Υπόθεση T-227/01

Territorio Histórico de Álava - Diputación Foral de Álava

και

Comunidad Autónoma del País Vasco - Gobierno del País Vasco

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Αίτηση παρεμβάσεως — Ένωση — Συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς»

Διάταξη του προέδρου του πέμπτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου της 10ης Ιανουαρίου 2006 

Περίληψη της διατάξεως

1.     Διαδικασία — Παρέμβαση — Προϋποθέσεις παραδεκτού

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρα 40, εδ. 2, και 53, εδ. 1)

2.     Διαδικασία — Παρέμβαση — Ενδιαφερόμενα πρόσωπα

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 40, εδ. 2)

1.     Δυνάμει του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, εκτός των διαφορών μεταξύ κρατών μελών, μεταξύ οργάνων της Κοινότητας ή μεταξύ κρατών μελών, αφενός, και οργάνων της Κοινότητας, αφετέρου, έχει δικαίωμα παρεμβάσεως.

Το συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 40 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, νοείται ως άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την αποδοχή αυτού καθεαυτού του αιτήματος και όχι συμφέρον σε σχέση με τους ισχυρισμούς ή τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν. Πράγματι, με «επίλυση» της διαφοράς πρέπει να νοείται η αιτούμενη από το επιλαμβανόμενο δικαστήριο τελική κρίση, όπως αυτή θα ορίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως. Επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, να εξακριβώνεται αν ο παρεμβαίνων θίγεται άμεσα από την προσβαλλόμενη πράξη και αν το συμφέρον του για την επίλυση της διαφοράς είναι βέβαιο. Εξάλλου, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των αιτούντων την παρέμβαση που δικαιολογούν άμεσο συμφέρον για την τύχη που επιφυλάσσεται στη συγκεκριμένη πράξη της οποίας η ακύρωση ζητείται και των αιτούντων την παρέμβαση που δεν δικαιολογούν παρά μόνον έμμεσο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς λόγω των ομοιοτήτων μεταξύ της καταστάσεώς τους και της καταστάσεως ενός των διαδίκων.

(βλ. σκέψεις 4, 15)

2.     Επιτρέπεται η παρέμβαση αντιπροσωπευτικών ενώσεων που έχουν ως στόχο την προστασία των μελών τους σε υποθέσεις στις οποίες ανακύπτουν βασικά ζητήματα δυνάμενα να επηρεάσουν την κατάσταση των μελών αυτών.

(βλ. σκέψη 6)




ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ
ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ

της 10ης Ιανουαρίου 2006 *(1)

«Αίτηση παρεμβάσεως – Ένωση – Συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς»

Στην υπόθεση T-227/01,

Territorio Histórico de Álava – Diputación Foral de Álava,

Comunidad Autónoma del País Vasco – Gobierno del País Vasco,

εκπροσωπούμενοι αρχικώς από τον R. Falcón Tella, και στη συνέχεια, από τους M. Morales Isasi και I. Sáenz-Cortabarría Fernandez, δικηγόρους,

προσφεύγοντες,

υποστηριζόμενους από την

Confederación Empresarial Vasca (Confebask), με έδρα το Bilbao (Ισπανία) και εκπροσωπούμενη από τον M. Araujo Boyd, δικηγόρο,

παρεμβαίνουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον J. Buendía Sierra, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως 2002/820/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2001, για το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που εφάρμοσε η Ισπανία υπέρ των επιχειρήσεων της Álava υπό μορφή έκπτωσης φόρου 45 % επί των επενδύσεων (ΕΕ 2002, L 296, σ. 1),

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ
ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

 Διαδικασία

1       Με δικόγραφο που κατέθεσαν στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου΄ στις 25 Σεπτεμβρίου 2001, οι προσφεύγοντες άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως 2002/820/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2001, για το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που εφάρμοσε η Ισπανία υπέρ των επιχειρήσεων της Álava υπό μορφή έκπτωσης φόρου 45 % επί των επενδύσεων (ΕΕ 2002, L 296, σ. 1),

2       Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Ιανουαρίου 2002, οι Círculo de Empresarios Vascos, Cámara Oficial de Comercio e Industria de Álava καθώς και οι Territorios Históricos της Vizcaya και της Guipúzcoa ζήτησαν να παρέμβουν προς υποστήριξη των αιτημάτων των προσφευγόντων.

3       Αυτή η αίτηση παρεμβάσεως κοινοποιήθηκε στους διαδίκους στις 10 Ιανουαρίου 2002 σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Κατ’ αντίθεση προς τους προσφεύγοντες, η Επιτροπή ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση παρεμβάσεως των προαναφερομένων Círculo de Empresarios Vascos και Territorios Históricos. Αντιθέτως, δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις για την αίτηση παρεμβάσεως της Cámara Oficial de Comercio e Industria de Álava.

 Σκεπτικό

4       Δυνάμει του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, εκτός των διαφορών μεταξύ κρατών μελών, μεταξύ οργάνων της Κοινότητας ή μεταξύ κρατών μελών, αφενός, και οργάνων της Κοινότητας, αφετέρου, έχει δικαίωμα παρεμβάσεως.

5       Ο Círculo de Empresarios Vascos προβάλλει ότι είναι ένωση επιχειρήσεων που υπερασπίζεται τα συμφέροντα της οικονομίας και της βιομηχανίας της χώρας των Βάσκων, τα οποία θα θιγούν σοβαρά αν η επιστροφή των ενισχύσεων που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση επιβεβαιωθεί από το Πρωτοδικείο. Αναφέρει επίσης ότι συμμετείχε στην επίσημη διαδικασία εξετάσεως που κίνησε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.

6       Κατά πάγια νομολογία, επιτρέπεται η παρέμβαση αντιπροσωπευτικών ενώσεων που έχουν ως στόχο την προστασία των μελών τους σε υποθέσεις στις οποίες ανακύπτουν βασικά ζητήματα δυνάμενα να επηρεάσουν την κατάσταση των μελών αυτών [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου 17ης Ιουνίου 1997, C-151/97 P(I) και C-157/97 P(I), National Power και PowerGen, Συλλογή 1997, σ. I-3491, σκέψη 66, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 28ης Μαΐου 2001, T-53/01 R, Poste Italiane κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-1479, σκέψη 51].

7       Εν προκειμένω, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, σε παράρτημα της αιτήσεως παρεμβάσεως, περιλαμβάνεται συμβολαιογραφικό έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι η εντολή που δόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Círculo de Empresarios Vascos δόθηκε κανονικά από αντιπρόσωπο που έχει την εξουσία προς τούτο. Στο εν λόγω έγγραφο, διευκρινίζεται ότι η ένωση διέπεται από καταστατικό το οποίο εγκρίθηκε κατά την ιδρυτική γενική συνέλευση της 20ής Ιανουαρίου 1982 και καταχωρήθηκε σε συμβολαιογραφείο σύμφωνα με πράξη της 8ης Φεβρουαρίου του ιδίου έτους.

8       Μολονότι το προαναφερόμενο έγγραφο επιτρέπει να γίνει δεκτό ότι ο Círculo de Empresarios Vascos συνιστά ένωση η οποία καταχωρήθηκε κανονικά και έχει νομική προσωπικότητα, επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι ο τελευταίος δεν προσκόμισε το καταστατικό του.

9       Είναι, επομένως, αδύνατο για το Πρωτοδικείο να εξακριβώσει την ακριβή σύνθεση του αιτούντος να ασκήσει παρέμβαση, την αντιπροσωπευτικότητά του και αν ο σκοπός του είναι όντως να μεριμνά για την προστασία των συμφερόντων των μελών του.

10     Εξάλλου, το απλό γεγονός ότι διατείνεται ότι έχει συμμετάσχει αυθορμήτως στην τυπική διαδικασία εξετάσεως που κίνησε η Επιτροπή δεν αρκεί για να αποδειχθεί το συμφέρον που απαιτεί το άρθρο 40 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, όπως αυτό ερμηνεύθηκε με την υπομνησθείσα στη σκέψη 6 ανωτέρω νομολογία.

11     Τέλος, ενώ η επωνυμία του αφήνει να νοηθεί ότι συνιστά ομάδα φυσικών προσώπων, ο αιτών την παρέμβαση δεν απέδειξε ότι ορισμένα από τα μέλη του όντως έλαβαν τις επίδικες ενισχύσεις. Η τελευταία αυτή διαπίστωση αποκλείει την ύπαρξη, ως προς τα μέλη του αιτούντος την παρέμβαση, ατομικού συμφέροντος, άμεσου και βεβαίου όσον αφορά την τύχη που επιφυλάσσεται στην ειδική πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη National Power και PowerGen, προπαρατεθείσα, σκέψη 53, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 28ης Μαΐου 2004, T-253/03, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 23). Εξάλλου, το συμφέρον είναι εξίσου έμμεσο και αβέβαιο όσον αφορά τους επιχειρηματίες, που φέρονται ως μέλη του Círculo de Empresarios Vascos, που συνδέονται συμβατικώς με τις επιχειρήσεις, δικαιούχους των ενισχύσεων στις οποίες αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση και για τις οποίες ο αιτών την παρέμβαση επικαλείται τις ενδεχόμενες επιπτώσεις από την υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων.

12     Επομένως, επιβάλλεται να απορριφθεί η αίτηση παρεμβάσεως του Círculo de Empresarios Vascos.

13     Όσον αφορά την Cámara Oficial de Comercio e Industria de Álava, πρόκειται για οργανισμό δημοσίου δικαίου στον οποίο το άρθρο 1 του Ley 3/1993, της 22ας Μαρτίου 1993, básica de las Cámaras Oficiales de Comercio, Industria y Navegación (νόμου για τα εμπορικά, βιομηχανικά και ναυτιλιακά επιμελητήρια, BOE της 23ης Μαρτίου 1993) αναθέτει την προάσπιση των συμφερόντων του εμπορίου και της βιομηχανίας εντός του Territorio Histórico de Álava. Δεν αμφισβητείται όμως ότι τα συμφέροντα αυτά μπορούσαν να θιγούν από την επανεξέταση του φορολογικού καθεστώτος που συνεπάγεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, η αίτηση παρεμβάσεως πρέπει να γίνει δεκτή.

14     Δεδομένου ότι η ανακοίνωση που προβλέπει το άρθρο 24, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας δημοσιεύθηκε στις 24 Νοεμβρίου 2001, η αίτηση παρεμβάσεως της Cámara Oficial de Comercio e Industria de Álava υποβλήθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 115, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού.

15     Όσον αφορά την αίτηση παρεμβάσεως των Territorios Históricos της Vizcaya και της Guipúzcoa, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 40 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, νοείται ως άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την αποδοχή αυτού καθ’ εαυτού του αιτήματος και όχι συμφέρον σε σχέση με τους ισχυρισμούς ή τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν (διατάξεις του Δικαστηρίου της 25ης Νοεμβρίου 1964, 111/63, Lemmerz-Werke κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή 1965, σ. 883, 884·της 12ης Απριλίου 1978, 116/77, 124/77 και 143/77, Amylum κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1978, σ. 893, σκέψεις 7 και 9 [μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις], και National Power και PowerGen, προπαρατεθείσα, σκέψη 53). Πράγματι, με «επίλυση» της διαφοράς πρέπει να νοείται η αιτούμενη από το επιλαμβανόμενο δικαστήριο τελική κρίση, όπως αυτή θα ορίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως. Επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, να εξακριβώνεται αν ο παρεμβαίνων θίγεται άμεσα από την προσβαλλόμενη πράξη και αν το συμφέρον του για την επίλυση της διαφοράς είναι βέβαιο. Εξάλλου, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των αιτούντων την παρέμβαση που δικαιολογούν άμεσο συμφέρον για την τύχη που επιφυλάσσεται στη συγκεκριμένη πράξη της οποίας η ακύρωση ζητείται και των αιτούντων την παρέμβαση που δεν δικαιολογούν παρά μόνον έμμεσο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς λόγω των ομοιοτήτων μεταξύ της καταστάσεώς τους και της καταστάσεως ενός των διαδίκων (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 2003, C-186/02 P, Ramondín και Ramondín Cápsulas κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-2415, σκέψη 14· διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 2003, T-15/02, BASF κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-213, σκέψεις 26 και 27).

16     Εν προκειμένω, τα Territorios Históricos της Vizcaya και της Guipúzcoa στηρίζουν την αίτησή τους παρεμβάσεως, αφενός, στο γεγονός ότι αυτά τα ίδια έχουν θεσπίσει φορολογικά συστήματα παρόμοια με εκείνα των Normas Forales τα οποία, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκαν ασυμβίβαστα με την κοινή αγορά και, αφετέρου, στο γεγονός ότι και αυτά έχουν επίσης ασκήσει προσφυγές ακυρώσεως κατά παρόμοιων αποφάσεων τις οποίες η Επιτροπή εξέδωσε κατά των εν λόγω συστημάτων.

17     Επικαλούνται έτσι μόνον έμμεσο συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς λόγω των ομοιοτήτων μεταξύ της καταστάσεώς τους και εκείνης των προσφευγόντων στην παρούσα υπόθεση (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη Ramondín και Ramondín Cápsulas κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 16). Πράγματι, η ιδιότητα του προσφεύγοντος σε παράλληλες δικαστικές διαδικασίες προς την παρούσα υπόθεση δεν είναι ικανή να αποδείξει την ύπαρξη συμφέροντος για την επίλυση της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 40 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.

18     Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αίτηση παρεμβάσεως των Territorios Históricos της Vizcaya και της Guipúzcoa πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

19     Σύμφωνα με το άρθρου 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, απόφαση για τα έξοδα λαμβάνεται με την απόφαση ή τη διάταξη που περατώνει τη δίκη. Η παρούσα διάταξη περατώνει τη δίκη όσον αφορά τον Círculo de Empresarios Vascos και τα Territorios Históricos της Vizcaya και της Guipúzcoa. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να ληφθεί απόφαση ως προς τα έξοδα που αφορούν την αίτησή τους παρεμβάσεως.

20     Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του ιδίου Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εν προκειμένω, ελλείψει αιτημάτων ως προς τα δικαστικά έξοδα, επιβάλλεται να διαταχθεί όπως ο Círculo de Empresarios Vascos και τα Territorios Históricos της Vizcaya και της Guipúzcoa φέρουν τα έξοδά τους. Για τις παρεμβάσεις αυτές, οι προσφεύγοντες και η καθής φέρουν επίσης τα έξοδά τους.

Για τους λόγους αυτούς,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ
ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ

διατάσσει:

1)      Επιτρέπει στην Cámara Oficial de Comercio e Industria de Álava να παρέμβει στην υπόθεση T-227/01 προς υποστήριξη των αιτημάτων των προσφευγόντων.

2)      Αντίγραφο όλων των εγγράφων της διαδικασίας θα κοινοποιηθεί, με φροντίδα του Γραμματέα, στην Cámara Oficial de Comercio e Industria de Álava.

3)      Η Cámara Oficial de Comercio e Industria de Álava θα εκθέσει, εγγράφως, τους ισχυρισμούς προς στήριξη των αιτημάτων της εντός προθεσμίας που θα καθοριστεί.

4)      Απορρίπτει την αίτηση παρεμβάσεως που υπέβαλε ο Círculo de Empresarios Vascos, καθώς και τα Territorios Históricos της Vizcaya και της Guipúzcoa.

5)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα όσον αφορά τη διαδικασία παρεμβάσεως της Cámara Oficial de Comercio e Industria de Álava.

6)      Ο Círculo de Empresarios Vascos καθώς και τα Territorios Históricos της Vizcaya και της Guipúzcoa φέρουν τα έξοδά τους που είναι συναφή με την αίτησή τους παρεμβάσεως. Οι προσφεύγοντες και η καθής φέρουν επίσης τα έξοδά τους που είναι συναφή μ’ αυτές τις αιτήσεις παρεμβάσεως.

Λουξεμβούργο, 10 Ιανουαρίου 2006.

Ο Γραμματέας

 

       Ο Πρόεδρος

E. Coulon

 

       Μ. Βηλαράς


1* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.