29.8.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 205/25


Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε ο Giudice di pace di Cortona (Ιταλία) στις 19 Ιουνίου 2009 — Edyta Joanna Jakubowska κατά Alessandro Maneggia

(Υπόθεση C-225/09)

2009/C 205/43

Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική

Αιτών δικαστής

Giudice di pace di Cortona

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Ενάγουσα: Edyta Joanna Jakubowska

Εναγόμενος: Alessandro Maneggia

Προδικαστικά ερωτήματα

1)

Μήπως τα άρθρα 3, στοιχείο ζ', 4, 10, 81 και 98 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποκλείουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως η περιλαμβανόμενη στα άρθρα 1 και 2 του νόμου 339 της 25ης Νοεμβρίου 2003, τα οποία επαναφέρουν το ασύμβατο της ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος από τους δημοσίους υπαλλήλους μερικής απασχολήσεως και αρνούνται σε αυτούς, μολονότι οι τελευταίοι έχουν άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, προβλέποντας τη διαγραφή τους από το μητρώο δικηγόρων με απόφαση του αρμοδίου δικηγορικού συλλόγου, εκτός αν ο δημόσιος υπάλληλος επιλέξει την παύση της εργασιακής σχέσεως;

2)

Μήπως τα άρθρα 3, στοιχείο ζ', 4, 10 και 98 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποκλείουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως η περιλαμβανόμενη στα άρθρα 1 και 2 του νόμου 339 της 25ης Νοεμβρίου 2003, τα οποία επαναφέρουν το ασύμβατο της ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος από τους δημοσίους υπαλλήλους μερικής απασχολήσεως και αρνούνται σε αυτούς, μολονότι οι τελευταίοι έχουν άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, προβλέποντας τη διαγραφή τους από το μητρώο δικηγόρων με απόφαση του αρμοδίου δικηγορικού συλλόγου, εκτός αν ο δημόσιος υπάλληλος επιλέξει την παύση της εργασιακής σχέσεως;

3)

Μήπως το άρθρο 6 της οδηγίας 77/249/ΕΟΚ (1) του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους, κατά το οποίο «[κ]άθε κράτος μέλος δύναται να αποκλείσει τους εμμίσθους δικηγόρους οι οποίοι συνδέονται με σύμβαση εργασίας με δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση, από την άσκηση των δραστηριοτήτων εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως της επιχειρήσεως αυτής ενώπιον των δικαστηρίων, κατά το μέτρο που δεν επιτρέπεται να ασκήσουν τέτοιες δραστηριότητες οι εγκατεστημένοι στο κράτος αυτό δικηγόροι», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως η περιλαμβανόμενη στα άρθρα 1 και 2 του νόμου 339 της 25ης Νοεμβρίου 2003, τα οποία επαναφέρουν το ασύμβατο της ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος από τους δημοσίους υπαλλήλους μερικής απασχολήσεως και αρνούνται σε αυτούς, μολονότι οι τελευταίοι έχουν άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, προβλέποντας τη διαγραφή τους από το μητρώο δικηγόρων με απόφαση του αρμοδίου διοικητικού συλλόγου, εκτός αν ο δημόσιος υπάλληλος επιλέξει την παύση της εργασιακής σχέσεως, όταν η εθνική αυτή ρύθμιση έχει εφαρμογή και για τους υπαλλήλους δικηγόρους που ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών;

4)

Μήπως το άρθρο 8 της οδηγίας 98/5/ΕΚ (2) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, κατά το οποίο «[ο] δικηγόρος που είναι εγγεγραμμένος στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής μπορεί να εργάζεται υπό την ιδιότητα του έμμισθου δικηγόρου σε άλλο δικηγόρο, ένωση ή εταιρεία δικηγόρων, ή δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση, εφόσον το κράτος μέλος υποδοχής το επιτρέπει στους δικηγόρους που είναι εγγεγραμμένοι υπό τον επαγγελματικό τίτλο αυτού του κράτους μέλους», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν έχει εφαρμογή επί του δικηγόρου δημοσίου υπαλλήλου μερικής απασχολήσεως;

5)

Μήπως οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των κεκτημένων δικαιωμάτων αποκλείουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως η περιλαμβανόμενη στα άρθρα 1 και 2 του νόμου 339 της 25ης Νοεμβρίου 2003, τα οποία επαναφέρουν το ασύμβατο της ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος από τους δημοσίους υπαλλήλους μερικής απασχολήσεως και έχουν εφαρμογή και επί των δικηγόρων που ήσαν ήδη εγγεγραμμένοι στα μητρώα δικηγόρων κατά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του πιο πάνω νόμου 339/2003, ενώ στο άρθρο 2 προβλέπεται μόνον ένα βραχύ «moratorium» για την επιβληθείσα επιλογή μεταξύ έμμισθης εργασίας και ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος;


(1)  ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 249.

(2)  ΕΕ L 77, σ. 36