62002J0047

Απόφαση του Δικαστηρίου της 30ης Σεπτεμβρίου 2003. - Albert Anker, Klaas Ras και Albertus Snoek κατά Bundesrepublik Deutschland. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht - Γερμανία. - Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων - .ρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ - Θέσεις απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση - Πλοίαρχοι αλιευτικών σκαφών - .σκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας επί του πλοίου - Θέσεις προοριζόμενες αποκλειστικά για τους υπηκόους του κράτους της σημαίας του πλοίου. - Υπόθεση C-47/02.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα I-10447


Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-47/02,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Albert Anker,

Klaas Ras,

Alvertus Snoek

και

Ομοσπονδιακής Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τη Wasser- und Schifffahrtsdirektion Nord,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, M. Wathelet (εισηγητή), R. Schintgen και C. W. A. Timmermans, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, P. Jann, Β. Σκουρή, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr, J. N. Cunha Rodrigues και A. Rosas, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl

γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον P. Slabschi, Rechtsanwalt,

- η καθής στην κύρια δίκη και η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενες από τους W.-D. Plessing και M. Lumma,

- η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Molde και J. Bering Liisberg,

- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την C. Bergeot-Nunes,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους D. Martin και H. Kreppel,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των προσφευγόντων στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενων από τον P. Slabschi, της καθής στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενης από την B. Karsten, Regierungsrδtin, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον M. Lumma, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον G. de Bergues και την C. Bergeot-Nunes, και της Επιτροπή, εκπροσωπούμενης από την I. Matνnez del Peral και τον H. Kreppel, κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2003,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2003,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 2002, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Φεβρουαρίου 2002, το Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht (Γερμανία) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ.

2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των A. Anker, K. Ras και A. Snoek, ολλανδικής ιθαγένειας, και της Wasser- und Schifffahrtsdirektion Nord (διεύθυνση ναυσιπλοας και θαλάσσιων μεταφορών του Βορρά) σχετικά με την πρόσβαση στη θέση του πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους φέροντος γερμανική σημαία.

Το νομικό πλαίσιο

Οι κοινοτικές διατάξεις

3 Το άρθρο 39 ΕΚ προβλέπει τα εξής:

«1. Εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας.

2. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.

3. Με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει το δικαίωμά τους:

α) να αποδέχονται κάθε πραγματική προσφορά εργασίας,

β) να διακινούνται ελεύθερα για το σκοπό αυτόν εντός της επικρατείας των κρατών μελών,

γ) να διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη με το σκοπό να ασκούν εκεί ορισμένη εργασία σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν την απασχόληση των εργαζομένων υπηκόων αυτού του κράτους μέλους,

δ) να παραμένουν στην επικράτεια ενός κράτους μέλους και μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας, κατά τους όρους που θα αποτελέσουν αντικείμενο κανονισμών εφαρμογής που θα εκδώσει η Επιτροπή.

4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση.»

Οι διατάξεις του διεθνούς δικαίου

4 Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, η οποία υπεγράφη στο Montego Bay στις 10 Δεκεμβρίου 1982, περιλαμβάνει στο μέρος VII, υπό τον τίτλο «Διεθνή ύδατα», τμήμα Ι, υπό τον τίτλο «Γενικές διατάξεις», όπου εντάσσονται τα άρθρα 86 έως 115, γενικές διατάξεις σχετικά με τη ναυσιπλοα στην ανοικτή θάλασσα.

5 Τα άρθρα 91, παράγραφος 1, 92, παράγραφος 1, 94, παράγραφοι 1 έως 3, και 97, παράγραφοι 1 και 2, της Συμβάσεως αυτής προβλέπουν ιδίως τα εξής:

«Άρθρο 91

Εθνικότητα των πλοίων

1. Κάθε κράτος καθορίζει τους όρους για τη χορήγηση της εθνικότητάς του σε πλοία, για τη νηολόγηση πλοίων στην επικράτειά του και για το δικαίωμα να φέρουν τη σημαία του. Τα πλοία έχουν την εθνικότητα του κράτους τη σημαία του οποίου δικαιούνται να φέρουν. Πρέπει να υπάρχει πραγματικός δεσμός ανάμεσα στο κράτος και στο πλοίο.

[...]

Άρθρο 92

Νομική κατάσταση των πλοίων

1. Τα πλοία πλέουν με τη σημαία ενός μόνον κράτους και εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται ρητά σε διεθνείς συνθήκες ή σε αυτή τη σύμβαση, υπόκεινται στην αποκλειστική του δικαιοδοσία στην ανοικτή θάλασσα. [...]

[...]

Άρθρο 94

Υποχρεώσεις του κράτους της σημαίας

1. Κάθε κράτος θα ασκεί αποτελεσματικά τη δικαιοδοσία και τον έλεγχό του σε διοικητικά, τεχνικά και κοινωνικά θέματα πάνω στα πλοία που φέρουν τη σημαία του.

2. Ειδικότερα, κάθε κράτος θα πρέπει:

[...]

β) να ενασκεί τη δικαιοδοσία του, δυνάμει του εσωτερικού του δικαίου, επί κάθε πλοίου που φέρει τη σημαία του καθώς επίσης και του πλοιάρχου, των αξιωματικών και του πληρώματος αυτού, αναφορικά με τα διοικητικά, τεχνικά και κοινωνικά θέματα που αφορούν το πλοίο.

3. Κάθε κράτος πρέπει να παίρνει τα απαραίτητα μέτρα για τα πλοία που φέρουν τη σημαία του, ώστε με αυτά να εξασφαλίζεται η ασφάλεια στη θάλασσα [...].

[...]

Άρθρο 97

Ποινική δικαιοδοσία σε περίπτωση σύγκρουσης ή κάθε άλλου επεισοδίου κατά τη ναυσιπλοα στα διεθνή ύδατα

1. Σε περίπτωση σύγκρουσης ή κάθε άλλου θαλάσσιου επεισοδίου κατά τη ναυσιπλοα στα διεθνή ύδατα που επισύρει την ποινική ή πειθαρχική ευθύνη του πλοιάρχου ή κάθε άλλου μέλους του πληρώματος, καμία ποινική ή πειθαρχική δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί εναντίον αυτού παρά μόνον ενώπιον των δικαστικών ή διοικητικών αρχών είτε του κράτους της σημαίας είτε του κράτους του οποίου την υπηκοότητα έχει ο ενδιαφερόμενος.

2. Στον πειθαρχικό τομέα, το κράτος το οποίο χορήγησε το δίπλωμα του πλοιάρχου ή το πιστοποιητικό ναυτικής ικανότητας ή την άδεια ασκήσεως είναι το μόνο αρμόδιο [...] για την αφαίρεση των πιστοποιητικών αυτών, ακόμη και αν ο κάτοχος δεν είναι υπήκοος του κράτους που τα χορήγησε.

[...]»

Οι εθνικές διατάξεις

6 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του Schiffsbesetzungsverordnung (κανονισμού περί των πληρωμάτων των πλοίων), της 26ης Αυγούστου 1998 (BGBl. I, σ. 2577), όπως τροποποιήθηκε με τον Verordnung της 29ης Οκτωβρίου 2001 (BGBl. I, σ. 2785), προβλέπει τα εξής:

«Ανεξαρτήτως της μικτής χωρητικότητας του πλοίου, ο πλοίαρχος πρέπει να είναι Γερμανός υπήκοος κατά την έννοια του Grundgesetz [θεμελιώδους νόμου] και κάτοχος γερμανικού πιστοποιητικού ναυτικής ικανότητας.»

7 Η εκπαίδευση των αξιωματικών των πλοίων, καθώς και η χορήγηση πιστοποιητικών επαγγελματικής ικανότητας, διέπονται από τον Schiffsoffizier-Ausbildungsverordnung (κανονισμό περί της εκπαιδεύσεως των αξιωματικών των πλοίων), της 11ης Φεβρουαρίου 1985 (BGBl. I, σ. 323), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον προμνημονευθέντα Verordnung της 29ης Οκτωβρίου 2001, (στο εξής: SchOffzAusbV).

8 Τα πιστοποιητικά ναυτικής ικανότητας τα οποία αποκτώνται σε άλλο κράτος μέλος ή σε κράτος μέλος του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου από τους υπηκόους ενός των κρατών αυτών αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα με τα γερμανικά πιστοποιητικά δυνάμει του άρθρου 21 bis, παράγραφος 1, του SchOffzAusbV, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16), ή στην οδηγία 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48 (ΕΕ L 209, σ. 25). Ειδικότερα, αν πρόκειται για δραστηριότητα πλοιάρχου, το άρθρο 21 bis, παράγραφος 2, του SchOffzAusbV απαιτεί την προσκόμιση της αποδείξεως ότι ο ενδιαφερόμενος υποβλήθηκε με επιτυχία στη δοκιμασία ικανότητας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 89/48 ή στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 92/51. Σύμφωνα με το άρθρο 21 quater του SchOffzAusbV, η Wasser- und Schifffahrtsdirektion Nord χορηγεί, κατόπιν αιτήσεως, βεβαίωση αναφορικά με τα προσόντα τα οποία αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα κατά το άρθρο 21 bis, παράγραφος 1, του SchOffzAusbV.

9 Ωστόσο, ο τίτλος που αναγνωρίζεται ως ισοδύναμος, σύμφωνα με το άρθρο 21 bis του SchOffzAusbV, δεν παρέχει στα μη έχοντα τη γερμανική ιθαγένεια πρόσωπα κατά την έννοια του Grundgesetz το δικαίωμα να κυβερνούν πλοία φέροντα γερμανική σημαία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 24 του SchOffzAusbV:

«Είναι δυνατό να επιτρέπεται η χορήγηση πιστοποιητικού ικανότητας σε πρόσωπα μη έχοντα τη γερμανική ιθαγένεια κατά την έννοια του Grundgesetz, τα οποία όμως πληρούν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πιστοποιητικού ικανότητας (άρθρο 7). Στην περίπτωση αυτή, το πιστοποιητικό ναυτικής ικανότητας δεν περιλαμβάνει την άδεια διακυρβερνήσεως πλοίου υπό γερμανική σημαία. Η ένδειξη αυτή πρέπει να εμφαίνεται στο πιστοποιητικό ικανότητας [...]».

10 Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 106 του Seemannsgesetz (νόμου περί ναυτικών), της 26ης Ιουλίου 1957 (BGBl. II, σ. 713), όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένα (στο εξής: SeemG):

«1) Ο πλοίαρχος είναι ο προϋστάμενος όλων των μελών του πληρώματος (άρθρο 3) και των λοιπών εργαζομένων στο πλοίο προσώπων (άρθρο 7). Είναι περιβεβλημένος με την ανώτατη εξουσία.

2) Ο πλοίαρχος φροντίζει για τη διατήρηση της τάξεως και της ασφάλειας στο πλοίο και έχει το δικαίωμα να λαμβάνει τα προς τούτο αναγκαία μέτρα στο πλαίσιο των ακολούθων διατάξεων και της ισχύουσας νομοθεσίας.

3) Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου για τα πρόσωπα ή το πλοίο, ο πλοίαρχος μπορεί να επιβάλει την εφαρμογή των δοθεισών εντολών για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, εν ανάγκη με την επιβολή των αναγκαίων κατασταλτικών μέτρων· επιτρέπεται η προσωρινή κράτηση. Είναι δυνατός ο περιορισμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 2, παράγραφος 2, περίοδοι 1 και 2, και 13, παράγραφοι 1 και 2, του Grundgesetz. Επιλέγονται κατά το δυνατό τα μέτρα τα οποία θίγουν λιγότερο τους ενδιαφερομένους.

4) Τα μέτρα φυσικού καταναγκασμού και η προσωρινή κράτηση επιτρέπονται μόνον αν άλλα μέσα φαίνονται εκ των προτέρων ή αποδεικνύονται ανεπαρκή. Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται μόνο στον βαθμό που απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του πλοιάρχου στα οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 2 και 3.

5) Αν ο πλοίαρχος δεν είναι σε θέση να ασκήσει ο ίδιος τις εξουσίες στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 1 έως 4, μπορεί να αναθέσει την άσκησή τους στον υποπλοίαρχο ή στον πρώτο μηχανικό, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. [...]

[...]»

11 Σύμφωνα με το άρθρο 115 του SeemG, η μη τήρηση των εντολών του πλοιάρχου επισύρει ποινικές κυρώσεις, όταν οι εντολές αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κινδύνων που απειλούν τα πρόσωπα, το πλοίο ή το φορτίο του, στην αποφυγή δυσανάλογων ζημιών, στην αποτροπή σημαντικής διαταραχής στη λειτουργία του πλοίου, στην τήρηση των δημοσίου δικαίου διατάξεων αναφορικά με τη ναυσιπλοα και στη διατήρηση της τάξεως και της ασφάλειας επί του σκάφους. Η κατάχρηση των εξουσιών αυτών επισύρει επίσης ποινικές κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 117, σε συνδυασμό με το άρθρο 115, παράγραφος 4, του SeemG.

12 Πολλές διατάξεις του γερμανικού δικαίου απονέμουν στους πλοιάρχους των υπό γερμανική σημαία πλοίων αρμοδιότητες ληξιάρχου.

13 Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, του Verordnung zur Ausfόhrung des Personenstandsgesetzes (κανονισμού εφαρμογής του νόμου περί οικογενειακής καταστάσεως), της 12ης Αυγούστου 1957 (BGBl. I, σ. 1139), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον Verordnung της 17ης Δεκεμβρίου 2001 (BGBl. I, σ. 3752, στο εξής: PersStdGAV), η γέννηση ή ο θάνατος προσώπου κατά τον πλουν επί γερμανικού πλοίου πρέπει να διαπιστώνονται από αρμόδιο υπάλληλο του ληξιαρχείου Berlin I. Κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, η γέννηση ή ο θάνατος πρέπει να κοινοποιούνται στον πλοίαρχο το αργότερο την επαύριο της επελεύσεως. Αν το πρόσωπο που έχει την υποχρέωση να προβεί στη σχετική δήλωση περατώνει το ταξίδι του πριν από την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας, η κοινοποίηση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί ενώ το πρόσωπο αυτό βρίσκεται ακόμη επί του πλοίου. Κατά την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, ο πλοίαρχος συντάσσει πρακτικό της δηλώσεως γεννήσεως ή θανάτου το οποίο στη συνέχεια οφείλει να διαβιβάσει στο πλησιέστερο γραφείο καταχωρίσεως συμβάντων ναυσιπλοας.

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

14 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη απασχολούνται ως ναυτικοί σε μικρά αλιευτικά σκάφη υπό γερμανική σημαία τα οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους στην ανοικτή θάλασσα. Είναι κάτοχοι του «Diploma voor de Zeevisvaart SW V» (ολλανδικό δίπλωμα ναυσιπλοας αλιευτικών σκαφών), το οποίο, κατά το ολλανδικό δίκαιο, παρέχει το δικαίωμα διακυβερνήσεως πλοίων της κατηγορίας εκείνων στα οποία οι προσφεύγοντες απασχολούνται σήμερα.

15 Στις 30 Σεπτεμβρίου 1998, η Wasser- und Schifffahrtsdirektion Nord χορήγησε στον K. Ras την άδεια ασκήσεως των καθηκόντων πρώτου αξιωματικού ή πρώτου μηχανικού σε αλιευτικά σκάφη υπό γερμανική σημαία. Με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 1998, ο K. Ras ζήτησε, βάσει του άρθρου 21 quater του SchOffzAusbV, ευρύτερο πιστοποιητικό ναυτικής ικανότητας το οποίο του επιτρέπει να ασκεί επίσης τα καθήκοντα του πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους υπό γερμανική σημαία. Με απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1998, η Wasser- und Schifffahrtsdirektion Nord απέρριψε το αίτημα αυτό, το οποίο θεώρησε ως διοικητική ένσταση.

16 Επιπλέον, με αποφάσεις της 30ής Ιουλίου 1999, η Wasser- und Schifffahrtdirektion Nord απέρριψε επίσης τις παρόμοιες αιτήσεις που υπέβαλαν στις 16 Μαρτίου 1999 ο A. Anker και ο A. Snoek με σκοπό να τους χορηγηθεί άδεια ασκήσεως των καθηκόντων πλοιάρχου, πρώτου αξιωματικού ή πρώτου μηχανικού επί αλιευτικών σκαφών υπό γερμανική σημαία, καθ' ο μέτρο οι αιτήσεις αυτές αφορούσαν τα καθήκοντα πλοιάρχου. Οι διοικητικές ενστάσεις που υπέβαλαν ο A. Anker και ο A. Snoek κατά των αποφάσεως αυτών απερρίφθησαν με απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 1999.

17 Η Wasser- und Schifffahrtsdirektion Nord στηρίχθηκε ειδικότερα στο άρθρο 106, παράγραφοι 2 και 3, του SeemG και στο άρθρο 24, δεύτερη περίοδος, του SchOffzAusbV.

18 Οι προσφυγές που ασκήθηκαν κατά των απορριπτικών αποφάσεων της Wasser- und Schifffahrtdirektion Nord απερρίφθησαν για τους ίδιους λόγους με αποφάσεις του Verwaltungsgericht (διοικητικό δικαστήριο) της 14ης Νοεμβρίου 2000. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η δραστηριότητα του πλοιάρχου συνεπάγεται την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ.

19 Με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2001, το Schleswig-Holsteinischen Oberverwaltungsgerichts επέτρεψε στους προσφεύγοντες στην κύρια δίκη να ασκήσουν έφεση κατά των αποφάσεων του Verwaltungsgericht.

20 Ενώπιον του Oberverwaltungsgericht, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη αμφισβήτησαν την έναντι αυτών εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ, το οποίο, ως διάταξη εισάγουσα εξαίρεση, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνον όταν η οικεία θέση απασχολήσεως προϋποθέτει ειδική σύνδεση του κατόχου της με το κράτος, η οποία πρέπει να εξασφαλίζεται με τον δεσμό της ιθαγένειας. Τέτοιος δεσμός υφίσταται μόνον όταν η θέση απασχολήσεως συνεπάγεται κατά τρόπο χαρακτηριστικό την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας και όταν στον κάτοχό της ανατίθενται καθήκοντα γενικού κρατικού συμφέροντος. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές και δεν πληρούνται στην περίπτωση του πλοιάρχου αλιευτικού πλοίου. Έστω και αν υφίστανται περιπτώσεις στις οποίες οι πλοίαρχοι ασκούν αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας, οι αρμοδιότητες αυτές είναι δευτερεύουσας σημασίας και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αποτελούν τον πυρήνα των δραστηριοτήτων τους.

21 Πέραν αυτού, ενώ δεν υφίσταται κανένας περιορισμός συνδεόμενος με την ιθαγένεια στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών, το άρθρο 3 του Luftverkehrs-Ordnung (κανονισμός περί αεροπορικών μεταφορών), της 10ης Αυγούστου 1963 (BGBl. I, σ. 652), όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένα, αναθέτει εκτεταμένες αρμοδιότητες και καθήκοντα στους κυβερνήτες αεροσκαφών, που βαίνουν ακόμη και πέραν εκείνων των πλοιάρχων.

22 Κατά την καθής στην κύρια δίκη, οι αναγνωριζόμενες στον πλοίαρχο αρμοδιότητες από το άρθρο 106 του SeemG εμπίπτουν στη δημόσια διοίκηση και αποτελούν έκφραση του «genuine link» που καθιερώνει το κράτος της σημαίας μεταξύ του πλοίου και του κράτους. Η καθής αναφέρεται συναφώς στο άρθρο 94 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας.

23 Κατά την άποψη της καθής, οι αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας του πλοιάρχου δεν απορρέουν από γενικές αρχές του ιδιωτικού δικαίου. Ο πλοίαρχος δεν φροντίζει μόνο να εξασφαλίζει επί του πλοίου την τάξη και την ασφάλεια για τις προσωπικές του ανάγκες, αλλά ενεργεί για την υπεράσπιση νομικώς προστατευομένων συμφερόντων, ενδεχομένως παραβλέποντας τα προσωπικά του συμφέροντα.

24 Η καθής στην κύρια δίκη επικαλείται επίσης τα καθήκοντα ληξιάρχου τα οποία ασκεί ο πλοίαρχος σε περίπτωση γεννήσεως ή θανάτου επί του πλοίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 45, παράγραφος 3, του PersStdGAV.

25 Το Oberverwaltungsgericht αμφιβάλλει αν το άρθρο 24, δεύτερη περίοδος, του SchOffzAusbV είναι συμβατό με το άρθρο 39 ΕΚ, προκειμένου ιδίως για μικρά σκάφη τα οποία αλιεύουν την ανοικτή θάλασσα.

26 Επισημαίνει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια θέση απασχολήσεως εμπίπτουσα στη δημόσια διοίκηση προϋποθέτει την ύπαρξη ιδιαίτερης σχέσεως αλληλεγγύης μεταξύ του κατόχου της και του κράτους, στην εξασφάλιση της οποίας αποσκοπεί ακριβώς ο δεσμός της ιθαγένειας (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1980, 149/79, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 537). Αυτό δεν συμβαίνει όμως, κατά την άποψη του Oberverwaltungsgericht, όσον αφορά τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στους τομείς των θαλάσσιων και των αεροπορικών μεταφορών, οι οποίες απέχουν πολύ από τις ειδικές δραστηριότητες της δημόσιας διοικήσεως και δεν συνεπάγονται καμία συμμετοχή, άμεση ή έμμεση, στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας και στις αρμοδιότητες που έχουν ως αντικείμενο τη διασφάλιση των γενικών συμφερόντων του κράτους ή των λοιπών δημόσιων οργανισμών.

27 Το Oberverwaltungsgericht εκτιμά ότι υφίσταται αμφιβολία ως προς το αν τα καθήκοντα που αναθέτει το άρθρο 106 του SeemG είναι φύσεως τέτοιας ώστε να συνεπάγονται κατά τρόπο γενικό την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας ή αν, αντιθέτως, προκύπτουν κυρίως από τις γενικές υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν άλλοτε από το αστικό δίκαιο - δεδομένου ότι ο πλοίαρχος είναι ο επί του πλοίου εκπρόσωπος του εφοπλιστή, για λογαριασμό του οποίου ασκεί τα δικαιώματα που προκύπτουν από τις συμβάσεις ναυτολογήσεως μελών του πληρώματος -, άλλοτε από το ποινικό δίκαιο - δεδομένου ότι ο πλοίαρχος έχει θέση εγγυητή σε περίπτωση επικίνδυνης καταστάσεως.

28 Το Oberverwaltungsgericht παρατηρεί ότι, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 106 του SeemG καλύπτει πολύ περιορισμένο μέρος των δραστηριοτήτων ενός πλοιάρχου. Η κύρια δραστηριότητα του πλοιάρχου συνίσταται στη διακυβέρνηση του πλοίου, καθώς και στη διαχείριση του προσωπικού. Ο πλοίαρχος ασκεί συναφώς, καθήκοντα διεπόμενα από το αστικό και το εργατικό δίκαιο, καθήκοντα τα οποία ασκούν συνήθως οι προϋστάμενοι επιχειρήσεων ή οι διευθυντές εργοστασίων.

29 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Συνάδουν με το άρθρο 39 ΕΚ οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους οι οποίες επιβάλλουν στον ενδιαφερόμενο για την άσκηση της έμμισθης δραστηριότητας του πλοιάρχου σε μικρό αλιευτικό πλοίο, το οποίο φέρει τη σημαία του εν λόγω κράτους μέλους και ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της "μικρής ναυσιπλοας" (Kleine Seeschifffahrt), την υποχρέωση να έχει την ιθαγένεια - εν προκειμένω τη γερμανική - του κράτους της σημαίας;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

30 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τις θέσεις πλοιάρχου σε αλιευτικά σκάφη φέροντα τη σημαία του τα οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» (Kleinen Seeschifffahrt).

Παρατηρήσεις υποβληθείσες στο Δικαστήριο

31 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη υποστηρίζουν ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.

32 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη επισημαίνουν εκ προοιμίου ότι οι A. Anker και A. Snoek έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ. Αν η ιδιότητα αυτή αμφισβητηθεί όσον αφορά τον K. Ras, ο οποίος είναι μειοψηφών εταίρος της εταιρίας Zeevisserijbedrijf Ras BV και μόνος μέτοχος της εταιρίας Seefischereibetrieb SC-25 GmbH, η οποία εκμεταλλεύεται το αλιευτικό σκάφος επί του οποίου ο K. Ras ασκεί τη δραστηριότητά του, ο εν λόγω προσφεύγων, εφόσον δεν θεωρηθεί ως μισθωτός εργαζόμενος, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ανεξάρτητος εργαζόμενος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 43 ΕΚ και να εξεταστεί αν η δραστηριότητα του πλοιάρχου σκάφους όπως αυτό επί του οποίου ο K. Ras ασκεί τη δραστηριότητά του μπορεί εγκύρως να καλύπτεται από την εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 45, πρώτο εδάφιο, ΕΚ. Συναφώς, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη υποστηρίζουν ότι, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της εν λόγω διατάξεως, η έννοια της «δημοσίας εξουσίας», κατά το άρθρο 45, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, είναι περισσότερο περιορισμένη από τον όρο «δημόσια διοίκηση», στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ.

33 Κατά τους προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, η δραστηριότητα του πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους δεν εμπίπτει στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ. Η κοινοτική έννοια της δημοσίας διοικήσεως πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να ερμηνεύεται συσταλτικά ως εξαίρεση από θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για τη διασφάλιση των συμφερόντων που το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να προστατεύουν (βλ., ιδίως, την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, 225/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 2625, σκέψη 7). Ο όρος αυτός πρέπει να εκλαμβάνεται υπό λειτουργική έννοια: σημαντικό είναι να συνδέεται η οικεία δραστηριότητα κατά τρόπο χαρακτηριστικό με αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας· συγχρόνως, ο κάτοχος της οικείας θέσεως απασχολήσεως πρέπει να είναι περιβεβλημένος με την ευθύνη της διασφαλίσεως των γενικών συμφερόντων του κράτους (βλ. την προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 12).

34 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη προσθέτουν ότι δεν αρκεί ο κάτοχος της οικείας θέσεως απασχολήσεως να ασκεί ευκαιριακά αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας: η άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών θα πρέπει να αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο της δραστηριότητάς του (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie-Blum, Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψεις 26 έως 28, και την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1991, C-4/91, Bleis, Συλλογή 1991, σ. Ι-5627, σκέψη 7).

35 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη υποστηρίζουν ότι, εν προκειμένω, οι εθνικές γερμανικές διατάξεις ουδεμία αρμοδιότητα δημόσιας εξουσίας απονέμουν στον πλοίαρχο. Οι εξουσίες που ο πλοίαρχος αντλεί από το άρθρο 106 του SeemG αποτελούν την έκφραση γενικών υποχρεώσεων του αστικού και του ποινικού δικαίου, προσαρμοσμένων στην κατάσταση ενός πλοίου. Επιπλέον, οι συνθήκες τις οποίες ένα πλοίο πρέπει να αντιμετωπίσει σε περίπτωση κινδύνου περιορίστηκαν σημαντικά λόγω, ιδίως, του εκσυγχρονισμού των μέσων επικοινωνίας και της μειώσεως του χρόνου παραμονής στη θάλασσα, ο οποίος περιορίζεται στις εργάσιμες ημέρες όσον αφορά τα μικρά αλιευτικά σκάφη τα οποία, επιπλέον, αλιεύουν πάντοτε πλησίον των ακτών.

36 Ο πυρήνας των καθηκόντων του πλοιάρχου είναι η διακυβέρνηση του πλοίου και η διεύθυνση του πληρώματος. Πρόκειται για καθήκοντα εμπίπτοντα στο αστικό και στο εργατικό δίκαιο, τα οποία ασκούν συνήθως οι προϋστάμενοι επιχειρήσεων ή οι διευθυντές εργοστασίων. Επιπλέον, ο πλοίαρχος απασχολείται σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος με την αλιεία και με την επεξεργασία των αλιευμάτων.

37 Τέλος, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη προβάλλουν ότι, στις σκέψεις 34 και 35 της αποφάσεως της 2ας Ιουλίου 1996, C-290/94, Επιτροπή κατά Ελλάδος(Συλλογή 1996, σ. Ι-3285), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι θαλάσσιες και οι αεροπορικές μεταφορές δεν αποτελούν τομείς στους οποίους ασκείται ιδιαίτερη δραστηριότητα της διοικήσεως. Αυτό σημαίνει ότι οι τομείς αυτοί εμπίπτουν a priori στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και ότι απόκειται στις εθνικές αρχές να αποδείξουν, για ορισμένες θέσεις απασχολήσεως, ότι πληρούνται στην πραγματικότητα οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ [βλ. τα σημεία 110 έως 113 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Lιger στην υπόθεση C-473/93, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (απόφαση της 2ας Ιουλίου 1996, Συλλογή 1996, σ. Ι-3207)]. Η καθής στην κύρια δίκη δεν προσκόμισε όμως την εν λόγω απόδειξη προκειμένου για τη θέση πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους.

38 Η Γερμανική, η Δανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, εκτιμούν ότι οι θέσεις πλοιάρχου σε πλοία φέροντα τη σημαία κράτους μέλους τα οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ, να προορίζονται αποκλειστικά για τους υπηκόους αυτού του κράτους μέλους καθ' ο μέτρο οι κάτοχοί τους, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους και με πολλές διεθνείς πράξεις, όπως η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, ενδέχεται να ασκούν καθήκοντα τα οποία εμπίπτουν στην «δημόσια διοίκηση» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, όπως αυτή ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, και αφορούν τη διατήρηση της ασφάλειας και την άσκηση αστυνομικών αρμοδιοτήτων, καθώς και την έκδοση ληξιαρχικών πράξεων.

39 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι, κατά τα συνήθως συμβαίνοντα στη θαλάσσια αλιεία, δεν υφίσταται πάντοτε πεδίο ασκήσεως αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας δεν σημαίνει ότι τα μέτρα που θα μπορούσε να λάβει ενδεχομένως ο πλοίαρχος δεν έχουν τέτοιο χαρακτήρα. Επιπλέον, ένα αλιευτικό σκάφος το οποίο ασκεί τις δραστηριότητές του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» δεν υπόκειται κατ' αρχήν σε περιορισμούς ναυσιπλοας και επομένως δεν αποκλείεται να μπορεί να ασκήσει τις δραστηριότητές του εκτός των χωρικών υδάτων του κράτους της σημαίας ή των υδάτων που βρίσκονται πλησίον των ακτών του κράτους αυτού.

40 Η Δανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι εφόσον η θέση πλοιάρχου συνεπάγεται την επί του πλοίου άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας οι οποίες αντιστοιχούν, επί της ξηράς, προς εκείνες της αστυνομίας, ιδίως των αρμοδιοτήτων κρατήσεως υπόπτων και λήψεως κατασταλτικών μέτρων, συντρέχει άμεση συμμετοχή του πλοιάρχου στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η διατήρηση της τάξεως και της ασφαλείας συνιστά καθήκον του οποίου η άσκηση προϋποθέτει, εκ μέρους του δικαιούχου, την ύπαρξη ιδιαίτερης σχέσεως αλληλεγγύης έναντι του κράτους, που καλύπτεται από το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ.

41 Το γεγονός ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης πρόκειται για πλοία μικρού μεγέθους δεν συνεπάγεται, κατά τη Δανική Κυβέρνηση, κανένα περιορισμό του δικαιώματος του κράτους μέλους να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τις θέσεις πλοιάρχου στα πλοία που φέρουν τη σημαία του. Συγκεκριμένα, οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να καταστεί αναγκαία η άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας από τους πλοιάρχους θα μπορούσαν να ανακύψουν σε κάθε τύπο πλοίου και ανά πάσα στιγμή.

42 Η Δανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι το γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν έκανε χρήση της δυνατότητα να προορίσει αποκλειστικά για τους υπηκόους του ανάλογες θέσεις απασχολήσεως στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ παρέχει στα κράτη μέλη απλώς την ευχέρεια να προορίζουν αποκλειστικά για τους υπηκόους τους τις θέσεις απασχολήσεως στις οποίες αναφέρεται.

43 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, οι πλοίαρχοι ασκούν προφανώς καθήκοντα συνεπαγόμενα την άσκηση δημόσιας εξουσίας, καθήκοντα τα οποία δεν μπορούν να συγχέονται με τις υποχρεώσεις που υπέχει κάθε πολίτης, κάθε προϋστάμενος επιχειρήσεως ή διευθυντής εργοστασίου, ή ακόμη κάθε κυβερνήτης αεροσκάφους. Το αυτό ισχύει έστω και αν τα καθήκοντα ασκούνται εντός ιδιωτικών επιχειρήσεων, εφόσον οι ειδικές δραστηριότητες της δημόσιας διοικήσεως ασκούνται, δι' αναθέσεως, για λογαριασμό του κράτους και όχι του εργοδότη.

44 Η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρεται, κατ' αναλογία, σε ορισμένες διατάξεις του γαλλικού αστικού κώδικα και του πειθαρχικού και ποινικού κώδικα του γαλλικού εμπορικού ναυτικού, οι οποίες αναθέτουν στον πλοίαρχο άλλοτε καθήκοντα «ληξιάρχου», άλλοτε πραγματικές αστυνομικές αρμοδιότητες διά της ασκήσεως των οποίων μετέχει στη δημόσια δικαστική εξουσία. Επισημαίνει ότι οι αρμοδιότητες αυτές βαίνουν κατά πολύ πέραν εκείνων τις οποίες απονέμει το άρθρο 73 του γαλλικού κώδικα ποινικής δικονομίας σε κάθε πρόσωπο σε περίπτωση κατάφωρου εγκλήματος ή αδικήματος. Συγκεκριμένα, από την εν λόγω διάταξη απορρέει ότι ναι μεν κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συλλάβει τον δράστη αυτόφωρου εγκλήματος ή αδικήματος, αλλά οφείλει να τον οδηγήσει στον πλησιέστερο αξιωματικό της δικαστικής αστυνομίας, ο οποίος έχει την εξουσία συλλήψεως και φυλακίσεως.

45 Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί επίσης την εξομοίωση των αρμοδιοτήτων των πλοιάρχων προς τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν οι προϋστάμενοι επιχειρήσεως και οι διευθυντές εργοστασίου όσον αφορά τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την εξασφάλιση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων τους. Συγκεκριμένα, αντίθετα προς τα ισχύοντα για τον πλοίαρχο, ένας προϋστάμενος επιχειρήσεως δεν έχει την εξουσία να προβεί στη σύλληψη ενός των υπαλλήλων του ούτε να τον περιορίσει εντός ορισμένου χώρου, δεδομένου ότι έχει τη δυνατότητα να αποταθεί στη δημόσια εξουσία.

46 Ομοίως, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, οι εξουσίες που παραχωρούνται στους κυβερνήτες αεροσκαφών δεν μπορούν να παραβληθούν προς τις αρμοδιότητες των πλοιάρχων, δεδομένου ότι ο κυβερνήτης αεροσκάφους διαθέτει εξουσίες αντίστοιχες προς εκείνες κάθε πολίτη ενώπιον μιας απειλής.

47 Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι το γεγονός ότι οι πλοίαρχοι ασκούν σπανίως τις εμπίπτουσες στη δημόσια εξουσία αρμοδιότητές τους δεν επηρεάζει τη συμπερίληψη της οικείας θέσεως απασχολήσεως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στις θέσεις απασχολήσεως «που συνεπάγονται συμμετοχή, άμεση ή έμμεση, στην άσκηση της δημοσίας εξουσίας και στα καθήκοντα που έχουν ως αντικείμενο τη διασφάλιση των γενικών συμφερόντων του κράτους ή των άλλων δημοσίων οργανισμών» (προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 10). Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι η οικεία θέση απασχολήσεως «ενέχει» αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας είναι επαρκές για να εμπίπτει η θέση αυτή στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ. Επιπλέον, οσάκις το απαιτούν οι περιστάσεις, η άσκηση των αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας αποτελεί συγκεκριμένη αναγκαιότητα και δεν μπορεί να ανατεθεί σε άλλο μέλος του πληρώματος, διότι σε τέτοια περίπτωση ο πλοίαρχος θα εστερείτο μεγάλου μέρους των εξουσιών του.

48 Επικουρικώς, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τις θέσεις πλοιάρχου βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 3, ΕΚ. Συγκεκριμένα, λόγω της συμμετοχής τους στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας, οι θέσεις αυτές εμπίπτουν στις εξαιρέσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που συνδέονται με τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια.

49 Η Επιτροπή υπογραμμίζει κατ' αρχάς ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν όλοι οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να θεωρούνται εργαζόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ.

50 Επισημαίνει στη συνέχεια ότι ένα πλοίο το οποίο φέρει τη σημαία κράτους μέλους θεωρείται βέβαια ότι αποτελεί μέρος του εδάφους του κράτους αυτού, αλλά όταν το πλοίο απομακρυνθεί από τις ακτές, το εν λόγω κράτος δεν είναι κανονικά σε θέση να παρέμβει με τα ασκούντα δημόσια εξουσία όργανά του για να διασφαλίσει τα γενικά συμφέροντα ή τα συμφέροντα του δημοσίου. Το κράτος της σημαίας παρέχει επίσης στον πλοίαρχο την εξουσία να ασκεί, ως εκπρόσωπος του Δημοσίου, διάφορες αρμοδιότητες αποσκοπούσες στη διασφάλιση των εν λόγω γενικών συμφερόντων, που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία ή σε διεθνείς πράξεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν δυνατό να γίνει εγκύρως επίκληση του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ.

51 Η απόφαση της 31ης Μαου 2001, C-283/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. Ι-4363, σκέψη 25), η οποία αφορούσε ορκωτούς ιδιωτικούς φύλακες, δεν μπορεί να ανασκευάσει την ανάλυση αυτή, δεδομένου ότι αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας ανατίθενται ακριβώς στους πλοιάρχους προς διασφάλιση των γενικών συμφερόντων του κράτους.

52 Πάντως, ένας ιδιώτης κατέχει θέση απασχολήσεως εμπίπτουσα στη δημόσια διοίκηση, κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ, μόνον αν τα όργανα της δημόσιας εξουσίας τα οποία ανήκουν θεσμικά στη δημόσια διοίκηση δεν έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν ή μπορούν να το πράξουν δυσχερώς. Μόνη η απονομή αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας δεν αρκεί συνεπώς για να είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ. Πρέπει επιπλέον να μην μπορεί να παρέμβει κανένα όργανο της δημόσιας εξουσίας για να ρυθμίσει ενδεχόμενη σύγκρουση.

53 Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, το κατά πόσον οι ανατεθείσες αρμοδιότητες υπερβαίνουν εκείνες τις οποίες διαθέτει, δυνάμει του αστικού και του ποινικού δικαίου, κάθε ιδιοκτήτης, κάθε εργοδότης ή κάθε πολίτης πρέπει να εκτιμηθεί βάσει του εθνικού δικαίου και να κριθεί από το αιτούν δικαστήριο. Στην περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτό ότι οι αρμοδιότητες αυτές εμπίπτουν στη δημόσια εξουσία, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η προσφυγή στην παρέκκλιση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ δεν μπορεί να εξαρτάται επιπλέον από τον βαθμό πιθανότητας των καταστάσεων στις οποίες ο οικείος πλοίαρχος πρέπει να ασκήσει πράγματι τις εν λόγω αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας, ούτε από το μέγεθος του πλοίου.

54 Τέλος, κατά την Επιτροπή, η πραγματοποιούμενη σύγκριση με τα ισχύοντα στον τομέα της αεροπλοας είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ παραχωρεί απλώς στα κράτη μέλη την ευχέρεια να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.

55 Επιπλέον, όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 39, παράγραφος 3, ΕΚ, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνον επί ατόμων των οποίων η προσωπική συμπεριφορά θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια. Ομοίως, δεν είναι δυνατή η επίκληση της διατάξεως αυτής για να αποκλειστεί από την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων ένα ολόκληρο επάγγελμα με το αιτιολογικό ότι τα μέλη του είναι επιφορτισμένα με τη διασφάλιση της δημοσίας τάξεως ή ασφαλείας επί του πλοίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, C-114/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-6717, σκέψη 42).

Η απάντηση του Δικαστηρίου

56 Πρέπει να υπομνηστεί εκ προοιμίου ότι το άρθρο 39, παράγραφοι 1 έως 3, ΕΚ εγκαθιδρύει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και την εξάλειψη κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών. Το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ προβλέπει ωστόσο ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση.

57 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η κατά το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ έννοια της δημοσίας διοικήσεως πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ομοιόμορφα εντός ολόκληρης της Κοινότητας και, συνεπώς, δεν μπορεί να αφεθεί στην απόλυτη διάκριση των κρατών μελών (βλ., ιδίως, την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73, Sotgiu, Συλλογή τόμος 1974, σ. 87, και την προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψεις 12 και 18).

58 Η εν λόγω έννοια αφορά τις θέσεις απασχολήσεως οι οποίες συνεπάγονται άμεση ή έμμεση συμμετοχή στην άσκηση της δημοσίας εξουσίας και στα καθήκοντα που έχουν ως αντικείμενο τη διασφάλιση των γενικών συμφερόντων του κράτους ή των άλλων δημοσίων οργανισμών και συνεπώς προϋποθέτουν την ύπαρξη ειδικής σχέσεως αλληλεγγύης των κατόχων τους προς το κράτος καθώς και την αμοιβαιότητα των δικαιωμάτων και καθηκόντων που αποτελούν το θεμέλιο του δεσμού της ιθαγενείας (προμνημονευθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 10, και Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 2).

59 Απεναντίας, η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ δεν έχει εφαρμογή επί των θέσεων εργασίας που, ενώ υπάγονται στο κράτος ή σε άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, εντούτοις δεν συνεπάγονται καμία συμμετοχή σε καθήκοντα που ανάγονται στην κατά κυριολεξία δημόσια διοίκηση (προμνημονευθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 11, και Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 2), ούτε, κατά μείζονα λόγο, επί θέσεων εργασίας στην υπηρεσία ενός ιδιώτη ή ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, οποιαδήποτε και αν είναι τα καθήκοντα που ανατίθενται στον εργαζόμενο (προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 33, και προμνημονευθείσα απόφαση της 31ης Μαου 2001, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 25).

60 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι, ως εξαίρεση από τον θεμελιώδη κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των κοινοτικών εργαζομένων και της απαγορεύσεως των διακρίσεων σε βάρος τους, το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να περιορίζει την έκταση εφαρμογής του σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για τη διασφάλιση των συμφερόντων που η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να προστατεύουν (βλ., ιδίως, την προμνημονευθείσα απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 7).

61 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το γερμανικό δίκαιο απονέμει στους πλοιάρχους αλιευτικών σκαφών υπό γερμανική σημαία αρμοδιότητες συνδεόμενες με τη διαφύλαξη της ασφαλείας και την άσκηση εξουσιών αστυνομεύσεως, ιδίως σε περίπτωση κινδύνου επί του πλοίου, συνοδευόμενες ενδεχομένως από εξουσίες διενέργειας ανακρίσεων, λήψεως κατασταλτικών μέτρων ή επιβολής κυρώσεων, οι οποίες βαίνουν πέραν της απλής συμβολής στη διαφύλαξη της δημοσίας ασφαλείας για την οποία μπορεί να φέρει την υποχρέωση κάθε άτομο. Επιπλέον, ορισμένα βοηθητικά καθήκοντα ληξιάρχου, τα οποία δεν μπορούν να δικαιλογηθούν από τις απλές ανάγκες διακυβερνήσεως του πλοίου, ανατίθενται στον πλοίαρχο, ειδικότερα το καθήκον να παραλαμβάνει την κοινοποίηση της γεννήσεως ή του θανάτου ενός προσώπου κατά τον πλουν, έστω και αν απόκειται σε αρμόδιο εκπρόσωπο του ληξιαρχείου, επί της ξηράς, να εκδίδει τις αυθεντικές πράξεις. Αν και είναι δυνατό να υφίστανται ορισμένες αμφιβολίες επί του κατά πόσον τα εν λόγω καθήκοντα ληξιάρχου συνεπάγονται άμεση ή έμμεση συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, αμφιβολίες που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξαλείψει, είναι απεναντίας βέβαιο ότι τα καθήκοντα που συνδέονται με τη διαφύλαξη της ασφαλείας και την άσκηση εξουσιών αστυνομεύσεως συνιστούν συμμετοχή στην άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας ενόψει της διαφυλάξεως των γενικών συμφερόντων του κράτους της σημαίας.

62 Το γεγονός ότι οι πλοίαρχοι είναι στην υπηρεσία φυσικού ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου δεν είναι, καθεαυτό, ικανό να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ εφόσον είναι βέβαιο ότι, για την εκπλήρωση της δημόσιας αποστολής που τους έχει ανατεθεί, οι πλοίαρχοι ενεργούν ως εκπρόσωποι της δημόσιας εξουσίας, στην υπηρεσία των γενικών συμφερόντων του κράτους της σημαίας.

63 Ωστόσο, η προσφυγή στην προβλεπόμενη στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ παρέκκλιση από την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το μόνο γεγονός ότι στους κατόχους των εν λόγω θέσεων απασχολήσεως ανατίθενται από το εθνικό δίκαιο αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας. Πρέπει ακόμη οι αρμοδιότητες αυτές να ασκούνται πράγματι κατά τρόπο συνήθη από τους εν λόγω κατόχους των θέσεων απασχολήσεως και να μην αντιπροσωπεύουν ένα πολύ περιορισμένο μέρος των δραστηριοτήτων τους. Συγκεκριμένα, όπως υπομνήστηκε στη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, η έκταση της παρεκκλίσεως αυτής πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για τη διαφύλαξη των γενικών συμφερόντων του οικείου κράτους μέλους, η οποία δεν είναι δυνατό να τεθεί σε κίνδυνο αν αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας ασκούνται μόνον κατά τρόπο σποραδικό, ή και κατ' εξαίρεση, από υπηκόους άλλων κρατών μελών.

64 Από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει όμως ότι οι θέσεις πλοιάρχου αλιευτικών σκαφών τα οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας», οι οποίες συνίστανται κατ' ουσίαν στη διακυβέρνηση πλοίων μικρού μεγέθους, με περιορισμένο πλήρωμα, και στην άμεση συμμετοχή στην αλιεία και στην επεξεργασία των αλιευμάτων, αποτελούν θέσεις απασχολήσεως στις οποίες το καθήκον εκπροσωπήσεως του κράτους της σημαίας κατέχει, στην πράξη, ασήμαντη θέση.

65 Επιπλέον, όπως επισήμανε ορθά η γενική εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών της, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας δεν επιβάλλει να έχει ο πλοίαρχος την ιθαγένεια του κράτους της σημαίας.

66 Πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν η προϋπόθεση της ιθαγένειας από την οποία εξαρτάται η πρόσβαση στις εν λόγω θέσεις απασχολήσεως θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 3, ΕΚ.

67 Αρκεί συναφώς να υπομνηστεί ότι η ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό οικονομικών τομέων, όπως αυτός της αλιείας, ή επαγγελμάτων, όπως αυτό του πλοιάρχου αλιευτικών σκαφών, από την εφαρμογή της αρχής αυτής, και τούτο από την άποψη της προσβάσεως στην απασχόληση, αλλά αποβλέπει στο να καθίσταται δυνατό στα κράτη μέλη να απαγορεύουν την πρόσβαση ή τη διαμονή στο έδαφός τους σε πρόσωπα των οποίων η είσοδος ή η διαμονή στα εδάφη αυτά θα συνιστούσε, αυτή καθεαυτή, κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία (βλ., όσον αφορά τη δημόσια υγεία, την απόφαση της 7ης Μαου 1986, 131/85, Gόl, Συλλογή 1986, σ. 1573, σκέψη 17, και, όσον αφορά την ιδιωτική ασφάλεια, την προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 42).

68 Κατά συνέπεια, ο γενικός αποκλεισμός από την πρόσβαση στις θέσεις πλοιάρχου αλιευτικών σκαφών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τους λόγους στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 39, παράγραφος 3, ΕΚ.

69 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, στο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τις θέσεις πλοιάρχου σκαφών φερόντων τη σημαία του τα οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» (Kleine Seeschifffahrt) μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας οι οποίες απονέμονται στους πλοιάρχους των σκαφών αυτών ασκούνται πράγματι κατά τρόπο συνήθη και δεν αντιπροσωπεύουν πολύ περιορισμένο μέρος των δραστηριοτήτων τους.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

70 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική, η Δανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 2002 το Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht, αποφαίνεται:

Το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τις θέσεις πλοιάρχου σκαφών φερόντων τη σημαία του τα οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» (Kleine Seeschifffahrt) μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας οι οποίες απονέμονται στους πλοιάρχους των σκαφών αυτών ασκούνται πράγματι κατά τρόπο συνήθη και δεν αντιπροσωπεύουν πολύ περιορισμένο μέρος των δραστηριοτήτων τους.