61996J0176

Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 13ης Απριλίου 2000. - Jyri Lehtonen και Castors Canada Dry Namur-Braine ASBL κατά Fédération royale belge des sociétés de basket-ball ASBL (FRBSB). - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal de première instance de Bruxelles - Βέλγιο. - Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων - Κανόνες ανταγωνισμού εφαρμοστέοι επί των επιχειρήσεων - Επαγγελματίες καλαθοσφαιριστές - Αθλητικοί κανόνες που διέπουν τη μετεγγραφή παικτών προερχομένων από άλλα κράτη μέλη. - Υπόθεση C-176/96.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2000 σελίδα I-02681


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1 Προδικαστικά ερωτήματα - Παραδεκτό - Ανάγκη παροχής στο Δικαστήριο επαρκών στοιχείων ως προς το πραγματικό και το νομοθετικό πλαίσιο

[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 (νυν άρθρο 234 ΕΚ)]

2 Κοινοτικό δίκαιο - Πεδίο εφαρμογής - Άθλημα ασκούμενο ως οικονομική δραστηριότητα - Εμπίπτει

[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 2 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 2 ΕΚ)]

3 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Διατάξεις της Συνθήκης - Πεδίο εφαρμογής - Αθλητικές δραστηριότητες - Όρια

[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 48 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ)]

4 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Διατάξεις της Συνθήκης - Πεδίο εφαρμογής - Διατάξεις ρυθμίζουσες συλλογικώς τη μισθωτή εργασία αλλά μη πηγάζουσες από δημόσια αρχή - Εμπίπτουν

[Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 48, 52 και 59 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 39 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ)]

5 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενος - Έννοια - Επαγγελματίας αθλητής υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος συνήψε σύμβαση εργασίας με σύλλογο άλλου κράτους μέλους προκειμένου να ασκήσει μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους αυτού

[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 48 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ)]

6 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Κανόνες που θεσπίζονται από αθλητικές οργανώσεις ενός κράτους μέλους και εξαρτούν τη συμμετοχή επαγγελματιών ποδοσφαιριστών προερχομένων από άλλο κράτος μέλος σε ορισμένες διοργανώσεις, από την τήρηση προθεσμιών μετεγγραφής - Ανεπίτρεπτο αν δεν δικαιολογείται αντικειμενικά

[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 48 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ)]

Περίληψη


1 H ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο απαιτεί όπως το εθνικό δικαστήριο καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, εξηγεί τις πραγματικές καταστάσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Οι επιταγές αυτές ισχύουν όλως ιδιαιτέρως σε ορισμένους τομείς, όπως ο τομέας του ανταγωνισμού, που χαρακτηρίζονται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις. Τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής δεν χρησιμεύουν μόνον στο να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προπαρατεθείσας διατάξεως, μόνες οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους. (βλ. σκέψεις 22-23)

2 Εν όψει των σκοπών της Κοινότητας, η άσκηση του αθλητισμού εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο κατά το μέτρο που συνιστά οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 2 ΕΚ). Τέτοια περίπτωση αποτελεί η δραστηριότητα των επαγγελματιών καλαθοσφαιριστών εφόσον αυτοί εκτελούν μισθωτή εργασία ή παρέχουν υπηρεσίες έναντι αμοιβής, η δε δραστηριότητα είναι πραγματική και αποτελεσματική και όχι τέτοιας φύσεως ώστε να εμφανίζεται ως καθαρά περιθωριακή και επουσιώδης. (βλ. σκέψεις 32, 43-44)

3 Οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων δεν αντιτίθενται σε ρυθμίσεις ή πρακτικές του τομέα του αθλητισμού, δυνάμει των οποίων αποκλείονται οι αλλοδαποί παίκτες από ορισμένες συναντήσεις για λόγους μη οικονομικής φύσεως που αφορούν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και το ειδικό πλαίσιο των συναντήσεων αυτών, και ενδιαφέρουν επομένως αποκλειστικά το άθλημα αυτό καθ' εαυτό, όπως συμβαίνει π.χ. με τις συναντήσεις μεταξύ εθνικών ομάδων διαφόρων χωρών. Πάντως, αυτός ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής των συγκεκριμένων διατάξεων δεν πρέπει να υπερβαίνει τον σκοπό για τον οποίο προβλέπεται και δεν μπορεί να προβληθεί προκειμένου να αποκλειστεί ολόκληρος ο αθλητικός τομέας από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. (βλ. σκέψη 34)

4 Οι κοινοτικές διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν διέπουν μόνο τη δράση των δημοσίων αρχών αλλά εκτείνονται και σε άλλης φύσεως κανόνες που σκοπούν να ρυθμίσουν συλλογικώς τη μισθωτή εργασία και την παροχή υπηρεσιών. Πράγματι, η κατάργηση, μεταξύ των κρατών μελών, των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών θα μπορούσε να διακυβευθεί αν εξουδετερωνόταν η κατάργηση των φραγμών κρατικής προελεύσεως από εμπόδια προερχόμενα από την άσκηση της νομικής αυτονομίας ενώσεων ή οργανισμών μη διεπομένων από το δημόσιο δίκαιο. (βλ. σκέψη 35)

5 Πρέπει να χαρακτηριστεί ως εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ) ο επαγγελματίας καλαθοσφαιριστής, υπήκοος ενός κράτους μέλους ο οποίος συνήψε σύμβαση εργασίας με σύλλογο άλλου κράτους μέλους προκειμένου να ασκήσει μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους αυτού και κατ' αυτόν τον τρόπο ανταποκρίθηκε σε πραγματική προσφορά εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης. (βλ. σκέψη 46)

6 Το άρθρο 48 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ) αντιτίθεται στην εφαρμογή κανόνων που θεσπίζονται σε κράτος μέλος από αθλητικές ενώσεις και απαγορεύουν σε ομάδα καλαθοσφαιρίσεως να χρησιμοποιεί σε αγώνες του εθνικού πρωταθλήματος παίκτες προερχομένους από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι μετεγγράφηκαν μετά από ορισμένη ημερομηνία, οσάκις η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη αυτής που εφαρμόζεται στις μετεγγραφές παικτών προελεύσεως ορισμένων τρίτων χωρών, εκτός αν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, αφορώντες αποκλειστικά τον αθλητισμό ή αναγόμενοι σε διαφορές μεταξύ της περιπτώσεως των παικτών που προέρχονται από ομοσπονδία ανήκουσα στην ευρωπαϋκή ζώνη και των παικτών που προέρχονται από ομοσπονδία μη ανήκουσα στη ζώνη αυτή, που δικαιολογούν τέτοια διαφορετική μεταχείριση. (βλ. σκέψη 60 και διατακτ.)

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-176/96,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de premiθre instance de Bruxelles (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Jyri Lehtonen,

Castors Canada Dry Namur-Braine ASBL

και

Fιdιration royale belge des sociιtιs de basket-ball ASBL (FRBSB),

παρεμβαίνουσα:

Ligue belge - Belgische Liga ASBL,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 6, 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 12 ΕΚ και 39 ΕΚ), 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. Hirsch και H. Ragnemalm (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: S. Alber

γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- ο Lehtonen και η Castors Canada Dry Namur-Braine ASBL, εκπροσωπούμενοι από τους L. Misson και B. Borbouse, δικηγόρους Λιέγης,

- η Fιdιration royale belge des sociιtιs de basket-ball ASBL (FRBSB), εκπροσωπούμενη από τους J.-P. Lacomble και G. Tuts, δικηγόρους Λιέγης,

- η Ligue belge - Belgische Liga ASBL, εκπροσωπούμενη από τον F. Tilkin, δικηγόρος Λιέγης,

- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Rφder, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και την S. Maass, Regierungsrδtin στο ίδιο υπουργείο,

- η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπρποσωπούμενη από τον Β. Κοντόλαιμο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και τον Π. Μυλωνόπουλο, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στην Ειδική Νομική Υπηρεσία, τμήμα Ευρωπαϋκού Κοινοτικού Δικαίου του Υπουργείου Εξωτερικών,

- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Perrin de Brichambaut, διευθυντή νομικών υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, και την A. de Bourgoing, σύμβουλο εξωτερικών υποθέσεων στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του ίδιου υπουργείου,

- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή U. Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato,

- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον M. Potacs, της Καγκελλαρίας,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την M. Wolfcarius και τον M. F. E. Gonzαlez-Dνaz, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του J. Lehtonen και της Castors Canada Dry Namur-Braine ASBL, εκπροσωπούμενους από τους L. Misson και B. Borbouse, της Fιdιration royale belge des sociιtιs de basket-ball ASBL (FRBSB), εκπροσωπούμενης από τους J.-P. Lacomble και F. Herbert, δικηγόρους Βρυξελλών, της Δανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον J. Molde, προϋστάμενο τμήματος του Υπουργείου Εξωτερικών, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον M. Απέσσο, δικαστικό αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον N. Dνaz Abad, abogado del Estado, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον C. Chavance, σύμβουλο εξωτερικών υποθέσεων στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τη C. Bergeot, δόκιμη υπάλληλο στην ίδια διεύθυνση, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον D. Del Gaizo, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την M. Wolfcarius και τον E. Gippini-Fournier, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 1999,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιουνίου 1999,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 23ης Απριλίου 1996, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Μαου 1996, το Tribunal de premiθre instance de Bruxelles, αποφαινόμενο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπέβαλε, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 6, 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 12 ΕΚ και 39 ΕΚ), 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ).

2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ του Lehtonen και της Castors Canada Dry Namur-Braine ASBL (στο εξής: Castors Braine), αφενός, και της Fιdιration royale belge des sociιtιs de basket-ball ASBL (βελγική ομοσπονδία καλαθοσφαιρίσεως, στο εξής: FRBSB) καθώς και της Ligue belge - Belgische Liga ASBL (στο εξής: BLB), αφετέρου, σχετικά με το δικαίωμα της Castors Braine να χρησιμοποιεί τον J. Lehtonen σε αγώνες του βελγικού εθνικού πρωταθλήματος καλαθοσφαιρίσεως πρώτης κατηγορίας.

Οι κανόνες που διέπουν την οργάνωση της καλαθοσφαιρίσεως και τις περιόδους μετεγγραφών

3 Η καλαθοσφαίριση οργανώνεται σε παγκόσμια κλίμακα από τη Fιdιration internationale de basket-ball (στο εξής: Fiba). Η βελγική ομοσπονδία είναι η FRBSB που ελέγχει την καλαθοσφαίριση και στο ερασιτεχνικό και στο επαγγελματικό επίπεδο. Η BLB, που την 1η Ιανουαρίου 1996 περιελάμβανε 11 από τους δώδεκα συλλόγους καλαθοσφαιρίσεως που μετέχουν στο βελγικό εθνικό πρωτάθλημα πρώτης κατηγορίας, έχει ως στόχο την προώθηση της καλαθοσφαιρίσεως στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο και την εκπροσώπηση της βελγικής καλαθοσφαίρισης υψηλής ποιότητας στο εθνικό επίπεδο, ιδίως στους κόλπους της FRBSB.

4 Στο Βέλγιο, το εθνικό πρωτάθλημα καλαθοσφαιρίσεως ανδρών πρώτης κατηγορίας χωρίζεται σε δύο φάσεις: στην πρώτη, στην οποία μετέχουν όλοι οι σύλλογοι, και στη δεύτερη, στην οποία μετέχουν μόνο οι σύλλογοι που πέτυχαν την καλύτερη κατάταξη (αγώνες για την απόκτηση του εθνικού τίτλου, στο εξής: αγώνες play-off) και οι σύλλογοι που κατατάχθηκαν στις τελευταίες θέσεις (αγώνες για την ανάδειξη των συλλόγων που διατηρούν το δικαίωμα συμμετοχής στο πρωτάθλημα πρώτης κατηγορίας, στο εξής: αγώνες play-out).

5 Ο κανονισμός της Fiba που διέπει τις διεθνείς μετεγγραφές παικτών εφαρμόζεται στο σύνολό του σε όλες τις εθνικές ομοσπονδίες (άρθρο 1, στοιχείο b). Για τις εθνικές μετεγγραφές, οι εθνικές ομοσπονδίες καλούνται να εμπνευστούν από αυτόν τον διεθνή κανονισμό και να καταρτίσουν τους δικούς τους κανονισμούς περί μετεγγραφών των παικτών, στο πνεύμα του κανονισμού της Fiba (άρθρο 1, στοιχείο c). Ο κανονισμός αυτός ορίζει τον αλλοδαπό παίκτη ως αυτόν που δεν έχει την ιθαγένεια του κράτους της εθνικής ομοσπονδίας που του χορήγησε την άδειά του (άρθρο 2, στοιχείο a). Η άδεια είναι η αναγκαία έγκριση που δίνει η εθνική ομοσπονδία στον παίκτη για να έχει αυτός τη δυνατότητα να παίζει καλαθοσφαίριση σε κάποιο σύλλογο, μέλος της ομοσπονδίας αυτής.

6 Το άρθρο 3, στοιχείο c, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, γενικώς, ότι για τα εθνικά πρωταθλήματα, οι σύλλογοι δεν μπορούν μετά τη λήξη της περιόδου που καθορίζεται για την οικεία ζώνη, όπως οριοθετείται από τη Fiba, να περιλάβουν στην ομάδα τους παίκτες που έχουν ήδη παίξει σε άλλη χώρα της ίδιας ζώνης κατά την ίδια περίοδο. Για την ευρωπαϋκή ζώνη η καταληκτική ημερομηνία της περιόδου εγγραφής αλλοδαπών παικτών καθορίστηκε στις 28 Φεβρουαρίου. Μετά την ημερομηνία αυτή η μετεγγραφή παικτών από άλλες ζώνες εξακολουθεί να είναι δυνατή.

7 Κατά το άρθρο 4, στοιχείο a, του ίδιου κανονισμού, οσάκις υποβάλλεται σε μια εθνική ομοσπονδία αίτηση χορηγήσεως άδειας για παίκτη που έχει ήδη λάβει άδεια σε ομοσπονδία άλλης χώρας, η πρώτη ομοσπονδία οφείλει, πριν του χορηγήσει άδεια, να λάβει έγγραφο εξόδου από τη δεύτερη.

8 Κατά τον κανονισμό της FRBSB, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, πρώτον, της υπαγωγής σε ομοσπονδία, που συνδέει τον παίκτη με την εθνική ομοσπονδία, δεύτερον, της υπαγωγής σε σύλλογο που εκφράζει τον δεσμό του παίκτη με συγκεκριμένο σύλλογο και, τρίτον, της προκρίσεως που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να μπορεί ένας παίκτης να μετέχει σε επίσημες διοργανώσεις. Η μετεγγραφή ορίζεται ως η πράξη με την οποία ένας παίκτης υπαγόμενος σε ορισμένη ομοσπονδία μεταβαίνει σε διαφορετικό σύλλογο.

9 Τα άρθρα 140 επ. του εν λόγω κανονισμού αφορούν τις μεταξύ βελγικών συλλόγων μετεγγραφές παικτών υπαγομένων στη FRBSB, που μπορούν να γίνονται κάθε χρόνο εντός συγκεκριμένης περιόδου, η οποία ήταν, το 1995, από τις 15 Απριλίου μέχρι τις 15 Μαου και, το 1996, από την 1η μέχρι τις 31 Μαου του χρόνου που προηγείται του πρωταθλήματος στο οποίο μετέχει ο οικείος σύλλογος. Κανένας παίκτης δεν μπορεί να εγγραφεί σε πλείονες του ενός βελγικούς συλλόγους κατά την ίδια περίοδο.

10 Το άρθρο 244 του ίδιου κανονισμού, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, πρόβλεπε:

«Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση σε αγώνες παικτών που δεν έχουν εγγραφεί στον σύλλογο ή που τελούν υπό αναστολή. Η απαγόρευση ισχύει και για τους φιλικούς αγώνες και τα τουρνουά.

(...)

Οι παραβάσεις τιμωρούνται με πρόστιμο (...).

Οι αλλοδαποί ή επαγγελματίες παίκτες (παίκτριες) (νόμος της 24ης Φεβρουαρίου 1978) που εγγράφονται στην ομοσπονδία μετά τις 31 Μαρτίου της τρέχουσας περιόδου δεν προκρίνονται να παίζουν σε αγώνες πρωταθλήματος, κυπέλλου και play-off της τρέχουσας περιόδου.»

11 Το άρθρο 245, σημείο 4, όριζε:

«Οι αλλοδαποί παίκτες ή παίκτριες, περιλαμβανομένων και των υπηκόων ΕΕ δεν προκρίνονται παρά μόνο αν έχουν συμπληρώσει τις διατυπώσεις σχετικά με την υπαγωγή σε ομοσπονδία, την υπαγωγή σε σύλλογο και την πρόκριση. Επιπλέον, πρέπει να πληρούν τους όρους του κανονισμού της Fiba για να λάβουν άδεια (...).»

Η διαφορά στην κύρια δίκη

12 Ο J. Lehtonen είναι καλαθοσφαιριστής φινλανδικής ιθαγένειας. Κατά την περίοδο 1995/1996 αγωνίστηκε σε ομάδα που μετείχε στο φινλανδικό πρωτάθλημα και, όταν αυτό περατώθηκε, προσελήφθη από την Castors Braine, σύλλογο υπαγόμενο στη FRBSB, προκειμένου να μετάσχει στην τελική φάση του βελγικού πρωταθλήματος 1995/1996. Προς τούτο, τα μέρη συνήψαν στις 3 Απριλίου 1996 σύμβαση αμοιβομένης αθλητικής εργασίας δυνάμει της οποίας ο J. Lehtonen θα ελάμβανε 50 000 βελγικά φράγκα (BEF) καθαρά μηνιαίως για αμοιβή και 15 000 BEF επιπλέον για κάθε νίκη του συλλόγου. Η πρόσληψη αυτή καταχωρίστηκε στη FRBSB στις 30 Μαρτίου 1996 ενώ το έγγραφο εξόδου του παίκτη χορηγήθηκε στις 29 Μαρτίου 1996 από την αρχική ομοσπονδία. Στις 5 Απριλίου 1996 η FRBSB πληροφόρησε την Castors Braine ότι, αν η Fiba δεν χορηγήσει την άδεια, ο σύλλογος κινδυνεύει να υποστεί κυρώσεις και, αν χρησιμοποιήσει τον Lehtonen, θα το πράξει ιδία ευθύνη.

13 Παρά την προειδοποίηση αυτή, η Castors Braine χρησιμοποίησε τον J. Lehtonen στον αγώνα της 6ης Απριλίου 1996 κατά του συλλόγου Belgacom Quaregnon. Ο αγώνας έληξε με νίκη της Castors Braine. Στις 11 Απριλίου 1996 κατόπιν ενστάσεως που υπέβαλε ο σύλλογος Belgacom Quaregnon, το τμήμα «αγωνιστικών διοργανώσεων» της FRBSB επέβαλε στην Castors Braine κύρωση υπό μορφή πλασματικού αποτελέσματος 0-20 για τον αγώνα στον οποίο χρησιμοποιήθηκε ο J. Lehtonen κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού της Fiba που διέπει τις μετεγγραφές παικτών εντός της ευρωπαϋκής ζώνης. Για τον επόμενο αγώνα της κατά του συλλόγου Pepinster, η Castors Braine ενέγραψε τον J. Lehtonen στο φύλλο αγώνα αλλά τελικά δεν τον χρησιμοποίησε. Και πάλι της επεβλήθη παρόμοια κύρωση. Διατρέχοντας τον κίνδυνο να υποστεί νέες κυρώσεις πλασματικού αποτελέσματος κάθε φορά που θα ενέγραφε τον J. Lehtonen στο φύλλο αγώνα και μάλιστα να υποβιβαστεί στην κατώτερη κατηγορία σε περίπτωση τρίτης παράβασης, η Castors Braine έπαψε να χρησιμοποιεί τον J. Lehtonen για τους αγώνες play-off.

14 Στις 16 Απριλίου 1996 ο Lehtonen και η Castors Braine υπέβαλαν ενώπιον του Tribunal de premiθre instance de Bruxelles αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της FRBSB. Ζήτησαν, κατά τα ουσιώδη, να διαταχθεί η FRBSB να άρει την κύρωση που επέβαλε στην Castors Braine για τον αγώνα της 6ης Απριλίου 1996 κατά της ομάδας Belgacom Quaregnon και να της απαγορευθεί να της επιβάλει οποιαδήποτε κύρωση που δεν θα της επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τον Lehtonen στο βελγικό πρωτάθλημα 1995/1996, με την απειλή προστίμου 100 000 BEF ανά ημέρα καθυστερήσεως στην εκτέλεση της διατάξεως.

15 Με συμφωνία της 17ης Απριλίου 1996, οι διάδικοι της κύριας δίκης αποφάσισαν να καταθέσουν «από κοινού συμφωνηθείσες προτάσεις» με τις οποίες θα ζητούσαν την υποβολή αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προς το Δικαστήριο των ΕΚ μέχρι την έκδοση της οποίας η αντιδικία δεν θα εξελισσόταν περαιτέρω. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ζητούσαν να διατηρηθούν οι κυρώσεις πλασματικού αποτελέσματος, να ανασταλούν τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στην Castors Braine, η οποία δεν θα χρησιμοποιούσε τον J. Lehtonen σε αγώνες play-off, επιφυλασσομένων, κατά τα λοιπά, των δικαιωμάτων των διαδίκων.

16 Κατά τη συνεδρίαση της 19ης Απριλίου 1996, η BLB άσκησε εκούσια παρέμβαση υπέρ της FRBSB και οι διάδικοι κατέθεσαν τις από κοινού συμφωνηθείσες προτάσεις τους.

Το προδικαστικό ερώτημα

17 Το Tribunal de premiθre instance de Bruxelles, δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έκρινε καταρχάς ότι τίποτα δεν εμποδίζει την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο. Εν συνεχεία έκρινε ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων συνέτρεχε αναμφισβήτητα το στοιχείο του επείγοντος, δεδομένου ότι η Castors Braine επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τον J. Lehtonen στους προσεχείς αγώνες πρωταθλήματος. Τέλος, κατέγραψε τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι διάδικοι προκειμένου να καταστεί δυνατή η υποβολή της υποθέσεως στο Δικαστήριο, βάσει της οποίας η Castors Braine δεν θα χρησιμοποιούσε τον J. Lehtonen καθ' όλη τη διάρκεια του τρέχοντος πρωταθλήματος ενώ η FRBSB δεσμεύτηκε να αναστείλει κάθε κύρωση.

18 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal de premiθre instance de Bruxelles, αφού δέχτηκε την αίτηση εκουσίας παρεμβάσεως της BLB ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιβαίνουν ή όχι στη Συνθήκη της Ρώμης (και ιδίως στα άρθρα 6, 48, 85 και 86) οι κανονιστικές διατάξεις αθλητικής ομοσπονδίας οι οποίες απαγορεύουν στους αθλητικούς συλλόγους να παρατάσσουν σε αγώνα για πρώτη φορά έναν παίκτη ο οποίος έχει προσληφθεί μετά από μια ορισμένη ημερομηνία, όταν πρόκειται για επαγγελματία παίκτη υπήκοο κράτους μέλους της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, παρά τους αθλητικής φύσεως λόγους που προβάλλουν οι ομοσπονδίες προς δικαιολόγηση των διατάξεων αυτών, ήτοι την ανάγκη αποφυγής της νοθεύσεως των αγώνων;»

Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα και επί του παραδεκτού του ερωτήματος

19 Πρέπει να υπομνηστεί προκαταρκτικώς ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 21ης Απριλίου 1988, 338/85, Fratelli Pardini (Συλλογή 1988, σ. 2041, σκέψη 11), και της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-159/90, Society for the Protection of Unborn Children Ireland (Συλλογή 1991, σ. Ι-4685, σκέψη 12), τα εθνικά δικαστήρια τότε μόνο μπορούν να υποβάλουν αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης, όταν έχουν επιληφθεί υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδικάζει αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως όταν η δίκη ενώπιον του παραπέμποντος δικαστή έχει περατωθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως.

20 Όσον αφορά την παρούσα διαδικασία, διαπιστώνεται ότι το αιτούν δικαστήριο αφού κατέγραψε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, αποφάσισε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο επιφυλασσόμενο να εκδώσει απόφαση επί των λοιπών ζητημάτων. Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί περαιτέρω επί της νομιμότητας, από τη σκοπιά του κοινοτικού δικαίου, των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στην Castors Braine και επί των ενδεχομένων επιπτώσεών τους. Προς τούτο θα κληθεί να εκδώσει απόφαση με την οποία θα λάβει κατ' ανάγκη υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το εν λόγω δικαστήριο, αποφαινόμενο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν νομιμοποιείται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο και ότι το τελευταίο δεν είναι αρμόδιο να δώσει απάντηση.

21 Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή αμφισβήτησαν το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος με τον ισχυρισμό ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν εκθέτει επαρκώς το κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.

22 Κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο απαιτεί όπως το εθνικό δικαστήριο καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, εξηγεί τις πραγματικές καταστάσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Οι επιταγές αυτές ισχύουν όλως ιδιαιτέρως σε ορισμένους τομείς, όπως ο τομέας του ανταγωνισμού, που χαρακτηρίζονται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψεις 6 και 7· της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-67/96, Albany, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 39, και C-115/97 έως C-117/97, Brentjens', που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 38).

23 Τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής δεν χρησιμεύουν μόνον στο να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προπαρατεθείσας διατάξεως, μόνες οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους (βλ. ιδίως διάταξη της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik, Συλλογή 1995, σ. Ι-511, σκέψη 13· προπαρατεθείσες αποφάσεις Albany, σκέψη 40, και Brentjens', σκέψη 39).

24 Στην υπόθεση της κύριας δίκης αφενός και όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών και η Επιτροπή σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, τα πληροφοριακά στοιχεία που περιέχονται στη διάταξη περί παραπομπής τους έδωσαν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν επωφελώς άποψη επί του ερωτήματος που υπεβλήθη στο Δικαστήριο, στο μέτρο που αυτό αφορά τους περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κανόνες της Συνθήκης.

25 Επιπλέον, καίτοι η Ιταλική Κυβέρνηση θεώρησε ότι οι πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο δεν της έδωσαν τη δυνατότητα να λάβει θέση ως προς το ζήτημα αν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο J. Lehtonen πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης, πρέπει να σημειωθεί ότι και αυτή η κυβέρνηση και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι διάδικοι μπόρεσαν να καταθέσουν παρατηρήσεις βάσει των πραγματικών περιστατικών όπως τα εκθέτει το εν λόγω δικαστήριο.

26 Εξάλλου τα στοιχεία που περιέχονται στην απόφαση περί παραπομπής συμπληρώθηκαν με τα στοιχεία που περιέχει η διαβιβασθείσα από το εθνικό δικαστήριο δικογραφία και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όλα τα στοιχεία αυτά, τα οποία περιέχονται στην έκθεση ακροατηρίου, γνωστοποιήθηκαν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη ενόψει της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, κατά την οποία μπόρεσαν, εφόσον χρειάστηκε, να συμπληρώσουν τις παρατηρήσεις τους (βλ. επίσης, κατ' αυτή την έννοια, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Albany, σκέψη 43, και Brentjens, σκέψη 42).

27 Αφετέρου, οι πληροφορίες που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο και οι οποίες συμπληρώθηκαν κατά το αναγκαίο μέτρο με τα προαναφερθέντα στοιχεία παρέχουν στο Δικαστήριο επαρκή εικόνα του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου της διαφοράς της κύριας δίκης ώστε να είναι σε θέση να ερμηνεύσει τους κανόνες της Συνθήκης που αφορούν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων σε σχέση με την περίπτωση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.

28 Αντιθέτως, κατά το μέτρο που το προδικαστικό ερώτημα αφορά τους κανόνες περί ανταγωνισμού που διέπουν τις επιχειρήσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι επαρκώς πληροφορημένο για να δώσει κατευθύνσεις ως προς τον προσδιορισμό της αγοράς ή των αγορών που αφορά η κύρια υπόθεση. Από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει εξάλλου σαφώς η φύση και ο αριθμός των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητα σ' αυτήν την αγορά ή σ' αυτές τις αγορές. Επιπλέον, τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο δεν δίνουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφανθεί επωφελώς ως προς την ύπαρξη και τη σημασία του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών ή ως προς την πιθανότητα να επηρεαστεί αυτό το εμπόριο από τους κανόνες που διέπουν τη μετεγγραφή των παικτών.

29 Επομένως, διαπιστώνεται ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν παρέχει στοιχεία επαρκή ώστε να καλύπτονται οι μνημονευόμενες στις σκέψεις 22 και 23 της παρούσας απόφασης απαιτήσεις, όσον αφορά τους περί ανταγωνισμού κανόνες.

30 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα κατά το μέτρο που αφορά την ερμηνεία των κανόνων της Συνθήκης περί της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Αντιθέτως το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο κατά το μέτρο που αφορά την ερμηνεία των περί ανταγωνισμού κανόνων που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις.

Επί της ουσίας

31 Υπό το φως των προεκτεθέντων, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί κατά την έννοια ότι ερωτάται, κατά τα ουσιώδη, αν τα άρθρα 6 και 48 της Συνθήκης εμποδίζουν την εφαρμογή θεσπιζομένων από αθλητικούς συλλόγους σε κράτος μέλος κανόνων που απαγορεύουν σε ομάδα καλαθοσφαιρίσεως να χρησιμοποιεί, σε αγώνες του εθνικού πρωταθλήματος, παίκτες προερχόμενους από άλλα κράτη μέλη, οσάκις η μετεγγραφή έγινε μετά από ορισμένη ημερομηνία.

Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης

32 Πρέπει να σημειωθεί προκαρκτικώς ότι, εν όψει των σκοπών της Κοινότητας, η άσκηση του αθλητισμού εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο κατά το μέτρο που συνιστά οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 2 ΕΚ) (βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1974, 36/74, Walrave και Koch, Συλλογή τόμος 1974, σ. 563, σκέψη 4, και της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 73). Το Δικαστήριο έχει κρίνει εξάλλου ότι η αθλητική δραστηριότητα έχει μεγάλη κοινωνική σημασία στην Κοινότητα (βλ. απόφαση Bosman, όπ.π., σκέψη 106).

33 Η νομολογία αυτή επιρρωννύεται εξάλλου από τη δήλωση αριθ. 29 για τον αθλητισμό που προσαρτήθηκε στην τελική πράξη της διασκέψεως που κατήρτισε το κείμενο της Συνθήκης του Άμστερνταμ, η οποία υπογραμμίζει την κοινωνική σημασία του αθλητισμού και καλεί τους οργανισμούς της Ευρωπαϋκής Ένωσης να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στις ιδιομορφίες του ερασιτεχνικού αθλητισμού. Ειδικότερα η δήλωση αυτή συνάδει προς την εν λόγω νομολογία καθόσον αφορά τις περιπτώσεις όπου η άσκηση αθλητισμού συνιστά οικονομική δραστηριότητα.

34 Υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων δεν αντιτίθενται σε ρυθμίσεις ή πρακτικές δυνάμει των οποίων αποκλείονται οι αλλοδαποί παίκτες από ορισμένες συναντήσεις για λόγους μη οικονομικής φύσεως που αφορούν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και το ειδικό πλαίσιο των συναντήσεων αυτών, και ενδιαφέρουν επομένως αποκλειστικά το άθλημα αυτό καθ' εαυτό, όπως συμβαίνει π.χ. με τις συναντήσεις μεταξύ εθνικών ομάδων διαφόρων χωρών. Υπογράμμισε, πάντως, ότι αυτός ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής των συγκεκριμένων διατάξεων δεν πρέπει να υπερβαίνει τον σκοπό για τον οποίο προβλέπεται και δεν μπορεί να προβληθεί προκειμένου να αποκλειστεί ολόκληρος ο αθλητικός τομέας (αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1976, 13/76, Donΰ, Συλλογή τόμος 1976, σ. 507, σκέψεις 14 και 15, και Bosman, όπ.π., σκέψεις 76 και 127).

35 Όσον αφορά τη φύση των επιδίκων στην κύρια δίκη κανόνων, από τις προαναφερθείσες αποφάσεις Walrave και Koch, σκέψεις 17 και 18, και Bosman, σκέψεις 82 και 83, προκύπτει ότι οι κοινοτικές διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν διέπουν μόνο τη δράση των δημοσίων αρχών αλλά εκτείνονται και σε άλλης φύσεως κανόνες που σκοπούν να ρυθμίσουν συλλογικώς τη μισθωτή εργασία και την παροχή υπηρεσιών. Πράγματι, η κατάργηση μεταξύ των κρατών μελών των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών θα μπορούσε να διακυβευθεί αν εξουδετερωνόταν η κατάργηση των φραγμών κρατικής προελεύσεως από εμπόδια προερχόμενα από την άσκηση της νομικής αυτονομίας ενώσεων ή οργανισμών μη διεπομένων από το δημόσιο δίκαιο.

36 Υπό τις συνθήκες αυτές κρίνεται ότι η Συνθήκη και συγκεκριμένα τα άρθρα 6 και 48 μπορούν να εφαρμοστούν σε αθλητικές δραστηριότητες και σε κανόνες που θεσπίζονται από αθλητικές οργανώσεις όπως οι επίδικοι εν προκειμένω.

Ως προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας

37 Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 6 της Συνθήκης, το οποίο καθιερώνει τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, μπορεί να εφαρμοστεί αυτοτελώς μόνο σε καταστάσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο, για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων (βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-179/90, Merci convenzionali porto di Genova, Συλλογή 1991, σ. Ι-5889, σκέψη 11, και της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta, Συλλογή 1994, σ. Ι-3453, σκέψη 18).

38 Ακριβώς όμως στην περίπτωση των μισθωτών εργαζομένων η αρχή αυτή τίθεται σε εφαρμογή και εξειδικεύεται από το άρθρο 48 της Συνθήκης.

Ως προς την ύπαρξη οικονομικής δραστηριότητας και ως προς την ιδιότητα του J. Lehtonen ως εργαζομένου

39 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων καθώς και της συζητήσεως που διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει να εξεταστεί αν ένας καλαθοσφαιριστής όπως ο J. Lehtonen μπορεί να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 της Συνθήκης και, ειδικότερα, αν μπορεί να θεωρηθεί ως εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης.

40 Στο πλαίσιο της συνεργασίας που θεσπίστηκε με τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να διαπιστώνουν και να εκτιμούν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Ιουνίου 1986, 139/85, Kempf, Συλλογή 1986, σ. 1741, σκέψη 12) και στο Δικαστήριο να παρέχει στο εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας που του είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς (απόφαση της 22ας Μαου 1990, Alimenta, C-332/88, Συλλογή 1990, σ. 2077, σκέψη 9).

41 Συναφώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι η διάταξη περί παραπομπής χαρακτηρίζει τον J. Lehtonen ως επαγγελματία καλαθοσφαιριστή. Ο J. Lehtonen και η Castors Braine κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τη σύμβαση αμειβομένης αθλητικής εργασίας που μνημονεύεται στη σκέψη 12 της παρούσας απόφασης, η οποία προέβλεπε την καταβολή σταθερού μηνιαίου μισθού και πριμοδοτήσεων.

42 Όσον αφορά, εν συνεχεία, τις έννοιες της οικονομικής δραστηριότητας και του εργαζομένου κατά τα άρθρα 2 και 48 της Συνθήκης αντιστοίχως, πρέπει νά σημειωθεί ότι οριοθετούν το πεδίο εφαρμογής μιας από τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνει η Συνθήκη και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να ερμηνευθούν συσταλτικώς (βλ. κατ' αυτήν την έννοια απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982, Levin, 53/81, Συλλογή 1982, σ. 1035, σκέψη 13).

43 Όσον αφορά ειδικότερα την πρώτη των εννοιών αυτών, από πάγια νομολογία (αποφάσεις Donΰ, όπ.π., σκέψη 12, και της 5ης Οκτωβρίου 1988, 196/87, Steymann, Συλλογή 1988, σ. 6159, σκέψη 10) προκύπτει ότι ως οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 της Συνθήκης πρέπει να θεωρείται η εκτέλεση μισθωτής εργασίας ή η παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής.

44 Ωστόσο, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Levin, σκέψη 17, και Steymann, σκέψη 13, οι ασκούμενες δραστηριότητες πρέπει να είναι πραγματικές και αποτελεσματικές και όχι τέτοιας φύσεως ώστε να εμφανίζονται ως καθαρά περιθωριακές και επουσιώδεις.

45 Όσον αφορά την έννοια του εργαζομένου, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν επιδέχεται ερμηνεία ποικίλλουσα αναλόγως του εθνικού δικαίου αλλά έχει κοινοτικό περιεχόμενο. Η έννοια αυτή πρέπει να ορίζεται σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που χαρακτηρίζουν τη σχέση εργασίας ανάλογα με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων προσώπων. Ακριβώς όμως, το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνσή του, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie-Blum, Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψεις 16 και 17).

46 Ακριβώς όμως, από τις διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών του αιτούντος δικαστηρίου καθώς και από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο J. Lehtonen συνήψε σύμβαση εργασίας με σύλλογο άλλου κράτους μέλους προκειμένου να ασκήσει μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους αυτού. Όπως ορθώς επισήμανε ο αιτών της κύριας δίκης, κατ' αυτόν τον τρόπο ανταποκρίθηκε σε πραγματική προσφορά εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης.

Ως προς την ύπαρξη εμποδίου στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων

47 Εφόσον ένας καλαθοσφαιριστής, όπως ο J. Lehtonen, πρέπει να θεωρηθεί εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης, πρέπει να εξετασθεί αν οι κανόνες για τις περιόδους μετεγγραφών που μνημονεύονται στις σκέψεις 6 και 9 έως 11 της παρούσας απόφασης συνιστούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που η διάταξη αυτή απαγορεύει.

48 Συναφώς, είναι γεγονός ότι για τους παίκτες που προέρχονται από άλλη βελγική ομάδα καλαθοσφαιρίσεως ισχύουν αυστηρότερες προθεσμίες μετεγγραφής.

49 Ωστόσο, οι κανόνες αυτοί μπορούν να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των παικτών που επιθυμούν να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους σε άλλο κράτος μέλος εμποδίζοντας τις βελγικές ομάδες να χρησιμοποιούν σε αγώνες πρωταθλήματος καλαθοσφαιριστές προερχομένους από άλλα κράτη μέλη οσάκις προσλαμβάνονται μετά από ορισμένη ημερομηνία. Κατά συνέπεια οι εν λόγω κανόνες συνιστούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (βλ. κατ' αυτήν την έννοια, απόφαση Bosman, όπ.π., σκέψεις 99 και 100).

50 Το γεγονός ότι οι εν λόγω κανόνες δεν αφορούν την απασχόληση των εν λόγω παικτών, η οποία δεν περιορίζεται, αλλά τη δυνατότητα των συλλόγων τους να τους παρατάσσουν σε επίσημο αγώνα, δεν έχει σημασία. Εφόσον η συμμετοχή στις συναντήσεις αυτές αποτελεί το κύριο αντικείμενο της δραστηριότητας ενός επαγγελματία παίκτη, είναι προφανές ότι οποιοσδήποτε κανόνας την περιορίζει μειώνει επίσης την πιθανότητα απασχολήσεως του ενδιαφερομένου παίκτη (βλ. απόφαση Bosman, όπ.π., σκέψη 120).

Ως προς την ύπαρξη δικαιολογητικών λόγων

51 Εφόσον αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω η ύπαρξη εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, πρέπει να εξεταστεί αν αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά.

52 Η FRBSB και η BLB καθώς και οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζουν ότι οι κανόνες περί περιόδων μετεγγραφών δικαιολογούνται από μη οικονομικούς λόγους που ανάγονται αποκλειστικά και μόνο στον αθλητισμό.

53 Συναφώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο καθορισμός προθεσμίας για τις μετεγγραφές παικτών μπορεί να εξυπηρετεί τον στόχο της εξασφαλίσεως της ομαλής διεξαγωγής των αθλητικών αναμετρήσεων.

54 Πράγματι, οι εκπρόθεσμες μετεγγραφές είναι ικανές να μεταβάλουν αισθητά την αθλητική αξία της μιας ή της άλλης ομάδας κατά τη διάρκεια του πρωταθλήματος και κατ' αυτόν τον τρόπο θίγουν την ικανότητα συγκρίσεως των αποτελεσμάτων μεταξύ των διαφόρων ομάδων που μετέχουν στο οικείο πρωτάθλημα και κατά συνέπεια την ομαλή εξέλιξη του πρωταθλήματος στο σύνολό του.

55 Ο κίνδυνος αυτός είναι ιδιαίτερα προφανής σε μία αθλητική αναμέτρηση που διεξάγεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν το βελγικό πρωτάθλημα καλαθοσφαιρίσεως πρώτης κατηγορίας. Συγκεκριμένα, οι ομάδες που προκρίνονται να μετάσχουν σε αγώνες play-off ή play-out θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν εκτός περιόδου μετεγγραφές προκειμένου να ενισχύσουν τη σύνθεσή τους εν όψει της τελικής φάσεως του πρωταθλήματος και μάλιστα σε ένα και μόνο αποφασιστικό αγώνα.

56 Ωστόσο, τα μέτρα που λαμβάνουν οι αθλητικές ομοσπονδίες για να εξασφαλίσουν την ομαλή διεξαγωγή των αγώνων δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου (βλ. απόφαση Bosman, όπ.π., σκέψη 104).

57 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, από τους κανόνες που διέπουν τις περιόδους μετεγγραφών προκύπτει ότι για τους παίκτες που προέρχονται από ομοσπονδία μη ανήκουσα στην ευρωπαϋκή ζώνη η περίοδος αυτή λήγει στις 31 Μαρτίου και όχι στις 28 Φεβρουαρίου που ισχύει μόνο για τους παίκτες τους προερχόμενους από ομοσπονδία της ευρωπαϋκής ζώνης, η οποία περιλαμβάνει τις ομοσπονδίες των κρατών μελών.

58 Εκ πρώτης όψεως, μια τέτοια ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου. Συγκεκριμένα από τα στοιχεία που κατατέθηκαν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η μετεγγραφή μεταξύ της 28ης Φεβρουαρίου και της 31ης Μαρτίου ενός παίκτη προερχομένου από ομοσπονδία της ευρωπαϋκής ζώνης εμφανίζει περισσότερους κινδύνους για την ομαλή διεξαγωγή του πρωταθλήματος από τη μετεγγραφή, κατά την ίδια περίοδο, ενός παίκτη προερχομένου από ομοσπονδία μη ανήκουσα στην εν λόγω ζώνη.

59 Ωστόσο, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει κατά πόσον υπάρχουν λόγοι αντικειμενικοί αφορώντες αποκλειστικά και μόνο τον αθλητισμό ή αναγόμενοι στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ της περιπτώσεως των παικτών που προέρχονται από ομοσπονδία της ευρωπαϋκής ζώνης και των παικτών που προέρχονται από ομοσπονδία μη ανήκουσα στη ζώνη αυτή, που δικαιολογούν τέτοια διαφορετική μεταχείριση.

60 Βάσει όλων των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα όπως αναδιατυπώθηκε αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 48 της Συνθήκης αντιτίθεται στην εφαρμογή κανόνων που θεσπίζονται σε κράτος μέλος από αθλητικές ενώσεις και απαγορεύουν σε ομάδα καλαθοσφαιρίσεως να χρησιμοποιεί σε αγώνες του εθνικού πρωταθλήματος παίκτες προερχομένους από άλλα κράτη μέλη οι οποίοι μετεγγράφηκαν μετά από ορισμένη ημερομηνία, οσάκις η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη αυτής που εφαρμόζεται στις μετεγγραφές παικτών προελεύσεως ορισμένων τρίτων χωρών, εκτός αν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, αφορώντες αποκλειστικά τον αθλητισμό ή αναγόμενοι σε διαφορές μεταξύ της περιπτώσεως των παικτών που προέρχονται από ομοσπονδία ανήκουσα στην ευρωπαϋκή ζώνη και των παικτών που προέρχονται από ομοσπονδία μη ανήκουσα στη ζώνη αυτή, που δικαιολογούν τέτοια διαφορετική μεταχείριση.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

61 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Δανική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Ισπανική, η Γαλλική, η Ιταλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(έκτο τμήμα)

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 23ης Απριλίου 1996 το Tribunal de premiθre instance de Bruxelles, αποφαίνεται:

Το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ) αντιτίθεται στην εφαρμογή κανόνων που θεσπίζονται σε κράτος μέλος από αθλητικές ενώσεις και απαγορεύουν σε ομάδα καλαθοσφαιρίσεως να χρησιμοποιεί σε αγώνες του εθνικού πρωταθλήματος παίκτες προερχομένους από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι μετεγγράφηκαν μετά από ορισμένη ημερομηνία, οσάκις η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη αυτής που εφαρμόζεται στις μετεγγραφές παικτών προελεύσεως ορισμένων τρίτων χωρών, εκτός αν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, αφορώντες αποκλειστικά τον αθλητισμό ή αναγόμενοι σε διαφορές μεταξύ της περιπτώσεως των παικτών που προέρχονται από ομοσπονδία ανήκουσα στην ευρωπαϋκή ζώνη και των παικτών που προέρχονται από ομοσπονδία μη ανήκουσα στη ζώνη αυτή, που δικαιολογούν τέτοια διαφορετική μεταχείριση.