ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 27ης Ιουνίου 2013 ( *1 )

«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας — Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 — Εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση — Μη κοινοτικά εμπορεύματα — Τελωνειακό καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως — Χρονικό σημείο αποκτήσεως τελωνειακού προορισμού — Αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως — Παράδοση των εμπορευμάτων — Τελωνειακή οφειλή»

Στην υπόθεση C-542/11,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης

Staatssecretaris van Financiën,

κατά

Codirex Expeditie BV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, E. Juhász (εισηγητή), D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: M. Ferreira, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Δεκεμβρίου 2012,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Noort και C. Wissels,

η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Μπακόπουλο και την Ι. Πουλή,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B.-R. Killmann και W. Roels,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (EE L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 648/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005 (EE L 117, σ. 13, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Staatssecretaris van Financiën (Υφυπουργού Οικονομικών, στο εξής: Staatssecretaris) και του Codirex Expeditie BV (στο εξής: Codirex) με αντικείμενο τη βεβαίωση δασμών και φόρου προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ).

Το νομικό πλαίσιο

3

Κατά το άρθρο 4, σημεία 15 έως 17 και 20, του τελωνειακού κώδικα, για τους σκοπούς αυτού, νοείται ως:

«15)

Τελωνειακός προορισμός εμπορεύματος:

α)

η υπαγωγή του εμπορεύματος σε τελωνειακό καθεστώς,

β)

η είσοδός του σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη,

γ)

η επανεξαγωγή του εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας,

δ)

η καταστροφή του,

ε)

η εγκατάλειψή του υπέρ του Δημοσίου Ταμείου·

16)

Τελωνειακό καθεστώς:

α)

η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία,

β)

η διαμετακόμιση,

[…]

17)

Διασάφηση: πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να υπαγάγει ένα εμπόρευμα σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς·

[...]

20)

Παράδοση εμπορευμάτων: η διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές για τους σκοπούς που ορίζει το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται».

4

Το άρθρο 37 του αστικού κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους. Μπορούν επίσης να υποβληθούν σε τελωνειακούς ελέγχους σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

2.   Παραμένουν υπό την επιτήρηση αυτή όσο διάστημα χρειάζεται ενδεχομένως για τον καθορισμό του τελωνειακού τους χαρακτήρα και, εφόσον πρόκειται για μη κοινοτικά εμπορεύματα και με την επιφύλαξη του άρθρου 82, παράγραφος 1, μέχρις ότου είτε αλλάξουν τελωνειακό χαρακτήρα, είτε εισαχθούν σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, είτε επανεξαχθούν ή καταστραφούν σύμφωνα με το άρθρο 182.»

5

Το άρθρο 40 του εν λόγω κώδικα ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας προσκομίζονται στο τελωνείο από το πρόσωπο που τα εισκομίζει στο εν λόγω έδαφος ή, κατά περίπτωση, από το πρόσωπο που αναλαμβάνει τη μεταφορά των εμπορευμάτων μετά την είσοδο αυτήν.

6

Το άρθρο 48 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι «τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο πρέπει να λαμβάνουν έναν από τους τελωνειακούς προορισμούς που γίνονται δεκτοί για τέτοια εμπορεύματα».

7

Το άρθρο 50 του ως άνω κώδικα έχει ως εξής:

«Μέχρις ότου λάβουν τελωνειακό προορισμό, τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο θεωρούνται, αμέσως μετά την προσκόμισή τους, ότι βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της προσωρινής εναπόθεσης. Τα εμπορεύματα αυτά καλούνται στο εξής “εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση”.»

8

Το άρθρο 51 του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση μπορούν να παραμείνουν μόνο σε χώρους που έχουν εγκριθεί από την τελωνειακή αρχή και υπό τους όρους που καθορίζει η εν λόγω αρχή.

2.   Η τελωνειακή αρχή μπορεί να απαιτήσει από το πρόσωπο που κατέχει τα εμπορεύματα τη σύσταση εγγύησης για να εξασφαλιστεί η πληρωμή οποιασδήποτε τελωνειακής οφειλής που μπορεί να δημιουργηθεί βάσει των άρθρων 203 ή 204.»

9

Το άρθρο 59 του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:

«1.   Κάθε εμπόρευμα που προορίζεται να υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διασάφησης για το τελωνειακό αυτό καθεστώς.

2.   Τα κοινοτικά εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο διασάφησης για το καθεστώς της εξαγωγής, της τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, της διαμετακόμισης ή της τελωνειακής αποταμίευσης βρίσκονται υπό τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της αποδοχής της διασάφησης και έως τη στιγμή που εξέρχονται από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ή καταστρέφονται ή μέχρις ότου ακυρωθεί η διασάφηση.»

10

Το άρθρο 62 του ως άνω κώδικα έχει ως εξής:

«1.   Οι γραπτές διασαφήσεις πρέπει να συντάσσονται σε έντυπο σύμφωνα με τον προβλεπόμενο επίσημο τύπο εντύπου. Πρέπει να περιέχουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων.

2.   Στη διασάφηση πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα των οποίων η προσκόμιση είναι απαραίτητη για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων.»

11

Το άρθρο 63 του εν λόγω κώδικα έχει ως εξής:

«Οι διασαφήσεις που πληρούν τους όρους του άρθρου 62 γίνονται αμέσως αποδεκτές από τις τελωνειακές αρχές, αν επιπλέον τα εμπορεύματα τα οποία αφορούν προσκομίζονται στο τελωνείο.»

12

Το άρθρο 67 του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:

«Εκτός αντιθέτων ειδικών ρυθμίσεων, η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή όλων των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων είναι η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης από τις τελωνειακές αρχές.»

13

Κατά το άρθρο 68 του εν λόγω κώδικα, οι τελωνειακές αρχές μπορούν, προκειμένου να επαληθεύσουν την ακρίβεια των διασαφήσεων που έχουν αποδεχθεί, να προβούν σε έλεγχο των εγγράφων ο οποίος αφορά τη διασάφηση και τα συνημμένα έγγραφα και σε εξέταση των εμπορευμάτων και, ενδεχομένως, σε δειγματοληψία για ανάλυση και λεπτομερή έλεγχο. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκτελωνιστή προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 69 έως 70 του ίδιου κώδικα.

14

Το άρθρο 71 του εν λόγω κώδικα ορίζει ότι τα αποτελέσματα της επαλήθευσης της διασάφησης αποτελούν τη βάση για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα και ότι, όταν δεν πραγματοποιείται επαλήθευση της διασάφησης, η εφαρμογή των οικείων διατάξεων βασίζεται στα στοιχεία της διασάφησης.

15

Κατά το άρθρο 72, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:

«Η τελωνειακή αρχή λαμβάνει τα μέτρα τα απαιτούμενα για τη διαπίστωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων, όταν η διαπίστωση αυτή είναι απαραίτητη για να τηρηθούν οι όροι του τελωνειακού καθεστώτος για το οποίο διασαφ[ήθη]καν τα εν λόγω εμπορεύματα.»

16

Από το άρθρο 73, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι, όταν πληρούνται οι όροι υπαγωγής στο σχετικό καθεστώς και εφόσον τα εμπορεύματα δεν αποτελούν αντικείμενο μέτρων απαγόρευσης ή περιορισμού, οι τελωνειακές αρχές χορηγούν άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων μόλις εξακριβωθούν ή γίνουν αποδεκτά χωρίς επαλήθευση τα στοιχεία της διασάφησης.

17

Το άρθρο 74, παράγραφος 1, πρώτη φράση, του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Όταν η αποδοχή της τελωνειακής διασάφησης συνεπάγεται τη γένεση τελωνειακής οφειλής, η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της διασάφησης χορηγείται μόνον αν έχει καταβληθεί το ποσό της τελωνειακής οφειλής ή έχει συσταθεί εγγύηση γι’ αυτό.»

18

Κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του τελωνειακού κώδικα:

«Το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης επιτρέπει την κυκλοφορία μεταξύ δύο σημείων του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας:

α)

μη κοινοτικών εμπορευμάτων, χωρίς τα εμπορεύματα αυτά να υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς ή άλλες επιβαρύνσεις ούτε σε μέτρα εμπορικής πολιτικής».

19

Το άρθρο 96, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού ορίζει τα εξής:

«Ο κυρίως υπόχρεος είναι ο υποκείμενος στο καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης και οφείλει:

α)

να προσκομίζει προς έλεγχο ανέπαφα τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού μέσα στην καθορισμένη προθεσμία και να έχει τηρήσει τα μέτρα διαπίστωσης της ταυτότητάς τους, τα οποία έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές·

β)

να τηρεί τις οικείες διατάξεις του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακόμισης.»

20

Το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:

«1.   Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:

από την υπεξαίρεση υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση.

2.   Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα διαφεύγει από την τελωνειακή επιτήρηση.

3.   Οφειλέτες είναι:

το πρόσωπο που υπεξήρεσε το εμπόρευμα από την τελωνειακή επιτήρηση,

τα πρόσωπα που συνήργησαν στην υπεξαίρεση, ενώ γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν ότι επρόκειτο για υπεξαίρεση του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση,

τα πρόσωπα που απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα, και που γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν, τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής του εμπορεύματος, ότι επρόκειτο για εμπόρευμα που είχε υπεξαιρεθεί από την τελωνειακή επιτήρηση,

καθώς και

ενδεχομένως, το πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παραμονή του εμπορεύματος σε προσωρινή εναπόθεση ή από τη χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

21

Μια παρτίδα κατεψυγμένου βοείου κρέατος που μεταφέρθηκε σε εμπορευματοκιβώτιο με πλοίο από τη Βραζιλία στις Κάτω Χώρες εκφορτώθηκε στον λιμένα του Ρότερνταμ (Κάτω Χώρες) από την εταιρία Seaport International. Η εταιρία αυτή εναπέθεσε την εν λόγω παρτίδα κρέατος στις εγκαταστάσεις της αναμένοντας να δοθεί στα εμπορεύματα αυτά τελωνειακός προορισμός.

22

Ενώ το εμπορευματοκιβώτιο βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της εν λόγω εταιρίας, η Codirex υπέβαλε ηλεκτρονικώς διασάφηση, στις 6 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να υπαχθεί η εν λόγω παρτίδα κρέατος στο τελωνειακό καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Οι τελωνειακές αρχές αποδέχθηκαν αμέσως αυτή τη διασάφηση. Κατά τον χρόνο εκείνο, τα επίμαχα εμπορεύματα θεωρούνταν «εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση», κατά την έννοια του άρθρου 50 του τελωνειακού κώδικα.

23

Στις 7 Νοεμβρίου 2007 οι τελωνειακές αρχές αποδέσμευσαν το εμπορευματοκιβώτιο και προέβησαν στην τελωνειακή σφράγισή του. Το εμπορευματοκιβώτιο αυτό μεταφέρθηκε οδικώς προς την παραλήπτρια επιχείρηση, την Eurofrigo BV (στο εξής: Eurofrigo), η οποία εδρεύει στη βιομηχανική περιοχή του Maasvlakte (Κάτω Χώρες).

24

Οι τελωνειακές αρχές, μη έχοντας λάβει επιβεβαίωση ως προς την παραλαβή των εμπορευμάτων από την Eurofrigo, διεξήγαγαν έρευνα. Στις 27 Δεκεμβρίου 2007 η Eurofrigo τους γνωστοποίησε ότι, μολονότι η σφραγίδα του εμπορευματοκιβωτίου ήταν ανέπαφη, είχαν παραδοθεί δύο δέματα λιγότερα από όσα θα έπρεπε να παραδοθούν σύμφωνα με την τελωνειακή διασάφηση.

25

Στις 17 Φεβρουαρίου 2008 οι τελωνειακές αρχές κάλεσαν την Codirex, υπό την ιδιότητά της του εκτελωνιστή, να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα εμπορεύματα που έλειπαν. Επειδή δεν υπήρξε απάντηση εκ μέρους της Codirex, οι αρχές αυτές της απηύθυναν, στις 3 Ιουλίου 2008, βεβαίωση φόρου ζητώντας της να καταβάλει τελωνειακούς δασμούς καθώς και τον ΦΠΑ.

26

Ο επιθεωρητής ενώπιον του οποίου η Codirex υπέβαλε ένσταση κατά της εν λόγω βεβαιώσεως φόρου εξέδωσε απορριπτική απόφαση.

27

Η Codirex άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Rechtbank te Haarlem (περιφερειακού πρωτοδικείου του Haarlem).

28

Με την απόφασή του, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι μη κοινοτικά εμπορεύματα που διασαφήθηκαν προκειμένου να υπαχθούν στο τελωνειακό καθεστώς της διαμετακομίσεως εξακολουθούσαν να θεωρούνται εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση μέχρι το χρονικό σημείο της αποδεσμεύσεώς του από το τελωνείο, οπότε δεν μπορούσαν να αντιταχθούν στην Codirex οι διατάξεις που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς της διαμετακομίσεως. Το Rechtbank te Haarlem, παραπέμποντας στην απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C-140/04, United Antwerp Maritime Agencies και Seaport Terminals (Συλλογή 2005, σ. I-8245, σκέψεις 35 έως 39), έκρινε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από την προσωρινή εναπόθεση μέχρι την εκ μέρους των τελωνειακών αρχών αποδέσμευση των εμπορευμάτων για τη διαμετακόμισή τους, η Codirex, που ήταν αδύνατο να έχει στη διάθεσή της εμπορεύματα, δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως οφειλέτης τελωνειακής οφειλής κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα.

29

Το Staatssecretaris άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden (ανώτατο δικαστήριο), το οποίο έκρινε ότι η ερμηνεία του τελωνειακού κώδικα ήταν αναγκαία προκειμένου να αποφανθεί επί της αναιρέσεως.

30

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Σε ποιο χρονικό σημείο μη κοινοτικά εμπορεύματα αποκτούν τελωνειακό προορισμό υπό την έννοια του άρθρου 50 του [τελωνειακού κώδικα] σε μια περίπτωση όπου εμπορεύματα στην τελωνειακή κατάσταση της “προσωρινής εναποθέσεως” διασαφήθηκαν για την υπαγωγή τους στο τελωνειακό καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

31

Βάσει των πληροφοριών που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η εξέταση της υποθέσεως στηρίζεται στη θεώρηση ότι, κατά την τελωνειακή διασάφηση, όλα τα διασαφηθέντα δέματα που προορίζονταν για εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση περιλαμβάνονταν στο εμπορευματοκιβώτιο που βρισκόταν στον τερματικό σταθμό του Seaport International, αλλά δύο δέματα εξαφανίσθηκαν πριν από την τελωνειακή σφράγιση του εν λόγω εμπορευματοκιβωτίου.

32

Από το άρθρο 203, παράγραφοι 1 και 2, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι η υπεξαίρεση εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς από την τελωνειακή επιτήρηση γεννά, κατά τον χρόνο αυτής της υπεξαιρέσεως, τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή. Η υπεξαίρεση αυτή περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζει, προσωρινά έστω, την πρόσβαση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής στο ευρισκόμενο υπό τελωνειακή επιτήρηση εμπόρευμα και την εκ μέρους της διενέργεια των ελέγχων που προβλέπει το άρθρο 37, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα (βλ. προαναφερθείσα απόφαση United Antwerp Maritime Agencies και Seaport Terminals, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33

Αν, κατά τον χρόνο της υπεξαιρέσεως των επίμαχων εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, τα εμπορεύματα αυτά έχουν ήδη υπαχθεί στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο υποκείμενος στο οικείο καθεστώς, ως κύριος υπόχρεος κατά την έννοια του άρθρου 96, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που συνεπάγεται το εν λόγω καθεστώς και οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κώδικα αυτού, εφόσον δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των τριών πρώτων περιπτώσεων της παραγράφου 3.

34

Αντιθέτως, αν, κατά τον χρόνο της εν λόγω υπεξαιρέσεως, τα εμπορεύματα δεν έχουν ακόμη τεθεί σε καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, αλλά εξακολουθούν να τελούν υπό καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως, ο οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής, εφόσον δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των τριών πρώτων περιπτώσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα, είναι το πρόσωπο που, ως υπεύθυνος για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η παραμονή στο καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως, έχει στην κατοχή του τα οικεία εμπορεύματα, μετά την εκφόρτωσή τους, προκειμένου να εξασφαλίσει τη μεταφορά ή την αποθήκευσή τους (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση United Antwerp Maritime Agencies και Seaport Terminals, σκέψη 39 και διατακτικό). Βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, το πρόσωπο αυτό δεν είναι η Codirex.

35

Συνεπώς, πρέπει να προσδιοριστεί το χρονικό σημείο κατά το οποίο, δυνάμει του τελωνειακού κώδικα, παύει η προσωρινή εναπόθεση ενός εμπορεύματος και αρχίζει η υπαγωγή του στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

36

Καταρχάς, επισημαίνεται ότι από την απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-66/99, D. Wandel (Συλλογή 2001, σ. I-873, σκέψεις 35 έως 38 και 45), η οποία αφορούσε εισαγόμενα εμπορεύματα προοριζόμενα να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, προκύπτει ότι τα εν λόγω εμπορεύματα παραμένουν σε προσωρινή εναπόθεση μέχρι τη χορήγηση άδειας για την παράδοσή τους και ότι ο τελωνειακός χαρακτήρας τους μεταβάλλεται μόνον κατόπιν της χορηγήσεως της εν λόγω άδειας από τις τελωνειακές αρχές.

37

Συναφώς, πρέπει να υπoμνησθεί ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, κατά το άρθρο 4, σκέψη 16, στοιχείο αʹ, του τελωνειακού κώδικα, αποτελεί επίσης τελωνειακό καθεστώς και ότι η υπαγωγή του εμπορεύματος στο εν λόγω καθεστώς συνιστά επίσης τελωνειακό προορισμό.

38

Πράγματι, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 60 των προτάσεών του, το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα απόφαση D. Wandel, μολονότι επρόκειτο για καθεστώς διαφορετικό από το επίμαχο στην κύρια δίκη, ισχύει και στην υπό κρίση υπόθεση.

39

Ακολούθως, από το άρθρο 4, σκέψη 17, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι η διασάφηση αποτελεί πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να υπαχθεί ένα εμπόρευμα σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.

40

Βεβαίως, το άρθρο 67 του εν λόγω κώδικα προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη της εφαρμογής αντιθέτων ειδικών ρυθμίσεων, η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή όλων των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων είναι η ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως από τις τελωνειακές αρχές.

41

Εντούτοις, η αποδοχή της διασαφήσεως δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να παύσει η προσωρινή εναπόθεση.

42

Συγκεκριμένα, το άρθρο 37, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας παραμένουν υπό τελωνειακή επιτήρηση για όσο διάστημα απαιτείται για τον καθορισμό του τελωνειακού τους καθεστώτος και, εφόσον πρόκειται για μη κοινοτικά εμπορεύματα και με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 82, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα, μέχρις ότου μεταβληθεί ο τελωνειακός χαρακτήρας τους.

43

Κατά το άρθρο 50 του τελωνειακού κώδικα, τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της προσωρινής εναποθέσεως από τη στιγμή της προσκομίσεώς τους στο τελωνείο και μέχρις ότου λάβουν τελωνειακό προορισμό.

44

Η υπαγωγή εμπορεύματος σε τελωνειακό καθεστώς είναι, δυνάμει του άρθρου 4, σκέψη 15, στοιχείο αʹ, του κώδικα αυτού, ο τελωνειακός προορισμός εμπορεύματος, η δε διαμετακόμιση αποτελεί, κατά το εν λόγω άρθρο 4, σκέψη 16, στοιχείο βʹ, τελωνειακό καθεστώς. Κατά το άρθρο 4, σκέψη 20, του εν λόγω κώδικα, ως παράδοση εμπορευμάτων νοείται η διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές για τους σκοπούς που ορίζει το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται.

45

Εντεύθεν προκύπτει ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτής της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα εμπορεύματα παραμένουν σε προσωρινή εναπόθεση μέχρι να αποτελέσουν αντικείμενο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

46

Τα εμπορεύματα μπορούν πάντως να τεθούν υπό εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της εν λόγω διαμετακομίσεως.

47

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις αυτές, επισημαίνεται ότι, εφόσον παρίσταται ανάγκη, είναι απαραίτητη η επαλήθευση των τελωνειακών διασαφήσεων, η λήψη μέτρων ταυτοποιήσεως των επίμαχων εμπορευμάτων και η σύσταση εγγυήσεως προς εξασφάλιση της πληρωμής ενδεχόμενης τελωνειακής οφειλής.

48

Στο πλαίσιο αυτό, οι τελωνειακές αρχές, αφού αποδεχθούν την τελωνειακή διασάφηση, μπορούν να επαληθεύσουν την ακρίβειά της δυνάμει του άρθρου 68 του τελωνειακού κώδικα, προβαίνοντας σε έλεγχο των σχετικών εγγράφων και/ή σε εξέταση των εμπορευμάτων.

49

Όσον αφορά τα μέτρα ταυτοποιήσεως που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως εκτιμά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η επαλήθευση που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 68 πρέπει να πραγματοποιείται σε συνδυασμό με τα άρθρα 71 και 73, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού και να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η τυπική αποδοχή μιας διασαφήσεως μπορεί να ακολουθηθεί από τη λήψη μέτρων όπως τα προβλεπόμενα στα άρθρα 71 και 72 του εν λόγω κώδικα, προς εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής της τελωνειακής διαδικασίας στην οποία έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα. Εν προκειμένω, στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι αρχές, αφού αποδέχθηκαν την τελωνειακή διασάφηση και πριν χορηγήσουν άδεια παραδόσεως των εμπορευμάτων, σφράγισαν το εμπορευματοκιβώτιο προς εξασφάλιση της σύννομης εφαρμογής της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

50

Όσον αφορά την υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του τελωνειακού κώδικα, το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως επιτρέπει την κυκλοφορία μη κοινοτικών εμπορευμάτων μεταξύ δύο σημείων του τελωνειακού εδάφους χωρίς επιβολή εισαγωγικών δασμών επί των εν λόγω εμπορευμάτων. Η κυκλοφορία αυτή υπόκειται, επομένως, σε ιδιαιτέρως αυστηρούς όρους, οι οποίοι καθορίζονται στα άρθρα 91, παράγραφος 2, 94 και 96, του τελωνειακού κώδικα. Προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει καταρχήν να παρέχεται εγγύηση για την εξασφάλιση της καταβολής της τελωνειακής οφειλής που ενδέχεται να γεννηθεί ως προς το οικείο εμπόρευμα, ότι το εν λόγω εμπόρευμα πρέπει να προσκομίζεται ανέπαφο στο τελωνείο προορισμού εντός της καθορισμένης προθεσμίας και ότι πρέπει τηρούνται τα μέτρα ταυτοποιήσεως που έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές.

51

Συνεπώς, όταν διαπιστώνονται πλημμέλειες κατά την επαλήθευση των διασαφήσεων, δεν τηρούνται οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λήψη μέτρων ταυτοποιήσεως και δεν έχει συσταθεί η απαιτούμενη εγγύηση, τα εμπορεύματα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

52

Αντιθέτως, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο σχετικό καθεστώς, οι τελωνειακές αρχές χορηγούν άδεια παραδόσεως των εμπορευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 73, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, μόλις εξακριβωθούν ή γίνουν αποδεκτά χωρίς επαλήθευση τα στοιχεία της διασαφήσεως.

53

Από την ανάγκη ή τη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να εφαρμόσουν τα μέτρα επαληθεύσεως, ταυτοποιήσεως ή παροχής εγγυήσεως δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι με την απλή αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

54

Επιπλέον, η εκτίμηση ότι τέτοια εμπορεύματα, όπως τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορούν να υπαχθούν στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως μόνον αφ’ ης στιγμής χορηγηθεί άδεια παραδόσεώς τους απορρέει από τον ορισμό που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, σκέψη 20, του τελωνειακού κώδικα, στο οποίο τονίζεται ότι η διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές πραγματοποιείται «για τους σκοπούς που ορίζει το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται».

55

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 50, 67 και 73 του τελωνειακού κώδικα έχουν την έννοια ότι τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο τελωνειακής διασαφήσεως αποδεχθείσας από τις τελωνειακές αρχές προκειμένου να υπαχθούν στο τελωνειακό καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως και που βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της προσωρινής εναποθέσεως υπάγονται στο ως άνω τελωνειακό καθεστώς και, επομένως, αποκτούν τελωνειακό προορισμό μόλις χορηγηθεί άδεια παραδόσεώς τους.

Επί των δικαστικών εξόδων

56

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Τα άρθρα 50, 67 και 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 648/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, έχουν την έννοια ότι τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο τελωνειακής διασαφήσεως αποδεχθείσας από τις τελωνειακές αρχές προκειμένου να υπαχθούν στο τελωνειακό καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως και που βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της προσωρινής εναποθέσεως υπάγονται στο ως άνω τελωνειακό καθεστώς και, επομένως, αποκτούν τελωνειακό προορισμό μόλις χορηγηθεί άδεια παραδόσεώς τους.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.


Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό

Διάδικοι

Στην υπόθεση C-542/11,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης

Staatssecretaris van Financiën,

κατά

Codirex Expeditie BV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, E. Juhász (εισηγητή), D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: M. Ferreira, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Δεκεμβρίου 2012,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Noort και C. Wissels,

– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Μπακόπουλο και την Ι. Πουλή,

– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B.-R. Killmann και W. Roels,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης

1. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (EE L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 648/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005 (EE L 117, σ. 13, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).

2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Staatssecretaris van Financiën (Υφυπουργού Οικονομικών, στο εξής: Staatssecretaris) και του Codirex Expeditie BV (στο εξής: Codirex) με αντικείμενο τη βεβαίωση δασμών και φόρου προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ).

Το νομικό πλαίσιο

3. Κατά το άρθρο 4, σημεία 15 έως 17 και 20, του τελωνειακού κώδικα, για τους σκοπούς αυτού, νοείται ως:

«15) Τελωνειακός προορισμός εμπορεύματος:

α) η υπαγωγή του εμπορεύματος σε τελωνειακό καθεστώς,

β) η είσοδός του σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη,

γ) η επανεξαγωγή του εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας,

δ) η καταστροφή του,

ε) η εγκατάλειψή του υπέρ του Δημοσίου Ταμείου·

16) Τελωνειακό καθεστώς:

α) η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία,

β) η διαμετακόμιση,

[…]

17) Διασάφηση: πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να υπαγάγει ένα εμπόρευμα σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς·

[...]

20) Παράδοση εμπορευμάτων: η διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές για τους σκοπούς που ορίζει το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται».

4. Το άρθρο 37 του αστικού κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1. Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους. Μπορούν επίσης να υποβληθούν σε τελωνειακούς ελέγχους σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

2. Παραμένουν υπό την επιτήρηση αυτή όσο διάστημα χρειάζεται ενδεχομένως για τον καθορισμό του τελωνειακού τους χαρακτήρα και, εφόσον πρόκειται για μη κοινοτικά εμπορεύματα και με την επιφύλαξη του άρθρου 82, παράγραφος 1, μέχρις ότου είτε αλλάξουν τελωνειακό χαρακτήρα, είτε εισαχθούν σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, είτε επανεξαχθούν ή καταστραφούν σύμφωνα με το άρθρο 182.»

5. Το άρθρο 40 του εν λόγω κώδικα ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας προσκομίζονται στο τελωνείο από το πρόσωπο που τα εισκομίζει στο εν λόγω έδαφος ή, κατά περίπτωση, από το πρόσωπο που αναλαμβάνει τη μεταφορά των εμπορευμάτων μετά την είσοδο αυτήν.

6. Το άρθρο 48 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι «τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο πρέπει να λαμβάνουν έναν από τους τελωνειακούς προορισμούς που γίνονται δεκτοί για τέτοια εμπορεύματα».

7. Το άρθρο 50 του ως άνω κώδικα έχει ως εξής:

«Μέχρις ότου λάβουν τελωνειακό προορισμό, τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο θεωρούνται, αμέσως μετά την προσκόμισή τους, ότι βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της προσωρινής εναπόθεσης. Τα εμπορεύματα αυτά καλούνται στο εξής “εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση”.»

8. Το άρθρο 51 του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1. Τα εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση μπορούν να παραμείνουν μόνο σε χώρους που έχουν εγκριθεί από την τελωνειακή αρχή και υπό τους όρους που καθορίζει η εν λόγω αρχή.

2. Η τελωνειακή αρχή μπορεί να απαιτήσει από το πρόσωπο που κατέχει τα εμπορεύματα τη σύσταση εγγύησης για να εξασφαλιστεί η πληρωμή οποιασδήποτε τελωνειακής οφειλής που μπορεί να δημιουργηθεί βάσει των άρθρων 203 ή 204.»

9. Το άρθρο 59 του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:

«1. Κάθε εμπόρευμα που προορίζεται να υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διασάφησης για το τελωνειακό αυτό καθεστώς.

2. Τα κοινοτικά εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο διασάφησης για το καθεστώς της εξαγωγής, της τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, της διαμετακόμισης ή της τελωνειακής αποταμίευσης βρίσκονται υπό τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της αποδοχής της διασάφησης και έως τη στιγμή που εξέρχονται από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ή καταστρέφονται ή μέχρις ότου ακυρωθεί η διασάφηση.»

10. Το άρθρο 62 του ως άνω κώδικα έχει ως εξής:

«1. Οι γραπτές διασαφήσεις πρέπει να συντάσσονται σε έντυπο σύμφωνα με τον προβλεπόμενο επίσημο τύπο εντύπου. Πρέπει να περιέχουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων.

2. Στη διασάφηση πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα των οποίων η προσκόμιση είναι απαραίτητη για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων.»

11. Το άρθρο 63 του εν λόγω κώδικα έχει ως εξής:

«Οι διασαφήσεις που πληρούν τους όρους του άρθρου 62 γίνονται αμέσως αποδεκτές από τις τελωνειακές αρχές, αν επιπλέον τα εμπορεύματα τα οποία αφορούν προσκομίζονται στο τελωνείο.»

12. Το άρθρο 67 του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:

«Εκτός αντιθέτων ειδικών ρυθμίσεων, η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή όλων των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων είναι η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης από τις τελωνειακές αρχές.»

13. Κατά το άρθρο 68 του εν λόγω κώδικα, οι τελωνειακές αρχές μπορούν, προκειμένου να επαληθεύσουν την ακρίβεια των διασαφήσεων που έχουν αποδεχθεί, να προβούν σε έλεγχο των εγγράφων ο οποίος αφορά τη διασάφηση και τα συνημμένα έγγραφα και σε εξέταση των εμπορευμάτων και, ενδεχομένως, σε δειγματοληψία για ανάλυση και λεπτομερή έλεγχο. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκτελωνιστή προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 69 έως 70 του ίδιου κώδικα.

14. Το άρθρο 71 του εν λόγω κώδικα ορίζει ότι τα αποτελέσματα της επαλήθευσης της διασάφησης αποτελούν τη βάση για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα και ότι, όταν δεν πραγματοποιείται επαλήθευση της διασάφησης, η εφαρμογή των οικείων διατάξεων βασίζεται στα στοιχεία της διασάφησης.

15. Κατά το άρθρο 72, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:

«Η τελωνειακή αρχή λαμβάνει τα μέτρα τα απαιτούμενα για τη διαπίστωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων, όταν η διαπίστωση αυτή είναι απαραίτητη για να τηρηθούν οι όροι του τελωνειακού καθεστώτος για το οποίο διασαφ[ήθη]καν τα εν λόγω εμπορεύματα.»

16. Από το άρθρο 73, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι, όταν πληρούνται οι όροι υπαγωγής στο σχετικό καθεστώς και εφόσον τα εμπορεύματα δεν αποτελούν αντικείμενο μέτρων απαγόρευσης ή περιορισμού, οι τελωνειακές αρχές χορηγούν άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων μόλις εξακριβωθούν ή γίνουν αποδεκτά χωρίς επαλήθευση τα στοιχεία της διασάφησης.

17. Το άρθρο 74, παράγραφος 1, πρώτη φράση, του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Όταν η αποδοχή της τελωνειακής διασάφησης συνεπάγεται τη γένεση τελωνειακής οφειλής, η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της διασάφησης χορηγείται μόνον αν έχει καταβληθεί το ποσό της τελωνειακής οφειλής ή έχει συσταθεί εγγύηση γι’ αυτό.»

18. Κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του τελωνειακού κώδικα:

«Το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης επιτρέπει την κυκλοφορία μεταξύ δύο σημείων του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας:

α) μη κοινοτικών εμπορευμάτων, χωρίς τα εμπορεύματα αυτά να υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς ή άλλες επιβαρύνσεις ούτε σε μέτρα εμπορικής πολιτικής».

19. Το άρθρο 96, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού ορίζει τα εξής:

«Ο κυρίως υπόχρεος είναι ο υποκείμενος στο καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης και οφείλει:

α) να προσκομίζει προς έλεγχο ανέπαφα τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού μέσα στην καθορισμένη προθεσμία και να έχει τηρήσει τα μέτρα διαπίστωσης της ταυτότητάς τους, τα οποία έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές·

β) να τηρεί τις οικείες διατάξεις του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακόμισης.»

20. Το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:

«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:

– από την υπεξαίρεση υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση.

2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα διαφεύγει από την τελωνειακή επιτήρηση.

3. Οφειλέτες είναι:

– το πρόσωπο που υπεξήρεσε το εμπόρευμα από την τελωνειακή επιτήρηση,

– τα πρόσωπα που συνήργησαν στην υπεξαίρεση, ενώ γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν ότι επρόκειτο για υπεξαίρεση του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση,

– τα πρόσωπα που απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα, και που γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν, τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής του εμπορεύματος, ότι επρόκειτο για εμπόρευμα που είχε υπεξαιρεθεί από την τελωνειακή επιτήρηση,

καθώς και

– ενδεχομένως, το πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παραμονή του εμπορεύματος σε προσωρινή εναπόθεση ή από τη χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

21. Μια παρτίδα κατεψυγμένου βοείου κρέατος που μεταφέρθηκε σε εμπορευματοκιβώτιο με πλοίο από τη Βραζιλία στις Κάτω Χώρες εκφορτώθηκε στον λιμένα του Ρότερνταμ (Κάτω Χώρες) από την εταιρία Seaport International. Η εταιρία αυτή εναπέθεσε την εν λόγω παρτίδα κρέατος στις εγκαταστάσεις της αναμένοντας να δοθεί στα εμπορεύματα αυτά τελωνειακός προορισμός.

22. Ενώ το εμπορευματοκιβώτιο βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της εν λόγω εταιρίας, η Codirex υπέβαλε ηλεκτρονικώς διασάφηση, στις 6 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να υπαχθεί η εν λόγω παρτίδα κρέατος στο τελωνειακό καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Οι τελωνειακές αρχές αποδέχθηκαν αμέσως αυτή τη διασάφηση. Κατά τον χρόνο εκείνο, τα επίμαχα εμπορεύματα θεωρούνταν «εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση», κατά την έννοια του άρθρου 50 του τελωνειακού κώδικα.

23. Στις 7 Νοεμβρίου 2007 οι τελωνειακές αρχές αποδέσμευσαν το εμπορευματοκιβώτιο και προέβησαν στην τελωνειακή σφράγισή του. Το εμπορευματοκιβώτιο αυτό μεταφέρθηκε οδικώς προς την παραλήπτρια επιχείρηση, την Eurofrigo BV (στο εξής: Eurofrigo), η οποία εδρεύει στη βιομηχανική περιοχή του Maasvlakte (Κάτω Χώρες).

24. Οι τελωνειακές αρχές, μη έχοντας λάβει επιβεβαίωση ως προς την παραλαβή των εμπορευμάτων από την Eurofrigo, διεξήγαγαν έρευνα. Στις 27 Δεκεμβρίου 2007 η Eurofrigo τους γνωστοποίησε ότι, μολονότι η σφραγίδα του εμπορευματοκιβωτίου ήταν ανέπαφη, είχαν παραδοθεί δύο δέματα λιγότερα από όσα θα έπρεπε να παραδοθούν σύμφωνα με την τελωνειακή διασάφηση.

25. Στις 17 Φεβρουαρίου 2008 οι τελωνειακές αρχές κάλεσαν την Codirex, υπό την ιδιότητά της του εκτελωνιστή, να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα εμπορεύματα που έλειπαν. Επειδή δεν υπήρξε απάντηση εκ μέρους της Codirex, οι αρχές αυτές της απηύθυναν, στις 3 Ιουλίου 2008, βεβαίωση φόρου ζητώντας της να καταβάλει τελωνειακούς δασμούς καθώς και τον ΦΠΑ.

26. Ο επιθεωρητής ενώπιον του οποίου η Codirex υπέβαλε ένσταση κατά της εν λόγω βεβαιώσεως φόρου εξέδωσε απορριπτική απόφαση.

27. Η Codirex άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Rechtbank te Haarlem (περιφερειακού πρωτοδικείου του Haarlem).

28. Με την απόφασή του, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι μη κοινοτικά εμπορεύματα που διασαφήθηκαν προκειμένου να υπαχθούν στο τελωνειακό καθεστώς της διαμετακομίσεως εξακολουθούσαν να θεωρούνται εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση μέχρι το χρονικό σημείο της αποδεσμεύσεώς του από το τελωνείο, οπότε δεν μπορούσαν να αντιταχθούν στην Codirex οι διατάξεις που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς της διαμετακομίσεως. Το Rechtbank te Haarlem, παραπέμποντας στην απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C-140/04, United Antwerp Maritime Agencies και Seaport Terminals (Συλλογή 2005, σ. I-8245, σκέψεις 35 έως 39), έκρινε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από την προσωρινή εναπόθεση μέχρι την εκ μέρους των τελωνειακών αρχών αποδέσμευση των εμπορευμάτων για τη διαμετακόμισή τους, η Codirex, που ήταν αδύνατο να έχει στη διάθεσή της εμπορεύματα, δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως οφειλέτης τελωνειακής οφειλής κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα.

29. Το Staatssecretaris άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden (ανώτατο δικαστήριο), το οποίο έκρινε ότι η ερμηνεία του τελωνειακού κώδικα ήταν αναγκαία προκειμένου να αποφανθεί επί της αναιρέσεως.

30. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Σε ποιο χρονικό σημείο μη κοινοτικά εμπορεύματα αποκτούν τελωνειακό προορισμό υπό την έννοια του άρθρου 50 του [τελωνειακού κώδικα] σε μια περίπτωση όπου εμπορεύματα στην τελωνειακή κατάσταση της “προσωρινής εναποθέσεως” διασαφήθηκαν για την υπαγωγή τους στο τελωνειακό καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

31. Βάσει των πληροφοριών που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η εξέταση της υποθέσεως στηρίζεται στη θεώρηση ότι, κατά την τελωνειακή διασάφηση, όλα τα διασαφηθέντα δέματα που προορίζονταν για εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση περιλαμβάνονταν στο εμπορευματοκιβώτιο που βρισκόταν στον τερματικό σταθμό του Seaport International, αλλά δύο δέματα εξαφανίσθηκαν πριν από την τελωνειακή σφράγιση του εν λόγω εμπορευματοκιβωτίου.

32. Από το άρθρο 203, παράγραφοι 1 και 2, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι η υπεξαίρεση εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς από την τελωνειακή επιτήρηση γεννά, κατά τον χρόνο αυτής της υπεξαιρέσεως, τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή. Η υπεξαίρεση αυτή περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζει, προσωρινά έστω, την πρόσβαση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής στο ευρισκόμενο υπό τελωνειακή επιτήρηση εμπόρευμα και την εκ μέρους της διενέργεια των ελέγχων που προβλέπει το άρθρο 37, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα (βλ. προαναφερθείσα απόφαση United Antwerp Maritime Agencies και Seaport Terminals, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33. Αν, κατά τον χρόνο της υπεξαιρέσεως των επίμαχων εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, τα εμπορεύματα αυτά έχουν ήδη υπαχθεί στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο υποκείμενος στο οικείο καθεστώς, ως κύριος υπόχρεος κατά την έννοια του άρθρου 96, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που συνεπάγεται το εν λόγω καθεστώς και οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κώδικα αυτού, εφόσον δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των τριών πρώτων περιπτώσεων της παραγράφου 3.

34. Αντιθέτως, αν, κατά τον χρόνο της εν λόγω υπεξαιρέσεως, τα εμπορεύματα δεν έχουν ακόμη τεθεί σε καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, αλλά εξακολουθούν να τελούν υπό καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως, ο οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής, εφόσον δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των τριών πρώτων περιπτώσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα, είναι το πρόσωπο που, ως υπεύθυνος για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η παραμονή στο καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως, έχει στην κατοχή του τα οικεία εμπορεύματα, μετά την εκφόρτωσή τους, προκειμένου να εξασφαλίσει τη μεταφορά ή την αποθήκευσή τους (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση United Antwerp Maritime Agencies και Seaport Terminals, σκέψη 39 και διατακτικό). Βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, το πρόσωπο αυτό δεν είναι η Codirex.

35. Συνεπώς, πρέπει να προσδιοριστεί το χρονικό σημείο κατά το οποίο, δυνάμει του τελωνειακού κώδικα, παύει η προσωρινή εναπόθεση ενός εμπορεύματος και αρχίζει η υπαγωγή του στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

36. Καταρχάς, επισημαίνεται ότι από την απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-66/99, D. Wandel (Συλλογή 2001, σ. I-873, σκέψεις 35 έως 38 και 45), η οποία αφορούσε εισαγόμενα εμπορεύματα προοριζόμενα να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, προκύπτει ότι τα εν λόγω εμπορεύματα παραμένουν σε προσωρινή εναπόθεση μέχρι τη χορήγηση άδειας για την παράδοσή τους και ότι ο τελωνειακός χαρακτήρας τους μεταβάλλεται μόνον κατόπιν της χορηγήσεως της εν λόγω άδειας από τις τελωνειακές αρχές.

37. Συναφώς, πρέπει να υπoμνησθεί ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, κατά το άρθρο 4, σκέψη 16, στοιχείο αʹ, του τελωνειακού κώδικα, αποτελεί επίσης τελωνειακό καθεστώς και ότι η υπαγωγή του εμπορεύματος στο εν λόγω καθεστώς συνιστά επίσης τελωνειακό προορισμό.

38. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 60 των προτάσεών του, το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα απόφαση D. Wandel, μολονότι επρόκειτο για καθεστώς διαφορετικό από το επίμαχο στην κύρια δίκη, ισχύει και στην υπό κρίση υπόθεση.

39. Ακολούθως, από το άρθρο 4, σκέψη 17, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι η διασάφηση αποτελεί πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να υπαχθεί ένα εμπόρευμα σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.

40. Βεβαίως, το άρθρο 67 του εν λόγω κώδικα προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη της εφαρμογής αντιθέτων ειδικών ρυθμίσεων, η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή όλων των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων είναι η ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως από τις τελωνειακές αρχές.

41. Εντούτοις, η αποδοχή της διασαφήσεως δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να παύσει η προσωρινή εναπόθεση.

42. Συγκεκριμένα, το άρθρο 37, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας παραμένουν υπό τελωνειακή επιτήρηση για όσο διάστημα απαιτείται για τον καθορισμό του τελωνειακού τους καθεστώτος και, εφόσον πρόκειται για μη κοινοτικά εμπορεύματα και με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 82, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα, μέχρις ότου μεταβληθεί ο τελωνειακός χαρακτήρας τους.

43. Κατά το άρθρο 50 του τελωνειακού κώδικα, τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της προσωρινής εναποθέσεως από τη στιγμή της προσκομίσεώς τους στο τελωνείο και μέχρις ότου λάβουν τελωνειακό προορισμό.

44. Η υπαγωγή εμπορεύματος σε τελωνειακό καθεστώς είναι, δυνάμει του άρθρου 4, σκέψη 15, στοιχείο αʹ, του κώδικα αυτού, ο τελωνειακός προορισμός εμπορεύματος, η δε διαμετακόμιση αποτελεί, κατά το εν λόγω άρθρο 4, σκέψη 16, στοιχείο βʹ, τελωνειακό καθεστώς. Κατά το άρθρο 4, σκέψη 20, του εν λόγω κώδικα, ως παράδοση εμπορευμάτων νοείται η διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές για τους σκοπούς που ορίζει το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται.

45. Εντεύθεν προκύπτει ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτής της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα εμπορεύματα παραμένουν σε προσωρινή εναπόθεση μέχρι να αποτελέσουν αντικείμενο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

46. Τα εμπορεύματα μπορούν πάντως να τεθούν υπό εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της εν λόγω διαμετακομίσεως.

47. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις αυτές, επισημαίνεται ότι, εφόσον παρίσταται ανάγκη, είναι απαραίτητη η επαλήθευση των τελωνειακών διασαφήσεων, η λήψη μέτρων ταυτοποιήσεως των επίμαχων εμπορευμάτων και η σύσταση εγγυήσεως προς εξασφάλιση της πληρωμής ενδεχόμενης τελωνειακής οφειλής.

48. Στο πλαίσιο αυτό, οι τελωνειακές αρχές, αφού αποδεχθούν την τελωνειακή διασάφηση, μπορούν να επαληθεύσουν την ακρίβειά της δυνάμει του άρθρου 68 του τελωνειακού κώδικα, προβαίνοντας σε έλεγχο των σχετικών εγγράφων και/ή σε εξέταση των εμπορευμάτων.

49. Όσον αφορά τα μέτρα ταυτοποιήσεως που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές, π ρέπει να τονιστεί ότι, όπως εκτιμά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η επαλήθευση που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 68 πρέπει να πραγματοποιείται σε συνδυασμό με τα άρθρα 71 και 73, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού και να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η τυπική αποδοχή μιας διασαφήσεως μπορεί να ακολουθηθεί από τη λήψη μέτρων όπως τα προβλεπόμενα στα άρθρα 71 και 72 του εν λόγω κώδικα, προς εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής της τελωνειακής διαδικασίας στην οποία έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα. Εν προκειμένω, στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι αρχές, αφού αποδέχθηκαν την τελωνειακή διασάφηση και πριν χορηγήσουν άδεια παραδόσεως των εμπορευμάτων, σφράγισαν το εμπορευματοκιβώτιο προς εξασφάλιση της σύννομης εφαρμογής της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

50. Όσον αφορά την υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του τελωνειακού κώδικα, το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως επιτρέπει την κυκλοφορία μη κοινοτικών εμπορευμάτων μεταξύ δύο σημείων του τελωνειακού εδάφους χωρίς επιβολή εισαγωγικών δασμών επί των εν λόγω εμπορευμάτων. Η κυκλοφορία αυτή υπόκειται, επομένως, σε ιδιαιτέρως αυστηρούς όρους, οι οποίοι καθορίζονται στα άρθρα 91, παράγραφος 2, 94 και 96, του τελωνειακού κώδικα. Προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει καταρχήν να παρέχεται εγγύηση για την εξασφάλιση της καταβολής της τελωνειακής οφειλής που ενδέχεται να γεννηθεί ως προς το οικείο εμπόρευμα, ότι το εν λόγω εμπόρευμα πρέπει να προσκομίζεται ανέπαφο στο τελωνείο προορισμού εντός της καθορισμένης προθεσμίας και ότι πρέπει τηρούνται τα μέτρα ταυτοποιήσεως που έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές.

51. Συνεπώς, όταν διαπιστώνονται πλημμέλειες κατά την επαλήθευση των διασαφήσεων, δεν τηρούνται οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λήψη μέτρων ταυτοποιήσεως και δεν έχει συσταθεί η απαιτούμενη εγγύηση, τα εμπορεύματα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

52. Αντιθέτως, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο σχετικό καθεστώς, οι τελωνειακές αρχές χορηγούν άδεια παραδόσεως των εμπορευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 73, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, μόλις εξακριβωθούν ή γίνουν αποδεκτά χωρίς επαλήθευση τα στοιχεία της διασαφήσεως.

53. Από την ανάγκη ή τη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να εφαρμόσουν τα μέτρα επαληθεύσεως, ταυτοποιήσεως ή παροχής εγγυήσεως δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι με την απλή αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.

54. Επιπλέον, η εκτίμηση ότι τέτοια εμπορεύματα, όπως τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορούν να υπαχθούν στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως μόνον αφ’ ης στιγμής χορηγηθεί άδεια παραδόσεώς τους απορρέει από τον ορισμό που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, σκέψη 20, του τελωνειακού κώδικα, στο οποίο τονίζεται ότι η διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές πραγματοποιείται «για τους σκοπούς που ορίζει το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται».

55. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 50, 67 και 73 του τελωνειακού κώδικα έχουν την έννοια ότι τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο τελωνειακής διασαφήσεως αποδεχθείσας από τις τελωνειακές αρχές προκειμένου να υπαχθούν στο τελωνειακό καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως και που βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της προσωρινής εναποθέσεως υπάγονται στο ως άνω τελωνειακό καθεστώς και, επομένως, αποκτούν τελωνειακό προορισμό μόλις χορηγηθεί άδεια παραδόσεώς τους.

Επί των δικαστικών εξόδων

56. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Διατακτικό

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

Τα άρθρα 50, 67 και 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 648/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, έχουν την έννοια ότι τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο τελωνειακής διασαφήσεως αποδεχθείσας από τις τελωνειακές αρχές προκειμένου να υπαχθούν στο τελωνειακό καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως και που βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της προσωρινής εναποθέσεως υπάγονται στο ως άνω τελωνειακό καθεστώς και, επομένως, αποκτούν τελωνειακό προορισμό μόλις χορηγηθεί άδεια παραδόσεώς τους.