ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 22ας Μαΐου 2008 ( *1 )

«Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Τμήμα 5 του κεφαλαίου II — Διεθνής δικαιοδοσία σε ατομικές συμβάσεις εργασίας — Τμήμα 2 του κεφαλαίου ΙΙ — Ειδικές δικαιοδοσίες — Άρθρο 6, σημείο 1 — Πλείονες εναγόμενοι»

Στην υπόθεση C-462/06,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Γαλλία) με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Νοεμβρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης

Glaxosmithkline,

Laboratoires Glaxosmithkline

κατά

Jean-Pierre Rouard,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano, A. Borg Barthet, M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro

γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Νοεμβρίου 2007,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

οι Glaxosmithkline και Laboratoires Glaxosmithkline, εκπροσωπούμενες από τον B. Soltner, avocat,

ο J.-P. Rouard, εκπροσωπούμενος από τον C. Waquet, avocat,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. de Bergues και τον A.-L. During,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Lumma,

η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από την W. Ferrante, avvocato dello Stato,

η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την Z. Bryanston-Cross, επικουρούμενη από τον A. Howard, barrister,

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την A.-M. Rouchaud-Joët,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, σημείο 1, καθώς και του τμήματος 5 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1, στο εξής: κανονισμός).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των εταιριών Glaxosmithkline και Laboratoires Glaxosmithkline, οι οποίες έχουν την έδρα τους στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γαλλία αντιστοίχως, και, αφετέρου, του J.-P. Rouard, ο οποίος, στηριζόμενος σε ρήτρα της συμβάσεώς του εργασίας, ισχυρίζεται ότι οι δύο αυτές εταιρίες υπήρξαν από κοινού εργοδότες του και ζητεί να του καταβάλουν διάφορα ποσά ως αποζημιώσεις λόγω απολύσεως και καταχρηστικής λύσεως της συμβάσεώς του εργασίας.

Το νομικό πλαίσιο

3

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο υπό τον τίτλο «Γενικές διατάξεις» τμήμα 1 του κεφαλαίου του ΙΙ, έχει ως εξής:

«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

4

Το άρθρο 6 του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο υπό τον τίτλο «Ειδικές δικαιοδοσίες» τμήμα 2 του κεφαλαίου του ΙΙ, ορίζει:

«[Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους] μπορεί επίσης να εναχθεί:

1)

αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους·

[…]

3)

αν πρόκειται για ανταγωγή που απορρέει από την ίδια σύμβαση ή τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή, ενώπιον του δικαστηρίου όπου είναι εκκρεμής η αγωγή αυτή·

[…]».

5

Ένας από τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική του σκέψη, κατά την οποία:

«Στις συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας και συμβάσεις καταναλωτών είναι σκόπιμο να προστατεύεται ο αδύναμος διάδικος με ευνοϊκότερους για τα συμφέροντά του κανόνες δικαιοδοσίας.»

6

Το τμήμα 5 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία σε ατομικές συμβάσεις εργασίας», περιέχει, μεταξύ άλλων, τις εξής διατάξεις:

«Άρθρο 18

1.   Ως προς διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 και του άρθρου 5, σημείο 5.

[…]

Άρθρο 19

Εργοδότης που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί:

1)

ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του ή

2)

σε άλλο κράτος μέλος:

α)

ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του ή των δικαστηρίων του τελευταίου τόπου όπου συνήθως εκτελούσε την εργασία του ή

β)

αν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί ή δεν εκτελούσε συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντα χώρα, ενώπιον των δικαστηρίων στην περιφέρεια του οποίου είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε.

Άρθρο 20

1.   Ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνον ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του.

2.   Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος δεν θίγουν το δικαίωμα κατάθεσης ανταγωγής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η κύρια αγωγή σύμφωνα με το παρόν τμήμα.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

7

Ο J.-P.Rouard προσελήφθη το 1977 από την εταιρία Laboratoires Beecham Sévigné, η οποία είχε την καταστατική της έδρα στη Γαλλία, και εργάστηκε για λογαριασμό της σε διάφορες χώρες της Αφρικής.

8

Σε εκτέλεση μιας νέας συμβάσεως εργασίας που συνήψε το 1984 με την εταιρία Beecham Research UK, η οποία ανήκε στον ίδιο όμιλο και είχε την καταστατική της έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο J.-P. Rouard προσελήφθη από την εταιρία αυτή και τοποθετήθηκε στο Μαρόκο. Δυνάμει αυτής της συμβάσεως εργασίας, ο νέος εργοδότης αναγνώρισε ότι εξακολουθούσαν να ισχύουν τα δικαιώματα που ο J.-P. Rouard αντλούσε από την αρχική του σύμβαση εργασίας με την εταιρία Laboratoires Beecham Sévigné, ιδίως όσον αφορά την αρχαιότητά του και την καταβολή ορισμένων αποζημιώσεων σε περίπτωση απολύσεώς του.

9

Ο J.-P. Rouard απολύθηκε το 2001. Το 2002 άσκησε ενώπιον του conseil de prud’hommes de Saint-Germain-en-Laye (Γαλλία) αγωγή κατά της εταιρίας Laboratoires Glaxosmithkline, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα της Laboratoires Beecham Sévigné και έχει την καταστατική της έδρα στη Γαλλία, και κατά της εταιρίας Glaxosmithkline, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα της Beecham Research UK και έχει την καταστατική της έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο J.-P. Rouard ζήτησε να υποχρεωθούν οι δύο αυτές εταιρίες να του καταβάλουν εις ολόκληρον ορισμένα ποσά ως αποζημιώσεις λόγω μη τηρήσεως της προβλεπομένης διαδικασίας απολύσεως, λόγω απολύσεώς του χωρίς πραγματική και σοβαρή αιτία και λόγω καταχρηστικής λύσεως της συμβάσεώς του εργασίας.

10

Ο J.-P. Rouard υποστηρίζει ότι οι δύο αυτές εταιρίες ήταν από κοινού εργοδότες του. Κατά την άποψή του, το γαλλικό δικαστήριο, εφόσον έχει δικαιοδοσία ως προς την εταιρία Laboratoires Glaxosmithkline, η οποία έχει την καταστατική της έδρα στη Γαλλία, έχει δικαιοδοσία και ως προς την εταιρία Glaxosmithkline δυνάμει του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού.

11

Οι εναγόμενες εταιρίες προέβαλαν ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας του conseil de prud’hommes de Saint-Germain-en-Laye, το οποίο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο. Δεδομένου ότι το cour d’appel de Versailles εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, οι εταιρίες αυτές άσκησαν αναίρεση κατά της από 6 Απριλίου 2004 αποφάσεώς του.

12

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αφενός, […] αν ο κανόνας ειδικής δικαιοδοσίας του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού […], που προβλέπει ότι πρόσωπο που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί, “αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους”, τυγχάνει εφαρμογής στην αγωγή που ασκεί μισθωτός ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους κατά δύο εταιριών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, εκ των οποίων η μία, που προσέλαβε τον μισθωτό για να εργαστεί στον όμιλο και στη συνέχεια αρνήθηκε να τον αναπροσλάβει, εδρεύει στο εν λόγω κράτος μέλος ενώ η άλλη, για λογαριασμό της οποίας εργάστηκε σε τρίτες χώρες και η οποία τον απέλυσε, εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, όταν ο ενάγων επικαλείται ρήτρα της συμβάσεως εργασίας για να στηρίξει ότι οι δύο εναγόμενες ήταν από κοινού εργοδότες του που του οφείλουν αποζημίωση για την απόλυσή του ή, αφετέρου, αν, δυνάμει του κανόνα του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού, που ορίζει ότι στις ατομικές συμβάσεις εργασίας η δικαιοδοσία καθορίζεται βάσει του τμήματος 5 του κεφαλαίου II [του κανονισμού], αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, οπότε καθεμία από τις δύο εταιρίες πρέπει να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους όπου εδρεύει[;]»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

13

Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο ειδικός κανόνας δικαιοδοσίας του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού για τις περιπτώσεις όπου υπάρχουν πλείονες εναγόμενοι έχει εφαρμογή στην αγωγή που ασκεί εργαζόμενος κατά δύο εγκατεστημένων σε διαφορετικά κράτη μέλη εταιριών, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, υπήρξαν από κοινού εργοδότες του.

14

Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι ο κανονισμός αντικατέστησε στις μεταξύ κρατών μελών σχέσεις τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978, για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982, για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 388, σ. 1), με τη Σύμβαση της 26ης Μαΐου 1989, για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 285, σ. 1), και με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996, για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας (ΕΕ 1997, C 15, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).

15

Οι κανόνες δικαιοδοσίας τους οποίους θέτει ο κανονισμός σε σχέση με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας διαφέρουν αισθητά από εκείνους που ίσχυαν στον τομέα αυτό στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών.

16

Ο μοναδικός κανόνας που αφορούσε συγκεκριμένα τις συμβάσεις εργασίας προστέθηκε στη Σύμβαση των Βρυξελλών το 1989. Ο κανόνας αυτός περιελήφθη στο τμήμα 2 του τίτλου ΙΙ της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο πραγματευόταν τις ειδικές δικαιοδοσίες, ως συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα δικαιοδοσίας που έθετε το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τις διαφορές εκ συμβάσεως.

17

Στον κανονισμό, η δικαιοδοσία επί διαφορών που ανακύπτουν από ατομικές συμβάσεις εργασίας αποτελεί το αντικείμενο ενός ειδικού τμήματος, ήτοι του τμήματος 5 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού. Το τμήμα αυτό αποτελείται από τα άρθρα 18 έως 21 του κανονισμού και έχει ως σκοπό να διασφαλίσει στον εργαζόμενο την προστασία που προβλέπει η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.

18

Όπως ισχυρίστηκαν, ή τουλάχιστον παραδέχτηκαν, η Glaxosmithkline και η Laboratoires Glaxosmithkline, η Γαλλική, η Γερμανική, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι διατάξεις του τμήματος 5 έχουν, όπως προκύπτει από το γράμμα τους, όχι μόνον ειδικό, αλλά και εξαντλητικό χαρακτήρα.

19

Έτσι, από το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού προκύπτει, αφενός, ότι το αρμόδιο για την επίλυση όλων των σχετικών με ατομική σύμβαση εργασίας διαφορών δικαστήριο πρέπει να καθορίζεται βάσει των κανόνων δικαιοδοσίας του τμήματος 5 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού και, αφετέρου, ότι αυτοί οι κανόνες δικαιοδοσίας δεν μπορούν ούτε να τροποποιηθούν ούτε να συμπληρωθούν από άλλους κανόνες δικαιοδοσίας περιεχόμενους στον κανονισμό, παρά μόνον εφόσον οι ίδιες οι διατάξεις του τμήματος 5 παραπέμπουν ρητώς σε άλλους κανόνες.

20

Πάντως, το άρθρο 6, σημείο 1, δεν εμπίπτει στο τμήμα 5, αλλά στο τμήμα 2 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού.

21

Εξάλλου, καμία διάταξη του τμήματος 5 δεν παραπέμπει στο άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει με τα άρθρα 4 και 5, σημείο 5, του κανονισμού, τα οποία μπορούν να τύχουν εφαρμογής, βάσει των όσων ρητώς ορίζει το άρθρο 18, παράγραφος 1.

22

Επιπλέον, στο τμήμα 5 του κανονισμού δεν απαντά διάταξη αντίστοιχη με τον κανόνα δικαιοδοσίας του άρθρου 6, σημείο 1, ενώ αντιθέτως ο διαλαμβανόμενος στο σημείο 3 του άρθρου 6 κανόνας δικαιοδοσίας που ισχύει σε περίπτωση ασκήσεως ανταγωγής ενσωματώθηκε στο άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού.

23

Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη γραμματική ερμηνεία των διατάξεων του τμήματος 5 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού προκύπτει ότι το τμήμα αυτό αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 6, σημείο 1, επί των διαφορών που ανακύπτουν από ατομικές συμβάσεις εργασίας

24

Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τον κανονισμό. Πράγματι, από την πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις (ΕΕ 1999, C 376 E, σ. 1), προκύπτει, όσον αφορά το τμήμα 5 του κεφαλαίου ΙΙ του προτεινόμενου κανονισμού, το οποίο εγκρίθηκε χωρίς ουδεμία τροποποίηση από τον κοινοτικό νομοθέτη, ότι «οι περιεχόμενοι σε αυτό το τμήμα κανόνες δικαιοδοσίες αντικαθιστούν τους κανόνες που θέτουν τα τμήματα 1 [Γενικές διατάξεις] και 2 [Εδικές δικαιοδοσίες]».

25

Η Γαλλική, η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, πάντως, με τις γραπτές παρατηρήσεις τους ότι η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού επί των διαφορών εκ συμβάσεων εργασίας θα μπορούσε να αναγνωριστεί βάσει μιας τελεολογικής ερμηνείας, αν ληφθούν υπόψη οι σκοποί του κανονισμού αυτού.

26

Ειδικότερα, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο επιδιωκόμενος με το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού σκοπός της αποτροπής του κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων συνεπάγεται ότι η διάταξη αυτή πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα είδη των διαφορών, περιλαμβανομένων επομένως και των διαφορών εκ συμβάσεων εργασίας.

27

Είναι αληθές ότι η ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού επί των διαφορών που ανακύπτουν από συμβάσεις εργασίες θα σήμαινε ότι αναγνωρίζεται και ως προς τις υποθέσεις αυτού του τομέα η δυνατότητα ασκήσεως συναφών αγωγών που αφορούν πλείονες εναγομένους ενώπιον ενός και μόνο δικαστηρίου. Αυτή η επέκταση της εφαρμογής του επίμαχου άρθρου θα ανταποκρινόταν, όπως και η επέκταση της εφαρμογής του σχετικού με την άσκηση ανταγωγής κανόνα, την οποία ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε ρητώς με το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού, στον γενικό σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, που συνεπάγεται την τήρηση της αρχής της οικονομίας της διαδικασίας.

28

Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, οι κανόνες ειδικής δικαιοδοσίας χρήζουν στενής ερμηνείας, η οποία δεν πρέπει να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο κανονισμός 44/2001 (βλ., ιδίως, όσον αφορά το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2006, C-103/05, Reisch Montage, Συλλογή 2006, σ. I-6827, σκέψη 23, και της 11ης Οκτωβρίου 2007, C-98/06, Freeport, Συλλογή 2007, σ. I-8319, σκέψη 35). Όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως, από το γράμμα των διατάξεων του τμήματος 5 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού προκύπτει ότι απαγορεύεται η εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού επί διαφοράς εκ συμβάσεως εργασίας.

29

Επιπλέον, η ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα απαιτούσε να αναγνωριστεί η δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού τόσο στον εργοδότη όσο και στον εργαζόμενο, όπως συμβαίνει με τον κανόνα που ισχύει σε περίπτωση ασκήσεως ανταγωγής.

30

Όμως, μια τέτοια εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού θα μπορούσε να έχει συνέπειες αντίθετες προς τον ιδιαίτερο σκοπό που εξυπηρετεί η προσθήκη στον κανονισμό ενός ειδικού τμήματος για τις συμβάσεις εργασίας.

31

Συγκεκριμένα, η τυχόν αναγνώριση υπέρ του εργοδότη της δυνατότητας επικλήσεως του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού θα μπορούσε να στερήσει από τον εργαζόμενο την προστασία που του διασφαλίζει το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι ο εργαζόμενος μπορεί να εναχθεί αποκλειστικώς και μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του.

32

Όσον αφορά την προτεινόμενη από τη Γαλλική και τη Γερμανική Κυβέρνηση ερμηνεία του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού υπό την έννοια ότι μόνον ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί αυτή τη διάταξη, επισημαίνεται ότι η ερμηνεία αυτή θα αντέβαινε στο γράμμα τόσο των διατάξεων του τμήματος 5 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού όσο και του ίδιου του άρθρου 6, σημείο 1. Επιπλέον, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να περιοριστεί η εφαρμογή της προστατευτικής συλλογιστικής που διέπει αυτή την επιχειρηματολογία μόνο στο επίμαχο άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού και, επομένως, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ο εργαζόμενος, και μόνον αυτός, έχει τη δυνατότητα να επικαλείται οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους από τον κανονισμό κανόνες δικαιοδοσίας εξυπηρετεί τα συμφέροντά του ως ιδιώτη. Όμως, η εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή μετατροπή των ειδικών κανόνων δικαιοδοσίας, που έχουν ως σκοπό να διευκολύνουν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, σε μονομερείς κανόνες δικαιοδοσίας, παρέχοντες προστασία στο κατά τεκμήριο ασθενέστερο συμβαλλόμενο μέρος, θα διατάρασσε την ισορροπία των συμφερόντων, την οποία διασφαλίζει ο κοινοτικός νομοθέτης στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου.

33

Επομένως, η προτεινόμενη από τη Γαλλική και τη Γερμανική Κυβέρνηση ερμηνεία των επίμαχων εν προκειμένω κοινοτικών διατάξεων δύσκολα συμβιβάζεται με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία καταλέγεται μεταξύ των σκοπών που επιδιώκει ο κανονισμός και απαιτεί, μεταξύ άλλων, να ερμηνεύονται οι κανόνες δικαιοδοσίας κατά τέτοιον τρόπο ώστε η εφαρμογή τους να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο προβλέψιμη, σύμφωνα με τα όσα επιτάσσει η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (βλ., ιδίως, όσον αφορά το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού, προπαρατεθείσες αποφάσεις Reisch Montage, σκέψεις 24 και 25, και Freeport, σκέψη 36).

34

Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός, ως έχει σήμερα και ανεξαρτήτως του διαλαμβανομένου στη δέκατη τρίτη αιτιολογική του σκέψη σκοπού της προστασίας του εργαζομένου, δεν παρέχει ιδιαίτερη προστασία σε εργαζόμενο ο οποίος βρίσκεται στην κατάσταση του J.-P. Rouard, καθόσον αυτός δεν μπορεί, ως ενάγων ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, να επικαλεστεί κάποιον κανόνα δικαιοδοσίας ευνοϊκότερο από τον γενικό κανόνα δικαιοδοσίας που θέτει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού.

35

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανόνας ειδικής δικαιοδοσίας του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε διαφορά εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του τμήματος 5 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού αυτού, το οποίο αφορά τους κανόνες δικαιοδοσίας επί των διαφορών που ανακύπτουν από ατομικές συμβάσεις εργασίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

36

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Ο κανόνας ειδικής δικαιοδοσίας του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε διαφορά εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του τμήματος 5 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού αυτού, το οποίο αφορά τους κανόνες δικαιοδοσίας επί των διαφορών που ανακύπτουν από ατομικές συμβάσεις εργασίας.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.