ΓΝΩΜΟΔΌΤΗΣΗ 2/94 ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ

της 28ης Μαρτίου 1996

Το Συμβούλιο υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αίτηση γνωμοδοτήσεως, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Απριλίου 1994, βάσει του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο έχει ως εξής:

«Το Συμβούλιο, η Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος μπορούν να ζητούν προηγουμένως από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει εάν η μελετώμενη συμφωνία συμβιβάζεται με τις διατάξεις της παρούσας Συνθήκης. Εάν η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου είναι αρνητική, η συμφωνία μπορεί να τεθεί σε ισχύ υπό τους όρους που ορίζει το άρθρο Ν της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.»

Έκθεση της αιτήσεως

Ι — Περιεχόμενο της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως

1.

Το Συμβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους J.-C. Piris, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, J.-P. Jacqué, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και την Α. Lo Monaco, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, ζητεί τη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου επί του ακόλουθου ερωτήματος:

«Συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: Σύμβαση);»

2.

Το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι η λήψη καταρχήν αποφάσεως επί της ενάρξεως διαπραγματεύσεων είναι αδύνατη προτού το Δικαστήριο γνωμοδοτήσει κατά πόσον συμβιβάζεται με τη Συνθήκη η μελετώμενη προσχώρηση.

Με τις προφορικές παρατηρήσεις του, το Συμβούλιο, μολονότι αναγνωρίζει ότι δεν υφίσταται κείμενο μελετώμενης συμφωνίας, υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι παραδεκτή. Το Συμβούλιο δεν ενήργησε κατά κατάχρηση διαδικασίας, αλλά αντιμετώπισε ζητήματα αρχής, νομικής και θεσμικής φύσεως. Επιπλέον, η Σύμβαση στην οποία η Κοινότητα πρόκειται να προσχωρήσει είναι γνωστή και τα νομικά ζητήματα που θέτει η προσχώρηση είναι αρκετά σαφή ώστε να καθίσταται δυνατή η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου.

3.

Εκθέτοντας το αντικείμενο και τους σκοπούς της μελετώμενης συμφωνίας, το Συμβούλιο λαμβάνει θέση επί της εκτάσεως των αποτελεσμάτων εκ της προσχωρήσεως, επί της συμμετοχής της Κοινότητας στα όργανα ελέγχου και επί των αναγκαίων τροποποιήσεων της Συμβάσεως και των πρωτοκόλλων της.

4.

Ως προς την έκταση των αποτελεσμάτων εκ της προσχωρήσεως, το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι κάθε μια Κοινότητα οφείλει να προσχωρήσει στη Σύμβαση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και εντός των ορίων του πεδίου εφαρμογής του νομικού συστήματός της. Η προσχώρηση πρέπει να καταλαμβάνει τη Σύμβαση και τα πρωτόκολλά της που έχουν τεθεί σε ισχύ και έχουν επικυρωθεί απ' όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας και να μην παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς τις επιφυλάξεις που έχουν διατυπώσει τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση κράτη μέλη και που εξακολουθούν να ισχύουν για τους τομείς της αρμοδιότητας των κρατών μελών. Η Κοινότητα καλείται να αποδεχθεί τους μηχανισμούς της ατομικής και διακρατικής προσφυγής, αποκλειομένης, πάντως, οποιασδήποτε προσφυγής που άπτεται των σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών της, ώστε να μη παραβιάζεται η συναφώς αναγνωριζόμενη με το άρθρο 219 της Συνθήκης ΕΚ αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

5.

Όσον αφορά τη συμμετοχή της Κοινότητας στα ελεγκτικά όργανα, ιδίως στο Ενιαίο Δικαστήριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου που πρόκειται να συσταθεί, διάφορες λύσεις είναι δυνατές: η μη συμμετοχή κοινοτικού δικαστή, ο διορισμός μονίμου δικαστή υπό καθεστώς όμοιο με εκείνο των λοιπών, ο διορισμός δικαστή με ειδικό καθεστώς, το δικαίωμα ψήφου του οποίου περιορίζεται στις αφορώσες το κοινοτικό δίκαιο υποθέσεις. Ο δικαστής αυτός δεν θα μπορεί να είναι παραλλήλως μέλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η διαδικασία διορισμού του ρυθμίζεται από τη Σύμβαση, εξυπακουομένου ότι ο διορισμός των προτεινομένων από την Κοινότητα υποψηφίων παραμένει εσωτερική υπόθεση της. Δεν μελετάται η συμμετοχή της Κοινότητας στην Επιτροπή Υπουργών, η οποία, άλλωστε, πρόκειται να παύσει να λειτουργεί από της εγκαταστάσεως στο μέλλον του δικαιοδοτικού μηχανισμού.

6.

Επιβάλλεται επίσης η τροποποίηση της Συμβάσεως και των πρωτοκόλλων της που παραμένουν επί του παρόντος ανοικτά μόνο για την προσχώρηση των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Πάντως, η Κοινότητα δεν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο προσχωρήσεώς της στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Επιβάλλεται περαιτέρω η τροποποίηση των τεχνικής φύσεως διατάξεων που επιτρέπουν την παρεμβολή των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης στους μηχανισμούς ελέγχου της Συμβάσεως. Σε περίπτωση προσχωρήσεως, η Κοινότητα δεσμεύεται μέχρι των ορίων των αρμοδιοτήτων της. Επιβάλλεται η πρόβλεψη ενός μηχανισμού, επιτρέποντος στην Κοινότητα και στα κράτη μέλη της να αποσαφηνίζουν ενώπιον των οργάνων της Συμβάσεως το ζήτημα της κατανομής των αρμοδιοτήτων τους.

7.

Στα πλαίσια του ελέγχου περί του αν η προσχώρηση συνάδει προς τη Συνθήκη, το Συμβούλιο εξετάζει το ζήτημα της αρμοδιότητας της Κοινότητας να συνάψει τη μελετώμενη συμφωνία, καθώς και το συμβιβαστό του δικαιοδοτικού συστήματος της Συμβάσεως προς τα άρθρα 164 και 219 της Συνθήκης.

8.

Το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι η Συνθήκη δεν απονέμει στην Κοινότητα ειδική εξουσία δράσεως στον τομέα των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η προστασία των δικαιωμάτων αυτών επιτυγχάνεται μέσω των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Η ανάγκη της προστασίας αυτής, όπως επιβεβαιώνει η νομολογία, καθιερώνεται ήδη με το άρθρο ΣΤ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Συμβούλιο εκτιμά ότι η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι απόρροια αρχής οριζόντιας εφαρμογής που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των στόχων της Κοινότητας. Ελλείψει συγκεκριμένου άρθρου, το άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΚ θα μπορούσε να αποτελέσει νομικό έρεισμα για την προσχώρηση, υπό την επιφύλαξη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

9.

Το Συμβούλιο διερωτάται περαιτέρω αν η προσχώρηση της Κοινότητας στη Σύμβαση, ιδίως δε στον δικαιοδοτικό μηχανισμό, θέτει υπό αμφισβήτηση την αποκλειστική δικαιοδοτική αρμοδιότητα που αναγνωρίζουν τα άρθρα 164 και 219 της Συνθήκης στο Δικαστήριο και την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξεως.

10.

Το Συμβούλιο υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν παράγουν άμεσο αποτέλεσμα- συγκεκριμένα, το εν λόγω δικαστήριο δεν μπορεί να καταργήσει ή τροποποιήσει διάταξη του εθνικού δικαίου, περιοριζόμενο αποκλειστικώς στο να επιβάλει στο συμβαλλόμενο μέρος υποχρέωση για την επίτευξη αποτελέσματος. Πάντως, οι αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού θα είναι δεσμευτικές και για το Δικαστήριο των ΕΚ στα πλαίσια της δικής του νομολογίας. Η δυνατότητα ασκήσεως ατομικών προσφυγών, εξαρτώμενη από την προϋπόθεση ότι προηγουμένως έχουν εξαντληθεί τα εθνικά ένδικα μέσα, θα ωθεί τα εντός της Κοινότητας δικαιοδοτικά όργανα, ιδίως δε το Δικαστήριο των ΕΚ, στην έκδοση αποφάσεων ως προς το κατά πόσον μια κοινοτική πράξη συμβιβάζεται με τη Σύμβαση. Στη γνωμοδότηση 1/91, της 14ης Δεκεμβρίου 1991 (Συλλογή 1991, σ. I-6079), το Δικαστήριο θεώρησε ότι η υπαγωγή της Κοινότητας σε δικαιοδοτικό μηχανισμό προβλεπόμενο από διεθνή συμφωνία εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το δικαιοδοτικό αυτό όργανο περιορίζεται στην ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας και δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως. Το Συμβούλιο διερωτάται αν η διαπίστωση αυτή αφορά αποκλειστικώς την περίπτωση κατά την οποία οι αποφάσεις του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου έχουν ως μόνο αντικείμενο τη διεθνή συμφωνία ή αν αφορά και τις αποφάσεις εκείνες που ανάγονται στο ζήτημα του συμβιβαστού του κοινοτικού δικαίου προς τη συμφωνία.

II — Διαδικασία

1.

Σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση γνωμοδοτήσεως επιδόθηκε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στα κράτη μέλη. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Devadder, διευθυντή διοικητικού στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Mikaelsen, πρεσβευτή, και P. Biering, προϊστάμενο υπηρεσίας, νομικούς συμβούλους στο Υπουργείο Εξωτερικών, η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ε. Röder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και Α. Dittrich, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Β. Ρώτη, επίτιμο πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, και Σ. Ζησιμόπουλο, νομικό σύμβουλο στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και τη Ν. Δαφνίου, γραμματέα στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Α. Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή του κονοτικού, νομικού και θεσμικού συντονισμού, και την R. Silva de Lapuerta, abogado del Estado της υπηρεσίας κοινοτικών διαφορών, η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Belliard, βοηθό διευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και C de Salins, υποδιευθύντρια στην ίδια διεύθυνση, και τον C. Chavance, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση, η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Α. Bos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Fernandes, διευθυντή στη διεύθυνση νομικής υπηρεσίας της γενικής διευθύνσεως Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την M. L. Duarte, σύμβουλο στην ίδια διεύθυνση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. Collins, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενο από τους S. Richards και D. Anderson, barristers, καθώς και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J, Amphoux, κύριο νομικό σύμβουλο, J. Pipkorn, νομικό σύμβουλο, και R. Gosalbo-Bono, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας.

2.

Μετά την προσχώρηση της Αυστριακής Δημοκρατίας, της Φινλανδικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή 'Ενωση, η αίτηση γνωμοδοτήσεως επιδόθηκε και στα κράτη αυτά. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Κ. Berchtold, επιμελητή πανεπιστημίου, και η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Η. Rotkirch, προϊστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών.

3.

Κατόπιν αιτήσεως του, επετράπη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους G. Garzón Clariana, jurisconsultos, και Ε. Perillo, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, να υποβάλει παρατηρήσεις.

4.

Η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Devadder, η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Mikaelsen και Ρ. Biering, η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Α. Dittrich, η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Α. Σαμώνη-Ράντου, αναπληρώτρια ειδική νομική σύμβουλο στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τη Ν. Δαφνίου, η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την R. Silva de Lapuerta, η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Dobelle, βοηθό διευθυντή στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και C. Chavance, η Ιρλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Gleeson, SC, και Μ. Buckley, η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή U. Leanza, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, των συνθηκών και των νομοθετικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Restia, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Fernandes και την Μ. L. Duarte, η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Η. Rotkirch, η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Nordling, σύμβουλο της νομικής διευθύνσεως για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις του Υπουργείου Εξωτερικών, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. Ε. Collins, επικουρούμενο από τους S. Richards και D. Anderson, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους J.-C. Piris, J.-P. Jacqué και την Α. Lo Monaco, η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Pipkorn και R. Gosalbo-Bono, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους G. Garzon Clariana και Ε. Perillo, ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1995.

ΠΙ — Ιστορικό του ζητήματος του σεβασμού εκ μέρους της Κοινότητας των δικαιωμάτων του ανθρώπου

1.

Η Συνθήκη ΕΚ, όπως και οι Συνθήκες ΕΚΑΧ ή ΕΚΑΕ, δεν περιέχει ειδική μνεία των θεμελιωδών δικαιωμάτων πλην εκείνης της τελευταίας αιτιολογικής σκέψεως του προοιμίου της ως προς τη «διαφύλαξη της ειρήνης και της ελευθερίας».

2.

Το Δικαστήριο εισήγαγε νομολογιακώς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, αναφερόμενο στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις και στις διεθνείς πράξεις, ιδίως δε στη Σύμβαση.

3.

Επηρεασμένο από τη νομολογία αυτή, το προοίμιο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης αναφέρεται στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα συντάγματα και οι νόμοι των κρατών μελών, η Σύμβαση και ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης.

4.

Το άρθρο ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει ότι «Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με τη (...) Σύμβαση (...) και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου». Το άρθρο 1.1, παράγραφος 2, πέμπτη περίπτωση, της εν λόγω Συνθήκης κάνει μνεία για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Το άρθρο Κ.2, παράγραφος 1, της ίδιας Συνθήκης μνημονεύει ρητώς την τήρηση της Συμβάσεως στο πλαίσιο της συνεργασίας στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων.

5.

Ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτέλεσε επίσης αντικείμενο πολιτικών δηλώσεων των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων. Αναφέρονται ενδεικτικώς η κοινή δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 5ης Απριλίου 1977, για τα θεμελιώδη δικαιώματα (Συλλογή Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τόμος Ι, μέρος Ι, 1995, σ. 877), η κοινή δήλωση κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, των αντιπροσώπων των κρατών μελών, συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου, και της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1986(Συλλογή Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τόμος Ι, μέρος Ι, 1995, σ. 889), το ψήφισμα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1990, για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας (ΕΕ C 157, σ. 1), το ψήφισμα για τα δικαιώματα του ανθρώπου, τη δημοκρατία και την ανάπτυξη που εξέδωσαν το Συμβούλιο και οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών, συνελθόντες στα πλαίσια του Συμβουλίου, στις 28 Νοεμβρίου 1991(Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τεύχος 11/91, σημείο 2.3.1), και τα συμπεράσματα σχετικά με την εφαρμογή του ανωτέρω ψηφίσματος που υιοθέτησαν το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη στις 18 Νοεμβρίου 1992. Μπορούν περαιτέρω να υπενθυμιστούν οι δηλώσεις επ' ευκαιρία διαφόρων Ευρωπαϊκών Συμβουλίων, όπως η δήλωση της 14ης Δεκεμβρίου 1973 σχετικά με την ευρωπαϊκή ταυτότητα (Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τεύχος 12/73, σημείο 2501), η δήλωση της 8ης Απριλίου 1978 περί δημοκρατίας, η δήλωση της 2ας και 3ης Δεκεμβρίου 1988 περί του διεθνούς ρόλου της Κοινότητας (Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τεύχος 12/88, σημείο 1.1.10), η δήλωση της 29ης Ιουνίου 1991 περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τεύχος 6/91, παράρτημα V) και η δήλωση της 11ης Δεκεμβρίου 1993 περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου επ' ευκαιρία της 45ης επετείου της Οικουμενικής Διακηρύξεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τεύχος 12/93, σημείο 1.4.12).

6.

Σε έκθεση της 4ης Φεβρουαρίου 1976, που διαβιβάστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και είχε ως τίτλο «η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τη δημιουργία και την ανάπτυξη του κοινοτικού δικαίου»(Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συμπλήρωμα 5/76), η Επιτροπή απέκλεισε την ανάγκη προσχωρήσεως της Κοινότητας ως τοιαύτης στη Σύμβαση.

7.

Η Επιτροπή εισηγήθηκε για πρώτη φορά στο Συμβούλιο την τυπική προσχώρηση με το «υπόμνημα περί της προσχωρήσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» της 4ης Απριλίου 1979(Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συμπλήρωμα 2/79).

8.

Η ίδια πρόταση επανελήφθη με την από 19 Νοεμβρίου 1990 ανακοίνωση της Επιτροπής περί της προσχωρήσεως της Κοινότητας στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.

9.

Στις 26 Οκτωβρίου 1993 η Επιτροπή δημοσίευσε έγγραφο εργασίας με τίτλο «Η προσχώρηση της Κοινότητας στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και η κοινοτική έννομη τάξη», όπου εξετάζονται ιδίως τα ζητήματα της νομικής βάσεως της προσχωρήσεως και της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

10.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξεφράσθη επανειλημμένα υπέρ της προσχωρήσεως, για τελευταία μάλιστα φορά με το από 18 Ιανουαρίου 1994 ψήφισμα του, το οποίο εξέδωσε με βάση έκθεση της επιτροπής νομικών θεμάτων και δικαιωμάτων των πολιτών, σχετικά με την προσχώρηση της Κοινότητας στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΕ C 44, σ. 32).

ΙV — Το ζήτημα του παραδεκτού της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως

1.

Η Ιρλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζονται ότι η αίτηση γνωμοδοτήσεως είναι απαράδεκτη. Η Δανική, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση θέτουν επίσης το ζήτημα της ενδεχομένως πρόωρης υποβολής της αιτήσεως.

Με τις προφορικές παρατηρήσεις της η Ιρλανδική Κυβέρνηση τονίζει ότι ουδεμία ειδική πρόταση υφίσταται για συμφωνία προσχωρήσεως, επί της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε να γνωμοδοτήσει. Τα τεχνικά προβλήματα είναι πολυάριθμα και ποικίλες λύσεις μπορούν να εξεταστούν. Δεν έχει γίνει ακόμη καμία επιλογή όσον αφορά τον καθορισμό των μερών που θα κληθούν να διαπραγματευθούν.

Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν υφίσταται «μελετώμενη», κατά την έννοια του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης, συμφωνία. Το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί μόνον εφόσον προηγηθούν λεπτομερείς διαπραγματεύσεις επί του σχεδίου συμφωνίας. Γεγονός είναι ότι με τη γνωμοδότηση 1/78, της 4ης Οκτωβρίου 1979 (Συλλογή τόμος 1979/11, σ.401), η αίτηση έγινε τύποις δεκτή μολονότι δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις. Πάντως, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, η συμφωνία υφίστατο υπό μορφή σχεδίου, διεξήγοντο διαπραγματεύσεις παράλληλα με την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και το Δικαστήριο, προτού εκδώσει τη γνωμοδότηση του, τηρήθηκε ενήμερο επί των τελευταίων εξελίξεων σχετικά με τα υπό διαπραγμάτευση έγγραφα. Αντίθετα, στην παρούσα διαδικασία, δεν υφίσταται σχέδιο συμφωνίας και δεν μελετάται το ενδεχόμενο διεξαγωγής διαπραγματεύσεων πριν από την έκδοση της γνωμοδοτήσεως. Η αίτηση γνωμοδοτήσεως 1/78 είχε νόημα, δεδομένου ότι αμφισβητούνταν το ζήτημα της νομικής βάσεως της συμφωνίας. Στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται ομοφωνία όσον αφορά τη μόνη δυνατή νομική βάση, ήτοι το άρθρο 235 της Συνθήκης.

Πέραν των θεμελιωδών ζητημάτων που εξέθεσε το Συμβούλιο, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρεται και σε περαιτέρω δυσχέρειες. Επικαλείται το ζήτημα της εκτάσεως των αποτελεσμάτων εκ της προσχωρήσεως ενόψει των επιφυλάξεων που διατύπωσαν τα κράτη μέλη, την εξουσία τους να παρεκκλίνουν οποτεδήποτε από ορισμένες διατάξεις της Συμβάσεως και τον κίνδυνο αποκλίσεως μεταξύ των υποχρεώσεων των κρατών μελών και της Κοινότητας, το ζήτημα της συμμετοχής της Κοινότητας στα όργανα της Συμβάσεως, ιδίως στο προς ίδρυση Ενιαίο Δικαστήριο, την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, τη δυσκολία προσχωρήσεως της Κοινότητας στη Σύμβαση, χωρίς προηγούμενη προσχώρηση στο Συμβούλιο της Ευρώπης, και την τύχη των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ. Ενόψει του αριθμού και της σοβαρότητας των ζητημάτων, το Δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση, στην παρούσα φάση, να εκδώσει εγκύρως γνωμοδότηση.

Το άρθρο 235 της Συνθήκης, το οποίο συνιστά τη μόνη δυνατή νομική βάση, απαιτεί ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου. Δοθέντος ότι δεν υπάρχει ομοφωνία, επιτείνεται η αόριστη και ανεδαφική φύση της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως. Όπως είναι γνωστό, το Δικαστήριο αρνείται συστηματικά, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, να αποφαίνεται επί γενικών ή υποθετικών ερωτημάτων.

Η Δανική Κυβέρνηση τονίζει ότι δεν υφίσταται σχέδιο συμφωνίας που αποτέλεσε προϊόν διαπραγματεύσεων. Μάλιστα, δεν επετεύχθη καν συμφωνία εντός του Συμβουλίου για την έναρξη διαπραγματεύσεων.

Η Φινλανδική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και τη νομολογία του Δικαστηρίου, η γνωμοδότηση μπορεί να αφορά τόσο το αν η μελετώμενη συμφωνία συμβιβάζεται με τη Συνθήκη όσο και το αν η Κοινότητα έχει την προς τούτο αρμοδιότητα. Εν προκειμένω, το παραδεκτό της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως εξαρτάται από το αν τα συνημμένα στην αίτηση έγγραφα ή όσα μνημονεύονται σ' αυτήν αποτελούν ενιαίο σύνολο από το οποίο να αναδύεται με αρκούσα ακρίβεια η μελετώμενη συμφωνία, ώστε να καταστεί δυνατό στο Δικαστήριο να εκδώσει τη γνωμοδότηση του. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η ενδεχομένως πρόωρη υποβολή της αιτήσεως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να αποφανθεί γενικώς και σε επίπεδο αρχών.

Η Σουηδική Κυβέρνηση τονίζει και αυτή, με τις προφορικές παρατηρήσεις της, ότι δεν υφίσταται ούτε σχέδιο κειμένου της Συμβάσεως ούτε καν απόφαση του Συμβουλίου περί ενάρξεως των διαπραγματεύσεων αυτών. Ακόμη και αν το Δικαστήριο πρόκειται να δεχθεί τύποις την αίτηση γνωμοδοτήσεως, δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί και άλλη μεταγενέστερη αίτηση, εφόσον τα νομικά και τεχνικά ζητήματα συζητηθούν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

2.

Η Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και η Βελγική, η Γερμανική, η Γαλλική, η Ιταλική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η αίτηση γνωμοδοτήσεως είναι παραδεκτή, καθόσον αφορά μελετώμενη κατά την έννοια του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης συμφωνία.

Η Επιτροπή επισημαίνει την αλλαγή της διατυπώσεως του άρθρου 228. Ως είχε κατά την προϋπάρξασα διατύπωση του, το άρθρο 228, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, που επέτρεπε την έκδοση προηγουμένης γνωμοδοτήσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου επί του συμβιβαστού της υπό μελέτη συμφωνίας, συνδεόταν με το πρώτο εδάφιο που αφορούσε τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων κρατών ή διεθνούς οργανισμού. Η νέα διατύπωση του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης ΕΚ αναφέρεται πλέον μόνο σε μελετώμενη συμφωνία, χωρίς να γίνεται καν λόγος για γνωμοδότηση που προηγείται της συνάψεως δεδομένης συμφωνίας. Ήδη, με την προπαρατεθείσα γνωμοδότηση 1/78, το Δικαστήριο έδωσε ευρεία ερμηνεία της εννοίας της υπό μελέτη συμφωνίας- η νομολογία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχύει και για τη νέα διατύπωση. Όπως συνέβη και επ' ευκαιρία της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως 1/78, το Δικαστήριο επιλαμβάνεται ζητήματος αρμοδιότητος και δεν υφίσταται κίνδυνος να απαιτείται η εκ νέου εξέταση του κατά τη διάρκεια τυχόν διαπραγματεύσεων.

Το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει ότι, όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση 1/75, της 11ης Νοεμβρίου 1975 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 409), σκοπός του άρθρου 228 είναι η πρόληψη αμφισβητήσεων επί του συμβιβαστού διεθνών συμφωνιών προς τη Συνθήκη. Στην προκειμένη περίπτωση το ζητούμενο είναι αν συμβιβάζεται με την κοινοτική έννομη τάξη το θεσπισθέν με τη Σύμβαση δικαιικό σύστημα. Το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα επικεντρώνεται στο αν συμβιβάζεται προς την αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου 11 υπαγωγή του τελευταίου σε δικαιοδοτικό όργανο ξένο προς την κοινοτική έννομη τάξη. Με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/78, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι είναι προς το συμφέρον όλων των ενδιαφερομένων κρατών, συμπεριλαμβανομένων των τρίτων, το ζήτημα της αρμοδιότητας να έχει ήδη επιλυθεί πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

Η Βελγική Κυβέρνηση αναφέρεται επίσης στο νομολογιακό προηγούμενο της γνωμοδοτήσεως 1/78 και στη νέα διατύπωση του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης. Δίδει έμφαση σε τρία σημεία. Τα κράτη μέλη εκτιμούν ότι το ζήτημα κατά πόσο συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο η προσχώρηση πρέπει να επιλυθεί πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/78, καθώς και με τη γνωμοδότηση 1/92, της 10ης Απριλίου 1992 (Συλλογή 1992, σ. Ι-2821), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αίτηση γνωμοδοτήσεως κηρύσσεται παραδεκτή υπό την προϋπόθεση ότι είναι γνωστό το αντικείμενο της μελετώμενης συμφωνίας και ότι ο αιτούμενος τη γνωμοδότηση έχει συμφέρον να λάβει απάντηση, έστω και αν το περιεχόμενο της προτεινομένης συμφωνίας δεν έχει προσδιοριστεί εισέτι σε όλες του τις λεπτομέρειες. Με το να απαιτείται από το θεσμικό όργανο, που υποβάλλει την αίτηση γνωμοδοτήσεως, να έχει εξαλείψει κάθε αμφιβολία ως προς το συμβιβαστό της μελετώμενης συμφωνίας προς το κοινοτικό δίκαιο κατά τον χρόνο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως το Δικαστήριο, αναιρείται η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης.

Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, με τις προφορικές παρατηρήσεις της, ότι η αίτηση είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι, κατά την υποβολή της, η περί της προσχωρήσεως συζήτηση είχε προχωρήσει σε τέτοιο στάδιο ώστε η γνωμοδότηση φάνηκε αναγκαία και δικαιολογημένη. Τόσο η Σύμβαση στην οποία πρόκειται να γίνει προσχώρηση όσο και οι προσαρμογές που η προσχώρηση αυτή επιβάλλει είναι γνωστές. Σύμφωνα με τα όσα δέχθηκε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα γνωμοδότηση 1/78, είναι προς το συμφέρον όλων των κρατών μελών το να έχει ρυθμιστεί πριν από τις διαπραγματεύσεις το ζήτημα της αρμοδιότητας της Κοινότητας να προσχωρήσει στη Σύμβαση.

Η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει με τις προφορικές παρατηρήσεις της ότι το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεση του κάποιο σχέδιο συμφωνίας, ότι εξακολουθούν να υφίστανται διάφορες αβεβαιότητες όσον αφορά το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και ότι δεν υφίσταται, προς το παρόν, συναίνεση στο πλαίσιο του Συμβουλίου όσον αφορά τη σκοπιμότητα της προσχωρήσεως. Ωστόσο, το Δικαστήριο πρέπει να δεχθεί τύποις την αίτηση γνωμοδοτήσεως, δεδομένου ότι τα νομικά ζητήματα που θέτει το συμβιβαστό της προσχωρήσεως προς τη Συνθήκη είναι σαφώς προσδιορισμένα και η κρισιμότητα τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Η Ιταλική Κυβέρνηση μνημονεύει στις προφορικές παρατηρήσεις της το άρθρο 107, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, από το οποίο προκύπτει ότι η αίτηση γνωμοδοτήσεως μπορεί να αφορά τόσο το αν η μελετώμενη συμφωνία συμβιβάζεται με τις διατάξεις της Συνθήκης όσο και το αν η Κοινότητα είναι αρμόδια να συνάψει τη συμφωνία αυτή. Αν η αίτηση αφορά την αρμοδιότητα, όπως στην παρούσα περίπτωση, δεν είναι αναγκαίο να υφίσταται ένα επαρκώς καθορισμένο ήδη κείμενο συμφωνίας. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η αίτηση αφορά και το συμβιβαστό της προσχωρήσεως προς τους ουσιαστικούς κανόνες της Συνθήκης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να την απορρίψει, δεδομένου ότι η Σύμβαση στην οποία σκοπείται η προσχώρηση υφίσταται και οι γενικές πτυχές της είναι γνωστές.

Η Πορτογαλική Κυβέρνηση τονίζει επίσης, με τις προφορικές παρατηρήσεις της, ότι είναι γνωστά τόσο το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων που πρόκειται να διεξαχθούν όσο και το περιεχόμενο της Συμβάσεως στην οποία η Κοινότητα προτίθεται να προσχωρήσει.

V — Η νομική βάση της μελετώμενης προσχωρήσεως

1.

Η Αυστριακή Κυβέρνηση, αφού υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου σε θέματα εξωτερικών αρμοδιοτήτων της Κοινότητας, διευκρινίζει ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντάσσεται στο πλαίσιο ασκήσεως όλων των προνομιών της Κοινότητας. Η παρεχόμενη από τη Σύμβαση εγγύηση των προστατευτέων δικαιωμάτων συντελείται βάσει της αρμοδιότητας η οποία αποτελεί, για κάθε συναφή τομέα, το νομικό θεμέλιο της παρεμβολής των κοινοτικών θεσμικών οργάνων. Αυτή η οριζόντια εσωτερική εφαρμογή των δικαιωμάτων που εγγυάται η Σύμβαση συνιστά παράλληλα τη βάση της εξωτερικής αρμοδιότητας της Κοινότητας να προσχωρήσει στη Σύμβαση.

2.

Η Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και η Βελγική, η Δανική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Ιταλική, η Φινλανδική και 1] Σουηδική Κυβέρνηση, επικουρικώς δε και η Αυστριακή Κυβέρνηση, διευκρινίζουν ότι, ελλείψει ειδικών διατάξεων, το άρθρο 235 της Συνθήκης αποτελεί το νομικό έρεισμα της προσχωρήσεως. Εν προκειμένω, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 235, και συγκεκριμένα η ανάγκη δράσεως της Κοινότητας, η πραγματοποίηση ενός από τους στόχους της Κοινότητας και ο σύνδεσμος προς τη λειτουργία της κοινής αγοράς.

Η Επιτροπή παραπέμπει στο προαναφερθέν έγγραφο της εργασίας της της 26ης Οκτωβρίου 1993, με το οποίο χαρακτηρίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως στόχοτομή που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των στόχων της Κοινότητας.

Από την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175), προκύπτει ότι οι κατά την έννοια του άρθρου 235 της Συνθήκης στόχοι μπορούν να διευκρινίζονται στο προοίμιο της Συνθήκης. Το δε προοίμιο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως μνημονεύει τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τη Σύμβαση.

Το Κοινοβούλιο εκτιμά επίσης ότι η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου εντάσσεται στους στόχους της Κοινότητας. Η θέσπιση της ιθαγενείας της Ενώσεως αποτελεί ένα νέο νομικό στοιχείο υπέρ της απόψεως αυτής. Συγκεκριμένα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου Β, τρίτη περίπτωση, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Συνθήκης ΕΚ, στην Κοινότητα εναπόκειται να διασφαλίζει στους πολίτες της Ενώσεως μια προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους ισοδύναμη με εκείνη της οποίας απολαύουν ως πολίτες των κρατών τους έναντι των πράξεων των κρατικών οργάνων. Το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει την ανάγκη υπαγωγής της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένου του Δικαστηρίου, σε διεθνή έλεγχο νομιμότητας, πανομοιότυπο με εκείνο στον οποίο υπόκεινται τα κράτη μέλη και τα ανώτατα δικαιοδοτικά όργανα τους. Κατά το Κοινοβούλιο, η επιλογή του άρθρου 235 της Συνθήκης θα πρέπει να συμπληρωθεί με τη μνεία του άρθρου 228, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο, για τη σύναψη ορισμένων διεθνών συμφωνιών, απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου. Η ανάγκη της σύμφωνης αυτής γνώμης εξηγείται από τη ratio legis της διατάξεως, υπό την έννοια ότι, συμμετέχοντας στο νομοθετικό έργο, το Κοινοβούλιο είναι ευκταίο να μην υποχρεωθεί, επ' ευκαιρία διεθνούς συμφωνίας και εν ονόματι των διεθνών δεσμεύσεων της Κοινότητας, να τροποποιήσει πράξη που έχει υιοθετηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία της συναποφάσεως.

Η Βελγική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Ιταλική, η Αυστριακή, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση υπογραμμίζουν ότι η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί γενική αρχή οριζόντιας εφαρμογής, η οποία δεσμεύει την Κοινότητα κατά την άσκηση όλων των δραστηριοτήτων της, και ότι η προστασία αυτή είναι ουσιώδης για την εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς.

Κατά τις εν λόγω κυβερνήσεις, το Δικαστήριο επιτυγχάνει την προστασία αυτή μέσω των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, εμπνεόμενο από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις και τις διεθνείς πράξεις, ιδίως δε από τη Σύμβαση. Το προοίμιο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως, το προοίμιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και τα άρθρα ΣΤ, παράγραφος 2, 1.1 και Κ.2 της Συνθήκης αυτής, κατοχυρώνουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αναγνωρίζουν, στο πλαίσιο αυτό, τον ρόλο της Συμβάσεως.

Η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλείται και το άρθρο 130 Υ, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο, αναφερόμενο στον τομέα της συνεργασίας για την ανάπτυξη, απαριθμεί ως στόχο και τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Η Αυστριακή Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι, προκειμένου να προσδιοριστούν οι στόχοι της Κοινότητας, πρέπει να γίνει παραπομπή και στο προοίμιο της Συνθήκης που αναφέρεται στη διαφύλαξη της ειρήνης και της ελευθερίας- ο στόχος εμπεριέχει το σύνολο των κατοχυρουμένων από τη Σύμβαση δικαιωμάτων.

Η Φινλανδική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της Κοινότητας, η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί γνήσιο στόχο της Κοινότητας.

Κατά τις εν λόγω κυβερνήσεις, η προστασία των ιδιωτών από τυχόν παραβίαση της Συμβάσεως εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων καθιστά αναγκαία την προσχώρηση στη Σύμβαση και τον εξωτερικό δικαιοδοτικό έλεγχο.

Η Βελγική Κυβέρνηση εμμένει επί της ανάγκης αποφυγής διισταμένων ερμηνειών μεταξύ της κοινοτικής νομολογίας και εκείνης των οργάνων της Συμβάσεως. Η Βελγική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το σύστημα των ενδίκων μέσων του κοινοτικού δικαίου, το οποίο αποκλείει την εκ μέρους ιδιώτη άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατ' αποφάσεως που δεν τον αφορά άμεσα και ατομικά, παρέχει λιγότερη προστασία από εκείνη της Συμβάσεως.

Η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει, με τις προφορικές παρατηρήσεις της, ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν οικειοθελώς υπαχθεί, όσον αφορά τις αρμοδιότητες τους, σε μηχανισμούς διεθνούς ελέγχου της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η μεταβίβαση κρατικών αρμοδιοτήτων στην Κοινότητα επιβάλλει την υπαγωγή της στον ίδιο διεθνή έλεγχο, προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία την οποία θέλησαν αρχικά τα κράτη μέλη.

Η Αυστριακή Κυβέρνηση αναφέρεται στην ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας της Συμβάσεως, στην προοδευτική εμβάθυνση της ολοκληρώσεως στην οποία στοχεύει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, τομέα όπου η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, και στις διαφορές των κοινοτικών οργάνων με τους υπαλλήλους τους.

Η Φινλανδική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η προσχώρηση επιβάλλεται και για λόγους ενισχύσεως της κοινωνικής διαστάσεως της Συνθήκης. Οι προβλεπόμενες από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη νέες βάσεις αρμοδιότητας και η καθιέρωση της αρχής της επικουρικότητας περιορίζουν πάντως το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 235 της Συνθήκης. Η επίκληση της ανωτέρω διατάξεως αποτελεί συνάρτηση της δομής και του περιεχομένου της συμφωνίας προσχωρήσεως.

3.

Η Ισπανική, η Γαλλική, η Ιρλανδική, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εξηγούν ότι ούτε η Συνθήκη ΕΚ ούτε η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση περιέχουν διάταξη απονέμουσα στην Κοινότητα συγκεκριμένες αρμοδιότητες σε θέματα δικαιωμάτων του ανθρώπου, δυνάμενη να αποτελέσει νομικό θεμέλιο για τη μελετώμενη προσχώρηση. Το άρθρο ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ανάγει απλώς σε συνταγματικό κανόνα το νομολογιακό κεκτημένο επί θεμάτων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ενώ η συγκεκριμένη προστασία εξαντλείται στην επίκληση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου.

Η Γαλλική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση προσθέτουν ότι το άρθρο I.1, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας, όπως και το άρθρο Κ.2, παράγραφος 1, αυτής, σχετικά με τη δικαιοσύνη και τις εσωτερικές υποθέσεις, τομείς οι οποίοι, άλλωστε, δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, είναι προγραμματικής φύσεως και δεν απονέμουν στην Κοινότητα ειδικές εξουσίες. Η Γαλλική Κυβέρνηση αποκλείει επίσης την εφαρμογή του άρθρου 130 Υ της Συνθήκης ΕΚ.

Η Ισπανική, η Γαλλική, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διαφωνούν και με ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 235 της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν περιλαμβάνεται στους στόχους της Κοινότητας, όπως αυτοί εξαγγέλλονται στα άρθρα 2 και 3 της Συνθήκης. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προσθέτει ότι ούτε με επίκληση του άρθρου ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να δικαιολογηθεί προσφυγή στο άρθρο 235.

Οι ανωτέρω κυβερνήσεις αμφισβητούν ότι νομικό κενό ή ελλειμματική προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου καθιστά επιβεβλημένη τη μελετώμενη προσχώρηση. Το Δικαστήριο πέτυχε την ουσιαστική αποδοχή της Συμβάσεως στην κοινοτική έννομη τάξη και την πλήρη ένταξη της στη δέσμη κανόνων της κοινοτικής νομιμότητας. Η Γαλλική Κυβέρνηση απαριθμεί τα αναγνωριζόμενα από τη Σύμβαση θεμελιώδη δικαιώματα, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο.

Η Πορτογαλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι ο κίνδυνος διαφορετικής ερμηνείας των διατάξεων της Συμβάσεως από το Δικαστήριο ΕΚ και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι θεωρητικός και μπορεί να εξηγηθεί από τους συγκεκριμένους στόχους της οικονομικής και πολιτικής ολοκληρώσεως της Κοινότητας. Η κυβέρνηση αυτή αναφέρει ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να προβεί σε προδικαστική παραπομπή προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όσον αφορά την ερμηνεία της Συμβάσεως.

Κατά τις κυβερνήσεις, το κοινοτικό δίκαιο περιλαμβάνει πλήρες σΰστημα ενδίκων μέσων υπέρ των ιδιωτών. Η προσχώρηση δεν είναι επιβεβλημένη στο πλαίσιο λειτουργίας της κοινής αγοράς.

4.

Η Δανική Κυβέρνηση δεν λαμβάνει κατηγορηματική θέση. Επικαλείται το υφιστάμενο κενό στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε σχέση με την κοινοτική δημόσια διοίκηση, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι το κενό αυτό δεν είναι ουσιαστικό αλλά δικονομικό. Η τήρηση της Συμβάσεως, μέσω ενός τρόπον τινά αυτοπεριορισμού του Δικαστηρίου, διαφέρει εκείνης που επιβάλλει μια διεθνής υποχρέωση, έστω και αν η διαφορά είναι θεωρητική. Το πλεονέκτημα της προσχωρήσεως είναι βασικά πολιτικό υπό την έννοια ότι τονίζεται η σημασία που αποδίδεται στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η προσχώρηση θα επέτρεπε περαιτέρω στην Κοινότητα να εξασφαλίζει η ίδια την άμυνα της, σε περίπτωση κατά την οποία το κοινοτικό δίκαιο αμφισβητούνταν ενώπιον των προβλεπομένων από τη Σύμβαση οργάνων. Η Δανική Κυβέρνηση τονίζει συναφώς ότι κατά κανόνα στις διαφορές εμπλέκονται παράλληλα κοινοτικοί και εθνικοί κανόνες και αμφισβητούνται καταρχήν οι εθνικοί ενώπιον της καταστάσεως αυτής, τα θεσμικά όργανα, ιδίως η Επιτροπή, θα μπορούσαν να επικουρούν την εθνική κυβέρνηση ενώπιον των οργάνων της Συμβάσεως.

Στο πολιτικό αυτό πλεονέκτημα η Δανική Κυβέρνηση αντιτάσσει πρακτικές και νομικές δυσχέρειες. Επί του παρόντος, προβλέπεται προσχώρηση μόνον για τα κράτη, ενώ η θέση των λοιπών συμβαλλομένων μερών δενείναι βεβαία. Η προσχώρηση της Κοινότητας εγείρει ζητήματα στο επίπεδο των παρεκκλίσεων που αναγνωρίζονται υπέρ των κρατών μελών καθώς και των επιφυλάξεων που έχουν διατυπώσει τα τελευταία. Προφανώς, η προσχώρηση δεν θα αφορούσε το σύνολο της Συμβάσεως. Απαιτείται η θέσπιση μηχανισμού προκειμένου να καθοριστεί η οντότητα που θα ευθύνεται για την παραβίαση της Συμβάσεως, δεδομένου ότι η αμφισβητούμενη πράξη είναι εκ προοιμίου εθνική. Τίθεται επίσης το ζήτημα της εκπροσωπήσεως της Κοινότητας στα όργανα ελέγχου της Συμβάσεως, ιδίως στα πλαίσια του μελλοντικού Ενιαίου Δικαστηρίου. Ενόψει της βαρύτητας των προβλημάτων αυτών, η Δανική Κυβέρνηση προτείνει τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και των συμβαλλομένων στη Σύμβαση μερών κατά τρόπον ώστε το Δικαστήριο ΕΚ να μπορεί να απευθύνει προδικαστικά ερωτήματα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων οσάκις επιλαμβάνεται ζητημάτων που αφορούν τα δικαιώματα του ανθρώπου και να επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου ΕΚ επί του κοινοτικού δικαίου.

VI — Το ζήτημα του συμβιβαστού της προσχωρήσεως προς τα άρθρα 164 και 219 της Συνθήκης

1.

Η Επιτροπή, το Κοινοβούλιο, καθώς και η Βελγική, η Δανική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Ιταλική, η Αυστριακή, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση διευκρινίζουν ότι η μελετώμενη προσχώρηση, ιδίως δε η υπαγωγή της Κοινότητας στο δικαιοδοτικό σύστημα της Συμβάσεως, δεν αντίκειται προς τα άρθρα 164 και 219 της Συνθήκης.

Η Επιτροπή τονίζει ότι, σε αντίθεση με τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, οι σκοποί της Συμβάσεως και της Συνθήκης τέμνονται σε θέματα δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η Σύμβαση εγκαθιδρύει κλασικό από απόψεως διεθνούς δικαίου μηχανισμό ελέγχου και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην εσωτερική έννομη τάξη. Ασφαλώς, η Σύμβαση χαρακτηρίζεται από τη δυνατότητα της ατομικής προσφυγής. Πάντως, πρόκειται απλώς για μορφή ελέγχου παράλληλα με τις προσφυγές των συμβαλλομένων μερών. Εξάλλου, θα ήταν αντιφατική η αποδοχή του ανωτέρω μηχανισμού ελέγχου και η μη αναγνώριση της ατομικής προσφυγής. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν αποφαίνεται επί του ζητήματος της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, ζητήματος που επιλύει αποκλειστικώς η ίδια η κοινοτική έννομη τάξη. Υπό την έννοια αυτή, πρέπει να αποκλείεται η δυνατότητα προσφυγής ασκούμένης από την Κοινότητα κατά των κρατών μελών και αντιστρόφως.

Δεν μπορεί περαιτέρω να υποστηριχθεί ότι ο μηχανισμός ελέγχου της Συμβάσεως θέτει υπό αμφισβήτηση, στο μέτρο που καλύπτει το σύνολο των κοινοτικών αρμοδιοτήτων, την αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως. Συγκεκριμένα, η Σύμβαση επιβάλλει μόνο κατ' ελάχιστον κανόνες. Ο μηχανισμός ελέγχου δεν συνεπάγεται άμεσο αποτέλεσμα εντός της κοινοτικής έννομης τάξεως. Τέλος, με δεδομένο ότι δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές των κρατών μελών, ο ανωτέρω μηχανισμός ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστος προς τις αρχές του κοινοτικού δικαίου.

Το Κοινοβούλιο επικαλείται την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/91, με την οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε την ευχέρεια της Κοινότητας να υποβάλλει εαυτήν στις αποφάσεις ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου. Η υπαγωγή της Κοινότητας στη δικαιοδοσία ενός αρμοδίου σε θέμα δικαιωμάτων του ανθρώπου δικαστηρίου συνάδει προς την εξέλιξη του κοινοτικού συστήματος, το οποίο δεν θα αφορά πλέον τον επιχειρηματία αλλά τον πολίτη της Ενώσεως. Ο εξωτερικός έλεγχος σε θέματα δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν θίγει την αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως, αλλ' ούτε εκείνη των κρατών μελών. Το Κοινοβούλιο παραπέμπει στο από 18 Ιανουαρίου 1994 προαναφερθέν ψήφισμά του, με το οποίο τονίστηκε η σημασία της ευθείας προσφυγής ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου με σκοπό τον έλεγχο του συμβιβαστού μιας κοινοτικής πράξεως προς τα δικαιώματα του ανθρώπου και διατυπώθηκε η εκτίμηση ότι η μελετώμενη προσχώρηση δεν μπορεί, λόγω της φύσεως της, να θέσει υπό αμφισβήτηση την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου επί ζητημάτων κοινοτικού δικαίου.

Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν τα ενσωματωμένα στην κοινοτική έννομη τάξη θεμελιώδη δικαιώματα καθίστανται, οσάκις απορρέουν από τη Σύμβαση, αμιγώς κοινοτικό δίκαιο ή διατηρούν την ιδιομορφία τους. Αναλόγως της απαντήσεως, ασκεί ή όχι επίδραση η μελετώμενη προσχώρηση επί της αυτοτέλειας του κοινοτικού δικαίου.

Η Βελγική Κυβέρνηση υπογραμμίζει καταρχάς ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες της Συμβάσεως εμπίπτουν σε ίδιον καθεστώς στο πλαίσιο των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, η Σύμβαση εισάγει απλώς ένα κατ' ελάχιστον όριο προστασίας και δεν επηρεάζει την εξέλιξη με αφετηρία τις υπόλοιπες αναγνωριζόμενες από το Δικαστήριο πηγές, ήτοι την ίδια την κοινοτική έννομη τάξη και τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις. Οσάκις αναφέρεται στη Σύμβαση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την ερμηνεία που δίδουν τα όργανα της Συμβάσεως, υπογραμμίζοντας με τον τρόπο αυτό την ειδική θέση που κατέχουν τα κατοχυρούμενα από τη Σύμβαση δικαιώματα στην κοινοτική έννομη τάξη. Στον βαθμό αυτόν, η αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως, υπό το πρίσμα των προαναφερθεισών γνωμοδοτήσεων 1/91 και 1/92, είναι του λοιπού σχετική.

Στη συνέχεια, η Βελγική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η μελετώμενη συμφωνία δεν θίγει την αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως. Σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 62 της Συμβάσεως ευχέρεια, αποκλείεται οποιαδήποτε προσφυγή από την Κοινότητα κατά των κρατών μελών της και αντιστρόφως, οπότε δεν παραβιάζεται το άρθρο 219 της Συνθήκης. Προς αποφυγή οποιασδήποτε εξωτερικής επιδράσεως επί της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, τα τελευταία μπορούν να λάβουν θέση, όταν πρόκειται για ατομική προσφυγή, επί του υπευθύνου της φερομένης παραβιάσεως. Ο προς θέσπιση μηχανισμός απαντά και στο παράρτημα IX της από 10 Δεκεμβρίου 1982 Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας.

Τρίτον, η Βελγική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι είναι απευκταία η απόλυτη αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως στον τομέα των κατοχυρούμενων από τη Σύμβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών. Πράγματι, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος τα όργανα της Συμβάσεως να αναγνωρίζουν την αρμοδιότητά τους να αποφαίνονται επί του συμβιβαστού με τη Σύμβαση, αν όχι των κοινοτικών πράξεων, τουλάχιστον των εθνικών πράξεων εκτελέσεως, αν η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην κοινοτική έννομη τάξη υστερεί εκείνης της Συμβάσεως.

Ακόμη και αν το Δικαστήριο έκρινε ότι τυγχάνουν εφαρμογής τα συναγόμενα από τις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις 1/91 και 1/92 κριτήρια, σχετικά με την αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως, και πάλι θα ήταν δυνατή η μελετώμενη προσχώρηση.

Η Βελγική Κυβέρνηση υπογραμμίζει συναφώς την έλλειψη οποιουδήποτε προσωπικού και λειτουργικού δεσμού μεταξύ του Δικαστηρίου και των οργάνων της Συμβάσεως. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει απλώς και μόνον τη δυνατότητα να υποχρεώσει το ενδιαφερόμενο μέρος να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις του, χωρίς να διαθέτει την εξουσία ακυρώσεως ή αναγνωρίσεως του ανίσχυρου της προσβαλλομένης εθνικής πράξεως. Όσον αφορά τις συνέπειες των αποφάσεων του εν λόγω δικαστηρίου, η Βελγική Κυβέρνηση διακρίνει δυο περιπτώσεις. Αν η διάταξη της Συμβάσεως είναι επαρκώς ακριβής και πλήρης, η τήρηση της είναι απλούστατα συνάρτηση της αναγνωριζομένης απευθείας εφαρμογής της. Αν η παραβιασθείσα διάταξη δεν τυγχάνει απευθείας εφαρμογής, εναπόκειται στο κράτος να λάβει τα κατάλληλα μέτρα θεραπείας προς τερματισμό της παραβιάσεως. Σε καμία περίπτωση δεν διακυβεύεται η αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως.

Κατά τη Δανική, τη Γερμανική, την Ελληνική, την Ιταλική, την Αυστριακή και τη Φινλανδική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο αναγνώρισε, με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/91, ότι η Κοινότητα έχει την ευχέρεια να υποβάλλει εαυτήν σε δικαιοδοτικό όργανο προβλεπόμενο από διεθνή συμφωνία, όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται η αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως. Συναφώς, το Δικαστήριο υπογράμμισε ιδίως την ανάγκη σεβασμού της ανεξαρτησίας των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων και της αποκλειστικής αρμοδιότητάς του να ερμηνεύει το κοινοτικό δίκαιο.

Η Δανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, στα πλαίσια της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, το πρόβλημα ενέκειτο στην ταύτιση του περιεχομένου του εν λόγω συμβατικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση, η λαμβανόμενη υπόψη νομολογία των οργάνων της Συμβάσεως από τα κοινοτικά όργανα, συμπεριλαμβανομένου του Δικαστηρίου, περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο σε θέματα δικαιωμάτων του ανθρώπου. Χωρίς να επιθυμεί να εκφράσει κατηγορηματική άποψη επί του θέματος, η Δανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει το γεγονός ότι η επίπτωση της νομολογίας των οργάνων της Συμβάσεως επί εκείνης του Δικαστηρίου είναι ήδη μια πραγματικότητα που συνηγορεί υπέρ του συμβιβαστού της προσχωρήσεως με τη Συνθήκη.

Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει επίσης ότι το ζήτημα της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών της εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δοθέντος ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν αποφαίνεται επί του εσωτερικού δικαίου των συμβαλλομένων μερών. Το Δικαστήριο θα μπορούσε να εγγυηθεί τα θεμελιώδη δικαιώματα, παραπέμποντας παραλλήλως στη συνταγματική παράδοση των κρατών μελών και στη Σύμβαση, και θα μπορούσε να καταλήξει σε υψηλότερου βαθμού προστασία από εκείνη της Συμβάσεως. Κατόπιν αυτού, δεν μπορεί να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αυτοτέλεια του κοινοτικού δικαίου τίθεται υπό αμφισβήτηση λόγω του ότι πανομοιότυπτες διατάξεις τυγχάνουν διαφορετικής ερμηνείας λόγω διαφορετικών σκοπών. Η μόνη υποχρέωση που η Σύμβαση επιβάλλει στην Κοινότητα, ήτοι εκείνη της τηρήσεως ενός κατωτάτου επιπέδου, δεν εκφεύγει των εξαγγελλομένων με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/91 ορίων. Η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρεται επίσης στην έλλειψη προσωπικού δεσμού μεταξύ των δύο δικαιοδοτικών οργάνων.

Η Ελληνική Κυβέρνηση εκτιμά ότι τυχόν παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη περιορίζεται στην ερμηνεία των εγγυωμένων από τη Σύμβαση δικαιωμάτων. Ο σεβασμός της αυτοτελείας της κοινοτικής έννομης τάξεως σημαίνει όχι την απαγόρευση οποιασδήποτε εξωτερικής παρεμβάσεως, αλλά την ανάγκη διαφυλάξεως των θεμελιωδών αρχών και της θεσμικής ισορροπίας του κοινοτικού δικαίου. Η συμμετοχή ως δικαστή προσώπου της Κοινότητας, χωρίς να είναι παράλληλα μέλος του Δικαστηρίου, πρέπει να διασφαλίζει ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λαμβάνει υπόψη του τις ιδιομορφίες του κοινοτικού δικαίου.

Η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει, με τις προφορικές παρατηρήσεις της, ότι η συμφωνία προσχωρήσεως πρέπει να ικανοποιεί τα κριτήρια που ανέπτυξε το Δικαστήριο στις προπαρατεθείσες γνωμοδοτήσεις 1/91 και 1/92, όσον αφορά τον σεβασμό της κοινοτικής έννομης τάξεως. Η κυβέρνηση αυτή εμμένει, συναφώς, στο γεγονός ότι οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα στις εσωτερικές έννομες τάξεις και δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την αναγνώριση του παρανόμου των πράξεων εσωτερικού δικαίου.

Η Αυστριακή Κυβέρνηση υπογραμμίζει τη διαφορά προς τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Η προσχώρηση δεν δημιουργεί κανονιστική δέσμη, περιλαμβάνουσα κυρίως κανόνες που υφίστανται ήδη στην κοινοτική έννομη τάξη, η οποία πρέπει να ενσωματωθεί στην τάξη αυτή. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί ζητημάτων κοινοτικού δικαίου, το οποίο εξομοιώνεται συναφώς με τα δίκαια των συμβαλλομένων στη Σύμβαση κρατών.

Η Σουηδική Κυβέρνηση φρονεί ότι η προσχώρηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 164 και 219 της Συνθήκης μόνο στην περίπτωση όπου θα υφίστατο κίνδυνος να αγνοηθεί ο δεσμευτικός χαρακτήρας των αποφάσεων του Δικαστηρίου και, επομένως, να θιγεί η αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξεως. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός, η Σουηδική Κυβέρνηση προτείνει να εξαιρεθούν από τη ρύθμιση των διαφορών εκ της Συμβάσεως, με ειδική συμφωνία, οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών ή μεταξύ αυτών και της Κοινότητας. Η Σουηδική Κυβέρνηση προβάλλει επίσης την ιδέα ενός μηχανισμού προδικαστικής παραπομπής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προς το Δικαστήριο ΕΚ επί ζητημάτων κοινοτικού δικαίου.

Η Φινλανδική Κυβέρνηση δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η μελετώμενη προσχώρηση και η υπαγωγή των κοινοτικών οργάνων στη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να έχει συνέπειες όσον αφορά την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, στον βαθμό που οι διατάξεις αυτές αφορούν τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πάντως, εφαρμόζοντας τις αρχές που συνήγαγε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας γνωμοδοτήσεως 1/91, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου, όπως αυτά προστατεύονται διά των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, δεν εντάσσονται στο οικονομικό και εμπορικό πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου και ότι η προσχώρηση δεν θίγει την αυτοτέλεάα του.

2.

Η Ισπανική, η Γαλλική, η Ιρλανδική, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρινίζουν ότι η προσχώρηση της Κοινότητας στη Σύμβαση είναι ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη και. ειδικότερα προς τα άρθρα 164 και 219 αυτής. Αναφερόμενες στις προπαρατεθείσες γνωμοδοτήσεις 1/91 και 1/92, οι κυβερνήσεις υπογραμμίζουν ότι η μελετώμενη προσχώρηση θέτει υπό αμφισβήτηση την αυτοτέλεια της κοινοτικής έννομης τάξεως και την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται συναφώς τα άρθρα 24 και 25 της Συμβάσεως, που θεσπίζουν τη διακρατική και την ατομική προσφυγή αντίστοιχα, το άρθρο 45 περί απονομής αρμοδιότητας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να αποφαίνεται επί της ερμηνείας και εφαρμογής της Συμβάσεως, τα άρθρα 32 και 46 περί δεσμευτικότητας των αποφάσεων των οργάνων της Συμβάσεως, το άρθρο 52 περί οριστικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το άρθρο 53 περί υποχρεώσεως των συμβαλλομένων μερών να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου και το άρθρο 54 περί απονομής στην Επιτροπή Υπουργών της εξουσίας ασκήσεως εποπτείας σε σχέση με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Το άρθρο 62 της Συμβάσεως, εξαρτώντας την επίλυση όλων των μεταξύ των συμβαλλομένων μερών διαφορών ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της Συμβάσεως από τους προβλεπόμενους από την ίδια τρόπους διακανονισμού, αντίκειται προς το άρθρο 219 της Συνθήκης. Επιβάλλεται η διατύπωση επιφυλάξεως ή η σύναψη ειδικού συνυποσχετικού προς αποκλεισμό των διαφορών μεταξύ των κρατών μελών ή μεταξύ αυτών και της Κοινότητας. Σε αντίθεση με τα τεθέντα στις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις 1/91 και 1/92 κριτήρια, τα όργανα ελέγχου της Συμβάσεως δεν περιορίζονται στην ερμηνεία της, αλλ' εξετάζουν τη νομιμότητα του κοινοτικού δικαίου από την άποψη της Συμβάσεως, γεγονός που μπορεί να θίξει τη νομολογία του Δικαστηρίου.

Η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η κοινοτική έννομη τάξη διαθέτει αυτοτελή και ειδική δικαιοδοτιπή οργάνωση. Στην παρούσα φάση ούτε υφίσταται ούτε θα μπορούσε να θεσπιστεί οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα προς επίλυση ζητημάτων που άπτονται των δικαιωμάτων του ανθρώπου εκτός του πλαισίου της τηρήσεως του δικαίου, η οποία, ως γενική αρχή, έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο.

Η Γαλλική Κυβέρνηση εξετάζει και το ζήτημα της προηγουμένης εξαντλήσεως των εθνικών ενδίκων μέσων. Στα πλαίσια της κοινοτικής έννομης τάξεως, οι προσφυγέςαγωγές των ιδιωτών είναι περιορισμένες και στις περισσότερες περιπτώσεις το Δικαστήριο επιλαμβάνεται μέσω της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων. Επιβάλλεται η διερεύνηση του ζητήματος αν τα όργανα της Συμβάσεως θα μπορούσαν να εξαναγκάσουν την Κοινότητα να διευρύνει τις δυνατότητες προσβάσεως στη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ή αν, αντίθετα, θα μπορούσαν να αρνούνται να λαμβάνουν υπόψη τη διαδικασία αυτή για την εκ μέρους τους εκτίμηση του αν συντρέχει η προϋπόθεση της εξαντλήσεως των εθνικών ενδίκων μέσων. Κατόπιν αυτού, είναι ευχερέστερη η τροποποίηση του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους ιδιώτες να αμφισβητούν τις κοινοτικές πράξεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση τα θεμελιώδη δικαιώματά τους.

Η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει τον κίνδυνο οι αφορώσες το κοινοτικό δίκαιο διαφορές να υπαχθούν σε όργανα της Συμβάσεως συγκείμενα από υπηκόους κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και μη μελών της Κοινότητας. Τονίζει επίσης τις δυσχέρειες από ενδεχόμενη συμμετοχή δικαστών της Κοινότητας στα όργανα ελέγχου της Συμβάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσχώρηση μπορεί να χωρήσει μόνον κατόπιν τροποποιήσεως της Συνθήκης, συμπεριλαμβανομένου του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου.

Η Ιρλανδική Κυβέρνηση τονίζει, με τις προφορικές παρατηρήσεις της, ότι η προσχώρηση της Κοινότητας στη Σύμβαση έχει ως αποτέλεσμα να τίθεται υπό αμφισβήτηση η βάσει των άρθρων 164 και 219 της Συνθήκης αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιλύει όλες τις διαφορές που αφορούν την εφαρμογή και την ερμηνεία της Συνθήκης.

Η Πορτογαλική Κυβέρνηση τονίζει επίσης ότι τα όργανα ελέγχου της Συμβάσεως είναι αρμόδια να εφαρμόζουν και ερμηνεύουν διατάξεις οριζοντίου αποτελέσματος. Η αρμοδιότητα αυτή διαπλέκεται αναπόφευκτα με την εφαρμογή και ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Ασφαλώς, το άρθρο 62 της Συμβάσεως επιτρέπει τον αποκλεισμό της κατά το άρθρο 24 της Συμβάσεως διακρατικής προσφυγής ώστε να μη παραβιάζεται το άρθρο 219 της Συνθήκης. Πάντως, η ratio legis του άρθρου αυτού δεν μπορεί να περιοριστεί μόνον επί διαφοράς μεταξύ κρατών μελών, αλλ' έχει την έννοια ότι πρέπει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ο τρόπος δικαστικής επιλύσεως των διαφορών, πέραν αυτού που εφαρμόζει το Δικαστήριο, να παρεμβάλλεται στην ερμηνεία και εφαρμογή της Συνθήκης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα υποχρεωθεί να ερμηνεύσει το κοινοτικό δίκαιο και να λάβει αποφάσεις επί της αρμοδιότητας της Κοινότητας. Θα καθίστατο έτσι δυσχερής στην πράξη ένας μηχανισμός που επιτρέπει στην Κοινότητα και στα κράτη μέλη της να επιλύουν τα ζητήματα αρμοδιότητας. Προκειμένου να κρίνει αν εξαντλήθηκαν τα εσωτερικά ένδικα μέσα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα μπορούσε ακόμη και να αποφαίνεται επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Υπό την έννοια αυτή, μπορεί να κληθεί να αποφανθεί αν ο ιδιώτης έχει τη δυνατότητα να κινήσει τη διαδικασία ακυρώσεως της κοινοτικής πράξεως που τον αφορά άμεσα και ατομικά.

Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζουν επίσης τις έννομες συνέπειες των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του μελλοντικού Ενιαίου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, υπογραμμίζουν το γεγονός ότι το εν λόγω δικαστήριο είναι αρμόδιο να παρέχει την προσήκουσα έννομη προστασία στον θιγέντα διάδικο, ακόμα και υπό μορφή αποζημιώσεως. Σε περίπτωση προσχωρήσεως, το Δικαστήριο παύει να είναι, στον τομέα εφαρμογής της Συμβάσεως, η ανωτάτη αρχή ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου. Σε αντίθεση προς τα προβλεπόμενα στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/91 κριτήρια, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν περιορίζεται στην ερμηνεία και εφαρμογή διεθνούς συμφωνίας, αλλ' υπεισέρχεται στην ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, καλούμενο να αποφανθεί επί των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και των κρατών μελών της.

3.

Η Ολλανδική Κυβέρνηση περιορίζεται στην υπόμνηση των ζητημάτων τα οποία απαιτούν ανάλυση πριν από τη λήψη αποφάσεως επί της σκοπιμότητας της προσχωρήσεως, χωρίς να λαμβάνει σαφώς θέση. Αναφέρει ιδίως το ζήτημα του συμβιβαστού των σχέσεων μεταξύ του Δικαστηρίου και των οργάνων της Συμβάσεως προς το άρθρο 164 της Συνθήκης, το ζήτημα της καταστάσεως των κρατών μελών ως συμβαλλομένων μερών της Συμβάσεως και ως μελών της Κοινότητας, όσον αφορά την τήρηση των απορρεουσών από τις κοινοτικές Συνθήκες και από τη Σύμβαση αντιστοίχως υποχρεώσεών τους, καθώς και το πρόβλημα του προσδιορισμού των ευθυνών της Κοινότητας και των κρατών μελών της σε σχέση με την τήρηση της Συμβάσεως.


Η άποψη του Δικαστηρίου

Επί του παραδεκτού της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως

1

Η Ιρλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Δανική και η Σουηδική Κυβέρνηση, υποστήριξαν ότι η αίτηση γνωμοδοτήσεως δεν είναι παραδεκτή ή, τουλάχιστον, τόνισαν ότι υποβλήθηκε προώρως. Υποστήριξαν ότι δεν υφίσταται συμφωνία της οποίας το περιεχόμενο είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα του συμβιβαστού της προσχωρήσεως προς τη Συνθήκη. Κατά την άποψη των κυβερνήσεων αυτών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μελετώμενη συμφωνία, εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη λάβει κατ' αρχήν απόφαση όσον αφορά την έναρξη των διαπραγματεύσεων περί της συμφωνίας.

2

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης, το Συμβούλιο, η Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος μπορούν να ζητούν από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει εάν μελετώμενη συμφωνία συμβιβάζεται με τις διατάξεις της Συνθήκης.

3

Η διάταξη αυτή αποσκοπεί, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, για τελευταία φορά στη γνωμοδότηση 3/94 της 13ης Δεκεμβρίου 1995 (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 16), στην πρόληψη των περιπλοκών που θα ανέκυπταν από ένδικες αμφισβητήσεις σχετικές με το συμβιβαστό προς τη Συνθήκη διεθνών συμφωνιών δεσμευουσών την Κοινότητα.

4

Το Δικαστήριο τόνισε περαιτέρω στη γνωμοδότηση αυτή (σκέψη 17) ότι η δικαστική απόφαση με την οποία θα αναγνωριζόταν, ενδεχομένως, ότι μια τέτοια συμφωνία είναι, είτε λόγω του περιεχομένου της είτε λόγω της ακολουθηθείσας για τη σύναψη της διαδικασίας, ασυμβίβαστη προς τις διατάξεις της Συνθήκης, θα δημιουργούσε, ασφαλώς, όχι μόνο σε κοινοτικό, αλλά και σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, σοβαρές δυσχέρειες και θα μπορούσε να βλάψει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων και των τρίτων χωρών.

5

Προς αποφυγήν τέτοιων περιπλοκών, η Συνθήκη θέσπισε την εξαιρετική διαδικασία της προηγουμένης υποβολής στο Δικαστήριο αιτήσεως γνωμοδοτήσεως, ώστε να ελέγχεται, πριν από τη σύναψη της συμφωνίας, αν αυτή συμβιβάζεται με τη Συνθήκη.

6

Πρόκειται για ειδική διαδικασία συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου, αφενός, και των λοιπών κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών, αφετέρου, διά της οποίας το Δικαστήριο καλείται να διασφαλίσει, σύμφωνα με το άρθρο 164 της Συνθήκης, την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης, σε μια φάση προηγούμενη της συνάψεως συμφωνίας δυναμένης να δώσει λαβή σε αμφισβήτηση σχετικά με τη νομιμότητα κοινοτικής πράξεως συνάψεως, εκτελέσεως ή εφαρμογής.

7

Όσον αφορά την ύπαρξη σχεδίου συμφωνίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, τόσο κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως προς το Δικαστήριο όσο και κατά τον χρόνο της εκδόσεως της γνωμοδοτήσεως του, οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν ακόμη αρχίσει και δεν είναι καθορισμένο το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας με την οποία η Κοινότητα σκοπεύει να προσχωρήσει στη Σύμβαση.

8

Για να εκτιμηθεί σε ποιο βαθμό αυτή η έλλειψη ακριβούς προσδιορισμού του περιεχομένου της συμφωνίας επηρεάζει το παραδεκτό της αιτήσεως, πρέπει να γίνει διάκριση σε αναφορά με το αντικείμενο της αιτήσεως.

9

Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών και τα κοινοτικά όργανα, η προσχώρηση της Κοινότητας στη Σύμβαση εγείρει δύο κύρια προβλήματα, ήτοι, αφενός, το πρόβλημα της αρμοδιότητας της Κοινότητας για τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας και, αφετέρου, το πρόβλημα του συμβιβαστού της συμφωνίας αυτής προς τις διατάξεις της Συνθήκης, ειδικότερα δε προς τις διατάξεις περί των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου.

10

Όσον αφορά το ζήτημα της αρμοδιότητας, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με τη γνωμοδότηση 1/78 της 4ης Οκτωβρίου 1979 (Συλλογή τόμος 1979/11, σ. 401, σκέψη 35), το Δικαστήριο έκρινε ότι, οσάκις πρόκειται για την επίλυση ενός ζητήματος αρμοδιότητας, είναι προς το συμφέρον των κοινοτικών οργάνων και των ενδιαφερομένων κρατών, περιλαμβανομένων των τρίτων χωρών, να διευκρινιστεί το ζήτημα αυτό αμέσως μόλις αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις και μάλιστα πριν τεθούν υπό διαπραγμάτευση τα ουσιώδη στοιχεία της συμφωνίας.

11

Η μόνη προϋπόθεση την οποία το Δικαστήριο επισήμανε με τη γνωμοδότηση αυτή είναι ότι το αντικείμενο της μελετώμενης συμφωνίας πρέπει να είναι γνωστό πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

12

Εν προκειμένω, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, στην υπό κρίση αίτηση γνωμοδοτήσεως, το αντικείμενο της μελετωμένης συμφωνίας είναι γνωστό. Συγκεκριμένα, ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες της προσχωρήσεως της Κοινότητας στη Σύμβαση, το γενικό αντικείμενο της Συμβάσεως αυτής, τα θέματα τα οποία ρυθμίζει και η θεσμική απήχηση μιας τέτοιας προσχώρησης για την Κοινότητα είναι απολύτως γνωστά.

13

Το παραδεκτό της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με βάση το ότι το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη λάβει την απόφαση να αρχίσει τις διαπραγματεύσεις και ότι, επομένως, δεν υφίσταται μελετώμενη συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 128, παράγραφος 6, της Συνθήκης.

14

Πράγματι, καίτοι δεν έχει ληφθεί μια τέτοια απόφαση, η προσχώρηση της Κοινότητας στη Σύμβαση έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφόρων μελετών και προτάσεων της Επιτροπής και περιλαμβανόταν στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως στο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το Συμβούλιο κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης προϋποθέτει, εξάλλου, ότι μελετούσε το ενδεχόμενο να διαπραγματευθεί και να συνάψει μια τέτοια συμφωνία. Επομένως, η αίτηση γνωμοδοτήσεως φαίνεται να πηγάζει από τη θεμιτή μέριμνα του Συμβουλίου να ενημερωθεί ως προς το εύρος των αρμοδιοτήτων του, προτού λάβει απόφαση για την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

15

Πρέπει επί πλέον να τονιστεί ότι το περιεχόμενο της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως, στο μέτρο που αφορά το ζήτημα της αρμοδιότητας της Κοινότητας, είναι επαρκώς σαφές και ότι δεν ήταν απαραίτητη μια τυπική απόφαση του Συμβουλίου περί ενάρξεως των διαπραγματεύσεων για να διευκρινιστεί περισσότερο το αντικείμενο αυτό.

16

Τέλος, η πρακτική αποτελεσματικότητα της διαδικασίας του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης επιβάλλει τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως γνωμοδοτήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με ζήτημα της αρμοδιότητας, όχι μόνο από της ενάρξεως της διαπραγματεύσεως (γνωμοδότηση 1/78, σκέψη 35), αλλά και προ της επίσημης ενάρξεως της διαπραγματεύσεως αυτής.

17

Υπό τα δεδομένα αυτά, εφόσον το ζήτημα της αρμοδιότητας της Κοινότητας να προβεί στην προσχώρηση τέθηκε ως προκαταρκτικό μέσα στο Συμβούλιο, είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας, των κρατών μελών και των λοιπών κρατών που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση να κατασταλλάξουν σε άποψη επί του ζητήματος αυτού πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

18

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αίτηση γνωμοδοτήσεως είναι παραδεκτή, κατά το μέρος που αφορά την αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάπτει συμφωνία όπως η μελετώμενη.

19

Δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο, όσον αφορά το ζήτημα του συμβιβαστού της συμφωνίας προς τη Συνθήκη.

20

Συγκεκριμένα, για να δοθεί εμπεριστατωμένη απάντηση στο ερώτημα αν η προσχώρηση της Κοινότητας στη Σύμβαση συμβιβάζεται προς τους κανόνες της Συνθήκης, ειδικότερα δε προς τα άρθρα 164 και 219 περί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο πρέπει να διαθέτει επαρκή στοιχεία όσον αφορά τις λεπτομέρειες των κανόνων βάσει των οποίων η Κοινότητα προτίθεται να υπαγάγει εαυτήν στους νυν ισχύοντες και τους μέλλοντες μηχανισμούς δικαστικού ελέγχου που θεσπίζει η Σύμβαση.

21

Διαπιστώνεται όμως ότι ουδεμία διευκρίνιση παρασχέθηκε στο Δικαστήριο σχετικά με τις μελετώμενες λύσεις, όσον αφορά τη συγκεκριμένη ρύθμιση αυτής της υπαγωγής της Κοινότητας σε ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

22

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωμοδοτήσει ως προς το αν η προσχώρηση στη Σύμβαση συμβιβάζεται με τους κανόνες της Συνθήκης.

Επί της αρμοδιότητας της Κοινότητας να προσχωρήσει στη Σύμβαση

23

Από το άρθρο 3 Β της Συνθήκης, κατά το οποίο η Κοινότητα δρα μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων που της αναθέτει και των στόχων που της ορίζει η Συνθήκη, προκύπτει ότι η Κοινότητα δεν διαθέτει παρά δοτές αρμοδιότητες.

24

Η τήρηση της εν λόγω αρχής των δοτών αρμοδιοτήτων επιβάλλεται τόσο για την εσωτερική όσο και τη διεθνή δράση της Κοινότητας.

25

Η Κοινότητα ενεργεί κανονικά βάσει ειδικών αρμοδιοτήτων, οι οποίες, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, δεν πρέπει απαραιτήτως να απορρέουν ρητώς από ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, αλλά μπορούν επίσης να συνάγονται, σιωπηρώς, από τις διατάξεις αυτές.

26

Έτσι, στον τομέα των διεθνών σχέσεων της Κοινότητας, τον οποίο αφορά η υπό κρίση αίτηση γνωμοδοτήσεως, η αρμοδιότητα της Κοινότητας να αναλαμβάνει διεθνείς υποχρεώσεις μπορεί, κατά πάγια νομολογία, όχι μόνο να προκύπτει από ρητές διατάξεις της Συνθήκης, αλλά και να απορρέει σιωπηρώς από τις διατάξεις αυτές. Το Δικαστήριο έκρινε, ιδίως, ότι, οσάκις το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στα όργανα της Κοινότητας αρμοδιότητες στο εσωτερικό προς επίτευξη ορισμένου σκοπού, η Κοινότητα καθίσταται αρμόδια να αναλαμβάνει τις αναγκαίες για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού διεθνείς υποχρεώσεις, έστω και ελλείψει ρητής σχετικής διατάξεως (βλ. γνωμοδότηση 2/91 της 19ης Μαρτίου 1993, Συλλογή 1993, σ. Ι-1061, σκέψη 7).

27

Διαπιστώνεται ότι ουδεμία διάταξη της Συνθήκης παρέχει στα κοινοτικά όργανα, κατά τρόπο γενικό, την ειδική εξουσία θεσπίσεως κανόνων στον τομέα των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή συνάψεως διεθνών συνθηκών στον τομέα αυτόν.

28

Ελλείψει ειδικών προς τούτο αρμοδιοτήτων, παρεχομένων ρητώς ή σιωπηρώς, πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 235 της Συνθήκης μπορεί να αποτελεί νομική βάση για την προσχώρηση.

29

Σκοπός του άρθρου 235 είναι να καλύψει την περίπτωση κατά την οποία στα κοινοτικά όργανα δεν έχουν χορηγηθεί, ρητώς ή σιωπηρώς, από ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, εξουσίες προς δράση στο μέτρο που, εντούτοις, τέτοιες εξουσίες είναι εμφανώς αναγκαίες για να μπορεί η Κοινότητα να ασκήσει το έργο της προς πραγματοποίηση ενός από τους στόχους που καθορίζει η Συνθήκη.

30

Η διάταξη αυτή, αναπόσπαστο τμήμα μιας θεσμικής τάξεως στηριζόμενης στην αρχή των δοτών αρμοδιοτήτων, δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για τη διεύρυνση του πεδίου των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας πέραν του γενικού πλαισίου που προκύπτει από το σύνολο των διατάξεων της Συνθήκης και ειδικότερα από τις διατάξεις που ορίζουν την αποστολή και τη δράση της Κοινότητας. Η διάταξη αυτή δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να αποτελέσει έρεισμα για τη θέσπιση διατάξεων οι οποίες τελικώς θα συνεπήγοντο, κατ' ουσίαν, τροποποίηση της Συνθήκης χωρίς να έχει τηρηθεί η διαδικασία που η ίδια η Συνθήκη προβλέπει προς τούτο.

31

Το ερώτημα αν η προσχώρηση της Κοινότητας στη Σύμβαση μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 235 πρέπει να εξεταστεί λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων.

32

Πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι η σημασία του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου έχει υπογραμμιστεί σε διάφορες δηλώσεις των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων (που παρατίθενται στο σημείο ΙΙΙ.5 του μέρους όπου εκτίθεται το ιστορικό). Σχετική μνεία γίνεται επίσης στο προοίμιο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως, καθώς και στο προοίμιο και στα άρθρα ΣΤ, παράγραφος 2,1.1, παράγραφος 2, πέμπτη περίπτωση, και Κ.2, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το άρθρο ΣΤ διευκρινίζει εξάλλου ότι η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται, ειδικότερα, με τη Σύμβαση. Το άρθρο 130 Υ της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει, στην παράγραφο 2, ότι η κοινοτική πολιτική, στον τομέα της συνεργασίας για την ανάπτυξη, συμβάλλει στον στόχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών.

33

Πρέπει, εν συνεχεία, να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο. Ως προς αυτό, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, καθώς και από τις ενδείξεις τις οποίες παρέχουν οι διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου κατέχει εξέχουσα σημασία (βλ., ιδίως, την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ERT, Συλλογή 1991, σ. I-2925, σκέψη 41).

34

Καίτοι ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου συνιστά, επομένως, προϋπόθεση της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων, επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι η προσχώρηση στη Σύμβαση θα συνεπαγόταν ουσιώδη μεταβολή του ισχύοντος κοινοτικού καθεστώτος προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αφού θα είχε ως επακόλουθο την ένταξη της Κοινότητας σε ένα χωριστό διεθνές θεσμικό σύστημα, καθώς και την ενσωμάτωση του συνόλου των διατάξεων της Σύμβασης στην κοινοτική έννομη τάξη.

35

Μια τέτοια μεταβολή του καθεστώτος προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου εντός της Κοινότητας, της οποίας οι θεσμικές συνέπειες θα ήσαν εξίσου θεμελιώδεις τόσο για την Κοινότητα όσο και για τα κράτη μέλη, ενέχει συνταγματική εμβέλεια και, επομένως, υπερβαίνει, ως εκ της φύσεώς της, τα όρια του άρθρου 235. Δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί παρά με τροποποίηση της Συνθήκης.

36

Πρέπει, επομένως, να διαπιστωθεί ότι, στο παρόν στάδιο ισχύος του κοινοτικού δικαίου, η Κοινότητα δεν έχει αρμοδιότητα για να προσχωρήσει στη Σύμβαση.

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, D. Α. Ο. Edward, J.-P. Puissochet και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, G. Gulmann, J. L. Murray, P. Jann, H. Ragnemalm, L. Sevon και M. Wathelet, δικαστές,

αφού άκουσε τους G. Tesauro, πρώτο γενικό εισαγγελέα, C. Ο. Lenz, F. G. Jacobs, Α. La Pergola, Γ. Κοσμά, P. Léger, M. B. Elmer, N. Fennelly και D. Ruiz-Jarabo Colomer, γενικούς εισαγγελείς,

γνωμοδοτεί ως εξής:

Στο παρόν στάδιο ισχύος του κοινοτικού δικαίου, η Κοινότητα δεν έχει αρμοδιότητα να προσχωρήσει στη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.

Rodríguez Iglesias

Κακούρης

Edward

Puissochet

Hirsch

Mancini

Schockweiler

Moitinho de Almeida

Kapteyn

Gulmann

Murray

Jann

Ragnemalm

Sevón

Wathelet

Λουξεμβούργο, 28 Μαρτίου 1996.

Ο Γραμματέας

R.Grass

Ο Πρόεδρος

G.C. Rodríguez Iglesias