ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 13ης Μαρτίου 2012 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Περιοριστικά μέτρα στρεφόμενα κατά της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ — Δέσμευση κεφαλαίων προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών — Νομική βάση»

Στην υπόθεση C-376/10 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 23 Ιουλίου 2010,

Pye Phyo Tay Za, κάτοικος Yangon (Μιανμάρ), εκπροσωπούμενος από τους D. Anderson, QC, S. Kentridge, QC, τη M. Lester, barrister, και τον G. Martin, solicitor,

αναιρεσείων,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον M. Bishop και την E. Finnegan,

καθού πρωτοδίκως,

το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον S. Hathaway και τον D. Beard, barrister,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την S. Boelaert και τον M. Κωνσταντινίδη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), K. Lenaerts, J.-C. Bonichot, και M. Safjan, προέδρους τμήματος, K. Schiemann, Γ. Αρέστη, A. Borg Barthet, M. Ilešič, J.-J. Kasel, D. Šváby και M. Berger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 2011,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Νοεμβρίου 2011,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτηση αναιρέσεως, ο Tay Za, υπήκοος της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Μαΐου 2010, T-181/08, Tay Za κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2010, σ. II-1965, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του με αίτημα την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 194/2008 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2008, για την ανανέωση της ισχύος και την ενίσχυση των περιοριστικών μέτρων κατά της Βιρμανίας/Μιανμάρ και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 817/2006 (ΕΕ L 66, σ. 1, στο εξής: επίδικος κανονισμός), καθόσον αφορά την εγγραφή του ονόματος του αναιρεσείοντος στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και φορέων επί των οποίων έχει εφαρμογή ο κανονισμός αυτός.

Ιστορικό της διαφοράς και ο επίδικος κανονισμός

2

Λόγω της ελλείψεως προόδου στη διαδικασία εκδημοκρατισμού και των επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Μιανμάρ, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έλαβε, στις 28 Οκτωβρίου 1996, ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά της χώρας αυτής με την κοινή θέση 96/635/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ L 287, σ. 1). Δεδομένου ότι η κατάσταση που επέβαλε την έκδοση της κοινής θέσης δεν άλλαξε, τα εν λόγω περιοριστικά μέτρα παρατάθηκαν και ενισχύθηκαν κατά τα επόμενα έτη.

3

Τα περιοριστικά μέτρα που έλαβε το Συμβούλιο με την απόφαση 2003/907/ΚΕΠΠΑ, της 22ας Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με την εφαρμογή της κοινής θέσης 2003/297 (ΕΕ L 340, σ. 81), και με τον κανονισμό (ΕΚ) 2297/2003 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1081/2000 του Συμβουλίου σχετικά με την απαγόρευση πώλησης, προμήθειας και εξαγωγής στη Βιρμανία/Μιανμάρ εξοπλισμού δυνάμενου να χρησιμοποιηθεί για εσωτερική καταστολή ή τρομοκρατία και τη δέσμευση των κεφαλαίων ορισμένων υψηλών δημοσίων αξιωματούχων στην εν λόγω χώρα (ΕΕ L 340, σ. 37), επιβλήθηκαν για πρώτη φορά στον αναιρεσείοντα όταν αυτός ήταν δεκάξι ετών.

4

Στις 27 Απριλίου 2006 το Συμβούλιο εξέδωσε την κοινή θέση 2006/318/ΚΕΠΠΑ, για την ανανέωση των περιοριστικών μέτρων κατά της Βιρμανίας/Μιανμάρ (ΕΕ L 116, σ. 77). Επέβαλε, μεταξύ άλλων, τη δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων των μελών της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ και οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, φορέα ή οργανισμού που συνδέεται με αυτά, καθώς και απαγόρευση εισόδου στα κράτη μέλη για τα φυσικά αυτά πρόσωπα. Τα εν λόγω μέτρα παρατάθηκαν μέχρι τις 30 Απριλίου 2008 με την κοινή θέση 2007/248/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2007, για την ανανέωση των περιοριστικών μέτρων κατά της Βιρμανίας/Μιανμάρ (ΕΕ L 107, σ. 8).

5

Λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως στη Μιανμάρ, το Συμβούλιο έκρινε αναγκαίο να εντείνει τις πιέσεις στο στρατιωτικό καθεστώς και εξέδωσε την κοινή θέση 2007/750/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2007, για την τροποποίηση της κοινής θέσης 2006/318 (ΕΕ L 308, σ. 1).

6

Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της κοινής θέσης 2006/318, όπως έχει τροποποιηθεί από την κοινή θέση 2007/750, έχει ως εξής:

«1.   Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι από μεμονωμένα μέλη της κυβέρνησης της Βιρμανίας/Μιανμάρ που ανήκουν, ευρίσκονται στην κατοχή ή ελέγχονται από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που συνδέονται με αυτά, όπως αναφέρονται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ.

2.   Κανένα κεφάλαιο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμούς που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ ή προς όφελός τους.»

7

Υπό τον τίτλο Ι «Πρόσωπα που επωφελούνται από την οικονομική πολιτική της κυβερνήσεως και άλλα πρόσωπα που συνδέονται με το καθεστώς» του παραρτήματος II της κοινής θέσης 2006/318, όπως τροποποιήθηκε με την κοινή θέση 2007/750, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το όνομα του αναιρεσείοντος με την πληροφορία «Υιός του Tay Za» (I1γ), το όνομα του πατέρα του, Tay Za, με την πληροφορία «Διευθύνων Σύμβουλος, Htoo Trading Co., […]» (Ι1α).

8

Στο μέτρο που αφορά τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ο επίδικος κανονισμός, που εκδόθηκε βάσει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, έθεσε σε εφαρμογή ορισμένα από τα περιοριστικά μέτρα των κοινών θέσεων 2006/318 και 2007/750. Τα παραρτήματα του επίδικου κανονισμού, στα οποία περιλαμβάνονται οι κατάλογοι των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών στους οποίους επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα, τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ) 385/2008 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 194/2008 (ΕΕ L 116, σ. 5).

9

Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, του επίδικου κανονισμού ορίζει:

«1.   Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που ανήκουν ή βρίσκονται υπό την ιδιοκτησία, την κατοχή ή τον έλεγχο μελών της κυβερνήσεως της Βιρμανίας/Μιανμάρ ή οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, οντότητας ή φορέα που έχουν σχέση με αυτά και απαριθμούνται στο παράρτημα VI.

2.   Κανένα κεφάλαιο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμούς που απαριθμούνται στο παράρτημα VI.»

10

Το παράρτημα VI του επίδικου κανονισμού φέρει τον τίτλο «Κατάλογος των μελών της Κυβερνήσεως της Βιρμανίας/Μιανμάρ και των προσώπων, οντοτήτων και φορέων που σχετίζονται με αυτά και αναφέρονται στο άρθρο 11.»

11

Η επικεφαλίδα Ι του εν λόγω παραρτήματος VI του επίδικου κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 385/2008, περιλαμβάνει τα «[π]ρόσωπα που επωφελούνται από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και λοιπά πρόσωπα που σχετίζονται με το καθεστώς». Στις θέσεις Ι1γ και Ι1α έχουν καταχωριστεί, αντιστοίχως, το όνομα του αναιρεσείοντος με την πληροφορία «Υιός του Tay Za» και το όνομα του πατέρα του, Tay Za, με την πληροφορία «Διευθύνων Σύμβουλος, Htoo Trading Co. Htoo Construction Co.».

12

Όσον αφορά τις λεπτομέρειες διαβιβάσεως των πληροφοριακών στοιχείων σχετικά με το παράρτημα VI του επίδικου κανονισμού, το άρθρο 18, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τη δημοσίευση ανακοινώσεως.

13

Στις 11 Μαρτίου 2008, το Συμβούλιο δημοσίευσε ανακοίνωση απευθυνόμενη στα πρόσωπα και τις οντότητες που περιλαμβάνονται στους καταλόγους που αναφέρονται στα άρθρα 7, 11 και 15 του επίδικου κανονισμού (ΕΕ C 65, σ. 12).

14

Στο σημείο 2 της ανακοίνωσης αυτής, το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι τα πρόσωπα και οι οντότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του επίδικου κανονισμού είναι:

«α)

μέλη της Κυβερνήσεως της […] Μιανμάρ· ή

β)

φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που συνδέονται με αυτά.»

15

Κατά την ίδια ανακοίνωση, «[τ]α πρόσωπα και οι οντότητες τα οποία αφορά η απόφαση μπορούν να υποβάλουν προς το Συμβούλιο […] αίτηση επανεξετάσεως της αποφάσεως με την οποία τα ονόματά τους προστέθηκαν και διατηρήθηκαν στους εν λόγω καταλόγους, επισυνάπτοντας κάθε χρήσιμο δικαιολογητικό […].»

16

Ο αναιρεσείων διέμενε στη Σιγκαπούρη με τη μητέρα του από το 2000 μέχρι το 2007, έτος κατά το οποίο επέστρεψε στη Μιανμάρ.

17

Ο αναιρεσείων ζήτησε από το Συμβούλιο, με το από 15 Μαΐου 2008 έγγραφο, να θέσει στη διάθεσή του τα πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η εγγραφή του ονόματός του στον κατάλογο του παραρτήματος VI του επίδικου κανονισμού και να διαγράψει το όνομά του από τον εν λόγω κατάλογο.

18

Το Συμβούλιο απάντησε, με το από 26 Ιουνίου 2008 έγγραφο, ότι το όνομα του αναιρεσείοντος περιλαμβανόταν στον εν λόγω κατάλογο διότι ήταν γιος του Tay Za και ως εκ τούτου ανήκε στην ομάδα προσώπων που αντλούσαν όφελος από την οικονομική πολιτική της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ.

Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

19

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 16 Μαΐου 2008, ο αναιρεσείων ζήτησε από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει τον επίδικο κανονισμό.

20

Προς στήριξη της προσφυγής του, ο αναιρεσείων προέβαλε οκτώ λόγους ακυρώσεως αντλούμενους, αντίστοιχα, από έλλειψη νομικής βάσης του επίδικου κανονισμού και μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, από προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, του δικαιώματος ιδιοκτησίας, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, των αρχών του δικαίου που απορρέουν από τον ποινικό χαρακτήρα της επιβολής δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων και της αρχής της ασφαλείας δικαίου.

21

Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής.

22

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω προσφυγή στο σύνολό της.

Αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

23

Με την αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

να ακυρώσει τον επίδικο κανονισμό στο μέτρο που τον αφορά και

να καταδικάσει το Συμβούλιο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα στα οποία αυτός υποβλήθηκε στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης και στο πλαίσιο της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

24

Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

25

Το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.

26

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

27

Ο αναιρεσείων προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως αντλούμενους από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά, πρώτον, τη νομική βάση του επίδικου κανονισμού, δεύτερον, το βάρος αποδείξεως το οποίο φέρει το Συμβούλιο, τρίτον, τα δικαιώματα άμυνας και, τέταρτον, τον σεβασμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της αρχής της αναλογικότητας.

28

Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, αντλούμενο από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της νομικής βάσεως του επίδικου κανονισμού, οι σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που αφορούν αυτόν τον λόγο ακυρώσεως έχουν ως εξής:

«57

[…] επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το αντικείμενο του επίδικου κανονισμού είναι η ανανέωση και η ενίσχυση των περιοριστικών μέτρων κατά της Ένωσης της Μιανμάρ. Συγκεκριμένα, από την αιτιολογική σκέψη 6 του επίδικου κανονισμού προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια περιόδου πλέον των δέκα ετών πριν από την έκδοση του επίδικου κανονισμού, το Συμβούλιο και τα μέλη της διεθνούς κοινότητας δεν έπαυσαν να καταδικάζουν τις πρακτικές του στρατιωτικού καθεστώτος της Μιανμάρ, μεταξύ άλλων, τους περιορισμούς των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών και επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττει από πολλών ετών το καθεστώς αυτό, τα περιοριστικά μέτρα που έλαβε το Συμβούλιο συντελούν στην προώθηση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, συμβάλλοντας έτσι στην προάσπιση της δημόσιας ηθικής.

58

Συνεπώς, ο επίδικος κανονισμός στρέφεται σαφώς κατά τρίτης χώρας, ήτοι της Ένωσης της Μιανμάρ.

[…]

61

[…] υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η έννοια της τρίτης χώρας, κατά τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, μπορεί να περιλαμβάνει τους κυβερνώντες της χώρας αυτής καθώς και τα άτομα και τις οντότητες που συνδέονται με τους εν λόγω κυβερνώντες ή ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτούς [απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, C-402/05 P και C-415/05 P, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I-6351, σκέψη 166)]. Για να χαρακτηρισθεί ένα άτομο συνδεόμενο με τους κυβερνώντες τρίτης χώρας, πρέπει να υφίσταται επαρκής σύνδεσμος μεταξύ του οικείου ατόμου και του εν λόγω καθεστώτος.

[…]

66

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο ορθώς έκρινε ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι σημαντικών επιχειρήσεων του στρατιωτικού καθεστώτος της Μιανμάρ όπως ο πατέρας του προσφεύγοντος, ήτοι ο διευθύνων σύμβουλος των επιχειρήσεων Htoo Trading Co. και Htoo Construction Co., μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πρόσωπα συνδεόμενα με το καθεστώς αυτό. Συγκεκριμένα, στη Μιανμάρ, οι εμπορικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων αυτών δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν χωρίς την εύνοια του εν λόγω καθεστώτος. Ως διευθύνοντες σύμβουλοι των επιχειρήσεων αυτών αντλούν, λόγω των καθηκόντων τους, όφελος από την οικονομική πολιτική της χώρας αυτής. Επομένως, υφίσταται στενός σύνδεσμος μεταξύ των διευθυνόντων συμβούλων των εν λόγω επιχειρήσεων και του στρατιωτικού καθεστώτος.

67

Όσον αφορά τα μέλη της οικογένειας των διευθυνόντων αυτών συμβούλων, βασίμως τεκμαίρεται ότι αντλούν όφελος από τα καθήκοντα που ασκούν οι σύμβουλοι αυτοί οπότε απρόσκοπτα συνάγεται ότι και τα μέλη των οικογενειών τους αντλούν όφελος από την οικονομική πολιτική της κυβερνήσεως.

68

Ωστόσο, το τεκμήριο ότι τα μέλη της οικογενείας των διευθυνόντων συμβούλων των σημαντικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας αντλούν επίσης όφελος από την οικονομική πολιτική της χώρας αυτή μπορεί να ανατραπεί αν ο προσφεύγων αποδείξει ότι δεν έχει στενό σύνδεσμο με τον διευθύνοντα σύμβουλο που αποτελεί μέλος της οικογενείας του.

69

Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι δεν έχει σχέση με τον πατέρα του οπότε η θέση του πατέρα του ως διευθύνοντος συμβούλου σημαντικής επιχειρήσεως δεν του επιτρέπει να αντλεί πλέον όφελος από την οικονομική πολιτική της Μιανμάρ.

70

Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 301 ΕΚ, δράση της Κοινότητας μπορεί να φθάσει μέχρι την πλήρη διακοπή των οικονομικών σχέσεων με τρίτη χώρα. Επομένως, το Συμβούλιο δύναται να λάβει τα αναγκαία επείγοντα μέτρα όσον αφορά τις κινήσεις κεφαλαίων και τις πληρωμές για να θέσει σε εφαρμογή τη δράση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 60 ΕΚ. Γενικός εμπορικός αποκλεισμός κατά τρίτης χώρας αφορά όλα τα πρόσωπα στη Μιανμάρ και όχι μόνον αυτά που αντλούν όφελος από την οικονομική πολιτική του στρατιωτικού καθεστώτος της Μιανμάρ λόγω της προσωπικής τους καταστάσεως στη χώρα. Στην προκειμένη υπόθεση, πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να κριθεί αν τα περιοριστικά μέτρα, βάσει συγκεκριμένων και επιλεκτικών κυρώσεων κατά ορισμένων κατηγοριών προσώπων τα οποία κρίνει το Συμβούλιο ότι συνδέονται με το εν λόγω καθεστώς, μεταξύ των οποίων τα μέλη της οικογένειας των διευθυνόντων συμβούλων των σημαντικών επιχειρήσεων της οικείας τρίτης χώρας, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ.

[…]

72

Επιπλέον, επισημαίνεται ότι ο συνυπολογισμός των μελών της οικογενείας στις κατηγορίες των προσώπων στα οποία επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα που λαμβάνονται κατά της Ένωσης της Μιανμάρ δικαιολογείται από λόγους αποτελεσματικότητας. Ο συνυπολογισμός των μελών της οικογενείας των διευθυνόντων συμβούλων των σημαντικών επιχειρήσεων αποτρέπει την καταστρατήγηση των εν λόγω περιοριστικών μέτρων μέσω της μεταβιβάσεως των περιουσιακών στοιχείων των συμβούλων αυτών στα μέλη της οικογενείας τους.»

Επιχειρήματα των διαδίκων

29

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ δεν παρέχουν στο Συμβούλιο την εξουσία να δεσμεύσει τα περιουσιακά του στοιχεία διότι δεν υφίσταται στενή σχέση μεταξύ αυτού και της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ. Κατ’ αυτόν, από τη σκέψη 166 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής προκύπτει ότι μόνον οι κυβερνώντες τρίτης χώρας ή τα πρόσωπα που συνδέονται με αυτούς ή ελέγχονται από αυτούς μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο περιοριστικών μέτρων που λαμβάνονται βάσει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ. Τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να επιβληθούν σε ιδιώτες απλώς και μόνον επειδή αυτοί τεκμαίρεται ότι αντλούν όφελος από την οικονομική πολιτική ενός καθεστώτος λόγω των σχέσεών τους με τα πρόσωπα τα οποία, εξαιτίας του ότι ανήκουν στον επιχειρηματικό κύκλο, τεκμαίρεται ότι και αυτοί άντλησαν όφελος από το εν λόγω καθεστώς.

30

Ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2008, T-256/07, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. II-3019), υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο φέρει το βάρος αποδείξεως για το ότι η δέσμευση των κεφαλαίων ήταν δικαιολογημένη. Κατ’ αυτόν, από την εν λόγω απόφαση του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η απόφαση περί εγγραφής ονόματος στον σχετικό κατάλογο πρέπει να στηρίζεται σε σοβαρές και πειστικές αποδείξεις και τα θεσμικά όργανα οφείλουν να κοινοποιούν τους λόγους στον ενδιαφερόμενο.

31

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στον αναιρεσείοντα ότι δεν ανέτρεψε το εις βάρος του τεκμήριο διότι δεν παρέσχε διευκρινίσεις για την προέλευση των κεφαλαίων με τα οποία έγινε μέτοχος, το διάστημα μεταξύ 2005 και 2007, στις δύο εταιρίες του πατέρα του που εδρεύουν στη Σιγκαπούρη. Ο αναιρεσείων υπενθυμίζει ότι δεν κατείχε τις εν λόγω μετοχές το 2003, όταν περιελήφθη για πρώτη φορά το όνομά του στον σχετικό κατάλογο, ή το 2008, όταν εκδόθηκε ο επίδικος κανονισμός, και ότι δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τα εμπορικά συμφέροντα του πατέρα του.

32

Ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η εγγραφή του ονόματός του στον κατάλογο των μελών της οικογένειας των προσώπων που αφορά ο επίδικος κανονισμός προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως της δεσμεύσεως των κεφαλαίων δεν συνιστά πειστική δικαιολογία στον βαθμό που η εγγραφή αυτή δεν εμποδίζει τις μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, προληπτικώς, ούτε προς τα περισσότερο μακρινά μέλη της οικογένειας ούτε προς τρίτους.

33

Όσον αφορά την εξουσία της Κοινότητας να επιβάλει στοχευμένα περιοριστικά μέτρα που πλήττουν ορισμένες κατηγορίες προσώπων, ο αναιρεσείων παρατηρεί ότι με την προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ παρέχουν τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων κατά τρίτης χώρας, παρά ταύτα δεν προκύπτει εντεύθεν ότι παρέχεται αυτοδικαίως άδεια να ληφθούν επιλεκτικά μέτρα κατά φυσικών προσώπων.

34

Το Συμβούλιο απαντά στα επιχειρήματα αυτά ότι, αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται, ο αναιρεσείων δεν περιελήφθη στον κατάλογο του επίδικου κανονισμού ατομικώς, αλλά λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων η οποία προσδιορίζεται στον εν λόγω κανονισμό. Ελλείψει ενδείξεως περί του αντιθέτου, τα μέλη των οικογενειών των προσώπων που συνδέονται με το στρατιωτικό καθεστώς της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ τεκμαίρεται ότι αντλούν όφελος από την οικονομική πολιτική της χώρας αυτής. Έτσι, ο αναιρεσείων συνδέεται πράγματι με το καθεστώς αυτό κατά την έννοια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής. Εξάλλου, ο αναιρεσείων δήλωνε πάντοτε φοιτητής και ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι ήταν οικονομικά ανεξάρτητος από τον πατέρα του.

35

Όσον αφορά τον κίνδυνο καταστρατηγήσεως των περιοριστικών μέτρων, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η ταυτόχρονη εγγραφή στον σχετικό κατάλογο του διευθύνοντος συμβούλου μιας επιχειρήσεως και των μελών της οικογένειάς του έχει ακριβώς ως αποτέλεσμα τη δέσμευση όλων των σχετικών περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ενδέχεται να είχαν μεταβιβαστεί στα μέλη αυτά προηγουμένως. Λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει για μια τέτοια μεταβίβαση, οι διευθύνοντες σύμβουλοι των επιχειρήσεων δεν θα έπρατταν κάτι τέτοιο προς όφελος τρίτων.

36

Το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο περιόρισε την παρέμβασή του μόνο σ’ αυτόν τον λόγο ακυρώσεως, καθώς και η Επιτροπή θεωρούν ότι το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο ότι ο επίδικος κανονισμός στηρίχθηκε σε προσήκουσα νομική βάση, ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της κοινής θέσης 2006/318 και του επίδικου κανονισμού, καθώς και την ανάγκη να αποτραπεί η καταστρατήγηση σημαντικών μέτρων, η φράση «[…] πρόσωπα που συνδέονται […]» με τα μέλη της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνουσα τα μέλη της οικογένειας των προσώπων αυτών και τα μέλη της οικογένειας των προσώπων που αντλούν όφελος από την οικονομική πολιτική της κυβερνήσεως αυτής.

37

Κατά την Επιτροπή, ο αναιρεσείων δίδει την εντύπωση ότι αμφισβητεί αυτόν καθαυτόν τον μηχανισμό των «στοχευμένων κυρώσεων» που επέλεξε το Συμβούλιο. Πάντως, τα δικαστήρια της Ένωσης δεν είναι αρμόδια να ελέγξουν τον ειδικό αυτό μηχανισμό που επιλέχθηκε για να εφαρμοστεί ο εμπορικός αποκλεισμός κατά τρίτης χώρας.

38

Κατά το δίκαιο της Ένωσης, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή οικονομικών και χρηματοοικονομικών κυρώσεων βάσει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, σύμφωνα με κοινή θέση εκδοθείσα στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας.

39

Δεδομένου ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί, ειδικότερα, να υποκαταστήσει το Συμβούλιο όσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, γεγονότων και περιστάσεων που δικαιολογούν τη λήψη τέτοιων μέτρων, ο έλεγχος που ασκεί το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά τη νομιμότητα αποφάσεων δεσμεύσεως κεφαλαίων πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων και των κανόνων περί αιτιολογίας, του υποστατού των πραγματικών περιστατικών, καθώς και της απουσίας πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και καταχρήσεως εξουσίας. Πάντως, ο αναιρεσείων δεν απέδειξε ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς απέρριψε τα επιχειρήματά του κατά τα οποία οι κανόνες διαδικασίας και οι λόγοι που επικαλέσθηκε το Συμβούλιο υπέρ της εκδόσεως του επίδικου κανονισμού ενείχαν σφάλματα.

40

Κατά την Επιτροπή, το ζήτημα αν υφίσταται στενή σχέση μεταξύ του αναιρεσείοντος και των κυβερνώντων της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ και η εκτίμηση πραγματικών περιστατικών του Γενικού Δικαστηρίου για το ότι οι αποδείξεις που προσκόμισε ή τα επιχειρήματα που προέβαλε ο αναιρεσείων για να αποδείξει ότι δεν είχε άμεση ή έμμεση σχέση με το στρατιωτικό καθεστώς της χώρας αυτής δεν αποτελούν νομικά ζητήματα.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

41

Χωρίς να προβάλει ρητώς ένσταση απαραδέκτου κατ’ αυτού του λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ζήτημα αν υφίσταται στενή σχέση μεταξύ του αναιρεσείοντος και των κυβερνώντων της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ η οποία μπορεί να δικαιολογεί την εφαρμογή των επίμαχων περιοριστικών μέτρων συνιστά πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα. Εφόσον ο αναιρεσείων δεν απέδειξε ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε ή παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία, οι πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες αυτό κατέληξε έπρεπε να επικυρωθούν από το Δικαστήριο.

42

Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

43

Συγκεκριμένα, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της «τρίτης χώρας», κατά τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, μπορεί να περιλαμβάνει τους κυβερνώντες της χώρας αυτής καθώς και τα άτομα και τις οντότητες που συνδέονται με τους εν λόγω κυβερνώντες ή ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτούς (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 166).

44

Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, βάσει ακριβώς αυτής της νομολογίας, εάν υφίστατο στενή σχέση μεταξύ του αναιρεσείοντος και των κυβερνώντων της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογεί τη λήψη περιοριστικών μέτρων κατά του εν λόγω αναιρεσείοντος δυνάμει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ.

45

Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, το ζήτημα που τίθεται είναι εάν το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας στις σκέψεις 66 και 67 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι τεκμαίρεται ότι τα μέλη της οικογενείας διευθυνόντων συμβούλων σημαντικών επιχειρήσεων του στρατιωτικού καθεστώτος της Μιανμάρ επωφελούνται από τα καθήκοντα που ασκούν οι σύμβουλοι αυτοί, οπότε απρόσκοπτα συνάγεται ότι και τα μέλη των οικογενειών τους επωφελούνται επίσης από την οικονομική πολιτική της κυβερνήσεως της χώρας αυτής, εφάρμοσε ορθώς τη νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το περιεχόμενο των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ όπως αυτή απορρέει, μεταξύ άλλων, από την προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου.

Επί της ουσίας

46

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιλογή της νομικής βάσεως μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2011, C-548/09 P, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, Συλλογή— σ. Ι-11381, σκέψη 66).

47

Το άρθρο 60 ΕΚ προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι, εάν στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 301 ΕΚ κριθεί αναγκαία η δράση της Κοινότητας, το Συμβούλιο μπορεί να λάβει, έναντι των οικείων τρίτων χωρών, τα αναγκαία επείγοντα μέτρα όσον αφορά τις κινήσεις κεφαλαίων και τις πληρωμές.

48

Κατά το άρθρο 301 ΕΚ, όταν μία κοινή θέση ή κοινή δράση, οι οποίες εγκρίθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας, προβλέπει δράση της Κοινότητας για τη μερική ή ολοκληρωτική μείωση ή διακοπή των οικονομικών σχέσεων με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, το Συμβούλιο λαμβάνει τα αναγκαία επείγοντα μέτρα.

49

Ο επίδικος κανονισμός αφορά τη λήψη περιοριστικών μέτρων κατά της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ.

50

Όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη του επίδικου κανονισμού, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών και επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττει το καθεστώς αυτό, τα περιοριστικά μέτρα που περιλαμβάνονται στον κανονισμό αυτό συντελούν στην προώθηση του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμβάλλοντας έτσι στην προάσπιση της δημόσιας ηθικής στην εν λόγω χώρα.

51

Κατά το άρθρο 11 του επίδικου κανονισμού, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα είχαν ως συνέπεια τη δέσμευση όλων των κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που ανήκαν σε μέλη της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ και σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμούς που συνδέονταν με αυτά.

52

Ο κατάλογος των μελών της κυβερνήσεως αυτής καθώς και των φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή οργανισμών που συνδέονται με τα εν λόγω μέλη και αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο 11, το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα VI του επίδικου κανονισμού, περιέχει, μεταξύ άλλων, τα ονόματα των μελών του Κρατικού Συμβουλίου Ειρήνης και Ανάπτυξης, των υπουργών, των ανώτερων αξιωματικών του στρατού και των προσώπων που αντλούν όφελος από την οικονομική πολιτική της εν λόγω κυβερνήσεως.

53

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, ιδίως των φράσεων «έναντι των οικείων τρίτων χωρών» και «με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες» που περιέχονται στα άρθρα αυτά, σκοπός των εν λόγω διατάξεων είναι η λήψη μέτρων εις βάρος τρίτων χωρών, που μπορούν να αφορούν τόσο την κυβέρνηση μιας τέτοιας χώρας όσο και τα άτομα και τις οντότητες που συνδέονται με την κυβέρνηση ή ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτήν (προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 166).

54

Στον κατάλογο, που βρίσκεται στον τίτλο Ι του παραρτήματος VI του επίδικου κανονισμού, των προσώπων που αντλούν όφελος από την οικονομική πολιτική της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ και των οποίων τα αντίστοιχα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι δεσμεύθηκαν, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ονόματα των μελών της οικογένειας των διευθυνόντων συμβούλων ορισμένων επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και το όνομα του αναιρεσείοντος.

55

Υπό το πρίσμα της υπομνησθείσας στη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι διευθύνοντες σύμβουλοι ορισμένων επιχειρήσεων να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο περιοριστικών μέτρων που λαμβάνονται βάσει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ εφόσον έχει αποδειχθεί ότι συνδέονται με τους κυβερνώντες της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ ή ότι οι δραστηριότητες των επιχειρήσεων αυτών εξαρτώνται από τους εν λόγω κυβερνώντες.

56

Ωστόσο, τα μέλη της οικογένειας των διευθυνόντων συμβούλων των επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος VI του επίδικου κανονισμού πλήττονται από τα μέτρα της δεσμεύσεως κεφαλαίων απλώς και μόνον επειδή ανήκουν στην οικογένεια των προσώπων τα οποία συνδέονται με τους εν λόγω κυβερνώντες.

57

Ως προς αυτούς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι βασίμως τεκμαίρεται ότι τα μέλη της οικογένειας των διευθυνόντων συμβούλων επιχειρήσεων αντλούν όφελος από τα καθήκοντα που ασκούν οι σύμβουλοι αυτοί, οπότε απρόσκοπτα συνάγεται ότι αντλούν επίσης όφελος από την οικονομική πολιτική της κυβερνήσεως. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί αν ο προσφεύγων αποδείξει ότι δεν έχει στενό σύνδεσμο με τον διευθύνοντα σύμβουλο που αποτελεί μέλος της οικογενείας του (σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).

58

Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε έτσι (σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) ότι τα περιοριστικά μέτρα, βάσει συγκεκριμένων και επιλεκτικών κυρώσεων κατά ορισμένων κατηγοριών προσώπων τα οποία κατά την κρίση του Συμβουλίου συνδέονται με το εν λόγω καθεστώς, μεταξύ των οποίων τα μέλη της οικογένειας των διευθυνόντων συμβούλων των σημαντικών επιχειρήσεων της οικείας τρίτης χώρας, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ.

59

Πρέπει να εξακριβωθεί εάν το Γενικό Δικαστήριο, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το περιεχόμενο των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής).

60

Μολονότι, στη σκέψη 166 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Δικαστήριο ερμήνευσε διασταλτικώς τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, καθόσον συμπεριέλαβε στην έννοια της «τρίτης χώρας» που αναφέρεται στα εν λόγω άρθρα τις κυβερνήσεις των χωρών αυτών καθώς και τα άτομα και τις οντότητες που συνδέονται με την κυβέρνηση ή ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτήν, εντούτοις η ερμηνεία αυτή εξαρτάται από προϋποθέσεις που τέθηκαν προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ θα εφαρμοστούν σύμφωνα με τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκαν.

61

Συναφώς, το Δικαστήριο απέρριψε την άποψη της Επιτροπής ότι για να θεωρηθεί ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα ελήφθησαν κατά τρίτης χώρας αρκεί να αφορούν πρόσωπα ή οντότητες που βρίσκονται στη χώρα αυτήν ή συνδέονται κατ’ άλλον τρόπο με αυτήν (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 168).

62

Κατά το Δικαστήριο, μια τέτοια ερμηνεία των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ θα προσέδιδε εξαιρετικά ευρύ περιεχόμενο στις διατάξεις αυτές, χωρίς ουδόλως να λαμβάνει υπόψη ότι, κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών, τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να στρέφονται κατά τρίτης χώρας (προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου, σκέψη 168).

63

Επομένως, για να ληφθούν μέτρα κατά φυσικών προσώπων βάσει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, δηλαδή ως περιοριστικά μέτρα στρεφόμενα κατά τρίτων χωρών, πρέπει αυτά να αφορούν αποκλειστικά τους κυβερνώντες των χωρών αυτών και τα πρόσωπα που συνδέονται με αυτούς (προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 166).

64

Η προϋπόθεση αυτή εξασφαλίζει την ύπαρξη στενής σχέσης μεταξύ των οικείων προσώπων και της τρίτης χώρας κατά της οποίας στρέφονται τα περιοριστικά μέτρα της Ένωσης, εμποδίζοντας μία υπερβολικά διασταλτική ερμηνεία των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ η οποία, ως εκ τούτου, θα αντέβαινε στη νομολογία του Δικαστηρίου.

65

Το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι βασίμως τεκμαίρεται ότι και τα μέλη της οικογενείας των διευθυνόντων συμβούλων σημαντικών επιχειρήσεων αντλούν όφελος από την οικονομική πολιτική της κυβερνήσεως, διεύρυνε την κατηγορία φυσικών προσώπων κατά των οποίων μπορούν να ληφθούν στοχευμένα περιοριστικά μέτρα.

66

Η εφαρμογή των μέτρων αυτών σε φυσικά πρόσωπα αποκλειστικά και μόνο λόγω των οικογενειακών δεσμών τους με πρόσωπα που συνδέονται με τους κυβερνώντες της τρίτης χώρας και ανεξάρτητα από την προσωπική συμπεριφορά τους αντίκειται στη σχετική με τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ νομολογία του Δικαστηρίου.

67

Συγκεκριμένα, δεν είναι εύκολο να αποδειχθεί η ύπαρξη σχέσεως, έστω και έμμεσης, μεταξύ της ελλείψεως προόδου στον τομέα του εκδημοκρατισμού και της συνεχιζόμενης παραβιάσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Μιανμάρ, που συνιστούν, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του επίδικου κανονισμού, έναν από τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση του εν λόγω κανονισμού, και της συμπεριφοράς των μελών της οικογένειας των διευθυνόντων συμβούλων επιχειρήσεων, η οποία, καθαυτή, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μομφής.

68

Αφετέρου, κρίνοντας, στη σκέψη 168 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, ότι τα περιοριστικά μέτρα που λαμβάνονται κατά τρίτης χώρας δεν μπορεί να αφορούν πρόσωπα που συνδέονται με τη χώρα αυτή «κατ’ άλλον τρόπο», το Δικαστήριο θέλησε να περιορίσει τις κατηγορίες φυσικών προσώπων κατά των οποίων μπορούν να στραφούν τα στοχευμένα περιοριστικά μέτρα σε εκείνες μόνο στις οποίες το συνδετικό στοιχείο με την τρίτη χώρα προκύπτει σαφέστατα, δηλαδή στους κυβερνώντες των τρίτων χωρών και στα άτομα που συνδέονται με αυτούς.

69

Εξάλλου, το κριτήριο που επέλεξε το Γενικό Δικαστήριο για να συμπεριλάβει τα μέλη της οικογένειας των διευθυνόντων συμβούλων επιχειρήσεων στηρίζεται σε τεκμήριο που δεν προβλέπεται ούτε από τον επίδικο κανονισμό ούτε από τις κοινές θέσεις 2006/318 και 2007/750, στις οποίες παραπέμπει το Γενικό Δικαστήριο, και δεν εξυπηρετεί τον σκοπό της ρυθμίσεως αυτής.

70

Επομένως, μέτρο δεσμεύσεως κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που ανήκουν στον αναιρεσείοντα, στο πλαίσιο κανονισμού που αφορά την επιβολή κυρώσεων σε τρίτη χώρα δυνάμει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, μπορούσε να ληφθεί μόνο βάσει σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων από τα οποία να αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω αναιρεσείων αντλούσε όφελος από την οικονομική πολιτική των κυβερνώντων της Δημοκρατίας της Ένωσης της Μιανμάρ.

71

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι βασίμως τεκμαίρεται ότι τα μέλη της οικογένειας των διευθυνόντων συμβούλων επιχειρήσεων αντλούν όφελος από τα καθήκοντα που ασκούν οι σύμβουλοι αυτοί οπότε απρόσκοπτα συνάγεται ότι αντλούν επίσης όφελος από την οικονομική πολιτική της κυβερνήσεως και ότι, επομένως, υφίσταται στενή σχέση, βάσει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, μεταξύ του αναιρεσείοντος και του στρατιωτικού καθεστώτος της Μιανμάρ, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

72

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, καθόσον δεν ακύρωσε τον επίδικο κανονισμό, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, λόγω ελλείψεως νομικής βάσεως.

73

Δεδομένου ότι η αναγνώριση του βασίμου του τρίτου και του πέμπτου λόγου συνεπάγεται την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

74

Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.

75

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να αποφανθεί οριστικά επί της προσφυγής ακυρώσεως του επίδικου κανονισμού που άσκησε ο αναιρεσείων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

76

Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι, για τους λόγους που παρατίθενται στις σκέψεις 60 έως 70 της παρούσας αποφάσεως, η προσφυγή είναι βάσιμη και ο επίδικος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί, λόγω ελλείψεως νομικής βάσεως κατά το μέτρο που αφορά τον αναιρεσείοντα.

Επί των δικαστικών εξόδων

77

Δυνάμει του άρθρου 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων.

78

Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ζήτησε την καταδίκη του Συμβουλίου και αυτό ηττήθηκε, το τελευταίο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των δύο διαδικασιών.

79

Το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, που επίσης εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, προβλέπει στο πρώτο εδάφιο ότι τα κράτη μέλη και τα κοινοτικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να αποφασιστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα τόσο στη δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσο και στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

 

1)

Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Μαΐου 2010, T-181/08, Tay Za κατά Συμβουλίου.

 

2)

Ακυρώνει τον κανονισμό (ΕΚ) 194/2008 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2008, για την ανανέωση της ισχύος και την ενίσχυση των περιοριστικών μέτρων κατά της Βιρμανίας/Μιανμάρ και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 817/2006, όσον αφορά τον Tay Za.

 

3)

Καταδικάζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτόδικης διαδικασίας όσο και της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.

 

4)

Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα τόσο της πρωτόδικης διαδικασίας όσο και της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.