ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

της 18ης Δεκεμβρίου 2009

Υπόθεση F-92/09 R

U

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Υπαλληλική υπόθεση – Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως περί απολύσεως – Επείγον – Fumus boni juris»

Αντικείμενο: Προσφυγή, ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 242 ΕΚ, 243 ΕΚ, 157 EA και 158 EA, με την οποία η U ζητεί, αφενός, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως του Κοινοβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2009, περί απολύσεώς της και, αφετέρου, τη λήψη προσωρινών μέτρων.

Απόφαση: Η εκτέλεση της αποφάσεως περί απολύσεως της αιτούσας, της 6ης Ιουλίου 2009, μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης αναστέλλεται. Παρέλκει η έκδοση αυτοτελούς αποφάσεως τόσο επί του αιτήματος περί επανεντάξεως της αιτούσας, όσο και επί του αιτήματος λήψεως κάθε απαραίτητου μέτρου προς διασφάλιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων της. Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

1.      Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Fumus boni juris – Επείγον – Σωρευτικός χαρακτήρας – Σειρά εξετάσεως και τρόπος ελέγχου

(Άρθρα 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 102 § 2)

2.      Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία – Βάρος αποδείξεως

(Άρθρο 278 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 102 § 2)

3.      Υπάλληλοι – Αποδοχές – Οικογενειακά επιδόματα – Επίδομα συντηρουμένου τέκνου – Εξομοίωση προσώπου με συντηρούμενο τέκνο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VII, άρθρα 2 § 4 και 17 § 2)

4.      Υπάλληλοι – Απόλυση λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας – Καθήκον αρωγής

1.      Βάσει του άρθρου 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται.

Οι προϋποθέσεις περί του επείγοντος χαρακτήρα και του fumus boni juris πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς, οπότε τυχόν αίτηση προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτεται σε περίπτωση κατά την οποία δεν συντρέχει μία εκ των προϋποθέσεων αυτών.

Στο πλαίσιο αυτής της συνολικής εξετάσεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και είναι ελεύθερος να καθορίσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να εξακριβωθεί η συνδρομή των διαφόρων αυτών προϋποθέσεων καθώς και τη σειρά με την οποία θα διεξαχθεί η εξέταση αυτή, εφόσον κανένας κανόνας κοινοτικού δικαίου δεν του επιβάλλει προκαθορισμένο σχέδιο αναλύσεως για να εκτιμήσει την αναγκαιότητα της εκδόσεως διατάξεως προσωρινών μέτρων.

(βλ. σκέψεις 40 έως 42)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 9 Αυγούστου 2001, T‑120/01 R, De Nicola κατά ΕΤΕπ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑171 και II‑783, σκέψεις 12 και 13

ΔΔΔ: 31 Μαΐου 2006, F‑38/06 R, Bianchi κατά Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑27 και II‑A‑1‑93, σκέψεις 20 και 22

2.      Παρότι μια καθαρώς χρηματική ζημία δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη ή έστω ως δυνάμενη να αποκατασταθεί δυσχερώς, εφόσον μπορεί να καταστεί αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αποζημιώσεως, εντούτοις, απόκειται στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να κρίνει, σε συνάρτηση με τις ειδικές περιστάσεις σε κάθε περίπτωση, αν η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως, της οποία ζητείται η αναστολή εκτελέσεως, μπορεί να επιφέρει στον αιτούντα σοβαρή και άμεση βλάβη, την οποία δεν θα μπορούσε πλέον να αποκαταστήσει ούτε η ακύρωση της αποφάσεως αυτής κατά την περάτωση της κύριας δίκης.

Ειδικότερα, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής οφείλει να διασφαλίσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση του αιτούντος, ότι ο τελευταίος διαθέτει κάποιο ποσό που μπορεί, υπό κανονικές συνθήκες, να του επιτρέψει να αντιμετωπίσει το σύνολο των δαπανών που είναι απαραίτητες για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του, μέχρι το χρονικό σημείο που θα εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της προσφυγής.

(βλ. σκέψεις 47, 49 και 50)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 30 Νοεμβρίου 1993, T‑549/93 R, D. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1347, σκέψη 45· 10 Φεβρουαρίου 1999, T‑211/98 R, Willeme κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑15 και II‑57, σκέψη 37· 28 Νοεμβρίου 2003, T‑200/03 R, V κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑317 και II‑1549, σκέψη 57

3.      Το άρθρο 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπάλληλος έχει νόμιμη υποχρέωση διατροφής και του οποίου η συντήρηση συνεπάγεται γι’ αυτόν σημαντική επιβάρυνση μπορεί να εξομοιωθεί κατ’ εξαίρεση, με συντηρούμενο τέκνο, κατόπιν ειδικής και αιτιολογημένης αποφάσεως της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής που λαμβάνεται βάσει αποδεικτικών εγγράφων. Εντούτοις, το γεγονός ότι υπάλληλος δεν ζήτησε, βάσει των διατάξεων αυτών, να εξομοιωθεί με συντηρούμενο τέκνο ένα από τα μέλη της οικογένειάς του δεν είναι ικανό να αποδείξει ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν παρέχει οικονομική στήριξη στην οικογένεια του η οποία έχει παραμείνει στη χώρα καταγωγής του.

Εξάλλου, το άρθρο 17, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ προβλέπει ότι ο υπάλληλος δύναται να διενεργεί τακτικά μεταφορά μέρους των αποδοχών του προς άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο ασκεί τα καθήκοντά του υπέρ ενός συντηρούμενου τέκνου ή ενός προσώπου έναντι του οποίου ο υπάλληλος αποδεικνύει ότι υπέχει υποχρέωση δυνάμει δικαστικής αποφάσεως ή αποφάσεως της αρμόδιας διοικητικής αρχής. Εντούτοις, το γεγονός ότι υπάλληλος δεν ισχυρίστηκε ότι πληροί της ειδικές προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών, προκειμένου να μεταφέρει μέρος των αποδοχών του στην οικογένεια του που παρέμεινε στη χώρα καταγωγής του, δεν μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν παρέχει οικονομική στήριξη σε αυτήν.

(βλ. σκέψεις 59 και 60)

4.      Το καθήκον αρωγής επιβάλλει στη διοίκηση, οσάκις υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την παθολογική αιτία των δυσκολιών που αντιμετωπίζει υπάλληλος στην εκτέλεση των καθηκόντων του, να καταβάλλει κάθε δυνατή επιμέλεια προκειμένου να αρθούν οι αμφιβολίες αυτές προτού ακόμη εκδοθεί απόφαση περί απολύσεως του οικείου υπαλλήλου.

Εξάλλου, η υποχρέωση αυτή αποτυπώνεται και στις εσωτερικές κανονιστικές διατάξεις του Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαδικασία βελτίωσης που εφαρμόζεται στο πλαίσιο της ανίχνευσης, διαχείρισης και επίλυσης των περιπτώσεων επαγγελματικής ανεπάρκειας των υπαλλήλων, δεδομένου ότι το άρθρο 8 των εν λόγω διατάξεων προβλέπει ότι απόκειται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στον τελικό βαθμολογητή να ενημερώσει την ιατρική υπηρεσία του Κοινοβουλίου οσάκις υποπίπτουν στην αντίληψή του γεγονότα ικανά να αποδώσουν την προσαπτόμενη στον υπάλληλο συμπεριφορά σε προβλήματα ιατρικής φύσεως.

Επιπλέον, οι υποχρεώσεις της διοικήσεως λόγω του καθήκοντος αρωγής διευρύνονται ουσιωδώς, οσάκις πρόκειται για ιδιαίτερη περίπτωση υπαλλήλου του οποίου αμφισβητείται η ψυχική υγεία και, συνεπώς, η ικανότητά του να υπερασπισθεί λυσιτελώς τα συμφέροντά του, πολύ περισσότερο δε όταν ο ενδιαφερόμενος αντιμετωπίζει την απειλή απολύσεως και βρίσκεται, επομένως, σε ευάλωτη θέση.

(βλ. σκέψεις 75 έως 77)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 26 Φεβρουαρίου 2003, T‑145/01, Latino κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑59 και II‑337, σκέψη 93

ΔΔΔ: 13 Δεκεμβρίου 2006, F‑17/05, de Brito Sequeira Carvalho κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑149 και II‑A‑1‑577, σκέψη 72