61996J0275

Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 11ης Ιουνίου 1998. - Anne Kuusijärvi κατά Riksförsäkringsverket. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Kammarrätten i Sundsvall - Σουηδία. - Κοινωνική ασφάλιση - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 - Προσωπικό πεδίο εφαρμογής - Γονικό επίδομα - Διατήρηση του δικαιώματος επί του επιδόματος μετά τη μετοίκηση σε άλλο κράτος μέλος. - Υπόθεση C-275/96.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1998 σελίδα I-03419


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1 Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Κοινοτική ρύθμιση - Προσωπικό πεδίο εφαρμογής - Άτομο που τελεί σε ανεργία εντός κράτους μέλους και λαμβάνει επίδομα ανεργίας βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους αυτού - Εμπίπτει - Άτομο που τελούσε σε ανεργία κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1408/71 εντός του κράτους μέλους αυτού - Δεν ασκεί επιρροή

(Κανονισμός 1408/71, άρθρα 1, στοιχ. αα, 2 § 1, και 94 §§ 2 και 3)

2 Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Εφαρμοστέα νομοθεσία - Άτομο που διέκοψε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα επί του εδάφους κράτους μέλους και μετέφερε την κατοικία του εντός άλλου κράτους μέλους - Νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους εξαρτώσα τη συνέχιση του δικαιώματος υπαγωγής στη νομοθεσία του από μια προϋπόθεση περί κατοικίας - Επιτρεπτό

(Κανονισμός 1408/71, άρθρο 13 § 2, στοιχ. σττ)

3 Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Οικογενειακές παροχές - Έννοια - Γονικό επίδομα που σκοπεί την αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών του δικαιούχου - Περιλαμβάνεται

(Κανονισμός 1408/71, άρθρα 1, στοιχ. καα, σημ. i, και 4 § 1, στοιχ. ηη)

4 Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Οικογενειακές παροχές - Άτομο που διέκοψε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα επί του εδάφους κράτους μέλους, μετέφερε την κατοικία του και ζει με την οικογένειά του εντός άλλου κράτους μέλους - Άρνηση χορηγήσεως των παροχών δυνάμει της εθνικής ρυθμίσεως του πρώτου κράτους μέλους - Επιτρεπτό

(Κανονισμός 1408/71, άρθρα 13 § 2, στοιχ. σττ, 73 και 74)

Περίληψη


5 Ο κανονισμός 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, έχει εφαρμογή σε ένα άτομο το οποίο, κατά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω κανονισμού εντός κράτους μέλους, διέμενε εντός του κράτους αυτού ως άνεργος, έχοντας εργασθεί εκεί προηγουμένως, και το οποίο ελάμβανε ως εκ τούτου επίδομα ανεργίας βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως του εν λόγω κράτους μέλους.

6 Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71, που προστέθηκε με τον κανονισμό 2195/91, δεν απαγορεύει το να εξαρτά η νομοθεσία κράτους μέλους το δικαίωμα ενός ατόμου, το οποίο σταμάτησε να ασκεί κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του, να συνεχίσει να υπόκειται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους από την προϋπόθεση ότι διατηρεί εκεί την κατοικία του.

Συγκεκριμένα, σκοπός της διατάξεως αυτής είναι ακριβώς να ρυθμίσει μια τέτοια κατάσταση και, προς τούτο, ορίζει ότι σ' ένα άτομο το οποίο δεν υπάγεται πλέον σε καμία νομοθεσία βάσει των λοιπών διατάξεων του άρθρου 13, παράγραφος 2, ή βάσει των διατάξεων των άρθρων 14 έως 17 του κανονισμού 1408/71, έχει εφαρμογή η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου το άτομο αυτό κατοικεί.

Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ηη, καλύπτει εξάλλου κάθε περίπτωση κατά την οποία η νομοθεσία ενός κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή σε ένα άτομο, για οποιοδήποτε λόγο, και όχι μόνον επειδή ο ενδιαφερόμενος σταμάτησε την επαγγελματική του δραστηριότητα είτε οριστικά είτε προσωρινά εντός συγκεκριμένου κράτους μέλους.

7 Πρέπει να εξομοιώνεται με οικογενειακό επίδομα, υπό την έννοια των άρθρων 1, στοιχείο καα, σημείο i, και 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, του κανονισμού 1408/71, το επίδομα που σκοπεί να επιτρέψει σε έναν από τους γονείς να αφιερωθεί στην ανατροφή ενός μικρού παιδιού, ειδικότερα δε να παράσχει ανταμοιβή για την ανατροφή του τέκνου, να αντισταθμίσει τα λοιπά έξοδα επιμέλειας και ανατροφής και, ενδεχομένως, να μετριάσει τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες από την απώλεια εισοδήματος λόγω μη ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.

8 Ο κανονισμός 1408/71 δεν απαγορεύει το να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους ότι ένα άτομο, το οποίο σταμάτησε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του, χάνει το δικαίωμα διατηρήσεως των οικογενειακών παροχών που χορηγούνται δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, για τον λόγο ότι μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο ζει με τα μέλη της οικογενείας του.

Συγκεκριμένα, ένα άτομο που μετέφερε την κατοικία του και ζει με τα μέλη της οικογενείας του εντός άλλου κράτους μέλους δεν πληροί τις προϋποθέσεις ούτε του άρθρου 73 ούτε του άρθρου 74 του κανονισμού 1408/71, στον βαθμό που ούτε ο ίδιος ούτε τα μέλη της οικογενείας του κατοίκησαν ποτέ εντός κράτους μέλους άλλου από εκείνο του οποίου η νομοθεσία είχε εφαρμογή επ' αυτού. Τούτο δε ειδικότερα διότι ένα άτομο που τελεί σε μια τέτοια κατάσταση, μετά τη μεταφορά της κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-275/96,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Kammarrδtt i Sundsvall (Σουηδία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Anne Kuusijδrvi

και

Riksfφrsδkringsverket,

">η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως τροποποιήθηκαν και ενημερώθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (EE L 230, σ. 6), και όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2195/91 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1991 (EE L 206, σ. 2),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Ragnemalm, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen (εισηγητή), G. F. Mancini, J. L. Murray και G. Hirsch, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs

γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- ο Riksfφrsδkringsverk, εκπροσωπούμενος από τον H. Almstrφm, socialfφrsδkringsombud στον Riksfφrsδkringsverk,

- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Brattgεrd, departmentsrεd στο Υπουργείο Εξωτερικών,

- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. G. Lammers, νομικό σύμβουλο,

- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον H. Rotkirch, πρέσβη, προϋστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,

- η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Rygnestad, προϋστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. Hillenkamp, νομικό σύμβουλο, και K. Simonsson, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Riksfφrsδkringsverk, εκπροσωπουμένου από τις A. M. Stenberg και I. Andersson, δικηγόρους Στοκχόλμης, της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον E. Brattgεrd, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον M. Fierstra, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την T. Pynnδ, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον K. Simonsson, κατά τη συνεδρίαση της 6ης Νοεμβρίου 1997,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1997,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 6ης Αυγούστου 1996, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Αυγούστου 1996, το Kammarrδtt i Sundsvall υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως τροποποιήθηκαν και ενημερώθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (EE L 230, σ. 6), και όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2195/91 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1991 (EE L 206, σ. 2).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Α. Kuusijδrvi, Φινλανδής υπηκόου, και του Riksfφrsδkringsverk (σουηδικού οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως), όσον αφορά το δικαίωμα της Α. Kuusijδrvi επί της διατηρήσεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, καταβαλλομένων βάσει της σουηδικής νομοθεσίας, μετά τη μετοίκησή της στη Φινλανδία όπου δεν ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα.

3 Η Α. Kuusijδrvi εργάστηκε στη Σουηδία επί ένδεκα μήνες, μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου 1993. Εν συνεχεία έλαβε επίδομα ανεργίας μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 1994, ημερομηνία κατά την οποία γέννησε τέκνο. Της χορηγήθηκε εν συνεχεία το επίδομα τέκνου που προβλέπεται στη σουηδική νομοθεσία, καθώς και η παροχή που αποκαλείται fφrδldrapenning (στο εξής: γονικό επίδομα) και η οποία καταβάλλεται λόγω γεννήσεως τέκνου και διέπεται από το κεφάλαιο 4 του lag (1962:381) om allmδn fφrsδkring (σουηδικού νόμου περί του γενικού καθεστώτος κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: νόμος).

4 Σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 4 του νόμου αυτού, ο γονέας δικαιούται το γονικό επίδομα λόγω γεννήσεως τέκνου επί 450 ημέρες κατ' ανώτατο όριο, τούτο δε μέχρι την ημέρα κατά την οποία το τέκνο συμπληρώνει την ηλικία των 8 ετών ή, το αργότερο, μέχρι το τέλος του πρώτου σχολικού έτους, υπό την προϋπόθεση ότι είναι εγγεγραμμένος ως ασφαλισμένος στο γενικό ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως επί τουλάχιστον 180 συνεχείς ημέρες πριν από την ημερομηνία της ενάρξεως της καταβολής του επιδόματος.

5 Από τις παρατηρήσεις της Σουηδικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της ισχύος της συμφωνίας για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο (ΕΕ 1994, L 1, σ. 1), την 1η Ιανουαρίου 1994, η οποία κατέστησε εφαρμοστέο στη Σουηδία τον κανονισμό 1408/71, η κυβέρνηση αυτή είχε δηλώσει το εν λόγω επίδομα, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, ως επίδομα μητρότητας.

6 Στις 24 Μαου 1994, η Α. Kuusijδrvi ενημέρωσε το ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο ήταν εγγεγραμμένη σχετικά με την πρόθεσή της να μετοικήσει στη Φινλανδία και ρώτησε αν θα συνέχιζε να λαμβάνει το γονικό επίδομα μετά την ως άνω αλλαγή κατοικίας. Την 1η Ιουλίου 1994, η Α. Kuusijδrvi εγκαταστάθηκε στη Φινλανδία, χωρίς να ασκήσει εκεί επαγγελματική δραστηριότητα.

7 Η αίτηση της Α. Kuusijδrvi σχετικά με τη διατήρηση του γονικού επιδόματος μετά τη μεταφορά της κατοικίας της στη Φινλανδία απορρίφθηκε από το Norrbottens lδns allmδnna fφrsδkringskassa (γενικό ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως της διοικητικής περιφέρειας του Norrbotten), με το αιτιολογικό ότι είχε φύγει από τη Σουηδία για να εγκατασταθεί στη Φινλανδία την 1η Ιουλίου 1994 και ότι, στις 2 Ιουλίου 1994 είχε διαγραφεί από το μητρώο του σουηδικού ταμείου κοινωνικής ασφαλίσεως.

8 Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κεφαλαίου 1 του νόμου, υπάγονται στην κοινωνική ασφάλιση οι Σουηδοί πολίτες και οι μη Σουηδοί υπήκοοι που κατοικούν στο έδαφος του Βασιλείου. Ο ασφαλισμένος που φεύγει από τη Σουηδία θεωρείται ότι συνεχίζει να κατοικεί στη Σουηδία αν η διαμονή του στην αλλοδαπή δεν πρόκειται να διαρκέσει πλέον του έτους κατ' ανώτατο όριο.

9 Κατά το άρθρο 4 του κεφαλαίου 1 του νόμου, κάθε ασφαλισμένος βάσει του νόμου αυτού εγγράφεται σε ένα γενικό ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως από τον μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνει την ηλικία των 16 ετών, υπό την προϋπόθεση ότι κατοικεί στο έδαφος του Βασιλείου, και, σύμφωνα με το άρθρο 5, το γενικό ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να διαγράφει τον ασφαλισμένο από το μητρώο του αφ' ης λάβει γνώση του γεγονότος ότι το άτομο αυτό δεν πρέπει πλέον να περιλαμβάνεται στο μητρώο του.

10 Όσον αφορά την προϋπόθεση περί κατοικίας στο έδαφος του Βασιλείου, οι Riksfφrsδkringsverkets fφreskrifter (RFFS 1985:16) om inskrivning och avregistrering hos allmδn fφrsδkringskassa (εγκύκλιοι του σουηδικού οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως περί της εγγραφής και της διαγραφής από το μητρώο των γενικών ταμείων κοινωνικής ασφαλίσεως) διευκρινίζουν ότι ένα άτομο θεωρείται ότι κατοικεί στη Σουηδία αν κατοικεί πράγματι στο κράτος αυτό, αν μεταβαίνει στη Σουηδία με την πρόθεση να διαμείνει μόνιμα ή αν έχει την πρόθεση να διαμείνει εκεί προσωρινά, για διάστημα μεγαλύτερο του έτους, για να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα ή για σπουδές. Επί πλέον, ένα άτομο που δικαιούται παροχές βάσει της σουηδικής νομοθεσίας κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1408/71 θεωρείται ότι κατοικεί στη Σουηδία ενόσω έχει δικαίωμα τέτοιων παροχών, έστω και αν δεν πληροί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις περί κατοικίας.

11 Οι εγκύκλιοι του εθνικού οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως διευκρινίζουν επίσης ότι, αν ο ασφαλισμένος μεταφέρει την κατοικία του σε άλλη χώρα του Βορρά με την πρόθεση να κατοικήσει εκεί για διάστημα πλέον του έτους, διαγράφεται από το μητρώο του γενικού ταμείου κοινωνικής ασφαλίσεως από της ημερομηνίας κατά την οποία παύει να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο πληθυσμού της Σουηδίας. Ωστόσο, αν ένα άτομο υπαγόμενο στον κανονισμό 1408/71 μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος, διαγράφεται από το μητρώο του ταμείου κοινωνικής ασφαλίσεως αφ' ης στιγμής υπαχθεί, σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, στη νομοθεσία του κράτους υποδοχής, έστω και αν η προβλεπόμενη διάρκεια της διαμονής σε αυτό το άλλο κράτος μέλος είναι μικρότερη του έτους.

12 Δεδομένου ότι το Lδnsrδtt i Norrbottens lδn απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η Α. Kuusijδrvi κατά, αφενός, της αποφάσεως με την οποία δεν της αναγνωρίστηκε η διατήρηση του δικαιώματος επί του επίμαχου επιδόματος μετά τη μεταφορά της κατοικίας της στη Φινλανδία και, αφετέρου, της διαγραφής της από το μητρώο του σουηδικού ταμείου κοινωνικής ασφαλίσεως, η Α. Kuusijδrvi άσκησε έφεση ενώπιον του Kammarrδtt i Sundsvall.

13 Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, η Α. Kuusijδrvi επικαλέστηκε το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει τα εξής:

«1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη ενδεχομένως οι διατάξεις του άρθρου 18, και:

(...)

β) ο οποίος, αφού απέκτησε το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμοδίου φορέα, έλαβε την έγκριση του φορέα αυτού να επιστρέψει στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ή να μεταφέρει την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·

(...)

έχει δικαίωμα:

(...)

ii) παροχών εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτόν (...).»

14 Η A. Kuusijδrvi ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, είχε δικαίωμα, σε περίπτωση μητρότητας, επί της διατηρήσεως των εις χρήμα παροχών υπό τη μορφή του γονικού επιδόματος, ακόμη και μετά τη μετοίκησή της στη Φινλανδία, τούτο δε για όσο χρόνο το δικαίωμα αυτό παρέχεται στα άτομα που κατοικούν στη Σουηδία.

15 Ο σουηδικός οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως, ο οποίος ως οργανισμός δημοσίου δικαίου παρίσταται ως εφεσίβλητος ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, υποστήριξε ότι το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος μητρότητας που αναγνωρίστηκε στην Α. Kuusijδrvi βάσει του σουηδικού νόμου είχε παύσει να υφίσταται συνεπεία του ότι, μετά τη μεταφορά της κατοικίας της στη Φινλανδία, δεν πληρούσε πλέον την προϋπόθεση περί κατοικίας στη Σουηδία, οπότε δεν είχε πλέον εφαρμογή σ' αυτήν η σουηδική νομοθεσία.

16 Συναφώς, ο σουηδικός οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως παρέπεμψε, αφενός, στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71, το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό 2195/91 και προβλέπει ότι «το άτομο στο οποίο η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή, χωρίς νομοθεσία άλλου κράτους μέλους να καταστεί εφαρμοστέα κι αυτό σύμφωνα με έναν από τους κανόνες που αναφέρονται στα προηγούμενα στοιχεία ή με μία από τις εξαιρέσεις ή ειδικούς κανόνες που αναφέρονται στα άρθρα 14 έως 17, υπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής και μόνον της νομοθεσίας» και, αφετέρου, στο άρθρο 10β του κανονισμού 574/72, το οποίο επίσης προστέθηκε με τον κανονισμό 2195/91 και σύμφωνα με το οποίο «Η ημερομηνία και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να εφαρμόζεται σε ένα άτομο που αναφέρεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής».

17 Το εθνικό δικαστήριο, θεωρώντας ότι για τη λύση της διαφοράς που του υποβλήθηκε ήταν αναγκαία η ερμηνεία ορισμένων διατάξεων των κανονισμών 1408/71 και 574/72, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Έχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 εφαρμογή επί ατόμου το οποίο, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού εντός της Σουηδίας, μετοίκησε από τη Φινλανδία στη Σουηδία όπου και εργάστηκε, αλλά το οποίο δεν εργαζόταν στη Σουηδία όταν ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ εντός της Σουηδίας και δεν έφθασε στη Σουηδία ως άνεργος αφότου ο κανονισμός κατέστη εφαρμοστέος στη Σουηδία, αλλ' απλώς κατοικούσε εκεί κατά το χρονικό αυτό σημείο ως άνεργος αφού είχε προηγουμένως συμπληρώσει περίοδο απασχολήσεως και ελάμβανε σουηδικό επίδομα ανεργίας; Μπορεί δηλαδή ένα άτομο, με αυτά τα δεδομένα, να ισχυρισθεί ότι, μετά την 1η Ιανουαρίου 1994, καλύπτεται, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, από τη σουηδική νομοθεσία όσον αφορά το δικαίωμα επί σουηδικών κοινωνικοασφαλιστικών παροχών υπό τη μορφή γονικού επιδόματος (fφrδldrapenning);

Αν στο ερώτημα αυτό δοθεί καταφατική απάντηση, ζητείται απάντηση και στα ακόλουθα ερωτήματα:

2) Έχει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 10β του κανονισμού (EOK) 574/72, την έννοια ότι δεν απαγορεύεται η εκ μέρους κράτους μέλους θέσπιση προϋποθέσεως περί κατοικίας εντός της χώρας για να μπορεί ένα άτομο, το οποίο έπαυσε να εργάζεται εκεί, να εξακολουθεί να καλύπτεται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού όσον αφορά τις χρηματικές παροχές μητρότητας;

3) Έχει το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι ένα άτομο που έχει αρχίσει να λαμβάνει χρηματικές παροχές μητρότητας εντός του αρμόδιου κράτους εξακολουθεί να δικαιούται, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, τις εν λόγω χρηματικές παροχές όταν μετοικεί σε άλλο κράτος μέλος μόνον υπό τον όρον ότι το εν λόγω άτομο πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζει το αρμόδιο κράτος, περιλαμβανομένης δηλαδή της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεως ότι το ενδιαφερόμενο άτομο πρέπει να κατοικεί στο έδαφός του, ή πρέπει το άρθρο 22 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαίωμα αυτό υφίσταται ενόσω το εν λόγω άτομο πληροί όλες τις προϋποθέσεις της εθνικής νομοθεσίας του κράτους από το οποίο μετοικεί εκτός από την προϋπόθεση περί κατοικίας;»

Επί του πρώτου ερωτήματος

18 Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται σε άτομο το οποίο, κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού εντός κράτους μέλους, διέμενε στο κράτος αυτό ως άνεργος, αφού είχε προηγουμένως ασκήσει εκεί επάγγελμα, και το οποίο ελάμβανε ως εκ τούτου επίδομα ανεργίας βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως αυτού του κράτους μέλους.

19 Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 ορίζεται στο άρθρο του 2. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, ο κανονισμός ισχύει για τους μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη.

20 Οι όροι «μισθωτός» και «μη μισθωτός» που χρησιμοποιεί το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζονται στο άρθρο 1, στοιχείο αα. Με τους όρους αυτούς νοείται κάθε άτομο το οποίο είναι ασφαλισμένο στο πλαίσιο ενός από τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, κατά των κινδύνων και υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη (αποφάσεις της 3ης Μαου 1990, C-2/89, Kits van Heijningen, Συλλογή 1990, σ. Ι-1755, σκέψη 9, και της 30ής Ιανουαρίου 1997, C-4/95 και C-5/95, Stφber και Piosa Pereira, Συλλογή 1997, σ. Ι-511, σκέψη 27).

21 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, με την απόφαση της 12ης Μαου 1998, C-85/96, Martνnez Sala (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 36), έχει την ιδιότητα του εργαζομένου, υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, όποιος είναι ασφαλισμένος, έστω και κατά ενός μόνο κινδύνου, δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο γενικού ή ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως διαλαμβανομένου στο άρθρο 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71, τούτο δε ανεξάρτητα από την ύπαρξη εργασιακής σχέσεως.

22 Την ιδιότητα αυτή έχει βεβαίως ένα άτομο το οποίο τελεί σε ανεργία εντός κράτους μέλους και λαμβάνει εκεί επίδομα ανεργίας βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους αυτού.

23 Το γεγονός ότι το άτομο αυτό τελούσε ήδη σε ανεργία κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1408/71 εντός του εν λόγω κράτους μέλους και ελάμβανε επίδομα ανεργίας βάσει εργασίας που είχε παράσχει εκεί πριν από τον χρόνο αυτό δεν είναι ικανό να το αποκλείσει από το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.

24 Συγκεκριμένα, το άρθρο 94, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει ρητώς ότι δικαίωμα γεννάται, δυνάμει του κανονισμού αυτού, ακόμη και αν αναφέρεται σε γεγονός προγενέστερο της ημερομηνίας εφαρμογής του στο έδαφος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους.

25 Ομοίως, το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι κάθε περίοδος ασφαλίσεως, καθώς και, ενδεχομένως, κάθε περίοδος απασχολήσεως ή κατοικίας, η οποία συμπληρώθηκε από τη νομοθεσία κράτους μέλους προ της ημερομηνίας εφαρμογής του κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού.

26 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1408/71 έχει εφαρμογή σε ένα άτομο το οποίο, κατά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω κανονισμού εντός κράτους μέλους, διέμενε εντός του κράτους αυτού ως άνεργος, έχοντας εργασθεί εκεί προηγουμένως, και το οποίο ελάμβανε ως εκ τούτου επίδομα ανεργίας βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως του εν λόγω κράτους μέλους.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

27 Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν αντίκειται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71, που προστέθηκε με τον κανονισμό 2195/91, το να εξαρτά η νομοθεσία κράτους μέλους το δικαίωμα ενός ατόμου, το οποίο έπαυσε να ασκεί οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του, να συνεχίσει να υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού από την προϋπόθεση διατηρήσεως της κατοικίας του στο κράτος αυτό.

28 Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να τονιστεί ότι, οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1408/71, τμήμα των οποίων αποτελεί το άρθρο 13, συνιστούν ένα πλήρες και ομοιόμορφο σύστημα κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Με τις εν λόγω διατάξεις δεν σκοπείται μόνον η αποφυγή της ταυτόχρονης εφαρμογής περισσοτέρων εθνικών νομοθεσιών και των εντεύθεν δυναμένων να προκύψουν περιπλοκών, αλλ' επίσης και η αποφυγή του ενδεχομένου τα υπαγόμενα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 άτομα να στερούνται προστασίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω ελλείψεως οποιασδήποτε εφαρμοστέας νομοθεσίας (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Kits van Heijningen, σκέψη 12).

29 Πρέπει εν συνεχεία να τονιστεί ότι μοναδικός σκοπός των διατάξεων του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι ο καθορισμός της εθνικής νομοθεσίας που έχει εφαρμογή στα άτομα τα οποία τελούν σε μία από τις καταστάσεις που διαλαμβάνονται στα στοιχεία του αα έως σττ. Οι διατάξεις αυτές δεν αποσκοπούν στον καθορισμό των προϋποθέσεων της συστάσεως του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή σε κάποιο κλάδο ενός τέτοιου συστήματος. Όπως έχει κρίνει επανειλημμένα το Δικαστήριο, εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίζει τις προϋποθέσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη λήξη της υπαγωγής (βλ., στο πνεύμα αυτό, τις αποφάσεις Kits van Heijningen, όπ.π., σκέψη 19, και της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-245/88, Daalmeijer, Συλλογή 1991, σ. Ι-555, σκέψη 15).

30 Είναι αληθές ότι τα κράτη μέλη, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις συστάσεως του δικαιώματος υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, οφείλουν να τηρούν τις ισχύουσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και, ειδικότερα, δεν μπορούν να αποκλείουν από την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας τα άτομα στα οποία η νομοθεσία αυτή έχει εφαρμογή δυνάμει του κανονισμού 1408/71 (προπαρατεθείσα απόφαση Kits van Heijningen, σκέψη 20).

31 Το Δικαστήριο έκρινε συνεπώς με την προπαρατεθείσα απόφαση Kits van Heijningen, σκέψη 21, ότι το γεγονός ότι η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εξαρτά την υπαγωγή στο προβλεπόμενο από τη νομοθεσία αυτή ασφαλιστικό σύστημα ενός ατόμου ασκούντος έμμισθη δραστηριότητα στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους από την προϋπόθεση ότι το άτομο αυτό κατοικεί εκεί στερεί από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει ότι το πρόσωπο που ασκεί έμμισθη δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

32 Πρέπει ωστόσο να διαπιστωθεί ότι το γεγονός ότι η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εξαρτά το δικαίωμα ενός ατόμου, το οποίο διέκοψε κάθε έμμισθη δραστηριότητα στο έδαφός του και το οποίο δεν πληροί συνεπώς πλέον τις προϋποθέσεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71, να υπαχθεί ή να εξακολουθήσει να υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους αυτού από την προϋπόθεση ότι το άτομο αυτό έχει την κατοικία του στο έδαφός του δεν είναι ικανό να στερήσει την πρακτική αποτελεσματικότητα από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού αυτού ούτε να αποκλείσει το ενδιαφερόμενο άτομο από την εφαρμογή κάθε κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, ειδικότερα εκείνης που έχει εφαρμογή δυνάμει του κανονισμού 1408/71.

33 Αντιθέτως, σκοπός του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, είναι ακριβώς να ρυθμίσει μια τέτοια κατάσταση και, προς τούτο, ορίζει ότι σ' ένα άτομο το οποίο δεν υπάγεται πλέον σε καμία νομοθεσία βάσει των λοιπών διατάξεων του άρθρου 13, παράγραφος 2, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το στοιχείο αα, ή βάσει των διατάξεων των άρθρων 14 έως 17 του κανονισμού 1408/71, έχει εφαρμογή η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου το άτομο αυτό κατοικεί.

34 Επομένως, σ' ένα άτομο που διέκοψε κάθε έμμισθη δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους και το οποίο, συνεπώς, δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, ούτε τις προϋποθέσεις κάποιας άλλης διατάξεως του κανονισμού 1408/71 για να υπαχθεί στη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, έχει εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, και βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου το άτομο αυτό κατοικεί, είτε η νομοθεσία του κράτους όπου άσκησε προηγουμένως έμμισθη δραστηριότητα, εφόσον εξακολουθεί να κατοικεί εκεί, είτε η νομοθεσία του κράτους στο οποίο, ενδεχομένως, μετέφερε την κατοικία του.

35 Η Σουηδική και η Νορβηγική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ωστόσο ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή παρά μόνον αν το ενδιαφερόμενο άτομο, το οποίο μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος, διέκοψε οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα. Οι κυβερνήσεις αυτές φρονούν ότι ένα άτομο το οποίο σταμάτησε να εργάζεται απλώς προσωρινά εξακολουθεί να υπάγεται, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεώς του, ακόμη και αν μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος.

36 Οι δύο κυβερνήσεις παραπέμπουν, στο πλαίσιο αυτό, στην απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 302/84, Ten Holder (Συλλογή 1986, σ. 1821), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος παύει να εργάζεται στο έδαφος κράτους μέλους και δεν μετέβη για να εργαστεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεώς του, ανεξάρτητα από τον χρόνο που παρήλθε από τη λήξη της απασχολήσεως και το τέλος της εργασιακής σχέσεως. Οι ως άνω κυβερνήσεις προσθέτουν ότι από την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-140/88, Noij (Συλλογή 1991, σ. Ι-387, σκέψεις 9 και 10), μεταξύ άλλων, προκύπτει ότι μόνον οι εργαζόμενοι που σταμάτησαν οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71 (βλ., στο πνεύμα αυτό, απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, C-215/90, Twomey, Συλλογή 1992, σ. Ι-1823, σκέψη 10).

37 Η Ολλανδική Κυβέρνηση και, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Φινλανδική Κυβέρνηση αντέταξαν ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71 θέτει ένα ρητό κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ο οποίος εφαρμόζεται σε καταστάσεις όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης στις οποίες, για οποιοδήποτε λόγο, ένα άτομο σταμάτησε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα εντός ορισμένου κράτους μέλους και κατοικεί εντός άλλου κράτους μέλους χωρίς να εργάζεται εκεί, οπότε η νομολογία που απορρέει από την προπαρατεθείσα απόφαση Ten Holder κατέστη έωλη.

38 Η Επιτροπή φρονεί ότι η νομολογία αυτή εξακολουθεί να ισχύει και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71 έχει εφαρμογή μόνον από την ημερομηνία λήξεως του δικαιώματος επί παροχής εντός του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έχει σταματήσει οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα.

39 Συναφώς, διαπιστώνεται κατ' αρχάς ότι από κανένα στοιχείο του κειμένου του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71 δεν προκύπτει ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνο στους εργαζομένους οι οποίοι έχουν οριστικά σταματήσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα και όχι σε εκείνους οι οποίοι απλώς σταμάτησαν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες εντός ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους.

40 Απεναντίας, η διάταξη αυτή έχει πολύ γενική διατύπωση ούτως ώστε να καλύπτει κάθε περίπτωση κατά την οποία η νομοθεσία ενός κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή σε ένα άτομο, για οποιοδήποτε λόγο, και όχι μόνον επειδή ο ενδιαφερόμενος σταμάτησε την επαγγελματική του δραστηριότητα είτε οριστικά είτε προσωρινά εντός συγκεκριμένου κράτους μέλους.

41 Ο περιορισμός της εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71 στην περίπτωση οριστικής παύσεως κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας θα ισοδυναμούσε με αφαίρεση μέρους της ουσίας της διατάξεως αυτής.

42 Πρέπει να τονισθεί εν συνεχεία ότι, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2195/91, το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, προστέθηκε στον κανονισμό 1408/71 κατόπιν της εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ten Holder.

43 Η απόφαση αυτή αφορούσε την κατάσταση ενός ατόμου το οποίο είχε διακόψει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες στο έδαφος ενός κράτους μέλους, όπου ελάμβανε επίδομα ασθενείας δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους αυτού, και το οποίο μετοίκησε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους χωρίς να ασκήσει εκεί δραστηριότητα ενόσω ετύγχανε του εν λόγω επιδόματος ασθενείας, αλλά δεν προέκυπτε ότι είχε οριστικά σταματήσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα και ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει εκ νέου μια τέτοια δραστηριότητα εντός του νέου κράτους κατοικίας του.

44 Μολονότι καμία διάταξη του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1408/71 δεν ρύθμιζε ρητώς την κατάσταση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε, με την προπαρατεθείσα απόφαση Ten Holder, ότι στην περίπτωση του ως άνω ατόμου εξακολουθεί να έχει εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο το άτομο αυτό απασχολήθηκε για τελευταία φορά.

45 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, προσθέτοντας το στοιχείο σττ στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, θέλησε να ρυθμίσει ρητώς την περίπτωση των ατόμων που τελούν σε μια τέτοια κατάσταση.

46 Αυτό εξάλλου προκύπτει, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 56 των προτάσεών του, από την αιτιολογική έκθεση της προτάσεως τροποποιήσεως της Επιτροπής που κατέληξε στη θέσπιση του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ. Σύμφωνα με αυτή την αιτιολογική έκθεση, πράγματι, επρόκειτο για την κάλυψη ενός «κενού» στον τίτλο ΙΙ του κανονισμού 1408/71, το οποίο η προπαρατεθείσα απόφαση Ten Holder είχε αποκαλύψει και το οποίο απέρρεε από το ότι «δεν (υπήρχε) ρητή διάταξη που να προσδιορίζει τη νομοθεσία που θα εφαρμόζεται για τα άτομα τα οποία έπαυσαν να ασκούν οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους και διαμένουν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους».

47 Επιβεβαίωση της προαναφερθείσας ερμηνείας μπορεί εξάλλου να βρεθεί σε μια άλλη τροποποίηση την οποία ο κοινοτικός νομοθέτης επέφερε εκ παραλλήλου στη σχετική ρύθμιση και η οποία, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2195/91, συνδέεται στενά με τη θέσπιση του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ.

48 Σύμφωνα με αυτή την αιτιολογική σκέψη, πράγματι, η προσθήκη του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, στον κανονισμό 1408/71 είχε ως συνέπεια μια προσαρμογή του άρθρου του 17, το οποίο επιτρέπει σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, στις αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών ή στους οργανισμούς που ορίζονται από τις αρχές αυτές να προβλέπουν με κοινή συμφωνία εξαιρέσεις από τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 16.

49 Κατόπιν όμως της προσαρμογής αυτής, μπορούν πλέον να αποφασίζονται τέτοιες εξαιρέσεις όχι μόνο προς το συμφέρον των ατόμων που ασκούν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα, αλλά και προς το συμφέρον όλων των ατόμων, χωρίς διακρίσεις, είτε ασκούν τέτοια δραστηριότητα είτε όχι.

50 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71, αφενός, έχει εφαρμογή σ' ένα άτομο που σταμάτησε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες στο έδαφος κράτους μέλους και μετέφερε την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και, αφετέρου, δεν απαγορεύει το να εξαρτά η νομοθεσία κράτους μέλους την υπαγωγή σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους αυτού από μια προϋπόθεση περί κατοικίας.

51 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71, που προστέθηκε με τον κανονισμό 2195/91, δεν απαγορεύει το να εξαρτά η νομοθεσία κράτους μέλους το δικαίωμα ενός ατόμου, το οποίο σταμάτησε να ασκεί κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του, να συνεχίσει να υπόκειται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους από την προϋπόθεση ότι διατηρεί εκεί την κατοικία του.

Επί του τρίτου ερωτήματος

52 Με το τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71 απαγορεύει το να προβλέπει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους ότι ένα άτομο, το οποίο σταμάτησε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του, χάνει το δικαίωμα διατηρήσεως γονικού επιδόματος, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, για τον λόγο ότι μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος.

53 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί κατ' αρχάς ότι το άρθρο 22 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1, που τιτλοφορείται «Ασθένεια και Μητρότητα», του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71 και ότι η εφαρμογή του προϋποθέτει, επομένως, ότι το επίμαχο στο πλαίσιο της κύριας δίκης γονικό επίδομα συνιστά παροχή ασθένειας ή μητρότητας υπό την έννοια του κανονισμού αυτού.

54 Πρέπει εν συνεχεία να υπενθυμιστεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως, κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1408/71 επί του σουηδικού εδάφους, η Σουηδική Κυβέρνηση είχε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71, δηλώσει το γονικό επίδομα ως επίδομα μητρότητας.

55 Ωστόσο, με τις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου η Σουηδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 10ης Οκτωβρίου 1996, C-245/94 και C-312/94, Hoever και Zachow (Συλλογή 1996, σ. Ι-4895), η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης παροχή πρέπει πλέον να θεωρείται οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71.

56 Προκειμένου να δοθεί μια χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει, υπό τις συνθήκες αυτές, το επίμαχο στο πλαίσιο της κύριας δίκης γονικό επίδομα να χαρακτηριστεί βάσει του κανονισμού 1408/71.

57 Κατά πάγια νομολογία, μια παροχή θεωρείται παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 στο μέτρο που χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική και συνεπαγόμενη διακρίσεις εκτίμηση των ατομικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως και εφόσον έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (απόφαση της 5ης Μαρτίου 1998, C-160/96, Molenaar, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 20).

58 Όσον αφορά την πρώτη από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, δεν αμφισβητείται ότι οι διατάξεις περί της χορηγήσεως του γονικού επιδόματος παρέχουν στους δικαιούχους ένα από τον νόμο καθοριζόμενο δικαίωμα και ότι το επίδομα αυτό χορηγείται στα άτομα που πληρούν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς καμία ατομική και συνεπαγόμενη διακρίσεις εκτίμηση των ατομικών αναγκών τους.

59 Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο καα, σημείο i, του κανονισμού 1408/71, «ως "οικογενειακή παροχή", νοείται κάθε παροχή σε είδος ή σε χρήμα προοριζόμενη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, με εξαίρεση τα ειδικά επιδόματα τοκετού που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ».

60 Από την προπαρατεθείσα απόφαση Hoever και Zachow προκύπτει ότι πρέπει να εξομοιώνεται με οικογενειακό επίδομα, υπό την έννοια των άρθρων 1, στοιχείο καα, σημείο i, και 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, του κανονισμού 1408/71, το επίδομα που σκοπεί να επιτρέψει σε έναν από τους γονείς να αφιερωθεί στην ανατροφή ενός μικρού παιδιού, ειδικότερα δε να παράσχει ανταμοιβή για την ανατροφή του τέκνου, να αντισταθμίσει τα λοιπά έξοδα επιμέλειας και ανατροφής και, ενδεχομένως, να μετριάσει τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες από την απώλεια εισοδήματος λόγω μη ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.

61 Από τη δικογραφία όμως προκύπτει ότι το επίμαχο στο πλαίσιο της κύριας δίκης γονικό επίδομα πληροί τα κριτήρια αυτά.

62 Το επίδομα αυτό, το οποίο χορηγείται λόγω γεννήσεως τέκνου, καταβάλλεται πράγματι στους γονείς από κοινού επί μέγιστη συνολική περίοδο 450 ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας από τους γονείς δικαιούται να μην εργάζεται, τούτο δε μέχρις ότου το τέκνο συμπληρώσει την ηλικία των οκτώ ετών ή, το αργότερο, μέχρι το τέλος του πρώτου σχολικού έτους του. Όταν οι γονείς ασκούν από κοινού την επιμέλεια του τέκνου, έκαστος αυτών δικαιούται το επίδομα για περίοδο ίση προς το ήμισυ του χρόνου καταβολής του. Ο γονέας που έχει την αποκλειστική επιμέλεια του τέκνου μπορεί να λαμβάνει το γονικό επίδομα για όλη την προβλεπόμενη περίοδο.

63 Μολονότι η μητέρα δικαιούται το γονικό επίδομα από την εξηκοστή ημέρα πριν από την προβλεπόμενη ημέρα γεννήσεως του τέκνου, ωστόσο, κατά το μεγαλύτερο τμήμα της περιόδου χορηγήσεως, το δικαίωμα επί του γονικού επιδόματος ανήκει στον γονέα που έχει την κύρια επιμέλεια του τέκνου, οπότε ο δικαιούχος μπορεί να είναι επίσης ο πατέρας.

64 Περαιτέρω, το ύψος του επιδόματος είναι ευθέως ανάλογο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και επιφυλάξεις, προς το ύψος του επαγγελματικού εισοδήματος του δικαιούχου γονέα. Συγκεκριμένα, ο δικαιούχος γονέας, υπό την προϋπόθεση ότι υπαγόταν σε ταμείο υγείας επί τουλάχιστον 240 συνεχείς ημέρες πριν από τη γέννηση ή την προβλεπόμενη ημερομηνία γεννήσεως, δικαιούται, επί 360 από τις 450 ημέρες κατά τις οποίες οφείλεται το γονικό επίδομα, να λαμβάνει επίδομα του οποίου το ύψος υπερβαίνει το εγγυημένο κατώτατο όριο των 60 σουηδικών κορωνών (SKR) ημερησίως και αντιστοιχεί, κατά γενικό κανόνα, στο 75 % του επαγγελματικού εισοδήματος που αποκτούσε προηγουμένως.

65 Από τους κανόνες αυτούς προκύπτει ότι σκοπός του γονικού επιδόματος είναι, αφενός, να παράσχει τη δυνατότητα στους γονείς να αφιερωθούν, εναλλακτικώς, στην επιμέλεια του νεαρού τέκνου, τούτο δε μέχρι την έναρξη της σχολικής ηλικίας, και, αφετέρου, να αντισταθμίσει σε ορισμένο βαθμό την απώλεια του εισοδήματος που υφίσταται ο γονέας ο οποίος αφιερώνεται στην επιμέλεια του τέκνου λόγω του ότι προσωρινά δεν ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του.

66 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει αναφορά στις διατάξεις που αφορούν τα οικογενειακά επιδόματα και αποτελούν το κεφάλαιο 7 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71, για να καθοριστεί αν ένα άτομο που τελεί σε κατάσταση όμοια με εκείνη της A. Kuusijδrvi δικαιούται να εξακολουθεί να λαμβάνει τις οικογενειακές παροχές που του είχαν χορηγηθεί βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, ακόμη και αφού σταμάτησε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους αυτού και μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος.

67 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (EE L 331, σ. 1), ορίζει ότι «Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI».

68 Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 17ης Μαου 1984, 101/83, Brusse (Συλλογή 1984, σ. 2223, σκέψη 30), το άρθρο αυτό δημιουργεί, υπέρ του εργαζομένου ο οποίος υπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους άλλου από το κράτος στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογενείας του, γνήσιο δικαίωμα χορήγησης των οικογενειακών παροχών που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία, το οποίο δεν μπορεί να θιγεί με την εφαρμογή ρήτρας, η οποία υπάρχει στη νομοθεσία αυτή και εξαιρεί από τα οικογενειακά επιδόματα τα άτομα που δεν κατοικούν στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.

69 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., στο πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 1981, 104/80, Beeck, Συλλογή 1981, σ. 503, σκέψεις 7 και 8· της 16ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes, Συλλογή 1992, σ. Ι-4839, σκέψη 28, και Hoever και Zachow, όπ.π., σκέψη 38), η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης και στην περίπτωση του εργαζομένου ο οποίος ζει με την οικογένειά του εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος του οποίου η νομοθεσία έχει εφαρμογή σ' αυτόν.

70 Το αυτό ισχύει και για το άρθρο 74 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3427/89, το οποίο εφαρμόζει τον κανόνα του άρθρου 73 στον άνεργο μισθωτό ή μη μισθωτό που λαμβάνει παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους.

71 Επιβάλλεται η διαπίστωση όμως ότι ένα άτομο που τελεί σε κατάσταση όμοια με εκείνη της εφεσείουσας της κύριας δίκης δεν πληροί τις προϋποθέσεις ούτε του άρθρου 73 ούτε του άρθρου 74 του κανονισμού 1408/71, στον βαθμό που ούτε η ίδια ούτε τα μέλη της οικογενείας της κατοίκησαν ποτέ εντός κράτους μέλους άλλου από εκείνο του οποίου η νομοθεσία είχε εφαρμογή επ' αυτής. Τούτο δε ειδικότερα διότι ένα άτομο που τελεί σε μια τέτοια κατάσταση, μετά τη μεταφορά της κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71, όπως προκύπτει από την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.

72 Πρέπει να διευκρινιστεί εξάλλου ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71, που προβλέπει ότι ορισμένες παροχές που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης, έχει εφαρμογή μόνο στις παροχές τις οποίες αναφέρει ρητώς, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται οι οικογενειακές παροχές.

73 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν απαγορεύει το να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους ότι ένα άτομο, το οποίο σταμάτησε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του, χάνει το δικαίωμα διατηρήσεως των οικογενειακών παροχών που χορηγούνται δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, για τον λόγο ότι μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο ζει με τα μέλη της οικογενείας του.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

74 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Σουηδική, η Ολλανδική, η Φινλανδική και η Νορβηγική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(έκτο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 6ης Αυγούστου 1996 το Kammarrδtt i Sundsvall, αποφαίνεται:

1) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, έχει εφαρμογή σε ένα άτομο το οποίο, κατά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω κανονισμού εντός κράτους μέλους, διέμενε εντός του κράτους αυτού ως άνεργος, έχοντας εργασθεί εκεί προηγουμένως, και το οποίο ελάμβανε ως εκ τούτου επίδομα ανεργίας βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως του εν λόγω κράτους μέλους.

2) Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού 1408/71, που προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2195/91 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1991, δεν απαγορεύει το να εξαρτά η νομοθεσία κράτους μέλους το δικαίωμα ενός ατόμου, το οποίο σταμάτησε να ασκεί κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του, να συνεχίσει να υπόκειται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους από την προϋπόθεση ότι διατηρεί εκεί την κατοικία του.

3) Ο κανονισμός 1408/71 δεν απαγορεύει το να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους ότι ένα άτομο, το οποίο σταμάτησε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του, χάνει το δικαίωμα διατηρήσεως των οικογενειακών παροχών που χορηγούνται δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, για τον λόγο ότι μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο ζει με τα μέλη της οικογένειάς του.