61992J0002

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 24ΗΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 1994. - THE QUEEN ΚΑΤΑ MINISTRY OF AGRICULTURE, FISHERIES AND FOOD, EX PARTE DENNIS CLIFFORD BOSTOCK. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: HIGH COURT OF JUSTICE, QUEEN'S BENCH DIVISION - ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ. - ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΙΣΦΟΡΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ - ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΑΓΡΟΜΙΣΘΩΣΕΩΣ - ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ - ΜΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΩΡΟΥΝΤΟΣ ΜΙΣΘΩΤΗ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-2/92.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1994 σελίδα I-00955


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Θεμελιώδη δικαιώματα - Τήρηση από τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή κοινοτικών ρυθμίσεων

2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς απαλλαγμένων εισφοράς - Μεταβίβαση στον μισθωτή, κατά τη λήξη της μισθώσεως, της ποσότητας αναφοράς που είχε χορηγηθεί στον μισθωτή - Επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη υποχρέωση να θεσπίσουν ρύθμιση περί αποζημιώσεως του αποχωρούντος μισθωτή εκ μέρους του εκμισθωτή - Δεν υφίσταται - Δικαίωμα τέτοιου είδους αποζημιώσεως παρεχόμενο άμεσα από το κοινοτικό δίκαιο - δεν υφίσταται - Δικαίωμα ιδιοκτησίας - Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων - Απαγόρευση του αδικαιολόγητου πλουτισμού - Παράβαση - Δεν υφίσταται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 40 PAR 3 Κανονισμοί του Συμβουλίου 856/84 και 857/84 Κανονισμός της Επιτροπής 1371/84)

Περίληψη


1. Οι επιταγές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη δεσμεύουν επίσης τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν κοινοτικές ρυθμίσεις και οφείλουν συνεπώς, κατά το μέτρο του δυνατού, να εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτές κατά τρόπο που να μην αντιβαίνει στις προαναφερθείσες επιταγές.

Το Δικαστήριο, εφόσον επιληφθεί προδικαστικώς της σχετικής υποθέσεως, υποχρεούται να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορέσει αυτό να κρίνει αν μια εθνική ρύθμιση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα για τον σεβασμό των οποίων μεριμνά το Δικαστήριο.

2. Η κοινοτική ρύθμιση του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που θεσπίστηκε με τους κανονισμούς 856/84, 857/84 και 1371/84 δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ρύθμιση περί αποζημιώσεως του αποχωρούντος μισθωτή από τον εκμισθωτή ούτε παρέχει απευθείας στον μισθωτή δικαίωμα τέτοιου είδους αποζημιώσεως συνεπεία της ποσότητας αναφοράς που μεταβιβάζεται στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μισθώσεως.

Ούτε οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου προβλέπουν μια τέτοια υποχρέωση ή ένα τέτοιο δικαίωμα.

Πράγματι, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως δεν συνεπάγεται το δικαίωμα εμπορίας ενός οφέλους, όπως των ποσοτήτων αναφοράς που χορηγούνται στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς, που δεν προέρχεται ούτε από τα περιουσιακά στοιχεία ούτε από την επαγγελματική δραστηριότητα του ενδιαφερομένου.

Εξάλλου, το γεγονός ότι άλλοι μισθωτές οι οποίοι κατόρθωσαν, μεταγενέστερα, να λάβουν αποζημίωση, κατόπιν τροποποιήσεως της εθνικής νομοθεσίας, δεν παρέχει τη δυνατότητα επωφελούς επικλήσεως της αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως. Πράγματι, η αρχή αυτή, της οποίας ειδική έκφραση συνιστά το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, δεν μπορεί να συνεπάγεται αναδρομικώς μεταβολή των σχέσεων των μερών της συμβάσεως μισθώσεως σε βάρος του εκμισθωτή, επιβάλλοντάς του υποχρέωση αποζημιώσεως του αποχωρούντος μισθωτή είτε στο πλαίσιο των εθνικών διατάξεων που θα όφειλε να θεσπίσει το οικείο κράτος μέλος είτε λόγω του αμέσου αποτελέσματος.

Τέλος, δεδομένου ότι οι έννομες σχέσεις μεταξύ μισθωτών και εκμισθωτών, ιδίως κατά τη λήξη της μισθώσεως, εξακολουθούν να διέπονται, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, οι συνέπειες που μπορεί να είχε ο ενδεχόμενος αδικαιολόγητος πλουτισμός του εκμισθωτή κατά τη λήξη της μισθώσεως δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-2/92,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice, Queen' s Bench Division, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

The Queen

και

Ministry of Agriculture, Fisheries and Food

Ex parte Dennis Clifford Bostock,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με το σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11), καθώς και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, R. Joliet, F. Grevisse, M. Zuleeg (εισηγητή), P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann

γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- ο Dennis Clifford Bostock, εκπροσωπούμενος από τους Michael Burton, QC, και Nicholas Green, barrister,

- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Sue Cochrane, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενη από τον Stephen Richards, barrister,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Gerard Rozet, νομικό σύμβουλο, και τον Christopher Docksey, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του προσφεύγοντος, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 1993,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 1993,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με Διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιανουαρίου 1992, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της κοινοτικής ρυθμίσεως περί της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11), καθώς και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Bostock, πρώην μισθωτή μιας γεωργικής εκμεταλλεύσεως, και του Ministry of Agriculture, Fisheries and Food σχετικά με αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που επήλθε συνεπεία της μεταβιβάσεως, προς τον ιδιοκτήτη της εκμεταλλεύσεως, κατά τη λήξη της μισθώσεως, μιας ποσότητας αναφοράς που είχε αρχικώς χορηγηθεί στον μισθωτή βάσει της ρυθμίσεως περί συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος.

3 Ο Bostock είχε μισθώσει τη γεωργική εκμετάλλευση από το 1962. Η εκμετάλλευση περιελάμβανε ζωικό κεφάλαιο τεσσάρων αγελάδων καθώς και τον αντίστοιχο εξοπλισμό. Με την πάροδο των ετών, ο Bostock επέφερε ουσιώδεις βελτιώσεις στην εκμετάλλευση. Συγκεκριμένα, αύξησε την ικανότητα παραγωγής γάλακτος κατά τη διάρκεια του 1967.

4 Κατόπιν της θεσπίσεως της ρυθμίσεως περί συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος με τον προαναφερθέντα κανονισμό 856/84, της 31ης Μαρτίου 1984, και των διατάξεων που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή του, στον Bostock χορηγήθηκε ποσότητα αναφοράς βάσει της νέας αυτής ρυθμίσεως. Στις 25 Μαρτίου 1985 κατήγγειλε τη μίσθωση. Κατόπιν αυτού, η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάστηκε στον ιδιοκτήτη κατ' εφαρμογή του άρθρου 5, τρίτη περίπτωση, του προαναφερθέντος κανονισμού 1371/84, της 16ης Μαΐου 1984.

5 Στον μισθωτή δεν καταβλήθηκε καμία αποζημίωση συνεπεία της μεταβιβάσεως αυτής. Κατά το χρονικό σημείο της καταγγελίας, η "ρύθμιση περί εξόδου" του συστήματος των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, που θεσπίστηκε δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α', του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84, με τη βρετανική νομοθεσία, δηλαδή τον Milk Supplementary Levy (Outgoers) Scheme 1984 και τον Milk (Cessation of Production) Act 1985, δεν προέβλεπε τέτοιου είδους αποζημίωση. Αντιθέτως, οι διατάξεις του άρθρου 13 και του παραρτήματος Ι του Agriculture Act 1986, που άρχισαν να ισχύουν στις 25 Σεπτεμβρίου 1986, προβλέπουν εφεξής αποζημίωση του μισθωτή από τον ιδιοκτήτη.

6 Τον Μάιο του 1990, ο Bostock άσκησε κατά του Ministry of Agriculture, Fisheries and Food αγωγή, ζητώντας κατ' ουσίαν να αναγνωριστεί ότι η Κυβέρνηση οφείλει να θεσπίσει διατάξεις περί αποζημιώσεως των μισθωτών των οποίων η μίσθωση έληξε μεταξύ του Απριλίου 1984 και του Σεπτεμβρίου 1986. Ο Bostock προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να θεσπίσει ένα σύστημα αποζημιώσεων των αποχωρούντων μισθωτών κατά την περίοδο μεταξύ Απριλίου 1984 και Σεπτεμβρίου 1986, παρέβη τους προαναφερθέντες κοινοτικούς κανονισμούς και/ή τις θεμελιώδεις αρχές της προστασίας της ιδιοκτησίας, του αδικαιολόγητου πλουτισμού και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ελλείψει μιας τέτοιας ρυθμίσεως, ο αποχωρών μισθωτής μπορεί να επικαλεστεί απευθείας τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου προς στήριξη αγωγής αποζημιώσεως που στρέφεται κατά του ιδιοκτήτη.

7 Το Ministry of Agriculture, Fisheries and Food αμφισβητεί το βάσιμο των ισχυρισμών αυτών.

8 Το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, θεωρώντας ότι η έκδοση της αποφάσεώς του εξαρτάται από την ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας περί συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"α) Πρέπει να ερμηνευθούν οι κανονισμοί (ΕΟΚ) του Συμβουλίου 804/68 και 857/84 και της Επιτροπής 1371/84 και/ή οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου υπό την έννοια ότι επιβάλλεται σ' ένα κράτος μέλος η υποχρέωση να θεσπίσει μέτρα, όσον αφορά την περίοδο από τον Απρίλιο του 1984 (οπότε τέθηκε σε ισχύ το σύστημα των ποσοτήτων αναφοράς) μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1986 (οπότε άρχισαν να ισχύουν οι σχετικές με την καταβολή αποζημιώσεων διατάξεις του Agriculture Act στο Ηνωμένο Βασίλειο), παρόμοια προς εκείνα τα οποία είχαν θεσπιστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο με τον Agriculture Act 1986 για τον μετά τον Σεπτέμβριο του 1986 χρόνο, βάσει των οποίων ο μισθωτής αγροτικής εκμεταλλεύσεως εδικαιούτο να λάβει αποζημίωση από τον ιδιοκτήτη του μισθίου εφόσον

i) είχε χορηγηθεί στον μισθωτή ποσότητα αναφοράς για την αγροτική εκμετάλλευση δυνάμει των ανωτέρω κανονισμών,

ii) ο μισθωτής παρέδωσε το μίσθιο στον ιδιοκτήτη κατά τη διάρκεια της ανωτέρω περιόδου,

iii) με την παράδοση του μισθίου ο ιδιοκτήτης ανέλαβε την ποσότητα αναφοράς μαζί με την εκμετάλλευση,

iv) η κατάσταση δεν καλύπτεται από το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 590/85 του Συμβουλίου και, εν πάση περιπτώσει, το οικείο κράτος μέλος δεν είχε ασκήσει την εξουσία που του παρείχε η διάταξη αυτή να θέσει ορισμένες ή όλες τις ποσότητες αναφοράς στη διάθεση των αποχωρούντων μισθωτών,

v) το οικείο κράτος μέλος θέσπισε ένα σύστημα σχετικά με τους εγκαταλείποντες οριστικά την παραγωγή γάλακτος, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, περίπτωση α', του κανονισμού 857/84, αλλά οι μισθωτές αγροκτημάτων όφειλαν να έχουν τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του αγροκτήματος για να μπορέσουν να μετάσχουν σ' αυτό, ο δε μισθωτής δεν μπορούσε να υποβάλει σχετική αίτηση συμμετοχής τον χρόνο κατά τον οποίο παρέδωσε το μίσθιο, ενώ τα σχετικά κονδύλια για την καταβολή αποζημιώσεων ήταν περιορισμένα;

β) Ελλείψει εθνικών μέτρων όπως τα αναφερόμενα στο πρώτο ερώτημα, πρέπει οι κανονισμοί 804/68, 857/84 και 1371/84 και/ή οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παρέχουν απευθείας στους μισθωτές αγροκτημάτων δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση από τους ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων όταν υφίστανται οι ανωτέρω συνθήκες;"

9 Με τα δύο αυτά ερωτήματα, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, ερωτά κατ' ουσίαν αν, στην περίπτωση κατά την οποία η ποσότητα αναφοράς που λαμβάνει ο μισθωτής κατά τη διάρκεια της μισθώσεώς του μεταβιβάζεται στον εκμισθωτή με τη λήξη της εν λόγω μισθώσεως, η κοινοτική ρύθμιση του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος και/ή οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου επιβάλλουν σ' ένα κράτος μέλος την υποχρέωση θεσπίσεως ρυθμίσεως περί αποζημιώσεων του αποχωρούντος μισθωτή από τον εκμισθωτή ή αν παρέχουν απευθείας στον μισθωτή δικαίωμα τέτοιου είδους αποζημιώσεως.

Επί της κοινοτικής ρυθμίσεως περί συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος

10 Πρέπει να επισημανθεί ότι καμία διάταξη των κανονισμών στους οποίους αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ρύθμιση περί αποζημιώσεως του αποχωρούντος μισθωτή από τον εκμισθωτή ούτε παρέχει απευθείας στον μισθωτή δικαίωμα τέτοιου είδους αποζημιώσεως συνεπεία της ποσότητας αναφοράς που μεταβιβάζεται στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της συμβάσεως.

Επί των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου

11 Ο Bostock επικαλείται ιδίως, μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Θεωρεί ότι υφίσταται παραβίαση των αρχών αυτών, όταν ο μισθωτής, που βρίσκεται σε μια κατάσταση όπως αυτή την οποία αφορά η κύρια δίκη, στερείται κάθε αποζημιώσεως για τη ζημία που προκλήθηκε από τη μεταβίβαση της ποσότητας αναφοράς. Ο Bostock προσθέτει ότι οι σχέσεις μεταξύ ιδιωτών αποτελούν, στον τομέα των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, το "φυσικό πλαίσιο" της αρχής της προστασίας της ιδιοκτησίας που συνεπάγεται την πρόληψη του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

12 Καθόσον ο ενάγων της κύριας δίκης συνάγει από τη φερόμενη παραβίαση των εν λόγω γενικών αρχών ότι το κράτος μέλος υποχρεούται να θεσπίσει εθνικές διατάξεις περί αποζημιώσεως του μισθωτή, το εθνικό δικαστήριο υπογραμμίζει την ανάγκη να διαφωτιστεί πληρέστερα ως προς την έννοια και τα αποτελέσματα της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. 2609), την οποία θεωρεί ότι έχει αποφασιστική σημασία για τη λύση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του.

13 Στην προαναφερθείσα απόφαση Wachauf το Δικαστήριο ρωτήθηκε ως προς την ερμηνεία του προαναφερθέντος κανονισμού 1371/84 της Επιτροπής. Το εθνικό δικαστήριο διερωτάτο ιδίως αν ο κανονισμός αυτός μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο με τις συνταγματικές εγγυήσεις που δεν επιτρέπουν να στερείται ο μισθωτής, κατά τη λήξη της μισθώσεως, χωρίς αποζημίωση, του προϊόντος της εργασίας του.

14 Το Δικαστήριο τόνισε συναφώς ότι ο εν λόγω κοινοτικός κανονισμός αφήνει στις εθνικές αρχές επαρκώς ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας, ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν τον κανονισμό αυτόν χωρίς να στερούν τον μισθωτή, κατά τη λήξη της μισθώσεως, του προϊόντος της εργασίας του ή των επενδύσεων που πραγματοποίησε στη μισθωθείσα εκμετάλλευση, χωρίς καμία αποζημίωση (σκέψη 22), δηλαδή τηρουμένων των επιταγών που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη (σκέψη 23).

15 Επομένως, η προαναφερθείσα απόφαση Wachauf δεν εξετάζει το ζήτημα, που έθεσε το εθνικό δικαστήριο, των δικαιωμάτων αποζημιώσεως που θα μπορούσε να αντλήσει, ενδεχομένως, ο μισθωτής από το κοινοτικό δίκαιο, όταν καταγγέλλεται η μίσθωσή του.

16 Πάντως, το Δικαστήριο διευκρίνισε στο παρελθόν (σκέψη 19) ότι οι επιταγές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη δεσμεύουν επίσης τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν κοινοτικές ρυθμίσεις, και ότι οφείλουν συνεπώς, κατά το μέτρο του δυνατού, να εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτές κατά τρόπο που να μην αντιβαίνει στις προαναφερθείσες επιταγές. Εν προκειμένω, όπως τόνισε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ (Συλλογή 1991, σ. Ι-2925, σκέψη 42), όταν πρόκειται για εθνική ρύθμιση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο, εφόσον επιληφθεί προδικαστικώς σχετικής υποθέσεως, υποχρεούται να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορέσει αυτό να κρίνει αν η ρύθμιση αυτή συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα για τον σεβασμό των οποίων μεριμνά το Δικαστήριο.

17 Επομένως, πρέπει να εξεταστούν τα θεμελιώδη δικαιώματα που επικαλείται ο Bostock προκειμένου να παρασχεθεί στο εθνικό δικαστήριο η δυνατότητα να κρίνει αν συμβιβάζεται με αυτά η επίμαχη ρύθμιση.

Επί του δικαιώματος της ιδιοκτησίας

18 Ο Bostock υποστηρίζει ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας - δικαίωμα θεμελιώδες - επιβάλλει στο κράτος μέλος την υποχρέωση θεσπίσεως ρυθμίσεως αποζημιώσεως του αποχωρούντος μισθωτή από τον ιδιοκτήτη, μάλιστα δε παρέχει απευθείας στον μισθωτή δικαίωμα αποζημιώσεως έναντι του ιδιοκτήτη.

19 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως δεν συνεπάγεται το δικαίωμα εμπορίας ενός οφέλους, όπως των ποσοτήτων αναφοράς που χορηγούνται στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς, που δεν προέρχεται ούτε από τα περιουσιακά στοιχεία ούτε από την επαγγελματική δραστηριότητα του ενδιαφερομένου (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, C-44/89, von Deetzen II, Συλλογή 1991, σ. Ι-5119, σκέψη 27).

20 Κατά συνέπεια, η προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας από την κοινοτική έννομη τάξη δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση θεσπίσεως ρυθμίσεως αποζημιώσεως του αποχωρούντος μισθωτή από τον εκμισθωτή ούτε παρέχει απευθείας στον μισθωτή δικαίωμα τέτοιου είδους αποζημιώσεως.

Επί της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων

21 Ο ισχυρισμός του ενάγοντος της κύριας δίκης που αντλείται από τη διάκριση που υποστηρίζει ότι υφίσταται σε σχέση με τους μισθωτές των οποίων η μίσθωση θα έληγε στις 25 Σεπτεμβρίου 1986 δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό.

22 Δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ο Bostock επιδιώκει αποζημίωση υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που προβλέπονται από τον Agriculture Act του 1986 υπέρ των μισθωτών των οποίων η μίσθωση έληξε μετά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου.

23 Κατά το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών που ιδρύονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής "πρέπει (...) να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας". Η απαγόρευση αυτή των διακρίσεων δεν συνιστά παρά ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας που περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου (βλ. ιδίως την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, 201/85 και 202/85, Klensch, Συλλογή 1986, σ. 3477, σκέψη 9).

24 Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί πάντως να συνεπάγεται αναδρομικώς μεταβολή των σχέσεων των μερών της συμβάσεως μισθώσεως σε βάρος του εκμισθωτή, επιβάλλοντάς του υποχρέωση αποζημιώσεως του αποχωρούντος μισθωτή είτε στο πλαίσιο των εθνικών διατάξεων που θα όφειλε να θεσπίσει το οικείο κράτος μέλος είτε λόγω του αμέσου αποτελέσματος.

Επί του αδικαιολογήτου πλουτισμού

25 Ο Bostock προβάλλει ότι το προϊόν της εργασίας του και οι επενδύσεις του συνέβαλαν στην απόκτηση ή την αύξηση της ποσότητας αναφοράς που περιήλθε στον ιδιοκτήτη κατά τη λήξη της μισθώσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να του καταβάλει αποζημίωση για το ποσό κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος.

26 Επί του σημείου αυτού, αρκεί να τονιστεί ότι οι έννομες σχέσεις μεταξύ μισθωτών και εκμισθωτών, ιδίως κατά τη λήξη της μισθώσεως, εξακολουθούν να διέπονται, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. Επομένως, οι συνέπειες που μπορεί να έχει ο ενδεχόμενος αδικαιολόγητος πλουτισμός του εκμισθωτή κατά τη λήξη της μισθώσεως δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο.

27 Από το σύνολο των προηγουμένων στοιχείων προκύπτει ότι η κοινοτική ρύθμιση του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, τον κανονισμό 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, και τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, καθώς και οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου δεν επιβάλλουν σε κράτος μέλος την υποχρέωση θεσπίσεως ρυθμίσεως περί αποζημιώσεως του αποχωρούντος μισθωτή από τον εκμισθωτή ούτε παρέχουν απευθείας στον μισθωτή δικαίωμα τέτοιου είδους αποζημιώσεως συνεπεία της ποσότητας αναφοράς που μεταβιβάζεται στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1991, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, αποφαίνεται:

Η κοινοτική ρύθμιση του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, καθώς και οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου δεν επιβάλλουν σε κράτος μέλος την υποχρέωση θεσπίσεως ρυθμίσεως περί αποζημιώσεως του αποχωρούντος μισθωτή από τον εκμισθωτή ούτε παρέχουν απευθείας στον μισθωτή δικαίωμα τέτοιου είδους αποζημιώσεως συνεπεία της ποσότητας

αναφοράς που μεταβιβάζεται στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως.