61992V0001

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 10ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1992. - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 228, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1, ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΔΑΦΙΟ, ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ. - ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ, ΑΦΕΝΟΣ, ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΖΩΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ, ΑΦΕΤΕΡΟΥ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ. - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 1/92.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-02821
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα I-00041
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα I-00071


Περίληψη
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου - Μικτή Επιτροπή - Αρμοδιότητα εξετάσεως της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών και εξασφαλίσεως της ομοιογένειας της ερμηνείας της Συμφωνίας - Επιτρέπεται - Προϋπόθεση - Υποχρέωση σεβασμού της νομολογίας του Δικαστηρίου των ΕΚ διακηρυσσόμενη υπό μορφή που δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη

2. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου - Μικτή Επιτροπή - Αρμοδιότητα για την επίλυση κάθε διαφοράς σχετικής με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Συμφωνίας - Επιτρέπεται - Προϋπόθεση - Υποχρέωση σεβασμού της νομολογίας του Δικαστηρίου των ΕΚ διακηρυσσόμενη υπό μορφή που δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη

3. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των ΕΚ για την ερμηνεία των διατάξεων της Συμφωνίας - Επιτρέπεται

4. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου - Σύστημα διαιτησίας - Επιτρέπεται

5. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου - Δυνατότητα των δικαστηρίων των κρατών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών να ζητούν από το Δικαστήριο των ΕΚ να ερμηνεύει τη Συμφωνία - Επιτρέπεται, ενόψει της δεσμευτικότητας των απαντήσεων του Δικαστηρίου

6. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνίες της Κοινότητας - Αρμοδιότητα της Κοινότητας - Ανταγωνισμός - Συμφωνία για την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στον τομέα του ανταγωνισμού - Επιτρέπεται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 85 επ.)

Περίληψη


1. Προκειμένου να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων της Συμφωνίας για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας που έχουν ενσωματωθεί κατ'ουσία στη Συμφωνία, το άρθρο 105 της Συμφωνίας απονέμει στη Μικτή Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των συμβαλλομένων μερών, την αρμοδιότητα να εξετάζει διαρκώς την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών και να ενεργεί για την εξασφάλιση της ομοιογένειας της ερμηνείας της Συμφωνίας. Αν η αρμοδιότητα αυτή είχε την έννοια ότι η Μικτή Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να αγνοεί τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του Δικαστηρίου των ΕΚ εντός της κοινοτικής έννομης τάξης, η απονομή της αρμοδιότητας αυτής θα έθιγε την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, την τήρηση της οποίας οφείλει να εξασφαλίζει το Δικαστήριο, κατά το άρθρο 164 της Συνθήκης ΕΟΚ, και επομένως θα ήταν ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη.

Εντούτοις, κατά τη "συμφωνία σε πρακτικά για το άρθρο 105", οι αποφάσεις που λαμβάνει η Μικτή Επιτροπή δυνάμει της διατάξεως αυτής δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θίγουν τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ.

Κατά συνέπεια, η αρμοδιότητα που απονέμει το άρθρο 105 της Συμφωνίας για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου στη Μικτή Επιτροπή για την εξασφάλιση της ομοιογένειας κατά την ερμηνεία της Συμφωνίας δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ, παρά μόνο αν η αρχή αυτή, ως ουσιώδης εγγύηση, απαραίτητη για την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, διακηρυχθεί υπό μορφή που να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη.

2. Κατά το άρθρο 111 της Συμφωνίας για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, η Μικτή Επιτροπή είναι αρμόδια, κατόπιν αιτήσεως της Κοινότητας ή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών, να επιλύει κάθε διαφορά σχετική με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Συμφωνίας, περιλαμβανομένων, κατά το άρθρο 105, παράγραφος 3, και των διαφορών οι οποίες αφορούν αποκλίσεις στη νομολογία και τις οποίες δεν μπόρεσε να επιλύσει σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το τελευταίο αυτό άρθρο.

Δεδομένου ότι η απονομή τέτοιας αρμοδιότητας θέτει το πρόβλημα αν δίδεται στη Μικτή Επιτροπή η δυνατότητα να αγνοεί τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εντός της κοινοτικής έννομης τάξης, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το άρθρο 105, παράγραφος 3, συνδέει τη διαδικασία του άρθρου αυτού με τη διαδικασία του άρθρου 111 της Συμφωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι οι δύο αυτές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται ως ενιαίο σύστημα που εμφανίζει συνοχή. Η ερμηνεία αυτή σημαίνει κατ'ανάγκη ότι η αρχή που διακηρύσσεται στη "συμφωνία σε πρακτικά για το άρθρο 105", κατά την οποία οι αποφάσεις που λαμβάνει η Μικτή Επιτροπή δυνάμει της διατάξεως αυτής δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θίγουν τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ, ισχύει επίσης για την περίπτωση κατά την οποία η Μικτή Επιτροπή προσπαθεί να

επιλύσει διαφορά με την αναζήτηση λύσης αποδεκτής από τα συμβαλλόμενα μέρη, σύμφωνα με το άρθρο 111. Η ερμηνεία αυτή άλλωστε είναι η μόνη που έχει συνοχή με την κατά την τρίτη παράγραφο του άρθρου 111 απονομή στο Δικαστήριο των ΕΚ της αρμοδιότητας ερμηνείας των κρίσιμων κανόνων, όταν η διαφορά αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της Συμφωνίας που είναι κατ'ουσία πανομοιότυπες με τους αντίστοιχους κανόνες του κοινοτικού δικαίου.

Κατά συνέπεια, οι αρμοδιότητες που απονέμει το άρθρο 111 της Συμφωνίας για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου στη Μικτή Επιτροπή δεν θίγουν τη δεσμευτικότητα της νομολογίας του Δικαστηρίου και την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, εφόσον είναι δεδομένο ότι η αρχή που διακηρύσσεται στη "συμφωνία σε πρακτικά για το άρθρο 105" δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη.

3. Το άρθρο 111, παράγραφος 3, της Συμφωνίας για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου απονέμει στο Δικαστήριο αρμοδιότητα για την ερμηνεία των κρίσιμων κανόνων, όταν η διαφορά αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της Συμφωνίας που είναι κατ'ουσία πανομοιότυπες με τους αντίστοιχους κανόνες του κοινοτικού δικαίου.

Μολονότι οι αρμοδιότητες που απονέμει η Συνθήκη ΕΟΚ στο Δικαστήριο δεν μπορούν να τροποποιηθούν παρά μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 236 της Συνθήκης, εντούτοις επιτρέπεται να απονέμονται στο Δικαστήριο, βάσει διεθνούς συμφωνίας που συνάπτει η Κοινότητα, νέες αρμοδιότητες, π.χ. η αρμοδιότητα ερμηνείας της διεθνούς αυτής συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι η απονομή αυτή δεν αλλοιώνει τη φύση του έργου του Δικαστηρίου, όπως το εννοεί η Συνθήκη ΕΟΚ, δηλαδή το έργο δικαιοδοτικού οργάνου του οποίου οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές.

Μολονότι σκοπός της υποβολής ερωτήσεως στο Δικαστήριο των ΕΚ, δυνάμει του άρθρου 111, παράγραφος 3, της Συμφωνίας, δεν είναι να ανατεθεί στο Δικαστήριο η επίλυση της διαφοράς, η οποία εξακολουθεί να παραμένει στην κρίση της

Μικτής Επιτροπής, εντούτοις η ερμηνεία του Δικαστηρίου θα είναι δεσμευτική, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση της Συμφωνίας.

Κατά συνέπεια, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί δυνάμει του άρθρου 111, παράγραφος 3, της Συμφωνίας για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, η ερμηνεία που θα δίνει στους επίμαχους κανόνες θα δεσμεύει τόσο τα συμβαλλόμενα μέρη, όσο και τη Μικτή Επιτροπή. Συνεπώς, συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ η αρμοδιότητα που απονέμει η διάταξη αυτή στο Δικαστήριο των ΕΚ για την ερμηνεία των διατάξεων της Συμφωνίας κατόπιν αιτήσεως των συμβαλλομένων μερών.

4. Ο διακανονισμός των διαφορών με διαιτησία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 111, παράγραφος 4, της Συμφωνίας για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, δεν μπορεί να θίξει την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, καθόσον η διάταξη αυτή προβλέπει ρητά ότι κανένα ζήτημα ερμηνείας των διατάξεων της Συμφωνίας που είναι πανομοιότυπες με τις αντίστοιχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν επιτρέπεται να επιλύεται με διαιτησία.

5. Το άρθρο 107 της Συμφωνίας για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου δίνει στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών τη δυνατότητα να επιτρέπουν στα δικαστήριά τους να ζητούν από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να εκδώσει απόφαση επί της ερμηνείας διατάξεως της Συμφωνίας. Δεδομένου ότι το γράμμα της ανωτέρω διατάξεως εγγυάται τη δεσμευτικότητα των απαντήσεων που θα καλείται να δίνει το Δικαστήριο των ΕΚ, ο μηχανισμός αυτός συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον είναι σύμφωνος προς το έργο του Δικαστηρίου και εξυπηρετεί την εύρυθμη λειτουργία της προδικαστικής διαδικασίας.

6. Η αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες απορρέει όχι μόνο από ρητές διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά και από άλλες διατάξεις της Συνθήκης και των πράξεων που θεσπίζουν τα όργανα της Κοινότητας στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών. Κατά συνέπεια, η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα, δυνάμει των κανόνων περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ και των πράξεων που έχουν εκδοθεί για την εφαρμογή τους, να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες στον τομέα αυτό. Η αρμοδιότητα αυτή σημαίνει κατ'ανάγκη ότι η Κοινότητα έχει τη δυνατότητα να συνομολογεί ορισμένους συμβατικούς κανόνες για την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στον τομέα του ανταγωνισμού, εφόσον οι κανόνες αυτοί δεν αλλοιώνουν τη φύση των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και των οργάνων της, όπως έχουν διαμορφωθεί από τη Συνθήκη

Σκεπτικό της απόφασης


Με αίτηση που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Φεβρουαρίου 1992, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση γνωμοδοτήσεως δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, κατά το οποίο:

"Το Συμβούλιο, η Επιτροπή ή κράτος μέλος δύνανται προηγουμένως να ζητήσουν από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει εάν η υπό μελέτη συμφωνία συμβιβάζεται με την παρούσα Συνθήκη. Αν η γνωμοδότηση είναι αρνητική, η συμφωνία δύναται να τεθεί σε ισχύ μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου 236."

Ι - Η αίτηση γνωμοδοτήσεως

Στις 14 Δεκεμβρίου 1991 το Δικαστήριο εξέδωσε τη γνωμοδότηση 1/91 επί του ζητήματος αν συμβιβάζεται με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ ένα σχέδιο συμφωνίας σχετικά με τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (στο εξής: Συμφωνία και ΕΟΧ αντίστοιχα). Κατά τη γνωμοδότηση αυτή, το σύστημα δικαστικού ελέγχου του οποίου η θέσπιση επιδιωκόταν με τη Συμφωνία ήταν ασυμβίβαστο προς τη Συνθήκη.

Οι διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν μεταξύ της Επιτροπής και των χωρών της ΕΖΕΣ κατέληξαν στις 14 Φεβρουαρίου 1992 σε ορισμένες τροποποιήσεις. Με την παρούσα αίτηση η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει κατά πόσον συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΟΚ οι διατάξεις της Συμφωνίας, όπως τροποποιήθηκαν κατόπιν των διαπραγματεύσεων, και ειδικότερα τα άρθρα 56 και 111 υπό τη νέα τους μορφή.

Το κείμενο των τροποποιηθεισών διατάξεων της Συμφωνίας επισυνάφθηκε στην αίτηση γνωμοδοτήσεως. Το Δικαστήριο εκδίδει τη γνωμοδότησή του βάσει του γαλλικού κειμένου της Συμφωνίας. Στη συνέχεια του κειμένου το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα αναφέρεται απλώς ως "Δικαστήριο" ή "Δικαστήριο των ΕΚ".

ΙΙ - Διαδικασία

Η αίτηση γνωμοδοτήσεως επιδόθηκε στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Δεν κατατέθηκαν καθόλου έγγραφες παρατηρήσεις.

Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιτράπηκε, κατόπιν αιτήσεώς του, να υποβάλει παρατηρήσεις.

Το Δικαστήριο άκουσε τους γενικούς εισαγγελείς εν συμβουλίω, κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, στις 31 Μαρτίου 1992.

ΙΙΙ - Ανάλυση της Συμφωνίας που προέκυψε από τις διαπραγματεύσεις

Οι τροποποιήσεις της Συμφωνίας αφορούν το προοίμιο, το τέταρτο τμήμα, που επιγράφεται: "Ανταγωνισμός και άλλοι κοινοί κανόνες" (άρθρα 56 και 64), το κεφάλαιο 3 του έβδομου τμήματος, που επιγράφεται: "Θεσμικές διατάξεις", και τα πρωτόκολλα 33, 34 και 35.

Στο προοίμιο της Συμφωνίας προστίθεται η ακόλουθη αιτιολογική σκέψη:

"Considerant que, dans le plein respect de l'independance des tribunaux, l'objectif des Parties contractantes est d'arriver et de maintenir une interpretation et une application uniformes du present Accord et de celles des dispositions de la legislation communautaire qui sont en substance reprises dans l'Accord et d'arriver a un traitement egal des individus et des operateurs economiques au regard des quatre libertes et des conditions de concurrence."

Στο τέταρτο τμήμα της Συμφωνίας, που επιγράφεται: "Ανταγωνισμός και άλλοι κοινοί κανόνες", το νέο κείμενο των άρθρων 56 και 64 έχει ως εξής:

"Article 56

1. Les cas individuels tombant dans le champ d'application de l'article 53 sont traites par les autorites de surveillance conformement aux dispositions ci-apres:

a) les cas individuels ou seul le commerce entre Etats de l'AELE est affecte sont traites par l'Autorite de surveillance de l'AELE;

b) sans prejudice du sous-paragraphe c), l'Autorite de surveillance de l'AELE decide egalement, conformement aux dispositions de l'article 58 du Protocole 21 et des regles adoptees pour sa mise en oeuvre, du Protocole 23 et de l'Annexe XIV, des cas ou le chiffre d'affaires des entreprises concernees sur le territoire des Etats de l'AELE est egal ou superieur a 33 % de leur chiffre d'affaires sur le territoire couvert par le present Accord;

c) la Commission des Communautes europeennes decide de tous les autres cas, ainsi que de ceux vises au sous-paragraphe b) ci-dessus des lors que le commerce entre Etats membres de la Communaute est affecte, prenant en compte les dispositions prevues a l'article 58, au Protocole 21, au Protocole 23 et a l'Annexe XIV.

2. Les cas individuels tombant dans le champ d'application de l'article 54 sont traites par l'autorite de surveillance sur le territoire de laquelle est decouverte une position dominante. Les regles prevues au paragraphe 1, sous b) et c) ci-dessus s'appliquent si la position dominante existe sur les territoires des deux autorites de surveillance.

3 (1). Les cas individuels tombant sous l'alinea c) du paragraphe 1, dont les effets sur le commerce entre les Etats membres de la Communaute ou sur la concurrence a l'interieur de la Communaute sont insignifiants sont traites par l'Autorite de surveillance de l'AELE.

4. Les termes 'entreprise'et 'chiffre d'affaires'sont aux fins de l'application du present article definis au Protocole 22.

Article 64

1. Si l'une des autorites de surveillance considere que l'application par l'autre autorite de surveillance des articles 61 et 62 et de l'article 5 du Protocole 14 n'est pas conforme au maintien de conditions egales de concurrence sur le territoire couvert par le present Accord, des echanges de vues ont lieu endeans deux semaines conformement a la procedure prevue au Protocole 27, paragraphe f).

Si une solution n'a pas ete trouvee d'un commun accord a la fin de ce delai de deux semaines, l'autorite competente de la Partie contractante affectee par la distorsion de concurrence peut immediatement adopter des mesures provisoires en vue d'y remedier.

Des consultations ont lieu au sein du Comite mixte de l'EEE en vue de trouver une solution communement acceptable.

Si dans les trois mois, le Comite mixte de l'EEE n'a pas ete capable de trouver une telle solution, et si la pratique en question cause ou menace de causer une distorsion de concurrence en affectant les echanges entre les Parties contractantes, les mesures provisoires peuvent etre remplacees par des mesures definitives, strictement necessaires pour compenser les effets d'une telle distorsion. Les mesures qui apportent le moins de perturbation au fonctionnement de l'Accord doivent etre choisies par priorite.

2. Les dispositions du present article s'appliquent egalement aux monopoles d'Etat qui sont etablies apres la signature du present Accord."

Από το έβδομο τμήμα της Συμφωνίας, που αφορά τις θεσμικές διατάξεις, καταργήθηκε το τρίτο μέρος, που επιγραφόταν "the EEA courts" ("τα δικαστήρια ΕΟΧ") (πρώην άρθρα 95-103). Το τμήμα αυτό περιέχει πλέον ένα κεφάλαιο 3, το οποίο επιγράφεται: "Homogeneite, procedure de surveillance et reglement des differends" ("ομοιογένεια, διαδικασία επιτηρήσεως και διακανονισμός των διαφορών") και του οποίου οι διατάξεις έχουν ως εξής:

Section 1: De l'homogeneite

"Article 105 (2)

1.Afin de parvenir a l'objectif que les Parties contractantes se sont fixe d'arriver a une interpretation aussi uniforme que possible des dispositions du present Accord et de celles de la legislation communautaire qui sont reprises en substance dans le present Accord, le Comite mixte de L'EEE agit conformement au present article.

2. Le Comite mixte de l'EEE procede a l'examen permanent du developpement de la jurisprudence de la Cour de Justice des Communautes europeennes et de la Cour AELE. A cette fin, les arrets de ces Cours sont transmis au Comite mixte de l'EEE qui agit de telle sorte a preserver l'interpretation homogene du present Accord.

3. Si dans un delai de deux mois apres que le Comite mixte de l'EEE ete saisi d'une divergence de jurisprudence de ces deux Cours, celui-ci n'a pas reussi a preserver l'interpretation homogene de l'Accord, la procedure prevue a l'article 111 peut s'appliquer.

Article 106

Dans le souci d'assurer une interpretation du present Accord aussi uniforme que possible, dans le plein respect de l'independance des tribunaux, un systeme d'echange d'informations concernant les arrets et/ou jugements rendus par la Cour de justice des Communautes europeennes, le Tribunal de premiere instance des Communautes europeennes, la Cour AELE et les juridictions de derniere instance des Etats de l'AELE est etabli par le Comite mixte de l'EEE. Ce systeme comprend:

a) la transmission au greffe de la Cour de justice des Communautes europeennes des arrets et/ou jugements rendus par les juridictions precitees sur l'interpretation et l'application du present Accord, d'une part, et du Traite etablissant la Communaute economique europeenne et le Traite etablissant la Communaute europeenne du Charbon et de l'Acier tels qu'amendes ou completes, de meme que les actes adoptes en application desdits Traites pour autant qu'ils concernent des dispositions qui sont identiques en substance au present Accord, d'autre part;

b) le classement de ces arrets et/ou jugements aupres du greffe de la Cour de justice des Communautes europeennes y inclus si necessaire, la reproduction et la publication de traductions et resumes;

c) la communication par le greffe de la Cour de justice des Communautes europeennes de tous les documents pertinents aux autorites nationales competentes qui sont designees par chaque partie contractante.

Article 107

Les dispositions permettant a un Etat de l'AELE d'autoriser ses juridictions de demander a la Cour de Justice des Communautes europeennes une decision sur l'interpretation d'une disposition de l'Accord EEE figurent au Protocole 34.

Section 2: De la procedure de surveillance

Article 108

1. Les Etats de l'AELE instituent une autorite de surveillance independante, appelee ci-apres l'Autorite de surveillance de l'AELE, de meme qu'ils creent des procedures analogues a celles qui prevalent dans la Communaute, y inclus des procedures en vue d'assurer le respect des obligations prevues par l'Accord et le controle de la legalite des actes de l'Autorite de surveillance de l'AELE en matiere de concurrence.

2. Les Etats de l'AELE instituent une Cour de justice ci-apres denommee Cour AELE. La Cour AELE est competente, conformement a un accord separe conclu entre les Etats de l'AELE, notamment pour:

a) les actions concernant la procedure de surveillance a l'egard des Etats de l'AELE;

b) les recours contre les decisions prises par l'autorite de surveillance de l'AELE dans le domaine de la concurrence;

c) le reglement des differends entre deux ou plusieurs Etats de l'AELE.

Article 109

1. La Commission des Communautes europeennes agissant sur base du Traite instituant la Communaute Economique Europeenne, du Traite instituant la Communaute europeenne du Charbon et de l'Acier et du present Accord, d'une part, et l'Autorite de surveillance de l'AELE, d'autre part, veillent au respect des obligations qui incombent aux Parties contractantes en vertu du present Accord.

2. En vue d'assurer une surveillance uniforme a l'interieur de l'EEE, la Commission des Communautes europeennes et l'Autorite de surveillance de l'AELE cooperent, echangent des informations et se consultent sur toute question de politique de surveillance et les cas individuels.

3. La Commission des Communautes europeennes, d'une part, et l'Autorite de surveillance de l'AELE, d'autre part, recoivent toute plainte relative a l'application de l'Accord. Elles se communiquent mutuellement les plaintes recues.

4. Chacune de ces instances instruit les plaintes qui relevent de sa competence de surveillance et repercute, le cas echeant, les plaintes qui relevent de la competence de surveillance de l'autre instance a cette derniere.

5. En cas de desaccord entre les deux instances sur la suite a donner a la plainte ou sur le resultat de l'instruction, chacune des deux instances peut saisir le Comite mixte de l'EEE qui est alors charge de traiter l'affaire conformement a l'article 111 ci-apres.

Article 110

Les decisions prises par l'Autorite de surveillance de l'AELE et la Commission des Communautes europeennes qui comportent, a la charge des personnes autres que les Etats, une obligation pecuniaire forment titre executoire. Il en est de meme des jugements rendus dans le cadre du present Accord par la Cour de justice des Communautes europeennes, le Tribunal de premiere instance des Communautes europeennes et la Cour AELE.

L'execution forcee est regie par les regles de la procedure civile en vigueur dans l'Etat sur le territoire duquel elle a lieu. La formule executoire est apposee, sans autre controle que celui de la verification de l'authenticite du titre, par l'autorite que chaque Partie contractante designera a cet effet et dont elle donnera connaissance aux autres Parties contractantes, a l'Autorite de surveillance de l'AELE, a la Commission des Communautes europeennes, a la Cour de justice des Communautes europeennes, au Tribunal de premiere instance des Communautes europeennes et a la Cour AELE.

Apres l'accomplissement de ces formalites a la demande de l'interesse, celui-ci peut poursuivre l'execution forcee en saisissant directement l'organe competent, conformement a la legislation de l'Etat sur le territoire duquel l'execution forcee doit avoir lieu.

L'execution forcee ne peut etre suspendue qu'en vertu d'une decision de la Cour de justice des Communautes europeennes s'agissant des decisions de la Commission des Communautes europeennes, de la Cour de justice des Communautes europeennes ou du Tribunal de premiere instance des Communautes europeennes, ou d'une decision de la Cour AELE s'agissant des decisions de l'Autorite de surveillance de l'AELE ou de la Cour AELE. Toutefois, le controle de la regularite des mesures d'execution forcee releve de la competence des juridictions des Etats concernes.

Section 3: Du reglement des differends

Article 111

1. La Communaute ou un Etat de l'AELE peut soumettre tout differend relatif a l'interpretation ou a l'application du present Accord au Comite mixte de l'EEE conformement aux dispositions ci-apres.

2. Le Comite mixte de l'EEE peut regler le differend. Tous les elements d'information utiles pour permettre un examen approfondi de la situation en vue de regler le differend et de rechercher une solution acceptable pour les Parties contractantes sont fournis au Comite mixte de l'EEE. A cette fin, le Comite mixte de l'EEE examine toutes les possibilites en vue de maintenir le bon fonctionnement de l'Accord.

3. Si le differend porte sur l'interpretation des dispositions du present Accord, qui sont identiques en substance aux regles correspondantes du Traite instituant la Communaute Economique Europeenne et du Traite instituant la Communaute europeenne du Charbon et de l'Acier ou des actes adoptes en application de ces deux traites et si le differend n'a pas ete regle dans les trois mois apres qu'il ait ete porte devant le Comite mixte de l'EEE, les Parties contractantes, parties au differend, peuvent se mettre d'accord pour demander a la Cour de justice des Communautes europeennes de se prononcer sur l'interpretation des regles pertinentes. Si le Comite mixte de l'EEE n'est pas parvenu a une solution du differend dans un delai de six mois a partir de la date a laquelle la procedure a ete declenchee ou si, dans ce meme delai, les Parties contractantes, parties au differend n'ont pas decide de demander a la Cour de Justice des Communautes europeennes de se prononcer, une Partie contractante peut, en vue de remedier au desequilibre possible:

- soit prendre une mesure de sauvegarde repondant aux conditions de l'article 112, paragraphe 2, et conformement a la procedure prevue a l'article 113;

- soit appliquer l'article 102 mutatis mutandis.

4. Si le differend porte sur le champ d'application ou la duree des clauses de sauvegarde prises en vertu des articles 111, paragraphe 3, ou 112, ou sur la proportionnalite des mesures de reequilibrage prises en vertu de l'article 114, et si le Comite mixte de l'EEE n'est pas parvenu a resoudre le differend dans un delai de trois mois apres que le conflit ete porte devant lui, toute Partie contractante peut porter le differend a l'arbitrage conformement aux procedures prevues au Protocole 33. Aucune question d'interpretation des dispositions du present Accord auxquelles il est fait reference au paragraphe 3 ci-dessus ne peut etre reglee dans le cadre de telles procedures d'arbitrage. La sentence arbitrale est contraignante pour les parties au differend."

Το Πρωτόκολλο 33, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 111 της Συμφωνίας, περιέχει τις εξής διατάξεις:

"Protocole 33: Sur l'arbitrage

1. Si un differend est soumis a l'arbitrage, le tribunal arbitral sera compose de trois membres, a moins que les parties au differend n'en decident autrement.

2. Chacune des deux parties au differend designera un arbitre dans un delai de trente jours.

3. Les deux arbitres designes nommeront d'un commun accord un surarbitre qui sera ressortissant d'une des Parties contractantes, mais d'une nationalite differente de celle des arbitres designes. Si les arbitres ne peuvent se mettre d'accord, dans les deux mois suivant leur designation, le surarbitre sera choisi par eux sur une liste de sept personnes etablie par le Comite mixte de l'EEE.

Le Comite mixte etablit et tient a jour cette liste conformement a ses regles de procedure.

4. A moins que les Parties contractantes n'en decident autrement, le tribunal d'arbitrage fixe lui-meme ses regles de procedure. Il prend les decisions a la majorite."

Το άρθρο 107 της Συμφωνίας παραπέμπει στο Πρωτόκολλο 34, το οποίο έχει ως εξής:

"Protocole 34: concernant la possibilite pour les Cour et Tribunaux des Etats de l'AELE de demander a la Cour de justice des Communautes europeennes de se prononcer sur l'interpretation des regles de l'EEE correspondant a des regles communautaires

Article 1

Lorsqu'une question d'interpretation des dispositions du present Accord qui sont identiques en substance aux dispositions des Traites etablissant les Communautes europeennes, tels que modifies ou completes, ou des actes adoptes en vertu de ces Traites, est soulevee dans une affaire pendante devant l'une des juridictions d'un Etat de l'AELE, cette juridiction peut, si elle l'estime necessaire, demander a la Cour de justice des Communautes europeennes, de se prononcer sur cette question.

Article 2

Un Etat de l'AELE, qui entend faire usage du present Protocole, notifie au depositaire de l'Accord et a la Cour de justice des Communautes europeennes dans quelle mesure et selon quelles modalites le Protocole s'appliquera a ses juridictions.

Article 3

Le depositaire notifie aux Parties contractantes toute notification effectuee conformement a l'article 2."

Το Πρωτόκολλο 35 έχει ως εξής:

"Protocole 35: Sur la mise en oeuvre des regles de l'EEE

Considerant que le present Accord a pour but de realiser un Espace Economique Europeen homogene, base sur des regles communes, sans qu'il soit demande a aucune Partie contractante de transferer des pouvoirs legislatifs a aucune institution de l'Espace Economique Europeen; et

qu'en consequence, un tel objectif ne peut etre atteint que par des procedures nationales;

Article unique

Afin de regler d'eventuels conflits entre les dispositions resultant de la mise en oeuvre des regles de l'EEE et d'autres dispositions legislatives, les Etats de l'AELE s'engagent a introduire, si necessaire, dans leur legislation une regle aux termes de laquelle les regles de l'EEE prevalent dans ces cas."

IV - Συνοπτική έκθεση της αιτήσεως της Επιτροπής

Η Επιτροπή δηλώνει ότι προέβη σε αναδιαπραγμάτευση της Συμφωνίας με πρόθεση να συμμορφωθεί προς τη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου και να επιτύχει τη μέγιστη δυνατή ομοιογένεια. Η άμεση συνέπεια της γνωμοδοτήσεως 1/91 ήταν ότι έπρεπε να εγκαταλειφθεί η ιδέα της ιδρύσεως ενός δικαστηρίου ΕΟΧ και να εξεταστεί η δυνατότητα ιδρύσεως ενός δικαστηρίου ΕΖΕΣ. Οι νέες διατάξεις αφορούν τα εξής τέσσερα θέματα: την ομοιογένεια της ερμηνείας των διατάξεων της Συμφωνίας, τον μηχανισμό επιτηρήσεως, τον διακανονισμό των διαφορών και τον ανταγωνισμό.

Όσον αφορά το πρώτο θέμα, η Επιτροπή τονίζει τη σημασία την οποία αποδίδει στην ομοιογένεια, δηλαδή την κατά το δυνατόν ομοιομορφία της εφαρμογής και της ερμηνείας της Συμφωνίας και των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που έχουν ουσιαστικά ενσωματωθεί στη Συμφωνία. Ο στόχος αυτός εκφράζεται πλέον ρητά στο προοίμιο της Συμφωνίας, στο οποίο προστέθηκε μία νέα αιτιολογική σκέψη, και στο (νέο) άρθρο 105, παράγραφος 1, το οποίο προβλέπει επιπλέον τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται σε περίπτωση εξελίξεως της νομολογίας του Δικαστηρίου των ΕΚ ή αποκλίσεως μεταξύ της νομολογίας του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ και της νομολογίας του Δικαστηρίου των ΕΚ.

Όσον αφορά την κρίση του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 6 της Συμφωνίας δεν εξασφαλίζει την ομοιογένεια του δικαίου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ιδανική λύση θα ήταν να αποδέχονται στο εξής οι χώρες της ΕΖΕΣ τη μελλοντική νομολογία του Δικαστηρίου και να τροποποιηθεί ανάλογα το ανωτέρω άρθρο. Δεδομένου ότι η λύση αυτή θεωρήθηκε τελείως απαράδεκτη από τις χώρες της ΕΖΕΣ, το (νέο) άρθρο 105 προβλέπει τη "μεταφορά" της μελλοντικής νομολογίας του Δικαστηρίου των ΕΚ με τη θέσπιση μέτρων από τη Μικτή Επιτροπή, τα οποία επομένως θα αποτελούν μέρος των κανόνων που θα ισχύουν σε ολόκληρο τον ΕΟΧ. Στα πρακτικά που ενέκριναν τα συμβαλλόμενα μέρη διασαφηνίζεται ότι οι αποφάσεις που θα λαμβάνει η Μικτή Επιτροπή δυνάμει της διατάξεως αυτής δεν θα θίγουν σε καμία περίπτωση τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ. Κατά την Επιτροπή, τούτο θα επιβεβαιωθεί από δήλωση που θα καταχωριστεί στα πρακτικά του Συμβουλίου κατά τη σύναψη της Συμφωνίας.

Το (νέο) άρθρο 106 δεν περιλαμβάνει την πρώτη παράγραφο του (παλαιού) άρθρου 104 και προβλέπει απλώς μια διαδικασία αμοιβαίας ενημερώσεως μεταξύ του Δικαστηρίου των ΕΚ, του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ και των δικαστηρίων τελευταίου βαθμού των χωρών της ΕΖΕΣ.

Τέλος, το (νέο) άρθρο 107 και το (νέο) Πρωτόκολλο 34 μνημονεύουν πλέον τις "αποφάσεις" του Δικαστηρίου, οι οποίες επομένως έχουν δεσμευτικά αποτελέσματα για τις χώρες της ΕΖΕΣ.

Όσον αφορά το δεύτερο θέμα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η μη δημιουργία Δικαστηρίου ΕΟΧ καθιστούσε αναγκαία την ίδρυση ενός Δικαστηρίου ΕΖΕΣ, ώστε να υφίσταται εντός των χωρών της ΕΖΕΣ μια διαδικασία επιτηρήσεως ανάλογη με την κοινοτική και να παρέχονται στις επιχειρήσεις οι ίδιες δικαστικές εγγυήσεις σε σχέση με τον ανταγωνισμό.

Όσον αφορά το τρίτο θέμα, η Επιτροπή τονίζει ότι το (νέο) άρθρο 111 καθιερώνει μια διαδικασία με την οποία λαμβάνεται υπόψη αφενός η γνωμοδότηση 1/91 του Δικαστηρίου και αφετέρου η ανάγκη καθιερώσεως μιας διαδικασίας διακανονισμού των διαφορών. Επ'αυτού η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, αν και το Δικαστήριο ΕΖΕΣ δεν έχει καμία σχετική αρμοδιότητα και η ερμηνεία των διατάξεων της Συμφωνίας που είναι κατ'ουσία όμοιες με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να ανατεθεί παρά μόνο στο Δικαστήριο των ΕΚ, εντούτοις είναι αναγκαία, εν όψει της εκτάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας, η καθιέρωση μιας διαδικασίας διακανονισμού των διαφορών.

Η διαδικασία αυτή θα εφαρμόζεται, κατά το δυνατόν, στο πλαίσιο της Μικτής Επιτροπής και θα περατώνεται με πολιτικής φύσεως συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Αν δεν μπορεί να επιτευχθεί τέτοια συμφωνία, το (νέο) άρθρο 111 κάνει διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως στην οποία πρόκειται για διαφορά σχετικά με διάταξη της Συμφωνίας που είναι κατ'ουσία ίδια με αντίστοιχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και της περιπτώσεως στην οποία πρόκειται για διαφορά σχετικά με μέτρο διασφαλίσεως ή μέτρο εξισορροπήσεως.

Αν η διαφορά αφορά διάταξη που είναι κατ'ουσία ίδια με τις αντίστοιχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αποφασίσουν να ζητήσουν από το Δικαστήριο των ΕΚ να αποφανθεί επί του αμφισβητουμένου σημείου. Στην περίπτωση αυτή, μολονότι η Συμφωνία δεν προβλέπει τίποτε σχετικά, έχει συμφωνηθεί ότι η Επιτροπή θα ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει γνωμοδότηση κατά την έννοια του άρθρου 228 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αν μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία στο πλαίσιο της Μικτής Επιτροπής, το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο θεωρεί ότι βλάπτονται τα συμφέροντά του μπορεί να θεσπίσει είτε μέτρα διασφαλίσεως είτε μέτρα αναστολής της εφαρμογής της Συμφωνίας.

Αν η διαφορά αφορά ρήτρα διασφαλίσεως (( (νέο) άρθρο 111, παράγραφος 3, ή άρθρο 112)) ή ρήτρα εξισορροπήσεως (άρθρο 114), οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει διαιτησία ως προς το πεδίο εφαρμογής και τη διάρκεια ισχύος του μέτρου διασφαλίσεως ή την αναλογικότητα του μέτρου εξισορροπήσεως. Η διαιτητική απόφαση δεσμεύει τους ενεχόμενους στη διαφορά, αλλά προβλέπεται σαφώς και ρητώς ότι κανένα ζήτημα ερμηνείας της Συμφωνίας δεν μπορεί να υποβληθεί σε διαιτησία. Οι διαιτητές περιορίζονται στα πραγματικά περιστατικά και δεν επιτρέπεται να αποφαίνονται επί των νομικών ζητημάτων. Τα περί διαιτησίας πραγματεύεται το Πρωτόκολλο 33. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαιτησία είναι συνεπώς σύμφωνη με τις σκέψεις 40 και 41 της γνωμοδοτήσεως 1/91.

Όσον αφορά το τέταρτο θέμα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το (νέο) άρθρο 56 πρέπει να ερμηνεύεται σε συσχετισμό με τα άρθρα 53 και 54 της Συμφωνίας. Η συνδυασμένη εφαρμογή της νέας αυτής διατάξεως και των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ δημιουργούν, κατά την Επιτροπή, μια κατάσταση στην οποία:

Η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα:

i) στις περιπτώσεις συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων και εναρμονισμένων πρακτικών:

- σε όλες προφανώς τις λεγόμενες "καθαρά εσωκοινοτικές" περιπτώσεις, δηλαδή στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται μόνο το άρθρο 85, καθόσον ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 53 τίθεται μόνο όταν επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, δηλαδή εν προκειμένω μεταξύ της Κοινότητας και των χωρών της ΕΖΕΣ,

- στις λεγόμενες "μικτές περιπτώσεις", δηλαδή στις περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται περιορισμός του ανταγωνισμού και επηρεάζεται το εμπόριο όχι μόνο μεταξύ των κρατών μελών, αλλά και μεταξύ των "συμβαλλομένων μερών", δηλαδή μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών της ΕΖΕΣ (και στις οποίες επομένως θα μπορούσε καταρχήν και το 'Οργανο Επιτηρήσεως της ΕΖΕΣ να διεκδικήσει αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 53 της Συμφωνίας).

Στις περιπτώσεις αυτές η Επιτροπή θα αποφασίζει βάσει των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού, όπως θα συμπληρωθούν με τους κανόνες του ΕΟΧ, και οι αποφάσεις της θα αποτελούν εκτελεστό τίτλο σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Η απονομή αποκλειστικής αρμοδιότητας στην Επιτροπή για τις μικτές αυτές περιπτώσεις προκύπτει από το άρθρο 56, παράγραφος 1, στοιχείο c, το οποίο προβλέπει ότι η Επιτροπή θα ρυθμίζει όλες τις μικτές περιπτώσεις στις οποίες θα υφίσταται επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών,

- σε μια ειδική μορφή "μικτής περιπτώσεως",

δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία επηρεάζεται μόνο το εμπόριο μεταξύ ενός κράτους μέλους και ενός ή περισσότερων κρατών της ΕΖΕΣ.

Η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να επιλαμβάνεται των περιπτώσεων αυτών βάσει των υφισταμένων κανόνων του κοινοτικού δικαίου (δεν θα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 95).

Το αρμόδιο όργανο για τη ρύθμιση των περιπτώσεων αυτών εντός του πλαισίου του ΕΟΧ συνάγεται πλέον από το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ, το οποίο θέτει ως προϋπόθεση τον επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και συνεπώς καλύπτει την ανωτέρω περιγραφείσα περίπτωση.

Η εντελώς νέα αυτή αρμοδιότητα θα ασκείται από την Επιτροπή, εφόσον οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πραγματοποιούν στις χώρες της ΕΖΕΣ λιγότερο από το 33 % του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποιούν εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Τούτο προκύπτει από το άρθρο 56, παράγραφος 1, στοιχείο b, της Συμφωνίας ΕΟΧ.

ii) στις περιπτώσεις καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσης

- η Κοινότητα είναι προφανώς αρμόδια για τις εσωκοινοτικές υποθέσεις βάσει του άρθρου 86 και μόνο και βάσει του συλλογισμού που αναπτύχθηκε ανωτέρω στην πρώτη περίπτωση του σημείου i,

- είναι επίσης αρμόδια για μια ειδική μορφή των λεγόμενων "καθαρά εσωκοινοτικών" περιπτώσεων (διότι το 'Οργανο Επιτηρήσεως της ΕΖΕΣ δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει αρμοδιότητα στις περιπτώσεις αυτές), δηλαδή όταν η δεσπόζουσα θέση υφίσταται μόνο εντός της Κοινότητας, αλλά η κατάχρηση επηρεάζει το εμπόριο όχι μόνο μεταξύ των κρατών μελών, αλλά και μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Έτσι, το άρθρο 54 της Συμφωνίας επιτρέπει στην Επιτροπή να λαμβάνει επίσης υπόψη τα αποτελέσματα που έχει η κατάχρηση αυτή εντός του εδάφους των χωρών της ΕΖΕΣ,

- στις λεγόμενες "μικτές" περιπτώσεις, δηλαδή στις περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται δεσπόζουσα θέση εντός της Κοινότητας και συγχρόνως εντός του εδάφους της ΕΖΕΣ και η κατάχρηση αυτή επηρεάζει συγχρόνως το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Στις περιπτώσεις αυτές η Επιτροπή θα ενεργεί βάσει των κανόνων της Συνθήκης της Ρώμης, όπως θα συμπληρωθούν με το άρθρο 54 της Συμφωνίας ΕΟΧ. Η αποκλειστική αυτή αρμοδιότητα της Κοινότητας προκύπτει από το άρθρο 56, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1, στοιχείο c, της ίδιας αυτής διατάξεως.

Το Όργανο Επιτηρήσεως θα έχει, βάσει της Συμφωνίας, αρμοδιότητα:

α) όσον αφορά τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και τις εναρμονισμένες πρακτικές:

i) σε όλες τις "καθαρά εσωτερικές" της ΕΖΕΣ περιπτώσεις, δηλαδή στις περιπτώσεις στις οποίες επηρεάζεται μόνο το εμπόριο μεταξύ των χωρών ΕΖΕΣ,

ii) στις λεγόμενες "μικτές" περιπτώσεις, εφόσον δεν υφίσταται επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας, αλλά μόνο μεταξύ κράτους μέλους και ενός ή περισσότερων χωρών της ΕΖΕΣ, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πραγματοποιούν εντός του εδάφους της ΕΖΕΣ το 33 % τουλάχιστον του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποιούν εντός του ΕΟΧ,

iii) τέλος, στις περιπτώσεις που εμφανίζονται εντός της Κοινότητας και έχουν ελάχιστη σημασία.

Πρόκειται για "μικτές" περιπτώσεις, στις οποίες υφίσταται επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και συνεπώς καταρχήν κοινοτική αρμοδιότητα, αλλά τα αποτελέσματα εντός της Κοινότητας είναι τόσο αμελητέα, ώστε οι περιπτώσεις αυτές εμπίπτουν στην κατηγορία των συμφωνιών ήσσονος σημασίας, τις οποίες, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 3ης Σεπτεμβρίου 1986 (3), δεν αφορά το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Οι συμφωνίες αυτές όμως ενδέχεται να παράγουν μη αμελητέα αποτελέσματα εντός του εδάφους των χωρών της ΕΖΕΣ. Επομένως, ήταν εύλογο να παρασχεθεί στο Όργανο Επιτηρήσεως της ΕΖΕΣ αρμοδιότητα για τις περιπτώσεις αυτές, οι οποίες είναι ουσιαστικά "καθαρά εσωτερικές" της ΕΖΕΣ. Στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν θα επιτρέπεται η επιβολή προστίμων για τα αποτελέσματα των συμφωνιών αυτών εντός της Κοινότητας, δεδομένου ότι το Όργανο Επιτηρήσεως της ΕΖΕΣ θα πρέπει να μεταφέρει και να εφαρμόζει το κοινοτικό κεκτημένο, η δε προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής προβλέπει ρητά ότι δεν επιτρέπεται η επιβολή προστίμων για τις εν λόγω συμφωνίες,

β) στις περιπτώσεις καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσης

- στις "καθαρά εσωτερικές" της ΕΖΕΣ περιπτώσεις, δηλαδή στις περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται δεσπόζουσα θέση μόνο εντός του εδάφους της ΕΖΕΣ ή εντός σημαντικού τμήματος του εδάφους αυτού και η κατάχρηση επηρεάζει μόνο το εμπόριο μεταξύ των χωρών της ΕΖΕΣ,

- σε μια ειδική μορφή των λεγόμενων "καθαρά εσωτερικών" της ΕΖΕΣ περιπτώσεων (η περιγραφική αυτή ονομασία οφείλεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν θα είχε οπωσδήποτε αρμοδιότητα), δηλαδή στις περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται δεσπόζουσα θέση εντός της ΕΖΕΣ, αλλά η κατάχρησή της επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Στη συνέχεια η Επιτροπή δηλώνει ότι το (νέο) άρθρο 56 δεν μεταβιβάζει καμία αρμοδιότητα στο Όργανο Επιτηρήσεως της ΕΖΕΣ και στο Δικαστήριο ΕΖΕΣ. Η Επιτροπή τονίζει τέλος ότι το (νέο) άρθρο 64 επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να λαμβάνουν, εφόσον κρίνουν ότι ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχει τηρήσει τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, καταρχάς προσωρινά και στη συνέχεια οριστικά μέτρα θεραπείας των αποτελεσμάτων της παραβάσεως. Τα μέτρα αυτά δεν επιτρέπεται να υποβάλλονται σε διαιτησία.

V - Περίληψη των παρατηρήσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το Κοινοβούλιο εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή υπέβαλε στην κρίση του Δικαστηρίου μία μόνο πλευρά της θεσμικής δομής του ΕΟΧ, έστω και αν η πλευρά αυτή είναι σημαντική. Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι έπρεπε να ζητηθεί από το Δικαστήριο να εξετάσει το όλο θεσμικό σύστημα και ειδικότερα τον ρόλο του Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων. Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι οι αρμοδιότητες που του απονέμει η Συμφωνία αντιφάσκουν προς τη δημοκρατική αρχή, η οποία διακηρύσσεται στο προοίμιο.

'Οσον αφορά το ζήτημα αν συμβιβάζεται το νέο σύστημα δικαστικού ελέγχου με τη Συνθήκη ΕΟΚ, το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι ο επιτευχθείς συμβιβασμός είναι τόσο ανεπαρκής, ώστε είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει ερμηνεία σύμφωνη με τη Συνθήκη. Δεν αποτελεί ικανοποιητική λύση η ανάθεση στη Μικτή Επιτροπή της ερμηνείας των αποφάσεων του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων της ΕΖΕΣ. Εξάλλου, το άρθρο 105 και τα πρακτικά των οποίων προβλέπεται η σύνταξη περιέχουν ασάφειες. Το γράμμα του άρθρου 105 και η παραπομπή στο άρθρο 111 δεν αποτελούν εγγύηση ότι το Δικαστήριο θα είναι το μόνο αρμόδιο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν περιέχει επαρκείς εγγυήσεις για την αποφυγή διαφορετικών ερμηνειών και επιτρέπει στη Μικτή Επιτροπή να κρίνει κατά πόσον πρέπει να προσφύγει στο Δικαστήριο των ΕΚ ή όχι.

Επ'αυτού το Κοινοβούλιο εκφράζει επιφυλάξεις για το γεγονός ότι η διαδικασία με την οποία μπορεί να υποβληθεί στο Δικαστήριο των ΕΚ αίτηση διακανονισμού διαφοράς δεν προβλέπεται στο ίδιο το κείμενο της Συνθήκης. Αντίθετα μάλιστα, μια άλλη διάταξη, η οποία εντάσσεται σε ένα αόριστο πλαίσιο, προβλέπει ότι για την υποβολή αυτή πρέπει να τηρείται η διαδικασία του άρθρου 228 της Συνθήκης ΕΟΚ. Τέλος, το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι οι διαδικασίες είναι τόσο περίπλοκες και οι οριοθετήσεις τόσο ασαφείς, ώστε επιβάλλεται η αναμόρφωση των κειμένων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αναδιαπραγματεύσεως, και μάλιστα υπό το πρίσμα και μόνο της ασφάλειας του δικαίου και της δυσχέρειας προσδιορισμού του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση δικαίου.

Η άποψη του Δικαστηρίου

1 Στην παρούσα γνωμοδότηση, το Δικαστήριο θα περιοριστεί να εξετάσει, σύμφωνα με την αίτηση της Επιτροπής, αν συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΟΚ οι διατάξεις που αποτέλεσαν αντικείμενο αναδιαπραγματεύσεως κατόπιν της γνωμοδοτήσεώς του της 14ης Δεκεμβρίου 1991.

ΙΙ

2 Η Συμφωνία, όπως και το κείμενο της Συμφωνίας επί του οποίου εκδόθηκε η ανωτέρω γνωμoδότηση (στο εξής: παλαιό κείμενο), αναφέρει μεταξύ των σκοπών της και την εξασφάλιση της ομοιογένειας κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του δικαίου εντός του ΕΟΧ. Ο σκοπός αυτός, ο οποίος διευκρινίζεται στην τελευταία αιτιολογική σκέψη του προοιμίου και στο άρθρο 1 της Συμφωνίας, θα επιτευχθεί με την ενσωμάτωση στο δίκαιο που θα διέπει τον ΕΟΧ διατάξεων κατά λέξη όμοιων με τις αντίστοιχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και με τις νέες διατάξεις που επελέγησαν για την επίλυση των διαφορών.

3 Οι νέες διατάξεις της Συμφωνίας προβλέπουν τους εξής μηχανισμούς.

4 Κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, τα κράτη της ΕΖΕΣ πρέπει να ιδρύσουν ένα δικαστήριο, το Δικαστήριο ΕΖΕΣ. Μια χωριστή συμφωνία, που θα συναφθεί μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ, θα απονέμει στο Δικαστήριο ΕΖΕΣ αρμοδιότητα να εκδικάζει, μεταξύ άλλων, τις σχετικές με τη διαδικασία επιτηρήσεως των κρατών της ΕΖΕΣ προσφυγές, τις προσφυγές κατά των αποφάσεων του Οργάνου Επιτηρήσεως της ΕΖΕΣ στον τομέα του ανταγωνισμού και την επίλυση των διαφορών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών της ΕΖΕΣ.

5 Δυνάμει του άρθρου 6 της Συμφωνίας, το οποίο δεν τροποποιήθηκε, οι διατάξεις της Συμφωνίας πρέπει, κατά την εφαρμογή τους, να ερμηνεύονται σύμφωνα με την προϋπάρχουσα της υπογραφής της Συμφωνίας νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ που αφορά τις αντίστοιχες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και των πράξεων του παράγωγου κοινοτικού δικαίου.

6 Προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της κατά το δυνατόν ομοιόμορφης εφαρμογής των διατάξεων της Συμφωνίας και των αντίστοιχων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, το άρθρο 105, παράγραφος 2, της Συμφωνίας προβλέπει ότι Μικτή Επιτροπή εξετάζει διαρκώς την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου των ΕΚ και του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ. Η Μικτή Επιτροπή ενεργεί κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ομοιογενής ερμηνεία της Συμφωνίας. Κατά τη "συμφωνία σε πρακτικά για το άρθρο 105", οι αποφάσεις που λαμβάνει η Μικτή Επιτροπή δυνάμει της διατάξεως αυτής δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θίγουν τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ.

7 Κατά το άρθρο 105, παράγραφος 3, αν η Μικτή Επιτροπή δεν επιτύχει, εντός δύο μηνών αφότου της υποβληθεί ζήτημα αποκλίσεως μεταξύ των αποφάσεων των δύο αυτών δικαστηρίων, να εξασφαλίσει τη διατήρηση της ομοιογένειας ερμηνείας της Συμφωνίας μπορεί να εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 111.

8 Το άρθρο 111 της Συμφωνίας προβλέπει μια διαδικασία για την επίλυση των διαφορών σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Συμφωνίας. Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού, η Κοινότητα ή ένα κράτος της ΕΖΕΣ μπορεί να υποβάλει οποιαδήποτε σχετική διαφορά στη Μικτή Επιτροπή, η οποία είναι δυνατόν να την επιλύσει.

9 Αν η διαφορά αφορά την ερμηνεία διατάξεων της Συμφωνίας που είναι κατ'ουσία ίδιες με τους αντίστοιχους κανόνες του κοινοτικού δικαίου και δεν επιλυθεί εντός τριών μηνών από την υποβολή της ενώπιον της Μικτής Επιτροπής, το άρθρο 111, παράγραφος 3, επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη που είναι διάδικοι στη διαφορά να συμφωνήσουν να ζητήσουν από το Δικαστήριο των ΕΚ να αποφανθεί επί της ερμηνείας των κρίσιμων κανόνων.

10 Το άρθρο 111, παράγραφος 4, θέτει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν τη διαφορά τους σε διαιτησία. Ορίζει συναφώς ότι η διαφορά πρέπει να αφορά το πεδίο εφαρμογής ή τη διάρκεια ισχύος ρήτρας διασφαλίσεως ή την αναλογικότητα μέτρου εξισορροπήσεως και να μην έχει καταστεί δυνατό να επιλυθεί από τη Μικτή Επιτροπή εντός τριών μηνών από την υποβολή της διαφοράς ενώπιόν της. Διευκρινίζει επί πλέον ότι η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το Πρωτόκολλο 33, ότι με τις διαδικασίες αυτές δεν επιτρέπεται η επίλυση κανενός ζητήματος ερμηνείας των διατάξεων της Συμφωνίας που είναι κατ'ουσία ίδιες με τις αντίστοιχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και ότι η διαιτητική απόφαση δεσμεύει τους διαδίκους στη διαφορά.

11 Τέλος, το Πρωτόκολλο 34, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 107 της Συμφωνίας, περιέχει διατάξεις οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα στα κράτη της ΕΖΕΣ να επιτρέπουν στα δικαστήριά τους να ζητούν από το Δικαστήριο των ΕΚ να εκδώσει απόφαση επί της ερμηνείας διατάξεως της Συμφωνίας που είναι κατ'ουσία ίδια με διάταξη του κοινοτικού δικαίου.

ΙΙΙ

12 Οι νέες διατάξεις σχετικά με το σύστημα διακανονισμού των διαφορών διαφέρουν από το παλαιό κείμενο της Συμφωνίας κυρίως κατά τα εξής.

13 Πρώτον, η Συμφωνία δεν προβλέπει πλέον την ίδρυση Δικαστηρίου ΕΟΧ. Το Δικαστήριο ΕΖΕΣ θα είναι αρμόδιο μόνο στο πλαίσιο της ΕΖΕΣ και δεν θα έχει ούτε προσωπικούς ούτε λειτουργικούς δεσμούς με το Δικαστήριο των ΕΚ.

14 Δεύτερον, η Συμφωνία προβλέπει δύο διαδικασίες, μία για την εξασφάλιση της ομοιογένειας ερμηνείας της Συμφωνίας και μία άλλη για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διαδικασίας μπορεί να ζητείται από το Δικαστήριο των ΕΚ να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των κρίσιμων κανόνων.

15 Τρίτον, τα κράτη της ΕΖΕΣ μπορούν, κατά το άρθρο 107 και το Πρωτόκολλο 34, να επιτρέπουν στα δικαστήριά τους να ζητούν από το Δικαστήριο των ΕΚ να εκδώσει απόφαση, και όχι "να εκφράσει άποψη", όπως αναφερόταν κατά λέξη στο παλαιό κείμενο, ως προς την ερμηνεία διατάξεως της Συμφωνίας.

16 Τέταρτον, η Συμφωνία δεν περιέχει πλέον διάταξη που να υποχρεώνει το Δικαστήριο των ΕΚ να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη τη νομολογία άλλων δικαστηρίων.

17 Με τη γνωμοδότηση της 14ης Δεκεμβρίου 1991 το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο σκοπός της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου εντός του ΕΟΧ προσέκρουε στις υφιστάμενες αποκλίσεις μεταξύ των σκοπών και του όλου περιεχομένου αφενός της Συμφωνίας και αφετέρου του κοινοτικού δικαίου. Ενόψει της αντιφάσεως αυτής, το Δικαστήριο κατέληξε ότι το σκοπούμενο δικαιοδοτικό σύστημα μπορούσε να διακυβεύσει την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξης κατά την επιδίωξη των δικών της σκοπών.

18 Δεδομένου ότι οι διαπιστωθείσες αποκλίσεις εξακολουθούν να υφίστανται, πρέπει να εξεταστεί αν οι νέες διατάξεις της Συμφωνίας, οι οποίες αντικατέστησαν αυτές που το Δικαστήριο των ΕΚ είχε χαρακτηρίσει ασυμβίβαστες με την αυτονομία του κοινοτικού δικαίου, μπορούν να εγείρουν παρόμοιες αντιρρήσεις.

19 Ενόψει αυτού πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Συμφωνία δεν προβλέπει πλέον την ίδρυση Δικαστηρίου ΕΟΧ, αλλά, με σύναψη χωριστής συμφωνίας μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ, τη δημιουργία ενός Δικαστηρίου ΕΖΕΣ. Συναφώς αρκεί η παρατήρηση ότι, αντίθετα απ'ό,τι προβλεπόταν για το Δικαστήριο ΕΟΧ, το Δικαστήριο ΕΖΕΣ δεν θα είναι αρμόδιο για τις διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και θα ασκεί τις αρμοδιότητές του μόνο εντός της ΕΖΕΣ.

20 Απομένει επομένως να εξεταστεί το ζήτημα αν οι διαδικασίες διακανονισμού των διαφορών που προβλέπονται στα άρθρα 105 και 111 της Συμφωνίας συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΟΚ, και ειδικότερα με το άρθρο 164.

21 Προκειμένου να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων της Συμφωνίας και των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας που έχουν ενσωματωθεί κατ'ουσία στη Συμφωνία, το άρθρο 105 της Συμφωνίας απονέμει στη Μικτή Επιτροπή την αρμοδιότητα να εξετάζει διαρκώς την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ, και να ενεργεί για την εξασφάλιση της ομοιογένειας ερμηνείας της Συμφωνίας.

22 Αν το άρθρο αυτό είχε την έννοια ότι η Μικτή Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να αγνοεί τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του Δικαστηρίου των ΕΚ εντός της κοινοτικής έννομης τάξης, η απονομή τέτοιας αρμοδιότητας στην Επιτροπή αυτή θα έθιγε την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, την τήρηση της οποίας οφείλει να εξασφαλίζει το Δικαστήριο, κατά το άρθρο 164 της Συνθήκης ΕΟΚ, και επομένως θα ήταν ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη.

23 Εντούτοις, κατά τη "συμφωνία σε πρακτικά για το άρθρο 105", οι αποφάσεις που λαμβάνει η Μικτή Επιτροπή δυνάμει της διατάξεως αυτής δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θίγουν τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ.

24 Η αρχή αυτή αποτελεί ουσιώδη εγγύηση, που είναι απαραίτητη για την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξης.

25 Κατά συνέπεια, η αρμοδιότητα που απονέμει το άρθρο 105 στη Μικτή Επιτροπή για την εξασφάλιση της διατηρήσεως της ομοιογένειας κατά την ερμηνεία της Συμφωνίας δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ, παρά μόνο αν η αρχή αυτή διακηρυχθεί υπό μορφή που να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη.

26 Κατά το άρθρο 111, η Μικτή Επιτροπή είναι αρμόδια, κατόπιν αιτήσεως της Κοινότητας ή κράτους της ΕΖΕΣ, να επιλύει κάθε διαφορά σχετική με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Συμφωνίας, περιλαμβανομένων, κατά το άρθρο 105, παράγραφος 3, και των διαφορών οι οποίες αφορούν αποκλίσεις στη νομολογία και τις οποίες δεν μπόρεσε να επιλύσει σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το τελευταίο αυτό άρθρο.

27 Η απονομή όμως τέτοιας αρμοδιότητας στη Μικτή Επιτροπή θέτει το ίδιο πρόβλημα που εκτίθεται στη σκέψη 22 της παρούσας γνωμοδοτήσεως.

28 Επ'αυτού αρκεί πάντως η παρατήρηση ότι το άρθρο 105, παράγραφος 3, συνδέει τη διαδικασία του άρθρου αυτού με τη διαδικασία του άρθρου 111 της Συμφωνίας και ότι αυτό έχει την έννοια ότι οι δύο αυτές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται ως ενιαίο σύστημα που εμφανίζει συνοχή. Η έννοια αυτή σημαίνει κατ'ανάγκη ότι η αρχή που διακηρύσσεται στη "συμφωνία σε πρακτικά για το άρθρο 105" ισχύει επίσης για την περίπτωση κατά την οποία η Μικτή Επιτροπή προσπαθεί να επιλύσει διαφορά με την αναζήτηση λύσης αποδεκτής από τα συμβαλλόμενα μέρη, σύμφωνα με το άρθρο 111.

29 Κατά συνέπεια, οι αρμοδιότητες που απονέμει το άρθρο 111 στη Μικτή Επιτροπή δεν θίγουν τη δεσμευτικότητα της νομολογίας του Δικαστηρίου και την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, εφόσον είναι δεδομένο ότι η αρχή που διακηρύσσεται στη "συμφωνία σε πρακτικά για το άρθρο 105" δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη.

30 Η ερμηνεία, κατά την οποία η Μικτή Επιτροπή έχει την υποχρέωση να τηρεί την ανωτέρω αρχή στο πλαίσιο του άρθρου 111, είναι η μόνη που έχει συνοχή με την κατά την τρίτη παράγραφο του άρθρου αυτού απονομή στο Δικαστήριο των ΕΚ της αρμοδιότητας ερμηνείας των κρίσιμων κανόνων.

31 Επομένως, ανακύπτει το ζήτημα αν η απονομή της τελευταίας αυτής αρμοδιότητας στο Δικαστήριο συμβιβάζεται με τη Συνθήκη.

32 Οι αρμοδιότητες που απονέμει η Συνθήκη στο Δικαστήριο δεν μπορούν να τροποποιηθούν παρά μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 236 της Συνθήκης. Εντούτοις, επιτρέπεται η απονομή στο Δικαστήριο νέων αρμοδιοτήτων βάσει διεθνούς συμφωνίας που συνάπτει η Κοινότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η απονομή αυτή δεν αλλοιώνει τη φύση του έργου του Δικαστηρίου, όπως το εννοεί η Συνθήκη ΕΟΚ.

33 Μέσα σ'αυτό το πλαίσιο έγινε δεκτό, με τη γνωμοδότηση της 14ης Δεκεμβρίου 1991, ότι μια διεθνής συμφωνία που συνάπτει η Κοινότητα μπορεί να απονείμει στο Δικαστήριο αρμοδιότητα για την ερμηνεία των διατάξεών της, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου θα είναι δεσμευτικές. Πράγματι, το έργο του Δικαστηρίου των ΕΚ, όπως το εννοεί η Συνθήκη ΕΟΚ, είναι έργο δικαιοδοτικού οργάνου του οποίου οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές.

34 Μολονότι σκοπός της υποβολής ερωτήσεως στο Δικαστήριο των ΕΚ, δυνάμει του άρθρου 111, παράγραφος 3, της Συμφωνίας, δεν είναι να ανατεθεί στο Δικαστήριο η επίλυση της διαφοράς, η οποία εξακολουθεί να παραμένει στην κρίση της Μικτής Επιτροπής, εντούτοις η ερμηνεία του Δικαστηρίου θα είναι δεσμευτική, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση των δύο κειμένων της Συμφωνίας που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο, του γαλλικού και του αγγλικού, στα οποία χρησιμοποιούνται οι φράσεις "se prononcer" και "to give a ruling" αντίστοιχα.

35 Κατά συνέπεια, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί δυνάμει του άρθρου 111, παράγραφος 3, της Συμφωνίας, η ερμηνεία που θα δίνει στους επίμαχους κανόνες θα δεσμεύει τόσο τα συμβαλλόμενα μέρη, όσο και τη Μικτή Επιτροπή. Συνεπώς, συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ η αρμοδιότητα που απονέμει η διάταξη αυτή στο Δικαστήριο των ΕΚ για την ερμηνεία των διατάξεων της Συμφωνίας κατόπιν αιτήσεως των συμβαλλομένων μερών που είναι διάδικοι στη διαφορά.

36 'Οσον αφορά τις διαδικασίες διαιτησίας, αρκεί να παρατηρηθεί ότι, κατά το άρθρο 111, παράγραφος 4, της Συμφωνίας, κανένα ζήτημα ερμηνείας των διατάξεων της Συμφωνίας που είναι πανομοιότυπες με τις αντίστοιχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν επιτρέπεται να επιλύεται με τις διαδικασίες αυτές. Κατά συνέπεια, ο διακανονισμός διαφορών με διαιτησία δεν μπορεί να θίξει την αυτονομία της κοινοτικής έννομης τάξης.

V

37 'Οσον αφορά τις διατάξεις της Συμφωνίας που δίνουν στα κράτη της ΕΖΕΣ τη δυνατότητα να επιτρέπουν στα δικαστήριά τους να ζητούν από το Δικαστήριο των ΕΚ να εκδώσει απόφαση επί της ερμηνείας διατάξεως της Συμφωνίας, αρκεί η διαπίστωση ότι η διατύπωση του άρθρου 107 εγγυάται τη δεσμευτικότητα των απαντήσεων που θα καλείται να δίνει το Δικαστήριο των ΕΚ. Ο μηχανισμός αυτός πληροί επομένως τις προϋποθέσεις που έθεσε η γνωμοδότηση της 14ης Δεκεμβρίου 1991 (Συλλογή 1991, σ. Ι-6101) και συνεπώς συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.

38 Τέλος, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΟΚ οι κανόνες του άρθρου 56 της Συμφωνίας σχετικά με την κατανομή των αρμοδιοτήτων σε θέματα ανταγωνισμού μεταξύ του Οργάνου Επιτηρήσεως της ΕΖΕΣ και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

39 'Οπως συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, υπόθ. 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Rec. 1971, σ. 263 (η λεγόμενη απόφαση ΑΕΤR), απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, υποθ. 3, 4 και 6/76, Kramer, Rec. 1976, σ. 1279, και γνωμοδότηση 1/76 της 26ης Απριλίου 1977, Rec. 1977, σ. 741, σκέψη 3), η αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες μπορεί να απορρέει όχι μόνο από ρητή διάταξη της Συνθήκης, αλλά και από άλλες διατάξεις της Συνθήκης και των πράξεων που θεσπίζουν τα όργανα της Κοινότητας στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών.

40 Κατά συνέπεια, η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα, δυνάμει των κανόνων περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ και των πράξεων που έχουν εκδοθεί για την εφαρμογή τους, να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες στον τομέα αυτό.

41 Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρμοδιότητα αυτή σημαίνει κατ'ανάγκη ότι η Κοινότητα έχει τη δυνατότητα να συνομολογεί ορισμένους συμβατικούς κανόνες για την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στον τομέα του ανταγωνισμού, εφόσον οι κανόνες αυτοί δεν αλλοιώνουν τη φύση των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και των οργάνων της, όπως έχουν διαμορφωθεί από τη Συνθήκη.

42 Κατά συνέπεια, το άρθρο 56 της Συμφωνίας συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ

Διατακτικό


Κατόπιν όλων των ανωτέρω,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

γνωμοδοτεί ως εξής:

Συμβιβάζονται με τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας

1) οι διατάξεις της Συμφωνίας σχετικά με τον διακανονισμό των διαφορών, εφόσον η αρχή ότι οι αποφάσεις της Μικτής Επιτροπής δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θίγουν τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ διακηρυχθεί υπό μορφή που να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη,

2) το άρθρο 56 της Συμφωνίας σχετικά με την κατανομή των αρμοδιοτήτων στον τομέα του ανταγωνισμού