ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

L. A. GEELHOED

της 27ης Απριλίου 2004 (1)

Υπόθεση C-284/02

Land Brandenburg

κατά

Ursula Sass

(αίτηση του Bundesarbeitsgericht για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) και της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί της εφαρμογής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας – Συλλογική σύμβαση εργασίας δυνάμει της οποίας ένα μέρος της άδειας μητρότητας συνυπολογίζεται στην απαιτούμενη για την προαγωγή περίοδο – Συλλογική σύμβαση εργασίας η οποία ευθυγραμμίζει τον κρίσιμο χρόνο της άδειας μητρότητας που προέβλεπαν οι τότε ισχύουσες διατάξεις της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας προς τον αντίστοιχο χρόνο που προβλέπει η νομοθεσία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας»





I –    Εισαγωγή

1.        Το υποβληθέν με την παρούσα αίτηση προδικαστικό ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο της μεταβατικής περιόδου μετά την επανένωση της Γερμανίας. Ειδικότερα, αφορά το ζήτημα κατά πόσον η διαφορετική μεταχείριση που οφείλεται στις αποκλίσεις μεταξύ των νομικών συστημάτων περί της άδειας μητρότητας, αφενός, στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και, αφετέρου, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνιστά διάκριση λόγω φύλου.

 Α –       Κοινοτικό δίκαιο

2.        Το άρθρο 119, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 141, παράγραφος 1, ΕΚ) καθιερώνει την αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία. Ως «αμοιβή» νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας (άρθρο 119, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 141, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, ΕΚ).

3.        Η οδηγία 76/207/ΕΟΚ (2) καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας.

4.        Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, όσον αφορά τους όρους, περιλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής, προσβάσεως σε απασχολήσεις ή σε θέσεις εργασίας, ανεξαρτήτως του τομέα ή του κλάδου δραστηριότητας, και για όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας.

5.        Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των ίδιων όρων εργασίας, χωρίς διάκριση λόγω φύλου.

6.        Η οδηγία 92/85/ΕΟΚ (3) επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν την ελάχιστη προστασία των εγκύων, λεχώνων και θηλαζουσών εργαζομένων. Συναφώς, το άρθρο 8 ορίζει ότι οι εν λόγω εργαζόμενες απολαύουν άδειας μητρότητας διαρκείας τουλάχιστον δεκατεσσάρων συναπτών εβδομάδων, ενώ η χορήγηση άδειας τουλάχιστον δύο εβδομάδων είναι υποχρεωτική. Επιπλέον, το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι πρέπει να διασφαλίζεται, κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, η διατήρηση της αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος των εργαζομένων γυναικών, καθώς και των λοιπών δικαιωμάτων τους που συνδέονται με τη σύμβαση εργασίας (η οδηγία έπρεπε να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη μέχρι τις 10 Οκτωβρίου 1994).

 Β –       Εθνικές διατάξεις

7.        Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η κατάσταση των γυναικών μετά τον τοκετό ρυθμίζεται από τον Mutterschutzgesetz (νόμο περί προστασίας της μητρότητας, στο εξής: MuSchG). Στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονταν στον Arbeitsgesetzbuch (κώδικα εργασίας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο εξής: AGB-DDR).

8.        Συναφώς, το άρθρο 244 του AGB-DDR προέβλεπε ότι οι γυναίκες δικαιούνταν να λαμβάνουν άδεια εγκυμοσύνης διαρκείας έξι εβδομάδων πριν από τον τοκετό και άδεια μητρότητας διαρκείας είκοσι εβδομάδων μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια αμφότερων των αδειών, οι γυναίκες ελάμβαναν από το ασφαλιστικό τους ταμείο το αντίστοιχο επίδομα εγκυμοσύνης ή μητρότητας που ανερχόταν στις καθαρές μέσες αποδοχές τους.

9.        Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του MuSchG απαγόρευε στις γυναίκες να εργάζονται για οκτώ εβδομάδες μετά τον τοκετό, όπως συμβαίνει και σήμερα. Κατά την περίοδο αυτή, οι εργοδότες υποχρεούνταν να καταβάλλουν στις μητέρες που ασκούσαν επαγγελματική δραστηριότητα ένα επιπλέον ποσό (άρθρα 13 και 14 του MuSchG), πέραν του επιδόματος μητρότητας που όφειλαν να χορηγούν βάσει του Reichsversicherungsordnung (κώδικα περί κοινωνικής ασφαλίσεως). Μετά την παρέλευση αυτής της περιόδου προστασίας, η εργαζόμενη είχε τη δυνατότητα να ζητήσει άδεια ανατροφής του τέκνου για τους δέκα πρώτους μήνες της ζωής του. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η μητέρα ελάμβανε μεν επίδομα ανατροφής, δεν ελάμβανε όμως καμία παροχή από τον εργοδότη της.

10.      Το άρθρο 23a της εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου τομέα στην Ανατολική Γερμανία (Bundes-Angestelltentarifvertrag-Ost, στο εξής: BAT‑O), της 10ης Δεκεμβρίου 1990, προβλέπει:

«Προαγωγή σε ανώτερη μισθολογική κατηγορία μετά τη συμπλήρωση της απαιτούμενης περιόδου εντός των ορίων δικαιοδοσίας της Ομοσπονδίας και της Tarifgemeinschaft deutscher Länder (οικονομικής ενώσεως των ομόσπονδων γερμανικών κρατών)

Ο εργαζόμενος ο οποίος ασκεί μια εκ των δραστηριοτήτων που σημειώνονται με αστερίσκο στο παράρτημα 1a κατατάσσεται στην αμέσως ανώτερη μισθολογική κατηγορία αφού συμπληρώσει την απαιτούμενη περίοδο.

Αναφορικά με την απαιτούμενη περίοδο ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:

1.      Η προϋπόθεση της απαιτούμενης περιόδου θεωρείται πληρωθείσα όταν ο εργαζόμενος αναδείχθηκε στο ύψος των περιστάσεων σε σχέση με τη δραστηριότητα που του είχε ανατεθεί κατά την απαιτούμενη περίοδο. Συναφώς, είναι καθοριστικής σημασίας η δραστηριότητα που αντιστοιχεί στη μισθολογική κατηγορία στην οποία έχει καταταγεί ο εργαζόμενος.

[...]

[...]

4.      Η απαιτούμενη περίοδος πρέπει να διανυθεί χωρίς διακοπή. Διακοπές έξι κατ’ ανώτατο όριο μηνών δεν έχουν καμιά επίπτωση· εξάλλου, ανεξαρτήτως τούτου, στερούνται επίσης οποιασδήποτε επιπτώσεως οι διακοπές για τους ακόλουθους λόγους:

a)      εκπλήρωση της στρατιωτικής ή εναλλακτικής πολιτικής θητείας,

b)      ανικανότητα προς εργασία κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1,

c)      προβλεπόμενες από το [MuSchG] περίοδοι προστασίας

d)      την προβλεπόμενη από τον Bundeserziehungsgeldgesetz (ομοσπονδιακό νόμο περί επιδόματος ανατροφής τέκνων) άδεια ανατροφής τέκνου και λοιπών αδειών που χορηγούνται προς τον σκοπό της επιμέλειας του τέκνου, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους τα πέντε έτη,

e)      εθελοντική δραστηριότητα διαρκείας έως και δύο ετών, συνεπαγόμενη απαλλαγή από την υποχρέωση στρατεύσεως.

Εντούτοις, οι περίοδοι διακοπής δεν συνυπολογίζονται στην απαιτούμενη περίοδο, με εξαίρεση:

a)      τις άδειες που προβλέπουν τα άρθρα 47 έως 49 και ο Schwerbehindertengesetz (νόμος για τα άτομα με βαριά αναπηρία),

b)      την ειδική άδεια του άρθρου 50, παράγραφος 1, όπως ίσχυε μέχρι τις 31 Αυγούστου 1995,

c)      την άδεια απουσίας από την εργασία κατά την έννοια του άρθρου 52,

d)      την ανικανότητα προς εργασία κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, όταν διαρκεί έως και 26 εβδομάδες και, στις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 37, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, περιπτώσεις, όταν διαρκεί έως και 28 εβδομάδες,

e)      τις προβλεπόμενες από τον Mutterschutzgesetz περιόδους προστασίας

[…]»

11.      Στις 8 Μαΐου 1991, η BAT‑O τροποποιήθηκε με την Änderungstarifvertrag n° 1 zum BAT-O (πρώτη τροποποιητική της BAT-O συλλογική σύμβαση εργασίας). Το άρθρο 2 της συμβάσεως αυτής ορίζει τα εξής:

«Ενσωμάτωση των διατάξεων της BAT περί μισθολογικών κατηγοριών (εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας των ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου τομέα, στο εξής: BAT)

Το παράρτημα 1a –το οποίο αφορά τις περιοχές δικαιοδοσίας της Ομοσπονδίας και της Tarifgemeinschaft deutscher Länder, με εξαίρεση τις διατάξεις περί επιδομάτων του κεφαλαίου II, ενότητα N, και τις αντίστοιχες διατάξεις του κεφαλαίου III, ενότητα L, υποενότητα VII– και το παράρτημα 1b της Bundes-Angestelltentarifvertrag πρέπει να εφαρμόζονται βάσει των ακόλουθων κριτηρίων:

1.      Όταν μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων μιας δραστηριότητας περιλαμβάνεται η συμπλήρωση απαιτουμένων περιόδων απασχολήσεως, ασκήσεως επαγγέλματος, κτλ., πρέπει να συνυπολογίζονται οι περίοδοι οι οποίες, δεδομένου ότι ολοκληρώθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 1991 και ότι αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασκήσεως δραστηριότητας από το άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, της BAT‑O και από τις μεταβατικές διατάξεις, θα έπρεπε να συνυπολογίζονται αν η ενότητα VI και οι διατάξεις της BAT‑O περί μισθολογικών βαθμίδων είχαν τεθεί σε ισχύ πριν από την 1η Ιουλίου 1991. Η πρώτη φράση της παρούσας παραγράφου ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, και για τον συνυπολογισμό των περιόδων που ολοκληρώθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 1991, οι οποίες –δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που τροποποιούν το παράρτημα 1a ή το παράρτημα 1b της BAT και συνήφθησαν ή συνάπτονται μετά τις 30 Ιουνίου 1991– πρέπει ή είναι δυνατό να συνυπολογισθούν, εν συνόλω ή εν μέρει, στις απαιτούμενες περιόδους απασχολήσεως, επαγγελματικής εμπειρίας, κτλ., σύμφωνα με την περιγραφή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων μιας δεδομένης δραστηριότητας. Όταν από την περιγραφή μιας δραστηριότητας προκύπτει ότι μπορούν να συνυπολογίζονται συμπληρωθείσες περίοδοι που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της BAT‑O, οι εν λόγω χρονικές περίοδοι λαμβάνονται υπόψη μόνον εφόσον θα έπρεπε να συνυπολογισθούν δυνάμει του πρώτου εδαφίου αν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της BAT‑O.

[...]»

II – Η διαφορά της κύριας δίκης

12.      Η U. Sass απασχολείται από το 1982 στην Ανώτατη Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεοράσεως «Konrad Wolf» στο Potsdam ως διευθύντρια παραγωγής.

13.      Κατά τον χρόνο γεννήσεως του δεύτερου τέκνου της, στις 27 Ιανουαρίου 1987, ζούσε στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Συνεπώς, η εργασιακή της σχέση διεπόταν από τον AGB-DDR. Η ενάγουσα της κύριας δίκης ζήτησε και έλαβε, μετά τη γέννηση του τέκνου της, άδεια μητρότητας διαρκείας είκοσι εβδομάδων σύμφωνα με το άρθρο 244 του AGB‑DDR.

14.      Κατόπιν της επανενώσεως της Γερμανίας, η εργασιακή της σχέση μεταφέρθηκε στο ομόσπονδο κράτος Brandenburg. Έκτοτε διέπεται από την BAT‑O, δυνάμει σχετικής ρήτρας της ατομικής της συμβάσεως εργασίας.

15.      Μέχρι τις 7 Μαΐου 1998, η U. Sass ελάμβανε μισθό που αντιστοιχούσε στη μισθολογική βαθμίδα II a της BAT‑O. Στις 8 Μαΐου 1998, μετά τη συμπλήρωση απαιτουμένης περιόδου που προβλέπει το άρθρο 23a της BAT‑O, προήχθη στη μισθολογική βαθμίδα I b, κατηγορία 2, της BAT‑O.

16.      Το εναγόμενο στην κύρια δίκη ομόσπονδο κράτος συνυπολόγισε τις πρώτες οκτώ εβδομάδες της χορηγηθείσας μετά τον τοκετό άδειας μητρότητας στον χρόνο δοκιμασίας των 15 ετών που απαιτείται για την προαγωγή σε ανώτερη μισθολογική βαθμίδα, χωρίς εντούτοις να συνυπολογίσει και τις επόμενες δώδεκα εβδομάδες. Το εν λόγω ομόσπονδο κράτος ισχυρίζεται ότι από τις διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως εργασίας προκύπτει ότι στην απαιτούμενη περίοδο πρέπει να συνυπολογίζονται μόνον οι προβλεπόμενες από τον MuSchG περίοδοι προστασίας και όχι η προβλεπόμενη από το άρθρο 244 του AGB‑DDR πρόσθετη άδεια μητρότητας.

17.      Εντούτοις, η U. Sass υποστηρίζει ότι προήχθη στην ανώτερη μισθολογική κατηγορία από τις 12 Φεβρουαρίου 1998, διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως εργασίας, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 23a της BAT‑O απαιτούμενη περίοδο έπρεπε να συνυπολογισθεί ο συνολικός χρόνος της άδειας μητρότητας που της χορηγήθηκε μετά τον τοκετό. Η U. Sass ισχυρίζεται ότι η προκριθείσα από το ομόσπονδο κράτος ερμηνεία των διατάξεων της συλλογικής συμβάσεως εργασίας καταλήγει σε παράνομη δυσμενή διάκριση σε βάρος των γυναικών.

18.      Κατόπιν τούτου, άσκησε αγωγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου εθνικού δικαστηρίου, το οποίο έκανε δεκτό το αίτημά της. Το ομόσπονδο κράτος άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής και ζήτησε εκ νέου την απόρριψη της αγωγής. Η U. Sass ισχυρίζεται ότι η αναίρεση του ομόσπονδου κράτους πρέπει να απορριφθεί.

19.      Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της U. Sass δεν μπορεί να γίνει δεκτό βάσει των διατάξεων του εθνικού δικαίου. Διευκρινίζει ότι από το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 23a, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, στοιχείο e, της BAT-O προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι η άδεια μητρότητας, στο μέτρο που υπερβαίνει την προβλεπόμενη από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του MuSchG περίοδο προστασίας των οκτώ εβδομάδων μετά τον τοκετό, δεν πρέπει να συνυπολογίζεται στην απαιτούμενη περίοδο. Αυτή είναι η μοναδική ερμηνεία που συνάδει με την οικονομία της συλλογικής συμβάσεως εργασίας και επιβάλλεται τόσο από το πνεύμα όσο και από τον σκοπό της επίμαχης διατάξεως. Η ίδια ερμηνεία προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της πρώτης τροποποιητικής της BAT-O συλλογικής συμβάσεως εργασίας. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως εργασίας δεν αντιβαίνουν σε ιεραρχικά ανώτερη διάταξη του εθνικού δικαίου. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η επίμαχη διάταξη της συλλογικής συμβάσεως εργασίας να είναι ασύμβατη τόσο προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 141 ΕΚ) όσο και προς την οδηγία 76/207/ΕΟΚ.

 Το προδικαστικό ερώτημα

20.      Το Bundesarbeitsgericht αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:

«Απαγορεύουν το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 141 ΕΚ) και η οδηγία 76/207/ΕΟΚ, στο πλαίσιο ρυθμίσεως σε συλλογική σύμβαση εργασίας σύμφωνα με την οποία οι περίοδοι αναστολής της εργασιακής σχέσης δεν συνυπολογίζονται στην απαιτούμενη περίοδο, να εξαιρείται από τον συνυπολογισμό και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η εργασιακή σχέση ανεστάλη διότι η εργαζόμενη, μετά τη λήξη της συνυπολογιζόμενης βάσει του άρθρου 6 του MuSchG [νόμου περί προστασίας της μητρότητας] περιόδου, ζήτησε και έλαβε άδεια μητρότητας μέχρι το τέλος της εικοστής εβδομάδας μετά τον τοκετό, σύμφωνα με το άρθρο 244, παράγραφος 1, του AGB‑DDR (κώδικα εργασίας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας), της 16ης Ιουνίου 1977 (GBl. I, σ. 185);»

III – Εκτίμηση

21.      Μολονότι το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας είναι συμβατή τόσο προς τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ όσο και προς την αρχή της ίσης αμοιβής για όμοια εργασία, λόγω του ότι η διάκριση ως προς τον συνυπολογισμό των περιόδων διακοπής της εργασίας στην προβλεπόμενη από το άρθρο 23a, παράγραφος 4, της BAT‑O απαιτούμενη περίοδο δεν στηρίζεται στο φύλο του εργαζομένου, αλλά στο ερώτημα κατά πόσον η εργασιακή σχέση είχε ανασταλεί κατά τον χρόνο της διακοπής, εντούτοις δεν αποκλείει, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, το ενδεχόμενο η συλλογική σύμβαση εργασίας να αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι η U. Sass, ασκώντας το αποκλειστικό δικαίωμα των γυναικών να λαμβάνουν άδεια μετά τον τοκετό, προήχθη στην ανώτερη μισθολογική κατηγορία δώδεκα εβδομάδες αργότερα απ’ ό,τι ένας άνδρας ο οποίος δεν απολαύει του ίδιου δικαιώματος.

22.      Η U. Sass υποστηρίζει την άποψη αυτή. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι η προαγωγή της στην ανώτερη μισθολογική κατηγορία δώδεκα εβδομάδες αργότερα από έναν άνδρα, ο οποίος κατέχει την ίδια θέση εργασίας, απασχολείται στον ίδιο εργοδότη και άρχισε να εργάζεται κατά την ίδια ημερομηνία, οφείλεται σε διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου και, συνεπώς, αντιβαίνει στο άρθρο 141 ΕΚ.

23.      Επιπλέον, η U. Sass επικαλείται την οδηγία 76/207/ΕΟΚ. Ισχυρίζεται ότι η καθυστερημένη προαγωγή της οφείλεται στο γεγονός ότι συνυπολογίζονται στην απαιτούμενη περίοδο μόνον οι οκτώ εβδομάδες που προβλέπει ο MuSchG (και όχι το σύνολο της άδειας των είκοσι εβδομάδων που της χορηγήθηκε βάσει του AGB‑DDR). Η U. Sass υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό συνιστά παράβαση των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

24.      Το ομόσπονδο κράτος και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι δεν υφίσταται παράβαση του κοινοτικού δικαίου.

25.      Όπως θα εξηγήσω εν συνεχεία, συμμερίζομαι την άποψή τους.

26.      Πρώτον, φρονώ ότι το επίμαχο ερώτημα πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, δεδομένου ότι η παρούσα υπόθεση αφορά την πρόσβαση σε όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της εν λόγω έννοιας. Υπό την έννοια αυτή, η οδηγία 76/207 –η οποία αφορά συγκεκριμένα την αρχή της ισότητας της αμοιβής– αποτελεί την προσήκουσα νομική βάση της παρούσας υποθέσεως, και όχι οι διατάξεις του άρθρου 141, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Nimz (4) δεν μπορεί να εφαρμοσθεί εν προκειμένω, διότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά τη σχεδόν αυτόματη προαγωγή σε ανώτερη μισθολογική βαθμίδα βάσει του χρόνου υπηρεσίας, αλλά τις διακοπές της συμπληρώσεως της απαιτουμένης περιόδου για την προαγωγή του εργαζομένου.

27.      Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ασχολείται μάλλον αποκλειστικά με την κατάσταση της U. Sass, ήτοι με την κατάσταση μιας γυναίκας η οποία έλαβε άδεια μητρότητας βάσει του τότε ισχύοντος στην Ανατολική Γερμανία κώδικα εργασίας. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις, το αιτούν δικαστήριο δεν θίγει το γενικότερο ερώτημα κατά πόσον το γεγονός ότι ο χρόνος της άδειας μητρότητας που βαίνει πέραν των προβλεπόμενων από τον MuSchG οκτώ εβδομάδων δεν συνυπολογίζεται στην απαιτούμενη περίοδο συνιστά δυσμενή διάκριση. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι οι γυναίκες που εργάζονταν στη Δυτική Γερμανία κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών είχαν επίσης τη δυνατότητα να λαμβάνουν άδεια μεγαλύτερης διαρκείας από εκείνη που προέβλεπε ο MuSchG. Η πρόσθετη αυτή άδεια δεν συνυπολογιζόταν στην απαιτούμενη περίοδο κατά την έννοια του άρθρου 23a, παράγραφος 4, της BAT‑O.

28.      Συνεπώς, το υποβληθέν ερώτημα αφορά μάλλον τη μεταχείριση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας γυναικών, ήτοι των εργαζομένων στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, παρά τη γενική διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών.

29.      Εντούτοις, το ερώτημα αυτό δεν άπτεται του κοινοτικού δικαίου. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου. Διακρίσεις που στηρίζονται σε άλλους λόγους, πλην του φύλου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Συνεπώς, ενδεχόμενη διάκριση μεταξύ των γυναικών, αφενός, της Ανατολικής και, αφετέρου, της Δυτικής Γερμανίας δεν μπορεί να εξετασθεί υπό το πρίσμα της οδηγίας αυτής.

30.      Δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη διάταξη της BAT‑O επηρεάζει μόνον τις γυναίκες, εφόσον μόνον οι γυναίκες μπορούν να γεννήσουν και, ως εκ τούτου, να λάβουν άδεια μητρότητας βάσει του AGB‑DDR. Το γεγονός αυτό δεν αποκλείει καθεαυτό το ενδεχόμενο παράνομης δυσμενούς διακρίσεως, διότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η απόρριψη εγκύου υποψηφίου μπορεί να συνιστά παράνομη διάκριση, ακόμη και αν όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι είναι γυναίκες (5).

31.      Εντούτοις, η διαφορετική μεταχείριση δεν στηρίζεται εν προκειμένω στο γεγονός ότι η ενάγουσα της κύριας δίκης ήταν έγκυος ή θηλάζουσα, αλλά στο γεγονός ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, οι νομοθεσίες, αφενός, της Ανατολικής και, αφετέρου, της Δυτικής Γερμανίας προέβλεπαν διαφορετικούς κανόνες περί της άδειας μητρότητας που χορηγούνταν πριν και μετά τον τοκετό.

32.      Στη Δυτική Γερμανία, οι γυναίκες όφειλαν να λαμβάνουν άδεια μητρότητας διαρκείας οκτώ εβδομάδων. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, αναστέλλονταν οι απορρέουσες από τη σύμβαση εργασίας κύριες υποχρεώσεις τόσο του εργαζομένου (ήτοι να παρέχει την εργασία του) όσο και του εργοδότη (ήτοι να καταβάλλει στον εργαζόμενο τον μισθό του). Αντί της κύριας υποχρεώσεώς του, ο εργοδότης όφειλε να συμπληρώνει τα επιδόματα της κοινωνικής ασφαλίσεως, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι γυναίκες εξακολουθούσαν να λαμβάνουν τις ίδιες αποδοχές. Εντούτοις, η χρονική αυτή περίοδος συνυπολογιζόταν στην απαιτούμενη για την προαγωγή σε ανώτερη μισθολογική κατηγορία περίοδο. Οι γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν άδεια μεγαλύτερης διαρκείας. Μετά τη λήξη της χορηγούμενης στις εργαζόμενες μητέρες περιόδου προστασίας των οκτώ εβδομάδων μετά τον τοκετό, οι γυναίκες δικαιούνταν άδεια ανατροφής η οποία διαρκούσε από το τέλος της προαναφερθείσας περιόδου προστασίας μέχρι την ημέρα που το τέκνο συμπλήρωνε τον δέκατο μήνα της ζωής του. Εντούτοις, η πρόσθετη αυτή περίοδος δεν συνυπολογιζόταν στην απαιτούμενη περίοδο και ο εργοδότης δεν υποχρεούταν πλέον να συμπληρώνει τα επιδόματα κοινωνικής ασφαλίσεως που χορηγούνταν στη μητέρα του τέκνου.

33.      Στην Ανατολική Γερμανία, οι κύριες υποχρεώσεις του εργοδότη και της εργαζομένης αναστέλλονταν επίσης κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, η εργαζόμενη μητέρα ελάμβανε από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως επίδομα μητρότητας που αντιστοιχούσε στις μέσες καθαρές αποδοχές της. Η Γερμανική Κυβέρνηση, με την απάντησή της στις γραπτές ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο, επισήμανε ότι ο AGB‑DDR δεν καθιέρωνε απόλυτη απαγόρευση της εργασίας μετά τον τοκετό, αλλά προέβλεπε ότι η συνήθης περίοδος αναρρώσεως της μητέρας διαρκούσε έξι εβδομάδες. Συνεπώς, οι γυναίκες δεν υποχρεούνταν να λαμβάνουν άδεια μητρότητας είκοσι εβδομάδων, στην πράξη όμως, όλες σχεδόν οι γυναίκες ασκούσαν το εν λόγω δικαίωμά τους. Αντιθέτως προς ό,τι ίσχυε στη Δυτική Γερμανία, στην Ανατολική Γερμανία δεν υπήρχε σταθερό σύστημα προαγωγής βάσει ορισμένων κριτηρίων θεσπιζόμενων από συλλογική σύμβαση εργασίας.

34.      Στην πράξη, από τα στοιχεία που παρέσχον η Γερμανική Κυβέρνηση και η U. Sass προκύπτει ότι τόσο οι προβλεπόμενες από τον MuSchG οκτώ εβδομάδες όσο και, εν πάση περιπτώσει, οι προβλεπόμενες από τον AGB‑DDR έξι εβδομάδες εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό: να μπορεί η μητέρα να ανακτήσει τις δυνάμεις της και να της παρέχεται η δυνατότητα να μεριμνά προσωπικώς για το τέκνο της κατά το αμέσως μετά τον τοκετό χρονικό διάστημα. Επομένως, η μητέρα μπορούσε είτε να λάβει πρόσθετη άδεια προκειμένου να φροντίσει το τέκνο της (στη Δυτική Γερμανία) είτε να ασκήσει το δικαίωμα της να ζητήσει άδεια για το σύνολο των είκοσι εβδομάδων (στην Ανατολική Γερμανία). Μολονότι το ζήτημα αυτό δεν τίθεται εν προκειμένω, εντούτοις από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τόσο στη Δυτική όσο και στην Ανατολική Γερμανία αμφότεροι οι γονείς είχαν τη δυνατότητα να λαμβάνουν κάποιας μορφής γονική άδεια. Στη μεν Δυτική Γερμανία η περίοδος αυτή δεν συνυπολογιζόταν στον χρόνο δοκιμασίας, στη δε Ανατολική Γερμανία, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, δεν υπήρχε αντίστοιχο σύστημα προαγωγής θεσπιζόμενο από συλλογική σύμβαση εργασίας.

35.      Κατόπιν της επανενώσεως της Γερμανίας, η εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας ορίζει ρητώς ότι μόνον οι προβλεπόμενες από τον MuSchG οκτώ εβδομάδες συνυπολογίζονται στην απαιτούμενη περίοδο. Εντεύθεν καθίσταται εμφανές ότι είναι δυνατόν να ανακύψουν προβλήματα οφειλόμενα στις διαφορετικές νομικές ρυθμίσεις που ίσχυαν πριν από την επανένωση και ότι είναι πρακτικώς αδύνατο να εξαλειφθούν οι απορρέουσες από τις ιστορικές διαφορές αποκλίσεις. Εντούτοις, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι μεταβατικές διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως εργασίας στοχεύουν ακριβώς στην εξασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως των μισθωτών, αφενός, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και, αφετέρου, της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Αν το αίτημα της U. Sass γινόταν δεκτό, το γεγονός αυτό θα συνεπαγόταν επίσης άνιση μεταχείριση.

36.      Αντιλαμβάνομαι ότι τίθεται ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι όλες οι γυναίκες στην πρώην Ανατολική Γερμανία ελάμβαναν άδεια μητρότητας διαρκείας είκοσι εβδομάδων. Εντούτοις, το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να επιλυθεί βάσει των διατάξεων του εθνικού δικαίου.

37.      Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι το πρόβλημα της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των κατοίκων της πρώην Δυτικής Γερμανίας και των κατοίκων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας δεν ανακύπτει μόνο στο πλαίσιο της προστασίας των εργαζόμενων μητέρων. Παραδείγματος χάρη, η κατάσταση των ανδρών που έχουν εκτίσει τη στρατιωτική τους θητεία μπορεί επίσης να επηρεασθεί από τις διαφορές μεταξύ των δύο παλαιών νομοθετικών ρυθμίσεων. Εντούτοις, η επίκληση της διασφαλιζόμενης από το κοινοτικό δίκαιο αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών δεν συνιστά τον ενδεδειγμένο τρόπο επιλύσεως των ζητημάτων αυτών.

38.      Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι τυχόν διαφορές ως προς τη μεταχείριση των δύο επίμαχων κατηγοριών εργαζόμενων μητέρων δεν μπορούν να εξετασθούν υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών.

39.      Συνεπώς, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσο διασφαλιζόταν η ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στην πρώην Ανατολική Γερμανία.

40.      Όπως επισήμανα προηγουμένως με το σημείο 30 των προτάσεών μου, μόνον οι γυναίκες εγκυμονούν και, ως εκ τούτου, μόνον οι γυναίκες απολαύουν άδειας μητρότητας δυνάμει του AGB‑DDR. Εντούτοις, η διαφορετική αυτή μεταχείριση των γυναικών δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως. Η εγκυμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερη κατάσταση που δικαιολογεί ειδική προστασία. Για τον λόγο αυτό, το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας ορίζει ότι η οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα. Παραπέμπω επίσης στην απόφαση Hofmann (6), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι μέτρα όπως η άδεια μητρότητας που χορηγείται μετά τη λήξη της προβλεπόμενης από τον νόμο ελάχιστης περιόδου προστασίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207 και ότι παρόμοιες άδειες μπορούν να χορηγούνται νομίμως στις εργαζόμενες μητέρες, χωρίς να συνιστούν δυσμενή διάκριση.

41.      Η οδηγία 92/85/ΕΟΚ, μολονότι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί εν προκειμένω, παρέχει χρήσιμες ενδείξεις. Η εν λόγω οδηγία θεσπίζει, απλώς, κανόνες ελάχιστης προστασίας όσον αφορά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, οπότε τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση άδειας μητρότητας μεγαλύτερης διαρκείας πριν ή μετά τον τοκετό.

42.      Όσον αφορά τις συνέπειες αυτής της μακράς διαρκείας άδειας επί των δικαιωμάτων των γυναικών στο πλαίσιο της εργασιακής τους σχέσεως, η οδηγία 92/85/ΕΟΚ ορίζει, απλώς, ότι κατά τη διάρκεια της διαλαμβανόμενης στο άρθρο 8 ελάχιστης περιόδου προστασίας πρέπει να διασφαλίζονται τα δικαιώματα που συνδέονται με τη σύμβαση εργασίας. Συνεπώς, η οδηγία δεν ρυθμίζει τις συνέπειες της άδειας μητρότητας που βαίνει πέραν της ελάχιστης προβλεπόμενης περιόδου. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφασή του Boyle κλπ. (7), ότι είναι δυνατόν η κτήση δικαιωμάτων ετήσιας κανονικής άδειας να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της χορηγούμενης από τον εργοδότη άδειας άνευ αποδοχών, η οποία βαίνει πέραν της διασφαλιζόμενης από το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ ελάχιστης περιόδου προστασίας.

43.      Από την προαναφερθείσα με τα ανωτέρω σημεία 33 και 34 γραπτή απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι οι γυναίκες στην πρώην Ανατολική Γερμανία δεν υποχρεούνταν να λαμβάνουν τη συνολική άδεια των είκοσι εβδομάδων. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για ειδικό δικαίωμα των γυναικών, οι οποίες είχαν περιθώριο επιλογής. Η U. Sass ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο γεννήσεως του τέκνου της ο MuSchG δεν ασκούσε επιρροή. Όλες οι γυναίκες στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ασκούσαν το οικείο δικαίωμά τους και ελάμβαναν άδεια διαρκείας είκοσι εβδομάδων. Μάλιστα, αν δεν ασκούσαν το δικαίωμά τους αυτό, υπήρχε ο κίνδυνος να υποστούν συνέπειες. Η U. Sass επισημαίνει επίσης ότι, μετά το πέρας αυτής της περιόδου, οι γυναίκες επέστρεφαν στην εργασία τους και εμπιστεύονταν τη φροντίδα των τέκνων τους σε βρεφονηπιακούς σταθμούς συχνότερα απ’ ότι οι εργαζόμενες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι γυναίκες είχαν επίσης τη δυνατότητα να τοποθετήσουν τα τέκνα τους σε βρεφονηπιακό σταθμό κατά τη διάρκεια των είκοσι εβδομάδων, αλλά, στην περίπτωση αυτή, αναγκάζονταν να επιστρέψουν στην εργασία τους μετά τη λήξη της άδειας των έξι εβδομάδων, δεδομένου ότι δεν ελάμβαναν πλέον επίδομα μητρότητας. Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι καθοριστικής σημασίας για το επίμαχο ερώτημα. Όσον αφορά το ενδεχόμενο παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, παραπέμπω στο ανωτέρω σημείο 35. Μολονότι οι πρακτικές αυτές μπορούσαν ευλόγως να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, υπό την έννοια ότι πιθανώς δεν γινόταν αντιληπτό από τις γυναίκες ότι μπορούσε να επηρεασθεί αρνητικώς η προαγωγή τους σε ανώτερη μισθολογική κατηγορία, εντούτοις το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, πρέπει να επιλυθεί βάσει του εθνικού δικαίου.

44.      Το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε επίσης κατά πόσον υφίσταται έμμεση δυσμενής διάκριση. Δεδομένου ότι το άρθρο 244 του AGB‑DDR αφορά μόνον τις γυναίκες, δεν μπορεί να συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση.

IV – Πρόταση

45.      Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν από το Bundesarbeitsgericht προδικαστικό ερώτημα ως εξής:

«Η διάταξη συλλογικής συμβάσεως εργασίας η οποία προβλέπει ότι οι περίοδοι αναστολής της εργασιακής σχέσεως δεν συνυπολογίζονται στην απαιτούμενη περίοδο και ότι στην περίοδο αυτή συνυπολογίζεται μόνον η περίοδος προστασίας των οκτώ εβδομάδων κατά την έννοια του άρθρου 6 του Mutterschutzgesetz, και όχι η προβλεπόμενη από τον Arbeitsgesetz der deutschen Demokratischen Republik μεγαλύτερης διαρκείας άδεια μητρότητας, δεν συνιστά διάκριση λόγω φύλου.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2  – Οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).


3  – Οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σ. 1).


4  – Απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz (Συλλογή 1991, σ. I-297).


5  – Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-177/88, Dekker (Συλλογή 1990, σ. I-3941).


6  – Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Hofmann (Συλλογή 1984, σ. 3047, σκέψη 26).


7  – Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-411/96, Boyle κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-6401).