ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

CHRISTINE STIX-HACKL

της 14ης Σεπτεμβρίου 2006 (1)

Υπόθεση C-532/03

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

κατά

Ιρλανδίας

«Δημόσιες συμβάσεις – Άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ – Οδηγία 92/50/ΕΟΚ – Γραπτή σύμβαση – Σύναψη δημόσιας συμβάσεως χωρίς προκήρυξη (πρόσκληση υποβολής προσφορών) – Υπηρεσίες επείγουσας ιατρικής βοήθειας – Διαφάνεια – Ισότητα – Παράβαση κράτους μέλους»





I –    Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.     Η προκειμένη διαδικασία λόγω παραβάσεως αφορά, όπως και μία κινηθείσα παραλλήλως προς αυτή διαδικασία λόγω παραβάσεως (2), το ζήτημα των κανόνων που μπορεί να συνάγονται από το πρωτογενές δίκαιο ως προς τη διαφάνεια διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Ειδικότερα, η διαδικασία αυτή αφορά τις υποχρεώσεις που μπορεί να απορρέουν από τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τις γενικές αρχές του δικαίου για δημόσιες συμβάσεις που δεν υπάγονται στις οδηγίες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Τέλος, πρόκειται για την ερμηνεία και την περαιτέρω διαμόρφωση της νομολογίας του Δικαστηρίου που πηγάζει από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Telaustria και Telefonadress (3) και Coname (4).

2.     Η –εν τω μεταξύ αντικατασταθείσα από το αποκαλούμενο νομοθετικό πακέτο– οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (5) (στο εξής: οδηγία 92/50/ΕΟΚ), περιλαμβάνει μεν τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που αφορούν τις επίδικες παροχές στον τομέα των υπηρεσιών μεταφοράς ασθενών, πλην όμως μόνο σε σχέση με δημόσιες συμβάσεις που συνάπτονται εγγράφως.

II – Νομικό πλαίσιο

 Α –     Κοινοτικό δίκαιο

3.     Η προκειμένη διαδικασία αφορά πρωτίστως την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, δηλαδή το άρθρο 49 ΕΚ.

4.     Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί η διάταξη του άρθρου 86 ΕΚ. Η παράγραφος 1 αυτής της διατάξεως προβλέπει υποχρεώσεις των κρατών μελών σε σχέση με ορισμένες επιχειρήσεις. Η παράγραφος 2, αντιθέτως, θεσπίζει υποχρεώσεις ορισμένων επιχειρήσεων, μάλιστα δε, προ πάντων, αυτών που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.

 Β –     Εθνικό δίκαιο

5.     Το άρθρο 65, παράγραφος 1, του Health Act 1953 ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη γενικών οδηγιών του υπουργού, μια υπηρεσία υγείας μπορεί, υπό προϋποθέσεις και όρους που θεωρεί κατάλληλους, να παρέχει αρωγή με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους σε οργανισμό που παρέχει ή προτείνει να παρέχει υπηρεσία ανάλογη ή συμπληρωματική προς αυτή που θα ήταν δυνατόν να παρέχει η υπηρεσία υγείας:

a) μέσω εισφορών προς κάλυψη των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο οργανισμός,

[…]».

6.     Το άρθρο 25 του Fire Services Act 1981 ορίζει τα εξής:

«Μια αρχή αντιπυρικής προστασίας [κατά το άρθρο 9 του νόμου, οι τοπικές αρχές είναι αρχές αντιπυρικής προστασίας] μπορεί να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης ή να παρέχει γι’ αυτή τη συνδρομή της, ανεξαρτήτως του αν υφίσταται ή όχι κίνδυνος πυρκαγιάς, και να λαμβάνει τα μέτρα για τη διάσωση ή την ασφάλεια προσώπων και την προστασία ιδιοκτησιών που θεωρεί αναγκαία για την εκτέλεση αυτού του καθήκοντος.»

III – Τα περιστατικά, η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

7.     Κατόπιν καταγγελίας, η Επιτροπή έλαβε γνώση του τρόπου με τον οποίο συνάπτονται στην Ιρλανδία δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών επείγουσας ιατρικής βοήθειας. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε την άποψη ότι αυτή η σύναψη δημοσίων συμβάσεων έπρεπε να αποτελέσει το αντικείμενο προκηρύξεως σύμφωνα με την οδηγία 92/50, αντάλλαξε σχετική αλληλογραφία με την Ιρλανδία. Η αλληλογραφία αυτή αφορούσε το ζήτημα αν υπήρξε σύμβαση στην οποία θα έπρεπε να είχαν τύχει εφαρμογής ορισμένες υποχρεώσεις προκηρύξεως.

8.     Στις 28 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή ζήτησε από τις ιρλανδικές αρχές πληροφορίες για τη σχέση μεταξύ του Dublin City Council (στο εξής: DCC) και της Eastern Regional Health Authority (στο εξής: Authority). Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε καμία απάντηση, κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους κατά το άρθρο 226 ΕΚ.

9.     Με την απάντησή τους της 18ης Ιουνίου 2002, οι ιρλανδικές αρχές εξέθεσαν ότι οι παρασχεθείσες από το DCC και πληρωθείσες από την Authority κατά το άρθρο 65, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Health Act 1953 υπηρεσίες παρασχέθηκαν ανεξάρτητα από το DCC υπό την ιδιότητά του ως “principal” και ούτε βάσει συμβάσεως με την Authority ούτε υπό τον έλεγχο ή την εποπτεία της. Εξάλλου, τέτοιες υπηρεσίες παρέχονται από δεκαετιών.

10.   Με το από 9 Αυγούστου 2002 έγγραφό της, η Επιτροπή ζήτησε από τις ιρλανδικές αρχές όλα τα σχετικά έγγραφα, προκειμένου να προσδιορίσει τη σχέση μεταξύ του DCC και της Authority.

11.   Στις 19 Σεπτεμβρίου 2002, το Υπουργείο Υγείας και Παιδικής Μέριμνας διαβίβασε την απάντησή του μαζί με μια σειρά εγγράφων.

12.   Η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ότι υφίστατο παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και απέστειλε στην Ιρλανδία, στις 17 Δεκεμβρίου 2002, αιτιολογημένη γνώμη κατά το άρθρο 226 ΕΚ. Με έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 2003, οι ιρλανδικές αρχές έστειλαν στην Επιτροπή λεπτομερή απάντηση. Η Επιτροπή θεώρησε ότι η απάντηση αυτή δεν ήταν ικανοποιητική.

13.   Η Επιτροπή ζητεί με την προσφυγή της από το Δικαστήριο:

1)         να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, επιτρέποντας την εκ μέρους του Dublin City Council παροχή υπηρεσιών επείγουσας διακομιδής με ασθενοφόρα, χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού από την Eastern Regional Health Authority, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη,

2)         να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

14.   Η Ιρλανδία ζητεί από το Δικαστήριο

1)      να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής,

2)      να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της Ιρλανδίας.

IV – Ισχυρισμοί των διαδίκων και του παρεμβαίνοντος

 Α –     Η Επιτροπή

15.   Κατά την άποψη της Επιτροπής, ναι μεν το έρεισμα της παροχής υπηρεσιών επείγουσας ιατρικής βοήθειας δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50, λόγω του ότι δεν υπάρχει γραπτή σύμβαση, πλην όμως απο τις θεμελιώδεις ελευθερίες, ιδίως από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και από τις γενικές αρχές του δικαίου απορρέουν ορισμένες υποχρεώσεις. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται αναμφιβόλως η αρχή της διαφάνειας, καθώς και η αρχή της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρεται στις αποφάσεις επί των υποθέσεων Telaustria και Telefonadress, προαναφερθείσα, και Vestergaard (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-55/98, Συλλογή 1999, σ. Ι-7641).

16.   Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέγουν μια συγκεκριμένη διαδικασία, τηρώντας πάντως τους όρους του κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, πρέπει να χρησιμοποιείται η κατάλληλη μορφή προκηρύξεως. Αυτή εξαρτάται από το είδος της υπηρεσίας και από την κατηγορία των επιχειρήσεων για τις οποίες παρουσιάζει ενδιαφέρον.

17.   Ως κατευθυντήρια γραμμή εν προκειμένω, η Επιτροπή θεωρεί την ερμηνευτική ανακοίνωσή της περί των συμβάσεων παραχωρήσεως στο κοινοτικό δίκαιο (6).

18.   Από διάφορα έγγραφα και ιδίως από αυτό του Finance Officer and Treasurer του DCC της 15ης Ιανουαρίου 1999 προκύπτει ότι τον Ιούνιο του 1998 συνήφθησαν ορισμένες συμφωνίες που αφορούσαν τις υπηρεσίες που επρόκειτο να παρασχεθούν. Αυτό είχε επίσης ως συνέπεια την επεξεργασία ενός σχεδίου συμβάσεως. Το πώς πρέπει να χαρακτηρισθεί αυτή η σύμβαση κατά το εθνικό δίκαιο δεν έχει σημασία από απόψεως κοινοτικού δικαίου.

19.   Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί αναληθές το επιχείρημα της Ιρλανδίας ότι οι υπηρεσίες δεν παρασχέθηκαν για την Authority. Πράγματι, αυτή αναλαμβάνει καθήκοντα, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο του ελέγχου της παροχής υπηρεσιών. Μολονότι το DCC δεν έχει καμία υποχρέωση για την παροχή της υπηρεσίας, η Authority πρέπει πάντως να μεριμνά για τη δυνατότητα διαθέσεως αυτών των υπηρεσιών. Αυτό προκύπτει, παραδείγματος χάριν, από το προμνημονευθέν σχέδιο συμβάσεως.

20.   Το γεγονός ότι η Ιρλανδία προβάλλει το επιχείρημα ότι η –πραγματοποιηθείσα χωρίς προκήρυξη– παροχή υπηρεσιών στηρίζεται στο άρθρο 65, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Health Act σημαίνει απλώς ότι η διάταξη αυτή συνιστά παράβαση των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ. Η διάταξη αυτή όμως, κατά την άποψη της Επιτροπής, εξουσιοδοτεί απλώς την Authority να συνάπτει συμφωνίες. Δεν εμποδίζει την Authority να προβαίνει σε πρόσκληση υποβολής προσφορών. Το είδος της παροχής υπηρεσιών και η έλλειψη ελκυστικότητάς τους για τις επιχειρήσεις δεν επιτρέπει την παραίτηση από οποιαδήποτε προκήρυξη.

21.   Τη μέθοδο αυτή δεν καθιστά νόμιμη ούτε το ότι η Authority δεν θα προέβαινε σε εξωτερική ανάθεση των επίδικων υπηρεσιών, αν δεν τις παρείχε το DCC.

22.   Εξάλλου, δεν αληθεύει ότι έχει εφαρμογή η εξαίρεση του άρθρου 6 της οδηγίας 92/50.

23.   Τέλος, πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα ότι πρόκειται για παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Πράγματι, η τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΚ δεν εμποδίζει την εκπλήρωση των ανατιθέμενων ιδιαίτερων καθηκόντων. Εξάλλου, είναι ασαφές αν ως επιχείρηση που έχει επιφορτισθεί με την παροχή των υπηρεσιών πρέπει να θεωρηθεί το DCC ή η Authority.

24.   Όσον αφορά το επιχείρημα της Ιρλανδίας, ότι οι υπηρεσίες παροχής υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης παρέχονται δωρεάν, η Ιρλανδία συγχέει τις υπηρεσίες που ζητούν οι ιδιώτες με αυτές που παρέχονται έναντι της Authority.

25.   Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ιρλανδίας ότι στο DCC δεν αποδόθηκαν όλες οι δαπάνες, η Επιτροπή, η οποία εξάλλου τον αμφισβητεί, επισημαίνει ότι αυτό ειναι άσχετο με την υπόθεση.

26.   Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι η εφαρμογή των θεμελιωδών ελευθεριών προϋποθέτει ένα διασυνοριακό στοιχείο, η Επιτροπή προβάλλει ότι αυτό συμβαίνει εν προκειμένω.

27.   Ο αναφερόμενος από την Ολλανδική Κυβέρνηση περιορισμός που αφορά την υπεροχή των διατάξεων εναρμονίσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη της παρατεθείσας υποθέσεως. Επιπροσθέτως, η οδηγία 92/50 προβλέπει στο άρθρο της 3, παράγραφος 2, μια υποχρέωση απαγορεύσεως των διακρίσεων.

28.   Απορριπτέα είναι επίσης η άποψη ότι η επιταγή της διαφάνειας εξαρτάται από την εθελούσια εφαρμογή μιας διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως και ότι στην υπό κρίση περίπτωση συντρέχουν δικαιολογητικές αιτίες ή οι προϋποθέσεις του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.

29.   Όσον αφορά τον προσήκοντα βαθμό δημοσιότητας, η Επιτροπή τονίζει ότι αυτή δεν απαιτεί σε όλες τις περιπτώσεις μια εθνική ή διεθνή προκήρυξη, αλλά ότι μπορεί να αρκεί μια ανακοίνωση προς ορισμένες επιχειρήσεις. Δεν απαιτείται η διενέργεια μιας κατά την έννοια των οδηγιών διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως.

 Β –     Η Ιρλανδία

30.   Η Ιρλανδία αμφισβητεί ότι απαιτείται προκήρυξη για τις εν λόγω υπηρεσίες.

31.   Ουσιαστικώς, αντικείμενο των αιτιάσεων της Επιτροπής είναι η ύπαρξη μιας συμφωνίας και όχι μια νέα σύναψη δημόσιας συμβάσεως. Σ’ αυτή όμως δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που επικαλείται η Επιτροπή. Δεν μπορεί να απαιτείται η τροποποίηση υφισταμένων συμφωνιών.

32.   Εξάλλου, δεν υφίσταται καμία σύμβαση ή οποιουδήποτε είδους συμφωνία μεταξύ του DCC και της Authority. Η αποκαλούμενη συμφωνία του Ιουνίου του 1998 αφορά μια διοργανική συμφωνία μεταξύ δύο ιδρυθέντων από τον νόμο οργανισμών, καθώς και διαπραγματεύσεις για τη συμμετοχή στις δαπάνες του DCC.

33.   Το DCC ενεργεί ιδίω ονόματι και βάσει ιδίων κατά νόμο αρμοδιοτήτων. Επίσης, δεν υπόκειται στον έλεγχο της Authority. Η εκ μέρους της Authority συμμετοχή στις δαπάνες δεν συνιστά αντιπαροχή και δεν καλύπτει πλήρως τις δαπάνες.

34.   Η Ιρλανδία υπενθυμίζει ότι οι εν λόγω υπηρεσίες υπάγονται στο παράρτημα Ι Β της οδηγίας 92/50. Ακόμη κι αν είχε συναφθεί γραπτώς σύμβαση, εφαρμοστέο θα ήταν μόνον το απλοποιημένο σύστημα κατά το άρθρο 9 της οδηγίας 92/50, ήτοι τα άρθρα 14 και 16. Άλλως, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε προτείνει αντίστοιχη τροποποίηση της οδηγίας.

35.   Από το γεγονός ότι στην Ιρλανδία οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης προσφέρονται δωρεάν προκύπτει ότι δεν πρόκειται για υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως εξ επαχθούς αιτίας. Επομένως, ούτε τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ έχουν εφαρμογή. Εξάλλου, δεν υφίσταται διάκριση σε βάρος αλλοδαπών ιδιωτικών επιχειρήσεων.

36.   Περαιτέρω, η Ιρλανδία υποστηρίζει την άποψη ότι η παρατεθείσα από την Επιτροπή νομολογία του Δικαστηρίου, όπως αυτή συνάγεται από τις αποφάσεις Telaustria και Telefonadress και CEI κ.λπ. (7), είναι άσχετη εν προκειμένω.

37.   Το άρθρο 295 ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιλέγουν ελεύθερα το καθεστώς ιδιοκτησίας.

38.   Τέλος, πρέπει να επισημανθούν οι ειδικές διατάξεις για υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά τα άρθρα 16 ΕΚ και 86, παράγραφος 2, ΕΚ.

 Γ –     Ο παρεμβαίνων διάδικος

39.   Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, που παρενέβη στη διαδικασία υπέρ της Ιρλανδίας, επισημαίνει ότι η αρχή της διαφάνειας δεν καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή των κανόνων της οδηγίας 92/50. Επί πλέον, υφίσταται μια σειρά ορισμένων εξαιρέσεων από αυτή την αρχή. Πρώτον, δεν υπάρχει εδώ συνδετικό στοιχείο με την εσωτερική αγορά. Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν θίγεται. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να εξετασθεί η συμβατότητα με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Οσάκις δεν επιτυγχάνεται η οριακή τιμή των οδηγιών, αποκλείεται και η εφαρμογή της επιταγής περί διαφάνειας.

40.   Δεύτερον, η επιταγή περί διαφάνειας δεν ισχύει, καθόσον το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο θέτει αντίστοιχους κανόνες. Ομοίως, δεν ισχύει σε περιπτώσεις στις οποίες οι οδηγίες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων προβλέπουν εξαίρεση, όπως για παράδειγμα τα άρθρα 4 και 6 της οδηγίας 92/50. Δεδομένου ότι οι οδηγίες προβλέπουν ως προς τη διαφάνεια ελάχιστη εναρμόνιση, τα κράτη μέλη ασφαλώς μπορούν να ενεργούν καθ’ υπέρβασή της.

41.   Τρίτον, ένα κράτος μέλος οφείλει να τηρεί τις αρχές της Συνθήκης ΕΚ μόνον όταν κινείται διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως.

42.   Τέταρτον, πρέπει να εξετασθεί αν υπάρχουν δικαιολογητικές αιτίες ή αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.

43.   Όσον αφορά το περιεχόμενο της επιταγής περί διαφάνειας, η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει ότι πρέπει να καθορισθεί ποιος είναι ο κατάλληλος βαθος δημοσιότητας. Το ζήτημα αυτό πρέπει σε κάθε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως να αφήνεται στην κρίση της αναθέτουσας αρχής. Τον Οκτώβριο του 2005, η Επιτροπή υπέβαλε ένα σχέδιο ανακοινώσεως για την ερμηνεία της επιταγής περί διαφάνειας. Επομένως, είναι πλέον καιρός να προσδιορίσει το Δικαστήριο λεπτομερέστερα το περιεχόμενο της επιταγής αυτής.

V –    Εκτίμηση

 Α –     Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

44.   Όσον αφορά το αίτημα της προσφυγής της Επιτροπής, διαπιστώνεται ότι το μόνο που ζητείται με αυτό είναι να αναγνωρισθεί ότι η παροχή ορισμένων υπηρεσιών συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Πρόκειται, ως εκ της φύσεως των πραγμάτων, για συμπεριφορά του καθού κράτους μέλους στο παρελθόν, μάλιστα δε (επίσης) σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ήτοι μετά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Επομένως, και η διατήρηση μετά το χρονικό αυτό σημείο μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς, περιλαμβανομένου του σταδίου της ανοχής, μπορεί κατ’ αρχήν να αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά το άρθρο 226 ΕΚ.

45.   Το αίτημα της Επιτροπής δεν αφορά την –ομοίως ενδιαφέρουσα– προβληματική αν και πώς μια συγκεκριμένη αναθέτουσα ή παραχωρούσα αρχή υποχρεούται να θέσει τέλος σε υφιστάμενη σύμβαση. Το ζήτημα αυτό, πάντως, τίθεται για την Ιρλανδία, καθόσον αυτή, στην περίπτωση διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της συμφωνίας, υποχρεούται κατά το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου (8).

46.   Εν προκειμένω, η προσφυγή της Επιτροπής περιορίζεται στην αναγνώριση του ότι η συγκεκριμένη ενέργεια έπρεπε να έχει αποτελέσει αντικείμενο προσκλήσεως υποβολής προσφορών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή εννοεί προφανώς ένα είδος προκηρύξεως για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως.

47.   Επομένως, αυτή η διαδικασία λόγω παραβάσεως σκοπό έχει όχι να εξακριβωθεί ποια μορφή θα είχε μια διαδικασία σε σχέση με τη συγκεκριμένη σύναψη δημόσιας συμβάσεως, αλλά μόνον το ότι εν πάση περιπτώσει ήταν απαράδεκτο το ότι δεν έγινε απολύτως καμία προκήρυξη για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως.

48.   Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «το άρθρο 49 ΕΚ απαγορεύει τους περιορισμούς στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας έναντι των υπηκόων των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε χώρα της Κοινότητας διαφορετική από εκείνη του αποδέκτη της παροχής. Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή επιβάλλει την άρση κάθε περιορισμού στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών, ακόμα και αν ο περιορισμός αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως επί των παρεχόντων υπηρεσίες, είτε ημεδαπών είτε αλλοδαπών, όταν αυτός μπορεί να απαγορεύει ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο να δυσχεραίνει τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος όπου νομίμως προσφέρει ανάλογες υπηρεσίες» (9).

49.   Όσον αφορά τα νομικά ερείσματα, η μη τήρηση των οποίων πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, πρέπει, λόγω της ευρύτητας του αιτήματος της Επιτροπής, η οποία προβάλλει την αιτίαση της παραβάσεως «υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη», να ληφθούν υπόψη όχι μόνον τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, αλλά και γενικές αρχές του δικαίου, καθώς και το άρθρο 10 ΕΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη λαμβάνεται υπόψη υπό το πρίσμα της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (10).

50.   Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (11), οι διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου έχουν εφαρμογή όταν τη σύναψη της δημόσιας συμβάσεως δεν διέπει καμία από τις οδηγίες. Η προϋπόθεση αυτή συντρέχει ως προς την επίδικη σύναψη δημόσιας συμβάσεως, διότι αυτή, κατά την ορθή άποψη των διαδίκων, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50 λόγω του ότι δεν υπάρχει γραπτή σύμβαση.

51.   Οι πράξεις που αποτέλεσαν την αφορμή κινήσεως της προσκειμένης διαδικασίας λόγω παραβάσεως έχουν σχέση με ένα συγκεκριμένο μηχανισμό, ο οποίος αφορά τη χρησιμοποίηση δημόσιων πόρων για ορισμένες υπηρεσίες. Η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι υφίσταται κάποιο είδος συμφωνίας.

52.   Όπως δείχνει η απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, οι οδηγίες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων περιλαμβάνουν επίσης συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ της δημόσιας διοικήσεως και των λοιπών δημόσιων οργανισμών (12). Είναι άνευ σημασίας για την προκειμένη διαδικασία το ότι στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για γραπτές συμφωνίες, διότι εδώ πρόκειται όχι για την πλήρωση μιας προϋποθέσεως των οδηγιών, αλλά για την εφαρμογή του πρωτογενούς δικαίου. Σε σχέση με αυτό το δίκαιο, ισχύουν ακόμη λιγότερο αυστηροί όροι απ’ ό,τι σε σχέση με τις οδηγίες, όσον αφορά το είδος των σχέσεων. Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται και στην παρούσα διαδικασία ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς μεταξύ τους οργανισμούς.

53.   Το βασικό ζήτημα στην προκειμένη διαδικασία είναι η εφαρμογή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Αυτό προϋποθέτει ότι αντικείμενο της επίδικης συνάψεως δημόσιας συμβάσεως είναι «υπηρεσίες» κατά την έννοια του άρθρου 50 ΕΚ.

54.   Θα μπορούσε τώρα να υποστηριχθεί η άποψη ότι διακομιδές ασθενών και/ή επείγουσες διακομιδές κατά κανόνα δεν πληρώνονται άμεσα από εκείνον που τις ζητεί, αλλά ότι οι δαπάνες αναλαμβάνονται από την ασφάλιση ή βαρύνουν άμεσα τον δημόσιο προϋπολογισμό. Δεδομένου ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στον τομέα ιδίως της υγείας (13) αρκεί το ότι η πληρωμή για μια υπηρεσία πραγματοποιείται από τρίτον, περιττεύει η εγγύτερη εξέταση του συστήματος διακανονισμού για τις επίδικες υπηρεσίες. Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται ότι το East Coast Area Health Board καταβάλλει μια, όπως αποκαλείται, «contribution». Επομένως, δεν είναι αναγκαίο, για τους σκοπούς της προκειμένης διαδικασίας, να διευκρινισθεί το ύψος της συμμετοχής του στις πραγματικές δαπάνες.

 Β –     Η αρχή της περί διαφάνειας επιταγής

55.   Αντικείμενο της διαφοράς στην προκειμένη διαδικασία λόγω παραβάσεως είναι το ζήτημα αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση δεν τηρήθηκε η επιταγή περί διαφάνειας.

56.   Όπως εξέθεσα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Coname, η διαφάνεια, ήδη βάσει των οδηγιών, καλύπτει μια ολόκληρη σειρά πτυχών (14). Σ’ αυτή τη διαδικασία, πρόκειται μόνο για ορισμένες υποχρεώσεις δημοσιότητας που αφορούν τη σύναψη ορισμένων δημόσιων συμβάσεων.

57.   Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, είναι προς όφελος όλων των εν δυνάμει αναδόχων η «διασφάλιση προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας που να καθιστά δυνατό το άνοιγμα της παραχωρήσεως των υπηρεσιών στον ανταγωνισμό, καθώς και τον έλεγχο [...]» (15). Η επιταγή αυτή ισχύει βεβαίως όχι μόνο για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που λόγω της διαμορφώσεώς τους ως παραχωρήσεων δεν υπάγονται στην οδηγία 92/50, αλλά και για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που για άλλους λόγους δεν περιλαμβάνονται σε κάποια από αυτές τις οδηγίες. Χάριν σαφηνείας και μόνον προσθετέον ότι για όλες τις συνάψεις δημοσίων συμβάσεων, ανεξαρτήτως του αντικειμένου ή της αξίας τους, δεν ισχύουν οι ίδιοι βασικοί κανόνες.

58.   Κριτήριο για την εκτίμηση της νομιμότητας της πράξεως του καθού κράτους μέλους είναι το αν διασφαλίσθηκε ο προσήκων βαθμός δημοσιότητας.

59.   Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράλειψη μιας, όπως αποκαλείται, προσκλήσεως υποβολής προσφορών συνιστά παράβαση αυτής της επιταγής. Όπως εξέθεσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Coname, πρέπει «να ελ[εγχθεί] αν η [...] σύναψη της συμβάσεως [...] ανταποκρίνεται σε απαιτήσεις διαφάνειας οι οποίες, χωρίς κατ’ ανάγκη να συνεπάγονται υποχρέωση προκηρύξεως διαγωνισμού, μπορούν, μεταξύ άλλων, να παράσχουν τη δυνατότητα σε μια επιχείρηση η οποία είναι εγκατεστημένη στο έδαφος άλλου κράτους μέλους [...] να έχει πρόσβαση στα προσήκοντα στοιχεία που αφορούν την εν λόγω παραχώρηση πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, οπότε, αν η επιχείρηση αυτή το είχε θελήσει, θα μπορούσε να εκδηλώσει το ενδιαφέρον της για τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως παραχωρήσεως» (16).

60.   Κατά συνέπεια, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι για τον προσήκοντα χαρακτήρα πρέπει να λαμβάνονται ως σημείο αναφοράς οι ενδιαφερόμενοι για τη συγκεκριμένη σύναψη δημόσιας συμβάσεως. Συναφώς, δεν πρέπει να θεωρείται ότι σημασία έχουν μόνον οι πράγματι ενδιαφερόμενοι προσφέροντες, αλλ’ αντιθέτως ο κύκλος περιλαμβάνει και όλους τους εν δυνάμει ενδιαφερομένους σε άλλα κράτη μέλη.

61.   Επομένως, πρέπει να επιλέγεται ο βαθμός διαφάνειας που πληροί αυτόν τον όρο. Το ζήτημα εντούτοις είναι αν αυτό πρέπει να συντελείται με τη μορφή μιας, όπως αποκαλείται, προσκλήσεως υποβολής προσφορών ή προκηρύξεως διαγωνισμού.

1.      Είναι αναγκαία η πρόσκληση υποβολής προσφορών;

62.   Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινισθεί αν κατά το πρωτογενές δίκαιο απαιτείται μια, όπως αποκαλείται, πρόσκληση υποβολής προσφορών σε όλες τις περιπτώσεις.

63.   Υπέρ αυτής θα μπορούσαν να συνηγορούν οι αποφάσεις του πρώτου τμήματος στις υποθέσεις Parking Brixen και ANAV, όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν σε ισχύ εθνική νομοθεσία που επιτρέπει την παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας χωρίς προηγούμενο διαγωνισμό [ohne Ausschreibung στη γερμανική απόδοση, δηλαδή πρόσκληση υποβολής προσφορών], διότι μια τέτοια παραχώρηση συνιστά παράβαση των άρθρων 43 ΕΚ ή 49 ΕΚ [ή] παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας» (17).

64.   Εν προκειμένω, πάντως, θα πρέπει να πρόκειται για μια ανακρίβεια στη γερμανική απόδοση της αποφάσεως. Πράγματι, τόσο η γαλλική απόδοση σε αμφότερες τις υποθέσεις όσο και η ιταλική απόδοση στην υπόθεση ANAV κάνουν λόγο για «mise en concurrence» και «procedura concorrenziale». Επομένως, ενσυνειδήτως δεν έγινε λόγος για «appel d’offres» ή για «bando di gara», δηλαδή για προκήρυξη διαγωνισμού [Vergabebekanntmachung] κατά την έννοια των οδηγιών περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.

65.   Εξάλλου, το Δικαστήριο τονίζει ρητώς στην εκδοθείσα από το τμήμα μείζονος συνθέσεως απόφασή του επί της υποθέσεως Coname ότι δεν απαιτείται κατά το πρωτογενές δίκαιο σε όλες τις περιπτώσεις πρόσκληση υποβολής προσφορών υπό την έννοια προκηρύξεως διαγωνισμού (18).

66.   Επομένως, αυτή η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να θεωρηθεί ως απόφαση αρχής και συνεπώς αποτελεί το σημείο εκκινήσεως για την εκτίμηση που θα ακολουθήσει. Αυτό προκύπτει επίσης από μια βασική σκέψη, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η απόφαση στην υπόθεση Coname εκδόθηκε από το τμήμα μείζονος συνθέσεως και ότι οι άλλες αποφάσεις εμφανίζουν ανακρίβειες γλωσσικής φύσεως.

67.   Η άποψη ότι γενικώς δεν επιτρέπεται η σύναψη δημόσιας συμβάσεως χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού (πρόσκληση υποβολής προσφορών) και την άμεση επαφή με ορισμένες επιχειρήσεις δεν μπορεί να υιοθετηθεί για τον λόγο ακριβώς ότι και οι οδηγίες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων θεσπίζουν εξαιρέσεις από μια τέτοια υποχρέωση δημοσιότητας. Αλλά και η Επιτροπή επισημαίνει ρητώς ότι δεν την ενδιαφέρει η κατ’ αναλογία εφαρμογή των κατά την οδηγία 92/50 υποχρεώσεων δημοσιότητας στο πρωτογενές δίκαιο. Αν απαιτούνταν πάντοτε προκήρυξη διαγωνισμού κατά το πρωτογενές δίκαιο, αναθέτουσες αρχές εκτός του πλαισίου των οδηγιών περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων θα υπέκειντο σε αυστηρότερους κανόνες απ’ ό,τι εντός του πεδίου τους εφαρμογής.

68.   Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης με την απόφαση στην υπόθεση Coname ορισμένες εξαιρέσεις από την τήρηση των κατά το πρωτογενές δίκαιο υποχρεώσεων. Οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να εξετασθούν στη συνέχεια χωριστά.

69.   Επομένως διαπιστώνεται ότι μπορεί να υπάρχουν δημόσιες συμβάσεις για τις οποίες δεν είναι αναγκαία μια, όπως αποκαλείται, πρόσκληση υποβολής προσφορών, δηλαδή προκήρυξη διαγωνισμού.

70.   Σ’ αυτή την αλληλουχία, νομίζω ότι είναι απαραίτητο να υπενθυμίσω την εκτεθείσα με τις προτάσεις στην υπόθεση Coname άποψή μου (19) ότι δεν υπάρχει στο πρωτογενές δίκαιο ενιαίο καθεστώς δημοσίων συμβάσεων, αλλά ότι ενδείκνυται να γίνεται μια διαφοροποίηση ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης συνάψεως δημοσίας συμβάσεως. Στην προκειμένη διαδικασία παρέχεται στο Δικαστήριο η ευκαιρία να μεριμνήσει για την αναγκαία διασαφήνιση.

2.      Διαφοροποίηση ανάλογα με τη συγκεκριμένη σύναψη δημόσιας συμβάσεως

71.   Πρέπει, επομένως, να ληφθεί ως βάση η αρχή ότι τα επί μέρους στοιχεία της επιταγής περί διαφάνειας προκύπτουν εκάστοτε από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

72.   Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν αφορούν τις σχετικές με το αντικείμενο αυτής της διαδικασίας λόγω παραβάσεως προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να παραληφθεί η πρόσκληση υποβολής προσφορών και το ζήτημα αν αυτές συνέτρεχαν εν προκειμένω.

73.   Αφενός, ένα μέσο προσανατολισμού παρέχεται από την αρχή ότι πρέπει να υφίσταται η δυνατότητα ελέγχου και από τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως. Αφετέρου, πρέπει να τηρούνται οι σκοποί όλων των διεπόντων τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων κανόνων του κοινοτικού δικαίου, όπως είναι η διασφάλιση του ανταγωνισμού και της εσωτερικής αγοράς, καθώς και η «πρακτική αποτελεσματικότητα» των διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου.

74.   Το περιεχόμενο της εκάστοτε υποχρεώσεως διαφάνειας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως το αντικείμενο, αν δηλαδή πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, για προμήθειες ή για εκτέλεση έργου, και η αποτιμηθείσα αξία της συμβάσεως.

75.   Δεδομένου ότι στην προκειμένη διαδικασία πρόκειται για παροχή υπηρεσιών του παραρτήματος I B της οδηγίας 92/50, επομένως για μη κύριες υπηρεσίες, πρέπει να εξετασθεί αν η διάκριση στην οποία προβαίνει η οδηγία μεταξύ κυρίων και μη κυρίων υπηρεσιών έχει επίσης σημασία για το πρωτογενές δίκαιο.

76.   Η εν λόγω κατηγοριοποίηση που απαντά στις οδηγίες στηρίζεται στη γενικώς ισχύουσα για τις δημόσιες συμβάσεις σκέψη ότι ορισμένες συμβάσεις αφορούν περισσότερο την εσωτερική αγορά από άλλες, δηλαδή παρουσιάζουν ενδιαφέρον για ένα μεγαλύτερο κύκλο επιχειρηματιών, μάλιστα δε και για επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη. Η πτυχή αυτή θα μπορούσε ακριβώς να έχει σημασία για την εφαρμογή των θεμελιωδών ελευθεριών, εφόσον αυτές απαιτούν ένα διασυνοριακό στοιχείο (20).

77.   Βεβαίως, ο κοινοτικός νομοθέτης υπήγαγε μόνον ορισμένες κατηγορίες υπηρεσιών, ήτοι τις κύριες, εξ ολοκλήρου στο καθεστώς της οδηγίας 92/50, πλην όμως δεν μπορεί εκ των προτέρων να συναχθεί από αυτό ότι άλλες υπηρεσίες, ήτοι οι μη κύριες, δεν έχουν σημασία για την εσωτερική αγορά, δηλαδή ότι δεν θα μπορούσαν κατ’ ουσίαν να παρέχονται διασυνοριακώς. Μολονότι ο κοινοτικός νομοθέτης διατήρησε αυτόν τον διαχωρισμό στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως, δηλαδή στην οδηγία 2004/18 –σημειωτέον με την ίδια αιτιολογία (21)–, αυτό, κατ’ αρχήν, δεν αποκλείει εκ των προτέρων την εφαρμογή του πρωτογενούς δικαίου.

78.   Αν ελαμβάνετο ως βάση η υποθετική εκδοχή ότι οι μη κύριες υπηρεσίες δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για προσφέροντες από άλλα κράτη μέλη, τότε η Επιτροπή θα έπρεπε στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως να προσκομίσει την απόδειξη ότι η επίδικη σύναψη δημόσιας συμβάσεως παρουσιάζει παρά ταύτα ενδεχομένως διασυνοριακό ενδιαφέρον.

79.   Κατ’ αρχήν, βεβαίως, η Επιτροπή υποχρεούται στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως να αποδεικνύει από πραγματικής και νομικής απόψεως τους ισχυρισμούς της. Επομένως, θα μπορούσε να συναχθεί ότι η Επιτροπή οφείλει, υπό την έννοια μιας αναλύσεως της αγοράς, να αποδείξει για ποιους επιχειρηματίες η σχεδιαζόμενη σύναψη δημόσιας συμβάσεως παρουσιάζει ενδιαφέρον ενόψει του ενδεχόμενου ανταγωνισμού, οπότε η αξία και το αντικείμενο της συμβάσεως διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο.

80.   Ούτε οι γραπτές ούτε οι προφορικές παρατηρήσεις της Επιτροπής πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις Αν, επομένως, η κατανομή του βάρους αποδείξεως στηριχθεί σ’ αυτό το αυστηρό κριτήριο, το αίτημα της Επιτροπής θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμο.

81.   Σ’ αυτή την αλληλουχία, πάντως, δεν πρέπει να παροράται ότι το Δικαστήριο δεν έχει μέχρι τούδε εφαρμόσει ένα τόσο αυστηρό κριτήριο στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (22). Μάλλον, ελλείψει στοιχείων περί του αντιθέτου, φαίνεται να λαμβάνει ως βάση ότι, εν αμφιβολία, δημόσιες συμβάσεις ορισμένου μεγέθους παρουσιάζουν ενδεχομένως ενδιαφέρον για επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη.

82.   Επομένως, στην προκειμένη διαδικασία, εξακολουθεί να ισχύει η αρχή ότι πρέπει να παρέχονται τόσες πληροφορίες όσες είναι αναγκαίες για τις επιχειρήσεις, ώστε να μπορούν να αποφασίζουν για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως ή για την υποβολή προσφοράς. Ουδόλως το πρωτογενές δίκαιο καθιστά υποχρεωτική την παροχή των ενδείξεων τις οποίες επιβάλλουν τα πρότυπα προκηρύξεων που προβλέπουν οι οδηγίες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (23).

83.   Από τα στοιχεία της δικογραφίας ή από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν μπορεί να συναχθεί ότι η συγκεκριμένη σύναψη συμβάσεως δικαιολογεί, ως εκ των χαρακτηριστικών του περιεχομένου της, την παράλειψη κάθε δημοσιότητας. Ούτε η ετήσια αξία ούτε το αντικείμενο των υπηρεσιών συνηγορούν υπέρ του ότι μια τέτοια παράλειψη συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο.

84.   Επομένως, πρέπει τώρα να εξετασθεί αν η παράλειψη αυτή μπορούσε να στηριχθεί σε εξαιρέσεις που ρητώς προβλέπει το πρωτογενές δίκαιο ή σε δικαιολογητικές αιτίες που η νομολογία έχει αναγνωρίσει γενικώς σε σχέση με τις θεμελιώδεις ελευθερίες ή στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.

85.   Δεδομένου όμως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε καμία απολύτως δημοσιότητα ως προς τις σχεδιαζόμενες υπηρεσίες, περιττεύει να εξετασθεί λεπτομερώς ποιο μέσο δημοσιότητας θα έπρεπε να είχε επιλεγεί και τι θα έπρεπε να αποτελεί το ελάχιστο περιεχόμενο της προσκλήσεως υποβολής προσφορών.

 Γ –     Εξαιρέσεις και δικαιολογητικές αιτίες

86.   Στη συνέχεια, πρέπει να ερευνηθεί αν, λόγω των ελάχιστων αποτελεσμάτων των περιορισμών, δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες, αν το καθού κράτος μέλος μπορεί να επικαλεσθεί μια από τις ρυθμίσεις της Συνθήκης που γενικώς εξαιρούν μέτρα των κρατών μελών από την εφαρμογή του πρωτογενούς δικαίου, αν ευσταθεί μια από τις ρητώς προβλεπόμενες από τη Συνθήκη ή αναγνωρισμένη από τη νομολογία δικαιολογητική αιτία, ή αν έχει εφαρμογή το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Τέλος, πρέπει να εξετασθεί αν οι εξαιρέσεις των οδηγιών και ειδικότερα του άρθρου 6 της οδηγίας 92/50 μπορούν, καθεαυτές ή κατ’ αναλογία, να εφαρμοσθούν.

1.      Ελάχιστα αποτελέσματα της συνάψεως δημόσιας συμβάσεως

87.   Με την απόφασή του στην υπόθεση Coname, το Δικαστήριο επανήλθε στη νομολογιακή τάση που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, κατά την οποία «λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων, όπως είναι το πολύ περιορισμένο οικονομικό ενδιαφέρον, θα μπορούσε ευλόγως να υποστηριχθεί ότι μια επιχείρηση εγκατεστημένη εντός κράτους μέλους διαφορετικού [...] δεν θα ενδιαφερόταν για την επίμαχη παραχώρηση και ότι οι συνέπειες για τις οικείες θεμελιώδεις ελευθερίες θα έπρεπε συνεπώς να θεωρηθούν υπερβολικά τυχαίες και έμμεσες ώστε να μπορεί να συναχθεί ενδεχόμενη προσβολή των ελευθεριών αυτών» (24).

88.   Ανεξαρτήτως του ότι αποτελεί ζήτημα πού βρίσκεται το όριο του ελαχίστου, η επίδικη σύμβαση δημόσιας συμβάσεως αξίας αρκετών εκατομμυρίων ιρλανδικών στερλινών ετησίως οπωσδήποτε δεν πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Το 2001, η αξία των ετήσιων παροχών πρέπει να υπερέβη τα 7 εκατομμύρια στερλινών. Επομένως, υπήρξε μεγάλη υπέρβαση και του ορίου ακόμη της οδηγίας 92/50.

2.      Δικαιολογητικές αιτίες ρητώς προβλεπόμενες από τη Συνθήκη

89.   Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπενθυμισθούν οι ρυθμίσεις της Συνθήκης, οι οποίες εξαιρούν –αν και υπό ορισμένες προϋποθέσεις– μέτρα των κρατών μελών από την εφαρμογή του πρωτογενούς δικαίου. Συναφώς, σημασία για τον τομέα των δημόσιων συμβάσεων έχουν πρωτίστως οι εξαιρέσεις που αφορούν την ασφάλεια, ιδίως δε τα άρθρα 296 ΕΚ και 297 ΕΚ. Ελλείψει στοιχείων, πάντως, αποκλείονται εν προκειμένω αυτές οι εξαιρέσεις.

90.   Περαιτέρω, τα κράτη μέλη μπορούν να επικαλούνται τις ρητώς προβλεπόμενες στη Συνθήκη δικαιολογητικές αιτίες κατά το άρθρο 46 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 55 ΕΚ, όπως τη δημόσια τάξη ή η υγεία. Εν προκειμένω, πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το καθού κράτος μέλος δεν αμύνθηκε, προβάλλοντας ότι απέδειξε την ύπαρξη μιας τέτοιας δικαιολογητικής αιτίας (25).

91.   Μια αφορώσα τη δημόσια εξουσία, δηλαδή το άρθρο 45 ΕΚ, δικαιολογητική αιτία, εξάλλου, θα προϋπέθετε ότι πληρούνται ορισμένοι όροι. Κατά πάγια νομολογία, «τα άρθρα 45 ΕΚ και 55 ΕΚ, ως παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της ελευθερίας εγκαταστάσεως, πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που η εφαρμογή τους να περιορίζεται σ’ αυτό που είναι απολύτως αναγκαίο για τη διασφάλιση των συμφερόντων που η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να προστατεύουν» (26).

92.   Η προβλεπόμενη από τα άρθρα αυτά ρύθμιση περί εξαιρέσεων πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να περιορίζεται στις δραστηριότητες οι οποίες, αυτές καθεαυτές, αποτελούν άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση εξουσίας δημόσιας αρχής (27).

93.   Εν προκειμένω, όμως, ελλείπουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την εφαρμογή αυτών των ρητώς θεσπισθέντων λόγων.

3.      Μη ρητώς προβλεπόμενες στη Συνθήκη δικαιολογητικές αιτίες ή λόγοι γενικού συμφέροντος

94.   Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (28), η οποία έχει εφαρμοστεί κατ’ αρχήν αναλογικώς και στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (29), περιορισμοί στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μπορούν να δικαιολογούνται, εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις.

95.   Κατά τη νομολογία αυτή, οι εν λόγω περιορισμοί πρέπει να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι πρόσφοροι για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού ορίου. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις.

96.   Σ’ αυτή την αλληλουχία, πρέπει εντούτοις να επισημανθεί ότι το καθού κράτος μέλος δεν μπόρεσε να ισχυριστεί πειστικά ότι αναγνωρισμένες από το Δικαστήριο δικαιολογητικές αιτίες ή λόγοι γενικού συμφέροντος, όπως για παράδειγμα η προστασία των καταναλωτών, δικαιολογούν την επιλεγείσα μέθοδο.

97.   Τέλος, πρέπει να επισημανθεί η διαμορφωθείσα από το Δικαστήριο δικαιολογητική αιτία της «αντικειμενικής περιστάσεως» (30). Εγγύτερη εξέταση αυτής της όχι επακριβέστερα αναλυθείσας δυνατότητας δικαιολογήσεως ορισμένων ρυθμίσεων των κρατών μελών, ειδικότερα δε των προϋποθέσεων εφαρμογής της, περιττεύει, διότι η Ιρλανδία δεν προέβαλε συναφώς κανένα σχετικό με αυτή τη δυνατότητα ισχυρισμό.

4.      Το άρθρο 86 ΕΚ

98.   Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας μνημονεύθηκε επίσης το άρθρο 86 ΕΚ.

99.   Όσον αφορά τη συγκεκριμένη σύναψη δημόσιας συμβάσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι εδώ πρόκειται κατ’ ακριβολογία για τη χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων, μάλιστα δε στον τομέα των υπηρεσιών επείγουσας ιατρικής βοήθειας και, ειδικότερα, επείγουσας διακομιδής με ασθενοφόρο.

100. Συναφώς ανακύπτει το ερώτημα αν το άρθρο 86, παράγραφος 1, ΕΚ περιλαμβάνει την, αυτή καθεαυτή, απονομή τέτοιων δικαιωμάτων και όχι απλώς άλλα κρατικά μέτρα σε σχέση με επιχειρήσεις, στις οποίες τα κράτη μέλη παρέχουν αποκλειστικά ή ιδιαίτερα δικαιώματα. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορούν να συναχθούν ενδείξεις για το ότι και η χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων, μάλιστα δε ως δημιουργία μιας δεσπόζουσας στην αγορά θέσεως, υπάγεται στο άρθρο 86, παράγραφος 1, ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 82, ΕΚ. Αυτό πάντως δεν σημαίνει και ότι απαγορεύεται μια τέτοια χορήγηση (31). Το αν η χορήγηση δικαιωμάτων, ήτοι, παραδείγματος χάριν, του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών επείγουσας ιατρικής βοήθειας από το DCC, είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εκτιμηθεί βάσει άλλων διατάξεων και όχι βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 1, ΕΚ. Στις σχετικές εν προκειμένω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνεται εξάλλου και το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Επομένως, η εν λόγω διάταξη αποκτά σημασία, πέραν των μέτρων των επιχειρήσεων που υπάγονται σ’ αυτή, σε σχέση επίσης με κρατικά μέτρα.

101. Στην παρούσα διαδικασία, πάντως, δεν πρόκειται για μεταβίβαση των δικαιωμάτων στην Authority, αλλά για τη δράση της στο πλαίσιο των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, ιδίως δε για την εκ μέρους της σύναψη δημοσίων συμβάσεων, δηλαδή τη μεταβίβαση των υπηρεσιών επείγουσας ιατρικής βοήθειας στο DCC. Νομική σημασία αποκτά το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ ως προς τη συμπεριφορά των οργανισμών στους οποίους έχουν παρασχεθεί ορισμένα δικαιώματα.

102. Όσον αφορά τη μεταβίβαση των υπηρεσιών επείγουσας ιατρικής βοήθειας στο DCC, πρέπει να ερευνηθεί αν η Authority πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, δηλαδή αν πρόκειται για επιχείρηση επιφορτισμένη με υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος και αν η εφαρμογή των διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου θα εμπόδιζε νομικώς ή πραγματικώς την εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατέθηκαν.

103. Κατ’ αρχήν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διεξαγωγή μιας διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως μέσω προκηρύξεως διαγωνισμού μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω του απαιτούμενου μέχρι της συνάψεως χρόνου και της προβλεπόμενης για την υποβολή των προσφορών προθεσμίας, να εμποδίσει την εκπλήρωση των σχετικών με αυτή καθηκόντων. Αυτό θα συνέβαινε, παραδείγματος χάριν, σε σχέση με μια επιχείρηση κοινής ωφελείας, αν λόγω του γεγονότος αυτού επέρχονταν διακοπές ή καθυστερούσε η έναρξη της παροχής ενέργειας ή ύδατος.

104. Επομένως, πρέπει υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου να εξετασθεί κατά πόσον ένας περιορισμός του ανταγωνισμού, και μάλιστα ο πλήρης αποκλεισμός του ανταγωνισμού εκ μέρους άλλων επιχειρηματιών, είναι αναγκαίος προκειμένου να καταστεί δυνατό για τον φορέα του αποκλειστικού δικαιώματος να εκπληρώσει την αποστολή γενικού συμφέροντος που του έχει ανατεθεί και ειδικότερα υπό οικονομικώς αποδεκτές συνθήκες (32).

105. Έστω κι αν δεν είναι αναγκαίο να έχει απειληθεί η ίδια η επιβίωση της επιχειρήσεως από τη διενέργεια μιας προσκλήσεως υποβολής προσφορών, θα έπρεπε τουλάχιστον να αποδεικνύεται ότι εμποδίσθηκε, νομικά ή πραγματικά, η εκπλήρωση των ειδικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η επιχείρηση αυτή (33).

106. Συναφώς, το καθού κράτος μέλος δεν μπόρεσε να εκθέσει πειστικά ότι η επιλεγείσα μέθοδος ήταν αναγκαία, προκειμένου να παρασχεθεί στο DCC η δυνατότητα να εκπληρώσει τη γενικού συμφέροντος αποστολή του υπό συνθήκες οικονομικώς αποδεκτές.

107. Επομένως, δεν χρειάζεται να εξετασθεί αν το DCC είναι πράγματι επιχείρηση στην οποία μεταβιβάσθηκαν καθήκοντα γενικού οικονομικού συμφέροντος.

108. Σ’ αυτή την αλληλουχία, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ ως διάταξη εισάγουσα παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚ, πρέπει να ερμηνεύεται στενά (34). Ούτε από το άρθρο 16 ΕΚ συνάγεται κάτι άλλο στην προκειμένη διαδικασία.

5.      Κατ’ αναλογία εφαρμογή των εξαιρέσεων των οδηγιών

109. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ζήτημα της κατ’ αναλογία εφαρμογής των θεσπιζομένων στις οδηγίες εξαιρέσεων από την υποχρέωση δημοσιότητας μιας προηγούμενης προκηρύξεως διαγωνισμού (για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως).

110. Ως βάση πρέπει να ληφθεί η αρχή ότι στο πεδίο εφαρμογής του πρωτογενούς δικαίου δεν μπορούν να ισχύουν οι ίδιοι ακριβώς κανόνες για τη διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως όπως αυτοί των οδηγιών. Αυτό ασφαλώς δεν αποκλείει ότι ορισμένοι κανόνες, όπως για παράδειγμα η απαγόρευση των διακρίσεων, ισχύουν επίσης –επί άλλης πάντως νομικής βάσεως, όπως για παράδειγμα μιας γενικής αρχής του δικαίου– εκτός του πλαισίου των οδηγιών.

111. Όπως έχει κατ’ επανάληψη τονισθεί (35), στο πλαίσιο του πρωτογενούς δικαίου θα έπρεπε να αναγνωρίζονται εν πάση περιπτώσει και εξαιρέσεις που αντιστοιχούν προς αυτές τις οποίες θεσπίζουν οι οδηγίες (36). Επομένως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ύπαρξη περιπτώσεων όπου επιτρέπεται η διεξαγωγή μιας διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού, δηλαδή χωρίς πρόσκληση υποβολής προσφορών.

112. Εν προκειμένω, πάντως, διαπιστώνεται, όσον αφορά εξαιρέσεις αυτού του είδους, ότι το καθού κράτος μέλος δεν επικαλέσθηκε μια από τις εξαιρέσεις που θεσπίζει η οδηγία 92/50 για τη διεξαγωγή μιας διαδικασίας με διαπραγμάτευση χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού.

6.      Το άρθρο 6 της οδηγίας 92/50

113. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συζητήθηκε ποικιλοτρόπως η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 6 της οδηγίας 92/50. Η διάταξη αυτή εξαιρεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις –μεταξύ άλλων δε ότι ο παρέχων υπηρεσίες πρέπει να έχει αποκλειστικό δικαίωμα– τις συμβάσεις υπηρεσιών από τη δυνατότητα εφαρμογής αυτών των οδηγιών.

114. Ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω προβλέπουσας εξαίρεση ρυθμίσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή μπορεί να παράγει αποτελέσματα μόνον αν η σύναψη δημόσιας συμβάσεως υπάγεται στην οδηγία 92/50. Δεδομένου όμως ότι δεν αμφισβητείται ότι δεν συντρέχουν άλλες προϋποθέσεις για τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 92/50, περιττεύει η εξέταση του ζητήματος αν στην προκειμένη διαδικασία υφίσταται αποκλειστικό δικαίωμα.

115. Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας λόγω παραβάσεως, είναι έργο του καθού κράτους μέλους να προβάλλει ενδεχομένως υφιστάμενους λόγους για τη μη εφαρμογή των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Πάντως, στην προκειμένη διαδικασία, η συζήτηση περιορίσθηκε στο υπό στενή έννοια άρθρο 6 της οδηγίας 92/50.

116. Οι διάδικοι δεν ανέλυσαν λεπτομερέστερα το ζήτημα αν υφίσταται παρόμοια εξαίρεση στο πρωτογενές δίκαιο, ενδεχομένως ως δικαιολογητική αιτία ή ως, όπως αποκαλείται, «αντικειμενική περίσταση» κατά την έννοια της αποφάσεως Coname, που θα είχε ως αποτέλεσμα ότι σε τέτοιες πράξεις δεν θα είχε εφαρμογή ούτε το ίδιο το πρωτογενές δίκαιο.

 Δ –     Συμπέρασμα

117. Συνολικώς, από την εξέταση της επικρινόμενης από την Επιτροπή μεθόδου προέκυψε ότι ουδόλως υφίσταντο περιστάσεις επιτρέπουσες την πραγματοποίηση της επίδικης παροχής υπηρεσιών χωρίς οποιαδήποτε δημοσιότητα.

118. Μπορεί βεβαίως να υφίστανται διαδικασίες προμήθειας για τις οποίες είναι επιτρεπτή η παράλειψη οποιασδήποτε δημοσιότητας, πλην όμως εν προκειμένω δεν υπήρχαν τέτοιες ακριβώς περιστάσεις ή τουλάχιστον δεν αποδείχθηκαν.

VI – Δικαστικά έξοδα

119. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ιρλανδία ηττήθηκε και η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, η Ιρλανδία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής. Το Βασίλειο των κάτω Χωρών, το οποίο άσκησε παρέμβαση, πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.

VII – Πρόταση

120. Κατόπιν όλων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο,

1)      να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, επιτρέποντας την εκ μέρους του Dublin City Council παροχή υπηρεσιών επείγουσας διακομιδής με ασθενοφόρα, χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως διαγωνισμού από την Eastern Regional Health Authority, μολονότι δεν υφίστατο καμία περίσταση επιτρέπουσα στην Ιρλανδία μια τέτοια μέθοδο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη,

2)      να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής,

3)      το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2 – Σημερινές, επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑507/03).


3 – Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑324/98 (Συλλογή 2000, σ. I‑10745).


4 – Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, C‑231/03 (Συλλογή 2005, σ. I‑7287).


5 – ΕΕ L 209, σ. 1.


6 – ΕΕ C 121, σ. 2.


7 – Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, 27/86 έως 29/86 (Συλλογή 1987, σ. 3347).


8 – Αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 2004, C‑126/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2004, σ. I‑11197, σκέψη 26), και της 3ης Μαρτίου 2005, C-414/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 11).


9 – Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, C‑264/03, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑8831, σκέψη 66).


10 – Οι προτάσεις μου της 12ης Απριλίου 2005 στην υπόθεση Coname (απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σημείο 81, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία.


11 – Αποφάσεις Coname (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 16, και Επιτροπή κατά Γαλλίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9), σκέψη 32.


12 – Απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2005, C‑84/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2005, σκέψη. I‑139, σκέψη 38 επ.).


13 – Αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1998, C‑158/96, Kohll (Συλλογή 1998, σ. I‑1931), της 12ης Ιουλίου 2001, C‑368/98, Vanbraekel κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑5363), της 12ης Ιουλίου 2001, C‑157/99, Smits και Peerbooms (Συλλογή 2001, σ. I‑5473), και της 13ης Μαΐου 2003, C‑385/99, Müller-Fauré και van Riet (Συλλογή 2003, σ. I‑4509).


14 – Οι προτάσεις μου στην υπόθεση Coname (απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σημείο 88 επ.


15 – Αποφάσεις της 6ης Απριλίου 2006, C‑410/04, ANAV (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 21), και της 13ης Οκτωβρίου 2005, C‑458/03, Parking Brixen (Συλλογή 2005, σ. I‑8612, σκέψη 49).


16 – Απόφαση Coname (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 21.


17 – Αποφάσεις ANAV (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 23, και Parking Brixen (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 52.


18 – Απόφαση Coname (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 21. Αυτό δείχνει επίσης η γαλλική απόδοση της αποφάσεως (un appel d’offres).


19 – Οι προτάσεις μου στην υπόθεση Coname (απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σημεία 69 επ.


20 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Coname (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σημείο 78.


21 – Δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη.


22 – Βλ. απλώς την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2005, C‑158/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, ΕΕ 2005, C 330, σ. 1).


23 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Coname (απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σημείο 97.


24 – Απόφαση Coname (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 20.


25 – Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9), σκέψη 69.


26 – Αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. 1637, σκέψη 7), της 29ης Οκτωβρίου 1998, C‑114/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1998, σ. I‑6717, σκέψη 34), και της 30ής Μαρτίου 2006, C‑451/03, Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45).


27 – Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1974, 2/74, Reyners (Συλλογή τόμος 1974, σ. 319, σκέψη 45), της 13ης Ιουλίου 1993, C‑42/92, Thijssen (Συλλογή 1993, σ. I‑4047, σκέψη 8), της 29ης Οκτωβρίου 1998, Επιτροπή κατά Ισπανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26), σκέψη 35, της 31ης Μαΐου 2001, C‑283/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I‑4363, σκέψη 20), και Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26), σκέψη 46.


28 – Βλ. απλώς τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1993, C‑19/92, Kraus (Συλλογή 1993, σ. I‑1663, σκέψη 32), της 30ής Νοεμβρίου 1995, C‑55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I‑4165, σκέψη 37), και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C‑243/01, Gambelli κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑13031, σκέψεις 64 επ).


29 – Βλ. απλώς την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2005, Επιτροπή κατά Ισπανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψη 35.


30 – Απόφαση Coname (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 23: «το γεγονός ότι ο comune di Cingia de Botti συμμετέχει με ποσοστό 0,97 % στο κεφάλαιο της Padania δεν συνιστά, αυτό και μόνο, μια από τις αντικειμενικές αυτές περιστάσεις».


31 – Βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1991, C‑41/90, Höfner και Elser (Συλλογή 1991, σ. I‑1979, σκέψη 29), της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C‑179/90, Merci Convenzionali Porto di Genova (Συλλογή 1991, σ. I‑5889, σκέψη 16), και της 17ης Νοεμβρίου 1992, C‑271/90, C‑281/90 και C‑289/90, Ισπανία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑5833, σκέψη 35 επ.).


32 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1993, C‑320/91, Corbeau (Συλλογή 1993, σ. I‑2533, σκέψη 16), και της 25ης Οκτωβρίου 2001, C‑475/99, Ambulanz Glöckner (Συλλογή 2001, σ. I‑8089, σκέψη 57).


33 – Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C‑157/94, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1997, σ. I‑5699, σκέψη 43).


34 – Όπ.π., σκέψη 37.


35 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Coname (απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σημείο 93, και τις επακόλουθες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 2ας Ιουνίου 2005 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2005, C–525/03, Συλλογή 2005, σ. I‑9405), σημείο 47.


36 – Άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/50, καθώς και άρθρο 31 της οδηγίας 2004/18.