Υπόθεση C-375/07

Staatssecretaris van Financiën

κατά

Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV

(αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Κύρος κανονισμού περί κατατάξεως εμπορευμάτων – Ερμηνεία του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1196/97 – Άρθρα 220 και 239 του τελωνειακού κώδικα – Άρθρα 871 και 905 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 – Αποξηραμένα φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό – Δασμολογική κατάταξη – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών – Διαδικασία διαγραφής – Σφάλμα τελωνειακών αρχών το οποίο λογικά θα μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη – Πρόδηλη αμέλεια εισαγωγέα»

Περίληψη της αποφάσεως

1.        Κοινό Δασμολόγιο – Δασμολογικές κλάσεις – Αποξηραμένα φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό

(Κανονισμός 2658/87 του Συμβουλίου, παράρτημα Ι· κανονισμοί της Επιτροπής 1196/97 και 1624/97)

2.        ΄Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών

(Άρθρα 230, εδ. 5, 234 ΕΚ και 249 ΕΚ· κανονισμός 82/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρα 220 και 239)

1.        Φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό που έχουν αποξηρανθεί, αλλά δεν έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία υπάγονται στη διάκριση 1905 90 20 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του παραρτήματος Ι του κανονισμού 2658/87 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1624/97.

Συναφώς, αφενός, το κείμενο πλειόνων γλωσσικών αποδόσεων της διάκρισης 1905 90 20 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας αναφέρεται ρητώς στο ριζόχαρτο («rice paper») ή στα «αποξηραμένα» προϊόντα, ενώ η κλάση 1901 έχει απλώς χαρακτήρα υπολοίπου, αφού αφορά αποκλειστικώς προϊόντα που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται σε άλλο τμήμα της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Αφετέρου, όπως προκύπτει από το κείμενο πλειόνων γλωσσικών αποδόσεων της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και τις επεξηγηματικές σημειώσεις της Επιτροπής που παραπέμπουν στις επεξηγηματικές σημειώσεις της διεθνούς συμβάσεως για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων, το γεγονός ότι ένα προϊόν είναι ψημένο δεν αποτελεί αναγκαίο χαρακτηριστικό για την ταξινόμησή του στη διάκριση 1905 90 20.

Εξάλλου, από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι δεν επηρεάζεται το κύρος του κανονισμού 1196/97 για κατάταξη εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία.

(βλ. σκέψεις 47-53, διατακτ. 1-2)

2.        Οσάκις η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως κράτους μέλους περί διαγραφής εισαγωγικών δασμών σύμφωνα με το άρθρο 239 του κανονισμού 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 82/97, και έχει εκδώσει απόφαση που περιλαμβάνει νομικές και πραγματικές εκτιμήσεις επί συγκεκριμένης περιπτώσεως εισαγωγών, οι εκτιμήσεις αυτές δεσμεύουν όλα τα όργανα του κράτους μέλους αποδέκτη της απόφασης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων μάλιστα των δικαστηρίων του που καλούνται να αποφανθούν επί της ιδίας περιπτώσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 220 του εν λόγω κανονισμού.

Ειδικότερα, η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, για την εξασφάλιση της οποίας έχει αποφασιστική αρμοδιότητα η Επιτροπή στον τομέα της εκ των υστέρων εισπράξεως των εισαγωγικών δεσμών, επιτάσσει, προκειμένου περί των ιδίων εισαγωγών ενός επιχειρηματία, η απόφαση της Επιτροπής περί της υπάρξεως «πρόδηλης αμέλειας» του επιχειρηματία αυτού να μην αναιρείται από μεταγενέστερη απόφαση εθνικού δικαστηρίου περί της εκ μέρους του επιχειρηματία αυτού «δυνατότητας διάγνωσης του σφάλματος» των εθνικών τελωνειακών αρχών. Επομένως, εθνικό δικαστήριο, που καλείται να κρίνει προσφυγή κατά πράξης επιβολής εισαγωγικών δασμών, οσάκις εν επιδικία λαμβάνει γνώση του γεγονότος ότι η Επιτροπή έχει επιληφθεί υποθέσεως δυνάμει των άρθρων 220 ή 239 του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να αποφεύγει να εκδώσει απόφαση που θα αντέβαινε προς απόφαση που ενδέχεται να εκδώσει η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή των εν λόγω άρθρων.

Αν ο εισαγωγέας άσκησε, εντός της προθεσμίας του άρθρου 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής επί αιτήσεως περί διαγραφής εισαγωγικών δασμών σύμφωνα με το άρθρο 239 του εν λόγω κανονισμού, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν πρέπει είτε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εν λόγω προσφυγής ακυρώσεως, είτε να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 62, 64-66, 68, διατακτ. 3)







ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 20ής Νοεμβρίου 2008 (*)

«Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Κύρος κανονισμού περί κατατάξεως εμπορευμάτων – Ερμηνεία του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1196/97 – Άρθρα 220 και 239 του τελωνειακού κώδικα – Άρθρα 871 και 905 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 – Αποξηραμένα φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό – Δασμολογική κατάταξη – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών – Διαδικασία διαγραφής – Σφάλμα τελωνειακών αρχών το οποίο λογικά θα μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη – Πρόδηλη αμέλεια εισαγωγέα»

Στην υπόθεση C‑375/07,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 13ης Ιουλίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Αυγούστου 2007, στο πλαίσιο της δίκης

Staatssecretaris van Financiën,

κατά

Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J.-C. Bonichot, J. Makarczyk, P. Kūris και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,

γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak

γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 22ας Μαΐου 2008,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV, εκπροσωπούμενη από τον H. de Bie, advocaat,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Wissels, C. ten Dam και M. Mol,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον K. Γεωργιάδη καθώς και από τις Z. Χατζηπαύλου και I. Πουλή,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον G. Albenzio, avvocato dello Stato,

–        η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη M. Πατακιά, επικουρούμενη από τον F. Tuytschaever, advocaat,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά, αφενός, τη δασμολογική κλάση που εφαρμόζεται στην περίπτωση εισαγωγής ριζόχαρτου και την ενδεχόμενη ακυρότητα του κανονισμού (ΕΚ) 1196/97 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1997, για κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία (ΕΕ L 170, σ. 13, στο εξής: κανονισμός περί κατατάξεως), και, αφετέρου, την εξουσία του εθνικού δικαστή που καλείται να αποφανθεί επί προσφυγής κατά αποφάσεως περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών δασμών, οσάκις η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προέβη σε ορισμένες πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις περί των επίμαχων εισαγωγών.

2        Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ Staatssecretaris van Financiën (Υφυπουργού Οικονομικών) και εταιρίας Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV (στο εξής: H & S) σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη των φύλλων από ρύζι ή, άλλως, του «ριζόχαρτου».

 Το νομικό πλαίσιο

 Το κοινοτικό δίκαιο

 Η νομοθεσία περί της δασμολογικής κατατάξεως του ριζόχαρτου

3        Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), θεσπίζει πλήρη ονοματολογία των εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων προς ή από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αντίστοιχα (στο εξής: ΣΟ), η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού.

4        Οι διακρίσεις 1901 90 99 και 1905 90 20 της ΣΟ, όπως καθορίζονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1624/97 της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1997, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού 2658/87 (ΕΕ L 224, σ. 16), έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.

5        Οι κλάσεις 1901 και 1905 της ΣΟ καθώς και οι αντίστοιχες διακρίσεις διατυπώνονται στη γαλλική απόδοση ως εξής (ακολουθεί η ελληνική μετάφραση):

«1901

Extraits de malt; préparations alimentaires de farines, semoules, amidons, fécules ou extraits de malt, ne contenant pas de cacao […], non dénommées ni comprises ailleurs; préparations alimentaires de produits des nos 0401 à 0404, ne contenant pas de cacao […], non dénommées ni comprises ailleurs:

[...]



1901 90 99

– – – autres:

[…]

1905

Produits de la boulangerie, de la pâtisserie ou de la biscuiterie, même additionnés de cacao; hosties, cachets vides des types utilisés pour médicaments, pains à cacheter, pâtes séchées de farine, d’amidon ou de fécule en feuilles et produits similaires

[...]



1905 90

– autres:

[...]



1905 90 20

– – Hosties, cachets vides des types utilisés pour médicaments, pains à cacheter, pâtes séchées de farine, d’amidon ou de fécule en feuilles et produits similaires.»


«1901

Εκχυλίσματα βύνης. Παρασκευάσματα διατροφής από αλεύρια, σιμιγδάλια, άμυλα κάθε είδους ή εκχυλίσματα βύνης, που δεν περιέχουν κακάo […] και δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού. Παρασκευάσματα διατροφής από προϊόντα των κλάσεων 0401 μέχρι 0404, που δεν περιέχουν κακάο […] και δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού:

[...]



1901 90 99

– – – άλλα:

[…]

1905

Προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής ή μπισκοτοποιίας, έστω και με προσθήκη κακάο. Όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα

[...]



1905 90

– άλλα:

[...]



1905 90 20

– – Όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα.»


6        Η κλάση 1905 και οι αντίστοιχες διακρίσεις έχουν στην ολλανδική απόδοση ως εξής:

«1905 

Brood, gebak, biscuits en andere bakkerswaren, ook indien deze producten cacao bevatten; ouwel in bladen, hosties, ouwels voor geneesmiddelen, plakouwels en dergelijke producten van meel of van zetmeel

[...]

       

1905 90 

– andere:

[...]

       

1905 90 20

– – ouwel in bladen, hosties, ouwels voor geneesmiddelen, plakouwels en dergelijke producten, van meel of van zetmeel.»


7        Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή της ΣΟ στην Κοινότητα, μπορεί να εκδίδει, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 2658/87, κανονισμούς για την κατάταξη ειδικών εμπορευμάτων στη ΣΟ.

8        Σύμφωνα με το παράρτημα του κανονισμού περί κατατάξεως, στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ εμπίπτουν «παρασκευάσμα[τα] διατροφής υπό μορφή αποξηραμένων ημιδιαφανών φύλλων ή λεπτών φετών, διαφόρων μεγεθών, παρασκευασμένων από αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό». Στο παράρτημα αυτό επισημαίνεται επίσης ότι «τα εν λόγω φύλλα ή οι λεπτές αυτές φέτες, αφού διαβραχούν με νερό […] χρησιμοποιούνται, εν γένει, για την παρασκευή των «περιτυλιγμάτων» των spring rolls (φύλλα ζύμης σε ρολό με γέμιση λαχανικών) ή άλλων ομοειδών προϊόντων».

9        Η διεθνής σύμβαση για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων (στο εξής: ΕΣ), που συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 14 Ιουνίου 1983, και το τροποποιητικό της πρωτόκολλο της 24ης Ιουνίου 1986 (στο εξής: σύμβαση για το ΕΣ) εγκρίθηκαν από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα με την απόφαση 87/369/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987 (ΕΕ L 198, σ. 1).

10      Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της σύμβασης για το ΕΣ, κάθε συμβαλλόμενο μέρος ανέλαβε τη δέσμευση να έχει δασμολογική και στατιστική ονοματολογία σύμφωνη προς το ΕΣ, να χρησιμοποιεί όλες τις κλάσεις και διακρίσεις του συστήματος αυτού χωρίς προσθήκες ή τροποποιήσεις, καθώς και τους σχετικούς κωδικούς, και να ακολουθεί την αρίθμηση του εν λόγω συστήματος. Η ίδια διάταξη προβλέπει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος ανέλαβε και τη δέσμευση να εφαρμόζει τους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία του ΕΣ, καθώς και όλες τις σημειώσεις των τμημάτων, κεφαλαίων και διακρίσεων του ΕΣ και να μη μεταβάλλει το περιεχόμενο των τελευταίων.

11      Το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας, νυν Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων, το οποίο συστάθηκε με την υπογραφείσα στις Βρυξέλλες στις 15 Δεκεμβρίου 1950 διεθνή σύμβαση για την ίδρυσή του, εγκρίνει, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 της συμβάσεως για το ΕΣ, τις επεξηγηματικές σημειώσεις και τις γνώμες περί της κατατάξεως που καταρτίζει η επιτροπή του ΕΣ.

12      Η επεξηγηματική σημείωση της Επιτροπής σχετικά με τη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ παραπέμπει στις «επεξηγηματικές σημειώσεις του ΕΣ, αρ. 1905, τίτλος B».

13      Η επεξηγηματική σημείωση του ΕΣ σχετικά με την κλάση 1905 ορίζει τα εξής:

«[…]

A)      Προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής ή μπισκοτοποιίας, έστω και με κακάο.

[…]

B)      Όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα.

Η διάκριση αυτή περιλαμβάνει μια κατηγορία προϊόντων αλεύρων ή προϊόντων αμύλου, τα οποία, ως επί το πλείστον, είναι ψημένα, εμφανίζονται συνήθως με τη μορφή λεπτών φετών ή φύλλων και προορίζονται για διάφορες χρήσεις.

[…]

Στη διάκριση αυτή περιλαμβάνονται επίσης τα λεπτά φύλλα ψημένης και αποξηραμένης ζύμης από αλεύρι ή άμυλο που προορίζονται για την επένδυση της εξωτερικής επιφάνειας ορισμένων ειδών ζαχαροπλαστικής και ιδίως μαντολάτων. […]»

 Η νομοθεσία περί της εκ των υστέρων μη βεβαιώσεως εισαγωγικών δασμών και της διαγραφής αυτών

–       Επί της εκ των υστέρων μη βεβαιώσεως τελωνειακών δασμών

14      To άρθρο 220, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 82/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 17, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας) ορίζει τα εξής:

«2.      […] δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων βεβαίωση όταν:

[…]

β)      το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση·

[…]»

15      Το άρθρο 869 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1677/98 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1998 (ΕΕ L 212, σ. 18, στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός), ορίζει τα εξής:

«Οι τελωνειακές αρχές αποφασίζουν μόνες τους να μη βεβαιώνουν εκ των υστέρων τους μη εισπραχθέντες δασμούς:

[…]

β)      στις περιπτώσεις που κρίνουν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του [τελωνειακού] κώδικα και εφόσον το ποσό που δεν κατέβαλε ο επιχειρηματίας λόγω σφάλματος, και το οποίο μπορεί, ενδεχομένως, να αφορά πολλές πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής, είναι κατώτερο των 50 000 [ευρώ]·

[…]»

16      Το άρθρο 871 του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 869, όταν οι τελωνειακές αρχές, είτε κρίνουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κώδικα, είτε έχουν επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων της προαναφερθείσας διάταξης σε μία συγκεκριμένη περίπτωση, διαβιβάζουν την υπόθεση στην Επιτροπή για να εξετασθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 872 έως 876. Ο φάκελος που διαβιβάζεται στην Επιτροπή πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη εξέταση της υπόθεσης. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει υπογεγραμμένη από τον ενδιαφερόμενο της υπόθεσης δήλωση που πιστοποιεί το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του φακέλου και αναφέρει είτε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν έχει τίποτε να προσθέσει είτε άλλο στοιχείο που αυτός θεωρεί ότι είναι σημαντικό να αναγράφεται.

Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για την παραλαβή του φακέλου.

Όταν τα στοιχεία που έχει διαβιβάσει το κράτος μέλος κρίνονται ανεπαρκή για να μπορέσει να αποφανθεί για τη συγκεκριμένη περίπτωση που της υποβλήθηκε, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει να της αποσταλούν συμπληρωματικά στοιχεία.»

17      Το άρθρο 873, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Μετά από διαβούλευση με ομάδα εμπειρογνωμόνων που απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών οι οποίοι συνέρχονται στο πλαίσιο της επιτροπής για να εξετάσουν τη συγκεκριμένη υπόθεση, η Επιτροπή αποφασίζει είτε ότι η εξετασθείσα περίπτωση δικαιολογεί την εκ των υστέρων βεβαίωση των δασμών είτε ότι δεν τη δικαιολογεί.»

–       Επί της επιστροφής ή της διαγραφής των τελωνειακών δασμών

18      Σύμφωνα με το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα:

«1.      Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρο 236, 237 και 238, οι οποίες:

–        καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής,

–        προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερόμενου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. Η επιστροφή ή διαγραφή είναι δυνατόν να υπόκειται σε ειδικούς όρους.

2.      Η επιστροφή ή η διαγραφή δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο […]»

19      Το άρθρο 905 του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.      Όταν η τελωνειακή αρχή απόφασης, στην οποία έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ή διαγραφής βάσει του άρθρου 239, παράγραφος 2, του κώδικα, δεν είναι σε θέση να αποφασίσει, με βάση το άρθρο 899, και η αίτηση συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου, το κράτος μέλος, στο οποίο υπάγεται η αρχή, διαβιβάζει τον φάκελο στην Επιτροπή για να ληφθεί απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 906 έως 909.

Ωστόσο, εκτός από περίπτωση αμφιβολίας της τελωνειακής αρχής που λαμβάνει την απόφαση, η εν λόγω αρχή δύναται να αποφασίσει από μόνη της την επιστροφή ή τη διαγραφή των δασμών όταν θεωρεί ότι πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 239, παράγραφος 1, του κώδικα και καθόσον το ποσό που αφορά κάθε οικονομικό παράγοντα, ως συνέπεια της αυτής ειδικής κατάστασης και το οποίο ενδεχομένως αναφέρεται σε πολλαπλές πράξεις εισαγωγών και εξαγωγών, είναι μικρότερο από 50 000 [ευρώ].

Ο όρος “ενδιαφερόμενος”θεωρείται ότι έχει την έννοια που έχει και στο άρθρο 899.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η τελωνειακή αρχή απόφασης απορρίπτει την αίτηση.

2.      Ο φάκελος που υποβάλλεται στην Επιτροπή πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για μία πλήρη εξέταση της υποβαλλόμενης περίπτωσης. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει υπογεγραμμένη από τον αιτούντα την επιστροφή ή τη διαγραφή δήλωση που πιστοποιεί το γεγονός ότι έλαβε γνώση του φακέλου και αναφέρει είτε ότι ο αιτών την επιστροφή ή τη διαγραφή δεν έχει τίποτε να προσθέσει, είτε άλλο στοιχείο που αυτός θεωρεί ότι είναι σημαντικό να αναγράφεται.

Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για την παραλαβή του φακέλου.

Όταν διαπιστώνεται ότι τα στοιχεία που παρέχει το κράτος μέλος είναι ανεπαρκή για να είναι δυνατόν να ληφθεί απόφαση, με πλήρη γνώση της κατάστασης στην εκάστοτε περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία

[…]»

20      Το άρθρο 907, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Ύστερα από διαβουλεύσεις με ομάδα εμπειρογνωμόνων που απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών που συνέρχονται στο πλαίσιο της επιτροπής για να εξετάσουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή αποφασίζει είτε ότι η εκάστοτε εξεταζόμενη περίπτωση δικαιολογεί την επιστροφή ή τη διαγραφή είτε ότι δεν την δικαιολογεί.»

 Το εθνικό δίκαιο

21      Το άρθρο 8:72, παράγραφος 4, του γενικού νόμου περί του διοικητικού δικαίου (Algemene Wet Bestuursrecht) ορίζει τα εξής:

«Το δικαστήριο, αν κρίνει ότι η προσφυγή είναι βάσιμη, μπορεί να υποχρεώσει το διοικητικό όργανο να εκδώσει νέα απόφαση ή άλλη πράξη λαμβάνουσα υπόψη την απόφασή του ή μπορεί επίσης να αποφασίσει ότι η απόφασή του αντικαθιστά την ακυρωθείσα απόφαση ή τμήμα της ακυρωθείσας απόφασης.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

22      H H & S είναι ολλανδική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίου η οποία προμηθεύει, μεταξύ άλλων, τα εστιατόρια με ασιατικά προϊόντα διατροφής. Προς τούτο, εισάγει από πολλών ετών ριζόχαρτο από το Βιετνάμ.

23      Η H & S εισήγε το προϊόν αυτό, ήδη από το 1996, υπό τη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ. Η εν λόγω δασμολογική κατάταξη είχε γίνει πλείονες φορές δεκτή από τις ολλανδικές τελωνειακές αρχές (στο εξής: τελωνειακές αρχές), ακόμη και μετά από ελέγχους και αναλύσεις δειγμάτων των εισαγόμενων φορτίων.

24      Στις 27 Ιουνίου 1997, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό περί κατατάξεως, σύμφωνα με τον οποίο τα επίμαχα προϊόντα εμπίπτουν πράγματι στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ. Ο κανονισμός αυτός δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 28 Ιουνίου 1997 και άρχισε να ισχύει στις 19 Ιουλίου 1997.

25      Ωστόσο, η H & S εξακολούθησε να εισάγει ριζόχαρτο κατατάσσοντάς το στη διάκριση 1901 90 99. Οι τελωνειακές αρχές εξακολούθησαν επίσης να δέχονται τις δηλώσεις της, με τελευταίες τις δηλώσεις της 14ης Ιουλίου 1997 και της 16ης Μαρτίου 1998. Την ίδια ημέρα, στις 16 Μαρτίου, αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο περί εσφαλμένης κατατάξεως και ενημέρωσαν την εταιρία αυτή ότι το εν λόγω εμπόρευμα εμπίπτει στη διάκριση του κανονισμού περί κατατάξεως, ήτοι στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ. Στη συνέχεια η H & S δήλωσε τα προϊόντα της υπό την τελευταία αυτή διάκριση.

26      Κατά τη διάρκεια του 2000, οι τελωνειακές αρχές ενημέρωσαν την H & S ότι, για την περίοδο από 25 Νοεμβρίου 1997 έως 2 Φεβρουαρίου 1998, θα εισέπρατταν εκ των υστέρων τους δασμούς που έπρεπε να είχαν καταβληθεί δυνάμει της κατατάξεως στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ.

27      Κατόπιν αυτού, η H & S υπέβαλε αίτηση περί διαγραφής των εν λόγω δασμών. Η Επιτροπή, αφού κλήθηκε να αποφανθεί στις 19 Σεπτεμβρίου 2002 επί αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 905 του εκτελεστικού κανονισμού, εξέδωσε, στις 17 Ιουνίου 2004, την απόφαση REM 19/2002 με την οποία διαπίστωσε ότι η διαγραφή των εισαγωγικών δασμών δεν δικαιολογείται σε ειδική περίπτωση (στο εξής: απόφαση της 17ης Ιουνίου 2004). Στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, η H & S άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η H & S άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 2006, Heuschen & Schrouff Oriëntal Trading κατά Επιτροπής (υπόθεση T‑382/04, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή) που απέρριψε την εν λόγω προσφυγή και η υπόθεση καταχωρήθηκε από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου με τον αριθμό C‑38/07 P.

28      Oι τελωνειακές αρχές κοινοποίησαν στην H & S, στις 22 Νοεμβρίου 2000, εντολή πληρωμής ποσού 645 399,50 ολλανδικών φιορινίων (NLG) (ήτοι 292 869,52 ευρώ). Κατόπιν διοικητικής ενστάσεως της H & S, ο επιθεωρητής επικύρωσε τις κλήσεις προς πληρωμή, με εξαίρεση μία κλήση προς πληρωμή ποσού ύψους 13 650,30 (NLG), λόγω ακυρώσεως μιας διασάφησης.

29      Στις 29 Μαρτίου 2001, η H & S προσέφυγε στην Tariefcommissie, την οποία αντικατέστησε, εν επιδικία, το Gerechtshof te Amsterdam. Στις 7 Δεκεμβρίου 2004, το Gerechtshof te Amsterdam δέχθηκε την προσφυγή στην ουσία της και ακύρωσε την απόφαση του επιθεωρητή καθώς και τις εντολές πληρωμής. Ειδικότερα, το δικαστήριο αυτό έκρινε βεβαίως ότι τα φύλλα ρυζιού εμπίπτουν στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ. Ωστόσο, η εσφαλμένη κατάταξη στη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ προέκυψε από σφάλμα των τελωνειακών αρχών που δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από την H & S και καθιστά δυνατή, σύμφωνα με το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα, την εκ των υστέρων διαγραφή των εισαγωγικών δασμών που, τοιουτοτρόπως, παραγράφονται.

30      Στη συνέχεια, ο Staatssecretaris van Financiën άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αμφισβητώντας την εκ μέρους του Gerechtshof te Amsterdam ερμηνεία του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα, ενώ η H & S άσκησε ανταναίρεση προκειμένου να κριθεί ότι τα προϊόντα της εμπίπτουν πράγματι στη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ.

31      Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται ότι τα εισαγόμενα προϊόντα παρασκευάζονται από αλεύρι ρυζιού, νερό και αλάτι, συστατικά που αναμειγνύονται και ζυμώνονται έως ότου επιτευχθεί ζύμη, η οποία στη συνέχεια πλάθεται και αποξηραίνεται. Τα προϊόντα αυτά δεν προορίζονται για κατανάλωση χωρίς προηγούμενη θερμική επεξεργασία.

32      Όσον αφορά την ανταναίρεση, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του ΕΣ, το κοινό χαρακτηριστικό των προϊόντων της κλάσης 1905 της ΣΟ δεν είναι η κατάστασή τους ως ψημένων, αλλά η λεπτή μορφή τους.

33      Ωστόσο, θα ήταν εξίσου δυνατό να υποστηριχθεί, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι οι κλάσεις 1901 και 1905 της ΣΟ διαφοροποιούνται μεταξύ τους καθόσον η πρώτη αφορά προϊόντα που δεν είναι ψημένα ενώ η δεύτερη αφορά προϊόντα ψημένα.

34      Δεδομένου ότι ο κανονισμός περί κατατάξεως κατατάσσει ανεπιφύλακτα τα φύλλα ρυζιού στην κλάση 1905 της ΣΟ, το Hoge Raad der Nederlanden έκρινε ότι πρέπει να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού αυτού.

35      Όσον αφορά την αίτηση αναιρέσεως, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι το Gerechtshof te Amsterdam, με τη μη οριστική απόφασή του, έκρινε, στις 7 Δεκεμβρίου 2004, ότι πληρούνται τα τρία κριτήρια σχετικά με τη δυνατότητα ανακάλυψης του σφάλματος των τελωνειακών αρχών από τον οφειλέτη, ενώ η Επιτροπή αποφάσισε, στις 17 Ιουνίου 2004, ότι τα εν λόγω κριτήρια δεν πληρούνται όσον αφορά την εκτίμηση της επιμέλειας του οφειλέτη για την εφαρμογή του άρθρου 239 του εν λόγω κώδικα, γεγονός που επιβεβαίωσε το Πρωτοδικείο με την προαναφερθείσα απόφαση Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής, απορρίπτοντας την προσφυγή της H & S κατά της απόφασης της 17ης Ιουνίου 2004.

36      Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα που ανακύπτει είναι ποια απόφαση υποχρεούται να λάβει υπόψη η εθνική τελωνειακή αρχή οσάκις η Επιτροπή και ο εθνικός δικαστής υιοθετούν δύο αποκλίνουσες θέσεις όσον αφορά την εκτίμηση των τριών προαναφερθέντων κριτηρίων. Ειδικότερα, πρέπει να αποσαφηνισθεί ποιο είναι το εύρος της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστή σε σχέση με την αρμοδιότητα της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών.

37      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι τελωνειακές αρχές, αν θεωρούν ότι οι προϋποθέσεις του τελωνειακού κώδικα πληρούνται, διαβιβάζουν την υπόθεση στην Επιτροπή που αποφασίζει αν είναι απαραίτητο ή όχι να καταβληθούν εκ των υστέρων εισαγωγικοί δασμοί (άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα) ή αν δικαιολογείται διαγραφή των εισαγωγικών δασμών (άρθρο 239 του ιδίου κώδικα). Στην περίπτωση αυτή, εξασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.

38      Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει οσάκις οι τελωνειακές αρχές αποφασίζουν ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα δεν πληρούνται. Στην περίπτωση αυτή, δεν απευθύνονται στην Επιτροπή και, αν ο ενδιαφερόμενος ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης των εν λόγω αρχών, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν οι προϋποθέσεις της εκ των υστέρων απαλλαγής από τους δασμούς πληρούνται ή όχι. Επομένως, η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου εξασφαλίζεται μέσω του μηχανισμού της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Ωστόσο, οσάκις η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου μπορεί να προσβληθεί με ένδικα μέσα, το δικαστήριο αυτό δεν υποχρεούται να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα.

39      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Υπάγονται φύλλα, όπως περιγράφονται στο παράρτημα του κανονισμού [περί κατατάξεως], στην κλάση 1905 της [ΣΟ] όταν πρόκειται για φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό που έχουν αποξηρανθεί, αλλά δεν έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία;

2)      Είναι, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ισχυρός ο κανονισμός [περί κατατάξεως];

3)      Έχει το άρθρο 871 του [εκτελεστικού] κανονισμού την έννοια ότι, όταν κατά το πιο πάνω άρθρο 871, παράγραφος 1, η τελωνειακή αρχή υποχρεούται να φέρει μια υπόθεση στην Επιτροπή πριν μπορέσει να αποφασιστεί ότι εν προκειμένω δεν πρέπει να γίνει εκ των υστέρων βεβαίωση, το εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει προσφυγή του οφειλέτη της επιβαρύνσεως κατά της αποφάσεως της τελωνειακής αρχής να προβεί (παρά ταύτα) στην εκ των υστέρων βεβαίωση, δεν έχει την εξουσία να ακυρώσει την εκ των υστέρων βεβαίωση λόγω της διαπιστώσεώς του ότι πληρούνται οι κατά το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, [του τελωνειακού κώδικα] προϋποθέσεις να μη γίνει εκ των υστέρων βεβαίωση, διαπιστώσεως η οποία δεν υποστηρίζεται από την Επιτροπή;

4)      Αν στο ερώτημα 3 δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι στην Επιτροπή έχει δοθεί κάποια εξουσία για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών ουδόλως συνεπάγεται περιορισμό της εξουσίας του εθνικού δικαστηρίου που εκδικάζει προσφυγή σχετική με την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών, υπάρχει τότε στο κοινοτικό δίκαιο άλλος μηχανισμός που να εξασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου όταν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχουν μεταξύ της Επιτροπής και του εθνικού δικαστηρίου αποκλίνουσες εκτιμήσεις ως προς τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοστούν στο πλαίσιο του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα λάθος της τελωνειακής αρχής είναι δυνατόν να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη της επιβαρύνσεως;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος

40      Το αιτούν δικαστήριο, με τα δύο πρώτα ερωτήματα που πρέπει να συνεξετασθούν, ερωτά στην ουσία αν φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό που έχουν αποξηρανθεί, αλλά δεν έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, εμπίπτουν στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ και, ενδεχομένως, αν ο κανονισμός περί κατατάξεως είναι ισχυρός.

 Υποβληθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις

41      Η H & S ισχυρίζεται ότι η κλάση 1905 της ΣΟ αφορά μόνον τα ψημένα προϊόντα που μπορούν να καταναλωθούν άμεσα, όπως άφησε να εννοηθεί το Δικαστήριο με τη σκέψη 12 της απόφασης της 11ης Αυγούστου 1995, C‑12/94, Uelzena Milchwerke (Συλλογή 1995, σ. I‑2397). Επομένως, ο κανονισμός περί κατατάξεως είναι ανίσχυρος.

42      Η Ολλανδική, Ελληνική και Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι, αφενός, η κλάση 1905 της ΣΟ δεν αφορά ειδικώς τα ψημένα προϊόντα που μπορούν να καταναλωθούν άμεσα και, αφετέρου, η κατάταξη των φύλλων ρυζιού στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ δεν αντίκειται στη Συνδυασμένη Ονοματολογία. Επομένως, θεωρούν ότι ο κανονισμός περί κατατάξεως είναι ισχυρός.

 Απάντηση του Δικαστηρίου

43      Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων πρέπει γενικά να αναζητείται στα αντικειμενικά τους χαρακτηριστικά και στις αντικειμενικές τους ιδιότητες, όπως ορίζονται στην οικεία κλάση της ΣΟ και στις σημειώσεις των τμημάτων ή των κεφαλαίων (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C‑142/06, Olicom, Συλλογή 2007, σ. I‑6675, σκέψη 16 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

44      Συναφώς, οι σημειώσεις που προηγούνται των κεφαλαίων του κοινού δασμολογίου, όπως εξάλλου και οι επεξηγηματικές σημειώσεις του ΕΣ, συνιστούν σημαντικά μέσα εξασφαλίσεως της ομοιόμορφης εφαρμογής του δασμολογίου αυτού και παρέχουν, ως εκ τούτου, πολύτιμα στοιχεία για την ερμηνεία του (προαναφερθείσα απόφαση Olicom, σκέψη 17 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

45      Όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, δεν αμφισβητείται ότι το κείμενο της κλάσης 1905 της ΣΟ στην ολλανδική γλώσσα, αντίθετα προς ορισμένες άλλες γλωσσικές αποδόσεις, δεν αναφέρεται ρητώς σε ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα που πρέπει να είναι «αποξηραμένα». Ειδικότερα, το κείμενο στην εν λόγω γλώσσα αναφέρεται μόνο σε προϊόντα υπό μορφή φύλλων.

46      Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των κοινοτικών κανονισμών αποκλείει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται μεμονωμένα υπόψη το κείμενο μιας διατάξεως, αλλ’ αντιθέτως απαιτεί να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα των κειμένων στις άλλες επίσημες γλώσσες (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1999, C‑48/98, Söhl & Söhlke, Συλλογή 1999, σ. I‑7877, σκέψη 46).

47      Όσον αφορά την κλάση 1901 της ΣΟ που επικαλείται η H & S, διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει σαφώς από το κείμενό της, αφορά μόνον τα παρασκευάσματα διατροφής από αλεύρια, σιμιγδάλια, άμυλα κάθε είδους ή εκχυλίσματα βύνης, που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού στη ΣΟ. Επομένως, η κλάση αυτή έχει χαρακτήρα υπολοίπου και δεν μπορεί να περιλαμβάνει προϊόντα των οποίων η περιγραφή αντιστοιχεί σε άλλες κλάσεις του οικείου κεφαλαίου της ΣΟ. Εξάλλου, η διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ, υπό την οποία δηλώθηκαν τα επίμαχα στην κύρια δίκη εμπορεύματα, αντιστοιχεί στα «λοιπά» προϊόντα, ήτοι στα προϊόντα που δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε άλλη διάκριση της εν λόγω κλάσης 1901 που έχει χαρακτήρα υπολοίπου.

48      Ωστόσο, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 43 και 44 των προτάσεων της, το κείμενο πλειόνων γλωσσικών αποδόσεων της διάκρισης 1905 90 20 της ΣΟ αναφέρεται ρητώς στο ριζόχαρτο («rice paper») ή στα «αποξηραμένα» προϊόντα.

49      Περαιτέρω, αντίθετα προς τον ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στις έγγραφες παρατηρήσεις της H & S ενώπιον του Δικαστηρίου, ουδέν γλωσσικό κείμενο απαιτεί να είναι απαραιτήτως ψημένα τα προϊόντα της εν λόγω διάκρισης. Ειδικότερα, η μόνη αναφορά στην κατάσταση των προϊόντων της κλάσης 1905 της ΣΟ και, πιο συγκεκριμένα, της διάκρισης 1905 90 20, αφορά το γεγονός ότι παρουσιάζονται υπό «αποξηραμένη» μορφή.

50      Η επεξηγηματική σημείωση της Επιτροπής σχετικά με τη διάκριση 1905 90 20 παραπέμπει στις «επεξηγηματικές σημειώσεις του ΕΣ, αρ. 1905, τίτλος Β». Ωστόσο, όπως επισήμανε η Ολλανδική Κυβέρνηση, οι σημειώσεις αυτές αφορούν έναν ορισμένο αριθμό προϊόντων αλεύρων ή προϊόντων αμύλου, τα οποία, ως επί το πλείστον, είναι ψημένα, εμφανίζονται συνήθως με τη μορφή λεπτών φετών ή φύλλων, και προορίζονται για διάφορες χρήσεις. Επομένως, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις της Επιτροπής και του ΕΣ, το γεγονός ότι ένα προϊόν είναι ψημένο δεν αποτελεί αναγκαίο χαρακτηριστικό για την ταξινόμησή του στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ.

51      Τέλος, από τη σκέψη 12 της προαναφερθείσας απόφασης Uelzena Milchwerke δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο θέλησε να περιορίσει την εφαρμογή της κλάσης 1905 της ΣΟ μόνο στα «ψημένα» προϊόντα. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, με την εν λόγω σκέψη 12, έκρινε βεβαίως ότι η κατάταξη στην κλάση 1905 των «[π]ροϊόντων αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής ή μπισκοτοποιίας […]» και η κατάταξη στη διάκριση 1905 30 των «μπισκότων με προσθήκη γλυκαντικών· γκοφρών και γκοφρεττών» προϋποθέτει ότι το οικείο προϊόν έχει ψηθεί τουλάχιστον μία φορά. Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι η εκτίμηση αυτή αφορά μόνον την πρώτη από τις κατηγορίες προϊόντων της κλάσης 1905, ήτοι την κατηγορία «[π]ροϊόντων αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής ή μπισκοτοποιίας, έστω και με προσθήκη κακάο», η οποία αποτελεί το αντικείμενο του τίτλου Α της επεξηγηματικής σημείωσης του ΕΣ σχετικά με την κλάση 1905.

52      Κατόπιν των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η κατάταξη στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ παρασκευασμάτων διατροφής υπό μορφή αποξηραμένων ημιδιαφανών φύλλων ή λεπτών φετών, διαφόρων μεγεθών, παρασκευασμένων από αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό, είναι σύμφωνη προς το περιεχόμενο της εν λόγω διακρίσεως.

53      Επομένως, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:

–        φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό που έχουν αποξηρανθεί, αλλά δεν έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία υπάγονται στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ,

–        η εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν κατέληξε σε διαπίστωση δυνάμενη να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού περί κατατάξεως.

 Επί του τρίτου και του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος

54      Το αιτούν δικαστήριο, με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα που πρέπει να συνεξετασθούν, ερωτά, στην ουσία, αν, οσάκις η Επιτροπή σε συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποφανθεί επί των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, το εθνικό δικαστήριο που καλείται να αποφανθεί επί αμφισβητήσεως εντολής πληρωμής εισαγωγικών δασμών σχετικά με την περίπτωση αυτή δεσμεύεται από την απόφαση αυτή της Επιτροπής κατά την εκτίμηση της ίδιας περίπτωσης υπό το πρίσμα του άρθρου 220 του εν λόγω κώδικα.

 Υποβληθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις

55      Η H & S ισχυρίζεται ότι το εθνικό δικαστήριο που καλείται να αποφανθεί επί των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν δεσμεύεται από απόφαση της Επιτροπής για την ίδια περίπτωση υπό το πρίσμα του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, αφού ο μηχανισμός της αίτησης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως εγγυάται την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.

56      Η Ολλανδική, η Ιταλική και η Ελληνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι παρόμοια απόφαση της Επιτροπής δεσμεύει το εθνικό δικαστήριο και ότι το δικαστήριο αυτό, αν επιθυμεί να αποκλίνει από την απόφαση αυτή, οφείλει είτε να αναστείλει τη διαδικασία έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση των κοινοτικών δικαστηρίων επί προσφυγής ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως είτε να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

 Απάντηση του Δικαστηρίου

57      Καταρχάς διαπιστώνεται ότι οι διαδικασίες των άρθρων 220 και 239 του τελωνειακού κώδικα αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, που έγκειται στο να περιορίζεται η εκ των υστέρων καταβολή των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών στις περιπτώσεις όπου είναι δικαιολογημένη και συμβιβάζεται με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ. απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C‑250/91, Hewlett Packard France, Συλλογή 1993, σ. I‑1819, σκέψη 46, και προαναφερθείσα απόφαση Söhl & Söhlke, σκέψη 54).

58      Συνεπώς, οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η εφαρμογή αυτών των άρθρων, ήτοι, μεταξύ άλλων, ως προς το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, η έλλειψη πρόδηλης αμέλειας του ενδιαφερομένου και, ως προς το άρθρο 220 του ίδιου κώδικα, η έλλειψη πλάνης των τελωνειακών αρχών την οποία μπορεί λογικά να διαγνώσει ο υπόχρεος προς καταβολή δασμών, πρέπει να ερμηνευθούν με τον ίδιο τρόπο (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση Söhl & Söhlke, σκέψη 54).

59      Επομένως, προκειμένου να εκτιμηθεί αν ο συναλλασσόμενος επιχειρηματίας επέδειξε «πρόδηλη αμέλεια», κατά την έννοια του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, όπως έχει κρίνει κατά το παρελθόν το Δικαστήριο, τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα ώστε να διαπιστωθεί αν ένα σφάλμα της τελωνειακής αρχής ήταν δυνατό να διαγνωσθεί από ένα συναλλασσόμενο επιχειρηματία (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Söhl & Söhlke, σκέψεις 55 και 56, καθώς και της 13ης Μαρτίου 2003, C‑156/00, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑2527, σκέψη 92).

60      Στο πλαίσιο των διαδικασιών των άρθρων 871 και 905 του εκτελεστικού κανονισμού, οσάκις οι τελωνειακές αρχές εκτιμούν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, οι ίδιες ή το κράτος στο οποίο ανήκουν διαβιβάζουν την υπόθεση στην Επιτροπή, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 869 και 899 του εν λόγω κανονισμού, προκειμένου εκείνη να κρίνει αν πράγματι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.

61      Συναφώς, με εξαίρεση ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που προβλέπει η νομοθεσία, ο κοινοτικός νομοθέτης χορήγησε στην Επιτροπή την αρμοδιότητα εκτιμήσεως των περιπτώσεων στις οποίες πρέπει να γίνει διαγραφή οφειλομένου εσόδου του προϋπολογισμού, καθόσον οι δασμοί που επιβάλλονται κατά την εισαγωγή προϊόντων στο κοινοτικό έδαφος συνιστούν έσοδο του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από τις εξουσίες που απονέμουν στην Επιτροπή τα άρθρα 875 και 908, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού, σύμφωνα με τα οποία η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει σε ένα ή πλείονα κράτη μέλη, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει, να μη βεβαιώσουν εκ των υστέρων δασμούς, να τους επιστρέψουν ή να τους διαγράψουν, σε περιπτώσεις στις οποίες παρουσιάζονται παρόμοια πραγματικά και νομικά στοιχεία με εκείνα που έχει εξετάσει σε προηγούμενες αποφάσεις της.

62      Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η απονομή εξουσίας στην Επιτροπή προς λήψη αποφάσεως στον τομέα βεβαιώσεως εκ των υστέρων των τελωνειακών δασμών έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Αυτή η ομοιόμορφη εφαρμογή διατρέχει κίνδυνο στις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται δεκτή αίτηση για τη μη πραγματοποίηση της εκ των υστέρων εισπράξεως, διότι η κρίση στην οποία στηρίζεται ένα κράτος μέλος για να λάβει ευνοϊκή απόφαση ενδέχεται, στην πράξη, λόγω πιθανής ελλείψεως κάθε ενδίκου βοηθήματος, να εκφεύγει παντός ελέγχου ικανού να εξασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή των προϋποθέσεων που θέτει η κοινοτική νομοθεσία. Αντιθέτως, αυτό δεν συμβαίνει όταν οι εθνικές αρχές προβαίνουν στην είσπραξη, και τούτο ασχέτως ποσού, αφού, στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος έχει τότε την ευχέρεια να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. (προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, Conseil général de la Vienne, σκέψη 42 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

63      Σε παρόμοια περίπτωση, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές και, κατά συνέπεια, η ενότητα του κοινοτικού δικαίου θα μπορέσει να εξασφαλιστεί από το Δικαστήριο με διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (βλ., σχετικώς, απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, C-64/89, Fernsprecher, Συλλογή 1990, σ. I-2535, σκέψη 13, καθώς και προαναφερθείσα απόφαση Conseil général de la Vienne, σκέψη 42 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

64      Πάντως, οσάκις κράτος μέλος ζητεί από την Επιτροπή να διαγράψει εισαγωγικούς δασμούς κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα και η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση που περιλαμβάνει νομικές και πραγματικές εκτιμήσεις σε συγκεκριμένη περίπτωση εισαγωγών, οι εκτιμήσεις αυτές δεσμεύουν όλα τα όργανα του κράτους αποδέκτη της απόφασης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων που καλούνται να κρίνουν την ίδια περίπτωση υπό το πρίσμα του άρθρου 220 του εν λόγω κώδικα (βλ., σχετικώς, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑413/96, Sportgoods, Συλλογή 1998, σ. I‑5285, σκέψη 41).

65      Επομένως, η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου επιτάσσει, προκειμένου περί των ιδίων εισαγωγών ενός επιχειρηματία, η απόφαση της Επιτροπής περί της υπάρξεως «πρόδηλης αμέλειας» του επιχειρηματία αυτού να μην αναιρείται από μεταγενέστερη απόφαση εθνικού δικαστηρίου περί της εκ μέρους του επιχειρηματία αυτού δυνατότητας διάγνωσης του σφάλματος των εθνικών τελωνειακών αρχών.

66      Επομένως, εθνικό δικαστήριο, όπως στην προκειμένη περίπτωση το Gerechtshof te Amsterdam, που καλείται να κρίνει προσφυγή κατά πράξης επιβολής εισαγωγικών δασμών, οσάκις εν επιδικία λαμβάνει γνώση του γεγονότος ότι η Επιτροπή έχει επιληφθεί υποθέσεως δυνάμει των άρθρων 220 ή 239 του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να αποφεύγει να εκδώσει απόφαση που θα αντέβαινε προς απόφαση που ενδέχεται να εκδώσει η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή των εν λόγω άρθρων (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-234/89, Δηλιμίτης, Συλλογή 1991, σ. I-935, σκέψη 47, και της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C‑344/98, Masterfoods και HB, Συλλογή 2000, σ. I‑11369, σκέψη 51). Οι σκέψεις αυτές συνεπάγονται επίσης ότι το αιτούν δικαστήριο, το οποίο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του, δύναται να αναστείλει τη διαδικασία εν αναμονή της αποφάσεως της Επιτροπής (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑61/98, De Haan, Συλλογή 1999, σ. I‑5003, σκέψη 48).

67      Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο στο πλαίσιο ένδικων διαφορών στις οποίες τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, όταν εθνικό δικαστήριο έχει αμφιβολίες όσον αφορά το κύρος ή την ερμηνεία πράξεως κοινοτικού οργάνου, μπορεί ή οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 234, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Masterfoods και HB, σκέψη 54).

68      Αν, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο εισαγωγέας άσκησε, εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης, προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής επί της διαγραφής των δασμών δυνάμει του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν επιβάλλεται η αναστολή της διαδικασίας έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εν λόγω προσφυγής ακυρώσεως ή έως ότου υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο (βλ., αναλογικά, προαναφερθείσα απόφαση Masterfoods και HB, σκέψη 55).

69      Αντιθέτως, η Επιτροπή, οσάκις αποφαίνεται επί συγκεκριμένης υποθέσεως στο πλαίσιο του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, δεν μπορεί να δεσμευθεί από προγενέστερη απόφαση εθνικού δικαστηρίου, με την οποία το δικαστήριο αυτό αποφάνθηκε επί των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα στην ίδια υπόθεση (βλ., αναλογικά, προαναφερθείσα απόφαση Masterfoods και HB, σκέψη 48).

70      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στα στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:

–        οσάκις η Επιτροπή καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως κράτους μέλους περί διαγραφής εισαγωγικών δασμών σύμφωνα με το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα και έχει εκδώσει απόφαση που περιλαμβάνει νομικές και πραγματικές εκτιμήσεις επί συγκεκριμένης περιπτώσεως εισαγωγών, οι εκτιμήσεις αυτές δεσμεύουν όλα τα όργανα του κράτους μέλους αποδέκτη της απόφασης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων μάλιστα των δικαστηρίων του που καλούνται να αποφανθούν επί της ιδίας περιπτώσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 220 του εν λόγω κώδικα,

–        αν ο εισαγωγέας άσκησε, εντός της προθεσμίας του άρθρου 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής επί αιτήσεως περί διαγραφής εισαγωγικών δασμών σύμφωνα με το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν πρέπει είτε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εν λόγω προσφυγής ακυρώσεως, είτε να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

71      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό που έχουν αποξηρανθεί, αλλά δεν έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία υπάγονται στη διάκριση 1905 90 20 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 1624/97 της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1997.

2)      Η εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν κατέληξε σε διαπίστωση δυνάμενη να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1196/97 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1997, για κατάταξη εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία.

3)      Οσάκις η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως κράτους μέλους περί διαγραφής εισαγωγικών δασμών σύμφωνα με το άρθρο 239 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 82/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996, και έχει εκδώσει απόφαση που περιλαμβάνει νομικές και πραγματικές εκτιμήσεις επί συγκεκριμένης περιπτώσεως εισαγωγών, οι εκτιμήσεις αυτές δεσμεύουν όλα τα όργανα του κράτους μέλους αποδέκτη της απόφασης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων μάλιστα των δικαστηρίων του που καλούνται να αποφανθούν επί της ιδίας περιπτώσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 220 του εν λόγω κανονισμού.

Αν ο εισαγωγέας άσκησε, εντός της προθεσμίας του άρθρου 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί αιτήσεως περί διαγραφής εισαγωγικών δασμών σύμφωνα με το άρθρο 239 του εν λόγω κανονισμού, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν πρέπει είτε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εν λόγω προσφυγής ακυρώσεως είτε να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.