάταξη και απέρριψε ως εκ τούτου την αγωγή της AMS.

22.

Κατόπιν αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour de cassation, το ως άνω δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

III – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

23.

Στις 16 Απριλίου 2012, πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, τα ερωτήματα της οποίας έχουν ως εξής:

«1)

Χωρεί επίκληση του θεμελιώδους δικαιώματος των εργαζομένων στην ενημέρωση και τη διαβούλευση, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 27 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εξειδικεύθηκε με τις διατάξεις της οδηγίας 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, στο πλαίσιο της εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, προκειμένου να εξακριβωθεί o σύμφωνος χαρακτήρας εθνικού μέτρου μεταφοράς της οδηγίας;

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, έχουν οι οικείες διατάξεις την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στο πλαίσιο των κάτωθι συμβάσεων: «σύμβαση μαθητείας», «σύμβαση πρωτοβουλία για την απασχόληση», «σύμβαση υποστηριζόμενης απασχολήσεως», «σύμβαση επαγγελματικής καταρτίσεως» δεν συνυπολογίζονται στο προσωπικό της επιχειρήσεως, ιδίως για τον καθορισμό των κατώτατων νομίμων ορίων για τη δημιουργία οργάνων εκπροσωπήσεως του προσωπικού;»

24.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η CGT, αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη, οι Κυβερνήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, καθώς και η Επιτροπή.

25.

Στις 23 Απριλίου 2013 έλαβε χώρα η επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στην οποία μετείχαν οι εκπρόσωποι της CGT, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Επιτροπής.

IV – Ανάλυση

26.

Το Cour de cassation υποβάλλει δύο ερωτήματα με πολύ διαφορετικό χαρακτήρα, εκ των οποίων το δεύτερο προϋποθέτει την καταφατική απάντηση στο πρώτο. Το πρώτο ερώτημα θέτει ουσιαστικώς ζητήματα αρχής, όπως επισήμανα στην αφετηρία των παρουσών προτάσεων. Πρόκειται εν τέλει για το ζήτημα αν δικαίωμα που διακηρύσσεται από τον Χάρτη και το οποίο εξειδικεύεται από το παράγωγο δίκαιο συνιστά νόμιμη παράμετρο εκτιμήσεως στο συγκεκριμένο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών. Για την περίπτωση που δοθεί η απάντηση ότι μια τέτοια παράμετρος είναι θεμιτή, και μόνο για την περίπτωση αυτή, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει ένα ειδικό και συγκεκριμένο ερώτημα, ως προς το οποίο επίσης έχει αμφιβολίες, σχετικά με τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης ορισμένης εθνικής νομοθετικής διατάξεως, εν προκειμένω του άρθρου L. 1111.3, στοιχείο 4, του γαλλικού εργατικού κώδικα.

27.

Είναι σημαντικό, προκειμένου να μην υπάρξουν ασάφειες, να τονισθεί ότι αυτό σημαίνει ότι το Cour de cassation δεν υποβάλλει το σύνηθες ερώτημα αν μια οδηγία μπορεί να έχει οριζόντιο αποτέλεσμα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, διότι το Cour de cassation, όπως προκύπτει από την απόφασή του περί παραπομπής, έχει επαρκή γνώση της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με το ζήτημα αυτό. Αυτό που πρωτίστως ερωτά είναι κάτι τελείως διαφορετικό: αν ο Χάρτης, σε περίπτωση στην οποία το περιεχόμενό του, αφενός, έχει την ανάγκη μεσολαβήσεως μιας πράξεως που να το εξειδικεύει και, αφετέρου, η εξειδίκευση αυτή έχει πραγματοποιηθεί μέσω μιας οδηγίας, αποτελεί επιτρεπτή παράμετρο ελέγχου προκειμένου το εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με τη νομιμότητα ενός εθνικού κανόνα δικαίου. Εν συνεχεία θα εγκύψω, όπως προανέφερα, στον προβληματισμό του Cour de cassation όσον αφορά τη συμβατότητα μεταξύ του δίκαιου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου.

Α. Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα

1. Ο Χάρτης και τα αποτελέσματά του στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών

28.

Πριν προτείνω απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τα οριζόντια αποτελέσματα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με μια κατά τη γνώμη μου παρεξήγηση. Πρόκειται για τη θέση ότι ο Χάρτης περιέχει διάταξη σχετικά με τα αποτελέσματα ή, ακριβέστερα, την έλλειψη αποτελεσμάτων των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Κατά την εν λόγω θέση, τέτοια διάταξη συνιστά το άρθρο 51, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, κατά την οποία «(ο)ι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά […] όργανα […] της Ένωσης […], καθώς και στα κράτη μέλη […]».

29.

Από το ως άνω γράμμα, η θέση αυτή με την οποία εγώ δεν συμφωνώ συνάγει ένα συμπέρασμα a contrario ή, μάλλον, inclusio unius, κατά το οποίο, εφόσον οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και στα κράτη μέλη, δεν απευθύνονται στους ιδιώτες ( 3 ).

30.

Θεωρώ το συμπέρασμα αυτό εντελώς βεβιασμένο. Αρκεί να επισημανθεί ότι, παραδοσιακώς, τα, κατά πλειοψηφία, συνταγματικά κείμενα τα οποία περιέχουν διακηρύξεις δικαιωμάτων δεν πραγματοποιούν ρητή αναφορά στους αποδέκτες των δικαιωμάτων ή στους «υποκείμενους» σε αυτά, που αυτομάτως θεωρούνταν ότι ήταν οι δημόσιες αρχές. Αφετέρου, οι περιπτώσεις στις οποίες κατονομάζονται ρητώς οι ιδιώτες ως δυνητικοί αποδέκτες εξακολουθούν να αποτελούν σαφώς τη μειοψηφία. Αυτό σημαίνει ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, το ζήτημα της σημασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις έχει χρειασθεί να επιλυθεί ερμηνευτικώς, χωρίς τη συνδρομή ρητού συνταγματικού κανόνα και εν γένει σε περιπτωσιολογική βάση ( 4 ).

31.

Κατ’ εμέ, χωρίς να απαιτείται να εισέλθω σε εξαντλητική ερμηνεία της διατάξεως, είναι αρκούντως σαφές ότι το πρόβλημα στο οποίο ουσιαστικώς επεδίωκε να αναφερθεί το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη ήταν το πρόβλημα της εκτάσεως στην οποία τα διακηρυσσόμενα στον Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα δεσμεύουν αφενός τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και αφετέρου τα κράτη μέλη. Κατά τη γνώμη μου, κανένα στοιχείο του γράμματος της διατάξεως ή, αν δεν απατώμαι, των προπαρασκευαστικών εργασιών ή των επεξηγήσεων του Χάρτη δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, μέσω του γράμματος της εν λόγω διατάξεως, υπήρχε πρόθεση να γίνει αναφορά στο εξαιρετικά περίπλοκο ζήτημα των αποτελεσμάτων που παράγουν τα θεμελιώδη δικαιώματα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών ( 5 ).

32.

Τέλος, θεωρώ ότι στον προηγούμενο συλλογισμό δεν αντιτίθεται ούτε η δεύτερη περίοδος του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, στο μέτρο που διακηρύσσει ότι «οι ανωτέρω», δηλαδή, η Ένωση και τα κράτη μέλη, «σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες». Είναι σαφές ότι ούτε η ως άνω περίοδος έχει τον σκοπό, έστω και ως παράπλευρο αποτέλεσμα, να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Χάρτη στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου. Η έννοια της ως άνω περιόδου συνίσταται στην εισαγωγή, πρώτον, μιας summa divisio [βασικής διακρίσεως] μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών» και, δεύτερον, μιας caveat [επιφυλάξεως] όσον αφορά τυχόν μεταβολή της αναθέσεως αρμοδιοτήτων στην Ένωση, όπως προσδιορίζεται στις Συνθήκες, συνεπεία της ενάρξεως ισχύος του Χάρτη.

33.

Αν, όπως πιστεύω, τα πράγματα έχουν έτσι, τούτο σημαίνει ότι, ως προς το σημείο αυτό, ο ερμηνευτής του Χάρτη ευρίσκεται αντιμέτωπος με τον ίδιο, συχνά νεφελώδη, ορίζοντα που συναντά γενικώς και ο ερμηνευτής των Συνταγμάτων των κρατών μελών.

34.

Μπαίνοντας πλέον στην ουσία του ερωτήματος, και δεδομένων ορισμένων απόψεων που εκφράζονται συναφώς, θα φαινόταν ίσως ότι η ιδέα των οριζόντιων αποτελεσμάτων αποτελεί έννοια άγνωστη στο δίκαιο της Ένωσης, που αντιμετωπίζεται για πρώτη φορά λόγω της ενσωματώσεως του Χάρτη στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης. Εντούτοις, η ιδέα ότι οι θεμελιώδεις ελευθερίες κυκλοφορίας ( 6 ) ή ορισμένες αρχές όπως η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου ( 7 ) ασκούν επιρροή στις έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου είναι παλαιά και παγιωμένη. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η άποψη ότι τα άλλα θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη πέραν των θεμελιωδών ελευθεριών ή της αρχής της ισότητας θα μπορούσαν να έχουν καθεστώς διαφορετικό και, τρόπον τινά, λιγότερο ευνοϊκό στο πλαίσιο του Χάρτη φαίνεται εξαιρετικά προβληματική.

35.

Εν κατακλείδι, όπως ορθώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, εφόσον τα οριζόντια αποτελέσματα των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν είναι άγνωστα στο δίκαιο της Ένωσης, θα ήταν παράδοξο η ενσωμάτωση του Χάρτη στο πρωτογενές δίκαιο να μεταβάλει, επί τα χείρω, αυτή την κατάσταση των πραγμάτων.

36.

Το πρόβλημα της συχνά επονομαζόμενης «Drittwirkung» [τριτενέργειας], κατά την επιτυχή γερμανική έκφραση, δεν είναι τόσο η εν λόγω ιδέα αυτή καθεαυτήν, η έννοιά της ή η αναπαράστασή της στη δική μας συνταγματική κουλτούρα, πράγμα δυσχερώς αμφισβητήσιμο ( 8 ). Το πρόβλημα έγκειται στην ορθή κατανόηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων της, το δε πρόβλημα αυτό επιδεινώνεται καθόσον τα εν λόγω αποτελέσματα έχουν, σχεδόν κατ’ ανάγκη, πρωτεϊκή φύση, υπό την έννοια ότι έχουν πολυποίκιλες εκδηλώσεις. Ως εκ τούτου, η δυσκολία έγκειται στο να γίνει κατανοητό ότι η υποχρέωση των ιδιωτών να σέβονται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων κανονικά επιβάλλεται, άμεσα και ευθέως, από τη δημόσια αρχή αυτή καθεαυτήν. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η ιδέα να υπόκεινται οι ιδιώτες στα θεμελιώδη δικαιώματα ευρίσκει συχνά έκφραση ως «καθήκον προστασίας» των δικαιωμάτων από τη δημόσια αρχή ( 9 ). Αυτή είναι, άλλωστε, η προσέγγιση που έχει υιοθετήσει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο αποτελεί, στο επίπεδο αυτό, την αναμφισβήτητη αυθεντία ( 10 ).

37.

Από πρακτικής απόψεως, τα αποτελέσματα που παράγουν τα θεμελιώδη δικαιώματα μεταξύ ιδιωτών αποκτούν σημασία όταν η έννομη τάξη προβλέπει ορισμένο εγγυητή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συχνά δικαστικής φύσεως. Στις περιπτώσεις αυτές, τα θεμελιώδη δικαιώματα αυτά καθαυτά επιβάλλονται ή αποκτούν δεσπόζουσα θέση στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, χάρη στο κρατικό όργανο το οποίο αποφαίνεται, ως μέγιστη αυθεντία, επί των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η έννοια των οριζόντιων αποτελεσμάτων συνεπάγεται την εντυπωσιακή αύξηση της παρουσίας των δικαστηρίων ως ερμηνευτών των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου. Το πιο συγκεκριμένο όργανο μέσω του οποίου καθίσταται λειτουργικός ο ως άνω μηχανισμός είναι οι ad hoc διαδικασίες εξατομικευμένης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπου οι διαδικασίες αυτές υφίστανται ( 11 ).

38.

Τέλος, τα οριζόντια αποτελέσματα των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι πολύ διαφορετικά για το κάθε δικαίωμα ή, πιο απλά, για τις διάφορες ομάδες δικαιωμάτων. Υπάρχουν δικαιώματα τα οποία, ως εκ της διαρθρώσεώς τους, δεν απευθύνονται στους ιδιώτες, καθώς και δικαιώματα ως προς τα οποία θα ήταν αδιανόητο να μη γίνει δεκτή η σημασία τους στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου. Δεν είναι απαραίτητο να επεκταθώ ως προς το σημείο αυτό, ούτε άλλωστε η παρούσα περίσταση παρέχει τέτοια δυνατότητα. Αρκεί να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο δικαίωμα που μας απασχολεί, δηλαδή στο κατά το άρθρο 27 του Χάρτη δικαίωμα των εργαζομένων σε ενημέρωση και διαβούλευση στο πλαίσιο της επιχειρήσεως.

39.

Το δικαίωμα που αναγνωρίζεται στο άρθρο αυτό αποτελεί εξαίρετο παράδειγμα της δεύτερης ομάδας δικαιωμάτων στην οποία μόλις αναφέρθηκα, δηλαδή, των δικαιωμάτων ως προς τα οποία θα ήταν όλως επικίνδυνο να μη γίνει δεκτή η σημασία τους στις έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου. Το άρθρο αυτό ορίζει, όπως ήδη γνωρίζουμε και με διατύπωση που θα έχουμε ακόμη πολλές ευκαιρίες να εξετάσουμε, ότι «(ε)ξασφαλίζεται στους εργαζομένους ή τους εκπροσώπους τους, στα ενδεδειγμένα επίπεδα, εγκαίρως ενημέρωση και διαβούλευση, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές».

40.

Το εν λόγω άρθρο φέρει την επικεφαλίδα «Δικαίωμα των εργαζομένων στην ενημέρωση και τη διαβούλευση στο πλαίσιο της επιχείρησης», βάσει δε της τελευταίας διευκρινίσεως πρέπει αναπόφευκτα να γίνει δεκτό ότι κατά κάποιον τρόπο «η επιχείρηση» εμπλέκεται στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος αυτού. Ασφαλώς, οι δημόσιες αρχές (η Ένωση και τα κράτη) είναι οι πρώτοι που καλούνται να «εξασφαλίσουν» στους εργαζόμενους την απόλαυση του ως άνω δικαιώματος, διά της εγκρίσεως και εφαρμογής των κατάλληλων διατάξεων. Επίσης όμως και οι επιχειρήσεις αυτές καθεαυτές, ανεξαρτήτως του αν είναι δημόσιες ή ιδιωτικές, πρέπει με τη συμμόρφωσή τους στις διατάξεις της δημόσιας αρχής να εξασφαλίσουν και αυτές στους εργαζόμενους, σε καθημερινή βάση, ενημέρωση και διαβούλευση στα ενδεδειγμένα επίπεδα.

41.

Όλα τα ανωτέρω με οδηγούν στο ενδιάμεσο συμπέρασμα, το οποίο διαμορφώνεται βάσει των όσων θα ειπωθούν κατωτέρω, ότι χωρεί επίκληση του άρθρου 27 σε διαφορά μεταξύ ιδιωτών. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να αποκλεισθεί αυτό το ενδεχόμενο βάσει της θέσεως ότι ο Χάρτης, συνεπεία των οριζομένων στο άρθρο 51, παράγραφος 1, αυτού, στερείται σημασίας στις έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου.

42.

Το πρόβλημα που πρέπει να εξετασθεί εν συνεχεία είναι ότι ο Χάρτης περιλαμβάνει τόσο «δικαιώματα» όσο και «αρχές», κατά την έννοια των γενικών διατάξεών του. Για την περίπτωση που το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως συνιστά «αρχή», το άρθρο 52, παράγραφος 5, του Χάρτη περιέχει πολύ συγκεκριμένες διατάξεις, όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω, σχετικά με τις περιορισμένες δυνατότητες επικλήσεως «αρχής» ενώπιον δικαστηρίου. Τούτο μας οδηγεί στην εξέταση του καθεστώτος της «αρχής» το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί στο άρθρο 27 του Χάρτη.

2. Το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως ως «αρχή» κατά την έννοια των γενικών διατάξεων του Χάρτη

43.

Μεταξύ των νέων στοιχείων που εισήγαγε το κείμενο του Χάρτη του 2007, ξεχωρίζει σαφώς η διάκριση μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών», η οποία εισάγεται με το άρθρο 51, παράγραφος 1, διακηρύσσεται στον τίτλο του άρθρου 52 και προσδιορίζεται σχετικά με τα αποτελέσματά της, σε ό,τι αφορά τις αρχές, στην παράγραφο 5 του άρθρου 52. Εντούτοις, αυτό που προδήλως δεν πράττει ο Χάρτης είναι να κατατάξει τα θεμελιώδη δικαιώματα στην καθεμία από τις δύο ομάδες, όπως συμβαίνει συνήθως στο συγκριτικό δίκαιο ( 12 ). Οι επεξηγήσεις περιορίζονται στο να δώσουν ορισμένα παραδείγματα του ενός και του άλλου είδους, χωρίς όμως δυστυχώς να περιλαμβάνεται σε αυτά το δικαίωμα που μας απασχολεί ( 13 ). Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω, τούτο αποτελεί πρόβλημα, αν και φυσικά όχι ανυπέρβλητο.

44.

Είναι σχεδόν περιττό να επισημάνω καταρχάς ότι, στην αρχιτεκτονική του Χάρτη, η γενική κατηγορία, την οποία μάλιστα έχει συμπεριλάβει στην ονομασία του, των «θεμελιωδών δικαιωμάτων» πρέπει να χαρακτηρίζει το σύνολο του περιεχομένου του. Με άλλα λόγια, τίποτε από τα όσα περιέχονται στον Χάρτη, στις ουσιαστικές διατάξεις του, δεν πρέπει να αποκλείεται από την κατηγορία του «θεμελιώδους δικαιώματος». Πάντως, επισημαίνεται κάτι που μπορεί να φαίνεται λιγότερο προφανές, ότι δηλαδή το γεγονός ότι ορισμένο ουσιαστικό στοιχείο το οποίο περιέχεται στον Χάρτη φαίνεται σε κάποιο άλλο σημείο του Χάρτη να χαρακτηρίζεται ως «δικαίωμα» δεν αποκλείει εκ του λόγου αυτού και μόνο την υποψηφιότητα του στοιχείου αυτού για την κατηγορία της «αρχής», κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 5.

45.

Ειδικότερα, συχνά, τόσο στον ίδιο τον Χάρτη όσο και στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, χαρακτηρίζεται ως «δικαίωμα» ή ως «κοινωνικό δικαίωμα» το ουσιαστικό περιεχόμενο κοινωνικού χαρακτήρα το οποίο, εφόσον δεν συνάγεται εξ αυτού υποκειμενικό νομικό καθεστώς που να θεμελιώνει άμεσες αξιώσεις, λειτουργεί μόνο κατόπιν μεσολαβήσεως της δημόσιας αρχής ή εξειδικεύσεως από την αρχή αυτή. Πρόκειται δηλαδή για (κοινωνικό) «δικαίωμα» λόγω του αντικειμένου του, ή ακόμη και της ταυτότητάς του, και για «αρχή» λόγω του τρόπου λειτουργίας του.

46.

Οι συντάκτες του Χάρτη θεώρησαν, περισσότερο ή λιγότερο βασίμως, ότι με τη χρήση, για τα δικαιώματα, του ρήματος «σέβομαι» και, για τις αρχές, του ρήματος «τηρώ» εξασφαλιζόταν μεγαλύτερη σαφήνεια. Τούτο δεν μου φαίνεται πρόδηλο. Αντιθέτως, μου φαίνεται πιο εκφραστική η αναφορά στην εντολή να «[προαχθεί η] εφαρμογή» των «αρχών» στη δεύτερη περίοδο του άρθρου 51, παράγραφος 1. Η εντολή αυτή είναι όντως σημαντική και ταυτοχρόνως εκφράζει τον σύμφυτο δυνητικό χαρακτήρα των «αρχών». Κατωτέρω, θα προσπαθήσω να εκθέσω συνοπτικώς τη σημασία της παρουσίας διατάξεων αυτού του είδους στις διακηρύξεις δικαιωμάτων των κρατών μελών και τώρα στον Χάρτη, με κάποιες αναφορές στο ιστορικό της καταρτίσεώς του, ως προστάδιο στην πρότασή μου για κατανόηση του δικαιώματος που μας απασχολεί ως «αρχής».

α) Γένεση της διακρίσεως μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών» και σύγκριση των προτύπων από τα οποία εμπνεύσθηκαν

47.

Η Συνέλευση που ήταν επιφορτισμένη με την κατάρτιση του αρχικού κειμένου του Χάρτη είχε συνείδηση της χρησιμότητας της εισαγωγής διακρίσεως μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών». Οι κατηγορίες αυτές θα χρησίμευαν όχι μόνο για να διευκολύνουν την ευρεία συναίνεση στο πλαίσιο της πρώτης Συνελεύσεως, αλλά και για να διευκολύνουν την πρακτική εφαρμογή των διατάξεων του Χάρτη ( 14 ). Οι συντάκτες του Χάρτη εμπιστεύθηκαν την εμπειρία ορισμένων κρατών μελών, όπου μια παρόμοια διάκριση καθιστούσε δυνατή την πλήρη ένδικη προστασία των «δικαιωμάτων» και τη μειωμένη, ή σε κάποιες περιπτώσεις ανύπαρκτη, ένδικη προστασία των καλούμενων «αρχών».

48.

Ήδη από το 1937 το ιρλανδικό Σύνταγμα, στο άρθρο του 45, αναφέρεται σε εξαντλητικό κατάλογο των κατονομαζόμενων από αυτό «κατευθυντήριων αρχών της κοινωνικής πολιτικής» («directive principles of social policy»), το περιεχόμενο του οποίου δεν επιδέχεται καμία εκτίμηση από τα δικαστήρια, διότι η μόνη αρχή που είναι επιφορτισμένη με τη μέριμνα της τηρήσεώς του είναι ο νομοθέτης ( 15 ). Αρκετές δεκαετίες μετά, το ισπανικό Σύνταγμα του 1978 θα ανέπτυσσε το σκεπτικό αυτό μέχρι του σημείου να αναγνωρίσει στο άρθρο 53, παράγραφος 3, αυτού ότι οι «αρχές» θα μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, «να διαπνέουν» τη δικαστική πρακτική ( 16 ). Στην ίδια κατεύθυνση θα προχωρούσαν και άλλα κράτη μέλη, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη κατηγοριών που ομοιάζουν αλλά είναι διαφορετικές από τα «δικαιώματα», οι οποίες απευθύνονται κυρίως στον νομοθέτη, αλλά μπορούν να έχουν ερμηνευτικό ρόλο στο πλαίσιο της νομολογίας, περιλαμβανομένης και κάποιας μορφής ελέγχου του κύρους των πράξεων του νομοθέτη στα κράτη εκείνα που δέχονται τον δικαστικό έλεγχο των νόμων ( 17 ). Τέτοια ήταν, παραδείγματος χάριν, η λειτουργία των «objectifs de valeur constitutionnelle [σκοπών συνταγματικού κύρους]» που έχουν αναπτυχθεί στη νομολογία του γαλλικού Conseil constitutionnel ( 18 ), των «Verfassungsziele [συνταγματικών σκοπών]» του αυστριακού Συντάγματος ( 19 ), καθώς και της αντίστοιχης κατηγορίας που προβλέπεται στον Θεμελιώδη Νόμο της Βόννης ( 20 ). Αντιπροσωπευτική είναι και η περίπτωση του πολωνικού Συντάγματος, του οποίου το άρθρο 81 περιορίζει επίσης το εύρος ορισμένων οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, έστω και αν η νομολογία του πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου έχει δημιουργήσει τη δυνατότητα ενός περιορισμένου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων υπό το πρίσμα των εν λόγω δικαιωμάτων ( 21 ).

49.

Εν συνόψει, τα κράτη μέλη που γνωρίζουν διάκριση παρόμοια προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του Χάρτη έχουν δημιουργήσει κατηγορία συμπληρωματική εκείνης των «δικαιωμάτων», που χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι δεν επιτρέπει την αναγνώριση δικαιωμάτων των οποίων χωρεί άμεση επίκληση ενώπιον των δικαστηρίων, αλλά διαθέτει κανονιστική ισχύ συνταγματικού κύρους μέσω της οποίας είναι δυνατός ο έλεγχος πράξεων, κυρίως νομοθετικού χαρακτήρα ( 22 ). Η ιδέα αυτή αντικατοπτρίζει επίσης την ανησυχία που υφίστατο στο πλαίσιο της Συνελεύσεως η οποία ήταν επιφορτισμένη με την κατάρτιση του Χάρτη και στο πλαίσιο της Συνελεύσεως για το Μέλλον της Ευρώπης. Διάφορα κράτη μέλη φοβούνταν ότι η αναγνώριση ορισμένων οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων θα προκαλούσε δικαστικοποίηση των δημόσιων πολιτικών, ιδίως σε τομείς με μεγάλη σημασία για τον προϋπολογισμό. Πράγματι, αρχικώς, αυτό που ονομάστηκε στο τέλος «αρχή» χαρακτηρίσθηκε στα αρχικά προσχέδια ως «κοινωνικές αρχές» ( 23 ). Έστω και αν το επίθετο αυτό θα εξαφανιζόταν αργότερα, είναι πρόδηλον ότι οι συντάκτες του Χάρτη ανησυχούσαν κυρίως για τα δικαιώματα επί παροχών και τα δικαιώματα κοινωνικής και εργατικής φύσεως ( 24 ).

β) Επί του όρου «αρχή» κατά την έννοια του Χάρτη

50.

Από το γράμμα του Χάρτη συνάγεται ότι οι «αρχές» περιέχουν εντολές προς τις δημόσιες αρχές, διαφοροποιούμενες κατ’ αυτόν τον τρόπο από τα «δικαιώματα», σκοπός των οποίων είναι η προστασία ενός ατομικού νομικού καθεστώτος το οποίο καθορίζεται άμεσα, έστω και αν η εξειδίκευσή του σε χαμηλότερα επίπεδα της εννόμου τάξεως είναι επίσης δυνατή. Οι δημόσιες αρχές οφείλουν να τηρούν το ατομικό νομικό καθεστώς το οποίο εγγυώνται τα «δικαιώματα», αλλά στην περίπτωση της «αρχής» η εντολή είναι σημαντικώς ευρύτερη: το γράμμα της δεν καθορίζει κάποιο ατομικό νομικό καθεστώς, αλλά ορισμένα γενικά ζητήματα και αποτελέσματα τα οποία διέπουν τη δράση όλων των δημοσίων αρχών. Με άλλα λόγια, οι δημόσιες αρχές, και ιδίως ο νομοθέτης, καλούνται να προαγάγουν και να μετατρέψουν την «αρχή» σε αναγνωρίσιμη νομική πραγματικότητα, τηρώντας πάντοτε το αντικειμενικό πλαίσιο (τον οικείο τομέα) και την τελολογία της (τα αποτελέσματα), όπως διαγράφονται από το κείμενο του Χάρτη που περιέχει την «αρχή» ( 25 ).

51.

Το γεγονός ότι οι «αρχές» χαρακτηρίζονται από την έννοια της εντολής επισημαίνεται και στις επεξηγήσεις του άρθρου 52 του Χάρτη, την ερμηνευτική αξία των οποίων επιβεβαιώνει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, αυτής. Ειδικότερα, οι επεξηγήσεις παρέχουν διάφορα παραδείγματα «αρχών», οι οποίες φαίνονται να έχουν διαμορφωθεί ως εντολές απευθυνόμενες στην «Ένωση», νοούμενη υπό ευρεία έννοια στην οποία εμπεριέχονται όλα τα θεσμικά όργανα, αλλά και τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης ( 26 ). Έτσι, το άρθρο 25, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στις ως άνω επεξηγήσεις, διακηρύσσει ότι η Ένωση «αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα των ηλικιωμένων προσώπων να διάγουν αξιοπρεπή και ανεξάρτητη ζωή και να συμμετέχουν στον κοινωνικό και πολιτιστικό βίο». Η ίδια αναγνώριση και σεβασμός πρέπει να ισχύσουν, κατά το άρθρο 26, ως προς το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες «να επωφελούνται μέτρων που θα τους εξασφαλίζουν την αυτονομία, την κοινωνική και επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή στον κοινοτικό βίο». Η εντολή προς την Ένωση επανεμφανίζεται ακόμη μια φορά στο άρθρο 37, με την απαίτηση να ενσωματώνει και να διασφαλίζει «υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και βελτίωση της ποιότητάς του […] σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης».

52.

Τι ισχύει όσον αφορά το άρθρο 27; Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η ενσωμάτωση στον Χάρτη του δικαιώματος των εργαζομένων στην ενημέρωση και τη διαβούλευση στο πλαίσιο της επιχειρήσεως, ως το πρώτο άρθρο του τίτλου «Αλληλεγγύη», είναι κάθε άλλο παρά τυχαία. Το ως άνω κοινωνικό δικαίωμα αντικατοπτρίζει, όπως αναφέρεται στις επεξηγήσεις, το άρθρο 21 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη ( 27 ) και τα σημεία 17 και 18 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων. Επιπλέον, πρόκειται για δικαίωμα το οποίο υφίστατο στο παράγωγο δίκαιο πριν την έναρξη ισχύος του Χάρτη, όχι μόνο στην ως άνω οδηγία 2002/14, αλλά και σε άλλες πράξεις του εργατικού δικαίου της Ένωσης, όπως η οδηγία 98/59/ΕΚ, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά τις ομαδικές απολύσεις ( 28 ) ή η οδηγία 94/45/ΕΚ, για τις ευρωπαϊκές επιτροπές επιχείρησης ( 29 ).

53.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες και παρά τις δυσχέρειες που συνεπάγεται η συμπλήρωση του νοήματος του Χάρτη εκεί όπου ο ίδιος ο Χάρτης, ούτως ειπείν, έχει σταματήσει το έργο του, θεωρώ ότι βαρύνουν περισσότερο τα επιχειρήματα που οδηγούν σε κατάταξη του ουσιαστικού περιεχομένου του άρθρου του 27 στην κατηγορία «αρχή», παρά στην αντίθετη κατηγορία. Υπάρχει πρωτίστως ένα διαρθρωτικό επιχείρημα που επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για εντολή προς τις δημόσιες αρχές κατά την έννοια που εκτέθηκε στο σημείο 50 των παρουσών προτάσεων.

54.

Ειδικότερα, πέρα από τη διακήρυξη του δικαιώματος αυτή καθεαυτήν και το καθήκον το οποίο συνεπάγεται για εξασφάλιση του δικαιώματος, το περιεχόμενο του δικαιώματος που ευθέως κατοχυρώνεται από την ως άνω διάταξη είναι αξιοσημείωτα ασθενές: «[…] [οι] περιπτώσεις και […] προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και […] τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές». Τούτο επιβεβαιώνει ότι η διάταξη απέχει από το να καθορίσει ένα ατομικό νομικό καθεστώς και επαφίεται στον νομοθέτη της Ένωσης και στον εθνικό νομοθέτη όσον αφορά την εξειδίκευση του περιεχομένου και των σκοπών που διατυπώνει η «αρχή». Ασφαλώς, «εξασφαλίζεται»«η ενημέρωση και διαβούλευση» για ένα δικαιούχο, τους εργαζομένους. Εντούτοις, δεν προσδιορίζεται ούτε το είδος των πληροφοριών ούτε ο λεπτομερής τρόπος διαβουλεύσεως, ούτε τα επίπεδα τα οποία αφορά, ούτε οι εκπρόσωποι μέσω των οποίων πραγματοποιείται. Το περιεχόμενο είναι τόσο αόριστο που μπορεί να ερμηνευθεί μόνον ως εντολή δράσεως προκειμένου οι δημόσιες αρχές να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ένα δικαίωμα ( 30 ). Έτσι, η ως άνω διάταξη δεν καθορίζει ατομικό νομικό καθεστώς, αλλά δίνει την εντολή στις δημόσιες αρχές να καθορίσουν το αντικειμενικό περιεχόμενο (την ενημέρωση και τη διαβούλευση για τους εργαζομένους) και τους σκοπούς (αποτελεσματικότητα της ενημερώσεως, αντιπροσωπευτικότητα βάσει των επιπέδων, έγκαιρος χαρακτήρας).

55.

Υπάρχει και ένα συστηματικό επιχείρημα. Η ομάδα δικαιωμάτων που έχει ενταχθεί στον τίτλο «Αλληλεγγύη» περιλαμβάνει κατά πλειοψηφία δικαιώματα τα οποία θεωρούνται ως κοινωνικά σε ό,τι αφορά την ουσία τους και ως προς το περιεχόμενο των οποίων προκρίνονται διατυπώσεις όπως αυτή του άρθρου 27. Τούτο σημαίνει ότι υφίσταται ισχυρό τεκμήριο ότι τα προβλεπόμενα στον εν λόγω τίτλο θεμελιώδη δικαιώματα ανήκουν στην κατηγορία των «αρχών». Βεβαίως, η θέση αυτή στο σύστημα του Χάρτη δεν αποτελεί παρά ένα τεκμήριο, στην περίπτωση όμως του άρθρου 27, πρόκειται για χαρακτηριστικό το οποίο προστίθεται στα όσα προαναφέρθηκαν.

56.

Τα όσα εκτέθηκαν έως εδώ αρκούν ώστε να θεμελιώσουν την πρότασή μου, ως ενδιάμεσο συμπέρασμα, να θεωρηθεί το δικαίωμα των εργαζομένων σε ενημέρωση και διαβούλευση στο πλαίσιο της επιχειρήσεως, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 27 του Χάρτη, ως «αρχή» κατά την έννοια των άρθρων 51, παράγραφος 1, και 52, παράγραφος 5, του Χάρτη.

3. Οι «αρχές» κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του Χάρτη: η δυνατότητα επικλήσεως ενώπιον των δικαστηρίων των καλούμενων «πράξεων εφαρμογής»

57.

Η λογική συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι μια «αρχή» όπως αυτή του άρθρου 27 του Χάρτη, που εγγυάται στους εργαζομένους ενημέρωση και διαβούλευση στο πλαίσιο της επιχειρήσεως, υπόκειται, ως προς το καθεστώς της, στις διατάξεις του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται όσον αφορά τη δυνατότητα επικλήσεως ενώπιον των δικαστηρίων. Το άρθρο 52, παράγραφος 5, εμφανίζει όμως αξιοσημείωτη περιπλοκότητα, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται χωριστή εξέταση καθεμίας από της περιόδους του. Ως εκ τούτου, υπενθυμίζω καταρχάς ότι η πρώτη περίοδος της εν λόγω παραγράφου 5 αναφέρεται σε κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως προϋποθέσεις εφαρμογής των «αρχών», και η δεύτερη περίοδος οριοθετεί την έκταση της ένδικης προστασίας τους.

58.

Σκοπός της πρώτης περιόδου είναι να προσδώσει περιεχόμενο στην «αρχή», πράγμα που πραγματοποιεί διακηρύσσοντας ότι οι «διατάξεις του παρόντος Χάρτη που περιέχουν αρχές μπορούν να εφαρμόζονται με νομοθετικές και εκτελεστικές πράξεις» που εκδίδονται από την Ένωση ή από τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Θα χαρακτηρίσω αυτή την πτυχή της διατάξεως ως παράμετρο «εξειδικεύσεως» της «αρχής», η οποία υλοποιείται κατά τη στιγμή της κανονιστικής διαμορφώσεως της «αρχής».

59.

Η δεύτερη περίοδος περιλαμβάνει τα στοιχεία που προορίζονται να εξασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα των «αρχών» ενώπιον των δικαστηρίων, έστω και αν, όπως διευκρινίζεται στην ως άνω διάταξη, τα αποτελέσματα περιορίζονται «[σ]την ερμηνεία των εν λόγω πράξεων και στον έλεγχο της νομιμότητάς τους». Θα χαρακτηρίσω αυτήν τη δεύτερη πτυχή ως παράμετρο «επικλήσεως» της «αρχής», η οποία υλοποιείται κατά το δικαστικό στάδιο της ζωής της «αρχής».

α) Οι καλούμενες «πράξεις εφαρμογής» που εξειδικεύουν την «αρχή» (πρώτη περίοδος του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη)

60.

Η Ένωση και τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να «προάγουν» τις «αρχές» που απαριθμούνται στον Χάρτη (άρθρο 51, παράγραφος 1) και προς τούτο λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα «εφαρμογής» ώστε να διασφαλίσουν ότι η προαγωγή αυτή είναι αποτελεσματική. Παρά τη χρήση του ρήματος «μπορούν», είναι πρόδηλον ότι δεν πρόκειται για απόλυτη διακριτική ευχέρεια, αλλά για δυνατότητα που εξαρτάται, όπως μόλις επισημάνθηκε, από την ύπαρξη σαφούς εντολής στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, με την οποία απαιτείται από την Ένωση και τα κράτη μέλη η «προαγωγή» των «αρχών». Βεβαίως, η προαγωγή θα είναι δυνατή μόνον διαμέσου των πράξεων «εφαρμογής» στις οποίες αναφέρεται εν συνεχεία το άρθρο 52.

61.

Ομοίως, από τη λεπτομερή εξέταση του γράμματος της πρώτης περιόδου του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη, επιβεβαιώνεται ότι η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε μέτρα κανονιστικής εφαρμογής των «αρχών», με τις συνέπειες που εκθέτω κατωτέρω.

62.

Ειδικότερα, η πρώτη περίοδος της ως άνω παραγράφου 5 διακηρύσσει ότι οι «αρχές» του Χάρτη μπορούν «να εφαρμόζονται» με πράξεις της Ένωσης και των κρατών μελών. Οι ως άνω πράξεις εφαρμογής πρέπει να νοούνται ως οι αναγκαίες πράξεις νομοθετικής εξειδικεύσεως, σκοπός των οποίων είναι απλώς να προσδώσουν επαρκές περιεχόμενο στην «αρχή», κατά τρόπο ώστε αυτή να δύναται να αποκτήσει αυτοτελές περιεχόμενο και, εν τέλει, να καταστεί δικαίωμα διαγνώσιμο από τα δικαστήρια. Το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό κατ’ άλλον τρόπο, διότι η εντολή απευθύνεται όχι μόνο στην εκτελεστική εξουσία, αλλά και στον νομοθέτη. Ως εκ τούτου, όταν η ως άνω διάταξη κάνει λόγο για την «εφαρμογή», αναφέρεται, πρωτίστως, σε μια ειδικώς κανονιστική εφαρμογή.

63.

Εν συνεχεία, θεωρώ ότι, μεταξύ των πράξεων κανονιστικής εφαρμογής στις οποίες αναφέρεται η πρώτη περίοδος του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη, μπορούν να εντοπισθούν ορισμένες διατάξεις ως προς τις οποίες είναι δυνατόν να λεχθεί ότι εξειδικεύουν ουσιωδώς και άμεσα το περιεχόμενο της «αρχής». Μια τέτοια διάκριση είναι αναπόφευκτη, καθόσον διαφορετικά, σε πεδία τόσο ευρέα όπως η κοινωνική πολιτική, το περιβάλλον ή η προστασία των καταναλωτών, η «εφαρμογή» μιας «αρχής» δεν θα ήταν τίποτε λιγότερο από έναν ολόκληρο κλάδο της εννόμου τάξεως, όπως παραδείγματος χάριν ολόκληρο το κοινωνικό δίκαιο, το περιβαλλοντικό δίκαιο ή το δίκαιο των καταναλωτών. Αυτή συνέπεια θα καθιστούσε περιττή και ενοχλητική, καθόσον αδύνατη, την αποστολή που ο Χάρτης αναθέτει στις «αρχές» ως κριτήριο για την ερμηνεία και για τον έλεγχο του κύρους των πράξεων.

64.

Με μια τέτοια διάκριση μεταξύ των πράξεων που προβαίνουν στην ουσιώδη και άμεση εξειδίκευση του περιεχομένου μιας «αρχής» και των λοιπών πράξεων, τόσο κανονιστικών όσο και πράξεων ατομικής εφαρμογής των «αρχών» αυτών, θα επιδιωκόταν κατά συνέπεια να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα τόσο των «αρχών» που περιέχονται στον Χάρτη όσο και του σκοπού που επιδιώκεται με το άρθρο 52, παράγραφος 5 και ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της προστασίας, έστω και υπό προϋποθέσεις, των επιταγών του Χάρτη για την εφαρμογή των οποίων απαιτείται η διαμεσολάβηση κανονιστικών ρυθμίσεων.

65.

Ειδικώς το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14 αποτελεί καλό παράδειγμα αυτού που χαρακτηρίζω ως πράξεις ουσιώδους και αμέσου εξειδικεύσεως μιας «αρχής». Το ως άνω άρθρο, όπως αναγράφεται στον τίτλο του, αφορά το «πεδίο εφαρμογής» των δικαιωμάτων που ορίζονται στην οδηγία 2002/14. Ο δε τίτλος της οδηγίας 2002/14 ασκεί επίσης επιρροή καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, διότι δηλώνει ότι η οδηγία έχει ως σκοπό «[να θεσπίσει] γενικ[ό] πλαίσι[ο] ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα», πράγμα το οποίο συμπίπτει ακριβώς με τον σκοπό του άρθρου 27 του Χάρτη.

66.

Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14 παρέχει τον ουσιώδη και άμεσο από απόψεως του περιεχομένου της «αρχής» προσδιορισμό: το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος ενημερώσεως και διαβουλεύσεως. Είναι αυτονόητο ότι ο προσδιορισμός της ιδιότητας του υποκειμένου του δικαιώματος αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος, με βάση την οποία είναι δυνατόν να καθορισθεί η προβλεπόμενη από τον Χάρτη ιδιαίτερη προστασία. Υπ’ αυτή την έννοια μπορεί να γίνει αναφορά στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14 ως παράδειγμα ουσιώδους και αμέσου εξειδικεύσεως του άρθρου 27 του Χάρτη και, ως εκ τούτου, δυνάμενο να αποτελέσει μέρος του περιεχομένου του ως άνω άρθρου 27 που μπορεί να προβληθεί ενώπιον των δικαστηρίων, όπως πρόκειται τώρα να εξηγήσω.

β) Η παράμετρος της «επικλήσεως» της «αρχής» (δεύτερη περίοδος του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη)

67.

Η δεύτερη περίοδος του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη, στο οποίο έχω αναφερθεί τόσες φορές, διακηρύσσει ως προς τις «αρχές» ότι «[η] επίκλησ[ή τους] […] ενώπιον δικαστηρίου είναι παραδεκτή μόνον για την ερμηνεία των εν λόγω πράξεων και τον έλεγχο της νομιμότητάς τους». Η διάταξη αυτή περιέχει δύο παραμέτρους που πρέπει τώρα να υπογραμμισθούν, μία έμμεση και μία άμεση, εκ των οποίων η πρώτη δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες ερμηνευτικές δυσχέρειες, σε αντίθεση με τη δεύτερη.

68.

Ως προς την πρώτη παράμετρο, είναι καταφανές ότι το κείμενο του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη, όπως έχει διατυπωθεί, αποκλείει εμμέσως πλην σαφώς τη δυνατότητα έμμεσης επικλήσεως μιας «αρχής» με σκοπό την άσκηση δικαιώματος το οποίο θεμελιώνεται στην αρχή αυτή ( 31 ). Ως εκ τούτου, ο Χάρτης περιορίζει την ένδικη προστασία των «αρχών» στη διάστασή τους ως κριτηρίου για την, ούτως ειπείν, εξυγίανση κανονιστικών ρυθμίσεων και πράξεων, πράττει δε τούτο μέσω μιας παραμέτρου που συνίσταται στο γράμμα της «αρχής» στον Χάρτη και στις πράξεις ουσιώδους και άμεσης εξειδικεύσεως.

69.

Η σιωπηρή, και ταυτοχρόνως η ερμηνευτικώς πιο λεπτή, παράμετρος έχει ως αντικείμενο τις «πράξεις» στις οποίες αναφέρεται η εν λόγω διάταξη. Ειδικότερα, αν η αναφορά στις «εν λόγω πράξεις» αφορούσε αποκλειστικώς τις πράξεις κανονιστικής εφαρμογής που προσδίδουν περιεχόμενο στην αρχή, θα ευρισκόμασταν ενώπιον ενός φαύλου κύκλου: οι κανονιστικές πράξεις εφαρμογής θα έπρεπε να ελέγχονται βάσει αρχής το περιεχόμενο της οποίας, όπως διακηρύσσει το άρθρο 27 του Χάρτη, είναι ακριβώς αυτό που της προσδίδεται από τις εν λόγω κανονιστικές πράξεις εφαρμογής.

70.

Επιβάλλεται κατά συνέπεια να θεωρηθεί ότι το πεδίο των πράξεων την ερμηνεία και τον έλεγχο των οποίων επιτρέπει η δεύτερη περίοδος του άρθρου 52, παράγραφος 5, είναι διαφορετικό και ευρύτερο από εκείνο των πράξεων κανονιστικής εξειδικεύσεως. Ειδικότερα, όλες οι πράξεις εφαρμογής που υπερβαίνουν την ουσιώδη και άμεση εξειδίκευση της «αρχής» μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επικλήσεως ενώπιον των δικαστηρίων από κοινού με τις λοιπές πράξεις εφαρμογής. Σε αντίθετη περίπτωση, θα εξαφανιζόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα τόσο του άρθρου 27 όσο και της δικαστικής κατοχυρώσεως του άρθρου αυτού στη δεύτερη περίοδο του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη.

71.

Ως εκ τούτου, βάσει του συνδυασμού της πρώτης και της δεύτερης περιόδου του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη, φρονώ ότι η χαρακτηριστική λειτουργία των πράξεων τις οποίες αποκάλεσα πράξεις ουσιώδους και άμεσης εξειδικεύσεως της «αρχής» συνίσταται στο γεγονός ότι εντάσσονται στο κριτήριο του κύρους των λοιπών πράξεων που εφαρμόζουν την εν λόγω «αρχή» υπό την έννοια της ως άνω περιόδου. Υπό το πρίσμα του κριτηρίου αυτού, το οποίο συνίσταται στο γράμμα της «αρχής» και των πράξεων που προβαίνουν στην ουσιώδη και άμεση εξειδίκευσή της, θα πρέπει να κριθεί το κύρος των λοιπών πράξεων εφαρμογής.

72.

Έτσι, παράδειγμα πράξεως που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου νομιμότητας βάσει της δεύτερης περιόδου του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη είναι η πράξη την οποία αφορά το δεύτερο ερώτημα του Cour de cassation: το άρθρο L.1111.3, στοιχείο 4, του γαλλικού εργατικού κώδικα, κανόνας ο οποίος εντάσσεται στο πλαίσιο του καθεστώτος υπολογισμού του προσωπικού της επιχειρήσεως για τους σκοπούς της εκπροσωπήσεως των εργαζομένων. Η ως άνω εκπροσώπηση λειτουργεί ως δίαυλος για την εφαρμογή του δικαιώματος των εργαζομένων σε ενημέρωση και διαβούλευση, οπότε αποτελεί σημαντικό στοιχείο στο πλαίσιο του σχεδιασμού και της πρακτικής εφαρμογής της «αρχής» του άρθρου 27 του Χάρτη. Ο κανόνας ο οποίος εξαιρεί ορισμένη κατηγορία εργαζομένων από το σύστημα υπολογισμού του προσωπικού είναι κανόνας που σαφώς δύναται να παραβιάσει το περιεχόμενο της «αρχής», στο οποίο ασφαλώς περιλαμβάνεται το περιεχόμενο που καθορίζεται στις πράξεις με τις οποίες πραγματοποιείται ουσιώδης και άμεση εξειδίκευση.

γ) Η παράμετρος ότι η πράξη ουσιώδους και αμέσου εξειδικεύσεως της αρχής είναι μια οδηγία

73.

Στην υπόθεση την οποία υποβάλλει στην κρίση μας το Cour de cassation, η εξειδίκευση του δικαιώματος των εργαζομένων σε ενημέρωση και διαβούλευση εντάσσεται επιπλέον σε μια οδηγία. Δεδομένου του χαρακτήρα της υποθέσεως αυτής ως διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, η παράμετρος αυτή δημιουργεί το ζήτημα αν ο ως άνω χαρακτήρας του κανόνα εξειδικεύσεως, ειδικότερα οι περιορισμένες δυνατότητές του να παραγάγει οριζόντια αποτελέσματα, μπορούν να αποτελέσουν πλήρως ανυπέρβλητο εμπόδιο σε όλα όσα έχω προτείνει μέχρι τώρα. Θα προσπαθήσω να δείξω ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

74.

Έστω και αν η ως άνω διάταξη του Χάρτη απαιτεί τη συνεργασία του νομοθέτη της Ένωσης, τούτο δεν σημαίνει ότι η εν λόγω συνεργασία συνεπάγεται απεριόριστη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων υπέρ της νομοθετικής εξουσίας, κατά μείζονα λόγο όταν αυτή η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων μπορεί τελικώς να καταστήσει κενή περιεχομένου την ως άνω δεύτερη περίοδο του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη. Μια τέτοια συνέπεια θα επερχόταν αν ο νομοθέτης, με το να επιλέξει ως νομοθετικό εργαλείο την οδηγία, στερούσε τους ιδιώτες, σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών, από τον δικαστικό έλεγχο κύρους τον οποίον τους εγγυάται ο Χάρτης.

75.

Δεν μπορεί όμως να αγνοείται το γεγονός ότι το ως άνω συμπέρασμα πρέπει να συμβιβασθεί με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας δεν χωρεί επίκληση των οδηγιών στις διαφορές μεταξύ ιδιωτών, εκτός αν η επίκληση γίνεται για λόγους ερμηνείας ( 32 ). Δεν θεωρώ αδύνατο τον συμβιβασμό αυτό, ούτε θεωρώ ότι οι συνέπειες της προτάσεώς μου δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου, όπως επισήμανε σχετικά με το ζήτημα αυτό η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στις γραπτές παρατηρήσεις της.

76.

Η διάταξη ή οι διατάξεις οδηγίας που, θεωρητικώς, μπορούν να εξειδικεύουν ουσιωδώς και άμεσα το περιεχόμενο «αρχής» δεν είναι ακριβώς πολυάριθμες, αλλά μάλλον το άκρως αντίθετο. Συναφώς, φρονώ ότι είναι δυνατόν να επιτύχω μια θεώρηση αυτού του είδους κανόνων υπό πολύ αυστηρή έννοια, κατά τρόπον ώστε το αποτέλεσμα να είναι απολύτως ανεκτό για το καθεστώς της κανονιστικής κατηγορίας στην οποία εντάσσονται, δηλαδή, τις οδηγίες. Με άλλα λόγια, η ουσιώδης και άμεση εξειδίκευση μιας διατάξεως του Χάρτη αποτελεί έργο που πρέπει να νοείται ως έχον ad hoc και σε κάθε περίπτωση «διακριτό» χαρακτήρα. Πάντως, από ποσοτικής απόψεως, οι διατάξεις οδηγίας που εκπληρώνουν την αποστολή αυτή θα είναι μεμονωμένες, οπότε η συνεχής και πάγια νομολογία σε αυτό το λεπτό ζήτημα θα μπορέσει να παραμείνει άθικτη ως προς το σύνολο σχεδόν των διατάξεων που περιέχονται στις υφιστάμενες και στις μελλοντικές οδηγίες.

77.

Τέλος, θεωρώ ότι η πρότασή μου ως προς αυτό το λεπτό ζήτημα είναι συνεπής προς την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου, το οποίο έχει δεχθεί, επίσης με τρόπο πολύ εξειδικευμένο, τον αντικειμενικό έλεγχο νομιμότητας των εθνικών πράξεων υπό το πρίσμα οδηγιών σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών. Χωρίς να χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο επ’ αυτού του ζητήματος, η λύση την οποία προτείνω εν προκειμένω, μακράν του να αποτελεί στροφή στη νομολογία του Δικαστηρίου, ακολουθεί αντιθέτως την οδό που χαράχθηκε με τις αποφάσεις CIA Security, Mangold ή Kükükdeveci ( 33 ), για να απαριθμήσω μόνο τις σημαντικότερες ( 34 ).

78.

Μια τελευταία σημαντική διευκρίνιση: η λύση την οποία προτείνω εν προκειμένω δεν θα οδηγήσει σε κατάσταση ανασφάλειας δικαίου. Απεναντίας, κατάσταση αβεβαιότητας θα μπορούσε να δημιουργήσει το ενδεχόμενο μονομερούς αλλοιώσεως από τον νομοθέτη των αποτελεσμάτων των γενικών διατάξεων του Χάρτη. Η διαδικασία εξειδικεύσεως του περιεχομένου των «αρχών» αποτελεί μέρος ενός αρχικού κύκλου παγιώσεως του Χάρτη, πράγμα που συμβαίνει απολύτως φυσιολογικά κατά τα πρώτα χρόνια ζωής μιας διακηρύξεως δικαιωμάτων στο πλαίσιο μιας συνταγματικής εννόμου τάξεως. Με την πάροδο του χρόνου, το εν λόγω περιεχόμενο θα σταθεροποιηθεί και θα οριοθετήσει την ένδικη προστασία των «αρχών» του Χάρτη, υποδεικνύοντας τόσο στις δημόσιες αρχές όσο και στους πολίτες το είδος του ελέγχου που μπορούν να διενεργήσουν τα δικαστήρια, καθώς και τα όρια του ελέγχου αυτού. Το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί παρά να συμβάλει στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά την εφαρμογή ενός κομβικού οργάνου για την έννομη τάξη της Ένωσης, όπως είναι ο Χάρτης, και ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή των «αρχών» που διατυπώνονται στο άρθρο του 52, παράγραφος 5.

79.

Πάντως, είναι αναμφισβήτητο ότι στην περίπτωση διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, έστω και αν ο δικαστής περιορίζεται στο να κηρύξει ως άκυρη ή να μην εφαρμόσει μια παράνομη πράξη, θα υπάρχει πάντοτε κάποιος διάδικος στον οποίο θα επιβάλλεται υποχρέωση την οποία δεν ανέμενε αρχικώς ότι θα ανελάμβανε. Εντούτοις, όπως υποστήριξε ο εκπρόσωπος της CGT κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο ιδιώτης ο οποίος υφίσταται ζημία ως συνέπεια μιας απροβλέπτως αναληφθείσας υποχρεώσεως, η οποία δημιουργείται αιφνιδίως λόγω παράνομης συμπεριφοράς κράτους μέλους, μπορεί πάντοτε να αξιώσει από το κράτος αυτό, όπου αρμόζει, την ανόρθωση της ζημίας την οποία υπέστη εξαιτίας της εν λόγω παρανομίας. Ασφαλώς, η αγωγή αποζημιώσεως λόγω ευθύνης των κρατών μελών για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης επινοήθηκε αρχικώς για να προστατεύσει εκείνους που προβάλλουν δικαίωμα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ( 35 ). Εντούτοις, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, στην οποία ο κανόνας της Ένωσης είναι μια «αρχή» του Χάρτη το περιεχόμενο της οποίας εθίγη από πράξη της οποίας η νομιμότητα αμφισβητείται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, είναι λογικό ότι το βάρος της αγωγής αποζημιώσεως φέρει εκείνος που ωφελήθηκε από την παράνομη συμπεριφορά και όχι ο δικαιούχος του δικαιώματος που απέρρευσε από την εξειδίκευση του περιεχομένου της «αρχής».

80.

Ως εκ τούτου, συμπερασματικώς, θεωρώ, βάσει της ως άνω δεύτερης περιόδου του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη, ότι το άρθρο 27 του Χάρτη, όπως εξειδικεύεται ουσιωδώς και άμεσα στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14, μπορεί να προβληθεί σε διαφορά μεταξύ ιδιωτών, με ενδεχόμενη συνέπεια τη μη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας.

Β. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα

81.

Με το δεύτερο ερώτημά του, που εντάσσεται στο πλαίσιο της εφαρμογής του καθεστώτος ένδικης προστασίας που περιγράφηκε προηγουμένως, το Cour de cassation υποβάλλει ευθέως ερώτημα σχετικά με τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης, εν προκειμένω το άρθρο 27 του Χάρτη, όπως έχει εξειδικευθεί με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14, ενός καθεστώτος όπως το προβλεπόμενο στο άρθρο L.1111-3 του γαλλικού εργατικού κώδικα. Κατά την ως άνω διάταξη, στο προσωπικό της επιχειρήσεως δεν συνυπολογίζονται, ειδικότερα, για τους σκοπούς του καθορισμού του αριθμού των εργαζομένων που απαιτείται κατά τον νόμο για τη δημιουργία οργάνων εκπροσωπήσεως του προσωπικού, οι εργαζόμενοι βάσει των καλούμενων «συμβάσεων πρωτοβουλία για την απασχόληση», «συμβάσεων υποστηριζόμενης απασχολήσεως» και «συμβάσεων επαγγελματικής καταρτίσεως».

82.

Έστω και αν το ερώτημα αναφέρεται γενικώς σε τρεις κατηγορίες συμβάσεων που εξαιρούνται, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η ενάγουσα της κύριας δίκης AMS έχει συνάψει «συμβάσεις υποστηριζόμενης απασχολήσεως» ο αριθμός των οποίων είναι μεταξύ 120 και 170, ενώ δεν προκύπτει ότι έχουν συναφθεί «συμβάσεις πρωτοβουλία για την απασχόληση» ούτε «συμβάσεις επαγγελματικής καταρτίσεως». Ως εκ τούτου, εφόσον το αιτούν δικαστήριο δεν διαπιστώσει το αντίθετο, η απάντηση που θα δοθεί πρέπει να αφορά αποκλειστικώς τη συμφωνία της εξαιρέσεως των «συμβάσεων υποστηριζόμενης απασχολήσεως», την οποία προβλέπει το άρθρο L.1111-3, στοιχείο 4, με την οδηγία 2002/14.

83.

Ως προς το ερώτημα αυτό έχουν εκφράσει τις απόψεις τους μόνο η Γαλλική Δημοκρατία, η CGT και η Επιτροπή. Κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, η ιδιάζουσα φύση των εξαιρούμενων συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και των «συμβάσεων υποστηριζόμενης απασχολήσεως», δικαιολογεί τον περιορισμό του εύρους του άρθρου 27 του Χάρτη, όπως εξειδικεύεται από την οδηγία 2002/14. Εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που αποβλέπουν στην επαγγελματική ένταξη και όχι για συμβάσεις που δεσμεύουν τον εργαζόμενο στο πλαίσιο μιας κανονικής εργασιακής σχέσεως, οι σκοποί του άρθρου 27 και της οδηγίας 2002/14 δεν θίγονται λόγω της εξαιρέσεως αυτής. Η Γαλλική Δημοκρατία επικαλείται το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, βάσει του οποίου η άσκηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας.

84.

Η δε CGT επικεντρώνει τα επιχειρήματά της στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Confédération générale du travail κ.λπ. (στο εξής: απόφαση CGT) ( 36 ). Η ως άνω απόφαση επέτρεψε στο Δικαστήριο να αποφανθεί για πρώτη φορά σχετικά με την οδηγία 2002/14, ακριβώς σε υπόθεση προερχόμενη από τη Γαλλική Δημοκρατία στην οποία αμφισβητούνταν η εξαίρεση μιας κατηγορίας εργαζομένων μέχρις ότου συμπληρώσουν ορισμένη ηλικία. Κατά τη γνώμη της CGT, το γεγονός ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εν λόγω εξαίρεση αντέβαινε στην οδηγία 2002/14, επιβεβαιώνει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, στην οποία ανακύπτει εκ νέου εξαίρεση μιας κατηγορίας εργαζομένων, υφίσταται παραβίαση της εν λόγω οδηγίας. Η Επιτροπή συμμερίζεται τα επιχειρήματα της CGT και προτείνει και αυτή στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει την οδηγία 2002/14 υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.

85.

Ειδικότερα, όπως εύστοχα υπογραμμίζουν η CGT και η Επιτροπή, η απόφαση η οποία εκδόθηκε στην υπόθεση CGT είναι διαφωτιστική όσον αφορά την απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Στην εν λόγω υπόθεση, η CGT προσέβαλε ενώπιον του γαλλικού Conseil d’État εθνική νομοθεσία που ανέβαλλε τον συνυπολογισμό μιας κατηγορίας εργαζομένων στο προσωπικό της επιχειρήσεως μέχρις ότου συμπληρώσουν ορισμένη ηλικία. Το Δικαστήριο ακολούθησε την υπόδειξη του γενικού εισαγγελέα Ρ. Mengozzi και δεν δέχθηκε ότι η θεμελιούμενη στην ηλικία αναβολή συνυπολογισμού διέφερε από τον μη συνυπολογισμό ( 37 ). Η γαλλική νομοθεσία δεν προέβλεπε την καταρχήν εξαίρεση μιας ομάδας εργαζομένων, αλλά εξαιρούσε τους εργαζόμενους αυτούς μόνο μέχρι να συμπληρώσουν ορισμένη ηλικία. Εντούτοις, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο πριν την έναρξη ισχύος του Χάρτη, έκρινε ότι αυτή η σχετική με την ηλικία προϋπόθεση ισοδυναμούσε με εξαίρεση, διότι συνέβαλλε στο να «[καταστούν] κενά περιεχομένου» τα δικαιώματα που κατοχυρώνονταν στην οδηγία 2002/14 και ως εκ τούτου αναιρούσε «την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής» ( 38 ).

86.

Ασφαλώς, το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2002/14 ορίζει ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο υπολογισμού των κατωτάτων ορίων απασχολούμενων εργαζομένων. Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξαίρεση μιας κατηγορίας εργαζομένων δεν ήταν απλώς υπολογισμός, αλλά μονομερής επανερμηνεία της έννοιας του όρου «εργαζόμενος». Έτσι, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, «καίτοι η οδηγία δεν καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους εργαζομένους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της κατά τον υπολογισμό των κατωτάτων ορίων απασχολούμενου προσωπικού, εντούτοις επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να συνυπολογίζουν τους εργαζομένους αυτούς» ( 39 ).

87.

Ως εκ τούτου, το άρθρο 27 του Χάρτη, όπως εξειδικεύεται ουσιωδώς και άμεσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2002/14 πρέπει μεν να ερμηνεύεται, δεδομένης της αποφάσεως CGT, κατά τρόπον ώστε να επιτρέπει στα κράτη να προβλέπουν μεθόδους για τον υπολογισμό του αριθμού των εργαζομένων που αποτελούν το προσωπικό μιας επιχειρήσεως, αλλά ουδόλως συνεπάγεται τη δυνατότητα εξαιρέσεως εργαζομένου από τον εν λόγω υπολογισμό. Τούτο δε ισχύει, όπως και στην υπόθεση CGT, ακόμη και σε περίπτωση στην οποία η εξαίρεση είναι μόνο προσωρινή.

88.

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να το ερμηνεύουν κατά το μέτρο του δυνατού με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της επίμαχης οδηγίας, προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με την οδηγία αυτή ( 40 ). Όπως είναι επίσης γνωστό, η ως άνω αρχή της σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Έτσι, η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο μιας οδηγίας όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου και δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου ( 41 ).

89.

Η κρίση για το αν υφίσταται δυνατότητα σύμφωνης ερμηνείας είναι αποκλειστικώς ευθύνη του αιτούντος δικαστηρίου, διότι τούτο προϋποθέτει πλήρη ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, πράγμα που προδήλως δεν αποτελεί αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

90.

Εντούτοις, το Cour de cassation, καθόσον ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς τη δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 27 του Χάρτη, όπως εξειδικεύεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14, πράττει τούτο λαμβάνοντας ακριβώς υπόψη το γεγονός ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιβεβαιώσει ερμηνεία όπως αυτή την οποία προτείνω στο σημείο 87 των παρουσών προτάσεων, δεν θα είναι δυνατή η πραγματοποίηση σύμφωνης ερμηνείας. Το Cour de cassation έχει πλήρη γνώση του εν λόγω θέματος, διότι δεν είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζει το ζήτημα αυτό και υποβάλλει σχετικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Επιπλέον, ο προβληματισμός όσον αφορά τη δυνατότητα επικλήσεως των ως άνω ρυθμίσεων της Ένωσης σε πλαίσιο όπως αυτό της υποθέσεως της κύριας δίκης δεν θα είχε νόημα αν το Cour de cassation είχε την πεποίθηση ότι θα ήταν δυνατόν να γίνει σύμφωνη ερμηνεία.

91.

Στο ίδιο συμπέρασμα έχει καταλήξει και η Γαλλική Κυβέρνηση, τόσο στις γραπτές όσο και στις προφορικές παρατηρήσεις της. Όταν ερωτήθηκε ρητώς επί του ζητήματος αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως αναγνώρισε ότι είναι αδύνατον να γίνει ερμηνεία του γαλλικού δικαίου ικανή να εξασφαλίσει την τήρηση του δικαίου της Ένωσης, όπως προτείνω να ερμηνευθεί στο σημείο 87 των παρουσών προτάσεων, ούτε καν βάσει των διατάξεων του εργατικού δικαίου οι οποίες επιτρέπουν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, παρέκκλιση από τα προβλεπόμενα στον νόμο, μέσω συλλογικής συμβάσεως.

92.

Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, για να είναι δυνατή ερμηνεία που να συμβιβάζει το άρθρο L.1111-3, στοιχείο 4, με το άρθρο 27 του Χάρτη, όπως εξειδικεύεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14, θα έπρεπε να υπάρχει δυνατότητα για μια «εξαίρεση της εξαιρέσεως», πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Η εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως, όταν ερωτήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με το ενδεχόμενο η εν λόγω «εξαίρεση της εξαιρέσεως» να απαντά στο άρθρο L. 2251-1 του γαλλικού εργατικού κώδικα, επισήμανε ότι η ως άνω διάταξη αφορά μόνο μέτρα που αποφασίζονται με συλλογική σύμβαση, πράγμα που δεν συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης.

93.

Εκτός των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι στην περίπτωση που δικαστήριο κράτους μέλους (το οποίο αποτελεί επιπλέον τον ανώτατο ερμηνευτή του εσωτερικού δικαίου) και η κυβέρνηση του ίδιου κράτους μέλους βεβαιώνουν αμφότεροι ότι η εσωτερική τους έννομη τάξη δεν παρέχει τη δυνατότητα μιας σύμφωνης με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας, το Δικαστήριο, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας ( 42 ), έχει την υποχρέωση να δεχθεί την εκτίμηση αυτή και να απαντήσει στο συγκεκριμένο ερώτημα που του έχει υποβληθεί. Διαφορετικά, θα ετίθετο εν αμφιβόλω όχι μόνο το πνεύμα συνεργασίας μεταξύ δικαστηρίων που διέπει τον προδικαστικό μηχανισμό του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αλλά και η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διαδικασίας.

94.

Υπό το φως των ανωτέρω και δεδομένης της αδυναμίας να πραγματοποιηθεί ερμηνεία που να συμβιβάζει την εσωτερική έννομη τάξη με τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του Χάρτη, όπως εξειδικεύεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14, μένει μόνο να εξετασθεί αν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο L. 1111-3 και, ιδίως, η εξαίρεση που αφορά τις «συμβάσεις υποστηριζόμενης απασχολήσεως», αντιβαίνουν στα όσα ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2002/14.

95.

Συναφώς, ανακεφαλαιώνοντας το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο στην υπόθεση CGT, αν μια προσωρινή εξαίρεση όπως αυτή που ίσχυε στην εν λόγω υπόθεση προσέβαλλε την ως άνω οδηγία, οφείλουμε κατά μείζονα λόγο να καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα όσον αφορά μια πλήρη και απεριόριστη εξαίρεση. Επίσης, το γεγονός ότι η «σύμβαση υποστηριζόμενης απασχολήσεως» υπηρετεί σκοπό επαγγελματικής εντάξεως ουδόλως αναιρεί το ως άνω συμπέρασμα, διότι ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί ότι ο εργαζόμενος βάσει της εν λόγω συμβάσεως έχει την ιδιότητα του «εργαζομένου» κατά την έννοια του άρθρου 27 του Χάρτη, όπως εξειδικεύεται από την οδηγία 2002/14.

96.

Άλλωστε, όσον αφορά το επιχείρημα της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με την ιδιάζουσα φύση των «συμβάσεων υποστηριζόμενης απασχολήσεως» και τη δικαιολόγησή της βάσει του γενικού συμφέροντος, το Δικαστήριο απάντησε σε παρόμοιο επιχείρημα στην ως άνω απόφαση CGT, κρίνοντας ότι η δικαιολόγηση εξαιρέσεως ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14, το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία ( 43 ). Θα ήταν δύσκολο να δοθεί διαφορετική απάντηση στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία επιπλέον αφορά μια πλήρη και χρονικώς απεριόριστη εξαίρεση μιας κατηγορίας εργαζομένων.

97.

Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο, ως απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα και δεδομένης της αδυναμίας να γίνει σύμφωνη ερμηνεία της εσωτερικής εννόμου τάξεως, να ερμηνεύσει το άρθρο 27 του Χάρτη, όπως εξειδικεύεται ουσιωδώς και άμεσα στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14, υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία αποκλείει ορισμένη κατηγορία εργαζομένων, ειδικότερα τους δικαιούχους των «εξαιρούμενων συμβάσεων», από τον υπολογισμό των κατωτάτων ορίων απασχολούμενων εργαζομένων για τους σκοπούς της εν λόγω διατάξεως.

V – Πρόταση

98.

Βάσει των προεκτεθέντων επιχειρημάτων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Cour de Cassation ως εξής:

«1)

Το άρθρο 27 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως εξειδικεύεται ουσιωδώς και άμεσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, μπορεί να προβληθεί σε διαφορά μεταξύ ιδιωτών, με ενδεχόμενη συνέπεια τη μη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας.

2)

Δεδομένης της αδυναμίας να γίνει σύμφωνη ερμηνεία του εθνικού δικαίου, το άρθρο 27 του Χάρτη, όπως εξειδικεύεται ουσιωδώς και άμεσα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία αποκλείει ορισμένη κατηγορία εργαζομένων, ειδικότερα τους δικαιούχους των “εξαιρούμενων συμβάσεων”, από τον υπολογισμό των κατωτάτων ορίων απασχολούμενων εργαζομένων για τους σκοπούς της εν λόγω διατάξεως, το δε εθνικό δικαστήριο δύναται, βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 5, του Χάρτη, να αφήσει ανεφάρμοστες τις εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν στους ως άνω κανόνες του δικαίου της Ένωσης.»


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.

( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002 (ΕΕ L 80, σ. 29).

( 3 ) Στη θεωρία, βλ., μεταξύ άλλων, De Mol, M., «Kücükdeveci: Mangold Revisited – Horizontal Direct Effect of a General Principle of EU Law», European Constitutional Law Review, 2010, no 6, σ. 302· Hatje, A., σε EU‑Kommentar (επιμέλεια Jürgen Schwarze), 2η έκδοση, Baden‑Baden, 2009, άρθρο 51, σ. 2324, πλαγιάριθμος 20· Kingreen, T., EUV/EGV – Komentar, 3η έκδοση, Μόναχο, 2007, άρθρο 51 GRCh, σ. 2713, πλαγιάριθμος 18, ή Riesenhuber, K., Europäisches Arbeitsrecht, Αμβούργο, 2009, § 2, σ. 45, πλαγιάριθμος 25. Ως προς τις διάφορες θέσεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με το ζήτημα αυτό, βλ. τις γενικής φύσεως αναπτύξεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak στις προτάσεις της στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2012, C-282/10, Dominguez.

( 4 ) Βλ. συγκριτική ανάλυση του Bilbao Ubillos, J.M., La eficacia de los derechos fundamentales frente a particulares, Centro de Estudios Políticos y Constitucionales, Μαδρίτη, 1997, σ. 277 επ., καθώς και τη συνοπτική παρουσίαση του Seifert, A., «L’effet horizontal des droits fondamentaux. Quelques réflexions de droit européen et de droit comparé», Revue trimestrielle de droit européen, Dalloz, 2013.

( 5 ) Υπ’ αυτήν την έννοια, βλ. Craig, P., EU Administrative Law, 2η έκδοση, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2012, σ. 465.

( 6 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1974, 36/74, Walrave και Koch (Συλλογή τόμος 1974, σ. 563, σκέψη 17)· της 14ης Ιουλίου 1976, 13/76, Donà (Συλλογή τόμος 1976, σ. 507, σκέψη 17)· της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 82)· της 11ης Απριλίου 2000, C-51/96 και C-191/97, Deliège (Συλλογή 2000, σ. I-2549, σκέψη 47)· της 6ης Ιουνίου 2000, C-281/98, Angonese (Συλλογή 2000, σ. I-4139, σκέψη 31)· της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-309/99, Wouters κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-1577, σκέψη 120), και της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C-438/05, International Transport Workers’ Federation και Finnish Seamen’s Union, γνωστή ως «Viking Line» (Συλλογή 2007, σ. I-10779, σκέψη 33).

( 7 ) Βλ. την πολύ σημαντική απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, 149/77, Defrenne (Συλλογή τόμος 1978, σ. 419).

( 8 ) Βλ., μεταξύ άλλων, Böckenförde, E.-W., Staat, Gesellschaft, Freiheit, Suhrkamp, Φρανκφούρτη, 1976, σ. 65 επ.· Díez-Picazo Giménez, L.-M., Sistema de Derechos fundamentales, 3η έκδοση, Thomson Civitas, Μαδρίτη, 2008, σ. 252 επ.· Pace, A., Problematica delle liberà costituzionali, Parte Generale, 2η έκδοση, Cedam, Πάδοβα, 1990· Clapham, A., Human Rights Obligations of Non-State Actors, Oxford University Press, 2006, και Kennedy, D., «The Stages of Decline of the Public/Private Distinction», 130 University of Pennsylvania Law Review, 1982.

( 9 ) Επί του καθήκοντος προστασίας που βαρύνει τις δημόσιες αρχές, βλ. Papier, H.-J., «Drittwirkung der Grundrechte», σε Merten, D. και Papier, H.-J. (επιμέλεια), Handbuch der Grundrechte in Deutschland und Europa, τόμος II, εκδόσεις C.F. Müller, Χαΐδελβέργη, 2006, σ. 1335 και 1336 και, ειδικότερα, τη συμβολή του Calliess, C., στο ίδιο έργο, σ. 963 επ, καθώς και Jaeckel, L., Schutzpflichten im deutschen und europäischen Recht, εκδόσεις Beck, Μόναχο, 2001.

( 10 ) Η θεωρία των «θετικών υποχρεώσεων ενέργειας του κράτους» αντλεί την προέλευσή της από την απόφαση Airey κατά Ιρλανδίας, της 9ης Οκτωβρίου 1979, που επιβεβαιώθηκε εν συνεχεία από πολυάριθμες αποφάσεις, από τις οποίες ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις Lopez Ostra κατά Ισπανίας, της 9ης Δεκεμβρίου 1994 και Ilascu κ.λπ. κατά Μολδαβίας και Ρωσίας, της 8ης Ιουλίου 2004. Συναφώς, βλ. ανάλυση των Sudre, F. κ.λπ., Les grands arrêts de la Cour européenne des Droits de l’Homme, 6η έκδοση, Puf, Παρίσι, σ. 18 επ.

( 11 ) Τέτοια είναι η περίπτωση, παραδείγματος χάριν, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ή της Ισπανίας, των οποίων τα Συνταγματικά Δικαστήρια, μέσω των ευθειών προσφυγών για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, ανέπτυξαν νομολογία με την οποία ο δικαστής των θεμελιωδών δικαιωμάτων τίθεται στο επίκεντρο του καθήκοντος προστασίας. Έτσι, στην περίπτωση της Γερμανίας, η επέμβαση του δικαστή ως δημόσιας αρχής ευρίσκεται στη βάση της νομολογίας του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση αναφοράς είναι η εκδοθείσα στην υπόθεση Lüth (BverfGE 7, 198), της 15ης Ιανουαρίου 1958. Στην περίπτωση της Ισπανίας, το Συνταγματικό Δικαστήριο διακήρυσσε ήδη με την απόφαση 18/1984, της 7ης Φεβρουαρίου 1984, ότι: «στην πραγματικότητα, αφενός, υφίστανται δικαιώματα που αντιτάσσονται μόνο στις δημόσιες αρχές [όπως τα δικαιώματα του άρθρου 24 (αποτελεσματική δικαστική προστασία)] και, αφετέρου, το γεγονός ότι οι δημόσιες αρχές υπόκεινται στο Σύνταγμα (άρθρο 9, παράγραφος 1) συνεπάγεται θετικό καθήκον να καταστούν αποτελεσματικά τα ως άνω δικαιώματα στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής, το δε καθήκον αυτό βαρύνει τον νομοθέτη, την εκτελεστική εξουσία και τα δικαστήρια, στο πλαίσιο των αντίστοιχων καθηκόντων τους» (σημείο 6o).

( 12 ) Συναφώς, Seifert, A., «L’effet horizontal des droits fondamentaux. Quelques réflexions de droit européen et de droit comparé» όπ.π., σ. 804 επ.

( 13 ) Κατά τις επεξηγήσεις, «[π]αραδείγματα αρχών που αναγνωρίζονται στο Χάρτη είναι τα άρθρα 25, 26 και 37. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα άρθρο του Χάρτη μπορεί να περιλαμβάνει τόσο στοιχεία δικαιώματος όσο και αρχής, βλ. άρθρα 23, 33 και 34.».

( 14 ) Ο Guy Braibant, διακεκριμένο μέλος της πρώτης Συνελεύσεως, εκθέτει στο έργο του La Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne, Seuil, Παρίσι, 2001, σ. 44 έως 46, τη σημασία της διακρίσεως μεταξύ «δικαιωμάτων» και «αρχών» προκειμένου να επιτευχθεί η ευρεία συναίνεση βάσει της οποίας συμπεριλήφθηκε στον Χάρτη το σχετικό με κοινωνικά ζητήματα κεφάλαιο.

( 15 ) Επί του άρθρου 45 του ιρλανδικού Συντάγματος και της νομολογίας του ιρλανδικού Supreme Court, βλ. Kelly, J. M., The Irish Constitution, 4η έκδοση, LexisNexis/Butterworths, Δουβλίνο, σ. 2077 επ.

( 16 ) Επί των αποτελεσμάτων των «κατευθυντηρίων αρχών της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής» του ισπανικού Συντάγματος, βλ. Jiménez Campo, J., Derechos fundamentales. Conceptos y garantías, Trotta, Μαδρίτη, 1999, σ. 122 επ., και Rodríguez de Santiago, J. M., «La forma de vincular de los preceptos del capítulo tercero del τίτλο primero de la Constitución española», σε Casas Baamonde, M.E. και Rodríguez-Piñero και Bravo-Ferrer, M., Comentarios a la Constitución española, Wolters Kluwer, Μαδρίτη, 2008, σ. 1187 επ.

( 17 ) Αντί πολλών, βλ. συγκριτική ανάλυση του Ladenburger, C., «Artikel 52 Abs. 5», σε Tettinger, P.J. και Stern, K., Europäische Grundrechte – Charta, Beck, Μόναχο, 2004, σ. 803 επ.

( 18 ) Βλ. απόφαση του Conseil Constitutionnel 94-359 CC, της 19ης Ιανουαρίου 1995, σημείο 7. Συναφώς, βλ. Burgorgue-Larsen, L., «Article II-112» σε Burgorgue-Larsen, L., Levade, A. και Picod, F., Traité établissant une Constitution pour l’Europe, Tome 2, Bruylant, Βρυξέλλες, 2005, σ. 684.

( 19 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, τα άρθρα 8, παράγραφος 2, 7, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και το άρθρο 9a του αυστριακού Bundesverfassungsgesetz. Συναφώς, βλ. Schäffer, H., «Zur Problematik sozialer Grundrechte», σε Merten, D. και Papier, H.-J. (επιμέλεια), Handbuch der Grundrechte in Deutschland und Europa, τόμος VII/1, εκδόσεις C.F. Müller, Χαΐδελβέργη, 2006, σ. 473 επ.

( 20 ) Αντί πολλών, βλ. Sommemann, K.-P., Staatsziele und Staatszielbestimmungen, Mohr Siebeck, Tübingen, 1997.

( 21 ) Αντί πολλών, βλ. Sadurski, W., Rights Before Courts. A Study of Constitutional Courts in Postcommunist States of Central and Eastern Europe, Springer, Dordrecht, 2005, σ. 178 επ.

( 22 ) Μια συνολική θεώρηση επί του ζητήματος αυτού απαντά σε Ηλιοπούλου-Στράγγα Τζ. (επιμέλεια), Soziale Grundrechte in Europa nach Lissabon, εκδόσεις Nomos/Σάκκουλας/Bruylant/Facultas, Baden-Baden, Αθήνα, Βρυξέλλες, Βιέννη, 2010.

( 23 ) Braibant, G., La Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne, όπ.π., σ. 252.

( 24 ) Συναφώς, βλ. ήδη Grimm, D., «Soziale Grundrechte für Europa», πλέον στο έργο Die Verfassung und die Politik. Einsprüche in Störfällen, εκδόσεις Beck, Μόναχο, 2001, σ. 275 επ.

( 25 ) Επ’ αυτού, με ανάλυση των «αρχών» ως εντολής που επικεντρώνεται στους σκοπούς, βλ. Borowsky, M., «Artikel 52», σε Mayer, J., Charta der Grundrechte der Europäischen Union, 3η έκδοση, Nomos, Baden-Baden, 2010, σ. 697 έως 699, Burgorgue-Larsen, L., «Article II-112», όπ.π., σ. 686 επ., και Mayer, F., «Artikel 6 EUV», σε Grabitz/Hilf/Nettesheim, Das Recht der Europäischen Union – Kommentar, Beck, Μόναχο, 2010, σημεία 65 επ.

( 26 ) Η επεξήγηση σχετικά με το άρθρο 52, παράγραφος 5, του Χάρτη αναφέρει τα ακόλουθα καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω: «[…] Οι αρχές μπορούν να τίθενται σε εφαρμογή με νομοθετικές ή εκτελεστικές πράξεις (που θεσπίζονται από την Ένωση δυνάμει των αρμοδιοτήτων της και από τα κράτη μέλη μόνο κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης)· επομένως, καθίστανται ουσιαστικής σημασίας για τα δικαστήρια μόνο κατά την ερμηνεία ή τον έλεγχο των πράξεων αυτών. Ωστόσο, δεν οδηγούν σε αξιώσεις για λήψη θετικής δράσης από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ή τις αρχές των κρατών μελών· αυτό είναι σύμφωνο τόσο με τη νομολογία του Δικαστηρίου […] όσο και με την προσέγγιση που ακολουθούν τα συνταγματικά συστήματα των κρατών μελών ως προς τις “αρχές”, ιδίως στον τομέα του κοινωνικού δικαίου».

( 27 ) Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, που τέθηκε προς υπογραφή από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 18 Οκτωβρίου 1961 στο Τορίνο και άρχισε να ισχύει στις 26 Φεβρουαρίου 1965.

( 28 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (EE L 225, σ. 16).

( 29 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (EE L 254, σ. 64).

( 30 ) Πρόκειται άλλωστε για εντολή η οποία δημιουργεί σημαντικές δυσχέρειες όσον αφορά τη διαμόρφωσή της σε υπερεθνικό επίπεδο. Συναφώς, βλ. Cruz Villalón, J., «La información y la consulta a los trabajadores en las empresas de dimensión comunitaria», La Ley, 1994, τόμος 2 και Insa Ponce de León, F. L., Los derechos de implicación de los trabajadores en las sociedades anónimas europeas, εκδόσεις Tirant lo Blanch, Βαλένθια, 2010.

( 31 ) Υπ’ αυτήν την έννοια, οι προπαρασκευαστικές εργασίες του Χάρτη επιβεβαιώνουν ότι τα μέλη της Συνελεύσεως ουδέποτε απέκλεισαν τη δυνατότητα δικαστικής εξετάσεως πράξεων υπό το πρίσμα των αρχών, πάντοτε όμως εξυπακουομένου ότι ο δικαστικός έλεγχος αφορούσε τον αφηρημένο έλεγχο πράξεων και όχι την εγγύηση των δικαιωμάτων, όπως διευκρινίζει ο Braibant, G., La Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne, όπ.π., σ. 46, καθώς και έτερο μέλος της Συνελεύσεως, ο P. Goldsmith, «A Charter of Rights, Freedoms and Principles», Common Market Law Review, 38 2001, σ. 1212 και 1213. Επί τη βάσει των προπαρασκευαστικών εργασιών και του γράμματος του άρθρου 52, παράγραφος 5, υπέρ της αντικειμενικής ελεγκτικής λειτουργίας του άρθρου αυτού τάσσεται και ο Ladenburger, C., «Protection of Fundamental Rights post-Lisbon – The interaction between the Charter of Fundamental Rights, the European Convention of Human Rights and National Constitutions» – Institutional Report, FI2012, σ. 33: «only one point is clear: Article 52 (5) 2nd sentence does not exclude any justiciability of principles».

( 32 ) Μεταξύ πολλών άλλων, βλ., κυρίως, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723)· της 12ης Ιουλίου 1990, C-188/89, Foster κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-3313)· της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. I-3325)· της 7ης Μαρτίου 1996, C-192/94, El Corte Inglés (Συλλογή 1996, σ. I-1281)· της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C-343/98, Collino και Chiappero (Συλλογή 2000, σ. I-6659)· της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I-8835), και Dominguez, προπαρατεθείσα. Επί της εξελίξεως της ως άνω νομολογίας, βλ. τις εργασίες, μεταξύ άλλων, των De Witte, B. «Direct effect, primacy and the nature of the legal order», σε Craig, P. και De Búrca, G., The Evolution of EU Law, 2η έκδοση, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2011, σ. 329 έως 340· Simon, D., «L’invocabilité des directives dans les litiges horizontaux: confirmation ou infléchissement?», Europe no 3, Μάρτιος 2010, και Dougan, M., «When Worlds Collide: Competing Visions of the Relationship Between Direct Effect and Supremacy», 44 Common Market Law Review, 2007.

( 33 ) Αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1996, C-194/94, CIA Security International (Συλλογή 1996, σ. I-2201), της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I-9981), και της 19ης Ιανουαρίου 2010, C-555/07, Kücükdeveci (Συλλογή 2010, σ. I-365).

( 34 ) Ως προς το σημείο αυτό αναφέρομαι στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Υ. Bot στην προπαρατεθείσα υπόθεση Kükükdeveci, και ιδίως στα σημεία 68 επ.

( 35 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψη 35)· της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και C-48/93, Brasserie du pêcheur και Factortame (Συλλογή 1996, σ. I-1029, σκέψη 31)· της 26ης Μαρτίου 1996, C-392/93, British Telecommunications (Συλλογή 1996, σ. I-1631, σκέψη 38)· της 23ης Μαΐου 1996, C-5/94, Hedley Lomas (Συλλογή 1996, σ. I-2553, σκέψη 24)· της 8ης Οκτωβρίου 1996, C-178/94, C-179/94 και C-188/94 έως C-190/94, Dillenkofer κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-4845, σκέψη 20)· και της 2ας Απριλίου 1998, C-127/95, Norbrook Laboratorios (Συλλογή 1998, σ. I-1531, σκέψη 106).

( 36 ) Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C-385/05 (Συλλογή 2007, σ. I-611).

( 37 ) Προπαρατεθείσα απόφαση CGT (σκέψη 38), όπου γίνεται παραπομπή στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην εν λόγω υπόθεση, ειδικότερα στο σημείο 28 των προτάσεων αυτών.

( 38 ) Προπαρατεθείσα απόφαση CGT (σκέψη 38).

( 39 ) Προπαρατεθείσα απόφαση CGT (σκέψη 34, η υπογράμμιση δική μου).

( 40 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις Pfeiffer κ.λπ. (προπαρατεθείσα, σκέψη 114)· της 23ης Απριλίου 2009, C-378/07 έως C-380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-3071, σκέψεις 197 και 198)· Kücükdeveci (προπαρατεθείσα, σκέψη 48), και Dominguez (προπαρατεθείσα, σκέψη 24).

( 41 ) Βλ. αποφάσεις της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I-2483, σκέψη 100), και Αγγελιδάκη κ.λπ. (προπαρατεθείσα, σκέψη 199).

( 42 ) Αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 4 ΣΕΕ και ισχύει τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για την Ένωση (βλ., ως προς την καλόπιστη συνεργασία της Ένωσης έναντι των κρατών, αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1983, 230/81, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 255, σκέψη 38· απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2002, C-94/00, Roquette Frères, Συλλογή 2002, σ. I-9011, σκέψη 31, καθώς και διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, C-2/88 IMM, Zwartveld κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I-3365, σκέψη 17).

( 43 ) Προπαρατεθείσα απόφαση CGT (σκέψη 40).